Κανείς να μην πει ελαφρά τη καρδία «κάναμε ό,τι μπορούσαμε»

Γράφω αυτές τις γραμμές μόνο επειδή πιστεύω ότι οι υγειονομικοί σήμερα έχουν ένα διπλό καθήκον: Από τη μία να δώσουν όλο τους το «είναι», όχι για την καταπολέμηση ενός -αόρατου στο γυμνό μάτι- εχθρού γενικά και αόριστα αλλά για την υπεράσπιση της υγείας ενός πολύπαθου λαού, που τα τελευταία πολλά χρόνια έχει τσακιστεί οικονομικά, κοινωνικά, εθνικά. Από την άλλη να μην επιτρέψουν τη διάδοση του ψέματος. Να μην επιτρέψουν σε κανέναν να πει ελαφρά τη καρδία «κάναμε ό,τι μπορούσαμε». Να μην επιτρέψουν την επιστροφή στη «ζοφερή κανονικότητα» όταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η πανδημία υποχωρήσει. Δεν έχει πια σημασία να σταθεί κανείς στα νούμερα και τις στατιστικές της πανδημίας. Αυτή είναι μια δουλειά που πρέπει να γίνεται έγκυρα, με υπευθυνότητα, από όσους έχουν τη γενική εποπτεία.

Θέλω να μεταφέρω μόνο λίγες ουδέτερες εικόνες από την καθημερινότητά μας.

Εικόνα πρώτη: Εδώ και κάποιες μέρες, η βάρδια κάθε ιατρείου του ΤΕΠ, εφοδιάζεται στην αρχή της εφημερίας με λίγες απλές χειρουργικές μάσκες. Η άτυπη οδηγία και η «χρηστή διαχείριση» επιβάλλουν να μένεις για ώρες με την ίδια μάσκα προκειμένου να βγει η βάρδια. Θα αλλαχθεί μόνο όταν λερωθεί πια φανερά με βιολογικό υλικό, δικό σου ή του ασθενή. Και δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι ότι θα συνεχίσει να ισχύει έστω αυτό. Οι οδηγίες περί «μιας χρήσης» είναι αυτές τις μέρες αστείο όχι μόνο για το γενικό πληθυσμό αλλά και για τους υγειονομικούς. Γιατί ποιος μπορεί να διασφαλίσει την επάρκεια όταν τα νοσοκομεία προετοιμάζονται για μια πλημμυρίδα κρουσμάτων που φαίνεται ότι θα κορυφωθεί τον επόμενο μήνα; Όταν ο μαυραγοριτισμός αθωώνεται από υπουργικά χείλη και βαφτίζεται νόμος προσφοράς-ζήτησης;

Από τραγική ειρωνεία το κουτί με τις μάσκες γράφει στο πλάι: Made in China, Xiantao City, Hubei Province. Η παραγωγή της Ελλάδας υπονομεύτηκε συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση, γιατί έτσι επέβαλλαν οι απαράβατοι κανόνες της παγκοσμιοποίησης, απολιπάνθηκε και οδηγήθηκε στο σημείο της πλήρους εξάρτησης ακόμη και για τα πιο απλά. Τη γάζα, το βαμβάκι, τη μάσκα.

Εικόνα δεύτερη: Σε πρόσφατη (13/3) ενημέρωση της σελίδας του ΕΟΔΥ, σχετικά με τη διαχείριση προσωπικού υγείας ανά κατηγορία έκθεσης σε ασθενή με COVID-19, διαβάζουμε για την περίπτωση έκθεσης υψηλού κινδύνου: «Απομάκρυνση από την εργασία για 7 ημέρες μετά την τελευταία έκθεση. Επιστροφή στην εργασία φορώντας απλή χειρουργική μάσκα σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου».

Στην ειδικότητά μου, ο ασθενής εξ’ ορισμού δεν φοράει μάσκα, προκειμένου να εξεταστεί. Ας αναλογιστούμε για ένα λεπτό, τι σημαίνει αυτό: Μετά από έκθεση υψηλού κινδύνου, δηλαδή στενή επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα και χωρίς προστατευτικό εξοπλισμό εκατέρωθεν, ο επαγγελματίας υγείας –αν παραμένει ασυμπτωματικός- 7 ημέρες μετά θα επιστρέφει στην εργασία του. Τη στιγμή που έχουν αναφερθεί ασυμπτωματικοί φορείς για 15 ή 20 ημέρες. Αν δε εκτεθεί σε μολυσματικές αναπνευστικές εκκρίσεις φορώντας απλή χειρουργική μάσκα (και όχι υψηλής αναπνευστικής προστασίας), θεωρείται χαμηλού κινδύνου έκθεση, αυτοπαρακολουθείται και παραμένει εξαρχής στην εργασία του.

Επηρεάζεται ή όχι αυτή η σύσταση από τη χρόνια υποστελέχωση του ΕΣΥ, που ανατινάχθηκε ολοκληρωτικά τη μνημονιακή δεκαετία;

Πόσες απώλειες μπορεί να αντέξει ένα τμήμα πρώτης γραμμής σε μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας με 4 μόλις ειδικούς, όταν είναι γνωστό ότι στην Ιταλία τεράστιο ποσοστό (πάνω από 1.200 στα 15.000) των κρουσμάτων αφορά υγειονομικούς;

Από τα 16 επιβεβαιωμένα κρούσματα της Καστοριάς, τα 6 αφορούν εργαζόμενους του τοπικού νοσοκομείου.

Στις 3/5/18, ο μετέπειτα πρωθυπουργός έγραφε «…ο κανόνας 1 πρόσληψη για κάθε 5 αποχωρήσεις θα εφαρμοσθεί. Οι προσλήψεις δεν θα γίνονται άκριτα όπως σήμερα, αλλά με συγκροτημένο σχέδιο. Είναι αδιανόητο να πλεονάζουν γιατροί & να λείπουν νοσηλευτές».

Τακτοποιήθηκε το θέμα των πλεοναζόντων γιατρών ή χρειάζεται να αφυπηρετήσουν χωρίς να αναπληρωθούν αρκετοί ακόμη για να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή;

Αν συνυπολογίσω τα αγχωμένα τηλεφωνήματα συνταξιοδοτημένων συναδέλφων για ενδεχόμενη επιστροφή ή την –μεταξύ σοβαρού και αστείου προς το παρόν- αυτομόρφωση εργαστηριακών συναδέλφων στην εκτίμηση του αναπνευστικού, μάλλον έχει επιτευχθεί ο στόχος της προσαρμογής. Και κανείς δε θα θέλει πια να κλέψει τη δόξα του Υπουργού.

Εικόνα τρίτη: Όποιος έχει την παραμικρή σχέση με το σύστημα υγείας το ξέρει καλά. Τις καλές –προ πανδημίας- ημέρες, για τυπικό διασωληνωμένο περιστατικό εφημερίας, είναι συχνό φαινόμενο να αναζητείται κλίνη ΜΕΘ για δύο και τρία 24ωρα.

Μέχρι τότε, ο ασθενής να φιλοξενείται σε απλό θάλαμο νοσηλείας, με φορητό αναπνευστήρα και δανεικό monitor από όποιο τμήμα έχει διαθέσιμο. Όχι σε καιρό κρίσης, πολέμου, πανδημίας αλλά μια οποιαδήποτε Τετάρτη. Ακόμη και για «απλό» weaning (κάθε ασθενής που διασωληνώνεται επειγόντως, πρέπει να μεταφερθεί σε ΜΕΘ προκειμένου να αφυπνιστεί και να αποσωληνωθεί με ασφάλεια), δύο και τρεις κλήσεις προς το κέντρο του ΕΚΑΒ για διαθέσιμη ΜΕΘ, μπορεί να μην αρκούν.

Πώς αλλιώς, όταν στην Ελλάδα είναι λειτουργικά –ασθμαίνοντας- λιγότερα από 600 κρεβάτια ΜΕΘ;

Αν αυτό εννοεί ως «θωράκιση» ο Υπουργός, έχουμε εντυπωσιακά διαφορετική αντίληψη για τον όρο. Αν ζούσαμε σε κανονικές συνθήκες, ίσως το σύστημα επιβίωνε.

Τώρα, τα μαθηματικά είναι ανατριχιαστικά.

Εικόνα τέταρτη: Σήμερα ανακοινώθηκε ότι ΝΙΜΤΣ, Παμμακάριστος και μία πτέρυγα του πρώην Λοιμωδών-«Αγ. Βαρβάρα», μαζί με το θεραπευτήριο ATTICA, υποτάσσουν τη λειτουργία τους στην ανάγκη ανάσχεσης της πανδημίας.

Και το ανακοίνωσε το ίδιο πολιτικό προσωπικό που πριν μερικά χρόνια είχε «σημαδέψει» και κλείσει ουσιαστικά το Λοιμωδών από το 2013 ως πλεονάζον, άχρηστο, κέντρο που δεν προσφέρει και πρέπει να κλείσει, και το προσωπικό του περίπου βολεμένους τεμπέληδες. Μνημείο σοβαρότητας.

Στο Μάτι έφταιγαν όσοι έχτισαν αυθαίρετα, εκτός σχεδίου και κείμενης νομοθεσίας. Καθόλου όσοι το επέτρεψαν, όσοι δεν έλεγξαν ή όσοι οριακά το ενθάρρυναν. Στη Μάνδρα έφταιγαν όσοι μπάζωσαν, ο κακός καιρός, ο απείθαρχος Έλληνας. Στις πυρκαγιές της Πάρνηθας ή της Ηλείας, έφταιγαν μόνο οι εμπρηστές, οι καταπατητές, οι ατομικές μονάδες. Καθόλου οι δασοκτονικοί νόμοι.

Το συμπέρασμα είναι ότι το κράτος δε φταίει.

Οι κραυγές για την –αυτονόητη- ατομική ευθύνη, έχουν ήδη κυριεύσει το δημόσιο λόγο και για τον έλεγχο της πανδημίας. Φταίει ή θα φταίει ο έφηβος που δεν έκατσε σπίτι, η γιαγιά που πανικόβλητη βγήκε να στοκάρει προμήθειες, ο ντελιβεράς που δε φόραγε γάντια. Όχι το κράτος. Σε βαθμό που είναι ν’ αναρωτιέται κανείς τι μας χρειάζεται αν δεν μπορεί να κάνει ούτε το στοιχειώδες: Να μας προστατέψει απ’ την ανίκητη βλακεία ή επιβουλή των λίγων –πραγματικά λίγων- που διαχρονικά υπήρχαν και υπάρχουν.

Η απαραίτητη σήμερα επιβολή μέτρων για την ταπείνωση της καμπύλης, δεν μπορεί να κρύψει τις εγκληματικές καθυστερήσεις: Μέχρι τουλάχιστον την 3η του Μάρτη οι μπερδεμένες οδηγίες του ΕΟΔΥ για τη διερεύνηση στη διαλογή των εμπυρέτων, δεν περιελάμβαναν τη Ρώμη. Μέρα που η Ιταλία είχε ήδη 2.502 επιβεβαιωμένα κρούσματα, εκ των οποίων 2.263 ενεργά και 79 θανάτους και άρα διασπορά στην κοινότητα.

Το triage γινόταν με το χάρτη της Ιταλίας στο κινητό για να δούμε αν η περιοχή που ανέφερε ο –δυνητικά- άρρωστος ήταν στη Βόρεια ή τη Νότια Ιταλία και μόνο ο υπερβάλλων ζήλος και η ατομική πρωτοβουλία επέβαλε –ευτυχώς- την απομόνωση των ύποπτων κρουσμάτων με αυστηρότερα από τα συνιστώμενα κριτήρια. Η ιστορία των προσκυνητών των Αγ. Τόπων είναι πια ευρέως γνωστή και αποκαλυπτική.

Ο WHO σήμερα, 16/3, δια στόματος Tedros Adhanom, επιμένει: «Οι χώρες πρέπει να ελέγχουν. Δεν μπορούν να το πολεμήσουν αυτό τυφλά. Πρέπει να επιβεβαιώνουν τα κρούσματα και να τα απομονώνουν. Έτσι, το μήνυμά μου προς τους υπουργούς Υγείας σήμερα ήταν να επενδύσουν στα διαγνωστικά τεστ. Πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν όλα τα ύποπτα κρούσματα. Συνιστούμε στις χώρες να επιμείνουν στον έλεγχο και να συνεχίσουν με στρατηγικές περιορισμού, διότι πιστεύουμε ότι ο ιός αυτός είναι ελεγχόμενος εάν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα».

Αν υπάρχει έστω ένα μικρό μέρος ορθολογισμού στην παραπάνω διατύπωση, ποιος μπορεί να διασφαλίσει ότι η εθνική στρατηγική θα εναρμονιστεί με το κοινό αίσθημα; Ότι δηλαδή η πολιτική της επιβεβαίωσης και απομόνωσης για κάθε πιθανό κρούσμα πρέπει να διασφαλιστεί επί μακρόν; Οι τελευταίες οδηγίες που περιορίζουν ασφυκτικά τους ελέγχους, μάλλον δείχνουν το ακριβώς αντίθετο.

Όσο οι πολιτικοί ταγοί χαριεντίζονται με το ιερατείο της χώρας, με τον Πρωθυπουργό να προσπαθεί να κάνει mind control στην Ιερά Σύνοδο με υποσυνείδητα μηνύματα στα διαγγέλματά του, χιλιάδες υγειονομικοί προετοιμάζονται να δώσουν -ή δίνουν ήδη- μια πρωτόγνωρη μάχη.

Όχι πολύ διαφορετική ποιοτικά από αυτή που δίνουν κάθε μέρα σε ένα εξαθλιωμένο σύστημα υγείας αλλά εντελώς διαφορετική σε κλίμακα. Η προετοιμασία όμως θα είναι ελλιπής αν επιτρέψουμε να κυριαρχήσει ότι φταίει μια ανώτερη δύναμη, οι πεπερασμένες δυνατότητες, ο κακός μας ο καιρός.

Στην αρχή κιόλας της μάχης, μάθαμε από τηλεοπτικά δίκτυα εθνικής εμβέλειας ότι πρέπει να μας ενδιαφέρει ο διπλανός, ο ηλικιωμένος, ο άρρωστος, που μέχρι χθες για τα ίδια κανάλια ήταν βαρίδι για το ασφαλιστικό. Μάθαμε ότι μόνο ο κεντρικός σχεδιασμός, η οργάνωση, η στράτευση σε έναν κοινό σκοπό, οι οδηγίες των ειδικών και όχι οι εξαλλοσύνες των φανατικών μπορεί να φέρουν αποτέλεσμα. Ότι, όπως δείχνουν οι άδειοι σε γενικές γραμμές δρόμοι, ο έλληνας δεν είναι φύσει απείθαρχος, ασυμπίεστος, αυτοκαταστροφικός. Ότι η διατίμηση στο ταπεινό αντισηπτικό δεν είναι μέτρο κομμουνιστικής εκτροπής. Κι ότι ίσως τελικά δε χρειάζεται άδεια του διευθυντηρίου της ΕΕ ή σοσιαλιστικός μετασχηματισμός για να παραχθούν μερικοί τόνοι από αυτό το αντισηπτικό από κατασχεμένη αλκοόλη.

Ας τα αναστοχαστούμε αυτά μετά το τέλος του γενικού συναγερμού. Που ελπίζω, αλλά δεν πιστεύω, να έρθει όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Και -σε πείσμα των αριθμών και των άκαρδων και στυγνών στατιστικών προβλέψεων- να έρθει με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για όλους μας.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.