Πού το πάει η κυβέρνηση;

Υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για την πολιτική της κυβέρνησης, την επιδεικτική καταπάτηση των νόμων της χώρας (και στην περίπτωση του απεργού πείνας και στην αντισυνταγματική επιβολή αστυνομίας στα πανεπιστήμια) και την εξίσου επιδεικτική επίδειξη χυδαίας απαξίας του δημόσιου αισθήματος και συμφέροντος (στην υπόθεση Λιγνάδη, την κλοπή εμβολίων από ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού και άλλα πολλά). Όλα αυτά βέβαια τυλιγμένα σε μια αδιαφοροποίητη βία προς όλους από εκφασισμένες δυνάμεις ασφαλείας.

Υπάρχει η εκτίμηση πως η κυβέρνηση βρίσκεται σε πανικό, ότι προχωρά σε σπασμωδικές κινήσεις, δεν ξέρει ο ένας τι κάνει ο άλλος κτλ. Δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, δεν φαίνεται η κυβέρνηση να απειλείται εκλογικά, ούτε τα παραπάνω θέματα δείχνουν να ταράζουν τη μάζα των ψηφοφόρων της. Υπάρχει προφανώς πάντα ο κίνδυνος η δυσαρέσκεια από άλλα θέματα, όπως η διαχείριση της πανδημίας και η οικονομική δυσχέρεια, ίσως η επαναφορά των τουρκικών αξιώσεων, να οδηγήσουν σε μια πολιτική κρίση. Αλλά η αλαζονεία που επιδεικνύεται δεν συνάδει με κάποιον προληπτικό πανικό, αλλά μάλλον με μια αποφασιστικότητα επιβολής θεμελιακών αλλαγών στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία. Ούτε φυσικά η απόδοση όλων των παραπάνω εξελίξεων μπορεί να αποδοθεί στο περιβάλλον του πρωθυπουργού, σε μια βεντέτα απέναντι τον Δημήτρη Κουφοντίνα ή στη φιλική σχέση με τον Δημήτρη Λιγνάδη. Αυτές είναι υπαρκτές παράμετροι που δίνουν μια ιδιαίτερη χροιά στις εξελίξεις, οι οποίες όμως συνδέονται κατά τη γνώμη μου με ευρύτερες επιδιώξεις.

Οι κινήσεις της κυβέρνησης δείχνουν να έχουν ένα στρατηγικό χαρακτήρα ριζικού μετασχηματισμού του πολιτικού συστήματος προς μια αυταρχικού τύπου διακυβέρνηση με εντελώς τυπικές κοινοβουλευτικές λειτουργίες, ένα είδος στεγανού καθεστώτος. Όλες οι αναφορές και συγκρίσεις με Ουγγαρία και κυρίως Τουρκία δείχνουν προς τα εκεί. Πίσω από τις εξελίξεις που καλώς μονοπωλούν την επικαιρότητα, έχουμε την ανάληψη του Υπουργείου Εσωτερικών από την ακροδεξιά και την αλλοίωση του εκλογικού σώματος μέσω της ψήφου κατοίκων του εξωτερικού. Θυμίζουμε τις καθόλου τυχαίες δηλώσεις Βορίδη το 2018 πως “πρέπει να υπάρξει στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς για να μην ξαναβρεθεί στην εξουσία με οποιαδήποτε μορφή της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές”.

Για να μην θεωρητικολογούμε, ο στόχος είναι να γίνει αγνώριστη η ελληνική κοινωνία. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση μπορεί να διέψευσε τις προσδοκίες των περισσότερων ψηφοφόρων του και εντέλει να προσγείωσε ομαλά το πολιτικό σύστημα, στα μάτια όμως της Δεξιάς φαίνεται πως υπήρξε ένα ανοσιούργημα που απείλησε έναν συσχετισμό που κρατούσε από το 1945. Φαίνεται πως η οικονομική κρίση φάνταζε τελικά ως μια ευκαιρία που χάθηκε για τη δημιουργία μιας “λατινοαμερικάνικης Ελλάδας”, όπου θα είχε μπει μια και καλή τέλος σε νοοτροπίες κοινωνικής κινητικότητας. Μιας χώρας όπου η φτώχεια θα είναι κανόνας και όχι πηγή προβληματισμού, ο τρόπος ζωής των “άριστων” ξεχωριστός, χωρίς την ενοχλητική παρουσία της πλέμπας, και κυρίαρχες αξίες θα αποτελούν ο αγριανθρωπισμός μεταξύ των φτωχών και η λατρεία των φιλάνθρωπων και όμορφων πλούσιων.

Αυτό το νήμα πιάνεται πολύ πιο συνειδητά από τη σημερινή κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ο αγριανθρωπισμός έχει θεριέψει πάνω στα σώματα προσφύγων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και έχει πολιτικοποιηθεί από την εγκληματική συμμορία που έκανε τη βρώμικη δουλειά, η πανδημία θα φέρει ως φυσικό φαινόμενο την ανέχεια και έχει ήδη καταστήσει την εκτελεστική εξουσία υπεράνω νόμων και δικαιωμάτων. Τα εξαγορασμένα μέσα ενημέρωσης και τα ολοένα πιο χειραγωγούμενα και αποπροσανατολιστικά μέσα “κοινωνικής” δικτύωσης έχουν ξεπεράσει κάθε όριο δεοντολογίας. Αντιστάσεις θα υπάρξουν και θα είναι σφοδρές – και για το λόγο αυτό πρέπει και το πολιτικό σύστημα να αλλάξει ριζικά.

Η “ηγεμονία της Αριστεράς” πρέπει πάση θυσία να λήξει. Το πανεπιστήμιο να γίνει αγνώριστο, ένα φτηνό κακέκτυπο κολεγίων για την επί χρήμασι προσέλκυση γόνων “άριστων” από μη δυτικές χώρες και φυσικά να εξοβελιστεί ο συνδικαλισμός και η πολιτική. Με ένα σμπάρο δυό τρυγόνια: να κοπεί μια ρίζα αναπαραγωγής της πολιτικής και κοινωνικής Αριστεράς και ο βασικότερος χώρος πραγματικής πολιτικοποίησης της νεολαίας. Να οδηγηθεί στο θάνατο ο Κουφοντίνας και να γίνει πολιτική εκμετάλλευση των αναπόφευκτων αναταραραχών, να εκκαθαριστεί επιτέλους το “άβατο των Εξαρχείων”, άλλο απωθημένο της Δεξιάς. Να προχωρήσει παράλληλα και ο εξευγενισμός του αθηναϊκού κέντρου, αφού έκανε τον περίπατό του ο επόμενος δελφίνος Κώστας Μπακογιάννης. Η ελληνική “ανορθογραφία” με μια πολιτική Αριστερά ακόμη αναντίστοιχα μεγάλη με μια κοινωνία στο γύψο οφείλει να εκλείψει. Πρέπει να αποδεχτεί επιτέλους η κοινωνία ότι υπάρχουν οι “άριστοι” που έχουν το προνόμιο να κυβερνούν και οι υπόλοιποι να είναι ευχαριστημένοι με το δικαίωμα επιλογής δια της ψήφου, όποτε χρειάζεται και αφού “μάθουν να ψηφίζουν”. Υπάρχει μια ιεραρχία στην κοινωνία και οι προνομιούχοι δεν πρέπει πια να ντρέπονται για τη θέση τους αλλά να την επιδεικνύουν.

Έχει η κυβέρνηση ένα σχέδιο με στρατηγικό ορίζοντα ή είναι απλά άλλη μια εκδοχή διακυβέρνησης της Δεξιάς; Μια σειρά από τις κακόφημες πια “μεταρρυθμίσεις”, δηλαδή την απορρύθμιση της εργασίας, του κράτους πρόνοιας και του δημοσίου γενικότερα προς όφελος του κεφαλαίου, επανέρχονται τις τελευταίες τρεις δεκαετίες ξανά και ξανά και προσκρούουν στις πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Η σημερινή κυβέρνηση δείχνει πιο αποφασισμένη να πετύχει εκεί που απέτυχαν οι προγενέστερες: έχει ιδεολογικοποιήσει την αντιπαράθεση με τα σαθρά (αλλά καταπως φαίνεται αποτελεσματικά) λάβαρα της “αριστείας” από τη μια και του “λαϊκισμού” από την άλλη. Κανένα κοινωνικό συμβόλαιο δεν είναι πια στο τραπέζι, κανένας πολιτικός χώρος στο απυρόβλητο. Για να γίνουν βέβαια όλα αυτά πράξη, θα πρέπει να «ματώσει» και το στράτευμα. Κατ’ αντιστοιχία μιας στρατιωτικής επιχείρησης, τα στελέχη πρέπει να μάθουν να πολεμούν χωρίς να υπολογίζουν το πολιτικό κόστος και τις ισορροπίες. Για αυτό στηρίζονται οι φανατικοί και πρωτοπόροι, η γενική γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής Σοφία Νικολάου, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ο Δημήτρης Λιγνάδης (μέχρι που φάνηκε πού πάει το πράγμα). Η ακροδεξιά μέσω των Βορίδη και Γεωργιάδη έχει αναλάβει νευραλγικά πόστα. Υπάρχουν βέβαια και απώλειες, όπως η παραίτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου.

Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα καταστρωμένο σχέδιο στα υπόγεια κάποιου επιτελείου. Η πορεία των πραγμάτων παγκόσμια οδηγεί προς μια συρρίκνωση της δημοκρατίας, την αποστοίχιση των συμφερόντων ενός παρακμάζοντος καπιταλισμού από τα πολιτικά συστήματα όπως τα γνωρίζουμε στη Δύση. Η αναπαραγωγή του συστήματος χρειάζεται τον αποκλεισμό μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, την εμπέδωση μιας κοινωνίας των δύο τρίτων, όπως λεγόταν άλλοτε, όπου το ένα τρίτο θα είναι κυριολεκτικά αναλώσιμο. Η πορεία προς τα εκεί θα χρωματιστεί από ιδιαίτερες και απρόβλεπτες εξελίξεις και συγκυρίες, η τάση όμως είναι αυτή. Και στην Ελλάδα, οι αντιστάσεις θα είναι ισχυρές μιας και το πολιτικό σύστημα δεν είναι στεγανό: οι αντιδράσεις απέναντι στις αποφάσεις της κυβέρνησης το πιστοποιούν, αν και μοιάζουν μάλλον με μάχες οπισθοφυλακής ή δηλώσεις αποποίησης ευθύνης.

Η ελληνική περίπτωση έρχεται σε μια δυσοίωνη ούτως ή άλλως διεθνή συγκυρία, όπου η αποσάρθρωση των πολιτικών συστημάτων στη Δύση δίνει τη θέση της σε αντιδραστικές μορφές και δυνάμεις, μετά από έναν ατελέσφορο μετεωρισμό στην τεχνοκρατία και την αποπολιτικοποίηση. Η συζήτηση τα τελευταία χρόνια για ορμπανισμό, ερντογανισμό, τραμπισμό δείχνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αδιαμόρφωτη ακόμα μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος σε ποιοτικά διαφορετική μορφή, τύποις κοινοβουλευτική και κατ’ ουσίαν αντιδημοκρατική, αντιφιλελεύθερη και φυσικά αντικομμουνιστική. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα μορφή της αντίδρασης, μπροστά σε μια τάση εκφασισμού; Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να κοιτάξουμε το φαινόμενο κατάματα.

Πηγή: Κοσμοδρόμιο

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.