Άρθρα

“Αποκάλυψη Τώρα” ή αργότερα; Τι σημαίνει η κατάρρευση των χρηματιστηρίων και τι φοβάται περισσότερο η Κεντρική Τράπεζα (Fed) των ΗΠΑ.

Η αμερικανική οικονομία είναι υπερβολικά χρηματιστικοποιημένη για να αντέξει οποιαδήποτε διαρκή πτώση στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων

Στις αγορές επικρατεί μακελειό και τα πράγματα κινούνται με τη δύναμη ενός τσουνάμι.

Ο ιαπωνικός Nikkei 225 έπεσε πάνω από 12% τη Δευτέρα[1], στη μεγαλύτερη πτώση μιας ημέρας από τη «Μαύρη Δευτέρα» του 1987[2]. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Dow έχει πέσει περίπου 1.000 μονάδες, ενώ ο Nasdaq έχει καταρρεύσει σχεδόν 4% σε αυτό που έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο ξέσπασμα της αγοράς[3].

Τα ερεθίσματα που πυροδότησαν το ξεπούλημα είναι αρκετά ξεκάθαρα και έχουν καλυφθεί επαρκώς από τα οικονομικά μέσα ενημέρωσης. Η απογοητευτική έκθεση της Παρασκευής για την απασχόληση στις ΗΠΑ πυροδότησε φόβους για ύφεση στις ΗΠΑ. Το άλλοτε φλογερό, αλλά υπερβολικά μοχλευμένο[4] και υπερτιμημένο trading[5] σε εταιρείες ‘Τεχνητής Νοημοσύνης’ (ΑΙ) πήγε κατά διαόλου, γεγονός που οδήγησε σε λουτρό αίματος για τις μετοχές της τεχνολογίας.

Για την τελευταία εξέλιξη ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το σπάσιμο του μαζικού carry-trade[6] μεταξύ δολαρίου και γεν – όπου οι επενδυτές δανείζονταν φθηνά σε γεν και επένδυαν σε περιουσιακά στοιχεία των ΗΠΑ με υψηλότερη απόδοση. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί περίπου ως ένα μεγάλο αρμπιτράζ επιτοκίων: Δανεισμός με χαμηλά επιτόκια και δανειοδότηση (επένδυση) με υψηλότερα επιτόκια. Αλλά όταν η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε τα επιτόκια στις 31 Ιουλίου και, ίσως ακόμη πιο σημαντικό, σηματοδότησε ότι θα ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις, επακολούθησε μια μαζική παραίτηση από αυτές τις θέσεις carry-trade. Αυτό αντηχεί στις αγορές και οδήγησε σε πολλά margin calls[7]. Και δεδομένου ότι οι επενδυτές συχνά πρέπει να πουλήσουν άλλα περιουσιακά στοιχεία για να ανταποκριθούν στα margin calls, αυτό δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις πωλήσεων.

Η πρόβλεψη για το πού μπορεί να κατευθυνθούν οι αγορές τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα που δεν θα αποτολμήσω. Πολλοί επενδυτές προσπαθούν βέβαια να πιάσουν το παροιμιώδες ‘μαχαίρι που πέφτει’—δηλαδή να αγοράσουν κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μια απότομη πώληση. Ορισμένοι αναλυτές λένε ήδη ότι ο πανικός είναι υπερβολικός και ότι τα πράγματα θα σταθεροποιηθούν σύντομα. Αν είχα μεγάλη βεβαιότητα για το πώς θα διαμορφωθούν τα πράγματα βραχυπρόθεσμα, θα έκανα απλά συναλλαγές στην αγορά, και δεν θα έγραφα γι’ αυτήν.

Αντί λοιπόν να ψάχνουμε στο σκοτάδι με μια πρόβλεψη, ας προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπο να σκεφτούμε για όσα συμβαίνουν. Και είναι πάντα καλό να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να προσπαθούμε να βρούμε την άποψη «από ψηλά» μέσα στην τρικυμία. Πρώτον, έχουμε το προφανές: Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια αρκετά κλασική περίπτωση απεμπλοκής θέσεων και όχι για μια αντίδραση σε οικονομικό σοκ. Πολλοί επενδυτές μετοχών είχαν μπλέξει πολύ βαθιά κυνηγώντας τη φούσκα των μετοχών τεχνολογίας – και πολλοί από αυτούς τους άτυχους ανθρώπους δανείζονταν φθηνά σε ιαπωνικά γεν για να το κάνουν αυτό (βλ. παραπάνω για το carry trade). Υπάρχουν πολλά margin calls σε εξέλιξη, πολλές αναγκαστικές ρευστοποιήσεις σε μοχλευμένες θέσεις—και πιθανότατα πολλές σύζυγοι που ασφαλίζουν τα παράθυρα στα ψηλά κτίρια[8].

Υποθέτοντας ότι αυτό δεν θα ξεθυμάνει γρήγορα, αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό να δούμε είναι πώς εξελίσσεται η αντίληψη της αγοράς για τα επόμενα βήματα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ—και στη συνέχεια ποια θα είναι αυτά τα βήματα. Αυτό δεν συμβαίνει τόσο επειδή η Fed είναι παντοδύναμη, αλλά επειδή εδώ είναι το σημείο όπου το χάος της στιγμής διασταυρώνεται με ορισμένα από τα βαθιά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής οικονομίας.

Η Fed διατήρησε τα επιτόκια σε αναμονή στη συνεδρίαση του Ιουλίου, ενώ άφησε έντονα υπονοούμενα για μείωση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ καθυστέρησε πάρα πολύ να μειώσει τα επιτόκια μετά τη σειρά των αυξήσεων που ακολούθησαν την πανδημία με στόχο την ανάσχεση του πληθωρισμού. Οι προσδοκίες της αγοράς για τις επερχόμενες μειώσεις των επιτοκίων είχαν κινηθεί έντονα υψηλότερα ακόμη και πριν από τα πρόσφατα γεγονότα.

Ωστόσο, η κατάρρευση της αγοράς έχει ωθήσει αυτή τη συζήτηση σε υπερδιέγερση. Εάν μόλις την περασμένη Τετάρτη τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης[9] που συνδέονται με το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων έδειχναν 87% πιθανότητα μείωσης κατά 25 μονάδες βάσης—τη μικρότερη δυνατή κίνηση—τον Σεπτέμβριο, οι επενδυτές τώρα εκτιμούν ότι θα υπάρξει χαλάρωση κατά 55 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου και κατά 100 μονάδες βάσης μέχρι τη συνεδρίαση του Νοεμβρίου. Με άλλα λόγια, η αγορά βλέπει περίπου 20% πιθανότητα μιας κατεπείγουσας μείωσης του βασικού επιτοκίου.

Θα μπορούσε η δυσμενής έκθεση για την απασχόληση της Παρασκευής να αποτελεί στ’ αλήθεια μια τόσο μεγάλη ανατροπή για την αμερικανική οικονομία; Σίγουρα μετακίνησε τη βελόνα, αλλά δύσκολα μπορεί να εξηγήσει μια τόσο ριζική μεταβολή. Αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από μια τέτοια τιμολόγηση—για να μην αναφέρουμε τις εκκλήσεις για έκτακτη [άμεση] μείωση—είναι μια αντίληψη ότι η Fed πρέπει να παρέμβει και να σώσει τις αγορές.

Αυτό λέει πολλά για το πώς θεωρείται ότι η Fed έχει, εκτός από την επίσημη εντολή της για σταθερότητα των τιμών και πλήρη απασχόληση, και μια σιωπηρή εντολή για σταθερότητα της [χρηματιστηριακής] αγοράς. Αυτή η κρυφή τρίτη εντολή έχει ακόμη και όνομα: “Fed put”.

Στα χρηματοοικονομικά, το «put» είναι ένα συμβόλαιο που δίνει στον ιδιοκτήτη του το δικαίωμα να πουλήσει κάτι—όπως μια μετοχή, ένα ομόλογο ή ένα εμπόρευμα—σε μια προκαθορισμένη τιμή, ανεξάρτητα από την τιμή της αγοράς. Σκεφτείτε το ως εγγύηση—ανεξάρτητα από το πόσο έχει πέσει η αγορά, μπορείτε να ξεφορτωθείτε το περιουσιακό σας στοιχείο στην καθορισμένη τιμή.

Όμως, ο όρος έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται με μια πιο γενική έννοια. Εφαρμοσμένος στην περίπτωση της Fed, σημαίνει ότι υπάρχει η πεποίθηση ότι όποτε η οικονομία ή οι αγορές στραφούν προς τα κάτω, η Fed θα επέμβει και θα μειώσει τα επιτόκια ή θα τυπώσει χρήμα για να δώσει τόνωση. Μια τέτοια πολιτική, φυσικά, διαψεύδεται επισήμως, αλλά πολλοί επενδυτές πιστεύουν ότι υπάρχει ένα κατώτατο όριο που στηρίζει τις αγορές, με τον ίδιο τρόπο ακριβώς όπως υπάρχει για ένα περιουσιακό στοιχείο για το οποίο διαθέτουμε δικαίωμα «πώλησης» [put option[10]]. Αυτό αποτελεί μια σημαντική εστία της φαινομενικά αβάσιμης και αδιατάρακτης εμπιστοσύνης στην αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά, η οποία επικρατεί με ελάχιστες εξαιρέσεις από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Πράγματι, η Fed έχει δείξει επανειλημμένα ότι είναι έτοιμη να παρέμβει με διάφορους τρόπους—άμεσα ή αδιαφανώς—όποτε απειλείται η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Όλες οι αφηγήσεις που βλέπουμε γύρω από τη Fed τις τελευταίες 48 ώρες μιλάνε για μια σθεναρή πεποίθηση ότι κάποια εκδοχή του «Fed put» παραμένει σε ισχύ. Αν και η Fed είναι απίθανο να προχωρήσει πραγματικά τόσο μακριά ώστε να συγκαλέσει έκτακτη συνεδρίαση για τη μείωση των επιτοκίων—κάτι τέτοιο θα αποτελούσε απροκάλυπτη επίδειξη πανικού—είναι πολύ πιθανό να πείσει με επιθετικό τρόπο τις αγορές να απομακρυνθούν από τον γκρεμό, με κάθε τρόπο, σχεδόν υποσχόμενη γενναίες μειώσεις επιτοκίων για το υπόλοιπο του έτους. Και αν τα πράγματα πραγματικά εκτροχιαστούν στις αγορές, μια πιο δυναμική παρέμβαση είναι σχεδόν εγγυημένη.

Ας προχωρήσουμε λοιπόν ένα βήμα παραπέρα και ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτή την αόρατη αφοσίωση [της Fed] στις αγορές. Μήπως πρόκειται απλά για μια κοινότοπη διαφθορά από την πλευρά των μελών της επιτροπής της Fed που κατέχουν μετοχές; Όχι. Δεν είναι αυτός ο τρόπος που λειτουργεί το σύστημα.

Αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από όλα αυτά είναι ότι η Fed απλώς ανταποκρίνεται σε μια βαθιά διαρθρωτική στρέβλωση της οικονομίας που είναι σε κοινή θέα αλλά συχνά δεν εκτιμάται επαρκώς. Η αμερικανική οικονομία είναι τόσο χρηματιστικοποιημένη και τόσο μοχλευμένη και τόσοι πολλοί Αμερικανοί (ιδίως οι άρχουσες τάξεις) εξαρτώνται τόσο πολύ από τις τιμές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για την εξασφάλιση του πλούτου τους, ώστε μια διαρκής και μακροπρόθεσμη πτώση των αγορών θα ήταν απλώς καταστροφική. Εάν ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ συνδέεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, οι κινήσεις στις αγορές αποκτούν μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τις περιουσίες των παικτών της Wall Street.

Για να βρεθεί μια μάλλον αξιοσημείωτη απεικόνιση αυτού του γεγονότος, δεν έχετε παρά να δείτε το βαθμό στον οποίο ακόμη και η φορολογική βάση εξαρτάται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το 2023 ήταν ένα αρκετά καλό έτος για την οικονομία, είτε κρίνεται από την αγορά εργασίας είτε από τα στοιχεία ανάπτυξης. Παρ’ όλα αυτά, οι συνολικές εισπράξεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ήταν μειωμένες κατά περίπου 7% σε σχέση με το 2022. Πώς είναι δυνατόν αυτό να συμβαίνει σε ένα έτος κατά το οποίο όχι μόνο η οικονομία αναπτύχθηκε, αλλά και το προσωπικό εισόδημα αυξήθηκε στην πραγματικότητα; Η απάντηση: Οι εισπράξεις από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων στην πραγματικότητα μειώθηκαν παρά την αύξηση των εισοδημάτων, επειδή οι πραγματοποιήσεις κεφαλαιακών κερδών από το προηγούμενο έτος ήταν χαμηλότερες (οι πραγματοποιήσεις κεφαλαιακών κερδών είναι απλώς τα κέρδη από επενδύσεις που πωλούνται). Ο λόγος για τη μείωση των κεφαλαιακών κερδών είναι ότι το 2022 οι αμερικανικές μετοχές είχαν τη χειρότερη χρονιά τους από το 2008.

Η αστάθεια της αγοράς είναι επομένως το μοναδικό πράγμα που φοβάται πάνω απ’ όλα η Fed—καθώς και οι δυνάμεις εξουσίας στην Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη. Θα αποδεχτούν κάθε είδους βραχυπρόθεσμη σκέψη, θα εισάγουν κάθε ηθικό κίνδυνο και θα φουσκώσουν και θα ξαναφουσκώσουν κάθε φούσκα για να κρατήσουν τις αγορές σε έξαρση. Αν το τίμημα αυτού είναι ο πληθωρισμός ή ακόμη πιο διαστροφικές στρεβλώσεις στην οικονομία, τότε ας γίνει έτσι.

Εν τω μεταξύ, οι μετοχές έχουν αποτελέσει ένα κρίσιμο όπλο στο οπλοστάσιο των πλουσιότερων τάξεων της Αμερικής για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του πληθωρισμού. Ενώ οι άνθρωποι με σταθερό εισόδημα ή εκείνοι των οποίων οι μισθολογικές αυξήσεις δεν συμβαδίζουν με την αύξηση των τιμών βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να διαβρώνεται, η τάξη των επενδυτών είναι σε θέση να νικήσει τον πληθωρισμό μέσω των υψηλών τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Τι σημασία έχει μια αύξηση 10% στο παντοπωλείο, αν το χαρτοφυλάκιό σας έχει αυξηθεί κατά 20%; Αυτό συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην εξήγηση της αυξανόμενης διχοτόμησης της αμερικανικής οικονομίας μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων.

Ό,τι κι αν προκύψει από την τρέχουσα αστάθεια, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι η ‘Αποκάλυψη’ δεν είναι κοντά. Όταν τελικά φτάσει ο λογαριασμός για όλα αυτά τα παιχνίδια και το φούσκωμα των τιμών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό δεν θα συμβεί με μια κατάρρευση των χρηματιστηρίων. Οι χρηματιστηριακές αγορές, άλλωστε, μπορούν πάντα να ξαναφουσκώσουν μέσω της εκτύπωσης χρήματος, και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη Fed να μένει απαθής ενώ οι αγορές κατρακυλούν στη λήθη. Οι αγορές, οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα της τάξης των προνομιούχων που επωφελούνται από την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, θέλουν εύκολο χρήμα προκειμένου να συνεχίσουν να ανεβαίνουν. Και αυτοί οι άνθρωποι τείνουν να παίρνουν αυτό που θέλουν για περισσότερο χρόνο από ό,τι οποιαδήποτε λογική θα υπαγόρευε ότι θα έπρεπε.

Σε ονομαστικούς όρους, οι χρηματιστηριακές αγορές μπορούν να ανεβαίνουν επ’ άπειρον, με τις περιστασιακές αναποδιές να εξομαλύνονται με περισσότερη ρευστότητα. Το ερώτημα είναι απλώς—με ποιο κόστος; Θα εξακολουθήσει να υπάρχει μια λειτουργική αγορά ομολόγων; Πού θα βρίσκεται ο πληθωρισμός; Θα κουβαλάμε τα χαρτονομίσματα με καροτσάκια;

Αυτό που είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε τις επόμενες εβδομάδες και μήνες είναι πόσο σοβαρά παίρνει η Fed τα όσα συμβαίνουν στις αγορές και πόσο την κρατά όμηρο η αγορά για να δράσει. Δεν θα υπάρξουν δηλώσεις από το κτίριο Eccles[11] που θα λένε ότι οι αγορές πρέπει να διασωθούν, αλλά οι πράξεις μιλάνε πάντα πιο δυνατά από τα λόγια. Και το πώς θα ενεργήσει η Fed θα αποκαλύψει πού βρίσκονται οι πραγματικές προτεραιότητές της.

 

[1] Δείκτης του χρηματιστηρίου του Τόκιο

[2] Στις 19 Οκτωβρίου του 1987, ημέρα Δευτέρα, οι παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές κατέρρευσαν απροσδόκητα με τα από μια περίοδο ‘υπερθέρμανσης’

[3] Dow Jones και δείκτης Nasdaq: Δείκτες των αμερικανικών χρηματιστηρίων.

[4] Μόχλευση είναι ο δανεισμός μέσω σύγχρονων τεχνικών (παράγωγα) που πολλαπλασιάζει τα κέρδη ως ποσοστό των επενδυμένων κεφαλαίων, αλλά—αν τα πράγματα στραβώσουν—οδηγεί σε ολοκληρωτικές απώλειες κεφαλαίου. Από τεχνική άποψη τα ‘παράγωγα προϊόντα’ διευκολύνουν την διαχείριση χαρτοφυλακίων επιτρέποντας την χρήση προχωρημένων μαθηματικών μεθόδων για την ποσοτική ανάλυση.

[5] Trading: Οι αγοραπωλησίες κερδοσκοπικού χαρακτήρα

[6] Carry Trade: Ένα είδος arbitrage, όπου ο κερδοσκόπος δανείζεται ‘φθηνά’ για να αγοράσει αξίες με καλύτερες αποδόσεις από το επιτόκιο δανεισμού του—συνήθως αφορά δυνατότητες που παρουσιάζονται στις αγορές συναλλάγματος

[7] Margin-call: Όταν ο κερδοσκόπος χάνει στις μοχλευμένες θέσεις του, εάν αυτές δεν καλύπτονται πλέον από τα κεφάλαιά του, η χρηματιστηριακή εταιρία θα του ζητήσει να βάλει επιπλέον χρήματα στον λογαριασμό του. Αυτό είναι το margin-call. Συχνά, λόγω έλλειψης ρευστότητας, τα χρήματα πρέπει να προκύψουν από υποχρεωτική πώληση περιουσιακών στοιχείων, που συνεπάγεται πιέσεις και επίταση της κρίσης στις τιμές.

[8] Ως γνωστόν, κατά το κραχ του 1929, πολλοί τραπεζίτες και πτωχευμένοι επενδυτές αυτοκτονούσαν πέφτοντας από υψηλά κτίρια.

[9] Τα ‘Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης’ (ΣΜΕ) είναι ένα παράγωγο προϊόν σύμφωνα με το οποίο ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει να παραδώσει εντός ενός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα κάποιο προϊόν σε ορισμένη τιμή στον άλλο συμβαλλόμενο. Στην περίπτωση των ομολόγων, τα ΣΜΕ αντανακλούν τις προσδοκίες της αγοράς για την μελλοντική πορεία του βασικού επιτοκίου.

[10] Όταν κάποιος αγοράζει ένα put option σημαίνει ότι εξασφαλίζει ότι η τιμή πώλησης του αντίστοιχου περιουσιακού του στοιχείου δεν θα πέσει χαμηλότερα από την τιμή που ορίζει το put option. Το θέμα με το Fed put είναι ότι οι επενδυτές θεωρούν (και αυτό επιβεβαιώνεται από την εμπειρία), ότι η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ δεν θα επιτρέψει κατάρρευση των τιμών κάτω από κάποιο ‘φράγμα’. Δεδομένου ότι αυτό ειδικά το put option δεν αγοράζεται στην ελεύθερη αγορά, η πεποίθηση για την ύπαρξή του οδηγεί σε ένταση της κερδοσκοπίας, αφού η κεντρική τράπεζα θεωρείται ότι θα παρέμβει για να ‘σώσει’ τζάμπα τους κερδοσκόπους. Έχουμε εδώ το φαινόμενο του λεγόμενου ‘ηθικού κινδύνου’ (moral hazard). Φυσικά, όλα αυτά επιτείνουν τον δυνητικό κίνδυνο στις χρηματαγορές καθώς μεταθέτουν για το μέλλον τη λύση των πραγματικών προβλημάτων τα οποία μεγεθύνονται συν τω χρόνω.

[11] Το Marriner S. Eccles Federal Reserve Board Building στεγάζει τα κεντρικά γραφεία του Συμβουλίου Διοικητών του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος (Federal Reserve System) των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πηγή: Russia Today

Μετάφραση – επιμέλεια: Κ. Μηλολιδάκης

Ηθικός κίνδυνος ή δημιουργική καταστροφή;

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι τιμές των μετοχών και των ομολόγων των περιφερειακών τραπεζών των ΗΠΑ καταρρέουν. Και μια μεγάλη διεθνής ελβετική τράπεζα, η Credit Suisse, βρίσκεται κοντά στην πτώχευση. Μια χρηματοπιστωτική κρίση που έχει να εμφανιστεί από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008 φαίνεται να εξελίσσεται. Ποια θα είναι η αντίδραση των νομισματικών και χρηματοπιστωτικών αρχών;

Το 1928, ο τότε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ και τραπεζίτης, Andrew Mellon, πίεσε για υψηλότερα επιτόκια προκειμένου να ελεγχθεί ο πληθωρισμός και η κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο, που τροφοδοτούνταν από τις πιστώσεις. Κατόπιν  αιτήματός του, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια και τον Αύγουστο του 1929 η Fed εκτόξευσε τα επιτόκια σε επίπεδα – ρεκόρ. Μόλις δύο μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1929, το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης υπέστη το χειρότερο κραχ στην ιστορία του, σε αυτό που ονομάστηκε “Μαύρη Τρίτη“. Η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Το 1929 ο Mellon συνέχιζε απτόητος. Συμβούλευσε τον τότε πρόεδρο Hoover να «ρευστοποιήσει την εργασία, να ρευστοποιήσει τις μετοχές, να ρευστοποιήσει τους αγρότες, να ρευστοποιήσει την ακίνητη περιουσία. . . αυτό θα καθαρίσει τη σαπίλα από το σύστημα. Το υψηλό κόστος ζωής και η υψηλή διαβίωση θα μειωθούν. Οι άνθρωποι θα εργάζονται σκληρότερα, θα ζουν πιο ηθικά. Οι αξίες θα αναπροσαρμοστούν και οι άνθρωποι των επιχειρήσεων θα ξεχωρίσουν από τους λιγότερο ικανούς ανθρώπους». Επιπλέον, υποστήριξε την απομάκρυνση των «αδύναμων» τραπεζών ως σκληρή αλλά αναγκαία προϋπόθεση για την ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος. Αυτό το «ξεσκαρτάρισμα» θα επιτυγχανόταν με την άρνηση δανεισμού μετρητών στις τράπεζες (παίρνοντας δάνεια και άλλες επενδύσεις ως εγγύηση) και με την άρνηση κυκλοφορίας πληθωριστικού νομίσματος. Το μεγάλο τραπεζικό κραχ ακολουθήθηκε από την Μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ‘30.

Το 2008, όταν ξεδιπλώθηκε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κραχ, οι αρχές αρχικά στόχευσαν σε κάτι παρόμοιο. Επέτρεψαν την πτώχευση της επενδυτικής τράπεζας Bear Stearns. Αλλά μετά ήρθε μια άλλη, η Lehman Brothers. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα αμφιταλαντεύτηκε και τελικά αποφάσισε να μην τη σώσει με παροχή πιστώσεων. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια ραγδαία κατάρρευση των μετοχών και άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και μια βαθιά ύφεση, η Μεγάλη Ύφεση. Ο τότε πρόεδρος της Fed, Ben Bernanke, ήταν υποτίθεται μελετητής της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 και παρόλα αυτά συμφώνησε να χρεοκοπήσει η τράπεζα. Στη συνέχεια, αναγνώρισε ότι ως «δανειστής έσχατης καταφυγής», η δουλειά της Fed ήταν να αποφύγει τέτοιες καταρρεύσεις, ιδίως για τις τράπεζες που είναι «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» και  δημιουργούσαν ένα ντόμινο καταρρεύσεων σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Είναι σαφές ότι τώρα οι κυβερνήσεις και οι νομισματικές αρχές θέλουν να αποφύγουν τη … μανία ρευστοποίησης και το κραχ τύπου Lehmans Brother, ακόμη και αν μια τέτοια πολιτική θα καθάριζε τη «σαπίλα του συστήματος» και θα ξεχώριζε την ήρα από το στάρι, οδηγώντας σε μια νέα μέρα. Από πολιτική άποψη, κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τις κυβερνήσεις που θα προεδρεύουν μιας ακόμη τραπεζικής κατάρρευσης- και από οικονομική άποψη, θα προκαλούσε πιθανότατα μια νέα και βαθιά ύφεση. Έτσι, είναι προτιμότερο να «τυπωθεί περισσότερο χρήμα» για να διασωθούν οι καταθέτες και οι κάτοχοι ομολόγων των τραπεζών και να αποτραπεί η χρηματοπιστωτική μετάδοση, με το τραπεζικό σύστημα είναι τόσο διασυνδεδεμένο.

Αυτό έκαναν τελικά οι αρχές το 2008-9 και αυτό θα κάνουν και αυτή τη φορά. Οι αξιωματούχοι αρχικά δεν ήταν σίγουροι για τη διάσωση της Silicon Valley Bank. Γρήγορα άλλαξαν γνώμη μετά τις ενδείξεις για εκκολαπτόμενα bank runs σε όλες τις ΗΠΑ. Συνεντεύξεις με αξιωματούχους που συμμετείχαν στις συζητήσεις ή ήταν κοντά σε αυτές, κάνουν λόγο για 72 φρενήρεις ώρες. Η Credit Suisse είναι επίσης πιθανό να λάβει παρόμοια οικονομική στήριξη.

Υπάρχουν και σήμερα υποστηρικτές της προσέγγισης του Mellon και εξακολουθούν να έχουν ένα κάποιο δίκιο. Ο Ken Griffin, ιδρυτής του μεγάλου hedge fund Citadel, δήλωσε στους Financial Times ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν έπρεπε να είχε παρέμβει για να προστατεύσει όλους τους καταθέτες της SVB. Και συνέχισε: «Οι ΗΠΑ υποτίθεται ότι είναι μια καπιταλιστική οικονομία, και αυτό καταρρέει μπροστά στα μάτια μας… Έχει χαθεί η οικονομική πειθαρχία με την κυβέρνηση να διασώζει πλήρως τους καταθέτες». Δεν μπορούμε να έχουμε «ηθικό κίνδυνο», είπε. «Οι απώλειες για τους καταθέτες θα ήταν ασήμαντες και θα είχε καταστεί σαφές ότι η διαχείριση των κινδύνων είναι απαραίτητη».

Ο ηθικός κίνδυνος είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το γεγονός ότι οι τράπεζες και οι εταιρείες θεωρούν ότι μπορούν πάντα να πάρουν χρήματα ή πιστώσεις από κάποιον, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης. Έτσι, ακόμα αν κάνουν απερίσκεπτες κερδοσκοπικές ενέργειες που πάνε στραβά, αυτό δεν έχει σημασία. Θα διασωθούν. Όπως θα μπορούσε να το θέσει ο Mellon: αυτό είναι ανήθικο.

Η άλλη πλευρά του επιχειρήματος λέει ότι το γεγονός πως οι τράπεζες αντιμετωπίζουν προβλήματα δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι όσοι καταθέτουν τα χρήματά τους σε αυτές θα πρέπει να τα χάσουν, ενώ δεν έχουν δική τους υπαιτιότητα. Έτσι, οι κυβερνήσεις πρέπει να παρέμβουν για να σώσουν τους καταθέτες. Και έχουν κι αυτοί δίκιο. Όπως το έθεσε ένας άλλος δισεκατομμυριούχος – ιδιοκτήτης hedge fund, ο Bill Ackman, όταν προέκυψε η κατάρρευση της SVB, η Ομοσπονδιακή Εταιρεία Ασφάλισης Καταθέσεων (FDIC) πρέπει «να εγγυηθεί ρητά όλες τις καταθέσεις τώρα», διότι «η οικονομία μας δεν θα λειτουργήσει ούτε και το κοινοτικό και περιφερειακό τραπεζικό μας σύστημα». Ο Mark Cuban εξέφρασε την απογοήτευσή του για το ανώτατο όριο ασφάλισης της FDIC που εγγυάται έως 250. 000 δολάρια σε έναν τραπεζικό λογαριασμό ως «πολύ χαμηλό». Επέμεινε επίσης ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα πρέπει να εξαγοράσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της SVB. Ο αντιπρόσωπος στο Κονγκρέσο Eric Swalwell, ένας Δημοκρατικός από την Καλιφόρνια, συντάχθηκε με τους προαναφερθέντες γράφοντας στο Twitter ότι «πρέπει να διασφαλίσουμε ότι όλες οι καταθέσεις που υπερβαίνουν το όριο των 250 χιλιάδων δολαρίων της FDIC θα διασφαλιστούν».

Η ειρωνεία εδώ είναι ότι αυτοί που ζητούν διασώσεις τώρα είναι οι ίδιοι κερδοσκόποι καπιταλιστές που συνήθως υποστηρίζουν σταθερά την «ελεύθερη αγορά και τη μη  παρέμβαση του κράτους». Ένας άλλος υποστηρικτής του πακέτου διάσωσης είναι ο Sacks, παλιός συνεργάτης του επενδυτή Peter Thiel, ο οποίος πιστεύει βαθιά στις «ελεύθερες αγορές» και στον «καπιταλισμό». Αλλά ήταν όμως πρώτο το Founders Fund του Thiel που πυροδότησε το bank run που βύθισε την SVB.

Ο αρθρογράφος των Financial Timers Martin Wolf εξήγησε το δίλημμα: «Οι τράπεζες πτωχεύουν. Όταν το κάνουν, εκείνοι που θα χάσουν φωνάζουν για κρατική διάσωση». Το δίλημμα είναι ότι «αν το απειλούμενο κόστος είναι αρκετά μεγάλο, θα πετύχουν. Με αυτόν τον τρόπο, κρίση με την κρίση, δημιουργήσαμε έναν τραπεζικό τομέα που θεωρητικά είναι ιδιωτικός, αλλά στην πράξη είναι προστατευόμενος του κράτους. Το τελευταίο με τη σειρά του προσπαθεί να περιορίσει την τάση των μετόχων και της διοίκησης των τραπεζών να εκμεταλλευτούν τα δίκτυα ασφαλείας που απολαμβάνουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που είναι απαραίτητο για τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, αλλά δεν λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της». Επομένως, καταλήγουμε στον ηθικό κίνδυνο επειδή η εναλλακτική λύση είναι ο Αρμαγεδδών. Όπως καταλήγει ο Wolf: «πρόκειται για ένα χάλι».

Ποια είναι λοιπόν η λύση που προσφέρεται για να αποφευχθούν αυτά τα συνεχή τραπεζικά χάλια; Ο φιλελεύθερος οικονομολόγος Joseph Stiglitz μας λέει ότι «η SVB αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από την αποτυχία μιας μεμονωμένης τράπεζας. Είναι ενδεικτικό βαθιών αποτυχιών στην άσκηση τόσο της ρυθμιστικής όσο και της νομισματικής πολιτικής. Όπως και η κρίση του 2008, ήταν προβλέψιμη και προβλεπόμενη». Αλλά αφού μας είπε ότι η ρύθμιση δεν λειτουργεί, ο Stiglitz υποστηρίζει ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερη και αυστηρότερη ρύθμιση! «Χρειαζόμαστε αυστηρότερη ρύθμιση, για να διασφαλίσουμε ότι όλες οι τράπεζες είναι ασφαλείς». Λοιπόν, πώς πήγε αυτό μέχρι στιγμής;

Κανείς δεν έχει τίποτα να πει για δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών, τίποτα για το να γίνει η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών μια δημόσια υπηρεσία και όχι ένας τεράστιος τομέας απερίσκεπτης κερδοσκοπίας. Η SVB κατέρρευσε επειδή οι ιδιοκτήτες της πόνταραν στην άνοδο των τιμών των κρατικών ομολόγων και στα χαμηλά επιτόκια για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Αλλά πήγε στραβά και τώρα οι άλλοι πελάτες των τραπεζών θα πληρώσουν γι’ αυτό με αυξημένες προμήθειες και ζημίες για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, ενώ θα λείψει και η χρηματοδότηση των παραγωγικών επενδύσεων για να πληρωθεί ένα ακόμη τραπεζικό χάος.

Τα παρακάτω είχα υποστηρίξει πριν από 13 χρόνια: «Η απάντηση για την αποφυγή μιας νέας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης δεν είναι μόνο περισσότερη ρύθμιση (ακόμη και αν αυτή δεν είναι τόσο αποδυναμωμένη, όσο οι κανόνες της Βασιλείας ΙΙΙ). Οι τραπεζίτες θα βρουν νέους τρόπους να χάσουν τα χρήματά μας, παίζοντας με αυτά για να βγάλουν κέρδη για τους καπιταλιστές ιδιοκτήτες τους. Στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-9, ήταν η αγορά «ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης», τα οποία ήταν μπλεγμένα σε περίεργα χρηματοπιστωτικά πακέτα που ονομάζονταν τίτλοι που εξασφαλίζονταν με υποθήκη και εξασφαλισμένες υποχρεώσεις χρέους, κρυμμένα εκτός των ισολογισμών των τραπεζών, και τα οποία κανείς, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών, δεν καταλάβαινε. Την επόμενη φορά θα είναι κάτι άλλο. Στην απελπισμένη αναζήτηση του κέρδους και της απληστίας, δεν υπάρχουν όρια στην οικονομική απάτη».

Ας επιστρέψουμε στο δίλημμα της επιλογής μεταξύ «ηθικού κινδύνου» και «ξεσκαρταρίσματος». Όπως είπε ο Mellon, η εκκαθάριση των πτωχευμένων επιχειρήσεων, ακόμη και αν συνεπάγεται ύφεση, είναι μια αναγκαία διαδικασία για τον καπιταλισμό. Πρόκειται για μια διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής», όπως την περιέγραψε ο οικονομολόγος Joseph Schumpeter τη δεκαετία του 1930. Η εκκαθάριση και η καταστροφή των αξιών του κεφαλαίου (μαζί με τη μαζική ανεργία) μπορεί να θέσει τις βάσεις για έναν «πιο λιτό και στιβαρό» καπιταλισμό, ικανό να ανανεωθεί για περισσότερη εκμετάλλευση και συσσώρευση με βάση την υψηλότερη κερδοφορία για όσους επιβιώσουν από την καταστροφή.

Όμως οι καιροί έχουν αλλάξει. Έχει γίνει όλο και πιο δύσκολο για  αυτούς που χαράζουν τη στρατηγική του κεφαλαίου, τις νομισματικές αρχές και τις κυβερνήσεις, να εξετάσουν το ενδεχόμενο της «εκκαθάρισης». Αντίθετα, ο «ηθικός κίνδυνος» είναι η μόνη επιλογή για να αποφευχθεί μια μεγάλη ύφεση και μια πολιτική καταστροφή για τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Όμως, οι διασώσεις και μια νέα πληγή από ενέσεις ρευστότητας δεν θα μπορούσαν μόνο να ανατρέψουν πλήρως τις μάταιες προσπάθειες των νομισματικών αρχών να ελέγξουν τα ακόμα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού. Σημαίνει επίσης τη συνέχιση της χαμηλής κερδοφορίας, των χαμηλών επενδύσεων και της χαμηλής παραγωγικότητας σε οικονομίες που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την κατάσταση ζόμπι. Δηλαδή ακόμη περισσότερη μακροχρόνια ύφεση.

Πηγή: Michael Roberts Blog

Μετάφραση: antapocrisis.gr

Νομισματική σύσφιξη, πληθωρισμός και κατάρρευση τραπεζών

Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος της Fed[1] των ΗΠΑ Τζέι Πάουελ κατέθεσε στο αμερικανικό Κογκρέσο σχετικά με τον πληθωρισμό και τη νομισματική πολιτική της Fed. Προκάλεσε τρόμο στις χρηματοπιστωτικές αγορές όταν φάνηκε να λέει ότι τα τελευταία στοιχεία για την οικονομία θα οδηγήσουν πιθανότατα σε περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων και μάλιστα με ταχύτερο ρυθμό. Ο Πάουελ υποστήριξε ότι, αν και ο γενικός πληθωρισμός έχει υποχωρήσει, ο βασικός πληθωρισμός[2], ο οποίος δεν περιλαμβάνει τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, παραμένει επίμονος. Επίσης, η αγορά εργασίας των ΗΠΑ φαινόταν ακόμη εξαιρετικά ισχυρή, γεγονός που δικαιολογούσε την ανάγκη ελέγχου των επιπτώσεων τυχόν αυξήσεων των μισθών. Ανέφερε και πάλι ότι θα ήταν απαραίτητο να αυξηθεί περαιτέρω το επιτόκιο βάσης της Fed (το οποίο θέτει το κατώτατο όριο για όλα τα άλλα επιτόκια δανεισμού) έως ότου τεθεί υπό έλεγχο το μισθολογικό κόστος.

Γράφημα 1: Εξέλιξη του βασικού πληθωρισμού στις ΗΠΑ, την Ευρωζώνη και το Η.Β. την τελευταία διετία.

Για ακόμη μια φορά, ο Πάουελ, όπως και άλλοι διοικητές κεντρικών τραπεζών, υποστήριξε ότι ο πληθωρισμός οφείλεται στην “υπερβολική ζήτηση” και επίσης στον κίνδυνο αύξησης των μισθών που προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση αύξησης των τιμών. Υπάρχουν όμως πολλές ενδείξεις ότι δεν είναι η υπερβολική ζήτηση ή η αύξηση των μισθών που προκάλεσε την επιτάχυνση του πληθωρισμού. Έχω παραθέσει σχετικά στοιχεία σε αρκετές προηγούμενες αναρτήσεις. Σε μια πρόσφατη ανάρτηση, παρέθεσα μια μακροσκελή μελέτη του Joseph Stiglitz, η οποία παρουσίαζε με τεκμηριωμένο τρόπο στοιχεία που έδειχναν ότι ο πληθωρισμός προκλήθηκε από ελλείψεις στην πλευρά της προσφοράς και όχι από “υπερβολική ζήτηση”.

Έκτοτε, έχουν προκύψει περισσότερα στοιχεία που τεκμηριώνουν την παραπάνω θέση, ότι το πρόβλημα ανέκυψε στην πλευρά της προσφοράς. Μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι όταν η οικονομία βγήκε από τα  lockdown της πανδημίας COVID-19 και την ακόλουθη ύφεση, υπήρξε μια στροφή προς την αγορά περισσότερων αγαθών. Ωστόσο, οι παραγωγοί δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν αυτό το κύμα. «Το κύριο συμπέρασμά μας είναι ότι η μετατόπιση της καταναλωτικής ζήτησης από τις υπηρεσίες προς τα αγαθά μπορεί να εξηγήσει ένα μεγάλο μέρος της αύξησης του πληθωρισμού στις ΗΠΑ μεταξύ του 4ου τριμήνου του 2019 και του αντίστοιχου τριμήνου του 2021. Αυτό το σοκ της ανακατανομής της ζήτησης προκαλεί αύξηση στον πληθωρισμό λόγω του κόστους της αύξησης της παραγωγής αγαθών, καθώς άλλωστε οι τομείς αυτοί τείνουν να έχουν πιο ευέλικτες τιμές από τους τομείς παροχής υπηρεσιών».

Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η άνοδος του πληθωρισμού προκλήθηκε κυρίως από μη μισθολογικά κόστη (πρώτες ύλες, εξαρτήματα και μεταφορικά κόστη) και από τις μεγάλες αυξήσεις στα περιθώρια κέρδους. Οι αυξήσεις των μισθών έπαιξαν τον μικρότερο ρόλο.

Γράφημα 2: Τα τελευταία στοιχεία για τις αυξήσεις των μισθών στις ΗΠΑ επιβεβαιώνουν ότι δεν είναι οι μισθοί που αυξάνουν τον πληθωρισμό.

Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τις ΗΠΑ. Στην Ευρωζώνη, ισχύει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό ότι η αύξηση του πληθωρισμού επήλθε από την αύξηση του μη μισθολογικού κόστους και της κερδοφορίας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δημοσίευσε πρόσφατα μία εκτίμηση σχετικά με τη συμβολή των κερδών, των φόρων και του μισθολογικού κόστους στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης.

Γραφήματα 3 και 4: Στοιχεία που καταδεικνύουν ότι από το πρώτο τρίμηνο του 2021 μέχρι σήμερα ο καθοριστικότερος παράγοντας αύξησης του πληθωρισμού είναι η αύξηση της κερδοφορίας και όχι η αύξηση των μισθών.

Λοιπόν, ακόμη και έτσι, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η αυστηρότερη νομισματική πολιτική, δηλαδή η αύξηση των επιτοκίων για την αύξηση του κόστους δανεισμού και η μείωση της προσφοράς χρήματος με την πώληση των αποθεμάτων ομολόγων των κεντρικών τραπεζών θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να μειώσει τον πληθωρισμό. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει σύμφωνα με την ανάλυση της ίδιας της ΕΚΤ. Σε μελέτη της, η ΕΚΤ διαπίστωσε ότι μια αύξηση των επιτοκίων κατά 1 ποσοστιαία μονάδα μειώνει τον πληθωρισμό μόνο κατά περίπου 0,1 έως 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Η ΕΚΤ εκτιμά επίσης ότι η μεγαλύτερη αρνητική ετήσια επίδραση των αυξήσεων των επιτοκίων στο ΑΕΠ θα πραγματωθεί μόλις μετά από εννέα τρίμηνα!

Γράφημα 5: Ανάλυση των μακροοικονομικών επιπτώσεων της αύξησης των επιτοκίων κατά 100 μονάδες βάσης (αριστερός και μεσαίος πίνακας), αποτίμηση των σωρευτικών συνεπειών σε βάθος 12 τριμήνων μιας τυποποιημένης περικοπής του προϋπολογισμού κατά 500 δις ευρώ (δεξιός πίνακας).

Το κλειδί για τον πληθωρισμό βρίσκεται στην πλευρά της προσφοράς. Ειδικότερα, μακροπρόθεσμα, είναι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας σε κάθε οικονομία. Εάν η αύξηση της παραγωγής ανά εργαζόμενο επιβραδυνθεί ή ακόμη και μειωθεί, το κόστος ανά μονάδα παραγωγής θα αυξηθεί και αυτό θα αναγκάσει τις εταιρείες να προσπαθήσουν να αυξήσουν τις τιμές. Μία ακόμη πρόσφατη μελέτη υποστήριξε ότι «οι ραγδαίες αυξήσεις του κόστους παραγωγής και οι συμφορήσεις στην αλυσίδα εφοδιασμού δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι εταιρείες που μπορούν κάπως να επηρεάσουν τις τιμές να οδηγηθούν σε αυξήσεις προκειμένου να προστατεύσουν τα περιθώρια κέρδους. Έχουμε δηλαδή έναν «πληθωρισμό των πωλητών». Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι το κλειδί για τον πληθωρισμό. Πράγματι, υπάρχει ισχυρή αντίστροφη συσχέτιση (0,45) μεταξύ της αύξησης της παραγωγικότητας και των ρυθμών πληθωρισμού κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Γράφημα 6: Αποτύπωση της συσχέτισης μεταξύ της ετήσιας αύξησης της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ και του πληθωρισμού από το 1948 έως το 2023.

Ο Πάουελ κάνει πλέον λόγο για μια άμεση και σημαντική άνοδο των επιτοκίων. Ωστόσο, οι επιπτώσεις των προηγούμενων αυξήσεων δεν επηρέασαν σχεδόν καθόλου τον πληθωρισμό. Ούτε ο περιορισμός της προσφοράς χρήματος φαίνεται να έχει μεγάλη επίδραση στον πληθωρισμό, αντίθετα με την άποψη των μονεταριστών. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlement – BIS) είναι η διεθνής ένωση κεντρικών τραπεζών σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι οικονομολόγοι της είναι ένθερμοι μονεταριστές και υποστηρικτές της αυστριακής σχολής των ελεύθερων αγορών. Σε μια πρόσφατη μελέτη, η BIS διαπίστωσε «μια στατιστικά και οικονομικά σημαντική συσχέτιση σε μια σειρά χωρών μεταξύ της υπερβολικής αύξησης του χρήματος το 2020 και του μέσου πληθωρισμού το 2021 και το 2020». Ο John Plender των Financial Times, ένας ακόμη ειδήμονας της αυστριακής σχολής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν χρειάζεται να είναι κανείς απόλυτος οπαδός της θεωρίας της ποσότητας του χρήματος για να δει ότι η άνοδος των τιμών των κατοικιών και των μετοχών στις ΗΠΑ πέρυσι οφείλεται ουσιαστικά στο ότι πάρα πολλά χρήματα κυνηγούσαν πολύ λίγα περιουσιακά στοιχεία».

Σημειώστε δύο πράγματα εδώ. Πρώτον, υπάρχει ένα θέμα αιτιώδους συνάφειας. Όπως παραδέχεται η BIS, «Η συζήτηση σχετικά με την κατεύθυνση της αιτιότητας στη σχέση μεταξύ κυκλοφορίας χρήματος και πληθωρισμού δεν έχει διευθετηθεί πλήρως. Η παρατήρηση ότι η αύξηση του χρήματος σήμερα συμβάλλει στην πρόβλεψη του πληθωρισμού αύριο δεν συνεπάγεται από μόνη της αιτιώδη συνάφεια». Θα μπορούσε να ισχύει ότι «το εισόδημα και όχι το χρήμα είναι αυτό που προκαλεί την αύξηση των δαπανών, με την εξέλιξη των χρηματικών υπολοίπων να λειτουργεί ως σήμα». Στη συνέχεια, όμως, η BIS υποστηρίζει ότι «η σχέση αιτιότητας δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε επαρκής για να αντλήσουμε χρήσιμο πληροφοριακό περιεχόμενο για την σχέση του χρήματος με τον πληθωρισμό – στον οποίο εστιάζουμε εδώ». Σίγουρα όμως έχει σημασία το εάν αν είναι η οικονομική δραστηριότητα, η αύξηση της παραγωγής και των δαπανών που οδηγεί τη συνολική προσφορά χρήματος ή μήπως ισχύει το αντίστροφο;

Δεύτερον, ο Plender σημειώνει ότι η αυξημένη προσφορά χρήματος συνδέεται με την άνοδο των τιμών των κατοικιών και των μετοχών – καμία αναφορά δεν γίνεται στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Και αυτό είναι το θέμα. Η έντονη αύξηση της προσφοράς χρήματος και τα χαμηλά επιτόκια μέχρι και την πανδημία δεν οδήγησαν σε άνοδο των τιμών και επιτάχυνση του πληθωρισμού στα καταστήματα. Αντίθετα, η προσφορά χρήματος τροφοδότησε μια πιστωτική έκρηξη που εκφράστηκε με μια έκρηξη των ακινήτων και των χρηματοοικονομικών προϊόντων.

Το στοιχείο που χάνει το επιχείρημα των μονεταριστών είναι ότι οι αλλαγές στην προσφορά χρήματος μπορεί επίσης να σημαίνουν αλλαγές στην ταχύτητα του χρήματος, δηλαδή στον ρυθμό κυκλοφορίας του υπάρχοντος χρηματικού αποθέματος. Αν η ταχύτητα του χρήματος μειώνεται, αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι μετρητών δεν τα ξοδεύουν για αγαθά και υπηρεσίες, αλλά τα συσσωρεύουν σε καταθέσεις ή επενδύουν σε ακίνητα και χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Έτσι, καθώς η αύξηση της προσφοράς χρήματος επιταχύνθηκε κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, η ταχύτητα του χρήματος μειώθηκε, καθώς τα μετρητά χρησιμοποιήθηκαν σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στην κτηματομεσιτική κερδοσκοπία.

Γράφημα 7: Μεταβολές στην ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος στις ΗΠΑ από το 1960 έως το 2020. Πηγή: Federal Reserve Bank

Παρατηρείστε όμως την αλλαγή που σημειώθηκε μετά την πανδημία. Η Fed περιορίζει την προσφορά χρήματος για να ελέγξει τον πληθωρισμό. Αφού εκτινάχθηκε το 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημικής ύφεσης, η προσφορά χρήματος τώρα συρρικνώνεται.

Γράφημα 8: Μεταβολές στην προσφορά του χρήματος στις ΗΠΑ από το 1960 έως το 2020. Πηγή: Federal Reserve Bank

Σε αντίθεση όμως με την αυτήν την συρρίκνωση της προσφοράς, η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρηματικού αποθέματος ανεβαίνει, εξουδετερώνοντας τα αντιπληθωριστικά αποτελέσματα μιας αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής. Αυτό καθιστά μια περιοριστική νομισματική πολιτική αναποτελεσματική ως προς την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, πλην όμως επηρεάζει την οικονομική ανάπτυξη και την εργασία. Η πολιτική της Fed δεν θα προσφέρει τίποτα άλλο πέρα από το να επιταχύνει μια πτώση σε οικονομική ύφεση. Οι ερευνητές της Fed από το Κλίβελαντ ανέλυσαν τις πιο πρόσφατες οικονομικές προβλέψεις της Επιτροπής της Fed για την Ελεύθερη Αγορά (Federal Open Market Committee – FOMC). Το οικονομικό τους μοντέλο προβλέπει ότι η τρέχουσα πρόβλεψη της FOMC για την ανεργία θα μειώσει τον βασικό πληθωρισμό στο 2,75%, αλλά μόνο μέχρι το 2025. Ενώ μια «βαθιά ύφεση θα ήταν απαραίτητη για να επιτευχθεί» η πρόβλεψη για πληθωρισμό 2,1% που επιδιώκει η Fed.

Και τώρα έχουμε την κατάρρευση της Silicon Valley Bank ως συνέπεια της ανόδου των επιτοκίων από την Fed. Δείτε τη σχετική μου ανάρτηση. Πράγματι, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αναγκάσει τη Fed να παγώσει το σχέδιό της για μια μεγαλύτερη και ταχύτερη αύξηση των επιτοκίων. Η Fed είναι παγιδευμένη σε ένα δίλημμα: περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων θα μπορούσαν να σημαίνουν περισσότερες καταρρεύσεις τραπεζών και ύφεση. Εάν όμως σταματήσουν οι αυξήσεις, κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως η Fed δεν έχει όπλα για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.

Και τα χειρότερα έρχονται για τον λεγόμενο «παγκόσμιο Νότο». Εάν η Fed συνεχίσει να ανεβάζει τα επιτόκια, τότε το δολάριο θα ανακτήσει την ισχύ του μετά την πρόσφατη και σύντομη πτώση (βλ. παρακάτω γράφημα).

Το συνολικό παγκόσμιο χρέος ξεπερνάει πλέον τα 300 τρισεκατομμύρια δολάρια ή αλλιώς υπερβαίνει το 345% του παγκόσμιου ΑΕΠ, καθώς το σχετικό ποσό ανέβηκε από τα 255 τρισεκατομμύρια δολάρια ή το 320% του ΑΕΠ που ίσχυε πριν την πανδημία. Όσο πιο καταχρεωμένος είναι ο πλανήτης, τόσο πιο ευαίσθητος καθίσταται απέναντι στις αυξήσεις των επιτοκίων. Για να αξιολογήσει τη σωρευτική επίδραση του δανεισμού και των υψηλότερων επιτοκίων, ο Economist, υπολόγισε το κόστος των τόκων για τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και τις κυβερνήσεις σε 58 χώρες. Οι οικονομίες αυτές μαζί αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 90% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το 2021 το κόστος των τόκων τους ανήλθε σε 10,4 τρισ. δολάρια, ή 12% του σωρευτικού τους ΑΕΠ. Μέχρι το 2022 θα έχει φθάσει τα 13 τρισ. δολάρια, ή 14,5%. Καθώς μεγάλο μέρος του χρέους των οικονομιών του Παγκόσμιου Νότου είναι σε δολάρια, η ανατίμηση του δολαρίου σε σχέση με τα νομίσματά τους αποτελεί πρόσθετο βάρος. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες ξοδεύουν σήμερα περισσότερα για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους παρά για την υγεία των πολιτών τους!

Η ύφεση λοιπόν δεν βρίσκεται απλώς στην ατζέντα των οικονομιών της G7. Η αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους και η ύφεση ήδη ξεκινά για τις «αναπτυσσόμενες» χώρες (π.χ. Σρι Λάνκα, Ζάμπια, Πακιστάν, Αίγυπτος).

[1] Σ.τ.Μ.: Federal Reserve: Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Η.Π.Α.

[2] Σ.τ.Μ.: Ως γενικός ή ονομαστικός πληθωρισμός (headline inflation) αναφέρεται ο πληθωρισμός στον υπολογισμό του οποίου συνυπολογίζονται οι μεταβολές των τιμών στην ενέργεια και τα τρόφιμα, σε αντίθεση με τον βασικό ή δομικό πληθωρισμό (core inflation), για τη μέτρηση του οποίου δεν συνυπολογίζονται οι μεταβολές στα παραπάνω αγαθά. Η διαφοροποίηση ως προς τον τρόπο υπολογισμού σχετίζεται με την μεγάλη αστάθεια των τιμών ενέργειας και τροφίμων. Ο γενικός/ ονομαστικός πληθωρισμός θεωρείται πιο κρίσιμο οικονομικό μέγεθος για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, ενώ για τις αναπτυγμένες οικονομίες θεωρείται –υπό κανονικές τουλάχιστον συνθήκες- κρισιμότερο μέγεθος ο βασικός / δομικός πληθωρισμός.

Πηγή: Michael Roberts Blog

Μετάφραση: antapocrisis.gr

Γιατί αποσυντίθεται το τραπεζικό σύστημα

Οι πτωχεύσεις της Silvergate και της Silicon Valley Bank μοιάζουν με παγόβουνα που αποκολλώνται από τον παγετώνα της Ανταρκτικής. Η οικονομική αναλογία με την υπερθέρμανση του πλανήτη που προκαλεί αυτή την κατάρρευση είναι η άνοδος της θερμοκρασίας των επιτοκίων, τα οποία αυξήθηκαν την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή και έφτασαν κοντά στο 4,60% για τα διετή ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου. Εν τω μεταξύ, οι καταθέτες των τραπεζών εξακολουθούσαν να λαμβάνουν μόνο 0,2% επί των καταθέσεών τους. Αυτό οδήγησε σε σταθερή απόσυρση κεφαλαίων από τις τράπεζες – και σε αντίστοιχη μείωση των υπολοίπων των εμπορικών τραπεζών στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα.

Τα ρεπορτάζ των μέσων ενημέρωσης αναπαράγουν ένα ευχολόγιο να είναι περιορισμένα τα bank runs, σαν να μην υπάρχει κανένα ευρύτερο πλαίσιο ή δομική αιτία. Υπάρχει γενική αμηχανία να εξηγηθεί πώς η κατάρρευση των τραπεζών που τώρα εξελίσσεται είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση Ομπάμα διέσωσε τις τράπεζες το 2009. Δεκαπέντε χρόνια ποσοτικής χαλάρωσης έχουν διογκώσει εκ νέου τις τιμές των τραπεζικών ενυπόθηκων δανείων – και μαζί τους τις τιμές των κατοικιών, των μετοχών και των ομολόγων.

Τα 9 τρισεκατομμύρια δολάρια της ποσοτικής χαλάρωσης της Fed (που δεν υπολογίζονται ως μέρος του δημοσιονομικού ελλείμματος) τροφοδότησαν έναν πληθωρισμό των τιμών των χρηματοοικονομικών προϊόντων, πράγμα που απέφερε τρισεκατομμύρια δολάρια στους κατόχους χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, μαζί με ένα γενναιόδωρο δευτερογενές κέρδος για τα υπόλοιπα μέλη του ανώτερου δέκα τοις εκατό. Το κόστος της ιδιοκατοίκησης εκτοξεύτηκε με την κεφαλαιοποίηση ενυπόθηκων δανείων με μειούμενα επιτόκια σε πιο υπερχρεωμένα ακίνητα. Η αμερικανική οικονομία γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθηση της αγοράς ομολόγων στην ιστορία, καθώς τα επιτόκια έπεσαν κάτω από το 1%. Η οικονομία πολώθηκε μεταξύ της τάξης των πιστωτών με θετικό χαρτοφυλάκιο και της υπόλοιπης οικονομίας – για την οποία η αναλογία με τη ρύπανση του περιβάλλοντος και την υπερθέρμανση του πλανήτη ήταν η υπερχρέωση. Εξυπηρετώντας όμως κατ’ αυτόν τον τρόπο τα συμφέροντα των τραπεζών και της τάξης που κατέχει χρηματοπιστωτικές αξίες η Fed στρίμωξε τον εαυτό της σε μια γωνία: Τι θα συνέβαινε εάν τελικά ανέβαιναν επιτέλους τα επιτόκια;

Στο βιβλίο μου «Killing the Host» («Σκοτώνοντας τον Ξενιστή») έγραψα για κάτι αρκετά προφανές. Η αύξηση των επιτοκίων προκαλεί πτώση των τιμών των ομολόγων που έχουν ήδη εκδοθεί – μαζί με τις τιμές των ακινήτων και των μετοχών. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο πλαίσιο του αγώνα της Fed κατά του «πληθωρισμού», δηλαδή του ευφημισμού που χρησιμοποιεί για την αντίθεσή της στην αύξηση της απασχόλησης και των μισθών. Οι τιμές των ομολόγων, αλλά και της κεφαλαιοποιημένης αξίας των πακέτων ενυπόθηκων δανείων και άλλων τίτλων, στους οποίους οι τράπεζες διατηρούν τα περιουσιακά τους στοιχεία στον ισολογισμό τους για να καλύψουν τις καταθέσεις τους, πέφτουν κατακόρυφα.

Το αποτέλεσμα απειλεί να συμπιέσει το ενεργητικό των τραπεζών κάτω από τις υποχρεώσεις τους από καταθέσεις, εξαλείφοντας την καθαρή τους αξία – τα ίδια κεφάλαια των μετόχων τους. Αυτό απειλήθηκε το 2008. Αυτό συνέβη με πιο ακραίο τρόπο με την κρίση των  συνεταιρισμών αποταμιεύσεων και δανείων και των ταμιευτηρίων τη δεκαετία του 1980, οδηγώντας στην κατάρρευσή τους. Αυτοί οι «ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί» δεν δημιουργούσαν πιστώσεις όπως οι εμπορικές τράπεζες, αλλά δάνειζαν καταθέσεις με τη μορφή μακροπρόθεσμων ενυπόθηκων δανείων με σταθερά επιτόκια, συχνά για 30 χρόνια. Όμως, μετά την αύξηση των επιτοκίων που εγκαινίασε τη δεκαετία του 1980 ο τότε πρόεδρος της Fed Paul Volcker, το συνολικό επίπεδο των επιτοκίων παρέμεινε υψηλότερο από τα μακροπρόθεσμα σταθερά επιτόκια που λάμβαναν τα οι συνεταιρισμοί αποταμιεύσεων και δανείων και τα ταμιευτήρια.

Οι καταθέτες άρχισαν να αποσύρουν τα χρήματά τους προκειμένου να λάβουν υψηλότερους τόκους αλλού, καθώς οι συνεταιρισμοί αποταμιεύσεων και δανείων και τα ταμιευτήρια δεν μπορούσαν να πληρώσουν υψηλότερα επιτόκια στους καταθέτες τους από τα έσοδα που εισέπρατταν από τα δάνεια με χαμηλότερα και σταθερά επιτόκια που είχαν δώσει. Έτσι, ακόμα και αν δεν γίνονταν απάτες τύπου Keating[1], αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων και μακροπρόθεσμων επιτοκίων έθεσε τέλος σε αυτά τα επιχειρηματικά σχήματα.

Οι συνεταιρισμοί αποταμιεύσεων και δανείων και τα ταμιευτήρια χρωστούσαν χρήματα στους καταθέτες βραχυπρόθεσμα, αλλά αυτά ήταν δεσμευμένα σε μακροπρόθεσμα περιουσιακά στοιχεία σε πτωτικές τιμές. Βέβαια, τα ενυπόθηκα δάνεια των συνεταιρισμών και ταμιευτηρίων ήταν πολύ πιο μακροπρόθεσμα από αυτά των εμπορικών τραπεζών. Αλλά η επίδραση της αύξησης των επιτοκίων έχει την ίδια επίδραση στα τραπεζικά περιουσιακά στοιχεία που έχει σε όλα τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Όπως ακριβώς η μείωση των επιτοκίων της ποσοτικής χαλάρωσης αποσκοπούσε στην ενίσχυση των τραπεζών, έτσι και η σημερινή ακριβώς αντίστροφη πολιτική πρέπει λογικά να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Και αν οι τράπεζες έχουν κάνει κακές συναλλαγές παραγώγων, έχουν πρόβλημα.

Κάθε τράπεζα έχει το πρόβλημα να διατηρεί τις αποτιμήσεις των περιουσιακών της στοιχείων υψηλότερες από τις υποχρεώσεις της σε καταθέσεις. Όταν η Fed αυξάνει τα επιτόκια αρκετά απότομα ώστε να καταρρεύσουν οι τιμές των ομολόγων, η δομή των περιουσιακών στοιχείων του τραπεζικού συστήματος αποδυναμώνεται. Αυτή είναι η γωνία στην οποία η Fed έχει στριμώξει την οικονομία με την ποσοτική χαλάρωση.

Η Fed αναγνωρίζει φυσικά αυτό το εγγενές πρόβλημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απέφυγε να αυξήσει τα επιτόκια για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα – έως ότου το κατώτερο 99% των μισθωτών άρχισε να επωφελείται από την ανάκαμψη της απασχόλησης. Όταν οι μισθοί άρχισαν να ανακάμπτουν, η Fed δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον συνήθη ταξικό πόλεμο εναντίον της εργασίας. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η πολιτική της μετατράπηκε σε πόλεμο και κατά του τραπεζικού συστήματος.

Η Silvergate ήταν η πρώτη που βούλιαξε, αλλά ήταν μια ειδική περίπτωση. Είχε επιδιώξει να εκμεταλλευτεί το κύμα των κρυπτονομισμάτων, παρέχοντας τραπεζικές υπηρεσίες για διάφορα εξ αυτών. Μετά την αποκάλυψη της τεράστιας απάτης του Samuel Benjamin Bankman-Fried (SBF)[2], σημειώθηκε μαζική φυγή από τα κρυπτονομίσματα. Οι επενδυτές/ παίκτες εγκατέλειψαν το καράβι. Οι διαχειριστές των κρυπτονομισμάτων έπρεπε να πληρώσουν με την ανάληψη των καταθέσεων που είχαν στο Silverlake. Το πλοίο βυθίστηκε.

Η πτώχευση της Silvergate διέλυσε τη μεγάλη αυταπάτη των καταθέσεων σε κρυπτονομίσματα. Η επικρατούσα εντύπωση ήταν ότι τα κρυπτονομίσματα αποτελούσαν εναλλακτική λύση προς τις εμπορικές τράπεζες και το συμβατικό χρήμα. Όμως, σε τι θα μπορούσαν να επενδύσουν τα επενδυτικά σχήματα κρυπτονομισμάτων για να υποστηρίξουν τις αγορές νομισμάτων τους, αν όχι σε τραπεζικές καταθέσεις και κρατικούς τίτλους ή σε ιδιωτικές μετοχές και ομόλογα; Τι είναι στην τελική τα κρυπτονομίσματα πέρα από ένα αμοιβαίο κεφάλαιο που προστατεύεται με μυστικότητα της ιδιοκτησίας ώστε να προστατεύονται όσοι ξεπλένουν χρήμα;

Η Silicon Valley Bank είναι επίσης και κατά πολλές έννοιες μία ειδική περίπτωση, με δεδομένο ότι δάνειζε ειδικώς σε startups του κλάδου της πληροφορικής. Η Τράπεζα New Republic επίσης υπέστη ένα bank run και είναι επίσης μία εξειδικευμένη τράπεζα που δανείζει σε πλούσιους καταθέτες στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο και της βόρειας Καλιφόρνιας. Ήδη από την περασμένη εβδομάδα γινόταν λόγος για ένα bank run, και οι χρηματοπιστωτικές αγορές ταρακουνήθηκαν καθώς οι τιμές των ομολόγων μειώθηκαν όταν ο πρόεδρος της Fed Jerome Powell ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να αυξήσει τα επιτόκια ακόμη περισσότερο από ό,τι σχεδίαζε νωρίτερα. Η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης κάνει τους μισθωτούς πιο ανυπότακτους στις διεκδικήσεις τους για αύξηση των μισθών τουλάχιστον στα επίπεδα του πληθωρισμού που προκαλούν οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της ρωσικής ενέργειας και των τροφίμων, καθώς και οι ενέργειες των μονοπωλίων που αυξάνουν τις τιμές «για να αντιμετωπίσουν τον επερχόμενο πληθωρισμό». Οι μισθοί δεν έχουν μέχρι σήμερα προσαρμοστεί προς τα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού που προκύπτουν.

Φαίνεται ότι η Silicon Valley Bank θα πρέπει να ρευστοποιήσει τους τίτλους της με ζημία. Πιθανώς θα εξαγοραστεί από μια μεγαλύτερη τράπεζα, αλλά ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα συμπιέζεται. Το Reuters μετέδωσε την Παρασκευή ότι τα τραπεζικά αποθέματα στη Fed σημείωσαν πτώση. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς οι τράπεζες απολαμβάνουν επιτοκιακές διαφορές ρεκόρ. Δεν είναι περίεργο που οι εύποροι επενδυτές τρέχουν να ξεφύγουν από τις τράπεζες.

Το προφανές ερώτημα είναι γιατί η Fed δεν διασώζει απλώς τις τράπεζες που βρίσκονται στη θέση της SVB. Η απάντηση είναι ότι οι χαμηλότερες τιμές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων φαίνεται να αποτελούν τη νέα κανονικότητα. μοιάζουν με τη Νέα Κανονικότητα. Για τις τράπεζες με αρνητικά ίδια κεφάλαια, πώς θα μπορούσε να επιλυθεί το θέμα της φερεγγυότητάς τους χωρίς μία απότομη μείωση των επιτοκίων και αποκατάσταση της 15ετούς πολιτικής μηδενικών επιτοκίων;

Υπάρχει ένας ακόμη μεγαλύτερος ελέφαντας στο δωμάτιο: τα παράγωγα. Η αστάθεια αυξήθηκε την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή. Η αναταραχή έχει φτάσει σε τεράστια μεγέθη πέρα και από αυτά που χαρακτήρισαν το κραχ της AIG και άλλων κερδοσκόπων το 2008. Σήμερα, η JP Morgan Chase και άλλες τράπεζες της Νέας Υόρκης έχουν τζογάρει σε παράγωγα που αποτιμώνται σε αξία δεκάδων τρισεκατομμυρίων δολαρίων, για τα οποία πρόκειται να μεταβληθούν τα επιτόκια, οι τιμές των ομολόγων, οι τιμές των μετοχών και άλλες παράμετροι.

Για κάθε πετυχημένη μαντεψιά, υπάρχει ένας χαμένος. Όταν ποντάρονται τρισεκατομμύρια δολάρια, είναι βέβαιο ότι κάποιος τραπεζίτης θα καταλήξει σε μια ζημία που μπορεί εύκολα να εξανεμίσει το σύνολο των καθαρών ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας.

Υπάρχει πλέον μια στροφή προς το ασφαλές καταφύγιο των «μετρητών», αλλά και σε κάτι ακόμη καλύτερο από τα μετρητά: τις κρατικές εγγυήσεις του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Παρά τις συζητήσεις για την άρνηση των Ρεπουμπλικάνων να αυξήσουν το ανώτατο όριο του χρέους, το Υπουργείο Οικονομικών μπορεί πάντα να τυπώσει χρήματα για να πληρώσει τους κατόχους των ομολόγων του. Φαίνεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών θα γίνει το νέο αγαπημένο καταθετήριο για όσους έχουν τους οικονομικούς πόρους. Οι τραπεζικές καταθέσεις θα μειωθούν. Και μαζί τους, τα αποθεματικά των τραπεζών στη Fed.

Μέχρι στιγμής, η χρηματιστηριακή αγορά αντιστέκεται στην πτώση των τιμών των ομολόγων. Η εκτίμησή μου είναι ότι τώρα θα δούμε τη Μεγάλη Εκτόνωση της μεγάλης έκρηξης του Πλασματικού Κεφαλαίου της περιόδου 2008-2015. Εξάλλου, όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες. Οι «άνεμοι» εν προκειμένω είναι η υπερβολική αύξηση των παραγώγων που τροφοδοτήθηκε από τη χαλάρωση των κανόνων της χρηματοπιστωτικής αγοράς και της ανάλυσης κινδύνου κατά  την μετά το 2008 εποχή.


[1] Σ.τ.Μ.: Αναφέρεται στην περίπτωση του CEO της Lincoln Savings and Loans Association που καταδικάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 για απάτες πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων που οδήγησαν χιλιάδες ομολογιούχους σε πτώχευση και κόστισαν περίπου 124 δις δολάρια στους φορολογούμενους.

[2] Ο S. Bankman – Fried είναι ο πρώην ιδιοκτήτης του ανταλλακτηρίου κρυπτονομισμάτων FTX, που πτώχευσε αιφνιδίως το Νοέμβριο του 2022, χάνοντας 32 δις δολάρια σε λίγες μέρες. Λίγο μετά ο ίδιος συνελήφθη για σειρά οικονομικών αδικημάτων (απάτη, ξέπλυμα μαύρου χρήματος κ.ά.).

Πηγή: Counterpunch

Μετάφραση: antapocrisis.gr

Οι μέθοδοι αντιμετώπισης της εκκολαπτόμενης τραπεζικής κρίσης στις ΗΠΑ, ακόμη και αν ηρεμήσουν προσωρινά την κατάσταση, θα οδηγήσουν σε μακροπρόθεσμες καταστροφικές συνέπειες

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε να εξελίσσεται η τελευταία από μια σειρά κρίσεων του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, επικεντρωμένη για μια ακόμη φορά στις ΗΠΑ.

ΟΙ τράπεζες εκεί (και όχι μόνον εκεί) έχουν βρεθεί σε δεινή θέση λόγω της αύξησης των επιτοκίων. Όταν αυξάνονται τα επιτόκια η τιμή των ομολόγων στην αγορά αναπροσαρμόζεται προς τα κάτω ώστε η παρούσα αξία τους να ευθυγραμμιστεί με τα νεοεκδιδόμενα ομόλογα. Δηλαδή πρόκειται ακριβώς για την αντίστροφη διαδικασία που συμβαίνει όταν πέφτουν τα επιτόκια (και άρα ανεβαίνουν οι τιμές των ομολόγων στην αγορά).

Οι τράπεζες τα τελευταία χρόνια δεν αποθηκεύουν απλά τα χρήματα από τις καταθέσεις σε ομόλογα, αλλά και σε σύνθετα προϊόντα τα οποία ‘μοχλεύουν’ τις αποδόσεις των ομολόγων. Όμως, όπως οι αποδόσεις αυξάνονται μέσω αυτών των προϊόντων σε περιβάλλον σταθερών ή πτωτικών επιτοκίων έτσι και οι τιμές των ίδιων προϊόντων πέφτουν δυσανάλογα πολύ όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν. Όπως φαίνεται, οι τράπεζες δεν έχουν καταφέρει να ‘ξεφορτωθούν’ αυτά τα ‘τοξικά’ πλέον προϊόντα και αυτό επιφέρει μεγάλες ζημιές στην παρούσα αξία των επενδύσεών τους.

Αντιγράφουμε από το CNN: «Η κατάρρευση της Silicon Valley Bank την περασμένη εβδομάδα προκάλεσε ρίγη πανικού στους επενδυτές, καθώς ανέδειξε ένα μεγαλύτερο πρόβλημα σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα: Το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της αξίας που δίνουν οι μεγάλοι δανειστές στα ομόλογα που κατέχουν και της πραγματικής αξίας τους στην αγορά. [ΣΗΜ. με απλά λόγια, φούσκα στην αγορά των ομολόγων που κατέχουν οι τράπεζες]…..Αλλά η SVB δεν είναι το μόνο ίδρυμα με αυτό το πρόβλημα. Οι αμερικανικές τράπεζες κάθονταν σε 620 δισεκατομμύρια δολάρια μη πραγματοποιημένων ζημιών (περιουσιακά στοιχεία που έχουν μειωθεί σε τιμή αλλά δεν έχουν ακόμη πωληθεί) στο τέλος του 2022, σύμφωνα με την FDIC.»

Και το CNN συνεχίζει το ρεπορτάζ του: «Το σημερινό περιβάλλον επιτοκίων είχε δραματικές επιπτώσεις στην κερδοφορία και το προφίλ κινδύνου των στρατηγικών χρηματοδότησης και επενδύσεων των τραπεζών», δήλωσε ο πρόεδρος της FDIC Martin Gruenberg σε προετοιμασμένες παρατηρήσεις στο Institute of International Bankers την περασμένη εβδομάδα. [ΣΗΜ. FDIC είναι η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλισης των τραπεζικών καταθέσεων–μέχρι 250,000 δολάρια ανά καταθέτη]. «Οι μη πραγματοποιημένες ζημίες αποδυναμώνουν τη μελλοντική ικανότητα μιας τράπεζας να ανταποκρίνεται σε απροσδόκητες ανάγκες ρευστότητας», πρόσθεσε.

«…«Πολλά ιδρύματα – από κεντρικές τράπεζες, εμπορικές τράπεζες και συνταξιοδοτικά ταμεία – κάθονται σε περιουσιακά στοιχεία που αξίζουν σημαντικά λιγότερο από ό,τι αναφέρουν οι οικονομικές τους καταστάσεις», δήλωσε ο Jens Hagendorff, καθηγητής χρηματοοικονομικών στο King’s College του Λονδίνου. «Οι προκύπτουσες ζημίες θα είναι μεγάλες και θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν με κάποιον τρόπο. Η κλίμακα του προβλήματος αρχίζει να προκαλεί ανησυχία». Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει ακόμη λόγος πανικού, λένε οι αναλυτές.» [Σωστά, αν έλεγαν το αντίθετο το τραπεζικό και ασφαλιστικό σύστημα θα κατέρρεε την επομένη μέρα].

*          *          *

Το ερώτημα που παρέμενε ανοικτό κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου ήταν τι θα απογίνει με τις μη ασφαλιζόμενες καταθέσεις της χρεοκοπημένης SVB που αποτελούσαν και την συντριπτική πλειοψηφία των συνολικών καταθέσεων. Ο κίνδυνος “Bank Run”, δηλαδή επιδρομής των καταθετών στις τράπεζες για να σηκώσουν τα λεφτά τους από βδομάδα ήταν περισσότερο από ορατός.

Ο κίνδυνος αυτός πολλαπλασιάστηκε μετά το κλείσιμο μιας ακόμη τράπεζας το βράδυ της Κυριακής: Στα νέα του CNBC διαβάζουμε: «Και νέο κλείσιμο τράπεζας από τις ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ: “Οι ρυθμιστικές αρχές της πολιτείας της Νέας Υόρκης έκλεισαν την Κυριακή την Signature Bank, έναν μεγάλο δανειστή στον κλάδο των κρυπτονομισμάτων, σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν την εξαπλούμενη τραπεζική κρίση. “Ανακοινώνουμε επίσης μια παρόμοια εξαίρεση λόγω συστημικού κινδύνου για την Signature Bank, Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη, η οποία έκλεισε σήμερα από την πολιτειακή αρχή που είχε εκδώσει την άδεια λειτουργίας της”, ανέφεραν το υπουργείο Οικονομικών, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων και η Ομοσπονδιακή Εταιρεία Ασφάλισης Καταθέσεων σε κοινή ανακοίνωση το βράδυ της Κυριακής».

Έτσι, το βράδυ της Κυριακής είχαμε μία ανακοίνωση (που βλέπετε στην εικόνα στο τέλος του σχολίου μας) από το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτήν διασώζεται το σύνολο των καταθέσεων της SVB ανεξαρτήτως ποσού μετά από συνεννόηση του Αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών με την Κεντρική Τράπεζα, τον πρόεδρο των ΗΠΑ και όλο το ασφαλιστικό σύστημα των καταθέσεων. Από την Δευτέρα θα μπορούν όλοι οι καταθέτες να αποσύρουν το σύνολο των καταθέσεών τους, εάν το επιθυμούν.

Η ανακοίνωση ισχυρίζεται ότι αυτό θα γίνει χωρίς την επιβάρυνση των φορολογουμένων. Επομένως εδώ έχουμε ένα κυριολεκτικό “λεφτόδενδρο”: Λεφτά εμφανίζονται από το πουθενά και κανείς δεν θα πληρώσει γι’ αυτά (εκτός από τα έξοδα εκτύπωσης των χαρτονομισμάτων, που είναι και ελάχιστα δεδομένου ότι πλέον κανείς δεν κουβαλά μετρητά στις τσάντες).

Αλλά, αυτό το πληθωριστικό χρήμα με το οποίο το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών διασώζει τα δισεκατομμύρια των καταθέσεων θα βρει τελικά τον δρόμο του στο να φορολογήσει επιπλέον τους φορολογούμενους. Όταν τυπώνεις χρήμα και το ρίχνεις στην αγορά το επακόλουθο είναι να αυξηθούν οι τιμές των αγαθών και αυτό αποτελεί ασφαλώς έμμεση φορολόγηση του συνόλου της κοινωνίας.

Ίσως όμως το κυριότερο δεν είναι αυτό. Το κυριότερο είναι η εισαγωγή συστημικού κινδύνου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με αυτές τις ενέργειες: Τώρα πλέον οι τράπεζες που έχουν πράξει τα ίδια ακριβώς με την SVB δεν θα φοβούνται να συνεχίζουν τις πρακτικές τους, καθαρά κερδοσκοπικές, επειδή στη γωνία περιμένει να τις διασώσει ο “μεγάλος αδελφός”.

Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, προκειμένου να αντιμετωπίσει την επείγουσα κρίση που κινδυνεύει να προκαλέσει ανάφλεξη του συνολικού τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ, ‘αναγκάστηκε’ να πάρει την απόφαση διάσωσης η οποία μεσοπρόθεσμα, ακόμη και αν τελικά αποσοβηθεί η τραπεζική κρίση, θα οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες το σύνολο της Αμερικανικής, αλλά και της παγκόσμιας κοινωνίας.

Και βέβαια καν δεν αναφέρουμε ότι η όλη αυτή επιχείρηση απέδειξε για μια ακόμη φορά πόσο διάτρητες είναι οι απολογητικές θεωρίες της αστικής πολιτικής οικονομίας οι οποίες αιτιολογούν τα κέρδη των καπιταλιστών με το σκεπτικό ότι αυτοί αναλαμβάνουν ‘κίνδυνο’. Όταν ο καπιταλιστής είναι αρκετά μεγάλος, πλέον δεν υφίσταται κανέναν κίνδυνο. Το κράτος (που είναι όργανο της τάξης του) θα αναλάβει να τον ξελασπώσει σε βάρος της κοινωνίας.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Το σχόλιο για την διάσωση των μη ασφαλισμένων καταθέσεων της SVB είχε ήδη γραφτεί όταν διαπίστωσα ότι έχω παραλείψει την κλασική παρατήρηση, που προηγείται όλων των άλλων σε μια κλασική αστική ανάλυση των συνεπειών της κρίσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Να το πούμε και εδώ λοιπόν.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) είχε ξεκινήσει έναν κύκλο αύξησης των επιτοκίων με στόχο να τιθασεύσει τον πληθωρισμό που είναι φανερό ότι αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Ορισμένοι οικονομολόγοι, με κύριο εκπρόσωπο τον Dr. Doom, δηλαδή τον καθηγητή Νουριέλ Ρουμπινί, με τις αναλύσεις τους είχαν προείπει ότι ο κύκλος αυτών των αυξήσεων θα σπάσει μόλις εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα κρίσης που θα προκληθεί ακριβώς επειδή οι αυξήσεις των επιτοκίων θα αποδείξουν ότι ‘ο βασιλιάς είναι γυμνός’, δηλαδή θα οδηγήσουν πολύ σύντομα σε κρισιακά φαινόμενα, τα οποία θα τρομοκρατήσουν τις Κεντρικές Τράπεζες. Κατά τον Ρουμπινί, ο πληθωρισμός οφείλεται σε «σοκ λόγω ελλιπούς προσφοράς», που είναι ένας άλλος τρόπος να πει ότι έχει τυπωθεί χαρτονόμισμα υπερβολικά πολύ σε σχέση με τις πρώτες ύλες και τα βιομηχανικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά. Επομένως, ο μόνος τρόπος, κατά την κλασική αντιμετώπιση, να τιθασευτεί ο πληθωρισμός είναι να δημιουργηθεί στενότητα στην προσφορά χρήματος, και αυτό αποσκοπούσε ο κύκλος αύξησης των επιτοκίων.

Η αγορά εκτιμούσε ότι ο κύκλος αύξησης θα συνεχιστεί μέχρι τον Αύγουστο ενώ επίσης η Fed ακολουθούσε τη συνήθη τακτική να παρουσιάζεται στα λόγια πολύ αυστηρή και να δίνει την εντύπωση ότι «νυν υπέρ πάντων ο αγών» σε σχέση με το σπάσιμο του σπιράλ του πληθωρισμού. Πρόκειται για την κλασική ιδέα (της αστικής οικονομικής σκέψης) ότι οι προσδοκίες ασκούν πραγματική οικονομική επιρροή, δηλαδή ότι αν τρομάξουν οι αγορές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια συνεχή αύξηση των επιτοκίων, τότε από μόνες τους θα αυτορυθμιστούν και οι πληθωριστικές πρακτικές της αγοράς θα αυτοελεχθούν.

Τώρα, μετά τη διάσωση της SVB αποδεικνύεται ότι ο κίνδυνος κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι υπαρκτός και ότι οι αυξήσεις των επιτοκίων οξύνουν τον κίνδυνο λόγω της μαζικής απομείωσης της αξίας των ομολόγων, όπως και των σύνθετων τοξικών προϊόντων, που απαρτίζουν τα χαρτοφυλάκια όλων των τραπεζών οδηγώντας τις σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους προς τους καταθέτες. Επομένως (ένα και ένα κάνουν δύο) πολύ σύντομα, όταν περάσει ο κρύος ιδρώτας που τώρα τις λούζει, οι αγορές θα στοιχηματίσουν ότι ο ανοδικός κύκλος των επιτοκίων έληξε. Πράγμα που σχεδόν βεβαίως θα είναι και ακριβές, ακόμη και αν ο πρόεδρος της Fed κάνει ‘γερακίσιες’ δηλώσεις για να προκαλέσει φόβο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα πληθωριστικά φαινόμενα θα ενταθούν στο μέλλον ΧΩΡΙΣ να αρθούν οι κρισιακές διαδικασίες.

Είναι ακριβώς αυτό που είχε προείπει ο Dr. Doom, δηλαδή ότι εισερχόμαστε σε μια περίοδο στασιμοπληθωρισμού, όπως αυτή που συντάραξε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα την δεκαετία του ’70.

Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι πολύ επικίνδυνα, επειδή στο όλο σκηνικό εμπλέκεται και ο πόλεμος στην Ουκρανία, που ωθεί εκ φύσεως το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα σε τυχοδιωκτισμούς για να ξεπεράσει τα έντονα κρισιακά φαινόμενα. Αν οι λαοί δεν κινητοποιηθούν, ακόμη και η επιβίωση του ανθρώπινου είδους είναι σε άμεσο κίνδυνο.