Άρθρα

Ο αποχαιρετισμός στο προλεταριάτο και στον μαρξισμό

Η Αριστερά έχει σταματήσει να οραματίζεται μεγάλες λεωφόρους˙ έχει σταματήσει να ασκεί «μεγάλη πολιτική» και να διεκδικεί την πολιτική εξουσία για να αλλάξει ριζικά τον κόσμο. Ο Αλέξης Τσίπρας, το κόμμα του και η κυβέρνησή του μας το εξήγησαν με σαφήνεια επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια, και τώρα η επιδημία μάς το επαναλαμβάνει με ακόμα πιο σκληρό τρόπο, απογυμνώνοντας όλες τις αδυναμίες της Αριστεράς, των οργανώσεών της, του κόσμου της, και των κοινωνικών κινημάτων.

Οι απαρχές της παρακμής βρίσκονται αρκετά πίσω, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, όταν έπεσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, εγκαταλείφθηκαν τα κυβερνητικά πειράματα της Αριστεράς στην Ευρώπη, έσβησε το άστρο των κομμουνιστικών κομμάτων και αναδύθηκαν τα κοινωνικά κινήματα. Έκτοτε, έχουν περάσει τριάντα χρόνια εξημέρωσης των νέων κριτικών θεωριών (από τον πρόδρομό τους Μισέλ Φουκώ έως την Τζούντιθ Μπάτλερ, τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν, τον Φρέντρικ Τζέιμσον και καμιά εικοσαριά άλλους)˙ τριάντα χρόνια περιορισμού του μαρξισμού στο καταστατικό μιας ακόμη θεωρίας στο πλάι τόσων άλλων πιο φρέσκων, μοντέρνων και ελκυστικών, υποτίθεται, θεωρητικών κατασκευών, οι οποίες όμως τελικά ήταν απλώς πιο ανώδυνες επειδή ποτέ δεν είχαν, ούτε διεκδίκησαν άλλωστε, το καταστατικό θεωρίας για την ριζοσπαστική αλλαγή του κόσμου.

Πέρασαν επίσης τριάντα χρόνια αποξένωσης του διογκούμενου προλεταριάτου (1) από τους προοδευτικούς και αριστερούς διανοούμενους, που νόμισαν ότι ο Λένιν έλεγε βλακείες όταν ισχυριζόταν πως το προλεταριάτο δεν είναι σε θέση να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του εκτός και αν αυτή έρθει από έξω, από τους διανοούμενους (2). Ο Keucheyan το περιγράφει αρκετά αναλυτικά στο βιβλίο του Το αριστερό Ημισφαίριο: οι διανοούμενοι σταδιακά άλλαξαν χαρακτήρα, και ενώ παλιά εμπλέκονταν οι ίδιοι, skin in the game, στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες του προλεταριάτου, μετατράπηκαν τώρα σε εμβριθείς πανεπιστημιακούς αποκομμένους (και συνάμα προστατευμένους) από την πραγματικότητα των ταξικών αντιθέσεων (3). Προφανώς υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις μεταξύ τους, αλλά όπως πάντα, οι εξαιρέσεις δεν σχηματίζουν τον κανόνα.

Βρεθήκαμε έτσι σε μια κατάσταση όπου οι νέες κριτικές θεωρίες βαθμιαία και αργόσυρτα υποκατέστησαν τον μαρξισμό. Αυτός, εκτός από επιστημονική θεωρία, ήταν και ιδεολογία μαζών που συγκροτούσε την διαθεσιμότητα των καταπιεσμένων σε συλλογικές δράσεις οι οποίες καθοδηγούνταν από πολιτική στρατηγική (διατυπωμένη από αντίστοιχες πολιτικές οργανώσεις) και είχαν ως σημείο πρόσκρουσης το αστικό κράτος. Οι νέες κριτικές θεωρίες, αντιθέτως, δεν επιτελούν το έργο που επιτελούσε ο μαρξισμός, ούτε αναφέρονται όπως αυτός στο όραμα μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από τα δεινά που επιφέρει ο καπιταλισμός.

Εξέλιπε έτσι η «μεγάλη πολιτική» για τον κομμουνισμό και υποκαταστάθηκε αφενός από την κινηματική αντίσταση στον κανιβαλισμό του καπιταλισμού, και αφετέρου από την αριστερή, αμυντική ή πλήρως υποταγμένη κυβερνητική διαχείριση του καπιταλισμού (ή εναλλακτικά από την απομόνωση οργανωμένων δυνάμεων (4) στο «κάστρο» τους).

Η διαδικασία υποκατάστασης του μαρξισμού ως ιδεολογίας μαζών από τις νέες κριτικές θεωρίες έχει πλέον ολοκληρωθεί˙ είναι πια φανερό ότι έχουν πραγματοποιηθεί τεκτονικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, ακόμη και οι πιο πολιτικοποιημένοι στους κόλπους τους, καταλαβαίνουν τον κόσμο και επομένως δρουν πολιτικά. Οι τρεις σημαντικότερες από αυτές τις αλλαγές είναι οι εξής:

Πρώτον, η έννοια της οικονομικής εκμετάλλευσης έχει εκλείψει και έχει αντικατασταθεί από την έννοια των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων˙ μοιραία, εξέλιπε και η έννοια ότι ο καπιταλισμός είναι ένας τρόπος παραγωγής, και έτσι, κάθε κριτική αναφορά στον χώρο της παραγωγής χάθηκε και αυτή˙ μοιραία εμφανίζεται ως άχρηστο το Κεφάλαιο, αυτό το ίδιο, και βεβαίως, όλα τα έργα της μαρξιστικής βιβλιογραφίας που προέκυψαν από αυτό˙ μοιραία, χάθηκε κάθε συλλογικό όραμα για ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε και παράγουμε, δηλαδή στον τρόπο παραγωγής. Από εκεί και πέρα, τι πιο φυσικό, οι μειωμένες προσδοκίες υποκατέστησαν το όραμα για ριζική αλλαγή της οικονομίας από διεκδικήσεις δικαιωμάτων. Χαμηλές πτήσεις έναντι μεγάλης πολιτικής.

Δεύτερον, η έννοια των κοινωνικών τάξεων και η μαρξιστική θεωρία του κράτους εξέλειπαν˙ ως αποτέλεσμα, εξαφανίστηκαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί σχηματισμοί μάχης που διαθέτουν στρατηγικό σχέδιο ενόψει των συγκρούσεων με τις δυνάμεις της αστικής τάξης και των συμμάχων της, δηλαδή με τον ταξικό συνασπισμό εξουσίας˙ μοιραία, αυτοί οι σχηματισμοί μάχης υποκαταστάθηκαν από την οργανωτική μορφή που προκρίνουν οι νέες κριτικές θεωρίες, δηλαδή από το πλήθος που διαδηλώνει και συγκρούεται χωρίς προοπτική να νικήσει επειδή συγκρούεται με έναν αντίπαλο που διαθέτει ανώτερη οργάνωση και ισχυρή δύναμη κρούσης (βίας και ιδεολογίας).

Τρίτο και χειρότερο: η σημερινή Αριστερά δεν εμπνέεται από τον κομμουνισμό ούτε και από κάποια άλλη εκδοχή του μέλλοντος. Ο κομμουνισμός δεν αποτελεί πλέον ούτε όραμα της Αριστεράς ούτε ιστορικό στάδιο στο βάθος του ορίζοντα ούτε ιστορική τάση ενύπαρκτη στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή μια ιστορική τάση της οποίας τα στοιχεία θα έπρεπε να αναζητούμε μέσα στην σημερινή κοινωνία, να τα προσδιορίζουμε, να τα αναδεικνύουμε και να τους κάνουμε χώρο ώστε να αναπτυχθούν.

Ας μην έχουμε αυταπάτες: οι νέες κριτικές θεωρίες ηγεμονεύουν σήμερα, σιωπηλά, ακόμη και στο εσωτερικό των οργανώσεων που δηλώνουν ρητά μαρξιστικές ή λενινιστικές (5) και άλλοτε υπήρξαν στιβαρά οργανωτικά σχήματα. Τώρα, το πνεύμα των νέων κριτικών θεωριών διαβρώνει την δράση αυτών των οργανώσεων με βάση το πρότυπο του ασύντακτου ή χαλαρά οργανωμένου πλήθους ή της ομάδας που διαμαρτύρεται μπουλουκηδόν, και όποτε του δοθεί η ευκαιρία, παρουσιάζεται και στις κοινοβουλευτικές εκλογές ως συνιστώσα χαλαρών «πλατιών κομμάτων».

Με αυτά τα ελλείμματα και με αυτόν τον τρόπο ύπαρξης, η Αριστερά της εποχής των κοινωνικών κινημάτων και των νέων κριτικών θεωριών, βρέθηκε αντιμέτωπη με την συγκυρία της επιδημίας, η οποία ανέλαβε να απογυμνώσει μία-μία όλες τις ανεπάρκειές της˙ και έτσι, τώρα μια μερίδα της περιμένει υπομονετικά να περάσει η επιδημία όπως ο άλλος περιμένει να περάσει η καταιγίδα˙ μια δεύτερη μερίδα της κολυμπάει στα θολά νερά του κακοχωνεμένου έργου του Φουκώ και των θεωριών του κράτους σαν καταχθόνιας μηχανής˙ και μια τρίτη μερίδα αρκείται στις κριτικές επί του δευτερεύοντος.

Ποτέ άλλοτε μετά το 1990 δεν ήταν τόσο επίκαιρο και τόσο επιτακτικό να επανιδρύσουμε την Αριστερά.

****

(1) Με τον όρο αυτόν, δεν εννοούμε κάποιους ρακένδυτους του 19ου αιώνα, αλλά αυτούς που εννοούσε ο Μαρξ, δηλαδή όσους παράγουν καπιταλιστικά εμπορεύματα και με τον τρόπο αυτόν αξιοποιούν το κεφάλαιο που καταναλώνει τις εργασιακές τους ικανότητες.

(2) Ο Λένιν γράφει ότι η πολιτική συνείδηση έρχεται στο προλεταριάτο από το εξωτερικό των οικονομικών αγώνων, δηλαδή από τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, φερόμενη από το κόμμα. Στα χρόνια εκείνα, όμως, οι διανοούμενοι της Αριστεράς βρίσκονταν και δρούσαν εντός των κομμουνιστικών κομμάτων. Όταν λοιπόν ο Λένιν αναφέρεται στο κόμμα, εν προκειμένω, εννοεί τους οργανικούς διανοούμενους που ούτως ή άλλως ανήκαν σε αυτό. Εξάλλου, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η σχέση των μαρξιστών διανοουμένων με τα κόμματα είχε περιοριστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό (βλ. για το θέμα αυτό την ενδιαφέρουσα περιγραφή του Razmig Keucheyan στο βιβλίο του Αριστερό Ημισφαίριο), αυτοί δεν απώλεσαν την ιδιότητα του οργανικού διανοούμενου: αφενός μεν συμμετείχαν στην χρυσή εποχή της μαρξιστικής θεωρίας της περιόδου 1960-1980, αφετέρου δε, διατήρησαν ζωντανή και ισχυρή σχέση με τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις χωρίς να υπάρχει αναγκαστική διαμεσολάβηση κομμάτων ή πολιτικών οργανώσεων.

(3) «Έκτοτε οι μαρξιστές παράγουν γνώσεις ερμητικά κλειστές, απρόσιτες στους εργάτες, γνώσεις που αναφέρονται σε τομείς χωρίς άμεση σχέση με την πολιτική στρατηγική. Με αυτήν την έννοια, μικρή μόνο σχέση έχουν με το έργο του Κλαούζεβιτς» (Razmig Keucheyan, “Hémisphère gauche”).

(4) Αυτό το άρθρο δεν αφορά στο ΚΚΕ, ούτε σε άλλες αυτο-αναφορικές οργανώσεις της Αριστεράς˙ αυτοί έχουν χάσει επαφή με την μαρξιστική θεωρία προ πολλού, πλην όμως για άλλους λόγους, ακολουθώντας τον δικό τους δρόμο που ανάγεται, σε τελευταία ανάλυση, στην βαριά κληρονομιά του σταλινισμού αλλά και του τρόπου με τον οποίο έγινε η αποσταλινοποίηση (δηλαδή από τα δεξιά).

(5) Διευκρίνιση και πάλι: Εξαιρείται το ΚΚΕ που έχει χάσει τον πολιτικό μπούσουλα προ πολλού για άλλους λόγους.

Πηγή: Commune

Πανδημία και Αριστερά: Πρωτόγνωρες αλλαγές, δυσκολίες και ερωτήματα για το μέλλον (β’ μέρος)

Κάθε κρίση αποτελεί ένα βαθύ ανοιχτό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ανταγωνιστικών δυνάμεων. Η κρίση επιταχύνει υπαρκτές διαδικασίες αλλαγής και αναδιαρθρώσεων, συμπυκνώνει πολύπλευρα τον χρόνο, αλλάζει τις ισορροπίες, δημιουργεί νέες κανονικότητες, απαντά αλλά και δημιουργεί νέα ερωτήματα.

1. Πότε και πώς θα τελειώσει η πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα; Τι θα έχει κερδίσει η επιστήμη, η υγεία, το ανθρώπινο είδος και η ζωή; Κάτω από άλλους κοινωνικούς όρους, διαφορετικών συστημάτων υγείας, προσανατολισμού, φιλοσοφίας και οργάνωσης της έρευνας, θα λέγαμε ότι το τέλος θα ερχόταν γρήγορα για τα δεδομένα της επιστήμης τον 21ο αιώνα. Σήμερα που τα εμβόλια είναι ανταγωνιστικό εμπόρευμα, που υπάρχουν οι απαγορεύσεις, τα όρια και οι κανονισμοί για τις πατέντες, που τα πάντα πουλιούνται και παζαρεύονται ενώ αφορούν την ανθρώπινη ζωή, το τέλος θα αργήσει αρκετά –και για πολλούς λαούς και χώρες, πάρα πολύ. Πρόληψη, επιτήρηση, εμβολιασμός με ένα παγκόσμιο – περιφερειακό – εθνικό – τοπικό σχέδιο δεν υπάρχει.

Πραγματοποιήθηκαν τεράστιες θετικές αλλαγές και ανακαλύψεις στην έρευνα στη βιολογία και την ιατρική, στη βάση αντιμετώπισης του ιού. Όμως αυτές υπάγονται στο κεφάλαιο, στη γνωστή αγοραία και κερδοφόρα πραγματικότητα και όχι σε μία ανθρωποκεντρική φιλοσοφία, πρακτική και σύστημα. Είναι μάλλον παγκοσμίως αποδεκτό ότι το κράτος και τα δημόσια συστήματα υγείας κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την πανδημία και όχι ο ιδιωτικός τομέας και η αγορά. Αυτό θα πρέπει να οδηγεί στη σκέψη και στην αντίστοιχη πράξη ότι από σήμερα απαιτείται αγώνας για βαθιά αναδιοργάνωση του συστήματος υγείας (θα πιεστεί για αρκετό καιρό ακόμα καθώς είναι οξυμένα τα ήδη υπαρκτά προβλήματα υγείας που τέθηκαν σε δεύτερη μοίρα λόγω της επιδημίας και του κλαταρίσματος του συστήματος), γενναίες χρηματοδοτήσεις, δημιουργία κρατικών φαρμακευτικών εταιριών και έρευνας, καθολική δημόσια κάλυψη και πρόσβαση χωρίς ανισότητες ανάμεσα σε ανθρώπους και κράτη.

2. Το δίλημμα της παγκοσμιοποίησης, οι συγκρούσεις για την ηγεμονία. Η αλλαζονική Δύση σε σχέση με την Ανατολή κατέγραψε πολλές αποτυχίες αναχαίτισης του ιού, εμφανίζοντας έλλειψη στρατηγικής, αλλοπρόσαλλες πολιτικές, πολλαπλούς επιμέρους εθνικισμούς… Το επιβαλλόμενο «όραμα» της παγκοσμιοποίησης που καταγράφει πολλές χρεοκοπίες τουλάχιστον για μια δεκαετία, σε διαφορετικές μεριές του πλανήτη –ακόμα και στη «μητρόπολη»– στην αντιμετώπιση της πανδημίας κατέγραψε μια ακόμα, βαρύγδουπη αποτυχία, που θα έχει συνέπειες για το μέλλον του, τις μορφές του, τις αναδιαρθρώσεις του. Ο ασκός των ερωτημάτων έχει ανοίξει για τα καλά. Υπάρχουν δυνάμεις αποπαγκοσμιοποίησης, δυνάμεις βαθέματός της, πολιτικές των περιφερειακών επιμέρους ολοκληρώσεων ή συνεργασιών, που όλα αυτά αντικειμενικά οδηγούν σε σκληρές και ανεξέλεγκτες συγκρούσεις.

Η Κίνα στα μάτια του κόσμου παγκόσμια, κερδίζει μέσα σε ένα χρόνο πολλαπλές παρτίδες στο παιχνίδι των ανταγωνισμών απέναντι στον επί δεκαετίες «μοναδικό ηγεμόνα», τις ΗΠΑ. Μέσα σε λίγο χρόνο, με το συγκεντρωτικό αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης και ελέγχου, με τη βοήθεια της πολιτιστικής κομφουκιανής κληρονομιάς, της πειθαρχίας και αυτοπειθαρχίας, με κρατικό σχεδιασμό, φαίνεται ότι ελέγχει τον ιό και την επιδημία μέσα στην αχανή και πολυπληθή χώρα της.

Από την άλλη, η «μόνη υπερδύναμη» καταγράφει χιλιάδες χιλιάδων νεκρούς με την καθυστέρηση στην αντιμετώπιση της πανδημίας, με ανορθολογισμούς, «αδιαφορεί» για την παγκόσμια κατάσταση εμφανίζοντας μια εικόνα νάνου κι όχι «ηγεμόνα». Μέσα στην πανδημία, η Κίνα σταθερή στη στρατηγική της συνεργασία με τη Ρωσία, κατέγραψε μια ακόμα επιτυχία, αποσπώντας κλασικούς οικονομικούς και πολιτικούς συμμάχους από τις ΗΠΑ. Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου RCEP με ακόμα 14 χώρες στην περιοχή της Ευρασίας και του Ειρηνικού (με 2,2 δις πληθυσμό και 28% του παγκόσμιου ΑΕΠ) είναι μια τεράστιας σημασίας γεωοικονομική νίκη με πολιτικές προεκτάσεις στην αντιπαράθεση για την ηγεμονία.

Η 6η Γενάρη 2021 αποτελεί ένα τρίτο παγκόσμιο πλήγμα για τις ΗΠΑ. Ο «στρατός» της δεύτερης κοινωνίας που δεν μπορεί να προσεγγίσει το πάλαι ποτέ αμερικάνικο όνειρο, που θεωρεί υπεύθυνο το οικονομικο-κοινωνικό κατεστημένο το οποίο θεωρεί ότι εκφράζεται από τους Δημοκρατικούς και τον οίκο ανοχής της Γουόλ Στριτ, εκφράστηκε με τις φασίζουσες ορδές εισβολής στο Καπιτώλιο, καταφέρνοντας ένα παγκόσμιο πλήγμα στη δήθεν Αμερικανική Δημοκρατία του «ελεύθερου δυτικού κόσμου» που φαίνεται πως παρακμάζει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Επιπλέον, η τεχνολογική πρόοδος στον κόσμο των επικοινωνιών, των εξοπλισμών, της τεχνητής νοημοσύνης –συστατικά στοιχεία της μέχρι τώρα υπεροχής των ΗΠΑ– θέτουν τα ερωτήματα της επόμενης μέρας του τέλους της αμερικανικής ηγεμονίας (που θα αναγκαστεί ή να διαπραγματευτεί με χειρότερους όρους από πριν με Κίνα και Ρωσία ή και άλλους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, ή να συγκρουστεί, εξέλιξη πολύ επικίνδυνη για τον πλανήτη αλλά και για τις ΗΠΑ, ή τέλος να αποδεχτεί ότι ο κόσμος είναι πολυπολικός χωρίς τη δική της ηγεμονία). Όπως και να έχει είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη το τέλος αυτού του μοντέλου παγκοσμιοποίησης και η αναζήτηση περιφερειακών ηπειρωτικών ενοποιήσεων και κατ’ επέκταση ανταγωνισμών και συγκρούσεων.

Η ΕΕ βρέθηκε άλλη μια φορά κάτω από τη γερμανική μπότα και τον κρατικό ανταγωνισμό των μελών της. Η πορεία για την ενοποίηση (!) μοιάζει να περνάει μέσα από την υποταγή και την εξαφάνιση των υπολοίπων. Την τελευταία δεκαετία το «όραμα» της ενωμένης Ευρώπης υπέστη πολλαπλές πανωλεθρίες, οικονομικά από τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης που επέκτεινε τη διεύρυνση του ρήγματος βορρά-νότου, φτωχών-πλούσιων χωρών, στη διεθνή σκηνή όπου ο πολιτικός νάνος ΕΕ δεν είχε ενιαία γραμμή και αποδείχτηκε ελλιποβαρής στις συρράξεις στη Συρία και στη Μ. Ανατολή, στις κυρώσεις στη Ρωσία, στο μεταναστευτικό κ.ά.

Με την πανδημία ξεδιπλώθηκε ο οικονομικός – υγειονομικός – εμβολιαστικός εθνικισμός με μπροστάρη τη Γερμανία, δίνοντας το στίγμα της έννοιας Ενωμένη Ευρώπη. Η γραμμή «ρίξε χρήμα στην αγορά» (τράπεζες, ομίλους) σημαίνει χρέη για τα κράτη που όμως ούτε ίδιες δυνατότητες (διαθέσιμα) έχουν, ούτε την ίδια ικανότητα (παραγωγής). Το ερώτημα που είναι δυνατόν να τεθεί αυθόρμητα την επόμενη μέρα θα είναι είτε ποιος πρώτος θα ακολουθήσει το παράδειγμα της Βρετανίας, είτε τι άλλο θα εκχωρήσουν ακόμα οι πρόθυμοι «μένουμε Ευρώπη» στη Γερμανία, η οποία μπορεί να διαπραγματεύεται αποκλειστικά για τα συμφέροντά της και με την Ανατολή (Ρωσία κυρίως και δευτερευόντως Κίνα).

3. Βαθιά παγκόσμια οικονομική ύφεση, αμφίβολη γρήγορη ανάκαμψη, με βαρύτατες συνέπειες για τους εργαζόμενους και τους λαούς. Είναι βολικός ο μύθος ότι η πανδημία είναι η αιτία για την οικονομική κρίση που έρχεται και πέφτει σαν μαύρη σκιά σε όλο τον κόσμο. Η πανδημία επιτάχυνε τον χρόνο, βάθυνε και άπλωσε την κρίση. Η κρίση όμως οφείλεται στο παρελθόν και το παρόν του καπιταλιστικού συστήματος που έχει οικοδομήσει τις συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής – με την αντίθεση χρηματιστηριακής / «πραγματικής» οικονομίας, της στασιμότητας εξαιτίας της μη κερδοφορίας των επενδύσεων, με συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας που δεν ακολουθείται όμως από αύξηση της ζήτησης και της κερδοφορίας, με τις διαρκείς ιδιωτικοποιήσεις, τη διάλυση των συστημάτων υγείας και πρόνοιας, τις ανύπαρκτες δημόσιες επενδύσεις κλπ. Την περίμεναν την κρίση, όμως την υπολόγιζαν για αργότερα διότι έχουν μάθει να «παίζουν» με το χρόνο…

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η ύφεση το 2021, όταν μάλιστα δεν θα έχει καν ξεπεραστεί η πανδημία μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους. Υπολογίζει ότι το 2021 θα υπάρξουν μεγάλα ποσοστά οικονομικής συρρίκνωσης των ιμπεριαλιστικών κέντρων και ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου θα μειωθεί επιπλέον κατά 10%. Ούτε γρήγορη ούτε ολική η ανάκαμψη που δηλώνουν καθησυχαστικά τα αστικά επιτελεία.

Προς το παρόν οι κυβερνήσεις ρίχνουν «λεφτά από το ελικόπτερο» κυρίως σε τράπεζες και μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους, αναστέλλουν τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, τα προγράμματα λιτότητας, τις αυστηρές επιτηρήσεις. Αυξάνεται κατά πολύ το δημόσιο χρέος καθώς και το ιδιωτικό στα μικρά και μεσαία στρώματα. Θα αυξηθεί η ανεργία και η φτωχοποίηση, οι χρεοκοπίες χωρών (Βραζιλία), ενώ άλλες δεν αντέχουν καν να συντηρήσουν τα ρημαγμένα συστήματα υγείας τους.

Ο φόβος για τον ιό θα αντικατασταθεί από τον οικονομικό ζόφο και την καταστροφή. Οι «συνήθεις ύποπτοι» είναι αυτοί που θα κληθούν την επόμενη μέρα να περάσουν από το ταμείο. Η επόμενη μέρα σημαίνει για τους εργαζόμενους αύξηση της ανεργίας, της εκμετάλλευσης, αύξηση της σχετικής και απόλυτης φτωχοποίησης. Για αρκετούς κλάδους κυρίως υπηρεσιών θα σημάνει επίσης ανατροπές προς το χειρότερο των όρων εργασίας μέσα από το «επιτυχημένο μοντέλο» της τηλεργασίας. Η επόμενη μέρα για τους μικρομεσαίους θα σημάνει κολύμπι σε έναν ωκεανό χρεών, την ίδια στιγμή που τα υπερωκεάνια των ομίλων θα τους πνίγουν με τα απόνερά τους. Ο καπιταλισμός του 21ου αιώνα συρρικνώνει τα ενδιάμεσα στρώματα και αυτό θεωρείται περίπου νομοτέλειά του.

4. Μεγάλες αναταραχές, με ποιες πολιτικές επιπτώσεις;

Κάθε κρίση, κάθε αναταραχή έχει πολιτικές επιπτώσεις, παράγει πολιτικά γεγονότα και αποτελέσματα. Από τα τώρα συζητιούνται ερωτήματα και αλλαγές και ειδικά στο χώρο της Ευρώπης –που αντιμετωπίζει σειρά σημαντικών εκλογικών αναμετρήσεων σε Γερμανία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Γαλλία κ.ά.

Ερωτήματα όπως πόσο πιο αυταρχικό συγκεντρωτικό κράτος σε σχέση με το παρελθόν χρειάζεται, η αντιπαράθεση του ανατολικού σε σχέση και αντίθεση με την παρακμή του δυτικού μοντέλου, έχουν τεθεί προ της πανδημίας και τώρα ανθίζουν τόσο για λόγους συστημικής θωράκισης και προφύλαξης όσο και για λόγους αποτελεσματικότητας και αντιγραφής του ανατολικού μοντέλου. Εξάλλου έχουν υπάρξει απόπειρες (Μακρόν) για πιο αυταρχικό κράτος. Η ακροδεξιά ατζέντα είναι υπαρκτή και με αυτήν ερωτοτροπούν αρκετές κυβερνητικές δυνάμεις. Έχει επίσης τεθεί σε κρίση το πολιτικό μοντέλο που ανέπτυξε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Γι’ αυτόν πολιτική σημαίνει διακυβέρνηση, διαχείριση, επικοινωνία, παντελής έλλειψη λαϊκής κυριαρχίας. Το «όλοι είναι ίδιοι» είναι μια κραυγή απέχθειας γι’ αυτή την πολιτική.

Ο «θάνατος του εμποράκου» και η συρρίκνωση μεσαίων στρωμάτων του λεγόμενου «οικονομικού κέντρου» μαζί με την αύξηση των ταξικών και εθνικών ανισοτήτων δημιουργεί όρους και δυνατότητες για την ανάπτυξη ενός ισχυρού εθνικιστικού και ακροδεξιού ρεύματος αλλά και μιας νέας κοπής σοσιαλδημοκρατίας, η οποία προφανώς θα προσπαθήσει να επενδύσει στο περισσότερο κράτος και σε μορφές κεϊνσιανισμού, στοχεύοντας και οι δύο να εκφράσουν και να ενσωματώσουν αυτά τα πολυπληθή ακροατήρια. Αυτές οι «νέες» πολιτικές καταστάσεις θα θολώνουν τις ταξικές ανάγκες, διεκδικήσεις και επικίνδυνες συγκροτήσεις, θα θέσουν ζητήματα δημοκρατίας, θα δημιουργούν έντονους διχασμούς στο κοινωνικό πεδίο, χωρίς φυσικά να τροποποιούν προοδευτικά και ριζικά τον κοινωνικό συσχετισμό δύναμης. Ο στρατός των αποκλεισμένων, των περιθωριοποιημένων οικονομικά, ταξικά, εθνικά, που εμφανίστηκε πολύμορφα στις ΗΠΑ από τη 40χρονη αύξηση των ανισοτήτων, γίνεται όλο και πιο ορατός σε όλο και περισσότερες μεριές του πλανήτη και θα δώσει το «παρών» και στην κεντρική πολιτική σκηνή. Θα αυξηθούν οι διαθέσεις κοινωνικής αντίστασης και αναζήτησης διεξόδου και εναλλακτικής. Υπάρχουν χώρες που θα συγκεντρώνουν όρους επικίνδυνων αναταραχών και αποσταθεροποιήσεων. Ο ιός της εξέγερσης είναι ελεύθερος και εκτεθειμένος παγκόσμια.

Αριστερά: Αναπαραγωγή σχημάτων του παρελθόντος ή μέσα στον κόσμο, με απαντήσεις για το παρόν και το μέλλον;

Αποδείχτηκε ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο μέσα σε 40 χρόνια από την επικράτησή του είναι αρκετά ευάλωτο με πολλαπλές επικίνδυνες κρίσεις και διαταραχές, που έχουν σαν αποτέλεσμα να μην χαίρει ο καπιταλισμός ιδιαίτερης «κοινωνικής εκτίμησης» παγκόσμια και να αυξάνονται τα ερωτηματικά για τη νομιμοποίησή του. Με μια γενική ματιά, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι μέσα στη δεκαετία το σύστημα κλυδωνίζεται διαρκώς, χωρίς διαφαινόμενη δυνατότητα επιστροφής στην «κανονικότητα». Κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταρρέει γιατί χρειάζεται εκείνη η δύναμη με την απαιτούμενη ενέργεια για να το βυθίσει.

Η αριστερά πρέπει να αμφισβητήσει τόσο την κανονικότητα της κρίσης όσο και την «επιστροφή στην κανονικότητα». Να μην υποταχθεί στην επιλογή μόνο της περιφρούρησης κεκτημένων, στους υπαρκτούς αρνητικούς συσχετισμούς. Θα πρέπει να περάσει σε μια συνολική κριτική και αμφισβήτηση του καπιταλιστικού «ρεαλισμού», να δοκιμάζει, σε ενεστώτα διαρκείας, να επινοεί και να χτίζει το σύγχρονο όραμα χωρίς κακές αντιγραφές από το παρελθόν, με σημαία της το τέλος του καπιταλισμού.

Είναι αυτονόητο πως δεν αρκούν μόνο οι καταγγελίες και το κατηγορώ στο σύστημα. Είναι όμως απαραίτητα για να δημιουργηθεί μια κρίση συστημικής εμπιστοσύνης, για να γίνει το πρώτο συνειδητό βήμα κριτικής και αμφισβήτησης. Η αριστερά οφείλει να γίνει διεθνιστική –είναι μόνο στις διακηρύξεις και στα κείμενα των συσκέψεών της– πρωταγωνιστώντας στην κατασκευή θεμέλιων λίθων ενός παγκόσμιου ρεύματος, με όλες τις ανισομετρίες του, που θα αναδεικνύει τις χρεοκοπίες και το πεπερασμένο του καπιταλισμού, που θα ανοίγει το δρόμο στο μέλλον και στην πρόοδο, που θα επαναφέρει την εμπιστοσύνη στην ικανότητα των ανθρώπων να αλλάζουν τη μοίρα τους και στην τέχνη να καταργούν την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων ζωγραφίζοντας και οικοδομώντας μια νέα. Αυτό σημαίνει να ανοίξει η ματιά της στις γειτονιές του κόσμου και κυρίως να αναληφθούν πρωτοβουλίες δράσης πάνω σε στόχους και «οικουμενικά» αιτήματα. Για παράδειγμα, τη μείωση του χρόνου εργασίας (το σύστημα όχι μόνο διατηρεί επί 150 χρόνια το 8ωρο, αλλά το αυξάνει πολύμορφα), τη διαγραφή του χρέους των κρατών, την ανασυγκρότηση των δημόσιων συστημάτων υγείας, τη μείωση των ανισοτήτων, την προστασία του περιβάλλοντος…

Για την Ελλάδα, το στοίχημα για τις δυνάμεις της κομμουνιστικής αριστεράς είναι η υπέρβαση του εαυτού τους, κάτι που σημαίνει καταρχήν καμιά αναπαραγωγή του κακού και αμαρτωλού παρελθόντος των 40 «ένδοξων χρόνων». Η «αυτοκριτική» που δεν γίνεται ούτε έμπρακτα ούτε συνολικά, οι συνεχείς επαναλήψεις που κούρασαν και απογοήτευσαν, έχουν δημιουργήσει ένα άρρωστο σώμα ιδεών και πρακτικών στην αριστερά που είναι πολύ δύσκολο να γιατρευτεί. Δύσκολο, όχι αδύνατο. Γιατί υπάρχει δύναμη και δημιουργικό γινάτι σε κόσμο που μπορεί να βρίσκεται στη δεύτερη γραμμή, σε νέο κόσμο και σε μια μικρή μειοψηφία των «πρωτοπόρων» που βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα αλλά δεν τολμούν την υπέρβαση. Το πεδίο γονιμοποίησης ιδεών και πολιτικής, καθώς και το πεδίο συγκρότησης-οργάνωσης είναι ο κόσμος της εργασίας και όχι ο κόσμος της αριστεράς (σημειωτέον ότι η αναπαραγωγή της σημερινής αριστεράς γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από τους φοιτητικούς κύκλους).

Χρειαζόμαστε –στον δεδομένο συσχετισμό– ένα άμεσο λαϊκό πρόγραμμα διεκδικήσεων(με θέματα υγεία, μισθοί, ανεργία, δημοκρατία και προσανατολισμό  οικονομικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης) που να γρατζουνάει το σύστημα και το πλαίσιό του, που να συμβαδίζει με τα δεσπόζοντα κοινωνικά αιτήματα, χρειαζόμαστε μια μετωπική πολιτική και τακτική που να συσπειρώνει τον κόσμο που πλήττεται, που να οριοθετείται από την ήπια νεοφιλελεύθερη διαχείριση, από τους μικρομεγαλισμούς πολιτικής παρέμβασης στη διακυβέρνηση (που στην ουσία μεταφράζονται σε εκλογικές κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις), χρειάζεται με επιμονή και υπομονή συγκρότηση και οικοδόμηση κόμματος – νέας πολιτικής δύναμης που να έχει αντισυστημική στρατηγική και πρακτική, και κοινή λογική. Από πού να αρχίσουμε; Από το τέλος προς την αρχή.

Πολιτική πρόταση πάλης του Συντονισμού Κομμουνιστικών Δυνάμεων στις νέες συνθήκες

Η ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥ ΕΠΙΤΑΧΥΝΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική καμπή της ανθρωπότητας. Η επιδημία του κορονοϊού επιτάχυνε την «επιδημία της υπερπαραγωγής» που υπέβοσκε έντονα τα δυο τουλάχιστον τελευταία χρόνια, πάνω σε μια φθίνουσα κερδοφορία του κεφαλαίου. Πυροδότησε όλες τις αντιθέσεις του συστήματος. Ανοίγει την αυλαία μιας νέας μεγάλης κρίσης, μόλις 10 χρόνια μετά την προηγούμενη. Η πανδημία του κορονοϊού αποτελεί έναν ακόμη μάρτυρα ότι εδώ και καιρό έχουμε μπει σε μια νέα εποχή του καπιταλισμού.

Η πανδημία προήλθε από την αλληλεπίδραση της καπιταλιστικής οικονομίας με τη φύση. Δεν είναι προϊόν συνομωσίας ή ενός εργαστηρίου βιολογικού πολέμου. Η εμφάνιση νέων κυμάτων και η επανεμφάνιση παλιών επιδημιών πρέπει να αναζητηθεί στην παραβίαση των νόμων της φύσης από τους κοινωνικούς νόμους του κεφαλαίου, από τη χωρίς όρια εκμετάλλευση της φύσης και των εργαζομένων. Η ιλιγγιώδης και αντιδραστική καπιταλιστική ανάπτυξη της οικονομίας επέδρασε καταστρεπτικά στο περιβάλλον. Και αντίστροφα, το διαταραγμένο περιβάλλον διαταράσσει «εκδικούμενο» την οικονομία.

Η πανδημία ήταν και είναι ένας πραγματικός κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία, την παραγωγή και την κοινωνία. Είναι ολοφάνερο ότι οι αστικές δυνάμεις την αξιοποιούν για να περάσουν αντεργατικά και αντιδημοκρατικά μέτρα. Όμως, δεν την δημιούργησαν τεχνητά για μια «επανεκκίνηση της οικονομίας» καταστρέφοντας παραγωγικές δυνάμεις ή για να οικοδομήσουν ένα ολοκληρωτικό κράτος έκτακτης ανάγκης καταστρέφοντας το εργατικό λαϊκό κίνημα. Τέτοιες απόψεις αντιστρέφουν τη σχέση αιτίας – αποτελέσματος, οδήγησαν σε υποτίμηση ή και σε επικίνδυνες στάσεις απέναντι στον κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία των εργαζόμενων μαζών. Από την άλλη πλευρά, απόψεις που υποτιμούν τα μέτρα ενάντια στη εργασία και τη δημοκρατία με πρόφαση την πανδημία, αφήνουν ανοχύρωτο το λαϊκό κίνημα μπροστά στην καταιγιστική επίθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Φαίνεται ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο κύκλο καθολικής κρίσης του συστήματος, που έχει ήδη ξεκινήσει και θα συνεχιστεί μετά την υποχώρηση της πανδημίας. Η καθολική καπιταλιστική κρίση, με κεντρική πλέον την οικονομική, οδηγεί τις αστικές τάξεις σε μια νέα αντιδραστική σχέση ανάμεσα στην ελαστική εργασία και την ανεργία, ανάμεσα στο παραγωγικό, χρηματιστικό και πλασματικό κεφάλαιο, στην αγορά, τον ιδιωτικό και τον κρατικό τομέα, στο εθνικό κράτος και τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, στην αστική δημοκρατία και την καταστολή. Οδηγεί σε μια σειρά από αποδιαρθρώσεις – αναδιαρθρώσεις στη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», προσπάθειες για νέες υπερεθνικές και εθνικές διευθετήσεις και ανασυντάξεις, σε όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Με στόχο μια νέα ισορροπία όπου η σχέση κεφάλαιο θα παραμείνει η ίδια μέσα από τις αλλαγές της.

Χρειάζεται παρακολούθηση των αλλαγών που πραγματοποιούνται στη μέχρι τώρα αστική διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού, η οποία μπαίνει σε βαθύτερη κρίση.

Το κεφάλαιο δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του, ο καπιταλισμός αυτοϋπονομεύεται, αναδεικνύονται οι πολλαπλές χρεοκοπίες του, ζει μέσα στις αντιθέσεις του, στην περίφημη «δημιουργική καταστροφή» το βάρος πέφτει ολοένα και περισσότερο στην καταστροφή. Αλλά το σύστημα δεν αυτοκαταστρέφεται, τουναντίον, μπορεί να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που του δίνουν οι κρίσεις του για να ξαναμπεί σε ένα νέο κύκλο. Για να κινδυνέψει ο καπιταλισμός απαιτείται οργανωμένο αντίπαλο δέος κοινωνικά και πολιτικά που να είναι επικίνδυνο και να απαντά πειστικά στο ότι μπορεί να υπάρξει εναλλακτική. Αντίπαλος σήμερα με τέτοιες αξιώσεις, δεν υπάρχει. Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο.

ΕΝΑΣ ΑΡΝΗΤΙΚΟΣ ΑΛΛΑ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ

Ποιό θα είναι το αποτέλεσμα της συνολικής κρίσης στο συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις αντιτιθέμενες δυνάμεις της κινητήριας για την ιστορία ταξικής πάλης; Ανάμεσα στη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο, ανάμεσα στο σύγχρονο ιμπεριαλισμό και τους λαούς; Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα για την εργατική τάξη, τους μικρομεσαίους και τους φτωχούς αγρότες, για τις καταπιεζόμενες εθνότητες, φυλές και φύλα, για τους κατατρεγμένους μετανάστες και μετανάστριες, τους πρόσφυγες; Για την κοινωνική πλειοψηφία που μπορεί να συγκροτήσει ένα ανταγωνιστικό μπλοκ δυνάμεων απέναντι στο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό; Στο σημείο αυτό αναλογεί στην Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα της χώρας μας ένα μερίδιο ευθύνης.

Μπαίνουμε σε μια ιστορική περίοδο, με εμφανή τα σημάδια από τις προηγούμενες ήττες για τον κόσμο της εργασίας. Μια εμβληματική μορφή των αγορών, ο Γουόρεν Μπάφετ, επαναλαμβάνει συνέχεια, από τη δεκαετία του ‘90, πως «φυσικά και υπάρχει ταξική πάλη, μόνο που αυτή διεξάγεται μονομερώς από τη δική μου τάξη». Ο ισχυρισμός του έχει προφανώς το στοιχείο της υπερβολής, αποτυπώνει όμως, έστω και έτσι, την πικρή πραγματικότητα για τον κόσμο της εργασίας και όλες τις καταπιεζόμενες κοινωνικές κατηγορίες: Δραματική υποχώρηση της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης, των αξιών της αλληλεγγύης, του κοινού αγώνα, της ταξικής περηφάνιας. Απουσία συλλογικής προοπτικής και ελπιδοφόρου προτάγματος κοινωνικής χειραφέτησης, ανάπτυξη μισαλλόδοξων, ρατσιστικών και εθνικιστικών ιδεολογημάτων. Έλλειμμα αυτοπεποίθησης, πολιτικά αδιέξοδα, απογείωση του ανορθολογισμού, της μοιρολατρίας, της εξατομίκευσης, χάσμα που διαρκώς βαθαίνει με τις νέες γενιές εργαζομένων της επισφάλειας, της ελαστικότητας. Υποχώρηση της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Αρκεί όμως να μη δούμε μόνον αυτή τη πλευρά. Υπάρχει βαθύς θυμός που συνεχώς θα πολλαπλασιάζεται. Πληθαίνουν όσοι και όσες βλέπουν καθημερινά στα νοσοκομεία, στις ουρές των ανέργων, στα λουκέτα και στα συσσίτια, σε παγκόσμια ζωντανή μετάδοση πως ο «βασιλιάς είναι γυμνός». Το σοκ είναι τεράστιο. Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι και εργαζόμενες, νέοι και νέες, βασανίζονται στη σκέψη πως δεν μπορεί να είναι αυτός «ο καλύτερος όλων των δυνατών κόσμων», πως είμαστε στην κυριολεξία από χέρι χαμένοι αν «δεν υπάρχει εναλλακτική».

Από το πού θα γείρουν τελικά τα πράγματα, στο φόβο και την υποταγή ή στο θυμό και την αντίσταση, εξαρτάται τελικά αν η νέα ιστορική περίοδος θα σφραγιστεί από μεγάλες αναστατώσεις, συγκρούσεις και ανακατατάξεις που θα επαναφέρουν στο προσκήνιο, αντιστρέφοντας τους διάφορους Μπάφετ, την ταξική πάλη από τη σκοπιά της μισθωτής εργασίας.

Τις τελευταίες δεκαετίες, καθοριστική είναι η ανάγκη ενός στρατηγικού σχεδίου και ενός οργανωμένου πολιτικού αντίπαλου δέους για να αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης. Η ανάγκη οικοδόμησης εκ νέου ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος, κινήματος και κόμματος, που θα προσπαθεί να μετασχηματίσει το αυθόρμητο σε συνειδητό, τις σύντομες τυφλές εξεγέρσεις και την τυχαία κίνηση σε σχεδιασμένη και συνεχή, είναι και ήταν κεντρικό καθήκον. Και μαζί με αυτό, η ανάγκη οικοδόμησης νικηφόρων κοινωνικών αντιστάσεων και ενός εργατικού και λαϊκού, κοινωνικο-πολιτικού μετώπου που θα αναμετρηθεί με τον αντίπαλο, θα αντιτάξει αποτελεσματική άμυνα και θα ανατρέψει τη νέα, αναμενόμενη και πολύ πιο άγρια επίθεση του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και φασισμού.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ

Το μεγάλο στοίχημα είναι αμείλικτο: Μπορεί η νέα ιστορική περίοδος και η μεγάλη κρίση που φέρνει να μετατραπούν σε μια νέα ιστορική ευκαιρία για το εργατικό και λαϊκό κίνημα και την κομμουνιστική Αριστερά, που δεν θα τη χάσουμε, όπως τόσες άλλες; Μπορεί να δημιουργηθεί μια αναγεννημένη κομμουνιστική Αριστερά – καταλύτης ενός μαζικού μπλοκ κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα προβάλλει έναν άλλο δρόμο για το «έθνος των εργαζόμενων»;

Ασφαλώς και φαντάζει κάτι τέτοιο μακρινό και άπιαστο όνειρο με βάση τα σημερινά δεδομένα, τις ανεπάρκειες και παθογένειες της υπαρκτής κομμουνιστικής Αριστεράς. Άλλωστε ακόμα και τώρα, μέσα στην πανδημία, δυνάμεις της δεν παύουν διαρκώς να εκπλήσσουν αρνητικά με ένα αμάλγαμα γραφικών, πολιτικά πρωτόγονων απόψεων, ενώ κάποιες άλλες συνεχίζουν να κινούνται όπως και πριν, με μειωμένες προσδοκίες και φοβικά σύνδρομα για τους όμορους πολιτικά χώρους. Οι περισσότεροι αγωνιστές και αγωνίστριες και πρωτίστως ο «λαός των ανένταχτων» αριστερών, των κομμουνιστών και κομμουνιστριών δυσπιστούν με τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται να ησυχάζουν αλλά ησυχία δε βρίσκουν, νοιώθουν ανήμποροι και ακάλυπτοι.

Αν δεν ανατραπεί άρδην αυτή η κατάσταση, για άλλη μια φορά δεν θα μπορέσουμε να γυρίσουμε το παιχνίδι ούτε καν να το παλέψουμε αξιοπρεπώς. Aν ο κόσμος αλλάζει γοργά προς το χειρότερο, οφείλουμε να αλλάξουμε επειγόντως προς το καλύτερο εφόσον φιλοδοξούμε ακόμα να καταργήσουμε την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Δεν έχουμε πια την πολυτέλεια για εύκολα αναθέματα, μνησικακίες, μικροηγεμονισμούς και μικροϊδιοκτησιακές λογικές, μακριά από την εργατική τάξη και τα καταπιεζόμενα λαϊκά στρώματα και τις ανάγκες τους. Βεβαίως, δεν μιλάμε για τεχνητή συγκόλληση δυνάμεων σε ενιαίο κόμμα, αλλά πρωτίστως για κοινή δράση απέναντι στον κοινό εχθρό, για σχεδιασμένα βήματα πολιτικών συνεργασιών σε κρίσιμα μέτωπα και ζητήματα όπου υπάρχει πολιτική συμφωνία, για πρωτοβουλίες που θα διερευνήσουν ειλικρινά τη δυνατότητα μιας πιο μόνιμης, σταθερής και αναβαθμισμένης πολιτικά μετωπικής συμπαράταξης.

Θέλει τόλμη, αυτοκριτικό πνεύμα, πολιτική ευθύτητα και εντιμότητα, αλλά κυρίως καινοτόμα σκέψη και πολιτική, για να βρεθούν δρόμοι και μορφές συστράτευσης. Αρκεί να μην ακολουθήσουμε τη γνωστή συνταγή «να τα αλλάξουμε όλα για να μην αλλάξει τίποτα».

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Η νέα ιστορική καμπή και η ευθύνη που μας αναλογεί απαιτούν να αναζητηθούν απαντήσεις σε τρία αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα: Πρώτο, στα επείγοντα προβλήματα προστασίας και επιβίωσης των εργαζόμενων μαζών από την υγειονομική και οικονομική κρίση, όπου απαιτείται μια όσο το δυνατόν πιο μαζική αντίσταση. Με αιτήματα που να προσπαθούν να τροποποιούν συνειδήσεις και συσχετισμό, στοχεύοντας στην αναβάθμιση της λαϊκής και εργατικής πάλης, απαραίτητα για να αποκατασταθεί στοιχειωδώς το λαϊκό φρόνημα και να αποκτήσει αξιοπιστία και δύναμη η έννοια της αντίστασης.

Δεύτερο, στα δομικά προβλήματα της οικονομίας, των χρεοκοπιών, της ανεργίας και της εργασίας, που απαιτούν μια πορεία αντεπίθεσης με ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων για κατακτήσεις υπέρ της μισθωτής εργασίας και του λαού. Δεν υπάρχει εργατικό και λαϊκό «όχι» χωρίς τα αντίστοιχα «ναι». Διαφορετικά, θα απαντούν πιο πειστικά τα αστικά ή τα διάφορα αριστερά ρεφορμιστικά προγράμματα. Τα άμεσα αιτήματα και η πάλη για κατακτήσεις δεν μπορούν να αποκοπούν μηχανιστικά το ένα από το άλλο.

Με βάση τις ανάγκες, την πρότερη ήττα και τους σημερινούς συσχετισμούς οι πολιτικοί και κοινωνικοί στόχοι άμυνας μπαίνουν σε πρώτο πλάνο για τη συγκέντρωση δυνάμεων στο εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα. Για να δυναμώνει, όμως, η άμυνα και να ανοίγει ο δρόμος για μια συνολική ανατροπή της επίθεσης, οι δυνάμεις της ανατρεπτικής Αριστεράς απαιτείται να θέσουν ταυτόχρονα ένα πρόγραμμα εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων.

Με τη γνώση ότι τέτοιες κατακτήσεις εντός της αστικής κυριαρχίας θα είναι πάντα μερικές και υπό διαρκή αναίρεση όπως έδειξε πικρά η ιστορία.

Για αυτό, τρίτο, απαιτείται να δοθούν απαντήσεις στο πρόβλημα της ιστορικής εναλλακτικής, της επαναστατικής υπέρβασης των αντιθέσεων του κεφαλαίου, της εργατικής εξουσίας σε στενή συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα, με μια αναγεννημένη κομμουνιστική προοπτική που θα απαντά στο αστικό, νεοφιλελεύθερο και νεοσυντηρητικό «Δεν υπάρχει εναλλακτική» (There Is No Alternative – ΤΙΝΑ). Χωρίς αυτή την προοπτική αδυνατίζει τόσο η αντίσταση όσο και η διεκδίκηση για κατακτήσεις, οδηγούνται στην ενσωμάτωση και την ήττα.

Αναζητούμε ένα συνδυασμό τακτικής και στρατηγικής, προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες της επιδημικής και καθολικής οικονομικής κρίσης, που επιχειρεί να υπερβεί τη μηχανιστική απόσπαση ή συγχώνευση μεταξύ τους τις οποίες πλήρωσε ακριβά η Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα. Πιστεύουμε ότι το εργατικό και λαϊκό κίνημα μπορεί να αντιτάξει αποτελεσματική άμυνα. Και κάτω από άλλους συσχετισμούς ότι μπορεί να επιβάλει νίκες με μια κατεύθυνση ρήξης και εξόδου από την αστική κυριαρχία και την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία, προς μια κομμουνιστική κοινωνία ανάλογη με την εποχή μας.

Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας δείχνει ότι η έλλειψη μιας κατεύθυνσης ρήξης και εξόδου στο «αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο» του ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε στην ενσωμάτωση στο νεοφιλελευθερισμό, την ΕΕ και το σύστημα. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται το ΜεΡΑ25 παρά μια πιο μαχητική ρητορεία. Από την άλλη, η έλλειψη πίστης και η φοβικότητα απέναντι στη δυνατότητα κατακτήσεων οδήγησε το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλα ρεύματα, παρά την προσφορά τους, σε «μέτωπα» γύρω από τον εαυτό τους, στη μείωση της επιρροής τους. Η ΛΑΕ προσπάθησε επίσης, αλλά δεν μπόρεσε να απαντήσει, δεν κατάφερε να συγκροτήσει μία νέα φυσιογνωμία και πρακτική στην κινηματική παρέμβαση και την προγραμματική και στρατηγική συζήτηση.

Όλα αυτά βοήθησαν, τελικά, στην ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στις συνειδήσεις του κόσμου της Αριστεράς και του κινήματος. Αυτά τα λάθη δεν πρέπει να επαναληφθούν στις νέες αναμετρήσεις. Πολύ περισσότερο που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την «εναλλακτική εξουσία» απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ ως μια «προοδευτική δημοκρατική διακυβέρνηση» με τα ρετάλια του ΠΑΣΟΚ, πλήρως ενταγμένη πλέον, στο μνημονιακό, νεοφιλελεύθερο, ευρωατλαντικό και αστικό πλαίσιο.

Κεντρικό μας σύνθημα είναι: Αυτή τη φορά να πάει αλλιώς. Να πληρώσει το κεφάλαιο και όχι ο λαός.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Α. Τι δεν έγινε και τι έπρεπε να γίνει

Εδώ και δέκα περίπου μήνες η χώρα δοκιμάζεται από την πανδημία του νέου κορονοϊού. Ανοχύρωτη ως ήταν, παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις, μετά από πολλά χρόνια συνεχούς υποβάθμισης του δημόσιου τομέα περίθαλψης, στην αρχή προβλήθηκε ως λογική επιλογή το γενικευμένο lockdown για να περιοριστεί η διασπορά του ιού, να επιπεδωθεί η καμπύλη και κυρίως για να κερδηθεί χρόνος για την προετοιμασία του ΕΣΥ.

Το δεύτερο κύμα μπορούσε να καθυστερήσει και να αμβλυνθεί εάν είχε αξιοποιηθεί για αυτό η περίοδος του πρώτου lock down και εάν το αναγκαίο άνοιγμα της οικονομίας και της κοινωνίας μετά το πρώτο κύμα συνοδευόταν από γενναία, έκτακτα μέτρα υπέρ της δημόσιας υγείας, της παιδείας και των μεταφορών, μαζί με τα αναγκαία μέτρα της ατομικής υγιεινής. Το δείχνουν η Κούβα, η Βενεζουέλα, η ινδική Πολιτεία της Κεράλα, οι Ζαπατίστας, αλλά και η Κίνα, ακόμη και χώρες με συντηρητική αστική διακυβέρνηση, όπως η Ν. Κορέα και η Ταϊβάν. Αντ΄ αυτού, η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτάχθηκαν πλήρως στους επιχειρηματικούς ομίλους, ειδικά του τουρισμού και στον ΣΕΒ, άνοιξαν την οικονομία χωρίς ουσιαστικά μέτρα αποκλειστικά για να σώσουν την κερδοφορία τους. Μετέδωσαν το πνεύμα του εφησυχασμού ενώ ο ιός ήταν ακόμα εδώ.

Αναδείχθηκε η ανωτερότητα, η αποτελεσματικότητα και η κοινωνική χρησιμότητα του δημόσιου απέναντι στο ιδιωτικό σύστημα υγείας. Αποδείχθηκε ότι όσο πιο οργανωμένο Δημόσιο Σύστημα Υγείας έχει μια χώρα, όσο πιο προσβάσιμο στο λαό, τόσο λιγότερες ανθρώπινες απώλειες θα καταμετρήσει. Κέρδισε, όπου εφαρμόστηκε, η πολιτική έκτακτης κινητοποίησης δημόσιων πόρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, η στρατηγική του επιθετικού ελέγχου των εισερχόμενων στη χώρα, των μαζικών τεστ, των κάθετων μέτρων ιχνηλάτησης και καραντίνας.

Είναι προφανές όμως ότι η κυβέρνηση και οι ειδικοί που επιλέγει να ακούει γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τη διεθνή εμπειρία. Οι κυβερνώντες αγχώνονται άλλωστε μόνο για την επικοινωνιακή διαχείριση, το πολιτικό κόστος των ανθρώπινων απωλειών και όχι για την ελαχιστοποίησή τους. Η πολιτική που ακολουθείται παραμένει αγκιστρωμένη σε νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες, πλήρως υποταγμένη στον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα των ομίλων υγείας, ασφάλισης και φαρμάκου, στο πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο που έχουν χτίσει δανειστές και «προστάτες».

Η κυβέρνηση και η ιθύνουσα αστική τάξη δεν αξιοποίησαν το χρόνο που κερδήθηκε στο πρώτο κύμα για να προσανατολίσουν κρατικά κονδύλια και να προχωρήσουν σε μαζικούς, μόνιμους διορισμούς στην πρωτοβάθμια δημόσια υγεία, στα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ, στην παιδεία και τις μεταφορές, ώστε να αποφευχθεί ο συνωστισμός και να υλοποιηθεί ο εντοπισμός με μαζικά τεστ, η ιχνηλάτηση και η απομόνωση των περιστατικών της νόσου covid-19. Δεν έλαβαν ουσιαστικά στοχευμένα μέτρα προστασίας των ευπαθών ομάδων που αποδεδειγμένα πλήττονται σοβαρότερα, με αποτέλεσμα σημαντική επιβάρυνση σε χώρους συνωστισμού τους (γηροκομεία, προσφυγικά camps κλπ.). Δεν έκαναν ποτέ ουσιαστικούς ελέγχους για την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων προστασίας σε μαζικούς χώρους δουλειάς (τα παραδείγματα της έξαρσης της επιδημίας στις βιομηχανικές ζώνες της Δυτικής Αττικής, της Βοιωτίας και της Βόρειας Ελλάδας είναι χαρακτηριστικά). Αντίθετα, προσανατόλισαν κρίσιμα κονδύλια στην Αστυνομία, τους ιδιώτες κλινικάρχες και καναλάρχες, στις πολεμικές δαπάνες για το ΝΑΤΟ, προχώρησαν σε μπαλώματα διορισμών προσωρινής και υποπληρωμένης εργασίας. Υπέταξαν την επιτροπή των ειδικών στην πολιτική τους, η οποία κινήθηκε με διαρκείς αντιφάσεις και καθαρά αντιεπιστημονικές απόψεις που προκαλούν τεράστια σύγχυση στο λαό, τροφοδοτώντας το ακροδεξιό ρεύμα της συνωμοσιολογίας. Λαμβάνουν μόνο μέτρα που δεν κοστίζουν. Έκλεισαν τα πανεπιστήμια, τα σχολεία, τα νηπιαγωγεία και τους παιδικούς σταθμούς σε μία απαράδεκτη κίνηση από παιδαγωγική σκοπιά για να μην πάρουν μέτρα όπως οι 15 μαθητές ανά τάξη.

Πολύ περισσότερο όχι μόνο η κυβέρνηση αλλά συνολικά οι αστικές πολιτικές δυνάμεις δεν κάνουν τίποτα και δεν προσανατολίζονται καν να αναπτύξουν και να ενισχύσουν ένα ουσιαστικό σύστημα πρωτοβάθμιας πρόληψης και περίθαλψης. Η βασική άμυνα του πληθυσμού απέναντι σε οποιοδήποτε παθογόνο είναι ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο με ανθρώπινες συνθήκες ζωής και εργασίας που μειώνουν την ευαλωτότητά του. Και δίπλα σε αυτό ένα εκτεταμένο σύστημα πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και αρχικής αντιμετώπισης προβλημάτων υγείας σε πρωτοβάθμιο επίπεδο. Τα νοσοκομεία και οι ΜΕΘ είναι η ύστατη αναγκαία άμυνα για τις βαρύτερες περιπτώσεις. Στη χώρα μας ποτέ δεν αναπτύχθηκε επαρκώς ένα σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης με ευθύνες όλων των αστικών κυβερνήσεων και κομμάτων. Το λαϊκό κίνημα πρέπει να κινηθεί αποφασιστικά και διεκδικητικά σε αυτή την κατεύθυνση.

Αντί για όλα αυτά, η κυβέρνηση με τις επιλογές της έφερε το δεύτερο κύμα πολύ νωρίτερα, με ανυπολόγιστες υγειονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Για αυτό κατέφυγε σε νέο lock down, ετοιμάζεται και για νέο σκληρότερο και έχει την πλήρη ευθύνη για αυτό. Δεν ήταν αναπόφευκτο αυτό! Η νεοφιλελεύθερη πολιτική της διάλυσης και της υποτίμησης του ΕΣΥ , ακόμα και εν μέσω πανδημίας, θα το κάνει να φαίνεται διαρκώς «αναπόφευκτο» σε ένα φαύλο κύκλο που θα διαρκέσει πολύ. Δεν συναινούμε σε μια σισύφεια επανάληψη «εκτάκτων συνθηκών» στις οποίες η ίδια η χρεοκοπία της κυβερνητικής πολιτικής οδηγεί και θα αποτελούν την δικαιολογητική βάση για μέτρα όλο και μεγαλύτερου «κυβερνητικού ανορθολογισμού».

Είναι ανάγκη όσο ποτέ ένα μαζικό πολιτικό – κοινωνικό διεκδικητικό ρεύμα που θα επιβάλει τα αναγκαία μέτρα, θα ανατρέψει αυτή την πολιτική αμφισβητώντας το πλαίσιό της. Για ένα κίνημα μέσα και έξω από τα νοσοκομεία, τις δομές υγείας και τους χώρους δουλειάς που θα απαιτήσει να σωθεί ο λαός και οι εργαζόμενοι/ες. Για να ανασάνει η κοινωνία. Για να βγούμε νικητές και όχι νικημένοι στον δύσκολο χειμώνα που ζούμε.

Β. Τι πρέπει να γίνει μπροστά στο τρίτο κύμα, που αναμένεται ακόμη πιο ισχυρό;

  1. Δωρεάν μαζικός και ταχύς εμβολιασμός για όλους τους πολίτες, σπάσιμο των πατεντών των πολυεθνικών φαρμάκου, ελεύθερη παραγωγή τους, αξιοποίηση όλων των εμβολίων και από χώρες εκτός ΕΕ, αντιπαράθεση με τις σκοταδιστικές αντιεμβολιαστικές απόψεις.
  2. Αποφασιστική ενίσχυση της δημόσιας Πρωτοβάθμιας Υγείας με προσωπικό και πόρους, ως το πρώτο βήμα επαφής του ασθενή covid-19 και γενικά του πολίτη με το σύστημα υγείας.
  3. Αναδιοργάνωση του ΕΟΔΥ άμεσα, ώστε να μετατραπεί σε πραγματικό οργανισμό που διασφαλίζει τη Δημόσια Υγεία, με ισχυρό μηχανισμό ιχνηλάτησης, απομόνωσης και καραντίνας.
  4. Γενναία αύξηση της δυνατότητας για διενέργεια τεστ σε δημόσια εργαστήρια. Αξιοποίηση του δημόσιου πανεπιστημίου, ενίσχυση των δημόσιων ιδρυμάτων και όχι σκανδαλώδης εύνοια προς τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα. Αλλαγή πολιτικής και κριτηρίων για τη διενέργεια τεστ σύμφωνα με τις οδηγίες του ΠΟΥ. Δωρεάν για όσους απαιτείται, με κριτήρια επιστημονικά-υγειονομικά, όχι οικονομοτεχνικά και προσαρμοσμένα στη δημοσιονομική πολιτική λιτότητας.
  5. Πρόσβαση σε δωρεάν έλεγχο όλων όσων έχουν έρθει σε επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα σε σχολεία, χώρους δουλειάς, κλειστές δομές. Αλλαγή των απαράδεκτων οδηγιών για καραντίνα χωρίς ιχνηλάτηση και διενέργεια τεστ. Εξασφάλιση δωρεάν, ποιοτικών μέσων ατομικής προστασίας για όλους/ες.
  6. Κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού που θα καλύψουν τις πρόσθετες υγειονομικές ανάγκες της πανδημίας αλλά και τα πάγια κενά και ελλείψεις που πολλαπλασιάστηκαν την τελευταία μνημονιακή δεκαετία.
  7. Αυξημένα στοχευμένα μέτρα προστασίας σε χώρους συνωστισμού ευπαθών ομάδων (π.χ. γηροκομεία) και εγκλεισμού (προσφυγικά camps, φυλακές, στρατόπεδα).
  8. Διπλασιασμός των «κοινών» κλινών ΜΕΘ με έκτακτο κονδύλι του κρατικού προϋπολογισμού. Διπλασιασμός των ΜΕΘ-Covid. Επίταξη ιδιωτικών ΜΕΘ χωρίς αποζημίωση. Στελέχωση τώρα όλων των κρεβατιών ΜΕΘ, νέων και παλιών, με το απαραίτητο μόνιμο προσωπικό για την ασφαλή λειτουργία τους. Προσλήψεις και όχι προσωρινές μετακινήσεις.
  9. Λεφτά και προσλήψεις στην Παιδεία και τις Μεταφορές, αύξηση των δρομολογίων των ΜΜΜ άμεσα.
  10. Άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων μαθητών και καθηγητών. Να ανοίξουν τα σχολεία τώρα με 15 μαθητές ανά τάξη και ενίσχυση των εκπαιδευτικών υποδομών. Καμία δίωξη εις βάρος μαθητή λόγω των κινητοποιήσεων.

Γ. Για ένα καθολικό δημόσιο και δωρεάν σύστημα υγείας

Η πανδημία ενισχύει την ανάγκη για μια βαθύτερη κριτική στο σύγχρονο, αστικό μοντέλο υγειονομικής πολιτικής και ταυτόχρονα την ανάγκη για μια νέα, ριζοσπαστική, υγειονομική πολιτική προς όφελος των εργαζομένων και του λαού. Στις σημερινές συνθήκες ένα μέτωπο της μισθωτής εργασίας με τα λαϊκά στρώματα μπορεί να επιβάλει σοβαρές λαϊκές κατακτήσεις στο υγειονομικό σύστημα και ευρύτερα, σε σύγκρουση και ρήξη με την πολιτική ιδιωτικοποιήσεων της κυβέρνησης και της ΕΕ.

Μια νέα ριζοσπαστική υγειονομική πολιτική απαιτεί ένα ενιαίο, κοινωνικό σχέδιο υγείας σε εθνικό επίπεδο, όπου το δημόσιο θα μετατρέπεται σε καθολικό πάροχο και χρηματοδότη μιας ποιοτικής και δωρεάν περίθαλψης για όλους και όλες. Βασικοί άξονες της πρότασής μας είναι:

  1. Κέντρο η δημόσια, δωρεάν, πρωτοβάθμια περίθαλψη. Σχέδιο δημιουργίας σύγχρονων πρωτοβάθμιων δομών υγείας στις μεγάλες επιχειρήσεις, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στους δήμους, σε χώρους συνωστισμού ευπαθών ομάδων και εγκλεισμού (γηροκομεία, προσφυγικά camps, στρατόπεδα, φυλακές κλπ.). Με στόχο την πρόληψη και την έγκαιρη αντιμετώπιση σε πρώιμο στάδιο κάθε προβλήματος υγείας. Ένταξη των ατομικών ιατρείων και οδοντιατρείων σε ένα σχέδιο δημόσιας πρωτοβάθμιας φροντίδας.
  2. Ποιοτική δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια περίθαλψη. Γενναία ενίσχυση των δημόσιων νοσοκομείων, άνοιγμα νέων ΜΕΘ, αύξηση των μονάδων χρόνιων πασχόντων, μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού με αξιοπρεπείς μισθούς. Επίταξη και κρατικοποίηση των μεγάλων ομίλων και επιχειρήσεων Υγείας, χωρίς αποζημίωση, με κάλυψη και βελτίωση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων σε αυτά.
  3. Εθνική φαρμακοβιομηχανία, ίδρυση δημόσιων επιχειρήσεων για παραγωγή υγειονομικού υλικού με ανάπτυξη της έρευνας στα δημόσια πανεπιστήμια, εθνικοποίηση μεγάλων επιχειρήσεων φαρμάκου, πλήρη ασφαλιστική κάλυψη για τα φάρμακα.
  4. Ουσιαστική Κοινωνική Πρόνοια. Καθολική και αποκλειστικά δημόσια ασφάλιση για όλο τον πληθυσμό. Προστασία των ατόμων με αναπηρία και όλων των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (ηλικιωμένοι/ες, ΑμεΑ, παιδιά, χρόνια πάσχοντες, μετανάστες/τριες κ.ο.κ.), για τους ψυχικά ασθενείς και τους τοξικοεξαρτημένους.
  5. Νέου τύπου ιατρική και υγειονομική εκπαίδευση. Βασική ιατρική και υγειονομική εκπαίδευση σε όλα τα σχολεία και συνεχής εκπαίδευση σε όλο τον πληθυσμό. Κοινωνικοποίηση της ιατρικής και όχι ιατρικοποίηση της ασθένειας. Νέος χάρτης και ενίσχυση ειδικοτήτων για τη δημόσια υγεία, την πρόληψη και την εργασία.
  6. Αύξηση των κρατικών δαπανών για την Υγεία από το 4,7% άμεσα στο 7% με στόχο το 10%. Κοινωνικό απόθεμα για καταστροφές, κατάργηση των πλεονασμάτων για τους δανειστές, όλο το πλεόνασμα και το «μαξιλάρι» στην υγεία και τις λαϊκές ανάγκες.
  7. Μείωση των αιτιών που γεννούν τις «μαζικές ασθένειες» της εποχής μας, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο διαβήτης, ο καρκίνος, τα αυτοάνοσα νοσήματα, οι αλλεργίες και οι ψυχικές νόσοι, με ένα γενικότερο κοινωνικό σχέδιο που θα εξασφαλίζει σιγουριά για την εργασία και το εισόδημα, μείωση του κοινωνικού στρες από το φόβο της απόλυσης, της ανεργίας, της ελαστικής εργασίας και της εργασιακής υποβάθμισης, δημόσια και φτηνή ενέργεια, ποιοτική διατροφή, πράσινο δομημένο περιβάλλον, προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Για να υλοποιηθούν όλα αυτά, απαιτείται να δοθεί λόγος και ρόλος στους εργαζόμενους και πρώτα από όλα στους υγειονομικούς. Εκπροσώπηση στη διοίκηση των δομών Υγείας με εκλεγμένους και ανακλητούς εργαζόμενους/ες από τις συνελεύσεις τους, με ένα αναγεννημένο, ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα υγειονομικών, με ισότιμη και αναβαθμισμένη συμμετοχή των ιεραρχικά κατώτερων, των νοσηλευτριών και νοσηλευτών και των άλλων εργαζόμενων.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΕ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΒΑΘΙΑ ΥΦΕΣΗ

Οι αστικές κυβερνήσεις και τα κράτη λαμβάνουν διαρκή μέτρα καραντίνας που παραλύουν μεγάλο μέρος της παραγωγής όχι γιατί το ήθελαν, αλλά για να αντέξουν τα σχεδόν διαλυμένα από την προηγούμενη επέλαση των ιδιωτικοποιήσεων δημόσια συστήματα υγείας. Το αποτέλεσμα είναι το απότομο φρενάρισμα των διεθνών και εγχώριων αλυσίδων παραγωγής, μεταφορών και κατανάλωσης.

Έτσι, η επιδίωξη για μέγιστο και γρήγορο κέρδος με αποφυγή της φορολογίας και των δαπανών για το κοινωνικό κράτος και την υγεία οδηγεί στο αντίθετό της: στην απότομη γενική πτώση των κερδών. Με εξαίρεση μια χούφτα πολυεθνικών και μεγάλων επιχειρήσεων που κερδοσκοπεί πάνω στην πανδημία, στα φάρμακα και τα προστατευτικά υλικά, στο ηλεκτρονικό εμπόριο κ.α. και εκτινάσσουν τα κέρδη τους, καταστρέφουν αδύναμα και μικρά κεφάλαια, συγκεντρώνουν την παραγωγή, την ιδιοκτησία και τον πλούτο. Οι τομείς αυτοί, όμως, δεν μπορούν να εξισορροπήσουν την κατάρρευση των επιχειρήσεων μεταφοράς, τουρισμού και ψυχαγωγίας, την απότομη πτώση της συνολικής ζήτησης που παρέσυρε την προσφορά, δηλαδή την παραγωγή.

Ταυτόχρονα, η ανάγκη για οικονομική στήριξη επιχειρήσεων και εργαζομένων από το κράτος απαιτεί δισεκατομμύρια δημιουργώντας τεράστια ελλείμματα στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Αυτό με τη σειρά του φέρνει την ανάγκη για νέους δανεισμούς των κρατών, με αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των δημόσιων χρεών. Όλα τα φαντάσματα της προηγούμενης κρίσης επανεμφανίζονται διογκωμένα.

Εάν η προηγούμενη καπιταλιστική κρίση ήταν διεθνής, αυτή εδώ είναι παγκόσμια και συγχρονισμένη. Η Κίνα, για πρώτη φορά μετά από τη δεκαετία του ‘60, μπήκε σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για ένα τρίμηνο. Η άνοδος που εμφανίζει για το σύνολο του 2020, ενώ τη φέρνει σε πλεονεκτική θέση, δεν μπορεί εύκολα να αντιρροπήσει τη διεθνή πτωτική τάση. Οι ΗΠΑ χτυπιούνται περισσότερο από τον αντίπαλό τους. Στην ΕΕ, το Σύμφωνο Σταθερότητας έγινε κουρελόχαρτο και τίθεται ξανά σε ερώτημα η συνοχή της Ευρωζώνης. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες δεινοπαθούν από την απόσυρση κεφαλαίων προς τις ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες για να αντιμετωπίσουν την πανδημία. Δεν φαίνεται κάποιο κέντρο ικανό να αναδειχθεί άμεσα σε ατμομηχανή της ανάκαμψης.

Οι χώρες που έχουν ασθενέστερη βιομηχανική παραγωγή θα χτυπηθούν βαθύτερα. Σε αυτές ανήκει η Ελλάδα. Ο τουρισμός είναι το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα της κρίσης. Στηριγμένη στην περίφημη «τουριστική βιομηχανία» με πάνω από το 20% του ΑΕΠ της η Ελλάδα αναμένεται να έχει πάνω από 10% πτώση του ΑΕΠ για το 2020, κρατικό έλλειμμα κοντά στο 10%, άνοδο του χρέους πάνω από το 200%, ανεργία πάνω από 20%. Η πορεία αυτή θέτει τη χώρα σε μια πρωτοφανή κατάσταση που εγκυμονεί πολύ μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αναστατώσεις.

Η κυβέρνηση και η αστική τάξη, η ΕΕ και η ΕΚΤ ήδη έδειξαν την κατεύθυνσή τους: Δισεκατομμύρια στις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, εκ περιτροπής εργασία – μοίρασμα της ανεργίας, τηλε-εργασία, αντιδημοκρατικά μέτρα επιτήρησης και καταστολής, άρνηση ακόμη και αναδιάρθρωσης του χρέους με τη μέθοδο των ευρωομολόγων. Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να αλλάξει γραμμή, να γίνει πιο κεϋνσιανή. Ο δρόμος για μέτρα μνημονιακού τύπου είναι αναγκαστική επιλογή για την τάξη που υπηρετεί. Νέες μειώσεις συντάξεων, μισθών και εργαζομένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, λουκέτα σε μικρομεσαίους, είναι στο κέντρο της κρυμμένης ατζέντας της.

Τα μεγάλα ερωτήματα για την εργατική τάξη, το λαό και την Αριστερά αναδύονται με οξύτατη μορφή: Πώς θα σωθεί η μισθωτή εργασία, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρομεσαίοι από την καταστροφή; Μπορεί να αντιμετωπιστεί η ύφεση ή είναι αναπόδραστη; Και αν μπορεί, πώς θα γίνει αυτό; Και μετά; Θα συνεχίσουμε με το ίδιο παραγωγικό, καταναλωτικό και κοινωνικό μοντέλο που οδήγησε στην καταστροφή;

Πεποίθησή μας είναι ότι αυτή τη φορά μπορεί «να πάει αλλιώς» για τη μισθωτή εργασία και το λαό. Υπάρχει άλλος δρόμος. Η ύφεση δεν μπορεί να αποφευχθεί, αλλά μπορεί να μειωθεί και να υπάρξει σταδιακά μια ανάκαμψη σε όφελος της εργασίας και σε βάρος του μεγάλου κεφαλαίου. Για αυτό χρειάζεται ένα όσο το δυνατό πιο σαφές πρόγραμμα πάλης και η αντίστοιχη συγκέντρωση δυνάμεων που θα συγκρουστεί με την αστική τάξη και την ΕΕ για να το επιβάλει.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να αποποιείται τις ευθύνες της και τις ρίχνει στο λαό, στη νεολαία, στην «ατομική ευθύνη». Ακόμη χειρότερα, αντί για μια «ανακωχή», ώστε να δοθεί νικηφόρα και με στοιχειώδη συνοχή η μάχη της κοινωνίας ενάντια στον κορονοϊό, αξιοποιεί ξεδιάντροπα το δεύτερο κύμα της πανδημίας για να περάσει τα πιο βάρβαρα αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα που είχαν στο συρτάρι τους προκαλώντας δικαιολογημένα αντιδράσεις. Όπως ο νόμος για τις πτωχεύσεις και τη δήμευση της λαϊκής περιουσίας από τις τράπεζες, όπως το νομοσχέδιο για την κατάργηση του 8ωρου, για το χτύπημα στα συνδικάτα, όπως οι προτάσεις της κυβέρνησης για την πανεπιστημιακή αστυνομία και την εξίσωση πανεπιστημίων και κολλεγίων.

Για το πρόγραμμα πάλης και τα βασικά αιτήματα οφείλουμε να συνυπολογίσουμε την ύφεση, το βαθμό ωριμότητας και οργάνωσης των εργατικών λαϊκών τάξεων και, κυρίως, την ανάγκη να επιβιώσουν και να προστατευθούν οι εργαζόμενοι/ες «ελέγχοντας τους τυφλούς νόμους της αγοράς» (Μαρξ).

1. Πλήρης μισθολογική κάλυψη όλων των εργαζόμενων που νοσούν η μπαίνουν σε αναστολή εργασίας. Κανένας μισθός κάτω από 751 – ανώτατο όριο στις αμοιβές των διευθυντικών στελεχών. Δεν δικαιολογείται η μείωση μισθών, συντάξεων και εισοδημάτων εν ονόματι της πανδημίας και της κρίσης, ούτε στον ιδιωτικό, ούτε στο δημόσιο τομέα. Κάτι τέτοιο δυσκολεύει την επιβίωση σε ένα λαό ήδη πληγωμένο από την κρίση και είναι παράγοντας εμβάθυνσης της ύφεσης. Αντίθετα, απαιτείται η στήριξή τους προς όφελος των εργαζομένων και του λαού και για να κρατηθεί ζωντανή η ζήτηση. Αντί για το αίτημα «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» αναγκαίο είναι το αίτημα «καμία μείωση μισθών, συντάξεων και εισοδημάτων», με προοπτική αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Γιατί δεν μπορούν να ζήσουν αλλιώς οι εργαζόμενοι/ες, υπάρχει ένα φυσικό και ιστορικό όριο για την επιβίωση. Γιατί στην τελευταία τετραετία σωρεύθηκαν τεράστια κέρδη. Το 2017, το σύνολο των Ανώνυμων Εταιρειών είχε κέρδη 16 δις ευρώ, το 10% του ΑΕΠ. Είναι βάσιμος ο υπολογισμός για μια συσσώρευση 80 δις κερδών τα τέσσερα τελευταία χρόνια.

Ταυτόχρονα, είναι αναγκαίο να εντοπιστούν οι τεράστιες ανισότητες ανάμεσα στον κατώτατο μισθό και τις ανώτατες αμοιβές των διευθυντικών στελεχών. Χαρακτηριστικά, ο διευθύνων σύμβουλός της Cosmote, το 2019 έλαβε 1.665.524 ευρώ (139.000 μηνιαίως). Η σχέση με τον κατώτατο μισθό είναι στο 1:230. Το σύνολο των μεγαλο-διευθυντών της Cosmote έλαβε 9,9 εκ. ευρώ, των ΕΛΠΕ, 6,65 εκ., της Aegean 1,5 εκ. Στον όμιλο ΔΕΗ, ο διευθύνων σύμβουλος έλαβε 1,55 εκ. ευρώ, το 2018. Στο δημόσιο, ο μισθός των ανώτατων δικαστικών είναι 8.314,56 ευρώ μηνιαία (100.000 ετησίως). Η Νέα Δημοκρατία αύξησε τους μισθούς των διευθυντών των πρώην ΔΕΚΟ, από 4.600 ευρώ το μήνα στα 7.500 ευρώ (90.000 ετησίως). Για αυτό απαιτείται να τεθεί η διεκδίκηση, όχι μόνο για των κατώτατο μισθό, αλλά και για τις ανώτατες αμοιβές των διευθυντικών στελεχών.

2. Απαγόρευση των απολύσεων εν μέσω πανδημίας. Επίδομα για όλους τους ανέργους στο 80% του κατώτατου μισθού. Στην Ελλάδα, το ήδη ανεπαρκές επίδομα ανεργίας των 440 ευρώ λαμβάνει, κατά περίπτωση, το 12% με 18% των ανέργων, όταν στην Ευρωζώνη κυμαίνεται από το 80% έως και 100%. Με βάση εκτιμήσεις, οι άνεργοι/ες στην Ελλάδα θα φτάσουν σε πάνω από ένα εκατομμύριο. Για να πάρουν όλοι οι άνεργοι/ες επίδομα θα απαιτηθούν 5 – 6 δις το χρόνο, όσο περίπου τα τοκοχρεολύσια για το δημόσιο χρέος. Απαιτούνται και άλλα μέτρα προστασίας, όπως η άμεση διαγραφή των χρεών τους, η απαγόρευση πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, τα δωρεάν εισιτήρια, τα μειωμένα τιμολόγια σε ρεύμα, νερό, τηλέφωνα, ίντερνετ κ.α.

3. Δραστική μείωση του χρόνου εργασίας για όλους και όλες, χωρίς μειώσεις μισθών. Αυτό το αίτημα είναι απαραίτητο για τρεις λόγους: Πρώτο γιατί η μαζική εφαρμογή της ρομποτικής, των υπολογιστών, της τεχνητής νοημοσύνης ανεβάζουν εκθετικά την παραγωγικότητα της εργασίας, εξοικονομούν εργάσιμο χρόνο. Όλες αυτές οι δυνατότητες διαστρέφονται από το κεφάλαιο και οδηγούν σε εξάλειψη θέσεων εργασίας, σε βαθύτερη εκμετάλλευση, σε καταπιεστικό έλεγχο, σε σωματική, πνευματική και σωματική καταπόνηση. Δεύτερο, για να βρουν εργασία εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και πάνω από όλα νέοι και νέες και τρίτο, για να προστατευθούν οι εργαζόμενοι/ες από την εκ περιτροπής και ελαστική εργασία, την αντίστοιχη μείωση μισθού και τη φθορά της υγείας τους. Σε όλη την Ευρώπη –και στην Ελλάδα- διαμορφώνονται δυο πόλοι σε μια γενικά κατακερματισμένη εργασία, όπου ο ένας δουλεύει πολύ πάνω από το 8ωρο και ο άλλος κάτω από αυτό ή είναι άνεργος.. Διεκδικήσεις και προτάσεις για τη μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση μισθού έχουν τεθεί διεθνώς και παλιότερα είτε με το αίτημα για «7ωρο/35ωρο είτε με το «6ωρο/30ωρο», είτε με το αίτημα για «4ήμερη εργασία με μισθό 5ήμερου» που ακόμα και αστικές δυνάμεις συζητούν πλέον έστω και μειοψηφικά (βλ.Φινλανδία). Το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης και της αντεπίθεσής του, όπως και συνολικά η Αριστερά, πρέπει να θέσουν και αυτά τα ζητήματα στην ημερήσια διάταξη για να μπορέσουν να δώσουν μια μακροπρόθεσμη απάντηση στην οπισθοδρόμηση που έχει επιβάλει το κεφάλαιο.

Η κατεύθυνση αυτή δυναμώνει σήμερα την πάλη για την προάσπιση του 8ωρου/40ωρου που βάλλεται. Στοχεύει στην ενοποίηση, σταθεροποίηση και ασφάλεια των κατακερματισμένων εργασιακών σχέσεων. Η μείωση του χρόνου εργασίας πρέπει να συνοδεύεται με μέτρα προστασίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το επιχείρημα ότι θα υπάρξει πτώση του ΑΕΠ ή ότι θα καταρρεύσουν επιχειρήσεις διαψεύδεται από τη διεθνή και ελληνική εμπειρία του παρελθόντος. Η άμεση πάλη πρέπει να απαιτήσει καμία μείωση μισθών, καμία χειροτέρευση των συμβάσεων.

4. Όχι στην γενικευμένη χρήση της τηλε-εργασίας. Όπου και όταν καθίσταται απαραίτητη απαιτείται να τεθεί κάτω από τέσσερις κανόνες: ελεύθερη συναίνεση του εργαζόμενου, σταθερός χρόνος και ωράριο εργασίας, μέσα εργασίας του εργοδότη, ανθρώπινος ρυθμός εργασίας.

5. Διαγραφή χρέους – καμία κατάσχεση σπιτιού ανέργων, εργαζόμενων και μικρομεσαίων. Η απαίτηση αυτή, πέρα από δίκαιη είναι και αναγκαία. Πρώτο, για να ζήσουν αξιοπρεπώς, δεύτερο, διότι δεν μπορούν να αποπληρωθούν και τρίτο, για να ανασάνει η αγορά. Η διαγραφή χρεών είναι προϋπόθεση και όχι φρένο για την ανάκαμψη. Σε αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαγραφή των χρεών των ανέργων, των χαμηλόμισθων και των μικρομεσαίων χρεοκοπημένων επιχειρήσεων, η ευνοϊκή ρύθμιση των χρεών στους υπόλοιπους/ες και η απαγόρευση κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας για όλους/ες.

6. Μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο, 10% για την Υγεία και 15% για την Παιδεία. Για να αντιμετωπιστεί η ύφεση και η ανεργία και για να ξεκινήσει η ανάκαμψη απαιτείται μια δραστική παρέμβαση του κράτους. Για αυτό απαιτούνται μαζικές, μόνιμες προσλήψεις στο δημόσιο, ειδικά στην Υγεία, όπου υπάρχουν 30.000 κενές οργανικές θέσεις και στην Παιδεία, όπου υπάρχει ανάγκη προσλήψεων. Σήμερα, το ποσοστό των κρατικών δαπανών για την Υγεία είναι στο 4,7%, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι πάνω από 6%. Στην Κούβα, το 50% του προϋπολογισμού διατίθεται για την Υγεία και την Παιδεία.

7. Φόρος 20% στα μερίσματα – 40% στους ομίλους – 80% στο μεγάλο προσωπικό πλούτο – απαγόρευση των off shoreΗ αντιμετώπιση της πανδημίας δημιουργηθεί ένα τεράστιο κρατικό έλλειμμα, ενώ την ίδια στιγμή απαιτούνται κρατικές δαπάνες δισεκατομμυρίων για επενδύσεις. Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη φιλανθρωπία και τις χορηγίες των μεγιστάνων και των ομίλων στην Υγεία και την Παιδεία με ποσά λίγων εκατοντάδων εκατομμυρίων. Απαιτούνται έσοδα από τη φορολογία. Δεν είναι δίκαιη μια αύξηση της φορολογίας στους εργαζόμενους και τους μικρομεσαίους, η οποία θα χτυπήσει κι άλλο τα πενιχρά εισοδήματα και θα μειώσει τη ζήτηση επιτείνοντας την ύφεση. Απαιτείται η δραστική αύξηση της φορολογίας στους ομίλους, στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, στα μερίσματα των μετοχών και στον πολύ μεγάλο προσωπικό πλούτο, η απαγόρευση των υπεράκτιων εταιρειών (off shore) που φοροδιαφεύγουν ασύστολα. Το 2017, 264 επιχειρήσεις, το 0,5% του συνόλου των Ανώνυμων Εταιρειών, καρπώθηκε το 60% του συνόλου των κερδών (9,75 δις από τα 16,05 δις), με φόρο 29%. Ο ΣΥΡΙΖΑ μείωσε το φόρο επί των κερδών στο 24% και το φόρο επί των (παρασιτικών) μερισμάτων από το 15% στο 10% και η ΝΔ στο 5%. Η τεράστια ανισότητα προσωπικού πλούτου και εισοδημάτων είναι γνωστή. Απαιτούμε έκτακτη αύξηση της φορολογίας στα μερίσματα με προοπτική το 20%, των Ανώνυμων Εταιρειών και ομίλων με κέρδη άνω των 5 εκατ. ευρώ στο 40% και του πολύ μεγάλου πλούτου των φυσικών προσώπων στο 80%. Αντίθετα, απαιτούμε προοδευτική μείωση της φορολογίας για τους μισθωτούς, τους αυτοαπασχολούμενους και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με αφορολόγητο στα 12.000 ευρώ.

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΡΑΓΕΣ

Η πολιτική κατεύθυνση όλων των κυβερνήσεων που διαχειρίστηκαν την προηγούμενη κρίση, καθώς και της ΕΕ, όχι μόνον οδήγησε σε μαζική φτωχοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά βάθυνε και επέκτεινε την ύφεση, ενώ δεν κατάφερε να δημιουργήσει μια σοβαρή ανάπτυξη. Επιπλέον, η ασθενική ανάπτυξη που σημειώθηκε ήταν αντιδραστική, υπέρ του κεφαλαίου και ειδικά του μεγάλου, με υπερεκμετάλλευση και εκτεταμένη φθορά της μισθωτής εργασίας και του περιβάλλοντος.

Ο άλλος δρόμος που προτείνουμε είναι ο δρόμος μιας νέας ριζοσπαστικής οικονομικής πολιτικής με κέντρο το δημόσιο τομέα και με εκτεταμένο κοινωνικό και εργατικό έλεγχο. Με αυτή την κατεύθυνση μπορεί να μειωθεί χρονικά η ύφεση και να προχωρήσει η χώρα με ταχύτητα σε μια σοβαρή, φιλεργατική και φιλολαϊκή ανάπτυξη. Μια τέτοια ανάπτυξη απαιτεί βαθιές αντικαπιταλιστικές και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, εθνική αντιιμπεριαλιστική ανεξαρτησία και ισότιμες διεθνείς σχέσεις.

1. Άμεση παύση πληρωμών για το δημόσιο χρέος, πάλη για διαγραφή με διεθνείς συμμαχίες. Χωρίς αυτό τον όρο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η ύφεση, ούτε να περάσει η χώρα με ταχύτητα σε μια μεγάλη ανάπτυξη. Εδώ και τώρα, απαιτείται η επίκληση των έκτακτων συνθηκών «ανωτέρας βίας» για την παύση πληρωμών και τη μονομερή αποχώρηση από τις μνημονιακές συμβάσεις. Το δρόμο δείχνει η Αργεντινή. Από εκεί και πέρα αρχίζει ένας δύσκολος και μακρύς δρόμος για τη διαγραφή του χρέους, που απαιτεί αποφασιστικότητα και διεθνείς συμμαχίες. Ο δανεισμός θα είναι όμως και πάλι αναγκαίος. Μπορεί να αντληθεί από εσωτερικό δανεισμό, αλλά και από ξένο με βάση όμως το ελληνικό δίκαιο, χωρίς ληστρικά επιτόκια και μνημονιακή υπαγόρευση της εθνικής πολιτικής, με εκμετάλλευση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

2. Πρόγραμμα μεγάλων δημόσιων επενδύσεων και έργων, σε υποδομές, νοσοκομεία, σχολεία και πανεπιστήμια, μαζικές μεταφορές, νέες τεχνολογίες, αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, λαϊκές ανάγκες, με προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος. Ακόμη και στις συνθήκες της προηγούμενης ασθενικής ανάπτυξης, και παρά τις ακραία ευνοϊκές ρυθμίσεις, οι ιδιωτικές επενδύσεις ήταν πολύ κατώτερες των αναγκών. Πολύ περισσότερο, σε συνθήκες ύφεσης και πτώσης του ποσοστού κέρδους, δεν πρόκειται να υπάρξουν μαζικές ιδιωτικές επενδύσεις. Το ηράκλειο έργο των μαζικών επενδύσεων μπορεί και πρέπει να το αναλάβει το κράτος. Θα είναι αναγκαίες και ιδιωτικές και ξένες επενδύσεις με όρους, πρώτο, το σεβασμό στην εργασία και το περιβάλλον και δεύτερο, τον κρατικό – κοινωνικό έλεγχο.

3. Εθνικοποίηση των τραπεζών με κοινωνικό έλεγχο. Οι τράπεζες σώθηκαν από την προηγούμενη κρίση με κρατικό χρήμα. Η αποφασιστική πλειοψηφία των μετοχών ανήκει στο κράτος, αλλά η διοίκησή τους σε ιδιώτες και μάλιστα ξένους. Με μια απλή νομική αλλαγή των μετοχών του δημοσίου από προνομιακές σε κοινές η διοίκηση των τραπεζών περνά στο δημόσιο. Η πολιτική των δημόσιων τραπεζών απαιτείται να κινηθεί με κατεύθυνση, πρώτο, τη διαγραφή χρεών και ευνοϊκές ρυθμίσεις για εργαζόμενους και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και δεύτερο, τον φτηνό δανεισμό για εργαζόμενους και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

4. Νομισματική και οικονομική πολιτική στα χέρια εργαζομένων, λαού και χώρας. Το ευρώ αποδείχτηκε εργαλείο αντεργατικής και αντιλαϊκής πολιτικής, παραγωγικής αποδιάρθρωσης, μέσο μεταφοράς πλούτου στις ανεπτυγμένες χώρες, ειδικά στη Γερμανία. Μια φιλολαϊκή οικονομική πολιτική απαιτεί να έχει τη νομισματική πολιτική στα χέρια του το «έθνος των εργαζομένων», για να προστατεύονται οι εργαζόμενοι από τα αρπακτικά διεθνή κεφάλαια, από τα πολυεθνικά χρηματιστικά μονοπώλια, από τις μη ελεγχόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες. Πρόκειται για έναν «εργατικό προστατευτισμό» από την καπιταλιστική διεθνοποίηση (τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση») σε αντίθεση με τον αστικό «εθνικό προστατευτισμό» των νεοσυντηρητικών.

5. Εθνικοποίηση μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση, με κοινωνικό, δημοκρατικό και εργατικό έλεγχο. Με τα παρακάτω κριτήρια: Πρώτο, με βάση την κοινωνική χρησιμότητά τους ή όχι. Για παράδειγμα, δεν έχει κανένα παραγωγικό νόημα η κρατικοποίηση επιχειρήσεων του τζόγου. Οι εργαζόμενοι/ες σε αυτά θα βρουν εργασία σε άλλους παραγωγικούς κλάδους. Δεύτερο, πέρασμα στο δημόσιο των επιχειρήσεων που παράγουν τα δημόσια κοινωνικά αγαθά, δηλαδή, την ενέργεια, το νερό, τις επικοινωνίες (τηλέφωνο, ίντερνετ), τις μεταφορές, την υγεία, την παιδεία. Τρίτο, των μεγάλων, στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων στους άλλους κλάδους. Υπεράσπιση από τις διώξεις των εργαζομένων που επιλέγουν την αυτοδιαχείριση χρεοκοπημένων επιχειρήσεων (π.χ. ΒΙΟΜΕ). Συνεταιρισμοί μικρών επιχειρήσεων στα χέρια των μικρομεσαίων, με δημόσιο έλεγχο, απόλυτη τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, κρατική στήριξη και ευνοϊκό δανεισμό.

6. Εργατική – λαϊκή – οικολογική ανάπτυξη. Τα άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης και της ύφεσης δεν μπορεί να διαχωριστούν από το μελλοντικό μοντέλο ανάπτυξης που διεκδικούμε. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει ως χαρακτηριστικά την αγορά, τις ιδιωτικοποιήσεις, την έμφαση στις υπηρεσίες, την υπερδιόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, τον υπερκαταναλωτισμό προϊόντων «μιας χρήσης» και πολυτελείας, την ανεξέλεγκτη μεγέθυνση, την υπερ-βιομηχανοποίηση και την εκτεταμένη φθορά της εργασίας και της φύσης. Στο κέντρο του είναι το κέρδος και όχι η κοινωνία. Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης έχει φτάσει στα όρια του. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις κοινωνικές ανάγκες.

Οι νεοκεϋνσιανές και οι αντινεοφιλελεύθερες μετακεϋνσιανές θεωρίες ασκούν κριτική, αλλά μόνον σε δευτερεύουσες πλευρές αυτού του μοντέλου. Οι θεωρίες της αποανάπτυξης θέτουν κρίσιμα ζητήματα, αλλά δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τους τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες. Ριζοσπαστικά αριστερά ρεύματα μένουν μόνον στη υπαρκτή αρνητική διάσταση της αποβιομηχάνισης.

Απαιτείται μια νέα αντίληψη για την ανάπτυξη. Διεκδικούμε μια συνολική παραγωγική, καταναλωτική και πολιτιστική ανασυγκρότηση στηριγμένη στη μισθωτή εργασία, στα δημόσια αγαθά και τις κοινωνικές ανάγκες, στον κοινωνικό σχεδιασμό και το κοινωνικό κράτος, στην υγεία, την παιδεία, τη δημοκρατία και τον πολιτισμό. Στο κέντρο αυτού του μοντέλου είναι η κοινωνία, η εργατική τάξη και ο λαός σε αρμονία με τη φύση.

Πρόκειται, βεβαίως, για μια άλλη αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση, που απαιτεί την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού. Σε αυτή την κατεύθυνση, όμως, το εργατικό και λαϊκό κίνημα μπορεί από σήμερα να επιβάλει κατακτήσεις, να ελέγξει τους «τυφλούς νόμους» του κέρδους, της αγοράς και του χρήματος, να μειώσει την καταστροφή της φύσης, τις επιπτώσεις από τις επιδημίες και τις οικονομικές κρίσεις. Για παράδειγμα, μπορεί να επιβάλει αυστηρά μέτρα στις πολυεθνικές της αγροδιατροφικής και εξορυκτικής βιομηχανίας που καταστρέφουν τα δάση, τα άγρια και οικόσιτα ζώα, που ωθούν στην κλιματική αλλαγή, με μεγάλες αρνητικές επιπτώσεις.

7. Απειθαρχία – ρήξη – έξοδος – διάλυση της ΕΕ. Αυτό το πρόγραμμα είναι ασύμβατο με την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά το 2015 δεν χωρούν αυταπάτες, ούτε μισόλογα. Πολύ περισσότερο που σήμερα η ΕΕ κινείται σε μια τροχιά παρακμής και αντίδρασης, όπου αδυνατίζει η συνοχή της, όπου δεν μπορεί να παίξει αυτοτελή ρόλο στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και ευθυγραμμίζεται με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Άμεσα, απαιτείται η εκμετάλλευση της αναστολής του Συμφώνου Σταθερότητας για διεκδικήσεις υπεράσπισης της χώρας και του λαού από την επιδημική και οικονομική κρίση. Η κατεύθυνση πρέπει όμως να είναι σαφής: λαϊκή έξοδος από το ευρώ και αποδέσμευση από την ΕΕ. Πρόκειται για μια ριζικά διαφορετική έξοδο από αυτήν της Μ. Βρετανίας που συμμαχεί με τις ΗΠΑ. Δεν επιδιώκουμε «εθνικό απομονωτισμό». Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και αντιδραστικό στη σημερινή εποχή. Επιδιώκουμε την έξοδο και τη διάλυση της ΕΕ για μια ισότιμη διεθνή συνεργασία κυρίαρχων λαών. Αγωνιζόμενοι σε αυτή την κατεύθυνση επιδιώκουμε τη συνεργασία και συγκέντρωση των αριστερών και λαϊκών ρευμάτων που αντιστέκονται στην ΕΕ με διάφορους άλλους τρόπους.

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Η κυβέρνηση και οι αστικές δυνάμεις αξιοποιούν κυνικά και συστηματικά την πανδημία για να κατεδαφίσουν συλλογικές λαϊκές ελευθερίες, ατομικά δημοκρατικά δικαιώματα και συνταγματικά κατοχυρωμένες κατακτήσεις. Ο κατάλογος είναι μακρύς: Νόμος για το δραστικό περιορισμό των διαδηλώσεων, σχέδια για αστυνομικά τμήματα στα πανεπιστήμια, αύξηση του αριθμού και των δαπανών για την αστυνομία, άρση ασυλίας για βουλευτές και βουλεύτριες που άσκησαν κριτική στη χρήση κουκουλοφόρων αστυνομικών, αυθαίρετες προσαγωγές και συλλήψεις, ακόμη και δικηγόρων, νέα μέσα καταστολής, σχέδια για νέους περιορισμούς και ηλεκτρονικούς ελέγχους στην απεργία και τα συνδικάτα, ενδυνάμωση του διευθυντικού δικαιώματος, διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου κ.α.

Πρόκειται για μια γενικότερη τάση του καπιταλισμού, η οποία γεννιέται από μια διπλή αδυναμία: Από την αδυναμία του συστήματος να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να προσφέρει ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» ενσωμάτωσης. Και από την αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος να αντιτάξει αποτελεσματική μαζική αντίσταση, να συγκροτήσει ένα κοινωνικό και πολιτικό αντίπαλο δέος απέναντι στην αστική πολιτική.

Το αποτέλεσμα είναι να οικοδομείται ένα μόνιμο «κράτος έκτακτης ανάγκης», καταστολής και αστυνόμευσης, σε βάρος του κοινωνικού κράτους. Αντί να ενισχύεται η δημόσια υγεία, παιδεία και ασφάλιση και η δημοκρατική λαϊκή παρέμβαση, ενισχύονται και αντιδραστικοποιούνται η αστυνομία, ο στρατός, το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα, η εκτελεστική εξουσία. Και μαζί τους, ο έλεγχος του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου και του διαδικτύου από ένα σύμπλεγμα μεταξύ ιδιωτικών και πολυεθνικών επιχειρήσεων με τους κρατικούς μηχανισμούς, σε βάρος της ελεύθερης πληροφόρησης και κυκλοφορίας των ιδεών, σε βάρος των προσωπικών δεδομένων.

Σε αυτή την αντιδραστική κατεύθυνση κινήθηκαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και των διαφόρων συνδυασμών τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση, δεν αντιτάχθηκε σε αυτή την κατεύθυνση και, παρά ορισμένα θετικά μέτρα, συνέβαλε με το νόμο περιορισμού της απεργίας και το ιδιώνυμο στην αντίσταση στους πλειστηριασμούς, ανοίγοντας το δρόμο στη ΝΔ για μια γενικευμένη χρήση του ιδιώνυμου.

Παράλληλα, αναγεννιούνται και ανδρώνονται τα ακροδεξιά, ακόμη και τα νεοφασιστικά, ρεύματα, τα οποία φτάνουν μέχρι τη συγκρότηση «ταγμάτων εφόδου» και τρομοκράτησης των συνδικάτων, των μεταναστών και προσφύγων, των γυναικών και των ομοφυλόφιλων. Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα ως εγκληματικής οργάνωσης αποτελεί μια νίκη του αντιφασιστικού, δημοκρατικού και λαϊκού κινήματος. Όμως, οι κοινωνικές αιτίες και ειδικά οι βαθύτερες σχέσεις του νεοφασισμού στους κρατικούς μηχανισμούς, τους επιχειρηματικούς κύκλους, τα ΜΜΕ, την Εκκλησία, δεν έχουν εκριζωθεί. Ο νεοφασισμός είναι εδώ με διάφορες νέες μορφές.

Για όλους αυτούς τους λόγους, απαιτείται να δημιουργηθεί ένα μαζικό κίνημα, ένα μέτωπο για την υπεράσπιση και τη διεκδίκηση μέτρων διεύρυνσης των λαϊκών ελευθεριών και των δημοκρατικών δικαιωμάτων, για την αντιμετώπιση του νεοφασισμού. Σε αυτό το μέτωπο πάλης μπορεί ιδιαίτερα θα βοηθήσει η ίδρυση μιας μαζικής δημοκρατικής κίνησης.

Απαιτείται ένα πλαίσιο πάλης με τους παρακάτω βασικούς άξονες:

  1. Ελευθερία στη συγκέντρωση, τη διαδήλωση, την απεργία, τη συνδικαλιστική και πολιτική δράση. Πανεπιστημιακό άσυλο. Κατάργηση όλων των αντιδημοκρατικών νόμων και διατάξεων.
  2. Κατάργηση όλων των ειδικών σωμάτων της αστυνομίας, της χρήσης δακρυγόνων, της οπλοφορίας, της παρακολούθησης και της χρήσης κουκουλοφόρων αστυνομικών κατά των λαϊκών συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων, της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης.
  3. Μείωση του αριθμού και της χρηματοδότησης της αστυνομίας, λαϊκή παρέμβαση και δημοκρατικός έλεγχος στα σώματα ασφαλείας, το στρατό, το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα.
  4. Ελευθερία στην πληροφόρηση και το διαδίκτυο, δημοκρατικός και κοινωνικός έλεγχος στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, στις επιχειρήσεις του διαδικτύου, αυστηρή προστασία των προσωπικών δεδομένων.
  5. Μείωση του διευθυντικού δικαιώματος, αυστηρή απαγόρευση της παρακολούθησης των εργαζομένων στους χώρους εργασίας, των νέων στους χώρους εκπαίδευσης και στράτευσης.
  6. Λαϊκός έλεγχος και παρέμβαση στη Βουλή και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, βουλευτικός μισθός ίσος με το μέσο εργατικό μισθό, απλή ανόθευτη αναλογική.

Μέτρα σαν τα παραπάνω μπορούν να επιβληθούν από ένα εργατικό και λαϊκό μέτωπο πάλης, τόσο στην πράξη όσο και νομικά, μέχρι και μια μεγάλη, δημοκρατική αλλαγή του Συντάγματος.

Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων

Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων, Παναττική Συνέλευση, Τετάρτη 13/11, 6.30 μμ, Νομική

Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων καλεί σε συνελεύσεις σε πόλεις της χώρας, όπου θα συζητηθούν η Πολιτική Πρόταση των συλλογικοτήτων που τον έχουν συγκροτήσει (ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ, ΑΡΑΝ, ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΣΥΛΛΟΓΟΣ Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ), το προσωρινό πλαίσιο κοινής λειτουργίας και η ανάδειξη Συντονιστικών, στην προοπτική μιας Πανελλαδικής Διαδικασίας στα τέλη Μάη 2020.

Οι διαδικασίες αυτές ξεκινούν με την Παναττική Συνέλευση, την ερχόμενη Τετάρτη 13 Νοεμβρίου, στις 6.30 μ.μ., στο αμφιθέατρο 16, στον 7ο όροφο του Μεγάρου Θεωρητικών Επιστημών (νέο κτήριο Νομικής, είσοδος από Σίνα και Μασσαλίας).

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ

Κλείνει ο προηγούμενος και ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος

1. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου έκλεισε τον ταραγμένο κύκλο της προηγούμενης δεκαετίας με την αναγέννηση του δικομματισμού και τη Νέα Δημοκρατία στη θέση του ηγεμόνα και του αυτοδύναμου κυβερνήτη, μετά από χρόνια κατακερματισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Με έναν ΣΥΡΙΖΑ που βγαίνει από τη μνημονιακή διαχείριση με μικρές σχετικά απώλειες και ταυτόχρονα με πορεία στην κατεύθυνση μιας σοσιαλφιλελεύθερης «προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης». Η Ακροδεξιά πλέον εκπροσωπείται κοινοβουλευτικά από τη συστημική Ελληνική Λύση, η οποία θα πιέζει τη ΝΔ προς μία ακόμη πιο εθνικιστική, αυταρχική και ρατσιστική πολιτική. Από την άλλη, η αδυναμία της Χρυσής Αυγής να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση φαίνεται να αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρούνται σήμερα στοιχεία κρίσης εκπροσώπησης (π.χ. αποχή που αποτελεί ταυτόχρονα και ανησυχητική ένδειξη απόγνωσης και εξατομίκευσης ευρύτερων μαζών).

2. Ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος. Η ΝΔ μπορεί να πέτυχε μια «καθαρή» νίκη στις τελευταίες εκλογές αλλά η σημερινή εκλογική της βάση δεν θυμίζει σε τίποτα τα στιβαρά κοινωνικά μπλοκ προηγούμενων δεκαετιών. Καλείται να διαχειριστεί μια ασθενική οικονομική ανάκαμψη, ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα φτώχειας και ένα ογκώδες δημόσιο χρέος που δύσκολα θα αποπληρωθεί ομαλά σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την ραγδαία όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών στον κόσμο, την Ευρώπη, την Αν. Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν θα επιτύχει το αναπτυξιακό σοκ που υπόσχεται, αλλά θα προωθήσει με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις επιχειρώντας να επιτύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους εις βάρος της εργατικής τάξης και ευρύτερα, των δυνάμεων της εργασίας και του λαού.

3. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντιφατική πραγματικότητα. Από τη μια έχουμε ένα δυσμενή συσχετισμό δύναμης τόσο για τις δυνάμεις της εργασίας όσο και για τις δυνάμεις της Αριστεράς. Από την άλλη όμως δεν φαίνεται εύκολα να προδιαγράφεται μια κοινωνική και κατ’ επέκταση, πολιτική σταθερότητα. Η ΝΔ θα διαχειριστεί τα αποτελέσματα τριών μνημονίων και το τέταρτο, εν αναμονή μνημόνιο που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ. Καμία κυβέρνηση δεν μπόρεσε να περάσει αλώβητη από την επιβολή μνημονιακής εμπνεύσεως πολιτικών, όσο κραταιά και αν είναι. Σε πρώτη ανάγνωση, το 71,5% του δικομματισμού φαίνεται καθηλωτικό. Η στήριξη όμως προς το ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται απαραίτητα ως επιδοκιμασία των μνημονιακών πολιτικών που ακολούθησε η κυβέρνηση Τσίπρα. Ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων του κινήθηκε βάσει της λογικής του μη χείρον βέλτιστον απέναντι σε μια αυταρχικότερη εκδοχή αναδιάρθρωσης, όπως αυτή εκφράζεται από τη ΝΔ. Σε αυτή την αντίδραση πρέπει να προστεθεί και ένα μέρος της αποχής.

4. Εκμεταλλευόμενη μια πραγματικότητα, που με σταθερό τρόπο έχει οικοδομηθεί ιδεολογικά και πολιτικά εδώ και χρόνια από όλες τις δυνάμεις του συστήματος (ΜΜΕ, κράτος, αστικά κόμματα), η πολιτική της ΝΔ παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

– Ένταση της επιθετικότητας του κεφαλαίου, ως προς τους όρους εξυπηρέτησης των συμφερόντων του, αλλά και ως προς την καταστρατήγηση και το ζωτικό χτύπημα των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ξεχωρίζει η επίθεση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που επιχειρεί να δώσει με το πρόσφατο νομοσχέδιο η κυβέρνηση, το οποίο καταργεί στην πράξη τις συλλογικές συμβάσεις, ενώ επιχειρεί να ποδηγετήσει τον συνδικαλισμό με τα ηλεκτρονικά μητρώα και ψηφοφορίες. Η σπουδή με την οποία η κυβέρνηση ικανοποιεί αιτήματα του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου που είχαν αντιμετωπίσει την αντίθεση του λαϊκού κινήματος είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση των Σκουριών και του Ελληνικού. Το περιβάλλον υποβαθμίζεται και περιφρονείται, ενώ ο πολιτισμικός πλούτος της χώρας εκποιείται, αν δεν θεωρείται εμπόδιο για τις κάθε είδους «επενδύσεις».

– Το ζήτημα της μνημονιακής επιτροπείας και του πρόθυμου ακολουθητισμού στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς αποκτά κι αυτό νέα χαρακτηριστικά.   Η άρχουσα τάξη υποτάσσεται πλήρως στον αμερικάνικο και ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, ευελπιστώντας να βελτιώσει τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα, με τη συμμετοχή της στα παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων στο χώρο της Μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

– Ένταση και όξυνση του αυταρχισμού: η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, μιας κερδισμένης με αίμα κατάκτησης του φοιτητικού και λαϊκού κινήματος, είναι ενδεικτική της προσπάθειας της άρχουσας τάξης να ξεμπερδέψει το συντομότερο δυνατό με τα πιο προοδευτικά και φιλολαϊκά στοιχεία της πολιτικής κληρονομιάς της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι επιθέσεις σε κοινωνικούς χώρους και αγωνιστές  στα Εξάρχεια. Η όξυνση του συντηρητισμού και του αυταρχισμού είναι τα πολιτικά «προαπαιτούμενα» για το νέο γύρο υπέρ-αντιδραστικής ανάπτυξης, θεμελιωμένης πάνω στην καταπάτηση εργατικών δικαιωμάτων και την καταστροφή του περιβάλλοντος.

– Ταχύτατα προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις: Η ΔΕΗ είναι το επόμενο βήμα σε αυτή τη διαδικασία, με την απαξίωση και την οριστική εκποίησή της στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά και τα πρώτα δείγματα της κυβερνητικής πολιτικής σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία  και το συνταξιοδοτικό σύστημα καταδεικνύουν αυτήν ακριβώς την πορεία προς την ιδιωτικοποίηση των βασικών δημόσιων αγαθών και τη βαθύτερη σύνδεσή τους με τις ανάγκες της αγοράς .

– Συντηρητικοποίηση και οπισθοδρόμηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής που, δυστυχώς, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε σημαντικό τμήμα των λαϊκών στρωμάτων. Τα αντιπροσφυγικά και αντιμεταναστευτικά μέτρα της κυβέρνησης και η ένταση της αντίστοιχης ρητορικής εντάσσονται και σε αυτό το πλαίσιο. Το ίδιο και η συστηματική προώθηση ενός πιο  αυταρχικού και επιθετικού εθνικισμού, όπως και οι προτροπές της Υπουργού Θρησκευμάτων και Παιδείας για εμπλοκή ιεροδιδασκάλων στην εκπαιδευτική διαδικασία.

– Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες με ορισμένα μεσαία στρώματα πάνω στη μείωση της φορολογίας και με κάποιες ελαφρύνσεις που δεν ανατρέπουν αλλά ενισχύουν την κύρια πολιτική κατεύθυνση: την μείωση της φορολογίας των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, την ενίσχυση της κερδοφορίας τους.

– Επιχειρεί να αναπτύξει συμμαχίες και με τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού ενώ λεηλατεί τα εργατικά δικαιώματα και το περιβάλλον στο όνομα των επενδύσεων και της «ανάπτυξης για όλους». Επιχειρεί έτσι να μετατρέψει την παθητική αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής -στην οποία διέπρεψε ο ΣΥΡΙΖΑ- σε μια ενεργητική στήριξή της.

Αυτή η πολιτική δεν μπορεί όμως να αντιστρέψει ριζικά το πρόβλημα της χαμηλής δυναμικής και αποδοτικότητας των επενδύσεων. Στοιχείο που σχετίζεται και με τις δυναμικές της παγκόσμιας οικονομίας και με τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το (μετα)μνημονιακό μοντέλο ανάπτυξης. Κάτι που υπογραμμίζεται από τη διεθνή αδυναμία του κεφαλαίου να ξεπεράσει τη στασιμότητα στις μαζικές, παραγωγικές επενδύσεις. Η οποία, με τη σειρά της, οφείλεται στην αδυναμία να αναταχθεί σταθερά η πτωτική πορεία του μέσου ποσοστού κέρδους, να καταστραφούν μαζικά τα πιο αδύναμα κεφάλαια. Αποδεικνύεται ότι ούτε η μείωση του εργατικού κόστους, ούτε η λεηλασία της φύσης μπορούν να βγάλουν το σύγχρονο καπιταλισμό από τις δομικές αντιθέσεις του.  Αντίθετα, όλα τα μέχρι τώρα μέτρα οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη όξυνση αυτών των αντιθέσεων.

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνεί τόσο με το μνημονιακό οικονομικό πλαίσιο που έχει επιβληθεί από ΕΕ και ευρωζώνη, όσο και με τον ατλαντικό προσανατολισμό της αστικής τάξης της Ελλάδας. Είναι ενσωματωμένος στο αστικό κοινοβουλευτικό παιχνίδι και προσπαθεί να προβάλει –αυτό που προσπάθησε να εφαρμόσει- μια πολιτική ήπιας νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Με βάση αυτό θα κάνει αντιπολίτευση επιδιώκοντας την εναλλαγή και όχι τη ρήξη και την ανατροπή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προοδευτικές και λαϊκές φωνές στο εκλογικό του ακροατήριο ή ακόμη και την κομματική του βάση. Σημαίνει όμως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον μετατραπεί  στον δεύτερο πόλο της αστικής πολιτικής, με ορισμένες, βέβαια, διαφορές με τη ΝΔ, που δεν έχουν όμως ποιοτικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχουν δυνατότητες για μια μετωπική πολιτική συμπόρευση με αυτό το κόμμα, αλλά μπορούν να αξιοποιηθούν οι διαφοροποιήσεις στο μαζικό κίνημα.

«Τέλος εποχής» και για τις δυνάμεις της Αριστεράς

6. Τα κόμματα που διατυπώνουν έναν πιο ριζοσπαστικό, προοδευτικό ή και κομμουνιστικό λόγο, παρά την προσφορά και τους αγώνες της βάσης τους, δεν φάνηκαν ικανά να ωφεληθούν από τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και να εκτιμήσουν τη βαρύτητα του εκλογικού αποτελέσματος: Η επίδοση του ΚΚΕ ήταν εντός του υποδιπλασιασμού των τελευταίων χρόνων. Η ΛΑΕ κυρίως, αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν σοβαρότατες εκλογικές ήττες. Η πρώτη τέθηκε σε ανεπίστρεπτη κρίση, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ξαναγύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε το 2009 και βαθιά διχασμένη. Ο κύκλος αυτών των πολιτικών μετώπων με τη σημερινή μορφή τους πολιτικά έχει κλείσει. Το κύριο είναι ότι κανένας από αυτούς τους φορείς δεν φαίνεται να έβγαλε τα αναγκαία συμπεράσματα από τις ήττες και τις αποτυχίες του. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή αποτυχία όλων των προγραμμάτων και κομμάτων της Αριστεράς, απέναντι στην οποία τοποθετούμαστε και εμείς αυτοκριτικά.

7. Εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα συνιστά η ύφεση του λαϊκού κινήματος και η αδυναμία ανάπτυξης μαζικών αγώνων, τόσο γενικά όσο και ειδικότερα με πρωτοπόρα την εργατική τάξη. Κάποιες μαζικές κινητοποιήσεις μετά τις εκλογές (για τα Εξάρχεια, τον Φύσσα, τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Ζακ, εργατικές απεργίες και κινητοποιήσεις κ.α.) έδειξαν τη διάθεση ενός εργατικού, λαϊκού και νεολαιίστικου δυναμικού για σύγκρουση με την κυβέρνηση στο πεδίο της στήριξης των ανθρώπινων και δημοκρατικών δικαιωμάτων, χωρίς όμως οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάτασης του μαζικού κινήματος και σύνδεσης των επιμέρους κινητοποιήσεων και αγώνων.

8. Η κατάσταση της Αριστεράς, στο σύνολό της, δυσκολεύει μια γρήγορη αναδιοργάνωση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, κάνει το έργο της μαζικής και νικηφόρας αντίστασης στην επίθεση της ΝΔ και του νέου δικομματισμού, να μοιάζει με ηράκλειο άθλο. Ωστόσο, αυτός είναι ο δρόμος που απαιτείται να ακολουθήσει η ριζοσπαστική Αριστερά.

9. Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την απαίτηση, χρειάζεται βαθιά, μαχόμενη και ουσιαστική αυτοκριτική επανεξέταση της τακτικής, των μετώπων και των συνθημάτων, από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, κρατώντας κάθε πολύτιμη παρακαταθήκη, αλλά με διάθεση υπέρβασης και σε ρήξη πλέον με ό,τι καθήλωσε τη δυνατότητα για μια ανατρεπτική αριστερή πολιτική. Χρειάζεται η σχεδιασμένη και έμπρακτη κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων για μια ενωτική και μαχητική λαϊκή αντιπολίτευση ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ, για την ταξική αναδιοργάνωση του εργατικού, λαϊκού και νεανικού κινήματος και μια αποτελεσματική μετωπική συμμαχία της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

10. Το ΜεΡΑ25 κινείται πολιτικά σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης στην ΕΕ και το αστικό πλαίσιο με πιο «μαχητική» διαπραγμάτευση, αν και εξέφρασε εκλογικά μεγάλο μέρος του δυναμικού που αναζήτησε τα προηγούμενα χρόνια μία διαφορετική ριζοσπαστική κατεύθυνση. Για αυτό δεν μπορεί να συνεισφέρει στην παραπάνω κατεύθυνση, παρά κάποιες διαφοροποιήσεις του σε επιμέρους ζητήματα.
Το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ, με όποιες μορφές κι αν συνεχίσουν, μπορούν και πρέπει να συμβάλουν σε μια ενωτική λαϊκή αντιπολίτευση. Αλλά, για διαφορετικούς λόγους, η σημερινή πολιτική τους εμποδίζει κάθε μια από αυτές τις δυνάμεις να ανταποκριθούν, πολύ περισσότερο, να ηγηθούν σε μια τέτοια αναγκαία προσπάθεια. Για αυτό χρειάζεται η υπέρβαση τόσο της ρεφορμιστικής, όσο και της σεχταριστικής πολιτικής στην Αριστερά.

Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός στην εποχή μας

11. Μετά τη δομική κρίση του 2008, το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός ανεβάζουν την επιθετικότητά τους σε όλα τα επίπεδα: Προετοιμάζουν πολέμους μέσα από την όξυνση των ανταγωνισμών, βαθαίνουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, χτυπούν τα δημοκρατικά, εργασιακά δικαιώματα και τις ελευθερίες, εντείνουν την καταπίεση, προωθούν αντιδραστικές και σκοταδιστικές αντιλήψεις, καταπιέζουν μικρότερα έθνη και εθνότητες, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τη νεολαία, καταστρέφουν το περιβάλλον.

12. Σήμερα, η αδυναμία επιτυχημένου ξεπεράσματος της κρίσης από την πλευρά των δυνάμεων του κεφαλαίου οδηγεί σε αντικρουόμενες τάσεις τόσο διεθνώς όσο και στην Ε.Ε. Αφενός, μια τάση ακόμα πιο νεοφιλελεύθερης φυγής προς τα εμπρός, και αφετέρου μία τάση επαναφοράς προστατευτικών πρακτικών έναντι των κύριων διεθνών ανταγωνιστών. Η πρώτη τάση επενδύεται με ιδεολογήματα «κοσμοπολιτισμού» και υπεράσπισης του ανοίγματος των αγορών διεθνώς. Πατώντας πάνω στα αντιδραστικά κεκτημένα του νεοφιλελευθερισμού, αναπτύσσεται μια δεύτερη τάση: ένα αντιδραστικό, ακροδεξιό και εθνικιστικό ρεύμα, που εμφανίζεται ως δήθεν «αντισυστημικό», ενώ αποτελεί την πιο σκοτεινή όψη του συστήματος. Εντός του, επανεμφανίζονται  τα παλιά τέρατα: ο φασισμός και ναζισμός. Αυτές οι δύο τάσεις ανταποκρίνονται σε εσωτερικές δομικές ανάγκες και αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Εκφράζουν την όξυνση των αντιθέσεων εντός και των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων στο εσωτερικό των χωρών. Αντιθέσεις σχετικά με το μείγμα οικονομικής πολιτικής ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα επιμέρους μερίδων και των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών που αυτές επιχειρούν να διαμορφώνουν. Η αδυναμία της ριζοσπαστικής και της κομμουνιστικής Αριστεράς να αρθρώσει έναν δομημένο και δυνάμει αντι-ηγεμονικό λόγο απέναντι στην «παγκοσμιοποίηση», την Ε.Ε. και τις πολιτικές του κεφαλαίου άφησε αντικειμενικά χώρο σε αυτές τις δυνάμεις να εδραιωθούν κεφαλαιοποιώντας πολιτικά τη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια.

13. Η εποχή μας είναι εποχή εμφάνισης ποιοτικά νέων παραγωγικών δυνάμεων, δυνητικά επαναστατικών για την παραγωγή πλούτου για το λαό και την απελευθέρωση χρόνου εντός και εκτός της εργασίας.  Ο καπιταλισμός, ειδικά στην περίοδο της κρίσης του, όχι μόνο δεν μπορεί να αξιοποιήσει επαρκώς τις κατακτήσεις της επιστήμης, της εργασίας και του πολιτισμού αλλά τις ιδιοποιείται, τις διαστρέφει και τελικά τις στρέφει ενάντια στη σύγχρονη  εργατική  τάξη, τη νεολαία και τα φτωχά μεσαία στρώματα. Οι νέες και συνεχώς εξελισσόμενες παραγωγικές δυνάμεις, οι οξυμένες αντιθέσεις και αντιφάσεις τους με τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, οι ίδιοι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, παράλληλα με τις μεγάλες δυσκολίες, εμπεριέχουν και εκφράζουν ταυτόχρονα τις σύγχρονες δυνατότητες  για μια βαθιά πολιτική και πολιτιστική επανάσταση στην εργασία, στη γενικότερη οργάνωση της ζωής του εργάτη -δημιουργού. Μπορούν να τροφοδοτήσουν μεγάλες κοινωνικές αναμετρήσεις, ώστε το εξαιρετικά επίκαιρο δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»  να αποκτά υλική υπόσταση, να γίνεται υπόθεση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

14. Κατανοούμε ότι οι παραπάνω επισημάνσεις για τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό στην εποχή μας, δεν αρκούν για να απαντηθεί το μεγάλο ζήτημα μιας επαναστατικής στρατηγικής και μιας νέας κομμουνιστικής εναλλακτικής απάντησης στο ΤΙΝΑ του νεοφιλελευθερισμού και των δυνάμεων του συστήματος. Μεγάλα προβλήματα αναδεικνύονται μπροστά μας προς απάντηση, όπως η σχέση «παγκοσμιοποίησης» – διεθνοποίησης και έθνους κράτους, οι νέες σχέσεις εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, το σύγχρονο μονοπώλιο και οι πολυεθνικοί όμιλοι, τα καινούρια χαρακτηριστικά στο κράτος και στη δομή της αστικής εξουσίας, ο κατακερματισμός και η συγκέντρωση της εργατικής τάξης, οι νέες τεχνολογίες, τα μέσα ενημέρωσης, ο πολιτισμός και η διαμόρφωση της εργατικής και λαϊκής συνείδησης κ.α. Για αυτό, σήμερα, είναι αναγκαίο να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τα καινούρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού.

Η ΕΕ σε κρίση και σε πορεία βαθύτερης αντιδραστικοποίησης

15. Η Ε.Ε. προσπαθεί να δείξει εικόνα κανονικότητας αλλά οι πολιτικές και οικονομικές αντιθέσεις οξύνονται:

⎼ Οι χώρες της Ε.Ε. ανέκτησαν κατά μέσο όρο το επίπεδο παραγωγής (ΑΕΠ) που είχαν το 2008 σε 6 χρόνια από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ενώ η Γερμανία χρειάστηκε μόλις 3, οι χώρες της ΟΝΕ κατά μέσο όρο χρειάστηκαν 7 χρόνια, ενώ η Ελλάδα και η Ιταλία 10 χρόνια μετά δεν το έχουν ανακτήσει ακόμη. Το ζήτημα του χρέους παραμένει ενεργό, κύρια στην Ιταλία.

⎼ Η διαδικασία του Brexit μένει να φανεί με πόσους κραδασμούς (συναινετικά ή όχι) θα προχωρήσει.

⎼ Υπάρχει κρίση και της διαδικασίας ολοκλήρωσης προς ανατολάς, σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, που αμφισβητούν ακόμη και το περίφημο «ευρωπαϊκό κεκτημένο».

⎼ Ο Μακρόν, που θεωρήθηκε εμβληματικός εκφραστής της «εμβάθυνσης», δυο χρόνια μόλις μετά την ανάδειξή του στην προεδρία δείχνει σαφή σημάδια κόπωσης, με τη δημοτικότητά του να βαίνει διαρκώς μειούμενη χάρη και στην κινητοποίηση των Κίτρινων Γιλέκων. Η Μέρκελ αμφισβητείται από τα δεξιά και στην Ιταλία η ακροδεξιά Λέγκα, αναδεικνύεται σταδιακά σε κύρια πολιτική δύναμη.

Αυτή η Ε.Ε. δεν είναι εστία ειρήνης και οικονομικής ανάπτυξης για τους εργαζόμενους και τους λαούς της Ευρώπης, είναι ένας αντιδραστικός ιμπεριαλιστικός – καπιταλιστικός μηχανισμός. Δεν αλλάζει «από μέσα», δεν μεταρρυθμίζεται, παρά μόνο ανατρέπεται.  Κάτι που φυσικά δεν αρκεί να διαπιστώνεται αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται στοιχειωδώς σοβαρά ειδικά και υπό το φως της εμπειρίας του 2015.

16. Η κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συνεπώς, παραμένει μπροστά μας. Παραμένει και η ανάγκη ανασύνταξης, ανασύνθεσης, βαθιάς ανασυγκρότησης και μετωπικής συστράτευσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων για:

⎼ Μια κατεύθυνση λαϊκής ρήξης και αποδέσμευσης από την ΟΝΕ και την Ε.Ε.

⎼ Την εξυπηρέτηση των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων.

⎼ Δημοκρατία προς όφελος των εργαζομένων και του λαού.

⎼ Λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.

⎼ Με τον λαό στο τιμόνι και με το αναγκαίο στη συγκυρία μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα,  για τη σύνδεση της αντιευρώ και αντι-ΕΕ ρήξης με μια φιλολαϊκή έξοδο από την κρίση και με τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική προοπτική.

Μια τέτοια Αριστερά θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά την κρίση της ΕΕ προς όφελος των εργαζομένων και του λαού. Δίνοντας ένα αποτελεσματικό παράδειγμα άλλου δρόμου ενάντια στα ευρωπαϊκά μνημόνια, τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα, την Ακροδεξιά και τον φασισμό, τις πολιτικές του κεφαλαίου και την ιμπεριαλιστική επιτροπεία. Ένα παράδειγμα που θα τονώσει τη λαϊκή αυτοπεποίθηση και τους αγώνες ενάντια στην ΟΝΕ και την ΕΕ και σε άλλες χώρες. Κι έτσι θα επιτελέσει και το διεθνιστικό καθήκον της απέναντι στους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης, με τους οποίους θέλουμε να συντονιστούμε ακριβώς επειδή βιώνουν παρόμοια καταπίεση από τις αστικές τάξεις τους στο πλαίσιο της ΕΕ

Η Ελλάδα , αδύναμος κρίκος στην ΕΕ και το διεθνές σύστημα

17. Η Ελλάδα, μια χώρα μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης, εντάχθηκε στην ΕΟΚ – ΕΕ με σκοπό να επιταχύνει αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου. Η ελληνική αστική τάξη επιδίωξε τη συμμετοχή στην ΟΝΕ ακόμα κι αν υπήρχαν φωνές που έθεταν το ζήτημα ότι η ελληνική καπιταλιστική οικονομία ήταν σχετικά αδύναμη ακόμη για να εκτεθεί στον ανταγωνισμό πιο παραγωγικών ευρωπαϊκών κεφαλαίων χωρίς την προστασία της νομισματικής ισοτιμίας.

Τα πρώτα χρόνια της ΟΝΕ η ελληνική οικονομία είχε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, βασιζόμενη στην αθρόα πίστωση λόγω της πτώσης των επιτοκίων (του ευρώ σε σχέση με τη σχετικά «σκληρή» δραχμή των χρόνων πριν από την ένταξη). Αυτή η πίστωση διοχετεύτηκε κυρίως σε κλάδους πιο προστατευμένους από τον διεθνή ανταγωνισμό (κατασκευές, εγχώριες υπηρεσίες, τουρισμός), μη εμπορεύσιμων διεθνώς προϊόντων. Κλάδοι που αποδείχτηκαν εξαιρετικά ευάλωτοι στο ξέσπασμα της κρίσης, ενώ ταυτόχρονα σε όλη την περίοδο του ευρώ η χώρα αύξανε το εμπορικό έλλειμμα και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, κυρίως εξαιτίας της εισαγωγής προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας που η ίδια δεν παράγει. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων οδήγησε στην αύξηση του δημόσιου ελλείμματος, του χρέους και του εξωτερικού δανεισμού και συνεπώς στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

18. Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, οι βασικές ορίζουσες του «ελληνικού προβλήματος» είναι ακόμη υπαρκτές:

⎼ Η ελληνική οικονομία διατηρείται σχετικά στάσιμη, σε επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο (περίπου 24-25% μικρότερο) από το 2008.

⎼ Εξυπηρετείται η διαμόρφωση του συγκεκριμένου αναπτυξιακού προτύπου που προέβλεπαν τα μνημόνια για μια χώρα που θα είναι διαμετακομιστικός κόμβος μεταξύ Ανατολής και Ευρώπης με αναβαθμισμένες μεταφορικές υποδομές, με μια οικονομία έντασης εργασίας με έμφαση στις υπηρεσίες, τον τουρισμό και τις επενδύσεις real estate, με χαμηλό εργατικό κόστος και φιλικό περιβάλλον για «επενδύσεις».

⎼ Τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα συμπιέζονται για να αποκομίζουν κέρδος οι μεγάλες επιχειρήσεις. Οι δυνάμεις του εγχώριου κεφαλαίου έχουν κάθε συμφέρον να μη διακυβευτεί το ουσιαστικό «μνημονιακό κεκτημένο» για να αποκομίζουν κέρδος πλέον κυρίως μέσω της εσωτερικής υποτίμησης των μισθών και της λιτότητας.

⎼ Οι δυνάμεις της ΕΕ και των δανειστών μας έχουν κάθε συμφέρον να παραμένει σε αυτή την κατάσταση η ελληνική κοινωνία και οικονομία, εφόσον παραμένει εντός των ΟΝΕ – ΕΕ, για λόγους πολιτικού παραδειγματισμού, αλλά και για να μην υπάρξει νέος δημοσιονομικός εκτροχιασμός που θα κλονίσει οικονομικά την ΕΕ. Συνεχίζοντας φυσικά να εκμεταλλεύονται ανάλογα την κατάσταση, αποσπώντας εμπορικά πλεονάσματα και «φιλέτα» μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Αυτή είναι η ουσία της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας που έχει επιβληθεί στον ελληνικό λαό.

Πρέπει να είναι σαφές, λοιπόν, ότι η ελληνική κοινωνία θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε αυτή την «παγίδα» όσο παραμένει στο κλουβί της ΕΕ.

19. Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα βίωσαν και βιώνουν πολύ βαθύτερα την καπιταλιστική κρίση, την αντεργατική και αντιδημοκρατική επιθετικότητα του κεφαλαίου, ενώ ζουν μέσα στην ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των πολεμικών προετοιμασιών.

Η αστική τάξη της Ελλάδας, όχι μόνον δεν προωθεί την «έξοδο» από τα μνημόνια, αλλά τα εμπεδώνει και τα «ιδιοποιείται», υποτάσσεται πλήρως στην ΕΕ και το ΔΝΤ, βαθαίνοντας την εκμετάλλευση και την κερδοφορία ειδικά των πολυεθνικών μονοπωλίων, ενώ προσθέτει και μια νέα αμερικανοκρατία. Προωθεί τις επιδιώξεις της ελληνικής ολιγαρχίας στα Βαλκάνια, η οποία, υπό την σκέπη των ΗΠΑ, επιχειρεί να ανακτήσει κάποιες θέσεις, όπως δείχνει η Συμφωνία των Πρεσπών. Η Συμφωνία αυτή δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει οι εθνικισμοί των βαλκανικών αστικών τάξεων, κυρίως γιατί είναι ενταγμένη στους ευρύτερους νατοϊκούς και ευρωενωσιακούς σχεδιασμούς, παρά ορισμένα θετικά σημεία της (π.χ. σύνθετη ονομασία, αναγνώριση σλαβομακεδονικού έθνους και γλώσσας).

20. Την ίδια στιγμή, ο τουρκικός καπιταλισμός είναι πιο ισχυρός, σήμερα. Διεκδικώντας ηγετικό ρόλο στην περιοχή αυξάνει την επιθετικότητά του, τις απειλές πολέμου, προβάλλει αναθεωρητικές διεκδικήσεις. Ταυτόχρονα, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός μέσω του άξονα Ισραήλ, Αιγύπτου, Κύπρου, στον οποίο συμμετέχει ενεργά ο ελληνικός καπιταλισμός, εντείνει την παρέμβασή του στην Αν. Μεσόγειο για τον έλεγχο ειδικά των πηγών και δικτύων μεταφορών ενέργειας. Σε αυτό το τοπίο δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι για την έναρξη πολεμικών αναμετρήσεων στην περιοχή μας.

21. Οι πρώτες αυτές επισημάνσεις δείχνουν ότι είναι αναγκαίο να ανοίξει εκ νέου μια βαθύτερη συζήτηση και σε αυτό το ζήτημα: Ποιος είναι και που βαδίζει ο ελληνικός καπιταλισμός, ποια είναι η θέση του στο διεθνές καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό σύστημα, ποια είναι η κοινωνική διαστρωμάτωσή του, ποιες οι ιδιομορφίες του κ.α. Αυτή η συζήτηση είναι αναγκαία εάν θέλουμε να αναπτύξουμε μια συγκεκριμένη στρατηγική για την επανάσταση στον «αδύναμο κρίκο» του ελληνικού έθνους – κράτους, για τη διεθνή αλληλεπίδραση, αλλά και αν θέλουμε να αναπτύξουμε μια αποτελεσματική τακτική μετωπικής συγκέντρωσης δυνάμεων που θα απαντά στο «σήμερα» και θα συνδέει με το «αύριο».

Η κατάσταση του κομμουνιστικού, αριστερού και εργατικού – λαϊκού κινήματος

22. Σε αυτή την αντιφατική κατάσταση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, αναπτύχθηκαν και θα αναπτύσσονται ημιαυθόρμητοι εργατικοί, κοινωνικοί και λαϊκοί αγώνες αντίστασης.

Μέσα σε αυτούς τους κοινωνικούς αγώνες μπορεί να γεννηθούν τα σπέρματα από το μέλλον που θα συναντήσουν τις καλύτερες επαναστατικές παραδόσεις και κατακτήσεις του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Όμως,  το παρελθόν της ήττας βαραίνει ακόμη πάνω στο παρόν. Βαραίνει η στρατηγική κρίση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος από τις καταρρεύσεις και ανατροπές της σοσιαλιστικής απόπειρας του προηγούμενου αιώνα. Βαραίνουν δεκαετίες ρεφορμιστικής και συστημικής πολιτικής στην Αριστερά, μαζί με το σεχταρισμό και τον αριστερισμό. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η ήττα των μεγάλων αντιμνημονιακών αγώνων, τους οποίους η Αριστερά, ειδικά η κομμουνιστική, εξαιτίας της αδυναμίας και των ανεπαρκειών της απέτυχε να αξιοποιήσει.

23. Οι σημερινές εργατικές και λαϊκές αντιστάσεις είναι ακόμη κατακερματισμένες, ανεπαρκείς και χωρίς σαφή προοπτική, διότι, πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες, καθορίζονται από την έλλειψη επαναστατικού προγράμματος και προσανατολισμού. Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης είναι επείγουσα και δεν αφορά αποκλειστικά κάποιον πολιτικό φορέα ή κάποιους «ειδικούς». Πρόκειται για μια διαδικασία που πρέπει να εξελιχθεί μέσα στην ανάπτυξη της δράσης, ανοιχτά μέσα στην εργατική τάξη και το λαό. Εκεί θα δώσει καθένας την συνεισφορά του.

24. Οι ηγεσίες και η πολιτική του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΛΑΕ, για διαφορετικούς λόγους και παρά την προσφορά και τους αγώνες τους, δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το καθήκον, αποδείχτηκαν ανεπαρκείς στις πρόσφατες αναμετρήσεις. Αδυνατούν να συλλάβουν τη νέα κατάσταση. Συνεχίζουν χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική της πορείας τους. Γενικά, στην Αριστερά κυριαρχεί ο σεχταρισμός μαζί με τον οπορτουνισμό, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αρχηγισμός και ο κοινοβουλευτισμός. Αναπτύσσεται ένας ενδοαριστερός «εμφύλιος» που φτάνει μέχρι και σε φαινόμενα βίας.

Από την άλλη, ο αναρχικός και αντιεξουσιαστικός χώρος, παρά τη συμμετοχή τμημάτων του σε συνδικαλιστικούς και αντικατασταλτικούς αγώνες, δεν μπορεί συνολικά να ξεφύγει από την υποτίμηση της πολιτικής, προγραμματικής και οργανωτικής συγκρότησης και σε όψεις του, από το φετιχισμό της βίας και μία μηδενιστική αντικοινωνική στάση.

25. Από αυτή τη σκοπιά, για όλα τα παραπάνω απαιτείται μια βαθιά κριτική και αυτοκριτική αποτίμηση της τακτικής, των συνθημάτων και των πράξεων της Αριστεράς στην ταραγμένη δεκαετία που πέρασε και η οποία άφησε ανεξίτηλο ίχνος για το μέλλον. Κατανοούμε πλήρως ότι χωρίς μία συνολική αποτίμηση για αυτές τις ελλείψεις, συνολικά αλλά και για τις δικές μας, δεν μπορεί να υπάρξει ελπιδοφόρα τομή με τα λάθη και τις παθογένειες του παρελθόντος. Σε αυτή την κατεύθυνση, θα προσπαθήσουμε να καταθέσουμε από κοινού έναν τέτοιο αναγκαίο και ουσιαστικό απολογισμό.

Για την αντιστροφή και υπέρβαση της κατάστασης

26. Είναι αναγκαίο ένα αποφασιστικό και μαχητικό βήμα αντιστροφής και υπέρβασης. Είναι η ώρα για μια νέα συσπείρωση δυνάμεων που θα συμβάλει στην προγραμματική ανασύνθεση της κομμουνιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Που θα προωθεί ως στρατηγική τη ρήξη και την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού. Με μαχόμενη κριτική αποτίμηση για την ιστορική πορεία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, χωρίς να ισοπεδώνεται η προσφορά του. Με στόχο να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα αντάξιο της εποχής μας με βασικό καθήκον την ανασυγκρότηση του διεκδικητικού κινήματος και της Αριστεράς, ώστε να ανακοπεί η πορεία διάλυσης. Για να ανοίξει η συζήτηση για την επόμενη μέρα, μπροστά στους υπάρχοντες αριστερούς φορείς, ώστε να τεθούμε όλοι προ των ευθυνών μας.

27. Η ιστορική αποτίμηση της επαναστατικής απόπειρας του 20ου αιώνα και η νέα εποχή του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού απαιτούν έναν βαθύ διάλογο που θα στηρίζεται στη θεωρία του Μαρξ και του Ένγκελς, στην επέκταση και την εμβάθυνσή του από τη συνεισφορά του λενινισμού, στον επαναστατικό μαρξισμό, αλλά και στη συμβολή όλων των μαχόμενων μαρξιστών, με στόχο μια, αντίστοιχη με την εποχή μας, στρατηγική για τις επαναστάσεις και την κομμουνιστική κοινωνία του 21ου αιώνα. Για να απαντήσουμε στα μεγάλα ερωτήματα: Ποια θα είναι η πορεία της επαναστατικής διαδικασίας στην εποχή μας; Τι συμπεράσματα αντλούμε από την εμπειρία των επαναστάσεων του 20ου αιώνα; Πώς προωθείται ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας;

28. Η αντίστοιχη συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων είναι αναγκαίος αλλά όχι επαρκής όρος για την αντιστροφή της σημερινής κατάστασης. Το γεγονός ότι οι κομμουνιστικές δυνάμεις οφείλουν να προωθούν τη στρατηγική τους, δεν σημαίνει ότι παραιτούνται από τα μέτωπα, από άξονες συσπείρωσης και κοινής δράσης με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις για τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα το λαό και τη χώρα.

Γι’ αυτό απαιτείται μια πορεία δημιουργίας ενός σύγχρονου εργατικού και λαϊκού, κοινωνικοπολιτικού μετώπου. Σε αυτό το μέτωπο, οι πρωτοπόρες δυνάμεις οφείλουν να συνδέουν τον αντιιμπεριαλιστικό και δημοκρατικό αγώνα με το ταξικό και αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο του, όπως και αντίστροφα, να συμβάλουν έτσι ώστε ο αντικαπιταλιστικός αγώνας να εκφράζεται με τις σύγχρονες αντιιμπεριαλιστικές και δημοκρατικές αιχμές του.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν έρχεται σε σύγκρουση, αντίθετα, ενισχύει τις προσπάθειες για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα, τροφοδοτεί την επαναστατική προοπτική.

Ταυτόχρονα, ένα τέτοιο μέτωπο δεν μπορεί να είναι μόνον κοινωνικό. Είναι αναγκαία μια πολιτική συμμαχία των ανατρεπτικών αριστερών δυνάμεων. Που θα συσπειρώσει δυνάμεις ενάντια στο διπολισμό γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, αλλά και ενάντια στην Ακροδεξιά και το νεοφασισμό. Που θα δώσει νέα πνοή στο μαζικό κίνημα, θα συμβάλει σε νίκες και κατακτήσεις τι οποίες τόσο ανάγκη έχει ο λαός και η νεολαία.

Βασικά στοιχεία ενός πολιτικού προγράμματος για τη σημερινή περίοδο

29. Ένα τέτοιο μέτωπο έχει σαν κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό στόχο:

Ριζικές κατακτήσεις για τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, προωθώντας τη ρήξη και ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού. Κατακτήσεις που μπορούν να επιβληθούν εντός και παρά το χρέος, την ΕΕ και την αστική κυριαρχία, με αγώνα εναντίον τους, ανοίγοντας νέες προοπτικές για την επαναστατική διαδικασία. Σε αυτή την κατεύθυνση  αναζητούμε μια πρόταση τακτικής για τη σημερινή περίοδο, που μπορεί να συσπειρώσει μετωπικά ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Αποτελεσματική τακτική δεν μπορεί να είναι ούτε ο ρεφορμισμός και η υποταγή στο σύστημα, ούτε ο αριστερισμός και η άσφαιρη καταγγελία του καπιταλισμού.

Ένα τέτοιο μέτωπο χρειάζεται ένα πρόγραμμα πάλης με βάση τους παρακάτω βασικούς άξονες:

– Κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων, ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και λαϊκό εισόδημα, με σταθερές εργασιακές σχέσεις και μείωση του χρόνου εργασίας, προοδευτική φορολογία και προστασία της λαϊκής κατοικίας.

– Παύση πληρωμών, διαγραφή του δημόσιου χρέους, διαγραφή – ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους των λαϊκών στρωμάτων.

– Εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων με δημοκρατικό, εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.

– Έξοδος από ευρώ και Ευρωπαϊκή Ένωση, λαϊκή κυριαρχία στη νομισματική πολιτική και σε όλους τους τομείς, στην οικονομία, την πρόνοια, την άμυνα, τη δημόσια περιουσία.

– Ειρήνη και ισότιμη συνεργασία των λαών σε Βαλκάνια, Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο. Έξοδος από το ΝΑΤΟ, έξω οι βάσεις. Όχι στη νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών και στον άξονα με ΗΠΑ, Ισραήλ, Αίγυπτο.

– Υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των εργατικών λαϊκών ελευθεριών, αποφασιστική αντιφασιστική πάλη.

– Δημόσια και δωρεάν υγεία, παιδεία και ασφάλιση για όλους.

– Υπεράσπιση των μικρομεσαίων στρωμάτων και της μικρομεσαίας αγροτιάς.

– Στήριξη των δικαιωμάτων των νέων εργαζόμενων, των φοιτητών και μαθητών, των γυναικών και όλων των καταπιεζόμενων ομάδων.

– Υπεράσπιση των προσφύγων και των μεταναστών.

– Προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος από την καταστροφή χάριν του κέρδους.

30. Οι παραπάνω άξονες πολιτικού προγράμματος απαιτείται να βαθύνουν για να δοθούν πειστικές απαντήσεις:

– Στο θεμελιώδες κοινωνικό – οικονομικό ζήτημα, απέναντι στην καπιταλιστική κρίση, στην ανεργία, στην κρίση των τραπεζών, στις χρεοκοπίες επιχειρήσεων, στην ασυδοσία της «ελεύθερης αγοράς» και τη ζούγκλα του ανταγωνισμού, στο ξεπούλημα δημόσιων επιχειρήσεων και χώρων, στις ιδιωτικές καταστροφικές επενδύσεις, στις μειώσεις μισθών και συντάξεων, στην κατάργηση συλλογικών συμβάσεων.

– Στο δεύτερο μεγάλο ζήτημα, αυτό της δημοκρατίας, για δημοκρατικές, πολιτικές και συνταγματικές κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων και με την ενεργό συμμετοχή του λαού σε όλα τα πεδία, απέναντι στον εκφυλισμό και την αντιδραστική μετάλλαξη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στις νεοφασιστικές τάσεις κατάργησής της.

– Στο ζήτημα μιας αντιιμπεριαλιστικής ανεξάρτητης πολιτικής, απέναντι στους κινδύνους για την ειρήνη στην περιοχή μας από την πολιτική της ελληνικής άρχουσας τάξης, από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, απέναντι στην επιθετικότητα της τουρκικής αστικής τάξης.

31. Η δεκαετία που πέρασε ανέδειξε το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στο πρόγραμμα και το εργατικό λαϊκό μέτωπο με την κυβέρνηση και με την επαναστατική διαδικασία και εξουσία. Αυτό το μεγάλο πρόβλημα δεν απαντήθηκε επαρκώς από τις κομμουνιστικές επαναστατικές δυνάμεις, στην προηγούμενη δεκαετία, με αποτέλεσμα να «απαντηθεί» από τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης και υποταγής. Απαιτείται μια ριζοσπαστική αντιμετώπιση αυτών των σχέσεων, με βάση την εποχή μας, τις παλιές και σύγχρονες εμπειρίες, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών (π.χ. Λατ. Αμερική).

32. Ταυτόχρονα, μέσα και μαζί με την όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, οξύνεται ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών αντιθέσεων, όπως η αντίθεση καπιταλισμού – φύσης, πόλης – υπαίθρου, έμφυλες αντιθέσεις και πατριαρχία, εθνοτικές αντιθέσεις και ρατσισμός, πολιτισμικές – θρησκευτικές αντιθέσεις κ.λπ. Η ανάπτυξη μαζικών κινημάτων για την καταπολέμηση των αντιδραστικών τάσεων σε κάθε πεδίο είναι αναγκαία, ταυτόχρονα με μία προσπάθεια σύνδεσής τους με το ευρύτερο κίνημα και ρεύμα για την απελευθέρωση των εργαζομένων και του λαού. Η σύνδεση αυτή απαιτεί σύγχρονες ειδικές θεωρήσεις και πρακτικές ανά πεδίο όσο και μία συνολική ταξική – κοινωνική οπτική σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό και με σοσιαλιστική – κομμουνιστική κατεύθυνση εντός των κινημάτων αυτών. Για να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού, συχνά μέσω μεταμοντέρνων ιδεολογικών ρευμάτων, για τον κατακερματισμό, την απομόνωση και τελικά την ενσωμάτωση αυτών των κινημάτων σε μια κοσμοπολίτικη και φιλελεύθερη ατζέντα.

Στο μαζικό κίνημα

33. Τόσο οι κομμουνιστικές δυνάμεις, όσο και το μέτωπο, δοκιμάζονται, κρίνονται και υπηρετούν το μαζικό κίνημα.

Από αυτή τη σκοπιά, για να αναπτυχθούν μαζικοί, νικηφόροι εργατικοί αγώνες, είναι αναγκαίο να εξοπλιστεί το ταξικό συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα με ένα σύγχρονο πρόγραμμα διεκδικήσεων για το μισθό, το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημοκρατία στους χώρους εργασίας κ.α. Χρειάζεται μετωπική συσπείρωση των αγωνιζόμενων, ταξικών δυνάμεων  για μια μαζική, ενωτική και ανεξάρτητη εργατική ταξική κίνηση που θα συμβάλει σε πλατιά αγωνιστικά σχήματα στους κλάδους και τις επιχειρήσεις. Θα συμβάλει στην ενότητα των διάσπαρτων δυνάμεων σε ένα αγωνιστικό ταξικό δίκτυο ανυπότακτων συνδικάτων, το οποίο θα υπερβαίνει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και θα αντιπαλεύει το ρεφορμισμό, χωρίς αποχωρήσεις και περιχαρακώσεις από την πλατιά βάση του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος.

34. Απέναντι στην ανάπτυξη των πολεμικών κινδύνων και του εθνικισμού χρειάζεται η ενωτική πάλη ενάντια στην σύγχρονη αμερικανοκρατία, τον ευρωατλαντικό άξονα και την κυβερνητική πολιτική, χωρίς υποκλίσεις σε άλλους ιμπεριαλισμούς. Η πάλη αυτή θα είναι αποτελεσματική εάν εμπνέεται από τον ευρύτερο αγώνα για εθνική ανεξαρτησία με σαφή αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, για λαϊκή κυριαρχία με εργατική ηγεμονία και για ισότιμη διεθνιστική συνεργασία των λαών. Σε αυτή την πάλη, οι κομμουνιστικές δυνάμεις οφείλουν να συνδέουν τον πατριωτισμό με τον ταξικό διεθνισμό και αντίστροφα, ενάντια και στον αστικό κοσμοπολιτισμό και στον αστικό εθνικισμό.

Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει ο Πανελλαδικός Αντιπολεμικός Κινηματικός Συντονισμός ενώ, ταυτόχρονα, χρειάζεται η κοινή δράση όλων των αντιπολεμικών συλλογικοτήτων και η δημιουργία ενός ενωτικού μαζικού κινήματος για την προάσπιση της ειρήνης.

35. Απαιτείται η μετωπική προάσπιση και ανάπτυξη των δημοκρατικών, συλλογικών και ατομικών ελευθεριών, από την ακροδεξιά επιθετικότητα και τη φασιστική απειλή, από τη μόνιμη αντιδημοκρατική «εκτροπή» με κοινοβουλευτικό μανδύα. Για αυτό χρειάζεται η κοινή μετωπική δράση όλων των αντίστοιχων δημοκρατικών και αντιφασιστικών συλλογικοτήτων, η αποφασιστική απομόνωση του νεοφασισμού από το μαζικό κίνημα και η δημιουργία μιας πλατιάς δημοκρατικής αντιφασιστικής κίνησης μετωπικού χαρακτήρα.

36. Από τις βασικές προτεραιότητες είναι η συμβολή στην ανάπτυξη του κινήματος της νεολαίας, η οποία δέχεται μεγάλες επιθέσεις στην εργασία αλλά και στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στο στρατό και στον πολιτισμό. Είναι εμφανής η ανάγκη για μία μετωπική κοινωνική και πολιτική πρωτοβουλία νεολαίας που να επιχειρεί να αναμετρηθεί με το σύνολο των πεδίων του νεολαιίστικου κινήματος.

37. Σημαντική πλευρά της δράσης μας είναι και η συμβολή στην ανάπτυξη τοπικών κινημάτων και κινημάτων πόλης ενάντια στις προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις στο δημόσιο χώρο, την υποβάθμιση και ιδιωτικοποίηση των δημοτικών υπηρεσιών και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Για αυτό είναι αναγκαία η δράση μέσα στις αντίστοιχες λαϊκές κινηματικές μορφές (επιτροπές κατοίκων, σύλλογοι κλπ.) όσο και ο συντονισμός των κινηματικών αντιδράσεων όταν αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε το συντονισμό των αριστερών ριζοσπαστικών αυτοδιοικητικών σχημάτων πόλης ώστε να υπάρχει ανταλλαγή εμπειρίας, αλλά και ως συμβολή στην ευρύτερη ανάπτυξη της λογικής της κοινής δράσης και της μετωπικής συμπόρευσης δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η μετωπική πολιτική πρόταση στο σήμερα

38. Η κατεύθυνση για ένα μαζικό εργατικό και λαϊκό μέτωπο διεκδίκησης κατακτήσεων που θα προωθεί τη ρήξη και την ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού είναι ένα έργο μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, που προϋποθέτει την κατάκτηση ή τη δυνατότητα κατάκτησης της δημοκρατικής ηγεμονίας ενός κομμουνιστικού προγράμματος και μιας αντίστοιχης μετωπικής αντίληψης. Αυτό το κοινωνικό μέτωπο χρειάζεται την πολιτική πλευρά του, μια αριστερή συμμαχία ανατροπής. Γνωρίζουμε ότι ενώ είναι αναγκαίο, ένα τέτοιο μέτωπο και συμμαχία δεν είναι ακόμη ώριμο να πραγματοποιηθούν.

Σε αυτή την κατεύθυνση, εκτιμούμε ότι αυτό που ανταποκρίνεται περισσότερο στο επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος στη φάση της ανάταξης είναι μια πολιτική συνεργασία διαλόγου και κοινής δράσης με πρακτικές πολιτικές δεσμεύσεις, μεταξύ αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων και αγωνιστών/τριών. Η μορφή αυτή μπορεί και πρέπει να είναι πιο ανοιχτή και «πειραματική» επειδή, στο φως της εμπειρίας έως τώρα, χρειάζονται και σοβαρές τομές στο επίπεδο του πολιτικού προγράμματος,  της δομής, της λειτουργίας και της φυσιογνωμίας ενός νέου, σύγχρονου αριστερού ριζοσπαστικού μετωπικού εγχειρήματος.

Προτείνουμε έναν κινηματικό και πολιτικό χώρο με μια στοιχειώδη κεντρική πολιτική συμφωνία μετωπικού χαρακτήρα και δεσμεύσεις σε κεντρικά πολιτικά ζητήματα, στην κοινή δράση και την παρέμβαση στα επιμέρους κοινωνικά κινήματα, που θα επιδιώξουμε προοπτικά να επεκταθεί γεωγραφικά, με τις ανάλογες μορφές παρέμβασης.

Αυτή η διεργασία αφορά ένα εύρος δυναμικού που κινείται ενωτικά – μετωπικά και ριζοσπαστικά, είτε οργανωμένο ακόμα σε υπαρκτά πολιτικά σχήματα, είτε ευρύτερο ανένταχτο δυναμικό. Η σκέψη, οι προτάσεις και οι πρωτοβουλίες μας για το προχώρημα αυτής της διαδικασίας θα υπηρετούν αυτό το κριτήριο, καλώντας ανοιχτά όλο αυτό το δυναμικό και έχοντας συναίσθηση του αναγκαίου χρόνου για την ευόδωση μιας τέτοιας διεργασίας ώστε να οδηγήσει στη σύγκλιση και συνεύρεση αυτών των δυνάμεων.

Παρά τις δυσκολίες τα τελευταία χρόνια και τη σύγχυση στη σημερινή εποχή, σε δυνάμεις του κινήματος και της ριζοσπαστικής Αριστεράς αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται ορισμένες πολιτικές διεργασίες και αναζητήσεις, στην κατεύθυνση για μετωπική λογική και αντίληψη ουσιαστικής κοινής δράσης, αντίληψη προγράμματος για μαζική αντίσταση, για θετικές διεκδικήσεις και αναμετρήσεις, για γόνιμη σύνδεση τακτικής και στρατηγικής, λογική γραμμής μαζών στην παρέμβαση, αυτοτέλειας του μαζικού κινήματος και όχι ελέγχους «κομματικών κορυφών», για ειλικρινή αναστοχαστική και ανασυνθετική διάθεση. Όλα αυτά διαμορφώνουν ορισμένες δυνατότητες για συγκλίσεις. Μια τέτοια διεργασία μπορεί και πρέπει να προχωρήσει χωρίς βεβιασμένες κινήσεις, αλλά με ό,τι είναι ώριμο να γίνει. Με σεβασμό στα υπάρχοντα σχήματα των κοινωνικών χώρων, αλλά ταυτόχρονα αναζητώντας έναν «οδικό χάρτη» για την όσο το δυνατόν ενωτική υπέρβασή τους, όπου αυτό είναι εφικτό.

Η πρόταση αυτή απευθύνεται σε όλη τη ριζοσπαστική Αριστερά και θα συγκροτηθεί από εκείνες τις δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές/τριες που προσεγγίζουν έμπρακτα τις παραπάνω αντιλήψεις και λογικές.

39. Το περιεχόμενο αυτής της πρότασης είναι η συμφωνία πάνω σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις για τις οποίες θα αγωνιστούμε από κοινού στην πολιτική και στο μαζικό κίνημα αντιστρέφοντας την υποχώρηση, βοηθώντας στην ανάπτυξη των αγώνων που θα επιχειρούν να σπάνε την επίθεση της κυβέρνησης και να βελτιώνουν άμεσα τη θέση των εργαζομένων και το συσχετισμό δύναμης.

Αυτή η πολιτική συμφωνία κοινής δράσης και διαλόγου μπορεί να αρχίσει τη δράση της πάνω στους εξής άξονες: α) επιβολή στην πράξη συλλογικών συμβάσεων για αυξήσεις σε μισθούς – συντάξεις, σταθερή εργασία και μείωση του χρόνου εργασίας, β) αναχαίτιση και ματαίωση ιδιωτικοποιήσεων και ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου, κρατικοποιήσεις – εθνικοποιήσεις με ευρύτερο κοινωνικό, δημοκρατικό και εργατικό έλεγχο γ) διεκδίκηση δημόσιων επενδύσεων με σεβασμό στο περιβάλλον, φιλολαϊκά έργα υποδομής και ίδρυση δημόσιων επιχειρήσεων, με κοινωνικό, δημοκρατικό και εργατικό έλεγχο, δ) δημοκρατική προάσπιση των συνδικάτων, των μαζικών φορέων, των λαϊκών αγωνιστών/τριών, των προσφύγων – μεταναστών, των γυναικών, των ΛΟΑΤΚΙ, με διεκδικήσεις για μείωση του αστυνομικού κράτους, των μέσων καταστολής και του ρόλου των αστικών μέσων ενημέρωσης, για κατάργηση των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» μεταναστών/τριών κ.λπ., ε) πάλη για την ειρήνη με ανεξάρτητη, πολυδιάστατη αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική, με διεθνιστική στήριξη των λαών, στ)  προάσπιση του περιβάλλοντος από τη ληστρική καπιταλιστική εκμετάλλευσή του.

Για μια συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων της εποχής μας

40. Όλα τα παραπάνω καθήκοντα, η σκληρή περίοδος στην οποία εισερχόμαστε και πάνω από όλα, η συγκλονιστική εποχή που ζούμε, σε συνδυασμό με την αποτυχία των αριστερών δυνάμεων και προγραμμάτων στη δεκαετία που πέρασε, δείχνουν ότι απαιτείται  η δημιουργία ενός νέου αριστερού, επαναστατικού και κομμουνιστικού φορέα.

Σε αυτή την κατεύθυνση, απαιτείται η δημιουργία μιας μαζικής συσπείρωσης κομμουνιστικών ρευμάτων προς μια ενωτική οργάνωση, που θα ανοίξει το δρόμο για το κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα της εποχής μας.

Μια συσπείρωση δυνάμεων γύρω από ένα σαφές ανατρεπτικό πολιτικό πρόγραμμα για την περίοδο, πρώτα από όλα για το μισθό, το εισόδημα, το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, αλλά και για τη δημοκρατία και τον αντιφασισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη και τη διεθνή συνεργασία των λαών, καθώς και για όλα τα ζητήματα που συγκλονίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, όπως το περιβάλλον και η διατροφή, το γυναικείο ζήτημα, ο ρατσισμός, οι σεξιστικές διακρίσεις κ.α.

Με ανοιχτή, δημιουργική συζήτηση και αναζήτηση για μια νέα στρατηγική σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση, με βάση το μαρξισμό, τις εμπειρίες από τις επαναστατικές απόπειρες του 20ου αιώνα και τις σύγχρονες, υλικές δυνατότητες χειραφέτησης της εργασίας, στην εποχή μας.

Μια συσπείρωση δυνάμεων με ενότητα στη δράση που θα διασφαλίζεται από εσωτερική δημοκρατία, με αιρετή και ανακλητή ηγεσία, προσανατολισμό στην εργατική τάξη, ειδικά στους συγκεντρωμένους χώρους βιομηχανίας και υπηρεσιών, στη νέα γενιά αλλά και σε όλο τον λαϊκό κόσμο της εργασίας.

Με μια συνεπή και σύγχρονη μετωπική πολιτική που θα ξεπερνά τόσο την υποταγή στις πτέρυγες της αστικής πολιτικής ή των αριστερών ρεφορμιστικών τάσεων, όσο και την απομόνωση από τις πλατιές εργαζόμενες και λαϊκές μάζες, στο όνομα της επανάστασης. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πλατιού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ανατροπής, ακόμα και αν αυτό δεν είναι άμεσα εφικτό.

Μία συσπείρωση δυνάμεων με δημιουργία διεθνιστικών δεσμών, σε μια εποχή όπου οι δυνατότητες επικοινωνίας, μεταφορών και εμπειριών έχουν ανέβει εκθετικά, ενώ ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός παρασύρουν την εργατική τάξη και τους λαούς στον εθνικισμό και τους πολέμους ή στην υποταγή στις κοσμοπολίτικες ολοκληρώσεις τους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

41. Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων προτείνει αυτόν τον δρόμο. Θα συμβάλει αποφασιστικά, με αυτοκριτική και σχεδιασμένη πορεία υπέρβασης του ίδιου, με συντροφικό πνεύμα σύνθεσης και κοινή στράτευση.

Καλεί τους αγωνιστές και αγωνίστριες που συμφωνούν, να συμβάλουν στη δημιουργία μιας συσπείρωσης πολιτικών δυνάμεων και αγωνιστών που αγωνίζονται για το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής μας.

Οι πρόσφατες εκλογές και η κομμουνιστική αριστερά

Του Βασίλη Λιόση

Οι αναλυτές των δημοσκοπήσεων συνηθίζουνε να λένε (σωστά) πως οι δημοσκοπήσεις είναι μια φωτογραφία της στιγμής. Αυτό ισχύει εν μέρει και για τις ίδιες τις εκλογές. Επομένως η εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων για τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την τρέχουσα συγκυρία αλλά και την ανασκόπηση των εκλογικών επιδόσεων σε ένα ορισμένο βάθος χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση είχαμε από τη μία τη διαδρομή μιας κυβέρνησης που για πρώτη φορά άντεξε τέσσερα χρόνια την περίοδο της κρίσης και που ψευδώς διαλαλούσε τον αριστερό της χαρακτήρα ενώ από την άλλη είχαμε την ίδια την κρίση να σοβεί έχοντας εισέλθει πλέον στον δέκατο χρόνο της. Αυτά είναι τα δύο πλαίσια εντός των οποίων πρέπει να αποτιμηθεί το όποιο εκλογικό αποτέλεσμα. Εν προκειμένω θα αναφερθούμε στις εκλογικές επιδόσεις του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των ΚΚΕ (μ-λ) και ΜΛ-ΚΚΕ. Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί στο κείμενό μας δεν συμπεριλαμβάνονται και άλλες δυνάμεις. Οι λόγοι είναι δυο: πρώτο, γιατί τα ποσοστά των υπόλοιπων είναι ιδιαίτερα χαμηλά και άρα η επιρροή τους στην ελληνική κοινωνία είναι σχεδόν μηδαμινή και δεύτερο, γιατί είναι συζητήσιμο αν κάποιες δυνάμεις με αναφορά στον κομμουνισμό, είναι κομμουνιστικές (βεβαίως αυτό σηκώνει πολύ συζήτηση για το πώς ορίζεται μία πολιτική δύναμη ως κομμουνιστική, αλλά ο σχετικός προβληματισμός ξεφεύγει από τις επιδιώξεις αυτού του κειμένου). Στο παρόν κείμενο θέτουμε ορισμένες παραδοχές:

1.     Κάνουμε την επισκόπηση των εκλογικών αποτελεσμάτων από το 2009, χρονιά που στην ελληνική κοινωνία είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια της οικονομικής κρίσης.

2.     Περισσότερο σημαντική είναι η εξέλιξη των ποσοστών, χωρίς να σημαίνει ότι η απώλεια ή το κέρδος ψήφων σε απόλυτα νούμερα είναι αμελητέα.

 

Α. ΤΟ ΚΚΕ

Η εξέλιξη ψήφων και ποσοστών από το 2009 μέχρι και τις πρόσφατες εκλογές του 2019 αποτυπώνεται στον παρακάτω πίνακα και στο διάγραμμα που αφορά την εξέλιξη των ποσοστών του.

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΨΗΦΩΝ
Οκτώβριος 2009 7,54 517.249
Μάιος 2012 8,48 536.072
Ιούνιος 2012 4,51 277.204
Ιανουάριος 2015 5,47 338.188
Σεπτέμβριος 2015 5,55 301.632
Ιούλιος 2019 5,30 299.592

 

 

 

 

ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΠΟΣΟΣΤΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2009-2019

Βασικά συμπεράσματα που εξάγονται για την εκλογική δύναμη του ΚΚΕ είναι τα εξής:

Με βάση την υψηλότερη επίδοση του κόμματος που σημειώθηκε τον Μάιο του 2012 το ΚΚΕ έχει απολέσει ένα ποσοστό της τάξης του 3,18% και 236.480 ψήφους. Για ένα κόμμα που λαμβάνει 2,5 εκατομμύρια ψήφους η απώλεια 230.000 ψήφων ίσως δεν είναι και τόσο σοβαρή. Στην περίπτωση, όμως, του ΚΚΕ πρόκειται για απώλεια σχεδόν του 40% της εκλογικής του δύναμης, άρα πρόκειται για σοβαρή απώλεια. Αυτή δεν συντελέστηκε σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου, αλλά μόλις σε επτά χρόνια και μάλιστα μνημονιακά χρόνια.

Θεωρούμε πως η απώλεια του ΚΚΕ θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη στις πρόσφατες εκλογές αν δεν είχε αλλάξει κάποια στοιχεία της πολιτικής του. Απαριθμούμε ενδεικτικά:

  • Έκανε μερικά πολιτικά ανοίγματα που αφορούσαν πρόσωπα.
  • Μεγάλη έκταση των προεκλογικών ομιλιών καταλάμβανε η καταγγελία των ΗΠΑ και του ιμπεριαλισμού.
  • Δόθηκε μεγάλο βάρος στο να μην μπει η Χρυσή Αυγή στο κοινοβούλιο.
  • Στα καλέσματα για την ενίσχυση του ΚΚΕ ετίθετο το δίλλημα: Ή με το ΚΚΕ ή με τις μνημονιακές δυνάμεις.
  • Στιγματίστηκε η μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ από τον ΣΥΡΙΖΑ.
  • Επανήλθε στη ρητορική του κόμματος ο όρος Αριστερά.
  • Η επίκληση για λαϊκή εξουσία, δηλαδή για δικτατορία του προλεταριάτου, εξαφανίστηκε.

Συχνά πυκνά ο λόγος του ΚΚΕ θύμιζε πρότερες εποχές, εποχές πριν τη μετατροπή του σε ένα σεχταριστικό νεοτροτσκιστικό μόρφωμα. Επομένως, γιατί αυτό είναι επιλήψιμο, θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει. Καμία αλλαγή πολιτικής δεν είναι επιλήψιμη, αρκεί να μην είναι ευκαιριακή και αρκεί να εξηγείται καθώς και να γίνεται γενναία αυτοκριτική για τα όποια λάθη. Τι έχουμε, όμως, στην περίπτωση του ΚΚΕ; Το μήνυμα που έλαβε από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ενεργοποίησαν το σήμα κινδύνου. Το ΚΚΕ «κατάφερε» να σημειώσει τη χαμηλότερη εκλογική του επίδοση στις πρόσφατες ευρωεκλογές, ενώ βλέποντας κάποιος τις επιδόσεις του στις βουλευτικές των τελευταίων ετών κατευθυνόταν σε ένα ποσοστό κάτω του 5%. Υπήρχε, πλέον, ζήτημα επιβίωσης για να το πούμε κομψά. Έτσι, οι γωνίες στρογγύλεψαν.

 

Οι ομιλίες και οι πολιτικές προσεγγίσεις έγιναν πιο γειωμένες. Ωστόσο:

  • Η πολιτική συμμαχιών περιορίστηκε σε πρόσωπα και δεν αγκάλιασε και πολιτικές δυνάμεις όπως επιτάσσουν οι καιροί.
  • Ενώ στο 20ο συνέδριο του κόμματος η λέξη αντιιμπεριαλισμός απουσιάζει παντελώς, ξαφνικά και χωρίς να εξηγηθεί οι αντιιμπεριαλιστικοί τόνοι υπερκάλυψαν τους αντικαπιταλιστικούς.
  • Καμία έκκληση δεν έγινε στο πρόσφατο παρελθόν για σύμπηξη αντιφασιστικών μετώπων για την αντιμετώπιση της ΧΑ. Επομένως, οι εκκλήσεις από το μπαλκόνι για τον αποκλεισμό της ΧΑ από τη βουλή, μικρή σημασία έχουν.
  • Ποιος τολμούσε να μιλήσει για μνημονιακές δυνάμεις και να μην χαρακτηριστεί οπορτουνιστής από την ηγεσία του ΚΚΕ; Κι όμως! Ο γραμματέας του κόμματος έλεγε ότι μπροστά στην κάλπη υπάρχουν από τη μία μνημονιακές και φασιστικές δυνάμεις και από την άλλη το ΚΚΕ.
  • Τι να πούμε όσον αφορά την καταγγελία για τη μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ; Ασφαλώς και ο ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε την ετυμηγορία του ελληνικού λαού. Όμως, το ΚΚΕ μπροστά στο δημοψήφισμα καλούσε σε αποχή και άκυρο. Επομένως το ΟΧΙ και το ΝΑΙ δεν είχαν καμία διαφορά (πάντα κατά το ΚΚΕ). Τώρα, όμως –κατά δήλωση μέλους του ΠΓ– το ΟΧΙ υπήρξε μεγαλειώδες!
  • Όσον αφορά τον όρο αριστερά, ας θυμηθούμε τις δηλώσεις της Αλέκας Παπαρήγα σύμφωνα με τις οποίες «εμείς δεν είμαστε αριστεροί, είμαστε κομμουνιστές», καθιστώντας τους δύο όρους ασύμβατους για πρώτη φορά στα χρονικά της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Ανάμεσα στα άλλα δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε τις δηλώσεις του γραμματέα του ΚΚΕ: «Το ποσοστό του ΚΚΕ επιτεύχθηκε μέσα σε συνθήκες πόλωσης, εκβιαστικών διλημμάτων, απογοήτευσης, αποχής, μειωμένων απαιτήσεων που καλλιεργούν όχι μόνο οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, όπως η ΝΔ, αλλά και αυτές που παρουσιάζονται ως “αριστερές”». Κανένα σχόλιο για την εκλογική επίδοση του ΚΚΕ! Καλή; Κακή; Μέτρια; Αναμενόμενη; Οι πρώτες δηλώσεις του Κουτσούμπα δεν δίνουν καμία απάντηση σε αντίθεση με τις δηλώσεις για την εκλογική επίδοση στις ευρωεκλογές που ενώ ήταν κάκιστη ο γενικός γραμματέας του κόμματος δήλωσε: «Είναι θετικό ότι το ΚΚΕ παραμένει σταθερή δύναμη για τα λαϊκά συμφέροντα, με τάση αναπλήρωσης των δυνάμεών του». Τουλάχιστον, αυτή τη φορά δεν εκτέθηκε με μία τέτοια δήλωση.

 

Β. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Ανάλογη είναι η εικόνα και για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν και βεβαίως τα μεγέθη σε αυτή την περίπτωση είναι μικρότερα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει χάσει από τον Μάιο του 2012 μέχρι και σήμερα 52.248 ψήφους, ενώ το 1,19% έγινε πλέον 0,41%, δηλαδή το ποσοστό της υποτριπλασιάστηκε. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αν και έκανε πριν από μερικά χρόνια αξιοπρόσεκτα βήματα στην κατεύθυνση της ενότητας και μιας πολιτικής που άρχιζε να συγκινεί ευρύτερα στρώματα, αντιμετωπίζει πλέον σοβαρά ζητήματα: αυτοτελείς πολιτικές από συνιστώσες της (ΣΕΚ), κυριαρχία της αντικαπιταλιστικής ρητορείας, υποτίμηση των ζητημάτων που άπτονται της εθνικής ανεξαρτησίας και απόρριψη της έννοιας του πατριωτισμού, έλλειψη προτάσεων.

 

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2009-2019

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΨΗΦΩΝ
Οκτώβριος 2009 0,36 24.687
Μάιος 2012 1,19 75.439
Ιούνιος 2012 0,33 20.391
Ιανουάριος 2015 0,64 39.497
Σεπτέμβριος 2015 0,85 46.096
Ιούλιος 2019 0,41 23.191

 

Γ. ΤΟ ΚΚΕ (μ-λ) & ΤΟ ΜΛ-ΚΚΕ

Εδώ τα μεγέθη είναι ακόμη μικρότερα, αλλά πρόκειται για δυνάμεις που δρουν για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία και που πριν από λίγα χρόνια αποφάσισαν κοινή εκλογική κάθοδο. Στην περίπτωσή τους η ενωτική αυτή κίνηση, αν και θετική, δεν απέδωσε εκλογικά. Στις τελευταίες εκλογές κατήλθαν και πάλι ξεχωριστά. Πάντως και σε αυτή την περίπτωση η μείωση είναι διακριτή αν συγκρίνουμε τα νούμερα του 2012 και του 2019.

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΚΕ (μ-λ) ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΛ ΚΚΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2009-2019

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΨΗΦΩΝ
Οκτώβριος 2009 0,15+0,08 10.480+5.219
Μάιος 2012 0,25 16.049
Ιούνιος 2012 0,12 7.648
Ιανουάριος 2015 0,13 7.999
Σεπτέμβριος 2015 0,16 8.944
Ιούλιος 2019 0,14+0,05 7.778+2.791

Σημείωση: στα αθροίσματα ο πρώτος αριθμός αφορά το ΚΚΕ μλ και ο δεύτερος το ΜΛ-ΚΚΕ

 

 

Δ. ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Είναι σχεδόν αδιανόητο μέσα σε περίοδο κρίσης και μετά από μία τετραετία όπου προδόθηκαν οι ελπίδες ενός κόσμου (ο οποίος είχε αυταπάτες, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα) η κομμουνιστική αριστερά όχι μόνο να μην καρπώνεται εκλογικά οφέλη, αλλά και να χάνει εκλογικά. Ωστόσο, οι εκλογές για τους κομμουνιστές δεν είναι το άπαν. Είναι ένα όμως μέτρο της επιρροής τους, πολιτικής και ιδεολογικής. Και εδώ υπάρχει όχι μεγάλο, αλλά τεράστιο πρόβλημα. Καμία ηγεσία των σχημάτων της κομμουνιστικής αριστεράς, δεν θέλει ή δεν μπορεί ή μπορεί αλλά ψεύδεται, να δει την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι η εξής: η κομμουνιστική πολιτική και η κομμουνιστική ιδεολογία έχουν απαξιωθεί σε ευρέα τμήματα των εργαζομένων.

Επιπλέον, σε τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής των προηγούμενων, διαστροφή της αλήθειας, απύθμενο θράσος. Σταχυολογούμε:

  • Συμμαχία με το ακροδεξιό μόρφωμα των ΑΝΕΛΛ.
  • Τρίτο μνημόνιο, ιδιαίτερα σκληρό.
  • Αύξηση του χρέους της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστές και ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, έπειτα από ανελέητο ξεζούμισμα του λαού.
  • Προδοσία του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος μέσα σε ένα βράδυ.
  • Εθελοντική φορολόγηση των εφοπλιστών.
  • Αύξηση του πλούτου των πλουσιότερων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας.
  • Ξέπλυμα στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ (υπουργοποίηση ως και της Παπακώστα που χαρακτήρισε τους μετανάστες ως κατσαρίδες).
  • Γλειψίματα του Τραμπ και της Μέρκελ που έγιναν ξαφνικά «διαβολικά καλοί» και «σώφρονες πολιτικοί».
  • Διατήρηση των ΜΑΤ που θα καταργούνταν.
  • Διατήρηση του ΕΝΦΙΑ που και αυτός θα καταργείτο.
  • Διατήρηση όλων των προηγούμενων μνημονιακών νόμων που κι αυτοί θα καταργούνταν με ένα νόμο και ένα άρθρο.
  • Δημοπρασίες πρώτης κατοικίας που κι αυτές θα καταργούνταν.
  • Παραμονή στο ΝΑΤΟ που θα βγαίναμε.
  • Συμφωνία των Πρεσπών κατόπιν παραγγελίας των ΗΠΑ.

Μέσα σε αυτή τη λαίλαπα, λοιπόν, η κομμουνιστική αριστερά φαίνεται να έχει πάρει την κατιούσα. Υπάρχει, όμως, ο αντίλογος: οι συνθήκες είναι δύσκολες, η παγκόσμια τάση είναι η υποχώρηση των λαϊκών κινημάτων κ.λπ. Θα είμαστε αντικειμενικοί και δίκαιοι. Ασφαλώς και οι αντικειμενικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές. Τουλάχιστον από το 1989 έχουμε εισέρθει σε ένα αντεπαναστατικό κύμα που στο διάβα του έχει δημιουργήσει νέες πιεστικές, για τους λαούς, καταστάσεις. Αλλά, υπάρχει και ο αντίλογος στον αντίλογο: πόσες φορές η ιστορία προσέφερε ευνοϊκές συνθήκες στους κομμουνιστές; Ελάχιστες, είναι η απάντηση. Συνήθως οι συνθήκες ήταν δυσκολότερες από ό,τι σήμερα με διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και δολοφονίες. Τα ψευτοδιλλήματα που δημιουργούσε ο παλαιός τύπος δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) ήταν ακόμη πιο πιεστικά σε άλλες εποχές από ό,τι στη σημερινή συγκυρία. Και εν πάση περιπτώσει, δεν γίνεται με ένα σχεδόν μεταφυσικό τρόπο όλα να επαφίενται στις τυφλές δυνάμεις των αντικειμενικών συνθηκών που με παντοδυναμία τα καθορίζουν όλα και ανά πάσα στιγμή μπορούν να δικαιολογήσουν στασιμότητα, αποτυχίες, στρεβλώσεις και λάθη. Ο υποκειμενικός παράγοντας μπορεί και πρέπει να παίξει τον ρόλο του. Αλλιώς τι ρόλο έχουν οι πιο συνειδητοί επαναστάτες; Να φαντασιώνονται αυτάρεσκα εξεγέρσεις και επαναστάσεις που θα προκύψουν έτσι ξαφνικά και τότε αυτοί θα καβαλήσουν το επαναστατικό κύμα και ο λαός θα τους ακολουθήσει στην εφόρμηση στους ουρανούς;

Οι κομμουνιστές πρέπει να έχουν το θάρρος να πούνε: η επιρροή μας στον λαό, εκλογική, πολιτική, συνδικαλιστική, ιδεολογική είναι περιορισμένη. Έχουμε υποστεί μία σκληρή ήττα. Πρέπει να τα βάλουμε κάτω, να δούμε τι φταίει. Δεν μπορεί να μας ενδιαφέρει απλώς και μόνο η αναπαραγωγή ενός κομματικού μηχανισμού. Αυτό δεν είναι επαναστατική πολιτική. Είναι διαχείριση της μιζέριας και εν τέλει βαθιά ενσωμάτωση στο σύστημα.

Αν οι ηγεσίες της κομμουνιστικής αριστεράς συνεχίζουν να πορεύονται έτσι όπως έχουν πορευτεί μέχρι σήμερα, ο αφανισμός ίσως δεν είναι και τόσο μακριά ή το πολύ πολύ να συντηρείται μια σταθερότητα που όμως δεν θα μπορεί να δημιουργήσει γεγονότα, να προκαλέσει ρήξεις στις συνειδήσεις, να αναστήσει οράματα που τώρα βρίσκονται κλεισμένα στο μπαούλο. Η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να αλλάξει πολλά: να κατανοήσει τους μηχανισμούς που δημιουργούν υποταγμένες συνειδήσεις και όχι να κουνά το δάχτυλο από καθέδρας  στον λαό, να δραστηριοποιηθεί όπου υπάρχει συλλογικότητα ανεξάρτητα από τους συσχετισμούς δύναμης, να αλλάξει γλώσσα, να διαμορφώσει προτάσεις για την καθημερινότητα, να διεξάγει ενωτικούς αγώνες, να μάθει να ακούει, να μελετήσει σε βάθος τον καπιταλισμό, να πρωτοπορεί παντού και πάντα, να μην αναζητά ιδεολογικές καθαρότητες που έτσι κι αλλιώς είναι ανέφικτες, να μην φοβάται τη σύγκρουση και τις επιπτώσεις της αλλά ταυτόχρονα αυτή τη σύγκρουση να την διεξάγει με τέχνη.

Αν δεν γίνουν οι απαιτούμενες αλλαγές και μάλιστα γρήγορα και θαρρετά, τότε θα μείνουμε να αναρωτιόμαστε γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξακολουθεί να πείθει εκατοντάδες χιλιάδων αγωνιστών και αριστερών και γιατί ο Βαρουφάκης ενώ είχε δηλώσει τη συμφωνία του με το 70% του μνημονίου και ενώ δηλώνει πως μπορεί να συνεργαστεί και με τη ΝΔ και με τον ΣΥΡΙΖΑ, εισέρχεται στη βουλή στην πρώτη του εκλογική εμφάνιση.

Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι: οι σημερινές ηγεσίες είναι ικανές να μπουν σε μία τέτοια διαδικασία αλλαγών; Κι αν όχι, τότε τι ακριβώς κάνουν όσοι συμφωνούν με τις διαπιστώσεις που έχουμε καταγράψει; Σε κάθε περίπτωση αν συμφωνούμε πως οι ηγεσίες αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματικότητα, το επόμενο ερώτημα, χιλιοειπωμένο αλλά κρίσιμο, είναι: τι κάνουμε; Όσο οι απαντήσεις καθυστερούν, τόσο οι πιθανότητες για τη μετατροπή των κομμουνιστών σε γραφικά απολιθώματα θα αυξάνουν.

Πηγή: http://kordatos.org

Μια από τα ίδια ή μια άλλη αρχή;

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε με βάση την προφορική τοποθέτηση που έγινε στη συζήτηση για τον συντονισμό των κομμουνιστικών δυνάμεων στην Πάντειο στις 1/2/19.

Ας ξεκινήσουμε με μία πιο «καθοδηγητική» διαπίστωση. Δεν έχουμε χρόνο –ζήτημα είναι αν προλαβαίνουμε, δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια πολλών επιλογών, πολλών άστοχων ενεργειών. Η κατάσταση στη λεγόμενη πραγματική αριστερά (αντισυστημική ή καλύτερα κομμουνιστική) είναι πολύ δύσκολη. Βρισκόμαστε στα όρια της διάλυσης. Αν συνεχίζουμε να αθροίζουμε επιπλέον άστοχες ενέργειες, πολλαπλασιάζουμε και επιταχύνουμε τις διαδικασίες διάλυσης – παραίτησης. Η λέξη αναξιοπιστία είναι αυτή που περιγράφει την εικόνα μας και την πραγματικότητά μας όπως ακριβώς την αντιλαμβάνεται ο καθημερινός πραγματικός άνθρωπος.

Η πρώτη δημόσια συζήτηση του συντονισμού των κομμουνιστικών οργανώσεων δεν μπορεί παρά να αναζητάει καταρχήν να αποφύγει το «μία από τα ίδια», προσπαθώντας να υλοποιήσει αποτελεσματικά (η αποτελεσματικότητα είναι ακόμα μία λέξη που μας πληγώνει) μία άλλη -κυριολεκτικά νέα- αρχή.

Από την άποψη αυτή, η συζήτηση που ξεκινάει δημόσια στις 1/2/2019 δεν πρέπει να είναι η κλασικά συνηθισμένη συζήτηση αμφιθεάτρου μικροοργανώσεων και μικροπαραγόντων της αριστεράς που έχει πολλά λόγια και αναλύσεις αλλά δεν οδηγεί στην παραγωγή έργου και γεγονότων. Δεν μπορεί να είναι μία συζήτηση αμηχανίας και παρηγοριάς μπροστά στην επερχόμενη περαιτέρω συρρίκνωση και απομόνωση της αριστεράς. Δεν μπορεί επίσης να είναι μία διαβούλευση που στοχεύει να αντιμετωπίσει τις εκλογές παίζοντας τον ρόλο ιδιότυπης γέφυρας ή σύγκρουσης μεταξύ ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ (πολύ μίζερο, πολύ λίγο, επικίνδυνα τοξικό και διαλυτικό). Επιπλέον δεν είναι συζήτηση που στην ουσία αναμένει την επομένη των εκλογών γιατί εκτιμάει ότι «το γήπεδο θα μεγαλώσει» (μπορεί να μην υπάρχει «γήπεδο»).

Είναι, πρέπει να είναι μία διαρκής συνθετική διαδικασία διαλόγου που να απαντάει ειλικρινά στην ανάγκη και στην πρόκληση μιας άλλης αρχής και ξεκινάει εκ προοιμίου με το «όχι όπως πριν». Όπου το «πριν» περιλαμβάνει διαδικασίες – μορφές – αντιλήψεις – γραμμές που τουλάχιστον φανερά φθάρηκαν και ηττήθηκαν στα τελευταία πενήντα χρόνια.

Πέντε σημεία για την κοινή αντίληψη

Ποια όμως είναι τα βήματα για μια άλλη ενωτική νέα αρχή; Το πρώτο κρίσιμο βήμα είναι η απόκτηση μίας κοινής αντίληψης για ορισμένα βασικά πολιτικά –όχι για όλα– ζητήματα του παρελθόντος και του παρόντος.

Καταρχήν, κοινή αντίληψη για τον συσχετισμό δύναμης. Ένας δυσμενής παγκόσμια, ευρωπαϊκά, ελλαδικά συσχετισμός δύναμης, που διαμορφώθηκε ιδεολογικά και πολιτικά αρκετά χρόνια πριν, με σημαντικά ορόσημα το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τη νίκη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, την ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση. Κοινή αντίληψη για τους όρους διαμόρφωσής του, για τους όρους αδυναμίας αριστερής απάντησης. Απόκτηση κοινής αντίληψης για το πώς και το γιατί βρέθηκε η αριστερά στο περιθώριο, για το πώς οδηγούμαστε σε μία αντιδραστικότερη-συντηρητικότερη με ακροδεξιά χαρακτηριστικά κοινωνία που δείχνει και το βάθος της λαϊκής ήττας. Μία κοινή αντίληψη λοιπόν, που σημαίνει ότι η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στο κοινωνικό επίπεδο, στα κοινωνικά υποκείμενα, στο επίπεδο της σχέσης δοκιμασία – πράξη – αναζήτηση – ανακάλυψη και ξανά. Προτεραιότητα εκεί για να αποκτηθεί είτε η λαϊκή φλέβα είτε η επαφή με τον καθημερινό κόσμο. Προτεραιότητα στο κοινωνικό και όχι στην κεντρική πολιτική σκηνή, για να ετοιμαστούμε πολλαπλώς για αυτήν.

Κοινή αντίληψη κατά δεύτερον, στον απολογισμό που δεν γίνεται. Κριτική και  αυτοκριτική τουλάχιστον για τα δέκα τελευταία χρόνια. Κριτική που θα απλώνεται έως τα χρόνια της μεταπολίτευσης και που θα βάλει στο στόχαστρό της τουλάχιστον τρεις έννοιες-πραγματικότητες. Τον ρεφορμισμό-αναθεωρητισμό, τον ακαδημαϊσμό και τέλος, τον παραγοντισμό-ατομισμό και τις σχέσεις αυτών με το κράτος και την αστική ιδεολογία και πολιτική.

Ένας απολογισμός για την αποτυχία συγκρότησης μετώπου, για την ετεροβαρή και ιεραρχημένη σχέση κόμματος-μετώπου. Αν σχετικά εύκολα μπορούμε να προσπεράσουμε την κριτική του «μετώπου-ΣΥΡΙΖΑ» το 2012-2015, δεν είναι δυνατόν να εγκαταλείψουμε την προβληματική, το ποιος καθορίζει τι. Το κόμμα ή το μέτωπο. Έχουμε τη γνώμη ότι χωρίς κόμμα των φτωχών, είναι αδύνατο ή τουλάχιστον πολύ δύσκολο να συγκροτηθεί και να έχει αποτελεσματικότητα ένα μέτωπο.

Αναζητούμε, λοιπόν, στις μέρες μας τους όρους συγκρότησης μετώπου ή κόμματος; Τι προϋποθέτουν αυτά; Πού πρέπει να δοθεί η προσοχή; Ποια σημεία προγραμματικά έχουμε ανάγκη και πώς κατακτώνται; Βεβαίως και το ερώτημα «σε ποιο χρόνο» συναρτάται από τους όρους διαμόρφωσης και τον χαρακτηρισμό του συσχετισμού δύναμης.

Το τρίτο σημείο για την κοινή αντίληψη αφορά την κριτική στα υπαρκτά οργανωμένα σχήματα της αριστεράς. Η υπαρκτή οργανωμένη αριστερά έδωσε εξετάσεις και κόπηκε. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώτικα στην αριστερά θα ήταν αλλιώτικα –καλύτερα– σήμερα για το λαό και την εργατική τάξη. Η λαϊκή ήττα ήταν και παραμένει να είναι συνέπεια και αποτέλεσμα της κατάστασης της αριστεράς. Σήμερα τουλάχιστον για τον λαό φθάρηκαν, ξεπεράστηκαν απόψεις – σχήματα – μορφές και πρόσωπα ως αναξιόπιστοι, γραφικοί, ακίνδυνοι… Από την άποψη αυτή ο συντονισμός των κομμουνιστικών οργανώσεων χρειάζεται να αυτοκαθοριστεί. Παρόλο που προέρχεται από αυτά τα σχήματα δεν πρέπει να καθορίζεται στο ελάχιστο από αυτά.

Το τέταρτο σημείο για την κοινή αντίληψη αφορά το χαρακτηρισμό της φάσης και της εποχής και της ανάδειξης των αναγκών τους. Είμαστε σε φάση μίας νέας προετοιμασίας και δοκιμασιών ανθρώπων, σχημάτων, πολιτικής και πράξης. Απαραίτητο είναι το χτίσιμο ενός προγράμματος λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων σε όλους τους κοινωνικούς χώρους που να φιλοδοξεί να «πειράξει» το συσχετισμό δύναμης, φέρνοντάς μας πιο κοντά στο φτωχόκοσμο και στις βασικές τάξεις.

Το τελευταίο σημείο κοινής αντίληψης αφορά το μέγεθός μας, το στόχο και την μορφή που θέλουμε να δώσουμε στον συντονισμό. Η γειτονιά μας είναι μικρή και γνωριζόμαστε. Δεν χωράνε όλοι στο συντονισμό είτε γιατί πραγματικά δεν θέλουν είτε γιατί διαφωνούμε σε κεντρικά πολιτικά ζητήματα είτε γιατί το βλέπουν μόνο ως μέτωπο. Ο συντονισμός των κομμουνιστικών δυνάμεων ανοίγει τον διάλογο και δίνει προτεραιότητα στην κοινή δράση με στόχο την κομμουνιστική ανασυγκρότηση και ανασύνθεση. Με στόχο συνδέσεις-συνθέσεις μέσα από διαδοχικές προσεγγίσεις απόψεων-πρακτικών όρων λειτουργίας που οδηγούν σε προγραμματική σύγκλιση. Αυτή η διαδικασία οφείλει να είναι καθορισμένη θεματολογικά-χρονικά. Κινήματα υπάρχουν και θα υπάρξουν, αντιστάσεις, εκρήξεις, ρήγματα θα δημιουργούνται, το κρίσιμο ερώτημα για το αν υπάρχει δύναμη ανατροπής, δεν μπορεί ούτε να παραπέμπεται διαρκώς στο χρόνο ούτε να εκχωρείται σε ακίνδυνα συστημικά μορφώματα και κόμματα.

Η κοινή λογική, ο προσδιορισμός της πράξης, ο περιορισμός της φλυαρίας και οι δυσκολίες κατάκτησής τους

Το δεύτερο βήμα είναι η κατάκτηση ή και αλλιώς η επανακατάκτηση της απλής κοινής λογικής. Ξεκινώντας από τα καθημερινά και απλά πράγματα, προνομιοποιώντας τη σκέψη σε σύγκρουση με την συνήθεια. Η ευκολία και η συνήθεια σε μορφές και πρακτικές πρέπει να δώσει άμεσα τη θέση της στη λογική μορφών, δράσεων, συμπεριφορών που μας φέρνουν κοντά στον κόσμο και αρχίζουν να ξαναφέρνουν την έννοια της αξιοπιστίας κοντά μας. Να μαλώσουμε με την αυτοαναφορικότητα της διαρκούς δικαίωσής μας, με την ιδιοκτησία της μίας και μοναδικής αλήθειας, με την εμφύλια αντιπαράθεση χωρίς αρχές και λόγο, με τον διαρκή ψυχοπαθολογικό ετεροκαθορισμό. Να δραπετεύσουμε από το «χωριό» της αριστεράς για να προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς και νεολαίας, όπου βρίσκεται το πραγματικό υποκείμενο. Με απεύθυνση και βλέμμα στα προβλήματα των βασικών λαϊκών μαζών που σε τελευταία ανάλυση είναι οι επικίνδυνες τάξεις και κατηγορίες. Με προσοχή στις μορφές, στη γλώσσα, στο χρόνο απεύθυνσης. Σύντομος, απλός, λαϊκός, κατανοητός τρόπος, όχι αντιγραφή της γλώσσας και του χρόνου των παρακμασμένων φοιτητικών αμφιθεάτρων. Με προσοχή και προτεραιότητα στην αντιπαράθεση με την απέναντι αστικοφιλελεύθερη και τη φασιστική δεξιά στον τρόπο σκέψης, ζωής, συμπεριφοράς καθώς και στην ιστορική αναθεώρηση. Είναι απαραίτητη μία ιδεολογική αντιπαράθεση εφ’ όλης της ύλης –ειδικά για τις νέες γενιές– απέναντι στη σύγχρονη αστική και φασιστική ιδεολογία.

Αυτό το βήμα προϋποθέτει υπομονή και επιμονή και διαρκή ρήξη με τις συνήθειες και τη βολή πολλών κληρονομημένων τρόπων, αντιλήψεων και μορφών από το μακρινό «ένδοξο» και μεταπολιτευτικό παρελθόν και από το πρόσφατο παρόν.

Ένα ακόμα βήμα θα είναι να δοθεί προτεραιότητα στην πράξη και δράση προς και για τις λαϊκές δυνάμεις. Περιορισμός της φλυαρίας κειμένων, ανθρώπων, εσωτερικών διαδικασιών. Ανάδειξη και πειραματισμός πρωτότυπων πρακτικών και συσπείρωσης κόσμου στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στους χώρους εκπαίδευσης που να μη «μυρίζουν» αριστερά. Για παράδειγμα, να περιφρουρήσουμε την έννοια της απεργίας από τον πληθωρισμό απεργιών χωρίς απεργούς. Να αποφύγουμε να κάνουμε απεργοσπάστες τους «ενδιάμεσους» (μεγάλη μάζα) εργαζόμενους και γραφικούς τους απεργούς-συνδικαλιστές-μυημένους. Να αποφεύγουμε τις συνεχείς συγκεντρώσεις-πορείες στους κεντρικούς γνωστούς δρόμους των κοσμηματοπωλείων και των υπερκαταστημάτων προνομιοποιώντας τους δρόμους των γειτονιών και τις συγκεντρώσεις των πλατειών. Η απόκτηση λαϊκής φλέβας έχει σαν προϋπόθεση την ύπαρξή μας στο λαϊκό σώμα άμεσα, ορατά, διαρκώς σαν κομμάτι αυτού του σώματος.

Όλα τα παραπάνω σηματοδοτούν ότι οι πρωτοβουλίες του συντονισμού οφείλουν να είναι συγκεκριμένες, στοχοπροσηλωμένες και να περιλαμβάνουν απόφαση – δέσμευση – καθήκον – σχέδιο ενοποιημένης δράσης.

Είναι προαπαιτούμενο η κοινή δράση με συγκέντρωση δύναμης και σύστημα στρατηγικών ιεραρχήσεων για να ενοποιηθούν οι δράσεις. Κοινή δράση με κοινά ενιαία σχήματα σε χώρους εργασίας, νεολαίας, γειτονιάς. Πανελλαδικό ενιαίο συντονιστικό που καθορίζει την πορεία δράσης, επιβλέπει την πανελλαδικότητα και τους όρους κοινής λειτουργίας για τη συζήτηση και τη δράση, σχεδιάζει πρωτοβουλίες και διεξάγει την συνθετική προγραμματική συζήτηση για τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού και τα καθήκοντα της κομμουνιστικής αριστεράς.

Υπαρκτές αντιθέσεις και δυνατότητες

Σε αυτό το δυσμενή συσχετισμό δύναμης δεν είναι δύσκολο να αναγνωριστούν δυνατότητες που αντικειμενικά τροφοδοτούν αντισυστημικές εναλλακτικές και δίνουν ζωή και όραμα σε έντιμες προσπάθειες που θα επιχειρήσουν να καλύψουν τα κενά από τα αριστερά.

Η αντίθεση δεξιάς – αριστεράς είναι υπαρκτή ανταγωνιστική και σχηματοποιείται από τον «πόλεμο» μεταξύ δύο στρατοπέδων: του κόσμου της εργασίας και του κόσμου του κεφαλαίου, του κόσμου των φτωχών και του κόσμου των πλουσίων.Ο  κόσμος της εργασίας κατακερματίζεται, ενώ χάνει κατακτήσεις δεκάδων χρόνων και συμπιέζεται διαρκώς. Ταυτόχρονα, μεγάλο τμήμα από το λεγόμενο κέντρο και θεμέλιο του οικονομικού και πολιτικού συστήματος (μικροαστικά και μεσαία στρώματα) συρρικνώνονται, φτωχοποιούνται και σπρώχνονται στα κατώτερα στρώματα και κατηγορίες, με συνέπεια ο κόσμος-πόλος  της εργασίας να αυξάνεται ποσοτικά. Γινόμαστε μάρτυρες μιας ανάπτυξης χωρίς περιορισμό της ανεργίας, και μιας πρωτοφανέρωτης αύξησης της παραγωγικότητας χωρίς μείωση του εργάσιμου χρόνου. Οι σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας όχι μόνο συνεχίζονται αλλά και οξύνονται παραπέρα. Η ταξική πολιτική περιλαμβάνει πλέον το σύνολο της καθημερινής πολιτικής σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Ζούμε σε συνθήκες ταξικής πόλωσης, συνθήκες που αφαιρετικά περιγράφονταν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Όσο κι αν η αντίθεση αριστεράς – δεξιάς απωθείται, όσο κι αν εκφράζεται ελλειμματικά και ορισμένες φορές παραπλανητικά και δυσφημιστικά (βλ. ΣΥΡΙΖΑ), όσο κι αν προσπαθιέται να σβηστεί από την πολιτική ορολογία και πραγματικότητα, αυτή η αντίθεση αποτελεί μια κεντρική ανειρήνευτη διαχωριστική γραμμή. Το έλλειμμα πολιτικής έκφρασης και εκπροσώπησης του ενός πόλου δεν μπορεί παρά να απασχολεί βασικά και σε ενεστώτα διαρκείας τις δυνάμεις της κομμουνιστικής αριστεράς. Αντίπαλο δέος και εναλλακτική αντισυστημική πρόταση δημιουργούν πραγματικούς όρους πολιτικής πόλωσης και ανατροπής.

Η αντίθεση στην ιμπεριαλιστική και νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έχει εθνικό και διεθνικό χαρακτήρα  και αποτελεί το έδαφος ανάπτυξης κινημάτων, κοινωνικών εκρήξεων, ρευμάτων «επιστροφής» στο παρελθόν, παγκόσμιων ανακατατάξεων και πολιτικών αναδιαρθρώσεων. Περιλαμβάνει τους χαμένους (λαούς, στρώματα, τάξεις) απέναντι στους ολοένα και λιγότερους κερδισμένους. Η συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας (της αστικής μεταπολεμικής) είναι κεντρικά ζητήματα  που δημιουργούν οξυμένα πεδία αντιπαράθεσης. Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η αντιπαράθεση για την ηγεμονία σε γεωοικονομικό, γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό επίπεδο, εκβιάζουν την επιστροφή της πολιτικής πάνω στα ζητήματα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.

Αν η μία πλευρά της ψυχολογίας ενός κόσμου της αριστεράς που βρίσκεται στη ζώνη εκτός ΣΥΡΙΖΑ και εκτός ΚΚΕ είναι η απόγνωση, η οδύνη και η παραίτηση, η άλλη πλευρά είναι η ύπαρξη κόσμου που αναζητάει, που δεν θέλει να τα παρατήσει, που αρνείται να διαλέξει τον ήπιο νεοφιλελευθερισμό (ΣΥΡΙΖΑ) από τον ακραίο (ΝΔ), που δεν έχασε τη μνήμη ούτε ξεχνά το πρόσφατο παρελθόν και αρνείται το απάγκιο και την  ανακουφιστική ψευδαίσθηση της επιστροφής στο κόμμα (ΚΚΕ).  Όπιο για την οδύνη και την απόγνωση και βολικό  σχήμα, αλλά αποδεδειγμένα ακίνδυνο. Η ιστορία είναι ακόμα ζωντανή άσχετα με το αν η κληρονομιά του κομμουνιστικού κινήματος κατασπαταλήθηκε και δυσφημίστηκε από τα μέσα. Ας αντλήσουμε όμως από τα πολλά θετικά που έχει.

Τέλος, και μάλλον κεντρικότατο, στις αντικειμενικές δυνατότητες δεν μπορεί παρα να συνυπολογίσουμε τις νέες προβλέψεις για παγκόσμια ύφεση, την παρακμή και κρίση μέσα στην ΕΕ αλλά και τον ελληνικό κύκλο των άμεσων λαϊκών διεκδικήσεων πάνω  στη δυνατότητα που δίνει το «τέλος των μνημονίων»

Και τώρα; Ενότητα, δράση, αυτοκαθορισμός

Συνεχίζουμε οργανωμένα, συγκροτημένα, πανελλαδικά. Δίνουμε προτεραιότητα στην ενιαία λειτουργία μέσω του κεντρικού συντονιστικού και των κατά τόπους συντονιστικών που θα έχουν την ευθύνη διεξαγωγής της συζήτησης και οργάνωσης της κοινής δράσης. Δίνουμε προτεραιότητα επίσης στις διαδικασίες διαλόγου και σύνθεσης,  πάνω  σε σύγχρονα θέματα και ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις για την προγραμματική σύγκλιση.

Η επόμενη μέρα δεν έχει σαν περιεχόμενο την εκλογική κάθοδο ούτε τις γνωστές διαδικασίες και αντιπαραθέσεις για εκλογική ενότητα. Απαιτεί μια συγκεκριμένη αντιπαράθεση που θα τροφοδοτήσει μια πλατιά προπαγάνδα-καμπάνια ενάντια στο διπολισμό με κεντρικό σύνθημα ΟΥΤΕ ΣΥΡΙΖΑ – ΟΥΤΕ ΝΔ – Όχι στα όμοια κόμματα της νεοφιλελεύθερης ΕΕ. Η  επόμενη μέρα θέτει όρους και διαδικασίες συζήτησης για μια άλλη νέα αριστερά. Αναδεικνύει το κοινό σημείο ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ που είναι η άρνηση της δυνατότητας για κοινωνική ανατροπή και αλλαγή. Άρνηση δυνατότητας που αποδείχθηκε κυβερνητικά από τον ΣΥΡΙΖΑ, άρνηση δυνατότητας που αναδείχθηκε επί μια δεκαετία από το ΚΚΕ. Το τελευταίο ευλογούσε και φλυαρούσε περί λαϊκής εξουσίας αναμένοντάς την από τον ουρανό –αρνήθηκε σε όλη την διάρκεια της κρίσης να παρέμβει– και όχι σαν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης πάνω στα συγκεκριμένα ώριμα λαϊκά αιτήματα που αναδείχθηκαν σε όλη τη δεκαετία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το ΚΚΕ μνημονεύεται από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και σία σαν «υπεύθυνο κόμμα» που έχει μια σεβαστή αλλά διαφορετική άποψη(!!!). Το ΚΚΕ για άλλη μια φορά κερδίζει επάξια το ρόλο του ακίνδυνου κόμματος. Η προηγούμενη ήταν το 1974-76 και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης όταν συνυπόγραφε το εθνικό και κοινωνικό συμβόλαιο και βοήθησε στην ενσωμάτωση του λαϊκού και νεολαϊστικου ριζοσπαστισμού.  Λαϊκή εξουσία και σοσιαλισμός είναι παρόντα στις διακηρύξεις και στα λόγια, απουσιάζουν όμως από την ημερήσια διάταξη δράσης. Ενσωματωμένος ο ΣΥΡΙΖΑ, ακίνδυνο το ΚΚΕ. Όσο δεν εμφανίζεται κάτι άλλο φρέσκο, αξιόπιστο, αντισυστημικό και χρήσιμο για την εργατική τάξη και τον λαό, τόσο  ένας κόσμος της αριστεράς θα προσφεύγει στην οπιώδη ανακούφιση και στη χρήσιμη ψήφο.

Αναγνωρίζοντας όχι μόνο τις δυσκολίες του μοναχικού δρόμου, αλλά και τις δυνατότητες ότι υπάρχουμε πολλοί περισσότεροι που είναι δυνατόν να συνευρεθούμε στην προσπάθεια ανα-συγκρότησης της κομμουνιστικής αριστεράς, πρέπει να τολμήσουμε για ουσιαστικό κοινό βηματισμό με στόχο την ενότητα για να αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα. Χρόνο δεν έχουμε ούτε για άστοχες ενέργειες ούτε για πολυτελείς μοναξιές.

Στο υποθετικό ερώτημα που μπορεί να γινότανε, γιατί δεν δημιουργείται άμεσα μια ομόσπονδη οργανωτική ενότητα με πλατιά δημοκρατική λειτουργία, η αρνητική απάντηση μολονότι  προιον προσεκτικής σκέψης, θα ήταν μάλλον δύσκολη.

Ψηλαφώντας τους δρόμους της ρήξης

1. Ζούμε σε μια εποχή με τεράστιες αλλαγές και εκρηκτικές αντιφάσεις. Η καπιταλιστική κρίση επιτάχυνε αναζητήσεις, πειραματισμούς και μετασχηματισμούς από τη μεριά του κεφαλαίου. Τα πυκνά γεγονότα της τελευταίας περιόδου, από την εκλογή Τραμπ μέχρι την άνοδο ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη και από το Brexit της Μ.Βρετανίας μέχρι το δημοψήφισμα της Ιταλίας, θέτουν αντικειμενικά στην ημερήσια διάταξη την αμφισβήτηση αυτού που ονομάστηκε παγκοσμιοποίηση, καθώς κλυδωνίζονται οι διακρατικές – υπερκρατικές ενώσεις και υπάρχει αντιπαράθεση ανάμεσα στις ταξικές μερίδες και τις χώρες που επιμένουν στην ένταση της διεθνοποίησης και σε όσους καλούν στην επιστροφή στα εθνικά σύνορα ή σε κάποιου τύπου εθνικό προστατευτισμό. Η καπιταλιστική διεθνοποίηση βρίσκεται σε κρίση, το ίδιο και ο νεοφιλελευθερισμός, όμως αυτό που αναπτύσσεται ως απάντηση αφορά κατά βάση αντιδραστικές, ξενοφοβικές και νεοσυντηρητικές πολιτικές. Η γενική ρευστότητα και η απώλεια των σταθερών σημείων αναφοράς που κυριάρχησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, διαμορφώνουν ερωτήματα και προκλήσεις, ενώ ορίζουν μια νέα πολύπλοκη πραγματικότητα. Η εποχή μας και ειδικά η φάση που διανύουμε θέτει ζητήματα με τα οποία μια Αριστερά που θέλει να είναι αντισυστημική οφείλει να αναμετρηθεί.

2. Ο όρος παγκοσμιοποίηση χρησιμοποιήθηκε από τους αντιπάλους ως το ιδεολογικό πλαίσιο και ταυτόχρονα ο μονόδρομος της «προόδου» μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1991. Οι συστημικές δυνάμεις προπαγάνδισαν αυτό το πλαίσιο-μονόδρομο «πατώντας» πάνω σε αλλαγές και πραγματικά δεδομένα. Μετά το 1991 είχαμε μια επανένωση της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς, μετά από το σχίσμα που δημιούργησαν οι προλεταριακές και εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα. Ταυτόχρονα, με την επανένωση της παγκόσμιας αγοράς, η ανάπτυξη της τεχνολογίας, η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η άυλη οικονομία και το διαδίκτυο διαμόρφωναν όρους πιο γρήγορης κυκλοφορίας του κεφαλαίου και των εμπορευμάτων, καθώς και δυνατότητες για οργάνωση της παραγωγής σε διεθνές επίπεδο, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά (σε άλλη χώρα οι πρώτες ύλες, σε άλλη χώρα το εργοστάσιο, σε άλλη χώρα το management, η διαφήμιση κ.ο.κ.). Όλα αυτά στηρίχτηκαν σε εκτεταμένες και βαθιές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή, την εισαγωγή νέων μεταφορντικών τεχνολογικών και οργανωτικών μορφών, τη ριζική τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης σε βάρος της εργασίας. Η χρηματοπιστωτική επέκταση υπήρξε ραγδαία. Ιδεολογικά αυτό προβλήθηκε μέσα από το σχήμα της ανάδυσης μιας «παγκόσμιας κοινότητας» στο χώρο του πολιτισμού, των ΜΜΕ και της γνώσης, όπως και μέσα από την προβολή ενός ορισμένου κοσμοπολιτισμού ως ηγεμονικού προτάγματος. Ιστορικά αιτήματα της Αριστεράς, όπως αυτό για εθνική ανεξαρτησία σε κόντρα με τον ιμπεριαλισμό, αντιμετωπίζονταν ως αναχρονισμός μπροστά στο «αίτημα» για παγκοσμιότητα και υπέρβαση των συνόρων. Ειδική έκφραση αυτού του φαινομένου στον Ευρωπαϊκό χώρο η πλήρης αποδοχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως αναπόδραστης διαδικασίας και του ευρωπαϊσμού ως αναγκαίου ιδεολογικού ορίζοντα.3. Το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης το 2007-8 συμπύκνωσε τις αντιφάσεις και του όρια του νεοφιλελευθερισμού και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που είχαν προηγηθεί. Με τη σειρά της παρήγαγε ένα ευρύτερο κύμα αμφισβήτησης της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού που συναντήθηκε με ένα αίτημα δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας απέναντι στην βαθιά πολιτική κρίση και ανυποληψία των συστημικών κομμάτων αλλά και απέναντι στη λογική ότι ορθό είναι αυτό που επιβάλλουν οι αγορές. Αυτό το φαινόμενο αμφισβήτησης διαχέεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, διαμορφώνει πολιτικούς συσχετισμούς, προκαλεί ενδοσυστημικούς τριγμούς ακόμη και στη μητρόπολη του καπιταλισμού, συμβάλλει στην ανάδυση ισχυρών κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων. Η όποια μαζική και λαϊκή αμφισβήτηση δεν έχει προσανατολισμό και σχέδιο, ενώ οι προτάσεις που ακούγονται είναι οριακές προτάσεις βελτίωσης με στόχο τη «ρύθμισης» ενός καπιταλισμού που εξόκειλε και όχι σχέδιο εξόδου από αυτόν. Η αδυναμία της Αριστεράς να τοποθετηθεί σε αυτή τη συγκυρία και να προβάλλει μια στρατηγική που να συνταιριάζει την λαϊκή κυριαρχία με τον κοινωνικό μετασχηματισμό, επιτρέπει αντιδραστικές και ακροδεξιές δυνάμεις να διεκδικούν την έκφραση αυτής της δυσαρέσκειας. Είναι δυνάμεις που απευθύνουν μια οργισμένη ρητορική, μιλούν εξ ονόματος των μικρομεσαίων στρωμάτων, υπερασπίζονται την εθνική αναδίπλωση, καταγγέλλουν την κατάλυση της δημοκρατίας από τα ΜΜΕ και το κατεστημένο, ενώ σε τίποτα δεν αμφισβητούν τον πυρήνα της συστημικής πολιτικής, τον τροποποίηση του ταξικού συσχετισμού υπέρ των ισχυρότερων, τον ίδιο τον νεοφιλελευθερισμό, ενώ προβάλλουν, παράλληλα, το αποκρουστικό πρόσωπο του εθνικισμού και του ρατσισμού. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της εμμονής των δυνάμεων των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και της πλειοψηφίας της Αριστεράς στην καπιταλιστική διεθνοποίηση, την αποδοχή της παντοκρατορίας της αγοράς και των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων ως θετική δυνατότητα υπέρβασης του έθνους-κράτους.

4. Στις μέρες μας και ειδικά μετά την εκλογή Τραμπ και τα πρώτα δείγματα της νέας διακυβέρνησης των ΗΠΑ τα ερωτήματα είναι πολλά. Απόσυρση από τη φιλοδοξία για τον απόλυτο έλεγχο και την αμερικάνικη μονοκρατορία; Στροφή στο εσωτερικό πεδίο; Αλλαγή των στρατηγικών συμμαχιών με προσεταιρισμό των Ρώσων και στοχοποίηση των Κινέζων; Τείνουμε σε μια κάποια επιστροφή στην εθνική βάση – τουλάχιστον εκ μέρους ορισμένων μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων; Θα υπάρξει τέλος των διατλαντικών συμφωνιών εμπορίου ή πάγωμά τους και επαναδιαπραγμάτευση; Ποια νέα ισορροπία μπορεί να επιτευχθεί στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και ποιο βάθος ή σταθερότητα μπορεί να έχει; Ότι αυτά τα ερωτήματα τίθενται και είναι ανοιχτά αποτυπώνει ακριβώς ότι είμαστε σε μια εποχή κρίσης και μετάβασης. Η εκλογή Τραμπ σηματοδοτεί μια νέα εποχή, χωρίς τις ισορροπίες και τους μηχανισμούς ρύθμισης μιας προηγούμενης και με τον ίδιο το συνασπισμό εξουσίας της υπερδύναμης να διαπερνάται από συγκρούσεις και οξείες αντιφάσεις. Η αλλαγή της αμερικανικής στάσης για τις συμφωνίες για την απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου θα οξύνει αντικειμενικά τους ανταγωνισμούς μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, καθώς θα εντείνεται η προσπάθεια των διαφορετικών πόλων να διαμορφώνουν προνομιακές προσβάσεις σε αγορές, ροές κεφαλαίων, επενδυτικές ευκαιρίες αλλά και να ενισχύουν την εγχώρια παραγωγή τους φλερτάροντας με την εθνική προστασία και αναδίπλωση. Τίθεται το ερώτημα αν μπαίνουμε σε μια περίοδο οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που θα περιλαμβάνουν εμπορικούς πολέμους ή ακόμα και πραγματικά πολεμικά επεισόδια. Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν αυτοί οι ανταγωνισμοί θα είναι ελεγχόμενοι στα πλαίσια μιας επαναδιαπραγμάτευσης ισχύος μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας-Ρωσίας-Ε.Ε. στα πλαίσια της κοινής κατά τα άλλα παγκόσμιας αγοράς ή αν θα τεθούν στην ημερησία διάταξη συγκρούσεις που θα θέσουν σε αμφισβήτηση την ίδια τη παγκόσμια αγορά ως μορφή της αντικειμενικής τάσης διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Βρισκόμαστε σαφώς σε αναστάτωση, αλλά το διεθνοποιημένο πλαίσιο που έχει επιβάλει ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός δεν καταργείται, δεν αμφισβητείται στα βασικά του σημεία. Η ανατροπή αυτού του πλαισίου θα ερχόταν με ένα γενικευμένο πόλεμο ή με επανάσταση. Από αυτή την άποψη η «παγκοσμιοποίηση» αμφισβητείται και μετασχηματίζεται (και αυτά εν μέρει) αλλά δεν τελειώνει.

5. Η εποχή μας έχει πραγματικές δυνατότητες για την παρέμβαση δυνάμεων που αναφέρονται στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και τη σοσιαλιστική προοπτική. Οι δυνατότητες αυτές προκύπτουν μέσα από τον συνδυασμό ανάμεσα στα στοιχεία κρίσης ηγεμονίας του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» (συμπεριλαμβανομένης της «κρίσης της παγκοσμιοποίησης») την οργή απέναντι στη διαρκή κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας και το γεγονός ότι η σύγχρονη εργασιακή δύναμη μπορεί να είναι κατακερματισμένη και επισφαλής αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να αναδειχθεί σε ηγέτιδα δύναμη μιας μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας στρωμάτων που δεν θέλουν να χάσουν άλλο από το νεοφιλελευθερισμό και υπό κατάλληλες συνθήκες πολιτικής και ιδεολογικής παρέμβασης μπορούν να στρατευτούν σε πολιτικές κοινωνικού μετασχηματισμού. Ο συσχετισμός δύναμης θα κριθεί από το ποια δύναμη και ποια κατεύθυνση θα κερδίσει σήμερα και τα συμπιεζόμενα μικροαστικά στρώματα. Ταυτόχρονα, είναι σαφές ότι ήδη βλέπουμε και τις τάσεις της «προληπτικής αντεπανάστασης» είτε στην ακόμα μεγαλύτερη αυταρχικοποίηση και αντιδημοκρατική θωράκιση, είτε στην επέκταση του ρατσιστικού δηλητήριου που διαιρεί τις υποτελείς τάξεις, είτε στην επανοικειοποίηση από την ακροδεξιά λόγων και αναφορών που ανήκαν στο πεδίο της αριστεράς. Σε αυτό το τοπίο το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν θα μπορέσουν οι δυνάμεις της ζωντανής εργασίας να πάρουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, να αρθρώσουν τη δική τους οπτική σε συνεκτικό αφήγημα και πολιτικό σχέδιο, να διαμορφώσουν την ηγεμονία τους πάνω στα παραδοσιακά και νέα μικροαστικά στρώματα και να αναδειχτούν πραγματικά σε «ηγέτιδα τάξη» της κοινωνία ορίζοντας δρόμους ρήξης. Αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί την ανασύνθεση των συλλογικών μορφών οργάνωσης, διεκδίκησης, πολιτικοποίησης, σκέψης των δυνάμεων της εργασίας απέναντι στις σημερινές μορφές αποδιάρθρωσης, κατακερματισμού, πολιτικής απομόρφωσης. Η ανασύνθεση της έννοιας της κοινωνικών συμφερόντων σε συνδυασμό με τις μορφές (συνδικαλιστικές, πολιτικές ακόμη και πολιτιστικές) που ορίζουν αυτά και τη διεκδίκησή τους γίνεται κρίσιμη προτεραιότητα. Σε αυτή τη σειρά ποικίλων και πολύμορφων καθηκόντων η αναμέτρηση με το πρόβλημα της οργάνωσης, δηλαδή του σύγχρονου κόμματος της ζωντανής εργασίας είναι το κεντρικό.

6. Η σχέση του διεθνισμού και του αντιμπεριαλισμού είναι ταλαιπωρημένη και πολλαπλά κακοποιημένη με πρωτεύουσα ευθύνη της Αριστεράς. Ο πραγματικός διεθνισμός σήμερα θα ήταν να υπάρξουν ανατροπές στο εθνικό πεδίο που να δίνουν παράδειγμα προς μίμηση και όχι προς αποφυγή (ας σκεφτούμε την με χιλιάδες προβλήματα Κούβα ή Βενεζουέλα σε αντιπαράθεση με την Ελλάδα). Ταυτόχρονα οι τέτοιες ανατροπές πρέπει να αμφισβητούν το υπάρχον παγκοσμιοποιημένο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο απαντώντας στην πράξη αν υπάρχει δυνατότητα εξόδου από το τοξικό περιβάλλον της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Τέτοιες ανατροπές, πραγματικές, ρεαλιστικές, αντιφατικές, που όμως δεν παραμένουν στο επίπεδο της διακήρυξης ή της αναμονής στο να αλλάξουν οι συσχετισμοί παντού και μαγικά, θα μπορούσαν να συγκροτήσουν ένα διεθνισμό που να ενώνει λαϊκές τάξεις και στρώματα υπερασπίζοντας τα συμφέροντά τους. Δε μπορεί να υπάρξει υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων χωρίς ρήξη με την παγκοσμιοποίηση και τις περιφερειακές της εκδοχές. Φιλολαϊκή πολιτική και αποδοχή της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, του διεθνοποιημένου νεοφιλελευθερισμού και των υπερεθνικών ολοκληρώσεων δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αυτό το συμπέρασμα είναι τραγικά επιβεβαιωμένο από το πρόσφατο ελληνικό παράδειγμα. Η κατεύθυνση της ανατροπής σε εθνικό επίπεδο, της ρήξης και διεξόδου από το παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο και της συγκρότηση διεθνούς κινήματος, πρέπει να προσανατολίζει τη δράση των κομμουνιστικών, αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων. Η κατεύθυνση για συγκρότηση νέων διεθνών συμμαχιών, η αποτροπή των προσπαθειών (από την πλευρά των ιμπεριαλιστών) απομόνωσης και εξόντωσης όποιας χώρας προσπαθεί να έρθει σε ρήξη με τις ιμπεριαλιστικές δομές, ακόμα και νέες διακρατικές συμφωνίες (όπως έπραξαν στη Λ. Αμερική), είναι ουσιαστικά και συμπληρωματικά στοιχεία αυτού του διεθνισμού. Σε αυτό το φόντο η υπεράσπιση των εθνικών κρατών ως τόπων στους οποίους διεξάγεται η ταξική πάλη και όπου μπορούν να διαμορφωθούν όροι και συνθήκες ρήξης, δεν έχει καμιά σχέση με τον εθνικισμό, την πατριδοκαπηλία και το σωβινισμό. Πηγαίνει χέρι χέρι με μια διεθνιστική και δημοκρατική αντίληψη του λαού, του συλλογικού υποκειμένου της ρήξης, ως της ενότητας μέσα στον αγώνα των υποτελών τάξεων σε ένα γεωγραφικό χώρο, ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή, θρησκεία, φύλο.

7. Παρά την ένταση της αντιπαράθεσης εντός των αστικών δυνάμεων, είναι σαφές ότι οι διάφορες αντιδραστικές εκδοχές αμφισβήτησης του προηγούμενου μοντέλου διεθνοποίησης σε κανένα βαθμό δεν συγκρούονται με τον πυρήνα του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού. Στην Ευρώπη οι δυνάμεις που χαρακτηρίζονται ως «ακροδεξιές» ή «λαϊκιστικές» είναι πλήρως ενταγμένες στην ευρωενωσιακή λογική όπου κυβερνούν (π.χ. στην Ανατολική Ευρώπη), ενώ την ίδια στιγμή κανένα από αυτά τα μορφώματα δεν θέτει καθαρά το ζήτημα της διάλυσης της ευρωζώνης, ούτε κάποιο σχέδιο οικοδόμησης και εθνικής συγκρότησης, πέρα και έξω από το μόνο αποδεκτό πλαίσιο, αυτό της ευρωενωσιακής ολοκλήρωσης. Το ακραίο όριο αυτών των δυνάμεων είναι να περιοριστούν οι συνέπειες για κάθε χώρα, να αμυνθούν στα σύνορα του έθνους – κράτους τους, με τη λογική «να μη χάσουμε εμείς». Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα θα ήταν καταστροφικές για την Αριστερά λογικές δημοκρατικής συστράτευσης με τις καθεστωτικές, εξίσου αντιδημοκρατικές και νεοφιλελεύθερες, παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές ή κεντροδεξιές δυνάμεις ενάντια σε παραφωνίες τύπου Τραμπ ή Λεπέν. Η ανεξάρτητη στάση της Αριστεράς και των κινημάτων είναι προϋπόθεση στην αντιπαράθεση με όλες τις παραλλαγές της αστικής πολιτικής Δεν μπορεί και δεν πρέπει η Αριστερά να εγκλωβιστεί σε ένα ενδοαστικό και ενδοιμπεριαλιστικό δίπολο «κοσμοπολίτες – εθνικιστές». Απαιτείται μιας άλλη κατεύθυνση που να συνταιριάζει τη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό με το διεθνισμό και την κοινωνική χειραφέτηση. Και αυτή η συζήτηση χρειάζεται και σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο.

8. Η κρίση της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συνεχίζεται και βαθαίνει. Ένα ολόκληρο βαθιά αντιδραστικό οικοδόμημα φτιαγμένο για να «συνταγματοποιήσει» το νεοφιλελευθερισμό, να ενισχύει τη θέση των χωρών του «κέντρου» και κυρίως τη Γερμανία σε βάρος της περιφέρειας και να θωρακίσει τη στρατηγική του κεφαλαίου απέναντι στις υποτελείς τάξεις μέσα από την κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας, σήμερα είναι αντιμέτωπο με τα ίδια τα όρια και τις αντιφάσεις του. Από το Brexit μέχρι την κρίση των κομμάτων και των δυνάμεων που ταυτίστηκαν με τους ευρωμονοδρόμους πληθαίνουν τα σημάδια μιας πραγματικής κρίσης ηγεμονίας του ευρωπαϊσμού ως βασικής αστικής στρατηγικής. Η πρόσφατη συνάντηση των «4» με την προτροπή για την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων σφραγίζει αυτήν την κρίση και δημιουργεί όρους φυγόκεντρων δυνάμεων και συνολικής κρίσης της ΕΕ. Ταυτόχρονα, καταγράφεται μια ολοένα και μεγαλύτερη απονομιμοποίηση της ευρωζώνης και της ΕΕ που ταυτίζεται στα μάτια των λαϊκών στρωμάτων με τη κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας και το νεοφιλελεύθερισμό. Αυτό έρχεται να συναντηθεί με την αυξανόμενη πολιτική κρίση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αποτέλεσμα της ανυποληψίας των συστημικών κομμάτων, κεντροδεξιών και σοσιαλδημοκρατικών, και της αίσθησης ότι η μόνη πλέον πολιτική είναι ο «αυτόματος πιλότος» των αγορών και των «κοφτών» της ΕΕ. Το γεγονός ότι σήμερα αντιφατικά ακροδεξιά, λαϊκίστικα ή απολίτικα μορφώματα προσπαθούν να καπηλευτούν αυτές τις δυναμικές, δεν θα πρέπει να μας κάνει να δούμε φοβικά τις μαζικές και λαϊκές αντιδράσεις απέναντι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Σήμερα η αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, του ευρώ και η ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας είναι οι αναντικατάστατες αφετηρίες οποιασδήποτε φιλολαϊκής εναλλακτικής κατεύθυνσης. Όμως, η ψυχαναγκαστική ευρωφιλία της Αριστεράς δεν της επιτρέπει να ηγηθεί της λαϊκής δυσαρέσκειας για να μετατρέψει την κρίση νομιμοποίησης της ΕΕ σε μια αλυσίδα ρήξεων και ανατροπών. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ελεύθερου ζωτικού χώρου στον οποίο αναπτύσσεται ο κυνικός «ευρωσκεπτικισμός» μιας αυταρχικής και ρατσιστικής Ακροδεξιάς. Περισσότερο παρά ποτέ χρειάζεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο να συντονιστούν οι αριστερές και ριζοσπαστικές δυνάμεις και κινήματα και να επικεντρώσουν στους κρίσιμους κόμβους της ρήξης με το ευρωσύστημα ξεκινώντας από τη ρήξη με την ευρωζώνη.

9. Στην κοντινή μας περιοχή τα πράγματα αλλάζουν με αφετηρία τις εξελίξεις στο Συριακό. Μια πιεσμένη από τις αντιφάσεις της, εσωτερικές και εξωτερικές, Τουρκία γίνεται όλο και πιο επιθετική και «αναθεωρητική» στις απαιτήσεις της. Στο Κυπριακό η λύση που προτείνεται παραπέμπει σε μια συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας και ιμπεριαλιστικής επίβλεψης που θυμίζει το Σχέδιο Ανάν. Σε αυτό το τοπίο η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο ευρωατλαντικός καταναγκασμός της κυβέρνησης αλλά και της συστημικής αντιπολίτευσης ως λύση «ασφάλειας» απλώς εγκυμονεί περαιτέρω κινδύνους. Οι δρόμοι ελέγχου των ενεργειακών πόρων παραμένουν κρίσιμο πεδίο ανταγωνισμών για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Περισσότερο παρά ποτέ η εθνική ανεξαρτησία και η αποδέσμευση από ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς και δίκτυα γίνεται η αναντικατάστατη αφετηρία για τη διασφάλιση της ειρήνης. Το γεγονός ότι ο κόσμος γίνεται περισσότερο «πολυπολικός» και αναδεικνύονται δυνάμεις μερικής αμφισβήτησης της αμερικανικής μονοκρατορίας δίνει περιθώρια για μια άλλη ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική αλλά δεν πρέπει να οδηγήσει στη λογική της αναζήτησης μόνιμου συμμάχου-προστάτη ή χώρας αναφοράς. Το «να στηριζόμαστε» στις δικές μας δυνάμεις αποκτά ξεχωριστή και ιδιαίτερη επικαιρότητα σήμερα. Μία πρωτοβουλία δημιουργίας ενός αντιιμπεριαλιστικού χώρου στην περιοχή μας, από δυνάμεις και κινήματα της Μ. Ανατολής, των Βαλκανίων, της Μεσογείου, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

10. Τα ελπιδοφόρα ΟΧΙ των λαών εκφράζουν την υλική, πραγματική βάση που έχει η μαζική αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση και τον νεοφιλελευθερισμό. Την ίδια στιγμή η άνοδος ακροδεξιών απόψεων αποδεικνύει ότι το κενό δεν διαρκεί πολύ, καλύπτεται από κάποιους, αν κάποιοι άλλοι δεν πάρουν τις αναγκαίες και βαθιές πρωτοβουλίες για να το καλύψουν. Σήμερα αναζητείται μια Αριστερά που να μπορεί να αντιληφθεί τις υπαρκτές και εν δυνάμει θετικές κοινωνικές διεργασίες αμφισβήτησης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού και των περιφερειακών εκδοχών του (ΕΕ, συμφωνίες, συνθήκες κλπ), να προχωρήσει σε θεωρητική και πολιτική τομή με ένα παρελθόν που βαρύνεται από την αποδοχή της «παγκοσμιοποίησης», να ηγηθεί ενός νέου και πιο ουσιαστικού κύκλου αγώνων που να διεκδικούν τη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό αλλά και να ανοίγουν το δρόμο για την αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού, συνδέοντας διαλεκτικά εθνική ανεξαρτησία και σύγχρονη σοσιαλιστική προοπτική.

11. Ακριβώς για αυτό το λόγο είναι πολύ κομβικό το μεταβατικό πρόγραμμα, το βάθεμα και η επεξεργασία του. Αυτό είναι που μπορεί να κάνει την στρατηγική της ρήξης με τον ιμπεριαλισμό εναλλακτική αφήγηση για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Δεν είναι ένα αιτηματολόγιο, ούτε απλώς ένας «οδικός χάρτης». Ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί παρά να παίρνει διαζύγιο από τον οικονομισμό και τον παραγωγισμό της παραδοσιακής Αριστεράς, να μην επενδύει σε συμμαχίες με μερίδες του κεφαλαίου, να πατάει σε μια διαρκή όξυνση της ταξικής πάλης σε όλα τα επίπεδα, συνδυάζοντας στην ρήξη με το ευρώ, τα μνημόνια, με τις εθνικοποιήσεις και την απελευθέρωση πρακτικών αυτοδιαχείρισης και εργατικού ελέγχου με μια «συντακτική διαδικασία» που στην πραγματικότητα να διευκολύνει το ξεδίπλωμα πρωτότυπων μορφών «δυαδικής εξουσίας». Γι’ αυτό το λόγο και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως πρόγραμμα μιας «αριστερής κυβέρνησης», χωρίς να υποτιμάμε καθόλου το στόχο της κατάληψης της κυβερνητικής και πολιτικής εξουσίας, αλλά ως μια διαδικασία όξυνσης των ταξικών αγώνων και βαθιών μετασχηματισμών που να φέρνουν τις δυνάμεις της εργασίας σε καλύτερη θέση ώστε να διαμορφώνουν όρους της δικής τους ηγεμονίας και όρους μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Η κατεύθυνση αυτή απαιτεί προχωρήματα καθώς και απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα για το αν και πώς υπάρχει η δυνατότητα μια ή περισσότερες χώρες να έρθουν σε ρήξη με διεθνές οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο και να εφαρμόσουν ένα σχέδιο που να είναι βιώσιμο και ταυτόχρονα ανθεκτικό στις πιέσεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Από αυτή την άποψη τόσο η προγραμματική όσο και η πραγματική πολιτική προετοιμασία είναι απαραίτητες.

12. Όλα αυτά απαιτούν και μια άλλη κατάσταση στις ίδιες τις δυνάμεις της εργασίας τις συλλογικές μορφές οργάνωσης και αντίστασής τους. Δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε συγκρότηση μιας ευρύτερης συμμαχίας και συσπείρωσης κοινωνικών δυνάμεων για έναν άλλο δρόμο αντίστασης, ρήξης και μετασχηματισμού χωρίς μια ανασύνθεση των δυνάμεων της εργασίας, του κόσμου του μόχθου, σε όλη την πολλαπλότητα εντάξεων, πρακτικών και ταυτοτήτων που αυτός σήμερα εντοπίζεται και αναγνωρίζεται. Το να αποκτήσει όλος αυτός ο κόσμος, σε όλο το φάσμα από τους επισφαλείς μισθωτούς της γενιάς των 400 και τα μπλοκάκια μέχρι τον κόσμο της εξειδικευμένης γνώσης και της πολιτιστικής δημιουργίας και από τους μετανάστες στη Μανωλάδα μέχρι τα υπαρκτά ακόμη κομμάτια βιομηχανικής εργατικής τάξης συνείδηση κοινών συμφερόντων κι αυτοπεποίθηση, το να γυρίσει την πλάτη στο ρατσισμό, το να διαμορφώσει κοινές αγωνιστικές πρακτικές παραμένει συνθήκη αναντικατάστατη. Δεν θα είναι εύκολο, θα απαιτήσει τις πρωτότυπες μορφές ενός νέου ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος και νέες μορφές επικοινωνίας, συντονισμού και δράσης. Ωστόσο, χωρίς μια τέτοια διεργασία ο δρόμος για ένα νέο ιστορικό μπλοκ θα παραμένει μακρύς.

13. Πολιτικά όλα αυτά απαιτούν την αναγκαία συνάντηση των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που αναφέρονται στη ρήξη σε κοινό μέτωπο. Οι κομμουνιστές δεν μπορούν παρά να είναι πρωτοπόροι στην οικοδόμηση του ενιαίου μετώπου της εποχής μας, να μπορούν να διαμορφώνουν τα πεδία συνάντησης των διαφορετικών κινημάτων, ρευμάτων, κοινωνικών κομματιών, αναζητήσεων, οραματισμών. Αλλά το μέτωπο δεν μπορεί να είναι ούτε κυρίως ούτε πρωτίστως εκλογικό. Ούτε «προγραμματικό» με τον τρόπο που τέθηκε κατά καιρούς ως άλλοθι για να μην προχωρήσουν βήματα ενότητας. Το μέτωπο δεν μπορεί παρά να είναι αναγκαστικά αντιφατικό, διαφορετικά δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο του πεδίου στο οποίο όντως θα αναδεχτεί η ηγεμονία της επαναστατικής γραμμής και για αυτό πρέπει να είναι και βαθιά δημοκρατικό. Το μέτωπο αυτό σήμερα παραμένει ακόμη ζητούμενο και αντιλαμβανόμαστε και τη δυσπιστία πολλών αγωνιστών απέναντι σε υπαρκτά σχήματα και τη δομική ανεπάρκεια των τωρινών σχημάτων.

14. Όλες αυτές οι προκλήσεις συγκεφαλαιώνονται στο αίτημα ανασύνθεσης της κομμουνιστικής Αριστεράς. Τα ελλείμματα στη εμβάθυνση του προγράμματος, τα κενά στη γραμμή μαζών, οι εναλλαγές ρεφορμιστικών αυταπατών και σεχταριστικών αναδιπλώσεων, η αδυναμία ανασύνθεσης μαζικών κινηματικών μορφών, η ατολμία σε σχέση με τη συγκρότηση του Ενιαίου Μετώπου της εποχής μας όλα αυτά αναδεικνύουν ένα πραγματικό έλλειμμα κομμουνιστικής Αριστεράς. Η υποχώρηση ή αναδίπλωση των επαναστατικών δυνάμεων, η διαρκής αποκομμουνιστικοποίηση του χώρου της Αριστεράς, οι διάφορες παραλλαγές θεωρητικού αντικομμουνισμού ενίοτε και με «ριζοσπαστικό» πρόσημο, συνέβαλαν σε αυτό. Όπως συνέβαλε και η ρεφορμιστική και συχνά καθεστωτική μετάλλαξη μεγάλου μέρους του ιστορικού ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Χρειάζονται νέοι τρόποι πολιτικής πρακτικής που να μην μαϊμουδίζουν την αστική πολιτική, που να μπορούν να εντάξουν πρωτοπόρες αγωνίστριες και αγωνιστές, που να ελκύουν τη νεολαία, να μπορούν να ανοίγονται πραγματικά προς τις μάζες, να τις αφουγκράζονται, να μαθαίνουν διαρκώς από αυτές. Η ανάδυση του κομμουνιστικού ρεύματος, της επαναστατικής γραμμής μέσα στο εργατικό κίνημα, ιστορικά είχε πέρα απο τη συνέχεια και την δοκιμασία και το χαρακτήρα τομής και ρήξης με προηγούμενες λογικές που είχαν ηττηθεί και γι’ αυτό και σήμερα ένας σύγχρονος λενινισμός δεν μπορεί να έχει μόνο το χαρακτήρα της συνέχειας, αλλά και της αντίστασης στη βολική επανάληψη και στη συνήθεια ή στις δυνάμεις αδράνειας που προκύπτουν από την ήττα του 20ου αιώνα. Χρειάζεται η λογική και πρακτική της επαναστατικής ανανέωσης, της αυτοκριτικής, της ριζικής πρωτοτυπίας, της πάλης για μια πραγματική «πολιτιστική επανάσταση» μέσα στο χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς. Χωρίς απογειώσεις, με επίγνωση ορίων, με διαρκή προσπάθεια για τριβή και γείωση μέσα στα υπαρκτά μέτωπα της ταξικής πάλης, εκεί όπου δοκιμάζεται αλλά και μπορεί να αλλάξει η ζωή των ανθρώπων.

15. Την ίδια ώρα που χρειάζεται αντιπαράθεση με όλη τη σκουριά και τη γραφειοκρατία μορφών οργάνωσης και κόμματος του παρελθόντος, χρειάζεται επίσης αποφασιστική πολεμική σε κάθε μορφή που εμφανίζει σαν πολύ νέα την πολύ παλιά, αδιέξοδη και καταστροφική πολιτική της άρνησης της οργανωμένης συλλογικότητας. Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος οφείλει να οδηγήσει σε ανασύνθεση και όχι σε διάλυση, σε συγκρότηση και όχι σε αποδιάρθρωση, σε καινοτόμα επιμονή στο συλλογικό και όχι σε επιστροφή στον ατομοκεντρισμό. Η συζήτηση για την Κομμουνιστική Αριστερά της εποχής μας δεν μπορεί παρά να βάζει σε πρώτο πλάνο δοκιμασίες, εγχειρήματα και προβληματισμούς για την κάλυψη του κενού του πολιτικού υποκειμένου, του φορέα ή του κόμματος που θα διακρίνεται από την επιμονή για την κοινωνική ανατροπή.

16. Έχει έρθει η ώρα να ανοίξει η συζήτηση την κομμουνιστική Αριστερά της εποχής μας. Με άνοιγμα του θεωρητικού διαλόγου, με προσπάθεια για παραγωγή άποψης, γνώσης και επεξεργασίας, με κοινές πρωτοβουλίες για το κίνημα και για το μέτωπο, με επαφή και πειραματισμούς στις σχέσεις με τα λαικά στρώματα και τις επικίνδυνες τάξεις. Με προσπάθεια να μη μείνουμε για άλλη μια φορά απλώς σε ανοίγματα ανεκπλήρωτα και εκκινήσεις μετέωρες ή ανολοκλήρωτες. Με πραγματικά βήματα που να διαμορφώνουν άλλη κατάσταση και άλλο συσχετισμό. Η διαμόρφωση μορφών και πρακτικών ενός χώρου διαλόγου, συζήτησης και δοκιμασίας για την κομμουνιστική Αριστερά της εποχής μας, το πρόγραμμα, το κίνημα και την ανασυγκρότησή της, όπως και μορφές που μπορούν να υποστηρίξουν μια τέτοια κατεύθυνση (ιστοσελίδα διαλόγου, συναντήσεις διαλόγου για το πρόγραμμα, το κίνημα και τη στρατηγική, εκδόσεις) μπορούν να συμβάλουν στο άνοιγμα και βάθεμα της συζήτησης. Η παράλληλη προσπάθεια για οικοδόμηση ενός ευρύτερου μετώπου και κινήματος για την ρήξη με το ευρωσύστημα και τον άλλο δρόμο αλλά και η από κοινού συμβολή σε πρωτοβουλίες μέσα στο κίνημα μπορεί να συνδέσει αυτή τη διαδικασία με πραγματικές κοινωνικές διεργασίες. Σε αυτό θέλουμε να συμβάλουμε ως Πρωτοβουλία για την Κομμουνιστική Αριστερά και σε κανένα βαθμό δεν θεωρούμε ότι η συζήτηση αυτή περιορίζεται στις δυνάμεις και τους αγωνιστές που μέχρι στιγμής συμμετέχουν στην πρωτοβουλία μας.


* Δημόσια τοποθέτηση της Πρωτοβουλίας για την Kομμουνιστική Aριστερά με αφορμή την εκδήλωση με τίτλο «Ρήγματα στην παγκόσμια ισορροπία. Κίνδυνοι και προκλήσεις για τους λαούς» που διοργανώνεται στην ΑΣΟΕΕ την Παρασκευή 17 Μαρτίου, στις 18:30, με ομιλητές τον Μανόλη Αρκολάκη, τον Βασίλη Λιόση και τον Χρίστο Τουλιάτο.

Μια συζήτηση που πρέπει κάτι να γεννήσει…

Η σημερινή συζήτηση και συνολικά μια τέτοια διαδικασία άργησε να ξεκινήσει. Έπρεπε να προβληματίσει όσους αναφέρονται σε αυτό τον χώρο από την αρχή της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, αλλά ειδικότερα από την αρχή της οξύτατης πολιτικής κρίσης, τότε που υπήρχε η χρονική στιγμή, τότε που η ευκαιρία βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, τότε που μπορούσαν οι αντισυστημικές δυνάμεις να αδράξουν τη στιγμή, τότε που ο πολιτικός συσχετισμός ανατρέπονταν και ο κομματικός χάρτης της μεταπολίτευσης ζωγραφιζόταν από την αρχή.

Τότε, οι δυνάμεις της Κομμουνιστικής Αριστεράς όφειλαν να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις που περνούσαν μπροστά από τα μάτια τους, δηλαδή να θέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία ενός ευρύτερου και ανώτερου σκοπού και να μην ταμπουρωθούν στις επιμέρους επάρκειες που αποδείχθηκαν ανεπάρκειες.

Στην πολιτική έχει σημασία ο χρόνος.

Και μιας και κλείνουμε 100 χρόνια από την Οκτωβριανή, ας θυμηθούμε το περίφημο «Χθες ήταν νωρίς, αύριο θα είναι αργά, σήμερα είναι η στιγμή». Και εμείς μπορεί να μην είχαμε να επιλέξουμε τη στιγμή της τελικής εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα, είχαμε όμως να εκτιμήσουμε έγκαιρα και σωστά, τη στιγμή κατά την οποία απαιτούνται τολμηρές υπερβάσεις και πρωτοβουλίες.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει, καλύτερα τώρα, παρά ποτέ, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά μετρημένη, σεμνή και αυτοκριτική.

Δεν τα καταφέραμε και αυτό το συμπέρασμα είναι προφανές. Στο περιβάλλον της παγκόσμιας κρίσης, τότε που αποδείχθηκε μαζικά η μιζέρια που σκορπίζει η κρίση, τότε που φάνηκε καθαρά ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ, οι δυνάμεις που στέκονταν στο έδαφος της Κομμουνιστικής Αριστεράς, ενώ «δικαιώθηκαν» στις αναλύσεις τους, στις εκτιμήσεις τους, στις θεωρίες τους, έχασαν το τρένο. Όχι το τρένο κάποιας μαγικής λύσης, κάποιας εκλογικής επιτυχίας ούτε φυσικά το τρένο μιας κάποιας εκτίναξης σαν κι αυτής του ΣΥΡΙΖΑ. Οι περιπτώσεις και επομένως οι απαιτήσεις είναι εντελώς διαφορετικές και αν υπάρξει κάποια στιγμή εκτίναξη αυτή δεν θα έχει σχέση με την ανάθεση, τις αυταπάτες ή τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό.

Οι δυνάμεις αυτές έχασαν το τρένο της ριζικής αλλαγής συσχετισμών, της εμφάνισης δυναμικά, μαζικά και αποπεριθωριοποιημένα στο προσκήνιο, της εξόδου από το πολιτικό περιθώριο, αποδεικνύοντας ηγεμονικά ότι ο κοινωνικός μετασχηματισμός και η αντισυστημική λύση είναι η μόνη λύση.

Οι δυνάμεις που στέκονται στο έδαφος εκτιμήσεων όπως: «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διαπραγμάτευση στο περιβάλλον της ιμπεριαλιστικής ΕΕ» ή «δεν υπάρχει διέξοδος από την κρίση χωρίς ολοκαύτωμα της ζωντανής εργασίας» έχασαν το συσχετισμό απέναντι σε δυνάμεις που ορκίζονταν για την «Ε.Ε. ως το ευνοϊκό πεδίο της ταξικής πάλης» και έδιναν βλακώδεις διαβεβαιώσεις ότι η Μέρκελ θα παρακαλά να μας δανείσει.

Αυτή η αντίφαση χρειάζεται ερμηνεία και η ερμηνεία δεν είναι εύκολη. Δεν χωρά αυτοεπιβεβαίωση και αυτοϊκανοποίηση, δεν αρκεί το «αντέξαμε» ή το «ακόμα υπάρχουμε».

Σήμερα, εφτά χρόνια μετά την αρχή της μεγάλης πολιτικής κρίσης οι δυνάμεις που αναφέρονται στον κοινωνικό μετασχηματισμό με την ευρεία τους έννοια είναι μάλλον περισσότερο πληγωμένες, χτυπιούνται από το γενικό ρεύμα αποστράτευσης και απογοήτευσης, αναπαράγουν παθογένειες της προηγούμενης εποχής.

Μην μηδενίσουμε τίποτα: Τους αγώνες και τις μάχες, τα κινήματα, τις εκρήξεις, τα ξεσπάσματα, τις πλατείες ή το δημοψήφισμα. Αλλά υπάρχουν στιγμές που πρέπει να υπερτονίσουμε τις αδυναμίες μας για να μπορέσουμε να τις διορθώσουμε. Σήμερα είναι μια τέτοια στιγμή.

Και το βασικό στοιχείο της στιγμής οφείλει να είναι η αναγνώριση ότι δεν είναι μόνο στραβός ο γιαλός, αλλά ότι και εμείς, στραβά αρμενίζουμε. Ας ξεκινήσουμε από το ότι «δεν τα καταφέραμε» γιατί οτιδήποτε άλλο θα αμβλύνει τις επείγουσες ανάγκες και θα μας επιτρέψει το «πάμε όπως πριν».

Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει με αίσθηση της ανάγκης αυτοθυσίας μας.

Όχι με την έννοια της προσωπικής αυτοθυσίας, αυτής που δίδαξαν οι αγωνιστές σε άλλες, ηρωικές εποχές. Αλλά με την έννοια της συλλογικής αυτοθυσίας ή καλύτερα της διάθεσης της συλλογικότητάς μας στο κοινό αναγκαίο καθήκον, αυτό της ανασύνθεσης.

Εδώ δεν χωρούν βεβαιότητες και αυτοαναφορικές τοποθετήσεις, εμμονές και ευκολίες. Η ανασύνθεση θα είναι βαθιά, εφόλης της ύλης, ανατρεπτική, θα γκρεμίσει για να μπορέσει να χτίσει. Ας θυμηθούμε τον Γκράμσι που περιγελούσε όσους θεωρούσαν το γκρέμισμα μικρό πράγμα μπροστά στο ωραίο καθήκον της οικοδόμησης.

Το γκρέμισμα είναι δύσκολο και επίπονο, εμπεριέχει τομές και αποχωρισμούς, υπερβάσεις σχημάτων και πολυετών συνηθειών ή εντάξεων. Καμιά διαβεβαίωση δεν υπάρχει ότι μετά το γκρέμισμα μας περιμένει μια εύκολη και άνετη οικοδόμηση. Ποτέ όμως δεν θα οικοδομηθεί το νέο, αν δεν γκρεμιστεί το παλιό, αν δεν απελευθερωθεί χώρος, για το νέο οικοδόμημα. Μπορεί να μοιάζει αυθάδες ή και βλάσφημο αυτό το συμπέρασμα, ωστόσο αυτό το «ένα βήμα μπρος ένα βήμα πίσω» που ζούμε εδώ και χρόνια πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι και διαθέσιμοι να γκρεμίσουμε για να μπορέσουμε να χτίσουμε.

Αυτοθυσία του συλλογικού μας εαυτού, δεν σημαίνει διάλυση και αγνωστικισμός, αλλά συντεταγμένη δημοκρατική και στοχευμένη διαδικασία χωρίς προαπαιτούμενα και εκ των προτέρων ληγμένες καταλήξεις. Η ανάγκη ανασύνθεσης δυνάμεων της Κομμουνιστικής Αριστεράς δεν είναι ένωση της αδυναμίας μας, δεν είναι διεύρυνση του φορέα μας ούτε μετονομασία της κομματικής μας ισχυροποίησης. Διαφορετικά τέτοιες διαδικασίες δεν θα ανασυνθέσουν τίποτα πέρα από νέες απογοητεύσεις και καθυστερήσεις.

Εδώ επίσης ο πρώτος πληθυντικός μας αφορά όλους.

Τρία σημεία και μια πρόταση

1. Βρισκόμαστε σε μια καμπή της ιστορίας, με δυνατότητες ανατροπής, ή απλώς τα πράγματα χειροτερεύουν;

Ισχύει ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός βούλιαξε πριν λίγα χρόνια σε μια ιστορικών διαστάσεων κρίση. Παρά το πλήθος των αναδιαρθρώσεων το σημερινό σύστημα κοινωνικών σχέσεων βρίσκει μπροστά του νέα συσσωρευμένα αδιέξοδα, αδυναμία συγκρότησης ενός σχεδίου ανάκαμψης.

Ισχύει επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την μοναδική απάντηση που ξεδιπλώνει ο καπιταλισμός. Η αδυναμία διεξόδου, απαντιέται από τις αστικές δυνάμεις με έναν ακόμη πιο επιθετικό νεοφιλελευθερισμό.

Ισχύει ακόμα ότι η κρίση αποτελεί ευκαιρία για να τροποποιηθεί ριζικά ο συσχετισμός δύναμης σε βάρος της εργασίας. Δεν χρειάζονται περισσότερες περιγραφές για αυτό που όλοι βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας.

Ισχύει τέλος ότι η περίοδος που διανύουμε σφραγίζεται από μια ένταση της ταξικής πόλωσης. Διευρύνονται τα στρώματα της σύγχρονης εργατικής τάξης, ενώ τα μικροαστικά στρώματα πολώνονται αντικειμενικά προς τη μεριά των δυνάμεων της εργασίας. Αυτή ακριβώς η πόλωση γεννά τη δυνατότητα να συγκροτηθεί μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, με πρωτοπόρα και ηγεμονική την εργατική τάξη, με αντισυστημικό πρόσημο και χαρακτήρα κοινωνικής ανατροπής και όχι απλά πολιτικής μετακίνησης.

Παρόλα αυτά, η σημερινή υπαρκτή χρεοκοπία του καπιταλισμού δεν σβήνει ούτε αναιρεί την χρεοκοπία του υπαρκτού. Ο συσχετισμός δύναμης δεν γίνεται ευνοϊκότερος επειδή χρεοκόπησε και χρεοκοπεί η υπόσχεση του καπιταλισμού για μια κοινωνία ευημερίας και ελευθερίας. Παραμένουμε στην ιστορική φάση της ήττας του πόλου της επανάστασης, όπως καταγράφηκε στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα.

Με όλα τα παραπάνω μπορούμε να αναρωτηθούμε: Τι είδους καμπή είναι αυτή που ζούμε σήμερα; Είναι το 89-91 από την ανάποδη; Υπάρχει κάποια ελάχιστη αναλογία με τις απαρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου; Τότε που η τότε Αριστερά διέπραττε τη μεγαλύτερη αποστασία της ιστορίας της συναινώντας σε μια πρωτόγνωρη σφαγή, που όμως λίγα χρόνια αργότερα θα καρποφορούσε το σπέρμα της κοινωνικής ανατροπής;

Μακάρι τα πράγματα να εξελίσσονταν γραμμικά. Μακάρι οι ιστορικές αναλογίες να ίσχυαν. Μακάρι η κρίση του καπιταλισμού να οδηγεί στην ισχυροποίηση του αντιπάλου του. Μακάρι το ρεύμα του κοινωνικού μετασχηματισμού να δυνάμωνε επειδή ο υπαρκτός κόσμος έπεσε σε ξέρα.

Αλλά δεν ισχύουν οι αντικειμενικότητες. Και το μεγάλο πρόβλημα των αρχών του 21ου αιώνα δεν είναι ότι ο καπιταλισμός είναι καλύτερος από αυτός των αρχών του 20ου αιώνα. Βεβαίως παίζουν ρόλο οι αυξημένες δυνατότητες ενσωμάτωσης, χειρισμού, εξαγοράς, ιδεολογικού εξανδραποδισμού.

Το κρίσιμο όμως είναι άλλο και είναι η έλλειψη του υποκειμένου.

Του πολιτικού υποκειμένου, του φορέα ή του κόμματος που θα διακρίνεται από την επιμονή για την κοινωνική ανατροπή. Αυτή που οδήγησε 100 χρόνια πριν στο πρώτο σπάσιμο των πάγων.

Ένας κακοχαρακτηρισμένος ηγέτης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, που διακρίνονταν από αυτή την περίεργη επιμονή, θέλοντας να ιεραρχήσει κάτι έλεγε ότι «όλα τα ζητήματα είναι σημαντικά, σημαντικότερο όμως είναι αυτό που πρέπει να γίνει τώρα».

Κατ’ αναλογία, όλα τα θέματα σήμερα είναι σημαντικά. Και το πρόγραμμα και οι θεωρητικές επεξεργασίες, και το πολιτικό μέτωπο και το κίνημα και η κατάσταση του. Και δεν χωρίζονται με σινικά τείχη, και είναι προφανές ότι από άλλη αφετηρία θα συζητούσαμε σήμερα το συγκεκριμένο θέμα σε αν όλα αυτά τα ζητήματα υπήρχε διαφορετική κατάσταση.

Επειδή όμως αυτή κάτι πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την επιμονή και την στοχοπροσήλωση, κατ’ αναλογία πρέπει να πούμε ότι το σημαντικότερο, δηλαδή αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει τώρα, είναι το πρόβλημα του υποκειμένου.

Το κενό υποκειμένου και το στοίχημα της κάλυψής του, θα είναι αυτό που θα κρίνει αν η εποχή μας θα είναι μια ιστορική καμπή που θα γεννήσει και τη δυνατότητα μιας νέας ιστορικής ανατροπής, ή αν θα είναι απλώς βούλιαγμα στην ίδια κατάσταση.

2. Ο αγώνας που απαιτεί η εποχή μας δεν είναι αυτός των μεταρρυθμίσεων και διορθώσεων. Είναι αυτός της κοινωνικής ανατροπής.

Το ερώτημα είναι: Υπάρχει σήμερα έδαφος για την ανάπτυξη των ιδεών της κοινωνικής αλλαγής ή έχουν επικρατήσει οριστικά οι ιδέες της διαχείρισης. Ας μη βιαστούμε να δώσουμε καταφατικές απαντήσεις επειδή έτσι μας αρέσει. Από την ελληνική περίπτωση μέχρι πολλές άλλες στον ευρωπαϊκό ορίζοντα και στο παγκόσμιο χωριό διαπιστώνει κανείς ότι η ριζοσπαστική και αντισυστημική οπτική υποχωρεί.

Ωστόσο το ερώτημα δεν αφορά το τι πιστεύουμε εμείς, αλλά το τι είναι δυνατόν να υπάρξει μέσα στο υπάρχον σημερινό νεοφιλελεύθερο και καπιταλιστικό πλαίσιο

Ας αναδιατυπώσουμε το ερώτημα μέσα από μια κατηγορηματική απάντηση: Ο αγώνας ή θα είναι εφόλης της ύλης και αντισυστημικός ή δεν θα υπάρξει. Η ιστορία του πρώην σοσιαλδημοκρατικού και νυν νεοφιλελεύθερου κυβερνώντος κόμματος, αποδεικνύει ότι ακόμα και μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση που θα επιτρέψει στο σημερινό καθεστώς ένα κάποιο κράτος πρόνοιας είναι έξω από τα σημερινά όρια νομιμότητας.

Θα είχε ενδιαφέρον – ίσως να ήταν και ανακουφιστικό σήμερα – να υπάρξει μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση, μόνο που ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να επιτρέψει τη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση αν δεν απειλείται από την κομμουνιστική προοπτική.

Με δυό λόγια δεν θα υπάρξει σοσιαλδημοκρατία αν δεν υπάρξει Κομμουνιστική Αριστερά. Η ανακούφιση δεν θα έρθει από τα μερεμέτια και την ενδοσυστημική διαχείριση. Όχι επειδή κάποιοι αρέσκονται να δηλώνουν σε όλους τους τόνους ότι είναι με την ανατροπή. Η ιστορία αδιαφορεί για τις διακηρύξεις.

Η ανακούφιση δεν θα έρθει από εκεί γιατί πολύ απλά δεν γίνεται. Το ερώτημα λοιπόν του ποιος ακριβώς είναι εκείνος ο αγώνας που είναι αποτελεσματικά ικανός να σταματήσει την επιστροφή στα προοκτωβριανά τοπία, δεν το απαντάμε εμείς.

Το έχει απαντήσει στην πράξη και στην πραγματική ζωή ο ίδιος ο καπιταλισμός, αποκλείοντας εν τη γεννέσει του οτιδήποτε άλλο πέρα από τον καθαρό και ατόφιο νεοφιλελευθερισμό.

Αυτό σημαίνει και ορισμένες προτεραιότητες: Πχ τα πολιτικά μέτωπα έχουν τη σημασία τους, (και αυτά στο χρόνο τους) και θα μπορούσαν υπό όρους να αποτελέσουν τον καταλύτη και για συνολικότερες αλλαγές και ανασυνθέσεις. Εκ των πραγμάτων όμως δεν απαντούν στο όλο πρόβλημα. Γιατί πολύ γρήγορα, σχεδόν αμέσως, η παραμικρή αμφισβήτηση του παγκοσμιοποιημένου πλαισίου της αγοράς θα σπρώξει εκ των πραγμάτων το μαχαίρι στο κόκκαλο: Ή θα υπάρξει υποχώρηση και μάλιστα ατιμωτική, ή θα πάμε με «πολεμικό» τρόπο σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς.

Να γιατί το άμεσο πολιτικό σχέδιο δεν μας φτάνει. Δεν είναι ότι δεν το χρειαζόμαστε. Είναι ότι η ίδια η ζωή δείχνει ότι απαιτείται κάτι περισσότερο από ένα πολιτικό σχέδιο, αναζητείται η ραχοκοκκαλιά και το νεύρο του πολιτικού σχεδίου. Ποιος θα κερδίσει ποιον είναι το ερώτημα που τίθεται στο τραπέζι και φυσικά προς το παρόν φαίνεται μόνο μία λύση.

3. Είναι τελικά ο κομμουνισμός τα νιάτα του κόσμου;

Είναι ο χώρος αυτός ελκτικός, νέος και ανερχόμενος; Ή ανάποδα υπάρχει η αίσθηση ότι πρόκειται για δυνάμεις αδράνειας, για απροσκύνητους αλλά γραφικούς, για ανυποχώρητους και αγύριστα κεφάλια που σε μια κοινωνία που προχωρά μπροστά, μιλούν για το τι έγινε 100 χρόνια πριν;

Εδώ δεν χρειάζεται απολογητική, χρειάζεται απολογισμός. Η υπεράσπιση μιας ορισμένης ιστορίας δεν σημαίνει ότι άκριτη υπεράσπιση του παρελθόντος, αλλά υπεράσπιση της δυνατότητας και ικανότητας να αλλάξει η ζωή μας. Σημαίνει υπεράσπιση της απλής σκέψης ότι υπάρχουν ριζικές λύσεις.

Είναι σαφές ότι στον 20ό αιώνα η κομμουνιστική απειλή επέβαλε λύσεις προς όφελος των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Και χρειάζεται μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα σύστημα που στο σύντομο ιστορικό χρόνο δεν πρόλαβε να δοκιμαστεί, να προχωρήσει τη θεωρία του, να διορθώσει τα λάθη και τις ελλείψεις του, να καταστείλει τις ελεεινότητές του.

Και όποια κριτική ασκηθεί στην καρικατούρα του «υπαρκτού», αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε για το πρώτο πείραμα και την προσπάθεια που έγινε, ότι ξεχνάμε το τι γέννησε, και προς όφελος ποιων.

Χρειάζεται έξοδος από την απολογητική αλλά και από τη νοσταλγία και τοποθέτηση της συζήτησης και της πρακτικής στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Ιστορικά ηγετικά πρόσωπα μετατράπηκαν από τους επιγόνους τους σε πολιτικά ρεύματα, κρατώντας τις μέχρι σήμερα οργανωτικές τους μορφές. Οι εμπλουτισμοί στον μαρξισμό υπήρξαν, βοηθούν, έχουν αξιολογηθεί, δεν επαρκούν όμως για σήμερα. Δεν έχουμε ανάγκη από την αντιπαράθεση με όρους ρευμάτων του 20ου αιώνα, αλλά από μια συνθετική συζήτηση-αναζήτηση που δίνει υλικό στο σήμερα. Όσο θα σκεφτόμαστε και θα βαδίζουμε με εργαλεία του παρελθόντος θα αποπροσανατολιζόμαστε από την επίκαιρη και απαιτητική πραγματικότητα και ο χρόνος μας θα εξαντλείται σε θεωρητικές διαμάχες για ένα ιστορικό σοσιαλισμό, με μεγάλη απόσταση από τη συγκεκριμένη σημερινή ιστορική στιγμή, τη συγκεκριμένη σημερινή ταξική πάλη και τη συγκεκριμένη και σημερινή ανάγκη μιας επίθεσης των ιδεών της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Οποιαδήποτε αναμέτρηση με την οικοδόμηση μιας σύγχρονης κομμουνιστικής αναφοράς αναπόφευκτα έρχεται αντιμέτωπη με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Μια ιστορία ηρωική που οδήγησε στα πρώτα «άλματα στον ουρανό» αλλά και τραγική με αποκορύφωμα την πλήρη μετάλλαξη των καθεστώτων που υποτίθεται ότι «οικοδομούσαν το σοσιαλισμό».

Αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά αυτοκριτική και με διάθεση επαναστατικής ανανέωσης. Να εμπνέεται από τις προλεταριακές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα, από την Οκτωβριανή επανάσταση και τις πρώτες ηρωικές προσπάθειες οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Να υπερασπίζεται τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις που αποτίναξαν τον ιμπεριαλιστικό ζυγό και την αποικιακή εκμετάλλευση στις περιφέρειες του πλανήτη.

Να υποστηρίζει αταλάντευτα τον καθοριστικό ρόλο του κομμουνιστικού κινήματος σε κάθε βήμα που έκανε η ανθρωπότητα προς τα μπρος, με κορυφαίες συνεισφορές το τσάκισμα του ναζισμού και την κατοχύρωση των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στις χώρες του καπιταλισμού.

Να αντιμετωπίζει τη μετάλλαξη των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως αρνητική έκβαση ταξικών αγώνων και όχι ως προδιαγεγραμμένη πορεία.

Να αναγνωρίζει τη σημασία κριτικών συνεισφορών μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα από τη σκοπιά της εμβάθυνσης της ταξικής πάλης και της θεωρίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε τόσο την ανολοκλήρωτη εμπειρία της Πολιτιστικής Επανάστασης καθώς και την κριτική αποτίμηση και θεωρητική ανανέωση που γέννησαν τα κινήματα των ανολοκλήρωτων θυελλών στις δεκαετίες 60-70.

Η πρόταση: Χώρος διαλόγου, πρωτοβουλιών, συντονισμού και οργάνωσης της διαδικασίας

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κομμουνιστική Αριστερά. Είναι ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει τα επόμενα χρόνια. Υπάρχουν δυνάμεις που αναφέρονται στη κομμουνιστική αριστερά, δυνάμεις που βρίσκονται μέσα σε κόμματα, οργανώσεις, μορφώματα. Έχουμε δυνάμεις που τρέφονται από το παρελθόν και απέχουν από το παρόν, χωρίς να δικαιολογούν σε τίποτα λάβαρα και τίτλους. Και φυσικά δυνάμεις με τη δύναμη της αδράνειας καθοριστικά πάνω τους. Αυτές οι δυνάμεις είναι σχετικά μικρές, αδύναμες σε πολυδιάσπαση και κατακερματισμό, με τα βαρίδια του παρελθόντος και μιας μεγάλης ήττας. Βασανίζονται, μπουσουλάνε, αλληλοοσμώνονται με δυσκοίλιο και επίπονο τρόπο, αναζητώντας δρόμους.

Υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις για ένα πρώτο πλαίσιο; Χρειάζεται μια επίμονη, ευρύχωρη και υπομονετική διαδικασία συζήτησης και διαρκούς πρόσκλησης, όλων όσων αντιλαμβάνονται την έλλειψη του κομμουνιστικού φορέα. Δεν αντιλαμβάνονται αυτή την έλλειψη πολλές από τις δυνάμεις που με αυτάρκεια και αυταρέσκεια κοιτούν τον εαυτό τους στον καθρέπτη και βλέπουν τη λύση.

Η συγκεκριμένη μορφή που μπορεί να πάρει μια τέτοια διαδικασία –τουλάχιστον σήμερα- είναι η δημιουργία και συγκρότηση ενός χώρου διαλόγου, ενός φόρουμ ή βήματος, ενός κέντρου συζήτησης αλλά και αντιπαράθεσης, με κοινό όμως παρονομαστή την ανάγκη ανασύνθεσης του χώρου της κομμουνιστικής Αριστεράς, με διαδοχικές και επίμονες δοκιμασίες προς αυτή την κατεύθυνση. Αν αυτό συμπυκνώνει και η σημερινή συζήτηση, η απάντηση είναι ανεπιφύλακτα ναι.


Το παραπάνω κείμενο περιλαμβάνει τα βασικά σημεία της παρέμβασης στην εκδήλωση του ΚΟΜΜΟΝ στις 6/2/2017.