Άρθρα

Ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας (1821-1832)

Το παρακάτω απόσπασμα είναι το δεύτερο κεφάλαιο από την Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας του Ν. Σβορώνου. Με συνοπτικό τρόπο καταγράφει τη διαδρομή της επανάστασης καθώς και κάποιες βασικές εκτιμήσεις για τις κοινωνικές δυνάμεις που έδρασαν και τις επεμβάσεις του ξένου παράγοντα. Ο Ν. Σβορώνος θεωρεί ότι το εθνικό κίνημα πήρε κοινωνικό περιεχόμενο με τα πιο προχωρημένα αστικά στοιχεία και τους προοδευτικούς διανοούμενους να συνεχίζουν, τα χρόνια πριν την επανάσταση, το έργο του Ρήγα Φεραίου. Παρά την ανάληψη της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας από τους συντηρητικούς (Υψηλάντης), η επανάσταση ξεσπά, παρά τους δισταγμούς των προκρίτων, και σημειώνει σημαντικές επιτυχίες.

Οι εμφύλιοι πόλεμοι της Επανάστασης, για τον Ν. Σβορώνο αντανακλούν φυσικά τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής. Οι πρόκριτοι παραμερίζουν τα λαϊκά στοιχεία και παίρνουν την ηγεσία στα χέρια τους (Γερουσίες, Άρειος Πάγος κλπ), ενώ σε δεύτερη φάση η ηγεσία περνά από τους προκρίτους του Μοριά στα χέρια των πιο αστικών και φιλελεύθερων στοιχείων (νησιώτες) που ήταν σε άμεση σύνδεση με την Αγγλία. Ωστόσο η πολιτική ηγεσία της επανάστασης απέτυχε να οργανώσει τον αγώνα και με την εισβολή του Ιμπράημ και τις επακόλουθες ήττες στο Μεσολόγγι και στην Αθήνα, η επανάσταση φάνηκε να κινδυνεύει. Ωστόσο η ένοπλη αντίσταση των προηγούμενα παραμερισμένων οπλαρχηγών που εξέφραζαν τα πιο λαϊκά στοιχεία, κρατούσαν την επανάσταση ζωντανή.

Σύμφωνα με την εκτίμηση του ιστορικού, η αρχικά καταδικαστική στάση των Μεγάλων Δυνάμεων μετατράπηκε σε θετική, εξαιτίας (α) της σθεναρής αντίστασης του επαναστατικού αγώνα, (β) του ισχυρού φιλελληνικού κινήματος, και (γ) των μεταξύ τους ανταγωνισμών για την κάλυψη του κενού που αφήνει η οθωμανική υποχώρηση. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος έφερε τη Ρωσία σε προνομιακή θέση και η Αγγλία για να αποκαταστήσει την ισχύ της, προχώρησε στο Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Μία από τις πολυσηζητημένες διατυπώσεις του Ν. Σβορώνου είναι ότι ο Καποδίστριας επέβαλε την προσωπική του δικτατορία και εξυπηρέτησε τις βλέψεις του Τσάρου, αναγνωρίζει ωστόσο καθαρά ότι έπαιξε θετικό ρόλο στην προσπάθεια συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Η αντίδραση των ριγμένων προκρίτων του Μοριά αλλά και οι συνωμοσίες της φιλοαγγλικής και φιλογαλλικής μερίδας οδήγησαν στη δολοφονία του. Η αναρχία και ο τρίτος εμφύλιος που ακολούθησε ήταν το αναγκαίο έδαφος για να επιβληθεί πλέον η απόλυτη μοναρχία υπό τον Όθωνα. Το καθεστώς της κληρονομικής μοναρχίας προβλεπόταν βέβαια από το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας του 1830 αλλά όχι από τα δημοκρατικά διαδοχικά Συντάγματα των Εθνοσυνελεύσεων.

I. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (1821 – 1824)

Η Επανάσταση ξέσπασε σε δυο σημεία: το 1821, ό Αλέξανδρος ‘Υψηλάντης μπήκε στο Γιάσι και κήρυξε την Επανάσταση στη Μολδαβία και στη Βλαχία. Ένα κίνημα όμως ελληνικού χαρακτήρα δεν μπορούσε να βρει σταθερή υποστήριξη απ’ το ντόπιο πληθυσμό, αδιάφορο στο σύνολό του. Ο Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου που σε συμφωνία με την Εταιρεία είχε ξεσηκώσει τους Βλάχους αγρότες, διαχώρισε τη δική του υπόθεση απ’ την ελληνική, μόλις κατάλαβε την αποδοκιμασία της Ρωσίας. Ο Υψηλάντης τον συνέλαβε και τον θανάτωσε. Πολύ γρήγορα οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση στη Βλαχία, που δε χρησίμεψε παρά σαν αντιπερισπασμός για την Επανάσταση στην Ελλάδα.

Μερικούς μήνες ύστερα, ο Δικαίος Παπαφλέσσας κι άλλα μέλη της Εταιρείας, εξουδετερώνοντας τους δισταγμούς των προκρίτων, κήρυξαν την Επανάσταση στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Αρχικά το κίνημα ξαπλώθηκε ως τον Όλυμπο και τη Μακεδονία, αλλά από το 1821 περιορίστηκε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και στα πιο κοντινά νησιά. Απ’ τα απομακρυσμένα νησιά μόνο η Σάμος αντιστάθηκε ως το τέλος του πολέμου. Σ’ όλες αυτές τις εξεγερμένες περιοχές, η επαναστατική ομάδα της Εταιρείας έπρεπε πρώτα να νικήσει τους δισταγμούς των προκρίτων και σ’ ορισμένα νησιά, στη Σάμο, στην Ύδρα, η κοινωνική εξέγερση κατά των προκρίτων προηγήθηκε απ’ την εθνική Επανάσταση κατά των Τούρκων.

Στην περίοδο 1821 – 1824 η επανάσταση προόδευσε ραγδαία. Οι άτακτοι σχηματισμοί των κλεφτών και του νησιώτικου στόλου κατόρθωσαν να καταλάβουν πολλά φρούρια και ν’ αποκρούσουν όλες τις τουρκικές εκστρατείες από στεριά και θάλασσα. Η σπουδαιότερη, του Μαχμούτ Δράμαλη, πού σ’ αυτήν είχαν κινητοποιηθεί 30.000 άντρες, καταστράφηκε ολοκληρωτικά στα στενά των Δερβενακίων στην Πελοπόννησο, χάρη στη στρατιωτική ιδιοφυία του γέρου αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (1822).

Παράλληλα με την εθνική πάλη, διεξάγεται αυτή την περίοδο μια εσωτερική σύγκρουση για την ηγεσία της Επανάστασης, με αντικείμενο τiς πολιτικές και κοινωνικές αρχές του νέου υπό δημιουργία κράτους. Στην αρχή, οι πρόκριτοι απομάκρυναν τα λαϊκά στοιχεία και πήραν στα χέρια τους την ηγεσία της Επανάστασης. Σχηματίστηκε σειρά από τοπικές κυβερνήσεις, όλες κάτω απ’ τον έλεγχό τους, η Πελοποννησιακή Γερουσία, η Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο Άρειος Πάγος για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τα νησιά επίσης είχαν τις τοπικές κυβερνήσεις τους. Η πρώτη Εθνοσυνέλευση, που έγινε κοντά στην αρχαία Επίδαυρο, ψήφισε ένα δημοκρατικό σύνταγμα (Ιανουάριος 1822), που καθίδρυε την πρώτη Γενική κυβέρνηση της Ελλάδας, χωρίς όμως να καταργήσει τις τοπικές κυβερνήσεις. Σύμφωνα με τις ιδέες της εποχής, η εκτελεστική εξουσία, που ήταν εμπιστευμένη, κατά το πρότυπο του Γαλλικού Διευθυντηρίου, σε πέντε μέλη που διόριζαν τους υπουργούς, διακρινόταν από τη νομοθετική εξουσία, που την ασκούσε τον ίδιο καιρό το «εκτελεστικό» και μια βουλή ετήσιας διάρκειας, βγαλμένη με έμμεση εκλογή. Το σώμα των «εκλεκτόρων» το αποτελούσαν οι πρόκριτοι των επαρχιών. Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου κήρυττε επίσης την Ανεξαρτησία τής Ελλάδας και δικαίωνε την Επανάσταση, που την χαρακτήριζε ως «Εθνική Επανάσταση» και τη διέκρινε απ’ τα «δημαγωγικά και στασιαστικά κινήματα» της εποχής. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι μια απ’ τις πρώτες πράξεις της Επανάστασης υπήρξε η κατάργηση της δουλείας. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου άφηνε όλη την εξουσία στους πρόκριτους. Από τ’ άλλο μέρος, τα πολεμικά γεγονότα είχαν αυξήσει την επιρροή των στρατιωτικών αρχηγών που εκπροσωπούσαν ως ένα βαθμό την αγροτιά και που με τη σειρά τους διεκδικούσαν ευρύτερη συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι η υφιστάμενη απ’ την αρχή αντίθεση ανάμεσα στις δυο ομάδες κατέληξε το 1823 – 1824 σέ ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Στην πρώτη φάση, οι πρόκριτοι των νησιών, που είχαν μάλλον αστικές τάσεις, συμμαχώντας με το μεγαλύτερο μέρος των Πελοποννησίων προκρίτων, κατόρθωσαν ν’ απομακρύνουν τους στρατιωτικούς που είχαν αρχηγό τον Κολοκοτρώνη.

Οι δυο ομάδες των προκρίτων είχαν ήδη επιβάλει τη θέλησή τους στη δεύτερη Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε στο Άστρος (1823), που παρά τις φατριαστικές διαμάχες παρουσιάζει για την οργάνωση του ελληνικού κράτους πραγματική πρόοδο. Καταργήθηκαν οι τοπικές κυβερνήσεις και διατυπώθηκαν σαφέστερα οι σχετικές με τα ατομικά δικαιώματα διατάξεις. Η συμμαχία ανάμεσα στους προκρίτους των νησιών και της Πελοποννήσου δεν κράτησε πολύ. Ο εμφύλιος πόλεμος ξανάρχισε γρήγορα. Σ’ αυτή τη δεύτερη φάση, οι νησιώτες, υποστηριζόμενοι απ’ τα φιλελεύθερα στοιχεία και τούς διανοούμενους που μαζί τους συνδεόταν το μεγαλύτερο μέρος του λαού, επικράτησαν σέ βάρος των Πελοποννησίων προκρίτων και πήραν στα χέρια τους τις ελληνικές υποθέσεις έχοντας επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και τον Φαναριώτη Α. Μαυροκορδάτο, τη διαπρεπέστερη πολιτική προσωπικότητα της Επανάστασης.

II. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ (1825-1827)

Η νέα πολιτική ηγεσία στάθηκε ανίκανη να οργανώσει τις εθνικές δυνάμεις και ν’ ανταπεξέλθει στους κινδύνους που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Επανάσταση το 1825, όταν ο Μουχαμέτ Αλή, ο αντιβασιλείας της Αιγύπτου, με τα τακτικά στρατεύματά του και τον ευρωπαϊκά οργανωμένο στόλο του, μπήκε ενεργά στον πόλεμο. Το 1825 ό Ιμπραήμ πασάς, ο γιός του Μουχαμέτ Αλή, αφού πρώτα κατάπνιξε την επανάσταση στην Κάσο και στην Κρήτη, αποβίβαζε σημαντικά ταχτικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο. Για δυο χρόνια, απ’ το 1825 ως το 1827, ο Ιμπραήμ ρήμαζε τη χώρα. Με την κατάληψη του Μεσολογγίου (1826), που η θρυλική του «έξοδος» αναζωπύρωσε τον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό, και με το πάρσιμο της Ακρόπολης των Αθηνών, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Στερεάς Ελλάδας και η Επανάσταση φάνηκε ότι θα έσβηνε. Η κυβέρνηση, τρομοκρατημένη, δεν έκανε τίποτα σοβαρό για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση. Είχε τοποθετήσει όλες τις ελπίδες της στη ξένη βοήθεια κι εμπιστευτεί στην Αγγλία την υπόθεση της Ανεξαρτησίας. Ωστόσο οι εθνικές δυνάμεις φαίνονταν ανεξάντλητες. Συσπειρωμένες γύρω απ’ τον Κολοκοτρώνη στην Πελοπόννησο, τον Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, τον Μιαούλη και Σαχτούρη στη θάλασσα, αναζωογονούσαν την αντίσταση κι υποχρέωναν τις μεγάλες Δυνάμεις, Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία, να επέμβουν στο Ελληνικό ζήτημα που, απ’ την αρχή, διατάραζε τη διπλωματία τους.

Η αρχή της νομιμότητας της απόλυτης μοναρχίας είχε κλονιστεί απ’ το 1820 με τις εξεγέρσεις των αποικιών της Νότιας Αμερικής εναντίον της Ισπανίας, τις φιλελεύθερες και εθνικές επαναστάσεις του Πεδεμόντιου και της Νεάπολης και το φιλελεύθερο ξεσήκωμα της Ισπανίας εναντίον του απολυταρχισμού των Βουρβόνων. Οι αντιπρόσωποι της Ιερής Συμμαχίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας βρίσκονταν στο Λάιμπαχ για το διακανονισμό των τυχών της Ισπανικής ’Επανάστασης, όταν ξέσπασε η Ελληνική. Φυσικά, η Επανάσταση καταδικάστηκε ομόφωνα. Αν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήταν σύμφωνες πάνω στην αρχή της νομιμότητας της απόλυτης μοναρχίας, ωστόσο διαφωνούσαν για το Ανατολικό ζήτημα, εφόσον ο κύριος σκοπός της Αυστρίας και της Αγγλίας ήταν το σταμάτημα της ανησυχητικής προώθησης της Ρωσίας προς τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο. Από τ’ άλλο μέρος, η επιτυχία της ελληνικής Επανάστασης απ’ το 1821 ως το 1824, η αντίστασή της στις δυσχέρειες, απ’ το 1825 ως το 1827, αλλά προπαντός οι ζωηρές συμπάθειες που η ελληνική υπόθεση εύρισκε ανάμεσα στους λαούς όλων των χωρών και το ισχυρό κίνημα του φιλελληνισμού, έκφραση του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, ανάγκαζε τις τρεις κύριες Δυνάμεις πού ήταν αντίπαλες στο Ανατολικό ζήτημα να έρθουν σε συμβιβασμό για να διακανονίσουν επιτέλους το ελληνικό πρόβλημα. Μετά από μακρές, άγονες διαπραγματεύσεις, που σκοπός τους ήταν η καθυστέρηση της υπόθεσης, η Ρωσία, η Αγγλία και η Γαλλία συνήψαν τον Ιούλιο του 1827 την Τριπλή Συμμαχία, που αναλάβαινε τη μεσολάβηση ανάμεσα στην επαναστατημένη Ελλάδα και στην Πύλη, πάνω στη βάση της αυτονομίας της Ελλάδας κάτω απ’ την επικυριαρχία του σουλτάνου, κι απαιτούσε απ’ τους δυο εμπόλεμους άμεση ανακωχή. Η ρητή άρνηση της Πύλης να υποταχθεί στη θέληση της Τριπλής Συμμαχίας είχε σαν αποτέλεσμα τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827), όπου καταστράφηκε ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος.

III. Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ (1827-1832)

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου δεν υπήρξε στην πραγματικότητα παρά το προανάκρουσμα ενός ρωσοτουρκικού πολέμου, που ούτε η κοντόφθαλμη διπλωματία του Ουέλιγκτων ούτε οι ραδιουργίες του Μέτερνιχ μπορούσαν πιά να εμποδίσουν. Ο πόλεμος ξέσπασε το 1828. Η Τουρκία νικήθηκε κι εξαναγκάστηκε με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης ν’ αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδας (1829). Η ρωσική διπλωματία θριάμβευε στα Βαλκάνια, γιατί η απελευθέρωση της Ελλάδας φαινόταν να συνδέεται με τη νίκη των ρωσικών όπλων. Ήταν ακριβώς αυτό που η Μεγάλη Βρετανία ήθελε ν’ αποφύγει. Με πρόταση του υπουργού της Άμπερντην, ένα νέο πρωτόκολλο του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1830) κήρυξε την Ελλάδα ανεξάρτητο Κράτος υπό κληρονομική μοναρχία. Η Αγγλία διαχώριζε επιτήδεια την ελληνική υπόθεση απ’ τη συνθήκη της Αδριανούπολης κι ενίσχυε το γόητρό της στο νέο Κράτος.

Στο μεταξύ, από το 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας είχε εκλέξει κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια, παλιό Υπουργό του Τσάρου. Ο Καποδίστριας, στηριγμένος στο ρωσικό κόμμα που το διεύθυναν μεγαλοκαπετανέοι, κι ανάμεσά τους ο Κολοκοτρώνης, κι επωφελούμενος απ’ την κόπωση ενός πληθυσμού αηδιασμένου απ’ τίς συγκρούσεις ανάμεσα στους νησιώτες, Πελοποννήσιους και στρατιωτικούς, κατόρθωσε να επιβάλει την προσωπική του δικτατορία.  Η εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια αποσκοπούσε ουσιαστικά στο να υποτάξει το νέο κράτος στις βλέψεις του Τσάρου. Ως προς την εσωτερική του πολιτική, ο Καποδίστριας στάθηκε ανίκανος να λύσει το καίριο πρόβλημα της εποχής, τη διανομή στους αγρότες των εθνικών γαιών, που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των γαιών (το μισό περίπου του καλλιεργήσιμου εδάφους της χώρας) πέρασε στα χέρια των προκρίτων, ενώ τα πέντε έκτα των αγροτών έμεναν ακτήμονες, όπως στην τουρκική κατοχή, κι εξαρτημένοι απ’ τους πρόκριτους, πλούσιους γαιοκτήμονες κι εκμισθωτές των φόρων. Η διακυβέρνηση του Καποδίστρια ωστόσο αποτελεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια διοργάνωσης του ελληνικού κράτους. Πρώτος αυτός φροντίζει για τη δημόσια εκπαίδευση, καταστέλλει την πειρατεία, διοργανώνει τη διοίκηση, υποβάλλει σε κάποια πειθαρχία το στασιαστικό πνεύμα των προκρίτων, που ήθελαν ν’ αντικαταστήσουν στην ελεύθερη Ελλάδα τους Τούρκους αξιωματούχους. Για το λόγο αυτό συνάντησε από την πλευρά τους άγρια αντίδραση, στην οποία προθέτονταν η αντίδραση των νησιωτών αστών που αποτελούσαν το αγγλικό κόμμα και των φιλελεύθερων διανοούμενων, καθώς και την ολοκληρωτική αδιαφορία των λαϊκών μαζών, κυρίως της αγροτιάς, που είχε απογοητευτεί από την αγροτική και φορολογική πολιτική του κυβερνήτη.

Συνωμοσίες εξυφάνθηκαν ευνοημένες απ’ την Αγγλία και τη Γαλλία που δυσπιστούσαν προς τη φιλορωσική πολιτική του. Τελικά ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε από δυο μέλη της ισχυρής πελοποννησιακής οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων (1831).

Η αναρχία που ακολούθησε επέτρεψε στις τρεις «προστάτιδες» Δυνάμεις να επιβάλουν την απόλυτη μοναρχία, με μονάρχη της εκλογής τους τον Όθωνα A, πρίγκιπα της Βαυαρίας, αφού πέτυχαν απ’ την Πύλη, με τη συνθήκη του Μαΐου του 1832, την αναγνώριση της Ανεξαρτησίας του ελληνικού Κράτους.

Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας

Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας

Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας

Η Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας είναι ένα ιδιαίτερα επιδραστικό έργο του Ν. Σβορώνου που γράφτηκε στη Γαλλία τη δεκαετία του 50. Αποτελεί μια συνοπτική εκλαϊκευτική παρουσίαση της νεοελληνικής ιστορίας η οποία κατά την έκδοσή της έγινε κόκκινο πανί για την εθνικόφρονα ιστοριογραφία της δεκαετίας του ’50, καθώς θεωρήθηκε μαρξιστικό έργο που καταλήγει να εκθειάζει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, οπότε και αφαιρέθηκε η ιθαγένεια από τον εξόριστο ιστορικό.

Η Επισκόπηση μεταφράστηκε και εκδόθηκε στην Ελλάδα κατά τη μεταπολίτευση και σε αυτή προστέθηκαν τα «Προλεγόμενα» του συγγραφέα καθώς και εκτεταμένος βιβλιογραφικός οδηγός του Σ. Ασδραχά. Στα Προλεγόμενα παρατίθενται συνοπτικά οι βασικές ιδέες που διατρέχουν το βιβλίο και αρκετές από αυτές αφορούν τη διαδικασία συγκρότησης του νεοελληνικού έθνους και τον τρόπο με τον οποίο αυτή πυροδότησε, διαμόρφωσε και διαμορφώθηκε από την επανάσταση του 1821.

Στα Προλεγόμενα περιλαμβάνεται η περίφημη διατύπωση του Νίκου Σβορώνου για τον «αντιστασιακό χαρακτήρα της νεοελληνικής ιστορίας», καθώς ο ελληνισμός διεκδίκησε την πολιτική, οικονομική και κοινωνική του ανεξαρτησία στην πάλη του εναντίον αυτοκρατοριών στην αρχή, ιμπεριαλιστικών συγκροτήσεων στη συνέχεια. Αυτή η «αντιστασιακή συνέχεια» είτε εκφράστηκε στη συνύπαρξη με την Οθωμανική κυριαρχία, είτε στην αντίθεση (παθητική ή ένοπλη) με αυτή, προσδίδει κατά τον ιστορικό ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο νεοελληνικό έθνος.

Το γεγονός ότι ο ελληνισμός αναπτύσσει σταδιακά την εθνική του συνείδηση και συγκροτείται σε έθνος, μέσα και ενάντια σε μια μεγάλη και ιστορική αυτοκρατορία, την Οθωμανική, κάνει το 1821 σημαντικό. Σημαντικότερο από μια απλή εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση – αν και καμιά επανάσταση δεν είναι «απλή». Το γεγονός ωστόσο ότι η εθνική συγκρότηση κάνει το αποφασιστικό της βήμα μέσα από μια επιτυχημένη επανάσταση, κληροδοτεί την αντίσταση (σε ποικίλες μορφές) στην κοινωνική και πολιτική μνήμη των Ελλήνων. Αυτός είναι και ο λόγος που το Εικοσιένα συνδέθηκε αναπόφευκτα με την επόμενη μεγάλη στιγμή της νεοελληνικής ιστορίας, την ηρωική δεκαετία του 1940, παρόλο που η κατάληξή της υπήρξε τραγική για τις δυνάμεις της Αντίστασης.

Ο Ν. Σβορώνος, επικεντρώνει στις συγκυρίες μέσα στις οποίες συντελείται η αστικοποίηση στο χώρο του ελληνισμού. Αυτές επιβάλουν βραδείς ρυθμούς εξέλιξης και διαμορφώνουν μια «σύνθετη ηγετική τάξη με διφορούμενους κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς». Ανάμεσα στις πολλές ιδιαιτερότητές της, είναι το γεγονός ότι η ηγεμονική ελληνική αστική τάξη συγκροτείται κατεξοχήν εκτός των εθνικών ορίων του 19ου αιώνα και δεν «επαναπατρίζεται» παρά μόνο στα τέλη του.

Επιπλέον, επιμένει ότι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους την επόμενη της επανάστασης, μέχρι σήμερα, οι ξένες δυνάμεις παίζουν καθοριστικό και ρυθμιστικό ρόλο «σε σημείο που η επίσημη πολιτική της Ελλάδας να δίνει συχνά την εντύπωση ότι εξελίσσεται εν απουσία των Ελλήνων, η δε παρουσία του ελληνικού λαού εκδηλώνεται με συνεχή κινήματα διαμαρτυρίας».

Για τον Ν. Σβορώνο σημείο αφετηρίας της ανάλυσης του νεοελληνικού σχηματισμού αποτελεί το γεγονός ότι τα αστικά στρώματα αναπτύσσονται κάτω από την ώθηση και τον έλεγχο των δυτικών δυνάμεων από τις οποίες παραμένουν άμεσα εξαρτημένες. Αποτέλεσμα είναι η αστική τάξη να αποκτά συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κυριαρχούν μέχρι και σήμερα. Όσο και αν στις αρχές του 21ου αιώνα η ένταξη στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ διασκεδάζει αυτά τα χαρακτηριστικά, η εποχή των μνημονίων κάνει ξανά επίκαιρη τη διατύπωση του Σβορώνου για μια «οικονομική αν όχι άμεσα πολιτική αποικιοκρατία».

Μία ακόμα σημαντική πλευρά των επισημάνσεων που κάνει ο Ν. Σβορώνος αφορά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε η ελληνική αστική τάξη στην ιστορία συγκρότησης του νεοελληνικού έθνους. Είναι μια τάξη που διαμορφώνεται από τις πρώτες, σε όλη τη Βαλκανική, πεδίο δράσης της είναι ένας ευρύτερος χώρος, κατά βάση εξωελλαδικός (από την Οδησσό μέχρι τη Βιέννη και από τη Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αλεξάνδρεια), τουλάχιστον μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, γεγονός που της δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ελληνική αστική τάξη πρωταγωνιστεί τόσο στον ευρύτερο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και εντός των μετέπειτα εθνικών ορίων.

Από την άλλη, τα κοινωνικά στρώματα που συνδέονται με τη γαιοκτησία δεν βαρύνουν στις εξελίξεις. Αυτό όμως συνιστά και το όριο της ελληνικής αστικής τάξης: Δεν έχει έναν ισχυρό και άμεσο αντίπαλο για να συγκρουστεί, άρα οι επαναστατικές της διαθέσεις είναι περιορισμένες. Τα αστικά στοιχεία έχουν διαρκώς την πρωτοβουλία, αλλά η ασάφεια στις κοινωνικές δομές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τάξης αυτής, «εξηγούν τα ανολοκλήρωτα αποτελέσματα των πολιτικών της αγώνων».

Απουσιάζει το ριζοσπαστικό πνεύμα στην ελληνική αστική τάξη, ενώ οι πολιτικοί αγώνες που κατευθύνει καταλήγουν σε συμβιβασμούς: «το φιλελεύθερο πνεύμα του πρώτου πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας παραμερίζεται κατά την Ελληνική επανάσταση του ’21 που καταλήγει με την επιβολή της απόλυτης μοναρχίας», γράφει ο Ν. Σβορώνος. Στη μετέπειτα πορεία, οι αγώνες της αστικής τάξης δεν ξεπερνούν τα όρια της συμμετοχής της στην εξουσία. Με το που εξασφαλίζεται ισχυρό μερίδιο, ο συμβιβασμός είναι δεδομένος. Οι δε «αλλεπάλληλες υπαναχωρήσεις που παρατηρούνται στο κοινωνικό και πολιτικό της πρόγραμμα προδιαγράφουν και την πορεία της».

Το συγκεκριμένο έργο του Ν. Σβορώνου είναι απαραίτητο σημείο εκκίνησης για μια συνοπτική προσέγγιση της νεοελληνικής ιστορίας. Σημεία του έργου του παραμένουν πεδίο συζήτησης και αντιπαράθεσης στην Αριστερά, ωστόσο οι κεντρικές του ιδέες αποτελούν κοινό τόπο για όσους αντιλαμβάνονται την ιστορία ως εξέλιξη κοινωνικών σχέσεων και κοινωνικών δυνάμεων.


Το βιβλίο είναι εξαντλημένο στον εκδότη, ηλεκτρονικά υπάρχει εδώ

“Η ανώμαλη πορεία του έθνους: ξεκινήματα γεμάτα υποσχέσεις”

Το antapocrisis αναδημοσιεύει ένα εκτεταμένο απόσπασμα από τα Προλεγόμενα στην Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας του Ν. Σβορώνου. Το εμβληματικό αυτό έργο, παρότι συμπληρώνει μισό αιώνα ζωής αποτελεί διαχρονικό σημείο αναφοράς καθώς συμπυκνώνει με σαφήνεια και καθαρότητα τα βασικά χαρακτηριστικά της συγκρότησης και εξέλιξης του νεοελληνικού έθνους και κράτους και εστιάζει στη φυσιογνωμία και τις ιδιαιτερότητες της νεαρής ελληνικής αστικής τάξης που απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στα τέλη του 18ου και σε όλο τον 19ο αιώνα.

Ο Ν. Σβορώνος ξεκινά με την ερώτηση «γιατί ό σημερινός ελληνισμός έχει ακόμα αιτήματα, τα οποία θα ‘πρεπε να έχουν λυθεί;». Αναζητά την απάντηση στις κοινωνικές και οικονομικές δομές, καθώς μόνο με τη μελέτη των «ιδιότυπων χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης» μπορούν να ερμηνευτούν «οι βαθύτεροι λόγοι της ανώμαλης πορείας του έθνους: ξεκινήματα γεμάτα υποσχέσεις πού δεν ολοκληρώνονται και πισωστρατήματα απότομα που καταλήγουν σε αλλεπάλληλα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα».

Αν και όχι άμεσα και αποκλειστικά αναφερόμενα στο 1821, τα Προλεγόμενα του Ν. Σβορώνου στην Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας αποτελούν ένα συμπυκνωμένο κείμενο που επιχειρεί και κατορθώνει να αναμετρηθεί με το δύσκολο εγχείρημα της ερμηνείας της ιστορικής εξέλιξης. Για αυτό το λόγο κρίναμε χρήσιμη την παρουσία του συγκεκριμένου αποσπάσματος στο αφιέρωμα για τα 200 χρόνια από το Εικοσιένα.

Μια σύντομη συνθετική επισκόπηση τής πορείας ενός πανάρχαιου λαού από τη στιγμή πού αρχίζει να διαμορφώνεται σέ έθνος, με το σημερινό νόημα τού όρου, ως τις μέρες μας είναι τόλμημα· και ό συγγραφέας του σύντομου τούτου βιβλίου έχει πλήρη επίγνωση. Μια τέτοια, όμως προσπάθεια ήταν αναγκαία. Είναι στιγμές όπου ο ερευνητής αισθάνεται την ανάγκη να καταρτίσει τον κατάλογο των προβλημάτων πού πηγάζουν από το υλικό που οι επιμέρους έρευνες —ξένες ή δικές του —συσσώρευσαν, να προτείνει —έστω και προσωρινά—κάποιες λύσεις ή κατευθύνσεις για λύσεις, να διαρθρώσει την προβληματική σ’ ένα σύστημα αλληλουχιών για να προσπαθήσει να καθορίσει τη λειτουργία μέσα σ’ αυτό το σύστημα των παραγόντων μακρόχρονης ή συντομότερης διάρκειας ή ακόμα των σταθερών πού συνοδεύουν το λαό μας στην ιστορική του πορεία. Να προτείνει τέλος κάποια ιεράρχηση των πολλαπλών αυτών παραγόντων πού καθορίζουν το ιστορικό γίγνεσθαι.

Σ’ αυτή την προσπάθεια ό συγγραφέας ξεκινάει από το παρόν, γιατί πιστεύει ότι μόνο ξεκινώντας από το παρόν είναι δυνατός ό πλουτισμός της ιστορικής προβληματικής, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει τη μηχανική μεταφορά των προβλημάτων του παρόντος στο παρελθόν.

Ξεκινώντας από την πεποίθηση αυτή δε δίστασε να συσσωματώσει στη συνολική θεώρηση τής Ιστορικής πορείας του έθνους τα σύγχρονά του γεγονότα. Χωρίς να αγνοεί τον κίνδυνο τής παρεμβολής, στην έκθεση και στις εκτιμήσεις, του συναισθηματικού στοιχείου πού αναπόφευκτα συνοδεύει κάθε «μαρτυρία», προσπάθησε ωστόσο, όσο ήταν δυνατό, ν’ απαγκιστρωθεί από τα επιμέρους, και να ξεχωρίσει μερικές γενικές γραμμές —όσες επιτρέπει η ελλιπέστατη ακόμα τεκμηρίωση — πού τίς θεωρεί ότι βρίσκονται σέ νομοτελική σύνδεση με το μακρινό ή το πρόσφατο παρελθόν και πού συγχρόνως παρουσιάζουν τα καινούργια στοιχεία πού προδιαγράφουν το μέλλον.

Γιατί, για όσους τουλάχιστον η μελέτη τής Ιστορίας δεν είναι ένα απλό διανοητικό παιγνίδι πού ικανοποιεί τίς περιέργειες του νου, αλλά υπεύθυνο έργο ζωής ενός επιστήμονα-πολίτη, το εγχείρημα τής ανάλυσης μιας συγκεκριμένης πραγματικότητας με το σκοπό να προσφέρει κάποια επιστημονική και κατά τούτο αντικειμενική βάση, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε σοβαρού πολιτικού προγραμματισμού, και γενικότερα κάθε πολιτικής παιδείας, όπως την έχει συλλάβει ή δημοκρατική πολιτεία, είναι, από την πρώτη της γένεση, ό βαθύτερος στόχος τής ιστορίας και ίσως η καταξίωσή της ως επιστήμης.

Τα επίμονα ερωτήματα πού διατρέχουν το βιβλίο απ’ άκρη σ’ άκρη είναι τούτα: Γιατί ό σημερινός ελληνισμός έχει ακόμα αιτήματα, τα όποια θα ‘πρεπε να έχουν λυθεί στο οικονομικό και κοινωνικό στάδιο πού βρίσκεται: προβλήματα εθνικά, πολιτικά και πολιτισμικά, προβλήματα ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Ποιοι είναι οι βαθύτεροι λόγοι τής ανώμαλης πορείας τού έθνους: ξεκινήματα γεμάτα υποσχέσεις πού δεν ολοκληρώνονται και πισωστρατήματα απότομα πού καταλήγουν σέ αλλεπάλληλα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα.

Ακολουθώντας τη μέθοδο πού απορρέει από τη μαρξιστική σκέψη —επιστημονικά δοκιμασμένο και κοινό πλέον υπόβαθρο, ομολογημένο ή μη, όλων των «επιστημών τού ανθρώπου», παρ’ όλες τις παραλλαγές και αλλοιώσεις πού επιχείρησαν και επιχειρούν μερικά μεταγενέστερα ρεύματα —ο συγγραφέας ζήτησε την απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα κατά πρώτο λόγο στη διερεύνηση της οικονομίας και των συναφών κοινωνικών δομών του χώρου που μελετά.

Εφαρμόζοντας τη γενική τούτη μέθοδο σε ορισμένο χώρο και χρόνο αποφεύγει συστηματικά τις αφηρημένες θεωρητικές αναπτύξεις και τα θεωρητικά σχήματα, καθώς και την κάποια «νεοσχολαστική» φρασεολογία του σημερινού συρμού, που τείνει να μεταβάλει την ιστορική πραγματολογική διερεύνηση σε ρητορικό δοκίμιο. Προσπάθησε να προβάλει τον ιδιαίτερο ρυθμό και τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά τής ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης και να ζητήσει τις αιτίες τους.

Έτσι προσέχτηκε, βέβαια, ιδιαίτερα η ιδιότυπη σύνθεση των εκάστοτε κοινωνικών τάξεων του έθνους, πού καθορίζει με τη σειρά της εν πολλοίς το χαρακτήρα και τη στάση τους στους εθνικούς αγώνες και στην πάλη τους για την κατάκτηση ή διατήρηση της πολιτικής ηγεμονίας, καθώς και τα όρια της κάθε μιας στις εθνικές, πολιτικές και κοινωνικές τους προοπτικές, αλλά συγχρόνως τονίστηκαν οι συγκυρίες εκείνες που έχοντας τις ρίζες τους βαθιά στον Ιστορικό χρόνο παρουσιάζονται, στην εποχή με την οποία ασχολείται το βιβλίο, σαν παράγοντες με λειτουργία αυτόνομη και σε πολλές περιπτώσεις πρωταρχική.

Ο ιστορικός του Νεότερου Ελληνισμού έχει να κάνει μ’ ένα λαό πού βρέθηκε επί αιώνες άλλοτε σα στοιχείο ηγεμονικό, άλλοτε σα στοιχείο πολιτικά υποταγμένο αλλά οικονομικά και πολιτισμικά σημαντικό αν όχι πρωταρχικό, ανάμεσα σ’ άλλους λαούς, μέσα στα γεωγραφικά όρια υπερεθνικών πολιτικών συγκροτημάτων (τού ελληνιστικού κόσμου, του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας), σκορπισμένος σε ενότητες λιγότερο ή περισσότερο συμπαγείς, έτσι που ήταν δύσκολο στο λαό αυτό να καθορίσει τα γεωγραφικά όρια της εθνικής του βάσης ώστε, κι όταν ακόμα ο ιστορικός επιγράφει το βιβλίο του Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, είναι υποχρεωμένος, στην πραγματικότητα, ν’ ασχοληθεί με το σύνολο του Ελληνισμού, που ένα μεγάλο του μέρος και επί πολύ χρονικό διάστημα, ακόμα κι ύστερα από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, έμεινε έξω από τα σύνορά του. Ο όρος Ελλάδα παίρνει πάντα τη σημασία ενός κέντρου έλξης του Ελληνισμού, εκείνου βέβαια που, σκορπισμένος από αιώνες στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, δεν έπαψε ποτέ να  βρίσκεται σε στενή επαφή με τον Ελλαδικό Ελληνισμό και να παίζει στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους πρωτεύοντα ρόλο.

Μια τέτοια ιστορική μοίρα παίρνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιστορική εξέλιξη. Εδώ βρίσκονται οι ρίζες των ιδιοτυπιών στην οικονομική εξέλιξη του έθνους, του ιδιαίτερου χαρακτήρα των διευθυντικών τάξεων που έζησαν επί αιώνες τη διπλή υπόσταση στοιχείων υποταγμένων σε ξένους κατακτητές και συγχρόνως ηγετικών εν σχέσει με τον υπόλοιπο πληθυσμό, της οικονομικής και πολιτικής τους εξάρτησης από τις ξένες ανάλογες ευρωπαϊκές κοινωνικές ομάδες.

Η πρωταρχική σημασία του παράγοντα τούτου φαίνεται κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση του συνειδησιακού περιεχόμενου του Ελληνισμού, που η πορεία του αποτελεί μια πραγματική περιπέτεια. Εδώ ακριβώς τίθεται το πρόβλημα της απόστασης ανάμεσα στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι από τη μια και στην ιδεολογία από την άλλη, πρόβλημα που στην ελληνική περίπτωση αποκτά μεγαλύτερη ενάργεια: το ιδιαίτερο βάρος της παράδοσης επέβαλε δρόμους διαφορετικούς, προκάλεσε ξεστρατίσματα και βραδείς ρυθμούς στη διαμόρφωση μιας νέας ιδεολογίας αντίστοιχης στην οικονομική και κοινωνική της βάση.

Αυτές οι θεωρητικές προϋποθέσεις καθόρισαν τίς κεντρικές κατευθυντήριες γραμμές που απλώς διαφαίνονται σαν σταθερές στην υποδομή της έκθεσης:

Ο αντιστασιακός χαρακτήρας πού διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία: ο ελληνισμός ανήκει στην κατηγορία των μικρών λαών που κινούνται στην περιφέρεια του νεότερου κόσμου, και που η σταδιακή ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης και η συγκρότησή τους σε καινούργια έθνη, που διεκδίκησαν και διεκδικούν την πολιτική τους ανεξαρτησία και την οικονομική και πολιτισμική τους αυτονόμηση, συντελείται μέσα στην πάλη εναντίον υπερεθνικών αυτοκρατοριών στην αρχή, εναντίον υπερεθνικών ιμπεριαλιστικών οικονομικοκοινωνικών συγκροτημάτων στα νεότερα χρόνια.

Η αντιστασιακή αυτή διαδικασία, με την πιο πλατιά σημασία του όρου, που περιέχει κάθε προσπάθεια διαφύλαξης της ιδιαίτερης προσωπικότητας ενός λαού, παίρνει διάφορες μορφές: από την απλή προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες με προοπτική τη διείσδυση στους πολιτικοκοινωνικούς μηχανισμούς της κατάκτησης και τη μετατροπή τους σε όργανα εθνικής συντήρησης (εκκλησία – Φαναριώτες – κοινότητες – Αρματολοί, στην Τουρκοκρατία) και την ολοένα και περισσότερο ενεργό συμμετοχή στους οικονομικούς μηχανισμούς των κατακτητών και ιδιαίτερα των δυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, που έδωσε ως το τέλος του 19ου αιώνα τις πραγματικές διαστάσεις του Ελληνισμού, ως τη συνεχή παθητική ή ένοπλη Αντίσταση (κλεφτουριά —αλλεπάλληλα, έστω και ξενοκίνητα, κινήματα) που κατέληξαν στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του ’21.

Επίσης, όταν από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους ως τις μέρες μας οι εξωελληνικές δυνάμεις παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση της μοίρας του Ελληνισμού, όχι μόνο στην εθνική του ολοκλήρωση, αλλά και στην εσωτερική του πολιτική και κοινωνική εξέλιξη, σε σημείο που η επίσημη πολιτική της Ελλάδας να δίνει συχνά την εντύπωση ότι ανελίσσεται εν απουσία των Ελλήνων, η παρουσία του ελληνικού λαού εκδηλώνεται με συνεχή κινήματα διαμαρτυρίας, έστω και αν τα κινήματα αυτά δεν παίρνουν πάντα συγκεκριμένες πολιτικές μορφές, που κορυφώνονται με την εθνική και Αντιφασιστική Αντίσταση του 1940- 1945.

Η απουσία ακριβώς αυτή καθαρών γραμμών στη διάρθρωση των κοινωνικών και πολιτικών δομών είναι η δεύτερη κατευθυντήρια ιδέα του βιβλίου: οι μικρές διαφορές στην οικονομική βάση των διαφόρων ηγετικών ομάδων του έθνους (κοινές, έστω και σε διαφορετική αναλογία, πηγές πλούτου: έγγεια ιδιοκτησία, εμπορικές και τραπεζιτικές επιχειρήσεις, συμμετοχή με διάφορους τρόπους στα κρατικά έσοδα) και η συμμετοχή τους στην εξουσία συντέλεσαν στη δημιουργία, ήδη μέσα στην Τουρκοκρατία, μιας σύνθετης ηγετικής τάξης με ασαφείς και διφορούμενους κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς.

Η κάποια διαφοροποίηση στις αρχαϊκές δομές της ελληνικής κοινωνίας με την ανάπτυξη κάποιος αστικής τάξης που από το 18ο αιώνα κυρίως αρχίζει να γίνεται υπολογίσιμη οικονομική και κοινωνική δύναμη συμβάλλει βέβαια με τον καιρό σε κάποια αποσαφήνιση των κοινωνικών δομών, αλλά δεν καταφέρνει να αλλάξει ριζικά τον ανάμικτο και συγκεχυμένο χαρακτήρα των διευθυντικών ομάδων του έθνους.

Πράγματι, η κοινωνική εξέλιξη τού χώρου δράσης του ελληνισμού παρουσιάζει καθυστέρηση μερικών αιώνων, αν συγκριθεί με την πορεία των κοινωνικών σχηματισμών της δυτικής Ευρώπης. Οι ιστορικές συνθήκες της εξέλιξης της Βυζαντινής και ύστερα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν επέτρεψαν την παραπέρα ανάπτυξη της κάποιας προκαπιταλιστικής μεσαίας αστικής τάξης εμπόρων και βιοτεχνών που εμφανίζεται και δρα στο χώρο αυτό ήδη από τον 11ο αιώνα και την προοδευτική της διαμόρφωση, μέσα στα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά πλαίσια των μεσαιωνικών αυτών αυτοκρατοριών, σε αυτόνομη οικονομική, κοινωνική και πολιτική δύναμη. Όταν ύστερα από μακροχρόνια αποτελμάτωση, τον 17ο και κυρίως το 18ο αιώνα ξαναρχίζει η διαδικασία της κάποιας αστικοποίησης, οι συγκυρίες μέσα στις όποιες επιτελείται επιβάλλουν εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς εξέλιξης σε σημείο που ως τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα να μην έχει φτάσει ακόμα στις ολοκληρωμένες μορφές τού δυτικού καπιταλισμού και να παρουσιάζει μερικά χαρακτηριστικά, άλλα κοινά σέ όλα σχεδόν τα περιφερειακά εθνικοκοινωνικά συγκροτήματα, άλλα ιδιότυπα. Σημείο αφετηρίας για κάθε κοινωνική ανάλυση τού ελληνικού χώρου είναι πράγματι το θεμελιακό γεγονός ότι τα αστικά στρώματα αναπτύσσονται ευθύς εξαρχής κάτω από την ώθηση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο των δυτικών δυνάμεων από τις όποιες παραμένουν άμεσα εξαρτημένα και τούτο σ’ ένα χώρο που οι σχέσεις του με τις κεντρικές οικονομικές δυνάμεις τού δυτικού καπιταλισμού έχουν τον χαρακτήρα μιας οικονομικής, αν όχι άμεσα πολιτικής, αποικιοκρατίας. Το γεγονός αυτό αποτύπωσε στην ολοένα αναπτυσσόμενη αστική τάξη ορισμένα χαρακτηριστικά πού τονίστηκαν κατά καιρούς από διάφορους μελετητές, και από τα οποία ως τις μέρες μας δεν κατάφερε ακόμα ν’ απαλλαγεί:

α. Τον εμπορευματικό-διαμετακομιστικό της χαρακτήρα (εμπόριο – τράπεζες – μεταφορές – διάφορες υπηρεσίες σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από την κρατική μηχανή). Το σύνολο σχεδόν, ή, τουλάχιστον από κάποια στιγμή και πέρα, το μεγαλύτερο μέρος της τάξης αυτής, ανήκει στον τριτογενή τομέα, σύνθετο και ετερογενή από την ίδια του τη φύση

και

β. την οικονομική ανισορροπία και τη συνακόλουθη έλλειψη συνοχής ανάμεσα στις διάφορες ομάδες που τη συνθέτουν. Είναι χτυπητή η οικονομική απόσταση που χωρίζει τις εξαιρετικά ολιγάριθμες μεγάλες επιχειρήσεις, από το πλήθος των μεσαίων και μικρών οικονομικών μονάδων, που επικρατούν στη σύνθεσή της.

Σέ τέτοιο σημείο πού ή τάξη αυτή, ιδωμένη με τα μέτρα των προχωρημένων κοινωνιών της Δύσης, να παρουσιάζει τη συγκεχυμένη εικόνα μιας μεσοαστικής κοινωνικής ομάδας που  περιβάλλεται από το ρευστό νεφέλωμα ενός αστικού πληθυσμού ποικίλων απασχολήσεων περισσότερο ή λιγότερο παρασιτικών. Ακόμα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι είναι ακριβώς αυτά τα μεσαία κοινωνικά στρώματα που από την αρχή της ανάπτυξής τους βρίσκονται και δρουν μέσα στα εκάστοτε σύνορα τού ελληνικού κράτους, ενώ η πιο γερή οικονομικά ομάδα της ελληνικής αστικής τάξης δημιουργείται και αναπτύσσεται έξω από τα ελλαδικά σύνορα (στον ελληνικό χώρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) κι έξω μάλιστα από τον ελληνικό χώρο (στα Βαλκάνια, στη Ρωσία, στην Αίγυπτο, στη Δύση).

Η άμεση ή έμμεση εξάρτηση των μεσαίων και μικρών ελλαδικών αστικών στρωμάτων από το εξωελλαδικό αυτό τμήμα τής ελληνικής αστικής τάξης από το 18ο ως το τέλος περίπου τού 19ου αιώνα, που επιτείνεται από τα μέσα του αιώνα τούτου με τη μεταφορά σημαντικού μέρους ελληνικών κεφαλαίων και την επένδυσή τους στην Ελλάδα, συνδέει την εξωελλαδική αυτή ομάδα με την ελλαδική οικονομία, όπου της εξασφαλίζει ρόλο ηγετικό και την καθιστά τον κύριο θετικό παράγοντα στις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές εξελίξεις.

Εδώ ακριβώς επεμβαίνουν δύο βασικά γεγονότα πού συντελούν, για άλλη μια φορά, στην άμβλυνση της αντίθεσης ανάμεσα στις παλιές, ανάμικτες κι αυτές, κοινωνικές ομάδες της ολιγαρχίας των προυχόντων και τη νεότερη τούτη ηγετική ομάδα των «μεγάλων αστών», προκαλούν καινούργιες ωσμώσεις και διαιωνίζουν τη σύγχυση στις κοινωνικές δομές: η επένδυση σημαντικών κεφαλαίων στη γη, ιδιαίτερα από τα μέσα τού 19ου αιώνα, έτσι πού ένας μικρός αριθμός μεγαλεμπόρων και τραπεζιτών να δρουν συγχρόνως και σαν μεγάλοι γαιοκτήμονες, και ο έλεγχος που ή νέα τούτη ηγετική ομάδα της αστικής τάξης εξασκεί στα οικονομικά τού Ελληνικού Κράτους που βρίσκεται υπό τη συνεχή απειλή της χρεωκοπίας, στην οποία άλλωστε καταφεύγει κάμποσες φορές.

Εξάρτηση από τα δυτικά οικονομικά κέντρα και ανισορροπία και σύγχυση στις εσωτερικές δομές, πού τονίζονται ιδιαίτερα από το βραδύτατο ρυθμό ανάπτυξης κάποιας ελληνικής βιομηχανίας, χαρακτηρίζουν βέβαια την ελληνική αστική τάξη. Ωστόσο δεν πρέπει να διαφεύγει από τον ιστορικό το γεγονός ότι οι πρώτες υπολογίσιμες κοινωνικές αστικές διαφοροποιήσεις σ’ ολόκληρο το χώρο δράσης τού Ελληνισμού έχουν φορέα κυρίως το ελληνικό στοιχείο, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται εδώ ο ιδιαίτερος ρόλος του ισραηλιτικού στοιχείου καθώς και των Αρμενίων στην Ανατολή.

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο, ούτε χωρίς σοβαρές συνέπειες για την πολιτική και πολιτισμική εξέλιξη του Ελληνισμού ότι η πρώτη αστική τάξη που διαμορφώνεται, όχι μόνο στα Βαλκάνια, αλλά και σ’ όλες τις χώρες της Εγγύς Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, είναι η ελληνική αστική τάξη, και ότι το πεδίο δράσης της υπήρξε ως το τέλος περίπου του 19ου αιώνα ολόκληρος αυτός ό χώρος, έτσι που ένα σημαντικό μέρος τού Ελληνισμού να διαχωρίζεται από τις υπόλοιπες εθνικές κοινότητες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όχι μόνον εθνικά αλλά και κοινωνικά, αφού αποτέλεσε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, την αστική τάξη των χωρών αυτών, και από ένα σημείο κι έπειτα την κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία των εθνικών τους αστικών ομάδων.

Το γεγονός αυτό δίνει και στην ελλαδική αστική τάξη ιδιαίτερη βαρύτητα και εξηγεί ίσως τον πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο που έπαιξε στην ιστορία του ελεύθερου ελληνικού κράτους, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ως τα πρόθυρα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Γιατί στην εξέλιξη της κοινωνικής διάρθρωσης της ελληνικής επικράτειας και της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κράτους δρα, έμμεσα ή άμεσα, το σύνολο των αστικών στρωμάτων τού Ελληνισμού σε λειτουργικό σύνδεσμο μεταξύ τους, είτε βρίσκονται μέσα στα κρατικά σύνορα είτε έξω. Και το σύνολο τούτο υπερέχει σε οικονομική σημασία και δυναμισμό από τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα πού έχουν βάση τη γαιοκτησία, έστω κι αν ως τα μέσα του 20ου αιώνα, μέσα στα όρια —υπερβολικά περιορισμένα ως το τέλος τού 19ου αιώνα —της ελληνικής επικράτειας, οι αγροτικές απασχολήσεις επικρατούν στην οικονομία. Η απομόνωση λοιπόν εδώ της ελλαδικής αστικής τάξης από το σύνολο των αστικών στρωμάτων του Ελληνισμού θα ήταν βαρύ μεθοδολογικό λάθος.

Ο πρωταγωνιστικός αυτός ρόλος της αστικής τάξης παρουσιάζεται με μεγάλη ενάργεια στην πολιτική εξέλιξη του ελληνικού κράτους. Οι κύριοι σταθμοί της ελληνικής πολιτικής ως τα μέσα του 20ου αιώνα συνδέονται με τα διάφορα στάδια ανάπτυξης και πολιτικής μορφοποίησης των αστικών ομάδων: η επαναστατική λύση του εθνικού προβλήματος που πραγματοποιείται με την επανάσταση του ’21, όπου ένας μικρός αλλά δυναμικός αστικός πυρήνας (Φιλική Εταιρεία) οργανώνει την αγροτιά και παρασύρει στον εθνικό αγώνα τα δισταχτικά ή εχθρικά στρώματα των προυχόντων. Οι πολιτικοί αγώνες για τη βαθμιαία πολιτική φιλελευθεροποίηση των κρατικών θεσμών από τους πρώτους αγώνες για την επιβολή συντάγματος, ως την καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού, τις απόπειρες θεμελίωσης ενός φιλελεύθερου κράτους δικαίου, και την επιβολή της πρώτης δημοκρατίας. Σ’ όλες αυτές τις πολιτικές μεταβολές η πρωτοβουλία ανήκει στους πολιτικούς οργανισμούς των αστικών στοιχείων, σε ολοένα μεγαλύτερη αντίθεση με τους πολιτικούς μηχανισμούς που εκφράζουν τις συντηρητικές ομάδες των προυχόντων που βρίσκονται συσπειρωμένες γύρω από το θρόνο.

Ιδιαίτερα πρέπει να υπογραμμιστεί εδώ ο συγχρονισμός των φιλελεύθερων αυτών πολιτικών κινημάτων στον ελλαδικό χώρο με τα ανάλογα κινήματα που εμφανίζονται στον ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Αιγύπτου στα πλαίσια τής κοινοτικής αυτοδιοίκησης και των ορθοδόξων πατριαρχείων.

Είναι ακόμα χαρακτηριστική για την πολιτική ιστορία της ‘Ελλάδας, χώρας με πληθυσμό στην τεράστια πλειοψηφία του αγροτικό, με οικονομία βασικά αγροτική και με οξύ αγροτικό πρόβλημα που προκάλεσε επανειλημμένα κινήματα και εξεγέρσεις, η απουσία ενός αξιόλογου αγροτικού κόμματος που να εκφράζει πολιτικά τα αιτήματα της αγροτιάς. Το βασικό και παλιό της αίτημα, ο αναδασμός της γης, που τέθηκε ήδη από την εποχή της επανάστασης του ’21, υιοθετήθηκε και εκφράστηκε από τον αστικό πολιτικό φιλελευθερισμό στην εποχή της ανόδου του και της επικράτησής του, ο οποίος του έδωσε και κάποια λύση με την αγροτική μεταρρύθμιση, λύση πρόσφορη βέβαια στα δικά του αστικά πλαίσια. Το ίδιο αυτό κίνημα, στην ίδια αυτή περίοδο, επέτυχε με την πρώτη εργατική νομοθεσία που εισήγαγε να εξασφαλίσει την υποστήριξη τού μεγάλου μέρους της ολιγάριθμης και πολιτικά ασυνειδητοποίητης ακόμα εργατικής τάξης, καθώς και των μικροεπαγγελματιών, έτσι που τα διάφορα σοσιαλίζοντα κόμματα να μη κατορθώσουν να αποκτήσουν πολιτική αυτοτέλεια. Το πρώτο αυτόνομο πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης που εκφράζεται με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας δεν αρχίζει να παίζει υπολογίσιμο ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου παρά από το μεσοπόλεμο και πέρα.

Έχοντας υπόψη τις παραπάνω διαπιστώσεις, μπορούμε να εξηγήσουμε τη φαινομενική αντίφαση που παρουσιάζει η πολιτική ζωή της Ελλάδας: μια χώρα αγροτική με χαμηλό βαθμό οικονομικής ανάπτυξης να παρουσιάζει πολιτικές δομές ανάλογες με κείνες που έχουν διαμορφωθεί στις σύγχρονες και προηγμένες χώρες της Δύσης.

Αν οι συνθήκες στη διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης στο σύνολό της εξηγούν την αναμφισβήτητη πρωτοβουλία των αστικών στοιχείων στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, η μακρόχρονη ασάφεια στις κοινωνικές δομές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τάξης αυτής, όπως αποτυπώθηκαν παραπάνω, εξηγούν κατά κύριο λόγο τους βραδείς και ανώμαλους ρυθμούς στην πορεία της και τα ανολοκλήρωτα αποτελέσματα των πολιτικών της αγώνων.

Η οικονομική και πολιτική της εξάρτηση από τις ξένες ανάλογες ευρωπαϊκές κοινωνικές ομάδες αποτέλεσε πάντα από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους το υπόβαθρο στο εσωτερικό της χώρας των ξενικών επεμβάσεων που έχουν πάρει ως τις μέρες μας σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα.

Οι κοινωνικές ωσμώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω και η επακόλουθη άμβλυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες εξηγούν βασικά την απουσία ριζοσπαστικού πνεύματος της αστικής τάξης στις κοινωνικές της προοπτικές και τούς συμβιβασμούς όπου καταλήγουν συνήθως οι πολιτικοί αγώνες που κατευθύνει: το φιλελεύθερο πνεύμα του πρώτου πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας παραμερίζεται κατά την Ελληνική επανάσταση του ’21 που καταλήγει με την επιβολή της απόλυτης μοναρχίας. Οι στόχοι των αγώνων για την επιβολή του συντάγματος και του κοινοβουλευτισμού δεν ξεπερνούν τα όρια της συμμετοχής των αστικών ομάδων στην εξουσία. Ακόμα και η πιο σημαντική ανανεωτική προσπάθεια στην πολιτική ζωή της Ελλάδας όπως εκφράζεται το 1909 δεν ξεπερνάει τα όρια ενός συντηρητικού αναθεωρητικού φιλελευθερισμού που συμβιβάζεται με τη μοναρχία που επανειλημμένα παραβιάζει τους βασικούς θεσμούς του πολιτεύματος. Η οικονομική της πολιτική, σύμφωνη με το μεταπρατικό της χαρακτήρα, επιβραδύνει την πορεία προς την ολοκλήρωση των ίδιων των αστικών δομών.

Το πρόβλημα της εθνικής ολοκλήρωσης που, σε άμεση πάντα εξάρτηση από την εξωτερική πολιτική των ξένων δυνάμεων, βρίσκεται από παλιά στο κέντρο του ελληνικού πολιτικού βίου, γίνεται παράγοντας άμβλυνσης των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων και παρουσιάζεται συχνά σαν πρόφαση για την αναβολή της εφαρμογής του, έστω και περιορισμένου, κοινωνικού προγράμματος της αστικής τάξης, ακόμα και στην εποχή της πολιτικής της επικράτησης. Άλλωστε οι αλλεπάλληλες υπαναχωρήσεις που παρατηρούνται στο κοινωνικό και πολιτικό της πρόγραμμα προδιαγράφουν και την πορεία της. Όταν, από το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, οι ηγετικές ομάδες της ελληνικής κοινωνίας, συσσωματωμένες ήδη σ’ ένα σύνολο που εκφράζει τα συμφέροντα ενός ελληνικού κατεστημένου, αρχίζουν ν’ αντιμετωπίζουν πολιτικές οργανώσεις που εκφράζουν, άλλη περισσότερο άλλη λιγότερο, τα αιτήματα των αγροτών και εργατών, δε διστάζουν, εγκαταλείποντας τις ένδοταξικές διαφορές που δεν αφορούν πλέον παρά τον τρόπο εξάσκησης της εξουσίας και ακολουθώντας το γενικό ρεύμα που επικρατεί σε ορισμένες χώρες της δυτικής Ευρώπης, να προσανατολιστούν προς καθαρά αντιδημοκρατικές λύσεις: από την ψήφιση του νόμου περί ιδιωνύμου αδικήματος, ως την ψήφιση, από το σύνολο σχεδόν τής βουλής, της κυβέρνησης Μεταξά, που κατέληξε στη δικτατορία τού 1936- 1940.

Η δυσπιστία άλλωστε της ηγετικής αστικής ομάδας προς τις πολιτικές και κοινωνικές κινήσεις των λαϊκών στρωμάτων είναι παλιό φαινόμενο και τη συνοδεύει σ’ όλες τις προσπάθειές της για την κατάκτηση της εξουσίας και τη διαμόρφωση ενός αστικού κράτους. Ορισμένα γεγονότα είναι ενδεικτικά. Η πολεμική εναντίον των σοσιαλιστικών θεωριών αρχίζει πριν καν οργανωθεί έστω κι ένα εμβρυώδες σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Όλα τα στάδια των πολιτικών αστικών επιτεύξεων στην ‘Ελλάδα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το παραμέρισμα ή και το χτύπημα των λαϊκών κινημάτων που χρησιμοποιούνται, ωστόσο, σαν συμπληρωματικές δυνάμεις στους πολιτικούς αγώνες, και την κινητοποίηση του στρατού πού σέ τελευταία ανάλυση επιβάλλει και στηρίζει τη νέα πολιτική τάξη.

Οι μεταπολιτεύσεις τού 1843, τού 1862, τού 1909, του 1924 επιβάλλονται με στρατιωτικά κινήματα, ο στρατός πού πολιτικοποιείται και χρησιμοποιείται σα δύναμη κρούσης στους πολιτικούς αγώνες παίζει κύριο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, έτσι ώστε όταν ύστερα από τις αλλεπάλληλες εκκαθαρίσεις, ιδιαίτερα ύστερα από την αποτυχία του κινήματος του 1935, απογυμνωμένος από τα δημοκρατικά του στοιχεία γίνεται το στήριγμα όλων των αντιδημοκρατικών κινημάτων που καταλήγουν στην τελευταία περιπέτεια του στρατιωτικού καθεστώτος της επταετίας 1967 – 1974.