Άρθρα

Στον βρώμικο πόλεμο της Συρίας, είναι “η δική μας πλευρά” που κέρδισε

Με τον παραπάνω τίτλο ο βραβευμένος δημοσιογράφος Aaron Maté, από τους βασικούς συντελεστές του “The Grayzone”, ενός από τα σοβαρότερα κέντρα ανεξάρτητης δημοσιογραφίας στις ΗΠΑ, δημοσίευσε ένα τεκμηριωμένο άρθρο, υπόδειγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας, για τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά της κυβέρνησης της Συρίας.

Αν και δεν το συνηθίζω, δεν μπορώ εδώ παρά να αντιπαραθέσω το άρθρο αυτό, που τιμά τη δημοσιογραφία, απέναντι σε ένα απαράδεκτο άρθρο που αποπνέει ασχετοσύνη στην καλύτερη περίπτωση ή συνειδητή προσπάθεια ξεπλύματος των Αμερικανών για τον ρόλο τους στη Συρία στη χειρότερη, του ‘δικού μας’ Πέτρου Παπακωνσταντίνου, διαπρύσιου ‘αριστερού’ δημοσιογράφου της ‘Καθημερινής’.

Μια και αναφέρθηκα στο άρθρο του Παπακωνσταντίνου, ας το δούμε λιγάκι.

Δημοσιευμένο στο προσωπικό του ιστολόγιο με τίτλο «Δεκατρία χρόνια και δεκατρείς ημέρες» ειρωνεύεται όσους μιλούν για βρώμικο πόλεμο των ΗΠΑ κατά της Συρίας επειδή, δήθεν, δεν έχουν στοιχεία πέρα από την κλασική αρχή των αστυνομικών ‘λαγωνικών’ που αναρωτιούνται για κάθε περιστατικό «ποιος κερδίζει;» για να βρουν τον υπαίτιο. Αρκεί ένα απόσπασμα για να αντιληφθούμε περί τίνος πρόκειται:

«Όσοι δελεάζονται να εφαρμόσουν με κλειστά μάτια στην πολιτική τη λογική του cui bono? (ποιος ωφελείται;) που ακολουθούν αστυνομικοί και ανακριτές στην αναζήτηση του ενόχου, δεν θα δυσκολευτούν να συμπεράνουν ότι η ανατροπή του Άσαντ ήταν ένα πραξικόπημα MADE IN USA and ISRAEL. Με την ίδια λογική, που παραγνωρίζει εντελώς τις εσωτερικές αντιθέσεις μιας χώρας και τις διαθέσεις του λαού της, αντιμετώπιζαν τις εξεγέρσεις της “Αραβικής Άνοιξης” ως μηχανορραφίες του Σόρος και της CIA. Όλα δείχνουν, όμως, ότι τουλάχιστον οι Αμερικανοί και οι Δυτικοί σύμμαχοί τους δεν είχαν πάρει χαμπάρι τι επρόκειτο να συμβεί…»

Δεν πα να διεκδικούν ο Μπάιντεν και ο Νετανιάχου τις δάφνες, δεν πα να βοούν και οι πέτρες για το ποιος εκπαίδευε τους τζιχαντιστές, δεν πα να βγαίνουν συνεχώς νέα στοιχεία από ανεξάρτητους και καταξιωμένους αμερικανούς δημοσιογράφους για τον ρόλο της CIA, αλλά και του Πενταγώνου (που ελέγχει τις δυνάμεις που εισέβαλαν από τον νότο).

Όχι κύριοι!

Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, δημοσιογράφος της “Καθημερινής” και ειδήμων περί τα της Μ. Ανατολής είναι εδώ για να κατακεραυνώσει τους συνωμοσιολόγους που επιρρίπτουν ευθύνες στις ΗΠΑ και τη Δύση ως άμεσων συνεργών της ανατροπής της εκλεγμένης κυβέρνησης της Συρίας.

Και βέβαια στο περισπούδαστο άρθρο του δεν υπάρχει λέξη όσο αφορά το καθεστώς των κυρώσεων που επέβαλαν οι ΗΠΑ και την κατοχή από αυτές των πετρελαιοπηγών και των εύφορων εκτάσεων της Συρίας που οδήγησαν στην πλήρη εξαθλίωση τον Συριακό λαό και στάθηκαν βασική αιτία της αποξένωσης της κυβέρνησης Άσαντ από έναν απεγνωσμένο λαό.

Πραγματικά, από τέτοια άρθρα είναι όντως εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: cui bono;

Το άρθρο κατά τα λοιπά είναι αδιάφορο καθώς περιορίζεται σε μια ανούσια ιστορική σκιαγράφηση που ο κάθε ένας μπορεί να βρει από την Wikipedia, ενώ αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθεί στον βρώμικο πόλεμο των ΗΠΑ και της Δύσης κατά της Συρίας ή στα πραγματικά συγκλονιστικά γεγονότα που παρακολουθούμε ενεοί. Με ανούσιες διατυπώσεις του είδους «Ασφαλώς η Αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να χύσει πικρό δάκρυ για την πτώση του απολυταρχικού καθεστώτος Άσαντ..» καταλήγει σε κοινότυπες συμβουλές του είδους «μια αριστερά που σέβεται τον εαυτό της πρέπει» να είναι υπέρ μιας ανεξάρτητης Συρίας κ.λπ. και σε εξίσου κοινότυπες ευχές (;) του τύπου «μια τέτοια Συρία δεν μπορεί παρά να είναι έργο του ίδιου του συριακού λαού κ.λπ.».

Όλα αυτά όμως καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματική δημοσιογραφική έρευνα και την αποτύπωση των πραγματικών γεγονότων. Η απόλυτη ένδεια τέτοιων πονημάτων ξεχωρίζει ιδιαίτερα όταν αντιπαρατεθούν με άρθρα μιας γνήσιας ερευνητικής δημοσιογραφίας, όπως το άρθρο που μεταφράζουμε αμέσως μετά.

*          *          *

Η ανατροπή του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ και η αντικατάστασή του από τον ηγέτη ενός «παρακλαδιού της Αλ Κάιντα», εκπληρώνει μια δεκαετή και πλέον εκστρατεία αλλαγής καθεστώτος υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Στις πρώτες του δηλώσεις σχετικά με την απομάκρυνση του Σύρου προέδρου Μπάσερ αλ Άσαντ, ο πρόεδρος Μπάιντεν υποστήριξε ότι του αξίζει ένα μέρος της δόξας.

Οι «κύριοι σύμμαχοι» του Άσαντ—το Ιράν, η Χεζμπολάχ και η Ρωσία—«είναι πολύ πιο αδύναμοι σήμερα από ό,τι ήταν όταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου», δήλωσε ο Μπάιντεν. Ως εκ τούτου, η αδυναμία τους να σώσουν τον Άσαντ από τη σαρωτική προέλαση των υποστηριζόμενων από την Τουρκία ανταρτών ήταν «άμεσο αποτέλεσμα των χτυπημάτων που επέφεραν η Ουκρανία, το Ισραήλ κατά την αυτοάμυνά τους, με την αδιάλειπτη υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών». Πέρα από τα πλήγματα που επέφεραν τα πελατειακά κράτη των ΗΠΑ, ο Μπάιντεν σημείωσε επίσης ότι διατήρησε τις συντριπτικές αμερικανικές κυρώσεις, διατήρησε τα αμερικανικά στρατεύματα στα βορειοανατολικά της Συρίας, «διέταξε τη χρήση στρατιωτικής βίας κατά των ιρανικών δικτύων» στη Συρία και υποστήριξε την «ελευθερία δράσης» του Ισραήλ να πραγματοποιήσει ακόμη περισσότερα στρατιωτικά πλήγματα κατά παρόμοιων στόχων.

Χαιρετίζοντας αυτό που αποκάλεσε «ιστορική ημέρα» -και χρησιμοποιώντας την ίδια γλώσσα με τον Μπάιντεν- ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου υποστήριξε επίσης ότι η αλλαγή καθεστώτος στη Δαμασκό «είναι άμεσο αποτέλεσμα των χτυπημάτων που επιφέραμε στο Ιράν και τη Χεζμπολάχ, τους κύριους υποστηρικτές του καθεστώτος Άσαντ». (η έμφαση προστέθηκε για να σημειωθεί η επικάλυψη με τη δήλωση του Μπάιντεν).

Ο Μπάιντεν και ο Νετανιάχου έχουν πράγματι αρκετούς λόγους για να συμμετέχουν στους πανηγυρισμούς. Ωστόσο, κανένας από τους δύο δεν ανέφερε το πιο κρίσιμο πλήγμα στην κυβέρνηση του Άσαντ: τον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ βρώμικο πόλεμο κατά της Συρίας που ξεκίνησε το 2011.

Αξιοποιώντας τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που ξέσπασαν στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης, οι ΗΠΑ συνεργάστηκαν με το Ισραήλ, τις μοναρχίες του Κόλπου, την Τουρκία και άλλα κράτη του ΝΑΤΟ για να διεξάγουν μια εκστρατεία αλλαγής καθεστώτος με στόχο τον Άσαντ. Η επιχείρηση υπό την ηγεσία της CIA, με την κωδική ονομασία Timber Sycamore, αποδείχθηκε «ένα από τα πιο δαπανηρά προγράμματα μυστικής δράσης στην ιστορία της C.I.A.», ανέφεραν οι New York Times το 2017. Τα έγγραφα της NSA που διέρρευσαν αποκάλυψαν έναν προϋπολογισμό σχεδόν 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων ετησίως, ή περίπου 1 δολάριο από κάθε 15 δολάρια των δαπανών της CIA. Η CIA εξόπλισε και εκπαίδευσε σχεδόν 10.000 αντάρτες, δαπανώντας «περίπου 100.000 δολάρια ετησίως για κάθε αντάρτη κατά του Άσαντ που πέρασε από το πρόγραμμα», δήλωσαν Αμερικανοί αξιωματούχοι στην Washington Post το 2015. Δύο χρόνια αργότερα, ένας Αμερικανός αξιωματούχος εκτίμησε ότι οι πολιτοφυλακές που χρηματοδοτούσε η CIA «μπορεί να έχουν σκοτώσει ή τραυματίσει 100.000 από τους Σύρους στρατιώτες και τους συμμάχους τους».

Οι ρίζες αυτής της εκστρατείας χρονολογούνται από την εποχή της κυβέρνησης Μπους. Σύμφωνα με τον πρώην διοικητή του ΝΑΤΟ Wesley Clark, αμέσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η ομάδα Μπους στοχοθέτησε τη Συρία για αλλαγή καθεστώτος μαζί με το Ιράκ. Ένα τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας στη Δαμασκό που διέρρευσε το 2006 εκτιμούσε ότι τα «τρωτά σημεία» του Άσαντ περιλάμβαναν «την ενδεχόμενη απειλή για το καθεστώς από την αυξανόμενη παρουσία διερχόμενων ισλαμιστών εξτρεμιστών» και περιέγραφε λεπτομερώς πώς οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να «βελτιώσουν την πιθανότητα να προκύψουν τέτοιες ευκαιρίες». Τον επόμενο χρόνο, ο Seymour Hersh ανέφερε στο New Yorker ότι οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είχαν συμφωνήσει να «παράσχουν κεφάλαια και υλικοτεχνική βοήθεια για την αποδυνάμωση» της κυβέρνησης του Άσαντ στη Συρία.

Ως μέλος του «Άξονα της Αντίστασης» και ευρισκόμενη μεταξύ του Ιράν και του Λιβάνου, η Συρία παρείχε μια χερσαία γέφυρα μέσω της οποίας η Τεχεράνη μπορούσε να εξοπλίζει τη Χεζμπολάχ. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, η Δαμασκός έπρεπε να αποκοπεί από τους συμμάχους της. «Ο καλύτερος τρόπος για να βοηθήσουμε το Ισραήλ να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη πυρηνική ικανότητα του Ιράν είναι να βοηθήσουμε τον λαό της Συρίας να ανατρέψει το καθεστώς του Μπασάρ Άσαντ», ανέφερε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς τη Χίλαρι Κλίντον το 2012. «Είναι η στρατηγική σχέση μεταξύ του Ιράν και του καθεστώτος του Μπασάρ Άσαντ στη Συρία που καθιστά δυνατό για το Ιράν να υπονομεύσει την ασφάλεια του Ισραήλ […] Το τέλος του καθεστώτος Άσαντ θα τερμάτιζε αυτή την επικίνδυνη συμμαχία».

Ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης στη Συρία, το 2011, ο τότε Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ehud Barak συμφώνησε. «Η ανατροπή του Άσαντ θα είναι ένα μεγάλο πλήγμα στον ριζοσπαστικό άξονα, ένα μεγάλο πλήγμα στο Ιράν», δήλωσε ο Μπαράκ. «Είναι το μόνο είδος προκεχωρημένου φυλακίου της ιρανικής επιρροής στον αραβικό κόσμο… και θα αποδυναμώσει δραματικά τόσο τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο όσο και τη Χαμάς και την Ισλαμική Τζιχάντ στη Γάζα».

Ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα ισχυριζόταν ότι εξοπλίζει τη «μετριοπαθή αντιπολίτευση» που πολεμά τον Άσαντ, ο Τζο Μπάιντεν αποκάλυψε κατά λάθος την αληθινή ιστορία. Στη Συρία, είπε ο τότε αντιπρόεδρος σε ακροατήριο του Χάρβαρντ τον Σεπτέμβριο του 2014, «δεν υπάρχει μετριοπαθές κέντρο» που να πολεμά την κυβέρνηση του Άσαντ. Αντιθέτως, «εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια και χιλιάδες τόνοι όπλων» παραδόθηκαν για την ενίσχυση μιας εξέγερσης στην οποία κυριαρχούσαν «η Αλ Κάιντα και τα εξτρεμιστικά στοιχεία των τζιχαντιστών που προέρχονταν από άλλα μέρη του κόσμου».

Το δημόσιο ολίσθημα του Μπάιντεν—για το οποίο ζήτησε γρήγορα συγγνώμη—ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους υποστήριζαν μια εξέγερση στην οποία κυριαρχούσε η Αλ Κάιντα, ήρθε περισσότερα από δύο χρόνια μετά από μια άλλη κρίσιμη παραδοχή που έγινε κατ’ ιδίαν. Σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τη Χίλαρι Κλίντον τον Φεβρουάριο του 2012, ο Τζέικ Σάλιβαν, ο οποίος τώρα υπηρετεί ως σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Μπάιντεν, έγραψε: «Η Αλ Κάιντα είναι με το μέρος μας στη Συρία».

Δώδεκα χρόνια αργότερα, η «δική μας πλευρά» τελικά κέρδισε. Η Hayat Tahrir al-Sham (HTS), η αντικαθεστωτική ομάδα που ανέτρεψε τον Άσαντ, διοικείται από τον γεννημένο στη Συρία Abu Mohammed al-Jolani. Αν και τώρα παρουσιάζεται ως μετριοπαθής, ο αλ-Τζολάνι είναι ο ιδρυτικός ηγέτης του franchise της Αλ Κάιντα στη Συρία, της Τζαμπχάτ αλ-Νούσρα (Μέτωπο Αλ-Νούσρα). Το 2016, ο Τζολάνι αποσχίστηκε επίσημα από την Αλ Κάιντα και άλλαξε το όνομα της ομάδας σε Τζαμπχάτ Φατάχ αλ Σαμ. Την επόμενη χρονιά έγινε η τελική αλλαγή του ονόματος σε HTS.

Όπως το έθεσε ο εκπρόσωπος Τύπου του Πενταγώνου, υποστράτηγος Pat Ryder, την περασμένη εβδομάδα: «Αυτή η ομάδα είναι ουσιαστικά ένα παρακλάδι του μετώπου αλ Νούσρα, το οποίο ήταν ένα παρακλάδι της Αλ Κάιντα».

Ο Τζολάνι—o οποίος τώρα χρησιμοποιεί το κανονικό του όνομα, Άχμεντ αλ-Σάρα—επιμένει ότι έχει υπερβεί τον χρόνο που πέρασε με την Αλ Κάιντα και το ISIS. «Πιστεύω ότι όλοι στη ζωή περνούν από φάσεις και εμπειρίες», δήλωσε ο Τζολάνι στο CNN την περασμένη εβδομάδα. «Καθώς μεγαλώνεις, μαθαίνεις και συνεχίζεις να μαθαίνεις μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής σου».

Παρά την έκκληση για νέα αυτογνωσία, ο Τζολάνι δεν ζήτησε συγγνώμη για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι δυνάμεις υπό τις διαταγές του. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ένα ξέσπασμα δολοφονιών τον Αύγουστο του 2013 σε δεκάδες χωριά στη Λατάκεια, την καρδιά της μειονότητας των Αλαουιτών της Συρίας. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Νούσρα και άλλες αντάρτικες ομάδες, συμπεριλαμβανομένου του ISIS και του εξοπλισμένου από τη CIA Ελεύθερου Συριακού Στρατού, συμμετείχαν σε «συστηματικές δολοφονίες ολόκληρων οικογενειών».

Όταν οι δυνάμεις του Τζολάνι, και πάλι σε συνεργασία με ομάδες οπλισμένες από τη CIA, κατέλαβαν τη συριακή επαρχία Ιντλίμπ τον Μάιο του 2015, σημειώθηκαν κι άλλες δολοφονίες. Οι μαχητές της Αλ Νούσρα δολοφόνησαν τουλάχιστον 20 μέλη της θρησκείας των Δρούζων και ανάγκασαν εκατοντάδες να ασπαστούν το σουνιτικό Ισλάμ. Αντιμέτωποι με τις ίδιες απειλές, σχεδόν όλοι οι εναπομείναντες 1.200 χριστιανοί της Ιντλίμπ εγκατέλειψαν την επαρχία. «Η επαρχία Ιντλίμπ», δήλωσε το 2017 ο Brett McGurk, επί του παρόντος ο κορυφαίος αξιωματούχος του Biden για τη Μέση Ανατολή, «είναι το μεγαλύτερο ασφαλές καταφύγιο της Αλ Κάιντα από την 11η Σεπτεμβρίου». Σε πρόσφατη έκθεσή του, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημειώνει ότι «η HTS διέπραξε καταχρήσεις εναντίον μελών θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένης της κατάσχεσης περιουσιών που ανήκουν σε εκτοπισμένους χριστιανούς».

Στη φιλική συνέντευξή του στο CNN, ο Τζολάνι υποβάθμισε τα εγκλήματα φανατισμού της ομάδας του. «Υπήρξαν κάποιες παραβιάσεις εναντίον τους [των μειονοτήτων] από ορισμένα άτομα σε περιόδους χάους, αλλά αντιμετωπίσαμε αυτά τα ζητήματα», είπε. Ορκίστηκε επίσης να προστατεύσει τις μειονοτικές ομάδες της Συρίας στο μέλλον. Για να δείξει ότι έχει αλλάξει σελίδα, ο Τζολάνι ανακοίνωσε αμνηστία για όλους τους χαμηλόβαθμους Σύρους στρατιώτες, διέταξε τις δυνάμεις του να προστατεύουν τις μειονοτικές ομάδες και ορκίστηκε να μην αναγκάζει τις γυναίκες να φορούν ισλαμικά ρούχα.[1]

Τα μηνύματα του Τζολάνι δεν αποσκοπούν μόνο στο να καθησυχάσουν τους Σύρους, αλλά και τους αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ έχουν καταχωρίσει τη Nusra/HTS ως τρομοκρατική οργάνωση από τον Δεκέμβριο του 2012 και έχουν προσφέρει αμοιβή 10 εκατομμυρίων δολαρίων για τη σύλληψή του. Όταν ο Τζολάνι διέκοψε δημοσίως τους δεσμούς του με την Αλ Κάιντα και άλλαξε το όνομα της ομάδας του το 2016, ο Τζέιμς Κλάπερ, ο τότε διευθυντής των εθνικών μυστικών υπηρεσιών του Ομπάμα, απέρριψε αυτό που αποκάλεσε «κίνηση δημοσίων σχέσεων». Η Al-Nusra, είπε ο Clapper, «θα ήθελε να δημιουργήσει την εικόνα ότι είναι πιο μετριοπαθής», επειδή «ανησυχούν ότι θα επιλεγούν ως στόχος» για τα ρωσικά χτυπήματα. Πράγματι, ακόμη και όταν ανακοίνωσε τη διάσπασή του από την Αλ Κάιντα, ο Τζολάνι δήλωσε ότι θα διαχωρίσει τη θέση του «χωρίς να συμβιβαστούμε ή να θυσιάσουμε τις σταθερές πεποιθήσεις μας».

Τώρα που οι δυνάμεις του Τζολάνι ανέτρεψαν επιτέλους τον Άσαντ, ορισμένοι στην Ουάσινγκτον επιθυμούν να τον ανταμείψουν για μια αποστολή που επιτεύχθηκε. «Υπάρχει ένας τεράστιος αγώνας για να δούμε αν, και πώς και πότε μπορούμε να αφαιρέσουμε την HTS από τον κατάλογο [των τρομοκρατικών οργανώσεων]”, λέει ένας Αμερικανός αξιωματούχος στο Politico. Σύμφωνα με τους New York Times, Αμερικανοί αξιωματούχοι πιστεύουν τώρα «ότι η στροφή της ομάδας σε μια πιο πραγματιστική προσέγγιση είναι γνήσια», καθώς «οι ηγέτες της γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να υλοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους να ενταχθούν ή να ηγηθούν της συριακής κυβέρνησης αν η ομάδα θεωρείται τζιχαντιστική οργάνωση». Οι ΗΠΑ επικοινωνούν ήδη με την HTS μέσω μεσαζόντων. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε μέχρι να γίνουν όλοι Μητέρα Τερέζα και μετά να τους μιλήσουμε», εξήγησε η Ελίζαμπεθ Ρίτσαρντ, η κορυφαία αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Όπως καταδεικνύουν τα θύματα βασανιστηρίων από τις άδειες φυλακές του, ο Άσαντ δεν ήταν ούτε αυτός η Μητέρα Τερέζα. Ωστόσο, αν δεν ήταν μέρος ενός μπλοκ που αντιστέκεται στην αμερικανοϊσραηλινή ηγεμονία, οι ΗΠΑ δεν θα είχαν ηγηθεί μιας αδυσώπητης προσπάθειας για την ανατροπή της κυβέρνησής του. Η εκστρατεία αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά το ουσιαστικό πάγωμα της σύγκρουσης το 2018, όταν οι δυνάμεις του Άσαντ ανακατέλαβαν εδάφη με τη βοήθεια της Ρωσίας, του Ιράν και της Χεζμπολάχ.

Ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ τερμάτισε τον βρώμικο πόλεμο της CIA με την ανάληψη των καθηκόντων του το 2017, οι στρατιωτικοί επιτελείς αγνόησαν τις διαταγές του να αποσύρουν τα αμερικανικά στρατεύματα από τη βορειοανατολική Συρία. Αυτό επέτρεψε στις ΗΠΑ να ακολουθήσουν μια στρατηγική λεηλασίας των πιο πολύτιμων αποθεμάτων πετρελαίου και σιταριού της Συρίας, εξαθλιώνοντας έτσι περαιτέρω τους απλούς Σύριους στα εδάφη που ελέγχονται από την κυβέρνηση.

Όπως εξήγησε το 2019 η Dana Stroul, ανώτερος αξιωματούχος του Πενταγώνου υπό τον Μπάιντεν, η διαρκής στρατιωτική κατοχή των ΗΠΑ σήμαινε ότι «το ένα τρίτο του συριακού εδάφους» ήταν πλέον «ιδιοκτησία» της αμερικανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τη Stroul, με την κατοχή της «πλούσιας σε πόρους» περιοχής στα βορειοανατολικά της Συρίας – η οποία περιέχει τους «υδρογονάνθρακες» της χώρας και είναι η «αγροτική της δύναμη» – η κυβέρνηση των ΗΠΑ διατηρούσε «ευρύτερη επιρροή» για να επηρεάσει «ένα πολιτικό αποτέλεσμα στη Συρία» σύμφωνα με τις αμερικανικές επιταγές. Για την Stroul, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν όχι μόνο να «κατέχουν» έδαφος της Συρίας, αλλά και να αφήσουν το υπόλοιπο τμήμα της σε ερείπια: οι ελεγχόμενες από την κυβέρνηση περιοχές όπου ζουν οι περισσότεροι Σύριοι «είναι ερείπια», είπε, και οι κυρώσεις των ΗΠΑ θα μπορούσαν επομένως «να κρατήσουν μια γραμμή που θα εμπόδιζε τη βοήθεια ανοικοδόμησης και την τεχνική εμπειρογνωμοσύνη να επιστρέψουν στη Συρία».

Πράγματι, αντί να αφήσουν τη Συρία να ανοικοδομηθεί από την καταστροφική σύγκρουση, οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις που «συνέτριψαν» την οικονομία της Συρίας και «επιδείνωσαν την έλλειψη καυσίμων και τροφίμων για τους καθημερινούς Σύριους», σύμφωνα με τα λόγια δύο άλλων υπερήφανων αξιωματούχων των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ, του Τζέιμς Τζέφρι και του Άντριου Τάμπλερ. Όταν έληξαν τα καθήκοντά του ως Συντονιστής Ανθρωπιστικής Βοήθειας του ΟΗΕ για τη Συρία πέρυσι, ο El-Mostafa Benlamlih, σημείωσε το προφανές: «Οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς, τιμώρησαν τους φτωχούς και τους ευάλωτους».

Τιμωρημένο από τον βρώμικο πόλεμο υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, τις κυρώσεις και τη στρατιωτική κατοχή, ενώ ταυτόχρονα είχε υποστεί την αποδόμηση από τη διαφθορά, τη βαρβαρότητα και την αδράνεια των ηγετών του, το συριακό κράτος, όπως υπήρχε υπό τον Άσαντ, τελικά κατέρρευσε.

Ενώ υπάρχει άφθονη τεκμηρίωση της καταστολής από την κυβέρνηση Άσαντ, αξίζει να αναγνωρίσουμε τι άλλο έχει χαθεί. Εκτός από ένα πλουραλιστικό κράτος στο οποίο προστατεύονταν οι μειονότητες, η Συρία απολάμβανε κάποτε μερικά από τα υψηλότερα επίπεδα περίθαλψης, εκπαίδευσης και παραγωγής τροφίμων στη Μέση Ανατολή. Πριν από τον πόλεμο, «η Συρία είχε ένα από τα καλύτερα ανεπτυγμένα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης στον αραβικό κόσμο», σημείωσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το 2015. Προσφέροντας «καθολική, δωρεάν υγειονομική περίθαλψη για όλους τους πολίτες της», έγραψε τρία χρόνια αργότερα ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τις κυρώσεις, «η Συρία απολάμβανε μερικά από τα υψηλότερα επίπεδα περίθαλψης στην περιοχή». Όμως ο πόλεμος «κατέκλυσε το σύστημα και δημιούργησε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα αναγκών».

Υπό τον κυβερνητικό έλεγχο της γεωργίας, σημειώνεται στην ίδια έκθεση, «η Συρία ήταν η μόνη χώρα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής που ήταν αυτάρκης στην παραγωγή τροφίμων». Αυτό οδήγησε σε έναν «ακμάζοντα γεωργικό τομέα» που παρείχε στους Σύριους «προσιτά» τρόφιμα και ημερήσια θερμιδική πρόσληψη «στο ίδιο επίπεδο με πολλές δυτικές χώρες». Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τη φαρμακοβιομηχανία της Συρίας, η οποία κάλυπτε τις εγχώριες και περιφερειακές ανάγκες, καθώς και για το εκπαιδευτικό της σύστημα, το οποίο είχε 97% φοίτηση στα σχολεία για τα παιδιά πρωτοβάθμιας ηλικίας και ποσοστά αλφαβητισμού για τους ενήλικες άνω του 90%, σύμφωνα με στοιχεία της UNICEF.

Για πολλούς Σύριους, η καταστροφή με τη βοήθεια ξένων δυνάμεων ενός καταπιεστικού κρατικού μηχανισμού που κατέπνιγε τη διαφωνία και βασάνιζε πολιτικούς κρατούμενους θα αξίζει τις απώλειες αυτές σε άλλους τομείς της ζωής. Όσοι υπέφεραν από την καταπίεση του Άσαντ αναμφίβολα χαιρετίζουν την αποχώρησή του και ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Ωστόσο, υπάρχουν επίσης Σύριοι -ιδιαίτερα από τις μειονοτικές ομάδες των Σιιτών, των Αλαουιτών, των Χριστιανών, των Δρούζων, αλλά και των Σουνιτών- που ζουν τώρα σε καθεστώς τρόμου κάτω από τους νέους κυβερνήτες και τους φανατικούς, σε μεγάλο βαθμό ξένους, εξεγερμένους που πρόσφατα ισχυροποιήθηκαν από την αλλαγή του καθεστώτος.

Στην καλύτερη περίπτωση, οι νέοι κυβερνήτες της Συρίας, οι οποίοι προέρχονται από την Αλ Κάιντα, θα αναγνωρίσουν ότι ο φανατισμός τους θα είναι μη βιώσιμος αν επιθυμούν να παραμείνουν στην εξουσία και να δώσουν στη χώρα τους μια ευκαιρία επιβίωσης. Αλλά ακόμη και αν ο Τζολάνι, ο πρώην ηγέτης της Αλ Κάιντα και αναπληρωτής του ISIS, αποδειχθεί ότι είναι ο πολυπόθητος «μετριοπαθής αντάρτης» που οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ πούλησαν στο κοινό, η Συρία εξακολουθεί να παραμένει μια εμπόλεμη χώρα που κατακλύζεται από όπλα και φανατικές πολιτοφυλακές με μαχητές από όλο τον κόσμο. Τόσο το Ισραήλ όσο και η Τουρκία έχουν ήδη επωφεληθεί από το χάος καταλαμβάνοντας εδάφη και, στην περίπτωση του Ισραήλ, εξαλείφοντας τις συριακές στρατιωτικές υποδομές. Μέχρι στιγμής, η νέα κυβέρνηση έχει αρνηθεί να καταδικάσει το αμόκ του Ισραήλ.

Ο Μπάιντεν και η ομάδα του από βετεράνους της κυβέρνησης Ομπάμα, που ξεκίνησαν τον πόλεμο της CIA κατά της Συρίας το 2011, βρίσκονται τώρα να αποχωρούν από το αξίωμά τους ακριβώς τη στιγμή που το σχέδιο αλλαγής καθεστώτος επιτυγχάνει τον στόχο του. Μετά από εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους, εκατομμύρια πρόσφυγες και μια χώρα αποδεκατισμένη—όλα αυτά για να μπορέσει να αντικατασταθεί ένας κοσμικός δικτάτορας από έναν πρώην ηγέτη της Αλ Κάιντα—δεν θα είναι έκπληξη αν ο Μπάιντεν και οι βοηθοί του σταματήσουν σύντομα να διεκδικούν τα εύσημα για το γεγονός ότι «η δική μας πλευρά» κέρδισε.

 

[1] ΣτΜ: Όχι μόνο αυτές οι διαβεβαιώσεις δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, αλλά αντίθετα παρακολουθούμε άφωνοι την πλημμύρα των βίντεο με εκτελέσεις, βασανισμούς και αποκεφαλισμούς που έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο και μάλιστα διοχετεύονται από τους ίδιους τους τζιχαντιστές. Μερικά από αυτά έχω ανεβάσει στο F/B αλλά ήταν τέτοιο το σοκ που προκάλεσαν που υποσχέθηκα να μην ξανα-ανεβάσω. Αν αντέχει το στομάχι του αναγνώστη, ας ανατρέξει στα Βίντεο 1, Βίντεο 2, Βίντεο 3, Βίντεο 4 καθώς και στην ανάρτηση της ‘Διεύθυνσης 4’.

Η φρικαλεότητα του Crocus Concert Hall: Χωρίς επιστροφή

Μια ενδεχομένως ανεξέλεγκτη διαδικασία με τεράστιες επιπτώσεις.

Στο άρθρο που ακολουθεί ο βετεράνος ανώτατος Βρετανός διπλωμάτης Alastair Crooke στηριγμένος τόσο στη δική του βαθύτατη εμπειρία, καθώς ο τομέας δραστηριότητάς του ως ανώτατου διπλωμάτη ήταν η Μέση Ανατολή και η Κεντρική Ασία, όσο και στις απόψεις του παλαίμαχου πολεμικού ανταποκριτή, πολιτικού αναλυτή και ειδικού σε θέματα των ίδιων περιοχών, Elijah J. Magnier, επιχειρηματολογεί ότι η σφαγή στο Crocus Concert Hall πιθανότατα αποτελούσε επιχείρηση ειδικών υπηρεσιών της Ουκρανίας και των ΑμερικανοΝΑΤΟικών.

Στη συνέχεια, θέτει το ερώτημα για ποιο λόγο οι ευρωπαϊκές ελίτ να υποστηρίζουν με τέτοια λυσσασμένη εμμονή τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, καταφεύγοντας ενδεχομένως ΄στον ‘ασύμμετρο’ πόλεμο και στην τρομοκρατία, παρά την εμφανή επερχόμενη ήττα του καθεστώτος του Κιέβου. Η απάντησή του στηρίζεται και σε ένα αξιοσημείωτο, και άξιο να διαβαστεί αφ’ εαυτού, άρθρο της Arta Moeini, σύμφωνα με το οποίο «…η δέσμευση των ελίτ της ΕΕ στην Ουκρανία, ανεξαρτήτως κόστους, είναι πολύ σκόπιμη και συστηματική για να απορριφθεί ως τρέλα ή καθαρή ανικανότητα».

Κατά τους Arta Moeini και Alastair Crooke, η όξυνση χρησιμοποιείται από τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης για να επιταχύνουν το πέρασμα της εξουσίας από τις ‘ανεξάρτητες’ χώρες μέλη προς τις Βρυξέλλες, δηλαδή για να υλοποιήσουν το όνειρο μιας ‘Ευρώπης’ ανεξέλεγκτα κεντροποιημένης κάτω από την εξουσία τους. Το πρόβλημα είναι ότι καθώς οι διαδικασίες του ‘ασύμμετρου πολέμου’ επί της Ρωσίας μοιάζουν να έχουν ξεφύγει, οι επιπτώσεις θα είναι τεράστιες.

Τα στοιχεία των συλληφθέντων δραστών της σφαγής στο Crocus Concert Hall και ο τρόπος δράσης τους δεν συνάδουν με την άποψη ότι πρόκειται για ιδεολογικούς υποστηρικτές του ISIS.

Γιατί η ΕΕ και οι ΗΠΑ είναι τόσο ανένδοτες σχετικά με το ποιος κρύβεται πίσω από τη φρικαλεότητα στο Crocus Concert Hall, ώστε δεν θέλουν να περιμένουν να ολοκληρωθεί η έρευνα; Μόλις 55 λεπτά μετά την επίθεση, ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ δήλωσε ότι «η Ουκρανία δεν εμπλέκεται». Τώρα οι ΗΠΑ λένε—τελεσίδικα—ότι μόνο το ISIS[1] εμπλέκεται.

«Καμία συγκεκριμένη προειδοποίηση εκ των προτέρων—τίποτα δεν μας μεταφέρθηκε», επιμένει ο πρεσβευτής της Ρωσίας στην Ουάσιγκτον.

Γιατί τα δυτικά κράτη είναι τόσο σίγουρα;  Είναι πολύ ασυνήθιστο για τις υπηρεσίες πληροφοριών να διατυπώνουν δηλώσεις μέσα σε μια ώρα. Αν και οι φυσικοί δράστες είναι πλέον γνωστοί, το βασικό ερώτημα παραμένει: Ποιος βρίσκεται πίσω από την επίθεση; Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.

Προς το παρόν, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να πούμε—πόσο μάλλον για να δηλώσουμε με απόλυτη βεβαιότητα—ότι η επίθεση που διαπράχθηκε στη Μόσχα σχεδιάστηκε, προετοιμάστηκε και εκτελέστηκε σύμφωνα με κάποιο master plan του Ισλαμικού Κράτους.

Το ISIS-K λειτουργεί εδώ και μερικά χρόνια, περισσότερο ως ‘παράδρομος’ που εκτείνεται από την Τουρκία στη Συρία- στο Αφγανιστάν και το Ιράν. Είναι ένα franchise για λογαριασμό του οποίου διαπράττονται τρομοκρατικές πράξεις, συγκεντρώνονται κεφάλαια και προετοιμάζονται πόροι.

Το ISIS-K, το οποίο ξεκίνησε από αντιφρονούντες Τατζίκους στο βόρειο Αφγανιστάν, ενώνει ορισμένες ομάδες και διεξάγει ενεργές επιχειρήσεις κυρίως κατά του κινήματος των Ταλιμπάν. Παρέχει ομπρέλα για τρομοκρατικές ενέργειες και στο βόρειο Ιράν. Δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη Ρωσία.

Πίσω από το ISIS έχουν σταθεί ορισμένα μουσουλμανικά κράτη – και οι δυτικοί υποστηρικτές τους.

Ωστόσο, τα στοιχεία των συλληφθέντων δραστών και ο τρόπος δράσης τους δεν συνάδουν με την άποψη ότι πρόκειται για ιδεολογικούς υποστηρικτές του ISIS. Μπορεί, κατά τα φαινόμενα, να ήταν ισλαμιστές υπό την ευρύτερη έννοια, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μισθοφόροι με κίνητρο το δέλεαρ του χρήματος. Οι στρατολογημένοι από το ISIS προσδοκούν και κερδίζουν τον μαρτυρικό θάνατο. Αυτοί οι άνδρες απλά μπήκαν σε ένα αυτοκίνητο, θέλοντας να ξεφύγουν. Σε μια επιχείρηση του ISIS, θα συνέχιζαν τη σφαγή—μέχρι να σκοτωθούν.

Υπάρχουν πολλές άλλες ανακολουθίες στον ισχυρισμό περί ISIS. Οι επιτιθέμενοι ίσως και να ήταν ευσεβείς ισλαμιστές, αλλά πιθανότατα όχι του ISIS. Ακόμα και ο όρκος τους με το αριστερό χέρι υψωμένο ήταν λάθος. Η ανάληψη ευθύνης μέσω του [πρακτορείου ειδήσεων] Amaq είναι επίσης προβληματική από πολλές απόψεις[2]. Στο παρελθόν το Amaq έχει αναρτήσει δηλώσεις για επιθέσεις στο Ιράν, με επακόλουθες ανακοινώσεις του να κάνουν αναγκαστικές αλλαγές για να τις ‘διορθώσουν’. Η κάλυψη μιας επίθεσης μέσω ζωντανής ροής είναι ανήκουστο φαινόμενο.

Μια φωτογραφία-χίλιες λέξεις. Οι τέσσερις ‘τρομοκράτες’ όχι μόνο έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους,
αλλά απαγγέλλουν και τον καθιερωμένο όρκο (
shahada)
δείχνοντας με το αριστερό χέρι προς τον ουρανό.
Αυτό ισοδυναμεί με κάποιον φανατικό χριστιανό να κάνει
τον σταυρό του με το αριστερό χέρι.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ επιμένει ότι, αν και η Ρωσία γνωρίζει ποιος πραγματοποίησε την επίθεση, είναι πολύ νωρίς για εικασίες σχετικά με το «ποιος έδωσε την τελική εντολή» (το αναπάντητο, ακόμη, ερώτημα του προέδρου Πούτιν).

Όλα αυτά επιστρέφουν στο ερώτημα, γιατί η Δύση ήταν υπερβολικά ανένδοτη σχετικά με την αποκλειστική απόδοση της ευθύνης στον ISIS; Γιατί επιθυμεί να προκαταλάβει τη ρωσική έρευνα;

Η εφημερίδα Global Times του Πεκίνου αναφέρει ότι είναι απίθανο το ΙΚ να έχει οργανώσει την επίθεση, επειδή η κατάσταση στη Συρία έχει ήδη σταθεροποιηθεί.

Αλλά φτάνει στην ουσία όταν προειδοποιεί ότι η υποστήριξη προς το Κίεβο θα μειωνόταν, αν αποδεικνυόταν η εμπλοκή της Ουκρανίας στην τρομοκρατική επίθεση.

Η δέσμευση των ελίτ της ΕΕ στην Ουκρανία αντιπροσωπεύει την μη ομολογημένη καταστροφή που εξανεμίζει τις όποιες εναπομείνασες φιλοδοξίες για την επίτευξη της πραγματικής στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης—υποδουλώνει την Ευρώπη στις Ηνωμένες Πολιτείες και αφήνει την ήπειρο στην πιο αδύναμη κατάσταση από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Η Ευρώπη έχει υποστεί μεγάλη ήττα.

Ο φόβος του Μακρόν ότι μια ρωσική νίκη στην Ουκρανία θα εξαλείψει την ‘αξιοπιστία’ της Ευρώπης βγάζει νόημα μόνο αν το αυτοκρατορικό σχέδιο της άρχουσας τάξης για μια από πάνω προς τα κάτω, συγκεντρωτικά οργανωμένη από γεωπολιτική άποψη, ΕΕ μοχλεύεται ακριβώς επί του ουκρανικού δράματος.

Ωστόσο, παρά την πραγματικότητα της αποτυχημένης ουκρανικής στρατιωτικής επίθεσης του περασμένου καλοκαιριού, η εμμονή στο «Σχέδιο Ουκρανία» παραμένει – και αψηφά όλες τις άλλες θεωρήσεις.

Γιατί;

Επειδή το παν-γλωσσογενές “κυνήγι” της ΕΕ για στρατηγική αυτονομία (που συμπυκνώνεται στο μάντρα της για την οικοδόμηση μιας γεωπολιτικής ΕΕ) είναι συνυφασμένο με την Ουκρανία[3].

«Αναγνωρίζοντας τη συναισθηματική δύναμη του αγώνα της Ουκρανίας ενάντια στη ρωσική κυριαρχία», γράφει η Arta Moeini, «οι ευρωπαϊκές ελίτ οικειοποιήθηκαν αυτόν τον αγώνα για να κηρύξουν τα ιδεολογικά κελεύσματα της ‘ευρωπαϊκότητας’ και, μάλιστα, του ίδιου του πολιτισμού».

«Φαινομενικά εν μια νυκτί, η Ουκρανία έφτασε να αντιπροσωπεύει τις φωτισμένες ‘ευρωπαϊκές αξίες’ -ελευθερία, δημοκρατία, ανεκτικότητα, χρηστή διακυβέρνηση και ούτω καθεξής- με τη Ρωσία να μετατρέπεται στο αντίθετο της ‘πολιτισμένης’ Ευρώπης, τη βάρβαρη ορδή προ των πυλών».

«Όπως πρώτος το αντιλήφθηκε ο Νίτσε, η νεωτερικότητα είναι μια εποχή στην οποία ο κόσμος βιώνεται κυρίως μέσα από τον φακό της καταπίεσης με ταυτότητες που διαμορφώνονται από την ‘ηθική της βαθιάς πικρίας’: Οι καταπιεσμένοι θεωρούνται εγγενώς δίκαιοι και τους αποδίδεται η απόλυτη ηθική αξία. Στο πλαίσιο αυτής της ρύθμισης, η υπεράσπιση των ‘καταπιεσμένων’ – γίνεται το … όχημα για την άρχουσα τάξη να αποκτήσει και να εδραιώσει την εξουσία [της] – καθαγιάζοντας την υπεροχή της και φυτεύοντας το σπόρο για τη μελλοντική της εξουσία παριστάνοντας τους μεγάλους απελευθερωτές».

Τελικά, οι κυρίαρχες ελίτ της ΕΕ επιδιώκουν να ‘υπερεθνικοποιήσουν’ την εξουσία από τα κράτη μέλη προς τα πάνω, προς τις Βρυξέλλες.

Εδώ βρίσκεται ο σπόρος του σημερινού ‘και καλά’ πανικού: Όταν έγινε φανερό ότι οι συμβατικές στρατιωτικές προσπάθειες της Ουκρανίας ήταν σκέτη αποτυχία, ορισμένα γεράκια στις ΗΠΑ και την Ευρώπη άρχισαν γρήγορα να υμνούν τον ασύμμετρο πόλεμο – κατά της Ρωσίας και του ίδιου του άμαχου πληθυσμού της.

Αυτή η ασυμμετρία ξεκίνησε αργά: μερικές αδέσποτες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη που προκάλεσαν μικρή ζημιά.  Στη συνέχεια εντάθηκε με πυραυλικές επιθέσεις στα αστικά κέντρα του Μπέλγκοροντ με αποτέλεσμα να σκοτωθούν άμαχοι, στη συνέχεια εξελίχθηκε σε επίθεση σε ρωσικό μεταγωγικό αεροπλάνο Ilyushin που μετέφερε αιχμαλώτους και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ρωσικά διυλιστήρια και σε ναυτικό πόλεμο με μη επανδρωμένα σκάφη στην Κριμαία.

Η διαδικασία επιταχύνθηκε. Και την παραμονή των ρωσικών εκλογών της περασμένης εβδομάδας, υπήρξε η απόπειρα δήθεν αντιφρονούντων να διαταράξουν τις εκλογές εισβάλλοντας στη Ρωσία με σκοπό να καταλάβουν μικρές πόλεις και να κρατήσουν Ρώσους πολίτες ως ομήρους. (Απέτυχε—η Ρωσία γνώριζε εκ των προτέρων το σχέδιο).

Ισλαμιστές μαχητές συμμετείχαν στις πρόσφατες επιδρομές που επιχείρησε η GUR του Κιέβου κατά μεθοριακών ρωσικών χωριών. Δεξιά βλέπουμε τον  Abd al-Hakim al-Shishani σε μια τέτοια επιδρομή. Ο Shishani πέρασε στην Τουρκία μετά τη λήξη των Τσετσενικών πολέμων και απο εκεί στη Συρία όπου ηγήθηκε της ομάδας Ajnad Al-Caucas πολεμώντας στα πλαίσια του λεγόμενου “Εμιράτου του Καυκάσου”. Με την ομάδα του πολέμησε στην Λατάκια, στο Χαλέπι, στο Ιντλίμπ και στη Χάμα συνεργαζόμενος με την οργάνωση Jabhat Al-Nusra η οποία ανήκει στην ομπρέλα του ISIS και της Αλ Κάιντα. Μαζί με αυτήν την οργάνωση και άλλες ομοειδείς κατέλαβαν το Ιντλίμπ και χαίρουν προστασίας από την Τουρκία. Από το 2019 οι τζιχαντιστές της “Ajnad Al-Caucas” του Shishani παραμένουν εκεί. Το φθινόπωρο του 2022, ο Azhiev έφτασε στην Ουκρανία και αργότερα επέστρεψε στην Ιντλίμπ πολλές φορές για να στρατολογήσει μαχητές για τη νέα του μονάδα στο πλαίσιο της Διεθνούς Λεγεώνας, η οποία λειτουργεί υπό την Κρατική Διεύθυνση Πληροφοριών (GUR) της Ουκρανίας. Από το καθεστώς Ζελένσκι του έχει απονεμηθεί η ουκρανική υπηκοότητα.

Το ερώτημα που πρέπει να απασχολεί τώρα τις ευρω-ελίτ είναι: Έχει ξεφύγει αυτή η ουκρανική προσπάθεια ασύμμετρου πολέμου από τον έλεγχο της Ουάσινγκτον και της Ευρώπης;  Ποιος είναι επικεφαλής, αν είναι κανείς;  Είναι αναπόδεικτο ακόμη, αλλά ο φόβος που στοιχειώνει τη Δύση πρέπει να είναι ότι είτε άμεσα είτε ακόμη και πολύ έμμεσα, θα προκύψει ότι μπορεί να βρεθούν συνένοχοι στην άσκηση μαζικής τρομοκρατίας—βρίσκοντας καταφύγιο κάτω από το franchise του ISIS Κ…

Οι επιπτώσεις: Τεράστιες.

[1] Οι όροι ISIS και ΙΚ (Ισλαμικό Κράτος) χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι στο κείμενο.

[2] Ο Alastair Crooke εδώ παραπέμπει σε τουΐτ του παλαίμαχου πολεμικού ανταποκριτή, πολιτικού αναλυτή και ειδικού σε θέματα δυτικής Ασίας και τρομοκρατίας, Elijah J. Magnier, ο οποίος στις 25 Μαρτίου έγραψε στο Χ:

«Έχω παρακολουθήσει στενά τον #ISIS από την ίδρυσή του στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Συρία και τον Λίβανο, αξιοποιώντας την επιτόπια έρευνα και τις σπουδές μου ως ειδικός και ακαδημαϊκός σε θέματα τρομοκρατίας και αντιτρομοκρατίας και ως πολεμικός συντάκτης. Με αυτό το υπόβαθρο, αμφισβητώ τον ισχυρισμό ότι το Ισλαμικό Κράτος ευθύνεται για την επίθεση στη Μόσχα. Ο σκεπτικισμός μου βασίζεται σε διάφορες ανωμαλίες και ασυνήθιστες πτυχές που υπονομεύουν την αυθεντικότητα του ισχυρισμού του ISIS:

  1. Η χρήση του όρου “Muqatileen” στην ανακοίνωση είναι μη τυπική- σε προηγούμενες ανακοινώσεις προτιμήθηκαν οι όροι “Mujahideen” ή “Fursan” ή “Istishadeyeen”.
  2. Η δήλωση του Amaq ότι οι επιτιθέμενοι “αποσύρθηκαν με ασφάλεια” έρχεται σε αντίθεση με τις αναφορές για τη σύλληψή τους. Το Amaq συνήθως περιμένει να ανακοινώσει τα αποτελέσματα των επιθέσεων μέχρι να συγκεντρωθούν όλα τα στοιχεία, αλλά σε αυτή την περίπτωση ισχυρίστηκε πρόωρα την επιτυχία, παρόλο που οι τρομοκράτες είχαν συλληφθεί.
  3. Το ISIS δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ μετατροπείς φωνής στις ανακοινώσεις του. Συγκεκριμένα, ακόμη και όταν ο “Τζιχάντι Τζον” άλλαξε τη φωνή του λόγω της βρετανικής του υπηκοότητας και της αναγνώρισής του, δεν χρησιμοποιήθηκαν μετατροπείς φωνής. Οι επιτιθέμενοι σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν δυτικοί και είναι πρωτοφανές για μη δυτικά μέλη να χρησιμοποιούν μετατροπείς φωνής, ακόμη και όταν φωνάζουν “Allahu Akbar” ή απαγγέλλουν ρητά που σχετίζονται με το Κοράνι.
  4. Η ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση των επιθέσεων δεν αποτελεί μέθοδο που χρησιμοποιεί το ISIS. Αν και στο παρελθόν έχουν χρησιμοποιηθεί κάμερες Go-Pro, δεν έχουν συνδεθεί ποτέ σε ζωντανή διαδικτυακή τροφοδοσία για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υποκλοπής, εκτός εάν υπάρχει προηγμένη δυνατότητα κρυπτογράφησης του σήματος μετά τη μετάδοση.
  5. Το Amaq δημοσιεύει πάντοτε το όνομα του ως πρακτορείου ειδήσεων τόσο στα αραβικά όσο και στα αγγλικά, όταν οι επιθέσεις σημειώνονται εκτός της Μέσης Ανατολής, μια λεπτομέρεια που λείπει από αυτόν τον ισχυρισμό.

Για τους λόγους που περιγράφονται παραπάνω, σε συνδυασμό με την επαγγελματική μου επιφυλακτικότητα που βασίζεται στην προηγούμενη εμπειρία από ισχυρισμούς για επιθέσεις στο Ιράν, όπου οι μεταγενέστερες ανακοινώσεις είχαν διορθωθεί, τείνω να απορρίψω τον ισχυρισμό περί ανάμειξης του ISIS στην επίθεση στη Μόσχα.

Δεν δημοσιοποιώ περαιτέρω και άλλες ανακολουθίες [που υπάρχουν] για να αποφύγω να δώσω πληροφορίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να διορθωθούν οι μελλοντικοί ισχυρισμοί.»

[3] «Παν-γλωσσογενές»: Μη υπάρχουσα λέξη στα Ελληνικά. Μεταφράζω έτσι τον αγγλικό ασυνήθιστο όρο Panglossian που έχει προέλθει από το σατυρικό μυθιστόρημα «Ο Αγαθούλης» (Candide) του Βολταίρου, όπου ο Pangloss ήταν ο σχολαστικός γεροδάσκαλος, αθεράπευτα αισιόδοξος χωρίς επαφή με την πραγματικότητα, που υποστήριζε με επιμονή ότι «όλα είναι για το καλύτερο σε αυτόν τον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους». Οι ρίζες του ονόματος είναι όντως οι ελληνικές ‘παν’ και ‘γλώσσα’.

Πηγή: Al Mayadeen

Μετάφραση – σχόλια: Κ. Μηλολιδάκης

Το αμερικανικό «τζιχάντ εξπρές»: Ινδονησία – Αφγανιστάν – Συρία – Φιλιππίνες

Ήταν αργά τη νύχτα, αλλά στο αεροδρόμιο Soekarno-Hatta της Τζακάρτας, Τερματικό 3, υπήρχε πλήθος οικογενειών και φίλων που περίμεναν την άφιξη των δικών τους από το εξωτερικό.Ο φίλος μου Noor Huda Ismail είχε μόλις αφιχθεί από τη Σιγκαπούρη  και αποφάσισα να πάω να τον πάρω από το αεροδρόμιο για να κουβεντιάσουμε. […] κατά τη μία ώρα της διαδρομής προς την πρωτεύουσα και να ανταλλάξουμε ιδέες και πληροφορίες.

Ο  Huda  θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως ο πιο ενήμερος Ινδονήσιος «ειδικός για την τρομοκρατία». Μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε σε μαντρασάδες (θρησκευτικά σχολεία) από τα οποία βγήκαν τα πιο διαβόητα στελέχη του τζιχάντ (ιερού πολέμου) στην Ινδονησία. Αργότερα, κατάφερε να «ξεκοπεί» από τον μουσουλμανικό φονταμενταλισμό, να μελετήσει και να γίνει τελικά ένας σεβαστός κινηματογραφιστής και διανοητής.

Επί χρόνια, οι δυο μας μελετάμε το περίπλοκο δίχτυ που έχει δημιουργήσει ο δυτικός ιμπεριαλισμός – ένα δίχτυ που κυριολεκτικά κατέστρεψε ολόκληρες χώρες, κλείνοντας άλλες «πίσω από τα σίδερα» σε μια πραγματική νεοαποικιακή δουλεία. Όλα αυτά έγιναν , βεβαίως, στο όνομα της «ελευθερίας και της δημοκρατίας», χρησιμοποιώντας συχνά διάφορες θρησκείες σαν εργαλεία, ακόμη και σαν όπλα.

Κατά τη διαδρομή λοιπόν συγκρίναμε τις σημειώσεις μας στα γρήγορα. Ο Huda με ενημέρωσε για την ταινία του «Jihad Selfie», και εγώ για το πολιτικό μυθιστόρημά μου «Aurora»,  ένα βιβλίο για το Αφγανιστάν που ακόμη το γράφω.

«Το Αφγανιστάν», είπε, «εκεί βρίσκονται οι αιτίες πολλών πραγμάτων … Θα θυμάσαι τη δεκαετία του 1980, τότε που οι ΗΠΑ χρησιμοποίησε κάποια στελέχη του τζιχάντ από την Ινδονησία, στέλνοντάς τα στο Αφγανιστάν…».

Ναι θυμόμουν αυτό το γεγονός. Γνώριζα ορισμένα πράγματα, αλλά όχι όλα. Το ότι Ινδονήσιοι και Μαλαίσιοι πήγαν να πολεμήσουν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και στις κυβερνήσεις του Μπαμπράκ Καρμάλ και μετά του Μοχάμετ Νατζιμπουλάχ στο Αφγανιστάν ήταν κάτι με το οποίο ουδέποτε είχα ασχοληθεί στα βιβλία ή στις ταινίες μου. Τώρα, ένιωθα ότι ήταν κάτι σημαντικό, πολύ σημαντικό, με το οποίο έπρεπε να καταπιαστώ.

«Huda», ρώτησα, «πόσοι Ινδονήσιοι πήγαν να πολεμήσουν στο Αφγανιστάν, μετά τη σοβιετική επέμβαση, το 1979;»

Ο Huda δεν δίστασε, εξάλλου πάντα ξέρει τους αριθμούς:

«Μόνο από μία ομάδα προέρχονταν 350 μαχητές. Οι Ινδονήσιοι που πολέμησαν στο Αφγανιστάν είχαν τη βάση τους σε ένα στρατόπεδο που ανήκε στην Ittehad-al-Islami (Ισλαμική Ένωση). Το στρατόπεδο το διοικούσε ο Ustad Abdul Rab Rasul Sayyaf . Βεβαίως ο Rab Rasul Sayyaf είναι βαχαβίτης και οι βαχαβίτες χρηματοδοτούνταν εξ ολοκλήρου από τις ΗΠΑ. Αυτό που βλέπουμε σήμερα, όλες αυτές οι ‘τρομοκρατικές απειλές’, είναι ένα φαινόμενο μπούμερανγκ για ό,τι έχουν κάνει οι ΗΠΑ στην περιοχή, ιδίως στο Αφγανιστάν. Ακόμη και το ISIS τώρα: στα  2003 ήλθαν να ανατρέψουν τον Σαντάμ…»

Θα μπορούσα να συναντήσω κάποιον «απόφοιτο» του Αφγανιστάν εδώ στην Τζακάρτα;

«Βεβαίως, μπορείς», ένευσε καταφατικά. «Θα το κανονίσω όσο θα βρίσκεσαι εδώ».

***

Πριν από τη συνάντηση με τον τζιχαντιστή που είχε πολεμήσει στο Αφγανιστάν, ταξίδεψα στην πόλη Μπαντούγκ όπου συναντήθηκα με τον Iman Soleh, έναν καθηγητή στο τμήμα Κοινωνικής και Πολιτικής Επιστήμης (Πανεπιστήμιο του  Padjadjaran- UNPAD). Πρόκειται για  άλλη μια αναγνωρισμένη αυθεντία στο θέμα της «τρομοκρατίας». Ήλθε στο ξενοδοχείο μου μαζί με τη σύζυγό του, την καθηγήτρια Antik Bintari, ειδική στη διαχείριση συγκρούσεων, που διδάσκει στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Ο καθηγητής  Iman Soleh και εγώ συζητήσαμε αρκετά για τη σχέση ανάμεσα στην «παλιά φρουρά» των Νοτιοασιατών (κυρίως Ινδονήσιων και Μαλαίσιων) τζιχαντιστών, των αποκαλούμενων «αποφοίτων του Αφγανιστάν», και για την πρωτοπορία, «ένα νέο κύμα» που σήμερα επιχειρεί να αποσταθεροποιήσει ακόμη και να καταστρέψει τη Συρία και τις Φιλιππίνες.

Παρόλο που η ονομασία «τζιχάντ» χρησιμοποιείται κατ’ εξακολούθηση και «κυριολεκτικά» σε όλα τα κατεστημένα δυτικά ΜΜΕ, ήταν σαφές σε όλους μας ότι πίσω από τις κτηνώδεις μάχες και τις περισσότερες φρικαλεότητες που εξαπολύθηκαν σε χώρες όπως η Συρία και [πρόσφατα] οι Φιλιππίνες κρύβονται γεωπολιτικά συμφέροντα της Δύσης γενικά και των ΗΠΑ πιο συγκεκριμένα.

Ο καθηγητής  Soleh εξήγησε τη «δυναμική» ως προς αυτό:

«Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, οι ΗΠΑ φοβούνταν το αποκαλούμενο ‘ντόμινο’. Μεταξύ άλλων πραγμάτων που συμβαίνουν σήμερα στις Φιλιππίνες υπό τον πρόεδρο Ντουτέρτε, η κυβέρνηση θέτει υπό έλεγχο τις δραστηριότητες των πολυεθνικών μεταλλευτικών ομίλων και η Δύση δεν μπορεί να το αποδεχθεί.  Οι Φιλιππίνες θέτουν τις περιβαλλοντικές ανησυχίες τους πάνω από τα βραχυπρόθεσμα κέρδη. Για τα εκατομμύρια των αριστερών αγωνιστών εδώ στην Ινδονησία και σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία, ο Ντουτέρτε αποτελεί παράδειγμα».

Συνεπώς, βάσει της ιμπεριαλιστικής λογικής,  πρέπει να οργανωθεί επίθεση στις Φιλιππίνες, να αποσταθεροποιηθεί η χώρα και γενικά να γίνει ό,τι και στη Συρία. Η ανυπακοή τιμωρείται με θάνατο. Και πώς αλλιώς θα γίνει αυτό αν όχι με το πιο αποφασιστικό όπλο που χρησιμοποιεί η Δύση επί δεκαετίες; Με τις εξτρεμιστικές θρησκευτικές τρομοκρατικές ομάδες. Ποια είναι η πιο αποτελεσματική ομάδα μαχητών για να φέρει σε πέρας  αυτό τον δύσκολο σκοπό, αν όχι οι τζιχαντιστές από τις ομάδες που ήδη έχουν αποδειχθεί τόσο αποτελεσματικές και θανάσιμες σε τόπους όπως το Αφγανιστάν;

Τώρα πλέον, ουδείς από όσους είναι έστω και ελάχιστα πληροφορημένοι για το θέμα αμφιβάλλει ότι η Δύση κατά κύριο λόγο ενδιαφέρεται να διατηρήσει «επ’ άπειρον τη σύγκρουση» σε αρκετές περιοχές του κόσμου. Όπως ο καθηγητής Soleh παρατηρεί:

«Πιστεύω ότι όλα αυτά δεν γίνονται μόνο για να ‘αποσταθεροποιηθούν’ οι Φιλιππίνες, αλλά  και γιατί η χώρα έχει περιοχές εν δυνάμει συγκρούσεων που θα μπορούσαν να ‘καλλιεργηθούν’. Το πιο χαρακτηριστικό  παράδειγμα είναι το κυρίως μουσουλμανικό νησί Μιντανάο σε μια χώρα που είναι κατ’ εξοχήν καθολική. Όπως ξέρουμε, οι Φιλιππίνες εμπλέκονται επίσης στη διαμάχη για τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, και οι ΗΠΑ επιχειρούν να κυριαρχήσουν πλήρως σ’ αυτή την περιοχή…»

Ο πρόεδρος Ντουτέρτε διέπραξε ένα «ασυγχώρητο λάθος» στα μάτια της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου, προσπαθώντας να επιλύσει την εδαφική διαφορά με την Κίνα όσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά ήταν δυνατόν.

***

Ας επιστρέψουμε όμως το «εξπρές τζιχάντ». Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το υπόβαθρο:

Η ινδονησιακή τζιχαντιστική, σαλαφιστική ομάδα Darul Islam είχε ως σκοπό τη δημιουργία χαλιφάτου και στράφηκε ενάντια στο κοσμικό/σοσιαλιστικό κράτος επί προέδρου Σοεκάρνο τη δεκαετία του 1950 και του 1960. Αυτή η ομάδα έλεγε: «Η τρομοκρατία είναι halal –επιτρεπτή”.

Ο καθηγητής  Saleh  αποσαφηνίζει:

«Τελικά, το ινδονησιακό κράτος διέλυσε την ‘Darul Islam’, αλλά σύντομα δημιουργήθηκε ένα παρακλάδι της, η ‘Komando Jihad’».

Η Komando Jihad μετασχηματίστηκε αργότερα στην υπερεθνική  ομάδα της Νοτιοανατολικής Ασίας  Jamaah Islamiyah (με πνευματικό ηγέτη της τον  Abu Bakar Bashir). Η ομάδα αυτή διατηρεί ενεργούς δεσμούς και συνεργασία με την al-Qaeda και το  Ισλαμικό Μέτωπο Απελευθέρωσης Μόρο [Μιντανάο] στις Φιλιππίνες, για να ονοματίσουμε μόνο δύο θρησκευτικές ανταρτικές ομάδες.

«Μαχητές από την Komando Jihad πήγαν στο Αφγανιστάν. Ιδεολογικά ήταν σκληροπυρηνικοί σαλαφιστές, αλλά με δυτική υποστήριξη. Πήραν δυτική βοήθεια για να αποκτήσουν όπλα και άλλα βασικά μέσα. Σύμφωνα με τις επαφές μου στις ινδονησιακές μυστικές υπηρεσίες, οι ΗΠΑ στήριζαν αυτή τη διείσδυση της ‘Komando Jihad’ και άλλων στο Αφγανιστάν.  Γνωρίζω επίσης ότι ο διοικητής του ινδονησιακού  στρατού στη δεκαετία του 1980, στρατηγός Moerdani, υποστήριζε τους Ινδονήσιους και Αφγανούς τζιχαντιστές, προμηθεύοντάς τους με όπλα (συμπεριλαμβανομένων των AK-47’s).
Και πάλι βάσει των πηγών μου στις ινδονησιακές μυστικές υπηρεσίες, οι ΗΠΑ βοήθησαν άμεσα στην  ‘αναχώρηση’ Ινδονήσιων τζιχαντιστών για το Αφγανιστάν, υπό την κάλυψη ‘ομάδων ισλαμικών σπουδών’ και άλλων ‘κοινοτήτων’ και η διαδρομή που ακολουθήθηκε ήταν: Ινδονησία-Μαλαισία-Φιλιππίνες-Αφγανιστάν».

Αυτά τα γεγονότα δεν έχουν τύχει ευρείας δημοσιότητας, αλλά δεν θα εξέπλητταν κανέναν εξοικειωμένο με την ινδονησιακή ιστορία: μετά το βάναυσο, καθοδηγούμενο από τις ΗΠΑ στρατιωτικό/θρησκευτικό πραξικόπημα του 1965, η Ινδονησία μετατράπηκε ταχύτατα από μια αντιιμπεριαλιστική, διεθνιστική και προοδευτική χώρα στον πιο πιστό σύμμαχο της Δύσης σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία. Κυρίαρχη «ιδεολογία» του νέου φασιστικού φιλοδυτικού καθεστώτος με επικεφαλής τον στρατηγό Σουχάρτο έγινε ο «αντικομμουνισμός». Επί χρόνια οι κομμουνιστές καθώς και οι υποτιθέμενοι κομμουνιστές σφαγιάζονταν σε όλο το αρχιπέλαγος, ενώ ο κομμουνισμός ως ιδεολογία απαγορεύθηκε, όπως και η κινεζική γλώσσα και κουλτούρα, συμπεριλαμβανομένων των δράκων και των παιχνιδιών. Η αντικομμουνιστική προπαγάνδα έγινε το μοναδικό δείγμα «πνευματικής» τροφής. Η τέταρτη πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου υπέστη ολική αντιδραστική επαναρρύθμιση και έγινε μία από τις πιο «θρηκευόμενες» χώρες  — λίγα χρόνια αργότερα κατέρρευσε κοινωνικά και πνευματικά.

Στην Ινδονησία, οι κατηγορίες για «αθεϊσμό» χρησιμοποιήθηκαν ευρέως προκειμένου να προκαλέσουν αναταραχή και να ωθήσουν στον εξτρεμισμό χιλιάδες δυνητικά και ήδη υπάρχοντα στελέχη του τζιχάντ.  Η αντίθεση στον αθεϊσμό, ακόμη και στην εκκοσμίκευση, έγινε το σύνθημα συσπείρωσης εκείνων που ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον τελικό σκοπό και όνειρο – το χαλιφάτο.

Στο Αφγανιστάν, η Δύση έπαιξε το ίδιο «παιχνίδι»,  όπως στην Ινδονησία μετά το 1965 και αλλού,  στη διάρκεια της «σοβιετικής εποχής».  Είναι σαφές και προφανές ότι το ιμπεριαλιστικό σχέδιο που καταρτίστηκε στην Ουάσιγκτον και το Λονδίνο είχε αρκετές εκδοχές και εφαρμόστηκε επιτυχώς σε πολλές διαφορετικές χώρες.

Στην Καμπούλ, ο θρυλικός Αφγανός διανοούμενος , δρ Omara Khan Masoudi,  μου εξήγησε:

«Το μεγαλύτερο λάθος που έκανε η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν ήταν το ότι επιτέθηκε ευθέως στη θρησκεία. Εάν επέμενε αρχικά στα ίσα δικαιώματα και σιγά σιγά οδηγούσε προς τις αντιφάσεις της θρησκείας, πιθανώς θα είχε αποτέλεσμα … Αλλά άρχισαν να κατηγορούν τη θρησκεία για την καθυστέρηση της χώρας μας, στην πραγματικότητα για καθετί. Ή τουλάχιστον αυτή την ερμηνεία έδωσε ο συνασπισμός των εχθρών τους και βεβαίως η Δύση. Γιατί, όμως, η τρέχουσα δυτική εισβολή είναι τόσο ‘επιτυχής’; Γιατί υπάρχει τόσο μικρή πνευματική αντιπολίτευση; Κοιτάξτε το καθεστώς της Καμπούλ … Στη διάρκεια της διακυβέρνησής του, οι ΗΠΑ έπεισαν τους ανθρώπους ότι η δυτική εισβολή είναι ‘θετική’, ‘σέβεται τη θρησκεία και τις κουλτούρες τους’. Επαναλαμβάνουν συνεχώς ‘βάσει της τάδε και της δείνα σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών’  και πάλι ‘όπως αποφάσισαν τα Ηνωμένα Έθνη’. Χρησιμοποίησαν το ΝΑΤΟ, μια πολύ μεγάλη ομάδα χωρών, σαν ομπρέλα. Υπήρχε ένα ΄άκρως αποτελεσματικό’ πρωτόκολλο, το οποίο ανέπτυξαν … Σύμφωνα μ’ αυτό, δεν έκαναν τίποτε και ποτέ μονομερώς, αλλά πάντα με τη ΄διεθνή συναίνεση΄, προκειμένου να ‘βοηθήσουν τον αφγανικό λαό’. Από την άλλη, η Σοβιετική Ένωση δεν είχε ποτέ την ελάχιστη ευκαιρία να εξηγηθεί.  Δέχτηκε αμέσως επίθεση και σε όλα τα μέτωπα».

Στην πραγματικότητα, η Δύση πάντα χρησιμοποιούσε (και τελικά κατάφερε να εκτρέψει) το Ισλάμ. Ορισμένοι σπουδαίοι μουσουλμάνοι διανοητές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνάντησα στην Τεχεράνη, θεωρούν  ότι η Ουάσιγκτον, το Λονδίνο, το Παρίσι και άλλα κέντρα του δυτικού ιμπεριαλισμού και της νεοαποικιοκρατίας πέτυχαν, σε πολλά μέρη του κόσμου, να δημιουργήσουν μια εντελώς νέα και (για πολλούς αληθινούς και ευφυείς μουσουλμάνους) μη αναγνωρίσιμη θρησκεία.

***

Τα στελέχη του ινδονησιακού τζιχάντ που σκληραγωγήθηκαν στο Αφγανιστάν και εκπαιδεύτηκαν από Πακιστανούς τελικά επέστρεψαν στη χώρα τους. Εκεί «έπιασαν δουλειά», συμμετέχοντας σε λουτρά αίματος και σε δολοφονίες όπως αυτές στο νησί Άμπον  (περιοχή Μαλούκου) και στο  Πόσο (περιοχή Σουλαουέζι). Στο Άμπον, η σύγκρουση διήρκεσε από το 1999 μέχρι το 2002, 8.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ χιλιάδες και των δύο φύλων  υπέστησαν βάναυσα, χωρίς τη θέλησή τους, περιτομή και ακρωτηριάστηκαν γενετικά.  Στο Άμπον είδα τους τζιχαντιστές εν δράσει, να κόβουν μέχρι θανάτου ένα αθώο αγόρι, μπροστά στα μάτια ενός πλήθους περαστικών που επιδοκίμαζαν.  Αργότερα περιέγραψα αυτή τη φρίκη στο διήγημα «Σημείο χωρίς επιστροφή» (“Point of No Return”).

Τότε, ήξερα ελάχιστα για τα συμβάντα στα οποία υπήρξα μάρτυρας και προσπαθούσα να τεκμηριώσω. Μόνο πολύ αργότερα, στο Μπαντούγκ, τον Μάιο του 2017, οι Iman Soleh και  Antik Bintari  μου εξήγησαν:

«Το Πόσο και το Άμπον, αυτά είναι ο ‘αφγανικός κρίκος’». «Στη διάρκεια εκείνων των σφαγών, συμμετείχαν  ακόμη κάποιοι ‘παλιοί τζιχαντιστές’ της εποχής του Αφγανιστάν. Ωστόσο, συμμετείχαν επίσης κάποιοι ‘φρέσκοι’ μαχητές, πολλοί από τους οποίους εκπαιδεύονταν από τους Ινδονήσιους ‘Αφγανούς’. Το Πόσο και το ΄Αμπον στην πραγματικότητα έπαιξαν το ρόλο των πεδίων  εκπαίδευσης. Μετά από αυτά τα γεγονότα, αναδείχθηκε μια νέα γενιά τζιχαντιστών».

***

Το ίδιο βράδυ –πολύ αργά τη νύχτα— αφού είχα οδηγήσει στον απελπιστικά μποτιλιαρισμένο κεντρικό αυτοκινητόδρομο που ενώνει την Μπαντούγκ με την Τζακάρτα, συνάντησα τον κ. Farihin, δραστήριο μέλος της εκτός νόμου οργάνωσης “JI” (Jamaah Islamiyah), έναν άνθρωπο που είχε συναντήσει προσωπικά τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, που είχε πολεμήσει στην Πακτιά και σε άλλες επαρχίες του Αφγανιστάν, πρώην μουτζαχεντίν και αμετανόητο τζιχαντιστή.

Ήθελα πολύ να μάθω, να καταλάβω πώς σκέφτονταν οι «απόφοιτοι του Αφγανιστάν», πώς έβλεπαν τον κόσμο και ποιοι ήταν οι σκοποί τους.

Ο κ. Farihin ήταν όντως εντυπωσιακός άνθρωπος: ευθύς, δυνατός, αρρενωπός, περήφανος, πολύ ευγενικός και με σκέψη εξ ολοκλήρου προϊόν πλύσης εγκεφάλου…

Το μίσος του για τον κομμουνισμό ήταν απεριόριστο, επικό. «Έβλεπε» παντού κομμουνιστές: στη Συρία, στη σημερινή Ρωσία, ακόμη και στο Αφγανιστάν του Καρζάι [πρωθυπουργού] και του Γκάνι [προέδρου]. Οτιδήποτε έστω και ανεπαίσθητα κοσμικό, οτιδήποτε δεν ήταν το χαλιφάτο, ήταν «κομμουνιστικό» μέσα σ’ αυτόν τον απλοϊκό, αλλά αποφασισμένο νου.

Αρχίσαμε με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν:

«Συνάντησα τον Οσάμα φευγαλέα, το 1987 και το 1988, αλλά τότε δεν ήταν ‘ουλαμάς’. Χρηματοδοτούσε τους μουτζαχεντίν. Ήταν εργολάβος στην επαρχία Πακτιά και είχε τη βάση του βόρεια αυτής της επαρχίας, σε ένα αραβικό στρατόπεδο, βοηθούσε τους μουτζαχεντίν και κατασκεύαζε δρόμους. Αφού μπήκαν οι Σοβιετικοί στο Αφγανιστάν, οι άνθρωποι του Οσάμα σχημάτισαν ένα ‘συμβούλιο’, ήταν σαν μια σκιώδης κυβέρνηση των μουτζαχεντίν».

Ο κ. Farihin πήγε στο Αφγανιστάν το 1987. Στη συνέχεια η ομάδα του  NII (Negara Islam Indonesia – Ισλαμικό Κράτος της Ινδονησίας) έλαβε μια «πρόσκληση» από τους μουτζαχεντίν.

Τι τον ώθησε να πάει στο Αφγανιστάν;

«Σ’ όλη την Ινδονησία ακουγόταν ότι μια μουσουλμανική χώρα είχε δεχθεί επίθεση από τη Σοβιετική Ένωση. Η αρχική επιθυμία μου ήταν να πολεμήσω τη Σοβιετική Ένωση. Αρχικά δεν μου επέτρεψαν να πάρω μέρος στις μάχες και δεν με έστειλαν στο Αφγανιστάν, αλλά στο Πακιστάν. Με διέταξαν να σπουδάσω στην εκεί  Στρατιωτική Ακαδημία Etihad Islami. Κάποια στιγμή, όλοι οι ξένοι τζιχαντιστές έπρεπε να φύγουν από το Πακιστάν και έτσι πήγαμε κατευθείαν στο Αφγανιστάν. Στην επαρχία Πακτιά έστησαν ένα ολόκληρο στρατόπεδο για εμάς. Εκεί μας επιτέθηκαν οι Σοβιετικοί αρκετές φορές, επιτέθηκαν στο δικό μας και στο ‘αραβικό στρατόπεδο’. Χρησιμοποιήθηκαν μαχητικά MIG-21. Όμως τότε οι Ρώσοι είχαν ήδη αρχίσει να αποσύρονται. Αφού έφυγαν οι Σοβιετικοί, στο Αφγανιστάν κυβερνούσε ακόμη μια κομμουνιστική κυβέρνηση, έτσι πολεμήσαμε και αυτήν. Ήμουν έτοιμος να πολεμήσω: πρώτα απ’ όλα τους Σοβιετικούς, παρά εκείνες τις κομμουνιστικές αφγανικές κυβερνήσεις. Στο Πακιστάν, είδα Ρώσους αιχμαλώτους, πιλότους, δεμένους με χειροπέδες. Δεν τους φοβόμουν».

Παρατήρησα αμέσως ότι ο κ.  Farihin δεν ένιωθε περηφάνια που την ομάδα του και γενικά τους μουτζαχεντίν τους υποστήριζαν οι ΗΠΑ και οι άλλες δυτικές χώρες. Επαναλάμβανε ότι δεν «είδε» άμεση αμερικανική ανάμειξη στη βοήθεια, ότι τα εφόδια έρχονταν από το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και άλλες μουσουλμανικές χώρες. Γι’ αυτόν, ήταν ουσιώδες να φανεί η μάχη του στο Αφγανιστάν σαν «καθαρός» πανισλαμικός αγώνας.

Δεν ήμουν εκεί για να του αντιπαρατεθώ, αλλά για να ακούσω.

Μίλησε για τα μέτωπα στα οποία είχε πολεμήσει: στη Νανγκαράρ και την Τζαλαλαμπάντ, μεταξύ άλλων:

«Πήγαινα κατά σειρά σε διάφορα μέτωπα. Ο πόλεμος , οι μάχες ήταν ‘μεθοδικές’».

«Ποιος, όμως, ήταν ο στόχος;» ρώτησα.

Δεν δίστασε καθόλου να απαντήσει.

«Ο στόχος ήταν απλός: θέλαμε να εμποδίσουμε να γίνει αποδεκτή στο Αφγανιστάν η κομμουνιστική ιδεολογία».

Πόσα ήξερε για τον κομμουνισμό;

«Στην πραγματικότητα, οι γνώσεις μου γι’ αυτόν ήταν πολύ ρηχές. Κανένα πρόβλημα: ήμαστε πολεμικές μηχανές για τους μουτζαχεντίν. Μας είπαν ότι οι κομμουνιστές δεν πιστεύουν στον Θεό και ότι υποστηρίζουν το κοσμικό κράτος».

Αναρωτήθηκα αν γνώριζαν οτιδήποτε για το βελτιωμένο ιατρικό σύστημα, για την εκπαίδευση, για τη δημόσια παροχή στέγης, μεταφορών, αγαθών του πολιτισμού…

«Ξέρω πως ό,τι έκαναν οι κομμουνιστές ήταν καλό … Αλλά επειδή πίστευαν στον κομμουνισμό και το σοσιαλισμό, δεν ήταν ορθό, ήταν ‘haram’ [απαγορευμένο]. Εκείνο που μετρούσε ήταν ο όρκος μας στον Θεό. Από την άποψη της σημασίας, ο Θεός είναι το υπ’ αριθμόν ένα, και μετά έρχεται ο κόσμος των ανθρώπων».

Τον ρώτησα πώς βλέπει το σημερινό Αφγανιστάν.

«Όσο η κυβέρνησή του είναι κομμουνιστική, θα την πολεμάμε … Προσεύχομαι να νικήσουν οι Ταλιμπάν».

Προς στιγμήν νόμισα ότι παρανόησα: η κυβέρνηση του Αφγανιστάν είναι κομμουνιστική; Δεν ξέρει τίποτε για τις ΗΠΑ, για τη δυτική κατοχή;

«Ναι, αλλά οι ΗΠΑ πήγαν στο Αφγανιστάν για να πολεμήσουν τους Ταλιμπάν, όχι τον κομμουνισμό. Η κυβέρνηση είναι ακόμη κομμουνιστική, μαριονέτα της Ρωσίας».

Άλλαξα θέμα γρήγορα, αλλά τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν. Τον ρώτησα για τη Συρία και για το Ιράκ. Απάντησε ευγενικά:

«Εκπαιδεύω, εκπαιδεύουμε εθελοντές που είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν στη Συρία. Η Συρία δεν είναι μόνο κομμουνιστική, ξέρετε –Άσαντ και Ρώσοι–, αλλά και σιιτική».

Στη σημερινή Ινδονησία το να είσαι σιίτης είναι μεγάλο έγκλημα. Άνθρωποι δολοφονούνται, εξορίζονται και τρομοκρατούνται επειδή είναι σιίτες. Έγινα μάρτυρας σε ένα τέτοιο γεγονός, στο νησί Μαντούρα.

«Οι ‘απόφοιτοι του Αφγανιστάν’ εκπαιδεύουν, ιδεολογικά και στρατιωτικά,  μαχητές που είναι πρόθυμοι να πάνε στο εξωτερικό. Δεν είμαι σίγουρος αν το γνωρίζει η κυβέρνηση. Ίσως το γνωρίζουν οι μυστικές υπηρεσίες.  Στην εποχή του Σουχάρτο, υποστηριζόταν η μάχη εναντίον του κομμουνισμού. Είδα μέλη των ινδονησιακών μυστικών υπηρεσιών να αναπτύσσονται στα στρατόπεδα Αφγανών προσφύγων  στην Πεσαβάρ του Πακιστάν. Η πακιστανική μυστική υπηρεσία μάς είπε ότι η ινδονησιακή μυστική υπηρεσία διεξήγε επιχειρήσεις στην περιοχή.  Τότε, η Ινδονησία υποστήριζε τους μουτζαχεντίν και έτσι παίρναμε κάποια εφόδια απ’ αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων. Τότε, η Ινδονησία και το Πακιστάν είχαν θερμές φιλικές σχέσεις. Η πακιστανική μυστική υπηρεσία έκανε τη ζωή μας πολύ εύκολη: πηγαινοερχόμαστε ελεύθερα  μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν μέσω των συνόρων, ενώ σε αμάχους αυτό δεν επιτρεπόταν…»

Και ποια ήταν η αμοιβή; Ασφαλώς οι τζιχαντιστές δεν πολεμούσαν δωρεάν.

Η χαμηλότερη αμοιβή ήταν 150 δολάρια το μήνα, πολλά χρήματα για τη φτωχή Ινδονησία στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι αξιωματικοί έπαιρναν από 300 ως 400 δολάρια.

Πριν χωριστούμε, μιλήσαμε για το Αφγανιστάν, ως χώρα. Θυμήθηκε με συγκίνηση:

«Μου αρέσει αυτή η χώρα. Είναι όμορφη. Μου άρεσε η θρησκευτική ζωή εκεί. Οι Αφγανοί μας φέρονταν πολύ ευγενικά, μας μεταχειρίζονταν σαν φιλοξενούμενους … Μας πρότειναν επίσης  να παντρευτούμε γυναίκες τους, αλλά εκεί η τιμή της νύφης  ήταν πολύ υψηλή.  Κάποιες γυναίκες  είχαν γαλάζια μάτια και θέλαμε πολύ να τις παντρευτούμε, αλλά δεν είχαμε την οικονομική άνεση με τους μέτριους ‘μισθούς’ μας».

Του λείπει το Αφγανιστάν;

«Ναι».

«Και εμένα», ένευσα. «Αλλά θα ξαναπάω σύντομα».

Δεν αγκαλιαστήκαμε. Ήδη είχε καταλάβει ότι ανήκαμε στις αντίθετες πλευρές του οδοφράγματος και ότι πιθανώς ήμαστε μεγάλοι εχθροί μεταξύ μας. Αλλά μέχρι να χωριστούμε, παραμείναμε ευγενικοί, πολύ ευγενικοί: κατά τα αφγανικά ήθη.

***

«Οι τζιχαντιστές στην Ινδονησία εναντίον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού; Ο, όχι, με κανέναν τρόπο», λέει χαμογελώντας η Dina Y. Sulaeman, μια Ινδονήσια πολιτική αναλύτρια, συγγραφέας του βιβλίου «Χιόνια στο Χαλέπι» ( “Salju Di Aleppo” ):

«Ο τζιχάντ στον οποίο θέλουν να συμμετέχουν οι Ινδονήσιοι βασίζεται στο μίσος… Στο βιβλίο μου εξηγώ πως οι Ινδονήσιοι πολεμιστές στη Συρία συνδέονται με αρκετές οργανώσεις: ‘Ikhwanul Muslimin’, ‘Hizbut Tahrir’ και Al Qaeda/ISIS.  Δυστυχώς, αυτές οι οργανώσεις έχουν υποστηρικτές στην Ινδονησία. Αυτοί διασπείρουν ψεύτικες φωτογραφίες και βίντεο για τη Συρία, προκειμένου να δημιουργήσουν συμπόνια, ακόμη και θυμό στον ινδονησιακό λαό ώστε να δώσει χρήματα ή και να συμμετάσχει στον τζιχάντ.  Γι’ αυτούς είναι μια καλή δοσοληψία. Διεξάγουν «ιερό πόλεμο», θα πάνε στον παράδεισο και επιπλέον πληρώνονται. Κατηγορούν τον Άσαντ ότι είναι ‘άπιστος’. Αυτό είναι το σύνθημα για τη συσπείρωσή τους».

«Η ‘κάλυψη’ από τα ινδονησιακά ΜΜΕ απλώς μεταφράζει όσα λένε τα δυτικά ΜΜΕ: το CNN, το BBC και άλλα…. Αν όχι αυτά, το Al-Jazeera που συχνά είναι χειρότερο … Το αποτέλεσμα είναι οι Ινδονήσιοι να ‘ανησυχούν πολύ’ για τη Συρία. Βεβαίως, στα βιβλία μου προσπαθώ να διορθώσω αυτές τις λανθασμένες απόψεις, αλλά ο μηχανισμός προπαγάνδας είναι πολύ ισχυρός».

«Όπως στο Αφγανιστάν», πρόσθεσα.

Νωρίτερα είχα ρωτήσει τον Noor Huda Ismail:

“Ωστόσο, οι ‘απόφοιτοι του Αφγανιστάν’ και οι οπαδοί του ISIS δεν νιώθουν,  αναγκαία, αμοιβαία συμπάθεια, έτσι δεν είναι;»

Ο Huda ένευσε καταφατικά, αλλά πρόσθεσε:

«Η Al-Qaeda και το  ISIS δεν τα πάνε καλά μαζί. Οι περισσότεροι μαχητές που υποστηρίζουν το ISIS συγκεντρώνονταν στο ίδιο τζαμί. Χρησιμοποιούν τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Ίσως οι ‘απόφοιτοι του Αφγανιστάν’ και οι υποστηρικτές του ISIS να μην νιώθουν αμοιβαία συμπάθεια, αλλά μοιράζονται την ίδια ιδεολογία, που είναι να ανατρέψουν και να αμφισβητήσουν τα εκκοσμικευμένα συστήματα».

«Και στην Ινδονησία;»

«Ναι, και στην Ινδονησία»

Το «εξπρές τζιχάντ» τρέχει τώρα και πάλι με ταχύτητα. Και η μία χώρα μετά την άλλη κομματιάζεται κάτω από τους ανελέητους τροχούς του.

Όσοι νομίζουν ότι γίνονται «όλα για το πετρέλαιο» κάνουν λάθος. Βεβαίως, η Δύση προσπαθεί να ελέγξει, πλήρως και με θηριωδίες, όλες αυτές τις κινήσεις στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική , στο Ιράν και στο Αφγανιστάν. Αλλά δεν σταματά σ’ αυτό: τζιχαντιστικές ομάδες, που δημιουργήθηκαν από τη Δύση και τους συμμάχους της του Περσικού Κόλπου, χρησιμοποιήθηκαν για να αποσταθεροποιήσουν τους δύο μεγαλύτερους αντιπάλους της Δύσης: τη Ρωσία και την Κίνα.

Η Σοβιετική Ένωση ξεγελάστηκε και εισήλθε στο Αφγανιστάν το 1979, και στη συνέχεια καταστράφηκε βάρβαρα. Το ίδιο το Αφγανιστάν στην πορεία «θυσιάστηκε», οι κοινωνικές δομές του κατέρρευσαν και οι ελπίδες που είχε ο λαός του στραγγαλίστηκαν. Η Κίνα υποφέρει σήμερα από τις επιχειρήσεις αρκετών μουσουλμανικών τρομοκρατικών ομάδων και από άλλα θρησκευτικά εμφυτεύματα, που όλα ανεξαιρέτως υποστηρίζονται από τη Δύση.

Το πιο πιθανό είναι να αποτελέσουν οι Φιλιππίνες το επόμενο «μέτωπο». Αυτή η δραστηριότητα υπήρχε επί χρόνια και δεκαετίες στο Σούλου, στην αυτόνομη μουσουλμανική περιοχή του Μιντανάο, και αλλού, αλλά καθώς αυτό το κείμενο πάει για τύπωμα τα πράγματα επιδεινώνονται.

Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας σε μέρη όπως η Συρία και το Αφγανιστάν ήταν και θα είναι όλο και περισσότερο ένας από τους βασικούς στόχους της εξωτερικής πολιτικής του Πεκίνου και της Μόσχας, προκειμένου να βοηθήσουν τις χώρες που πολιορκούνται και να αποτρέψουν το να γίνουν πεδία εκπαίδευσης των «αντικομμουνιστικών» και αντι-κοσμικών, θρησκευτικών, τρομοκρατικών στρατών.

Πηγή: Global Research

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου