Άρθρα

Παιχταράς ο Τσίπρας στη Βουλή;

Ας ξεκινήσουμε με μια προκλητική αξιολογητική κρίση: Όσοι λιγώνονται από την αντιεθνικιστική ρητορεία του Τσίπρα και πανηγυρίζουν μέσα τους για τις αναφορές του στο Δημοκρατικό Στρατό και στη Μίρκα Γκίνοβα, ας ενταχθούν κατευθείαν στον ΣΥΡΙΖΑ, να μην παιδεύονται κι αυτοί, και να μην παιδεύουν και άλλους.

Ας ενταχθούν στον ΣΥΡΙΖΑ και όσοι θεωρούν ότι «είναι κακή η επέκταση του ΝΑΤΟ», αλλά από την άλλη «ποιοι είμαστε εμείς που θα απαγορεύσουμε την είσοδο ενός γειτονικού κράτους στο ΝΑΤΟ;». Όποιος πιστεύει ότι «η εναντίωση στο ΝΑΤΟ είναι θέμα του γειτονικού κράτους και όχι δικό μας», απέχει μια σταλιά δρόμο από το να σφυρίζει αδιάφορα όταν βομβαρδίζεται η Συρία και διαμελίζεται το Ιράκ γιατί «ποιοι είμαστε εμείς που θα αποφασίσουμε τι θα γίνει σε μια άλλη χώρα;». Λες και άμα πει η όποια ελληνική Αριστερά «όχι στη Συμφωνία», θα απαγορεύσει («σταλινικά», ναι, ακούστηκε και αυτό) στους γείτονες την είσοδο στο ΝΑΤΟ.

Ας προστρέξουν στο κυβερνητικό κόμμα και όσοι αηδιάζουν με αποτροπιασμό μπροστά στη -λάθος είναι αλήθεια- θέση του ΚΚΕ ή της ΛΑΕ για ενίσχυση του αλυτρωτισμού των γειτόνων, καταπίνοντας με ευχαρίστηση τόνους Νατοϊκών λυμάτων και ιμπεριαλιστικών αποπάτων.

Το ίδιο και όσοι θεωρούν ότι το κρίσιμο σήμερα ζήτημα για την ελληνική κοινωνία είναι η διαίρεση ανάμεσα σε διεθνιστές και μακεδονομάχους. Αλλά και όσοι θεωρούν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είναι αποτέλεσμα του ελληνικού εθνικισμού και αν κατηγορούν σε κάτι την κυβέρνηση είναι ότι ήταν πολύ επιθετική με τους γείτονες και αντί να τους αφήσει το όνομα, τους υποχρέωσε σε αλλαγή. Αυτοί έχουν πάρει διαζύγιο με κάθε τι που θυμίζει μαρξισμό και διαλεκτική, μόνο που θεωρούν εαυτούς ειδήμονες και στον μαρξισμό και στη διαλεκτική.

Είναι κρίμα και άδικο όλοι οι παραπάνω να έχουν ενσωματωθεί από την κορυφή μέχρι τα νύχια στην κυρίαρχη αστική πολιτική και να μην απολαμβάνουν τα κάθε είδους προνόμια που έχει η ένταξη σε ένα κόμμα εξουσίας.

Είναι επίσης κρίμα να ταλαιπωρούν οι απόψεις ενός αστικού κοσμοπολίτικου εκσυγχρονισμού την Αριστερά, την ώρα που αυτή έχει ζωτική ανάγκη τη δικιά της ανταγωνιστική οργάνωση και ανταγωνιστική θεωρία για να ανασυντεθεί και να ξαναχτιστεί από τα σημερινά ερείπια.

Ο δε θαυμασμός στον «παιχταρά» Τσίπρα ή στον «τεκμηριωμένο και γνώστη» Κοτζιά, καλύτερα να αντικατασταθεί από τον θαυμασμό μπροστά στην ΑΕΚ, στον ΠΑΟΚ, στον Τσιτσιπά ή στον Ναδάλ.

Το να περιορίζει κάποιος τον εαυτό του στο ρόλο του ποδοσφαιρικού θεατή μιας ενδοαστικής κόντρας στη Βουλή ανάμεσα στα παλτά – μακεδονομάχους και στους παιχταράδες αντιεθνικιστές, είναι θέμα δικό του. Το να περιμένει ότι αυτό πρέπει να κάνει και η όποια Αριστερά επιμένει να είναι Αριστερά, πάει πολύ.

Ο Βούτσης είχε δίκιο όταν έλεγε πριν μήνες ότι το Μακεδονικό θα είναι όχημα ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού. Αυτό εννόησε ο Τσίπρας όταν μίλησε για τη δεξιά πολυκατοικία εντάσσοντας τον Καμμένο σε αυτήν, ενώ όλοι οι σχεδιασμοί του ΣΥΡΙΖΑ αφορούν την ανασύσταση μιας μεγάλης ενιαίας Κεντροαριστεράς. Η παρέλαση των κυβερνητικών στελεχών από το σπίτι του υπέργηρου Λιβάνη δεν ήταν τίποτα άλλο από υποβολή διαπιστευτηρίων επ΄ αυτού του σχεδίου. Το ίδιο και η διάλυση του ΚΙΝΑΛ, του Ποταμιού, της Ένωσης Κεντρώων και λοιπών ενδιάμεσων.

Η διαπίστωση Βούτση μακάρι να συνοδευτεί και από την ανασύνθεση της πολιτικής και ανθρώπινης γεωγραφίας και στην Αριστερά. Ας πάνε να γίνουν ουρά της κυβέρνησης όσοι έχουν αφαιρέσει το κρίσιμο στοιχείο του ιμπεριαλισμού και των αστικών συμφερόντων. Όσοι μιλούν για τη συμφωνία υποβαθμίζοντας ότι η συμφωνία έγινε, ψηφίστηκε και θα εφαρμοστεί, βρέξει χιονίσει γιατί αυτή είναι η συνασπισμένη θέληση των ιμπεριαλιστών.

Ας πάνε να γίνουν εξαπτέρυγα του Τσίπρα όσοι μιλούν για τη συμφωνία έχοντας πέσει σε χειμερία νάρκη από το 1992, τότε που η κρατούσα αστική πολιτική ήταν ο εθνικισμός και σύσσωμο το ελληνικό Κοινοβούλιο κραύγαζε ότι «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».

Τους έχουμε νέα: Εδώ και εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, υπό την καθοδήγηση ΕΕ και ΗΠΑ όλη η αστική πολιτική έχει περάσει στη σφαίρα του ρεαλισμού, της αποδοχής τετελεσμένων, της σύνθετης ονομασίας, της ανάγκης επίλυσης. Ο Σαμαράς χθες, ως αντιπολίτευση, ξαναθυμήθηκε ότι «η Μακεδονία είναι μία», αλλά ξέχασε ότι ως κυβέρνηση προωθούσε τη σύνθετη ονομασία.

Το να σκιαμαχεί κανείς με τον μακεδονομάχο Σαμαρά από τις θέσεις της επίσημης και διαχρονικής αστικής πολιτικής, δεν τον κάνει αριστερό, τον κάνει άξιο εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης.

Και από αυτή την άποψη ο Τσίπρας είναι παιχταράς: Η κοινωνία σε καταστολή, εμπεδώνει το ρόλο της ως παθητικού θεατή, η αστική πολιτική να βρίσκει τον καλύτερό της εκφραστή στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ και οι αριστεροί σε σύγχυση να ξερογλύφονται είτε με τις αντιδεξιές και αντιεθνικιστικές κορώνες του Τσίπρα, είτε να βρίσκουν καταφύγιο και αποκούμπι στο ακούνητο (και προς τούτο ακίνδυνο) ΚΚΕ.

Μόνο που ο Τσίπρας είναι στο αντίπαλο στρατόπεδο. Και όρος για την επιβίωση των κοινωνικών τάξεων που θέλει να εκφράσει η Αριστερά, είναι η συντριβή του.

Ευρωατλαντικός διπολισμός χωρίς βαρίδια: για την αποχώρηση Καμμένου από την κυβέρνηση

Η αποχώρηση (μερικών εκ) των ΑΝΕΛ από την κυβέρνηση και η ψήφος εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση Τσίπρα αποτελούν μια προαναγγελθείσα εδώ και καιρό εξέλιξη που σηματοδοτεί τη μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού στη «μεταμνημονιακή» Ελλάδα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στρέφεται ανοικτά στο νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονιστικό ακραίο κέντρο, αφήνοντας πίσω λαϊκιστικά και πατριδοκάπηλα βαρίδια. Θα μπορεί πλέον να εκφράσει ανοικτά και χωρίς εμπόδια τις προσδοκίες της ελληνικής άρχουσας τάξης και του ιμπεριαλισμού.

Ο Τσίπρας αναδεικνύεται στον αγαπημένο άνθρωπο των δυναμικών κέντρων σε όλα τα επίπεδα. Η ολοφάνερη στήριξη της Μέρκελ με αφορμή το Μακεδονικό, σημαίνει ταυτόχρονα πολλαπλή στήριξη της ευρωπαϊκής ηγεσίας σε όλες τις κρίσιμες και στρατηγικές κατευθύνσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ: Ευθυγράμμιση με διακυβέρνηση Τραμπ, ένταξη στον αντιδραστικό άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ, δέσμευση της Ελλάδας επί δεκαετίες σε σκληρό «μεταμνημονιακό» αλλά στην ουσία μνημονιακό πρόγραμμα, επίλυση παλιών εθνικιστικών διαφορών στα Βαλκάνια σε όφελος της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης και του ΝΑΤΟ, εξασφάλιση κοινωνικής νηνεμίας. Όλα αυτά δεν θα υπήρχαν χωρίς τον Τσίπρα. Το γεγονός αυτό του το αναγνωρίζουν οι χθεσινοί αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ ανά την Ευρώπη και τον κόσμο και για αυτό ακριβώς (και όχι μόνο για τις Πρέσπες) τον «ευγνωμονούν», όπως ανέφερε η Μέρκελ.

Η κίνηση προς τα μπρος του Τσίπρα, σηματοδοτεί ακόμα την αδήριτη -για τον αμερικανικό και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό- ανάγκη να περάσει και να εφαρμοστεί η συμφωνία των Πρεσπών. Να ανοίξει δηλαδή διάπλατα και χωρίς αστερίσκους ο δρόμος για την ολοκληρωτική εμπέδωση του ΝΑΤΟ στη Βαλκανική, την ακόμα στενότερη περικύκλωση της Ρωσίας, την αύξηση της πίεσης στη Σερβική παραφωνία. Αποτελεί βροντερή δήλωση του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν θα διστάσει προ ουδενός προκειμένου να αναδειχθεί στη βασική και αποτελεσματικότερη μέχρι σήμερα πολιτική δύναμη σε όφελος του ξένου παράγοντα.

Οι ΑΝΕΛ επιδιώκουν με τη θεατρική τους έξοδο την κοινοβουλευτική τους επιβίωση, πράγμα όμως εξαιρετικά δύσκολο. Αφενός ο Τσίπρας τους διαλύει ως κόμμα αφαιρώντας τους τη μισή και πλέον κοινοβουλευτική ομάδα, αφετέρου – και σημαντικότερο – η μεταμνημονιακή πραγματικότητα δεν έχει ανάγκη καμμιά πατριδοκάπηλη ρητορεία στο πλάι ενός εκσυγχρονισμένου, ευρωπαϊκής κοπής νεοφιλελευθερισμού. Δίπλα στη γενικευμένη αναξιοπιστία του Καμμένου βαραίνει η νέα φάση των πολιτικών εξελίξεων και η ανάγκη συγκρότησης δύο καθαρών πόλων κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς που θα εναλλάσσονται ομαλά, εφαρμόζοντας όμοια πολιτική. Σε αυτή τη νέα περίοδο οι ΑΝΕΛ δεν χρειάζονται πλέον.

Η παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση Τσίπρα, είναι μάλλον δεδομένη, αν και στην πολιτική υπάρχουν πάντα εκπλήξεις. Δύο μέρες μετά την επίσκεψη και την έγκριση/επιβράβευση του ΣΥΡΙΖΑ από τη Μέρκελ, η προσφυγή στην ανανέωση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης είναι δείγμα ανάκτησης της πρωτοβουλίας των κινήσεων στο αστικό στρατόπεδο, και όχι αδυναμίας. Ενόψει μάλιστα της ψηφοφορίας στη Βουλή, είναι αναμενόμενο να κυριαρχήσουν τα πιο ποταπά προσωπικά και οικονομικά κίνητρα, ειδικά μάλιστα από αυτό το πολιτικό και κοινοβουλευτικό προσωπικό και την ιδιαίτερη ποιότητα που το διακρίνει. Είναι επίσης αναμενόμενο ο ξένος παράγοντας και ειδικά η πρεσβεία των ΗΠΑ να έχει αυξημένο ρόλο και λόγο τα επόμενα εικοσιτετράωρα καθώς θα θέλει να στηρίξει τον εκλεκτό της.

Ουδείς επιδιώκει αυτή τη στιγμή την καταψήφιση της κυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα είναι ίσως ο μοναδικός λιγότερο χαμένος αν η κυβέρνηση Τσίπρα δεν πάρει ψήφο εμπιστοσύνης. Σε μία τέτοια περίπτωση θα παραδώσει στον Μητσοτάκη το Μακεδονικό και θα υπερασπιστεί την πολιτική ασφυκτικής πρόσδεσης στο άρμα των ΗΠΑ. Αντίθετα, ο Μητσοτάκης παραλαμβάνοντας την καυτή πατάτα της συμφωνίας των Πρεσπών, θα υποχρεωθεί σε μεγαλοπρεπή κωλοτούμπα καθώς αυτή θα είναι η επιθυμία και διαταγή ΗΠΑ και ΕΕ. Ανάληψη τώρα της πρωθυπουργίας από τον Μητσοτάκη συνιστά τεράστιο πρόβλημα για τη ΝΔ. Οι ενδιάμεσες δυνάμεις (ΚΙΝΑΛ, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων) έχουν κάθε συμφέρον να κερδίσουν πολιτικό χρόνο και παράταση παραμονής σε υψηλά αμοιβόμενες καρέκλες, καθώς θα συμπιεστούν ακόμη περισσότερο από το δίπολο ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ. Με δύο λόγια, όλοι – αν και δεν μπορούν να το πουν ανοικτά – είναι υπέρ της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση.

Ανανέωση της εμπιστοσύνης της Βουλής σημαίνει μια νέα προσπάθεια στήριξης των δανειστών -και ειδικά της ηγεσίας της ΕΕ- προς τον Τσίπρα, με διάφορα ανταλλάγματα και δωράκια που θα στηρίζουν τον μύθο της διαφορετικότητας ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ. Η δήλωση Τσίπρα ότι πάει για τους 151 θετικές ψήφους ώστε να περάσει μια σειρά από «φιλολαϊκά» νομοσχέδια για τον κατώτατο μισθό, την προστασία της πρώτης κατοικίας, την αποκατάσταση των παλαιότερων αδικιών, καθώς και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση, σηματοδοτούν την φιλοδοξία ΣΥΡΙΖΑ να δώσει με φιλοδοξίες τη μάχη των εκλογών και αν χάσει, να χάσει με τέτοια διαφορά που να του επιτρέπουν να ανακάμψει με αφορμή τις Προεδρικές εκλογές του 2020.

Η πανταχόθεν στήριξη Τσίπρα στο Μακεδονικό και όχι μόνο δημιουργεί δυσχέρειες στη ΝΔ, καθώς μπορεί να τρώει από την φυσιολογική φθορά μιας κυβέρνησης που έβγαλε δύσκολο έργο, αλλά εμφανίζεται διπρόσωπη και αναξιόπιστη απέναντι στα φυσικά και ιστορικά της στηρίγματα (ΗΠΑ, αγορές, άρχουσα τάξη). Ειδικά η επιθετική κίνηση Τσίπρα να αναζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης δύο μέρες μετά την συνάντησή του με τη Μέρκελ δείχνει ότι έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και ότι επιχειρεί να ορίσει την αστική ατζέντα με τη σύμφωνη γνώμη των επικυρίαρχων της χώρας.

Ο κόσμος που ζει στην πραγματική κοινωνία και στην πραγματική οικονομία δεν δίνει καμιά ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Τσίπρα. Ωστόσο η παθητική στάση δεν αλλάζει, καθώς μάλιστα ο διπολισμός ενισχύεται και στήνεται το σκηνικό για ένταση ενός καβγά χωρίς πραγματική ουσία και νόημα. Οι πολιτικές ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ είναι όμοιες, βρίσκονται στο ίδιο πλαίσιο, υπηρετούν με διαφορετικές ταχύτητες και προσωπεία τον ίδιο στόχο. Τα λαϊκά συμφέρονται βρίσκονται στην εντελώς αντίπαλη όχθη από την όχθη στην οποία κοκορομαχούν Τσίπρας και Μητσοτάκης.

Τέτοιους αμερικανοτσολιάδες είχαμε να δούμε από τη Χούντα

45 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου – Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ

«Χρωστάμε νομίζω όλοι μαζί ένα μεγάλο ευχαριστώ στον ΣΥΡΙΖΑ και στη σημερινή κυβέρνηση. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης το εκκρεμές πήγε πάρα πολύ αριστερά. Το τσουνάμι του λαϊκισμού και της ριζοσπαστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορούσε να συγκρατηθεί μετά τη δικτατορία.

Χρειάστηκε μια «αριστερή» κυβέρνηση για να σπρώξει το εκκρεμές προς το Κέντρο, εκεί όπου έπρεπε να είναι εξαρχής. Κανείς μας, όσο και αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να το πετύχει αυτό τα τελευταία σαράντα και κάτι χρόνια…

Ηλθε όμως ο ΣΥΡΙΖΑ και γκρέμισε ταμπού και κλισέ δεκαετιών…ένα ταμπού που γκρεμίσθηκε είναι ο αντιαμερικανισμός. Σήμερα έχουμε μια αριστερή κυβέρνηση που επιδιώκει ανοικτά, και χωρίς περιστροφές, τη στενή σχέση με τις ΗΠΑ, είτε με Ομπάμα πρόεδρο είτε με Τραμπ. Η Αριστερά επένδυσε πολύ στον αντιαμερικανισμό, σήμερα τον αποδομεί στην πράξη…»

Καθημερινή, Αλ. Παπαχελάς, 19-03-2017

Ότι δεν κατάφεραν τα ΜΜΕ, οι ολιγάρχες, οι ιμπεριαλιστές και το πολιτικό τους προσωπικό, 45 χρόνια από την εξέγερση του Νοέμβρη, το κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ. Η πιο φιλοαμερικανική κυβέρνηση της μεταπολίτευσης εξευτέλισε και χλεύασε το πολιτικό και αξιακό φορτίο της Αριστεράς γενικά, και ειδικά τις αντιμπεριαλιστικές και αντιαμερικανικές παραδόσεις του λαϊκού κινήματος.

45 χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου το σύνθημα για ψωμί και για παιδεία κονιορτοποιείται για τις ανάγκες των δανειστών και των πρωτογενών πλεονασμάτων. Το αίτημα για ψωμί είναι παράλογο, γιατί όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση Τσίπρα, «δεν υπάρχει εναλλακτική». Όσο για την Ελευθερία, η υποτέλεια και η εξάρτηση είναι στο μεγαλύτερο βαθμό της 45ετίας, η χώρα και ο λαός στραγγαλίζονται από την υποταγή σε ό,τι επιβάλλει η ΕΕ. Κάθε αγώνας για τα δίκαια αιτήματα του λαού χλευάζεται γιατί «δεν υπήρχε άλλος δρόμος από το συμβιβασμό», όπως είπε ο Τσίπρας πρόσφατα στη Γερμανία.

Για το όνειδος, που κάποτε μιλούσε εξ ονόματος της Αριστεράς, και λέγεται Τσίπρας, μόνο ένα «θερμό» κεφάλι θα επέλεγε τη σύγκρουση με το σύστημα της ευρωζώνης. Όπως θερμά κεφάλια, 45 χρόνια πριν, επέλεξαν τη σύγκρουση με τη Χούντα. Για να είμαστε όμως δίκαιοι, και η Αριστερά που ανέθρεψε τα σημερινά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, το 1973 βάφτιζε τους εξεγερμένους θερμοκέφαλους και προβοκάτορες. Η Αριστερά που είχε τότε «καθαρό μυαλό», προσέβλεπε σε μια ομαλή φιλελευθεροποίηση του χουντικού καθεστώτος. Όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα με «καθαρό μυαλό» επιλέγει την εξόντωση της κοινωνίας και τον εξευτελισμό της χώρας. Γιατί, για τη συγκεκριμένη συνομοταξία που δηλώνει αριστερά και πράττει δεξιά, ούτε τότε, ούτε σήμερα, «υπάρχει εναλλακτική».

Εκεί όμως που ο ΣΥΡΙΖΑ ξεπέρασε τις προσδοκίες των ιμπεριαλιστών και της άρχουσας τάξης είναι ο φιλοαμερικανισμός του. Θέσεις, αρχές και αξίες που θεμελίωσε ο Νοέμβρης του 1973 και η αντιιμπεριαλιστική ριζοσπαστικοποίηση των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης, χλευάζονται από την κυβέρνηση Τσίπρα.

Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ θεωρείται αγκαλιά προστασίας και όχι μήτρα κινδύνων. Κουκουλώνεται ο Αττίλας του 1974 που έδειξε περίτρανα τι σημαίνει «εθνική ασφάλεια» υπό τις ΗΠΑ.

Οι νέες βάσεις και οι περισσότερες διευκολύνσεις για τις ΗΠΑ θεωρούνται «ενεργητική εξωτερική πολιτική». Πρόκειται για όνειδος και υποτέλεια, για τσάκισμα της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας

Τα ταξίδια με τις εκκλήσεις στις ΗΠΑ για επενδύσεις, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, οι παραγγελίες οπλικών συστημάτων απευθείας στον Τραμπ, εμπεδώνουν μια κυβέρνηση πλασιέ που εκλιπαρεί για μερικά δολάρια για να έρθουν οι πολυπόθητες επενδύσεις για να επιβιώσει ένα μοντέλο ανάπτυξης πλιάτσικου και παρασιτισμού.

«Λύθηκε» το «μακεδονικό» προς όφελος του ΝΑΤΟ και ετοιμάζεται «λύση» του Κυπριακού.

Σε ασκήσεις του ΝΑΤΟ περικύκλωσης της Ρωσίας στη Συρία και στριμώγματος της Τουρκίας στη ΝΑ Μεσόγειο, η Ελλάδα σπεύδει να διαθέσει πλοία, αεροπλάνα, αεροδρόμια. Τόσο υστερική φιλοαμερικανική πολιτική η χώρα είχε να δει από το μισαλλόδοξο μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς. Σήμερα την ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η συμμαχία με το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ βαφτίζεται επίσης ενεργητική εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκία. Πρόκειται για τυχοδιωκτισμό, για χωρίς αρχές συνεργασία με ένα κράτος δολοφόνων, με ένα κράτος που βρίσκεται σήμερα στην πρώτη γραμμή της ρατσιστικής κι απάνθρωπης συμπεριφοράς.

Ότι είχε απομείνει από το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα της μεταπολίτευσης, ως αιτήματα, ως γενικοί στόχοι, ως λαϊκά αισθήματα ανεξαρτησίας και υπερηφάνιας απέναντι στους ιμπεριαλιστές, ποδοπατήθηκαν από το ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα σήμερα, και αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να ανατρέψουμε.

Για τις αριστερές δυνάμεις, οργανώσεις, ομάδες, για τους αγωνιστές που επιμένουν στο πνεύμα του Νοέμβρη, που δεν ακυρώνουν 45 χρόνια αντίστασης και που δεν ενσωματώθηκαν στον Πασοκισμό (του παλιού ΠΑΣΟΚ και του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ), το πένθος για το Νοέμβρη δεν τους αντιστοιχεί.

Στην Ελλάδα πρέπει να γεννηθεί μια νέα πολιτική κίνηση της αριστεράς. Με ταξική πολιτική, με μετωπική πολιτική, με αντιιμπεριαλιστική πολιτική. Οι παρούσες δυνάμεις της αριστεράς δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το καθήκον. Υπάρχουν όμως αρκετές αξιόλογες δυνάμεις και μια μεγάλη μάζα αριστερών αγωνιστών που αναζητούν, ανησυχούν και προσπαθούν έξω πέρα αλλά και μέσα στην υπαρκτή αριστερά, να χαράξουν ένα δρόμο, να ενωθούν στις κοινές αναζητήσεις και πρακτικές, να οικοδομήσουν μια άλλη κατάσταση και μια άλλη αριστερά που να μην επαναλαμβάνει τουλάχιστον τα λάθη της σημερινής.

Το επαναστατικό, αντιιμπεριαλιστικό πνεύμα του Νοέμβρη έχει να μας προσφέρει πολλά σε αυτό το καθήκον. Πολλά περισσότερα από το πνεύμα που κυριάρχησε στην αριστερά στην μεταπολίτευση. Το πνεύμα του κοινοβουλευτισμού, της ειρηνικής συνύπαρξης με το σύστημα, του κοσμοπολιτισμού-ευρωπαϊσμού, της δικαιωματικής πολιτικής, του σεχταρισμού-μαγαζακισμού.

Τα αιτήματα του Νοέμβρη δε δικαιώθηκαν, μοιάζουν να ματαιώθηκαν προσωρινά, όμως δεν μπορεί να ακυρώθηκαν, γιατί η ιστορία δεν ακυρώνεται.

  • Έξω το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ
  • Θάνατος στο φασισμό και τον ιμπεριαλισμό
  • Κύπρος Ενιαία Ανεξάρτητη
  • Όχι στον πόλεμο – Αλληλεγγύη των λαών
  • Για Εθνική Ανεξαρτησία και Λαϊκή κυριαρχία απέναντι στο σύγχρονο καθεστώς της υποτέλειας, της χρεοκρατίας, του ευρωσυστήματος και της Ε.Ε., της αμερικανοδουλείας.

ΔΕΘ 2018: Περίεργες(;) σιωπές, δεξιές κι αριστερές

Η φετινή ΔΕΘ φαινομενικά δεν έκανε κανέναν σοφότερο ούτε διαμόρφωσε κάποια νέα κατάσταση. Οι πολιτικοί χώροι είχαν κάνει τις επενδύσεις τους. Εναρμονισμένες με το κλίμα  δεν απέδωσαν και έτσι όλοι περιορίστηκαν να ελπίζουν στην αποτυχία των άλλων. Αν όμως κάποιος ξύσει την επιφάνεια θα διαπιστώσει πως σ’ αυτήν  τη διαδικασία εμφανίστηκαν ανορθογραφίες που με μια πρώτη ματιά φαίνονται περίεργες, έχουν όμως τις εξηγήσεις τους. Η κυβερνητική κατρακύλα συνεχίστηκε σε όλα τα επίπεδα, αφήνοντας τεράστια περιθώρια στην αντιπολίτευση, κι από τις δύο πλευρές

…και χάσαν όλοι οι άλλοι!

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ είχε δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες παροχών, εκφραζόταν και ένα άγχος να «ρεφάρει» για το καταστροφικό καλοκαίρι. Τελικά πρυτάνευσαν «ωριμότερες» σκέψεις: Ουσιαστικά δεν απευθύνθηκε στην κοινωνία (εκτός από τους φανατικούς του ΠΑΟΚ)  καθώς πλέον υπάρχει επίγνωση της πλήρους κατάρρευσης της κυβερνητικής αξιοπιστίας. Απευθύνθηκε  στους «θεσμούς», ξεκαθαρίζοντας πως δεν θα γίνει τίποτα χωρίς την έγκρισή τους και, κυρίως, στους Αμερικάνους. Ποτέ στην ιστορία αυτής της – πάντα εξαρτημένης – χώρας δεν έχει υπάρξει τέτοια επίδειξη υποτέλειας! Είναι φανερό πως η πολύπλευρη στήριξη από τον ξένο παράγοντα είναι το τελευταίο χαρτί των ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ. Μην το υποτιμούμε, είναι ένα πολύ ισχυρό χαρτί.

Ένα πρώτο παράδοξο είναι πως τόσο η κυβέρνηση όσο κι η ΝΔ είχαν επενδύσει, για διαφορετικούς λόγους, στους «μακεδονομάχους». Η ΝΔ πόνταρε σε ένα μαζικό συλλαλητήριο που θα συναντούσε σκληρή καταστολή. Σε ένα μαζικό, σκληρό συλλαλητήριο πόνταρε και η κυβέρνηση, ήδη με τα δημοσιεύματα των φερέφωνών της στον Τύπο προετοίμαζε ένα κλίμα «φασιστικού κινδύνου». Τελικά διαψεύστηκαν κι οι δύο, ελάχιστοι παραθρησκευτικοί με επικεφαλής έναν γραφικό καλόγερο και έναν ξεβράκωτο εθνικιστή δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν αφήγημα «λαϊκού ξεσηκωμού»,  για «φασιστική εκτροπή» δεν το συζητάμε καν.

Αυτή που δεν διαψεύστηκε ουσιαστικά στις επενδύσεις της ήταν η Αριστερά καθώς… δεν επένδυσε και πολλά! Οι ανακοινώσεις και, κυρίως, η πρακτική των χώρων θα μπορούσαν να είναι οι περσινές, οι προπέρσινες κ.ο.κ.. Πολυδιάσπαση σε 4(!) διαφορετικές συγκεντρώσεις χωρίς στόχο στην πραγματικότητα, χωρίς να θέτουν τα νέα δεδομένα που θα συγκινούσαν. Η εξαφάνιση από τα ΜΜΕ των συγκεντρώσεων του ΠΑΜΕ και της Καμάρας ήταν αναμενόμενη, δεν έγινε όμως και κάτι να υποχρεωθούν για το αντίθετο.

Ενόχλησε ένας πισινός περισσότερο από μια ναυαρχίδα

Κι όμως υπήρχαν στοιχεία που θα μπορούσαν να προκαλέσουν πολιτική θύελλα και, ως έναν βαθμό, κινηματική έκφρασή της: Η μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε αμερικανικό έδαφος είναι ένα γεγονός με ξεχωριστή σημασία. Μόνο οι συνειδητά εθελοτυφλούντες θεωρούν «τυχαία» την επιλογή των ΗΠΑ ως «τιμώμενη» χώρα.  Στο λιμάνι της πόλης κυριαρχούσε η ναυαρχίδα του αμερικανικού 6ου Στόλου, το USS Mount Whitney, το τέρας που το 2011 ήταν το κύριο σκάφος διοικήσεως στη διεθνή επιχείρηση που είχε στηθεί κατά της Λιβύης,  με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο, ουσιαστικός αρμοστής της χώρας, Τ. Πάιατ είχε το γενικό πρόσταγμα. Για πρώτη φορά πριν τον πρωθυπουργό, την έκθεση εγκαινίασε ουσιαστικά ο υπουργός εμπορίου των ΗΠΑ, Γ. Ρος ενώ το γενικό πρόσταγμα στον τομέα της «ασφάλειας» είχαν οι αμερικανικές υπηρεσίες.

Οι κυβερνητικές εξαγγελίες είχαν ως βασικό χαρακτηριστικό το «μικρό καλάθι» που κι αυτό θα υλοποιηθεί ΑΝ το επιτρέψουν οι θεσμοί και ΑΝ ξαναβγεί ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση. Το κύριο σημείο, ενδεικτικό λογικής και νοοτροπίας, ήταν η ανατριχιαστική δήλωση Τσίπρα για τους συνταξιούχους: «πάνω από τα 70 θα λιγοστεύουν και θα βοηθήσουν να λυθεί το πρόβλημα»! Φυσικά υπήρχαν τα ξεπουλήματα των ναυπηγείων, των υπόλοιπων λιμανιών κλπ. Το σκηνικό συμπληρώθηκε με γραφικότητες ποδοσφαιρικής φύσεως. Ο προφανής γελοίος λαϊκισμός ίσως δεν ήταν τόσο… για γέλια! Όπως δηλώθηκε κι από Τσίπρα κι από  Καμμένο στις αρχές Οκτώβρη θα κατατεθεί νομοσχέδιο με το οποίο θα χαρίζονται 21,7 στρέμματα, ιδιοκτησίας του υπουργείου Άμυνας,  στον Σαββίδη.

Τα δεδομένα αυτά δεν προκάλεσαν ανάλογες αντιδράσεις!

Γιατί άραγε;

Γιατί ενόχλησε περισσότερο η εικόνα του πισινού ενός ανεγκέφαλου από την εικόνα της ναυαρχίδας των δολοφόνων; Γιατί εντυπωσίασε η εικόνα ενός σαλεμένου καλόγερου και όχι η εικόνα των αμερικανών αξιωματούχων που συμπεριφέρονταν σαν επικυρίαρχοι; Γιατί συζητήθηκε τόσο πολύ η δήλωση ενός βουλευτή της ΝΔ για το ασφαλιστικό του Πινοσέτ περισσότερο από την δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού; Η συνολική εικόνα απογοήτευσης, πολυδιάσπασης και κινηματικής ύφεσης μπορεί να δικαιολογεί τα πάντα και να χρησιμοποιείται και για αυτόν τον σκοπό;

Οι περίεργες σιωπές της Δεξιάς…

Προφανώς και δεν περίμενε κανείς από τη δεξιά να διαμαρτυρηθεί για την μετατροπή της χώρας σε αποικία των ΗΠΑ. Αναμενόμενη ήταν η αντίδρασή της που θυμίζει την παραβολή του Ασώτου: για δεκαετίες υπάκουη και υποτακτική στους Αμερικάνους, τους βλέπει με πίκρα και παράπονο να σφάζουν τον «μόσχο τον σιτευτό» για τον …άσωτο Τσίπρα, τον παλιό «αντιιμπεριαλιστή» διαδηλωτή. Κατανοητή η πίκρα τους, κατανοητή όμως και η σιωπή. Η ΝΔ θα αποφύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι κάθε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και για πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους αλλά και για πρακτικούς. Προφανώς και συμφωνεί με την ουσία της επιλογής. Ταυτόχρονα φοβάται: Οι Αμερικάνοι με τις μυστικές υπηρεσίες τους μπορούν ανά πάσα στιγμή να τους τινάξουν στον αέρα με «διαρροές», λίγο άνοιξαν την στρόφιγγα με την υπόθεση Novartis και έγινε χαμός.

Δεν είναι ανεξήγητη ούτε η σιωπή για τη δήλωση του Τσίπρα για τους συνταξιούχους. Στο θέμα των συντάξεων η ΝΔ ελπίζει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ όλη τη βρώμικη δουλειά ώστε να αποφύγει η ίδια να κάνει ακριβώς τα ίδια. Άλλωστε σε τι ακριβώς να διαφοροποιηθεί όταν μια μέρα πριν ο βουλευτής της Κώστας Καραγκούνης είχε υμνήσει το ασφαλιστικό του …Πινοσέτ!

Οι (ακόμα) πιο περίεργες σιωπές της Αριστεράς…

Για την Αριστερά οι εξηγήσεις είναι λίγο πιο δύσκολες. Ας σκεφτούμε το σκηνικό: Μια κυβέρνηση που έχει περάσει δύο μνημόνια, έχει ακυρώσει ένα δημοψήφισμα, έχει καταπατήσει κάθε υπόσχεση και ελπίδα… πάει στη ΔΕΘ! Μετατρέπει τη Θεσσαλονίκη σε Ντιτρόιτ.  Την ίδια στιγμή ο Τσίπρας κάνει την περίφημη δήλωση για τους συνταξιούχους, ανακοινώνει μέτρα – κοροϊδία, χαρίζει δημόσια περιουσία στον Σαββίδη!

Η «αριστερή πεπατημένη» λέει πως θα υπήρχε ξεσηκωμός! Θα χαλούσε ο κόσμος, έστω επικοινωνιακά, αρχικά κατά των αμερικανικής παρουσίας, ειδικά στην εποχή μας που οι Αμερικάνοι είναι έτοιμοι ν’ ανάψουν φωτιές στην ευρύτερη περιοχή. Τη μέρα που ο Tσίπρας υμνούσε τις «κοινές αξίες» του με τις ΗΠΑ και ο Καμμένος δήλωνε πως η «Ελλάδα υπάρχει μετά τον Β’ Παγκόσμιο χάρη στις ΗΠΑ», οι Αμερικανοί βομβάρδιζαν με βόμβες φωσφόρου τη Συρία.

Ο κόσμος δεν χάλασε, ούτε καν γρατζουνίστηκε. Όσα είπαμε για την υποχώρηση, την πολυδιάσπαση κ.λπ. φυσικά ισχύουν. Εξίσου όμως ισχύει πως  πλέον είναι ολοφάνερη η υποτίμηση της ανάγκης αντιιμπεριαλιστικού κινήματος από μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς. Το κάλεσμα στην συγκέντρωση της Καμάρας (για τη συγκέντρωση της ΓΣΕΕ ας μην το συζητούμε) υποτιμούσε τη σημασία της επιλογής των ΗΠΑ ως «τιμώμενη χώρα», την πολιτική και ιδεολογική διάσταση. Για μέρες ήταν ζήτημα αντιπαράθεσης ακόμα και το πέρασμα της πορείας από το Αμερικάνικο προξενείο!

Χώροι και ρεύματα της Αριστεράς στις ανακοινώσεις και την πρακτική τους, πριν και μετά, δεν αναφέρουν καν(!) τις λέξεις «Αμερικάνοι» και «ιμπεριαλισμός». Στα πρωτοσέλιδα αριστερών εντύπων αυτήν τη βδομάδα το γεγονός δεν υφίσταται, στην καθημερινή διαδικτυακή δραστηριότητα καταλαμβάνει υποπολλαπλάσιο χώρο από τον χαβαλέ με τις αηδιαστικές εικόνες των σαλεμένων «μακεδονομάχων».

Αυτά συνδέονται και με την αντιμετώπιση της κυβέρνησης. Τα ίδια κομμάτια της Αριστεράς συνεχίζουν στην πραγματικότητα να αντιμετωπίζουν με αμηχανία την κυβέρνηση. Όσο προχωρά η αποδόμησή της στην κοινωνία τόσο ορισμένοι φαίνεται να υποκύπτουν στο φόβο του «Κούλη»! Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός πως ενώ δικαιολογημένα χύθηκε άφθονο μελάνι για την δήλωση Καραγκούνη περί «ασφαλιστικού Πινοσέτ», η δήλωση του Τσίπρα για τους συνταξιούχους- που προφανώς έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία-  ουσιαστικά πέρασε αντουφέκιστη; Πώς να εξηγηθεί το γεγονός πως όλο το Σαββατοκύριακο μεγάλο τμήμα της Αριστεράς ασχολήθηκε πολύ περισσότερο με μια γραφική σύναξη λίγων εκατοντάδων και όχι με έναν πρωθυπουργό που στο Βελλίδειο ξεπουλούσε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μια χώρα και τις ζωές και τις ελπίδες ενός λαού με πρωτοφανή κυνισμό;

Να μας ξαναενοχλήσουν οι ναυαρχίδες κι οι υποτακτικοί τους

Είναι φανερό πως δεν πρόκειται για «λάθη». Στο χώρο της Αριστεράς είναι υπαρκτή η άποψη πως δεν υπάρχει ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ανάγκη αντιιμπεριαλιστικού κινήματος για το σπάσιμο του κρίκου στην αλυσίδα. Το μόνο που υπάρχει είναι η βασική αντίθεση, οι κυρίαρχες αντιθέσεις (πάνω στις οποίες συγκροτούνται τα πολιτικά μέτωπα, μην ξεχνιόμαστε…)  δεν υπάρχουν.  Δεν είναι καινούργια άποψη, υπάρχει δεκαετίες και έχει ηττηθεί στο κίνημα και στην πραγματική ζωή στις μεγάλες καμπές της ταξικής πάλης και στις μεγάλες στιγμές του κινήματος. Από κει και πέρα η ιδεολογική διαπάλη υπάρχει και συνεχίζεται και είναι σεβαστό. Η συζήτηση πρέπει να γίνει μακριά από ηλιθιότητες για «νατοϊκές αριστερές» ή «πατριώτες που είναι κρυπτοφασίστες», ενδεικτικές του αρρωστημένου κλίματος που γέννησε η ήττα.

Οι ηγεσίες των κυριότερων σχηματισμών της Αριστεράς στα λόγια δεν υιοθετούν την άποψη ή και τη συμπεριφορά αυτή, στην πράξη όμως φαίνεται το αντίθετο, οφείλουν όλοι να πάρουν ξεκάθαρη θέση και κυρίως να την εκφράσουν έμπρακτα. Με απλά λόγια: Είναι δυνατόν απέναντι στην πρωτοφανή αμερικανοκρατία που έζησε η Θεσσαλονίκη να μην υπάρξει άμεση, ενωτική απάντηση; Να μην μετατραπεί η διαδήλωση στη ΔΕΘ σε μια μεγάλη αντιαμερικανική διαδήλωση που να συνδέει τα αιτήματα προτάσσοντας τον τρομερό κίνδυνο που εγκυμονεί για το λαό μας η πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ;

Αντίστοιχα, στο θέμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Πλέον κανείς δεν μπορεί να μιλά με υπεκφυγές. Υπάρχουν δυνάμεις στην Αριστερά που θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στον χώρο μας και, κατά συνέπεια, δικαιούται να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τη ΝΔ στο επίπεδο της πολιτικής; Θα εκφράσει η Αριστερά την βουβή αλλά συνεχώς διογκούμενη κοινωνική οργή θέτοντας με τους δικούς της όρους τον στόχο να συντριβεί αυτή η κυβέρνηση της υποταγής στους ιμπεριαλιστές, της βάρβαρης μνημονιακής πολιτικής αλλά και του πρωτοφανούς αμοραλισμού; Θα ξεκαθαρίσει η αριστερά πως κανένα δίλημμα «Αλέξης ή Κούλης» δεν υφίσταται γι’ αυτήν εφόσον εφαρμόζουν την ίδια πολιτική;

Όσο δεν δίνονται ξεκάθαρες απαντήσεις θα συνεχίσει η Αριστερά να παρακολουθεί αμήχανη επιτρέποντας στον ΣΥΡΙΖΑ να καταρρακώνει τις ιδέες και αξίες της Αριστεράς και στη Δεξιά και την Ακροδεξιά να καρπώνεται την κοινωνική δυσαρέσκεια. Η ανασύνθεση, ο ανασχηματισμός της προϋποθέτει φυσικά συμφωνία για τα «μεγάλα». Προϋποθέτει όμως  και την ξεκάθαρη τοποθέτηση για το πολιτικό «τώρα», με κορωνίδες τα ζητήματα του ιμπεριαλισμού και της αριστερής απάντησης στην αστική πολιτική.

Αντί επιλόγου…

Πολλοί, είτε στο όνομα μιας «ανανέωσης» με άρωμα Βρυξελλών είτε στο όνομα της «επαναστατικής καθαρότητας» αυτές τις μέρες δυσφόρησαν με τα αντιιμπεριαλιστικά καλέσματα. «Επαρχιώτες» είπαν οι μεν, «εθνοπατριώτες» οι δε. Εξαιρετικά τα είπε σε ένα δημόσιο σχόλιό του το στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ, Θάνος Ανδρίτσος. Με την άδειά του…

«Είμαστε λιγάκι παραδοσιακοί, δε το αρνούμαι. Εδώ και σχεδόν ένα αιώνα, ότι αγαπήσαμε σε αυτό τον τόπο βρήκε πάντα εναντίον του τους Αμερικανούς. Για αυτό εμείς μάθαμε να αγαπάμε τους βιομηχανικούς εργάτες του κόσμου, τον Τζον Ριντ, τον Άλλεν Γκινσμπεργκ, την Αρίθα Φράνκλιν, τους Μαύρους Πάνθηρες, τον Μπομπ Ντίλαν, τα Μαρντι Γκρα της Νεας Ορλεάνης, το Ντιτρόιτ, τη Νέα Υόρκη, το μπατλ του L.A… Αλλά πάντα θα μισούμε την παγκόσμια υπερδύναμη, την αρχηγό των ιμπεριαλιστών, τη φόνισσα των λαών, τη γαμημένη Αστερόεσσα. Αυτή που κοσμεί τα πολεμικά αεροπλάνα, τα χρηματιστήρια και τα φέρετρα των θυμάτων του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτή, στα χρώματα της οποίας ντύθηκε ο τόπος μας. Εμείς είμαστε παραδοσιακοί και θεωρούμε ότι το κέντρο του αγώνα μας είναι η ήττα της υπερδύναμης».

Πηγή: ΚΟΜΜΟΝ

Ο Τσίπρας ανέλαβε την (αυτονόητη) πολιτική ευθύνη. Και λοιπόν;

Ανέλαβε την (αυτονόητη) πολιτική ευθύνη. Και λοιπόν;

Από την πρώτη μέρα που ξέσπασε η καταστροφική πυρκαγιά, η κυβέρνηση έδειξε να κάνει κυρίως επικοινωνιακή διαχείριση παρά διαχείριση κρίσης και αντιμετώπιση της καταστροφής. Και αυτό ακριβώς ήταν που προκάλεσε την οργή και την κατακραυγή. Τόσες μέρες μετά κι ακόμα δυσκολεύονται να το καταλάβουν.

Τα ΜΜΕ που ανέδειξαν εγκαίρως την κρισιμότητα της κατάστασης στοχοποιήθηκαν από τα κυβερνητικά στελέχη, που τα κατηγόρησαν ότι ψεύδονται και τρομοκρατούν τον κόσμο για να πλήξουν την κυβέρνηση.

Αυτό ήταν αρκετά ενδεικτικό για το πόσο πολύ είχαν υποτιμήσει τον κίνδυνο.

Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Πυροσβεστική λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Δευτέρας και ο τρόπος που μιλούσε για το θέμα με τον αρμόδιο υπουργό καταδεικνύει ότι δεν είχαν καταλάβει το μέγεθος της καταστροφής. Δεκάδες παραθεριστές εκείνη την ώρα είχαν καεί και είχαν πνιγεί, ενώ κάποιοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη θάλασσα αβοήθητοι για τέσσερις και πέντε ώρες.

Στη σύσκεψη αυτή δεν έγινε η παραμικρή αναφορά στον κόσμο που καιγόταν και πνιγόταν και δεν υπήρχε κανείς που να δίνει στον πρωθυπουργό την πραγματική εικόνα.

Την ήξεραν και είχαν αποφασίσει να την κρύψουν για επικοινωνιακούς λόγους, καθυστερώντας την αποκάλυψη της τραγωδίας; Ή η άγνοια που επιδείχθηκε ήταν πραγματική; Και τα δύο είναι εξίσου επικίνδυνα.

Τις επόμενες μέρες που αποκαλύπτονταν η έκταση του δράματος με συγκλονιστικές λεπτομέρειες αλλά και η μοιραία ανεπάρκεια της κυβέρνησης, ο πρωθυπουργός, οι αρμόδιοι υπουργοί και όλοι οι υπεύθυνοι δεν θέλησαν να αναλάβουν καμία ευθύνη. Αντιθέτως, στη συνέντευξη που δόθηκε την Πέμπτη ισχυρίστηκαν ότι τα έκαναν όλα καλά και δεν βρίσκουν κάποιο λάθος.

Το αν διοικούν καλά ή όχι, όμως, κρίνεται εκ του αποτελέσματος και όχι από τις δικαιολογίες που ψελλίζουν όταν τους καλούν να λογοδοτήσουν.

Την κατακραυγή που ξεσήκωσαν οι υπουργοί της κυβέρνησης Τσίπρα με τη συνέντευξή τους για την πυρκαγιά επιχείρησε να αντιμετωπίσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός την Παρασκευή στο υπουργικό συμβούλιο, «αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη». Στην πολιτική, όμως, και ειδικά μετά από τόσους νεκρούς, η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης δημόσια έχει νόημα μόνο αν συνοδεύεται από παραίτηση.

Διαφορετικά, δεν έχει κανένα νόημα. Γιατί η πολιτική ευθύνη του πρωθυπουργού είναι αυτονόητη και εκ των πραγμάτων δεδομένη. Η 23η Ιουλίου ήταν η πρώτη μέρα, για φέτος, υψηλού κινδύνου για πυρκαγιά λόγω καιρικών συνθηκών. Όφειλαν να γνωρίζουν δηλαδή. Ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του ήταν υποχρεωμένοι να ελέγξουν αν υπήρχε η σχετική ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού.

Οι μαρτυρίες των διασωθέντων αλλά και οι απόψεις που κατέθεσαν στον δημόσιο διάλογο καθηγητές που ειδικεύονται στο θέμα των φυσικών καταστροφών καταδεικνύουν ότι η πυρκαγιά πράγματι υποεκτιμήθηκε από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, η οποία δεν αντιλήφθηκε την αίσθηση του κατεπείγοντος και δεν έδρασε αναλόγως. Ειδικοί ισχυρίστηκαν ότι θα αρκούσε ακόμα κι ένας αποτελεσματικός μηχανισμός εκκένωσης για να σωθούν οι ζωές των αδικοχαμένων ανθρώπων, αλλά η κυβέρνηση δεν έχει δώσει ακόμα καμία συγκεκριμένη απάντηση στο γιατί δεν δόθηκε τελικά η σχετική εντολή, όπως και σε πολλά άλλα.

Ειδήμονες επί του θέματος της αντιμετώπισης των καταστροφών εξήγησαν αναλυτικά τις παραλείψεις και τα λάθη του κρατικού μηχανισμού. Αλλά και οι μαρτυρίες των διασωθέντων υπήρξαν πολύ αποκαλυπτικές, φωτίζοντας τα γεγονότα.

Η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης είναι δεδομένη. Αυτή κρίνεται για την επάρκεια της Πολιτικής Προστασίας, για την πρόληψη και την ετοιμότητα του κράτους να αντιμετωπίσει μια τέτοια πυρκαγιά χωρίς να υπάρξουν θύματα. Ο πρωθυπουργός έχει την ευθύνη να τοποθετεί αξιοκρατικά τους ικανότερους και τους καταλληλότερους σε κάθε υπεύθυνη θέση. Ειδικά όταν τους αναθέτει την ασφάλεια των πολιτών της χώρας.

Η κυβέρνηση προσπάθησε να τα ρίξει στην αυθαίρετη δόμηση της περιοχής, αλλά και γι’ αυτήν το κράτος έχει την ευθύνη. Και δεν είναι μόνο οι προηγούμενες κυβερνήσεις, στις οποίες η κυβέρνηση Τσίπρα προσπαθεί να τα ρίξει όλα, γιατί την ίδια ακριβώς πολιτική νομιμοποίησης αυθαιρέτων ακολούθησε κι αυτή. Καμία από τις δικαιολογίες που ψελλίζουν, λοιπόν, τα κυβερνητικά στελέχη αυτές τις μέρες δεν μπορεί να σταθεί. Αντιθέτως, κάθε νέα δικαιολογία του πρωθυπουργού τον εκθέτει ακόμα περισσότερο.

«Οι τραγωδίες γίνονται συχνά αφορμή για να έρθουν στην επιφάνεια προβλήματα, καταστάσεις και ολιγωρίες που σε ομαλές συνθήκες κρύβονται από τον δημόσιο διάλογο. Σήμερα, κατανοούμε όλοι με οδυνηρό τρόπο ότι κυβερνάμε μια χώρα όπου επί χρόνια κυριάρχησαν οι στρεβλώσεις» είπε στο υπουργικό συμβούλιο μπροστά στις κάμερες, παραδεχόμενος ότι μαθαίνει με τον οδυνηρό τρόπο και αφού πρώτα συντελεστεί η καταστροφή.

Το άλλο που προσπάθησε να κάνει ήταν να απαντήσει λες και η οργή του κόσμου κατευθυνόταν στους πυροσβέστες και όχι σε αυτόν, προσπαθώντας να ταυτιστεί μαζί τους, για προφανείς λόγους: «Ας μην πυροβολούν οι πολέμαρχοι του καναπέ εκείνους που έσωσαν χιλιάδες. Τους πυροσβέστες που έσπευσαν ηρωικά στον υπέρ πάντων αγώνα» είπε, ενώ οι κατηγορίες στρέφονται στην πολιτική ηγεσία, της οποίας η αδυναμία στην αντιμετώπιση των καταστροφών και η έλλειψη κάθε πρόληψης ήταν προφανείς.

Ενδεικτική της ανεπάρκειας όμως ήταν και η δήλωσή του στο υπουργικό συμβούλιο ότι τώρα θα προχωρήσουν στην κατάρτιση εθνικού σχεδίου που θα αντιμετωπίζει τις οικιστικές στρεβλώσεις, λες και δεν ήταν κυβέρνηση τρεισήμισι χρόνια ή λες κι έπρεπε να συμβεί μια τέτοια τραγωδία για να γίνουν πράγματα αυτονόητα (που κατά πάσα πιθανότητα πάλι δεν θα γίνουν).

Και συνέχισε περιγράφοντας τι πρέπει να γίνει για πράγματα που ήταν υποχρεωμένος να έχουν γίνει: «Πρέπει να είμαστε όλο το καλοκαίρι σε εγρήγορση και ετοιμότητα. Να οργανώσουμε την άμυνα της πολιτείας, και της κοινωνίας. Να εγγυηθούμε την προστασία του κάθε πολίτη…».

Ακόμα και αυτό το «Οφείλουμε να σταθούμε κοντά στους ανθρώπους που πλήρωσαν βαρύ φόρο, ζωής και περιουσίας στη φωτιά, ώστε κανένας να μη μείνει αβοήθητος και τίποτε να μην ξεχαστεί» οργή προκαλεί, όταν έρχεται μετά την καταστροφή. Γιατί δεν έπρεπε να μείνουν αβοήθητοι οι άνθρωποι που καίγονταν και πνίγονταν επί 4-5 ώρες, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των περισσοτέρων, χωρίς να βλέπουν πουθενά αυτούς που έπρεπε να τους διασώσουν.

Κανείς δεν ξεχνάει ότι κυβερνητικά στελέχη τις πρώτες ώρες υποτιμούσαν προκλητικά την πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει και μιλούσαν για προπαγάνδα των ΜΜΕ που την αναδείκνυαν. Ούτε ότι, αντί να απολογηθούν, είπαν ότι τα έκαναν όλα καλά και όταν ο κόσμος, οργισμένος απαιτούσε έστω μία συγγνώμη, βγήκε ο πρωθυπουργός και ανέλαβε την πολιτική ευθύνη, χωρίς να δώσει κανένα περιεχόμενο στη δήλωση αυτή.

Αν, πάντως, η κυβέρνηση, που αυτές τις μέρες ενστερνίζεται τη λογική του «Μαζί τα φάγαμε», προωθώντας το «Μαζί τα κάψαμε» και ρίχνοντας ευθύνες στα θύματα, σκοπεύει να εξαιρεί από την Πολιτική Προστασία όσους έχουν αυθαίρετα, ας τους πει να λαμβάνουν μόνοι τους τα μέτρα πρόληψης και καταστολής σε περίπτωση πυρκαγιάς. Και, κυρίως, να μην περιμένουν τίποτα από την κυβέρνηση.

Μιλώντας σοβαρά, όμως, ο πρωθυπουργός οφείλει να θυμηθεί ότι εκείνος ζήτησε την ψήφο των πολιτών για να του ανατεθεί η διακυβέρνηση της χώρας. Τη δουλειά αυτή την κάνεις αν μπορείς. Αν δεν μπορείς, την αφήνεις σε άλλους. Ας το αποφασίσει τουλάχιστον τώρα, που έμαθε με τον οδυνηρό τρόπο, όπως ομολόγησε, ότι η εξουσία, εκτός από προνόμια, έχει και υποχρεώσεις.

Πηγή: www.lifo.gr

Τι σημαίνει ανάληψη της ευθύνης κ. Τσίπρα;

Τι σημαίνει ανάληψη της ευθύνης κ. Τσίπρα;

Σχόλιο του antapocrisis.

Με μια μελετημένη παρέμβασή του ο Α. Τσίπρας δήλωσε ότι αναλαμβάνει «στο ακέραιο την πολιτική ευθύνη» για την τραγωδία. Το πρώτο που σημειώνουμε είναι ότι με αυτή του τη δήλωση παραδέχεται ότι τα κυβερνητικά χαλκεία και οι έμμισθοι κόλακες επί τρεις ημέρες το παραξήλωσαν. Σε κατάσταση αμόκ, μας ζητούσαν να ζητήσουμε εμείς συγνώμη διότι απαιτούσαμε εξηγήσεις. Τα έβρισκαν όλα «καλώς καμωμένα». Ούτε ένα λάθος. Ούτε μια παραίτηση. Ούτε μία αυτοκριτική. Και όχι μόνο. Τα κυβερνητικά χαλκεία και οι έμμισθοι αυλοκόλακες τα έριχναν όλα στις (εξίσου) ένοχες πολιτικές των προηγούμενων. Οι πιο ξεσκολισμένοι κρατούσαν το σκορ των νεκρών, (όσο ήταν λιγότεροι από τις πυρκαγιές του 2007), για να τονίσουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι καλύτερος. Πολλοί κατηγόρησαν άμεσα τα θύματα με πρώτο τον Τόσκα («γιατί να παραιτηθώ; Όλο το Μάτι ήταν αυθαίρετο»). Και οι πιο έξυπνοι από δαύτους μας προέτρεψαν να «δώσουμε χώρο στο πένθος», επιχειρώντας να κλείσουν το δρόμο στην αναζήτηση ευθυνών.

Η προσπάθειά τους, άθλια και θλιβερή, δεν πέτυχε. Δεν έπεισαν ούτε τον εαυτό τους. Ο κόσμος νιώθει ότι η μόνιμη επωδός του ΣΥΡΙΖΑ «φταίνε οι άλλοι» στην περίπτωση αυτή δεν πιάνει. Και ο Τσίπρας έσπευσε να αλλάξει ρότα. Όχι στην ουσία, αλλά στην επικοινωνία. Άδειασε μεγαλοπρεπώς τα φερέφωνά της κυβέρνησής του και με το γνωστό από τον Ιούλη του 2015 και τάχα δραματικό ύφος, ανέλαβε την ευθύνη.

Τι σημαίνει όμως ανέλαβε την ευθύνη;

Παραιτήθηκε ο ίδιος; Απέπεμψε κάποιον; Αποδέχτηκε την παραίτηση κάποιου άλλου; Ονομάτισε συγκεκριμένους υπουργούς, στελέχη, περιφερειάρχες κλπ που είχαν άμεση ή έμμεση ευθύνη να αποτρέψουν την καταστροφή; Προγραμμάτισε ανατροπές στα προγράμματα λιτότητας και περικοπής δαπανών; Έβαλε το μαχαίρι στο κόκκαλο για ό,τι δημιούργησε την κατάσταση;

Τίποτα από αυτά.

Πρακτικά «ανάληψη πολιτικής ευθύνης» χωρίς τίποτα από τα παραπάνω, δεν υφίσταται. Ο Τσίπρας για μια ακόμη φορά χειρίζεται, κοροϊδεύει, εξαπατά. Αντικαθιστά την πολιτική με την επικοινωνιακή σαπουνόφουσκα, παίζοντας με την ψυχολογία της κοινωνίας. Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, είναι κενή περιεχομένου αν δεν συνοδεύεται από παραιτήσεις (και όχι μόνο του Τόσκα), απόδοση δικαιοσύνης, ανατροπή των πολιτικών που οδήγησαν στην πρωτοφανέρωτη καταστροφή. Περιλαμβάνει ακόμη μια συγνώμη για τα αίσχη που διέδιδαν τα κυβερνητικά φερέφωνα επί ημέρες, προσβάλλοντας τους νεκρούς, προσβάλλοντας τους ανθρώπους που είδαν την περιουσία τους να χάνεται, προσβάλλοντας την κοινή λογική και τη νοημοσύνη.

Πού συνίσταται η ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης;

Σε τρία επίπεδα.

Η πολεοδομική αυθαιρεσία

Πρόκειται για το αγαπημένο θέμα των απανταχού κυβερνητικών, καθώς θεωρούν ότι έτσι βγάζουν το ΣΥΡΙΖΑ λάδι και την ουρά τους απέξω. Είναι αλήθεια ότι τα πολεοδομικά εγκλήματα στο Μάτι, σε περιοχές σαν το Μάτι, αλλά και στη Μάνδρα κλπ είναι προϊόν δεκαετιών. Όμως κάθε κυβέρνηση, έρχεται και νομιμοποιεί την προηγούμενη, επιβαρύνοντας την κατάσταση, σωρεύοντας αδιέξοδο πάνω στο αδιέξοδο.

Τα κυβερνητικά φερέφωνα θα είχαν δίκιο εάν:

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ νομιμοποιούσε τα αυθαίρετα τα οποία σήμερα κατηγορεί ως υπαίτια για την τραγωδία

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ νομιμοποιούσε τα αυθαίρετα τα οποία σήμερα κατηγορεί ως υπαίτια για την τραγωδία

1. Δεν είχε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ πρωτοστατήσει στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, όπως μας πληροφορεί πανηγυρικά η φιλοκυβερνητική Εφημερίδα των Συντακτών ένα χρόνο πριν, με τον νόμο 4495/17. Σύμφωνα με στοιχεία του ΤΕΕ, η Ανατολική Αττική είναι η πρώτη σε τακτοποιήσεις, και στο ίδιο το Μάτι οι δηλώσεις αυθαίρετων προς τακτοποίηση έφτασαν τις 327. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε την ίδια ακριβώς ρότα με τους προηγούμενους και ποντάροντας στο ότι η κοινωνία, ζαλισμένη από τα μνημόνια, δεν θυμάται, επιχειρούσε μετά την καταστροφή να μας πείσει ότι το όργιο των επικίνδυνων αυθαιρεσιών είναι αποκλειστικά έργο των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι.

2. Δεν είχε πατήσει πάνω σε προηγούμενα διατάγματα για να εγκρίνει πολεοδομικά σχέδια, της ίδιας ακριβώς περιοχής που έγινε παγίδα θανάτου (Μάτι, Κόκκινο Λιμανάκι), όπως φαίνεται για παράδειγμα από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Μάρτιο του 2017. Δεν ήταν μόνο οι προηγούμενοι που νομιμοποίησαν αυθαιρεσία πάνω στην αυθαιρεσία, ήταν και οι σημερινοί.

3. Είχε κάνει μισό έστω βήμα στην κατεύθυνση του να σταματήσει, και σε δεύτερο χρόνο, να διορθώσει τα χρόνια πολεοδομικά εγκλήματα. Με απαλλοτριώσεις, με δημόσια έργα, με ρυμοτομικές παρεμβάσεις, με εφαρμογή των νόμων για ελεύθερη πρόσβαση στις παραλίες κλπ. Δεν υπάρχει ούτε μισό βήμα. Και εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένοχος.

Όλα τα παραπάνω αναιρούν το αγαπημένο επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι για την τραγωδία φταίνε τα ίδια τα θύματα γιατί …είχαν χτίσει αυθαίρετα.

Η αντιπυρική προστασία

Το δεύτερο επίπεδο της ευθύνης είναι αυτό της προετοιμασίας αντιπυρικής προστασίας. Οι πετσοκομμένοι προϋπολογισμοί λόγω λιτότητας και μνημονίων, οι μειωμένες δαπάνες για πολιτική προστασία και δασοπυρόσβεση για να πιαστούν τα ματωμένα πλεονάσματα, η θλιβερή και συντριπτική αναλογία ανάμεσα στα μέσα πυρόσβεσης και στις πολεμικές δαπάνες που αιμοδοτούν τις αμερικανικές πολεμικές βιομηχανίες, συνιστούν βαριά και άμεση πολιτική ευθύνη του Τσίπρα προσωπικά. Ο Τσίπρας οδήγησε τη χώρα σε νέο και βαρύτερο μνημόνιο, ο Τσίπρας επέβαλε τους προϋπολογισμούς των μνημονιακών υπερ-πλεονασμάτων, ο Τσίπρας επιλέγει να πληρώνει η κατεστραμμένη Ελλάδα βαρύ φόρο αίματος στις ΗΠΑ, για να χριστεί ο ίδιος ως ο εκλεκτός των Αμερικάνων στην περιοχή.

Αν αυτά φαντάζουν γενικά, ας πάμε σε κάτι πιο συγκεκριμένο: Ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Καπάκης, δήλωνε ενάμισι μήνα πριν: «Η χώρα μας διαθέτει έναν δασοπυροσβεστικό μηχανισμό που ελάχιστες χώρες τον διαθέτουν (…) με ένα δίκτυο που εμείς έχουμε φτιάξει αυτή τη στιγμή εξαιρετικό, ειδικά στην Αττική και τα περιαστικά δάση, που η φωτιά σβήνεται με ένα, δύο οχήματα και με την κινητοποίηση του πρώτου εναέριου μέσου».

Σύμφωνα δε με δημοσιογραφικές πληροφορίες, ο ίδιος αυτός υπεύθυνος που αυτοθαυμαζόταν για το μηχανισμό που έχει δημιουργηθεί, τις ώρες της καταστροφής δεν ήταν καν παρών, όπως κατά νόμο επιβάλλεται.

Ο ίδιος και ο πολιτικός του προϊστάμενος κ. Τόσκας είναι ακόμα στις θέσεις τους.

Σύμφωνα με ερώτηση του ΚΚΕ, οι πετσοκομμένοι προϋπολογισμοί της Δασικής Υπηρεσίας και του Πυροσβεστικού Σώματος διατηρούνται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αφού το ποσοστό που διατίθεται από τον κρατικό προϋπολογισμό για την προστασία των δασών είναι της τάξης του 0,035%. Ενώ ο μέσος όρος της μείωσης των δαπανών για το Πυροσβεστικό Σώμα, έτσι όπως διαμορφώνεται μέσα από τους προϋπολογισμούς των ετών 2015, 2016, 2017, 2018 της σημερινής κυβέρνησης, είναι μεγαλύτερος από τον μέσο όρο των μειώσεων της τελευταίας 10ετίας.

Συνέπεια αυτών των μειώσεων είναι η παντελής απουσία προληπτικών μέτρων στα δασικά οικοσυστήματα με δασικούς δρόμους, αντιπυρικές ζώνες, υδατοδεξαμενές και η δυσχερής λειτουργικότητα του ΠΣ στον κατασταλτικό τομέα, αφού διατηρείται ένας επιβαρυμένος στόλος πυροσβεστικών οχημάτων, με το 55% περίπου να είναι πέραν της 20ετίας, χωρίς ουσιαστικές προσλήψεις για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών, με εργαζόμενους τριών ταχυτήτων και με τσακισμένα εργασιακά δικαιώματα.

Για όλα τα παραπάνω οι ευθύνες έχουν ονοματεπώνυμο και πολιτική σφραγίδα: Τσίπρας, Σκουρλέτης, Τόσκας, ΣΥΡΙΖΑ.

Το επιχειρησιακό σχέδιο

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Τσίπρα δεν χρειάζεται αυτοκριτική για το επιχειρησιακό σχέδιο. Όλα πήγαν περίφημα. Δεν θέλουμε να φανταστούμε τι θα γινόταν αν υπήρχαν και λάθη. Ωστόσο, χωρίς να κάνουμε τους εισαγγελείς, οι αναφορές από τους αυτόπτες μάρτυρες της καταστροφής μιλούν για εγκληματικά λάθη, όχι μόνο στην αντιμετώπιση της πυρκαγιάς (ακόμα και αν δεχτούμε ότι δεν αντιμετωπιζόταν λόγω ακραίων φαινομένων), όσο κυρίως στην εκκένωση της περιοχής και στην καθοδηγημένη μετακίνηση του πλήθους στην παραλία καθώς και στη διάσωσή του.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Πυροσβεστικής στην περιοχή επιχειρούσαν 190 Πυροσβέστες, 96 οχήματα και 3 Canadair. Γιατί μόνο τόσοι; Δεν πρόκειται για σοβαρές επιχειρησιακές επιλογές με άμεση πολιτική ευθύνη;

Μόνο ένα πυροσβεστικό όχημα διατέθηκε στη Μαραθώνος με την πυρκαγιά να κινείται κάθετα σε αυτήν και με τους υψηλούς ανέμους να περνούν τη δήθεν «αντιπυρική ζώνη» της Μαραθώνος εν ριπή οφθαλμού. Αυτό δεν είναι επιχειρησιακό λάθος;

Πληροφορίες αναφέρουν ότι η κυκλοφορία από τη στιγμή που κόπηκε η Μαραθώνος εκτράπηκε μέσα στο Μάτι. Το αποτέλεσμα των καμένων ανθρώπων και αυτοκινήτων είναι γνωστό. Αυτό δεν είναι επιχειρησιακό έγκλημα;

Ένας σημαντικός αριθμός θυμάτων πέθανε στην παραλία από ασφυξία και άλλοι από πνιγμό, επειδή άργησαν να φτάσουν τα σκάφη του λιμενικού και η διάσωση γινόταν μεμονωμένα, ανεπαρκώς, ανοργάνωτα και χαοτικά, κατά βάση από ιδιώτες. Με αυτοθυσία που όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία συντονισμού και σχεδίου. Ούτε εδώ υπάρχει επιχειρησιακή ευθύνη;

Ας απαντήσει ο ίδιος ο κ. Τσίπρας που βρήκε το επιχειρησιακό σχέδιο αλάνθαστο, αν σε όλα τα παραπάνω μπορούσαν να διατεθούν περισσότερες δυνάμεις, να υπάρξει οργανωμένη εκκένωση, να συντονιστούν οι άφαντοι Δήμαρχοι και η ακόμα πιο άφαντη Περιφερειάρχης, να οργανωθεί άμεσα η διάσωση και μεταφορά των ανθρώπων που καίγονταν, ασφυκτιούσαν και πνίγονταν στην παραλία.

Το συμπέρασμα;

Σε όλα τα επίπεδα, και σε αυτό της πολεοδομικές αυθαιρεσίας, και σε αυτό της αντιπυρικής προστασίας, και σε αυτό του επιχειρησιακού σχεδιασμού, ο ΣΥΡΙΖΑ, οι υπουργοί του, η Περιφερειάρχης του, και ο ίδιος ο Τσίπρας, έχουν ευθύνη.

Δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ευθύνη οι προηγούμενοι.

Αλλά τη βασική ευθύνη την έχει αυτός που κυβερνά. Ειδικά όταν δεν κυβερνά τρεις μήνες, αλλά τρία και πλέον χρόνια. Και ακόμη περισσότερο όταν με τις πράξεις του και τις πολιτικές του έχει σωρεύσει νέα αδιέξοδα, νέα δεινά, νέα προβλήματα, σε όλα τα επίπεδα.

Τούτων δοθέντων,ο ισχυρισμός του Τσίπρα για ανάληψη «στο ακέραιο της πολιτικής ευθύνης», αν δεν συνοδεύεται από παραιτήσεις και κυρίως ανατροπές στην πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση, παραμένει κενός, υποκριτικός, χειριστικός.

Όπως και ο ίδιος.

Έγινε ο Μίχαλος ΣΥΡΙΖΑ;

Ο Μίχαλος έγινε ΣΥΡΙΖΑ, ή ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε Μίχαλος;

Νέο σοκ υπέστη ο κόσμος του αφελούς φιλελευθερισμού: ο Μίχαλος διαγράφτηκε από τη ΝΔ με καταγγελίες ότι στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ορκισμένος νεοφιλελεύθερος, ο αρχιερέας της ελεύθερης αγοράς, ο υπέρμαχος της ασυδοσίας των εργοδοτών, έγινε ΣΥΡΙΖΑ. Και η ΝΔ τον διαγράφει. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί αλλάζουν στρατόπεδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ζωντανή απόδειξη επ’ αυτού. Άλλαξε όμως ο Μίχαλος απόψεις και στρατόπεδο και έγινε ΣΥΡΙΖΑ; Ή ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε τόσο δεξιός που ο Μίχαλος τον στηρίζει; Δυστυχώς για τη ΝΔ, ισχύει το δεύτερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τόσο αποτελεσματικός στο να υλοποιεί την αστική πολιτική, που η ΝΔ του Μητσοτάκη κινδυνεύει να μείνει μπουκάλα, στυμμένη λεμονόκουπα, απατημένη και παρατημένη θεραπαινίδα της άρχουσας τάξης που διάλεξε καλύτερη εκπρόσωπο: την κυβέρνηση Τσίπρα.

Τι λέει ο Μίχαλος που δεν το λένε όλα τα δυναμικά κέντρα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό; Απολύτως τίποτα διαφορετικό:

Χαιρετίζει τη συμφωνία για το Μακεδονικό καθώς η λύση στα Νατοϊκά πλαίσια είναι η αναφανδόν επιλογή του ελληνικού αστισμού στα πλαίσια του στρατηγικού δόγματος της πλήρους προσκόλλησης στον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ – Αίγυπτος που προωθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Χαιρετίζει την «έξοδο από τα μνημόνια», καθώς κατοχυρώνονται σε βάθος δεκαετιών τα αιματηρά πλεονάσματα που σφαγιάζουν το κοινωνικό κράτος και παγιώνονται οι μαύρες ρυθμίσεις του μνημονιακού καθεστώτος, η κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, το ξεσάλωμα του κεφαλαίου.

Ξορκίζει τις πρόωρες εκλογές καθώς ουδείς από τα κέντρα εξουσίας, ούτε του εσωτερικού, ούτε του εξωτερικού, έχει λόγο να αμφισβητήσει σε αυτή τη φάση τον Τσίπρα. Από αστικής απόψεως είναι άψογος. Έχει βγάλει τεράστιο έργο, χωρίς κοινωνικές αντιδράσεις και χωρίς κομματικό κόστος. Εγγυάται τη σταθερότητα για τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα των δανειστών. Οι διεθνείς θεσμοί και οι εκπρόσωποι της πάλαι ποτέ τρόικας, οι ίδιοι που πριν τρία χρόνια τον αμφισβητούσαν, σήμερα τον αποθεώνουν. Γιατί να βιάζονται να φέρουν τον Μητσοτάκη;

Τα ίδια που λέει ο Μίχαλος τα έλεγε χθες και ο Μαραντζίδης, το γκόλντεν μπόι του ακραίου κέντρου. Αφού χρημάτισε στον αντικομμουνισμό και στον ιστορικό αναθεωρητισμό και επί μακρόν ήταν ο βασικός δημοσκόπος του ΣΚΑΙ, σήμερα, παραδέχεται, ανοικτά και παστρικά, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προσχώρησε απλά στο στρατόπεδο των αστών, αλλά λύνει και προβλήματα προς όφελός τους. Προβλήματα που η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορούσαν να λύσουν. Μπορεί η μετατόπιση Μαραντζίδη να σκόρπισε απλόχερα εγκεφαλικά στους καθυστερημένους νεοφιλελεύθερους, αλλά το προφανές είναι προφανές, άσχετα αν ο Μητσοτάκης δεν θέλει να το δει:

Σε αυτή τη φάση, ο Τσίπρας είναι καλύτερος για την άρχουσα τάξη και τους δανειστές.

Η ΝΔ ουρλιάζει για τη Σοβιετία που τάχα χτίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια ώρα που ο Τσίπρας ιδιωτικοποιεί και ξεπουλά μέσω ΤΑΙΠΕΔ τους πάντες και τα πάντα, ενώ με τα εξωφρενικά πρωτογενή πλεονάσματα δεσμεύει τη χώρα σε αντικοινωνική πολιτική δεκαετιών. Ένας σοβαρός νεοφιλελεύθερος δεν μπορεί να μη βλέπει το γελοίον του ισχυρισμού. Και όσο η αξιωματική αντιπολίτευση στριμώχνεται με τον Μπαλτάκο και τη Χρυσή Αυγή για να εκφράσει το χώρο της καθυστερημένης πατριδοκαπηλείας, τόσο ο αστικός κόσμος και οι δανειστές θα δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στον Τσίπρα.

Δεν μετακινήθηκε ο Μίχαλος. Δεξιός και νεοφιλελεύθερος ήταν και παραμένει. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετακινήθηκε. Και μάλιστα εντυπωσιακά. Αντικαθιστά τη ΝΔ ως το επίσημο αγαπημένο κόμμα των Αμερικανών, των Ευρωπαίων, των αγορών και της άρχουσας τάξης.

Όπως το έλεγε ο Τενγκ Σιαο Πινγκ: Άσπρη γάτα, μαύρη γάτα, δεν έχει σημασία, αρκεί να πιάνει τα ποντίκια. Και ο Τσίπρας τα πιάνει. Η αστική τάξη το βλέπει. Ο Μίχαλος, ο Μαραντζίδης και άλλοι που διαρκώς θα πληθαίνουν, απλά το ομολογούν.

Γιατί η συμφωνία για το χρέος είναι κακή για την Ελλάδα

Λίγο πριν έρθει στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2015, ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος ήταν ακόμα γνωστός ως ηγέτης της αντιπολίτευσης και ανειρήνευτος πολέμιος της λιτότητας, δεσμεύτηκε να μη φορέσει γραβάτα μέχρι οι διεθνείς δανειστές να κουρέψουν το υψηλό επίπεδο του χρέους της χώρας σε βιώσιμα επίπεδα.

Την Παρασκευή το βράδυ, ο 43χρονος πρωθυπουργός, ο οποίος εδώ και τρία χρόνια περνά αντιλαϊκά μέτρα λιτότητας σε αντάλλαγμα του τρίτου «σχεδίου διάσωσης» της ΕΕ (μνημόνιο), τελικά φόρεσε μια γραβάτα σε χρώμα μπορντό, ενώ απευθυνόταν στην πολιτική συμμαχία που στηρίζει την κυβέρνησή του, για να γιορτάσει τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας χρέους με τους ευρωπαίους πιστωτές.

Η συμφωνία, η οποία υπογράφηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, επεκτείνει τις πιο άμεσες και πιεστικές λήξεις δανείων της Ελλάδας κατά 10 χρόνια και παρέχει επιπλέον 15 δισεκατομμύρια ευρώ (17,5 δισεκατομμύρια δολάρια) ως χρηματοδότηση από την ΕΕ. Με την ενίσχυση των ταμειακών αποθεμάτων της κυβέρνησης και την προώθηση των πρώτων αποπληρωμών του συγκεκριμένου ποσού στο μακρινό 2033, η απόφαση αναμένεται να παράσχει στην Ελλάδα την απαραίτητη ανάσα πριν από την επιστροφή στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, η οποία αναμένεται μετά τη λήξη του τρίτου μνημονίου, τον Αύγουστο.

«Το τέλος της ελληνικής κρίσης»

Στην Αθήνα, οι αξιωματούχοι εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τη συμφωνία που σηματοδοτεί το τέλος της δεκαετούς οικονομικής κρίσης της Ελλάδας. «Πρέπει να πω ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι ικανοποιημένη με αυτή τη συμφωνία», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος μετά τις μαραθώνιες συνομιλίες στο Λουξεμβούργο. «Νομίζω ότι η Ελλάδα γυρίζει σελίδα».

Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης χαιρέτισε το αποτέλεσμα ως μια «ιστορική απόφαση» που θα επιτρέψει στον «ελληνικό λαό να χαμογελάσει και πάλι», ενώ ο Τσίπρας καυχήθηκε ότι «η Ελλάδα ξαναγίνει μια κανονική χώρα, ανακτώντας την πολιτική και οικονομική της ανεξαρτησία».

Εμφορούμενοι από μια παρόμοια θριαμβευτική διάθεση, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έπεσαν πάνω στους Έλληνες ομολόγους τους για να τους συγχαρούν. Ο κ. Klaus Regling, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), τόλμησε να πει ότι η συμφωνία αποτελούσε «τη μεγαλύτερη πράξη αλληλεγγύης που έχει δει ποτέ ο κόσμος».

Δυστυχώς, η αλήθεια του πράγματος είναι κάπως πιο περίπλοκη. Στην πραγματικότητα, αυτή η σκληρή συμφωνία είναι απίθανο να καταστήσει μακροπρόθεσμα βιώσιμο το χρέος της Ελλάδας – ούτε φυσικά αποτελεί κάποια ουσιαστική δέσμευση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Αντίθετα, η απόρριψη από τους πιστωτές μιας επίσημης μείωσης του χρέους, σημαίνει ότι το συνολικό χρέος της Ελλάδας παραμένει σταθεροποιημένο στο 180% του ΑΕΠ, ενώ η συμφωνημένη επέκταση των ληξιπρόθεσμων δανείων απλώς αναβάλει το πρόβλημα για αργότερα.

Ως εκ τούτου, αντί να τερματίσει οριστικά την κρίση, διαγράφοντας μέρος του χρέους και κατανέμοντας ισορροπημένα το βάρος της προσαρμογής και στην Ελλάδα και στους Ευρωπαίους πιστωτές της, η συμφωνία αυτή, απλώς μετατοπίζει το βάρος της προσαρμογής στις μελλοντικές γενιές των Ελλήνων εργαζομένων και φορολογουμένων. Για να κατανοήσουμε αυτό το πράγμα, πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά ένα μικρό τμήμα της συμφωνίας.

Τα όρια της συμφωνίας

Πρώτα απ’ όλα, ενώ ο Τσίπρας – με τα μειούμενα ποσοστά δημοσκοπήσεων και το μυαλό του στις εκλογές του επόμενου έτους – είναι πρόθυμος να παρουσιάσει τη συμφωνία ως καθαρή έξοδο από την οκταετή κατάσταση των μνημονίων και τη σκληρή εποπτεία των πιστωτών, παραμένει γεγονός ότι η κυβέρνησή του ήδη συμφώνησε να περάσει, εντός του έτους, περαιτέρω φορολογικές επιβαρύνσεις, περικοπές των συντάξεων και ιδιωτικοποιήσεις.

Πολλά από αυτά τα μακράς διάρκειας μέτρα θα τεθούν σε ισχύ μετά την λήξη του τρίτου μνημονίου στις 20 Αυγούστου, πράγμα που σημαίνει ότι οι απλοί Έλληνες είναι απίθανο να δουν βραχυπρόθεσμα οποιαδήποτε βελτίωση στο βιοτικό τους επίπεδο.

Ούτε όμως αυτά τα δημοσιονομικά μέτρα πρόκειται να διευκολύνουν το πρόβλημα του χρέους μακροπρόθεσμα. Στην πραγματικότητα, οι όροι της τελευταίας συμφωνίας απαιτούν από την ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει να διαμορφώνει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% μέχρι το 2022, ακολουθούμενα κατά μέσο όρο από πλεονάσματα 2,2% έως το 2060, δεσμεύοντας ουσιαστικά τη χώρα σε 42 χρόνια λιτότητας. Για να είμαστε σαφείς, κανένα κυρίαρχο κράτος δεν κατάφερε ποτέ στην ιστορία να έχει αδιάλειπτα πρωτογενή πλεονάσματα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επιπλέον, ακόμη και μετά την έξοδο από το τρέχον πρόγραμμα διάσωσης, οι επόμενες ελληνικές κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να υπόκεινται σε «ενισχυμένη εποπτεία» από τους διεθνείς πιστωτές στο άμεσο μέλλον.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα αποστέλλουν ειδικές ομάδες παρακολούθησης στην Αθήνα τέσσερις φορές το χρόνο, για να διασφαλίσουν ότι η Ελλάδα δεν θα απομακρυνθεί από τους δημοσιονομικούς της στόχους και θα παραμένει στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων. Όπως το έθεσε ένας αξιωματούχος της ευρωζώνης, «πρόκειται για ένα σφιχτό λουρί».

Τέλος, οι σκληρής γραμμής πιστώτριες χώρες – με επικεφαλής τη Γερμανία και την Ολλανδία – κατάφεραν για άλλη μια φορά να αποφύγουν τη μόνη αξιόπιστη εναλλακτική λύση: ουσιαστική ακύρωση του χρέους, υπό τη μορφή μιας σημαντικής ονομαστικής μείωσης της αξίας των εξωτερικών υποχρεώσεων της Ελλάδας.

Το χειρότερο είναι ότι η συμφωνία προβλέπει ότι οι αξιωματούχοι της ευρωζώνης θα επανεξετάσουν το ζήτημα μόνο το 2032, πράγμα που σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι πιθανό να παραμείνει παγιδευμένη σε παγίδα χρέους τουλάχιστον για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.

Ως εκ τούτου, στην καλύτερη περίπτωση, η συμφωνία αυτή χρησιμεύει στο να παράσχει στην Ελλάδα ένα βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποθεματικό καθώς θα επιστρέψει στις διεθνείς κεφαλαιαγορές μέσα στη χρονιά. Αγοράζει επίσης χρόνο για την υπόλοιπη ευρωζώνη ώστε να καθυστερήσει περαιτέρω μια οικονομικά αναπόφευκτη, αλλά πολιτικά αντιδημοφιλή, μείωση χρέους, επιτρέποντας στις σημερινές κυβερνήσεις – ειδικά στον επισφαλή κυβερνητικό συνασπισμό της Γερμανίας – να αναβάλουν τη στιγμή της αναπόφευκτης μείωσης χρέους πολύ πέρα ​​από τον άμεσο εκλογικό ορίζοντα.

Αυτός ο μπερδεμένος συμβιβασμός προφανώς αποβαίνει σε βάρος της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Όπως έδειξε μια ομάδα κορυφαίων οικονομολόγων στον κόσμο, που περιλαμβάνει τους Barry Eichengreen και Jeromin Zettelmeyer, σε ένα ευρύτατα γνωστό κείμενο τον Απρίλιο, «τα μέτρα που σκιαγράφησε το Eurogroup δεν αρκούν για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους». Τα μοντέλα τους δείχνουν ότι μόνο η «ονομαστική μείωση της αξίας του χρέους… θα μπορούσε με εμπιστοσύνη να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους».

Ποιος πληρώνει για την κρίση;

Στη συμφωνία όμως αυτή υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από την αριθμητική της βιωσιμότητας του χρέους. Στο επίκεντρο της παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης της Ελλάδας υπήρξε πάντα ένα ιδιαίτερα αμφισβητούμενο κοινωνικό και πολιτικό ερώτημα σχετικά με το πραγματικό νόημα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης: Ποιος θα έπρεπε να πληρώσει για την υποτιθέμενη «σπατάλη» των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων ή για το «υπερβολικό ρίσκο» των κερδοσκοπικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην πορεία προς την κρίση;

Η πορεία στην οποία κατέληξαν οι ευρωπαίοι ηγέτες αποδείχθηκε πολύ μονόπλευρη από την άποψη αυτή: Μόνο η Ελλάδα κατηγορήθηκε για την κατάσταση της, και γι’ αυτό μόνο η Ελλάδα θα έπρεπε να πληρώσει.

Το πραγματικό κίνητρο πίσω από τα προγράμματα διάσωσης πάντα ήταν η διασφάλιση της επιβίωσης ενός υπερβολικά εκτεθειμένου ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος – αλλά το γεγονός αυτό γρήγορα συγκαλύφθηκε. Αντ’ αυτού, οι συντηρητικοί πολιτικοί και τα ταμπλόιντ ανά την Ευρώπη επιδόθηκαν σε μια ανθελληνική φρενίτιδα. Οι Έλληνες εμφανίστηκαν ευρέως σαν να ξοδεύουν τα χρήματα σε απειράριθμες συντάξεις και σε παραθερισμό – ή σε «ποτά και γυναίκες», όπως το είχε θέσει πέρυσι ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας Jeroen Dijsselbloem.

Ωστόσο, όπως έδειξε η έρευνα της Ευρωπαϊκής Σχολής Διοίκησης και Τεχνολογίας στο Βερολίνο, το 95% των κεφαλαίων διάσωσης που υποτίθεται ότι δόθηκαν στην Ελλάδα, πήγαν κατ’ ευθείαν πίσω στους ιδιώτες πιστωτές. Εν τω μεταξύ, τα ίδια τα δάνεια διάσωσης προστέθηκαν στο συνολικό χρέος της Ελλάδας και η χώρα εξακολούθησε να καταβάλλει τόκους για αυτά τα δάνεια.

Με άλλα λόγια, ο ελληνικός λαός δεν έλαβε ποτέ βοήθημα από τους Ευρωπαίους πιστωτές του.

Εν τω μεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση μείωσε το μέγεθος του δημόσιου τομέα κατά 26%, μειώνοντας τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες κατά 70% και περικόπτοντας τον προϋπολογισμό της δημόσιας υγείας κατά το ήμισυ. Ως αποτέλεσμα, τα εισοδήματα μειώθηκαν κατά το ένα τρίτο και η ανεργία αυξήθηκε στα ύψη, σε ποσοστό άνω του 28%, προκαλώντας μια πραγματική ανθρωπιστική καταστροφή.

Η απολύτως απαραίτητη διαγραφή χρέους

Το βάρος της προσαρμογής για την κρίση, με λίγα λόγια, κατέληξε σε λεόντειο συμφωνία υπέρ των ξένων δανειστών της Ελλάδας. Σε μια πολύ κρίσιμη έκθεση σχετικά με τη συμμετοχή του στο πρώτο μνημόνιο, το ΔΝΤ, αργότερα, το αναγνώρισε. Οι διασώσεις ΕΕ-ΔΝΤ, με τα λόγια του ΔΝΤ, «υπήρξαν μια επιχείρηση εκμετάλλευσης» υπέρ των ευρωπαϊκών τραπεζών ώστε να μειώσουν την έκθεσή τους στο ελληνικό χρέος, πριν από την αναπόφευκτη μελλοντική του αναδιάρθρωση.

Όπως αποδεικνύεται, ακόμη και οι επίσημοι δανειστές της Ελλάδας είχαν σημαντικά κέρδη από αυτή την υπέρ του πιστωτή πολιτική διαχείρισης κρίσεων. Την περασμένη εβδομάδα, μια κοινοβουλευτική έρευνα του Κόμματος των Πράσινων αποκάλυψε ότι η γερμανική κυβέρνηση είχε κέρδη ύψους 2,9 δις ευρώ (3,3 δις δολάρια) από τα ελληνικά ομόλογα.

Ακόμα κι αν η Γερμανία επιστρέψει τελικά τα κέρδη αυτά, όπως προβλέπεται από τη συγκεκριμένη συμφωνία, μια ξεχωριστή μελέτη από το IWH διαπίστωσε ότι η χώρα εξακολουθεί να «επωφελείται σημαντικά από την ελληνική κρίση», εξοικονομώντας πάνω από 100 δις ευρώ (116.5 δις δολάρια) – ή 3% του ΑΕΠ – από χαμηλότερες πληρωμές τόκων μεταξύ 2010 και 2015, με το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης αυτής να αποδίδεται στη φυγή των επενδυτών από την Ελλάδα και άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης.

Υπό το φως των ανωτέρω, πρέπει να είναι σαφές ότι ατελείωτο παιχνίδι της Ευρώπης του να «επεκτείνεται και να υποκρίνεται» έχει γίνει εντελώς αστήρικτο και από ηθικής και από οικονομικής πλευράς.

Η συμφωνία του Λουξεμβούργου μπορεί να καταφέρει να σε κρατήσει φαινομενικά την ατελείωτη ιστορία του ελληνικού χρέους κάτω από τα ραντάρ για ένα-δύο χρόνια, αλλά αργά ή γρήγορα τα δημοσιονομικά προβλήματά της είναι βέβαιο ότι θα επανέλθουν δριμύτερα.

Η μόνη βιώσιμη λύση στην ελληνική κρίση θα ήταν να διαγραφεί ένα σημαντικό κομμάτι του χρέους. Ελλείψει αυτού, ο καινούριος μπορντό λαιμοδέτης του Τσίπρα θα αποδειχτεί θηλιά κρεμάλας για τον λαό του.

Πηγή: Al Jazeera

Μετάφραση: Χ. Κατσούλας

Ο Τσίπρας στη συμφωνία της γραβάτας

Η συμφωνία της γραβάτας

Για να εκτιμήσουμε τη σημασία της  συμφωνίας του Γιούρογκρουπ του Ιουνίου του 2018 είναι απαραίτητο να πάμε δυο χρόνια πίσω και να αναφερθούμε πρώτα στη συμφωνία του Μαΐου του 2016. Τότε τέθηκε το πλαίσιο για το ελληνικό χρέος μέσα στο Τρίτο Μνημόνιο που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η πρόσφατη συμφωνία του Αλέξη Τσίπρα – αυτή της γραβάτας – είναι απόρροια της προηγούμενης και στην πράξη ακόμη χειρότερη, όπως θα δούμε παρακάτω.

Το Γιούρογκρουπ του Μαΐου 2016

Η συμφωνία του Μαΐου 2016 περιλάμβανε βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Συγκεκριμένα:

  1. Να βελτιωθεί τεχνικά η σειρά των αποπληρωμών για το χρέος προς το EFSF,
  2. Να γίνουν τεχνικές αλλαγές στη χρηματοδότηση του EFSF/ESM ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος από πιθανή άνοδο των επιτοκίων και,
  3. Να μην πληρωθούν τόκοι για το 2017 στο ποσό που είχε χρησιμοποιηθεί για επαναγορά χρέους κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Μνημονίου (ένα μικρό ποσό, λίγο πάνω από 11 δις).

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, επιφανειακά.

Ταυτόχρονα το Γιούρογκρουπ προέβλεψε και μεσοπρόθεσμα μέτρα, τα οποία θα εφαρμόζονταν εάν και όταν το Τρίτο Μνημόνιο ολοκληρωνόταν με επιτυχία. Συγκεκριμένα:

1.Την πλήρη κατάργηση των τόκων για το ποσό που είχε χρησιμοποιηθεί για επαναγορά χρέους στη διάρκεια του Δευτέρου Μνημονίου.

2.Την επιστροφή των κερδών από τα ομόλογα της ΕΚΤ και του ESM.

3.Τη χρήση τυχόν αδιάθετων κονδυλίων του Τρίτου Μνημονίου για να αποπληρωθούν παλαιότερα χρέη κι έτσι να γίνει ελάφρυνση των συνολικών τόκων.

4.Επιμήκυνση και αλλαγές στις πληρωμές των τόκων του χρέους προς το EFSF (που είναι περίπου το ένα τρίτο του συνολικού χρέους της Ελλάδας), ώστε να υπάρξει ελάφρυνση.

Και πάλι ήταν φανερό ότι τα μέτρα αυτά δεν πρόσφεραν καμιά ουσιαστική βελτίωση στο θέμα του χρέους. Επιπλέον, για να τα κάνει πράξη το Γιούρογκρουπ απαιτούσε από την Ελλάδα να συμμορφωθεί πιστά με το πρόγραμμα. Δηλαδή να εφαρμόσει θηριώδη λιτότητα, γενικευμένες ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας, και απορρύθμιση των αγορών.

Η πολιτική διαχείριση 2016-2018

Η πολιτική διαχείριση μιας τέτοιας συμφωνίας ήταν εξαιρετικά απαιτητική για τον ΣΥΡΙΖΑ και χρειάστηκε να επιστρατευτεί όλη η μαεστρία της ηγετικής ομάδας στην ‘επικοινωνία’. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς, το ‘παράλληλο πρόγραμμα’, τα ‘αντίμετρα’, ή τον πόνο ψυχής καθώς η κυβέρνηση επέβαλε καταιγίδα φόρων στο πλαίσιο της μνημονιακής λιτότητας; Κυρίως όμως έκλεινε το μάτι στον ελληνικό λαό λέγοντας ότι, αν κάνουμε όλα όσα μας ζητάνε, τελικά θα έχουμε μια γενναιόδωρη ρύθμιση για το χρέος. Δε μπορεί, μας το είχαν υποσχεθεί ήδη από το 2012, όταν το χρέος μας ήταν αναλογικά πολύ μικρότερο. Τώρα που έφτασε σχεδόν το 180% του ΑΕΠ, οι φίλοι και ‘εταίροι’ μας θα φανούν γενναιόδωροι και θα μας ανταμείψουν.

Έτσι πορεύτηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τα επόμενα δύο χρόνια και αναδείχθηκε στην πλέον πειθήνια μνημονιακή κυβέρνηση που γνώρισε η Ελλάδα. Για την ακρίβεια βασιλικότερη του βασιλέως πετυχαίνοντας πλεονάσματα λιτότητας πολύ μεγαλύτερα από αυτά που απαιτούσε το Γιούρογκρουπ. Το 2017 ξεπέρασε το 4%, πολύ πάνω από το 1,75% που προέβλεπε το Τρίτο Μνημόνια. Όχι απλώς καλοί μαθητές, αλλά αριστούχοι, υποδείγματα.

Το Γιούρογκρουπ του Ιουνίου 2018

Πέρασε λοιπόν ο καιρός, ακολουθήθηκε πιστά το Τρίτο Μνημόνιο, εφαρμόστηκαν και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, και φτάσαμε στην ώρα της ρύθμισης του χρέους, της τελικής πράξης της μνημονιακής περιόδου. Τι αποφάσισε το Γιούρογκρουπ;

Πρώτο, την κατάργηση της πληρωμής τόκων για το περίφημο ποσό που είχε χρησιμοποιηθεί για να γίνει η επαναγορά χρέους με το Δεύτερο Μνημόνιο.

Δεύτερο, την επιστροφή των κερδών από τα ομόλογα της ΕΚΤ και του ESM.

Τρίτο, για το χρέος προς το EFSF, την επέκταση της περιόδου χάριτος κατά δέκα χρόνια (δηλαδή μέχρι το 2032) και την επιμήκυνση της μέσης ωρίμανσης επίσης κατά δέκα χρόνια.

Αυτά.

Το Γιούρογκρουπ δεν υιοθέτησε ούτε καν όσα μεσοπρόθεσμα μέτρα είχαν προταθεί στη συμφωνία του Μαΐου του 2016. Δεν υπήρξε δηλαδή συμφωνία να χρησιμοποιηθεί ένα σοβαρό ποσό από τα αδιάθετα κονδύλια του Τρίτου Μνημονίου για να γίνει αποπληρωμή άλλων, ακριβότερων χρεών ώστε να υπάρξει συνολική ελάφρυνση.

Συμφωνήθηκε όμως να πάρει η Ελλάδα την πέμπτη και τελευταία δόση του προγράμματος, ύψους 15 δις, από τα οποία τα 5,5 δις θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για διευκόλυνση της εξυπηρέτησης του χρέους (ίσως για αποπληρωμή ενός μέρους του χρέους προς το ΔΝΤ) και τα 9,5 δις για να σχηματιστεί το περιβόητο ‘μαξιλάρι’, που πλέον θα ξεπεράσει τα 24 δις, ώστε να βγει η χώρα στις αγορές. Όλα αυτά υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι η χώρα θα έχει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και 2,2% κατά μέσο όρο μέχρι το 2060! Και φυσικά θα υπάρξει ‘ενισχυμένη εποπτεία’ με τέσσερις επισκέψεις το χρόνο, καθώς και σταδιακή επιστροφή των κερδών από τα ομόλογα της ΕΚΤ και του ESM – με αιρεσιμότητα – ώστε να τηρείται το πλαίσιο.

Για μια ακόμη φορά η κυβέρνηση Τσίπρα ηττήθηκε στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Για μια ακόμη φορά οι ‘εταίροι’ μας φάνηκαν αμείλικτοι, δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους και στη ουσία έδειξαν ότι το κεφάλαιο Ελλάδα έχει κλείσει γι’ αυτούς. Η μακροπρόθεσμη πρόβλεψη που έκαναν για το χρέος είναι ότι, όταν με το καλό έρθει το 2032, θα το ξανασκεφτούν …

Τι θα ακολουθήσει;

Η συμφωνία αυτή είναι η τελική. Δεν υπάρχουν άλλες διαπραγματεύσεις, τα μνημόνια τελειώνουν επισήμως τον Αύγουστο του 2018 και η Ελλάδα θα ζήσει με αυτούς τους όρους. Τι σημαίνει αυτό;

Μέχρι το 2022 η χώρα θα είναι υποχρεωμένη να κινηθεί σε καθεστώς εξαιρετικά  σκληρής λιτότητας με πρωτοφανή πλεονάσματα που σημαίνουν συνεχή φορολογική πίεση και ελάχιστο δημοσιονομικό χώρο για παροχές και ελαφρύνσεις προς τα στρώματα που έχουν χτυπηθεί ανελέητα. Θα πρέπει επίσης να εφαρμόσει τα μέτρα περικοπής των συντάξεων το 2019 και κατόπιν τα μέτρα μείωσης του αφορολόγητου. Θα πρέπει τέλος να συνεχίσει να εφαρμόζει σειρά δομικών νεοφιλεύθερων αλλαγών υπό την εποπτεία των δανειστών. Με τόσο μεγάλη πίεση στην ενεργό ζήτηση η ετήσια ανάπτυξη όλο αυτό το διάστημα πολύ δύσκολα θα ξεπεράσει το 2%.

Παράλληλα η χώρα θα δοκιμάσει να δανείζεται τακτικά από τις ανοιχτές αγορές. Για τα πρώτα δύο περίπου χρόνια το ‘μαξιλάρι’ προσφέρει μια κάλυψη, αλλά τα επιτόκια παγκοσμίως είναι στην ανοδική φάση του κύκλου, ο δανεισμός των αναπτυσσομένων χωρών είναι και πάλι τεράστιος και τα χρηματιστήρια είναι σε έξαρση. Για μια χώρα με την αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας και με χρέος περίπου 180% του ΑΕΠ, η έξοδος στις συνθήκες αυτές είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένη. Ανά πάσα στιγμή τα επιτόκια μπορεί να γίνουν απαγορευτικά και ο δανεισμός να καταστεί ανέφικτος.

Μακροπρόθεσμα, τέλος, η εικόνα είναι τελείως απογοητευτική. Το πολυθρύλητο ‘ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης’ ήταν μια άσκηση επί χάρτου για να πειστούν οι δανειστές ότι η κυβέρνηση θα είναι πολύ αυστηρή στα δημοσιονομικά με την ελπίδα ότι κάτι θα μας δώσουν στο χρέος, ώστε να υπάρξει κάποια μακροπρόθεσμη προοπτική ανάπτυξης. Δεν έγινε απολύτως τίποτε και η προοπτική που εμφανίζεται είναι τραγική. Η Ελλάδα έχει αρνητική καθαρή αποταμίευση και ένα τραπεζικό σύστημα που μειώνει τις πιστώσεις κάθε χρόνο. Οι επενδύσεις δεν έχουν καμία δυναμική, ενώ η ελπίδα ότι θα έρθουν ξένες επενδύσεις που θα αλλάξουν τα πράγματα είναι απλώς ευχολόγιο. Πάνω απ’ όλα, η χώρα χάνει συνεχώς το καλύτερα εκπαιδευμένο κομμάτι του εργατικού της δυναμικού, ιδίως τη νεολαία. Η Ελλάδα μετατρέπεται σταθερά σε χώρα γερόντων, με τεράστιο χρέος και εξαιρετικά αντιαναπτυξιακές πολιτικές που πηγάζουν από την εξυπηρέτηση του χρέους.

Ο Αλέξης Τσίπρας ανέβηκε στην εξουσία καταγγέλοντας τα μνημόνια και το χρέος. Όταν όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με την πραγματικότητα, αποδέχθηκε και τα μνημόνια και το χρέος για να παραμείνει στην εξουσία. Σε τρία χρόνια ολοκλήρωσε το έργο των προηγούμενων κυβερνήσεων και έφτιαξε μια μνημονιακή πραγματικότητα για τη χώρα. Μετά έβαλε γραβάτα για να πανηγυρίσει. Ας μην έχει ψευδαισθήσεις για το τι θα πει η ιστορία.

Πηγή: http://costaslapavitsas.blogspot.com

Συμφωνία Τσίπρα - Ζάεφ

Γιατί να μην χειροκροτήσουμε τον Τσίπρα για τη συμφωνία;

Μια ευρέως διαδεδομένη άποψη στην Αριστερά είναι ότι η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ μπορεί να έρχεται υπό την πίεση του ΝΑΤΟ και τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των ΗΠΑ, αλλά στο βαθμό που βάζει τέρμα σε μια επιζήμια διαμάχη και σε ανόητους εθνικισμούς, δεν μπορούμε παρά να τη δούμε θετικά. Βεβαίως η κυβέρνηση Τσίπρα είναι αντιλαϊκή και φιλοΝατοϊκή και τα λοιπά, αλλά, άλλο αυτό, και άλλο η συμφωνία με τη Β. Μακεδονία.

Το θέμα με αυτές τις απόψεις όμως είναι ότι δεν φτάνουν μέχρι τέλους, στο λογικό συμπέρασμα. Το έντιμο θα ήταν να χαιρετιστεί η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ ως νίκη της Αριστεράς και της αριστερής πολιτικής, ως θετικό βήμα για τους λαούς και να αποδοθούν τα εύσημα στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί δεν κάνουν κάτι τέτοιο ευθέως όσοι μιλούν για συμφωνία με θετικά σημεία; Γιατί δεν έχουν την τόλμη να φτάσουν μέχρι την απόληξη της άποψής τους και να στηρίξουν – στο συγκεκριμένο ζήτημα – ανοικτά και καθαρά τον Τσίπρα, διατηρώντας τη διαφωνία τους με τις άλλες πλευρές της πολιτικής του; Στην πολιτική όπως και στη ζωή δεν υπάρχει το «ολίγον έγκυος». Είτε η συμφωνία είναι θετική και πρέπει να τη χαιρετίσουμε (με όλες τις συνεπαγωγές για την κυβέρνηση που την έφερε), είτε όχι.

Στην ουσία: Σύμφωνα με αρκετούς σχολιαστές, στελέχη και προσωπικότητες της Αριστεράς, θα πρέπει να πάρουμε τη συμφωνία λέξη λέξη και στο βαθμό που περιέχει σωστά πράγματα (σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, μέτρα εναντίον του αλυτρωτισμού, αποκλιμάκωση της έντασης, χρήση έναντι πάντων, βελτίωση σχέσεων και κλίμα εμπιστοσύνης), οφείλουμε να ταχθούμε υπέρ της. Η αποσπασματικότητα όμως με την οποία διαβάζεται η συμφωνία για το ονοματολογικό είναι -όπως θα έλεγε ο Ταλεϋράνδος- κάτι περισσότερο από έγκλημα, πρόκειται για λάθος.

Πού συνίσταται το λάθος;

Να δούμε το όλον

Πρώτον στο ότι η μέθοδος «λέξη λέξη» συχνά κρύβει το νόημα. Κάθε συμφωνία εμπεριέχει στο γενετικό της υλικό, ίχνη από το περιβάλλον της και τον συσχετισμό δύναμης, τις απώτερες σκοπιμότητες και τις ευρύτερες στρατηγικές. Μια ορισμένη ιστορική αντίληψη στην Αριστερά μας δίδαξε ότι δεν υπάρχουν ουδετερότητες και καθαρότητες πουθενά, ειδικά στο πεδίο της πολιτικής. Η Αριστερά σήμερα, πολύ περισσότερο από το να παριστάνει τον διεθνολόγο, οφείλει να εκτιμήσει τη συνολική εικόνα, να συνδέσει τις αποσπασματικές προτάσεις σε μια ενιαία αφήγηση με κοινό νόημα, να δει την ευρύτερη πορεία των πραγμάτων. Τώρα τελευταία έγινε και πάλι εύκολο να βλέπουμε το δέντρο και να χάνουμε το δάσος. Η πικρή εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ θα όφειλε να μας διδάξει ότι δεν αρκεί να βλέπεις το επιμέρους «θετικό» που θες απεγνωσμένα να δεις, αλλά πρέπει να κοιτάς τη μεγάλη εικόνα.

Ποιο είναι το δάσος στην προκειμένη περίπτωση; Στο ότι η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ είναι οργανικά συνδεδεμένη με την ολοκληρωτική προέλαση των ΗΠΑ στα Δυτικά Βαλκάνια. Για να αρθεί το βέτο της ένταξης της Βόρειας (πλέον) Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, λύθηκε σε ελάχιστο χρόνο το Μακεδονικό. Αυτό είναι κακό; Από μόνο του όχι. Η διένεξη με την ΠΓΔΜ όφειλε να είχε λυθεί εδώ και χρόνια, στη βάση της κοινής παραδοχής για σύνθετη ονομασία, αναγνώριση του απαραβίαστου των συνόρων, εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας και ακεραιότητας, τσάκισμα των αλυτρωτισμών, ανάπτυξη της φιλίας και της συνεργασίας.

Όμως στην πολιτική δεν υπάρχουν πράγματα «από μόνα τους». Δεν υπάρχουν συμφωνίες αποστειρωμένες από το περιβάλλον τους, από τον ισχύοντα συσχετισμό και από το «μεγάλο αφεντικό» που τις επιβάλει, τις εγγυάται, τις διερμηνεύει και τις καθοδηγεί. Και η αμέσως επόμενη ερώτηση είναι: Το «μεγάλο αφεντικό» (δηλαδή στην περίπτωσή μας το ΝΑΤΟ) τι σχέση έχει με έννοιες όπως εθνική κυριαρχία, απαραβίαστο συνόρων, φιλία και συνεργασία;

Να σκεφτούμε πολιτικά

Το δεύτερο λάθος έχει να κάνει με τον εξοβελισμό της πολιτικής από την εκτίμηση της συμφωνίας. Το ποιος κερδίζει, ποιος χάνει και ποιος επιδιώκει τι, διαμορφώνει τον συσχετισμό δύναμης και ο συσχετισμός δύναμης διαμορφώνει τις κοινωνίες και επηρεάζει την ταξική πάλη. Αυτή η «λεπτομέρεια» διαφεύγει από τις αναλύσεις των ημερών. Εκτός και αν το ζήτημα του ονόματος δεν είναι πολιτικό, αλλά ιστορικό, φιλοσοφικό ή κοινωνιολογικό. Πολιτικά, αυτοί που κερδίζουν από τη συμφωνία είναι σε πρώτη φάση ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και συνακόλουθα οι αστικές τάξεις σε Ελλάδα και ΠΓΔΜ που κατά συντριπτική πλειοψηφία θέλησαν και εργάστηκαν για τη συμφωνία.

Από την άλλη, οι εθνικιστικές και σοβινιστικές πλευρές, ενώ φαίνεται να υποχωρούν, αναδεικνύονται στην πραγματικότητα στον μοναδικό αντίπαλο στον κοσμοπολίτικο, αντιεθνικιστικό Νατοϊσμό. Σε βάθος χρόνου η ακροδεξιά θα μετρήσει κέρδη καθώς ενώ «έχασε το όνομα της Μακεδονίας» και τα μετερίζια της πατριδοκαπηλείας στα οποία αρεσκόταν, αναδείχθηκε σε αντίπαλο δέος. Αν λοιπόν θέλουμε να μετρήσουμε τη συμφωνία πολιτικά, πρέπει να απαντήσουμε στο αν τετραγωνίζεται ο κύκλος, αν δηλαδή κερδίζει ταυτόχρονα και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, και οι αστικές τάξεις και οι λαοί. Διαφορετικά, κάποιοι πανηγυρίζουν κατά λάθος. Και αυτοί μάλλον δεν είναι ούτε οι ιμπεριαλιστές, ούτε οι αστοί.

Να είμαστε πραγματικοί

Το τρίτο λάθος έχει να κάνει με την εκτίμηση της εποχής και των χαρακτηριστικών της. Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, οι αριστεροί που καλοβλέπουν τη συμφωνία διαβεβαιώνουν ότι η αστική τάξη εξαπολύει τον εθνικιστικό παροξυσμό της και αυτός είναι ο βασικός αντίπαλος στον οποίο πρέπει να αντιταχθούμε. Οι συγκεκριμένοι σύντροφοι είναι και οι μόνοι που βλέπουν ότι ο εθνικισμός είναι σήμερα η επικρατούσα πολιτική της αστικής τάξης. Όλοι οι άλλοι βλέπουν αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Ότι δηλαδή ο εθνικισμός υπήρξε το βασικό καταφύγιο της ελληνικής αστικής τάξης στο μακρινό 1990, στην εποχή της κατάρρευσης και των αβεβαιοτήτων. Έκτοτε, στο συγκεκριμένο ζήτημα, και βασικά από την ενδιάμεση συμφωνία και μετά, έχει επικρατήσει ο απόλυτος ρεαλισμός και η εθνική γραμμή της σύνθετης ονομασίας, η οποία προσέκρουε στην αδιάλλακτη ηγεσία του Γκρούεφσκι. Όταν επικράτησαν και στη γειτονική χώρα οι δυνάμεις του αστικού εκσυγχρονισμού, το χάσμα γεφυρώθηκε και εγένετο συμφωνία.

Τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ στηρίζουν λυσσωδώς τα ιμπεριαλιστικά κέντρα του ευρωατλαντικού άξονα και οι αστικές τάξεις εκατέρωθεν των συνόρων. Στην Ελλάδα, μέχρι και η λαλίστατη Εκκλησία σιώπησε. Απέμεινε μια ΝΔ, διαρκώς έκθετη στα μάτια της ελληνικής άρχουσας τάξης και των ξένων πατρώνων της, που από τη μια επιχειρούσε να διατηρήσει τις γέφυρες με το δεξιό ακροατήριό της και από την άλλη δεν ήξερε πώς να κρύψει την επί της ουσίας συμφωνία της στη γραμμή Τσίπρα – Ζάεφ, αναγνωρίζοντας ότι αυτό είναι που θέλει η άρχουσα τάξη. Ας μην αμφιβάλει κανείς, ότι λίγο ακόμα να ζορίσουν οι Γερμανοί, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ζητήσει δημοσίως συγνώμη για τον συγκυριακό εθνολαϊκισμό του. Πώς ακριβώς, σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί κανείς στα σοβαρά να ισχυριστεί ότι ο εθνικισμός είναι η κύρια πλευρά της αστικής πολιτικής; Και άρα ο εθνικισμός είναι που πρέπει να ηττηθεί σήμερα, εδώ και τώρα, μέσω αυτής της συμφωνίας;

Ο εθνικισμός και ο σωβινισμός είναι πλευρές της αστικής πολιτικής και χθες ή αύριο μπορεί να γίνουν κυρίαρχες. Αλλά όχι σήμερα. Η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης δείχνει ότι στο τιμόνι, σήμερα, δεν είναι τα ακροδεξιά παραληρήματα των αρχών του 90. Είναι ο ακραιφνής φιλοΝατοϊκός, φιλοδυτικός κοσμοπολιτισμός. Με μπόλικο αντιεθνικισμό, εκσυγχρονισμό, ευρωπαϊκό πνεύμα κοκ. Και αν ως Αριστερά καλά κάνουμε και είμαστε ενάντια στον εθνικισμό και στην πατριδοκαπηλεία, μήπως πρέπει να αποδώσουμε τη σημασία που πρέπει και στο Νατοϊσμό που ντύνεται με προβιά δημοκρατίας, αντιεθνικισμού και δικαιωμάτων;

Γιατί αυτή είναι η πλευρά που κυριαρχεί σήμερα στο ζήτημα της Μακεδονίας και συνολικά στην εξωτερική πολιτική: Δόγμα ακραίας προσχώρησης στον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ – Αιγύπτου, ένταξη στην αντιρωσική υστερία, προσμονή ανταλλαγμάτων από αυτή τη γεωπολιτική μετατόπιση της Ελλάδας, καθώς, αν και πάντα ανήκε στο στρατόπεδο της Δύσης, ποτέ δεν ήταν τόσο βασιλικότερη του βασιλέως, όσο είναι σήμερα με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική αστική τάξη έχοντας σχετικά υποβαθμιστεί από τη μνημονιακή περίοδο, νομίζει ότι θα αντισταθμίσει τις ζημιές με τα προσδοκώμενα ανταλλάγματα αυτής της γεωπολιτικής μετατόπισης. Ο Τσίπρας πιστώνεται την επιτυχία αυτής της αστικής πολιτικής, αναδεικνύεται στον καλύτερο εκφραστή της, και εγγυάται και στο εσωτερικό κατεστημένο και στους ξένους δανειστές, ότι είναι ο ικανότερος να φέρει σε πέρας τη δουλειά.

Το ερώτημα είναι τι σχέση έχουμε εμείς με όλα αυτά και γιατί πρέπει να πανηγυρίζουμε την επιτυχία τους.