Άρθρα

Η Οικονομική Βάση του Σύγχρονου Ιμπεριαλισμού | Εκδήλωση

Το ΙΚΕ Δημήτρης Μπάτσης διοργανώνει την τηλε-εκδήλωση με τίτλο: «Η Οικονομική Βάση του Σύγχρονου Ιμπεριαλισμού»η οποία θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 18 Μαΐου 2022, ώρα 19:00.

Εισηγητής στην εκδήλωση θα είναι ο Κώστας ΛαπαβίτσαςΚαθηγητής ΟικονομικώνSchool of Oriental and African Studies, University of London, UKκαι The New School, NYC, USA.

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Ιωάννης Θεοδοσίου, Καθηγητής Οικονομικών, University of AberdeenUΚ, και Αντιπρόεδρος του ΙΚΕ Δημήτρης Μπάτσης.

Για την παρακολούθηση και τη συμμετοχή στη ζωντανή τηλε-συζήτηση που θα ακολουθήσει, επιλέξτε τον ακόλουθο σύνδεσμο zoom:

https://authgr.zoom.us/j/92153714117?pwd=M1ZvbnZ2ek13ZE02YjhCWlBnTUQvUT09  

Meeting ID: 921 5371 4117

Passcode: 189127

Η παρακολούθηση της τηλε-εκδήλωσης είναι ελεύθερη.

Η διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και η Ουκρανία

Αναδημοσιεύουμε τον Πρόλογο και το Πρώτο κεφάλαιο από το βιβλίο του Βασίλη Λιόση «Η διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και η Ουκρανία». Πρόκειται για μια επισκόπηση των δεξαμενών σκέψης και των πρακτικών των αμερικανικών κυβερνήσεων διαχρονικά, με έμφαση στη σύγχρονη περίοδο.

Ολόκληρο το βιβλίο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Πρόλογος

Η Ουκρανία αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα που έχουν προκύψει συνολικά στον 20ο και 21ο αιώνα. Μία βασική παράμετρος του πολέμου σήμερα είναι ο αμερικανικός παράγοντας (και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;). Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι μία ανασκόπηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από τότε που οι ΗΠΑ έγιναν η πρώτη ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο, φτάνοντας στο σήμερα. Δεν θα αποφύγουμε, βεβαίως, μία μικρή έστω αναφορά και για την πριν τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο Αμερική. Ειδικά για την τωρινή φάση θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τη στάση της αμερικανικής πλευράς στο ουκρανικό. Σε ένα μικρό κείμενο για ένα τόσο τεράστιο θέμα είναι αυτόδηλο πως δεν μπορούν να καλυφθούν όλες οι πλευρές του ζητήματος και με μία σχετική πληρότητα. Θα επιχειρήσουμε ευσύνοπτα να περιγράψουμε την πορεία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ μέσα από την παγκόσμια οικονομική της πολιτική, τις διαφορετικές προσεγγίσεις διανοητών και δεξαμενών σκέψης, τις πολιτικές που εφάρμοσαν οι πρόεδροι των ΗΠΑ.

Α. Οι θεωρητικές σχολές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική

Τα αμερικανικά think tank (δεξαμενές σκέψης) και οι Αμερικανοί διανοούμενοι που ασχολούνταν μεταπολεμικά με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν είχαν ενιαία γραμμή.

Τη δεκαετία του 1970 οι Σοβιετικοί επιστήμονες διέκριναν στην αμερικανική σκέψη δυο βασικές σχολές: τη Σχολή του «πολιτικού ρεαλισμού» και τη Σχολή του «πολιτικού ιδεαλισμού» με την κάθε ομάδα να έχει τις υποδιαιρέσεις της. Ηγετική θέση κατείχε η πρώτη Σχολή. Με βάση το φιλοσοφικό της υπόβαθρο η πάλη των ανθρώπων για τη δύναμη είναι ο καθοριστικός παράγοντας της κοινωνικής ανάπτυξης γενικώς και των πολιτικών σχέσεων ειδικώς. Επιπλέον, η Σχολή αυτή απολυτοποιούσε τον ρόλο της υποκειμενικής δραστηριότητας των ανθρώπων αγνοώντας τους αντικειμενικούς νόμους εξέλιξης. Η επιρροή του Τόμας Χομπς είναι φανερή σε αυτή τη Σχολή. Οι εκπρόσωποι της Σχολής κατέληγαν στην απόλυτη σχετικότητα της ηθικής κι επί της ουσίας απέρριπταν την ύπαρξη ηθικών κανόνων. Η έλλειψη ηθικών προταγμάτων απελευθέρωνε με αυτό τον τρόπο την ιμπεριαλιστική πολιτική από τους όποιους ενδοιασμούς. Η Σχολή των «ρεαλιστών» ήκμασε στις ΗΠΑ μεταπολεμικά και γκουρού της τάσης θεωρείται ο Ράινγκολντ Νιμπούρ.

Η γεωπολιτική είναι μία σημαντική παράμετρος της ρεαλιστικής Σχολής. Τη μεγαλύτερη θεωρητική συνεισφορά σε αυτόν τον τομέα την έδωσε ο Τελσκ Νίκολας Σπάικμαν, ο οποίος έγραφε: «Ο δημόσιος άντρας, ο υπεύθυνος για την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής, μπορεί να ενδιαφέρεται για αξίες, όπως το δίκαιο, η τιμιότητα και η επιείκεια, μόνο στο βαθμό που βοηθούν ή δεν εμποδίζουν την απόκτηση δύναμης. Οι αξίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ηθική δικαίωση των επιδιώξεων απόκτησης δύναμης, πρέπει όμως να απορριφθούν αμέσως μόλις η εφαρμογή τους θα αρχίσει να επιφέρει αδυναμία. Η επιδίωξη της δύναμης δεν γίνεται προς το συμφέρον της κατάκτησης ηθικών αξιών. Οι ηθικές αξίες χρησιμοποιούνται σαν στήριγμα για την απόκτηση δύναμης».[i] Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με τη συμπύκνωση της αρχής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Ο Τζορτζ Κέναν, τυπικός εκπρόσωπος της Σχολής, ήταν καθοδηγητής του τμήματος σχεδίασης της πολιτικής του υπουργείου εξωτερικών στα 1947- 1949 και πήρε μέρος στην επεξεργασία του δόγματος Τρούμαν και του σχεδίου Μάρσαλ. Όμως, ο Κέναν έγινε γνωστός ως ο δημιουργός της «στρατηγικής της ανάσχεσης». Με βάση αυτή τη στρατηγική πρότεινε οι ΗΠΑ να έχουν μία μακροπρόθεσμη, υπομονετική αλλά σταθερή και άγρυπνη ανάσχεση των «ρωσικών επεκτατικών τάσεων». Η στρατηγική της ανάσχεσης εφαρμόστηκε με συνέπεια από την κυβέρνηση Τρούμαν επιδεινώνοντας τις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ.

Φυσικά, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρουμε έναν γκουρού της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, τον γνωστό Χένρι Κίσιντζερ. Ο Κίσιντζερ προέβαλε τη «θεωρία του περιορισμένου πολέμου» ως μία ορθολογική μέθοδο χρησιμοποίησης από τις ΗΠΑ της στρατιωτικής τους δύναμης. Σε μία επόμενη φάση της σκέψης του ο Κίσιντζερ απέκτησε μια πιο ήπια και ρεαλιστική σκέψη.[ii] Στη συνέχεια του βιβλίου θα αναφερθούμε αρκετές φορές στις κατά καιρούς παρεμβάσεις του.

Μία ακόμη εκπρόσωπος αυτής της Σχολής, η Δ. Γκρέιμπερ, έγραφε για την αμερικανική ηγεμονία με καθαρότητα: «Μιλώντας με πιο απλή γλώσσα, το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ […] απαιτεί να έχουν οι ΗΠΑ την πολιτική ηγεμονία στο Δυτικό ημισφαίριο. Αυτή η κυριαρχία θα έμπαινε κάτω από απειλή, αν η Ευρώπη ή η Ασία έπεφταν κάτω από τον έλεγχο μιας δύναμης ή ομάδας δυνάμεων, που θα αποδέχονταν αρκετά ισχυρές για να επιτεθούν εναντίον των ΗΠΑ με τις δικές τους δυνάμεις ή με τη βοήθεια άλλων χωρών του Δυτικού Ημισφαιρίου».[iii]

Ο Χανς Μοργκεντάου, μάλλον σε αντίθετη κατεύθυνση από την Γκρέιμπερ, προειδοποιούσε επίμονα τους ηγέτες της Αμερικής ότι η μετατροπή της ωμής στρατιωτικής δύναμης στο άλφα και στο ωμέγα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, θα προξενήσει σοβαρή βλάβη στα συμφέροντα της χώρας.[iv]

Η άλλη Σχολή αυτή του πολιτικού ιδεαλισμού υποστήριζε τη σύνδεση της πολιτικής θεωρίας με τις ηθικές αξίες που υποτίθεται ότι υπερισχύουν των εθνικών εγωιστικών συμφερόντων. Η οσμή των χριστιανικών κωδίκων ηθικής είναι φανερή σε αυτή τη Σχολή. Θα περίμενε κανείς ότι η παραπάνω βασική αρχή αυτής της Σχολής, η σύνδεση δηλαδή της πολιτικής με ηθικές αξίες, θα οδηγούσε τους εκπροσώπους της σε κριτική της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Για παράδειγμα, εφευρέθηκαν όροι όπως «εθνική διάθεση» για να δικαιολογήσουν την αρπακτική πολιτική των επεκτάσεων. Μπορεί κάποιοι εκπρόσωποι της Σχολής όπως ο Ντέκστερ Πέρκινς να τάσσονταν εναντίον των αμερικανικών επεμβάσεων, ωστόσο δικαιολογούσαν συχνά τις όποιες επιθετικές ενέργειες. Ο Πέρκινς δεν αφήνει αμφιβολίες: «Ο αμερικανικός λαός δεν μπορεί να παραμένει απαθής για αυτά που συμβαίνουν στις άλλες περιοχές του κόσμου. Και τώρα πια είναι καιρός να καταλάβουμε, ότι το να σκεφτούμε διαφορετικά σημαίνει ότι σκεπτόμαστε με καθαρά θεωρητικό τρόπο. Δεν πρέπει να φιλονικούμε και ούτε πρέπει να εξηγήσουμε τίποτα. Είναι ξεκάθαρο και αναπόφευκτο το γεγονός, ότι οι Αμερικανοί αισθάνονται ευθύνη για ό,τι συμβαίνει πέρα από τα σύνορά της. Συζητήσιμο είναι μόνον το πρόβλημα με ποια μέσα πρέπει να ανταποκριθούν σε αυτή την ευθύνη». Για τον Πέρκινς η παραμονή αμερικανικών στρατευμάτων σε ξένα εδάφη παρουσιάζονται ως νόμιμες και ηθικές ενέργειες.[v]

Βέβαια ανάμεσα στις δυο σχολές, αυτή του πολιτικού ρεαλισμού και του πολιτικού ιδεαλισμού, υπήρχε ένας κοινός παρονομαστής: ο αντικομμουνισμός.

Τη δεκαετία του 1990, δηλαδή στη λεγόμενη μεταψυχροπολεμική περίοδο, καταγράφηκαν τρεις σχολές σκέψης στα αμερικανικά δεδομένα. Η κυρίαρχη τάση ήταν ο ουιλσονισμός. Με βάση αυτή την τάση ο Κλίντον έπρεπε να αξιοποιήσει την ηγεμονική θέση των ΗΠΑ στον διεθνή καταμερισμό ισχύος ώστε να προωθήσει τον φιλελεύθερο ιδεαλισμό του Ουίλσον. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους της Σχολής απαιτείτο η εδραίωση της δημοκρατίας σε παγκόσμιο επίπεδο κάτι που θα εξασφάλιζε την απουσία συγκρούσεων, την εξάπλωση του ελεύθερου εμπορίου, τη συλλογική ασφάλεια μέσω πολυμερών θεσμών. Θα λέγαμε ότι αυτή η Σχολή ήταν απόγονος της Σχολής του πολιτικού ιδεαλισμού, ωστόσο υπήρχε η τάση για διαχωρισμό των κρατών σε «καλά» και «κακά». Αυτό το τελευταίο στοιχείο ήταν και η κατάλληλη ιδεολογική επένδυση για πολλές επεμβάσεις σε άλλα κράτη.

Η δεύτερη τάση ήταν αυτή του τζακσονισμού, μία τάση που πρέσβευε την απεμπλοκή των ΗΠΑ από τις πολυμερείς δεσμεύσεις. Πρόκειται για μία γραμμή που έβρισκε ευήκοα ώτα κυρίως στο ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Η τρίτη Σχολή, αυτή των ρεαλιστών, δεν αντιτιθόταν στις πολυμερείς δεσμεύσεις των ΗΠΑ, επιδίωκαν όμως να τις αξιοποιήσουν προς όφελος των ΗΠΑ.[vi]

Τα τελευταία χρόνια οι δυο πιο επιφανείς Αμερικανοί θεωρητικοί με διαφορετικές προσεγγίσεις υπήρξαν αναμφίβολα ο Μπρεζίνσκι και ο Κίσιντζερ. Ο πρώτος εκφράζει τη σκληρή εκδοχή της αμερικανικής πολιτικής ενώ ο δεύτερος μια πιο ήπια και ρεαλιστική προσέγγιση, αντιλαμβανόμενος τα όρια που υπάρχουν.

Ο Μπρεζίνσκι, ένας εκ των βασικών θεωρητικών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, στο γνωστό του έργο Η Μεγάλη Σκακιέρα το 1997, διατυπώνει το δόγμα του που εμπεριέχει τρεις άξονες. Κατά τον Μπρεζίνσκι, α) δεν πρέπει να ανασυσταθεί η ΕΣΣΔ, β) θα πρέπει Ρωσία και Κίνα να απομονωθούν μέσω του ελέγχου των ενεργειακών πηγών της Ασίας και της Μέσης Ανατολής, γ) πρέπει να επεκταθεί η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς. Όσον αφορά τον τελευταίο άξονα η επιταγή του Μπρεζίνσκι υλοποιήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό.[vii]

Ο Μπρεζίνσκι θεωρεί πως η Αμερική προκειμένου να εξασφαλίσει τη ηγεμονία της πρέπει να θέσει ως βασικούς στόχους: τη διατήρηση της κυρίαρχης θέσης της για μία τουλάχιστον γενιά, τη δημιουργία ενός γεωπολιτικού πλαισίου ικανού να απορροφήσει τους αναπόφευκτους κλονισμούς κι εντάσεις της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής, την απόκρουση της διεθνούς αναρχίας και την παρεμπόδιση εμφάνισης μιας ανταγωνιστικής στις ΗΠΑ δύναμης.[viii] Η δεύτερη ανάγνωση των συνταγών Μπρεζίνσκι αναδεικνύει μία επιθετική πολιτική των ΗΠΑ ανεξάρτητα από τους φραστικούς ελιγμούς.

Σε άλλο μήκος κύματος αναπτύχθηκε η ανάλυση της λεγόμενης αλεπούς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, του Χένρι Κίσιντζερ. Λίγο μετά τη Μεγάλη Σκακιέρα του Μπρεζίνσκι, δημοσιεύει το βιβλίο του υπό τον τίτλο ΗΠΑ, αυτοκρατορία ή ηγετική δύναμη;, προϊδεάζοντας ήδη από αυτόν τον τίτλο την απάντησή του. Έγραφε, χαρακτηριστικά:

«Εκείνο που σε τελική ανάλυση έχει σημασία είναι με ποιο τρόπο η Αμερική αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Παρόλο που δεν έχει αυτοκρατορικές φιλοδοξίες και δεν διαθέτει τη δομή μιας αυτοκρατορίας, θεωρείται, παρά τις διαμαρτυρίες της για την καλή της προαίρεση, σε πολλά μέρη του πλανήτη υπεροπτική και δεσποτική- δηλαδή, αυτοκρατορική. […]

»Όσο ανιδιοτελείς και αν θεωρεί η Αμερική τους στόχους της, η κατηγορηματική επιμονή στην πρωτοκαθεδρία της θα ενώσει βαθμιαία όλο τον πλανήτη εναντίον της και θα την υποχρεώσει να επιβάλει τις απόψεις της, με συνέπεια να απομονωθεί και να εξαντληθούν οι πόροι της.

»Ο δρόμος μιας χώρας προς την αυτοκρατορία οδηγεί στην εσωτερική της παρακμή, επειδή η αξίωση της παντοδυναμίας διαβρώνει την αυτοσυγκράτηση στο εσωτερικό της. Καμία αυτοκρατορία δεν αποφεύγει τον δρόμο προς τον καισαρισμό […]»[ix].

Ένα ερώτημα που ανακύπτει από την εξέταση των διαφορετικών ρευμάτων των αμερικανικών think tank είναι τούτο: επηρέασαν και σε τι βαθμό την αμερικανική εξωτερική πολιτική στην πράξη; Και αν ναι σε τι βαθμό και με ποιο τρόπο; Με άλλα λόγια επρόκειτο και πρόκειται για στείρους ακαδημαϊσμούς που απλώς αναδεικνύουν μία αγεφύρωτη διάστασης θεωρίας και πράξης ή μήπως όχι; Το ερώτημα αυτό το πραγματεύεται ο John Mearsheimer (Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και μελετητής διεθνών σχέσεων, ο οποίος ανήκει στη ρεαλιστική σχολή σκέψης και ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τον Paul Kennedy ως σύγχρονος Μακιαβέλι) στο βιβλίο του Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Προκειμένου, λοιπόν, να απαντήσει παραθέτει μία ρήση του Paul Nitze, ενός εξέχοντα, όπως τον χαρακτηρίζει, διαμορφωτή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Σύμφωνα με τον Nitze «Τα περισσότερα από αυτά που γράφτηκαν και διδάχτηκαν υπό την επικεφαλίδα της “πολιτικής επιστήμης” από Αμερικανούς ως το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και μετά είχαν … περιορισμένη αξία, αν δεν ήταν και αντιπαραγωγικά, ως οδηγός της πρακτικής διεξαγωγής πολιτικής». Ο Mearsheimer μιλά για αυτή την προσέγγιση με βάση την οποία οι διαμορφωτές πολιτικής θα πρέπει να βασίζονται στην κοινή λογική, τη διαίσθηση και την πρακτική εμπειρία για να εκτελούν τα καθήκοντά τους. Όμως ο Mearsheimer παίρνει θέση και δεν συμφωνεί με αυτή την άποψη λέγοντας: «Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη. Στην πραγματικότητα, κανείς μας δεν θα μπορούσε να καταλάβει τον κόσμο στον οποίο ζούμε ή δεν θα μπορούσε να πάρει έξυπνες αποφάσεις χωρίς θεωρίες. Πράγματι, όλοι όσοι μελετούν και διεξάγουν διεθνή πολιτική βασίζονται σε θεωρίες προκειμένου να κατανοήσουν τον περίγυρό τους».[x]

Πέρα από κάθε αμφιβολία όλα τα δόγματα, οι τακτικές και στρατηγικές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας εδράζονται σε κάποια από τις σχολές σκέψεις που αναφέραμε. Θα δούμε παρακάτω μία κωδικοποίηση πολιτικών και δογμάτων που μετήλθε το αμερικανικό κατεστημένο κυρίως από τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου κι εντεύθεν.


[i] Αναφέρεται στο: Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ-Ινστιτούτο Γενικής Ιστορίας, Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ (με βάση την αμερικανική ιστοριογραφία), σελ. 95, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1975.

[ii] Ό.π., σελ. 55

[iii] Ό.π., σελ. 104

[iv] Ό.π., σελ. 32.

[v] Ό.π., σελ.. 140-141

[vi] Παπασωτηρίου Χαράλαμπος, Αμερικανικό πολιτικό σύστημα και εξωτερική πολιτική: 1945- 2002, σελ. 391-393, εκδ. Ποιότητα, 2002.

[vii] Βλέπε σε διάφορα σημεία Brezinski Zbigniew, Η Μεγάλη Σκακιέρα, εκδ. Νέα Σύνορα Λιβάνη, 1998.

[viii] Βλέπε αναλυτικότερα ό.π., σελ. 367-369.

[ix] Kissinger Henry, ΗΠΑ, Αυτοκρατορία ή ηγετική δύναμη;, σελ. 448-449, εκδ. Λιβάνη, 2002.

[x] Mearsheimer John, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, σελ. 35-36, εκδ. Ποιότητα, 2006.

Η Ουκρανία, τα Νησιά του Σολομώντα, και τα δύο μέτρα και δύο σταθμά

Πριν αλέκτωρα φωνήσαι, ούτε δύο μήνες από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ίδια Δύση που έσκιζε ως Καϊάφας τα ιμάτιά της για το δικαίωμα της Ουκρανίας στην αυτοδιάθεση, τώρα βλέπει «κόκκινες γραμμές» και αιτίες σύγκρουσης στη συνεργασία δύο ανεξαρτήτων κρατών, γιατί το ένα είναι η Κίνα.

Ένας από τους λόγους της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, όπως τη δικαιολόγησε το Κρεμλίνο, ήταν η ανάπτυξη ΝΑΤΟικών βάσεων στα σύνορα Ουκρανίας – Ρωσίας και οι δηλώσεις του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκυ, περί επιστροφής της χώρας στα πυρηνικά. 

Οι θέσεις του Κρεμλίνου επ’ αυτού καταδικάστηκαν μαζικά: δημοσιεύματα επί δημοσιευμάτων μας έλεγαν πως κανείς δεν έχει δικαίωμα να υπαγορεύει σε ένα ανεξάρτητο κράτος πως θα αμυνθεί, σε ποιούς διεθνείς οργανισμούς θα ενταχθεί και ποιές συνεργασίες θα έχει. Με βάση το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ουκρανίας, οι δικαιολογίες της Ρωσίας ήταν απαράδεκτες, μας δίδασκαν. Και σωστά μας δίδασκαν, αλλά λόγο δεν κρατούσαν. 

Ήρθε η συμφωνία της Κίνας με τα Νησιά του Σολομώντα για να καταπέσει ως πύργος από τραπουλόχαρτα το δυτικό αφήγημα. Είχε προηγηθεί και η τουρκική εισβολή στο Ιράκ, αλλά ποιός να τον πειράξει τώρα τον Ερντογάν, όπως είπε και ο υπουργός Αμύνης της Ελλάδας.. Τώρα, όλοι τον έχουν στα ώπα ώπα τον …απομονωμένο. 

Η αμυντική συμφωνία της Κίνας με τα Νησιά του Σολομώντα, ένα μικρό νησιωτικό κράτος με περίπου 700.000 κατοίκους, έφερε, όμως, ιδιαίτερα οργισμένες αντιδράσεις, ακραίες, το λιγότερο αντιδημοκρατικές από φάσμα δυτικών κρατών. ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία αντέδρασαν έντονα, θεωρώντας ότι «ένας ελεύθερος και ανοικτός Ειρηνικός» αντιμετώπιζε «μεγάλους κινδύνους» από αυτή τη συμφωνία. Οι ΗΠΑ, μάλιστα, έστειλαν τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους τους στην πρόσφατη ιστορία, στο μικρό νησιωτικό κράτος, με επικεφαλής τον υπεύθυνο για την Ασία στο Λευκό Οίκο, Κερτ Κάμπελ, που συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό Μενασέ Σογκαβάρε στην πρωτεύουσα, Χονιάρα. Ήταν μια επίσκεψη απειλών και «προειδοποιήσεων», που όμως έρχονταν μάλλον αργά: η συμφωνία με την Κίνα ανακοινώθηκε αφού υπογράφηκε, προφανώς για να αποφύγουν τις μέγιστες πιέσεις τα Νησιά. 

Η συμφωνία, επιτρέπει στο Πεκίνο να χρησιμοποιεί τα λιμάνια των Νησιών για τον πολεμικό της στόλο, όπως και να αποστείλει στρατό και αστυνομία «για να προστατεύσει τις κινεζικές επενδύσεις» εκεί και «να βοηθήσει σε περίπτωση φυσικών καταστροφών», και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας κινεζικής στρατιωτικής βάσης στο έδαφός τους, αλλάζοντας το status quo στην περιοχή του Ειρηνικού. Θεωρείται, και σωστά, ως «κίνηση ματ» της Κίνας, η οποία είδε να αμφισβητείται η θέση της, ότι η Ταϊβάν αποτελεί έδαφός της, είδε όπλα να φτάνουν στην Ταϊπέι, και απάντησε με μια μεγάλη στρατιωτική, ναυτική άσκηση και τη συμφωνία με τα Νησιά του Σολομώντα. Η δεύτερη ήταν μη άμεσα αναμενόμενη. Για ακόμη μια φορά η Κίνα εργάστηκε εν κρυπτώ, με την ..ενοχλητικά κλειστή διπλωματική της παράδοση.

Οι αναλυτές των δυτικών δεξαμενών σκέψης είδαν ως στόχο της κίνησης τις ΗΠΑ. Η συνεργασία, είπαν, απειλεί «την περιοριστική πολιτική των ΗΠΑ στον Ινδικό και τον Ειρηνικό» και «την ασφάλεια και την αυτονομία των νησιών του Ειρηνικού, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας».

Ειδικά η Αυστραλία έφτασε σε σημείο να θέτει «κόκκινες γραμμές». Η προοπτική μιας κινεζικής στρατιωτικής βάσης 1.300 μίλια από τα παράλιά της, τη στιγμή που όχι μόνο συμμετέχει σε κάθε επιθετική και ψυχροπολεμική κίνηση των ΗΠΑ στην περιοχή (Quad, AUKUS, Five Eyes) και ετοιμάζεται να φιλοξενήσει πυρηνικά υποβρύχια, αλλά και έχει ιδιαίτερα κακές σχέσεις με το Πεκίνο – τις χειρότερες εδώ και δεκαετίες – και κάθε λόγο να θυμάται τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξαν, λόγω της θέσης τους, τα Νησιά στο Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Οι διαβεβαιώσεις τόσο της κυβέρνησης των Νησιών όσο και του Πεκίνου ότι η Κίνα δεν θα αποκτήσει στρατιωτική βάση εκεί και ότι «η συμφωνία δεν στοχεύει κατά κανενός τρίτου» αλλά «στη σταθερότητα στην περιοχή», αντηχεί τις δυτικές αιτιάσεις στο Ουκρανικό. «Η συνεργασία σε θέματα ασφάλειας μεταξύ της Κίνας και των Νησιών του Σολομώντα, δύο ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών, είναι συνεπής προς το Διεθνές Δίκαιο και τη συνήθη διεθνή τακτική», ήταν η λιτή ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας. 

Παρ όλα αυτά, οι ΗΠΑ, που έχουν κάνει σειρά επιθετικών κινήσεων στην περιοχή, ανακοίνωσαν ότι «θα απαντήσουν αντίστοιχα» αν υπάρξει «οποιαδήποτε στρατιωτική παρουσία» της Κίνας στα Νησιά – κι αυτό περιλαμβάνει, όπως διατυπώνεται, και την παρουσία κινεζικών πολεμικών σε λιμάνι. Λογική ΗΠΑ και, προσφάτως, λογική Πούτιν, αυτή που οδήγησε πολλούς να χαρακτηρίσουν μέχρι και με ψυχιατρικούς όρους το ρώσο ηγέτη. 

Η Αυστραλία, που ανακοίνωσε την «κόκκινη γραμμή» που βάζει «μαζί με τις συμμαχικές ΗΠΑ και Ν. Ζηλανδία», δηλ. την πιθανότητα ύπαρξης κινεζικής στρατιωτικής βάσης, έχει δώσει γην και ύδωρ σε ΗΠΑ και Βρετανία, ακριβώς για μια πιθανή σύρραξη με την Κίνα. Η ίδια Αυστραλία έριξε το φταίξιμο στη διαφθορά που επικρατεί στα Νησιά, και έκανε λόγο για «επιθετική Κίνα, που είναι έτοιμη να λαδώσει για να πετύχει τους στόχους της». Οι δεκάδες καταγγελίες για διαφθορά στην Ουκρανία και τα Πάναμα Πέηπερς για τον Ζελένσκυ έρχονται στο νου, αυθορμήτως. 

Το γελοίον όσο και τραγικό του πράγματος είναι εμφανές, δε χρειάζεται ανάλυση. Και έρχεται σε μια στιγμή που είναι διαφαινόμενη νίκη της Μόσχας στην Ουκρανία και εμφανίζονται δεκάδες ρωγμές στο δυτικό αφήγημα, με πρώτον εκφραστή τον υπέρμαχο της πολέμου, Βρετανό πρωθυπουργό, Μπόρις Τζόνσον. Από την Ινδία, η οποία συνεχίζει τον ανεξαρτητο δρόμο της και δεν υποκύπτει στις δυτικές πιέσεις να στραφεί κατά της Μόσχας, o βρετανός πρωθυπουργός έκανε λόγο για την «ρεαλιστική πιθανότητα» να νικήσει η Ρωσία και ο πόλεμος να κρατήσει «ως το τέλος του 2023». Δηλώσεις σε πλήρη αντίθεση με όσα ακούγονται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και το κυρίαρχο αφήγημα των ημερών. Μπορεί κατόπιν ο Τζόνσον να θυμήθηκε πόσο φρικτός είναι ο πόλεμος του Πούτιν (ειδικώς) και πόσο γενναίοι είναι οι υπερασπιστές της Ουκρανίας, αλλά οι δηλώσεις του ήδη έκαναν το γύρο του κόσμου, προκαλώντας και την αντίδραση Ζελένσκυ. 

Η δύναμη των συστημικών μέσων, που ήδη δέχεται χτυπήματα, θα δοκιμαστεί ακόμη περισσότερο τις επόμενες εβδομάδες, ειδικά αν, όπως προέβλεψε ο Τζόνσον, η Ρωσία κατορθώσει να εξασφαλίσει πλήρως την από γης γέφυρα με την Κριμαία. Και θα δοκιμαστεί γιατί στηρίχθηκε στο αφήγημα του Διεθνούς Δικαίου και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, παραβλέποντας και «ξεχνώντας» όσα σήμερα φέρνει στο φως η συμφωνία Κίνας και Νησιών του Σολομώντα: τα περί ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών τα γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της η Δύση, αν δεν βολεύουν τους σχεδιασμούς της. Ως γνωστόν, τα κράτη έχουν συμφέροντα (εξαιρείται η Ελλάδα του Μητσοτάκη, που έχει μόνο σκυμμένη τη μέση). Και τα ισχυρά κράτη, που δε θέλουν να χάσουν την ηγεμονία, στηρίζονται στον εξεπσιοναλισμό κι όχι στο Διεθνές Δίκαιο.

Ήδη, η παρουσία περισσοτέρων των ενός αφηγημάτων στους ίδιους τους κόλπους της Δύσης, είναι προβληματική. Ήδη πολλές από τις βεβαιότητες που ..πουλούσαν αφειδώς τις πρώτες μέρες του πολέμου οι δυτικές πηγές έχουν αποδειχθεί κατασκευάσματα. Ποιός δε θυμάται την .. αηδιασμένη από τη στάση της Ρωσίας Κίνα, την … διαφαινόμενη ήττα Πούτιν μετά την πρώτη φάση της εισβολής, όπως και την ατελείωτη σιωπή για τα δεκάδες ρατσιστικά συμβάντα – θύματα των οποίων έπεσαν χιλιάδες ινδοί και αφρικανοί στην Ουκρανία – αλλά και το ξέπλυμα που έγινε στους νεοναζί «αγωνιστές της Ελευθερίας».

Και, όμως, πιθανότητες για ειρήνευση υπήρξαν. Ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορούσε να σταματήσει, με μια επιστροφή στις συμφωνίες του Μινσκ, όταν στην Αττάλεια της Τουρκίας βρέθηκαν οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο κρατών, Ουκρανίας και Ρωσίας – το υψηλότερο επίπεδο συνομιλιών ως σήμερα. Ήταν μια απόπειρα για την ειρήνη που δεν την ήθελαν ορισμένες ΝΑΤΟικές δυνάμεις. Το είπε πρόσφατα ξεκάθαρα ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, το ..περιστέρι της Ειρήνης Τσαβούσογλου: ΝΑΤΟικές χώρες «επιθυμούν να συνεχιστεί ο πόλεμος για να αδυνατίσει η Ρωσία». Και απέδωσε σε αυτές τις ΝΑΤΟικές χώρες την ως τώρα αποτυχία των ειρηνευτικών συνομιλιών. 

Οι δηλώσεις Τσαβούσογλου δείχνουν αυτό που, από το ραδιόφωνο του ΤΡΡ, λέγαμε ξανά και ξανά: τα εμπόδια στην ειρήνευση – και μέχρι προ μηνός στην αποχώρηση της Ρωσίας – τα βάζει το ΝΑΤΟ, κι όχι η Ουκρανία.

 Από δω και πέρα, και όσο ο ρωσικός στρατός προχωρά, όσο οι διπλωματικές προσπάθειες καταστρέφονται και υποχωρούν, με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ, τόσο η κατάσταση θα γίνεται μη αναστρεπτέα.

Αν η Αττάλεια είχε επιτύχει, η Ρωσία θα μπορούσε ακόμη να αποχωρήσει από εδάφη, με τις σχετικές εγγυήσεις, δεν θα είχαμε τόσους νεκρούς, αστικά κέντρα θα είχαν μείνει σχετικά ακέραια, η Ουκρανία θα μπορούσε να ξαναρχίσει να χτίζεται, ως μια ουδέτερη χώρα.

Ήταν η πρώτη στρατιωτική φάση, άρα και η πρώτη διπλωματική φάση. Σήμερα βρισκόμαστε στη δεύτερη – αυτή που «βλέπει» ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος ως μόνη λύση βλέπει τα περισσότερα όπλα και τον περισσότερο θάνατο, που συνοδεύεται – το παραδέχεται ο ίδιος- από απώλειες εδαφών, ανεπιστρεπτί. Γιατί, η κατάληψη εδαφών δεν σημαίνει υποχρεωτικά και την μόνιμη κατοχή τους. Δεν το σήμαινε ως την Αττάλεια. Σήμερα, είναι βέβαιο πως η Ρωσία θα κρατήσει εδάφη και θα αποκόψει – εν μέρει ή ολότελα- από τη θάλασσα την Ουκρανία. Το «ολότελα» αφορά σε αυτό που η Ρωσία έχει ονομάσει «τρίτη φάση». Μεταξύ των φάσεων, το λόγο έχει η διπλωματία, που η Δύση έχει ξεχάσει και πιέζει και τον πρόεδρο της Ουκρανίας να την ξεχνά. Η ουκρανική τραγωδία θα συνεχιστεί, γιατί «η Δύση είναι έτοιμη να συνεχίσει τον πόλεμο ως τον τελευταίο ουκρανό». 

Με το ΚΚ Κούβας ή με το ΚΚ Ελλάδος θα πάμε στον πόλεμο;

*Ότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένα ως παράθεμα, και δεν περικλείεται σε εισαγωγικά, αποτελεί – προφανώς – προσωπική άποψη ή/και ερμηνεία. Το ίδιο προσωπικοί είναι και οι διάφοροι τονισμοί στα παραθέματα με έντονα γράμματα.

Ο Λένιν:

  1. …για το ποιες είναι οι «μεγάλες» ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, πως να τις εντοπίζουμε σε κάθε ιστορική εποχή, αλλά και τον σοσιαλσωβινισμό:

[…] αν όλοι οι σοσιαλιστές των ‘μεγάλων’ Δυνάμεων, δηλαδή των Δυνάμεων που διαπράττουν μεγάλες ληστείες, δεν υπερασπίζουν αυτό το ίδιο δικαίωμα [σημ ΔΠ, της αυτοδιάθεσης] προκειμένου για τις αποικίες, αυτό γίνεται ακριβώς γιατί και μόνο γιατί στην πραγματικότητα είναι ιμπεριαλιστές και όχι σοσιαλιστές.[1]

  1. …για την πόλωση των λαών από τη μια σε εργατική αριστοκρατία και μικροαστισμό, και από την άλλη σε υπερεκμεταλλευόμενη εργασία, στη βάση της ιμπεριαλιστικής ληστείας και των μονοπωλιακών υπερκερδών:

Σημασία δεν έχει αν πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση θα απελευθερωθεί το 1/50 ή το 1/100 των μικρών εθνών, σημασία έχει ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή, εξαιτίας αντικειμενικών αιτιών, το προλεταριάτο χωρίστηκε σε δύο διεθνή στρατόπεδα, από τα οποία το ένα έχει διαφθαρεί με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι της κεφαλαιοκρατίας των μεγάλων Δυνάμεων – ανάμεσα στ’ άλλα και από τη διπλή ή τριπλή εκμετάλλευση των μικρών εθνών – ενώ το άλλο δεν μπορεί να απελευθερωθεί το ίδιο, χωρίς να απελευθερώσει τα μικρά έθνη, χωρίς να διαπαιδαγωγεί τις μάζες με αντισωβινιστικό πνεύμα […].[2]

Από τη μια μεριά, οι γιγάντιες διαστάσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και δημιουργεί ένα αφάνταστα πλατύ και πυκνό δίχτυ σχέσεων και δεσμών, που υποτάσσει στο κεφάλαιο τη μάζα όχι μονάχα των μεσαίων και μικρών, αλλά και των πάρα πολύ μικρών καπιταλιστών και νοικοκυραίων, και από την άλλη, η οξυμένη πάλη με τις άλλες εθνοκρατικές ομάδες των χρηματιστών για το μοίρασμα του κόσμου και για την κυριαρχία πάνω στις άλλες χώρες – όλα αυτά προκαλούν το γενικό πέρασμα όλων των εύπορων τάξεων με το μέρος του ιμπεριαλισμού.[3]

  1. …για την παγκόσμια, διεθνιστική οπτική των κομμουνιστών στα εθνικά, δημοκρατικά ζητήματα και στους εθνικούς ανταγωνισμούς:

Οι διάφορες διεκδικήσεις της δημοκρατίας, μαζί και η αυτοδιάθεση, δεν είναι κάτι το απόλυτο, αλλά ένα μέρος του πανδημοκρατικού (σήμερα: πανσοσιαλιστικού) παγκόσμιου κινήματος. Μπορεί σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις το μέρος να έρχεται σε αντίθεση με το όλο και τότε πρέπει να απορρίπτεται. Μπορεί σε κάποια χώρα το δημοκρατικό κίνημα να είναι απλώς όργανο των κληρικών ή χρηματιστικών μοναρχικών ραδιουργιών των άλλων χωρών· τότε εμείς δεν πρέπει να υποστηρίζουμε αυτό το δοσμένο, συγκεκριμένο κίνημα, θα ήταν όμως γελοίο να πετάξουμε γι’ αυτό το λόγο το σύνθημα της δημοκρατίας από το πρόγραμμα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας.[4]

  1. …για τον αγώνα των κομμουνιστών για την ήττα του «δικού τους» ιμπεριαλιστή:

Σ’ έναν αντιδραστικό πόλεμο μια επαναστατική τάξη δεν μπορεί παρά να εύχεται την ήττα της κυβέρνησής της.

Αυτό είναι αξίωμα. Και το αξίωμα αυτό το αμφισβητούν μόνο οι συνειδητοί οπαδοί ή οι ανίκανοι υπηρέτες των σοσιαλσοβινιστών.

[…] Επαναστατική δράση, όμως, ενάντια στην κυβέρνησή σου στη διάρκεια του πολέμου σημαίνει, αναμφισβήτητα, αναντίρρητα, όχι μόνο να εύχεσαι να ηττηθεί η κυβέρνησή σου αλλά και να συμβάλεις έμπρακτα σ’ αυτήν την ήττα.

[…] Επανάσταση σε καιρό πολέμου σημαίνει εμφύλιος πόλεμος, η μετατροπή, όμως του πολέμου των κυβερνήσεων σε εμφύλιο πόλεμο, από το ένα μέρος, διευκολύνεται από τις στρατιωτικές αποτυχίες (από την ‘ήττα΄) των κυβερνήσεων, ενώ, από το άλλο μέρος, είναι αδύνατο, τείνοντας στην πράξη προς μιας τέτοια μετατροπή να μη συμβάλεις έτσι στην ήττα.

[…] Το να παραιτείται κανείς από το σύνθημα της ήττας σημαίνει να μετατρέπει την επαναστατικότητά του σε κούφια φρασεολογία είτε σε καθαρή υποκρισία.

Και με τι μας προτείνουν να αντικαταστήσουμε το ‘σύνθημα’ της ήττας; Με το σύνθημα ‘ούτε νίκη, ούτε ήττα’. […] [5]

  1. Ένα δείγμα από το πως διαπράττεται σήμερα η ιμπεριαλιστική ληστεία, και για το πως μπορεί κάλλιστα να «ανεβαίνει το ΑΕΠ ή το εμπορικό πλεόνασμα» μιας χώρας, και ωστόσο αυτή να ληστεύεται το ίδιο ή και περισσότερο:

Ένα παράδειγμα της παγκοσμιοποιημένης ιεραρχικής εξειδίκευσης που εξετάζεται από τους συγγραφείς των ΔΑΑ (Σ.τ.Μ., Διεθνείς Αλυσίδες Αξίας, Global Value ChainsGVC) […] είναι η σχέση μεταξύ της Apple και των εργολάβων της. Η Apple, με έδρα την Καλιφόρνια, είναι μια μη κατασκευαστική εταιρεία που συχνά κατατάσσεται ως η πιο κερδοφόρα πολυεθνική εταιρεία στον κόσμο. Αναθέτει την άμεση παραγωγή ως επί το πλείστον στη Foxconn, μια γιγαντιαία εταιρεία με έδρα την Ταϊβάν. Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα έρευνας για ένα προϊόν της Apple, οι Milberg και Winkler δείχνουν ότι το 2010, η Apple εισήγαγε ολοκληρωμένα iPhones προς 179 δολάρια το καθένα από την Foxconn στην Κίνα και τα πωλούσε προς 600 δολάρια στη λιανική αγορά των ΗΠΑ. Συνολικά οι εξαγωγές iPhone από την Κίνα προς τις ΗΠΑ το 2009 ήταν 2 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το εισόδημα που έλαβαν η κινεζική εργασία και το κινεζικό κεφάλαιο από το σύνολο αυτό ήταν μόλις 73,3 εκατομμύρια δολάρια ή 3,6%.

Εξετάζοντας την αντίστοιχη κερδοφορία των δύο εταιρειών, μέχρι το 2014 η Foxconn κέρδισε 3,6 δισ. δολάρια κέρδη για περιουσιακά στοιχεία ύψους 78 δισ. δολαρίων (4,6% απόδοση του ενεργητικού –RoA, Σ.τ.Μ., Return on Assets). Τα κέρδη 37 δισ. δολαρίων της Apple εκείνο το έτος προήλθαν από 207 δισεκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία – 18% RoA – τέσσερις φορές υψηλότερο από ό,τι η Foxconn. Η Foxconn απασχολούσε περίπου 1,3 εκατομμύρια εργαζόμενους το 2014, δίνοντάς της κέρδος 2.768 δολάρια ανά εργαζόμενο που απασχολούσε. Οι 80.000 εργαζόμενοι της Apple απέφεραν στην εταιρεία 463.000 δολάρια κέρδος ανά εργαζόμενο, ή περίπου 167 φορές περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για κέρδος της εταιρείας ανά εργαζόμενο. Το πολύ διαφορετικό εισόδημα των ίδιων των εργαζομένων της Foxconn και της Apple αντιπροσωπεύει μια ακόμη τεράστια διαφορά.[6]

Ο πόλεμος και η κρίση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα

Ο πόλεμος στην Ουκρανία μας φέρνει μπροστά στο ενδεχόμενο ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που μέχρι στιγμής εκτυλισσόταν πιο συγκαλυμμένα, «διά αντιπροσώπων», αλλά πλέον αυξάνεται ο κίνδυνος να εξελιχθεί σε ανοιχτό, ίσως και πυρηνικό, πόλεμο.

Σε κάθε προηγούμενη ανάλογη στιγμή της ιστορίας, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα  (δΚΚ στο εξής) γνώρισε μεγάλες διαμάχες, και διασπάσεις, όπως τη «χρεωκοπία» της Β΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς, στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και τις ταλαντεύσεις προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες δεν επέτρεψαν το δΚΚ να εμποδίσει αποτελεσματικά την άνοδο του φασισμού/ναζισμού, και των οποίων η διόρθωση οδήγησε τελικά στην ήττα του, και στην εξάπλωση του σοσιαλισμού σε μεγάλο μέρος του κόσμου.

Η σημερινή συγκυρία βρίσκει το δΚΚ σε ιστορική κρίση. Επομένως, δε θα περίμενε κανείς να είναι η κατάσταση καλύτερη. Αυτό φαίνεται με μια ματιά στις ανακοινώσεις των κομμουνιστικών κομμάτων για τον εν εξελίξει πόλεμο. Δεν λείπουν ορισμένες ακραίες φωνές ως προς το μονοδιάστατο ή άνισο της κριτικής έναντι της Ρωσίας, όπως και μερικές αντίθετες, οι οποίες εστιάζουν στο δίκαιο της Ρωσίας ως προς κάποιες από τις πλευρές του πολέμου.

Η πλειοψηφία, ωστόσο, των ανακοινώσεων στην ιστοσελίδα solidnet.org αποτελούν μια παραλλαγή μιας θέσης, η οποία

  • έχει ως κοινό τόπο την ανοιχτή καταδίκη της ρωσικής επέμβασης
  • και την απαίτηση για την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων από την Ουκρανία,
  • και για μια ειρηνική/διπλωματική λύση,
  • ή την αναφορά στη σοσιαλιστική επανάσταση ως μόνη λύση,
  • ενώ διαφέρουν στον βαθμό που αναφέρονται στις ευθύνες του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού για την κλιμάκωση των «ανταγωνισμών», και γενικότερα, στο πως μοιράζουν την ευθύνη αυτή, με την αντίστοιχη του ρωσικού αστικού εθνικισμού.

Άλλοτε το αίτημα της ρωσικής απόσυρσης από την Ουκρανία στέκεται μόνο του, χωρίς αναφορά στους όρους της ειρήνης, στην ουσία στηρίζοντας απροκάλυπτα τη νατοϊκή πλευρά, και άλλοτε έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους προτεινόμενους όρους της ειρήνης, που – τυχαία; – αντιστοιχούν λίγο – πολύ στις ρωσικές αιτιάσεις, κυρίως αυτές για ουδετερότητα της Ουκρανίας και της μη ένταξής της στο ΝΑΤΟ!

Θα χαρακτηρίσουμε αυτή τη θέση ως «κεντριστική», διότι πατάει σε δύο βάρκες:

  • Από τη μια, είναι η βάρκα της πραγματικότητας της εξάπλωσης του ΝΑΤΟ, των συνεχών πολέμων του ευρωατλανικού ιμπεριαλισμού για την εγκαθίδρυση της «νέας τάξης πραγμάτων» από το 1990 μέχρι σήμερα, αλλά και της ίδιας της πρόσφατης ιστορίας στην Ουκρανία με το πραξικόπημα του 2014, τον πόλεμο και την εθνική καταπίεση εναντίον των ανατολικών – ρωσόφωνων κατά πλειοψηφία – περιοχών, την ενσωμάτωση του ναζισμού ως επίσημη κρατική ιδεολογία και πρακτική των σωμάτων ασφαλείας της χώρας αυτής, την αθέτηση των συμφωνιών του Μινσκ από την ουκρανική πλευρά, ενώ φτάνουν οι θέσεις αυτές να παραδέχονται ότι όλα αυτά είναι μέρος μιας στρατηγικής περικύκλωσης, περιορισμού ή και ηγεμόνευσης, έως και καθυπόταξης, ή και διαμελισμού των χωρών της Ευρασίας (αρχικά της Ρωσίας, στη συνέχεια του Ιράν, της Συρίας κοκ, με τελικό στόχο την Κίνα).
  • Από την άλλη βάρκα, στο ερώτημα του τελικά «ποιας πολιτικής συνέχεια είναι αυτός ο πόλεμος», που οδηγεί στον χαρακτηρισμό του πολέμου αυτού ως «ιμπεριαλιστικού και άδικου και από τις δύο πλευρές», όλα αυτά ξεχνιούνται, ή χαρακτηρίζονται ως «προσχήματα». Στη θέση τους μπαίνουν άδειες, γενικές φράσεις περί «ενδο-ιμπεριαλιστικών/καπιταλιστικών ανταγωνισμών», «(ξανα)μοιράσματος σφαιρών επιρροής», «σχεδίων αποκατάστασης της ρωσικής αυτοκρατορίας», με αόριστες αναφορές στον πλούτο της Ουκρανίας, ή στον εθνικιστικό λόγο εκπροσώπων της ρωσικής αστικής τάξης. Ακόμη περιμένουμε μια σοβαρή ανάλυση που να καταδεικνύει ποιοι τέτοιοι στόχοι εξηγούν την επιλογή της Ρωσίας για μια τέτοιας έκτασης αντιπαράθεση με όλον τον δυτικό κόσμο, τη διάρρηξη των σχέσεών της με την ΕΕ, την ακύρωση του αγωγού Nord Stream 2 που ήταν έτοιμος να λειτουργήσει, την απομόνωσή της από τις παγκόσμιες αγορές λόγω των κυρώσεων στο βαθμό – βέβαια – που αυτές θα πετύχουν τον σκοπό τους, κοκ…

Πατώντας στις δύο αυτές βάρκες, το τελικό αίτημα ή σύνθημα για την έκβαση ή τερματισμό του πολέμου, ή για τη στάση των κομμουνιστών απέναντί του, πέφτει σε μια θάλασσα αντιφάσεων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια πολιτική που είναι «συμβατή» τελικά με την κυρίαρχη ιδεολογία και τη στρατηγική των ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων των χωρών μας, δηλ. των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Ας σκεφτούμε πόσο διαφορετικά είναι τα πρακτικά πολιτικά αποτελέσματα καθεμιάς από τις παρακάτω τρεις εναλλακτικές εκδοχές:

  • Η αιτία του πολέμου, η «πολιτική της οποίας αποτελεί συνέχεια ο πόλεμος», είναι η στρατηγική του ευρω-ατλαντικού ιμπεριαλισμού περικύκλωσης, περιορισμού ή και ηγεμόνευσης, έως και καθυπόταξης ή και διαμελισμού των χωρών της Ευρασίας.

Η΄

Η αιτία του πολέμου είναι (εξίσου, ή σε συνδυασμό, ίσως, με την παραπάνω) η προσπάθεια της Ρωσίας να αναδιατάξει/ανακτήσεις σφαίρες επιρροής της, ώστε να αναδειχθεί/επιβεβαιωθεί ως (νέα) ιμπεριαλιστική δύναμη, να καταπιέσει τους Ουκρανούς, και να ληστεύσει τον πλούτο της Ουκρανίας.

  • Οφείλουμε, ως κομμουνιστές, να αγωνιστούμε για την ήττα του «δικού μας» ιμπεριαλιστή, ακολουθώντας την προτροπή του Λένιν (ότι και να είναι/κάνουν οι άλλες δυνάμεις, βλ. παράθεμα 4).

Η΄

«Δε διαλέγουμε ιμπεριαλιστικό πόλο/άξονα ή το ‘μικρότερο κακό’». Δε μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα του πολέμου. Απλά αγωνιζόμαστε ενάντια στον ιμπεριαλιστή που μας έτυχε στα πλαίσια ενός γεωγραφικού/εθνικού καταμερισμού.

  • Δείτε τι κάνουν οι Ρώσοι στους Ουκρανούς (άμαχους), τη βαρβαρότητα του πολέμου που εξαπέλυσαν εναντίον τους (στο οποίο εύκολα η αστική τάξη θα προσθέσει ότι χρειαζόμαστε την προστασία του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, πχ., στην Ελλάδα, ενάντια στην αντίστοιχη «βαρβαρότητα» των Τούρκων, που είναι κι αυτοί «ανατολίτες»…).

Η΄

Δείτε τι παθαίνει ένας λαός, όταν ανέχεται μια άκρως εθνικιστική, ή και ναζιστική κυβέρνηση, η οποία τον μετατρέπει σε ΝΑΤΟϊκό προτεκτοράτο, και αιχμή του δόρατος της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. Να γιατί η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η υποταγή στους σχεδιασμούς του αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο και για τον δικό μας λαό!

Πέρα από το κατά πόσο αντιστοιχεί στην πραγματικότητα η κάθε εναλλακτική εκδοχή, κάτι για το οποίο χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, και όχι αοριστίες, οι πολιτικές διαφορές είναι εμφανείς.

Μάλιστα, ζούμε σε μια εποχή που η κατάσταση του αντιιμπεριαλιστικού, λαϊκού κινήματος στις χώρες μας δεν επιτρέπει προσδοκίες για νίκες με άμεσο αντίκρισμα για τους λαούς της Ουκρανίας. Πχ. πολιτικοί στόχοι όπως η έξοδος από το ΝΑΤΟ ή η διάλυσή του, ή ακόμη και η απεμπλοκή της χώρας μας από τον πόλεμο, ακούγονται πιο πολύ ως ακίνδυνα ευχολόγια σήμερα, παρά ως άμεσες δυνατότητες. Οι χώρες μας έμπρακτα υποστηρίζουν και καθοδηγούν τους Ουκρανούς να πολεμήσουν «μέχρι τελευταίας σταγόνας» του αίματός …τους…, ενώ εμείς αποτυγχάνουμε να τις εμποδίσουμε. Οπότε, η πολιτική ζύμωση της μιας ή της άλλης εκδοχής από τις παραπάνω, το κατά πόσο συμπλέουμε με ή αντιπαλεύουμε την κυρίαρχη προπαγάνδα, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, και αναδεικνύεται σε όρο ανασυγκρότησης του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στις χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Σε κάθε περίπτωση, για να εξηγηθεί η στάση του κάθε κόμματος πρέπει να συνεκτιμηθούν:

  • η θέση της αντίστοιχης χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα διακρατικών σχέσεων εκμετάλλευσης και καταπίεσης,
  • η κατάσταση της ταξικής πάλης στο εσωτερικό της κάθε χώρας,
  • και η σχετική δύναμη του κάθε κόμματος,
  • το πως όλα αυτά, εν τέλει, καθορίζουν τους περιορισμούς, τις θέσεις και τα πολιτικά καθήκοντα κάθε κόμματος.

Δεν μπορούμε να αναφερθούμε αναλυτικά και ανά χώρα στους παράγοντες αυτούς στο παρόν άρθρο. Σε κάθε περίπτωση, απουσιάζει, δυστυχώς, μια σύγχρονη Κομμουνιστική Διεθνής, η οποία να μπορεί να ενοποιήσει τις επιμέρους οπτικές με βάση το συμφέρον του διεθνούς προλεταριάτου.

Εργατική αριστοκρατία, μικροαστισμός και οπορτουνισμός στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα των ιμπεριαλιστικών χωρών (και σε κάποια προτεκτοράτα τους…)

Ωστόσο, ιδιαίτερη κοινωνικοπολιτική, αλλά και ηθική, διάσταση αποκτά το ζήτημα αυτό, στις περιπτώσεις που ο κεντρισμός, ή και η μονομερής καταδίκη της Ρωσίας, συμπλέουν – έστω έμμεσα – με τη στρατηγική της εκάστοτε εθνικής αστικής τάξης, ιδιαίτερα των ιμπεριαλιστικών χωρών και των προτεκτοράτων τους, όπως καταδείξαμε παραπάνω. Τότε, στην ουσία αποτελούν έκφραση ενός – κεκαλυμμένου, ίσως, μέσα από γενικόλογες πασιφιστικές ή «επαναστατικές» εκφράσεις – σοσιαλσωβινισμού (δηλ. σοσιαλιστικού εθνικισμού, ή εθνικισμού με σοσιαλιστικό μανδύα, βλ. παράθεμα 1 παραπάνω).

Ο τελευταίος, όπως και κάθε είδος οπορτουνισμού, ως ρεύμα στο δΚΚ, έχει την υλική του βάση στην εργατική αριστοκρατία και τον μικροαστισμό, που μπορούν και αναπτύσσονται κυρίως στις πιο πλούσιες χώρες του κόσμου. Πρόκειται για σχετικά μαζικό πολιτικό φαινόμενο επίδρασης της κυρίαρχης ιδεολογίας στις γραμμές του λαϊκού κινήματος, «μεταμφιεσμένης» με αριστερή, πασιφιστική ή κομμουνιστική φρασεολογία. Εκτυλίσσεται σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα, ως θέσεις που εμφανίζονται ως «επαναστατικές», αλλά στην πραγματικότητα οδηγούνε σε στάσεις πιο «βολικές», οι οποίες αποφεύγουν να έρθουν σε ευθεία αντίθεση με την αστική πολιτική.

Οι χώρες με μαζικά κοινωνικά φαινόμενα εργατικής αριστοκρατίας και μικροαστισμού δεν μπορούν παρά να είναι οι ιμπεριαλιστικές χώρες, και οι σύμμαχοί τους, ή «ιμπεριαλιστές – κουρελούδες», δηλ. όσες χώρες διαθέτουν και το πλεόνασμα εκείνο που μπορεί να αφεθεί να πέσει σαν «ψίχουλα από το τραπέζι» της ιμπεριαλιστικής ληστείας (βλ. το παράθεμα 2). Αυτό ισχύει είτε είναι «μεγάλες» δυνάμεις, και καθορίζουν την παγκόσμια ιμπεριαλιστική στρατηγική, είτε απλά ακολουθούν και πλουτίζουν από αυτήν.

Το «μεγάλο» εδώ, αναφέρεται σε μεγάλες ληστείες, όπως κάνει σαφές ο Λένιν στο παράθεμα 1, κι όχι γενικά και αόριστα σε μεγάλες χώρες. Αντίθετα, μερικές από τις μεγαλύτερες χώρες στον κόσμο αποτελούν και τους τόπους όπου διαπράττονται οι «μεγάλες» αυτές ληστείες, εις βάρος της πλειοψηφίας των λαών του κόσμου, δηλ. είναι τα θύματα της ληστείας. Χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, η Βραζιλία, το Μεξικό, η Αργεντινή, και η Ν. Αφρική, έχουν μεγάλη έκταση και πληθυσμό, λίγο – πολύ αντίστοιχα μεγάλο κρατικό μηχανισμό και στρατό, ενώ 4 από αυτές κατέχουν και πυρηνικά όπλα. Τα εθνικά τους μονοπώλια – σε μεγάλο βαθμό κρατικά στη Ρωσία και στην Κίνα –  επίσης είναι μεγάλα, ακόμη και αν δρουν κυρίως, ή και αποκλειστικά, στην εσωτερική τους αγορά, καθώς η τελευταία είναι αντίστοιχη με το μέγεθος των χωρών αυτών. Ωστόσο, σε έναν κυρίως καπιταλιστικό – πλέον – κόσμο, χωρίς αποικίες ή «μισοφεουδαρχικές» αυτοκρατορίες, όπως η Ρωσία της εποχής του Λένιν, ο όρος «εκμετάλλευση» σχετίζεται με τον τρόπο που παράγεται, κυκλοφορεί και διανέμεται η υπεραξία στη διεθνή αγορά, κι εκεί, όλες αυτές οι χώρες πληρώνουν «φόρο υποτέλειας» με τη μια ή την άλλη μορφή προς τις πραγματικά ιμπεριαλιστικές χώρες.

Ενδεικτικά, ας συγκρίνει ο αναγνώστης δύο παγκόσμιους χάρτες. Αυτόν του κατά κεφαλήν εισοδήματος για το 2018, από τη Wikipedia, και αυτόν με τις χώρες που έχουν επιβάλλει κυρώσεις στην Ρωσία σήμερα, λόγω του πολέμου (Εικόνα 1 από το πολύ καλό ρεπορτάζ του Μ. Παναγιωτάκη στο Κοσμοδρόμιο), και ως μέρος ενός οικονομικού πολέμου εναντίον της. Η ομοιότητα των χωρών που επιτίθενται στη Ρωσία, είτε με την έμμεση συμμετοχή τους στον πόλεμο στην Ουκρανία, είτε με τον οικονομικό πόλεμο των κυρώσεων, με τις πλουσιότερες και ισχυρότερες χώρες του κόσμου, είναι πασιφανής.

 

Εικόνα 1. Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα κατά κεφαλήν για το 2018 σε δολάρια ΗΠΑ (Wikipedia).

Εικόνα 2. Χάρτης των χωρών (μπλε) που έχουν επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία (κόκκινο).

Περαιτέρω στοιχεία για το ποιες είναι οι ιμπεριαλιστικές χώρες σήμερα θα αναφέρουμε σύντομα σε μελέτη, η οποία αξιοποιεί στοιχεία από το διεθνές εμπόριο, τους μισθούς, και τις ροές κεφαλαίων, μέσα από μελέτες μαρξιστών επιστημόνων της πολιτικής οικονομίας, από διαφορετικές ιδεολογικές σχολές, που στηρίζονται σε διαφορετικές παραδοχές και μεθοδολογίες [7]. Όλοι οι συγγραφείς συγκλίνουν στο ότι ούτε η Ρωσία, ούτε η Κίνα είναι τέτοιες χώρες, διότι, πολύ απλά, μια συγκεκριμένη ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεών τους με τις άλλες χώρες του κόσμου, αποδεικνύει ότι όχι μόνο – γενικά μιλώντας – δεν καταπιέζουν εθνικά άλλους λαούς, κράτη και εθνότητες, προκειμένου να τους εκμεταλλευτούν οικονομικά, ή – εν πάσει περιπτώσει – δεν το κάνουν στον βαθμό του «μεγάλου ληστή του κόσμου», αλλά είναι και οι ίδιες – κυρίως – εκμεταλλευόμενες από τις ιμπεριαλιστικές χώρες (ειδικά η Κίνα, βλ. και το παράθεμα 5).

Αυτό αναγνωρίζεται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, από εκείνους τους λαούς, κυβερνήσεις, και αντίστοιχα κομμουνιστικά κόμματα, που δίνουν έμπρακτα τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και ειδικότερα από την Επαναστατική Κυβέρνηση της Κούβας, στην οποία θα επικεντρώσουμε.

Το συμφέρον των λαών του κόσμου, όπως αντικατοπτρίζεται στη θέση της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας

Στο παρόν, καλούμε τον αναγνώστη απλά να συγκρίνει την κεντριστική θέση, όπως πχ αυτή εκφράζεται σήμερα από τις μεγαλύτερες ελληνικές κομμουνιστικές οργανώσεις και κόμματα (ΚΚΕΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ), με τη θέση που εξέφρασε η Επαναστατική Κυβέρνηση της Κούβας.

Συγκεκριμένα, στη δήλωση της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας, αλλά και σε άρθρο γνώμης («γραμμής»;), και τα δύο από το επίσημο όργανο του ΚΚ Κούβας, την Granma (τα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου), γίνονται σαφή – με δικά μας λόγια –  τα εξής:

  • υπάρχει αναφορά σε καπιταλιστικές δυνάμεις που δε δέχονται την παγκόσμια ηγεμονία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, και όχι σε «ενδο-ιμπεριαλιστικές» αντιθέσεις, δηλ. αντιθέσεις ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις,
  • υπάρχει αναφορά στους σύγχρονους «αντιαποικιακούς» αγώνες των λαών,
  • υπάρχει αναλυτική αναφορά στις δίκαιες πλευρές του πολέμου από την πλευρά της Ρωσίας, με έμφαση στο ζήτημα της εθνικής της ασφάλειας από την επέκταση του ΝΑΤΟ,
  • καθίσταται η επέκταση του ΝΑΤΟ και η πολιτική των ΗΠΑ, ως η «πολιτική της οποίας η συνέχεια είναι αυτός ο πόλεμος»,
  • γίνεται ήπια κριτική στην Ρωσία για έναν πόλεμο που θα μπορούσε να αποφευχθεί, και για την καταπάτηση του διεθνούς δικαίου, με την επισήμανση ότι η Κούβα υποστηρίζει το διεθνές δίκαιο, διότι αποτελεί εργαλείο άμυνας των μικρών και αδύναμων χωρών ενάντια στην εθνική καταπίεση,
  • υποστηρίζεται μια ειρηνική, διπλωματική λύση, τις βασικές πλευρές της οποίας καθορίζει, όμως, όλη η προηγούμενη τοποθέτηση.

Εδώ, λοιπόν, προκύπτει ένα αβίαστο ερώτημα: ποια είναι η επαναστατική θέση και ποια η οπορτουνιστική/σοσιαλσωβινιστική; Του ΚΚ Κούβας, ή η κεντριστική του ΚΚΕ και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, πόσο μάλλον των κομμάτων που αναφέρονται μονομερώς ενάντια στον «πόλεμο του Πούτιν», κυρίως αυτών από τις ιμπεριαλιστικές χώρες; Ποια εκφράζει καλύτερα τα συμφέροντα του διεθνούς προλεταριάτου και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για το δΚΚ στον επερχόμενο Γ΄ ΠΠ, όπως και αν αυτός εκδηλωθεί, με τη μία ή την άλλη μορφή;

Από τη μια, έχουμε κόμματα που αποτελούν μέρος του προβλήματος της κρίσης του δΚΚ, και της κατάστασης διάλυσης του εργατικού κινήματος, στη βάση μαζικών πολιτικών (οπορτουνισμός) και κοινωνικών (εργατική αριστοκρατία – μικροαστισμός) φαινομένων, όπως τα περιγράψαμε παραπάνω. Από την άλλη, έχουμε ένα κόμμα, μιας επαναστατικής κυβέρνησης, η οποία εξαναγκάζεται σε έναν συνεχή πόλεμο με τον ιμπεριαλισμό, και καταφέρνει να αντέχει, διατηρώντας την ενότητα του λαού της.

Θα μπορούσε να κάνει κανείς κριτική στη δήλωση της επαναστατικής αυτής κυβέρνησης. Θα μπορούσε, πχ να πει, και δικαιολογημένα, ότι η Κούβα έχει ανάγκη την υποστήριξη της Ρωσίας, αλλά και της Κίνας, για να ανταπεξέλθει στον πόλεμο που της κάνουν οι ΗΠΑ, η ΕΕ, και οι άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Ενώ, αντίθετα, κόμματα όπως το ΚΚΕ δεν έχουν τέτοιες «εξαρτήσεις»… Πράγματι, χωρίς αυτές τις «εξαρτήσεις» του …πραγματικού αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, το ΚΚ Κούβας θα μπορούσε να κάνει πιο σκληρή κριτική στον ρωσικό αστικό εθνικισμό, και στις δικές του επιδιώξεις, οι οποίες πιθανόν ξεφεύγουν των όποιων δίκαιων επιδιώξεων εντοπίζει το ΚΚ Κούβας.

Στην ουσία, όμως, ένα τέτοιο επιχείρημα αποκαλύπτει τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, επί της οποίας συζητάμε: η Κίνα και η Ρωσία δεν απειλούν την εθνική ανεξαρτησία της Κούβας, οι σχέσεις τους μαζί της είναι πολύ πιο ισότιμες από ότι οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ, την ΕΕ, και τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες (αν και όχι απαραίτητα απόλυτα ισότιμες, και σχεδόν σίγουρα όχι στη βάση της διεθνιστικής αλληλεγγύης). Η Κούβα δε σχετίζεται με την Ρωσία και την Κίνα με όρους ιμπεριαλιστικής ληστείας και καταπίεσης, άσχετα από τις φιλοδοξίες, τα «όνειρα», ή τους όποιους σχεδιασμούς των κυρίαρχων τάξεων ή στρωμάτων της καπιταλιστικής Ρωσίας και της – σε οπισθοδρομική μετάβαση προς τον καπιταλισμό – Κίνας. Για την Κούβα, η επιλογή της δεν είναι «επιλογή ιμπεριαλιστή», ή του «μικρότερου κακού», αλλά του «μεγαλύτερου καλού» για την επανάσταση στη νησιωτική αυτή χώρα, όχι «υπό ξένη σημαία», αλλά υπό τη σημαία της επανάστασης αυτής!

Ας κάνουμε τον κόπο τώρα να περιδιαβούμε τον κόσμο ολόκληρο, και ας μετρήσουμε τα θύματα του ιμπεριαλισμού, και πόσες χώρες έχουν να κερδίσουν από οποιαδήποτε ήττα του, αδυνάτισμά του, βάθεμα της χρονίζουσας σήψης και κρίσης του. Τότε θα δούμε ότι σαν την Κούβα, μάλλον, πρέπει να σκέφτονται και οι λαοί στη Βενεζουέλα, στη Βολιβία, στην Κολομβία, στη Χιλή, στο Εκουαδόρ, στην Συρία, στο Ιράν, στη Λιβύη, στα Βαλκάνια, στην Παλαιστίνη, στο Ιράν, στην Υεμένη, γιατί όχι και στη χώρα μας, στην Ελλάδα της κρίσης, των μνημονίων, της νατοϊκής χούντας, και της εθνικής τραγωδίας της Κύπρου.

Ας δούμε, αντίθετα, πόσοι και ποιοι λαοί αντιλαμβάνονται σήμερα ως κίνδυνο, ως ληστές και καταπιεστές, τη Ρωσία και την Κίνα, πόσοι και ποιοι ανησυχούν για μια τέτοια προοπτική στο άμεσο ή κοντινό μέλλον… Γενικά, μιλώντας, οι λαοί, όταν τουλάχιστον δεν τρώνε από τα «ψίχουλα», ή δεν έχουν πέσει θύματα του μαζικού εκφασισμού και εθνικισμού, νιώθουν στο πετσί τους την ιμπεριαλιστική καταπίεση και ληστεία, και ξέρουν να την αναγνωρίζουν.

Αν τα κάνουμε αυτά, εν τέλει, θα καταλάβουμε ποιο είναι το συμφέρον του διεθνούς προλεταριάτου, και ποια κομμουνιστικά κόμματα το εξυπηρετούν, και ποια το προδίδουν με «επαναστατικές», πασιφιστικές, ή άλλες γενικές φρασούλες.

Μερικά πολιτικά συμπεράσματα

Και η Ουκρανία; Ο Ουκρανικός λαός; Αξίζει λιγότερο από τον λαό της Κούβας, ή της Συρίας κοκ;

Πέρα από το παραπάνω παράθεμα 3 του Λένιν, το οποίο μας υπενθυμίζει από ποια παγκόσμια σκοπιά κρίνουμε και τα διάφορα εθνικά κινήματα των καταπιεσμένων λαών, και στην ειδική περίπτωση της Ουκρανίας χρειάζεται μια πιο λεπτομερής, συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, την οποία αναβάλουμε για επόμενη δημοσίευση.

Προς το παρόν, από μια «παγκόσμια» οπτική, έχουμε να πούμε ότι στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών δεν συμπεριλαμβάνουμε την «ελεύθερη» – δήθεν – «επιλογή», για ένταξη στο ΝΑΤΟ, και δημιουργία ενός προτεκτοράτου, ως αιχμή του δόρατος της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού για ξεπέρασμα της κρίσης του μέσω της υποταγής της Ευρασίας, και εν τέλει, ολόκληρου του κόσμου. Πρόκειται για  την ολοκλήρωση του σχεδίου του ιμπεριαλισμού για τη «νέα τάξη πραγμάτων» (να μια φράση που ξεχάστηκε από τον «Ριζοσπάστη» εδώ και αρκετά χρόνια…), το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή με την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ανατολική Ευρώπη. Το ίδιο θα λέγαμε και για το «δικαίωμα ένταξης» στον ναζιστικό/φασιστικό άξονα προ του Β΄ ΠΠ.

Εννοείται, επίσης, ότι η δημοκρατία δεν εξάγεται, και κανείς λαός δεν θα απελευθερωθεί από τους καπιταλιστές. Αυτό ισχύει ακόμη και για τους καπιταλιστές πχ της Βενεζουέλας, οι οποίοι μπορεί να ανέχονται ή να συμμαχούν με την μπολιβαριανή κυβέρνηση, ενάντια στη φιλο-ιμπεριαλιστική βενεζουελάνικη αστική τάξη. Ισχύει ακόμη περισσότερο για τη ρωσική, σε μεγάλο βαθμό μονοπωλιακή και παρασιτική, αστική τάξη.

  • Η κοινωνική απελευθέρωση, και ταυτόχρονα πλήρης εθνική απελευθέρωση, είναι υπόθεση των λαών, και ιδίως της εργατικής τάξης. Αυτοί είναι οι μόνοι αντιιμπεριαλιστές, με τη στρατηγική έννοια, αυτοί που στρέφονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό γενικά, δηλ. ενάντια στον σύγχρονο καπιταλισμό.
  • Η πάλη των αστικών τάξεων για εθνική αυτοδιάθεση/ανεξαρτησία είναι πάντα μερική, και πάντα αφορά το «δικαίωμα κάθε αστικής τάξης να εκμεταλλεύεται η ίδια – κι όχι οι ιμπεριαλιστές – τη ‘δική της’ εργατική τάξη».
  • Η – πραγματικά ανεξάρτητη – στρατηγική, όμως, δεν εμπόδιζε ποτέ τους κομμουνιστές να έχουμε και μια σωστή τακτική που να εξυπηρετεί αυτήν τη στρατηγική, ώστε να εκμεταλλευόμαστε όλες αυτές τις επιμέρους αντιθέσεις του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Αλήθεια, σήμερα, η στρατηγική ανεξαρτησία των κομμουνιστών των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ από ποιον κινδυνεύει; Από τους «πράκτορες των Ρώσων και των Κινέζων», ή από την επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας στις γραμμές μας; Ενδεικτικά, η κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, την οποία κομίζει στο εργατικό κίνημα «μεταμφιεσμένη» σε πασιφισμό ο οπορτουνισμός, κοντεύει – στην «καθαρή» αστική της εκδοχή –  να απαγορεύσει μέχρι και τον …Τσαϊκόφσκι. Εξάλλου, μια άποψη σαν αυτή που κατατίθεται εδώ είναι ήδη παράνομη σε κάποιες χώρες της ΕΕ, στα πλαίσια της προετοιμασίας των λαών για τον Γ΄ ΠΠ, ακριβώς διότι εκλαμβάνεται ως «φιλορωσική προδοσία» από τις (φιλο-)ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις… Αυτά ασκούν ασυνείδητη πίεση σε όλους μας, καλύτερη από τη δουλειά οποιουδήποτε «ρώσου ή κινέζου πράκτορα»…

Η θέση του Συλλόγου μας

Ευτυχώς, ο Σύλλογος Μαρξ. Σκέψης «Γ. Κορδάτος» μπορεί να ισχυρίζεται ότι σε αυτά τα διλήμματα έχει κρατηθεί από τη σωστή πλευρά του «Ρουβικώνα». Στη σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου μας αναφέρουμε χαρακτηριστικά (οι τονισμοί και υπογραμμίσεις είναι πάντα του υπογράφοντος):

«[…] Η ευθύνη για τις εξελίξεις αυτές βαραίνει κατά κύριο λόγο τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό, και ιδιαίτερα την ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη των ΗΠΑ και την περί αυτής συμμαχία του ΝΑΤΟ. Στις συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και όξυνσης του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, η ευθύνη αυτή συνίσταται στη δική τους στρατηγική οικονομικής απομόνωσης και στρατιωτικής περικύκλωσης των χωρών της Ευρασίας που δεν υποτάσσονται στην ισχύ τους ή που θέλουν να διεκδικήσουν ηγετική θέση στο σύστημα του ιμπεριαλισμού. Η στρατηγική αυτή αποτελεί έκφραση της μακρόχρονης υφεσιακής και κρισιακής κατάστασης στην οποία βρίσκεται το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα τα τελευταία χρόνια. Ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να καθυποτάξει και να εκμεταλλευτεί το σύνολο του κόσμου ως μια διέξοδο από την κρίση αυτή.

[…] Η καπιταλιστική Ρωσία δεν είναι άμοιρη ευθυνών για τις εξελίξεις αυτές.

Από τη μια, οι ενέργειές της, και ιδιαίτερα η, αρχικά κεκαλυμμένη, και πλέον ανοιχτή, ολομέτωπη, στρατιωτική εμπλοκή, που ακολούθησε την πρόσφατη αναγνώριση της απόσχισης των «Λαϊκών Δημοκρατικών» του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ, αλλά και η προηγούμενη ενσωμάτωση της Κριμαίας, μπορούν να δικαιολογηθούν στα πλαίσια της άμυνας και ασφάλειας της επικράτειάς της, σε μια εποχή που η στρατιωτική τεχνολογία επιδεινώνει απειλές που μπορεί να προέρχονται και έξω από τα σύνορα ενός κράτους, από γειτνιάζουσες περιοχές. Ούτε μπορεί κανείς να παραβλέψει την κατάσταση στην οποία έζησε ο ρωσικός λαός τα πρώτα χρόνια μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, όταν παραδόθηκε η κρατική εξουσία στους ολιγάρχες και στα μονοπώλια των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Επίσης, δεν μπορεί να παραγνωρίζεται, ότι εδώ που φτάσανε τα πράγματα, οι ενέργειες αυτές μάλλον βρίσκουν μια ισχυρά πλειοψηφική υποστήριξη από τους λαούς των περιοχών της ανατολικής Ουκρανίας (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το αποτέλεσμα του σχετικού δημοψηφίσματος στην Κριμαία). Οι λαοί αυτοί βρίσκονταν υπό τον κίνδυνο, είτε εθνικής καταπίεσης από το φιλο-ναζιστικό ακροδεξιό καθεστώς της δυτικής Ουκρανίας, αν δεν εξεγείρονταν και δεν αντιστέκονταν, είτε υπό θανάσιμο κίνδυνο αντιμετωπίζοντας έναν ουκρανικό στρατό σημαντικά ενισχυμένο από νατοϊκούς εξοπλισμούς, μισθοφόρους και νεοναζιστικά εθελοντικά τάγματα. Ούτε μπορεί να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η στρατιωτική -και ενίοτε οικονομική- συμμαχία με τη Ρωσία επιτρέπει μια σειρά αδύναμων χωρών (Συρία, Βενεζουέλα κοκ) να αντιστέκονται στον ιμπεριαλισμό με σχετική επιτυχία, διατηρώντας σε κάποιο βαθμό την εθνική τους ανεξαρτησία.

Από την άλλη, οι ενέργειες αυτές της ρωσικής ολιγαρχίας δεν αποτελούν μέρος του αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα και της διεθνιστικής αλληλεγγύης των λαών. Ο στρατηγικός σκοπός της ρωσικής ολιγαρχίας είναι η όσο το δυνατόν πιο ισότιμη συμμετοχή στη διεθνή, καπιταλιστική αγορά. Ειδικότερα, η εξάρτηση από τη ρωσική εξουσία πιθανόν θα βάλει τέλος σε οποιαδήποτε προοπτική κοινωνικής απελευθέρωσης των λαών της ανατολικής Ουκρανίας άνοιξε η εξέγερσή τους στα πρώτα της στάδια.

Επιπλέον, η ιστορία θα δείξει κατά πόσο εξαντλήθηκαν από όλες τις πλευρές οι πιθανότητες μιας ειρηνικής, διπλωματικής λύσης, όπως αυτή που προκαθόριζαν οι συμφωνίες του Μινσκ, […]

Άλλωστε, ενώ το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα είναι από θέση αρχής υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών που υπόκεινται σε εθνική καταπίεση, λαμβάνει κριτική θέση υπέρ ή κατά κάθε συγκεκριμένης εφαρμογής του δικαιώματος αυτού, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα του διεθνούς αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και υπέρ του σοσιαλισμού. Από αυτήν την άποψη, οι σημερινές εξελίξεις πρέπει να ιδωθούν και από την σκοπιά της ιστορικής αδυναμίας του διεθνούς αντιιμπεριαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος να επιβάλλει μια άλλη λύση, πιο ειρηνική, και πιο συμβατή με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των λαών της περιοχής και ευρύτερα.

Σε κάθε περίπτωση, η νίκη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και η προοπτική του σοσιαλισμού, περνά αναγκαστικά μέσα από την ήττα της στρατηγικής του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος ηγεμονεύει σήμερα στον κόσμο, και ειδικότερα στην Ευρώπη και στην ίδια τη χώρα μας, η οποία βρίσκεται υπό στενή εξάρτηση από αυτόν.

[…]

»

Το ζητούμενο είναι ακριβώς αυτή η κατάληξη του παραθέματος από την ανακοίνωση του Συλλόγου μας, και καθορίζει ως κύριο καθήκον για τους κομμουνιστές της Ελλάδας να εργαστούν για την ήττα της νατοϊκής στρατηγικής και στην Ουκρανία και παντού. Συνεπώς, δεν μπορούμε να στεναχωριόμαστε ιδιαίτερα αν αυτό σημαίνει, δυστυχώς – με βάση τον συσχετισμό των δυνάμεων, εθνικών και ταξικών, παγκόσμια στη σημερινή εποχή – τυχόν ενδυνάμωση του ρωσικού αστικού εθνικισμού (κάτι το οποίο δε διαφαίνεται μέχρι στιγμής άλλωστε από την εξέλιξη του πολέμου).

Αυτό το καθήκον, για τον ελληνικό λαό, περνάει καταρχήν μέσα από την πάλη για την απεμπλοκή του από τον πόλεμο, για την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, την απομάκρυνση των νατοϊκών βάσεων, και γενικότερα την ήττα και διάλυση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Αντίστοιχες προϋποθέσεις πρέπει να έχει και η θέση μας για την ειρήνη, και για τις όποιες διπλωματικές λύσεις είναι δυνατές σε κάθε χρονική στιγμή, θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε.

Το καθήκον αυτό, η ήττα του ιμπεριαλισμού, είναι το κεντρικό, σύγχρονο καθήκον του δΚΚ. Αυτό θα ανοίξει και το ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας για την κοινωνική απελευθέρωση των λαών, και του δικού μας, με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Επιπλέον, μόνο πάνω σε αυτό μπορεί να θεμελιωθεί η ανασυγκρότησή του κομμουνιστικού κινήματος, τόσο διεθνώς, όσο και στη χώρα μας, μια αναγκαιότητα την οποία έχει ήδη επισημάνει ο Σύλλογός μας με ανακοίνωσή του, και στην οποία αναφερθήκαμε αναλυτικότερα σε προηγούμενη αρθρογραφία μας (βλ. εδώεδώ κι εδώ).

Διαφορετικά, όσοι είναι ικανοποιημένοι με τη θέση του ΚΚΕ ή/και του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε κάτι τόσο βασικό (ποιος είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός/ιμπεριαλισμός, με ποια στρατηγική θα τον ανατρέψουμε;) όπως αποκαλύπτεται από τη θέση των οργανώσεων αυτών για τον πόλεμο, μάλλον δεν παραδέχονται και το επείγον αυτής της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, και δεν επιθυμούν να εργαστούν ολόψυχα γι’ αυτήν.

Στη συνέχεια, αφήνουμε τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από τη σχετική τοποθέτηση των Κουβανών συντρόφων που ακολουθεί παρακάτω (είμαστε υπεύθυνοι για τη μετάφραση από την αγγλική γλώσσα και για τους τονισμούς).

 

[1] Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Το ζήτημα της ειρήνης, σελ. 97.

[2] Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την εθνική αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Μαρξισμός ή Προυντονισμός, σελ. 145-146.

[3] Λένιν ΒΙ. (2009). Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (εκλαϊκευτική μελέτη). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. σελ. 127.

[4] Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την εθνική αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Μαρξισμός ή Προυντονισμός, σελ. 143-144.

[5] Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. σελ. 82 – 86.

[6] King ST. (2018). Lenin’s Theory of Imperialism Today: The Global Divide between Monopoly and Non-Monopoly Capital. Doctor of Philosophy Centre for Strategic Economic Studies, Victoria University, Melbourne

[7] Ενδεικτικά:

Roberts M. (2019). HM2 – The economics of modern imperialism.

Roberts M. (2022). The wealth of nations.

Carchedi, G., & Roberts, M. (2021). The Economics of Modern Imperialism, Historical Materialism, 29(4), 23-69. https://doi.org/10.1163/1569206X-12341959

Cope, Z. (2019). The wealth of (some) nations: imperialism and the mechanics of value transfer. Review of Economics and Economic Methodology Volume IV, Issue 1, Summer 2020, 157.

Feng, Z. (2018). International value, international production price and unequal exchange. Economic growth and transition of industrial structure in East Asia, 73-96.

 

«

Η Κούβα υποστηρίζει μια λύση που εγγυάται την ασφάλεια και την κυριαρχία όλων

Δήλωση της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας.

28 Φεβρουαρίου, 2022

Η αποφασιστικότητα των ΗΠΑ να συνεχίσουν την προοδευτική επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας επέφερε ένα σενάριο με επιπτώσεις απρόβλεπτης εμβέλειας, το οποίο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Οι στρατιωτικές κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ προς τις περιοχές που γειτνιάζουν με τη Ρωσική Ομοσπονδία τους τελευταίους μήνες είναι γνωστές και προηγήθηκε η παράδοση σύγχρονων όπλων στην Ουκρανία, τα οποία μαζί συνιστούν στρατιωτική πολιορκία.

Είναι αδύνατο να γίνει μια αυστηρή και ειλικρινής εξέταση της σημερινής κατάστασης στην Ουκρανία, χωρίς να εκτιμηθούν προσεκτικά τα δίκαια αιτήματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟκαθώς και οι παράγοντες που οδήγησαν στη χρήση βίας και στη μη τήρηση των νομικών αρχών και των διεθνών κανόνων, τους οποίους η Κούβα υποστηρίζει σθεναρά και, αποτελούν, ιδιαίτερα για τις μικρές χώρες, βασικό πόρο αντίστασης στην ηγεμονία, την κατάχρηση εξουσίας και την αδικία.

Η Κούβα είναι μια χώρα που υπερασπίζεται το Διεθνές Δίκαιο και είναι προσηλωμένη στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Κούβα θα υπερασπίζεται πάντοτε την ειρήνη και θα αντιτίθεται στη χρήση βίας, και στις απειλές για χρήση βίας, εναντίον οποιουδήποτε κράτους.

Λυπούμαστε βαθύτατα για την απώλεια αθώων αμάχων στην Ουκρανία. Ο κουβανικός λαός είχε και συνεχίζει να έχει πολύ στενή σχέση με τον ουκρανικό λαό.

Η ιστορία θα καταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες υπεύθυνες για τις συνέπειες ενός όλο και πιο επιθετικού στρατιωτικού δόγματος πέρα από τα σύνορα του ΝΑΤΟ, το οποίο απειλεί τη διεθνή ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα.

Η ανησυχία μας έχει επιδεινωθεί με την πρόσφατη απόφαση του ΝΑΤΟ να ενεργοποιήσει, για πρώτη φορά, τη Δύναμη Αντίδρασης.

Ήταν λάθος να αγνοηθούν οι τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με τις εγγυήσεις ασφαλείας επί δεκαετίες και να υποθέσουμε ότι η Ρωσία θα παραμείνει ανυπεράσπιστη μπροστά σε μια άμεση απειλή για την εθνική της ασφάλεια. Η Ρωσία έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Η ειρήνη δεν μπορεί να επιτευχθεί με την τοποθέτηση πολιορκιών ή την περικύκλωση κρατών.

Το σχέδιο ψηφίσματος για την κατάσταση στην Ουκρανία που δεν εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 25 Φεβρουαρίου, το οποίο θα υποβληθεί στη Γενική Συνέλευση, δεν προοριζόταν ως πραγματική συμβολή στην επίλυση της τρέχουσας κρίσης.

Αντιθέτως, πρόκειται για ένα ανισόρροπο κείμενο, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη τις νόμιμες ανησυχίες όλων των εμπλεκόμενων μερών. Δεν αναγνωρίζει ούτε την ευθύνη εκείνων που υποκίνησαν ή ανέλαβαν επιθετικές ενέργειες που οδήγησαν στην κλιμάκωση αυτής της σύγκρουσης.

Καλούμε για μια σοβαρή, εποικοδομητική και ρεαλιστική διπλωματική λύση της τρέχουσας κρίσης στην Ευρώπη, με ειρηνικά μέσα, διασφαλίζοντας την ασφάλεια και την κυριαρχία όλων, καθώς και την περιφερειακή και διεθνή ειρήνη, σταθερότητα και ασφάλεια.

Η Κούβα απορρίπτει την υποκρισία και τα διπλά πρότυπα. Υπενθυμίζεται ότι το 1999 οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ εξαπέλυσαν μια μεγάλη επίθεση στη Γιουγκοσλαβία, μια ευρωπαϊκή χώρα που είχε κατακερματιστεί με υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές, για την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων, αγνοώντας τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και αρκετοί από τους συμμάχους τους έχουν χρησιμοποιήσει βία σε πολλές περιπτώσεις. Έχουν εισβάλει σε κυρίαρχα κράτη για να επιφέρουν αλλαγή καθεστώτος και να παρέμβουν στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων εθνών που δεν υποτάσσονται στα συμφέροντα της κυριαρχίας τους, υπερασπιζόμενοι την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία τους.

Είναι επίσης υπεύθυνοι για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων, τους οποίους χαρακτηρίζουν ως “παράπλευρες απώλειες”, εκατομμύρια εκτοπισμένους και εκτεταμένες καταστροφές σε ολόκληρο τον πλανήτη μας στους λεηλατικούς πολέμους τους.

Αβάνα, 26 Φεβρουαρίου 2022

»

Πέρα από τη σύγκρουση στην Ουκρανία

Ernesto Estévez Rams

4 Μαρτίου, 2022

Πέρα από τα γεγονότα που οδήγησαν στις σημερινές συγκρούσεις, αυτό που βλέπουμε, για άλλη μια φορά, είναι ένας πόλεμος στον οποίο οι απώλειες σημειώνονται σε χώρες που χαρακτηρίζονται ως περιφερειακές από τις παγκόσμιες δυνάμεις.

Ζούμε την τελευταία μάχη της καπιταλιστικής Δύσης που αγωνίζεται να διατηρήσει την παγκόσμια ηγεμονία που διατηρεί από την εποχή της αποικιοκρατικής κατάκτησης της Ασίας, της Αφρικής και του Νέου Κόσμου. Βλέπουμε την ανάδυση άλλων δυνάμεων που δεν είναι πρόθυμες να αποδεχτούν αυτή την επιβαλλόμενη τάξη πραγμάτων. Η πλειοψηφία του κόσμου, με αποικιοκρατικό παρελθόν, πιέζει για έναν πλανήτη που δεν θα είναι πεδίο μάχης για πολέμους που ξεκινούν άλλοι.

Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη στιγμή για την ανθρωπότητα. Βρισκόμαστε εδώ και πολύ καιρό σε έναν ανώνυμο τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική καμπή, που θα καθορίσει το τι θα ακολουθήσει. Πρέπει να ξεπεράσουμε τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, μια μονοπολική πραγματικότητα που βασίζεται στον εκβιασμό των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, υποχρεώνοντας τους υπόλοιπους να αποδεχτούν την κυριαρχία τους, μια κατάσταση που είναι απλά μη βιώσιμη και αυτοκτονική για όλους.

Είναι όλο και πιο προφανές ότι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα είναι να νικήσει τον ηγεμονικό, ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό. Η μάχη για την ειρήνη είναι μια αναγκαιότητα, αν θέλουμε να έχουμε χρόνο να οικοδομήσουμε έναν καλύτερο κόσμο για όλους.

Τίποτα από όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία δεν πρέπει να κάνει κανέναν ευτυχισμένο. Πέρα από τα γεγονότα που οδήγησαν στις σημερινές μάχες, αυτό που βλέπουμε, για άλλη μια φορά, είναι ένας πόλεμος στον οποίο οι απώλειες υφίστανται σε χώρες που χαρακτηρίζονται ως περιφερειακές από τις παγκόσμιες δυνάμεις.

Στον δυτικό καπιταλιστικό ηγεμονικό κόσμο, κάθε πράξη πολέμου απεικονίζεται μεμονωμένα και όχι σε συνδυασμό με άλλες. Η διαίρεση της Γιουγκοσλαβίας, η απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το ISIS, η Συρία, το Πακιστάν, η Παλαιστίνη, η Λιβύη και η Υεμένη έχουν όλα κάτι κοινό: τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Για κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα, ο ιδεολογικός μηχανισμός του “νατοϊκού” ιμπεριαλισμού δημιούργησε μια αφήγηση όπου ο ένοχος, ο επιτιθέμενος, ήταν κάποιος άλλος.

Ας μην εξαπατούμε τους εαυτούς μας, χωρίς να δικαιολογούμε την επιθετικότητα που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, και είμαι πεπεισμένος ότι ο σημερινός πόλεμος ήταν δυνατόν να αποφευχθεί, αυτό το τελευταίο επεισόδιο είναι ένα ακόμη στις αυτοκρατορικές προσπάθειες του ΝΑΤΟ να καθυστερήσει την απώλεια της ηγεμονίας του σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ακυβέρνητος.

Τα λόγια του Φιντέλ είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρα, όταν είπε: “Ο κόσμος δεν θα μπορούσε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τον πόλεμο: “Εξαλείψτε τη φιλοσοφία της λεηλασίας και η φιλοσοφία του πολέμου θα εξαφανιστεί”.

Πηγή: Σύλλογος Γιάννης Κορδάτος

Ο θάνατος του ΝΑΤΟ – ένας επικήδειος

Ανακοινώθηκε ο θάνατος ενός 73χρονου που έφυγε από τη ζωή μετά από πολλά χρόνια φθίνουσας φυσικής κατάστασης και αυξανόμενης ανημπόριας.

Γεννημένο στις 4 Απριλίου 1949, το ΝΑΤΟ ήταν παιδί Αμερικανού πατέρα και Ευρωπαίας μητέρας. Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, αλλά καθώς οι δεκαετίες προχωρούσαν, το ΝΑΤΟ έγινε τελικά μέρος μιας μεγάλης εκτεταμένης οικογένειας, τα αδέλφια της οποίας εξαπλώθηκαν σε 30 χώρες.

Οι γονείς, οι οποίοι γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ονόμασαν τον απόγονό τους Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου, ένας τίτλος που υποδήλωνε τις φιλοδοξίες τους για το παιδί, αν και είναι αμφίβολο αν ο νεαρός θα πετύχαινε ποτέ τους στόχους που είχαν θέσει οι γονείς.

Ξεκίνησε τη ζωή του με μεγάλη αισιοδοξία ως “αμυντική συμμαχία”, αλλά κατά τη διάρκεια των χρόνων της ενηλικίωσής του, γινόταν όλο και πιο σαφές ότι ο πόλεμος που έλεγε συνεχώς στους ανθρώπους ότι αποτελούσε μια τέτοια απειλή, δεν επρόκειτο να συμβεί στην πραγματικότητα. Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν έγινε ποτέ “Θερμός” και, ελλείψει πραγματικού σκοπού, η ψυχική υγεία του ΝΑΤΟ άρχισε να υποφέρει – μαστιζόταν από χρόνιο άγχος και παράνοια, καθώς φαινόταν ανίκανο να καταλάβει γιατί οι καταστροφές που προέβλεπε και ενάντια στις οποίες θα “αμύνονταν”, δεν συνέβησαν ποτέ. Πρέπει να ήταν μεγάλη απογοήτευση για τους γονείς, αν και συνέχισαν να ικανοποιούν τις φαντασιώσεις του κακομαθημένου παιδιού τους.

Κατά τραγικό τρόπο, καθώς γερνούσε, το ΝΑΤΟ έδειξε να υποφέρει από ένα είδος κρίσης μέσης ηλικίας και προσπάθησε να επανεφεύρει τον εαυτό του ως ένα είδος παγκόσμιου αστυνόμου, κάνοντας μια νέα δήλωση αποστολής. Σκόπευε να βρει νέα δουλειά στη διαχείριση κρίσεων. Ωστόσο, ένα συγκεκριμένο εγχείρημα στον τομέα αυτό, που αρχικά είχε προγραμματιστεί ως σύντομες οικογενειακές διακοπές στο Αφγανιστάν, κατέληξε να διαρκέσει 20 χρόνια. Και όταν τελικά το ΝΑΤΟ επέστρεψε στην πατρίδα του, άφησε πίσω του μια πολύ μεγαλύτερη κρίση από αυτή που υπήρχε πριν από την εμπλοκή του. Υπήρχαν επίσης οικογενειακές διαμάχες: ο πόλεμος στη Συρία αποτέλεσε αιτία περαιτέρω ανησυχίας για την ευημερία του ΝΑΤΟ, όταν ένα μέλος, η Τουρκία, έγινε “απειλή” για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, λόγω μιας κρίσης που δημιουργήθηκε από ένα άλλο μέλος, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η άνοδος του ΝΑΤΟ από τις ταπεινές του ρίζες στην αυτοαποκαλούμενη αστυνομική δύναμη ασφαλείας για 600 εκατομμύρια ανθρώπους είχε σοβαρό προσωπικό φόρο αίματος. Εκτός από την παράνοια, άρχισε να πάσχει από αυταπάτες μεγαλείου και να αναπτύσσει προβλήματα παχυσαρκίας, διογκούμενο με όλο και περισσότερες χώρες. Έγινε επιρρεπές σε εκρήξεις θυμού: κατά καιρούς υπέστη εκρήξεις βίας μακριά από τις γειτονιές όπου μεγάλωσε, όπως η Λιβύη. Κάποιοι στενοί γνωστοί, ακόμη και κάποια μέλη της οικογένειας, προέτρεπαν σε αυτοσυγκράτηση και ένας από αυτούς – η Γαλλία – ήταν ο πρώτος που έκανε τη διάγνωση ότι το ΝΑΤΟ ήταν “εγκεφαλικά νεκρό”. Η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε ακριβής και σηματοδότησε το σημείο στο οποίο η παρακμή του ΝΑΤΟ φαινόταν να είναι μη αναστρέψιμη. Στην πραγματικότητα, ο ενθουσιασμός του ΝΑΤΟ για επέκταση είχε αναπτύξει έναν εθισμό, μια εξουθενωτική συνήθεια, η οποία δυστυχώς είχε ενθαρρυνθεί από τον Αμερικανό πατέρα του, με τη βοήθεια κακώς πληροφορημένων μελών της Γερουσίας στην Ουάσιγκτον, που του επέτρεψαν – το ενθάρρυναν – να αποκτήσει νέα μέλη.

Ωστόσο, ο εθισμός αυτός, αντί να το βοηθά να διαχειριστεί οποιαδήποτε κρίση, στην πραγματικότητα δημιουργούσε νέες κρίσεις, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Ουκρανία, όπου η απειλή της συνεχιζόμενης επέκτασης προς Ανατολάς ανακηρύχθηκε ως ένα από τα αίτια της σύγκρουσης με τη Ρωσία. Το ΝΑΤΟ είχε προειδοποιηθεί εδώ και πολλά χρόνια ότι η ορμητική συμπεριφορά του θα οδηγούσε μια μέρα σε προβλήματα, αλλά όπως πολλοί εθισμένοι έδειχνε να μην μπορεί να σταματήσει τον εαυτό του. Αυτό που είχε ξεκινήσει ως μια ήπια μορφή ενθουσιασμού εξελίχθηκε σε μανία για ένα ναρκωτικό στο οποίο δεν φαινόταν να υπάρχει αντίδοτο. Όπως πολλοί εθισμένοι, θα μπορούσε να βοηθηθεί μόνο αν ήθελε να βοηθήσει τον εαυτό του, και δυστυχώς αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Ήταν σε άρνηση για αρκετό καιρό, και όπως πολλοί εθισμένοι, το ΝΑΤΟ έλεγε ψέματα για να πετύχει το δικό του σκοπό. Αν και τίποτα δεν διατυπώθηκε γραπτώς, διαβεβαίωσε επανειλημμένα τη Ρωσία ότι δεν είχε καμία πρόθεση να επεκταθεί προς τα ανατολικά, ούτε καν “κατά μία ίντσα”. Οι συνέπειες της αποτυχίας να αναγνωρίσουμε αυτή τη διπροσωπία φαίνονται σήμερα στην Ουκρανία.

Σε αυτό το στάδιο, η αιτία του θανάτου του ΝΑΤΟ δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί, αλλά είναι πιθανό να πρόκειται για επιπλοκές που προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα κατάχρησης. Το ΝΑΤΟ αφήνει πίσω έναν κόσμο που έχει κουραστεί από οργανισμούς που ισχυρίζονται ότι είναι πρώτα μια αμυντική συμμαχία και στη συνέχεια ένας οργανισμός διαχείρισης κρίσεων, ενώ η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα αποτελούν όχημα για την προβολή της αμερικανικής ηγεμονίας στον κόσμο. Είναι ένα απλό εργαλείο (με έναν Αμερικανό στρατηγό πάντα επικεφαλής) για την επίτευξη όχι της ειρήνης ή της σταθερότητας, αλλά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία τις περισσότερες φορές δεν περιλαμβάνει ούτε ειρήνη ούτε σταθερότητα.  Λόγω της δυσκολίας του να αναγνωρίσει την αλήθεια μιας κατάστασης, το ίδιο το ΝΑΤΟ μπορεί να μην αντιλαμβάνεται καν ότι είναι νεκρό. Όπως λέει και η παροιμία – είναι νεκρό, αλλά δεν οριζοντιώνεται.

Πηγή: Global Times

Μετάφραση: antapocrisis

Προς αποκατάσταση του whataboutism

Η λέξη “whataboutism” χρησιμοποιείται για να φιμώσει και να προσβάλει τους αντιπάλους του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ. Θα πρέπει να αποκαταστήσουμε αυτή την έννοια ως μέσο αποκάλυψης όσων κρατιούνται στο σκοτάδι.

Όποιος μιλάει ανοιχτά ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό ή τον ρατσισμό, με συγκεκριμένα παραδείγματα των δεινών που προκαλούν, αναμένει ότι κατά πάσα πιθανότητα θα κατηγορηθεί για «whataboutism». Με ακρίβεια ρολογιού, τυχόν πράξη αποκάλυψης αμερικανικών εγκλημάτων θα οδηγήσει στην κατηγορία που χρησιμοποιείται για να φιμώσει τη διαφωνία.

Όταν επικρατεί η πολεμική προπαγάνδα σχετικά με την Ουκρανία ή με οποιοδήποτε άλλο μέρος που ο ηγεμόνας κάνει τη βρώμικη δουλειά του, είναι λογικό να κάνουμε διερευνητικές ερωτήσεις. Γιατί οι θάνατοι 14.000 ανθρώπων που σκοτώθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο της Ουκρανίας κρύβονται κάτω από το χαλί; Γιατί απαγορεύεται να ρωτάς για την καταστροφή της Λιβύης από τις ΗΠΑ; Αλλά από τη στιγμή που θα κάνει κανείς μια καλή ερώτηση, θα του πουν ότι μόνο και μόνο με το να θέσει το θέμα, είναι απόδειξη της αμαρτίας του whataboutism.

Τη λέξη whataboutism τη συναντάμε στο λεξικό και ορίζεται ως, «η πράξη ή η πρακτική της απάντησης σε μια κατηγορία για αδίκημα με τον ισχυρισμό ότι ένα αδίκημα που διαπράχθηκε από κάποιον άλλον είναι παρόμοιο ή χειρότερο».

Η κατηγορία έχει σκοπό να λογοκρίνει τον ομιλητή, να δικαιολογήσει τις ενέργειες των ΗΠΑ και να υπερασπιστεί τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη μεριά τους. Οι αρνήσεις και οι συγγνώμες είναι ακριβώς ο λόγος που πρέπει να υπερασπιστούμε το whataboutism. Είναι πράγματι απαράδεκτο να μην μπορούμε να αντιπαραθέσουμε επαληθεύσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες που αποκαλύπτουν τα ψέματα και τα εγκλήματα.

Ο όρος έχει αποκτήσει δημοτικότητα επειδή υπάρχει πολλή υποκρισία που πρέπει να αποκαλυφθεί και υπάρχουν πολλοί οπαδοί του αμερικανικού εξαιρετισμού (σ.μτφ. Ο όρος αφορά την πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ εξαιρούνται των κανόνων που πρέπει να ισχύουν για όλους τους άλλους), οι οποίοι υπερασπίζονται αυτό που θα έπρεπε να καταδικάζουν. Όταν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει τη διερεύνηση της «Κατάστασης στην Ουκρανία», τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί τους εταίροι χαιρέτησαν την ανακοίνωση και υπέδειξαν ως ένοχο τη Ρωσία. Δεν επεσήμαναν ότι οι ΗΠΑ, όπως και η Ρωσία, δεν έχουν υπογράψει τη Συνθήκη της Ρώμης που δημιούργησε το Διεθνές Δικαστήριο. Όχι απλά οι ΗΠΑ δεν είναι μέλος, αλλά το 2002 το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο περί προστασίας των μελών των αμερικανικών υπηρεσιών, που έγινε ευρέως γνωστός ως νόμος εισβολής της Χάγης. Δίνει στις ΗΠΑ το δικαίωμα να αποσπάσουν από το δικαστήριο οποιονδήποτε Αμερικανό κρατείται. Επιπλέον, ο νόμος απαγορεύει την έκδοση Αμερικανών στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Τα χτυπήματα στο στήθος για την έρευνα για την Ουκρανία, θα πρέπει σίγουρα να συνοδευτούν από μια συζήτηση για την εχθρότητα των ΗΠΑ προς το Διεθνές Δικαστήριο. Αυτό είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα για το πότε και πώς εφαρμόζεται η κατηγορία του whataboutism. Το να μην αναφέρουμε τη σχέση των ΗΠΑ ή μάλλον την έλλειψη αναγνώρισης των ΗΠΑ προς το Διεθνές Δικαστήριο, θα ήταν ένδειξη συμφωνίας με το δόγμα του εξαιρετισμού.

Εάν ο Βλαντιμίρ Πούτιν περιγράφεται ως εγκληματίας πολέμου, κακοποιός, δικτάτορας και σύγχρονος Χίτλερ, είναι σκόπιμο και πράγματι απαραίτητο να αναρωτηθούμε για τους Αμερικανούς προέδρους. Για λόγους συντομίας, ας πάρουμε υπόψη μόνο εκείνους τους Αμερικανούς προέδρους που υπηρέτησαν από το 2001 και μετά. Οι εισβολές και οι επεμβάσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική, στην Κεντρική Ασία και στο Κέρας της Αφρικής έχουν εκτοπίσει περισσότερους από 37 εκατομμύρια ανθρώπους από τότε που ξεκίνησε ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας». Γιατί να μην αποκαλούνται επίσης εγκληματίες πολέμου ο Τζορτζ Μπους, ο Μπαράκ Ομπάμα, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζο Μπάιντεν; Η σιωπή απέναντι στην εγκληματικότητά τους, δίνει άδεια και έγκριση στις επιθέσεις των ΗΠΑ.

Ο αμερικανικός εξαιρετισμός είναι μια ασθένεια που μολύνει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αυτής της χώρας. Δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται ελάχιστη προτροπή για να υπερασπιστούν τα παραπτώματα του έθνους τους. Ο Τζορτζ Μπους θεωρείται πλέον ως ένας συμπαθής παππούς που ζωγραφίζει φωτογραφίες κουταβιών. Υπάρχει ελάχιστη προθυμία να αναλογιστούμε το ένα εκατομμύριο νεκρούς από την εισβολή στο Ιράκ. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε μεγάλη ενόχληση.

Κάθε είδηση ​​για μετανάστες που επιχειρούν την επικίνδυνη διέλευση από τη Βόρεια Αφρική στην Ευρώπη, θα πρέπει να στέκεται στην καταστροφή της Λιβύης που έγινε υπό την καθοδήγηση του Μπαράκ Ομπάμα. Αλλά ο Ομπάμα ήταν ο πρώτος μαύρος πρόεδρος και εξακολουθεί να θεωρείται πρότυπο ευθύτητας, ένας άνθρωπος που έφερε ελπίδα και αλλαγή. Η επισήμανση της ευθύνης του για μια συνεχιζόμενη ανθρωπιστική κρίση μοιάζει υπερβολική στους ανθρώπους που προπαγανδίζουν ότι πιστεύουν στην ηθικότητά του και στην ηθική του έθνους.

Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μπορεί συνήθως να υποτιμάται και να υβρίζεται, δεν εγκαλείται ότι συνέχισε τους πολέμους των προκατόχων του, ούτε ότι εξόντωσε τουλάχιστον 40.000 Βενεζουελάνους μέσω του καθεστώτος κυρώσεων. Το σύνδρομο διαταραχής του Τραμπ, δεν επεκτείνεται στα εγκλήματά του κατά των ανθρώπων του παγκόσμιου Νότου. Ο μύθος της λευκής υπεροχής και του εξαιρετισμού, είναι πολύ ισχυρός.

Αυτός ο μύθος δεν μπορεί να ξεριζωθεί, αν δεν έρθουν στο φως τα δυσάρεστα γεγονότα. Αν οι ανίδεοι και οι συμβιβασμένοι θέλουν να φωνάξουν “whataboutism”, με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους, ας το κάνουν. Οι στόχοι της περιφρόνησής τους όμως, δεν έχουν καμιά ανάγκη να δικαιολογηθούν. Στην πραγματικότητα, θα πρέπει να υπερασπίσουν περήφανα τη λέξη, και να πολλαπλασιάσουν τις αναφορές τους σε οποιασδήποτε πληροφορία που προκαλεί ρήγματα στη γνώση μας για τον κόσμο.

Ο πλανήτης πρέπει να γνωρίζει για τα εγκλήματα της Αμερικής και των συμμάχων της. Όταν τα ίδια ευρωπαϊκά έθνη που αποδιώχνουν τους Αφρικανούς και τους πρόσφυγες της Μέσης Ανατολής ανακοινώνουν ότι θα δεχτούν όλους μα όλους ανεξαιρέτως τους Ουκρανούς, σίγουρα το “whataboutism” είναι σωστό. Όταν ο Μπάιντεν υποτίθεται ότι δίνει διάλεξη για την ηθική της Ρωσίας, τότε σίγουρα πρέπει να αναφερθούμε στην απόφασή του να κλέψει 7 δισεκατομμύρια δολάρια από τα αποθεματικά του Αφγανιστάν. Οι Αφγανοί σημειωτέον βρίσκονται σε τόσο απελπιστική κατάσταση που πολλοί από αυτούς πουλάνε τα νεφρά τους για να μπορέσουν να φάνε.

Η κρίση στην Ουκρανία είναι απλώς το τελευταίο παράδειγμα μιας ευκαιρίας να επισημανθούν τα λάθη που διαπράχθηκαν από τις ΗΠΑ και τους εταίρους τους. Κανείς δεν πρέπει να αποφεύγει να το πράξει, ούτε καν όταν το “whataboutism” χρησιμοποιείται υποτιμητικά ενώ στην πραγματικότητα είναι τιμητικό.

Πηγή: Black Agenda Report

Μετάφραση: antapocrisis

Η απολογία ενός …Πουτινικού

Ήμουν 6 χρόνων όταν κατά λάθος και από… «γονική αμέλεια» είδα ένα τηλεοπτικό «ρεπορτάζ» που υπερθεματίζοντας για το δίκαιο της αμερικανικής εισβολής κατά τον 1ο πόλεμο του κόλπου, «αποκάλυπτε» τη φρίκη που σκορπούσαν οι ιρακινές δυνάμεις στο Κουβέιτ. Αναπαρήγαγε την κατάθεση της Nayirah, ενός 15χρονου κοριτσιού-εθελόντρια νοσοκόμα στο νοσοκομείο Alldar, που είχε μόλις δραπετεύσει από τη φρίκη των συγκρούσεων. Και που στις 10 Οκτωβρίου του 1990, κατέθετε στη Συνέλευση του Αμερικανικού Κογκρέσου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ότι είδε με τα μάτια της Ιρακινούς στρατιώτες να εισβάλουν στη μονάδα νεογνών του νοσοκομείου της, να σκοτώνουν και να πετούν δεκάδες αβοήθητα νεογνά στο πάτωμα, κλέβοντας τις θερμοκοιτίδες τους. Ήταν ότι πιο αποτρόπαιο μπορούσα να διανοηθώ ποτέ…

Η «αμέλεια» αποκαταστάθηκε, μου έκοψαν μαχαίρι την τηλεόραση κι έτσι δυστυχώς δεν έμαθα για καιρό ότι μόλις 2 χρόνια αργότερα, αποκαλύφθηκε ότι η Nayirah al-Sabah δεν ήταν εθελόντρια-νοσοκόμα αλλά κόρη του Saud al-Sabah, πρέσβη του Κουβέιτ στις ΗΠΑ. Η «μαρτυρία» της δεν ήταν μαρτυρία αλλά στημένη κατάθεση από την Hill & Knowlton για λογαριασμό της κυβέρνησης του Κουβέιτ, στα πλαίσια της καμπάνιας «Πολίτες για την Ελευθερία του Κουβέιτ». Τουλάχιστον ήταν πράγματι 15 ετών.

Ήμουν 19 χρόνων, όταν πλέον παρακολουθούσα… νόμιμα, την κάλυψη της 2ης εισβολής των Νατοϊκών στο Ιράκ. Η τηλεοπτική εικόνα που ανακαλώ -ή που σωστότερα μου είχε επιβληθεί- είναι ότι είχαμε να κάνουμε με τον πιο «έξυπνο» πόλεμο που είχε δει μέχρι τότε ο πλανήτης, κάτι σαν video-game. «Έξυπνη» επιλογή στόχων, «έξυπνα» όπλα, «έξυπνες» βόμβες, τεράστιο βεληνεκές, ανίκητος επιτιθέμενος που πατάει ένα πλήκτρο μερικές χιλιάδες μίλια μακριά και πλήττει μαύρες φιγούρες σε λευκό φόντο, όπως αποδεικνυόταν με live παραδείγματα από εικόνες θερμικών καμερών και δορυφορικών πλατφορμών. Αυτή τη φορά, οι μαθημένες στον εξ’ αποστάσεως πόλεμο ΗΠΑ (τις πρώτες 42 μέρες της επιχείρησης «Καταιγίδα της Ερήμου» είχαν ριφθεί 88.500 τόνοι βομβών), θα περιόριζαν εντελώς τις απώλειες αμάχων.

Εκείνη τη φορά έμαθα σύντομα ότι μόνο κατά την πρώτη φάση της εισβολής, από τις 19 Μάρτη έως τις 20 Απρίλη, μόλις τον πρώτο μήνα δηλαδή, οι νεκροί Ιρακινοί ήταν -σύμφωνα με τις μετριοπαθέστερες καταγραφές της «Συμμαχίας των Προθύμων»- 10000 ένοπλοι και 4000 άμαχοι, πολλοί παρατηρητές μιλούν για πάνω από 30000 απώλειες. Ας θυμηθεί κανείς ότι η «επίσημη απόσυρση» των Αμερικανών ήρθε 8 ολόκληρα χρόνια μετά από αυτόν το μήνα.

Τι νόημα έχουν τα παραπάνω τη στιγμή που η Ρωσία πολιορκεί το Κίεβο; Να αντιπαραθέσει τις εκατόμβες των νεκρών της σύγχρονης ιστορίας των Νατοϊκών πολέμων με τις εκατοντάδες των νεκρών -μέχρι τώρα- του πολέμου της Ουκρανίας; Όχι. Με τις χιλιάδες των δολοφονημένων Ρώσων και ρωσόφωνων της Ανατολικής Ουκρανίας από το 2014 μέχρι σήμερα; Επίσης όχι. Η ζωή για εμάς έχει αυταξία. Ούτε ένας νεκρός, ούτε ένας πρόσφυγας δε θα είναι ποτέ δικαιολογημένη «παράπλευρη απώλεια».

Τον Απρίλιο του 1999, το ΝΑΤΟ αξιολογεί το κτήριο Τηλεπικοινωνιών του RTS στη Γιουγκοσλαβία ως μέρος της προπαγανδιστικής μηχανής του Μιλόσεβιτς και το βομβαρδίζει χωρίς καμιά προειδοποίηση, δολοφονώντας 16 άμαχους-εργαζόμενους. Μόλις πριν λίγες ώρες, οι Ρώσοι αξιολογούν τον πύργο τηλεπικοινωνιών στο Κίεβο ως στρατηγικό στόχο. Ώρες πριν το ανακοινώνουν. Αναμεταδίδονται από ρωσικά ηλεκτρονικά μέσα μηνύματα που καλούν τους πολίτες που μένουν κοντά να απομακρυνθούν. 5 νεκροί από την επίθεση – άγνωστο προς το παρόν εάν ήταν ένοπλοι ή όχι.

Τι νόημα έχει το παραπάνω όταν άνθρωποι στριμώχνονται στα καταφύγια; Να αναδείξει μια ιδιότυπη «ηθική του πολέμου» που ήταν ξεχασμένη για πολλά χρόνια; Όχι. Η ηθική του πολέμου δεν αφορά κανέναν από όσους δεν τον προκάλεσαν, δεν επιθυμούν τη συνέχισή του, δεν κερδίζουν από αυτόν.

Όμως η πραγματικότητα βοά. Μια ολόκληρη γενιά που σήμερα παρακολουθεί από τα μέσα –έστω διαφορετικά μέσα από αυτά που παρακολουθούσα 30 χρόνια πριν- διαμορφώνει άποψη που αφορά τόσο τον πόλεμο όσο και την ειρήνη.

Μαθαίνει από τα ελληνικά ΜΜΕ ότι η ομιλία του ακροδεξιού ανθρώπου των ΗΠΑ Ζελέσνι στο ευρωκοινοβούλιο είναι ισοδύναμη ως εικόνα με την ομιλία του Γκεβάρα στην Τριηπειρωτική.

Μαθαίνει ότι είναι δείγμα αποτυχίας της επίθεσης να μην καταλαμβάνεται μια χώρα με την έκταση της Γαλλίας μέσα σε 3 ημέρες και σίγουρα αυτό υποδηλώνει λυσσαλέα αντίσταση από τον αμυνόμενο – ακόμη κι αν δεν είχε διακηρυχθεί ποτέ κάτι τέτοιο ως στόχος από τον επιτιθέμενο.

Μαθαίνει ότι η απαγόρευση πώλησης και μετακίνησης κεφαλαίων ξένων επενδυτών εκτός χώρας σε καιρό πολέμου, είναι παράλογο, μέτρο κομμουνιστικής εκτροπής, σημάδι πανικού και προμήνυμα κατάρρευσης.

Μαθαίνει ότι το «αντάρτικο» και η υπεράσπιση των πάτριων εδαφών, είναι ηθικό να γίνεται από έναν κονιορτό φασιστών, ακροδεξιών, σωματεμπόρων  και εμπόρων όπλων, μισθοφόρων και ξένων πρακτόρων, χρηματοδοτούμενο από τον εσμό νεόκοπων ολιγαρχών και φιλοδυτικών και εξοπλιζόμενο αδρά από την αμαρτωλή Δύση.

Μαθαίνει ότι η ρωσική αντίδραση στη Νατοϊκή περικύκλωση είναι λογικό να τιμωρηθεί με διεθνή αποκλεισμό στα πεδία του πολιτισμού και του αθλητισμού την ώρα που οι χιτλερικοί το 1936 διοργάνωναν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, με τον Χίτλερ να παρακολουθεί από τις κερκίδες του Ολυμπιακού Σταδίου του Βερολίνου τον έγχρωμο Τζέσε Όουενς να κερδίζει 4 χρυσά μετάλλια.

Μαθαίνει ότι δεν έχει σημασία το αν βομβαρδίζεις ή αν βομβαρδίζεσαι για να αποκλειστείς από τις αθλητικές διοργανώσεις. Το κριτήριο δεν είναι αν είσαι επιτιθέμενος ή αμυνόμενος. Το κριτήριο είναι αν είναι ενάντια στους Αμερικάνους ή όχι. Το 1999 αποκλείονταν οι Σέρβοι – οι αμυνόμενοι, σήμερα οι Ρώσοι – οι εισβολείς. Την ίδια στιγμή οι Ισραηλινοί φονιάδες αγωνίζονται παντού κανονικότατα και ένα πανό “Free Palestine” σε ευρωπαϊκό αγώνα ποδοσφαίρου, τιμωρείται με πρόστιμο και αποκλεισμό. Αλλά όχι το πανό «Stand with Ukraine” – αυτό προκαλεί ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού.

Μαθαίνει -δια στόματος Άννας Διαμαντοπούλου- ότι η Γερμανία έχει κάποια «ηθική υποχρέωση απέναντι στην ιστορία της να πρωτοστατήσει στις πιο βαριές κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας». Από πού απορρέει αυτή η ηθική υποχρέωση αλήθεια; Τι ακριβώς συνέβη κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ήρθε η ώρα να ξεπληρωθεί;

Μαθαίνει ότι «ορθόδοξες βόμβες, σκότωσαν ορθόδοξους ομογενείς» ακόμη και αν φαίνεται ότι τελικά στο Σαρτανά δεν επιχειρούσαν ρωσικές δυνάμεις, ακόμη και αν μαρτυρίες από τη Μαριούπολη αναφέρουν ότι το ναζιστικό τάγμα Αζόφ δρα ανεξέλεγκτα. Ακόμη και αν η ίδια η ανακοίνωση του ελληνικού προξενείου κάνει λόγο για «ομάδες που μπορεί να εμποδίσουν την έξοδο αμάχων»,παραδεχόμενη ότι ο κίνδυνος βρίσκεται στο ακροδεξιό παρακράτος που έστησε η ουκρανική κυβέρνηση.

Μαθαίνει ότι η αποστολή όπλων ισοδυναμεί με ανθρωπιστική βοήθεια και ότι αποτελεσματική και υπεύθυνη αντιπολίτευση είναι να εκφράζεις τον «προβληματισμό» σου (sic) για την αποστολή των όπλων αυτών.

Μαθαίνει τέλος ότι ΚΑΝΕΙΣ μα ΚΑΝΕΙΣ από το χώρο των ΜΜΕ δε θα λογοδοτήσει για τις εκατοντάδες κατασκευασμένα βίντεο από τα ατυχήματα στο ΜΕΤΡΟ της Ρώμης, από σεισμούς, λιμούς, και καταποντισμούς που όλα χρεώνονται στη ρωσική εισβολή, από άλλες, παλιότερες συρράξεις που εμφανίζονται ως τωρινές, για τις εικόνες του «πρώτου νεκρού του πολέμου» που παραμένει ο ίδιος (πεθαίνει και ανασταίνεται) στους τελευταίους 3 πολέμους, για τις εικόνες του Ουκρανού πατέρα που τελικά ήταν Ρώσος πατέρας. Θα ήταν αναμενόμενο αυτά να παράγονται ως προπαγάνδα από τις αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά αναπαράγονται από την εγχώρια συμμορία, που είναι ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στο αλεύρι, που κλαίει και οδύρεται για τους ήρωες της Ουκρανίας αλλά ξεχνάει βολικά την Κύπρο που «κείται μακράν».

Από σήμερα έχω έναν ακόμη λόγο να νιώθω αποστροφή για την πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ και των ευρωατλαντιστών: το ότι ελπίζω αυτός ο πόλεμος να τελειώσει όσο το δυνατό πιο γρήγορα και με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες, αλλά όχι με την επικράτηση της πιο επικίνδυνης και επιθετικής υπερδύναμης, που έχει βάψει στο αίμα δεκάδες χώρες του πλανήτη, που ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις κατά το δοκούν, που οργανώνει πραξικοπήματα και περικυκλώνει απειλητικά τους αντιπάλους της, που εξαπολύει την προπαγάνδα του μίσους σε όσους δεν την αναγνωρίζουν ως ηγεμόνα τους. Οι ΗΠΑ πρέπει να χάσουν, γιατί μόνο έτσι η ανθρωπότητα μπορεί να ανασάνει.

Το να αισθάνεται κάποιος άνθρωπος σήμερα έτσι, τον κάνει στόχο μιας απόλυτης μηχανής προπαγάνδας. Αλλά μέσα σε αυτό το τσουνάμι ψεμάτων, συκοφαντιών, μακαρθισμού, κυνηγιού μαγισσών, αντιρωσικού παροξυσμού, δεν μπορώ να ξεχάσω σε τι κόσμο ζούμε. Δεν μπορώ να διαγράψω τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας που διαπράττονται εδώ και τρεις δεκαετίες, ακόμα κι αν οι εγκληματίες παριστάνουν τους τιμητές.

Με κάνει αυτό Πουτινικό;

Δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα σε αυτή τη ζωή.

Πούτιν και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο;

Τα παρακάτω είναι όλα σωστά: 

  • Κάθε πολεμική αναμέτρηση φέρνει όλεθρο και καταστροφή στους λαούς και επομένως είμαστε με την ειρήνη.
  • Η ρωσική ηγεσία έχει αντικομμουνιστικό και αντιδραστικό χαρακτήρα και δεν έχει την παραμικρή σχέση με τα προτάγματα της κοινωνικής προόδου και του κομμουνισμού.
  • Όταν παραβιάζουν την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας σου, η αντίσταση στον εισβολέα είναι δίκαιη. 
  • Κάθε χώρα έχει δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού. 
  • Είναι κίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη να θέτει μια υπερδύναμη τις πυρηνικές της δυνάμεις σε ετοιμότητα.

Πράγματι, τον πόλεμο τον ξεκίνησε η Ρωσία, ο Πούτιν δεν έχει την παραμικρή σχέση με το σοβιετικό παρελθόν, η Ρωσία παραβίασε την εδαφική κυριαρχία της Ουκρανίας, η Ουκρανία (δια της κυβέρνησής της) ζήτησε να μπει στο ΝΑΤΟ, ενώ η ρωσική ηγεσία έθεσε τα πυρηνικά της όπλα σε κατάσταση συναγερμού. 

Αλλά και τα παρακάτω είναι όλα σωστά:

  • Μια χώρα οφείλει να σέβεται τη ζωή, την περιουσία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό όλων των πολιτών της.
  • Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να διεξάγει πογκρόμ ενάντια σε αντιφρονούντες, να οργανώνει τάγματα θανάτου ενάντια σε πολιτικούς αντιπάλους, να εξαπολύει εθνοκαθαρτικές διώξεις ενάντια σε μειονότητες.
  • Μια χώρα που υπογράφει μια διεθνή συνθήκη δεν μπορεί να την κουρελιάζει, ειδικά όταν αυτή η συνθήκη συνιστά οδικό χάρτη εξόδου από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. 
  • Μια κυβέρνηση που εκλέχτηκε σε συνθήκες κατατρομοκράτησης αντιπάλων, απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων, αποκλεισμού μειονοτήτων, δεν μπορεί να επικαλείται τη δημοκρατική της νομιμοποίηση.
  • Τέλος, μια χώρα που γειτονεύει με τη δεύτερη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη του κόσμου, δεν μπορεί να μην παίρνει υπόψη της τις δικαιολογημένες ανησυχίες για την ασφάλεια και την περικύκλωσή της, από την πρώτη πυρηνική δύναμη του κόσμου. 

Πράγματι, η Ουκρανία από το 2014 δεν σεβάστηκε τη ζωή, την περιουσία και τη γλώσσα όλων των πολιτών της. Η κυβέρνηση του Κιέβου οργάνωσε αιματηρά πογκρόμ ενάντια στη ρωσική μειονότητα και στους αντιφρονούντες, τα τάγματα θανάτου που εξαπέλυσε σε Οδησσό και Ντονμπάς επιδόθηκαν σε πρωτοφανείς αγριότητες (βιασμούς, δολοφονίες, εμπρησμούς κοκ), ενώ οι εκλογές του 2019 που έφεραν στην εξουσία τον Ζελένσκι, διεξήχθησαν σε περιβάλλον αγριοτήτων ενάντια σε πολιτικούς αντιπάλους.

Αν ισχύουν και τα μεν και τα δε, πώς ορίζεται μια προοδευτική στάση στο ζήτημα του πολέμου της Ουκρανίας; 

Η εύκολη λύση που επιλέγεται από πλευρές της Αριστεράς στη χώρα μας είναι η παραλλαγή του παλιού συνθήματος στη νέα του εκδοχή: Πούτιν και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο. Λέμε στη χώρα μας, γιατί στη μεν Δύση η Αριστερά ανεμίζει Ουκρανικές σημαίες και βουλιάζει μέχρι το μεδούλι στην αντιρωσική υστερία, δίνοντας διαπιστευτήρια στην αστική τάξη, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο, χώρες και κινήματα που έχουν υποστεί την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, δεν τηρούν πολιτική ίσων αποστάσεων. 

Οι ίσες αποστάσεις στον πόλεμο της Ουκρανίας είναι λάθος θέση. 

Ο κίνδυνος για την Αριστερά, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν είναι να ταυτιστεί με τον Πούτιν, αλλά να αφήσει περιθώριο στον κύριο και πιο επικίνδυνο αντίπαλο, στο ΝΑΤΟ και στους επιθετικούς του σχεδιασμούς. Άλλωστε, η “ειρήνη” μετασχηματίστηκε ήδη σε στρατιωτική εμπλοκή της ΕΕ και της χώρας μας στον πόλεμο. 

Η θεολογικού τύπου “σωστή” και “αμόλυντη” πολιτική των ίσων αποστάσεων, φαντασιώνονται ορισμένοι, ότι είναι συνεπής με τον μπολσεβικισμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. 

Το εντελώς ανάποδο. 

Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε από το κόμμα και το κίνημα που πριν από 100 χρόνια έσπασε τον πάγο και χάραξε το δρόμο για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, είναι η πολιτική επιμονή στο πώς ο αντίπαλος μπορεί να ηττηθεί. Είναι η απόλυτη προτεραιότητα στο πού και πώς κατευθύνονται τα χτυπήματα. Είναι η αποφασιστική επίλυση του κρίσιμου κάθε φορά κρίκου. Είναι η αυστηρή ιεράρχηση, πολλές φορές με απόλυτο τρόπο, των καθηκόντων. Είναι η κυριαρχία της επαναστατικής βούλησης έναντι των θεωρητικών σχημάτων. Είναι τέλος η απόφαση να λερώνεις τα χέρια, έχοντας καθαρό μυαλό και αδιαπραγμάτευτη στρατηγική.

Η στάση του λενινισμού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν προκύπτει από τη θεωρητική λατρεία των ορισμών του ιμπεριαλισμού, ούτε από το μαθηματικό τυπολόγιο της σωστής μαρξιστικής στάσης απέναντι στους διαφόρους πολέμους. Προκύπτει από την επαναστατική πεποίθηση ότι πρέπει να γίνει αυτό ακριβώς που θα δώσει χώρο στην ανάδυση ενός νέου υποκειμένου. Στην πορεία άλλωστε, ο ένας ιμπεριαλισμός χρησιμοποιήθηκε εναντίον του άλλου, οι αντιθέσεις χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον για να εδραιωθεί η νέα εξουσία, συνθήκες “προδοτικές” υπογράφηκαν γιατί οι προτεραιότητες το απαιτούσαν, επίπονες και με κόστος αποφάσεις πάρθηκαν, κόντρα στην “επαναστατική καθαρότητα”.

Σήμερα δεν έχουμε ούτε Λένιν, ούτε λενινισμό. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε κομμουνιστικό κίνημα, παρά τις σημαίες και τα σύμβολα. Άρα η επαναφορά τσιτάτων είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση δεν βοηθά. Βοηθά όμως η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και η όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμη εκτίμηση για το πώς θα είναι η επόμενη μέρα κάτω από κάθε ενδεχόμενο. 

Πώς θα ήταν για παράδειγμα η επόμενη ημέρα αν η Δύση επιβεβαίωνε ότι μπορεί να οργανώνει πραξικοπήματα, να εξολοθρεύει αντιπάλους στο εσωτερικό χωρών, να εκκαθαρίζει διαφωνούντες, να οργανώνει διωγμούς με στοιχεία εθνοκάθαρσης και να μεταστρέφει τον προσανατολισμό κρατών ολόκληρων, με δόλια μέσα;

Πώς θα είναι η επόμενη μέρα αν το ΝΑΤΟ βγει νικητής στον πόλεμο της Ουκρανίας; Πράγμα στρατιωτικά δύσκολο στο βαθμό που δεν εμπλέκεται με δικό του στρατό, αλλά πολιτικά όχι, καθώς η αντιρωσική υστερία διαμορφώνει τη συνείδηση των λαών της Ευρώπης και η οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση φτάνει σε πρωτοφανή επίπεδα. 

Ποιος λαός και ποιο κίνημα θα τολμήσει να αντισταθεί σε δυτικά πραξικοπήματα αν τους περιμένει η μοίρα των δολοφονημένων της Οδησσού και των ξεριζωμένων του Ντονμπάς;

Ποια χώρα θα τολμήσει να σηκώσει ανάστημα στον οδοστρωτήρα της Νατοϊκής πολεμικής μηχανής αν η Ρωσία (δεύτερη στρατιωτική και πυρηνική δύναμη στον κόσμο) δεν καταφέρει να αποτρέψει μια υπαρκτή απειλή στα σύνορά της;

Ή δεν μας ενδιαφέρει τι αποτέλεσμα θα έχει ο πόλεμος στην Ουκρανία στην αμερικανική επιθετικότητα απέναντι στην Κούβα, στη Βενεζουέλα, ή σε οποιαδήποτε χώρα διανοηθεί να αμφισβητήσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ;

Υπάρχουν στιγμές και εποχές που η σωστή θέση δεν είναι δημοφιλής. 

Στον αντιρωσικό παροξυσμό των ημερών, στην πρωτοφανή επιθετικότητα της Δύσης και του ΝΑΤΟ, στην υστερία που κυριαρχεί στο ελληνικό πολιτικό τοπίο, η μη τήρηση ίσων αποστάσεων είναι αναμφισβήτητα δύσκολη άσκηση πολιτικής. Την κάνει δυσκολότερη η φύση της Ρωσίας, της ηγεσίας Πούτιν, ή ακόμα και οι ντόπιοι ακροδεξιοί, παραθρησκευτικοί και συνωμοσιολόγοι θαυμαστές του. 

Όμως η στάση της Αριστεράς πρέπει να εξακολουθήσει να καθορίζεται από την επιμονή να βρεθεί ο δρόμος να αποδυναμωθεί ο αντίπαλος, να αποτραπεί η καταθλιπτική κυριαρχία του ευρωατλαντικού μονόδρομου, να μη βαρύνει περισσότερο η ταφόπλακα που βαραίνει πάνω από το κίνημα της κοινωνικής ανατροπής.

Αυτό το κίνημα δεν έχει τίποτα κοινό με τη Ρωσία και την αντιδραστική ηγεσία της, αλλά έχει πολλά να χάσει από μια ακόμα φαντασμαγορική νίκη του “ελεύθερου κόσμου” έναντι της “αυτοκρατορίας του κακού”.

8 θέσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία

Η ρωσική επίθεση της 24ης Φεβρουαρίου προκαλεί δικαιολογημένα σύγχυση και ερωτηματικά, όχι φυσικά για τον όλεθρο του πολέμου ή για την αξία της ειρήνης, αλλά για τη στάση που πρέπει να κρατήσει η Αριστερά, το προοδευτικό και δημοκρατικό κίνημα στη χώρα μας και διεθνώς. Σε αυτήν την προσπάθεια, έχει τεράστια αξία η επιμονή σε ιδεολογικά και πολιτικά κριτήρια που οφείλει κανείς να έχει, αν τοποθετείται από την πλευρά του κινήματος ανατροπής, και όχι απλώς συναισθηματικά, αφηρημένα ή στρογγυλεμένα.

Θέση πρώτη: Δεν μπορούν σήμερα να μιλούν για ειρήνη όσοι άργησαν επτά χρόνια να καταλάβουν ότι γίνεται πόλεμος.

Η ρωσική επίθεση είναι ένας αναβαθμισμένος κρίκος στην αλυσίδα συγκρούσεων και αναταραχών που ξεκινά τουλάχιστον από το 2014 με την ανατροπή της φιλορωσικής κυβέρνησης του Γιανουκόβιτς και συνεχίζεται ως σήμερα. Από τότε, 14.000 περίπου άνθρωποι (άμαχοι και όχι στρατιώτες), έχασαν τη ζωή τους, δεκάδες χιλιάδες εκτοπίστηκαν ή ξεσπιτώθηκαν, εκατοντάδες γυναίκες βιάστηκαν, αντιφασίστες δολοφονήθηκαν, συνδικαλιστές κάηκαν ζωντανοί. Μόλις τρεις μέρες πριν, περιοχές της Ουκρανίας βομβαρδίζονταν από το ουκρανικό κράτος.

Τα θύματα της προηγούμενης περιόδου, προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τους ρωσόφωνους πληθυσμούς της ανατολικής Ουκρανίας, με θύτες το καθεστώς του Κιέβου, αλλά και τις ακροδεξιές παραστρατιωτικές ομάδες που έχουν σήμα τη σβάστικα και ανεμίζουν τη νατοϊκή σημαία. Η παρατεταμένη και διαρκής επίθεση σε τμήμα του ουκρανικού λαού είχε εθνικό (στοιχεία εθνοκάθαρσης) αλλά και πολιτικό – ιδεολογικό (ακροδεξιό, φιλοναζιστικό) χαρακτήρα. Η διαδικασία που θα μπορούσε να αποσοβήσει την περαιτέρω όξυνση της κρίσης (Συμφωνία του Μινσκ) τινάχτηκε στον αέρα, πρώτα και κύρια από την ίδια την ουκρανική κυβέρνηση.

Τα παραπάνω δεν συνιστούν φιλορωσική ανάγνωση της πρόσφατης ουκρανικής ιστορίας αλλά μάλλον κοινός τόπος για όσους θέλουν να είναι στοιχειωδώς ειλικρινείς με τον εαυτό τους. Σήμερα, κατόπιν εορτής, ακόμα και οι πλέον φιλοδυτικοί θα παραδεχτούν ότι “το Κίεβο το παράκανε”.

Επομένως η ρωσική επίθεση δεν διεξάγεται σε κενό ιστορίας, αποτελεί έναν αναβαθμισμένο στρατιωτικά κρίκο, σε μια ήδη υπάρχουσα αλυσίδα συγκρούσεων. Οι θάνατοι, ο ξεριζωμός πληθυσμών, οι βομβαρδισμοί περιοχών, ο όλεθρος και η καταστροφή δεν εμφανίστηκαν στην Ουκρανία το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Για σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της είναι καθημερινό καθεστώς, και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερη τάξη μεγέθους, τα τελευταία επτά χρόνια.

Θέση δεύτερη: Η διαρκής επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικά, ήταν αντικειμενικά μια επιθετική πράξη εναντίον της Ρωσίας.

Το διακύβευμα της ουκρανικής κρίσης δεν είναι μόνο, ή κυρίως, η εσωτερική σύγκρουση. Δεν εισέβαλε η Ρωσία στην Ουκρανία απλώς για να προστατεύσει τους ρωσόφωνους πληθυσμούς, ούτε για να τιμωρήσει τους ακροδεξιούς που αιματοκύλισαν την Οδησσό. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η Νατοϊκή περικύκλωση της Ρωσίας.

Τη δεκαετία του 90 η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης έφερε αναπόφευκτα τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, με ρητό αντάλλαγμα τη μη επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς. Πριν περάσουν δέκα χρόνια, από το 1999, το ΝΑΤΟ άλλαξε στρατηγική, αποφασίζοντας τη διεύρυνσή του στο μέγιστο δυνατό βαθμό, με ειδική προτίμηση την ενσωμάτωση πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, περικυκλώνοντας τη Ρωσία. Βαλτικές δημοκρατίες, Πολωνία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Ρουμανία, έγιναν μια περίκλειστη ζώνη με τις βάσεις και τους πυραύλους των ΗΠΑ να σφίγγουν απειλητικά τον κλοιό.

Αυτή η ασύδοτη επέκταση, πέρα από κάθε καταστατικό λόγο ύπαρξης του ίδιου του ΝΑΤΟ, αλλά και ενάντια στις συμφωνίες της προηγούμενης δεκαετίας (μέχρι το 2000 συζητούνταν και η ένταξη της ίδιας της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ), δεν ήταν αρκετή. Ο κλοιός έπρεπε να σφίξει περισσότερο. Η ίδια η εκλογή Μπάιντεν σηματοδότησε ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα ρίξει το βάρος της εναντίον της Ρωσίας. Έκλεισε η περίοδος Τραμπ που πριμοδότησε την αντιπαλότητα με την Κίνα στο πλαίσιο της υπεράσπισης των εγχώριων οικονομικών συμφερόντων των ΗΠΑ.

Η μετασοβιετική Ρωσία παρέμενε επί δεκαετίες ως η διάδοχη “αυτοκρατορία του κακού” για τις ΗΠΑ και τη δυτική προπαγάνδα, βλέποντας τη βορειοατλαντική συμμαχία όχι απλώς να την αναγάγει στον νούμερο ένα εχθρό της, αλλά να παίρνει θέσεις, να στήνει βάσεις, αντιαεροπορικά συστήματα, πυραυλικές εγκαταστάσεις γύρω από τα σύνορά της, ενσωματώνοντας σιγά σιγά τη μία χώρα μετά την άλλη, με κορυφαίο πετράδι στο στέμμα της εξάπλωσης του ΝΑΤΟ την Ουκρανία.

Ωστόσο η Ρωσία του 2020 δεν είναι η Ρωσία του 1998. Η καπιταλιστική της τάξη έχει ανασυγκροτηθεί, το πολιτικό της προσωπικό δεν θυμίζει πλέον τσίρκο (με μόνιμα μεθυσμένο τσιρκολάνο), οι ενεργειακές ροές προς την Ευρώπη την ισχυροποίησαν, ενώ σε κάθε περίπτωση παραμένει μια στρατιωτική υπερδύναμη με πυρηνικό οπλοστάσιο. Η σχετική υποχώρηση των ΗΠΑ, οι εσωτερικές αντιφάσεις της αμερικανικής υπερδύναμης, η ανάδυση της Κίνας, η κρίση της Ε.Ε., δίνουν χώρο και αυξάνουν την αυτοπεποίθηση στη Ρωσία. Από την κρίση του 2014 και μετά, θωρακίζεται ξέροντας ότι οι κυρώσεις εναντίον της θα είναι στην ημερήσια διάταξη του ευρωατλαντικού άξονα.

Θέση τρίτη: Το ΝΑΤΟ είναι ο εμπρηστής του πολέμου.

Κάθε δράση φέρνει αντίδραση. Πώς περιμένει κανείς να αντιδράσει η Ρωσία όταν ξετυλίγεται μια ακόμα πράξη της Νατοϊκής επέκτασης; Τι εκτιμά κανείς ότι θα γίνει ανάμεσα σε μια Ρωσία που είναι διατεθειμένη να πληρώσει βαρύ τίμημα για να σταματήσει η ασφυκτική της περικύκλωση, και στις ΗΠΑ, που επιθυμούν μεν την περικύκλωσή της, βάζοντας όμως ξένο κεφάλι στον ντορβά; Η οργάνωση του Μεϊντάν από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. ήταν η πρώτη πράξη της σύγκρουσης, τα πογκρόμ στην Ανατολική Ουκρανία ήταν η κλιμάκωση, και η ένταξη στο ΝΑΤΟ με τον εξοπλισμό μιας -ανοιχτά εχθρικής πλέον προς τη Ρωσία- Ουκρανίας, η κορύφωση.

Όταν μια στρατιωτική υπερδύναμη απειλείται από μια άλλη, θα αντιδράσει. Όταν βγάλει το πιστόλι στο τραπέζι, έχει αποφασίσει ότι θα το χρησιμοποιήσει. Έχοντας προετοιμαστεί για αυτό επί χρόνια. Η Ρωσία αποφάσισε ότι ήταν σε θέση να πληρώσει υψηλό τίμημα για να αποτρέψει την ολοκληρωτική περικύκλωσή της από το ΝΑΤΟ και την οριστική ένταξη της Ουκρανίας στο αντιρωσικό στρατόπεδο. Τίμημα πολύ μεγαλύτερο από τις κυρώσεις, οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα θα είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές, αν και αυτό μένει να κριθεί τους επόμενους μήνες.

Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, φταίει η Ρωσία που αντιδρά αλλά όχι το ΝΑΤΟ που περικυκλώνει; Φταίει η Ρωσία που επεμβαίνει στρατιωτικά αλλά όχι η ευρωατλαντικού (και ακροδεξιού) προσανατολισμού ηγεσία του Κιέβου που προκάλεσε εκατόμβες με πολλαπλάσιο αριθμό δολοφονημένων, εκτοπισμένων, βασανισμένων και τρομοκρατημένων αμάχων; Φταίνε και οι δύο; Και αν ναι, δεν υπάρχει καμιά διαφορά;

Όσοι θέτουν εκ του ασφαλούς το ερώτημα αν έχει ή όχι δικαίωμα η Ουκρανία να μπει στο ΝΑΤΟ και να διαλέγει τους συμμάχους της, έχουν καταπιεί αμάσητο το ερώτημα αν είναι λογικό να υπάρχει το ΝΑΤΟ, όταν έχουν εκλείψει οι λόγοι ύπαρξής του. Ακόμα περισσότερο δεν απαντούν αν είναι θεμιτό, ηθικό, λελογισμένο και σε ειρηνική κατεύθυνση να περικυκλώνεται ασφυκτικά μια πυρηνική υπερδύναμη, η οποία μάλιστα έχει δαιμονοποιηθεί με κάθε πιθανό τρόπο.

Θέση τέταρτη: Η ουκρανική κυβέρνηση αποδείχθηκε ο χρήσιμος ηλίθιος, δείχνοντας τι σημαίνει να είσαι δεδομένος και πάντα πρόθυμος

Η στάση της Δύσης μετά τη ρωσική επίθεση αφήνει την ουκρανική κυβέρνηση ξεκρέμαστη. Τη χρησιμοποίησε για την Νατοϊκή περικύκλωση της Ρωσίας, της έδωσε διαβεβαιώσεις, χάιδεψε τα ναζιστικά παραστρατιωτικά τάγματα, γέλασε κάτω από τα μουστάκια της με τα πογκρόμ ενάντια στους αντιφασίστες και τους αντιφρονούντες, χάρηκε βλέποντας τη Συμφωνία του Μινσκ να καταρρέει, ενίσχυσε στρατιωτικά την Ουκρανία για να εκκαθαρίσει τις ανατολικές ρωσόφωνες περιοχές της, τη διαβεβαίωσε ότι θα σταθεί δίπλα της, αρκεί το Κίεβο να μείνει πιστό στις επιδιώξεις του ευρωατλαντικού άξονα.

Και όταν η Ρωσία επιτέθηκε, έκανε δηλώσεις συμπαράστασης, ξεκίνησε μαραθώνιο αναζήτησης “κυρώσεων” (αμφίβολης αποτελεσματικότητας μιας και η Μόσχα από το 2014 και μετά επιχείρησε να προετοιμαστεί απέναντι σε ένα τέτοιο εξαιρετικά αναμενόμενο μέτρο της Δύσης), και διαβεβαίωσε ότι …το ΝΑΤΟ δεν θα στείλει στρατό στην Ουκρανία. Το καθεστώς του Κιέβου έβγαλε τη βρώμικη δουλειά με τη συναίνεση, συμπαράσταση και καθοδήγηση της Δύσης αλλά όταν ήρθαν τα δύσκολα, έμεινε μόνο του. Άλλωστε ακόμα και αν η Ρωσία ρίσκαρε πυρηνικό επεισόδιο για να εξασφαλίσει τον “ζωτικό της χώρο” ή έστω ζώνη ασφαλείας, η Δύση δεν θα ρίσκαρε κάτι αντίστοιχο για να της τα στερήσει.

Το παράδειγμα της Ουκρανίας έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η Ελλάδα μπορεί να έχει μεγαλύτερη αποτρεπτική δύναμη από την Ουκρανία και η Τουρκία πολύ μικρότερη από τη Ρωσία, αλλά οι διαβεβαιώσεις των ευρωατλαντιστών στη χώρα μας ότι οι ΗΠΑ θα μας προστατεύσουν απέναντι στον Ερντογάν και στις επιδιώξεις του, γιατί είμαστε οι πιο πιστοί, δεδομένοι και πρόθυμοι σύμμαχοί τους, είναι θεωρία που χρεοκόπησε σε ζωντανή μετάδοση σε όλο τον κόσμο.

Θέση πέμπτη: Οι ίσες αποστάσεις δεν είναι ποτέ ίσες. Ευνοούν αυτόν που σήμερα είναι δυνατότερος.

Αν συμφωνήσουμε ότι η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει μόνο ως πρόσχημα την ασφάλεια των ρωσόφωνων ή την αποκατάσταση της δικαιοσύνης για τα εγκλήματα του Κιέβου στο Ντονμπάς και στην Οδησσό, θα αναγνωρίσουμε ως πραγματική αιτία της εισβολής την αποφυγή της περικύκλωσής της από το ΝΑΤΟ. Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία προφανώς δεν είναι ανθρωπιστική επέμβαση. Ούτε εμπίπτει στην λενινιστική κατηγορία των “δίκαιων πολέμων”, έστω και αν η εκκαθάριση ρωσόφωνων πληθυσμών της Ουκρανίας, δίνει άφθονα επιχειρήματα στη Ρωσία. Το να διατηρεί όμως μια ιμπεριαλιστική δύναμη όπως η Ρωσία, με ένα αντιδραστικό καθεστώς όπως αυτό του Πούτιν, ένα ζωτικό χώρο ασφάλειας γύρω από τα σύνορά της (με όλο το αποκρουστικό ιστορικό φορτίο του όρου), δεν συνιστά ηθική δικαιολογία για πόλεμο, ούτε μπορεί να συγκινήσει τους προοδευτικούς ανθρώπους και το αριστερό κίνημα.

Η Ουκρανία μπορεί να είναι το θέατρο των επιχειρήσεων της αντιπαράθεσης, η σύγκρουση όμως περιλαμβάνει πολύ περισσότερα.

Αν από τη μια έχουμε τη Ρωσία που αποφεύγει την περικύκλωσή της και δημιουργεί ζωτικό χώρο γύρω από τα σύνορά της, από την άλλη, δεν έχουμε απλώς τον ακροδεξιό γελωτοποιό του Κιέβου και τις παραστρατιωτικές συμμορίες των Ουκρανών ναζί. Έχουμε το σχέδιο της Δύσης να κυριαρχήσει καθολικά, να στριμώξει τον πυρηνικό ανταγωνιστή της, να καταστήσει το ΝΑΤΟ μια απέραντη στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ, να επιβάλει δηλαδή έναν καταθλιπτικό μονόδρομο χωρίς εναλλακτική. Αυτή η απαίτηση, η φιλοδοξία, ή το σχέδιο “καθολικής κυριαρχίας” εξελίσσεται μάλιστα σε μια εποχή που αναδύονται αντικειμενικά περισσότεροι πόλοι παγκόσμιας ηγεμονίας και όχι μόνο ένας.

Η απαίτηση καθολικής κυριαρχίας και ασύδοτης επέκτασης του ΝΑΤΟ προχώρησε και επιβλήθηκε και όχι μόνο “ειρηνικά”, με πολιτικές αλλαγές, με διαδηλώσεις (ή πραξικοπήματα) και με εκλογές. Προχώρησε και με διώξεις, και με πογκρόμ, και με σφαγές. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα “τετελεσμένα” της Νατοϊκής επέκτασης είναι λογικό (ή ακόμα και δίκαιο) να “παγιώνονται” με μια ματωμένη ειρήνη εις το διηνεκές. Σαν κι αυτή που υπήρχε πριν τη ρωσική επίθεση. Το δίλημμα είναι κυνικό, αλλά είναι πραγματικό δίλημμα: Ματωμένη ειρήνη με πολλαπλάσια θύματα, παγιώνοντας τα αμερικανικά συμφέροντα, ή ρωσικός πόλεμος;

Έτσι ερχόμαστε στο πρόβλημα των ίσων αποστάσεων. Οι ίσες αποστάσεις ποτέ δεν είναι ίσες, γιατί η σύγκρουση δεν αφορά απλώς δύο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που συγκρούονται η μία με την άλλη. Η σύγκρουση είναι ανάμεσα σε μια ιμπεριαλιστική συμμαχία που έχει φτάσει έξω από τα σύνορα μιας υποδεέστερης οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά δεύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης, με τη δεύτερη να αναζητά συνθήκες ασφαλείας και ζώνες ζωτικού χώρου. Η καταδίκη της ρωσικής επέμβασης σημαίνει αποδοχή των τετελεσμένων που έφερε το ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη. Θέση λογική για την ελληνική αστική τάξη, αλλά καθόλου λογική για την ελληνική Αριστερά.

Ίσες αποστάσεις στην πραγματική ζωή σπάνια υπάρχουν. Η σύγκρουση Δύσης – Ρωσίας δεν έχει πολλά κοινά με τη σύγκρουση του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου για να αντιγράφουμε τα τσιτάτα του 1915. Είναι ένα πράγμα να μην προσχωρείς σε κανένα ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο (θέση που ισχύει με απόλυτο τρόπο και τότε και σήμερα), και άλλο πράγμα να αξιολογείς με τον ίδιο τρόπο, την απάντηση του στριμωγμένου ρωσικού ιμπεριαλισμού, με την ασυδοσία και την επίθεση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ίδια ιεράρχηση και ίσες αποστάσεις ευνοούν αυτόν που έχει το πάνω χέρι στη σύγκρουση. Και αυτός, εδώ και τριάντα χρόνια τουλάχιστον, είναι σαφώς η Δύση. Ας μην κάνουμε επίκληση ούτε στον αριθμό και τις θέσεις των αμερικανικών βάσεων στον πλανήτη, ούτε στην εγκληματική ιστορία του ΝΑΤΟ. Ούτε ζητάμε να φανταστούμε τι θα γινόταν αν η Ρωσία ή η Κίνα έστηνε βάσεις στη μεξικανική μεθόριο με τις ΗΠΑ. Κάνουμε απλώς επίκληση στην κοινή λογική.

Θέση έκτη: Να ηττηθεί το σχέδιο του πιο επικίνδυνου εχθρού της ειρήνης. Έστω κι αν ηττηθεί από κάποιον που δεν είναι φίλος μας.

Η ρωσική επίθεση, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι η πρώτη φορά που μπλοκάρει τη Νατοϊκή ασυδοσία, μετά από τριάντα χρόνια. Μπορεί να μην μας αρέσει αυτός που το κάνει, αλλά η πραγματικότητα δεν κινείται με βάση τις επιθυμίες μας. Δεν υπάρχει σοσιαλιστικό στρατόπεδο να σταματήσει τον ιμπεριαλιστικό όλεθρο και ταυτόχρονα να ανοίξει δρόμο στο κίνημα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η τοποθέτησή μας γίνεται με βάση την πραγματικότητα.

Αν το ΝΑΤΟ είναι ο πιο επικίνδυνος εχθρός της ειρήνης, αν είναι μακράν η πιο φονική μηχανή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αν έχει καταστρατηγήσει κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, αν έχει διαμελίσει χώρες, ανατρέψει κυβερνήσεις, βομβαρδίσει αμάχους, στήσει χούντες και διαλύσει κοινωνίες, δεν είναι θετικό να υποστεί μια ήττα;

Καταλαβαίνουμε να δυσανασχετούν με το πρόσκαιρο έστω μπλοκάρισμα της Νατοϊκής μηχανής όσοι υπηρέτησαν και υπηρετούν τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό της χώρας, από δεξιά ή αριστερή σκοπιά. Δεν καταλαβαίνουμε όμως γιατί πρέπει να δυσανασχετούν με αυτό το ενδεχόμενο, όσοι, επί χρόνια, επί δεκαετίες, θεωρούσαν το ΝΑΤΟ τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ειρήνη, τη μεγαλύτερη απειλή για τους λαούς και τα απελευθερωτικά τους κινήματα.

Με τη ρωσική επίθεση μπήκε φρένο σε μια επιλογή (διεύρυνση στην Ανατολική Ευρώπη και περικύκλωση της Ρωσίας), που πίσω της στοιχήθηκε η ευρωατλαντική ηγεσία. Και ένα σύνολο χωρών βλέπει ότι οι αμερικανοΝατοϊκοί σχεδιασμοί δεν είναι αήττητοι, ούτε οι επιδιώξεις της Ουάσιγκτον αναπόφευκτες. Φυσικά αυτό είναι απλώς αναγκαία και καθόλου ικανή συνθήκη για την ανάταξη του αντίπαλου δέους στον καπιταλισμό.

Δεν είναι σημαντικό, τουλάχιστον για δυνάμεις που αναφέρονται στο μαρξισμό (και ακόμα περισσότερο στο λενινισμό) να αξιολογήσουν ως σημαντική την υποχώρηση του πιο επικίνδυνου εχθρού των λαών, της ελευθερίας τους και της ανεξαρτησίας τους, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού; Δεν έχει σημασία να φάει χαστούκι η μηχανή παραγωγής ακροδεξιών, νεοναζιστικών μορφωμάτων στην Ανατολική Ευρώπη που ανεμίζουν τις σημαίες της Ε.Ε. και ζητούν την ένταξη των χωρών τους στο ΝΑΤΟ;

Δεν είναι βαθιά πολιτικό και εντελώς λενινιστικό να επιδιώκεις να αποδυναμώνεται ο κάθε φορά ισχυρότερος αντίπαλος των λαών και των εργαζόμενων τάξεων, ακόμα και αν αυτή η αποδυνάμωση δεν προέρχεται από εσένα;

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένα σημαντικό επεισόδιο στην πορεία μετασχηματισμού του κόσμου του εικοστού αιώνα που κληρονόμησε ο εικοστός πρώτος: Από έναν πλανήτη με έναν και μοναδικό κυρίαρχο, τις ΗΠΑ, σε μια πολυπολική κατάσταση, όπου αναδύονται και άλλοι ισχυροί παίκτες σε παγκόσμιο επίπεδο και σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις, με αυξημένες αντιθέσεις και διαφορετικά συμφέροντα.

Οι λαοί όλου του κόσμου και οι εργαζόμενες τάξεις έχουν να κερδίσουν περισσότερα από έναν μονοπολικό κόσμο όπου κυριαρχεί ο μονόδρομος, ή από έναν πολυπολικό κόσμο, έστω και με αντιτιθέμενες αντιδραστικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπου μπορούν όμως οι αντιθέσεις τους να δώσουν χώρο και ανάσες στο κίνημα της κοινωνικής απελευθέρωσης;

Η σύγχυση στην Αριστερά περισσεύει κι ο καθένας να ανασύρει από τους κλασσικούς αυτό που τον βολεύει, αλλά ο μαρξισμός δεν έχει καμιά σχέση με το να κρατάς απολύτως ίσες αποστάσεις από τα ξένα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, λες και κάνεις ασκήσεις στο χαρτί. Το εντελώς ανάποδο. Προτιμά την αποδυνάμωση του πιο επικίνδυνου κάθε φορά για τους λαούς και τις εργαζόμενες τάξεις αντιπάλου, έστω και αν αυτή η αποδυνάμωση δεν γίνεται από μια δύναμη κομμουνιστική ή προοδευτική, αλλά από μια δύναμη αντιδραστική και ιμπεριαλιστική. Οι λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία του κινήματος γράφτηκαν όταν οι κομμουνιστές αποφάσισαν ότι δεν θα βγάζουν μεζούρα να μετρούν ίσες αποστάσεις στις ανακοινώσεις τους, αλλά να εκμεταλλευτούν κάθε ρωγμή στο αντίπαλο στρατόπεδο αποδυναμώνοντας τον πιο επικίνδυνο κάθε φορά αντίπαλο. Αυτό απέχει παρασάγγας από την ευκολία “ούτε με το ΝΑΤΟ ούτε με τον Πούτιν” και φυσικά δεν οδηγεί σε στράτευση υπό το Κρεμλίνο.

Αν αυτά είναι ψιλά γράμματα στρατηγικής, αξίζει να πάμε ένα βήμα παραπάνω: Πώς φαντάζεται κανείς ότι θα διαλυθεί το ΝΑΤΟ (θέση ελπίζουμε ακόμα κοινή – και όχι υπό αναίρεση) στην κομμουνιστική Αριστερά; Πώς μπορεί να διαλυθεί ως δια μαγείας (και μόνο υπό τα χτυπήματα του κομμουνιστικού κινήματος), χωρίς ήττες και γρατσουνιές, χωρίς κρίσεις και υποχωρήσεις στον ανταγωνισμό του με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις; Το ΝΑΤΟ θα διαλυθεί μόνο μετά από την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση, ή είναι πολιτικός στόχος με αξία στο σήμερα και στο αύριο;

Θέση έβδομη: Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη – ή αλλιώς: η ιστορία διαμορφώνεται από τους συσχετισμούς δύναμης.

Η ειρήνη είναι αξία ανεκτίμητη αλλά υπάρχει η ειρήνη που σταματά τους πολεμοκάπηλους, τους εμπρηστές, τους επικίνδυνους για τη ζωή και τον ανθρώπινο πολιτισμό και η ειρήνη που παγιώνει τετελεσμένα και συσχετισμούς που επιβλήθηκαν με το πιστόλι στο κρόταφο. Η ιστορία του αριστερού κινήματος ταυτίστηκε με τον φιλειρηνισμό και την αποπυρηνικοποίηση κατά τον 20ο αιώνα, όταν οι Αμερικάνοι έστηναν παντού επεμβάσεις ενάντια σε εθνικοαπελευθερωτικά και προοδευτικά κινήματα και απειλούσαν με την πυρηνική τους υπεροπλία. Τότε, οι αγωνιστές της ειρήνης ήταν ταυτόχρονα “πράκτορες της Μόσχας” για το δυτικό μηχανισμό προπαγάνδας.

Με πλήρη γνώση ότι δεν θα γίνουμε δημοφιλείς, οφείλουμε να θυμίσουμε ότι υπάρχει και η άδικη ειρήνη, η ειρήνη που υπογράφεται μετά από μια επιθετική επέμβαση, η ειρήνη που κατοχυρώνει έναν άδικο συσχετισμό, η ειρήνη που υπάρχει μόνο για να προκαλέσει έναν μεγαλύτερο πόλεμο, η ειρήνη που έχει περισσότερα θύματα, νεκρούς και ξεριζωμένους από έναν “κανονικό” πόλεμο. Ο εικοστός αιώνας είναι γεμάτος από τέτοια παραδείγματα.

Όσοι σήμερα φωνάζουν υπέρ της ειρήνης στην Ουκρανία, το 1963 στην κρίση της Κούβας θα φώναζαν υπέρ της ειρήνης; Θα κατηγορούσαν τον Κένεντι ως παράφρονα που απειλεί με πυρηνικό πόλεμο γιατί η Κούβα – μια ανεξάρτητη χώρα – αποφάσισε να εξοπλιστεί με σοβιετικούς πυραύλους; Ή μήπως θα δικαιολογούσαν την πυρηνική απειλή των ΗΠΑ λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρχουν πυρηνικές κεφαλές των σοβιετικών σε απόσταση αναπνοής από αμερικανικό έδαφος; Φυσικά, ισχύει και το ανάποδο.

Το αίτημα της ειρήνης εκφράζει πάντα έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις. Ο πασιφισμός, με την έννοια της επίκλησης της αξίας της ειρήνης σε ένα κόσμο που σφαδάζεται από συγκρούσεις και ανταγωνισμούς, παραβλέπει ότι οποιαδήποτε ειρήνη αποτυπώνει ένα συσχετισμό δύναμης. Ας ασχοληθούμε λοιπόν με αυτόν ακριβώς το συσχετισμό δύναμης και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να βελτιωθεί για τους λαούς και τις εργαζόμενες τάξεις.

Θέση όγδοη: Είναι ζήτημα επιβίωσης να συγκροτήσουν οι λαοί το δικό τους στρατόπεδο

Από τη σύγκρουση στην Ουκρανία απουσιάζει η ανεξάρτητη και αυτοτελής φωνή των λαών και των συμφερόντων τους. Αλλά όχι μόνο από τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Ο κόσμος, από το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα και μετά, καθορίζεται αρνητικά από την εκκωφαντική απουσία του κομμουνιστικού κινήματος. Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός δεν νιώθουν καμιά απειλή για την ύπαρξή τους, παρά μόνο εγγενείς αντιφάσεις, ενδογενείς κρίσεις και εσωτερικούς ανταγωνισμούς. Ο αντιπολεμικός και αντιμπεριαλιστικός χώρος σήμερα έχει σημασία να συγκροτηθεί ως αποτρεπτικό πολιτικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο και τις πολιτικές που τον προκαλούν. Αυτή είναι η μόνη εγγύηση ότι η φωνή των λαών θα βρει την αυτοτελή της έκφραση και θα βαδίσει στο δρόμο της κοινωνικής ανατροπής.

Η ιστορία, σε τελική ανάλυση και στη μεγάλη της κλίμακα, εξακολουθεί να γράφεται από την ταξική πάλη σε όλη την πολυπλοκότητα των εκφράσεών της. Η υποχώρησή της δημιουργεί όρια, σύγχυση, αποπροσανατολισμό. Γεννά απολίτικες συμπεριφορές, αναζήτηση καθαρών λύσεων, απόσυρση από το πεδίο της καθημερινής πάλης για την αλλαγή του συσχετισμού εθνικά, ευρωπαϊκά και παγκόσμια. Η κομμουνιστική Αριστερά παραμένει αποσυγκροτημένη και σε αδυναμία, παλινδρομεί ανάμεσα στο φιλελευθερισμό των ατομικών δικαιωμάτων και την επαναστατική φλυαρία, αδυνατεί να λερώσει τα χέρια της και να καθαρίσει την οπτική της.

Η συγκρότηση της αυτοτελούς φωνής του λαϊκού στρατοπέδου, είναι προϋπόθεση για την επιβίωση, ανεξάρτητα από τις στροφές στις διεθνείς εξελίξεις και στο συσχετισμό δύναμης που αφορούν τους αντικειμενικούς όρους της ταξικής πάλης. Ανεξάρτητα από το αν η ρωσική επίθεση καθυστερήσει, μπλοκάρει, (ή ανάποδα επιταχύνει), τα Νατοϊκά σχέδια, η ήττα του ιμπεριαλισμού είναι υπόθεση του ανεξάρτητου κινήματος των λαών που στις σημαίες του θα γράφει το αίτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Γιατί ΔΕΝ θα διαδηλώσουμε έξω από τη ρωσική πρεσβεία την Παρασκευή

Σχόλιο της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Το ΚΚΕ κάλεσε σε συγκέντρωση στη ρωσική πρεσβεία και πορεία προς την αμερικανική, εκδηλώνοντας με τον πιο ηχηρό τρόπο την πολιτική των ίσων αποστάσεων στην ουκρανική κρίση. Δεν είναι μόνο ο Περισσός. Οι περισσότερες εκφράσεις της Αριστεράς υψώνουν τη σημαία της ειρήνης χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν ποιος έφερε τον πόλεμο. Χωρίς να ασχολούνται με το πώς αυτός θα σταματήσει (γιατί ο πόλεμος υπάρχει από το 2014 – κι ας μην εκπλαγούμε αν η ρωσική επίθεση αποδειχτεί η λήξη και όχι η έναρξή του). Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα χειρότερα (αλλά μάλλον αναμενόμενα), συντάσσεται έμμεσα με τις αμερικανικές επιδιώξεις στοχοποιώντας μονομερώς τη Ρωσία. Ο Ν.Φίλης έφτασε να ανασύρει από την ιστορία την Πράγα και το Αφγανιστάν για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Επί της ουσίας: Το διακύβευμα της ουκρανικής κρίσης ήταν και παραμένει η ασφυκτική περικύκλωση της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ. Ούτε οι αγωγοί της ενέργειας, ούτε το φυσικό αέριο, ούτε οι ενδοιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί γενικώς και αορίστως. Η επιθετική κίνηση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία ήταν φυγή προς τα μπρος για μια πληγωμένη Αμερική, που δεν μπορεί να παραδεχτεί ότι ο κόσμος πλέον δεν στοιχίζεται μονοπολικά πίσω από έναν αδιαμφισβήτητο ηγεμόνα όπως τριάντα χρόνια πριν. Η ίδια η εκλογή Μπάιντεν είχε σηματοδοτήσει την επιλογή σύγκρουσης με τη Ρωσία.

Αν το ΝΑΤΟ είναι ο νούμερο ένα εχθρός της παγκόσμιας ειρήνης, αν η ευρωατλαντική συμμαχία είναι ο εμπρηστής του διεθνούς δικαίου, αν οι ΗΠΑ είναι αυτοί που έχουν εξαπολύσει δεκάδες πολέμους τις τελευταίες δεκαετίες από άκρη σε άκρη σε όλο τον πλανήτη, δεν έχει αλήθεια, καμιά σημασία, να ηττηθεί το σχέδιό τους;

Δεν ηττήθηκε στη Συρία, δεν ηττήθηκε στο Ιράκ, δεν ηττήθηκε στη Λιβύη, δεν ηττήθηκε στην Γιουγκοσλαβία. Οι εκεί χώρες και λαοί διαλύθηκαν γιατί οι αντίστοιχοι «κακοί» Μιλόσεβιτς, Σαντάμ, Άσαντ, Καντάφι, δεν μπόρεσαν να βάλουν φρένο στον νούμερο ένα παγκόσμιο τρομοκράτη.

Δεν έχει σημασία να μπλοκαριστεί έστω μία φορά η επί τριάντα χρόνια ασύδοτη επέκταση του ΝΑΤΟ;

Ή μήπως το ΝΑΤΟ δεν είναι τελικά «εβδομήντα χρόνια χούντες, πολέμοι και τρομοκρατία» και είναι λίγο πολύ ίδιο με τη Ρωσία;

Δεν έχει σημασία για δυνάμεις που αναφέρονται στον μαρξισμό να αξιολογούν ως σημαντική την ήττα ή την υποχώρηση του πιο επικίνδυνου εχθρού των λαών, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού;

Δεν έχει σημασία να φάει χαστούκι η μηχανή παραγωγής ακροδεξιών, νεοναζιστικών μορφωμάτων στην Ανατολική Ευρώπη που ανεμίζουν τις σημαίες της Ε.Ε. και ζητούν την ένταξη των χωρών τους στο ΝΑΤΟ;

Δεν έχει σημασία να σκοντάψει η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, που θεωρητικά, και με βάση τις συμφωνίες μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, δεν θα επεκτεινόταν άλλο προς Ανατολάς;

Ο μαρξισμός δεν έχει θέση αρχής να κρατάς ίσες αποστάσεις από τα ξένα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Το εντελώς ανάποδο. Προτρέπει σε εκείνη τη στάση που αποδυναμώνει τον πιο επικίνδυνο κάθε φορά για τους λαούς και τις εργαζόμενες τάξεις αντίπαλο, έστω και αν αυτή η αποδυνάμωση δεν γίνεται από μια δύναμη κομμουνιστική ή προοδευτική, αλλά από μια δύναμη αντιδραστική και ιμπεριαλιστική.

Ο μαρξισμός δεν έχει θέση αρχής να αδιαφορείς για τις ενδοιμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Είναι άλλο πράγμα να μην συντάσσεσαι σε στρατόπεδα όταν ιμπεριαλιστές τσακώνονται για τα συμφέροντά τους, και άλλο να κρατάς ίσες αποστάσεις ανάμεσα σε μια δύναμη που διαρκώς επιτίθεται, περικυκλώνει, επεμβαίνει, στήνει βάσεις και στρατό παντού και σε μια δύναμη που περικυκλώνεται και επιχειρεί να στήσει ζώνη ασφαλείας γύρω της.

Ας αναρωτηθούν όμως όσοι πάνε αύριο έξω από τη ρωσική πρεσβεία (καταλήγοντας στην αμερικάνικη) μήπως οι λαοί του κόσμου ανασάνουν πιο ελεύθερα αν το ΝΑΤΟ φρενάρει τη διαρκή επέκτασή του.

Ή το γεγονός αυτό μας αφήνει αδιάφορους;

Ας αναρωτηθούν αν οι λαοί του κόσμου θα μπορούσαν να βρεθούν σε καλύτερη θέση να συγκροτήσουν ένα προοδευτικό κίνημα απελευθέρωσης σε έναν μονοπολικό κόσμο όπου όλα τα σκιάζει η φοβέρα και ο μονόδρομος του ευρωατλαντισμού, ή σε έναν πολυπολικό κόσμο, όπου ακόμα και αν το αντίπαλο δέος δεν είναι προοδευτικό, δημιουργεί αναπόφευκτα ρωγμές και αντιθέσεις που μπορεί δυνητικά το κομμουνιστικό κίνημα να εκμεταλλευτεί.

Επιθυμητό θα ήταν να μπει φραγμός στη Νατοϊκή ασυδοσία από το διεθνές φιλειρηνικό αντινατοϊκό κίνημα και όχι από μια αντίπαλη ιμπεριαλιστική δύναμη. Επιθυμητό θα ήταν να έχουμε αντιπολεμικά κινήματα που θα ξηλώνουν τις νατοϊκές βάσεις που φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια σε όλο τον κόσμο. Όμως αυτά τα κινήματα δεν υπάρχουν. Πρέπει να τα συγκροτήσουμε. Αυτό δεν θα γίνει αν στοιχηθούμε πίσω από ένα ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, όμως ακόμα πιο σίγουρο είναι ότι θα βρισκόμαστε σε όλο και χειρότερες θέσεις αν ο νούμερο ένα τρομοκράτης, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ δεν βρίσκουν ποτέ και πουθενά αντίσταση στο σχεδιασμό τους.

Ας αναρωτηθούν επίσης όσοι σκέφτονται να διαδηλώσουν έξω από τη ρωσική πρεσβεία αν η πολιτική των απολύτως ίσων αποστάσεων εξυπηρετεί σήμερα τον επιτιθέμενο και τον ισχυρότερο, παγιώνοντας και αναγνωρίζοντας τον υπαρκτό συσχετισμό που συμφέρει τον βορειοατλαντικό ιμπεριαλισμό.

Ας αναρωτηθούμε όλοι τελικά μήπως δεν πρέπει να διαδηλώσουμε αύριο έξω από τη ρωσική πρεσβεία.