Από ήττα σε ήττα μέχρι την τελική νίκη;

Δημήτρης Μητρόπουλος

Η χώρα που κυνηγάει την ουρά της

Η προεκλογική περίοδος για τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου ξεκίνησε κι επίσημα. Τη Δευτέρα, ο Πρωθυπουργός πήγε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον ενημέρωσε για την απόφασή του να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές, ενώ την Τρίτη, θυροκολλήθηκε το Διάταγμα διάλυσης της Βουλής. Η αντιπαράθεση θα είναι, όπως λένε τα κλισέ, έντονη, το κλίμα μόνιμα πολωμένο, αλλά ένα μεγάλο μέρος της πραγματικότητας απουσιάζει. Η πολιτική στη χώρα μοιάζει να κάνει κύκλους, γύρω από τον εαυτό της, γαβγίζοντας και γρυλίζοντας, προσπαθώντας να πιάσει την ουρά της. Προφανώς, μάταια.

Πρώτα από όλα, βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου από το τραπέζι της αντιπαράθεσης των δύο μεγάλων κομμάτων απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά ο βασικός παίκτης: Η τρόικα. ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία παρουσιάζουν τα προγράμματά τους, μοιράζουν υποσχέσεις, δεσμεύσεις και συγκρούονται καθημερινά. «Που θα βρείτε τα λέφτα;» ρωτάει κλασικά η κυβέρνηση, «παροχολογία» καταγγέλλει ως είθισται η αντιπολίτευση. Στο μεταξύ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σαρξ εκ της σαρκός της τρόικας, αναφέρει στην έκθεση της για την τρίτη «μεταμνημονιακή» αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας:

«Οι ελληνικές αρχές ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να υιοθετήσουν μια σειρά πρόσθετων επεκτατικών φορολογικών μέτρων για το 2020 το φθινόπωρο του τρέχοντος έτους. Αυτές περιλαμβάνουν μείωση των φορολογικών συντελεστών, καθώς και εισαγωγή σειράς απαλλαγών σε φορολογικές δαπάνες ή επιδοτήσεις. Οι αρχές έχουν παράσχει μόνο μια μερική εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους των μέτρων αυτών, συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ ή 0,6% του ΑΕΠ. Προς το παρόν, αυτές οι ανακοινώσεις παραμένουν δηλώσεις μελλοντικής πολιτικής πρόθεσης και η εκτίμηση της ποιότητας των μέτρων και των επιπτώσεών τους στην η επίτευξη των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων θα πραγματοποιηθεί μόνο εάν υποβληθούν πραγματικά λεπτομερείς προτάσεις.»

Την ίδια στιγμή λοιπόν που τα δύο μεγάλα κόμματα επιχειρηματολογούν παθιασμένα για τα προεκλογικά τους προγράμματα, η Κομισιόν βάζει, διακριτικά αλλά ξεκάθαρα, τα πράγματα στη θέση τους. Οι υποτιθέμενες προεκλογικές «δεσμεύσεις» είναι απλά προτάσεις και γίνονται πολιτικές μόνο αφού κατατεθούν στην τρόικα και εγκριθούν από τους δανειστές. Γιατί συμβαίνει αυτό; Η απάντηση βρίσκεται σε μια σειρά από προηγούμενα μνημονιακά κείμενα και εκθέσεις για την Ελλάδα.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, την ώρα που πανηγύριζε για την «έξοδο από τα μνημόνια», υπέγραψε μια σειρά από δεσμεύσεις στην τρόικα. Συμφώνησε και δεσμεύεται να διατηρήσει τα τεράστια πλεονάσματα λιτότητας, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και λίγο πάνω από 2% κατά μέσο όρο μέχρι το 2060. Συμφώνησε ότι οποιοδήποτε μέτρο θα πρέπει να έχει την έγκριση των δανειστών και δεν θα προχωρεί σε μονομερείς ενέργειες (τα προεκλογικά μέτρα ελάφρυνσης παραβίασαν αυτήν τη δέσμευση αλλά ο λογαριασμός θα έρθει το φθινόπωρο). Συμφώνησε επίσης ότι δεν θα καταργήσει τις «μεταρρυθμίσεις» των προηγούμενων τριών μνημονίων, υποχώρηση που τονίζεται από την Επιτροπή στο θέμα της μείωσης του ΦΠΑ, της «13ης σύνταξης» και της αύξησης των συντάξεων χηρείας.

Φυσικά όλες αυτές οι «λεπτομέρειες» δεν έχουν καμία σημασία εν μέσω του προεκλογικού πυρετού. Ο Αλέξης Τσίπρας για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι «πρώτη φορά εδώ και μια δεκαετία, το πρόγραμμα της κυβέρνησης δεν καθορίζεται από την τρόικα». Αυτό είναι καταφανές ψέμα. Το επιχείρημα επίσης ότι οι δανειστές «αποθρασύνθηκαν» επειδή κέρδισε η ΝΔ τις εκλογές και «έρχεται ο Μητσοτάκης» είναι από παιδαριώδες έως συνωμοσιολογικό. Αφενός, τα καμπανάκια της τρόικας για κίνδυνο στα δημοσιονομικά υπάρχουν και πριν τις εκλογές (απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ και οι οπαδοί του δεν έδιναν σημασία). Αφετέρου, είναι οι ίδιοι μηχανισμοί που επέτρεψαν στον Τσίπρα να μην κόψει τις συντάξεις και έδιναν, ξανά και ξανά, συγχαρητήρια στην ελληνική κυβέρνηση. Τότε, δεν υπήρχαν «ακραίοι συντηρητικοί κύκλοι των δανειστών»;

Οι δανειστές θέλουν πάντα, από κάθε κυβέρνηση, συγκεκριμένα πράγματα: Να υπογράφει ό,τι της ζητούν, να πληρώνει στην ώρα της τα δάνειά της, να τηρεί τις δεσμεύσεις τη και να κλωτσούν το τενεκεδάκι της ελληνικής κρίσης λίγο παρακάτω, χωρίς βιώσιμη λύση. Συνεχίζουν επίσης και θα συνεχίσουν να έχουν λόγο σε οποιοδήποτε οικονομικό μέτρο της ελληνικής κυβέρνησης. Στην καλύτερη περίπτωση, αν ο στόχος του πλεονάσματος επιτυγχάνεται και υπάρχει υπερπλεόνασμα και «εάν οι δανειστές κρίνουν ότι ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος είναι επαρκής», η τρόικα δίνει ένα τυπικό «οκ» στην Ελλάδα για να το μοιράσει όπως θέλει (όπως συνέβη με την απόφαση για μη περικοπή των συντάξεων).

Από την άλλη πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ΝΔ υπόσχονται πρακτικά ότι και θα εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους για δραστικές μειώσεις των φορολογικών συντελεστών και δεν θα χρειαστεί να πάρουν μέτρα λιτότητας. Το επιχείρημα είναι ότι οι δανειστές θα τους αγαπάνε περισσότερο γιατί είναι πιο «μεταρρυθμιστές» και «αξιόπιστοι». Φυσικά, όλα αυτά θα αποδειχθεί μετεκλογικά ότι δεν γίνονται. Είτε η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα υποχρεωθεί να πάρει μέτρα, αποδίδοντάς τα στην «καμένη γη» Τσίπρα, είτε θα ακολουθήσει την πρόταση του Γιάννη Στουρνάρα, για ένα ακόμα «μνημόνιο plus» με περισσότερες «μεταρρυθμίσεις» και ιδιωτικοποιήσεις και αντάλλαγμα μείωση των πλεονασμάτων. Σε κάθε περίπτωση, πολλοί καλόπιστοι δεξιοί ή φιλελεύθεροι θα αντιμετωπίσουν κι αυτοί τις «αυταπάτες» τους…

«Καμμένη γη» εναντίον «αν είχε περάσει το πρόγραμμα Τσακαλώτου»

Παράλληλα, η κατάσταση στην «εποχή μετά το μνημόνιο» θυμίζει σε σημαντικό βαθμό το τελευταίο εξάμηνο της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά. Τότε, η συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, μολονότι δεν είχε κλείσει την αξιολόγηση του 2ου μνημονίου, υποστήριζε ότι «σκίζει τα μνημόνια, μέρα μέρα, σελίδα σελίδα», μοίρασε για πρώτη φορά το υπερπλεόνασμα ως «κοινωνικό μέρισμα» και μείωσε για πρώτη φορά τον ΦΠΑ στην εστίαση. Την ίδια στιγμή βέβαια, ήταν γνωστό ότι μια σειρά από προαπαιτούμενα είχαν μείνει πίσω, ενώ οι δανειστές είχαν πετάξει στο καλάθι των αχρήστων το περίφημο «mail Χαρδούβελη» με μέτρα 1 δισ. ζητώντας πολλαπλάσια. Αυτό φυσικά, δεν εμποδίζει ακόμα και σήμερα τη Νέα Δημοκρατία να υποστηρίζει ότι το 2014 βγαίναμε από την κρίση, αλλά πήγαμε πίσω λόγω της καταστροφής του ΣΥΡΙΖΑ.

Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Τηρουμένων των αναλογιών (άλλα πλεονάσματα, άλλος τύπος μνημονίου, άλλοι πρωταγωνιστές, άλλη ιδεολογία της αντιπολίτευσης για την «έξοδο») ισχύουν και σήμερα. Σήμερα, έχουμε ξανά μια κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι έσκισε τα μνημόνια, έχουμε ξανά μια κυβέρνηση που αγνοώντας το τι λένε οι δανειστές παρουσιάζει ένα μη εφαρμόσιμο πρόγραμμα, έχουμε ξανά μία κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι ο μεγάλος της αντίπαλος θα οδηγήσει τη χώρα πίσω στην εποχή των μνημονίων «πάνω που βγήκαμε στο ξέφωτο».

Σήμερα, η έκθεση της Κομισιόν, μολονότι αποφεύγει τους υψηλούς τόνους λόγω προεκλογικής περιόδου στη χώρα, αναφέρει μια σειρά από σημαντικά για τους δανειστές προβλήματα και κυβερνητικά αδιέξοδα λόγω του μονοδρόμου λιτότητας. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας να δώσει την εικόνα της «εξόδου» έχει εδώ και αρκετό καιρό κατεβάσει τα μολύβια. Οι ιδιωτικοποιήσεις που έχει υποσχεθεί δεν προχωρούν, μολονότι το επικαιροποιημένο πρόγραμμα του ΤΑΙΠΕΔ που εγκρίθηκε από την κυβέρνηση τον περασμένο Φεβρουάριο είναι ξεκάθαρο και περιλαμβάνει 24 «δράσεις». Η «διαχείριση» των κόκκινων δανείων προχωράει εξαιρετικά αργά. Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί σε 120.000 πλειστηριασμούς μέχρι το 2022, ωστόσο, όπως είναι λογικό, προσπαθεί όσο μπορεί να καθυστερήσει την εφαρμογή τους, αφήνονται τη «νάρκη» στην επόμενη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι πλειστηριασμοί ανεστάλησαν εν μέσω προεκλογικής περιόδου και ο νέος «νόμος Κατσέλη» έχει διάρκεια μόνο ενός έτους. Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί επίσης, ξανά και ξανά, να μειώσει τα χρέη του Δημοσίου σε ιδιώτες, αλλά το πραγματοποιεί με πολύ αργούς ρυθμούς. Λογικό, γιατί κρατάει ό,τι μπορεί ώστε να πετυχαίνει τα πλεονάσματα και να μοιράζει ό,τι περισσεύει ως «μέτρα ελάφρυνσης», περικόπτοντας παράλληλα και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Οι «παροχές», τέλος, είναι προεκλογικές ενέργειες χωρίς την συγκατάθεση των δανειστών και δημιουργούν εκτιμήσεις για σοβαρό δημοσιονομικό κενό, που θα εκτιμηθεί μετεκλογικά, όταν οι εκλογικοί κύκλοι σε Ελλάδα και Ευρώπη θα έχουν ξεκινήσει από την αρχή.

Επομένως, μπορεί να μην παρακολουθούμε το ίδιο έργο με το 2014, αλλά σίγουρα βλέπουμε το sequel. Μετά τις εκλογές, αν επιβεβαιωθεί η νίκη της Νέας Δημοκρατίας, το σκηνικό θα είναι ξανά πολύ γνώριμο: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα μιλάει για την «καμένη γη» που άφησε ο ΣΥΡΙΖΑ και θα ζητάει χρόνο από τους ψηφοφόρους της ώστε «πρώτα να πατήσει η χώρα στα πόδια της και μετά να προχωρήσουμε μπροστά». Μετά θα έρθει ξανά η ώρα που «θα ευημερούν οι αριθμοί και όχι οι άνθρωποι» αλλά θα πρέπει να περιμένουμε ώστε «να φανούν τα οφέλη στην τσέπη του πολίτη και στην πραγματική οικονομία». Στο μεταξύ βέβαια η ίδια ελίτ που δεν πλήρωσε ποτέ την κρίση θα απολαμβάνει την ίδια ασυδοσία.

Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντικαταστήσει το «εάν είχε περάσει το μέιλ Χαρδούβελη» με κάτι σαν «αν είχε εμπιστευτεί ο λαός το πρόγραμμα Τσακαλώτου». Θα μιλάει για την «επιστροφή της χώρας στα μνημόνια» και θα αναπολεί την περίοδο που υποτίθεται «αφήναμε πίσω μας την κρίση». Την ίδια ώρα, οποιαδήποτε σκληρή πολιτική της ΝΔ θα έχει, με κάποιον τρόπο, την υπογραφή ή την σιωπηρή αποδοχή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ του 2015-2019 και το βάρος της κρίσης θα μοιραστεί σε «μεσαία» και χαμηλά στρώματα της κοινωνίας με διαφορετικό τρόπο από ό,τι πριν. Όλα τριγύρω θα αλλάξουνε και όλα, με κάποιον τρόπο θα μείνουν ίδια.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο καλύτερος, σχεδόν υποδειγματικός διαχειριστής μίας κατάστασης που βρήκε και δεν αμφισβήτησε ποτέ. Διαχειριστής ωστόσο μιας παράλογης και καταστροφικής στον πυρήνα της πολιτικής. Αυτό (τη διαχείριση μάλιστα την παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Τσίπρας τη Δευτέρα) ο καθένας μπορεί να το κρίνει όπως θέλει, θετικά ή αρνητικά. Σίγουρα δεν παραδίδει στην επόμενη κυβέρνηση μια χώρα στο χείλος του γκρεμού. Σίγουρα όμως επίσης, παραδίδει μία κατάσταση που «δεν βγαίνει». Οι μνημονιακοί στόχοι δεν βγαίνουν, η «λύση για το χρέος» δεν αρκεί, η λιτότητα συνεχίζεται και θα συνεχίζεται για δεκαετίες, η περιουσία του Δημοσίου συνεχίζει να εκποιείται σε τιμές ευκαιρίας και το «ελληνικό πρόβλημα» για τους δανειστές έχει μπει από τον Αύγουστο του 2018 στον «αυτόματο πιλότο». Οποιοδήποτε κόμμα αποδέχεται τον «μονόδρομο», όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις του, είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Μετά από 10 χρόνια κρίσης και μνημονίων, αυτός ο κανόνας θα έπρεπε να αποτελεί θέσφατο για όλους.

Αντ’ αυτού όμως, κάνουμε απλά κύκλους, επιλέγοντας να μην βλέπουμε τον ελέφαντα στα δωμάτια των Eurogroup. O κύκλος της «σταθερότητας» και τις παγίωσης των μνημονιακών πολιτικών, του ΣΥΡΙΖΑ, κατά πάσα πιθανότητα τελειώνει. Κατά τραγική ειρωνεία, θα τελειώσει συμβολικά με την τελευταία ομιλία του Αλέξη Τσίπρα ως πρωθυπουργού, δύο μέρες πριν τις εκλογές ως είθισται, δηλαδή στις 5 Ιουλίου, στην 4η επέτειο του δημοψηφίσματος. Κατά πάσα πιθανότητα επίσης, ξεκινάει ένας πολύ χειρότερος, που περιστρέφεται όμως γύρω από το ίδιο κέντρο.

Πηγή: The Press Project

Από ήττα σε ήττα μέχρι την τελική νίκη;

Είναι γεγονός ότι η συζήτηση για το αν και πως θα υπάρξει μαζική αντισυστημική αριστερά στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια ή αν θα ακολουθήσουμε την πορεία άλλων αριστερών κινημάτων της Ευρώπης (πχ Ιταλία, Γαλλία κ.α.), έχει ξεκινήσει. Στη συζήτηση αυτή το ΚΚΕ δεν παρεμβαίνει, καθώς δεν θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο θέμα περί αριστερού κινήματος που έχει ηττηθεί. Το ζήτημα είναι να “αντέχει το κόμμα”. Μια βαθιά συστημική λογική, έξω από κάθε θεωρία, ηθική, ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος.

Το πρόβλημα στην υπόλοιπη “γκρίζα ζώνη” της αριστεράς, κομμουνιστικογενούς και μη, είναι ότι στη συζήτηση εξακολουθούν και διεκδικούν χώρο οι πάσης φύσεως μικροπολιτικές σκοπιμότητες και υποκειμενισμοί. Προτάσεις εκλογικών συνεργασιών πάνε και έρχονται μαζί με προσχηματικές προτάσεις ενότητας. Απόψεις για επιβεβαιώσεις και «επιβεβαιώσεις» για κάθε μια αριστερά που έχει ο καθένας στο μυαλό του. Που για κάποιον έχασε γιατί δεν ήταν αρκετά αντιρατσιστική, για κάποιον άλλον γιατί δεν ήταν αρκετά ταξική, για κάποιον τρίτο γιατί δεν ήταν αρκετά κινηματική, για κάποιον τέταρτο γιατί δεν ήταν αρκετά πατριωτική. Άλλοι θεωρούν ότι το μοναδικό όχημα για να υπάρξει μια κάποια αριστερά στην Ελλάδα είναι ο Βαρουφάκης. Και άλλοι θεωρούν ότι η επανάληψη ενός συνδυασμού κινηματισμού-απεργιών και καταγγελίας του καπιταλισμού είναι η μόνη τίμια στάση. Η σύγχυση περισσεύει και το από που να ξεκινήσουμε, είναι σημαντικό ερώτημα. Ωστόσο μια καλή αρχή πάντα ήταν η πραγματικότητα.

Πρώτο στοιχείο. Γιατί χάσαμε; Ή δε χάσαμε όλοι μαζί; Κάποιος θα πει ότι κάποιοι άντεξαν (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και κάποιοι έχασαν (ΛΑΕ). Πέρα από το ψευδές και το φαιδρό αυτής της εκτίμησης, για αυτήν την άποψη δεν τίθεται θέμα αν χάσαμε, καθώς το “κόμμα άντεξε”. Μια λογική μικρού ΚΚΕ δηλαδή. Αν έχασε όμως το αριστερό κίνημα, με την έννοια ότι αριστεροί αγωνιστές έχουν αποστρατευτεί, το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε ύφεση και το «δεν υπάρχει εναλλακτική» έχει εμπεδωθεί σε ευρύτερα στρώματα και επιπλέον εκλογικά έχουμε συρρικνωθεί, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι χάσαμε γιατί δεν είχαμε μια γραμμή και πρακτική που ήθελε να εμποδίσει την ήττα.

Πιο συγκεκριμένα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όχι μόνο δεν έβαλε ως στόχο τη συγκράτηση και τη συγκρότηση ενός μαζικού αγωνιστικού αριστερού δυναμικού, μετά το 2015 – για να μην πούμε από το 2012 όταν και διαφαινόταν μια τεραστίων διαστάσεων ήττα για το λαϊκό κίνημα. Στην ουσία επένδυσε σε μια πολιτική “καμένης γης”, στη ρευστοποίηση δηλαδή ενός μαζικού αριστερού ριζοσπαστικού χώρου στην Ελλάδα – πέραν του ΚΚΕ.

Η δε ηγεσία της ΛΑΕ – και ειδικά του ΑΡ – δεν έβλεπε την ήττα. Θεωρούσε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα πέσει το πρώτο εξάμηνο, άντε τον πρώτο χρόνο. Μέχρι προχθές θεωρούσε ότι έχει ρεύμα ισχυρό και ότι αυτό που την έφαγε είναι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων. Η ηγετική ομάδα διαρκώς έκλεινε το παιχνίδι σε ένα στενό πυρήνα – τόσο στενό που έως και παραδοσιακά στελέχη αυτού του χώρου έμεναν εκτός. Η βασική πολιτική πρακτική και ιδεολογία που έχει διαμορφώσει, ο κοινοβουλευτισμός, την είχε οδηγήσει σε μια πολιτική (επικοινωνιακή παλαιοκομματικού τύπου- αποκρουστική για πολύ κόσμο και ειδικά της νεολαίας) διαρκούς ικεσίας για να μπει η ΛΑΕ στο κοινοβούλιο. Στην ουσία όλες οι βασικές εκτιμήσεις, η γραμμή, η μορφή και επικοινωνία, ήταν εκτός πραγματικότητας. Είναι και αυτό ένα πρόβλημα στην πολιτική και μάλιστα από τα βασικά. Να μην έχεις επαφή με την πραγματικότητα. Βασικό πρόβλημα όλων των μικρών ομάδων και οργανώσεων. Όσον αφορά όμως τη συντριβή της ΛΑΕ, διακατέχονται από υποκειμενισμό και όσοι διαβάζουν το πρόβλημα στο “θολό στίγμα” της ΛΑΕ, που δεν ήταν έντονα ταξικό αλλά μπερδεύτηκε με τα “εθνικά” στο Μακεδονικό. Γιατί όμως η Ζωή Κωνσταντοπούλου πήρε τριπλάσιο ποσοστό, χωρίς κανένα μηχανισμό και οργάνωση; Και ανάποδα, η Ανταρσυα που δε θόλωσε το στίγμα με τα “εθνικά” γιατί δεν πήρε παραπάνω; Ή το ΚΚΕ; Γιατί αυτή η άποψη παραγνωρίζει ότι τα φλερτ του Λαφαζάνη με τα μακεδονικά ήρθαν μετά από την ουσιαστική απονέκρωση και παράλυση της ΛΑΕ – καθώς δημοσκοπικά οριακά ήταν ανιχνεύσιμη στο 1% ήδη από το 2017;

Ή έχουμε την αίσθηση ότι ο Βαρουφάκης είχε την καταγραφή που είχε γιατί δεν “θόλωσε” το στίγμα του απευθυνόμενος σε εθνικό και όχι “ταξικό” ακροατήριο; Το ανάποδο, ο Βαρουφάκης απευθύνεται και σε εργατικά και σε μεσοαστικά στρώματα. Η «ανάλυση» ότι έλειψε η απεύθυνση στον «κόσμο της εργασίας», παραγνωρίζει ότι δεν συγκροτήθηκε κίνημα, έστω διαμαρτυρίας, αυτού του «κόσμου» εδώ και 6 χρόνια τουλάχιστον – και άρα και τάση να εκφραστει εκλογικά. Παραγνωρίζει ότι τα τελευταία κινήματα ήταν των αγροτών και των μηχανικών και δικηγόρων πριν 3 χρόνια, για το ασφαλιστικό. Παραγνωρίζει ότι το ασταθές στοιχείο σε κάθε τελευταίες εκλογές είναι τα λεγόμενα «μεσαία στρώματα» – κατά ΣΥΡΙΖΑ είναι όσοι ανήκουν εισοδηματικά στο 2ο και 3ο τεταρτημόριο μιας κοινωνίας. Δηλαδή – πάντα κατά ΣΥΡΙΖΑ – ένα ζευγάρι εργατών των 800 € έκαστος αλλά και μια οικογένεια με 4.000 μηνιαίο εισόδημα, ανήκουν στα «μεσαία στρώματα». Για την μαρξιστική αριστερά, μπορεί αυτές οι έννοιες να είναι θολές, αλλά όλη αυτή η φιλολογία και η επιβαλλόμενη πραγματικότητα φτιάχνει και μια αντίστοιχη ψυχολογία για το που ανήκει ο καθένας. Παραγνωρίζει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε κι άλλο τους φόρους σε αυτά τα στρώματα. Παραγνωρίζει ότι ο στόχος της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας απέναντι στην Ε.Ε. και την επιτροπεία, αφορά ένα ακροατήριο ευρύτερο από τον «κόσμο της εργασίας», ένα ακροατήριο που συχνά περιγράφεται ως «οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης».

Ο υποκειμενισμός δεν είναι καλός οδηγός. Είναι άλλο πράγμα ότι η απεύθυνση της ΛΑΕ και ειδικά της iskra στον κόσμο των μακεδονικών συλλαλητηρίων γινόταν με αποκρουστικούς όρους κοινοβουλευτικής ικεσίας, και άλλο πράγμα ότι μια ΛΑΕ εξίσου “ταξική” και λίγο πιο μετωπική από την Ανταρσυα θα είχε καλύτερη τύχη… Δε θα είχε.

Δεν είναι ανάγκη να αναζητούμε αυστηρές μαρξιστικές κατηγορίες για να περιγράψουμε το πασιφανές. Η ΛΑΕ, παρά τους έντιμους αγώνες της, ήταν εκτός πραγματικότητας. Εκεί ήταν το πρόβλημα και όχι ότι «λέρωσε» το ταξικό με το εθνικό. Η ανασυγκρότηση της αριστεράς δε θα γίνει με ένα «καθαρό» ταξικό κίνημα και αυτό είναι ένα βασικό συμπέρασμα της δεκαετίας της κρίσης. Το ερώτημα πως μπορεί να σταθεί ένα έθνος-κράτος σε ρήξη με την παγκοσμιοποιημένη αγορά και τον ιμπεριαλισμό, θα είναι το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί.

Δεύτερο στοιχείο, το μέτωπο. Πολλοί λένε ότι αν γινόταν μέτωπο ΛΑΕ με Ανταρσυα κάτι καλύτερο θα γινόταν, ή αν γινόταν μέτωπο ΛΑΕ με Πλεύση. Ίσως να είχαμε ποσοστά άνω του 1% και εκλογικά θα ήταν μια ψήφος αντίστασης στην αποστράτευση. Θα ήταν μια στάση άμυνας απέναντι στην εμπέδωση του «δεν υπάρχει εναλλακτική» μετά το 2015.

Στάση άμυνας όμως, όχι προοπτικής. Το μέτωπο απέναντι σε μνημόνια, τρόικες, χρέος, ευρώ ήταν μια πρόταση που έδινε διέξοδο και προσανατολισμό το 2010-2011. Το 2012 η πρόταση αυτή ηττήθηκε πρώτη φορά όταν πήρε την ηγεμονία σε αυτό το ερώτημα το θολό αντιμνημονιακό μέτωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Για την ακρίβεια βέβαια αυτή η πρόταση δεν ηττήθηκε γιατί δεν υιοθετήθηκε – δοκιμάστηκε ποτέ. Μετά το καλοκαίρι του 2015, όταν και δημιουργήθηκε η ΛΑΕ, το ΟΧΙ είχε ηττηθεί, ο δρόμος της ρήξης με τα μνημόνια, το χρέος, το ευρώ είχε φύγει προσωρινά από το τραπέζι. Ο εναλλακτικός δρόμος για τη χώρα, με σύγκρουση με το ευρωσύστημα, είχε φύγει από το λαϊκό προβληματισμό και τη δημόσια συζήτηση. Σίγουρα χρειάζεται ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο, όμως πρέπει να προσδιοριστεί ο στόχος και το τι εννοούμε. Εκλογικό μέτωπο; Συνάντηση των μικρών οργανώσεων της αριστεράς σε μια ομόσπονδη κομματική δομή; Με στόχο ένα γενικό αντικαπιταλισμό; Την αντίσταση στη λιτότητα και την οργάνωση της αντίστασης στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές; Την αποτροπή του «διαμελισμού της χώρας» όπως λένε άλλοι που έχουν χαιρετήσει εδώ και χρόνια την αριστερή πολιτική; Η κίνηση με τις αδράνειες του παρελθόντος και τα «κεκτημένα» του κάθε χώρου, δε θα μπορούν να δώσουν κάποια προοπτική.

Το αντικαπιταλιστικό μέτωπο, η ενότητα της αριστεράς, το αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, είναι προτάσεις που συγκροτήθηκαν σε άλλες συνθήκες. Και επιπλέον υπάρχει και μια – κυρίως αρνητική – εμπειρία. Σήμερα δεν αρκεί να αθροίζεις δυνάμεις, πρέπει αυτές να μπορούν στοιχειωδώς να έχουν κάποιες κοινές εκτιμήσεις και μια κοινή λογική. Είναι εύκολο το ανάθεμα στις κινήσεις του Βαρουφάκη, με βάση και τα πεπραγμένα του το 2015 με την τότε καταστροφική διαπραγμάτευση. Δεν είναι στην αριστερά ακριβώς, είναι ένας σοσιαλδημοκράτης με τα γνωστά κουσούρια του ναρκισισμού κοκ. Όμως έθεσε ένα στόχο – τη χρεοδουλοπαροικία όμως την ονομάζει αυτός – και κάλεσε σε μέτωπο γι’ αυτό, έξω από τη λογική της αναπαραγωγής των ίδιων φθαρμένων προσώπων και της βαβέλ που θα δημιουργούσε ένα μέτωπο των αριστερών ή αντιμνημονιακών κινήσεων και οργανώσεων. Μέτωπο οργανώσεων που μέσα στη δεκαετία 2009-2019 απέδειξε ότι είναι περισσότερο παραλυτικό, παρά όχημα μετωπικής-κομματικής συγκρότησης του αγωνιστικού δυναμικού. Μια τέτοια λογική πρώτον ύπαρξης ξεκάθαρου στόχου με κύριο πρόβλημα την επιβαλλόμενη λιτότητα από το ευρωσύστημα, δεύτερον ανοίγματος έξω από φθαρμένα πρόσωπα και κινήσεις, είχε διατυπωθεί το 2016 στη ΛΑΕ. Ειδικά το δεύτερο όχι απλά δεν εισακούστηκε, αλλά έγινε ακριβώς το ανάποδο. Μόνιμη έκκληση σε Ανταρσυα και Πλεύση, αναπαραγωγή των ίδιων σχημάτων και προσώπων, με αποκορύφωμα την ίδια τη δημόσια εικόνα της ΛΑΕ.

Σήμερα επανέρχεται από διάφορες μεριές η πρόταση ενός μετώπου. Καταρχήν ως παιχνιδάκι μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Όλοι ξέρουν ότι ένα εκλογικό μέτωπο ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε θα γίνει για ακόμη μια φορά. Σε αυτό το έδαφος οι προτάσεις για ένα μέτωπο της μαχόμενης αριστεράς που έχει απομείνει είναι μια καρικατούρα των προτάσεων προ δεκαπενταετίας περί ενότητας των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων. Ένα τέτοιο αριστερό μέτωπο μόνο νέες ήττες και νέα λάθη θα φέρει.

Τρίτη πλευρά της σύγχυσης. Το πρόγραμμα. Το μεταβατικό πρόγραμμα για την ακρίβεια. Το οποίο είναι το ίδιο το 2010 όταν έρχονταν τα μνημόνια, το 2011 όταν η πολιτική κρίση σοβούσε και οι μάζες ήταν στο δρόμο, το 2012 όταν ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν ρήξη με τα μνημόνια χωρίς ρήξη με τους δανειστές, το 2015 όταν το ΟΧΙ ηττήθηκε, το 2019 όταν η αριστερά πλέον αντιμετωπίζει πρόβλημα ύπαρξης και κινηματικά υπάρχει η μεγαλύτερη συναίνεση μεταπολιτευτικά. Το ίδιο πρόγραμμα – με τις ίδιες αιχμές – ανεξαρτήτως συνθηκών και συσχετισμού.

Μάλιστα στη ΛΑΕ έως πρόσφατα θεωρούσαν ότι το ισχυρό τους ατού είναι το πρόγραμμα, καθώς υπήρχε μια αρκετά τεκμηριωμένη επεξεργασία για τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, τη διαγραφή των χρεών, την εθνικοποίηση των τραπεζών κ.α.. Σωστές και κρίσιμες επεξεργασίες που όμως ήταν έξω από τη μέση συνείδηση ή πολλά βήματα μπροστά από αυτήν, για να παραφράσουμε τους κλασικούς. Και ένα αριστερό λαϊκό πρόγραμμα που δεν κινητοποιεί τους εργαζόμενους και τα στρώματα που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, δεν είναι ούτε μεταβατικό, ούτε πρόγραμμα, ούτε αριστερό.

Το 2016 η Α’ συνδιάσκεψη της ΛΑΕ ξεκινούσε την επομένη της νίκης του Brexit. Τότε βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν το «να που η ρήξη είναι εφικτή». Σήμερα τα πράγματα δεν έχουν επιβεβαιωθεί με αυτόν ακριβώς τον τρόπο και το πως (και αν) θα γίνει το Brexit γεννάει πολλά ερωτηματικά. Λίγους μήνες μετά ο Μελανσόν στη Γαλλία καταγράφει μια θεαματική πορεία. Στις πρόσφατες ευρωεκλογές, δυό χρόνια μετά, η πορεία αυτή δεν επιβεβαιώθηκε. Στην Ιταλία έχουμε μια μόνιμη πολιτική κρίση με αντικείμενο αν «αντέχει» η ιταλική οικονομία να οξύνει την αντιπαράθεση με το Βερολίνο. Ταυτόχρονα τόνους προπαγάνδας δέχεται ο λαός για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Όπου περίπου όποιος αντιστέκεται στις ΗΠΑ  (Βενεζουέλα, Κούβα) είναι καταδικασμένος. Την ίδια στιγμή που δε λέγεται κουβέντα βέβαια για τα αποτυχημένα νεοφιλελεύθερα πειράματα σε Αργεντινή, Βραζιλία κοκ. Ποιο είναι το «μήνυμα» όμως που δέχεται η λαϊκή συνείδηση; Τι είναι αυτό που καταγράφεται;

Το «δεν υπάρχει εναλλακτική» μπορεί να ειπώθηκε 30 χρόνια πριν από τη Θάτσερ και η «ιστορία τελείωσε» σύμφωνα με τον Φουκουγιάμα, όμως αμφισβητήθηκε έκτοτε αρκετές φορές και από κινήματα και από τα πειράματα των αριστερών κυβερνήσεων στη Λ. Αμερική. Λειψά, δειλά, αλλά αμφισβητήθηκε. Η «άμπωτη» όλων των παραπάνω έχει δημιουργήσει ένα νέο τοπίο. Μαζί με την προσωρινή, νικηφόρα για την παγκοσμιοποιητική αστική τάξη, κατάληξη της κρίσης στην ευρωζώνη – με εμβληματική την συνθηκολόγηση Τσίπρα – το «δεν υπάρχει εναλλακτική» απέκτησε περαιτέρω νομιμοποίηση και αποδοχή.

Οι πρόσφατες εκλογές απλά κατέγραψαν αυτές τις τάσεις και δυναμικές. Και στην Ευρώπη και στο πειραματόζωο Ελλάδα. Αν ισχύουν αυτά και ισχύει και η συντηρητικοποίηση, δεν μπορεί να μιλάμε με αυτάρκεια για το «μεταβατικό πρόγραμμα» που κατέκτησε ένα μέρος της αριστεράς το 2009.

Χρειάζεται να συζητήσουμε ξανά για το ποιο μπορεί να είναι ένα λαϊκό αριστερό πρόγραμμα σήμερα. Μεταβατικών διεκδικήσεων, ώριμων αιτημάτων, κεντρικών στόχων. Στις συνθήκες του «δεν υπάρχει εναλλακτικό πρόγραμμα». Ένα τέτοιο πρόγραμμα σίγουρα δεν είναι μια παράθεση συνθημάτων και συνδικαλιστικών αιτημάτων, αλλά δεν είναι και μια έκθεση ιδεών για έναν πιο ανθρώπινο καπιταλισμό.

Αν ο υποκειμενισμός είναι ένα βασικό πρόβλημα η αδράνεια είναι ένα άλλο άσχημο κουσούρι. Αυτά ξέρουμε – αυτά κάνουμε. Που στην τωρινή συγκυρία σημαίνει μια ανούσια εμπλοκή με τις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Μια μάχη που δεν έχει τίποτα να προσφέρει στην αριστερά από κάθε άποψη. Πέρα από περισσότερη αποστράτευση, περισσότερο υποκειμενισμό και μεγαλύτερη απογείωση από την πραγματικότητα. Ο Βαρουφάκης θα διεκδικήσει την ηγεμονία στον ρεφορμιστικό αριστερό χώρο, το ΚΚΕ την «αντοχή του» και οι υπόλοιποι θα διεκδικήσουν άλλη μια ήττα. Μέχρι την τελική νίκη.

Ωστόσο είναι δύσκολο να πει κάποιος ότι έχει τη λύση. Όμως χοντρικά οι δυνάμεις που αντιλαμβάνονται με ένα κοινό τρόπο την πραγματικότητα και έχουν τη διάθεση να την αλλάξουν, μπορούν και πρέπει να συναντηθούν. Σε μια πρώτη φάση θα πρέπει να είναι καθαρό ότι δε θα υπάρχουν  το πιθανότερο προτάσεις μαζικών ακροατηρίων. Μια πιο «στενή» συσσώρευση δυνάμεων είναι απαραίτητη για να μπορούμε να παρέμβουμε σε μια επόμενη φάση και στο πεδίο της πολιτικής, με μια αξιόπιστη και μαζική πολιτική πρόταση «για το κόμμα των φτωχών». Αυτό που έλειψε διαχρονικά από τη μεταπολίτευση ως τώρα.

Διεκδίκηση ή διαχείριση;

Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων – Ανάγκη για πρωτοβουλίες

Ενημερωτικό Σημείωμα

Την Κυριακή 2 Ιουνίου 2019 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων με τη συμμετοχή διευρυμένων αντιπροσωπειών των έξι συλλογικοτήτων που συμμετέχουν στο Συντονισμό.

Ανταλλάχθηκαν απόψεις και προβληματισμοί σχετικά με το νέο τοπίο που διαμορφώνεται. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών της 26ης Μαϊου επιβεβαιώνουν την βασική εκτίμηση, που μας οδήγησε στη συγκρότηση του Συντονισμού, ότι όσον αφορά τουλάχιστον το τοπίο στην Αριστερά υπάρχει ένα «τέλος εποχής».

Ο Συντονισμός θα καταγράψει σύντομα, σε μια αρχική ανακοίνωση, στοιχεία αυτής της εκτίμησης. Σε κάθε περίπτωση διαπιστώθηκε πως  υπάρχει ανάγκη να συνεχιστεί η συζήτηση σε πανελλαδική κλίμακα και κοινά βήματα που μπορούν και πρέπει να γίνουν προς ενωτική και μάχιμη κατεύθυνση. Για το σκοπό αυτό θα αναληφθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες το επόμενο διάστημα.

Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων