Άρθρα

Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τους Γλύξμπουργκ. Κινδυνεύει από τους Μητσοτάκη – Ντογιάκο.

Η μόνιμη επωδός όσων εισηγούνται μεγαλοψυχία, λήθη, δημοσία δαπάνη κηδεία του τέως βασιλιά και απόδοση τιμών αρχηγού κράτους είναι ότι η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τους Γλύξμπουργκ. 

Πράγματι, η δημοκρατία στη χώρα δεν κινδυνεύει από τους μπουφόνους της βασιλείας, Ούτως ή άλλως η ελλαδική εκδοχή γαλαζοαίματων υπήρξε ανίκανη και γκροτέσκο, σχεδόν όσο υπήρξε επιζήμια και καταστροφική. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε την ιστορία. Απαιτεί όμως να μην κλείνουμε τα μάτια στο παρόν συζητώντας για το παρελθόν. 

Ο έκπτωτος μονάρχης πεθαίνει μία μέρα μετά την πρωτοφανή γνωμάτευση Ντογιάκου, που λειτουργώντας ως εκτελεστικό όργανο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, απαγορεύει στην ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών) την περαιτέρω διερεύνηση του μέγα σκανδάλου των υποκλοπών, απειλώντας μάλιστα σκαιότατα τα μέλη της με απαγγελία κατηγοριών. 

Βεβαίως ο κ. Ντογιάκος πατά πάνω στον πρόσφατα ψηφισμένο νόμο 5022/2022 της κυβέρνησης Μητσοτάκη για να απειλήσει την ΑΔΑΕ. Δεν ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι ένας νόμος μπορεί να ερμηνεύεται μόνο σε συμφωνία με το Σύνταγμα και όχι εναντίον του, αλλά αυτό είναι θέμα που θα το εξηγήσουν καλύτερα οι νομικοί και οι συνταγματολόγοι, όσοι τουλάχιστον δεν είναι εξωνημένοι των ποικίλων εξουσιών.

Ο αποκαλούμενος και “ψηλός” ή και “Παναθηναϊκάκιας”, νυν Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αποφάσισε να ερμηνεύσει τον νόμο της κυβέρνησης Μητσοτάκη προστατεύοντας την κυβέρνηση από τυχόν επόμενες αποκαλύψεις για το εύρος και το είδος των υποκλοπών που οργανώθηκαν από την ΕΥΠ, όντας αυτή υπό την άμεση διοικητική και πολιτική ευθύνη του κ. Μητσοτάκη. 

Όλη η ιστορία των υποκλοπών μοιάζει πια να βγήκε από ένα ενιαίο κέντρο (ή καλύτερα παράκεντρο) εξουσίας: ο Μητσοτάκης αναλαμβάνει προσωπικά την ΕΥΠ από την πρώτη μέρα της θητείας του, η ΕΥΠ οργανώνει παρακολουθήσεις και υποκλοπές συνομιλιών πολιτικών προσώπων, υπουργών, στρατιωτικών, η κυβέρνηση κάνει νόμο με τον οποίο θωρακίζει τις υποκλοπές, και μόλις ξεσπά το σκάνδαλο και απειλείται το περαιτέρω ξεσκέπασμα των παρακολουθήσεων από την ΑΔΑΕ, η κυβέρνηση κάνει νέο νόμο με τον οποίο “περιορίζει” την ΑΔΑΕ, ενώ ο εισαγγελέας ερμηνεύει τον νόμο προληπτικά (!) και απειλεί ανοικτά την Αρχή. 

Όμορφος, αγγελικός κόσμος, και προπαντός δημοκρατικός… 

Αν η γνωμάτευση Ντογιάκου παρθεί τοις μετρητοίς, ο πρόεδρος της ΑΔΑΕ κινδυνεύει με σύλληψη στο βαθμό που αντέξει την πρωτοφανή πίεση την οποία υφίσταται και συνεχίσει να ασκεί τις από το Σύνταγμα προβλεπόμενες αρμοδιότητές του. Το ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πρωτοφανές για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος που αρέσκεται να δηλώνει κράτος Δικαίου, δεν φαίνεται να ενοχλεί τους ιεροφάντες του “συνταγματικού πατριωτισμού” που θυμούνται το Σύνταγμα και τους νόμους μόνο στο βαθμό που βολεύει την άρχουσα τάξη και το πολιτικό της προσωπικό με πρώτο από όλο τη φαμίλια Μητσοτάκη. 

Αυτός είναι ο κίνδυνος για τη δημοκρατία στην Ελλάδα του 2023, και όχι οι έκπτωτοι, αναξιόπιστοι, φαιδροί και ολίγιστοι Γλύξμπουργκ, μισόν αιώνα σχεδόν μετά από την αποπομπή τους. 

Τη βασιλεία την έκρινε ήδη η ιστορία – κι ας μην αρέσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη – και αποφάνθηκε για τον ιστορικό της ρόλο ο ελληνικός λαός, όχι απλώς με το δημοψήφισμα του ‘74, αλλά με τους αγώνες και το αίμα του. 

Το πώς θα αντιμετωπιστεί ο σημερινός κίνδυνος των πολλαπλών αντισυνταγματικών εκτροπών που εκπορεύονται από την ίδια την κυβέρνηση και συνηγορούνται από τον ανώτατο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αυτή είναι η πρόκληση για τη δημοκρατία.

Τύφλα να έχει η Στάζι: Ο υπαρκτός σοσιαλισμός και ο υπαρκτός καπιταλισμός

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις σχετικά με τις παρακολουθήσεις του περιβάλλοντος Μητσοτάκη σε εχθρούς, φίλους, δημοσιογράφους, πολιτικούς, επιχειρηματίες μετά των συζύγων τους, προκαλεί δικαίως οργή και αγανάκτηση σε σημαντικό μέρος του δημοκρατικού κόσμου. 

Μια μεγάλη μερίδα πολιτών όμως αντιμετωπίζει τις συγκεκριμένες αποκαλύψεις με το γνωστό “έλα τώρα που δεν ξέραμε ότι όλοι παρακολουθούν όλους;”. 

Περισσότερο από τις ίδιες τις αποκαλύψεις είναι αυτός ο εθισμός, η αποδοχή της εκτροπής και της βαρβαρότητας, η οποία σοκάρει. Είναι η “λαϊκή σοφία” και η διαδεδομένη γνώση ότι η αστική δημοκρατία και οι λεγόμενοι “θεσμοί” είναι σάπιοι μέχρι το μεδούλι και ότι οι λεγόμενες δημοκρατικές ευαισθησίες είναι εντελώς υποκριτικές.

Πριν 16 χρόνια έκανε θραύση η ταινία “Οι ζωές των άλλων”. Δικαίως, καθώς με έναν κινηματογραφικά ξεχωριστό τρόπο, περιγραφόταν ένα εκτεταμένο, σχεδόν εφιαλτικό σύστημα παρακολουθήσεων στην Ανατολική Γερμανία επί υπαρκτού σοσιαλισμού. Η Στάζι, παντοδύναμη, ανεξέλεγκτη, έστηνε μηχανισμούς παρακολούθησης αντιφρονούντων, υπόπτων, ακόμα και φίλα προσκείμενων στο καθεστώς Χόνεκερ. 

Το καθεστώς Μητσοτάκη όμως, τι διαφορετικό κάνει;

Έχει φτιάξει, όχι απλά ένα αντίστοιχο, αλλά ένα πολύ χειρότερο και εξίσου εκτεταμένο σύστημα παρακολουθήσεων, όπως αποκαλύπτεται μέσω του λογισμικού predator – και όχι μόνο που κάνει τον υπαρκτό καπιταλισμό της Ελλάδας να μη διαφέρει από τον υπαρκτό σοσιαλισμό της Στάζι. 

15.000 περίπου είναι οι “νόμιμες” παρακολουθήσεις ετησίως. Φανταστείτε οι μη νόμιμες… Οι παρακολουθήσεις βεβαίως δεν αφορούν μόνο την -υπό στενό πρωθυπουργικό έλεγχο- ΕΥΠ. Ας θυμηθούμε τις σχετικές καταγγελίες ότι οι Αμερικανοί παρακολουθούν για παράδειγμα σχεδόν όλη την γερμανική κυβέρνηση, ή ότι -στην Ελλάδα- εκτεταμένες παρακολουθήσεις έκανε και η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. 

Το αποκορύφωμα είναι οι αποκαλύψεις του καθόλα συστημικού δημοσιογράφου Τάσου Τέλλογλου, ότι οι παρακολουθήσεις στη μνημονιακή Ελλάδα είναι πλέον εκτεταμένες, και στο κράτος, και στο παρακράτος, με τα κυκλώματα διεφθαρμένων αστυνομικών που έχουν αναλάβει την ηγεσία του εγκλήματος να παρακολουθούν τους ανταγωνιστές τους, εμπλέκοντας και την ΕΛΑΣ, και την ΕΥΠ και τη Δικαιοσύνη. 

Αυτό είναι κάτι, που το καθεστώς Μητσοτάκη αποδεικνύεται κατά πολύ ανώτερο του καθεστώτος της Στάζι στην Ανατολική Γερμανία. 

Δεν έχουμε απλά παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων, συμμάχων, υφισταμένων και φίλα προσκείμενων του πρωθυπουργού, αλλά παρακολουθήσεις ενός εσμού κρατικών και παρακρατικών παραγόντων. 

Το καθεστώς Μητσοτάκη μπορεί να παρακολουθούσε τον Ανδρουλάκη ή τον Σπίρτζη για πολιτικούς λόγους, αλλά επέτρεψε, αν δεν οργάνωσε, με τη χρήση των λογισμικών τύπου Predator και Pegasus, τις παρακολουθήσεις επιχειρηματιών και παραγόντων της δημόσιας ζωής. Οι παρακολουθήσεις είτε οργανώνονταν από το στενό κέντρο εξουσίας του Μαξίμου (Δημητριάδης), είτε από αυτονομημένα κρατικά κέντρα που ήθελαν να ελέγξουν παρακρατικά το οργανωμένο έγκλημα.

Μιλάμε για τη βρώμα και τη δυσωδία.

Η Στάζι μπροστά στον Μητσοτάκη ωχριά. 

Όχι γιατί παρακολουθούσε λιγότερους. 

Αλλά γιατί επί υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρχε, έως ένα βαθμό, η σύγκρουση δύο μπλοκ, του δυτικού με το ανατολικό. Ο φόβος του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας  ήταν η κατασκοπεία, οι δολιοφθορές, τα σαμποτάζ, οι εκβιασμοί από την πλευρά της Δυτικής Γερμανίας και του ΝΑΤΟ, με στόχο την άνευ όρων και τυπική παραδοση του υπαρκτού σοσιαλισμού στον τότε καπιταλισμό. 

Όσο κι αν διαχωρίζεται κανείς από τον υπαρκτό σοσιαλισμό, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το διακύβευμα ήταν μεγάλο. Και αυτό φάνηκε και μετά την πτώση του Τείχους οπου το πλιάτσικο των ιδιωτικοποιήσεων που έγινε πάνω στις υποδομές της Ανατολικής Ευρώπης δεν είχε προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία. 

Το διακύβευμα για τις εκτεταμένες παρακολουθήσεις του Μητσοτάκη και της ελεγχόμενης από τον ίδιον ΕΥΠ ποιο είναι; 

Υποτίθεται ότι το 1989-1991 με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού μπήκε ταφόπλακα στο σοσιαλιστικό όραμα και αναγγέλθηκε το τέλος της ιστορίας. Ανακαλύφθηκε ότι ο καπιταλισμός είναι το καλύτερο δυνατό σύστημα. Μετά από αυτόν δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα άλλο. 

Γιατί; Όχι γιατί οι στόχοι του σοσιαλισμού θεωρήθηκαν ξεπερασμένοι, αλλά γιατί, όπως ισχυρίστηκαν οι νικητές, δεν υπάρχει καλύτερο οικονομικό σύστημα από την ελεύθερη αγορά, δεν υπάρχει καλύτερη δημοκρατία από την αστική φιλελεύθερη δημοκρατία. 

Σήμερα πολλές από τις τότε εμβληματικές εικόνες που τάχα αποδείκνυαν την χρεοκοπία του σοσιαλισμού, εμφανίζονται πολλαπλάσιες στον υπαρκτό καπιταλισμό. 

Οι παρακολουθήσεις είναι το ίδιο ή περισσότερο εκτεταμένες, τμήμα τους δε είναι και “ιδιωτικοποιημένο”, όχι προφανώς για κάποιο διακύβευμα σοβαρό ή για λόγους εθνικής ασφάλειας, αλλά για εκβιασμούς, πιέσεις, μεθοδεύσεις, συμμαχίες, καρέκλες, εξουσία. 

Το κατάπτυστο και καταγέλαστο “κουπόνι” με το οποίο οι πολίτες της ΕΣΣΔ έπαιρναν τρόφιμα ή αγαθά, πλέον είναι καθεστώς στην “προηγμένη”, “πολιτισμένη” Δύση, σαράντα χρόνια μετά. 

Η ενέργεια, τα τρόφιμα, οι διακοπές, εκχωρούνται πλέον με “κουπόνι”. Και σε αντίθεση επιπλέον με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, πολλά άλλα βασικά αγαθά, όπως η στέγη, η παιδεία, η υγεία, δεν είναι εξασφαλισμένα για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.

Η ανισότητα και η συνύπαρξη της ακραίας φτώχειας από τη μια πλευρά και του ακραίου πλούτου από την άλλη, δεν υπήρξε επί Χόνεκερ, Τσαουσέσκου ή Μπρέζνιεφ, υπάρχει όμως επί Μητσοτάκη.

Ο Σόιμπλε απειλεί ότι θα παγώσουν οι Ευρωπαίοι, απειλή που δε θυμόμαστε να την είχε κάνει ποτέ κάποιος ηγέτης του υπαρκτού. 

Τα ΜΜΕ και η ενημέρωση είναι όσο ποτέ άλλοτε πλήρως ελεγχόμενα από την εξουσία. Γιατί η κρατική τηλεόραση ήταν κακή επί Χόνεκερ και Γιαρουζέλσκι αλλά η πλήρως και ασφυκτικά ελεγχόμενη ιδιωτική και κρατική τηλεόραση είναι καλή επί Μητσοτάκη;

Οι τελευταίες αποκαλύψεις γύρω από τις παρακολουθήσεις πιθανά να τροφοδοτήσουν πολιτικές εξελίξεις. Πιθανά και όχι. 

Υπάρχει όμως και κάτι που δε συζητιέται και πρέπει να συζητηθεί. Είναι όντως ο καπιταλισμός, η αστική δημοκρατία, η ελεύθερη αγορά, ο καλύτερος δυνατός κόσμος;

Το κοινωνικό πρόβλημα δεν λύνεται στην υπάρχουσα πολιτική σκηνή

Σχόλιο του antapocrisis.

Η παρουσία Μητσοτάκη στη ΔΕΘ επιβεβαίωσε ότι η κομματική αντιπαράθεση σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο είναι αναντίστοιχη με το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα και ο λαός της.

Το τρίπτυχο της κυβερνητικής πολιτικής συνοψίζεται στα εξής: Α. Δεν υπάρχει ακρίβεια, αλλά αν υπάρχει, φταίει ο Πούτιν. Β. Δεν έχουμε τίποτα να προσφέρουμε ως κυβέρνηση, αλλά ο Τσίπρας είναι χειρότερος. Γ. Οι υποκλοπές δεν είναι σκάνδαλο, αλλά η ανάδειξή τους είναι επιχείρηση αποσταθεροποίησης της χώρας από την Τουρκία, τη Ρωσία και τους προδότες του έθνους

Οι υποκλοπές με υπογραφή Μητσοτάκη και προφανή στόχο να ελεγχθούν οι πολιτικές εξελίξεις, είναι δεδομένο ότι τσαλαπατούν το Σύνταγμα, τα δημοκρατικά δικαιώματα  και τον πυρήνα του κράτους δικαίου, που τάχα είναι αδιαμφισβήτητο στις χώρες του “ελεύθερου καπιταλισμού”.

Επιπλέον όμως δημιουργούν σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Το ΠΑΣΟΚ διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τη ΝΔ, με εξαίρεση φυσικά το τμήμα που είναι Μητσοτακικότερο του Μητσοτάκη (Λοβέρδος, Καϊλή κλπ), κάνοντας το ενδεχόμενο μιας δεύτερης θητείας Μητσοτάκη υπό κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ – ΠΑΣΟΚ σχεδόν απίθανο.

Παράλληλα, τμήμα της ΝΔ διαφοροποιείται από τα έργα και τις ημέρες Μητσοτάκη, δηλώνοντας ταυτόχρονα προβληματισμένο από τη μονομερή, τυφλή και τελικά επιζήμια πρόσδεση της χώρας στον αμερικανικό άξονα.

Η ρευστότητα και η αβεβαιότητα σε μια χρονιά εκλογών, οξύνει την πολιτική αντιπαράθεση. H ΝΔ παραμένει πρώτη πολιτική δύναμη καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να μην πείθει. Όμως ο στόχος της αυτοδυναμίας είναι άπιαστος και οι υποκλοπές Μητσοτάκη τίναξαν τα σενάρια συγκυβέρνησης.

Εκεί όμως που δεν υπάρχει αβεβαιότητα είναι η στάση που έχει το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος στο τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Η πρωτοφανής ακρίβεια που σημαίνει ένα ακόμα επαχθές αλλά  κρυφό μνημόνιο στην πλάτη της κοινωνίας, δεν αντιμετωπίζεται με επιδοματικές πολιτικές, αλλά με ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας.

Αν η ΝΔ υπόσχεται ακόμα περισσότερο νεοφιλελευθερισμό, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δεσμεύεται για κρατικοποίηση της ΔΕΗ, για κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, για επιβολή πλαφόν στα υπερκέρδη;

Γιατί δεν  δεσμεύεται καν, ότι οι παρακολουθήσεις και οι υποκλοπές θα παύσουν οριστικά, ή έστω θα περιοριστούν σε περιπτώσεις εγκληματικής δραστηριότητας και όχι σε 15 χιλιάδες “εχθρούς της εθνικής ασφάλειας”;

Αυτό δεν αφορά απλώς το καθηλωμένο δημοσκοπικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το γεγονός ότι η αίσθηση του μονόδρομου εντείνεται, ότι το αδιέξοδο παγιώνεται, και το πρόβλημα επιβίωσης δεν λύνεται. Ούτε με τη σημερινή κυβέρνηση που δουλεύει για τα υπερκέρδη της άρχουσας τάξης, ούτε όμως με κάποια αυριανή κυβέρνηση που δεν τολμά να αμφισβητήσει σήμερα, από θέση αντιπολίτευσης, τα οικονομικά δόγματα του νοφιλελευθερισμού και τις γεωπολιτικές προτεραιότητες του ευρωατλαντισμού.

Η πολιτική αντιπαράθεση που εξελίσσεται με αφορμή τις υποκλοπές, την ακρίβεια, την ενέργεια, δεν είναι αντιπαράθεση επί της ουσίας, αλλά επί της λεπτομέρειας. Εναλλακτική δεν φαίνεται στον ορίζοντα και η κοινωνική πλειοψηφία επιλέγει, προς το παρόν, την αναμονή και τον ατομικό αγώνα για την οικογενειακή επιβίωση. το πρόβλημα δεν είναι στην κοινωνία, αλλά στην πολιτική.

Η παραίτηση του πρωθυπουργού είναι μονόδρομος

Το antapocrisis αναδημοσιεύει την παρέμβαση του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γ. Σωτηρέλλη για τους παρακάτω λόγους:

α. Σε αντίθεση με τον θλιβερό στρατό του ακραίου κέντρου που δεν βρίσκει ατιμωτικό για μια δημοκρατική κοινωνία να παρακολουθείται ο υποψήφιος αρχηγός ενός κοινοβουλευτικού κόμματος, ο καθηγητής θεωρεί ότι αυτή η πράξη συνιστά ευθεία παραβίαση του Συντάγματος, ενέχοντας ποινικές και πειθαρχικές ευθύνες για τον διοικητή της ΕΥΠ και την εποπτεύουσα εισαγγελέα.

β. Αμφισβητεί ευθέως – και εξαιρετικά πειστικά – την αποστροφή του πρωθυπουργού ότι η παρακολούθηση ήταν “νόμιμη”. Λόγοι εθνικής ασφάλειας της χώρας δεν είναι οι εθνικές επιδιώξεις άλλων κρατών, όπως γελοιωδώς ισχυρίστηκαν κυβερνητικοί κύκλοι. Ένας βουλευτής, ευρωβουλευτής ή πολύ περισσότερο αρχηγός κόμματος δεν μπορεί να παρακολουθείται υπό την επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας εκτός και αν ενέχεται σε κατασκοπία ενάντια στη χώρα του. Στην προκειμένη πρόκειται δηλαδή για αντισυνταγματικές και παράνομες υποκλοπές.

γ. Ο πρωθυπουργός έχει την αντικειμενική πολιτική ευθύνη καθώς επέλεξε την άμεση υπαγωγή της ΕΥΠ στο γραφείο του και στον ίδιο προσωπικά, επέβαλε με ελάχιστα θεσμικό τρόπο τα πρόσωπα που αποφάσισαν και ενέκριναν την παρακολούθηση Ανδρουλάκη (τον διοικητή της ΕΥΠ και την εποπτεύουσα εισαγγελέα), ψήφισε την απαγόρευση της γνωστοποίησης εκ μέρους της ΑΑΔΕ παρακολουθήσεων και υποκλοπών ακόμα και όταν οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτές, έχουν εκλείψει. Όλα τα παραπάνω συντείνουν στο ότι οι υποκλοπές υπάγονταν σε εκ των προτέρων σχεδιασμό στο ανώτερο δυνατό επίπεδο (πρωθυπουργός), και σε κάθε περίπτωση η ευθύνη Μητσοτάκη για το μέγα αυτό σκάνδαλο είναι μη μεταβιβάσιμη.

δ. Ευθαρσώς θεωρεί ότι η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης πρέπει να οδηγήσει σε παραίτηση Μητσοτάκη. Αυτό δεν συνιστά απλώς εκλογές. Σημαίνει την ατιμωτική απόταξη από την πολιτική ζωή ενός πορφυρογέννητου γόνου της αστικής εξουσίας που θεωρεί ότι η χώρα ανήκει στην τάξη του και ότι μπορεί να τσαλαπατά κατά το κέφι του το Σύνταγμα, τους νόμους και τον πυρήνα των δημοκρατικών αρχών.

Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού για το σκάνδαλο των υποκλοπών κλείνουν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο τον πρώτο κύκλο μιας πρωτοφανούς για τα ελληνικά δεδομένα υπόθεσης, η οποία, δυστυχώς, όχι μόνον υπονομεύει την συνταγματική λειτουργία του πολιτεύματος αλλά και θέτει ευθέως ζήτημα Δημοκρατίας.

Τα δεδομένα της υπόθεσης είναι γνωστά, τουλάχιστον καθ’ό μέρος αφορούν την ομολογημένη επίσημα, πλέον, παρακολούθηση ενός ευρωβουλευτή και υποψήφιου αρχηγού κόμματος από την ΕΥΠ. Τίποτα δεν αποκλείει βέβαια να αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση είναι αναμεμιγμένη και με την παρακολούθηση του ίδιου (και ενός δημοσιογράφου, ενδεχομένως δε και άλλων) μέσω κακόβουλων λογισμικών που βρίσκονται στα χέρια ιδιωτικών κέντρων εξουσίας (predator, Pegasus κ.α.τ.). Ωστόσο αυτό είναι μεν αντικείμενο δημοσιογραφικής και δικαστικής διερεύνησης αλλά τίποτε δεν έχει αποδειχθεί και άρα δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε, προς το παρόν, μια τέτοια κατηγορία. Θα αρκεσθώ λοιπόν μόνο στην «νόμιμη» –όπως χαρακτηρίσθηκε καταχρηστικά από την κυβέρνηση– παρακολούθηση μέσω της ΕΥΠ, εστιάζοντας σε δύο ιδίως σημεία: πρώτον ότι η παρακολούθηση αυτή δεν ήταν νόμιμη αλλά απλώς μια νομιμοφανής παραβίαση του Συντάγματος και δεύτερον ότι η σχετική ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά και μόνον τον πρωθυπουργό, παρά την εναγώνια προσπάθειά του να μας πείσει για το αντίθετο.

Α. Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο σημείο. Το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπει τα εξής:

«1. Tο απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Nόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.

**2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1».

Με βάση λοιπόν αυτές τις διατάξεις ερωτάται:

Συνέτρεχε περίπτωση είτε «διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων» είτε «λόγων εθνικής ασφάλειας»; Από τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του κ. Κοντολέοντος αλλά και από τον τρόπο που τοποθετήθηκε ο πρωθυπουργός τόσο στο «Βήμα της Κυριακής» και στην σημερινή δήλωσή του, είναι νομίζω προφανές ότι δεν συνέτρεχε καμία τέτοια περίπτωση. Πολλώ δε μάλλον με δεδομένη και την ασυλία που έχει ο Νίκος Ανδρουλάκης, ως Ευρωβουλευτής, η οποία επιβάλλει εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Άρα τόσο ο –τέως πλέον– διοικητής της ΕΥΠ όσο και η αρμόδια εισαγγελέας είναι υπόλογοι για εκ προθέσεως παραβίαση του Συντάγματος και υπέχουν τόσο ποινική όσο και πειθαρχική ευθύνη. Αυτό σημαίνει –πέραν των άλλων– ότι η εισαγγελέας της υπόθεσης δεν μπορεί να συνεχίσει να υπηρετεί στον δικαστικό κλάδο, επικαλούμενη την δήθεν ανεξάρτητη δικαστική κρίση της.

Διότι στην μεν περίπτωση της «διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος» δεν λέχθηκε το παραμικρό –πέρα από κάτι άθλιες διαρροές, εκβιαστικού χαρακτήρα– στην δε περίπτωση της «εθνικής ασφάλειας», το ότι πρόκειται για αόριστη νομική έννοια δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντιμετωπισθεί κατά το δοκούν ή/και αυθαίρετα. Αντίθετα, η υπαγωγή σε «λόγο εθνικής ασφάλειας» πρέπει να υπακούει σε συγκεκριμένα ερμηνευτικά κριτήρια, που έχουν προ πολλού διαπλασθεί από την θεωρία και την νομολογία και αποκλείουν τόσο την ταύτιση της εθνικής ασφάλειας με την δημόσια τάξη (που είναι κατά πολύ ευρύτερη έννοια) όσο και την υποκατάστασή της από τις εθνικές επιδιώξεις άλλων κρατών, όπως αυτές υποτίθεται ότι εκφράστηκαν μέσω των πρεσβειών τους(αναφέρομαι στα αστεία σχετικά δημοσιεύματα, που είδαν ξαφνικά το φως της δημοσιότητας, μέσω κυβερνητικών διαρροών, για να διαψευσθούν όμως κατηγορηματικά στη συνέχεια από τις κατονομαζόμενες χώρες…). Με άλλα λόγια, η μόνη «εθνική ασφάλεια» της οποίας μπορεί να γίνει επίκληση είναι αυτή της χώρας μας (και όχι άλλης χώρας…) και ο μόνος σχετικός λόγος που θα δικαιολογούσε παρακολούθηση, για να το πούμε καθαρά, θα ήταν η κατασκοπεία…

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι δύο βασικοί υπεύθυνοι για τις αντισυνταγματικές αυτές υποκλοπές πρέπει κατά την άποψή μου να κληθούν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, που πρόκειται να (ξανα)συγκληθεί, και να δώσουν συγκεκριμένες εξηγήσεις για την στάση τους, και μάλιστα ενώπιον του κ. Ανδρουλάκη…

Β. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι συγκεκριμένες παρακολουθήσεις συνιστούν αναμφισβήτητη συνταγματική εκτροπή, ανακύπτει το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα. Τις πταίει; Ποιος έχει, συγκεκριμένα, την πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο αυτό της παρακολούθησης προβεβλημένου πολιτικού προσώπου και τι συνεπάγεται η ανάληψη αυτής της ευθύνης;

Όπως έγινε σαφές από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού η προσπάθειά του κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Αφ’ενός μεν να μας πείσει ότι δεν γνώριζε τίποτε για τις παρακολουθήσεις αφ’ετέρου δε ότι κινείται απολύτως θεσμικά, τόσο σε σχέση με τον καταλογισμό των ευθυνών (παραίτηση Κοντολέοντος και Δημητριάδη) όσο και σε σχέση με την διαλεύκανση της υπόθεσης (αποδοχή της εκ νέου σύγκλησης της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας και της σύστασης Εξεταστικής Επιτροπής). Ωστόσο, πίσω από τους θεσμικούς βερμπαλισμούς και τα μεγάλα λόγια η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, σε όλα τα πεδία. Ας δούμε γιατί:

α. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο πρωθυπουργός λέει αλήθεια για το ότι δεν γνώριζε για τις παρακολουθήσεις –κάτι που προσωπικά θα ευχόμουν να ισχύει αλλά το θεωρώ μάλλον απίθανο–αυτό διόλου δεν τον απαλλάσσει από τον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης. Και τούτο διότι η πολιτική ευθύνη σχετικά με την άσκηση μιας αρμοδιότητας δεν είναι υποκειμενική αλλά αντικειμενική. Στην συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση η ευθύνη αυτή είναι και αποκλειστική, αν αναλογισθούμε ότι:

Πρώτον, είναι ο ίδιος που επέλεξε την υπαγωγή της ΕΥΠ στο γραφείο του πρωθυπουργού, στο πλαίσιο του κατ’ευφημισμόν «επιτελικού κράτους» (που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συγκεντρωτικό υπερπρωθυπουργείο). Βοηθός δε εκπληρώσεως, σε αυτήν την μεταφερθείσα αρμοδιότητα, δηλαδή στην εποπτεία της ΕΥΠ, ανέλαβε ο γενικός του γραμματέας και ανιψιός του, δηλαδή το πλέον έμπιστο πρόσωπο, που λειτουργούσε σε όλα τα ζητήματα σαν «αντ’αυτού». Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η αρμοδιότητα και κατ’επέκτασιν η πολιτική ευθύνη για την λειτουργία της ΕΥΠ έπαυσαν να ανήκουν αποκλειστικά και εις ολόκληρον στον πρωθυπουργό. Το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς, ως προς την διαχειριστική εμπλοκή του κ. Δημητριάδη, είναι το ότι θα ήταν αδιανόητο να γίνονται παρακολουθήσεις αυτού του είδους και αυτής της σπουδαιότητας ερήμην του. Αυτός άλλωστε ήταν και ο βασικός λόγος της παραίτησής του, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επιμερισθεί η πολιτική ευθύνη σε αυτόν και στον διοικητή της ΕΥΠ και να απαλλαγεί έτσι ο πραγματικά -και σε κάθε περίπτωση αντικειμενικά- υπεύθυνος, δηλαδή ο πρωθυπουργός…

Δεύτερο επιβαρυντικό στοιχείο, που επιτείνει την αποκλειστικότητα της πολιτικής ευθύνης του πρωθυπουργού, είναι ότι αυτός όχι μόνον επέλεξε αλλά και επέβαλετα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη, δηλαδή τόσο τον διοικητή της ΕΥΠ κ. Κοντολέοντα όσο και την εισαγγελέα κα Βλάχου. Το έπραξε δε με ελάχιστα θεσμικό τρόπο και εν πλήρει γνώσει περί του ότι επρόκειτο για δύο αμφιλεγόμενα, ως προς τα προσόντα τους, πρόσωπα. Έτσι, για μεν τον διοικητή της ΕΥΠ επέλεξε να ψηφισθεί μια φωτογραφική διάταξη, για να καλυφθεί η έλλειψη των τυπικών προσόντων του, για δε την εισαγγελέα επέμεινε στην τοποθέτησή της παρά τις αντιδράσεις από την ηγεσία του Αρείου Πάγου και την οριακή πλειοψηφία (6-5) με την οποία ψηφίσθηκε από το αρμόδιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (με μειοψηφήσαντες, μάλιστα, τόσο τον Πρόεδρο όσο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου…).

Τρίτο επιβαρυντικό στοιχείο είναι η ψήφιση του άρθρου 87 του νόμου 4790/2021 με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 [«Άρση του Απορρήτου (ΦΕΚ Α 121)] ως προς τους λόγους εθνικής ασφάλειας και καταργήθηκε ρητά και σε κάθε περίπτωσηη αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να γνωστοποιεί την λήψη του μέτρου της άρσης, μετά την λήξη αυτής, ακόμη και αν δεν διακυβεύεται πλέον ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε (άρθρο 3 του ν.2225/1994) και μάλιστα και για σχετικές άρσεις του απορρήτου που έχουν γίνει στο παρελθόν… Δεν είναι δε διόλου συμπτωματικό το ότι η συγκεκριμένη κατάργηση της ενημέρωσης –την οποία επέκριναν έντονα και εμπεριστατωμένα ο Πρόεδρος και δύο μέλη της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών (βλ. Χρ. Ράμμου/Σ. Γρίτζαλη/Αι. Παπανικολάου, Αντίθεση του άρθρου 87 Ν. 4790/2021 προς τις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ για διαφύλαξη του απορρήτου των επικοινωνιών, Constitutionalism.gr, 7.4.2021)– έγινε σε μια περίοδο κατακόρυφης αύξησης των παρακολουθήσεων, η οποία και από μόνη της συνιστά διαρκή καταστρατήγηση του Συντάγματος, όπως επισήμαναν πρόσφατα αρκετοί συνάδελφοι.

Συμπερασματικά, ο πρωθυπουργός δεν πρέπει να συγχέει τον ρόλο του με τον ρόλο του «ανεύθυνου» ανώτατου άρχοντα (που και εκείνος ακόμη μπορεί να διωχθεί ποινικά για εκ προθέσεως παραβίαση του Συντάγματος…). Σε κάθε δε περίπτωση, έχει ο ίδιος την πλήρη και αποκλειστική πολιτική ευθύνη για μια ΕΥΠ την οποία αφού υπήγαγε ο ίδιος στις αρμοδιότητες του, εν συνεχεία την στελέχωσε με αμφιλεγόμενα πρόσωπα και με μικροπολιτικά κριτήρια, την δραστηριοποίησε υπέρμετρα και χωρίς να τηρούνται οι συνταγματικές εγγυήσεις και εν τέλει την απάλλαξε από τις ευθύνες (επί της ουσίας) παράνομων παρακολουθήσεων.

Πολλώ δε μάλλον έχει μη μεταβιβάσιμη αντικειμενική ευθύνη για το ότι η συγκεκριμένη αυτή ΕΥΠ έφτασε στο σημείο να παρακολουθεί ευρωβουλευτή και υποψήφιο αρχηγό πολιτικού κόμματος, ακόμη και αν δεχθούμε σαν αληθή τον ισχυρισμό του ότι δεν γνώριζε τίποτα… Έναν ισχυρισμό, βέβαια, ο οποίος σε κάθε περίπτωση μοιάζει σαν επίκληση «μειωμένου καταλογισμού» και ως εκ τούτου δεν τον τιμά ιδιαίτερα ως προς την πολιτική του επάρκεια…

Γ. Με βάση τα όσα προηγήθηκαν, ο πρωθυπουργός δεν έχει αναλάβει ακόμη την πολιτική ευθύνη για όσα έγιναν. Διότι ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, για μια τόσο σοβαρή υπόθεση, δεν είναι η καρατόμηση του εκλεκτού του στην ΕΥΠ και του ανιψιού του (ο οποίος μάλιστα ερευνάται και για εμπλοκή του στην χρήση κακόβουλων λογισμικών). Ούτε βεβαίως μπορεί να κρύψει την πολιτική του ευθύνη πίσω από τον δικαστικό έλεγχο -ο οποίος αφορά τις ποινικές ευθύνες- ή πίσω από την σύσταση μιας εξεταστικής επιτροπής, στην οποία το κόμμα του θα έχει την πλειοψηφία…

Τα παραπάνω ασφαλώς και πρέπει να δρομολογηθούν. Αυτό όμως πρέπει να γίνει αφού αναληφθεί ακέραιη η πολιτική ευθύνη που βαρύνει τον πρωθυπουργό. Κα μια τέτοια ανάληψη της πολιτικής ευθύνης δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο εκτός από την παραίτησή του, όπως συνέβη επανειλημμένα σε ανάλογες περιπτώσεις ανάληψης αντικειμενικής ευθύνης για πράξεις ή παραλείψεις εποπτευόμενων από πολιτικά πρόσωπα κρατικών υπηρεσιών. Μια αναδρομή στην σύγχρονη ιστορία μας -αλλά και στην ιστορία άλλων χωρών…- αποδεικνύει νομίζω εύγλωττα το τι συνεπάγεται η πραγματική ανάληψη αντικειμενικής πολιτικής ευθύνης. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην -εμβληματική- υπόθεση του Watergate…

Στο σημείο όμως αυτό ανακύπτει εύλογα το ερώτημα: δηλαδή ανάληψη της πολιτικής ευθύνης σημαίνει εκλογές; Η απάντηση είναι απλή: όχι απαραίτητα. Το ποιες θα είναι εν συνεχεία οι εξελίξεις, θα εξαρτηθεί από το τι είδους παραίτηση θα έχουμε. Αν παραιτηθεί ολόκληρη η κυβέρνηση, τότε προφανώς θα έχουμε εκλογές, διότι πρόκειται για κυβέρνηση που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, οπότε δεν θα υπάρξουν διερευνητικές εντολές αλλά αναλογική εφαρμογή της παρ. 3γτου άρθρου 37, δηλαδή διαβούλευση της Προέδρου με τα κόμματα και αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβέρνησης προκήρυξη εκλογών που θα διεξαχθούν από διακομματική ή από υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση.

Ωστόσο, αν ο πρωθυπουργός επιλέξει να αναλάβει προσωπικά την πολιτική ευθύνη, όπως είναι και το ορθό, τότε το αν θα πάμε σε εκλογές εξαρτάται αποκλειστικά από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Διότι, όταν παραιτείται ατομικά ο πρωθυπουργός κόμματος απόλυτης πλειοψηφίας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει υποχρεωτικά πρωθυπουργό το πρόσωπο που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα αυτού του κόμματος. Τίποτα δεν εμποδίζει λοιπόν την Νέα Δημοκρατία να παραμείνει στην κυβέρνηση και να δρομολογήσει η ίδια, ή ένα σχήμα ευρύτερης αποδοχής που θα στηριχθεί από αυτήν, θεσμικές και πολιτικές λύσεις που θα κριθούν πρόσφορες για την υπέρβαση της κρίσης (παράλληλα βέβαια με την διαχείριση των τρεχόντων κρίσιμων κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων).

Δ. Στις λύσεις αυτές, βέβαια, εντάσσεται κατ’αρχήν και η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής. Υπό δύο όμως προϋποθέσεις:

α. Ότι η επιτροπή αυτή θα ασχοληθεί επί τούτω με το ζήτημα της συγκεκριμένης παρακολούθησης και όχι γενικά με το ζήτημα των παρακολουθήσεων των τελευταίων ετών, όπως ακούσθηκε, διότι αυτό θα παρεξέτρεπε και θα καθυστερούσε υπερβολικά την διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τίποτε δεν αποκλείει, βέβαια, να αποφασισθεί στην συνέχεια και η σύσταση δεύτερης Εξεταστικής Επιτροπής, με διευρυμένο περιεχόμενο και με ιδιαίτερη έμφαση στην εν γένει προστασία του απορρήτου των ανταποκρίσεων και στους κινδύνους από την χρησιμοποίηση -τόσο από κρατικές όσο και από ιδιωτικές εξουσίας- κακόβουλων λογισμικών, από τότε που ανέκυψαν τέτοιες παρακολουθήσεις (δηλαδή από χρονικό σημείο που πρέπει να προσδιορισθεί με κάποια κριτήρια).

β. Ότι θα συμφωνηθεί από τα κόμματα να ανατεθεί σε εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα ευρύτατης αποδοχής (όπως γίνεται σε άλλες χώρες) η σύνταξη ενός προκαταρκτικού πορίσματος, με βάση τα στοιχεία που θα συλλεγούν, ώστε να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις ενός ενιαίου τελικού πορίσματος της Επιτροπής, από όλους τους συμμετέχοντες εκπροσώπους των κοινοβουλευτικών ομάδων. Μόνον έτσι θα παρακαμφθούν οι μικροκομματικές σκοπιμότητες, που οδηγούν στην σύνταξη ξεχωριστών πορισμάτων, με επικράτηση, τελικά, του πορίσματος της πλειοψηφίας και με αγνόηση των θέσεων των υπόλοιπων κοινοβουλευτικών ομάδων.

Κατά την άποψή μου μια τέτοια ενίσχυση του ελεγκτικού ρόλου των Εξεταστικών Επιτροπών –προκειμένου να αποκτήσουν μείζονα θεσμική αξιοπιστία–μπορεί να γίνει και χωρίς αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, εφόσον συμφωνηθεί από όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μια σχετική πρόβλεψη είναι πολύ εύκολο να προστεθεί στον Κανονισμό της Βουλής, όπως έγινε, τηρουμένων των αναλογιών, με την δυνατότητα προσφυγής σε τριμελές γνωμοδοτικό συμβούλιο, πριν αποφασισθεί η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από την Βουλή για την παραπομπή υπουργού σε δίκη (άρθρα 153 επ. ΚαΒ).

Ε. Κλείνοντας, δεν αντέχω στον πειρασμό να επισημάνω, για μια ακόμη φορά, την μονομέρεια και την αγωνιώδη προσπάθεια υποβάθμισης του θέματος από τα «καθεστωτικά» μέσα της κατ’ευφημισμόν ενημέρωσης (δηλαδή από τα μέσα που υπηρετούν με συνέπεια τις επιλογές και τα συμφέροντα του -πολλαπλά διαπλεκόμενου- οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου). Στην αρχή έθαψαν το ζήτημα, στην συνέχεια προσπάθησαν να εμφανίσουν τον Νίκο Ανδρουλάκη σαν γραφικό, λόγω της πείσμονος εμμονής του στην προσπάθεια αποκάλυψης του σκανδάλου και μόνον όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια –χάρη στην Ανεξάρτητη Αρχή Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών– άρχισαν να ψελλίζουν κάτι μισόλογα και να προσπαθούν να τηρούν κάπως τα προσχήματα. Επιβεβαιώθηκε έτσι, για μια ακόμη φορά, το ότι το μιντιακό μας σύστημα (και ιδίως το ραδιοτηλεοπτικό), συνιστά –με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις– μια από τις πλέον κρίσιμες παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, επιτείνοντας και αυτό, με την σειρά του το μείζον πρόβλημα Δημοκρατίας που θέτει επί τάπητος η υπόθεση των ομολογημένων παρακολουθήσεων (και το οποίο δυστυχώς μπορεί να κακοφορμίσει, αν αποκαλυφθούν και εντελώς εξωθεσμικές παρακολουθήσεις, με κακόβουλο λογισμικό…).

Και μια τελευταία λέξη για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Απέναντι στην αλαζονική ανευθυνότητα της κυβέρνησης αυτά καλούνται να επιδείξουν θεσμική στάση και νηφαλιότητα. Όσο και αν δικαιολογούνται σήμερα έντονες πολιτικές αντιδράσεις τους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνυπολογίσουν με υπευθυνότητα την κρισιμότητα των στιγμών και να αναζητήσουν διαύλους εθνικής συνεννόησης, για την επόμενη μέρα. Διότι μόνον έτσι, και όχι με οιμωγές και λαϊκά δικαστήρια, θα καταστεί δυνατόν αφ’ενός μεν να αντιμετωπισθούν, με πολιτική γενναιότητα και αποφασιστικότητα, τα τρέχοντα προβλήματα αφ’ετέρου δε να θωρακισθούν, με συγκεκριμένες εγγυήσεις, οι συνταγματικές ελευθερίες και ο πλουραλισμός, ώστε να αποτραπεί στο μέλλον κάθε παρεκτροπή που θα μπορούσε να τραυματίσει τους θεσμούς και να υπονομεύσει περαιτέρω το δημοκρατικό μας πολίτευμα…

Πηγή: ieidiseis.gr

Θλιβερές πρωτιές της κυβέρνησης Μητσοτάκη: Ακρίβεια, Θάνατοι, Υποτέλεια.

Σχόλιο του antapocrisis | 15/4/2022

Θυμάστε τις πανηγυρικές ιαχές του ακραίου κέντρου το καλοκαίρι του 2019; Η Ελλάδα της αριστείας, η Ελλάδα της καινοτομίας, η Ελλάδα της προόδου, ερχόταν με ορμή. Μετά το “διάλειμμα” της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η πιο επιθετική, η πιο ρεβανσιστική, η πιο κυνική κυβέρνηση που είχε η ΝΔ ,θα έδειχνε ποιος είναι το αφεντικό στη χώρα.

Δεν ήταν ούτε η εκδικητική αδιαφορία για τη δημόσια υγεία εν μέσω πανδημίας, ούτε η απόλυτη Νατοϊκή υποτέλεια στον πόλεμο της Ουκρανίας που φέρνει για πρώτη φορά την κυβέρνηση Μητσοτάκη μπροστά στο φάσμα της πολιτικής φθοράς. Είναι η πρωτοφανής ακρίβεια σε βασικά είδη, σε πρώτες ανάγκες, σε λογαριασμούς, σε ενέργεια και μετακίνηση, που αρχίζει να προκαλεί την απέχθεια της εργαζόμενης κοινωνίας προς την κυβέρνηση της άρχουσας τάξης.

1.

Η πλήρης απελευθέρωση της αγοράς, οι δίχως όριο ιδιωτικοποιήσεις, τα εργοδοτικά προνόμια και ελαφρύνσεις, το αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο, οι τεμενάδες στους επενδυτές, δεν έφεραν κανενός είδους ανάπτυξη. Το αντίθετο. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να επικαλείται την πανδημία και τον πόλεμο, ωστόσο η δραματική κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα νοικοκυριά δεν έχει μόνο εξωγενείς αιτίες.

Αν τα δεκαετή μνημόνια τσάκισαν τους μισθούς και τα εισοδήματα των Ελλήνων, η ακρίβεια τσακίζει την αγοραστική τους δύναμη. Οι παγωμένοι εδώ και χρόνια μισθοί υποτιμώνται ακόμα περισσότερο με την καλπάζουσα αύξηση του πληθωρισμού.

Σύμφωνα με τη Eurostat η Ελλάδα βούλιαξε στην προτελευταία θέση στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ (αποτιμώμενο σε πραγματική αγοραστική δύναμη), ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία. Χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που δέκα χρόνια πριν βρίσκονταν σε χειρότερη κατάσταση από την Ελλάδα (Ρουμανία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Κροατία, Πολωνία, Λετονία κλπ), σήμερα είναι σε πολύ καλύτερη θέση.

Αυτός είναι ο λόγος που οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης Μητσοτάκη ότι οι λόγοι της νέας οικονομικής και κοινωνικής χρεοκοπίας είναι εξωγενείς, δεν πείθουν.

Τα ελληνικά νοικοκυριά δεν ασφυκτιούν μόνο επειδή η πανδημία και ο πόλεμος περιόρισαν τις προοπτικές ανάπτυξης, αλλά και επειδή το τοξικό μοντέλο οικονομίας και απασχόλησης που εφαρμόζει στη χώρα η άρχουσα τάξη, έχει επιδεινώσει την κατάσταση απόλυτα, αλλά και σχετικά, συγκρινόμενη με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Πλέον η Ελλάδα συγκρίνεται (και υστερεί) από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης σε ότι αφορά το βιοτικό της επίπεδο. Ο μέσος Ρουμάνος έχει πλέον μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τον μέσο Έλληνα.

Αυτή είναι η πρώτη και πιο οδυνηρή χρεοκοπία της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Εκλέχτηκε για να κάνει την Ελλάδα χώρα σύγχρονη, ευρωπαϊκή, ακμαία και δυναμική και την έφερε πίσω από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.

2.

Η δεύτερη επώδυνη χρεοκοπία αφορά την πανδημία, η οποία με κυβερνητικό διάταγμα “έληξε” τον Φεβρουάριο. Δεν έχει καμιά σημασία για το καθεστωτικό αφήγημα ότι οι αριθμοί των νεκρών τραβούν την ανηφόρα. Σημασία έχει να μην ενισχυθεί το  δημόσιο σύστημα υγείας, και ακόμα περισσότερο, να προετοιμαστεί το άνοιγμά του στο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Η Ελλάδα έχει ξεπεράσει σε αριθμό νεκρών ανά εκατομμύριο πληθυσμού, το σύνολο των χωρών που κατά την πρώτη και δεύτερη φάση έσπαγαν τα θλιβερά ρεκόρ το ένα πίσω από το άλλο. Το Βέλγιο, για το οποίο πανηγύριζε ενάμισι χρόνο πριν ο υπουργός Ανάπτυξης ότι είναι 12 (δώδεκα!) φορές χειρότερα από την Ελλάδα, σήμερα είναι καλύτερα.

Αυτή η μακάβρια κούρσα της Ελλάδας προς την κορυφή είναι αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η χώρα δεν έχει πλέον τη δικαιολογία της χαμηλής εμβολιαστικής κάλυψης. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τα ποσοστά εμβολιασμού της χώρας είναι μεγαλύτερα από το μέσο ευρωπαϊκό όρο, σχεδόν ισοδύναμα με τις χώρες που έχουν φρενάρει την πανδημία. Ωστόσο στην Ελλάδα ο κορωνοϊός εξακολουθεί να σκοτώνει πολλούς δεκάδες συμπολίτες μας καθημερινά.

Δεν είναι μόνο οι νεκροί από Covid. Είναι και το σύνολο της υπερβάλλουσας θνητότητας στο οποίο η Ελλάδα έχει θλιβερή πρωτιά, συγκρινόμενη τουλάχιστον με τη Δυτική Ευρώπη η οποία πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος κατά την πρώτη φάση της πανδημίας. Αυτός ο δείκτης αποτελεί την πληρέστερη απόδειξη της ολικής χρεοκοπίας της κυβέρνησης στο να προστατεύσει τη δημόσια υγεία.

Αυτό το γεγονός απαιτεί εξήγηση. Δεν μπορεί πλέον να είναι η ατομική ευθύνη. Δεν μπορεί άλλο να είναι η αντιεμβολιαστική στάση. Είναι η απελπιστική κατάσταση στην οποία έχουν φέρει τη δημόσια υγεία όσοι κυβερνούν με μοναδικό γνώμονα να κάνουν την υγεία πεδίο κερδοφορίας του ιδιωτικού κεφαλαίου.

3.

Τέλος, η Ελλάδα κατέγραψε μια από τις χειρότερες επιδόσεις, που δεν ποσοτικοποιείται, αλλά είναι προφανής στους καλόπιστους παρατηρητές: αυτή του προκλητικότερου και φανατικότερου υποτακτικού των ΗΠΑ στον πόλεμο Ρωσίας Ουκρανίας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδωσε ρεσιτάλ αντιρωσικής υστερίας αν και η χώρα βρίσκεται σε μια περιοχή που οφείλει να παίρνει υπόψη της συσχετισμούς και γεωπολιτικές. Σε αντίθεση με αυτό που θα υπαγόρευε το συμφέρον της χώρας και του λαού της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πίστευε ότι όσο περισσότερο προσβάλει τη Ρωσία, τόσο περισσότερα εύσημα θα πάρει από την Ουάσινγκτον.

Τα εύσημα μπορεί να τα πήρε, αλλά δεν πήρε τίποτα άλλο. Για την ακρίβεια, την ώρα που η Ελλάδα τοποθετούσε τον εαυτό της στην κορυφή της σωρού των προθύμων του ευρωατλαντικού άξονα, η γειτονική Τουρκία έδινε μαθήματα διεθνούς διπλωματίας δείχνοντας ότι πέρα από την εξυπηρέτηση των υπερατλαντικών συμφερόντων, υπάρχουν και τα εθνικά συμφέροντα, τουλάχιστον έτσι όπως αυτά ορίζονται από την άρχουσα τάξη. Η διαφορά διεθνούς ρόλου, αναγνώρισης, σεβασμού και διπλωματικών μεγεθών ανάμεσα στις δύο χώρες είναι πλέον εμφανής.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ευχαριστημένη με το συγκαταβατικό χτύπημα στην πλάτη που κάνει το αφεντικό στον υπάλληλο, αδιαφορώντας αν αυτό βελτιώνει ή χειροτερεύει (για την ακρίβεια εξαϋλώνει) τη διαπραγματευτική δύναμη της χώρας.

Το τριπλό έγκλημα (ακρίβεια, πανδημία και υποτέλεια) που συντελείται σε βάρος της χώρας και της εργαζόμενης πλειοψηφίας της, αφορά πολιτικές που υλοποιούνται επί χρόνια και από κοινού από δυνάμεις που σήμερα αντιπαρατίθενται.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εφαρμόζει αυτές τις πολιτικές με το αίσθημα ιδιοκτησίας που χαρακτηρίζει την καθαρόαιμη παράταξη της άρχουσας τάξης και με την αυτοκρατορική υπεροψία που δείχνουν οι καλοβολεμένοι πολιτικοί εκπρόσωποι του πλούτου απέναντι σε μια κοινωνία που είναι σε απόγνωση μπροστά τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, στο κόστος του σούπερ μάρκετ, στις τιμές της βενζίνης.

Το γεγονός όμως ότι χρειάστηκαν τρία ολόκληρα χρόνια για να δημιουργηθούν ρωγμές σε αυτή την αντιδραστική πολιτική παλινόρθωση δείχνει ότι ο αέρας στα πανιά του νεοφιλελευθερισμού φούσκωνε από τα προηγούμενα μνημόνια, από τον βίο και την πολιτεία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, από τη συμπόρευση της Αριστεράς (στην κυβερνώσα της εκδοχή) με τα δόγματα της ελεύθερης αγοράς, του μονόδρομου και του ευρωατλαντισμού. Όσοι αναρωτιούνται γιατί άντεξε (και ακόμα αντέχει) η κοινωνική συναίνεση στην πιο αντιλαϊκή και αντεργατική κυβέρνηση που υπήρξε, ας κοιτάξουν το χώρο που της έδωσε η αξιωματική αντιπολίτευση. Η ενσωμάτωση του ενός, τροφοδότησε το θράσος του άλλου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα πασχίζει να κερδίσει από την πολιτική φθορά της κυβέρνησης και να εμφανιστεί έτοιμος για την εξουσία. Ωστόσο το σύνολο σχεδόν των κυβερνητικών πολιτικών έχουν και τη δική του σφραγίδα. Από τη μνημονιακή καθήλωση μισθών και συντάξεων, μέχρι το Χρηματιστήριο Ενέργειας, και από τις ιδιωτικοποιήσεις των κοινωνικών αγαθών (λιμάνια, αεροδρόμια, ενέργεια) μέχρι την πλήρη ταύτιση με τις αμερικανικές επιδιώξεις, η ενιαία κατεύθυνση και η όμοια πολιτική δεν κρύβεται.

Η εργαζόμενη κοινωνία δεν έχει τίποτα κοινό με την αστική τάξη και τις πολιτικές της. Η ανεξάρτητη έκφρασή της αναζητείται.

Κράτος για τον ιδιώτη ή κράτος για την κοινωνία;

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Το χάος που δημιουργήθηκε από τον πρόσφατο χιονιά, αναδεικνύει, για άλλη μια φορά τα τραγικά αδιέξοδα ενός απάνθρωπου συστήματος και μιας καταστροφικής κυβερνητικής διαχείρισης.

Η σφοδρότητα της κακοκαιρίας ήταν γνωστή, εδώ και μέρες. Ωστόσο το λεγόμενο επιτελικό κράτος των αρίστων, απέτυχε στα στοιχειώδη, για άλλη μια φορά. Οι βασικοί οδικοί άξονες του λεκανοπεδίου μπλόκαραν επί ώρες. Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι κινήθηκαν προς τις δουλειές τους τη Δευτέρα το πρωί για να αρχίσουν να επιστρέφουν 2-3 ώρες αργότερα.  Τρένα και μέσα σταθερής τροχιάς ακινητοποιήθηκαν. Χιλιάδες άνθρωποι έμειναν ώρες μέσα στα χιόνια. Πρόσβαση στα νοσοκομεία δεν υπήρχε. Ασθενοφόρα δεν ανταποκρίνονταν σε εκκλήσεις. Περιοχές ολόκληρες έμειναν χωρίς ρεύμα και νερό.

Και δίπλα σε αυτά, δεν υπήρξε η παραμικρή φροντίδα για τα λαϊκά νοικοκυριά που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το χιονιά σε παγωμένα διαμερίσματα, καθώς δε μπορούν να ανταποκριθούν στις εκρηκτικές αυξήσεις σε πετρέλαιο-φυσικό αέριο, ΔΕΗ. Δεν υπήρξε φροντίδα για τους αστέγους, τους πυρόπληκτους της Εύβοιας, τους σεισμόπληκτους του Ηρακλείου.

Το επιτελικό κράτος του Μητσοτάκη είναι ένα κράτος με στόχο να ιδιωτικοποιεί και να ξεπουλάει δρόμους, ενεργειακά δίκτυα, δομές υγείας, δομές πολιτικής προστασίας. Είναι ένα κράτος με στόχο  να οργανώνει την κερδοφορία του ιδιωτικού τομέα και να προπαγανδίζει την υπεροχή του, όταν αυτή διαψεύδεται διαρκώς, διεθνώς και παταγωδώς σε κάθε κρίση, υγειονομική, περιβαλλοντική, οικονομική.

Είναι ένα «μικρότερο» κράτος, ανίκανο να προστατεύσει τη δημόσια υγεία, την πολιτική προστασία, την κοινωνία και ειδικά τα πιο αδύναμα στρώματά της, αλλά «μεγαλύτερο» όσον αφορά την καταστολή του λαού και των εργαζομένων. Είναι ένα κράτος που δεν λειτουργεί για να προστατευθεί η κοινωνία, και ειδικά οι πληβείοι, αλλά για να πετύχει η επικοινωνιακή διαχείριση των πατρίκιων, οι selfies με τα ερπυστριοφόρα, τα κενά διαγγέλματα, τα κούφια λόγια για αριστεία και αποτελεσματικότητα.

Αυτό το κράτος, το κράτος που δουλεύει για το ιδιωτικό κεφάλαιο και διαλύει δημόσιες δομές και μηχανισμούς φταίει και για την Αττική Οδό, και για το απόλυτο χθεσινό χάος, και για τις φωτιές, και για τις πλημμύρες, και για την Εύβοια, και για το Μάτι.

Ο ελληνικός λαός ξέρει ότι το παλιό δημόσιο, της μίζας και της ρεμούλας, προϊόν της Πασοκικής πρώτης περιόδου, ήταν προβληματικό από πολλές απόψεις. Ήταν και είναι όμως ακόμα το τελευταίο καταφύγιο στα δύσκολα. Αυτό φάνηκε περίτρανα στην πανδημία. Μπορεί το παλιό “πελατειακό”, “γραφειοκρατικό” κοκ δημόσιο να ειχε πολλά προβλήματα, σήμερα όμως φοβάται το νέο δημόσιο, το παντελώς ανίκανο να προστατεύσει τη ζωή και την υγεία του. Το νέο δημόσιο, το δημόσιο που χτίστηκε επί ευρώ και εμπεδώθηκε επί μνημονίων, μπορεί να μην κοστίζει λεφτά και να είναι πιστό στις επιταγές του Συμφώνου Σταθερότητας, αλλά κοστίζει σε ανθρώπινες ζωές (το βλέπουμε στην πανδημία) και είναι αποκορύφωμα ανικανότητας, ανεπάρκειας, διάλυσης. Είναι δηλαδή επικίνδυνο. Η Αττική Οδός έχει την ευθύνη. Αλλά το κράτος επί 24 ώρες δεν μπόρεσε να απεγκλωβίσει οδηγούς στον ακριβότερο και πιο σύγχρονο δρόμο της χώρας, μέσα στην πρωτεύουσα.

Η αντιπολίτευση δεν είναι άμοιρη ευθυνών, για τη διαμόρφωση αυτού του κράτους. Όχι μόνο γιατί τα ίδια έγιναν στην Μάνδρα και το Μάτι. Αλλά γιατί οι βασικές επιλογές της διάλυσης, της ιδιωτικοποίησης, του κατατεμαχισμού των πρώην δημόσιων υποδομών, δεν αμφισβητούνται. Όλοι μαζί ιδιωτικοποίησαν τη ΔΕΗ, τις μεταφορές, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τις εθνικές οδούς, τον ΟΣΕ. Μαζί συναινούν στο νέο ευρωπαϊκό αναπτυξιακό πακέτο που θα παραχωρήσει όλες τις μεγάλες υποδομές στις ίδιες εταιρείες που δεκαετίες χαρατσώνουν τον ελληνικό λαό με δυσβάσταχτα διόδια. Όλοι μαζί έχουν κατατεμαχίσει την ενέργεια, το νερό, τις συγκοινωνίες, τους δρόμους, με αποτέλεσμα στην πρώτη βροχή, πυρκαγιά ή χιονόπτωση να διακόπτονται πλέον βασικές λειτουργίες και αγαθά. Μαζί ψήφισαν το Υπερταμείο που ιδιωτικοποιεί τα πάντα και αφαιρεί για 99 χρόνια την οποιαδήποτε δυνατότητα δημιουργίας ενός σοβαρού, συνεκτικού δικτύου δημόσιων υποδομών.

Ναι, το ύφος Λουδοβίκου, το ήθος, η αίσθηση ατιμωρησίας, η έλλειψη ενσυναίσθησης,  η προκλητική διαπλοκή με τους ολιγάρχες και τα ιδιωτικά συμφέροντα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. είναι άνευ προηγουμένου και προκλητική. Ο δικαιολογημένος λαϊκός θυμός πρέπει να στραφεί ενάντια σε αυτήν την κυβέρνηση και να την τιμωρήσει. Να απαιτήσει παραιτήσεις, να στραπατσάρει την εικόνα των «άριστων» και «ικανών».

Περισσότερο όμως από την ανάδειξη της διαχειριστικής ανικανότητας των Λουδοβίκων είναι ανάγκη να αναδειχθεί η απόλυτη προτεραιότητα να περάσουν στον έλεγχο του δημοσίου οι υποδομές που σήμερα λειτουργούν απλώς ως κοπτήρια χρήματος για το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Από την υγειονομική κρίση και την προκλητική λιποταξία από τη μάχη των ιδιωτικών νοσοκομείων (ενώ ταυτόχρονα θησαυρίζουν από τη λοιπή νοσηρότητα που έχει εξοβελιστεί από το ΕΣΥ), την αντιμετώπιση της ενεργειακή φτώχειας, τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες, παντού, είναι πλέον κοινή παραδοχή και ατράνταχτη αλήθεια το γεγονός ότι η λεγόμενη ιδιωτική πρωτοβουλία δεν μπορεί να προστατεύσει την ίδια την επιβίωση του λαού.

Ο θυμός δεν πρέπει να εκτονωθεί στην αναμονή για την επόμενη κυβερνητική εναλλαγή. Ούτε γενικά στην επόμενη κάλπη. Οι δυνάμεις που αναφέρονται στα συμφέροντα του λαού και ισχυρίζονται ότι θέλουν να συγκρουστούν με το σύστημα που βάζει τα κέρδη των λίγων πάνω από την ασφάλεια και τη ζωή των πολλών, πρέπει να διαμορφώσουν εκείνο το πρόγραμμα και εκείνο το υποκείμενο που θα θελήσει να ανατρέψει τον άσχημο συσχετισμό που έχει διαμορφωθεί, κυρίως μετά το 2015. Θέλουν ή περιμένουν κι αυτοί τη φθορά Μητσοτάκη στην κάλπη;

Ανακοίνωση για το νέο κύμα πανδημίας

Πάνω από 21.500 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους λόγω της πανδημίας, ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει:

1. Να μην παρέχει καμία ουσιαστική στήριξη στο δημόσιο σύστημα υγείας. Το ΕΣΥ, ήδη τσακισμένο και υποστελεχωμένο από δέκα και πλέον χρόνια λιτότητας και μνημονίων, δεν ενισχύθηκε σε προσωπικό και μέσα, οι δαπάνες του προϋπολογισμού για την υγεία μειώθηκαν εν μέσω πανδημίας, δεν έγινε κανένα βήμα για την πρωτοβάθμια υγεία. Αντιθέτως, στηρίζει προκλητικά τον ιδιωτικό τομέα υγείας, σε βάρος της προστασίας της υγείας των πολιτών, αρνούμενη να επιτάξει τις δομές και το προσωπικό του, δίνοντας παχυλές αποζημιώσεις, στρέφοντας χιλιάδες ανθρώπους στα ιδιωτικά θεραπευτήρια, είτε γιατί δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν από το δημόσιο σύστημα υγείας, είτε γιατί δεν δικαιούνται ή δεν μπορούν να κάνουν δωρεάν διαγνωστικά τεστ σε δημόσιες δομές.

2. Να μην παίρνει κανένα μέτρο για την προστασία από τον συνωστισμό στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στους εργασιακούς χώρους.

3. Να αφήνει τα σχολεία και τα πανεπιστήμια ουσιαστικά ανοχύρωτα έναντι του ιού.

Η κυβέρνηση συνεχίζει να αξιοποιεί την πανδημία ως εργαλείο εκφοβισμού των πολιτών, αλλά και ως μια μοναδική ευκαιρία για να συμπιέσει κι άλλο τα μεροκάματα, τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις όποιες λαϊκές αντιδράσεις υπάρχουν και θα υπάρξουν μέσα από το κύμα των ανατιμήσεων, του πληθωρισμού και της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας, οδηγώντας ακόμα περισσότερα νοικοκυριά στην εξαθλίωση, στην έλλειψη στοιχειωδών ανθρώπινων και πολιτισμικών αγαθών.

Η τακτική αυτή των κυβερνήσεων οδήγησε μεγάλη μερίδα των πολιτών να μην εμπιστεύονται τα εμβόλια και τα όποια δημοσιονομικά μέτρα ανακοινώνει η κυβέρνηση. Κι αν ο πραγματικός αριθμός των συμπολιτών μας που δεν πίστευαν στην χρήση των εμβολίων, δεν ξεπερνούσε το 5-10%, με τις «παλινωδίες» της κυβέρνησης κατάφεραν να φτάσει σε υψηλά επίπεδα. ουν στο τρομακτικό 40%!

Τα εμβόλια είναι κατάκτηση της ανθρωπότητας, σημαντικό και απαραίτητο όπλο για την προστασία των εργαζομένων και του λαού, για την ανάσχεση της πανδημίας. Το λαϊκό κίνημα και η Αριστερά χρειάζεται να ταχθούμε χωρίς ταλαντεύσεις υπέρ τους, να απαιτήσουμε την απελευθέρωση των πατεντών, μια καμπάνια πειθούς και μια εκ-στρατεία ειδικά σε χώρους εργασίας για να πεισθούν οι εμβολιοφοβικοί συμπολίτες μας. Να ταχθούμε αποφασιστικά ενάντια στις ανορθολογικές, σκοταδιστικές απόψεις και τις τρομοκρατικές πράξεις των ακροδεξιών και παραθρησκευτικών αντιεμβολια-στών.

Τα εμβόλια όμως δεν είναι πανάκεια, όπως εμφάνισε η κυβέρνηση. Δεν αρκούν από μόνα τους ούτε θα τελειώσουμε με τόσο εύκολα με την Όμικρον, όπως ψευδώς προ-παγανδίζουν επιστήμονες που υποτάσσονται στην εξουσία δίνοντας ψεύτικες ελπίδες μόνο και μόνο για να “αντέξουμε” το τέταρτο κύμα χωρίς ουσιαστικά μέτρα και “με-τά βλέπουμε”. Ο λαός και οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να διχάζονται από τα παιχνί-δια της εξουσίας. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ρίξει τις ευθύνες για την πανδημία στους συμπολίτες μας που για διάφορους λόγους φοβούνται ή δεν έχουν πειστεί για τον εμβολιασμό. Προωθώντας με ζήλο και μαζί με τα συστημικά ΜΜΕ έναν ”υγειονομι-κό εμφύλιο” που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απόπειρα διάσπασης της εργατικής και λαϊκής ενότητας στη χώρα μας, υποχώρησης της ταξικής συνείδησης και συσκό-τισης του πραγματικού υπευθύνου για την αποτυχία της κυβερνητικής διαχείρισης της πανδημίας.

Απαιτείται μαζικός, ενωτικός αγώνας των εργαζομένων, μέσα από τα συνδικάτα και τους άλλους μαζικούς φορείς με στόχους:

1. Μαζικά και επαναλαμβανόμενα δωρεάν rapid και PCR τεστ για όλο τον πληθυσμό.

2.Με έλεγχο των μέτρων προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων καθώς και με οργάνωση προληπτικών ελέγχων σε μεγάλες βιομηχανικές ζώνες και επιχειρήσεις με ευθύνη του ΕΟΔΥ και του ΣΕΠΕ.

3. Με εξασφάλιση αδειών ειδικού σκοπού σε όσους εργαζόμενους βγαίνουν θετικοί, νοσούν, σε όσους βρίσκονται σε καραντίνα και σε όσους πρέπει να επιτηρούν μικρά παιδιά ή ηλικιωμένους, με το κόστος να επιβαρύνει αποκλειστικά το κράτος και την εργοδοσία.

4. Με μέτρα για τακτικά και ασφαλή δρομολόγια στις αστικές συγκοινωνίες, στα μέσα μεταφοράς προσωπικού των εταιρειών και γενικά στις μεταφορές, με αυστηρή τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων.

5. Με πάταξη της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, απαγόρευση των αναστολών συμβάσεων και των απολύσεων. Καμία περιστολή δημοκρατικών δικαιωμάτων με πρόσχημα τον κορονοϊό.

6. Ενίσχυση του προγράμματος μαζικού εμβολιασμού, ειδικά σε προσφυγικούς καταυλισμούς και στους μετανάστες εργάτες, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Πλατιά και οργανωμένη επιστημονική ενημέρωση του λαού με επίκεντρο τους χώρους δουλειάς, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, τις κοινωνικές ομάδες «υψηλού κινδύνου».

7. Κρατική χρηματοδότηση και ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας, των νοσοκομείων και της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, για προσλήψεις μόνιμου υγειονομικού και λοιπού προσωπικού, για νέες ΜΕΘ, για επαναλειτουργία των νοσοκομείων που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια. Να ανασταλεί το μέτρο των αναστολών των ιατρών και νοσηλευτών, να επιστρέψουν άμεσα στα πόστα τους τώρα που τους χρειαζόμαστε όσο ποτέ.

8. Επίταξη του ιδιωτικού τομέα της Υγείας, με προτεραιότητα στις ΜΕΘ και τα διαγνωστικά.

9. Μέτρα για τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Τώρα να εξασφαλιστούν κατάλληλες αίθουσες, να αραιώσουν οι μαθητές στις τάξεις, να εξασφαλιστεί η καθαριότητα στα σχολεία, να γίνουν προσλήψεις εκπαιδευτικών με βάση τα πραγματικά κενά και τις ανάγκες. Αντίστοιχα μέτρα για τα ΑΕΙ.

Ο Συντονισμός δράσης και διαλόγου των Κομμουνιστικών Δυνάμεων θα συμβάλλει σε όλες τις δυνάμεις του στην προσπάθεια αυτή στηρίζοντας τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων και των μαζικών φορέων τους.

Θα συνεχίσει επίσης την προσπάθεια για τη μετωπική συμπόρευση όλων εκείνων των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της ανατροπής των αντιλαϊκών πολιτικών όποιας απόχρωσης, με στόχο το άνοιγμα ενός άλλους δρόμου για το λαό.

Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων

Άνοιγμα σχολείων: Και τώρα μπορείτε να πα’ να …μολυνθείτε

Η απόφαση για άρον άρον άνοιγμα των σχολείων αύριο, η ανικανότητα να εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες σελφ τεστ για τους μαθητές, η ανεμελιά για τον υψηλό διψήφιο αριθμό καθημερινών θανάτων, η αδιαφορία για τα διαδοχικά αρνητικά ρεκόρ απωλειών και κρουσμάτων που καταγράφει η χώρα, και η πεισματική άρνηση της κυβέρνησης να ενισχύσει το σύστημα υγείας, θεμελιώνει τη στρατηγική Μητσοτάκη απέναντι στην πανδημία: Ανοσία της αγέλης, όσο το δυνατόν νωρίτερα, ανεξαρτήτως θυμάτων. 

Εκφρασμένο με τη γηπεδική κραυγή που απευθύνουν οι νικητές στους ηττημένους: “Και τώρα μπορείτε να πα’ να … ”

Δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, αλλά χυδαίοι άνθρωποι και χυδαίες πολιτικές. Μια τέτοια χυδαία πολιτική είναι η πλήρης παράδοση της χώρας σε όσα φέρνει η τύχη. Κυριολεκτικά, η πολιτική της κυβέρνησης απέναντι στην πανδημία είναι το “όσα έρθουν κι όσα πάνε”. 

Η ανοσία της αγέλης, λένε πολλοί, δεν είναι μια στρατηγική, αλλά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μιας πανδημικής κρίσης. Ας μην τη φοβόμαστε λοιπόν. 

Δυστυχώς όμως, μεταμορφώνεται σε υγειονομική πολιτική, όταν πέφτει λευκή πετσέτα σε κάθε πρόκληση: Από το επαρκές σύστημα ανίχνευσης των κρουσμάτων, μέχρι την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας που θα μπορούσε να καθοδηγήσει με έγκαιρη διάγνωση τους ασθενείς και να μειώσει κατακόρυφα βαριές νοσηλείες και θανάτους. 

Και ακόμα χειρότερα: Δεν έχουμε απλώς λευκή πετσέτα, δηλαδή πλήρης παραδοχή ήττας και ανικανότητας, αλλά μετατροπή της ήττας σε πεδίο κερδοσκοπίας για τους λίγους και τους εκλεκτούς. Η Ελλάδα έγινε διεθνώς ρεζίλι με τις συγκρίσεις (και τις προσβολές) που έκανε ο Άδωνης Γεωργιάδης για τα κυπριακά τεστ (τις οποίες μάζεψε σαν βρεγμένη γάτα). Σε όλη την Ευρώπη τα πρωτόκολλα για την ανίχνευση των κρουσμάτων είναι εμφανώς πιο ανθρώπινα, με το pcr test να είναι δωρεάν σε περίπτωση που έχεις συμπτώματα. Το pcr test στη Γερμανία, στην Ολλανδία ή στη Γαλλία γίνεται μέσα σε λίγες ώρες από τη στιγμή που δηλωθεί συμπτωματολογία συμβατη με Covid. Δοκιμάστε να κλείσετε ραντεβού στην Ελλάδα για pcr σε δημόσια δομή υγείας. Στη χώρα μας, η κατάρρευση της ΠΦΥ οδηγεί σε έκρηξη κερδών των διαγνωστικών κέντρων. Επιλογή απολύτως συνειδητή από μια κυβέρνηση αγυρτών και μαυραγοριτών. 

Ποιος αλήθεια πιστεύει ότι το άνοιγμα των σχολείων αύριο Δευτέρα, 10/1 γίνεται αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα την υγεία των παιδιών και των γονιών τους;

Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι μόνο κριτήριο είναι η άρνηση του κράτους να εγγυηθεί εισοδήματα και άδειες σε γονείς που θα αναγκαστούν να κρατήσουν τα παιδιά στο σπίτι;

Ποιος γονιός παιδιού δημοτικού σχολείου δεν σκέφτηκε σοβαρά αυτές τις μέρες να κρατήσει τα παιδιά στο σπίτι; 

Και ποιοι γονείς έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι τέτοιο;

Όχι αυτοί που εργάζονται για να ζήσουν και “εξαρτώνται από το μισθό τους” (ας θυμηθούμε και πάλι την έκφραση του Μητσοτάκη – Λουδοβίκου). 

Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι στα σχολεία την εβδομάδα αυτή θα διεξαχθεί ένα μεγάλο πείραμα σε βάρος των παιδιών και των γονιών τους; 

Μήπως όμως πρόκειται να δώσει η Επιτροπή Ειδικών στη δημοσιότητα, πόσοι από τα κρούσματα της μεθεπόμενης εβδομάδας είναι γονείς με παιδιά στα δημοτικά σχολεία, στα γυμνάσια και στα λύκεια;

Μήπως πρόκειται να δημοσιοποιήσει πόσοι από γονείς και παπούδες θα νοσήσουν βαριά και πόσοι από αυτούς θα καταλήξουν;

Όχι, θα κρυφτεί και πάλι πίσω από την (ευτυχή) συγκυρία τα παιδιά και οι έφηβοι να μην παρουσιάζουν συμπτώματα ή τουλάχιστον όχι ισχυρά. 

Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι τα κενά εκατοντάδων ή και χιλιάδων εκπαιδευτικών που νοσούν, δεν πρόκειται να καλυφθούν από ένα υπουργείο που με το σταγονόμετρο εγκρίνει αναπληρώσεις σε μακροχρόνιες απουσίες εκπαιδευτικών;

Ποιος δεν φοβάται τι θα γίνει με τα τμήματα που δεν θα έχουν δασκάλους, όπου τα παιδιά θα μοιράζονται στις άλλες τάξεις, τινάζοντας στον αέρα τις μπούρδες θεωρίες του κ.Μαγιορκίνη και τις φρούδες προσδοκίες των ανεπίγνωστων στελεχών του υπουργείου για κρούσματα που περιορίζονται μαγικά ανά τμήμα/bubble;

Ποιος δεν ξέρει ότι οι διευθυντές παρακαλούν ή και συνιστούν (άτυπα και προφορικά) τα παιδιά να μείνουν σπίτι, τουλάχιστον για την πρώτη εβδομάδα;

Και τι είναι μια κυβέρνηση που κωφεύει σε όλα αυτά, πέρα από μια κυβέρνηση ακριβώς όπως την αποκάλεσε ο ουδόλως συμπαθής στον γράφοντα κ. Κουρουμπλής;

Μα, λένε οι απολογητές της κυβερνητικής πολιτικής, ότι έτσι γίνεται και στην Ευρώπη.

Ως συνήθως κρύβουν τη μισή αλήθεια.

Τα σχολεία πράγματι, ανοίγουν στην Ευρώπη, αλλά:

α. Στην Ευρώπη το κύμα νοσηλειών της Δέλτα υποχώρησε, προτού αυξηθεί το κύμα νοσηλειών της Όμικρον. Εδώ τα δύο κύματα συγχωνεύτηκαν σε ένα. Αυτό σημαίνει ότι η πολυαναμενόμενη ελαφρύτερη συμπτωματολογία της Όμικρον, ακόμα και αν ισχύει γενικά (που είναι άλλης τάξης συζήτηση), στην Ελλάδα θα προστεθεί σε ένα ήδη τσακισμένο σύστημα υγείας που λειτουργεί (για την ακρίβεια υπολειτουργεί) εδώ και μήνες, διατηρώντας καθημερινά διψήφιο (ή και τριψήφιο για μεγάλο διάστημα) αριθμό διασωληνωμένων εκτός ΜΕΘ. Το σύστημα υγείας στην Ευρώπη μπορεί να στηρίξει επιπλέον φόρτο, στην Ελλάδα όχι. Τόσο απλά. 

β. Στην Ευρώπη, από τις αρχές Νοεμβρίου οι θάνατοι και από τέλη Δεκεμβρίου τα κρούσματα αναλογικά με τον πληθυσμό, είναι περίπου τα μισά από ότι στην Ελλάδα.

Η αναλογία είναι πολύ χειρότερη για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αν συγκριθεί μόνο με τη Δυτική Ευρώπη και όχι με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Όταν λοιπόν τόσο η υγειονομική άμυνα και η κατάσταση των συστημάτων υγείας, όσο και η ίδια η εξέλιξη της πανδημίας, είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση στην υπόλοιπη Ευρώπη, από ότι στην Ελλάδα (σύμφωνα πάντα με τους αριθμούς), από πού κι ως πού προκύπτει ότι μέτρο σύγκρισης πρέπει να είναι αποκλειστικά η ημερομηνία στην οποία ανοίγουν τα σχολεία;

Για να μην αναφερθούμε στην πραγματικότητα των ίδιων των σχολικών τάξεων (πλήθος μαθητών ανά τμήμα, πυκνότητα ανά τετραγωνικό, συστήματα εξαερισμού με κατάλληλα φίλτρα, πλήθος εκπαιδευτικών ανά σχολική μονάδα, κάλυψη κενών και αναπληρώσεων κοκ). Αυτές οι παράμετροι, οι τόσο διαφορετικές στην Ελλάδα από ότι στην Ευρώπη, που η εξασφάλισή τους κοστίζει λεφτά σε μια κυβέρνηση που θέλει εμμονικά να τσακίσει το δημόσιο σχολείο, κάνουν την απόφαση για το άνοιγμα των σχολείων χωρίς την παραμικρή ουσιαστική αλλαγή (εκτός από το ένα επιπλέον σελφ τεστ – και αν αυτό βρεθεί δηλαδή), μνημείο ασυνείδητης πολιτικής.

Τα σχολεία γενικά πρέπει να είναι ανοικτά. Και στον καιρό της πανδημίας. Η τηλεκπαίδευση (που εμμέσως πλην σαφώς η κυβέρνηση παραδέχεται ότι δεν αποδίδει), διαμόρφωσε μια γενιά μαθητών με ισχυρές μαθησιακές και κοινωνικο-ψυχολογικές δυσκολίες. Έγκλημα, για το οποίο παρεμπιπτόντως, ουδείς λογοδοτεί. Όμως δεν μπορεί τα σχολεία πέρυσι, με καλύτερους δείκτες σε όλους τους τομείς, να είναι επί πέντε μήνες κλειστά, και σήμερα, να μην δίνεται παράταση ούτε καν πέντε ημερών (οι οποίες ούτως ή άλλως αναπληρώνονται από τις εκδρομές που δεν έγιναν). Δεν μπορεί, ακόμα και αυτή η εμφανώς ανίκανη στη διαχείριση και αδιάφορη στα προβλήματα της κοινωνίας κυβέρνηση να είναι ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στο αλεύρι. Δεν μπορεί να μετατρέπει τους εκπαιδευτικούς σε φαρμακοποιούς, τους μαθητές και τις οικογένειές τους σε πειραματόζωα και την εκπαίδευση σε υγειονομικό ναρκοπέδιο.

Το ένα μαύρο ρεκόρ πίσω από το άλλο

Η Ελλάδα μόλις πέρασε και την Ισπανία σε νεκρούς αναλογικά με τον πληθυσμό. Έχει αφήσει μακράν πίσω την Πορτογαλία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και κάθε άλλη χώρα της Δυτικής Ευρώπης που χτυπήθηκε από το πρώτο κύμα του κορωνοϊού, με εξαίρεση την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βέλγιο.

Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που ο υπουργός Άδωνης Γεωργιάδης πανηγύριζε σε ζωντανή σύνδεση και σε έξαλλη κατάσταση ότι είμαστε 12 φορές καλύτερα από το Βέλγιο.
Με βάση τα σημερινά στοιχεία, είμαστε 1,2 φορές καλύτερα.
Ο υποδεκαπλασιασμός της αναλογίας θανάτων στις δύο χώρες, είναι έργο κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Για να το κάνουμε σαφές: Μέσα στον έναν αυτόν χρόνο, αν υποθέσουμε ότι το Βέλγιο έμεινε σταθερό, η Ελλάδα τα πηγε δέκα (10) φορές χειρότερα.

Κύριε Γεωργιάδη, τη διαφορά την εξανεμίσατε, μπορείτε όμως, από οσο βλέπουμε, ακόμη χειρότερα.

Αν στο πρώτο κύμα, οι χώρες αιφνιδιάστηκαν και τα συστήματα υγείας ήταν ανέτοιμα, δύο χρόνια μετά, είναι πολιτική και ιδεολογική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να απομένει υποστελεχωμένο και αδύναμο το ΕΣΥ για να μην κληρονομήσει η ελληνική κοινωνία ένα καλό δημόσιο σύστημα υγείας.

Το σχέδιο είναι, ακόμα και με κόστος δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, να επιβληθεί ο ιδιωτικός τομέας υγείας σε βάρος των δημόσιων νοσοκομείων. Να πολλαπλασιαστεί η ήδη κολοσσιαία ιδιωτική δαπάνη υγείας που ματώνει την ελληνική οικογένεια. Να πριμοδοτηθεί πάσει θυσία, πατώντας σε νεκρούς, το ιδιωτικό κεφάλαιο που θα δει την υγεία ως χώρο λεηλασίας των δημόσιων υποδομών και απρόσκοπτης κερδοφορίας. 

Για αυτό και, με πρώτον τον Μητσοτάκη, κρύβουν μελέτες, λένε ψέματα, δηλώνουν σημεία και τέρατα για τις ΜΕΘ και τη θνητότητα.

Τελευταίο κατόρθωμα της αριστείας, (που στην πραγματικότητα είναι απλώς αριστοκρατία), είναι το θάψιμο και η συκοφάντηση της μελέτης Τσιόδρα – Λύτρα που λέει το προφανές σε κάθε λογικό άνθρωπο, ότι δηλαδή η θνητότητα εκτός ΜΕΘ είναι πολύ μεγαλύτερη, ότι τα επαρχιακά νοσοκομεία είναι στο έλεος του Θεού και ότι η χωρητικότητα του ΕΣΥ είναι πολύ χαμηλή σε υποδομές και προσωπικό και το μπλοκάρισμά του εκτοξεύει τον αριθμό των φερέτρων.

Δεν ζήτησε κανείς από την κυβέρνηση Μητσοτάκη να κάνει τη χώρα πρώτη στην Ευρώπη σε αναλογία ΜΕΘ / πληθυσμού.

Μπορούσε όμως να πιάσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και όχι να εκτοξεύται η θνητότητα με 200+ διασωληνώσεις στο ΕΣΥ, σύμφωνα με τη μελέτη.

Μπορούσε να μην κοροϊδεύει με πλασματικά νούμερα κλινών ΜΕΘ, να προσλάβει γιατρούς και νοσηλευτές, να δώσει κίνητρα επαναπατρισμού σε δεκάδες χιλιάδες γιατρούς που έφυγαν στο εξωτερικό.

Μπορούσε δηλαδή, έστω υπό το βάρος των δεκάδων χιλιάδων νεκρών και της κοινωνικής κατακραυγής, να μην αφήνει πονηρά και υστερόβουλα το σύστημα υγείας να καταρρέει για να κερδοσκοπεί το ιδιωτικό κεφάλαιο υγείας.

Μπορούσε, αλλά δεν το έκανε.

Το συγκεκριμένο γεγονός μπορούμε να το αποκαλέσουμε έγκλημα, δολοφονία ή φούφουτο, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Η χώρα σπάει το ένα μετά το άλλο κάθε μαύρο ρεκόρ. Διεθνώς η Ελλάδα έγινε παράδειγμα προς αποφυγή, από εκεί που ενάμισι χρόνο πριν, υψώναμε τη σημαία της Ισπανίας ως ένδειξη συμπαράστασης για τον “δοκιμαζόμενο” ισπανικό λαό με τα πολλά θύματα, ή εκεί που ο Βασίλης ο Κικίλιας (!) έδινε συνέντευξη στην El Mundo εξηγώντας -τρομάρα του- το “μυστικό της ελληνικής επιτυχίας”.

Η μελέτη Τσιόδρα – Λύτρα αποδεικνύει ότι η κυβερνητική πολιτική δολοφονεί. Είτε αρέσει σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, είτε όχι.

Η μελέτη Τσιόδρα – Λύτρα που δόθηκε στη δημοσιότητα επιβεβαιώνει αλήθειες προφανείς για κάθε άνθρωπο, έστω κι αν αυτές τις αλήθειες τις περιγελούσε προκλητικά ο πρωθυπουργός στη Βουλή. Επιβεβαιώνει δηλαδή ότι:

α. Όσο περισσότεροι διασωληνωμένοι είναι στο ΕΣΥ, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα θανάτου τους,

β. Διασωλήνωση εκτός Αττικής σχετίζεται με αυξημένη θνητότητα κατά 35-40%,

γ. Νοσηλεία εκτός ΜΕΘ (αυτή για την οποία ο πρωθυπουργός ζητούσε να του φέρουν ενδείξεις) σχετίζεται με αυξημένη κατά 87% θνητότητα. 

Πιο συγκεκριμένα αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα του ίδιου του καθηγητή κ. Λύτρα που έκανε την ανάρτηση:

Ο καθηγητής έκανε και μια ακόμα σημαντική διευκρίνηση για τη συγκεκριμένη μελέτη:

“Ως οφείλαμε ως λειτουργοί της Δημόσιας Υγείας τη γνωστοποιήσαμε άμεσα και επανειλημμένα σε όλους όσους λαμβάνουν τις αποφάσεις στο ανώτατο επίπεδο”.

Δήλωσε δηλαδή ότι η μελέτη που τεκμηριώνει με στοιχεία από την πρόσφατη κλινική ελληνική εμπειρία ότι η αποδυνάμωση του ΕΣΥ προκαλεί επιπλέον θανάτους, ήταν σε γνώση της ανώτατης πολιτικής ηγεσίας.

Η κατακλείδα της μελέτης είναι ότι από τους 3.988 θανάτους των οποίων τα χαρακτηριστικά μελετήθηκαν, 947 αποδίδονταν στο υψηλό φορτίο των διασωληνωμένων ασθενών με COVID-19, 133 στο να βρίσκονται εκτός ΜΕΘ, και 656 να νοσηλεύονται εκτός Αττικής. Συνολικά 1.535 θάνατοι αποδόθηκαν σε αυτούς τους τρεις παράγοντες συνολικά, δηλαδή ποσοστό 38,49% των θανάτων θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν:

α. Το ΕΣΥ δεν μπλοκάριζε με πάνω από 400 διασωληνωμένους.

β. Τα νοσοκομεία εκτός Αττικής είχαν πραγματικές και όχι κατ’ όνομα κλίνες εντατικής θεραπείας.

γ. Δεν υπήρχαν διασωληνώσεις εκτός ΜΕΘ λόγω ελλιπούς δυναμικότητας κλινών ΜΕΘ.

Ένα ακόμα στοιχείο που αναδεικνύει εμμέσως η μελέτη είναι ότι κατά την περίοδο που μελετώνται οι θάνατοι των διασωληνωμένων, οι συνολικοί θάνατοι από Covid ήταν πάνω από 10.000. Ωστόσο, μόλις οι 4.000 από αυτούς, ξεψύχησαν μέσα σε ΜΕΘ. Οι υπόλοιποι;

Στα σπίτια τους;

Στα ράντζα;

Στις απλές κλινικές ΜΕΘ;

Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι πολλές χιλιάδες θάνατοι θα είχαν αποφευχθεί αν οι κλίνες ΜΕΘ πολλαπλασιάζονταν πραγματικά και όχι εικονικά και αν τα νοσοκομεία της επαρχίας δεν ήταν υπόδειγμα διάλυσης, εγκατάλειψης, υποστελέχωσης, κρατικής αδιαφορίας.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω, έστω και αν επιβεβαιώνουν κοινές, αυταπόδεικτες, και αναμενόμενες αλήθειες, έχουν σημασία ότι προκύπτουν ως πορίσματα μελέτης των υπεράνω αντιπολιτευτικής υποψίας Τσιόδρα και Λύτρα. 

Και έχουν διπλή σημασία ότι έρχονται στη δημοσιότητα λίγες μέρες μετά το αισχρό και κυνικό ψέμα του πρωθυπουργού ότι είτε εντός, είτε εκτός ΜΕΘ, ο ασθενής λαμβάνει την ίδια φροντίδα.

Και δεν ήταν ψέμα σαν κι αυτά τα συνηθισμένα που αφθονούν στην πολιτική. 

Ήταν ψέμα που επιχείρησε να καλύψει την πολιτική ευθύνη για την υπερβάλλουσα θνητότητα που παρατηρείται στην Ελλάδα. 

Χιλιάδες θάνατοι θα είχαν αποφευχθεί, αν μέλημα της κυβέρνησης δεν ήταν η υποβάθμιση της Δημόσιας Υγείας προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου, η εγκατάλειψη του ΕΣΥ για να επιβληθεί η αναγκαιότητα των ΣΔΙΤ, η υποστελέχωση των νοσοκομείων για να θησαυρίζει το ιδιωτικό κεφάλαιο στην υγεία. 

Τα παραπάνω είναι σαφείς αποφάσεις, προτεραιότητες, ιεραρχήσεις, υπογραφές, κονδύλια, προϋπολογισμοί.

Έχουν την υπογραφή της κυβέρνησης και του επικεφαλής της.

Χωρίς περιστροφές λοιπόν, η κυβερνητική πολιτική δολοφονεί. 

Είτε αρέσει, είτε όχι.