“Αποκάλυψη Τώρα” ή αργότερα; Τι σημαίνει η κατάρρευση των χρηματιστηρίων και τι φοβάται περισσότερο η Κεντρική Τράπεζα (Fed) των ΗΠΑ.
Η αμερικανική οικονομία είναι υπερβολικά χρηματιστικοποιημένη για να αντέξει οποιαδήποτε διαρκή πτώση στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων
Στις αγορές επικρατεί μακελειό και τα πράγματα κινούνται με τη δύναμη ενός τσουνάμι.
Ο ιαπωνικός Nikkei 225 έπεσε πάνω από 12% τη Δευτέρα[1], στη μεγαλύτερη πτώση μιας ημέρας από τη «Μαύρη Δευτέρα» του 1987[2]. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Dow έχει πέσει περίπου 1.000 μονάδες, ενώ ο Nasdaq έχει καταρρεύσει σχεδόν 4% σε αυτό που έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο ξέσπασμα της αγοράς[3].
Τα ερεθίσματα που πυροδότησαν το ξεπούλημα είναι αρκετά ξεκάθαρα και έχουν καλυφθεί επαρκώς από τα οικονομικά μέσα ενημέρωσης. Η απογοητευτική έκθεση της Παρασκευής για την απασχόληση στις ΗΠΑ πυροδότησε φόβους για ύφεση στις ΗΠΑ. Το άλλοτε φλογερό, αλλά υπερβολικά μοχλευμένο[4] και υπερτιμημένο trading[5] σε εταιρείες ‘Τεχνητής Νοημοσύνης’ (ΑΙ) πήγε κατά διαόλου, γεγονός που οδήγησε σε λουτρό αίματος για τις μετοχές της τεχνολογίας.
Για την τελευταία εξέλιξη ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το σπάσιμο του μαζικού carry-trade[6] μεταξύ δολαρίου και γεν – όπου οι επενδυτές δανείζονταν φθηνά σε γεν και επένδυαν σε περιουσιακά στοιχεία των ΗΠΑ με υψηλότερη απόδοση. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί περίπου ως ένα μεγάλο αρμπιτράζ επιτοκίων: Δανεισμός με χαμηλά επιτόκια και δανειοδότηση (επένδυση) με υψηλότερα επιτόκια. Αλλά όταν η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε τα επιτόκια στις 31 Ιουλίου και, ίσως ακόμη πιο σημαντικό, σηματοδότησε ότι θα ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις, επακολούθησε μια μαζική παραίτηση από αυτές τις θέσεις carry-trade. Αυτό αντηχεί στις αγορές και οδήγησε σε πολλά margin calls[7]. Και δεδομένου ότι οι επενδυτές συχνά πρέπει να πουλήσουν άλλα περιουσιακά στοιχεία για να ανταποκριθούν στα margin calls, αυτό δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις πωλήσεων.
Η πρόβλεψη για το πού μπορεί να κατευθυνθούν οι αγορές τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα που δεν θα αποτολμήσω. Πολλοί επενδυτές προσπαθούν βέβαια να πιάσουν το παροιμιώδες ‘μαχαίρι που πέφτει’—δηλαδή να αγοράσουν κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μια απότομη πώληση. Ορισμένοι αναλυτές λένε ήδη ότι ο πανικός είναι υπερβολικός και ότι τα πράγματα θα σταθεροποιηθούν σύντομα. Αν είχα μεγάλη βεβαιότητα για το πώς θα διαμορφωθούν τα πράγματα βραχυπρόθεσμα, θα έκανα απλά συναλλαγές στην αγορά, και δεν θα έγραφα γι’ αυτήν.
Αντί λοιπόν να ψάχνουμε στο σκοτάδι με μια πρόβλεψη, ας προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπο να σκεφτούμε για όσα συμβαίνουν. Και είναι πάντα καλό να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να προσπαθούμε να βρούμε την άποψη «από ψηλά» μέσα στην τρικυμία. Πρώτον, έχουμε το προφανές: Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια αρκετά κλασική περίπτωση απεμπλοκής θέσεων και όχι για μια αντίδραση σε οικονομικό σοκ. Πολλοί επενδυτές μετοχών είχαν μπλέξει πολύ βαθιά κυνηγώντας τη φούσκα των μετοχών τεχνολογίας – και πολλοί από αυτούς τους άτυχους ανθρώπους δανείζονταν φθηνά σε ιαπωνικά γεν για να το κάνουν αυτό (βλ. παραπάνω για το carry trade). Υπάρχουν πολλά margin calls σε εξέλιξη, πολλές αναγκαστικές ρευστοποιήσεις σε μοχλευμένες θέσεις—και πιθανότατα πολλές σύζυγοι που ασφαλίζουν τα παράθυρα στα ψηλά κτίρια[8].
Υποθέτοντας ότι αυτό δεν θα ξεθυμάνει γρήγορα, αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό να δούμε είναι πώς εξελίσσεται η αντίληψη της αγοράς για τα επόμενα βήματα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ—και στη συνέχεια ποια θα είναι αυτά τα βήματα. Αυτό δεν συμβαίνει τόσο επειδή η Fed είναι παντοδύναμη, αλλά επειδή εδώ είναι το σημείο όπου το χάος της στιγμής διασταυρώνεται με ορισμένα από τα βαθιά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής οικονομίας.
Η Fed διατήρησε τα επιτόκια σε αναμονή στη συνεδρίαση του Ιουλίου, ενώ άφησε έντονα υπονοούμενα για μείωση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ καθυστέρησε πάρα πολύ να μειώσει τα επιτόκια μετά τη σειρά των αυξήσεων που ακολούθησαν την πανδημία με στόχο την ανάσχεση του πληθωρισμού. Οι προσδοκίες της αγοράς για τις επερχόμενες μειώσεις των επιτοκίων είχαν κινηθεί έντονα υψηλότερα ακόμη και πριν από τα πρόσφατα γεγονότα.
Ωστόσο, η κατάρρευση της αγοράς έχει ωθήσει αυτή τη συζήτηση σε υπερδιέγερση. Εάν μόλις την περασμένη Τετάρτη τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης[9] που συνδέονται με το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων έδειχναν 87% πιθανότητα μείωσης κατά 25 μονάδες βάσης—τη μικρότερη δυνατή κίνηση—τον Σεπτέμβριο, οι επενδυτές τώρα εκτιμούν ότι θα υπάρξει χαλάρωση κατά 55 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου και κατά 100 μονάδες βάσης μέχρι τη συνεδρίαση του Νοεμβρίου. Με άλλα λόγια, η αγορά βλέπει περίπου 20% πιθανότητα μιας κατεπείγουσας μείωσης του βασικού επιτοκίου.
Θα μπορούσε η δυσμενής έκθεση για την απασχόληση της Παρασκευής να αποτελεί στ’ αλήθεια μια τόσο μεγάλη ανατροπή για την αμερικανική οικονομία; Σίγουρα μετακίνησε τη βελόνα, αλλά δύσκολα μπορεί να εξηγήσει μια τόσο ριζική μεταβολή. Αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από μια τέτοια τιμολόγηση—για να μην αναφέρουμε τις εκκλήσεις για έκτακτη [άμεση] μείωση—είναι μια αντίληψη ότι η Fed πρέπει να παρέμβει και να σώσει τις αγορές.
Αυτό λέει πολλά για το πώς θεωρείται ότι η Fed έχει, εκτός από την επίσημη εντολή της για σταθερότητα των τιμών και πλήρη απασχόληση, και μια σιωπηρή εντολή για σταθερότητα της [χρηματιστηριακής] αγοράς. Αυτή η κρυφή τρίτη εντολή έχει ακόμη και όνομα: “Fed put”.
Στα χρηματοοικονομικά, το «put» είναι ένα συμβόλαιο που δίνει στον ιδιοκτήτη του το δικαίωμα να πουλήσει κάτι—όπως μια μετοχή, ένα ομόλογο ή ένα εμπόρευμα—σε μια προκαθορισμένη τιμή, ανεξάρτητα από την τιμή της αγοράς. Σκεφτείτε το ως εγγύηση—ανεξάρτητα από το πόσο έχει πέσει η αγορά, μπορείτε να ξεφορτωθείτε το περιουσιακό σας στοιχείο στην καθορισμένη τιμή.
Όμως, ο όρος έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται με μια πιο γενική έννοια. Εφαρμοσμένος στην περίπτωση της Fed, σημαίνει ότι υπάρχει η πεποίθηση ότι όποτε η οικονομία ή οι αγορές στραφούν προς τα κάτω, η Fed θα επέμβει και θα μειώσει τα επιτόκια ή θα τυπώσει χρήμα για να δώσει τόνωση. Μια τέτοια πολιτική, φυσικά, διαψεύδεται επισήμως, αλλά πολλοί επενδυτές πιστεύουν ότι υπάρχει ένα κατώτατο όριο που στηρίζει τις αγορές, με τον ίδιο τρόπο ακριβώς όπως υπάρχει για ένα περιουσιακό στοιχείο για το οποίο διαθέτουμε δικαίωμα «πώλησης» [put option[10]]. Αυτό αποτελεί μια σημαντική εστία της φαινομενικά αβάσιμης και αδιατάρακτης εμπιστοσύνης στην αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά, η οποία επικρατεί με ελάχιστες εξαιρέσεις από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Πράγματι, η Fed έχει δείξει επανειλημμένα ότι είναι έτοιμη να παρέμβει με διάφορους τρόπους—άμεσα ή αδιαφανώς—όποτε απειλείται η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Όλες οι αφηγήσεις που βλέπουμε γύρω από τη Fed τις τελευταίες 48 ώρες μιλάνε για μια σθεναρή πεποίθηση ότι κάποια εκδοχή του «Fed put» παραμένει σε ισχύ. Αν και η Fed είναι απίθανο να προχωρήσει πραγματικά τόσο μακριά ώστε να συγκαλέσει έκτακτη συνεδρίαση για τη μείωση των επιτοκίων—κάτι τέτοιο θα αποτελούσε απροκάλυπτη επίδειξη πανικού—είναι πολύ πιθανό να πείσει με επιθετικό τρόπο τις αγορές να απομακρυνθούν από τον γκρεμό, με κάθε τρόπο, σχεδόν υποσχόμενη γενναίες μειώσεις επιτοκίων για το υπόλοιπο του έτους. Και αν τα πράγματα πραγματικά εκτροχιαστούν στις αγορές, μια πιο δυναμική παρέμβαση είναι σχεδόν εγγυημένη.
Ας προχωρήσουμε λοιπόν ένα βήμα παραπέρα και ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτή την αόρατη αφοσίωση [της Fed] στις αγορές. Μήπως πρόκειται απλά για μια κοινότοπη διαφθορά από την πλευρά των μελών της επιτροπής της Fed που κατέχουν μετοχές; Όχι. Δεν είναι αυτός ο τρόπος που λειτουργεί το σύστημα.
Αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από όλα αυτά είναι ότι η Fed απλώς ανταποκρίνεται σε μια βαθιά διαρθρωτική στρέβλωση της οικονομίας που είναι σε κοινή θέα αλλά συχνά δεν εκτιμάται επαρκώς. Η αμερικανική οικονομία είναι τόσο χρηματιστικοποιημένη και τόσο μοχλευμένη και τόσοι πολλοί Αμερικανοί (ιδίως οι άρχουσες τάξεις) εξαρτώνται τόσο πολύ από τις τιμές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για την εξασφάλιση του πλούτου τους, ώστε μια διαρκής και μακροπρόθεσμη πτώση των αγορών θα ήταν απλώς καταστροφική. Εάν ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ συνδέεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, οι κινήσεις στις αγορές αποκτούν μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τις περιουσίες των παικτών της Wall Street.
Για να βρεθεί μια μάλλον αξιοσημείωτη απεικόνιση αυτού του γεγονότος, δεν έχετε παρά να δείτε το βαθμό στον οποίο ακόμη και η φορολογική βάση εξαρτάται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το 2023 ήταν ένα αρκετά καλό έτος για την οικονομία, είτε κρίνεται από την αγορά εργασίας είτε από τα στοιχεία ανάπτυξης. Παρ’ όλα αυτά, οι συνολικές εισπράξεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ήταν μειωμένες κατά περίπου 7% σε σχέση με το 2022. Πώς είναι δυνατόν αυτό να συμβαίνει σε ένα έτος κατά το οποίο όχι μόνο η οικονομία αναπτύχθηκε, αλλά και το προσωπικό εισόδημα αυξήθηκε στην πραγματικότητα; Η απάντηση: Οι εισπράξεις από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων στην πραγματικότητα μειώθηκαν παρά την αύξηση των εισοδημάτων, επειδή οι πραγματοποιήσεις κεφαλαιακών κερδών από το προηγούμενο έτος ήταν χαμηλότερες (οι πραγματοποιήσεις κεφαλαιακών κερδών είναι απλώς τα κέρδη από επενδύσεις που πωλούνται). Ο λόγος για τη μείωση των κεφαλαιακών κερδών είναι ότι το 2022 οι αμερικανικές μετοχές είχαν τη χειρότερη χρονιά τους από το 2008.
Η αστάθεια της αγοράς είναι επομένως το μοναδικό πράγμα που φοβάται πάνω απ’ όλα η Fed—καθώς και οι δυνάμεις εξουσίας στην Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη. Θα αποδεχτούν κάθε είδους βραχυπρόθεσμη σκέψη, θα εισάγουν κάθε ηθικό κίνδυνο και θα φουσκώσουν και θα ξαναφουσκώσουν κάθε φούσκα για να κρατήσουν τις αγορές σε έξαρση. Αν το τίμημα αυτού είναι ο πληθωρισμός ή ακόμη πιο διαστροφικές στρεβλώσεις στην οικονομία, τότε ας γίνει έτσι.
Εν τω μεταξύ, οι μετοχές έχουν αποτελέσει ένα κρίσιμο όπλο στο οπλοστάσιο των πλουσιότερων τάξεων της Αμερικής για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του πληθωρισμού. Ενώ οι άνθρωποι με σταθερό εισόδημα ή εκείνοι των οποίων οι μισθολογικές αυξήσεις δεν συμβαδίζουν με την αύξηση των τιμών βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να διαβρώνεται, η τάξη των επενδυτών είναι σε θέση να νικήσει τον πληθωρισμό μέσω των υψηλών τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Τι σημασία έχει μια αύξηση 10% στο παντοπωλείο, αν το χαρτοφυλάκιό σας έχει αυξηθεί κατά 20%; Αυτό συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην εξήγηση της αυξανόμενης διχοτόμησης της αμερικανικής οικονομίας μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων.
Ό,τι κι αν προκύψει από την τρέχουσα αστάθεια, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι η ‘Αποκάλυψη’ δεν είναι κοντά. Όταν τελικά φτάσει ο λογαριασμός για όλα αυτά τα παιχνίδια και το φούσκωμα των τιμών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό δεν θα συμβεί με μια κατάρρευση των χρηματιστηρίων. Οι χρηματιστηριακές αγορές, άλλωστε, μπορούν πάντα να ξαναφουσκώσουν μέσω της εκτύπωσης χρήματος, και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη Fed να μένει απαθής ενώ οι αγορές κατρακυλούν στη λήθη. Οι αγορές, οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα της τάξης των προνομιούχων που επωφελούνται από την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, θέλουν εύκολο χρήμα προκειμένου να συνεχίσουν να ανεβαίνουν. Και αυτοί οι άνθρωποι τείνουν να παίρνουν αυτό που θέλουν για περισσότερο χρόνο από ό,τι οποιαδήποτε λογική θα υπαγόρευε ότι θα έπρεπε.
Σε ονομαστικούς όρους, οι χρηματιστηριακές αγορές μπορούν να ανεβαίνουν επ’ άπειρον, με τις περιστασιακές αναποδιές να εξομαλύνονται με περισσότερη ρευστότητα. Το ερώτημα είναι απλώς—με ποιο κόστος; Θα εξακολουθήσει να υπάρχει μια λειτουργική αγορά ομολόγων; Πού θα βρίσκεται ο πληθωρισμός; Θα κουβαλάμε τα χαρτονομίσματα με καροτσάκια;
Αυτό που είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε τις επόμενες εβδομάδες και μήνες είναι πόσο σοβαρά παίρνει η Fed τα όσα συμβαίνουν στις αγορές και πόσο την κρατά όμηρο η αγορά για να δράσει. Δεν θα υπάρξουν δηλώσεις από το κτίριο Eccles[11] που θα λένε ότι οι αγορές πρέπει να διασωθούν, αλλά οι πράξεις μιλάνε πάντα πιο δυνατά από τα λόγια. Και το πώς θα ενεργήσει η Fed θα αποκαλύψει πού βρίσκονται οι πραγματικές προτεραιότητές της.
[1] Δείκτης του χρηματιστηρίου του Τόκιο
[2] Στις 19 Οκτωβρίου του 1987, ημέρα Δευτέρα, οι παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές κατέρρευσαν απροσδόκητα με τα από μια περίοδο ‘υπερθέρμανσης’
[3] Dow Jones και δείκτης Nasdaq: Δείκτες των αμερικανικών χρηματιστηρίων.
[4] Μόχλευση είναι ο δανεισμός μέσω σύγχρονων τεχνικών (παράγωγα) που πολλαπλασιάζει τα κέρδη ως ποσοστό των επενδυμένων κεφαλαίων, αλλά—αν τα πράγματα στραβώσουν—οδηγεί σε ολοκληρωτικές απώλειες κεφαλαίου. Από τεχνική άποψη τα ‘παράγωγα προϊόντα’ διευκολύνουν την διαχείριση χαρτοφυλακίων επιτρέποντας την χρήση προχωρημένων μαθηματικών μεθόδων για την ποσοτική ανάλυση.
[5] Trading: Οι αγοραπωλησίες κερδοσκοπικού χαρακτήρα
[6] Carry Trade: Ένα είδος arbitrage, όπου ο κερδοσκόπος δανείζεται ‘φθηνά’ για να αγοράσει αξίες με καλύτερες αποδόσεις από το επιτόκιο δανεισμού του—συνήθως αφορά δυνατότητες που παρουσιάζονται στις αγορές συναλλάγματος
[7] Margin-call: Όταν ο κερδοσκόπος χάνει στις μοχλευμένες θέσεις του, εάν αυτές δεν καλύπτονται πλέον από τα κεφάλαιά του, η χρηματιστηριακή εταιρία θα του ζητήσει να βάλει επιπλέον χρήματα στον λογαριασμό του. Αυτό είναι το margin-call. Συχνά, λόγω έλλειψης ρευστότητας, τα χρήματα πρέπει να προκύψουν από υποχρεωτική πώληση περιουσιακών στοιχείων, που συνεπάγεται πιέσεις και επίταση της κρίσης στις τιμές.
[8] Ως γνωστόν, κατά το κραχ του 1929, πολλοί τραπεζίτες και πτωχευμένοι επενδυτές αυτοκτονούσαν πέφτοντας από υψηλά κτίρια.
[9] Τα ‘Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης’ (ΣΜΕ) είναι ένα παράγωγο προϊόν σύμφωνα με το οποίο ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει να παραδώσει εντός ενός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα κάποιο προϊόν σε ορισμένη τιμή στον άλλο συμβαλλόμενο. Στην περίπτωση των ομολόγων, τα ΣΜΕ αντανακλούν τις προσδοκίες της αγοράς για την μελλοντική πορεία του βασικού επιτοκίου.
[10] Όταν κάποιος αγοράζει ένα put option σημαίνει ότι εξασφαλίζει ότι η τιμή πώλησης του αντίστοιχου περιουσιακού του στοιχείου δεν θα πέσει χαμηλότερα από την τιμή που ορίζει το put option. Το θέμα με το Fed put είναι ότι οι επενδυτές θεωρούν (και αυτό επιβεβαιώνεται από την εμπειρία), ότι η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ δεν θα επιτρέψει κατάρρευση των τιμών κάτω από κάποιο ‘φράγμα’. Δεδομένου ότι αυτό ειδικά το put option δεν αγοράζεται στην ελεύθερη αγορά, η πεποίθηση για την ύπαρξή του οδηγεί σε ένταση της κερδοσκοπίας, αφού η κεντρική τράπεζα θεωρείται ότι θα παρέμβει για να ‘σώσει’ τζάμπα τους κερδοσκόπους. Έχουμε εδώ το φαινόμενο του λεγόμενου ‘ηθικού κινδύνου’ (moral hazard). Φυσικά, όλα αυτά επιτείνουν τον δυνητικό κίνδυνο στις χρηματαγορές καθώς μεταθέτουν για το μέλλον τη λύση των πραγματικών προβλημάτων τα οποία μεγεθύνονται συν τω χρόνω.
[11] Το Marriner S. Eccles Federal Reserve Board Building στεγάζει τα κεντρικά γραφεία του Συμβουλίου Διοικητών του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος (Federal Reserve System) των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πηγή: Russia Today
Μετάφραση – επιμέλεια: Κ. Μηλολιδάκης



















