Άρθρα

Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης

Η αποβιομηχάνιση της γερμανικής οικονομίας δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Και είναι προάγγελος της οικονομικής παρακμής ολόκληρης της ηπείρου.

Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούσε αναδυόμενο αντίβαρο στη γεωπολιτική ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα κράτη μέλη της ΕΕ, σύμφωνα με τα λεγόμενα, θα έπρεπε να στοχεύουν σε μεγαλύτερη αυτονομία από την υπερδύναμη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Όμως, η σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας αποκάλυψε την κενότητα αυτής της θεωρίας. Σύμφωνα με τα λόγια των ίδιων των αναλυτών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων: η “βασαλοποίηση[1]” της Ευρώπης είναι σήμερα πιο έντονη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή από τα μέσα του 20ού αιώνα και έπειτα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αποκάλυψε μόνο πως οι Βρυξέλλες είναι ουσιαστικά εξαρτημένες από την Ουάσιγκτον στα γεωπολιτικά ζητήματα. Ακόμη πιο εμφανής είναι η παρακμή της Ευρώπης και η αυξανόμενη οικονομική της εξάρτηση από την Αμερική, η οποία προϋπήρχε μεν της σύγκρουσης στην Ουκρανία, έχει όμως επιδεινωθεί.

Το 2008, η οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από αυτή των ΗΠΑ. Σήμερα, το 2023, η οικονομία των ΗΠΑ είναι κατά ένα τρίτο μεγαλύτερη από αυτήν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βρετανίας μαζί, και κατά 50% μεγαλύτερη από αυτήν της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο. Με άλλα λόγια, η οικονομία της ευρωζώνης έχει αναπτυχθεί περίπου 6% τα τελευταία 15 χρόνια, σε σύγκριση με το 82% των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Η οικονομική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης άρχισε να παίρνει απόσταση από τις ΗΠΑ πολύ πριν από τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για αυτό, πάνω από όλα όμως η καταστροφική πολιτική λιτότητας στην Ευρώπη μετά το 2008, η οποία οδήγησε σε μακροπρόθεσμη κατάρρευση της ζήτησης και των επενδύσεων. Αυτή η διαδικασία έχει επιταχυνθεί δραματικά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η Ευρώπη υπέστη τεράστια οικονομική οπισθοδρόμηση ως αποτέλεσμα του πολέμου και ιδίως λόγω του ρωσικού φυσικού αερίου, που κάλυπτε σχεδόν το μισό της ενεργειακής ζήτησης της βιομηχανίας πριν από τον πόλεμο. Το εμπάργκο στη Ρωσία είχε ως αποτέλεσμα ένα «μαζικό και ιστορικά μοναδικό ενεργειακό σοκ[2]», το οποίο επιδεινώθηκε από τις κερδοσκοπικές βλέψεις των μεγάλων ενεργειακών εταιρειών και ακρωτηριάζει τόσο τη βιομηχανία όσο και τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τον Economist, οι υψηλές τιμές της ενέργειας σκότωσαν 68.000 ανθρώπους τον περασμένο χειμώνα στις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης, χώρες που κατέφυγαν στο πολύ πιο ακριβό υγραέριο από το Κατάρ και, κυρίως, από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι New York Times κατέγραψαν τον περασμένο Σεπτέμβριο τις καταστροφικές συνέπειες των κυρώσεων των Βρυξελλών για τη βιομηχανία και τους εργαζόμενους στην Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, οι αυξανόμενες τιμές της ενέργειας και η πτώση της ζήτησης ανάγκασαν δεκάδες εργοστάσια σε ένα ευρύ φάσμα ενεργοβόρων βιομηχανιών όπως γυαλί, χάλυβας, αλουμίνιο, ψευδάργυρος, λιπάσματα και χημικά προϊόντα να μειώσουν ή να σταματήσουν την παραγωγή τους, κάτι που με τη σειρά του έχει οδήγησε σε μαζικές απολύσεις.

Βραχυχρόνιες επιπτώσεις;

Αρχικά πολλοί ειδικοί ισχυρίζονταν πως οι επιπτώσεις θα ήταν βραχύβιες και πως οι τιμές της ενέργειας τελικά θα σταθεροποιούνταν και η ευρωπαϊκή οικονομία θα ανέκαμπτε. Και πράγματι, οι τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου έχουν διαμορφωθεί σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν. Όμως, εξακολουθούν να είναι περίπου τριπλάσιες σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη της κρίσης. Ακόμη και πρώην αισιόδοξοι αναλυτές που κάποτε προέβλεπαν ταχεία ανάκαμψη, τώρα αναγνωρίζουν ότι η πολιτική των τελευταίων 17 μηνών έχει βυθίσει την Ευρώπη σε μια βαθύτερη κρίση από ότι είχαν προβλέψει.

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η βιομηχανική παραγωγή συνεχίζει να μειώνεται ραγδαία σε όλη την Ευρώπη λόγω των υψηλών τιμών της ενέργειας, της υποτονικής εγχώριας αγοράς, της υποτονικής παγκόσμιας ζήτησης και των αυστηρότερων συνθηκών λήψης δανείων. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[3], η ζήτηση για εταιρικά δάνεια μειώθηκε κατά 42% το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, μετά από πτώση κατά 38% το πρώτο τρίμηνο, ιστορικό χαμηλό από το 2003.

Η πτώση ήταν ακόμη μεγαλύτερη για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, των οποίων η ζήτηση για πιστώσεις εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη σήμερα από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008. Η εξαιρετικά άκαμπτη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, η οποία δεν δείχνει σημάδια χαλάρωσης, συμβάλλει σίγουρα στην όλη κατάσταση. Ως αποτέλεσμα, το ΔΝΤ προβλέπει τώρα ότι η ευρωζώνη θα αναπτυχθεί μόλις 0,9% φέτος, σε σύγκριση με έναν εκτιμώμενο ρυθμό ανάπτυξης 1,8% για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αλλά και αυτό μοιάζει αισιόδοξο. Γιατί η χώρα που υποφέρει περισσότερο στην Ευρώπη είναι και η μεγαλύτερη και πιο σημαντική οικονομία της: η Γερμανία. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η Γερμανία είναι η μόνη χώρα της G7 που θα συρρικνωθεί φέτος. Ως οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές που εστιάζει σε βιομηχανίες έντασης ενέργειας όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της, η Γερμανία έχει πληγεί ιδιαίτερα σκληρά από την έλλειψη ενέργειας.

Αλλά η ίδια η γερμανική πολιτική ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για αυτήν την κρίση. Πριν από τον πόλεμο, η Γερμανία έπαιρνε περισσότερο από το μισό του φυσικού της αερίου από τη Ρωσία – μέσω του αγωγού Nord Stream 1, ο οποίος εκτείνεται από τις ρωσικές ακτές κοντά στην Αγία Πετρούπολη έως τη βορειοανατολική Γερμανία. Επιπλέον, η Γερμανία βρισκόταν σε διαδικασία εντατικοποίησης των οικονομικών της σχέσεων με τον εταίρο της στην ανατολή, του οποίου η φθηνή ενέργεια ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία της γερμανικής οικονομικής επιτυχίας μετά το τέλος της προηγούμενης χιλιετίας. Τα δέκα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο, οι ομοσπονδιακές κυβερνήσεις υπό τη Μέρκελ επένδυσαν πολλά στην κατασκευή ενός δεύτερου αγωγού παράλληλου με τον υπάρχοντα, ο οποίος θα διπλασίαζε την ετήσια παραλαβή φυσικού αερίου: ο Nord Stream 2 ολοκληρώθηκε το 2021 και θα έπρεπε να λειτουργήσει το 2022.

Ωστόσο, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Γερμανία έκανε μια στροφή 180 μοιρών, ανακοινώνοντας την πλήρη σταδιακή κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2024. Η Ρωσία απάντησε αρχικά περιορίζοντας τη ροή φυσικού αερίου μέσω του αγωγού Nord Stream 1 και στη συνέχεια σταμάτησε και επίσημα τη λειτουργία του για εργασίες συντήρησης τον Αύγουστο του περασμένου έτους. Ένα μήνα αργότερα, ο αγωγός τέθηκε εκτός λειτουργίας εξ αιτίας της γνωστής βομβιστικής επίθεσης. Η Γερμανία έκλεισε εντελώς τον Nord Stream 2 μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Αν και μόνο ένας από τους δύο σωλήνες του νέου αγωγού υπέστη ζημιά από την επίθεση του Σεπτεμβρίου του 2022 και η Ρωσία επιβεβαίωσε ότι ο άθικτος σωλήνας παραμένει λειτουργικός, ο Nord Stream 2 δεν τέθηκε τελικά ποτέ σε λειτουργία.

«Η αποβιομηχάνιση δεν είναι πλέον απλώς υφέρπουσα»

Η Γερμανία, όπως και άλλα ευρωπαϊκά κράτη, έχει κάνει προσπάθειες να προμηθεύεται φυσικό αέριο από άλλες χώρες, είτε αγοράζοντας από τη Νορβηγία ή την Ολλανδία, είτε επεκτείνοντας την υποδομή της για εισαγωγή LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ. Όμως ο συνδυασμός των μειωμένων ροών φυσικού αερίου, των υψηλότερων τιμών της ενέργειας και των αυξήσεων των επιτοκίων της ΕΚΤ έχουν προκαλέσει τεράστιο πλήγμα στη βιομηχανία της χώρας. Αυτό το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο[4] και υπήρχαν ήδη σχετικές προειδοποιήσεις. Ο γερμανικός δείκτης βιομηχανικών πωλήσεων, ενδεικτικός της γενικής κατάστασης της οικονομίας, βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση από τις αρχές του 2022, δηλαδή σε ύφεση. Οι παραγγελίες των επιχειρήσεων μηχανολογίας της χώρας, οι οποίες αποτελούσαν επίσης δείκτη της οικονομικής κατάστασης για μεγάλο χρονικό διάστημα, μόνο τον Μάιο του τρέχοντος έτους υποχώρησαν και αυτές κατά 10%, όγδοη κατά σειρά πτώση. Άλλοι κλάδοι παρουσιάζουν παρόμοιες αδυναμίες και η βιομηχανική παραγωγή στο σύνολό της εξακολουθεί να παραμένει στάσιμη[5].

Δεν είναι περίεργο που όλο και περισσότερες γερμανικές εταιρείες προσπαθούν να μειώσουν το λειτουργικό τους κόστος. Ο γερμανικός χημικός κολοσσός BASF δήλωσε ότι σχεδιάζει να περικόψει θέσεις εργασίας στην Ευρώπη, ενώ ανοίγει νέο εργοστάσιο στην Κίνα και επενδύει στον εκσυγχρονισμό του βιομηχανικού του συγκροτήματος στην Chattanooga του Τενεσί. Τον Φεβρουάριο, η εταιρεία ανακοίνωσε το κλείσιμο ενός εργοστασίου λιπασμάτων στη γενέτειρά της στο Λουντβιχσχάφεν και άλλων εγκαταστάσεων, με κόστος περίπου 2.600 θέσεων εργασίας. Τον Μάρτιο, η Uedesheimer Rheinwerk, ιδιοκτήτρια του μεγαλύτερου εργοστασίου αλουμινίου της Γερμανίας, ανακοίνωσε ότι θα κλείσει το εργοστάσιο της μέχρι το τέλος του έτους λόγω υψηλού ενεργειακού κόστους. Ο γερμανικός φαρμακευτικός κολοσσός Bayer σκοπεύει επίσης να στρέψει το ενδιαφέρον του στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Οι κύριοι κατασκευαστές αυτοκινήτων της χώρας – Volkswagen, BMW και Mercedes-Benz – ακολουθούν όλοι τον ίδιο δρόμο. Μια τρέχουσα έρευνα του Συνδέσμου Βιομηχάνων σε 128 Γερμανούς προμηθευτές αυτοκινήτων αποκάλυψε ότι κανένας από αυτούς δεν σχεδιάζει να αυξήσει τις επενδύσεις του στην εγχώρια αγορά[6]. Περισσότερο από το ένα τέταρτο των επιχειρήσεων σχεδιάζουν να μετεγκαταστήσουν τις δραστηριότητές τους στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τον Economist, σχεδόν το ένα τρίτο των γερμανικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων σκέφτεται να μετεγκαταστήσει την παραγωγή και τις θέσεις εργασίας του στο εξωτερικό, και μία στις έξι επιχειρήσεις το κάνει ήδη.

Όλα αυτά αντικατοπτρίζονται στα συγκλονιστικά στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο, τα οποία δείχνουν ότι οι ξένες επενδύσεις έχουν σχεδόν καταρρεύσει: ενώ το 2022 η Γερμανία διαχειρίστηκε άμεσες ξένες επενδύσεις ύψους 135 δισεκατομμυρίων ευρώ (149 δισεκατομμύρια δολάρια), μόνο περίπου 10,5 δισεκατομμύρια ευρώ επενδύθηκαν άμεσα στη Γερμανία[7].

Όπως αναφέρει η έκθεση, πρόκειται για σαφείς ενδείξεις αποβιομηχάνισης. «Μερικές φορές ακούτε για «υφέρπουσα αποβιομηχάνιση»… Λοιπόν, δεν είναι απλώς υφέρπουσα πια», είπε ο Hans-Jürgen Völz, επικεφαλής οικονομολόγος στην BVMW, μια ένωση που υπερασπίζεται τις γερμανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χιλιάδες δηλαδή μικρές και μεσαίες επιπιχειρήσει που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας. Για να κάνει τα πράγματα χειρότερα, ο υπουργός οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ επεσήμανε πρόσφατα ότι η χώρα θα αναγκαστεί να περιορίσει περαιτέρω τις βιομηχανικές της δραστηριότητες, εάν το ρωσικό αέριο, το οποίο εξακολουθεί να ρέει μέσω της Ουκρανίας προς την Ευρώπη, εκλείψει. Ένα σενάριο που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εάν η Ουκρανία δεν ανανεώσει τη σχετική συμφωνία μέχρι το τέλος του έτους (όπως έχει απειλήσει ο υπουργός ενέργειας του Κιέβου) ή εάν η Ρωσία αποφασίσει να μειώσει ή να κλείσει εντελώς την παροχή.

Η απομόνωση της γερμανικής οικονομίας είναι προάγγελος οικονομικής παρακμής για ολόκληρη την ήπειρο – όχι μόνο επειδή η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, αλλά και επειδή πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι ενσωματωμένες στις εφοδιαστικές αλυσίδες της Γερμανίας –  παρέχουν εξαρτήματα σε γερμανικές εταιρείες ή συναρμολογούν τελικά προϊόντα. Λένε πως όταν η Γερμανία φτερνίζεται, η Ευρώπη είναι άρρωστη. Τι γίνεται όμως όταν η ίδια η Γερμανία είναι σοβαρά άρρωστη;

Ο ενδοδυτικός οικονομικός κανιβαλισμός

Οι Γερμανοί και οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων παίρνουν τώρα τον λογαριασμό για την άνευ όρων υποταγή τους στη στρατηγική των ΗΠΑ στην Ουκρανία, για την αποσύνδεση τους από τη ρωσική ενέργεια και για την πρόωρη συμμετοχή στον πόλεμο δια αντιπροσώπων της Αμερικής. Αυτή η υποταγή είναι άξια απορίας, δεδομένου ότι η κατάσταση της Αμερικής είναι αντιστρόφως ανάλογη με αυτήν της Ευρώπης: με σχετικούς όρους, η Αμερική έχει γίνει ισχυρότερη, ενώ η Ευρώπη έχει αποδυναμωθεί. Η σύγκρουση δεν έδωσε στην Ουάσιγκτον μονάχα την ευκαιρία να αποκαταστήσει τη στρατιωτική της ηγεμονία στην Ευρώπη, κυρίως μέσω της αναδιάρθρωσης και της επέκτασης του ΝΑΤΟ. Έκανε επίσης την Ευρώπη πιο εξαρτημένη οικονομικά από την Αμερική. Η εξάρτηση από το ρωσικό αέριο έχει αντικατασταθεί από μια πιο ακριβή εξάρτηση από το αμερικανικό αέριο, το οποίο οι Αμερικάνοι χάρις στην “επανάσταση του σχιστόλιθου” διαθέτουν πλούσιο. Τα αμερικανικά αποθέματα φυσικού αερίου είναι επίσης αυτά που προστατεύουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από τις χειρότερες οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης.

Υπάρχει λοιπόν λόγος να πιστεύουμε ότι αυτό ήταν το σχέδιο της Ουάσιγκτον από την αρχή. Άλλωστε, η δημιουργία μιας σφήνας μεταξύ της Ευρώπης – ιδίως της Γερμανίας – και της Ρωσίας, και ως εκ τούτου η αποτροπή ενός ευρασιατικού χώρου που θα παίζει πολιτικό ρόλο, αποτελούσε εδώ και πολύ καιρό γεωπολιτική επιταγή των ΗΠΑ.

Πριν από τον πόλεμο, οι ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα το Βερολίνο, εξακολουθούσαν να αμφισβητούν την επιταγή αυτή. Οι αγωγοί Nord Stream, στους οποίους η Ουάσιγκτον ήταν πάντα σθεναρά αντίθετη, είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα. Αλλά η Αμερική έχει χρησιμοποιήσει επιδέξια τη σύγκρουση στην Ουκρανία για να καταστρέψει τις σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Μια οικονομικά εξασθενημένη ευρωπαϊκή ήπειρος είναι επωφελής για τις ΗΠΑ, καθώς ικανοποιεί τις αμερικανικές φιλοδοξίες για αποπαγκοσμιοποίηση[8], η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο την αποσύνδεση από την Κίνα αλλά και την ανοικοδόμηση της παραγωγικής ικανότητας και την αυτάρκεια της χώρας σε μια σειρά στρατηγικών βιομηχανιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη δεν είναι στρατηγικός σύμμαχος, αλλά ανταγωνιστής και αντίπαλος που η Ουάσιγκτον επιθυμεί να κρατήσει σε υποδεέστερη θέση.

Αυτό είναι επίσης το κλειδί για την κατανόηση του νόμου του Μπάιντεν για τη μείωση του πληθωρισμού , ο οποίος δίνει κίνητρα σε εταιρείες να μετατοπίσουν τις επενδύσεις τους από την Ευρώπη στην Αμερική. Βλέπουμε δηλαδή μια διαδικασία ενδοδυτικού οικονομικού κανιβαλισμού. Μπορεί να είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως η αποδυνάμωση ενός βασικού στρατηγικού συμμάχου μπορεί να αποτελεί επιτυχημένη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Έχει όμως κάποιος στην Ουάσιγκτον ή τις Βρυξέλλες μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτές τις μέρες;

[1] https://ecfr.eu/publication/the-art-of-vassalisation-how-russias-war-on-ukraine-has-transformed-transatlantic-relations/

[2] https://www.oecd.org/newsroom/russia-s-war-of-aggression-against-ukraine-continues-to-create-serious-headwinds-for-global-economy.htm

[3]https://www.ecb.europa.eu/stats/ecb_surveys/bank_lending_survey/html/ecb.blssurvey2023q2~6d340c8db6.en.html#toc9

[4]https://makroskop.eu/29-2022/die-konjunktur-im-juni-2022/

[5] https://tradingeconomics.com/germany/manufacturing-pmi

[6] https://www.kloepfel-consulting.com/supply-chain-news/maerkte/vda-umfrage-automobilindustrie-deutschland-6566823/

[7] https://www.iwkoeln.de/presse/pressemitteilungen/christian-rusche-geldabfluesse-in-deutschland-so-hoch-wie-nie.html

[8] https://makroskop.eu/02-2023/die-deglobalisierung-die-wir-brauchen/

Πηγή: Makroskop

Μετάφραση: antapocrisis

Το Ευρώ χωρίς τη Γερμανία

Η αντίδραση στο σαμποτάζ τριών από τους τέσσερις αγωγούς Nord Stream 1 και 2 σε τέσσερα σημεία τη Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, έχει επικεντρωθεί σε εικασίες σχετικά με το ποιος το έκανε και αν το ΝΑΤΟ θα κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να ανακαλύψει την απάντηση. Ωστόσο, αντί για πανικό, υπήρξε ένας μεγάλος αναστεναγμός διπλωματικής ανακούφισης, ακόμη και ηρεμίας. Η απενεργοποίηση αυτών των αγωγών τερματίζει την αβεβαιότητα και τις ανησυχίες των διπλωματών των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ, οι οποίες παραλίγο να φτάσουν σε βαθμό κρίσης την προηγούμενη εβδομάδα, όταν πραγματοποιήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις στη Γερμανία με αίτημα να τερματιστούν οι κυρώσεις και να τεθεί σε λειτουργία ο Nord Stream 2 για την επίλυση της ενεργειακής έλλειψης.

Η γερμανική κοινή γνώμη άρχισε να καταλαβαίνει τι σήμαινε ότι οι χαλυβουργίες, οι εταιρείες λιπασμάτων, οι εταιρείες γυαλιού και οι εταιρείες χαρτιού τουαλέτας έκλειναν. Οι εταιρείες αυτές προέβλεπαν ότι θα έπρεπε να βάλουν λουκέτο εξ ολοκλήρου -ή να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στις Ηνωμένες Πολιτείες- εάν η Γερμανία δεν αποσυρόταν από τις εμπορικές και νομισματικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και δεν επέτρεπε να ξαναρχίσουν οι εισαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου πιθανότατα υποχωρώντας από την αστρονομική οκταπλάσια έως δεκαπλάσια αύξησή της τιμής τους.

Ωστόσο, το γεράκι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η Βικτόρια Νούλαντ, είχε ήδη δηλώσει τον Ιανουάριο ότι “με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ο Nord Stream 2 δεν θα προχωρήσει” αν η Ρωσία απαντήσει στις επιταχυνόμενες στρατιωτικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ/Ουκρανίας στις ρωσόφωνες ανατολικές περιοχές. Ο πρόεδρος Μπάιντεν υποστήριξε την αμερικανική επιμονή στις 7 Φεβρουαρίου, υποσχόμενος ότι “δεν θα υπάρξει πλέον Nord Stream 2. Θα βάλουμε τέλος σε αυτό. … Σας υπόσχομαι ότι θα είμαστε σε θέση να το κάνουμε”.

Οι περισσότεροι παρατηρητές υπέθεσαν απλώς ότι οι δηλώσεις αυτές αντανακλούσαν το προφανές γεγονός ότι οι Γερμανοί πολιτικοί ήταν πλήρως στο τσεπάκι των ΗΠΑ/του ΝΑΤΟ. Επέμειναν σταθεροί στην άρνησή τους να αδειοδοτήσουν τον Nord Stream 2, και ο Καναδάς σύντομα κατάσχεσε τους συμπιεστές της Siemens που χρειάζονταν για να στείλουν φυσικό αέριο μέσω του Nord Stream 1. Αυτό φάνηκε να διευθετεί τα πράγματα μέχρι που η γερμανική βιομηχανία – και ένας αυξανόμενος αριθμός ψηφοφόρων – άρχισαν τελικά να υπολογίζουν τι ακριβώς θα σήμαινε για τη γερμανική βιομηχανική βάση ο αποκλεισμός του ρωσικού φυσικού αερίου.

Η προθυμία της Γερμανίας να επιβάλει στον εαυτό της μια οικονομική ύφεση κλονιζόταν – αν και όχι οι πολιτικοί της ή η γραφειοκρατία της ΕΕ. Αν οι Γερμανοί πολιτικοί έβαζαν πρώτα τα γερμανικά επιχειρηματικά συμφέροντα και το βιοτικό επίπεδο, θα έσπαγαν οι κοινές κυρώσεις του ΝΑΤΟ και το μέτωπο του Νέου Ψυχρού Πολέμου. Η Ιταλία και η Γαλλία θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Αυτός ο εφιάλτης της ευρωπαϊκής διπλωματικής ανεξαρτησίας κατέστησε επιτακτική την ανάγκη να αφαιρεθούν οι αντιρωσικές κυρώσεις από τα χέρια των δημοκρατικών διαδικασιών και να διευθετηθούν τα πράγματα με το σαμποτάζ των δύο αγωγών. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια πράξη βίας, αποκατέστησε την ηρεμία στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Αμερικανών και Γερμανών πολιτικών.

Δεν υπάρχει πλέον αβεβαιότητα για το αν η Ευρώπη μπορεί και να ξεφύγει από τους στόχους του Νέου Ψυχρού Πολέμου των ΗΠΑ, αποκαθιστώντας το αμοιβαίο εμπόριο και τις επενδύσεις με τη Ρωσία. Αυτή η επιλογή έχει πλέον αποκλειστεί. Η απειλή ότι η Ευρώπη θα απομακρυνθεί από τις εμπορικές και οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας έχει λυθεί, φαινομενικά για το ορατό μέλλον, καθώς η Ρωσία ανακοίνωσε ότι καθώς η πίεση του φυσικού αερίου πέφτει σε τρεις από τους τέσσερις αγωγούς, η έγχυση αλμυρού νερού θα διαβρώσει ανεπανόρθωτα τους σωλήνες. (Tagesspiegel, 28 Σεπτεμβρίου.)

Πού πηγαίνουν το ευρώ και το δολάριο από εδώ και πέρα;

Εξετάζοντας πώς αυτή η εμπορική “λύση” θα αναδιαμορφώσει τη σχέση μεταξύ του δολαρίου και του ευρώ, μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί δεν έχουν συζητηθεί ανοιχτά οι φαινομενικά προφανείς συνέπειες της διακοπής των εμπορικών δεσμών της Γερμανίας, της Ιταλίας και άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών με τη Ρωσία. Η “συζήτηση για τις κυρώσεις” έχει λυθεί με ένα γερμανικό και μάλιστα πανευρωπαϊκό οικονομικό κραχ. Για την Ευρώπη, η επόμενη δεκαετία θα είναι μια καταστροφή. Μπορεί να υπάρξουν αλληλοκατηγορίες για το τίμημα που πλήρωσε επειδή άφησε την εμπορική της διπλωματία να υπαγορεύεται από το ΝΑΤΟ, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κανείς δεν περιμένει (ακόμη) ότι θα ενταχθεί στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης. Αυτό που αναμένεται είναι να καταρρεύσει το βιοτικό της επίπεδο.

Οι βιομηχανικές εξαγωγές της Γερμανίας ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που στήριζε την ισοτιμία του ευρώ. Το μεγάλο δέλεαρ για τη Γερμανία για να μεταβεί από το γερμανικό μάρκο στο ευρώ ήταν ότι έτσι θα μπορούσε να αποφύγει την άνοδο της συναλλαγματικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου εξαιτίας του πλεονάσματος των εξαγωγών της σε βαθμό που τα γερμανικά προϊόντα να βρεθούν εκτός των παγκόσμιων αγορών. Η επέκταση του νομίσματος ώστε να συμπεριλάβει την Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και άλλες χώρες με ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών θα απέτρεπε την εκτίναξη του νομίσματος στα ύψη. Και αυτό θα προστάτευε την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας.

Μετά την εισαγωγή του το 1999 στα 1,12 δολάρια, το ευρώ όντως βυθίστηκε στα 0,85 δολάρια μέχρι τον Ιούλιο του 2001, αλλά ανέκαμψε και πράγματι ανήλθε στα 1,58 δολάρια τον Απρίλιο του 2008. Έκτοτε διολισθαίνει σταθερά προς τα κάτω και από τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους οι κυρώσεις οδήγησαν την ισοτιμία του ευρώ κάτω από την ισοτιμία με το δολάριο στα 0,97 δολάρια αυτή την εβδομάδα. Ο σημαντικότερος παράγοντας ήταν η άνοδος των τιμών του εισαγόμενου φυσικού αερίου και πετρελαίου, καθώς και προϊόντων όπως το αλουμίνιο και τα λιπάσματα που απαιτούν μεγάλες ενεργειακές εισροές για την παραγωγή τους. Και καθώς η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ υποχωρεί έναντι του δολαρίου, το κόστος διαχείρισης του χρέους του σε δολάρια ΗΠΑ – ο συνήθης όρος για τις συνεργαζόμενες εταιρείες με Αμερικανικές πολυεθνικές – θα αυξηθεί, συμπιέζοντας τα κέρδη τους.

Αυτό δεν είναι το είδος της ύφεσης που οι “αυτόματοι σταθεροποιητές” μπορούν να επεξεργαστούν “μέσω της μαγείας της αγοράς” για να αποκαταστήσουν την οικονομική ισορροπία. Η ενεργειακή εξάρτηση είναι δομική. Και οι ίδιοι οι οικονομικοί κανόνες της ευρωζώνης περιορίζουν τα δημοσιονομικά της ελλείμματα σε μόλις 3% του ΑΕΠ. Αυτό εμποδίζει τις εθνικές κυβερνήσεις της να στηρίξουν την οικονομία με ελλειμματικές δαπάνες. Οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων – και η εξυπηρέτηση του χρέους σε δολάρια – θα αφήσουν πολύ λιγότερο εισόδημα για να δαπανηθεί σε αγαθά και υπηρεσίες.

Φαίνεται περίεργο ότι το αμερικανικό χρηματιστήριο εκτινάχθηκε – 500 μονάδες για τον Dow Jones Industrial Average την Τετάρτη. Ίσως επρόκειτο απλά για μια παρέμβαση της Plunge Protection Team που προσπάθησε να καθησυχάσει τον κόσμο ότι όλα θα πάνε καλά. Αλλά η οικονομική πραγματικότητα σήκωσε το άσχημο κεφάλι της την Πέμπτη και το χρηματιστήριο επέστρεψε τα πλασματικά κέρδη του.

Είναι αλήθεια ότι το τέλος του γερμανικού βιομηχανικού ανταγωνισμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες σφραγίστηκε στο εμπορικό ισοζύγιο. Αλλά στο ισοζύγιο κεφαλαίου, η υποτίμηση του ευρώ θα μειώσει την αξία των αμερικανικών επενδύσεων στην Ευρώπη και την αξία σε δολάρια των όποιων κερδών που μπορεί να αποφέρουν ακόμη αυτές οι επενδύσεις καθώς η ευρωπαϊκή οικονομία συρρικνώνεται. Έτσι, τα δηλωθέντα κέρδη των αμερικανικών πολυεθνικών θα μειωθούν.

Ως τελευταίο λάκτισμα, ο Pepe Escobar επισήμανε στις 28 Σεπτεμβρίου ότι “η Γερμανία είναι συμβατικά υποχρεωμένη να αγοράζει τουλάχιστον 40 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ρωσικού αερίου ετησίως μέχρι το 2030. … Η Gazprom έχει το νόμιμο δικαίωμα να πληρωθεί ακόμη και χωρίς να στείλει αέριο. Αυτό είναι το πνεύμα ενός μακροπρόθεσμου συμβολαίου. … Το Βερολίνο δεν παίρνει όλο το φυσικό αέριο που χρειάζεται, αλλά και πάλι πρέπει να πληρώνει”. Μοιάζει με μια μακρά δικαστική διαμάχη προτού τα χρήματα αλλάξουν χέρια – αλλά η ικανότητα της Γερμανίας να πληρώσει θα αποδυναμώνεται συνεχώς.

Για το θέμα αυτό, η ικανότητα πολλών χωρών να πληρώσουν φτάνει ήδη στο σημείο θραύσης.

Η επίδραση των αμερικανικών κυρώσεων και ο Νέος Ψυχρός Πόλεμος εκτός Ευρώπης

Οι διεθνείς πρώτες ύλες εξακολουθούν να τιμολογούνται κυρίως σε δολάρια, οπότε η άνοδος της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου θα αυξήσει αναλογικά τις τιμές εισαγωγής για τις περισσότερες χώρες. Αυτό το πρόβλημα της συναλλαγματικής ισοτιμίας εντείνεται από τις κυρώσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, οι οποίες ανεβάζουν τις παγκόσμιες τιμές του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και των σιτηρών. Πολλές χώρες της Ευρώπης και του Παγκόσμιου Νότου έχουν ήδη φθάσει στα όρια της ικανότητάς τους να εξυπηρετούν τα χρέη τους σε δολάρια, και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την πανδημία του Covid. Δεν έχουν την πολυτέλεια να εισάγουν την ενέργεια και τα τρόφιμα που χρειάζονται για να ζήσουν, αν πρέπει να πληρώσουν τα εξωτερικά τους χρέη. Η παγκόσμια οικονομία υπερβαίνει πλέον τα όρια του χρέους της, οπότε κάτι πρέπει να γίνει.

Την Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου, όταν έγινε γνωστή η είδηση των επιθέσεων κατά των αγωγών φυσικού αερίου Nord Stream, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν έχυσε κροκοδείλια δάκρυα και δήλωσε ότι η επίθεση κατά των ρωσικών αγωγών δεν ήταν “προς το συμφέρον κανενός”. Αλλά αν όντως ίσχυε αυτό, κανείς δεν θα είχε επιτεθεί στους αγωγούς φυσικού αερίου.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι Αμερικανοί υπεύθυνοι στρατηγικής διαθέτουν ένα σχέδιο παιχνιδιού για το πώς θα προχωρήσουν από εδώ και πέρα, και ότι θα το υλοποιήσουν έτσι ώστε να είναι όντως στην κατεύθυνση που οι νεοσυντηρητικοί ισχυρίζονται ότι είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ – δηλαδή τη διατήρησης μιας μονοπολικής νεοφιλελευθεροποιημένης και χρηματιστικοποιημένης παγκόσμιας οικονομίας για όσο περισσότερο μπορούν.

Εδώ και καιρό έχουν ένα σχέδιο για τις χώρες που αδυνατούν να ανταποκριθούν στα εξωτερικά τους χρέη. Το ΔΝΤ θα τους δανείσει τα χρήματα, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα-οφειλέτης θα συγκεντρώσει το συνάλλαγμα για να αποπληρώσει τα (ολοένα και ακριβότερα) δάνεια σε δολάρια, ιδιωτικοποιώντας ό,τι έχει απομείνει από τη δημόσια περιουσία, την κληρονομιά φυσικών πόρων και άλλα περιουσιακά στοιχεία, κυρίως σε Αμερικανούς χρηματοοικονομικούς επενδυτές και τους συμμάχους τους.

Θα πετύχει; Ή θα ενωθούν οι χώρες-οφειλέτες και θα βρουν τρόπους να αποκαταστήσουν τον φαινομενικά χαμένο κόσμο των προσιτών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, των τιμών των λιπασμάτων, των σιτηρών και άλλων τροφίμων καθώς και των μετάλλων ή των πρώτων υλών που παρέχονται από τη Ρωσία, την Κίνα και τους συμμάχους Ευρασιατικούς γείτονές τους;

Αυτή είναι η επόμενη μεγάλη ανησυχία για τους διαμορφωτές της παγκόσμιας στρατηγικής των ΗΠΑ. Φαίνεται λιγότερο εύκολο να επιλυθεί από ό,τι έγινε μέσω του σαμποτάζ των Nord Stream 1 και 2. Αλλά η λύση φαίνεται να είναι μέσω της συνήθους αμερικανικής προσέγγισης: κάτι στρατιωτικής φύσης, νέες έγχρωμες επαναστάσεις. Ο στόχος είναι να αποκτήσουν την ίδια δύναμη πάνω στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου και της Ευρασίας που η αμερικανική διπλωματία ασκούσε πάνω στη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες μέσω του ΝΑΤΟ.

Αν δεν δημιουργηθεί μια θεσμική εναλλακτική λύση στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Δικαστήριο, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τους πολυάριθμους οργανισμούς του ΟΗΕ που σήμερα λειτουργούν μεροληπτικά, εξαρτημένοι από τους Αμερικανούς διπλωμάτες και τους τοποτηρητές τους, οι επόμενες δεκαετίες θα δουν την οικονομική στρατηγική των ΗΠΑ για οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία να εξελίσσεται όπως έχει σχεδιάσει η Ουάσιγκτον.

Το πρόβλημα είναι ότι σε σχέση με τα σχέδιά της, μέχρι στιγμής ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι αντιρωσικές κυρώσεις έχουν λειτουργήσει ακριβώς αντίστροφα από ό,τι είχε ανακοινωθεί. Αυτό μπορεί να δώσει κάποια ελπίδα για το μέλλον του κόσμου. Η αντίθεση, ακόμη και η περιφρόνηση των Αμερικανών διπλωματών προς άλλες χώρες που ενεργούν με βάση τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα και τις δικές τους κοινωνικές αξίες είναι τόσο ισχυρή που δεν είναι πρόθυμοι να σκεφτούν πώς ακριβώς αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να αναπτύξουν τη δική τους εναλλακτική λύση στο παγκόσμιο σχέδιο των ΗΠΑ.

Το ερώτημα λοιπόν είναι πόσο επιτυχώς αυτές οι άλλες χώρες μπορούν να αναπτύξουν την εναλλακτική τους νέα οικονομική τάξη και πώς μπορούν να προστατευτούν από τη μοίρα που μόλις επέβαλε στον εαυτό της η Ευρώπη για την επόμενη δεκαετία.

Πηγή: naked capitalism