Άρθρα

ΗΠΑ: ο πόλεμος μεταξύ των ελίτ – οι ολιγάρχες τα πάνε καλά, ο λαός υποφέρει

Σε μια κλίμακα πρωτοφανή από την «μεγάλη» παγκόσμια ύφεση της δεκαετίας του 1930, στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα σημειώνονται οξύτατες πολιτικές επιθέσεις, διαιρέσεις και υφαρπαγές εξουσίας. Απολύσεις κυβερνητικών αξιωματούχων, έρευνες του Κογκρέσου, απαιτήσεις για προεδρική παραπομπή, κυνηγητό μαγισσών, απειλές φυλάκισης για «επίδειξη περιφρόνησης προς το Κογκρέσο» και απροκάλυπτες διαμάχες για την εξουσία έχουν θρυμματίσει τη βιτρίνα πολιτικής ενότητας και συναίνεσης ανάμεσα στις ανταγωνιζόμενες ισχυρές μερίδες της ολιγαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία, ο εκλεγμένος πρόεδρος παλεύει σε καθημερινή βάση να ασκήσει την κρατική εξουσία. Τα ελεγχόμενα από την αντιπολίτευση κρατικά (όπως η εθνική δημόσια ραδιοφωνία) και εταιρικά όργανα μαζικής προπαγάνδας αντιπαρατίθενται στην προεδρία. Ομάδες της στρατιωτικής ελίτ και της επιχειρηματικής ολιγαρχίας συγκρούονται στην εγχώρια και τη διεθνή σκηνή. Οι ολιγάρχες διαπληκτίζονται και επιτίθενται ο ένας τον άλλον. Κατασκευάζουν πλαστές κατηγορίες, συνωμοτούν και εξαπατούν. Οι πολιτικοί ακόλουθοί τους, ως μάρτυρες αυτών των μνημειωδών συγκρούσεων, είναι βουβοί, κουφοί και τυφλοί ως προς  τα πραγματικά συμφέροντα που διακυβεύονται.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον ολιγάρχη πρόεδρο και τους ολιγάρχες της αντιπολίτευσης έχει σοβαρές συνέπειες για τις αντίστοιχες μερίδες τους και για τον αμερικανικό λαό. Οι πόλεμοι και η κατάκτηση αγορών, που επιδιώκουν οι ομάδες των ολιγαρχών, ώθησαν τις αντιτιθέμενες ολιγαρχικές δυνάμεις στην απόκτηση ελέγχου επί των  μέσων πολιτικής χειραγώγησης (ΜΜΕ και δικαστικών διώξεων).

Ο έντονος πολιτικός ανταγωνισμός και η ανοικτή πολιτική αντιπαράθεση δεν έχει καμιά σχέση με τη «δημοκρατία» όπως υπάρχει σήμερα στις ΗΠΑ.

Στην πραγματικότητα, η απουσία πραγματικής δημοκρατίας επιτρέπει στους ολιγάρχες να συγκρούονται στα σοβαρά. Ο περιθωριοποιημένος και απολίτικος λαός είναι ανίκανος να αξιοποιήσει υπέρ του τη σύγκρουση μεταξύ των ολιγαρχικών μερίδων και να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του.

Τι δεν αφορά η «σύγκρουση» μεταξύ των ολιγαρχών

Η μάχη «ζωής και θανάτου» ανάμεσα στις μερίδες των ολιγαρχών δεν αφορά την ειρήνη!

Καμία από τις ολιγαρχικές ομάδες που εμπλέκεται σ’ αυτή τη διαμάχη δεν τάσσεται υπέρ δημοκρατικών ή ανεξάρτητων κυβερνήσεων.

Καμία πλευρά δεν επιδιώκει τον εκδημοκρατισμό της αμερικανικής πολιτικής/εκλογικής διαδικασίας ή τη διάλυση του μηχανισμού του αστυνομικού κράτους.

Καμία πλευρά δεν δεσμεύεται με «κοινωνικό συμβόλαιο» απέναντι στους Αμερικανούς εργάτες και υπαλλήλους.

Καμία δεν ενδιαφέρεται για πολιτικές αλλαγές  που είναι αναγκαίες ώστε να αντιμετωπιστεί η συνεχής διάβρωση του βιοτικού επιπέδου ή η πρωτοφανής αύξηση της «πρώιμης» θνησιμότητας ανάμεσα στα εργατικά και αγροτικά στρώματα της χώρας.

Παρά τις ομοιότητές τους όμως, που απορρέουν από τον βασικό στόχο ο οποίος συνίσταται στη διατήρηση της ισχύος/εξουσίας της ολιγαρχίας ενάντια στα συμφέροντα του γενικότερου πληθυσμού, υπάρχουν βαθιές διαιρέσεις σχετικά με το περιεχόμενο και την κατεύθυνση του προεδρικού καθεστώτος και του κρατικού μηχανισμού.

Και τι αφορά 

Υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των μερίδων της ολιγαρχίας πάνω στο ζήτημα των πολέμων και των «επεμβάσεων».

Η «αντιπολίτευση»  (το Δημοκρατικό Κόμμα και κάποιες ρεπουμπλικανικές ελίτ) επιδιώκει τη συνέχιση της πολιτικής των πλανητικών πολέμων, με πιο συγκεκριμένο  στόχο την αντιπαράθεση με τη Ρωσία και την Κίνα, όπως επίσης τη συνέχιση των περιφερειακών πολέμων στην Ασία και στη Μέση Ανατολή. Υπάρχει πεισματική άρνηση τροποποίησης της στρατιωτικής πολιτικής, παρά τις καταστροφικές συνέπειες στο εσωτερικό των ΗΠΑ (οικονομική παρακμή και αυξανόμενη φτώχεια) και διεθνώς, με τις μαζικές εθνικές εκκαθαρίσεις, την τρομοκρατία, την αναγκαστική μετανάστευση των προσφύγων πολέμου στην Ευρώπη, την πείνα και τις επιδημίες (όπως η χολέρα και ο λιμός στην Υεμένη).

Η προεδρία Τραμπ ευνοεί την ένταση της αντιπαράθεσης με το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα, καθώς και την επέμβαση στη Συρία, τη Βενεζουέλα και την Υεμένη.

Η «αντιπολίτευση» υποστηρίζει τις πολυμερείς οικονομικές και εμπορικές συμφωνίες (όπως η TTP και η  NAFTA), ενώ ο Τραμπ ευνοεί τις επικερδείς «διμερείς» συμφωνίες, βασίζεται στις εμπορικές και επενδυτικές δοσοληψίες με τη Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα του Κόλπου και στο σχηματισμό ενός επιθετικού στρατιωτικού «άξονα» (ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας-Ισραήλ-Εμιράτων) για να ανατρέψει το εθνικιστικό καθεστώς του Ιράν και να διαμελίσει τη χώρα.

Η «αντιπολίτευση» επιδιώκει τη διεξαγωγή πολέμων και βίαιης «αλλαγής καθεστώτος», προκειμένου να αντικαταστήσει ανυπάκουους «τυράννους» και εθνικιστές και να εγκαταστήσει «πελατειακές κυβερνήσεις» οι οποίες θα παραχωρούν βάσεις στην αμερικανική στρατιωτική αυτοκρατορία. Ο Τραμπ εναγκαλίζεται τους υπάρχοντες δικτάτορες που μπορούν να επενδύσουν στο εσωτερικό πρόγραμμά του για τις υποδομές.

Η «αντιπολίτευση» επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του ρόλου που παίζει παγκοσμίως η στρατιωτική ισχύς της Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ αποβλέπει στην επέκταση του ρόλου των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά.

Και οι δύο μερίδες της ολιγαρχίας υποστηρίζουν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, έχουν διαφορές  όμως όσον αφορά το χαρακτήρα και τα μέσα του.

Για την «αντιπολίτευση», κάθε χώρα, μεγάλη ή μικρή, μπορεί να αποτελέσει στόχο στρατιωτικής κατάκτησης. Ο Τραμπ τείνει να ευνοεί την επέκταση των κερδοφόρων εξωτερικών αγορών μαζί με την προβολή της αμερικανικής στρατιωτικής κυριαρχίας.

Ολιγάρχες: ομοιότητες ως προς την τακτική

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ολιγαρχών δεν αποκλείει ομοιότητες ως προς τα μέσα και την τακτική. Και οι δύο ομάδες προωθούν την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, υποστηρίζουν τον πόλεμο της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη και την επέμβαση στη Βενεζουέλα. Υποστηρίζουν το εμπόριο με την Κίνα και τις διεθνείς κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία και το Ιράν. Επιδεικνύουν δουλικό σέβας προς το κράτος του Ισραήλ και ευνοούν το διορισμό ανοικτά σιωνιστικών παραγόντων στον πολιτικό, οικονομικό μηχανισμό και στις μυστικές υπηρεσίες.

Αυτές οι ομοιότητες όμως υπόκεινται σε αψιμαχίες τακτικής,  πολιτικού προπαγανδιστικού χαρακτήρα. Η «αντιπολίτευση» καταγγέλλει όποια απόκλιση της πολιτικής έναντι της Ρωσίας ως «προδοσία», ενώ ο Τραμπ κατηγορεί την «αντιπολίτευση» ότι θυσιάζει τους Αμερικανούς εργάτες για χάρη της  NAFTA.

Παρά τις αποχρώσεις τακτικής και τις ομοιότητες, ο άγριος ενδο-ολιγαρχικός ανταγωνισμός απέχει πολύ από το να γίνεται για το θεαθήναι. Όποιες κι αν είναι οι πραγματικές ή οι προσποιητές ομοιότητες και διαφορές, η αντιπαράθεση των ολιγαρχών για την ιμπεριαλιστική και εγχώρια εξουσία επιφέρει μεγάλες συνέπειες στην πολιτική και συνταγματική τάξη πραγμάτων.

Ολιγαρχική πολιτική εκπροσώπηση και παράλληλο αστυνομικό κράτος

Η εξελισσόμενη διαμάχη ανάμεσα στην προεδρία Τραμπ και την «αντιπολίτευση» δεν αποτελεί μια συνήθη αψιμαχία όσον αφορά τη νομοθεσία ή τις αποφάσεις. Δεν αφορά επίσης, απλώς, τον έλεγχο του δημόσιου πλούτου της χώρας. Η σύγκρουση περιστρέφεται γύρω από τον έλεγχο του καθεστώτος και την άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Η «αντιπολίτευση» διαθέτει μια εντυπωσιακή διάταξη δυνάμεων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μηχανισμός των μυστικών υπηρεσιών (NSA, Homeland Security, FBI, CIA, κ.λπ.) και ένας ουσιώδης τομέας του Πενταγώνου και της αμυντικής βιομηχανίας. Επιπλέον, έχει δημιουργήσει νέα κέντρα ισχύος με σκοπό την εκδίωξη του Τραμπ, συμπεριλαμβανομένου του χώρου της Δικαιοσύνης. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά με το διορισμό του πρώην επικεφαλής του FBI Ρόμπερτ Μιούλερ ως «ειδικού ανακριτή» και βασικών στελεχών των υπηρεσιών του γενικού εισαγγελέα/υπουργού Δικαιοσύνης, όπως του αναπληρωτή γενικού εισαγγελέα Ρομπ Ρόζενστάιν.  Ο Ρόζενστάιν διόρισε τον Μιούλερ, αφότου απομονώθηκε αναγκαστικά ο γενικός εισαγγελέας «Τζεφ» Σέσιον (σύμμαχος του Τραμπ) διότι είχε «συναντηθεί» με Ρώσους διπλωμάτες κατά την άσκηση των καθηκόντων του στο Κογκρέσο, όντας ανώτατο στέλεχος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας.   Αυτή η «απομόνωση» αφαίρεσε σημαντικές αρμοδιότητες από τον πιο σημαντικό σύμμαχο του Τραμπ στη Δικαιοσύνη.

Το δίχτυ της αντιπολιτευτικής ισχύος απλώνεται και περιλαμβάνει πρώην αξιωματούχους του αστυνομικού κράτους, μεταξύ των οποίων τον Μάικλ Τσέρτοφ (συνεργάτη του Ρ. Μιούλερ) και επικεφαλής της Υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφάλειας  υπό τον Μπους τον νεότερο, τον Τζον Μπρέναν (CIA), τον Τζέιμς Κομέι (FBI) και άλλους.

Η «αντιπολίτευση» κυριαρχεί στα βασικά όργανα προπαγάνδας — στον Τύπο («Washington Post», «Financial Times», «New York Times» και «Wall Street Journal») και  στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο (ABC, NBC, CBS και PBS/ NPR), τα οποία ταχύτατα μεγαλοποιούν γεγονότα  και κατηγορούν  τον πρόεδρο και τους συμμάχους του για ένα όλο και επεκτεινόμενο πλέγμα ατεκμηρίωτων «εγκλημάτων και παραπτωμάτων». Νεοσυντηρητικά και φιλελεύθερα think tanks και ιδρύματα, ακαδημαϊκοί ειδικοί και σχολιαστές έχουν ενωθεί σε μια «χορωδία υστερίας» και τροφοδοτούν τη φρενίτιδα εκδίωξης του Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει μια όλο και πιο ευάλωτη βάση υποστήριξης στο υπουργικό του συμβούλιο, στην οικογένεια και τους στενότερους συμβούλους του. Διαθέτει μια μειοψηφία υποστηρικτών στα νομοθετικά σώματα και πιθανώς στο Ανώτατο Δικαστήριο, παρόλο που πλειοψηφεί σ’ αυτά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Διαθέτει επίσης την παθητική υποστήριξη των ψηφοφόρων του, αλλά αυτοί δεν έχουν την ικανότητα κινητοποίησης στους δρόμους. Είναι περιθωριοποιημένοι.

Εκτός της πολιτικής (του «βάλτου» όπως αποκάλεσε ο Τραμπ την Ουάσιγκτον), η εμπορική, επενδυτική, φορολογική πολιτική και οι απορρυθμίσεις του Τραμπ υποστηρίζονται  από την πλειονότητα των επενδυτών που αποκόμισαν κέρδη από την άνοδο των χρηματιστηρίων μετά την εκλογή του. Ωστόσο, το «χρήμα» φαίνεται να μην επηρεάζει το παράλληλο κράτος.

Η απόκλιση ανάμεσα στους επενδυτές υποστηρικτές του Τραμπ και στην πολιτική ισχύ του αντιπολιτευόμενου κρατικού μηχανισμού αποτελεί μια από τις πιο ασυνήθιστες αλλαγές του αιώνα μας.

Με δεδομένη την αδυναμία του στο εσωτερικό της χώρας και το επαπειλούμενο πραξικόπημα, ο Τραμπ στράφηκε προς την εξασφάλιση «συμφωνιών» με εξωτερικούς συμμάχους, συμπεριλαμβανομένων εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η πώληση όπλων ύψους πολλών δισ.  δολαρίων στη Σαουδική Αραβία και στα Εμιράτα του Κόλπου [360 δισ.  δολάρια σε μία δεκαετία] θα χαροποιήσει το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και τους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους σ’ αυτό.

Οι πολιτικοί και διπλωματικοί «τεμενάδες» του στον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου θα πρέπει να ευχαρίστησαν πολλούς Αμερικανούς σιωνιστές.

Αλλά οι συναντήσεις με παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες και η σύνοδος του G7 στη Σικελία απέτυχαν να εξουδετερώσουν την εξωτερική αντίθεση στον Τραμπ.

Οι ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του NATO δεν δέχτηκαν τις απαιτήσεις του Τραμπ για αύξηση της οικονομικής συμβολής τους στη συμμαχία και καταδίκασαν την απροθυμία του να προσφέρει άνευ όρων στρατιωτική στήριξη στα νέα μέλη του ΝΑΤΟ. Δεν έδειξαν συμπάθεια για τα εσωτερικά του προβλήματα.

Εν ολίγοις, οι υποστηρικτές του Τραμπ στο εξωτερικό, οι συναντήσεις και οι συμφωνίες θα έχουν ελάχιστο αντίκτυπο στον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης.

Επιπλέον, υπάρχουν μακροχρόνιοι δεσμοί ανάμεσα στους διάφορους κρατικούς μηχανισμούς της ΕΕ και των ΗΠΑ, οι οποίοι ενισχύουν την εμβέλεια της αντιπολίτευσης στις επιθέσεις της κατά του Τραμπ.

Παρόλο που οι προεδρικοί και οι αντιπολιτευόμενοι ολιγάρχες διαιρούνται πάνω σε ουσιώδη θέματα, αυτά τα θέματα είναι κάθετα και όχι οριζόντια σχίσματα – ένα ζήτημα των πολέμων «τους» ή των πολέμων «μας».

Ο Τραμπ όξυνε την ιδεολογική διαμάχη με τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, υποσχέθηκε να αυξήσει τα χερσαία στρατεύματα στο Αφγανιστάν και στη Συρία, ενίσχυσε τη στρατιωτική και συμβουλευτική στήριξη της σαουδαραβικής εισβολής στην Υεμένη και αύξησε την υποστήριξη προς τις βίαιες διαδηλώσεις και τις οχλοκρατικές επιθέσεις στη Βενεζουέλα.

Η «αντιπολίτευση» απαιτεί να αυξηθούν οι προκλήσεις ενάντια στη Ρωσία και στους συμμάχους της και να συνεχιστούν οι εφτά πόλεμοι του Ομπάμα.

Ενώ και οι δύο ομάδες των ολιγαρχών υποστηρίζουν τους συνεχείς πολέμους, η μεγάλη διαφορά είναι ποιος διαχειρίζεται τους πολέμους και ποιος θα καταστεί υπεύθυνος για τις συνέπειες.

Οι συγκρουόμενες ολιγαρχίες διαχωρίζονται ως προς το ποιος ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό, εφόσον η ισχύς τους εξαρτάται από το ποια πλευρά κατευθύνει τους κατασκόπους και δημιουργεί τις χαλκευμένες ειδήσεις.

Σήμερα και οι δύο ολιγαρχικές μερίδες βγάζουν η μία τα «άπλυτα» της άλλης στη φόρα, και καλύπτουν τις κοινές παράνομες πρακτικές τους στο εσωτερικό της χώρας και στο εξωτερικό.

Οι ολιγάρχες του Τραμπ θέλουν να μεγιστοποιήσουν τις οικονομικές συμφωνίες μέσω «άκριτης» υποστήριξης γνωστών τυράννων, η «αντιπολίτευση» υποστηρίζει «κριτικά» τυράννους με αντάλλαγμα την εκχώρηση εδαφών για αμερικανικές βάσεις και στρατιωτική στήριξη των «επεμβάσεων».

Ο Τραμπ προωθεί μεγάλες φορολογικές περικοπές προς όφελος των ολιγαρχών συμμάχων του, προχωρώντας ταυτόχρονα σε μεγάλες περικοπές κοινωνικών προγραμμάτων για τους κακότυχους ψηφοφόρους του. Η «αντιπολίτευση» υποστηρίζει πιο ήπιες φορολογικές περικοπές και μικρότερες μειώσεις στα κοινωνικά προγράμματα.

Συμπέρασμα

 Η μάχη μεταξύ των ολιγαρχικών μερίδων στις ΗΠΑ δεν έχει φτάσει ακόμη σε αποφασιστική κλίμακα. Ο Τραμπ είναι ακόμη πρόεδρος. Η «αντιπολίτευση» ανοίγει  το δρόμο της με τις έρευνές της και τις εντυπωσιακές αποκαλύψεις στα ΜΜΕ.

Ο πόλεμος προπαγάνδας συνεχίζεται. Τη μια ημέρα τα αντιπολιτευόμενα  ΜΜΕ  εστιάζουν σε έναν μετανάστη φοιτητή που απελάθηκε και την επομένη ο πρόεδρος παρουσιάζει στοιχεία για νέες θέσεις εργασίας στην αμερικανική στρατιωτική βιομηχανία.

Η αναδυόμενη συνεργασία αριστερών και νεοσυντηρητικών ακαδημαϊκών (δηλ. Νόαμ Τσόμσκι-Γουίλιαμ Κρίστολ) καταγγέλλει εξ αρχής την προεδρία Τραμπ ως εθνική «καταστροφή». Παράλληλα, συνασπίζονται επενδυτές της Γουόλ Στριτ και ελευθεριακοί για να καταγγείλουν την αντίσταση της «αντιπολίτευσης» στις μεγάλες φορολογικές «μεταρρυθμίσεις».

Ολιγάρχες όλων των αποχρώσεων και των τάσεων διαγκωνίζονται για τη συνολική κρατική εξουσία και τον πλούτο, ενώ οι πολίτες στην πλειονότητά τους αποκαλούνται «αποτυχημένοι» από τον Τραμπ ή «απαράδεκτοι» από τη μαντάμ Κλίντον.

Το κίνημα «ειρήνης», οι ομάδες για τα δικαιώματα των μεταναστών και οι ακτιβιστές του κινήματος «Η ζωή των μαύρων μετράει» έχουν μετατραπεί σε ανόητους υπηρέτες που σέρνουν το βαγόνι των ολιγαρχών της «αντιπολίτευσης», ενώ οι εργάτες της «ζώνης της σκουριάς», οι φτωχοί των αγροτικών περιοχών και οι  υπάλληλοι της μεσαίας τάξης που χάνουν την κοινωνική τους θέση είναι αδύναμοι δουλοπάροικοι, δεμένοι στο κάρο του προέδρου Τραμπ.

Επίλογος

Μετά την αιματοχυσία, όταν και εάν ανατραπεί ο πρόεδρος Τραμπ, οι υπάλληλοι της κρατικής ασφάλειας με τα καθωσπρέπει σκούρα κοστούμια τους θα επιστρέψουν στα άνετα γραφεία τους για να επιβλέψουν το «σύνηθες» έργο της κατασκοπίας των πολιτών και να εξαπολύσουν μυστικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό.

Τα ΜΜΕ θα βγάλουν στον αέρα μερικές εντυπωσιακές πληροφορίες και «λόγια της αλήθειας» από τον νέο κάτοχο του Οβάλ Γραφείου.

Η ακαδημαϊκή αριστερά θα διατυπώσει κάποια κριτική ενάντια στον πιο πρόσφατο «επικεφαλής ολιγάρχη» ή θα κοκορευτεί για το πώς η ηρωική της «αντίσταση» απέτρεψε μια εθνική καταστροφή.

Ο Τραμπ, πρώην πρόεδρος, και ο ολιγάρχης γαμπρός του Τζάρεντ Κάσνερ θα υπογράψουν νέες συμφωνίες στον τομέα των ακινήτων. Οι Σαουδάραβες θα λάβουν τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια των αμερικανικών όπλων για να εφοδιάσουν ξανά το ISIS ή τους διαδόχους του και να διαβρώσουν περαιτέρω την  «τεράστια και κραυγάζουσα από πόνο» ερημιά της αμερικανικής Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ θα απαιτήσει ακόμη πιο συχνές «εξυπηρετήσεις» από τον νέο Αμερικανό πρόεδρο.

Οι θριαμβευτές αρθρογράφοι θα διατυμπανίσουν ότι το μοναδικό πολιτικό σύστημά «μας», παρά την «πρόσφατη αναταραχή», απέδειξε ότι η δημοκρατία πάντα νικά … μόνο οι άνθρωποι υποφέρουν!

Ζήτω οι ολιγάρχες!

Πηγή: The James Petras Website 31 May 2017 via Global Research

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Θα σφετεριστεί η «εναλλακτική δεξιά» το αντιπολεμικό κίνημα;

Εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωσαν εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ φοβούμενοι ότι θα προκαλέσει  καταστροφή τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και εκτός των συνόρων τους.  Αυτό το κίνημα αντίστασης εξακολουθεί να αποτελεί μια ισχυρή κοινωνική δύναμη και πρόσφατα ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του –η εξαπόλυση ενός νέου πολέμου–  πραγματοποιήθηκε, όταν ο Τραμπ βομβάρδισε τη Συρία και επέκτεινε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή σε μια περίοδο που εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Αμέσως μετά το βομβαρδισμό της Συρίας, η κυβέρνηση του Τραμπ έστειλε πολεμικά πλοία στη Βόρεια Κορέα και την απείλησε με «προληπτικά» πλήγματα, όπως ακριβώς έγινε στο Ιράκ το 2003. Στη συνέχεια, κλιμάκωσε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν εξαπολύοντας τη μεγαλύτερη μη πυρηνική βόμβα στον κόσμο, ισχύος 21.000 λιβρών, η ενός μιλίου ακτίνα της οποίας δημιουργεί πυρηνικής έκτασης χάος, χωρίς την ενοχλητική ταμπέλα του «πυρηνικού όπλου». Το μήνυμα είναι σαφές: ο Τραμπ έγινε ένας επικίνδυνα πολεμοχαρής πρόεδρος, το φίδι απέβαλε το «απομονωτιστικό» δέρμα του.

Η κοινωνία κλονίστηκε από αυτές τις πολεμικές ενέργειες, αλλά στο εύφορο έδαφος για διαμαρτυρία δεν φύτρωσαν βλαστάρια. Το κατεστημένο «υποστήριξε» τον νέο πόλεμο είτε άμεσα χειροκροτώντας είτε έμμεσα σιωπώντας.

Η αριστερά είναι κατά του πολέμου, αλλά δεν μπήκε στον κόπο να οργανώσει κάποια διαμαρτυρία. Η μόνη αξιοσημείωτη ομάδα που το έκανε— ο συνασπισμός  ANSWER  — υποστηρίχθηκε ελάχιστα από άλλες αριστερές ομάδες. Οι λίγες διαδηλώσεις που οργανώθηκαν ήταν μικρές ή καταγγέλθηκαν από άλλους αριστερούς ότι είναι «υπέρ του Άσαντ». Ο Τραμπ, βεβαίως, είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος από τη μη εκδήλωση αντίθεσης στις ενέργειές  του και από τη διαίρεση που επικρατεί εν όψει ενός νέου πολέμου.

Μέσα σ’ αυτό το γιγαντιαίο αντιπολεμικό κενό έρπουν οι νεοναζιστικές ομάδες της «εναλλακτικής δεξιάς», με  ηγετική παρουσία του λευκού σοβινιστή Ρίτσαρντ Σπένσερ, ο οποίος απέσυρε ηχηρά την υποστήριξή του προς τον Τραμπ, οργανώνοντας διαδήλωση μπροστά στον Λευκό Οίκο για τους βομβαρδισμούς στη Συρία.  Άλλες οργανώσεις ή άτομα που συνδέονται με την «εναλλακτική δεξιά» –συμπεριλαμβανομένων των altright.comκαι Infowars— αποκήρυξαν επίσης τον πρώην φίρερ τους.

Έτσι, οι οπαδοί της λευκής υπεροχής διαμαρτυρήθηκαν πιο ηχηρά και μαχητικά από ό,τι η αριστερά, η οποία αρνήθηκε να κρούσει το καμπανάκι του κινδύνου και επέλεξε να υποβαθμίσει την επίθεση, βαφτίζοντας την εξαπόλυση των εξήντα «Τόμαχοκ» κατά της Συρίας «συμβολικό» πλήγμα ή «ρουτίνα».

Έτσι, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της «εναλλακτικής δεξιάς» κατήγγειλε κατηγορηματικά τους βομβαρδισμούς, ορισμένοι στην αριστερά τους νομιμοποίησαν εν μέρει, εστιάζοντας κατά το ήμισυ τη μετά τους βομβαρδισμούς ενεργητικότητά τους  σε καταγγελίες κατά του στόχου  του Τραμπ, του Άσαντ, και  βοηθώντας να γυρίσει το αμερικανικό κοινό στον καναπέ, αντί να βγει στους δρόμους.

Προφανώς, ο Τραμπ επέβαλε τη σιωπή στους επικριτές του, κάνοντας αυτό που φοβούνταν περισσότερο. Πώς συνέβη αυτό;

Στην πολιτική σφαίρα, η θεωρία και η πράξη είναι αδιαχώριστες. Για τους επαναστάτες η ουσία της πολιτικής θεωρίας/ανάλυσης βρίσκεται στο ότι τους οδηγεί να παρεμβαίνουν άμεσα, πιο αποτελεσματικά, μέσω της οργάνωσης/δράσης. Το «τι» της θεωρίας πρέπει να συνδέεται στενά με το «πώς» της οργανωμένης δράσης — μ’ αυτό που συχνά λέγεται «πράξη».

Στην περίπτωση της θεωρίας/ανάλυσης για τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο, η ουσία δεν είναι μόνο το να κατανοεί κανείς το «ποιος», το «τι» και το «γιατί» της πολεμικής σύγκρουσης, αλλά το «πώς» θα παρέμβει άμεσα για να τη σταματήσει.

Σε τελευταία ανάλυση, ο μόνος τόπος όπου μπορούν οι Αμερικανοί πολίτες να παρέμβουν άμεσα κατά του πολέμου είναι η χώρα τους, και γι’ αυτό ακριβώς η όποια επαναστατική ανάλυση της συριακής σύγκρουσης πρέπει να προσανατολίζεται στην κινητοποίηση του λαού  εναντίον των πολεμικών ενεργειών της κυβέρνησής «του».  Οτιδήποτε λιγότερο είναι είτε αφηρημένος σχολιασμός είτε αναποτελεσματική ηθικολογία.

Επειδή η ουσία της θεωρίας είναι η προετοιμασία της εργατικής τάξης  ώστε να μπορεί να αναπτύσσει δράση, μια λανθασμένη θεωρία καταλήγει στην αδρανοποίησή της και στην πολιτική παράλυση εν όψει του πολέμου. Ο Λέων Τρότσκι συνέκρινε κάποτε τη λανθασμένη θεωρία με μια τρύπια ομπρέλα, «άχρηστη ακριβώς όταν βρέχει».

Και τώρα βρέχει καταρρακτωδώς και αντί για μαζικές διαδηλώσεις έχουμε μια ναρκωμένη αριστερά, ως αποτέλεσμα μιας πολυετούς λανθασμένης ανάλυσης για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ακριβώς τη στιγμή που βρέχει βόμβες εναντίον άλλης μιας χώρας.

Ποιο ήταν το λάθος;  Η αριστερά αγνοούσε ή υποβάθμιζε  κάθε κλιμάκωση της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία. Αντί να διαφωτίζει τον λαϊκό κόσμο  ότι οι ΗΠΑ οργάνωναν ανοιχτά έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων  –κάτι που οδηγεί σε άμεση στρατιωτική επέμβαση— το μεγαλύτερο μέρος της  είχε συγκεντρώσει την προσοχή  στο πόσο «τερατώδης» ήταν ο πρόεδρος  της Συρίας, Μπ. Άσαντ.

Η αριστερά αγνόησε  το ρεπορτάζ των “NewYorkTimes” ότι ο Ομπάμα συνεργαζόταν με περιφερειακούς συμμάχους για τη στρατολόγηση, εκπαίδευση και εξοπλισμό στρατιωτών, ενώ ταυτόχρονα τους χρηματοδοτούσε για να επιτίθενται κατά της συριακής κυβέρνησης. Το 2013, οι « NewYorkTimes» αποκάλυψαν ότι οι ΗΠΑ επέβλεπαν τον περιφερειακό «αγωγό όπλων» προς τους ενόπλους μέσα στη Συρία. Αυτές οι ειδήσεις δεν καταγράφηκαν από τα αριστερά ραντάρ.

Αντί να απαιτούν να σταματήσει η επέμβαση, πολλοί στην αριστερά έδωσαν το πράσινο φως για τη διεξαγωγή της – ορισμένοι δε απαίτησαν, στην πραγματικότητα, να στρατιωτικοποιήσουν οι ΗΠΑ τη σύγκρουση εξοπλίζοντας ακόμη περισσότερο τους  Σύρους αντάρτες ή μεταδίδοντας την απαίτηση ορισμένων απ’ αυτούς να επιβληθεί  στρατιωτική «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» στη Συρία (μια ενέργεια που απαιτεί  πόλεμο).

Χωρίς την άμεση  αμερικανική παρέμβαση, η σύγκρουση πιθανώς θα είχε τερματιστεί αρκετά χρόνια πριν, διότι οι ΗΠΑ όχι μόνο έδωσαν όπλα και παρείχαν στρατιωτική εκπαίδευση, αλλά υποσχέθηκαν και αλλαγή καθεστώτος στους συμμάχους τους που έτσι ενθαρρύνθηκαν να  στραφούν «με όλα τα μέσα» ενάντια στο συριακό καθεστώς, βοηθώντας τους ενόπλους και κατακρεουργώντας  όλη την περιοχή μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία.

Το μέγιστο μέρος της ανάλυσης της αριστεράς εστίαζε στο πόσο φρικτός ήταν ο Άσαντ, σαν να μην είχε γνώση  το αμερικανικό κοινό της συνεχούς κάλυψης από τα κατεστημένα ΜΜΕ που τον χαρακτήριζαν «τέρας», «χασάπη» «Χίτλερ» κοκ.  Έτσι η αριστερά διακατέχεται σήμερα από πολύ μεγάλη σύγχυση που την καθιστά ανίκανη να αντιδράσει — η σύγκρουση εμφανίζεται «πολύ περίπλοκη». Ο κόσμος μισεί τον Τραμπ, αλλά του λένε ότι ο Άσαντ είναι χειρότερος, συνεπώς γιατί να διαμαρτυρηθεί ενάντια σε έναν νέο αμερικανικό πόλεμο, εάν ο στόχος του αξίζει να θανατωθεί;

Όμως, αυτό ακριβώς το συμπέρασμα ελπίζει να προκαλέσει η αμερικανική κυβέρνηση σε κάθε πόλεμο. Ο Σαντάμ ήταν «τέρας», ο Καντάφι ήταν «τέρας», οι Ταλιμπάν είναι «τέρατα», ο Μιλόσεβιτς ήταν «τέρας», οι Βιετναμέζοι ήταν «τέρατα» κοκ. Κάθε καινούργιος εχθρός του αμερικανικού στρατού συγκρίνεται με τον Χίτλερ, επειδή είναι «ηθικό» να δολοφονείται ο Χίτλερ, μια ιδέα που σήμερα παρουσιάζεται με το νέο περιτύλιγμα των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων». Όποιος πόλεμος διεξάχθηκε από τις ΗΠΑ ονομάστηκε «ανθρωπιστικός», ακόμη και η «εξημέρωση των αγρίων» κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Αμερικανών ιθαγενών.

Η αριστερά δεν θα έπρεπε να γίνεται θύμα της απανθρωποποίησης εκείνων που κηρύσσουν ως εχθρούς τους  οι ΗΠΑ.  Βεβαίως, ο Άσαντ δεν είναι κανένας  ευγενής πρίγκιπας, αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουν οι Σύροι και όχι οι ΗΠΑ.  Οι πολίτες των ΗΠΑ πρέπει να ασχοληθούν με τη χώρα τους, να αντιμετωπίσουν τον Τραμπ. Τα περισσότερα κράτη έχουν φρικτούς ηγέτες και όλες οι καπιταλιστικές χώρες θα αντιδρούσαν παρόμοια με τον Άσαντ εάν αντιμετώπιζαν διαμαρτυρίες που θα μεταμορφώνονταν σε ένοπλη ανταρσία: θα χρησιμοποιούσαν άγρια καταστολή.

Ο Σαντάμ ήταν εξίσου «τυραννικός» με τον Άσαντ, πνίγοντας στο  αίμα κάθε απειλή εναντίον του. Όμως, δεν είδαμε αντισανταμικές διαδηλώσεις στους δρόμους κατά τη διάρκεια του μαζικού αντιπολεμικού κινήματος το 2003. Η απαίτηση ήταν απλή: «Μην επιτεθείτε στο Ιράκ» ή « Όχι στον πόλεμο». Ουδείς κατηγορήθηκε τότε ως «υποστηρικτής του Σαντάμ».

Εν όψει του πολέμου με τη Συρία, πολλές αριστερές οργανώσεις έχουν ξεχάσει τελείως αυτά τα αντιπολεμικά αιτήματα. Αντίθετα επικεντρώνουν στην «καταδίκη» όλων των μερών. Κάθε μέρος που συμμετέχει στη σύγκρουση  κηρύσσεται εξίσου ένοχο, πράγμα το οποίο απαλλάσσει κάθε μεμονωμένο μέρος, εφόσον «αν όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι ένοχος».  Αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς την αμφιβολία και την αδράνεια, εάν ο στόχος είναι ένα αντιπολεμικό κίνημα.  Αυτή η απουσία προτεραιοτήτων οδηγεί στην αναποτελεσματική οργάνωση και στους άδειους δρόμους. Η επείγουσα ανάγκη να κινητοποιηθεί ο κόσμος ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ουσιαστικά αποσιωπάται. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ένα αφηρημένο σύνθημα, αλλά μια επείγουσα κλήση σε κινητοποίηση.

Ο κόσμος θα πρέπει να δικάσει μόνο μία κυβέρνηση για τη συριακή σύγκρουση: τη δική του κυβέρνηση. Οι Σύροι θα πρέπει να εστιάζουν στη Συρία και οι Ρώσοι στη Ρωσία. Οι πολίτες των ΗΠΑ είναι οι μόνοι που έχουν δικαιοδοσία για τη δική τους χώρα, όπου έχουν το δικαίωμα να κατηγορήσουν, να καταδικάσουν και να τιμωρήσουν άμεσα τον ένοχο, την κυβέρνησή τους, μέσω της οργάνωσης και της κινητοποίησης της κοινωνίας.

Η αμερικανική εργατική τάξη ελάχιστα μπορεί να κάνει για να σταματήσει οποιαδήποτε ενέργεια της συριακής κυβέρνησης, ούτε υπάρχουν συριακές επαναστατικές ομάδες  με κάποια υπόσταση στις οποίες θα μπορούσε ο αμερικανικός λαός να προσφέρει την υποστήριξή του (εξαιρούνται οι Σύροι Κούρδοι της Ροτζάβα).

Ο αμερικανικός λαός  μπορεί να επιδράσει μόνο στο εσωτερικό των ΗΠΑ,   όπου η κυβέρνηση μπορεί να αμφισβητηθεί άμεσα, ακόμη και να ανατραπεί επαναστατικά, όταν χρειαστεί.  Γι’ αυτό ακριβώς επί δεκαετίες τα αντιπολεμικά κινήματα παγκοσμίως χρησιμοποιούσαν μια γενική στρατηγική οργάνωσης εναντίον του πολέμου, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στην αρχή  «ο κύριος εχθρός είναι η δική σου κυβέρνηση».  Αυτή είναι η μόνη διεθνιστική προσέγγιση της αντιπολεμικής δραστηριότητας. Τώρα, πρέπει να αναπτυχθεί η αληθινή δύναμη για να σταματήσει την περαιτέρω εξάπλωση του πολέμου. Οι Αμερικανοί πολίτες μπορούν να δείξουν πραγματική αλληλεγγύη στον συριακό λαό σταματώντας την επέμβαση της  μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης του κόσμου στη χώρα του.

Αιτήματα και κοινωνικά κινήματα

Τα στρατηγικά αιτήματα αποτελούν το ιδιαίτερο όπλο της εργατικής τάξης. Είναι αναντικατάστατα εργαλεία οργάνωσης και τα πραγματικά αιτήματα είναι εκείνα που κινητοποιούν τον ευρύτερο πληθυσμό. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του δεν θα ενωθεί πάνω σε μια λιτανεία αιτημάτων, τα πιο αποτελεσματικά είναι τα περιορισμένα ή  ιδιαίτερα αιτήματα, συχνά αναφέρονται και ως αιτήματα «ενιαίου μετώπου», που μπορούν να ενώσουν και να κινητοποιήσουν μεγάλα τμήματα του λαού.

Το πιο αποτελεσματικό αίτημα ενιαίου μετώπου κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού πάντα ήταν μια παραλλαγή του «Σταματήστε τον πόλεμο» ή «Κάτω τα χέρια από το Ιράκ» (ή το Αφγανιστάν, τη Λιβύη, τη Συρία κοκ). Είναι ενοποιητικό αίτημα στο οποίο μπορεί να συμφωνήσουν οι εργαζόμενοι σε αντίθεση με το πλυντήριο των καταγγελιών προς πάσα κατεύθυνση που προκαλεί σύγχυση και διαίρεση, με κατάληξη την παθητικότητα.

Τα λαϊκά αιτήματα  δεν είναι λίστα γνωμών για το ποιος μας αρέσει ή δεν μας αρέσει. Οι Αμερικανοί εργαζόμενοι δεν έχουν κυρίως ανάγκη να ξέρουν «ποιον» θα υποστηρίξουν σ’ αυτή τη σύγκρουση, πρέπει να ξέρουν «πώς» θα σταματήσουν τον πόλεμο. Καμιά αντιπολεμική ομάδα σε οποιαδήποτε χώρα δεν σπαταλά τις δυνάμεις της για να καταγγέλλει το στόχο της ιμπεριαλιστικής επίθεσης.

Ορισμένες αριστερές ομάδες συνδυάζουν τα αιτήματά τους, όπως «Όχι υποστήριξη στον Τραμπ ούτε στον Άσαντ». Χρειάζονται άραγε  τα εκατομμύρια των ανθρώπων που διαδήλωσαν κατά του Τραμπ –και καθημερινά ακούν την εναντίον του Άσαντ προπαγάνδα των ΜΜΕ— να τους πουν «Όχι υποστήριξη στον Τραμπ ούτε στον Άσαντ»; Θα τους κινητοποιήσει αυτό το σύνθημα; Η προφανής απάντηση είναι «όχι» , εφόσον τους λένε κάτι που ήδη ξέρουν, ενώ τους ζητούν να μην κάνουν τίποτε.

Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι να ξέρει τι θα κάνει τώρα που η κυβέρνησή του βομβαρδίσει άλλη μια χώρα. Ο κόσμος καταλαβαίνει ότι αυτό είναι πολύ σοβαρό, εφόσον η Συρία και η Ρωσία συνδέονται στενά και η κατάσταση εξελίσσεται εκτός ελέγχου.

Η επικίνδυνη μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ

Εφόσον δεν οργανώνονται λαϊκές διαμαρτυρίες ενάντια στην επέκταση του πολέμου στη Συρία αφήνεται το πεδίο ελεύθερο στον Τραμπ και οι νεοναζιστές που αυτοαποκαλούνται «εναλλακτική δεξιά» έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν κι άλλα διαπιστευτήρια, κάνοντας αυτό που πάντα έκανε η αριστερά: να αποκηρύσσουν κατηγορηματικά, και χωρίς να απολογούνται, τους πολέμους των ΗΠΑ.

Επίσης, φαίνεται ότι η «εναλλακτική δεξιά» έχει μια πιο καθαρή ανάλυση για το τι συμβαίνει στον Λευκό Οίκο. Η εκλογή του Τραμπ περιθωριοποίησε το τμήμα του κατεστημένου που χειριζόταν την εξωτερική πολιτική επί δεκαετίες και συχνά αναφέρεται ως οι «νεοσυντηρητικοί». Ο Τραμπ τους παραγκώνισε εφόσον παρουσιάστηκε στην προεκλογική καμπάνια ως «οπαδός του απομονωτισμού» που επιδίωκε την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία. Η τάση αυτή εκφράστηκε με τον διορισμό του στρατηγού Φλιν και του φασίστα Στιβ Μπάνον σε θέσεις ισχύος όπου λαμβάνονται οι στρατιωτικές αποφάσεις.

Ο Τραμπ διακήρυξε τον τερματισμό της πολιτικής περί «αλλαγής καθεστώτος» στη Συρία και η ειρηνευτική διαδικασία που ήδη είχε αρχίσει –από την οποία ουσιαστικά είχαν αποκλειστεί οι ΗΠΑ—θα συγκεκριμενοποιούσε σύντομα αυτό που όλοι γνώριζαν: ότι ο Άσαντ είχε νικήσει στον πόλεμο και θα ανακτούσε τη «νομιμοποίησή» του στην παγκόσμια διπλωματία.

Η ήττα της στρατηγικής του Ομπάμα περί αλλαγής καθεστώτος από τον Άσαντ έκανε έξαλλους τους νεοσυντηρητικούς που ήθελαν να πετάξουν  τη Ρωσία έξω  από τη Μέση Ανατολή και από την Ανατολική Ευρώπη, διατηρώντας την επί δεκαετίες αμερικανική ηγεμονία σ’ αυτές τις περιοχές.

Η Χίλαρι Κλίντον ήταν η υποψήφια των μεγάλων τραπεζών και των νεοσυντηρητικών, χρησιμοποιώντας τον ευφημισμό της «ζώνης απαγόρευσης πτήσεων» για να απαλλαγούν από τον Άσαντ.  Ένα μεγάλο μέρος του λαϊκισμού του Τραμπ έγινε αντιληπτό ως «στάση κατά του πολέμου» (με εξαίρεση το Ισλαμικό Κράτος).

Μετά από τις προεδρικές εκλογές, οι «νεοσυντηρητικοί» διεξήγαγαν εσωτερική πάλη με τον Τραμπ την οποία και κέρδισαν πρόσφατα, μετατρέποντας τον Τραμπ από οπαδό του απομονωτισμού στον επιθυμητό  πολεμοκάπηλο. Απόδειξη είναι το αποτέλεσμα: ο απομονωτιστής στρατηγός Φλιν απολύθηκε μέσω εσωτερικών διαρροών προς τα ΜΜΕ και αντικαταστάθηκε από τον νεοσυντηρητικό στρατηγό ΜακΜάστερ, ο οποίος, σύμφωνα με την εφημερίδα “WashingtonPost” ήταν εκείνος που ώθησε στην αποπομπή του απομονωτιστή/φασίστα Στιβ Μπάνον από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, λίγες μόνο ημέρες πριν βομβαρδίσει ο Τραμπ τη Συρία, χωρίς καμιά απόδειξης  για την επίθεση του Άσαντ με χημικά στην επαρχία Ιντλίμπ (η «εναλλακτική δεξιά» απαίτησε να δοθούν αποδείξεις για την επίθεση με αέρια, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς αποδέχθηκε το πρόσχημα του Τραμπ για την εξαπόλυση της πυραυλικής επίθεσης στη Συρία).

Η εσωτερική ισορροπία ισχύος έχει μεταβληθεί και το κυρίαρχο τμήμα του αμερικανικού κατεστημένου επιβεβαίωσε τη θέση του στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής. Ο Τραμπ έμαθε ποια είναι η θέση του και ο κόσμος είναι πολύ πιο επικίνδυνο μέρος πλέον: οι εντάσεις με τη Βόρεια Κορέα έφτασαν σε εκρηκτικό σημείο και ταυτόχρονα οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν την  υπερ-βόμβα στο Αφγανιστάν.

Η «εναλλακτική δεξιά» θα χρησιμοποιήσει τον πόλεμο του Τραμπ για να ενισχύσει τη θέση της, αλλά είναι πολύ αδύναμη για να ηγηθεί οποιουδήποτε κινήματος. Εάν, όμως, η αριστερά μείνει στην παραλυτική κατάσταση στην οποία βρίσκεται  σήμερα, ως προς αυτό το θέμα,  θα βρει χώρο για να αναπτυχθεί.

Υπάρχει τεράστιο επαναστατικό δυναμικό για ένα αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ. Οι κινητοποιήσεις κατά του Τραμπ έχουν προετοιμάσει τον κόσμο για τα επόμενα βήματα και εναπόκειται στην αριστερά να δείξει το δρόμο σε μια εποχή που ο Τραμπ κλιμακώνει τους πολέμους και ο στρατιωτικός προϋπολογισμός γονατίζει τη χώρα.

Κανονικά, είναι έργο της αριστεράς των ΗΠΑ να ενώσει τον ευρύτερο πληθυσμό γύρω από το αίτημα να σταματήσει ο πόλεμος στη Συρία ή  σε κάτι παρόμοιο που θα μετασχηματίσει την ενεργητικότητα σε ισχυρή δύναμη η οποία μπορεί να ωθήσει το κίνημα κατά του Τραμπ στο επόμενο επίπεδο, όπου θα είναι ικανός ο λαός να σταματήσει τον πόλεμο με τη Συρία, τη Ρωσία, τη Βόρεια Κορέα ή με οποιαδήποτε άλλη χώρα.


Ο Shamus Cooke είναι κοινωνικός λειτουργός, συνδικαλιστής και γράφει εκ μέρους της Workers Action (www.workerscompass.org).

Πηγή: counterpunch.org

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Φεμινίστριες, προσοχή!

Κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου εκλογών του 2016, η πρώην Γραμματέας του Κράτους Madeleine Albright (η αμερικάνικη απάντηση στη Margaret Thatcher) έφερε σε δύσκολη θέση τον εαυτό της κηρύσσοντας δημόσια «Υπάρχει ένα ειδικό μέρος στην Κόλαση φυλαγμένο για τις γυναίκες εκείνες που αρνούνται να υποστηρίξουν την Hillary Clinton».

Εκτός από το να προσβάλει τα εκατομμύρια νέων γυναικών (κάτω των 35) που εκούσια επέλεξαν να υποστηρίξουν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών Bernie Sanders, η Albright έμμεσα προσέβαλε και την ίδια την Clinton, υπαινισσόμενη ότι ο κύριος λόγος να ψηφίσουν υπέρ της είναι το φύλο της, κάτι που χυδαία αναφέρθηκε από τους σχολιαστές ως ”vagina vote” (ψήφος μήτρας).

Το ψωνισμένο σχόλιο της Albright ήταν ένα από τα δύο πιο βλακώδη σχόλια που άκουσα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Το άλλο ήταν η απάντηση του Donald Trump όταν ρωτήθηκε από έναν ρεπόρτερ τι θα έκανε με τον ISIS, αν εκλεχθή πρόεδρος. Ο Trump απάντησε «Αυτό που θα κάνω με τον ISIS θα σοκάρει τον κόσμο!» Φυσικά, με τα μίντια να μην έχουν κότσια ως συνήθως, ο ρεπόρτερ δεν αμφισβήτησε αυτή την ηλίθια απάντηση.

Ανεξάρτητα από το τι κηρύττουν οι Ρεπουμπλικάνοι (και αλίμονο, οι Δημοκρατικοί) ως μέλη του Κογκρέσου – ανεξάρτητα από το τι θα μας έκαναν να πιστεύουμε παρουσιαστές ραδιοφωνικών εκπομπών, επιχειρηματίες, αντιεργατικοί προπαγανδιστές, ρεβιζιονιστές ιστορικοί, μαριονέτες των κυρίαρχων ΜΜΕ, και βολεμένοι κάτοικοι προαστίων, ήταν η δύναμη των εργατικών ενώσεων και η σιωπηρή απειλή της βίας που από μόνη της δημιούργησε την αμερικανική μεσαία τάξη.

Είναι γεγονός. Φυσικά, επειδή η δημόσια ανυπακοή και η «δύναμη» τείνει να είναι δύσκολη και τρομακτική – που δεν καταλαβαίνει από ωραία λόγια, σεμιναριακούς λόγους, «δηλώσεις αποστολής» και ασκήσεις ανάπτυξης ομαδικού πνεύματος – το Κατεστημένο θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι κάθε τι που ξεφεύγει από τα όρια της πολιτισμένης συζήτησης και βγαίνει στους δρόμους είναι αναξιοπρεπές, δυσάρεστο, και (το μεγαλύτερο ψέμα από όλα) αχρείαστο.

Εξετάστε την ιστορία. Η μεσαία τάξη δεν συνενώθηκε μέχρι την μεταπολεμική δεκαετία του 1950. Πριν από αυτό, η μεσαία τάξη δεν υπήρχε. Και αυτή η πλουσιοπάροχη δεκαετία τυχαίνει να είναι η ίδια δεκαετία που η ενωμένη εργατιά χτύπησε το υψηλότερο ρεκόρ της, με περίπου το 35% όλων των εργατών των ΗΠΑ να ανήκουν σε συνδικάτα.

Επιπλέον, αυτά τα εντυπωσιακά νούμερα δε λαμβάνουν καν υπόψη τους «λαθρεπιβάτες» οι οποίοι επωφελήθηκαν από τους εργοδότες που τους παρείχαν μισθούς συνδικάτων, προνόμια και εργασιακές συνθήκες ώστε να κρατήσουν μακριά τα σωματεία.

Συγκρίνετέ το με την αξιοθρήνητη κατάσταση που συναντάμε σήμερα, όπου μόλις το 6% των εργασιών του ιδιωτικού τομέα διαθέτει σωματεία. Για να πω την αλήθεια, ίσα που μπορεί κανείς να κατανοήσει – να συλλάβει το μυαλό του – την τρομερή επιρροή που μπορούσε να ασκήσει ο κόσμος της εργασίας μισό αιώνα πίσω (παρά το πέρασμα του τοξικού νόμου Taft-Hartley Act, το 1947). Η ιδέα του να έχουν οι εργάτες και οι εργάτριες τόση ωμή δύναμη ακούγεται σαν φαντασίωση στο σήμερα.

Γεγονός που μας φέρνει στο Φεμινισμό. Στην ιστορία των ΗΠΑ, πηγαίνοντας πίσω στο 1920, τη χρονιά που οι ενήλικες γυναίκες απέκτησαν επιτέλους το δικαίωμα της ψήφου, στη μόνη δουλειά που ήταν απόλυτα εγγυημένο ότι οι γυναίκες κάνοντας την ίδια δουλειά με τους άντρες θα λάβουν ακριβώς τα ίδια με τους άνδρες ήταν τα εργατικά σωματεία.

Δεν ευθύνονταν το Κογκρέσο, δεν ήταν φιλανθρωπικά ιδρύματα, δεν ήταν η Εκκλησία. Ήταν η οργανωμένη εργασία. Αυτό ίσχυε τότε και ισχύει και σήμερα. Αν μια γυναίκα θέλει να βεβαιωθεί πως θα παίρνει τις ίδιες απολαβές με έναν άνδρα, το μόνο μέρος που αυτό είναι εγγυημένο είναι μέσα στο πλαίσιο κάποιας εργατικής ένωσης.

Αντίστοιχα, αντί να καταθέτουν συλλογές υπογραφών στο Κογκρέσο, ή να κάνουν διαμαρτυρίες στο Δημαρχείο, ή να εγγραφούν σε ομάδες γυναικείας αλληλεγγύης, ή να γράφουν καυστικά έξυπνα άρθρα γνώμης για τους New York Times, οι γυναίκες θα έπρεπε να αναλογιστούν να γίνουν απειλητικές. Θα έπρεπε να σκεφτούν να γίνουν εκείνο που οι άντρες τρέμουν, δηλαδή να αποκτήσουν δύναμη. Χρειάζεται να ενταχθούν σε σωματεία.

Αν οι γυναίκες δικαίως πιστεύουν ότι είναι άδικο για αυτές να παίρνουν 77 cents του δολαρίου συγκριτικά με όσα βγάζουν οι άνδρες, οι Φεμινίστριες χρειάζεται να εγκαταλείψουν τον αβρό διανοουμενισμό και τη ρητορική (ασχέτως πόσο εύγλωττη), και να κάνουν κάτι τρομακτικό. Χρειάζεται να ενστερνιστούν το «ξεπερασμένο».

Όλα αυτά έκανε το «διακοσμητικό Φεμινισμό» της Hillary Clinton κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της να φαίνεται τόσο υποκριτικό. Δε μπορούσε να τα έχει όλα. Δε μπορούσε να εξυμνείται και να προμοτάρεται από τη Wall Street και ταυτόχρονα να επιμένει ότι είναι υπέρ της «ισότητας των μισθών», γιατί αυτές οι δύο απόψεις είναι αντιφατικές. Η Wall Street αντιτίθεται στην ισότητα των μισθών. Η Wall Street είναι αντίθετη με τα εργατικά σωματεία. Λυπάμαι που το λέω, αλλά έτσι είναι και η Clinton.

Ο David Macaray είναι συγγραφέας και δραματουργός.

Μετάφραση: Μαρίνα Παπαδοπούλου

Πηγή: CounterPunch