Άρθρα

Θα προδώσει ο Τζο Μπάιντεν τους φαρμακοβιομήχανους φίλους του;

Αρκετοί από τους πιο ισχυρούς υπουργούς και συμβούλους του Προέδρου Τζο Μπάιντεν είχαν επιχειρηματικές σχέσεις με φαρμακευτικούς κολοσσούς που ασκούν πίεση στην κυβέρνηση για θέματα σχετικά με τον Covid-19 και τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως προκύπτει από αρχεία που εξετάσαμε.

Αυτοί οι δεσμοί – και η μακροχρόνια συμμαχία του Μπάιντεν με τα συμφέροντα της φαρμακευτικής βιομηχανίας – θα μπορούσαν να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικοί, καθώς οι φαρμακευτικές εταιρείες προσπαθούν να αποδυναμώσουν κάθε πρόταση περί άρσης των κανόνων για τις πατέντες που θα μπορούσε να μειώσει τα κέρδη τους και να διευκολύνει την ευρύτερη διανομή εμβολίων σε χώρες που πλήττονται από τον COVID.

Το περασμένο καλοκαίρι, ο Μπάιντεν έσπασε το προσωπικό του νομοθετικό προηγούμενο και δεσμεύθηκε να υποστηρίξει τη χαλάρωση των κανόνων διανοητικής ιδιοκτησίας για τη διανομή ενός εμβολίου κατά του COVID-19, λέγοντας ότι «είναι η μόνη ανθρωπιστική προσέγγιση στον κόσμο». Με την πανδημία να δημιουργεί μια σε έξαρση ανθρωπιστική κρίση στην Ινδία την άνοιξη, η κυβέρνηση του Μπάιντεν εξέδωσε την Τετάρτη δήλωση που επαναλαμβάνει αυτή τη γενική υπόσχεση.

«Πρόκειται για μια παγκόσμια κρίση για την υγεία και οι εξαιρετικές περιστάσεις της πανδημίας COVID-19 απαιτούν έκτακτα μέτρα», δήλωσε σε δελτίο τύπου η εκπρόσωπος για θέματα εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών, Κάθριν Τάι. «Η διοίκηση πιστεύει ακράδαντα στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά στην υπηρεσία του τερματισμού αυτής της πανδημίας, υποστηρίζει την άρση αυτών των προστατευόμενων δικαιωμάτων για τα εμβόλια COVID-19».

Η δήλωση χαιρετίστηκε ευρέως από ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, που φοβόντουσαν ότι η κυβέρνηση θα ακολουθήσει το προηγούμενο  του παρελθόντος και θα αντιταχθεί σε οποιαδήποτε έκτακτη δράση για τις πατέντες.

Ωστόσο, η δήλωση της Τάι ήταν αρκετά στενή: ανέφερε μόνο τα εμβόλια COVID και απέφυγε να στηρίξει την υπάρχουσα, διευρυμένη πρόταση της Ινδίας και της Νότιας Αφρικής, η οποία θα κάλυπτε «διαγνωστικά κιτ, εμβόλια, φάρμακα, ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό και αναπνευστήρες». Η δήλωσή της προειδοποίησε επίσης προληπτικά ότι «οι διαπραγματεύσεις θα χρειαστούν χρόνο δεδομένης της διαδικασίας απόφασης με ομοφωνία των θεσμικών οργάνων του Π.Ο.Ε. και της πολυπλοκότητας των σχετικών θεμάτων» – μια διαδικασία που θα μπορούσε να δώσει στους φαρμακοβιομήχανους το χώρο για να προσπαθήσουν να εμποδίσουν εντέλει την άρση.

«Πρόκειται για μια θαυμάσια εξέλιξη», δήλωσε η Lori Wallach του Παρατηρητηρίου Παγκόσμιου Εμπορίου σχετικά με την γενική υποστήριξη της κυβέρνησης του Μπάιντεν σε μια πιθανή άρση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. “Για να μεταφραστεί σε τερματισμό της πανδημίας του COVID το συντομότερο δυνατόν, η τελική συμφωνία για την άρση πρέπει να εκτείνεται στο σύνολο των περιορισμών που θέτει το πλαίσιο προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας και να καλύπτει εμβόλια, θεραπείες και διαγνωστικά τεστ για να νικήσουμε την πανδημία του COVID-19.”

Οι μετοχές των φαρμακευτικών εταιριών έκαναν βουτιά μετά την ανακοίνωση της Τάι και η βιομηχανία επικρίνει ήδη την υποστήριξη της κυβέρνησης Μπάιντεν για χαλάρωση των κανόνων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η απόφαση της κυβέρνησης Μπάιντεν να μην στηρίξει άμεσα την ήδη κατατεθειμένη στον ΠΟΕ πρόταση άρσης μπορεί τελικά να αποδειχθεί σημαντική νίκη για τις φαρμακευτικές εταιρείες. Οι υπέρμαχοι της δημόσιας υγείας προειδοποιούν ήδη ότι οι εταιρείες φαρμάκων πιθανότατα θα εντείνουν τις προσπάθειές τους να περιορίσουν οποιοδήποτε νέο μέτρο.

Ο Τζο Μπάιντεν και πολλοί από τους εκλεκτούς του έχουν δεσμούς με εταιρείες φαρμάκων που προσπαθούν να καθυστερήσουν και να αποδυναμώσουν την πρόταση άρσης της πατέντας για το εμβόλιο κατά του COVID, που τωρα υπόσχεται να διαπραγματευτεί.

«(Η πρόταση άρσης του Μπάιντεν) αφορά τα εμβόλια, αλλά δεν αφορά διαγνωστικά τεστ ή θεραπευτικά σχήματα ή άλλα αναγκαία εργαλεία για την αντιμετώπιση της πανδημίας», δήλωσε ο James Love, διευθυντής της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Knowledge Ecology International, που εδρεύει στην Ουάσινγκτον και ασχολείται επισταμένα με ζητήματα διανοητικής ιδιοκτησίας που άπτονται της υγειονομικής περίθαλψης και της πρόσβασης στη γνώση. Πρόσθεσε ότι ο ισχυρισμός της Τάι ότι οι διαπραγματεύσεις θα χρειαστούν χρόνο δεν είναι «μια καλή εξέλιξη τώρα».

Οι δεσμοί των μεγάλων φαρμακοβιομηχανιών με τον Λευκό Οίκο

Οι ακριβείς λεπτομέρειες της άρσης θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης από την κυβέρνηση του Μπάιντεν, η οποία αποτελείται από άτομα με σημαντικές επενδύσεις στον φαρμακευτικό τομέα και των οποίων οι προηγούμενοι εργοδότες εργάζονταν για μια σειρά από φαρμακευτικούς γίγαντες. Αυτό περιλαμβάνει και τους ίδιους του φαρμακοβιομήχανους που ασκούν πιέσεις στον Λευκό Οίκο για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι:

Antony Blinken: Πριν διοριστεί υπουργός Εξωτερικών, ο Blinken βοήθησε στη δημιουργία μιας εταιρείας συμβουλευτικής επιχειρήσεων που ονομάζεται WestExec Advisors. Η λίστα των πελατών του περιελάμβανε τον φαρμακευτικό κολοσσό Gilead Sciences, που κατασκευάζει το remdesivir, το μόνο εγκεκριμένο από την Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων  φάρμακο για τη θεραπεία του COVID. Αρκετές κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ «διεξήγαγαν ή χρηματοδότησαν μεγάλο μέρος της προκλινικής και κλινικής ανάπτυξης του remdesivir», σύμφωνα με έκθεση της Knowledge Ecology International.

Μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου, η Gilead δήλωσε την προσπάθειά της να επηρεάσει μέσω άσκησης πιέσεων το Κονγκρέσο και το Υπουργείο Εξωτερικών του Blinken σχετικά με ζητήματα «διεθνούς εμπορίου και προστασία της διανοητικής ιδοκτησίας, όπως η υποχρεωτική αδειοδότηση[1] και άλλα ζητημάτα διανοητικής ιδιοκτησίας που προκύπτουν σε πολλές χώρες. ”

Η Gilead βρέθηκε πρόσφατα στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όταν ανακοίνωσε ότι θα έδινε στην Ινδία 450.000 φιαλίδια remdesivir και θα προσπαθούσε να αυξήσει την παραγωγή του αντι-ιικού φαρμάκου της στη χώρα που σαρώνεται από την πανδημία. Την Τρίτη, η Gilead μήνυσε τη ρωσική κυβέρνηση που επέτρεψε σε μια εγχώρια εταιρεία να κατασκευάσει το remdesivir.

Linda ThomasGreenfield: Η πρέσβειρα του Μπάιντεν στα Ηνωμένα Έθνη εργάστηκε προηγουμένως για την εταιρεία συμβουλευτικής Albright Stonebridge Group, η οποία εκπροσωπούσε την Pfizer.

Jennifer OMalley Dillon: Η αναπληρώτρια προϊσταμένη προσωπικού του Μπάιντεν ήταν ιδρυτική εταίρος της εταιρείας συμβουλευτικής Precision Strategies, που εργάστηκε τόσο για τη Gilead όσο και για την Pfizer. Η πρώην συνεργάτιδα της O’Malley Dillon στην εταιρεία, η Stephanie Cutter, είναι σύμβουλος του νέου μη κερδοσκοπικού οργανισμού Building Back Together, που δημιουργήθηκε για να υποστηρίξει την ατζέντα του Μπάιντεν. Ο οργανισμός δήλωσε ως έδρα του την διεύθυνση των γραφείων της  Precision Strategies στο μητρώο εταιρειών της Ουάσινγκτον.

Anita Dunn: Η δουλειά της Dunn ως ανώτερη σύμβουλος στο Λευκό Οίκο του Μπάιντεν είναι προσωρινή, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να δημοσιοποιείται το πόθεν έσχες της. Αλλά η εταιρεία της, η SKDK, έχει επίσης εργαστεί για την Pfizer.

Steve Ricchetti: Ο εν ενεργεία σύμβουλος του Μπάιντεν Ricchetti ήταν λομπίστας φαρμακευτικών εταιριών όπως η Novartis, η Eli Lilly και η Sanofi. Αυτές οι εταιρείες είναι κορυφαίοι κατασκευαστές ινσουλίνης, η οποία είναι πολύ πιο ακριβή στις Ηνωμένες Πολιτείες από ό, τι σε πολλές άλλες χώρες.

Ο αδελφός του Steve, Jeff Ricchetti, διευθύνει μια εταιρεία λόμπινγκ, την Ricchetti Inc., η οποία έχει πραγματικά ανθίσει από τότε που ο Μπάιντεν κέρδισε την προεδρία. Στους τρέχοντες πελάτες του περιλαμβάνονται η φαρμακευτική εταιρεία Vaxart, η οποία ετοιμάζει ένα εμβόλιο κατά του COVID-19 που θα στηρίζεται στην χρήση tablet.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Μπάιντεν εξετάζει επίσης τον δικηγόρο Ellisen Turner για την θέση του διευθυντή του Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ. Ο Turner, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας Kirkland & Ellis, είχε πελάτη την Gilead. Ο Turner εργάστηκε επίσης για λογαριασμό φαρμακευτικών εταιρειών με στόχο να αποτρέψει την ανάπτυξη γενόσημων φαρμάκων.

Εκτός κυβερνητικών θέσεων, ο πρώην διευθυντής νομοθετικών υποθέσεων του Μπάιντεν, Sudafi Henry, άρχισε πρόσφατα να παρέχει υπηρεσίες λόμπινγκ  στην εταιρεία ιατροτεχνολογικών προϊόντων Abbott Laboratories για θέματα  σχετικά με τον COVID, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιεί υποχρεωτικά η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η Abbott έχει σημαντικά επιχειρηματικά συμφέροντα στην Ινδία και παράγει τεστ κοροναϊού, επομένως θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για το κατά πόσον οποιαδήποτε άρση των κανόνων του διεθνούς εμπορίου θα περιλαμβάνει και τα διαγνωστικά τεστ εκτός από τα εμβόλια.

Την Πέμπτη, η εφημερίδα Politico ανέφερε ότι ο Kwabena Nsiah, που θήτευσε ως επικεφαλής προσωπικού του πρώην μέλους του Κονγκρέσου και σημερινού ανώτερου συμβούλου του Λευκού Οίκου Cedric Richmond, εντάχθηκε στην εταιρεία του Henry.

Η προϊστορία του Μπάιντεν στην υπηρεσία των φαρμακευτικών εταιρειών

Η απόφαση του Μπάιντεν να στελεχώσει την κυβέρνησή του με τους συμμάχους της φαρμακευτικής βιομηχανίας είναι σε σύμπνοια με το προηγούμενο νομοθετικό ιστορικό του. Καταγόμενος από το Ντελαγουέρ, την έδρα του αμερικανικού παραρτήματος της AstraZeneca, συνέπλεε τακτικά με τους φαρμακοβιομήχανους σε ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Καθ ‘όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Μπάιντεν υποστήριξε την εμπορική νομοθεσία ενίσχυσης των κανόνων περί φαρμακευτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Στο ιστορικό του περιλαμβάνεται η υπερψήφιση του Νόμου περί Συμφωνιών του Γύρου της Ουρουγουάης το 1994, ο οποίος αποτύπωσε θεσμικά τον αρχικό γύρο διαπραγματεύσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που δημιούργησε το περιοριστικό σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας της συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (συμφωνία TRIPS). Η Pfizer και άλλες φαρμακευτικές εταιρείες πίεσαν σκληρά για την συμφωνία TRIPS, η οποία απαιτούσε από τα κράτη μέλη του Π.Ο.Ε. να θεσπίσουν εθνικούς νόμους που να διασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την θέση της συμφωνίας σε ισχύ, οι τιμές των φαρμάκων αυξήθηκαν.

Το 2000, ο Μπάιντεν ήταν ένας από τους οκτώ γερουσιαστές των Δημοκρατικών που ψήφισε μαζί με τους Ρεπουμπλικάνους ενάντια στην αποκατάσταση της δυνατότητας της κυβέρνησης να επιβάλλει λογικές τιμές για τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναπτύχθηκαν με ομοσπονδιακή χρηματοδότηση, καθώς το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (NIH), υπό την πίεση της φαρμακοβιομηχανίας, είχε παραιτηθεί από την δυνατότητα αυτήν πέντε χρόνια νωρίτερα.

Χρόνια αργότερα, ως αντιπρόεδρος, ο Μπάιντεν υποστήριξε και πάλι τα συμφέροντα της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Το 2011, το Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας της Ινδίας χορήγησε υποχρεωτική άδεια για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας του Sorafenib, ενός φαρμάκου για τον καρκίνο που κυκλοφορεί στο εμπόριο ως Nexavar από τον γερμανικό φαρμακευτικό κολοσσό Bayer. Η άδεια επέτρεψε στους Ινδούς κατασκευαστές να παράγουν γενόσημες εκδοχές του φαρμάκου για εγχώρια κατανάλωση σε πολύ μειωμένη τιμή. Η ινδική κυβέρνηση σχεδίαζε να κάνει το ίδιο για δεκάδες ακριβά φάρμακα για τον καρκίνο.

Η Bayer προσέφυγε δικαστικά για το ζήτημα  και η φαρμακοβιομηχανία απευθύνθηκε στην κυβέρνηση Ομπάμα. Σε απάντηση, ο Αντιπρόεδρος Μπάιντεν επισκέφθηκε την Ινδία και πίεσε με επιτυχία την κυβέρνηση να μην χορηγήσει περαιτέρω άδειες.

Τρία χρόνια μετά την επιτυχία του να αποκλείσει την παραγωγή προσιτών γενόσημων φαρμάκων για τον καρκίνο στην Ινδία, ο Μπάιντεν απηύθυνε μια επιστολή στον πρόεδρο της Κολομβίας Juan Manuel Santos Calderón, εκφράζοντας τις ανησυχίες της κυβέρνησης των ΗΠΑ για τις προσπάθειες της χώρας του να παράγει προσιτά γενόσημα φάρμακα για τον καρκίνο.

Ως αντιπρόεδρος, ο Μπάιντεν ήταν επίσης σημαντικός υποστηρικτής της αμφιλεγόμενης εμπορικής συμφωνίας Trans-Pacific Partnership (TPP), η οποία θα ενίσχυε την αποκλειστικότητα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και θα περιλάμβανε προστασία έναντι της μαζικής αγοράς φαρμάκων από τις κυβερνήσεις.

Όπως σημείωσε τότε το Ίδρυμα Sunlight: «Με εντολή της φαρμακευτικής βιομηχανίας, οι ΗΠΑ πιέζουν επίσης για τον περιορισμό της ικανότητας των εθνικών ρυθμιστικών οργανισμών να υποστηρίζουν την ανάπτυξη γενόσημων φαρμάκων». Μιλώντας στο Ετήσιο Συνέδριο της Εξαγωγικής-Εισαγωγικής Τράπεζας το 2013, ο Μπάιντεν χαρακτήρισε την TPP «την πιο φιλόδοξη εμπορική συμφωνία που βρίσκεται σε εξέλιξη στον κόσμο» και είπε ότι θα είναι το σημείο αναφοράς με βάση το οποίο θα κρίνονται όλες οι μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες.

Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες προσπάθειές του, τα φαρμακευτικά συμφέροντα ήταν πιθανώς αισιόδοξα για την υποστήριξη του Μπάιντεν μόλις εξελέγη πρόεδρος. Η Pfizer, η οποία έχει κατασκευάσει ένα από τα πιο διαδεδομένα εμβόλια κατά του COVID στις Ηνωμένες Πολιτείες, δώρισε 1 εκατομμύριο δολάρια στην επιτροπή ορκωμοσίας[2] του Μπάιντεν.

Το 2019, το Associated Press μετέδιδε ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες Johnson & Johnson, Amgen, GlaxoSmithKline και Bristol Myers Squibb ήταν «μεταξύ πολλών εταιρικών συνεργατών και άλλων ομάδων που δουλεύουν σε project που προωθεί η Πρωτοβουλία Μπάιντεν για τον Καρκίνο», μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που ίδρυσε μετά την θητεία του ως αντιπρόεδρος.

Οι μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες έχουν ήδη ετοιμάσει την καμπάνια τους ενάντια στην αναστολή των πατεντών

Μετά την ανακοίνωση την κυβέρνησης Μπάιντεν για την άρση προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στα εμβόλια αυτήν την εβδομάδα, οι φαρμακευτικές εταιρείες που παράγουν εμβόλια και άλλα σχετικά με τον Covid-19 προϊόντα ήταν ήδη προετοιμασμένες για μάχη. Μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2021, η φαρμακευτική βιομηχανία ξόδεψε 92 εκατομμύρια δολάρια για την άσκηση επιρροής σε επίπεδο ομοσπονδιακής κυβέρνησης, μεγάλο μέρος της οποίας αφορούσε την ενίσχυση των κανόνων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Οι πιέσεις εντάθηκαν πρόσφατα με μια επιστολή του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Thom Tillis προς την κυβέρνηση Μπάιντεν, στην οποία υποστηριζόταν ότι η άρση της προστασίας των πατεντών που ζήτησε η Ινδία και η Νότια Αφρική «θα επέτρεπε τη δημιουργία ολόκληρων βιομηχανιών σε αυτές τις χώρες που θα ανταγωνίζονται με αμερικανικές εταιρείες στην ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών υγειονομικής περίθαλψης».

Κρίνοντας από τη στάση των ισχυρών ομάδων πίεσης της Ουάσινγκτον, η φαρμακευτική βιομηχανία είναι ενωμένη ενάντια σε οποιαδήποτε άρση της προστασίας της πατέντας των εμβολίων κατά του κοροναϊού. Ακόμη και εταιρείες που δεν παράγουν εμβόλια COVID πιθανώς φοβούνται ότι οποιαδήποτε παραίτηση θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για την αποδυνάμωση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε άλλα φάρμακα που σώζουν ζωές.

«Αυτή η αλλαγή στη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική δεν θα σώσει ζωές», έγραψε η Αμερικανική Ένωση Ερευνητών και Παραγωγών Φαρμάκων (PhRMA), μία από τις μεγαλύτερες ομάδες πίεσης στην Ουάσινγκτον, με έσοδα 459 εκατομμυρίων δολαρίων το 2019. «Εκφεύγει επίσης από τα όρια της δηλωμένης πολιτικής του Προέδρου Μπάιντεν για την ανάπτυξη της εγχώριας υποδομής και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, καθώς παραδίδει αμερικανικές καινοτομίες σε χώρες που θέλουν να υπονομεύσουν την ηγεσία μας στη βιοϊατρική έρευνα».

Ο Οργανισμός Καινοτομίας Βιοτεχνολογίας (BIO), μια ομάδα πίεσης που εκπροσωπεί τους κατασκευαστές των εμβολίων κατά του COVID Moderna, Pfizer και Johnson & Johnson, απέστειλε μια επιστολή που απειλούσε ότι η άρση των πατεντών από την κυβέρνηση Μπάιντεν «θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για τις εταιρείες να ανταποκριθούν στην επόμενη πανδημία».

Η φαρμακευτική βιομηχανία υποστηρίζει ότι οι εταιρείες αναπτύσσουν εξαιρετικά επικερδή φάρμακα από γενναιοδωρία.

“Δεν είναι αλήθεια ότι η αμερικανική κυβέρνηση εγγυάται τις κατασκευαστικές μας προσπάθειες”, δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Pfizer Albert Bourla κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης για τα κέρδη τον περασμένο μήνα. «Οι παραγγελίες που λάβαμε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ επρόκειτο να παραδοθούν μόνο – και η κυβέρνηση των ΗΠΑ επρόκειτο να μας πληρώσει μόνο – εάν το εμβόλιο ήταν επιτυχές, εάν το εμβόλιο εγκρινόταν επιτυχώς και εάν ήταν επιτυχημένο στην κατασκευή του. Το ρίσκο ήταν όλο δικό μας».

Στην πραγματικότητα όμως τα περισσότερα από τα κορυφαία εμβόλια κατά του COVID που διανέμονται σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των εταιριών Pfizer, Moderna και Johnson & Johnson, στηρίζονται σε τεχνολογία που αναπτύχθηκε από επιστήμονες στο κρατικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας.

Οι εταιρείες επωφελήθηκαν επίσης από το πρόγραμμα Operation Warp Speed ​​της διακυβέρνησης Trump. Η Moderna και η Johnson & Johnson έλαβαν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για έρευνα και ανάπτυξη, ενώ η κυβέρνηση υποσχέθηκε να αγοράσει δόσεις της Pfizer αξίας περίπου 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων εάν αποδειχθούν αποτελεσματικές.

Τα παραπάνω δεδομένα, καθώς και οι μακροχρόνιοι δεσμοί του Λευκού Οίκου του Μπάιντεν με τη φαρμακευτική βιομηχανία είναι μέρος του παιχνιδιού που παίζεται όσο η κυβέρνηση διαμορφώνει τις λεπτομέρειες της πρότασης άρσης της προστασίας των πατεντών που έχει  δεσμευτεί να υποστηρίξει.

«Νομίζω ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι ότι η ανακοίνωση Μπάιντεν αλλάζει το πλαίσιο διαλόγου από το “Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, οι εταιρείες έχουν τον απόλυτο έλεγχο”. Ας θυμηθούμε λίγο τι έλεγε ο Μπιλ Γκέιτς – όλη αυτή η συζήτηση ήταν εκτός πλαισίου”, δήλωσε ο Love, της ΜΚΟ Knowledge Ecology International. Τώρα η συζήτηση κινείται κάπως στο επίπεδο του “Πρέπει να κάνουμε κάτι, ας μιλήσουμε για το τι πρέπει να γίνει, όχι για το τι δεν μπορούμε να κάνουμε”».

* Σχετικα με τους συγγραφείς

Ο David Sirota είναι γενικός συντάκτης στο Jacobin. Επιμελήθηκε το ενημερωτικό δελτίο Daily Poster και έχει υπηρετήσει ως ανώτερος σύμβουλος και λογογράφος στην προεδρική εκστρατεία του Bernie Sanders για το 2020.

Ο Walker Bragman είναι δημοσιογράφος και Διδάκτωρ Νομικής του οποίου το έργο έχει εκδοθεί στα έντυπα  Paste, Intercept, HuffPost, Independent, Salon, Truthout και Hill.

Ο Andrew Perez είναι συγγραφέας και ερευνητής που ζει στο Maine.

Πηγή: Jacobin

Μετάφραση: antapocrisis.gr

[1] ΣτΜ: Οι υποχρεωτικές άδειες (compulsory licensing) αποτελούν την εξαίρεση στο σύστημα των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, το οποίο κατά κανόνα παραχωρεί αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης στον δημιουργό. Το σύστημα υποχρεωτικών αδειών επιτρέπει σε τρίτους να χρησιμοποιούν προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας για ορισμένες χρήσεις, που συνήθως εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του δημιουργού και έναντι ορισμένης από το νόμο αμοιβής.

[2] ΣτΜ: Η Επιτροπή Ορκωμοσίας (Inaugural Committee) είναι μία μεικτή επιτροπή που συγκροτείται κάθε τέσσερα χρόνια από μέλη της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων και καθορίζει ζητήματα σχετικά με την ορκωμοσία που νεοεκλεγέντος προέδρου των ΗΠΑ.

Πότε έγινε ο Μπάιντεν κομμουνιστής;

Η πρόταση της εκπροσώπου των ΗΠΑ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου για άρση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας για τα εμβόλια κατά του Covid, παρά το γεγονός ότι χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από πολλές πλευρές, απέχει πολύ από το να λύσει πραγματικά το πρόβλημα που δημιουργούν οι πατέντες σε εμβόλια και φάρμακα. Η διαδικασία συζήτησης με στόχο την ομοφωνία σε έναν διεθνή οργανισμό είναι μακροχρόνια, οι πατέντες κατοχυρώνονται σε εθνικό επίπεδο (και για την Ευρώπη σε επίπεδο Ε.Ε.) και ήδη η πρώτη άρνηση ήρθε από τη Γερμανία διά στόματος Μέρκελ.

Οι χαμηλής ποιότητας και αμφιβόλου αντιληπτικής ικανότητας φιλελεύθεροι στην Ελλάδα λογικά θα στοιχηθούν με κραυγές τύπου «βάστα Μέρκελ», καθώς ο Μητσοτάκης εκτέθηκε μεγαλοπρεπώς σε ανύποπτο χρόνο, μιλώντας απαξιωτικά και χυδαία για το αίτημα της άρσης της πατέντας. Το ότι οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί μιλούν λιγότερο ως εκπρόσωποι της κοινωνίας και περισσότερο ως ξεφωνημένοι εκπρόσωποι των εταιρειών, δεν πρέπει ωστόσο να μας κάνει να μεταφράζουμε αυτόματα τις επιθυμίες μας σε πραγματικότητα.

Κι αυτό, γιατί μια πρόταση ελεγχόμενης κατάργησης της πατέντας για τα εμβόλια Covid από την ύπατη εκπρόσωπο των ΗΠΑ στον ΠΟΕ απέχει παρασάγγας από την επίλυση του ζητήματος στο ομοσπονδιακό επίπεδο των ΗΠΑ, εκεί όπου η νομοθεσία για τα πνευματικά δικαιώματα έχει γραφεί από τις ίδιες τις εταιρείες με σκληρό, επίμονο και πανάκριβο λόμπινγκ πολλών δεκαετιών, και δύσκολα θα αλλάξει. Ο Μπάιντεν δεν έγινε κομμουνιστής, έστω και αν τα ελληνικά ΜΜΕ ετοιμάζονται να τον καταγγείλουν ως τέτοιον.

Στην πραγματικότητα η κίνηση των ΗΠΑ να θέσουν στο τραπέζι την άρση των περιορισμών παραγωγής εμβολίων λόγω πνευματικών δικαιωμάτων, έστω και στο επίπεδο της επιτρόπου Katherine Tai, έχει τρείς πλευρές:

Πρώτον την επιδίωξη επαναφοράς των ΗΠΑ σε πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις, μετά την υποχώρηση, την αναδίπλωση και την ανυποληψία της περιόδου Τραμπ. Το να τεθεί η αμερικανική υπερδύναμη στην εμπροσθοφυλακή των δυνάμεων που αναζητούν λύση σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα, φαίνεται να επιλέγεται από τη διακυβέρνηση Μπάιντεν ως μορφή επαναφοράς των ΗΠΑ στην παγκόσμια ηγεμονία. Συνολικά τα έργα και οι ημέρες της διακυβέρνησης Μπάιντεν, δείχνουν ότι το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο των ΗΠΑ έλαβε το μάθημά του από την παραφωνία του Τραμπ και οχυρώνεται αναλόγως για να αποφευχθούν μελλοντικά παραστρατήματα.

Δεύτερον, την αναγνώριση ότι πανδημικές εξάρσεις (όπως αυτή στην Ινδία) και οι εκατόμβες θυμάτων που προκαλούν, δεν πρόκειται να αντιμετωπιστούν με τους σημερινούς ρυθμούς εμβολιασμών ανά τον κόσμο. Οι χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου υπολείπονται κατά πολύ της εμβολιαστικής κάλυψης που αρχίζει και επιτυγχάνει ο αναπτυγμένος κόσμος του βόρειου και δυτικού ημισφαιρίου. Ο πληθυσμός τους θα ξεκινήσει να κάνει το εμβόλιο μετά τα μέσα του 2022, ενώ παράλληλα καμιά χώρα δεν έχει την θηριώδη κρατική μηχανή (και λογική) της Κίνας ώστε να μπορεί να περιορίζει την εξάπλωση του ιού εν τη γενέσει του. Το εμβόλιο, στην πράξη, είναι ο μόνος τρόπος να προληφθούν θάνατοι εκατομμυρίων στην Αφρική και στην Ασία. Ειδικά θα χρειαστεί εμβόλιο mRNA που μπορεί να αντιμετωπίσει -σε νέες του εκδόσεις- τυχόν νέες και πιο επικίνδυνες μεταλλάξεις. Η Ινδία είναι σήμα κινδύνου για όλη την ανθρωπότητα, επομένως τα ιερά και τα όσια της παραγωγής με αποκλειστική βάση το κέρδος, μπορούν ίσως, ελεγχόμενα και περιορισμένα, να αμφισβητηθούν. Υπάρχει και η παραγωγή για το κοινό καλό, έστω και αν αυτή έχει πεταχθεί εδώ και δεκαετίες στο πυρ το εξώτερον.

Τρίτον, οι ΗΠΑ επιχειρούν να προλάβουν κυρίως τη Ρωσία αλλά και την Κίνα που κάνουν ήδη εξωτερική πολιτική με την υγειονομική βοήθεια σε τρίτες χώρες. Το ρωσικό εμβόλιο δίνεται προς παρασκευή σε τρίτες, εκτός Ρωσίας χώρες, και το ίδιο αναμένεται να συμβεί με το Κινεζικό. Στη μάχη αυτή, οι ΗΠΑ δεν θέλουν να εμφανιστούν ως κυνικοί θεματοφύλακες των κερδών των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, έστω και αν τρίζουν τα κόκκαλα του Ρήγκαν και της Θάτσερ.

Φυσικά το αν και το πώς ακριβώς θα προχωρήσει η πρόταση των ΗΠΑ είναι ένα θέμα ανοικτό. Μπορεί να μην προχωρήσει στην πράξη, μπορεί να εκφυλιστεί σε διακανονισμό φθηνότερης τιμής από τις Pfizer και Moderna προς τον Τρίτο Κόσμο, μπορεί να γίνει μαζική πληρωμή mRNA εμβολίων από τις χώρες της Δύσης προς τις φτωχότερες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, ή μπορεί να υπάρξει μια περιορισμένη αποκέντρωση της παραγωγής, με ελεγχόμενους όρους, στις χώρες που έχουν (ή διατείνονται ότι έχουν) τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο (πχ. Ινδία ή Νότια Αφρική). Προς το παρόν, ας αρκεστούμε στο ότι η πρόταση Μπάιντεν αναγνωρίζει μεγαλοπρεπώς το διαφαινόμενο αδιέξοδο στον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα.

Η κατάργηση των πατεντών για τα εμβόλια, παρά το γεγονός ότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για εκατομμύρια ανθρώπους, προσκρούει στη γενική αρχή του κέρδους και στη βαθιά θεμελιωμένη στον μετα-κομμουνιστικό κόσμο αντίληψη ότι μόνο ο ιδιωτικός τομέας, υπό την προσδοκία κερδών για τους μετόχους του, μπορεί να προχωρήσει αποτελεσματικά την επιστημονική έρευνα. Στην πραγματικότητα βέβαια, αυτή η αντίληψη δεν είναι τίποτα άλλο παρά δοξασία, καθώς οι ιδιωτικές πολυεθνικές χρησιμοποιούν προηγούμενη γνώση, άφθονους πόρους και ζεστό χρήμα του δημοσίου και της κοινωνίας. Ειδικά η τεχνολογία mRNA έχει πίσω της δεκαετίες ολόκληρες πανεπιστημιακών ερευνών, δημόσιων χρηματοδοτήσεων και ακαδημαϊκού κόπου. Αυτά ενδεχομένως να έχουν μικρή σημασία για τα μαντρόσκυλα του νεοφιλελευθερισμού.

Αυτό που έχει σημασία είναι να επιβεβαιώσουμε για μια ακόμα φορά ότι το καπιταλιστικό κέρδος αργά ή γρήγορα έρχεται σε ασυμβίβαστη αντίθεση με την ιεράρχηση της ανθρώπινης ζωής. Αυτό, ακόμα και αν δεν λέγεται ευθαρσώς, με τη συγκεκριμένη συζήτηση που διεξάγεται διεθνώς, την πρόταση των ΗΠΑ, την αποδοχή του ΠΟΥ κλπ, εννοείται εμμέσως. Η ιστορία της πανδημίας και της αντιμετώπισής της υπογραμμίζει την ανάγκη ενός άλλου συστήματος κοινωνικών σχέσεων με άλλες ιεραρχήσεις, κίνητρα και προτεραιότητες.