Άρθρα

Πόσο ελκυστικό είναι να “Μένουμε Ευρώπη” σήμερα;

Ο μεγάλος ηττημένος της πολεμικής σύρραξης ανάμεσα σε Ουκρανία (ή ΝΑΤΟ) και Ρωσία είναι οπωσδήποτε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια ΕΕ που πολυδιαφημίστηκε για αρκετές δεκαετίες ως πανίσχυρη οικονομική και πολιτική οντότητα, ως ενιαία και ανεξάρτητη δύναμη, ως χώρος ελευθερίας, δημοκρατίας και δικαιωμάτων. Το παραπάνω αφήγημα έχει δεχτεί καίρια πλήγματα, ειδικά στα χρόνια της κρίσης, σήμερα όμως φαίνεται να καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Το οικονομικό λαχάνιασμα των τελευταίων ετών αναμένεται να κορυφωθεί με καταλύτη την ενεργειακή ασφυξία. Η αμφίβολη επάρκεια σε φυσικό αέριο και οι ακριβές τιμές που θα εξασφαλίσει ο σύμμαχος/προμηθευτής (ΗΠΑ) δίνουν τη χαριστική βολή στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οι επίσημες προβλέψεις για ύφεση και υψηλό πληθωρισμό στο 2023 δίνουν και παίρνουν. Τον Οκτώβριο ο πληθωρισμός σε επίπεδο ΕΕ ήταν διψήφιος (10,7%). Ο επίτροπος Οικονομίας (Τζεντιλόνι) δήλωσε ότι “Η οικονομία της ΕΕ βρίσκεται σε σημείο καμπής και οι προοπτικές της έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά”. Η αποτυχία ομολογείται ξεκάθαρα.

Η συνολική κρίση, τα δομικά προβλήματα και η αρχιτεκτονική της ΕΕ επανέρχονται στο προσκήνιο. Την προηγούμενη δεκαετία “βγήκαν τα μαχαίρια” από την τρόικα στραμμένα προς τις χώρες του ευρωπαϊκού “νότου”, με σαφές μήνυμα που έφτανε όμως μέχρι τη Γαλλία. Στην πραγματικότητα τότε τέθηκε ζήτημα συνοχής, κοινών συμφερόντων και βιωσιμότητας του οικοδομήματος. Πιο κρουστικά της Ευρωζώνής, αλλά και της ΕΕ συνολικά. Η αποχώρηση της Βρετανίας δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αμελητέα. Σήμερα η συνοχή της ΕΕ δοκιμάζεται εκ νέου. Το τεράστιο πρόγραμμα δανεισμού της Γερμανίας (200δις) αποδεικνύει ότι στις “δύσκολες μέρες” η “αλληλεγγύη” μεταξύ των Ευρωπαίων εταίρων πάει περίπατο. Το κάθε κράτος θα κοιτάξει τον εαυτό του, με πρώτη και καλύτερη τη Γερμανία. Ασπίδα προστασίας για τους Γερμανούς, οργή-απόγνωση για τις υπόλοιπες 26 χώρες της ΕΕ.

Η υποτέλεια της ΕΕ στις ΗΠΑ φτάνει σε σημεία που μόνο με την εποχή του σχεδίου Μάρσαλ και τις απαρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης μπορούν να συγκριθούν. Το υπό πλήρη έλεγχο μεταπολεμικό αμερικάνικο ανάχωμα στους σοβιετικούς έχει ως άξιο συνεχιστή του τη σημερινή Ευρώπη των 27: πρωτοκολλητής κάθε αμερικάνικης ιμπεριαλιστικής απόφασης, επιδίδεται με τη μέγιστη ευχαρίστηση σε καθημερινούς διαγωνισμούς αντιρωσισμού, συχνά ξεπερνά σε φανατισμό και πρωσήλωση το υπερατλαντικό αφεντικό, αναδεικνύει την προπαγάνδα και παραπληροφόρηση στην ανωτάτη των επιστημών, ακόμα και αν η πολιτική αυτή φέρνει ολέθρια αποτελέσματα στις οικονομίες, στις επιχειρήσεις και στους λαούς της.

Τελευταία προστίθεται μια ακόμα πινελιά στον πίνακα αποσύνθεσης της ΕΕ. Αυτή της μίζας, της διαπλοκής, της διαφθοράς. Της δωροδοκίας και του ροκανίσματος “βρώμικου” χρήματος από τους αδιάφθορους εκπροσώπους των πιο ιερών και σεβαστών ευρωπαϊκών θεσμών. Μαθαίνουμε ότι το Κατάρ πήρε τη διοργάνωση του Μουντιάλ επειδή λάδωσε την Ευρώπη. Που σύσσωμη εκθειάζει τις εργασιακές καινοτομίες του Κατάρ (με αποτέλεσμα το παγκόσμιο ρεκόρ εργατικών ατυχημάτων).

Αυτή είναι φυσικά η Ευρώπη της ελευθερίας, της ευημερίας, των δικαιωμάτων, των αξιών. Τα ιδανικά της οποίας ξεκινάμε να μαθαίνουμε από το Σχολείο, μην τύχει και χάσουμε τον δρόμο μας.

Η εικόνα της ΕΕ είναι μια εικόνα παρακμής. Σε κάθε επίπεδο. Οι συζητήσεις γύρω από τη διαχείριση της ενεργειακής ανεπάρκειας είναι ενδεικτικές. “Μη χρησιμοποιείτε τα αυτοκίνητα πολύ”, “Χρησιμοποιείστε σκάλες αντί ασανσέρ”, “Προμηθευτείτε ηλεκτρικές κουβέρτες”, “Μειώστε την κατανάλωση από τις 16:00 ως τις 19:00” κλπ. Σε άλλες συνθήκες – εποχές, η Δύση θα αποκαλούσε “σοβιετική” ή τριτοκοσμική τη χώρα που θα εφάρμοζε τέτοιες πρακτικές.

Κάποιοι το 2015 (δια)δήλωσαν ότι “μένουμε Ευρώπη”. Ήταν σίγουρα μειοψηφία. Και ακόμα πιο σίγουρα η τοποθέτηση αυτή υπήρξε ετεροκαθοριζόμενη. Ήταν κυρίως μια υστερική απάντηση στον απροσδιόριστο “αντι-ευρωπαϊκό κίνδυνο” που διαγραφόταν τότε, παρά μια θετική/ενεργητική στήριξη του υλοποιημένου“ευρωπαϊκού ιδεώδους”. Σήμερα το “μένουμε Ευρώπη” δε μπορεί να υποστηριχθεί ούτε από όσους το υποστήριξαν το 2015. Ίσως να ήθελαν να πουν “μένουμε ΗΠΑ”, αλλά γεωγραφικοί περιορισμοί δεν το επιτρέπουν.

Το “Ανήκομεν εις την Δύσιν” του Κ.Καραμανλή (αλλά και σύσσωμης της τοπικής ελίτ για δεκαετίες) μπορεί να αμφισβητηθεί για πρώτη φορά με σοβαρούς και μαζικούς όρους. Όχι γιατί υπάρχουν πολιτικά υποκείμενα που προτίθενται και μπορούν να θέσουν το ζήτημα με τέτοιους όρους. Αλλά γιατί αυτή η “Δύση”, ειδικά με τη συγκεκριμένη “τοπική¨μορφή της (ΕΕ), δεν πείθει πια κανέναν. Ούτε τον ίδιο της τον εαυτό.

Η Ε.Ε. στην εντατική, το Eurogroup “μένει σπίτι”

Η τελευταία σύνοδος των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης (Eurogroup) για τα μέτρα αντιμετώπισης του κορονοϊού τελείωσε με τα τυπικά χειροκροτήματα, αλλά τα πραγματικά ερωτήματα έμειναν ανοικτά. Ως γνωστόν, η απόφαση περιλαμβάνει πακέτο 540 δις ευρώ, το οποίο αφορά 3 ενότητες.

Πρώτον, τη δυνατότητα χρηματοδότησης 240 δισ. μέσω του ESM για άμεσες δαπάνες υγείας (π.χ. νοσοκομειακά, κτλ.), ενώ για έμμεσες δαπάνες προβλέπονται δεσμεύσεις, κοινώς “χαλαρά μνημόνια” για όσες χώρες κάνουν χρήση.

Δεύτερον, δάνεια 200 δισ. ευρώ προς τις επιχειρήσεις μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, δηλαδή κρατικές εγγυήσεις προς τις τράπεζες για να χορηγήσουν δάνεια στις εταιρείες. Ένα μέρος των δανείων θα τονώσει την οικονομία, επίσης όμως ένα σημαντικό μέρος από το ανωτέρω ποσό θα καταλήξει σε επισφαλή δάνεια με κρατικές εγγυήσεις, δηλαδή θα ωφεληθούν κυρίως οι τράπεζες και θα πληρώσει η κοινωνία.

Τρίτον, δάνεια 100 δισ. ευρώ μέσω της Κομισιόν με το πρόγραμμα SURE που αφορά κάλυψη δαπανών που “συνδέονται με την δημιουργία η επέκταση εθνικών συστημάτων μειωμένου ωραρίου και παρόμοιων μέτρων για την αντιμετώπιση του κορονοϊού”. Δηλαδή επί της ουσίας επιδοτείται η προώθηση των θέσεων ελαστικής εργασίας.

Τέλος, υπήρξε μια γενικόλογη αναφορά σε μελλοντικό καινοτόμο πρόγραμμα χρηματοδότησης για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις του αδειάσματος των εννέα χωρών που ζητούσαν ‘κορονο-ομόλογο’.

Οι εθνικές στρατηγικές

Η επίσημη κριτική που ασκήθηκε στην απόφαση ήταν ότι το ποσό αποδεικνύεται κατώτερο των περιστάσεων, όπως και ότι δεν επιδείχθηκε αλληλεγγύη για τα μέλη της ευρωζώνης με τα μεγαλύτερα προβλήματα.

Εξετάζοντας το πρώτο σκέλος της επίσημης κριτικής, το ποσό των 540 δισ. ευρώ είναι μόλις το 4,2% του ΑΕΠ των χωρών της ευρωζώνης, πραγματικό μικρό για το μέγεθος της κρίσης, όταν οι προβλέψεις κάνουν λόγω για μείωση του ΑΕΠ το 2020 από -4% έως -10%. Οι χώρες της ευρωζώνης όμως έχουν ήδη επιλέξει σε εθνικό επίπεδο πολλαπλάσια πακέτα στήριξης.

Χαρακτηριστικά, η Γερμανία έχει ανακοινώσει πακέτο στήριξης έως 750 δισ. ευρώ, ήτοι 18% του ΑΕΠ. Το πακέτο αποτελείται από άμεση επιβάρυνση του προϋπολογισμού με 156 δισ., δάνεια στην κρατική αναπτυξιακή τράπεζα KFW ύψους 200 δισ. εκ των οποίων τα 100 δις για να αποτραπούν εξαγορές γερμανικών επιχειρήσεων από ξένους(!) και εγγυήσεις εταιρικών δανείων ύψους 400 δις.

Στο ίδιο πλαίσιο η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε δέσμη μέτρων ύψους επίσης 750 δισ. ευρώ, ήτοι 37,5% του ΑΕΠ. Από αυτό, ποσό 350 δισ. αφορά δαπάνες για στήριξη εργαζομένων και επιχειρήσεων, ενώ εγκρίθηκαν επιπλέον εγγυήσεις δανείων 400 δις(!) προς τις εταιρίες.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι όλες οι χώρες κινήθηκαν σε εθνικό επίπεδο για να προστατεύσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα – και μάλιστα παραβίασαν όσες συνθήκες της ευρωζώνης βόλευαν. Μόλις απειλήθηκαν τα συμφέροντα των ηγετικών αστικών τάξεων οι κανόνες για τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τη μη κρατική ενίσχυση επιχειρήσεων και τον ελεύθερο ανταγωνισμό πήγαν στα αζήτητα και, εν αντιθέσει με την Ελλάδα όπου επιβλήθηκε γενικό ξεπούλημα, βλέπουμε τους Γερμανούς (και άλλους) να αποτρέπουν εξαγορές δικών τους επιχειρήσεων.

Τα όρια της ‘αμοιβαιοποίησης’

Παρατηρούμε λοιπόν ότι όλες οι κυβερνήσεις συμφωνούν σε δημοσιονομική επέκταση και κρατικοποίηση ιδιωτικών εταιρικών χρεών. Εκεί που διαφωνούν είναι στην δυνατότητα ορισμένων χωρών, όπως η Γερμανία να χρησιμοποιήσουν την κρίση για να ενισχύουν με καλύτερους όρους τις δικές τους εταιρίες σε βάρος ανταγωνιστών τους εντός της ίδιας της Ε.Ε.

ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΧΡΕΟΣ ΧΡΕΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΧΡΕΟΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΧΡΕΟΣ
(% του ΑΕΠ)
ΕΛΛΑΔΑ 181 107 53 54 288
ΙΤΑΛΙΑ 138 108 66 42 246
ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ 121 152 87 65 273
ΒΕΛΓΙΟ 103 181 119 62 284
ΓΑΛΛΙΑ 102 154 93 61 256
ΙΣΠΑΝΙΑ 100 136 78 58 236
Μ.Ο. Ευρωζώνης 86,1
ΑΥΣΤΡΙΑ 75 120 70 50 195
ΙΡΛΑΝΔΙΑ 69 210 170 40 279
ΓΕΡΜΑΝΙΑ 62 107 52 55 169
ΟΛΛΑΝΔΙΑ 60 237 136 101 297
ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ 61 146 80 66 207
ΣΛΟΒΑΚΙΑ 49 92 49 43 141
(Ιδιωτικό χρέος = Χρέος εταιρειών + Χρέος Νοικοκυριών)

Το δεύτερο σημείο τριβής εντός της ευρωζώνης αποτέλεσε το ‘κορονομόλογο’, δηλαδή η κοινή έκδοση χρέους. Προκειμένου να γίνει πιο ευκρινής η αντιπαράθεση, παρατίθεται ο πίνακας που απεικονίζει τη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού Χρέους ως προς το ΑΕΠ των 12 μεγαλύτερων χωρών της ευρωζώνης.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι περισσότερες χώρες έχουν πολύ υψηλό συνολικό χρέος, αλλά οι χώρες με μικρό δημόσιο χρέος ήταν αρνητικές στην έκδοση κοινού ομολόγου (η Ιρλανδία έχει τυπικά χαμηλό χρέος, αλλά πολύ μεγαλύτερο, αν υπολογισθεί η bad bank). Η στάση αυτή δεν προέρχεται μόνο από την υπαρκτή έλλειψη αλληλεγγύης ή από μια συντηρητική προσέγγιση δημοσιονομικής πειθαρχίας απέναντι σε ‘άσωτους’ λαούς. Η κρίση έχει αναδείξει μιαν αντιπαράθεση, η οποία διατρέχει κάθετα κάθε χώρα στο εσωτερικό της και η ‘αμοιβαιοποίηση’ του δημόσιου χρέους είναι μόνο μια διάσταση. Γι’ αυτό και βλέπουμε διαφορετικές απόψεις εντός της Γερμανίας, που ζητούν εφάπαξ δημιουργία ευρωομόλογων και στην Ιταλία, αντίθετα, ρήξη με την ευρωζώνη.

Είναι προφανές ότι η τρέχουσα κρίση και τα πακέτα που εγκρίνονται για την αντιμετώπισή της θα επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος όλων των κρατών της ευρωζώνης (σύμφωνα με εκτιμήσεις, από 15% έως και 30% του ΑΕΠ τα επόμενα δύο έτη), ενώ συγχρόνως θα αυξηθεί και το ιδιωτικό εταιρικό χρέος. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί απειλή για δύο βασικές παραμέτρους της Ευρωζώνης: τις τράπεζες και το νόμισμα. Η άνοδος των χρεωκοπιών θα κτυπήσει τις τράπεζες και η συσσώρευση από την ΕΚΤ ομολόγων που απειλούνται με στάση πληρωμών θα θέσει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του ευρώ.

Ο συστημικός κίνδυνος αυξάνεται όταν η Γαλλία και η Ισπανία θα έχουν σε δύο χρόνια δημόσιο χρέος άνω του 120% του ΑΕΠ και η Ιταλία άνω του 160%. Όσο δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας, τόσο περισσότερο θα τρίζουν τα θεμέλια της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Θα απαιτείται μεγαλύτερο ποσό να συνεισφέρουν οι χώρες με μικρότερο χρέος και καλύτερη οικονομική κατάσταση, ενώ συγχρόνως μεγαλύτερες θυσίες θα ζητούνται από τους λαούς και τις αστικές τάξεις των υπερχρεωμένων χωρών. Στο τέλος, ενδέχεται κανείς να μην θέλει να καταβάλλει τον λογαριασμό.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η επίσημη κριτική για τις αποφάσεις του πρόσφατου Eurogroup έχει βάση για όσους εθελοτυφλούν σχετικά με τι είναι και πως λειτουργεί η Ε.Ε., καθώς και για όσους αγνοούν την οικονομική συγκυρία. Είναι όσοι διακινούν την προσέγγιση της “Ευρώπης των λαών”, ενώ συγχρόνως αγνοούν ότι δεν αντιμετωπίζουμε απλώς μια παροδική οικονομική κρίση λόγω κορονοϊού. Η Ευρωζώνη εμφάνιζε μια οικονομική στασιμότητα τα τελευταία χρόνια, που μεταφράστηκε σε σχεδόν μηδενική ανάπτυξη το 2019, παρά τα τεράστια ποσά χρήματος που εκδόθηκαν για να στηριχθούν κυρίως οι ευρωπαϊκές εταιρίες και τράπεζες από την κρίση του 2009-2009, όπως φαίνεται και από τα υψηλά ποσοστά συνολικού χρέους σε όλες τις χώρες-μέλη.

Η Ε.Ε. είναι ένας συνασπισμός που χρησιμοποιούν οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές χώρες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τα οικονομικά συμφέροντα των αστικών τους τάξεων τόσο στον διεθνή ανταγωνισμό όσο και εντός της ίδιας της Ένωσης. Σε αυτή την διαδικασία η προστασία του νομίσματος, των τραπεζών και των συμφερόντων των εταιρειών έχει πρωτεύουσα σημασία. Και είναι ακριβώς αυτά που ωθούν τις αστικές τάξεις των χωρών του Νότου, ώστε να συμπλέουν με πολιτικές που υπαγορεύουν οι μεγάλες χώρες εντός της Ε.Ε. Όσο αυτά τα συμφέροντα δεν αμφισβητούνται ευθέως, η φιλολογία για “Ευρωπαϊκή Γερμανία ή γερμανική Ευρώπη” έχουν σχετική σημασία, όπως δείχνει η κατάληξη όλων των κρίσιμων αντιπαραθέσεων στην ευρωζώνη.

Ο συνδυασμός όμως της προϋπάρχουσας δομικής κρίσης με τα αποτελέσματα του κορονοϊού, δημιουργεί μια νέα κατάσταση στην οποία θα καλείται ο λαός να πληρώσει δυσθεώρητο λογαριασμό, ενώ η ύπαρξη της ευρωζώνης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Όταν η Ε.Ε κινδυνεύει να γίνει “ο μεγάλος ασθενής του 21ου αιώνα”, η συνολική αμφισβήτηση του ίδιου του οικοδομήματος είναι επίκαιρη.

Πηγή: Κοσμοδρόμιο

Θα σταματήσουν ποτέ οι ελληνικές κυβερνήσεις να είναι κότες;

Πρώτο σχόλιο της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ για τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ.

Ιταλία και Ισπανία απείλησαν με βέτο τη γερμανική Ε.Ε. που κουφή και τυφλή στη δραματική υγειονομική και οικονομική κρίση που προκάλεσε και προκαλεί η πανδημία, δεν κουνά ρούπι από το δόγμα «μνημόνια, μνημόνια και πάλι μνημόνια». Το μόνο που δέχεται ως συζήτηση στο αίτημα των χωρών του Νότου να ενεργοποιηθούν τα ευρωο-ομόλογα, δηλαδή να μπορεί να δανειστεί κάθε χώρα με ίδια επιτόκια είναι η ενεργοποίηση του ESM, δηλαδή χρηματοδότηση έναντι σκληρών ανταλλαγμάτων, δηλαδή μνημονιακών υποχρεώσεων.

Ακόμα και την ώρα που οι χώρες του Νότου πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος με εκατοντάδες νεκρούς καθημερινά και την οικονομία σε ελεύθερη πτώση, η Γερμανία επιμένει να σκέφτεται πώς θα εξασθενήσει τους εταίρους και πώς θα ισχυροποιηθεί η ίδια απέναντί τους. Το μόνο κριτήριο που καθοδηγεί το κέντρο λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, δηλαδή το Βερολίνο, είναι η απόλυτη κυριαρχία μέσα στην ΕΕ, ώστε με καλύτερους όρους να διατάξει δυνάμεις στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Το ευρω-ομόλογο είναι η παλιά πρόταση να εκδοθούν κοινά ομόλογα σε όλη την ΕΕ με ίδιο επιτόκιο, αντί για εθνικά ομόλογα που για τις αδύναμες χώρες σημαίνουν ακριβό χρήμα. Οι χώρες του Βορρά με προεξάρχουσα τη Γερμανία έχουν αποφασιστικά αντιταχθεί στην «αμοιβαιοποίηση» του χρέους θεωρώντας ότι δεν μπορούν να μοιράζονται το κόστος με τους νότιους.

Η λεοντόκαρδη και αποφασιστική κυβέρνηση Μητσοτάκη που όπως ενημερωνόμαστε 24 ώρες το 24ωρο θα κάνει whatever it takes για την ελληνική Δημόσια Υγεία και οικονομία, αφού συνυπέγραψε το αίτημα 9 χωρών για έκδοση ευρω-ομολόγου (μαζί με Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο κοκ), στη Σύνοδο Κορυφής επανήλθε στο γνωστό ρόλο που παίζουν οι ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια: τον ρόλο της κότας.

Βέτο φέρεται να άσκησαν Ιταλία και Ισπανία, αλλά η επίσης οικονομικά πληττόμενη Ελλάδα, με το μικρότερο πακέτο στήριξης πανευρωπαϊκά και τα πιο άτολμα μέτρα στήριξης της κοινωνίας, κακάριζε κοινοτοπίες. Όπως πάλι μας ενημέρωσαν τα ΜΜΕ που δοξολογούν τον «πιο αποφασιστικό ηγέτη» της Ευρώπης, ο Μητσοτάκης «υπογράμμισε την αναντιστοιχία ανάμεσα στους όρους που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή αυτής της κρίσης και στα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής». Πρόκειται όντως για υπόδειγμα αποφασιστικότητας.

Αλλαγές στις διατυπώσεις (θα εξεταστούν «προτάσεις» αντί για μία και μόνο «πρόταση») επέτρεψαν την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος, αλλά το ερώτημα για το τι τελικά θα γίνει, παραμένει.

Αυτό που έχει σημασία είναι η σύγκριση ανάμεσα στα εθνικά πακέτα στήριξης που έχουν αποφασίσει οι εθνικές κυβερνήσεις από τη στιγμή που ενεργοποιήθηκε η ρήτρα εξαίρεσης από το Σύμφωνο Σταθερότητας. Όχι απλά σε απόλυτα νούμερα, αλλά σε ποσοστά: Στη Γερμανία έφτασε στα 756 δισ. ευρώ, δηλαδή το 22% του γερμανικού ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα τα 2 δισ. ευρώ, δηλαδή το 1,2% του ελληνικού ΑΕΠ. Whatever it takes, αλλά όχι και σαν τους Γερμανούς.

Η διαφορά γίνεται πιο χαώδης αν αναλογιστούμε το σημείο εκκίνησης για κάθε χώρα: Η Γερμανία ξεκινά με εγχώρια παραγωγή ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού, απαγορεύοντας μάλιστα τις εξαγωγές, η Ελλάδα δεν παράγει πλέον ούτε την απλή χειρουργική μάσκα, αφού η παραγωγή ξεπατώθηκε με τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Η Γερμανία ξεκινά με 28 κλίνες ΜΕΘ ανά 100.000 κατοίκους, η Ελλάδα με το 1/5, κάτω από 6. Αλλά η Γερμανία κρίνει ότι το πακέτο στήριξης της οικονομίας της από εθνικούς πόρους πρέπει να φτάσει στο 22% του ΑΕΠ, ενώ η Ελλάδα στο 1,2%.

Η λέξη βέτο, αν και έχει τέσσερα μόλις γράμματα, είναι άγνωστη στις ελληνικές κυβερνήσεις. Τόσο για την κυβέρνηση Τσίπρα- Δραγασάκη, που όποτε βαρούσαν τα νταούλια οι Σόιμπλε – Μέρκελ χόρευαν …τσιφτετέλι και εξευτέλιζαν τη λαϊκή βούληση κάνοντας το Όχι, Ναι, όσο και για την κυβέρνηση Μητσοτάκη που δεν τολμά να συμπαραταχθεί αποφασιστικά με την παράταξη του «βέτο» των πληττόμενων χωρών.

Όταν έχεις μια κοινωνία που επί δέκα χρόνια αφαιμάχθηκε και ένα σύστημα δημόσιας υγείας που διαλύθηκε από τα μνημόνια, είναι υπερβολή να απαιτείς κερδίζοντας, και όχι απλά να προτείνεις υποχωρώντας, την απαραίτητη χρηματοδότηση;

Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται ότι είναι.

 

Η Ιταλία, η ΕΕ και ο αναγκαίος προσανατολισμός

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Η Ιταλία υπενθυμίζει τη μόνιμη κρίση στρατηγικής, ύπαρξης και προσανατολισμού της ΕΕ. Η ΕΕ δε μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως έχει για μεγάλο διάστημα. Παράγει ανισότητα εντός κάθε χώρας αλλά και κάθετα μεταξύ του Βορρά και του Νότου. Μεταφέρει διαρκώς κυριαρχία πολιτική, οικονομική, λαϊκή από τα έθνη κράτη στις αγορές, στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και στο Βερολίνο. Οξύνει ακόμα και τις αντιθέσεις ανάμεσα σε αστικές τάξεις που κερδίζουν από αυτή τη διαδικασία και σε αστικές τάξεις που μένουν πίσω, υποβαθμίζονται, χάνουν την ανεξαρτησία τους… Οι αντιφατικοί «χαμένοι της παγκοσμιοποίησης» αντιδρούν, παράγουν πολιτικές κρίσεις, αμφισβητούν το πείραμα της ΕΕ στο σκληρό του πυρήνα. Ένα τέτοιο κρισιακό επεισόδιο είναι σε εξέλιξη και στην Ιταλία, μετά τις πρόσφατες εκλογές και την λεγόμενη αντισυστημική ψήφο.

Το πραγματικό ερώτημα, που δεν απαντιέται, είναι αν η ΕΕ – και ειδικά η ευρωζώνη – θα προχωρήσει σε μια ανώτερη ενοποίηση, σε μια ομοσπονδία, ή αν θα παραμείνει ως έχει, δημιουργώντας διαρκώς κρίσεις, με τα δομικά προβλήματα οικονομικής πολιτικής και κυριαρχίας που έχει. Η πρώτη απάντηση μοιάζει να είναι η πιο «λογική». Όμως όταν συγκρούονται συμφέροντα, δεν εξελίσσονται όλα λογικά. Γιατί παραμένουμε, είτε θέλουμε να το βλέπουμε, είτε το αποφευγουμε, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, της ανισομετρίας και του ανταγωνισμού. Η Γερμανία δεν παραχωρεί τη δύναμη της και τα προνόμια της στις υπόλοιπες χώρες. Ή αν παραχωρήσει ταχτικά ένα πολύ μικρό μέρος, ζητάει πολλαπλάσια ανταλλάγματα. Αυτό είναι τα μνημόνια. Για την οικονομική «στήριξη» με τη μορφή δανείων, ζητήθηκαν κυριολεκτικά τα κλειδιά μιας χώρας. Αυτή την απάντηση έδωσε και η Μέρκελ στις προτάσεις Μακρόν για ένα ευρωπαϊκό ΔΝΤ και για έναν επενδυτικό (μικρό) προϋπολογισμό προς τις πιο φτωχές χώρες. Όμως μια τέτοια πολιτική από τη Γερμανία θα παράγει διαρκώς φαινόμενα καταπάτησης και συρίκνωσης της λαικής κυριαρχίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας. Όχι μόνο από χώρες σαν την Ελλάδα, αλλά και από χώρες σαν την Ιταλία ή τη Γαλλία. Και ο φαύλος κύκλος θα συνεχίζεται. Γιατί και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, κοινώς του νεοφιλελεύθερου ιμπεριαλισμού, ο ανταγωνισμός για την ηγεμονία και η πραγματικότητα των εκμεταλλευτικών και εκμεταλλευόμενων εθνών ειναι εδώ.Τούτων δοθέντων η θέση για μεταρρύθμιση, αλλαγή, βελτίωση, εκδημοκρατισμό της ΕΕ δεν ευσταθεί με βάση την πολιτική λογική του συσχετισμού δύναμης. Είτε με τις πιο ήπιες αφηγήσεις, όπως αυτές του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, είτε με τις πιο κρουστικές, όπως του Γ. Βαρουφάκη, οι απόψεις αυτές είναι χίμαιρες. Χρόνο με το χρόνο, επεισόδιο το επεισόδιο, η θέση για ρήξη ή όχι, για αποδέσμευση ή όχι, για διάλυση η όχι της ΕΕ και της ευρωζώνης γίνεται όλο και πιο επίκαιρη, από τα ίδια τα πράγματα και τα γεγονότα. Οι ενωμένες πολιτείες της Ευρώπης για να υπάρξουν πρεπει πρωτίστως να έχει ανατιναχθεί το οικοδόμημα της ευρωζώνης και της ΕΕ. Ζουμε μια αργή διαδικασία αυτοανατίναξης, ή Γερμανικής ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας.

Σήμερα υπάρχει αμφισβήτηση και λαϊκή διαμαρτυρία ενάντια στην Ε.Ε. Η πολιτική έκφραση αυτής της διαμαρτυρίας είναι κυρίως δεξιάς ή και ακροδεξιάς κατεύθυνσης. Υπάρχουν αστικές μερίδες σε διάφορες χώρες που αντιδρούν, χωρίς προς το παρόν να έχουν εκθέσει κάποιο εναλλακτικό σχέδιο αποδέσμευσης από την ευρωζώνη ή την ΕΕ (πχ Λεπέν ή Σαλβίνι). Ήδη σε πολύ μικρό διάστημα, μετά τις πιέσεις και την αντιδημοκρατική εκτροπή των Βρυξελλών, η παρούσα κυβέρνηση 5 αστέρων-Λέγκας φαίνεται να υποχωρεί σε κάποια σημεία του προγράμματος της και να υπαναχωρεί από κάποια ρηξιακή λογική. Υπάρχουν και τα εργατικά λαϊκά στρώματα που δυσανασχετούν γιατί δέχονται τις αντιλαϊκές πολιτικές της ΕΕ. Όμως δεν έχουν πολιτική έκφραση καθώς η πλειοψηφία της αριστεράς στην Ευρώπη ήταν εδώ και δεκαετίες μια δύναμη φιλοευρωπαϊκή στα όρια της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η πραγματικότητα εκφράστηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά και στην Ισπανία το «αντισυστημικό» Podemos βιάζεται να ρίξει γέφυρες συννενόησης στο σοσιαλιστικό κόμμα και την κεντροαριστερά. Στην ΕΕ μετά τη δοκιμασία της οξείας κρίσης του 2008-2015 ο συσχετισμός δύναμης είναι πιο αρνητικός και όχι πιο θετικός. Κερδισμένος είναι και ο γερμανικός μονόδρομος και η εκ δεξιών «αμφισβήτηση» στην ΕΕ η οποία είναι στην ουσία αίτημα για επαναδιαπραγμάτευση ισχύος. Όχι, το πλέον πιθανό είναι ο Σαλβίνι να μην τινάξει στον αέρα την ΕΕ.

Η Ιταλία λοιπόν πρέπει να διδάξει. Από τη μία για το αναγκαίο του αντι-ευρωενωσιακού προσανατολισμού. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως ανάλυση, πολιτική συμμαχιών, προσανατολισμό, πρόγραμμα, δράση. Από την άλλη, μετά το ΣΥΡΙΖΑ του 2015, το Brexit του 2016, την Καταλονία του 2017, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ρήξη με την ΕΕ, με πρόγραμμα τις ελάχιστες προσδοκίες, δεν γίνεται. Ούτε με την αντίληψη ότι οι εκρηκτικές αντιθέσεις από μόνες τους θα πυροδοτήσουν το κίνημα, ούτε με την αναμονή για δράση από κάποιον άλλο, ούτε με την εκχώρηση στο λαό και στην αυθόρμητη λαϊκή διαμαρτυρία των πολιτικών καθηκόντων της ρήξης με την ΕΕ. Καθήκοντα που απαιτούν συμπεράσματα από την περίοδο της κρίσης, κοινή λογική, μαζική πολιτική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία του απαραίτητου πολιτικού υποκειμένου. Καθήκοντα που απαιτούν διεθνιστικές πρωτοβουλίες, με γνώση ότι οι διαθέσιμες δυνάμεις σε έναν τέτοιο προσανατολισμό είναι εξαιρετικά λίγες. Οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς, αντί να περιμένουν (και να σχολιάζουν σχετικά) κάθε φορά το ώριμο φρούτο κάποιας ρήξης, ας ανοίξουν τη συζήτηση για τα καθήκοντα αυτά.

Ρώμη, 60 χρόνια μετά: Ομολογούν ότι η ΕΕ απέτυχε αλλά η επίθεση σε λαούς και εργαζόμενους συνεχίζεται.

Ανακοίνωση της Παρέμβασης.

Η επετειακή σύνοδος κορυφής, για τα 60 χρόνια από την πρώτη διακήρυξη της Ρώμης που εκκινούσε το ευρωενωσιακό εγχείρημα, δεν είχε ιδιαίτερες εκπλήξεις. Σε μια Ένωση που τρίζει συθέμελα και βρίσκεται σε μια διαρκή και κλιμακούμενη κρίση, υπαρξιακή και προσανατολισμού, με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία (Μ. Βρετανία) να έχει μόλις δηλώσει αποχώρηση και το πιο προχωρημένο πρότζεκτ, το ευρώ, να χαρακτηρίζεται προ μηνών ως μη βιώσιμο, η νέα διακήρυξη της Ρώμης δεν είχε τίποτα να πει. Για την ακρίβεια είπε «προχωράμε όπως πριν», με ότι σημαίνει αυτό για τα επόμενα επεισόδια κρίσης του εγχειρήματος αλλά και για τον όλο και διευρυνόμενο ευρωσκεπτικισμό στους λαούς της Ευρώπης.

Ήταν μια κλασική σύνοδος κορυφής με τη γνωστή «δημιουργικά ασαφή» γλώσσα για τα δικαιώματα των λαών και των εργαζομένων, αλλά με απόλυτη σαφήνεια για τη διασφάλιση των συμφερόντων των πολυεθνικών, των τραπεζών και των ισχυρών κρατών. Και ήταν και μια κλασική σύνοδος κορυφής όσον αφορά και τον Έλληνα πρωθυπουργό που έκανε στην αρχή τους συνήθεις λεονταρισμούς, για τη διατύπωση για τα εργασιακά δικαιώματα, για να ακολουθήσει η γνωστή κωλοτούμπα από τον κορυφαίο του είδους.«Οικοδομήσαμε μια μοναδική Ένωση με κοινά θεσμικά όργανα»
αναφέρει η διακήρυξη. Τα θεσμικά όργανα του διακοσμητικού ευρωκοινοβουλίου, του ESM(δηλαδή μιας ιδιωτικής εταιρείας) ή του γραφείου του Γερμανού Υπ. Οικονομικών -όπως είναι στην ουσία του το Eurogroup; Είναι κοινό μυστικό ότι η ΕΕ είναι η πλέον αντιδημοκρατική Ένωση κρατών. Με υπερεξουσίες στους λομπίστες των Βρυξελλών και στους έχοντες την οικονομική δύναμη, στις πολυεθνικές και τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Και είναι γνωστό ότι ο ευρωσκεπτικισμός έχει στο στόχαστρό του την έλλειψη δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας και την υποκατάσταση των όποιων αστικών δημοκρατικών θεσμών από μια αδιαφανή ευρωπαίκή γραφειοκρατία στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο.

«…και ισχυρές αξίες, μια κοινότητα ειρήνης, ελευθερίας, δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου, μια σημαντική οικονομική δύναμη με ασύγκριτα επίπεδα κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας».
Οι κοινωνικές κατακτήσεις και το κοινωνικό κράτος είναι αποτέλεσμα της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης υπό τη σκιά και απειλή του τότε σοσιαλιστικού μπλοκ και ενός μαζικού, μαχητικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Τις τελευταίες 3 δεκαετίες κάθε βήμα που κάνει το ευρωενωσιακό εγχείρημα σημαίνει και ένα ακόμα χτύπημα στο κράτος δικαίου και στην κοινωνική προστασία. Σήμερα στην Ευρώπη επεκτείνονται η ανεργία, η μερική απασχόληση, η ιδιωτικοποίηση υγείας-παιδείας, τα minijobsκαι ο κατάλογος είναι μακρύς. Από τη συνθήκη του Μάαστριχτ έως τις συνθήκες της Λισαβόνας και το σύμφωνο σταθερότητας η ΕΕ είναι μια πορεία αποδόμησης του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών κατακτήσεων.

«Το κάθε κράτος μόνο του, θα είχε περιθωριοποιηθεί από την παγκόσμια δυναμική. Μόνο αν είμαστε ενωμένοι μπορούμε να επηρεάσουμε τη δυναμική αυτή και να προστατεύσουμε τα κοινά μας συμφέροντα και αξίες. Θα προχωρούμε ενωμένοι, με διαφορετικούς ρυθμούς και ένταση όπου χρειάζεται, αλλά πάντα προς την ίδια κατεύθυνση, όπως έχουμε κάνει και στο παρελθόν, τηρώντας τις Συνθήκες…».
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πολλά κράτη περιθωριοποιήθηκαν μέσα από το κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο. Με ποιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Ακόμα και ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες όπως η Γαλλία μπήκαν σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με το βάρος που είχαν πριν δεκαετίες στη διαμόρφωση της ΕΕ. Ειδικά τα τελευταία 7-8 χρόνια η Γερμανία ξαναγίνεται ο ισχυρός ιμπεριαλισμός της Ευρώπης με παγκόσμια δυναμική. Η ψαλίδα διερύνεται, δεν κλείνει.

Όσο για το αν η ΕΕ «θα προχωρά ενωμένη, με διαφορετικούς ρυθμούς και ένταση όπου χρειάζεται»;
Στην πραγματικότητα δρομολογείται και ενδεχομένως θα θεσμοθετηθεί ο διαχωρισμός σε ευρωπαική περιφέρεια και σε ευρωπαικό κέντρο με προφανείς τις σχέσεις κυριαρχίας του κέντρου απέναντι στην περιφέρεια. Σχέσεις υπαρκτές και διακριτές και σήμερα που για τη χώρα μας σημαίνουν σκληρή επιτροπεία και απώλεια της όποιας λαικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Δεν γνωρίζουμε ποιο ακριβώς παζάρι έγινε στη συνάντηση των 4 μεγάλων χωρών της ΕΕ (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) και ποιοι ζητούν τι. Η ΕΕ από την αρχή ήταν ένα σχέδιο διαδοχικών «προσεγγίσεων». Θα κινούμαστε διαρκώς προς τη στενότερη συνεργασία, έλεγαν οι τότε θεμελιωτές της Ε.Ε, σαν ένα ποδήλατο για να μην πέσουμε. Και ως εκ τούτου πάντα ήταν πολλών ταχυτήτων (κάποιες χώρες είναι στο ευρώ, κάποιες στη Σένγκεν, κάποιες εφαρμόζουν το optout, δηλαδή τις εξαιρέσεις από κάποιους κανόνες κοκ). Σήμερα και μετά το Brexitτο σχέδιο φαίνεται να έχει φτάσει στα όρια του και αν έχει κάποια σημασία η δήλωση περί Ευρώπης πολλών ταχυτήτων αυτή αφορά την για πρώτη φορά εγκατάλειψη του στόχου για συνεχή περαιτέρω ενοποίηση (πχ τι απέγινε η τραπεζική ενοποίηση;) μέχρι τη δημιουργία μιας ενιαίας ομοσπονδίας. Αν μείνει εκεί που είναι όμως η Ε.Ε. θα τροφοδοτεί τις φυγόκεντρες δυνάμεις και το ποδήλατο που δε θα κινείται θα πέσει. Το ίδιο θα γίνει όμως και αν προχωρήσει σε μια πιο βίαιη ενοποίηση. Το υπαρξιακό πρόβλημα της Ε.Ε. δε λύνεται και απλά μετατίθεται. Το ευρωπαϊκό σχέδιο ξέμεινε από καύσιμα ή καλύτερα τα καύσιμά του προέρχονται απο τα λάφυρα του κοινωνικού-ταξικου πολέμου που διεξάγεται απέναντι στους εργαζόμενους και τα πολυπληθή μικρομεσαία στρώματα που απορρίπτονται και φτωχοποιούνται διαρκώς.

Η διακήρυξη των 60 χρόνων δεν απαντά και δεν θα μπορούσε άλλωστε να απαντήσει στο ερώτημα του αν και για πόσα χρόνια είναι βιώσιμη η ΕΕ.

Οι υπενθυμίσεις της ανάγκης τήρησης των συνθηκών και των κανόνων και οι συνεχείς αναφορές σε όλο το σύγχρονο νεοφιλελεύθερο οπλοστάσιο (ενιαία αγορά, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, διεύρυνση εταιρικών σχέσεων, ελεύθερο εμπόριο, σταθερό και ισχυρότερο ενιαίο νόμισμα, παγκοσμιοποίηση, κατάρτιση για τους νέους και ελεύθερη μετακίνηση σε όλη την ΕΕ κ.α.), μαζί με την πλήρη απουσία αναφορών και δεσμεύσεων πάνω στο δημοκρατικό έλλειμμα και στο κοινωνικό πρόβλημα απλά επιβεβαιώνουν ότι η ΕΕ θα συνεχίσει στο ίδιο νεοφιλελεύθερο, αντεργατικό, αντιδημοκρατικό πλαίσιο και προσανατολισμό.

Οι δε αναφορές για την αμυντική βιομηχανία, τις παγκόσμιες πολιτικές για το κλίμα και το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, είναι κάποιες αμήχανες αναφορές μπροστά στην εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ και την απαίτησή του να βάλουν περισσότερα λεφτά οι Ευρωπαίοι για το ΝΑΤΟ.

Καμία απόφαση δεν έχει παρθεί στην ΕΕ για την υπέρβαση της υπαρξιακής της κρίσης. Οι αντικομμουνιστικές κορώνες του Τουσκ που δήλωσε ευτυχής που ζει σε ένα τέτοιο «δημοκρατικό παράδεισο», οι συνεχείς αναφορές ότι λόγω της ΕΕ δεν έχουμε 60 χρόνια τώρα πόλεμο και ο απολογητικός απολογισμός της ΕΕ από τον Γιούνκερ, (που έφτασε να μαλώνει τους Ευρωπαίους πολίτες για την ευρωσκεπτικιστική τους αχαριστία χωρίς να κοιτάνε τους Αφρικανούς που θέλουν την Ευρώπη), δείχνει ότι τα παλαιότερα συνθήματα και οράματα για σύγκλιση, συνοχή, ευημερία έχουν αντικατασταθεί από την καταστροφολογία και την απολογητική. Ποια άλλη ομολογία της αποτυχίας χρειάζεται;

Το πραγματικό ζήτημα για τους εργαζόμενους και για τους λαούς είναι ότι το «προχωράμε όπως πριν», σημαίνει περισσότερη λιτότητα, λιγότερη δημοκρατία, μεγαλύτερη επίθεση στους εργαζόμενους και για τα επόμενα χρόνια. Είναι άραγε τυχαία η ανάπτυξη του αντισυστημικού ενστίκτου απο τους ολοένα και περισσότερο «χαμένους» της ευρωπαϊκής μεγάλης ιδέας; Απέναντι στην άρχουσα παραταξη του «μενουμε ευρώπη» σχηματίζεται διαρκώς η μεγάλη παράταξη των «χαμένων» η παράταξη που δεν έχει μαζική πολιτική έκφραση σήμερα αλλά σωστά στοχοποιεί την ευρωζώνη και την ΕΕ. Αυτη είναι και η αισιόδοξη -απο την ανάποδη- πλευρά της διακήρυξης για τα 60 χρόνια. Όσο αυτοί θα προχωράνε όπως πριν, τόσο ο θυμός και η δυσαρέσκεια για την ευρωζώνη και την ΕΕ θα αναπτύσσεται και θα αναζητά ριζοσπαστικές διεξόδους. Από αυτή την άποψη η ευρωζώνη και η ΕΕ δεν είναι βιώσιμες, δεν έχουν μέλλον. Όσο πιο γρήγορα έρθει το τέλος, τόσο το καλύτερο για τις νέες γενιές και τους εργαζομένους.

Είναι ο συσχετισμός δύναμης, όχι η οικονομία!

Σχόλιο της Παρέμβασης για τη στάση της αριστεράς γύρω από το ερώτημα του ευρώ.

1. Η εδώ και μήνες εμπλοκή του ελληνικού προγράμματος, οι κάθε μέρα και επιπλέον απαιτήσεις των δανειστών και ο ψίθυρος ότι το πρόγραμμα «δε βγαίνει» εκτός κι αν αποστραγγίξουν τη χώρα έως τέλους και ότι τελικά το φως στο τούνελ όλο και απομακρύνεται, επανέφερε το ερώτημα ευρώ και μνημόνιο ή εθνικό νόμισμα ξανά στο προσκήνιο. Ένα εν δυνάμει κοινωνικό ρεύμα υπέρ του εθνικού νομίσματος, ως ο κρίσιμος κρίκος για την απελευθέρωση από τα μνημονιακά προγράμματα των δανειστών, είναι φανερό τόσο στις δημοσκοπήσεις όσο και στις οργισμένες αντιδράσεις των δυναμικών παραγόντων του αστισμού (ΜΜΕ και δημοσιογράφοι «πρώτης γραμμής», ΣΕΒ, αστικά κόμματα), ακόμα και στις εν συγχύσει δηλώσεις -και μετά μετάνοιες- στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (Ξυδάκης). Το φάντασμα της δραχμής επανήλθε και το σύστημα έτρεξε να το ξορκίσει. Και αυτό γιατί το συγκεκριμένο κοινωνικό ρεύμα ενστικτωδώς καταλαβαίνει οτι ο αντίπαλος ειναι το ευρωσύστημα, το ευρωπρόγραμμα και οι κυβερνησεις και τα καθεστωτα που το εφαρμόζουν.

2. Ενώ το μέτωπο του ευρώ έκανε την εμφάνισή του, με τη γνωστή καταστροφολογία, το αντίπαλο μέτωπο – για άλλη μια φορά – δε σχηματίστηκε και δε σχηματίζεται. Ο ΓΓ του ΚΚΕ, Δ. Κουτσούμπας έκανε την ανεκδιήγητη δήλωση αποφεύγοντας για αλλη μια φορά τα άμεσα καθήκοντα και τα άμεσα αιτήματα «δεν μας ενδιαφέρει αν είναι ευρώ ή δραχμή» αφού το ερώτημα (μόνιμο και διαρκές απο την εποχή του 1917) είναι σοσιαλισμός ή καπιταλισμός. Ο Λένιν μάλλον με “ρεφορμιστικά” αιτήματα για ψωμί και ειρήνη καθοδήγησε την επανάσταση. Η δε ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες δυνάμεις του τροτσκιστικού κυρίως χώρου, αφιέρωσαν πολύ περισσότερο χρόνο, μελάνι και φαιά ουσία να αποδομήσουν τα επιχειρήματα των Μαριόλη – Λαπαβίτσα και της ΛΑΕ για την έξοδο από την ευρωζώνη, σε σχέση με το να αποδομήσουν τα επιχειρήματα των ΣΕΒ, Διαμαντοπούλου, Προτοσάλτε, ΜΜΕ και των γνωστών λακέδων του ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ για το ότι η μόνη λύση είναι η παραμονή στο ευρώ. Αυτη η Αριστερά είναι εθισμένη στη διαμόρφωση των μικροσυσχετισμών στο χώρο της και απευθύνεται βασικά -αν όχι αποκλειστικά- στον κόσμο της Αριστεράς και όχι στο λαό. Έχουμε μια Αριστερά που ούτε καν θέτει το ερώτημα για το ποια είναι τα καθήκοντά της μπροστά στο ρεύμα κατά του ευρώ, μπροστά στην τρομοκρατία της αστικής τάξης. Η κριτική στη γραμμή – άποψη – μελέτη εξόδου απο την ευρωζώνη ήταν από όλες τις πλευρές παρόμοια. Είναι οικονομισμός και βασίζεται σε μια νέα συμφωνία-συμβόλαιο μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου, για να μπορεί να «βγουν τα νούμερα» και οι προβλέψεις της μελέτης, και άρα δεν είναι εφικτή πολιτικά, αν δεν είναι και φιλοαστική. Σε τελική ανάλυση, σύμφωνα με τις δυνάμεις αυτές, απουσιάζει η ταξική πάλη – για άλλους απουσιάζει μια ανάλυση για το τι θα φέρουν οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις μιας εξόδου από το ευρώ – σίγουρα όμως λείπει και ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικής αλλαγής και εργατικής εξουσίας, ως το μόνο «εφικτό» πολιτικά. Ο πούρος αντικαπιταλισμός πάντα αναζητά καθαρά σχήματα για την πολιτική του. Τέτοια όμως δεν υπήρξαν ποτέ στη ταξική πάλη και στην ιστορία.Το επίδικο πάντα ήταν ο συσχετισμός δύναμης και πως τον αλλάζεις. Πώς δηλαδή κατακτάς την ηγεμονία. Και εδώ υπάρχει ενα κοινωνικό ρεύμα που είναι πολιτικά ορφανό αλλά και βαλλόμενο απο την αστική ταξη και την πολιτική της.

3. Η μελέτη των Μαριόλη-Λαπαβίτσα, γύρω από την οποία έγινε αρκετός θόρυβος, αποτελεί μια προσπάθεια να απαντηθούν – με τεχνικούς και οικονομικούς όρους – ερωτήματα και προβλήματα που αφορούν α) την έξοδο από την ευρωζώνη και τη διαχείριση της μετάβασης στο εθνικό νόμισμα, β) το αναπτυξιακό και παραγωγικό μοντέλο της χώρας με το νέο νόμισμα. Είναι προφανές ότι η ταξική πάλη, ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, οι γεωπολιτικές αλλαγές, οι εξελίξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη θα αναγκάσουν σε τροποποιήσεις και θα φέρουν νέα ερωτήματα προς απάντηση. Όμως από τη μια οι βασικοί άξονες δεν θα ανατραπούν, από την άλλη το μέγεθος των τροποποιήσεων αφορά πολύ περισσότερο τα συνθήματα (γιατί πρόγραμμα δεν έχουμε δει) που θέτουν κατευθείαν τον πήχη στην ταυτόχρονη έξοδο από ευρώ και ΕΕ, ή στην ταυτόχρονη με τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα κατάληψη των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη, ή ακόμα περισσότερο αντιφατικά που θέτουν την έξοδο από την ΕΕ εδώ και τώρα, αλλά απορρίπτουν μια λαϊκή κυβέρνηση που θα υλοποιήσει κάτι τέτοιο! Νομίζουμε περισσεύει η σύγχυση και η σκοπιμότητα όσων με οικονομικούς όρους προσπαθούν να απαντήσουν σε ένα πολιτικό πρόβλημα.

4. Το πρόβλημα είναι πολιτικό και αφορά την εκτίμηση για το χαρακτήρα της κρίσης και την εκτίμηση για την πολιτική πάλη και το συσχετισμό δύναμης. Βρισκόμαστε εδώ και 9 χρόνια σε ένα παρατεταμένο επεισόδιο μιας δομικής κρίσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (το 2008 είχαμε ένα επεισόδιο στο χρηματοπιστωτικό τομέα με αρχή τις ΗΠΑ, σήμερα βλέπουμε ένα επεισόδιο στο πολιτικό σύστημα πάλι στις ΗΠΑ), όπου το πιο προχωρημένο πείραμα της «παγκοσμιοποίησης», η ευρωζώνη, ανέδειξε της εκρηκτικές αντιφάσεις της και μετακύλισε την κρίση της στις χώρες της περιφέρειας, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα η οποία έτσι κι αλλιώς έπασχε χρόνια από ένα στρεβλό και παρασιτικό μοντέλο ανάπτυξης. Το ζήτημα του ευρώ επομένως δεν αφορά ένα οικονομικό ή τεχνικό ζήτημα αλλά αφορά τον κρίκο, το κεντρικό σημείο γύρω από το οποίο οικοδομείται και διαμορφώνεται ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ των δυνάμεων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και των λαϊκών (εργαζόμενων και μικρομεσαίων στρωμάτων) δυνάμεων, για το ποιος τελικά θα πληρώσει αυτήν την κρίση. Αυτά φαίνεται να τα έχει καταλάβει η αστική τάξη στη χώρα μας και σχηματίζει το μέτωπο της, δεν τα έχουν καταλάβει οι δυνάμεις του δικού μας «στρατοπέδου». Η συγκέντρωση δυνάμεων και το μέτωπο με βασικό ζήτημα την έξοδο από την ευρωζώνη έχει να κάνει με το πρόβλημα α) πως θα αντιπαλέψουμε αποτελεσματικά την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές-δανειστές καθώς με όπλο το ευρώ καθυποτάζουν λαϊκές συνειδήσεις, τρομοκρατούν το λαό και εμπεδώνουν τη μοιρολατρία ότι θα ζήσει εσαεί με μνημόνια ως υπόδουλος των δανειστών, β) πως θα συγκεντρώσουμε δυνάμεις πάνω στον αποφασιστικό κρίκο σε έναν άσχημο κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό, ακριβώς για να τροποποιήσουμε αυτόν τον συσχετισμό προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Και επειδή είμαστε σε έτος επετείων, από την επαναστατική διαδικασία στη Ρωσία από το 1905 μέχρι το Φλεβάρη και τον Οκτώβρη, μέχρι το Μπολιβαριανό πείραμα στη Βενεζουέλα το 1998 (όπου η λέξη σοσιαλισμός ακούστηκε 7 χρόνια μετά – ίσως κακώς και αργοπορημένα αλλά το αναφέρουμε για να κατανοηθεί η διαδικασία της κοινωνικής αλλαγής) το βασικό ερώτημα πάντα για τα κεντρικά συνθήματα και τη γραμμή ήταν ο συσχετισμός δύναμης. Γιατί σωστός είναι ο στόχος της λαϊκής εξουσίας και του σοσιαλισμού αλλά καλό είναι οι δυνάμεις που φλυαρουν σχετικά να υποδείξουν και το δρόμο προς τα εκεί όταν το κίνημα είναι σε κατάσταση αποσύνθεσης και οι δυνάμεις της αριστεράς – και μάλιστα της επαναστατικής – είναι περιθωριοποιημένες.

5. Το ερώτημα του μετώπου ξαναέρχεται αλλά λύση εύκολη δε θα έχουμε. Το ΚΚΕ δεν ομιλεί με κανέναν, η Ανταρσυα θέλει μέτωπο αλά ΚΚΕ γύρω από τον εαυτό της (αφού ξεκαθαρίζει προκαταβολικά ότι δεν απευθύνεται στο ΚΚΕ και τη ΛΑΕ), άρα για ποιο μέτωπο μιλάμε που θα εκμεταλλευτεί το ρεύμα κατά του ευρώ για να αλλάξει ή τουλάχιστον να συγκρατήσει το συσχετισμό δύναμης υπέρ των λαϊκών δυνάμεων; Για να υπάρχει πιθανότητα έκφρασης του αντιευρώ ρεύματος χρειάζεται πολιτική και προγραμματική αξιοπιστία στο πρόγραμμα και επιχειρήματα που να απαντούν πρώτα και κύρια στην τρομοκρατία της αντίπαλης πλευράς με την οποία νομιμοποιούν το 4ο μνημόνιο και επιχειρήματα που να αποκαλύπτουν τη γύμνια της αστικής τάξης. Χρειάζονται όμως και νέες κινήσεις και πρωτοβουλίες, νέες μορφές συλλογικότητας και πρόσωπα μακριά από τις μικροπολιτικές για το ποιος θα είναι ο αρχηγός, χρειάζεται σε τελική ανάλυση μετωπικη λογική και πρακτική που να υπηρετεί το λαό μακριά απο κομματικές και ατομικές ιδιοτέλειες.

Οι ταλαντεύσεις του Γκρίλο για την ΕΕ και η σύγχυση της «μεσαίας τάξης»

Τις  τελευταίες μέρες παρατηρήσαμε ένα διπλό παραπάτημα στην θέση της ομάδας της κίνησης των 5 Αστέρων (M5S) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι  ηγέτες των 5 Αστέρων, συμπεριλαμβανομένου και του Ντείβιτ Μπορρέλλι ( φιλοευρωπαίο και φιλελεύθερο συντονιστή του κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) συμφώνησαν κρυφά την συμπόρευση με τον Πρόεδρο της ομάδας ALDE(Συμμαχία Φιλελεύθερων και Δημοκρατικών), Γκί Φερχοφστάτ. Ως αποτέλεσμα αυτής της συμφωνίας, 17 μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου των 5 Αστέρων, θα πρέπει να εγκαταλείψουν την ομάδα της UKIP,και να προσχωρήσουν στην ομάδα που συσπειρώνεται από διάφορα Ευρωπαϊκά Φιλελεύθερα κόμματα.

Η μετάβαση ενός Ευρωσκεπτικιστικού κόμματος, εδραιωμένο ως λαϊκίστικη ( και δεξιά) δύναμη, όπως και το κίνημα του Φάρατζ, σε μια ομάδα φιλελεύθερη και φιλό-ευρωπαϊκή, στις θέσεις τις οποίας βρίσκονται κάποιοι από τους αυτουργούς των κοινωνικών σφαγών που έχουν επιβάλλει οι Βρυξέλες σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, συμφωνήθηκε κρυφά και ανακοινώθηκε αιφνίδια, ‘για να αποφευχθούν διαρροές’  όπως διαβεβαίωσε ο Μπέπε Γκρίλο, ο οποίος παρουσίασε την απόφαση αποκλειστικά ως ‘τακτική επιλογή’.

Σε αντάλλαγμα για μερικές θέσεις και μια δραστική αύξηση της χρηματοδότησης, παρεχόμενα με την είσοδο στην ομάδα, η οποία θα γινόταν η Τρίτη ομάδα με την μεγαλύτερη επιρροή στο ημικύκλιο του Στρασβούργου, οι βουλευτές των 5 Αστέρων, υποσχέθηκαν να ψηφίσουν τον φιλελεύθερο Βερχοφστάτ για Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μαζί με τους Σοσιάλ Δημοκράτες ή ακόμη και με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.

Βέβαια η μεταβολή των θέσεων στο Στρασβούργο, ελλοχεύει πολλά και σημαντικά μηνύματα. Η συμφωνία που υπογράφηκε κρυφά μεταξύ Γκρίλο και Φερχοφστάτ, περιλάμβανε μια σειρά από αξιολογήσεις, δηλώσεις αρχής και δεσμεύσεις που διαγράφουν ένα πολύ μακρινό μονοπάτι από τις θέσεις ,(παρότι αόριστες) τις οποίες το κόμμα επικαλούταν από την ίδρυση του.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι ένα απόσπασμα από τις δηλώσεις, των συμβαλλομένων μερών στο οποίο ανακοινώνεται ότι  : “πολλοί από τους πολίτες μας βλέπουν την ΕΕ ως μέρος του προβλήματος, σαν μια έμμεση βοήθεια πίσω από την ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση, η οποία έχει επωφελήσει μόνο λίγους. Πιστεύουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να εκμεταλλευτεί την παγκοσμιοποίηση, σαν μια  δύναμη του καλού που θα διασφαλίσει ότι τα οφέλη της θα επηρεάσουν όλους. ”

Ποίος όμως ήταν ο πραγματικός στόχος των ηγετών του Κινήματος των 5 Αστέρων ;

Όσο το κόμμα παραμένει, ένα ‘Αντισυστημικό’ κίνημα, παρότι αντιφατικο και ασαφές, ένα πρόβλημα για το αποτυχημένο πολιτικό σύστημα της Ιταλίας, το οποίο βασιζόταν στην εναλλαγή και την διπολικότητα , ο Γκρίλο δεν θα καταφέρει να μπει στην κυβέρνηση, ούτε να αντέξει και νικήσει στη συνεχή διαμάχη με τα ισχυρά κέντρα της Ευρώπης, και το λιντσάρισμα από τα ΜΜΕ.

Τους τελευταίους μήνες το M5S προσπαθεί να εμφανίζεται –με κάποια επιτυχία- ως μια μετριοπαθής δύναμη, υπεύθυνη και συμβατή σε μερικούς  ισχυρούς επιχειρηματικούς κύκλους της Ιταλίας. Το γεγονός αυτό εξηγεί και η παγκόσμια περιοδεία του Ντι Μεο (ενός από τους πιο ‘μετριοπαθείς’ και συνιδρυτή, μαζί με τον Γκρίλο του M5S), στην προσπάθεια του να χτίσει σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα και διεθνή κέντρα πίεσης.

Πριν την απότομη τούμπα στο Στρασβούργο, οι κριτικές για την ΕΕ και οι ερωσκεπτικιστικές δηλώσεις που χαρακτήριζαν την ρητορεία του Γκρίλο, εγκαταλείφτηκαν ή αποσιωπήθηκαν σημαντικά, σε μια αναγκαία προσπάθεια να γίνει το κίνημα των 5 Αστέρων αποδεκτό στις κυρίαρχες τάξεις της ΕΕ, μετατρέποντας το από πρόβλημα, σε κάτι το οποίο πιθανά να αποδεικνυόταν χρήσιμο.

Η ΕΕ, στην μάχη με μια πρωτοφανή κρίση της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων σε πολλές χώρες, αναζητεί απεγνωσμένα για λύσεις, έστω προσωρινές, που θα οδηγήσουν την Ιταλία πίσω στο  πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που επιβάλλει η Τρόικα, μετά την απομάκρυνση του Μπερλουσκόνι ,τώρα μερικώς διακοπτόμενο από την ήττα του Ρέντσι στο συνταγματικό δημοψήφισμα και την παραίτηση του.

Ενδιαφέρον επίσης έχει το γεγονός ότι την Συμφωνία του Γκρίλο με τον Φερχοφστάτ, την αρνήθηκαν τα περισσότερα κόμματα που συμμετέχουν στην  ALDE, κατηγορώντας τα στελέχη M5S για τα πάντα ακόμα και για γελοίους.

Ο Γκρίλο και ο Κασαλέγκιο αντέδρασαν, εγκαταλείποντας παντελώς τα παλιά αντί-ΕΕ σλόγκαν όπως : κάτω η TTIP, να σταματήσουν τα μέτρα κατά της Ρωσίας. Την  ίδια στάση ακολούθησε ακόμα και ο πιο ακραία μετριοπαθής Ντι Μέο , προσπαθώντας να δώσει στο κόμμα του κάποιο πάτημα λογικής σε κάποια ζητήματα.

Τελικά η αποτυχία του εγχειρήματος εισαγωγής στην ομάδα των Φιλελεύθερων και Δημοκρατικών στο Στρασβούργο, υπογραμμίζει την έλλειψη αξιοπιστίας των δηλώσεων αυτών.

Παρότι το εγχείρημα ματαιώθηκε – με πρωτοβουλία των Φιλελεύθερων- , ο Γκρίλο έχει στείλει ξεκάθαρο μήνυμα σε αυτούς που ήθελε να τονίσει ότι : “είμαστε εδώ, και δεν είμαστε επικίνδυνοι ” Στο παρελθόν, πολλά κόμματα της αριστεράς ,ακόμα και ριζοσπαστικά όπως το Rifondazione Comunista της Ιταλίας ή ο Σύριζα στην Ελλάδα, ακλούθησαν ίδιες λογικές ,με τα καταστροφικά αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε.

Θα ήταν όμως λάθος να εξετάσουμε μόνο την πολιτική πλευρά του ζητήματος, χωρίς να αναζητήσουμε ποιες είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες οι ηγέτες των M5S στηρίζουν μια πρωτοβουλία εξαιρετικά αντιφατική , η οποία εναλλάσσεται μεταξύ μετριοπάθειας και ‘αντί-συστημικών’ μηνυμάτων.

Οι συνεχείς σεισμικές δονήσεις προκάλεσαν αρκετές εντάσεις και διαφωνίες μέσα στα όργανα του κινήματος  – μετά την αποχώρηση περίπου δώδεκα μελών του κογκρέσου και γερουσιαστών, τώρα ακόμη δυο μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εγκατέλειψαν τον Γκρίλο-,χωρίς όμως να επηρεάζουν ιδιαίτερα την εκλογική του δύναμη.

Παρότι η διαδικτυακή σύσκεψη για την απόφαση να αλλάξει ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, γνωστοποιήθηκε πολύ σύντομα, σχεδόν το 80% των περίπου 40 χιλιάδων υποστηρικτών του κινήματος, υποσχέθηκαν να ακολουθήσουν την απόφαση του ιδρυτή και κεντρικού προσώπου του κινήματος , παρά την έντονη κριτική από κάποιους επικεφαλείς του κόμματος.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι συνεχείς συγκρούσεις και η αντιφατική φύση των επιλογών της κίνησης των 5 αστέρων, είναι η έκφραση της κοινωνικής βάσης που το κόμμα εκπροσωπεί: μια μικροαστική τάξη και μια ‘μεσαία τάξη’ (μικρούς επιχειρηματίες, εμπόρους, υπάλληλοι-ανώτερα στελέχη στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα , αυτοαπασχολούμενοι, νεολαία με ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης αλλά αβέβαιη, άνεργη ή ημιάνεργη. ), που καταπιέζονται από την οικονομική κρίση και τις αυταρχικές και αντιπατριωτικές πολιτικές που προωθεί η ΕΕ, βιώνοντας τα από την οικονομική υποβάθμιση της εκάστοτε τάξης.

Ο κοινωνικός παράγοντας επομένως, από μόνος του, δεν μπορεί να κάνει ριζοσπαστική και οργανική κριτική σε ένα σύστημα που κρίνει την ‘κακοδιοίκηση’ και προτείνει να την διαχειριστεί, με ταμπέλα την ειλικρίνεια, την ικανότητα και την αξιοπιστία.

Τελικά η ροπή προς την προλεταριοποίηση, η οποία έχει εδώ και καιρό ριζώσει, λόγο των διαδικασιών συγκέντρωσης του πλούτου και της δύναμης (που εν τέλει προκαλείται από τον συγκεντρωτισμό της ιεραρχίας στην ΕΕ και την διαμόρφωση μιας υπερ-εθνικής και ευρωπαϊκής μπουρζουαζίας) προκάλεσε την αντίδραση της ‘ μεσαίας τάξης’ η οποία με θυμό και αγανάκτηση, ευελπιστώντας να ανακτήσει το στάτους της, την οικονομική και πολιτική της δύναμη ,εναλλάχθηκε μεταξύ αντί-συστημικών μηνυμάτων και κομφορμιστικών και συντηρητικών ενστίκτων.( χωρίς ιδιαίτερη συντηρητική αντίδραση στο προσφυγικό ζήτημα).

Στα χαρακτηριστικά των ανατροπών της κοινωνίας, εκεί πρέπει να αναζητήσουμε τον «σκληρό πυρήνα» του κινήματος των 5 αστέρων και τις ασυνέχειες και αντιφάσεις του, και όχι στο χαρακτήρα των ηγετών της.

Η λαϊκή υποστήριξη του κινήματος των 5 αστέρων – η οποία δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί από τις συνεχείς τούμπες και τα παραπτώματα  των εθνικών ηγετών, ή τις επιπτώσεις από τη διακυβέρνηση σε τοπικό επίπεδο του M5S  στην Ρώμη- έχει πολύ πιο βαθιέ ρίζες από την βίαιη προλεταριοποίηση της μεσαίας τάξης, προκαλούμενη από την παγκοσμιοποίηση και την αναζωπύρωση αντιπατριωτικών, αυταρχικών, και ιμπεριαλιστικών χαρακτηριστικών στη  ΕΕ.

Πάνω σε αυτή την αντίφαση και την αδυναμία της μεσαίας τάξης να αναδείξει μια πραγματική εναλλακτική για τις εργαζόμενες τάξεις που ψήφισαν το M5S,είναι που πρέπει  οι Κομμουνιστές να αναδείξουν μια εναλλακτική και διαφορετική στρατηγική με διακύβευμα την έξοδο από την Ε.Ε.. Τέλος, οι Κομμουνιστές πρέπει να εξασκήσουν την ηγεμονία τους όχι μόνο στη εργατική τάξη αλλά και σε συγκεκριμένα κομμάτια της μεσαίας τάξης που αναζητούν την αλλαγή.

Ευρωπαϊκό Συντονισμό για την έξοδο από την Ε.Ε.

ΕΕ: Το ΟΧΙ των λαών θα βρει το στόχο

Κείμενο της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ για τα 25 χρόνια από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Πρόσφατα συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από τη Σύνοδο του Μάαστριχτ (9 Δεκεμβρίου 1991), ενώ στις 7 Φεβρουαρίου συμπληρώνονται άλλα τόσα από την υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης. Η ΕΕ γιορτάζει λοιπόν. Γιουνκέρ, Σουλτς και Ντάισελμπλουμ συναντήθηκαν στο Μάαστριχτ για να τιμήσουν την επέτειο. Στις δηλώσεις τους όμως, τη θέση των πάλαι ποτέ «πανηγυρικών» περί σύγκλισης, ευημερίας και ισότητας, παίρνει ο μονόδρομος, ο φόβος και η προειδοποίηση – απειλη. Αυτή είναι η σύγχρονη συνεκτική ουσία της ΕΕ. Η αποτυχία του ευρω-οικοδομήματος και ο συνακόλουθος ευρω-σκεπτικισμός ρίχνουν βαριά τη σκιά τους σε κάθε συζήτηση για το παρόν ή το μέλλον της ΕΕ.

Ας θυμηθούμε το Μάαστριχτ

1. Η συνθήκη του Μάαστριχτ αποτέλεσε τη ληξιαρχική πράξη γέννησης της ΕΕ. Στην ομώνυμη κωμόπολη της Ολλανδίας, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΟΚ, των 12 τότε κρατών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία, Ιρλανδία, Δανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα), συνομολόγησαν τη μετεξέλιξη της σε Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Από τότε ακολούθησαν δύο διευρύνσεις, προς την ΕΕ των 15 και προς την ΕΕ των 27 αντίστοιχα.

2. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ θεμελιώθηκε πάνω στις τέσσερεις «ελευθερίες». Την ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων, των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και του εργατικού δυναμικού. Το θεμέλιο της ΕΕ δεν είναι ουδέτερο ή επιδεκτικό τροποποιήσεων/αναθεωρήσεων: είναι ο καθαρός νεοφιλελευθερισμός.

3. Βασικό συστατικό της Συνθήκης του Μάαστριχτ αποτέλεσε το «πρόγραμμα σύγκλισης», βάσει κριτηρίων που έπρεπε να πληρούν τα κράτη: περιορισμός του πληθωρισμού στο 4 – 5%, μείωση των ελλειμμάτων του Δημοσίου, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο 3%, περιορισμός του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 60%.

4. Υποτιθέμενοι στόχοι: η εγκαθίδρυση μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμότητας των οργάνων, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των οργάνων, η ανάπτυξη της κοινωνικής διάστασης της Κοινότητας, η θέσπιση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

5. Συμπληρώθηκε από σειρά μεταγενέστερων συνθηκών (Άμστερνταμ, Νίκαια, Λισαβόνα κλπ) που περιελάμβαναν σημαντικές ρυθμίσεις και επίδικα: σύμφωνο σταθερότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, συμφωνία Σένγκεν, ανταγωνιστικότητα ευρωενωσιακού κεφαλαίου, τρόπος λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και διαδικασία λήψης αποφάσεων, δικαστικό σύστημα.

Τι σημαίνουν τα παραπάνω σήμερα;

Η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης συνταγής είχε δύο καταστροφικές συνέπειες: (α) τσάκισμα του κόσμου της εργασίας (β) τσάκισμα της ευρωπαϊκής περιφέρειας/ του ευρωπαϊκού “νότου”. Η κατάργηση του 8ώρου, η ελαστική/μερική απασχόληση, η απελευθέρωση των απολύσεων συναντούν την ανατίναξη ολόκληρων χωρών/περιοχών εξαιτίας της επέλασης της αγοράς, των πολυεθνικών, των ισχυρών ευρωπαϊκών οικονομιών.

Η σημερινή δημοσιονομική επιβολή εδώ ακριβώς έχει την καταγωγή της. Στο πρόγραμμα σύγκλισης του Μάαστριχτ. Δεν είναι συγκυριακή. Είναι στρατηγική της ΕΕ, είναι καταστατική της αρχή. Συναντώντας την οικονομική κρίση, που εκφράστηκε και ως κρίση χρέους, η πολιτική της δημοσιονομικής επιβολής πήρε δρακόντειο χαρακτήρα. Ο Σόιμπλε δεν είναι “σκοτεινό κέντρο” όπως διατείνεται ο πρωθυπουργός, είναι η ψυχή της ΕΕ, που είναι γερμανικής έμπνευσης φυσικά.

Λόγω του οξύτατου εντός ΕΕ ανταγωνισμού ανάμεσα στα κράτη, στη σύνοδο του Μάαστριχτ δόθηκε προτεραιότητα στη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης (ΟΝΕ) και τα ζητήματα της Πολιτικής Ενωσης παραπέμφθηκαν για αντιμετώπιση στο μέλλον. Υπογραμμίζεται έτσι εξαρχής ο “ουτοπικός” χαρακτήρας της Ένωσης με την πλήρη έννοια, διότι εμφανίζεται η παγκόσμια ιστορική πρωτοτυπία να προηγείται δηλαδή η οικονομική ενοποίηση της πολιτικής (που δεν έχει αποδειχθεί ποτέ), καθώς και η ενοποίηση διαφορετικών οικονομιών σε μία χωρίς ρυθμίσεις. Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι κάποιοι κερδίζουν και κάποιοι χάνουν, ενώ αναπτύσσονται ανειρήνευτες αντιθέσεις μεταξύ κεφαλαίων και κρατών. Η «υπαρκτή – εφικτή» ενοποίηση προέκυψε στη βάση των αρχών του κεφαλαίου και του νεοφιλελευθερισμού καθώς και των στρατηγικών συμφερόντων πολιτικών και οικονομικών του τότε διευθυντηρίου Γαλλίας και Γερμανίας.

Αν πριν από 25 χρόνια υπήρχαν ορισμένοι που έκαναν λόγο για «γερμανική» ενοποίηση και «μεταμφιεσμένο μάρκο», σήμερα δύσκολα θα βρεθεί κάποιος που θα αμφισβητήσει την αλήθεια της παραπάνω φράσης. Το σημερινό τερατούργημα δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Η Ε/Ζ, το σημερινό σιδερένιο κλουβί για εργαζόμενους και χώρες ολόκληρες, αποτέλεσε βασική προτεραιότητα της συνθήκης του Μάαστριχτ.

Είναι σαφές ότι οι σημερινές εξελίξεις τροχιοδρομήθηκαν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ. Τότε όμως το ελληνικό πολιτικό σύστημα δήλωνε εκστασιασμένο από τις «ευρωπαϊκές προοπτικές» και αγωνία έκδηλη μήπως φτάσουμε καθυστερημένα ή μήπως χάσουμε ακόμα το τρένο της ΕΕ.

Η στάση του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ

Επειδή ορισμένα πράγματα δεν είναι τυχαία, ο Συνασπισμός, με τις όποιες διαφοροποιήσεις του (πχ καταψήφιση του ενός απο τους δύο ευρωβουλευτές του), το 1992 ψήφισε τη συνθήκη του Μάαστριχτ, μαζί με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και την Πολιτική Άνοιξη. Η Συνθήκη ψηφίστηκε στη Βουλή χωρίς οι βουλευτές να τη γνωρίζουν, αφού δεν τους δόθηκε το κείμενο, κανένα κρατικό όργανο δεν την έδωσε στη δημοσιότητα (θυμίζει κάτι;).

Σε συνθήκες κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, η απάτη της «Ευρώπης των λαών» έγινε το νέο όραμα για τον (ούτως ή άλλως ευρω – κομμουνιστικής καταγωγής) ΣΥΝ αλλά και για την ευρωπαϊκή αριστερά εν γένει. Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, τουλάχιστον ως πλειοψηφική άποψη/ γραμμή του κόμματος. Τα αποτελέσματα της φανατικής αυτής προσκόλλησης τα ζούμε σήμερα με δραματικό τρόπο.

Μάαστριχτ και Ελλάδα

Για την Ελλάδα, ο νεοφιλελευθερισμός της ΕΟΚ/ΕΕ, όπως συνταγματοποιήθηκε ουσιαστικά στο Μάαστριχτ, οδήγησε σε περαιτέρω συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, καταστροφή παραδοσιακών κλάδων και στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία, αύξηση του τομέα εμπορίου και υπηρεσιών, αύξηση των εισαγωγών εμπορευμάτων, εξαγορά επιχειρήσεων από τις πολυεθνικές. Βάθυνε και εκσυχρονίστηκε ο μεταπρατικός και εξαρτημένος χαρακτήρας της οικονομίας της Ελλάδας. Έφερε την απασχόληση στη θέση της εργασίας. Επένδυσε σε στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας, τις μεγέθυνε στο έπακρο, έφερε τη χώρα στο γκρεμό.

Η έκρηξη της κρίσης ήταν η εκπυρσοκρότηση ενός όπλου που είχε οπλίσει 25 χρόνια πριν, αν όχι νωρίτερα, με προδιαγεγραμμένη τη συνέχεια. Η τράπουλα ήταν σημαδεμένη από τη στιγμή που δεν υπήρξε κανένα σοβαρό και μετρήσιμο αντίπαλο δέος που να αντιπαλέψει στα λόγια και στα έργα το Μάαστριχτ, την ΕΕ, την υποτέλεια της χώρας, τη θυσία του κόσμου της εργασίας. Αντίθετα, πολλά οικονομικά και πολιτικά επιτελεία δούλεψαν συστηματικά και με σθένος για τη σημερινή Ελλάδα της χρεοκοπίας, της επαιτείας στους δανειστές και της ανεργίας. Είναι αυτά τα επιτελεία που έπιναν και πίνουν νερό στο όνομα του «ανήκουμε στη Δύση/ανήκουμε στην ΕΕ».

Αποτυχία. Αποσκιρτήσεις που ξορκίζονται.

Το πρόβλημα της ΕΕ δεν είναι όμως η Ελλάδα. Είναι τα εγγενή της αδιέξοδα και αντιφάσεις, η ανισότητα – οριζόντια και κάθετη – που περικλείει και εντείνει καθημερινά. Είναι η παγκόσμια οικονομική κρίση, που εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στον ευρωπαϊκό χώρο, λόγω της αρχιτεκτονικής της ΕΕ και ειδικά της Ευρω – ζώνης. Η ΕΕ δοκιμάζεται σκληρά. Η Μεγάλη Βρετανία αποχωρεί, η Ελλάδα και η Ιταλία ψηφίζουν ηχηρά ΟΧΙ σε δημοψηφίσματα με διαφορετικά ερωτήματα, αλλά με κοινό παρονομαστή, την οργή – απόγνωση για την επιδείνωση της θέσης τους, που σε μεγάλο βαθμό δε μπορεί παρά να χρεώνεται στα ιερατεία της ΕΕ. Η δυσαρέσκεια και ο ευρωσκεπτικισμός είναι έκδηλοι σε κάθε χώρα της ΕΕ, προπαντώς στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.

Το υποτιθέμενο «ιδεώδες» έχει ξεθωριάσει, δεν πείθει πια παρά ελάχιστους ιδεοληπτικούς ή μεροληπτούντες υπέρ των συμφερόντων ορισμένων ελίτ. Έτσι, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την ημέρα της επετείου, αποφαίνεται πως «καμιά χώρα δε μπορεί να ακολουθήσει χωριστή πορεία». Νουθετεί: «εκείνοι που νομίζουν ότι είναι η ώρα να αποδομηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, να γίνει κομμάτια, να μας χωρίσουν (…) έχουν εντελώς άδικο», ενώ εκτιμά ότι «χωρίς την ΕΕ καμία χώρα-μέλος δεν είναι ικανή από μόνη της να έχει οποιοδήποτε πολιτικό βάρος στον κόσμο».

Κινήσεις αμφισβήτησης και αποδεσμεύσεις υπάρχουν και θα υπάρξουν με πιο έντονο τρόπο στο άμεσο μέλλον. Ζητούμενο είναι το πρόσημο αυτών των κινήσεων. Αν αφεθεί η αντι – ΕΕ πολιτική μονοπώλιο στην ακροδεξιά, τα λαϊκά στρώματα θα αναζητήσουν εκεί χώρο έκφρασης. Είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη, τη ζούμε τα τελευταία χρόνια, με μεγάλα περιθώρια κλιμάκωσης.

Η Αριστερά;

Μπορεί η αριστερά να εκφράσει το «αντι – ΕΕ αίτημα» και την αντι – ΕΕ πολιτική με αυθεντικό – λαϊκό τρόπο, κόντρα στο λαϊκισμό της ακροδεξιάς; Πρακτικά και θεωρητικά η απάντηση πρέπει να είναι θετική. Όμως ήδη έχει αργήσει τουλάχιστον 6 χρόνια να δοθεί, ήδη κατασπαταλήθηκε το μεγάλο ρεύμα των προσδοκιών που ανέβασε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, ήδη τα σημεία αναξιοπιστίας και φθοράς της υπαρκτής αριστεράς είναι αρκετά.      Παρόλα αυτά η απάντηση του παραπάνω ερωτήματος ακόμα και στις μέρες μας θα αποβεί καθοριστική για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, την επιβίωση – αξιοπρέπεια των λαϊκών στρωμάτων, την εθνική ανεξαρτησία χωρών, την πολιτική επιβίωση της ίδιας της αριστεράς.

Μέχρι στιγμής δε δίνει τέτοια δείγματα γραφής. Στην πλειοψηφία, η ευρωπαϊκή αριστερά είναι βουτηγμένη στον μεταρρυθμιτισμό, στην αποδοχή του ΕΕ – μονοδρόμου, στην προσπάθεια «αλλαγής της ΕΕ από τα μέσα», με επιτυχίες ανάλογες με αυτές του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αντι – ευρωπαϊκή αριστερά δεν έχει σηκώσει το γάντι απέναντι στην ΕΕ. Αρνείται ή αδυνατεί να παρέμβει με τρόπο καθοριστικό στις εξελίξεις. Πέρα από τις διατυπώσεις, από το 2010 και μετά θα έπρεπε να οικοδομεί μέτωπο ενάντια στην ΕΕ – μέτωπο διεξόδου από την κρίση. Αυτό το μέτωπο θα συρίκνωνε και τις φασίζουσες εθνικιστικές λαικίστικες δυνάμεις που σήμερα αναπτύσσονται σε χώρες της ΕΕ και ευνόητο είναι πως θα δημιουργούσε καλύτερους όρους στο συσχετισμό δύναμης μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και των δυνάμεων του κεφαλαίου. Ο τέτοιος συσχετισμός που δημιουργείται μέσα απο μεταβατικές διεκδικήσεις και αγώνες αντικαπιταλιστικού και αντιμπεριαλιστικού χαρακτήρα και αναδεικνύει σαν κεντρικούς στόχους την εθνική και λαική κυριαρχία, φέρνει πιο κοντά και στρατηγικούς στόχους μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης και εξουσίας. Τα 2 τελευταία χρόνια η Αριστερά θα μπορούσε να έχει επενδύσει στα 3 ΟΧΙ, ελληνικό, βρετανικό, ιταλικό και να πάρει προωθητικές αντι – ΕΕ πρωτοβουλίες. Θα μπορούσε αυτές τις μέρες να έχει ανάγει σε πρώτο θέμα τη “μαύρη” επέτειο του Μάαστριχτ. Αν η αριστερά αυτή είχε φιλοδοξίες, ανταγωνιστική προς το σύστημα λογική, πίστη στη δύναμη του λαού και στον εαυτό της, θα αξιοποιούσε τη σημαντική αυτή στιγμή, για να ανοίξει μια συνολική συζήτηση/αντιπαράθεση για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ΕΕ, που μόνο δεινά προοιωνίζεται για το λαό μας.

Ένας τέτοιος πολιτικός λόγος και στάση από την αριστερά, ή έστω από τμήμα της, θα μπορούσε να έχει σημαντικά αποτελέσματα σε συνθήκες που ο λαός αντιμετωπίζει ζήτημα επιβίωσης. Σε τέτοιες στιγμές τα ιδεολογήματα δεκαετιών είναι δυνατό να καταρρεύσουν, στο βαθμό που προβάλλει μια πειστική/συνεκτική πολιτική πρόταση διεξόδου. Ένα στέρεο ιδεολογικό και πολιτικό μέτωπο απέναντι στην ΕΕ, που θα έχει υλικά αποτελέσματα και θα συγκροτεί κοινωνικό – πολιτικές συμμαχίες, είναι αναγκαίος όρος για την εθνική ανεξαρτησία και τη λαϊκή κυριαρχία, για τη διέξοδο από την κρίση, την επιβίωση του λαού.

Σκέψεις σε ζητήματα στρατηγικής

Θα ήθελα πρωτ’απόλα να χαιρετήσω την πρωτοβουλία των συντρόφων του Κόκκινου Δικτύου και του RProject να οργανώσουν αυτό το 3ημερο. Χρειαζόταν πράγματι μια διεθνής συνάντηση για να συζητηθούν σε μεγαλύτερο βάθος τα διδάγματα από την ελληνική εμπειρία των τελευταίων ετών. Οσοι ζήσαμε ως συμμετέχοντες αυτά τα γεγονότα και, ακόμη περισσότερο, ας μου επιτραπεί εδώ μια πιο προσωπική αναφορά, όσοι ανήκουμε στον Ελληνισμό της Διασποράς, έχουμε συνείδηση ότι η σημασία και ο αντίκτυπός τους εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τα σύνορα της μικρής μας χώρας.

Από την αρχή της κρίσης και μέχρι το καλοκαίρι του 2015, η Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά από την πτώση της δικτατορίας στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής. Για εκατομύρια ανθρώπους, οι εικόνες των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων, και, κατόπιν, η ορμητική άνοδος ενός μέχρι πρότινος μικρού σχηματισμού της ριζοσπαστικής Αριστεράς, την κατέστησαν συνώνυμο ελπίδας. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Γενάρη του 2015 φάνηκε να υλοποιεί μια πρωτοφανή για τα δεδομένα της μεταπολεμικής Ευρώπης δυνατότητα. Στα ερείπια ενός χρεοκοπημένου παραδοσιακού πολιτικού κόσμου και στη δίνη της μεγαλύτερης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που γνώρισε δυτικοευρωπαϊκή χώρα από τη δεκαετία του 1930, μια αριστερή δύναμη, προερχόμενη από την μήτρα του κομμουνιστικού κινήματος, κατάφερε να κατακτήσει αυτόνομα την κυβερνητική εξουσία με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα ρήξης με τις πολιτικής λιτότητας και την κηδεμονία της Τρόϊκας.Η δυνατότητα αυτή ήταν ευθύς εξ’αρχής ασταθής, γεμάτη εσωτερικές αντιφάσεις, εν μέρει διαβρωμένη από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ στο διάστημα που προηγήθηκε της ανόδου του στην κυβερνητική εξουσία. Οσοι είμαστε εντός του κόμματος, και ειδικότερα στην αριστερή του τάση, το ξέραμε αυτό από την αρχή. Παρ’όλα αυτά η δυνατότητα υπήρξε. Είναι κάτι που πρέπει να τονιστεί γιατί σήμερα, στην περίοδο αντίδρασης και ήττας που διανύουμε, το κυρίαρχο αφήγημα στοχεύει να καταστήσει ακατανόητη την προηγούμενη φάση, να την παρουσιάσει ως παθολογική, να γελοιοποιήσει όσους από τους πρωταγωνιστές της αρνήθηκαν την τελική παράδοση. Βασική επιδίωξη είναι να σβηστούν από τη συλλογική μνήμη τα γεγονότα αυτής της περιόδου, και πρωτ’ απ’ όλα το μεγάλο ΟΧΙ του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015, που αποτελεί και την κορυφαία στιγμή αυτής της ιστορικής δυνατότητας. Κορυφαία αλλά και ταυτόχρονα ύστατη διότι μόλις μια βδομάδα μετά ακολούθησε η ατιμωτική συνθηκολόγηση του Αλέξη Τσίπρα και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που τον στήριξε.

Ο Βρετανός ιστορικός Πέρυ Αντερσον συνέκρινε αυτήν την συνθηκολόγηση με εκείνη του Αύγουστου του 1914, όταν όλα σχεδόν τα κόμματα του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος συναίνεσαν στον ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο και προσχώρησαν σε κυβερνήσεις εθνικής ενότητας. Ισως να είναι υπερβολική αυτή η σύγκριση. Το σίγουρο είναι όμως ότι αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα ορίζει το μεγαλύτερο τραύμα της ευρωπαϊκής και ίσως της διεθνούς Αριστεράς των τελευταίων δεκαετιών. Από συνώνυμο ελπίδας οι λέξεις «ΣΥΡΙΖΑ» και «Τσίπρας» έχουν γίνει κάτι το ακατανόμαστο, κάτι που πρέπει να κρυφτεί κάτω από το χαλί, ακόμη και απόαπό όσους επιμένουν να τους βρίσκουν δικαιολογίες και ελαφρυντικά. Οι Ισπανοί σύντροφοι των Αντικαπιταλίστας μπορούν να το επιβεβαιώσουν από τη δική εμπειρία.

Για να ξεπεραστεί αυτό το τραύμα ένας μόνος τρόπος υπάρχει: να ανοίξει μια συζήτηση σε βάθος για τα αίτια της συντριβής έτσι ώστε να εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα και να αντικρουστεί με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα το κυρίαρχο αφήγημα. Μια τέτοια συζήτηση αποτελεί φυσικά καθήκον των δυνάμεων της μαχόμενης Αριστεράς στην Ελλάδα. Αλλά όχι μόνο. Αφορά όλους τους αγωνιστές του που μοιράστηκαν την ελπίδα και που έχουν συνείδηση ότι η ελληνική εμπειρία τους αφορά άμεσα, και όχι μόνο για λόγους διεθνιστικής αλληλεγγύης, όσο αναγκαία και πολύτιμη κι αν είναι αυτή. Για να το πω διαφορετικά, όποια πολιτική δύναμη διακηρύσσει σήμερα ότι θέλει να ανατρέψει τις πολιτικές κοινωνικής διάλυσης και εντεινόμενου αυταρχισμού και δεν εξηγεί γιατί και πως δεν θα έχει την κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα στερείται οποιασδήποτε αξιοπιστίας και θα έλεγα οποιασδήποτε σοβαρότητας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μοιάζει ρεαλιστική η εκτίμηση σύμφωνα με την οποία η ίδια η ύπαρξη μιας Αριστεράς άξιας αυτού του όρου εξαρτάται σε σημαντικό, ίσως σε αποφασιστικό βαθμό από την έκβαση αυτής της συζήτησης.

Από την πλευρά μου θα ήθελα διατυπώσω ως προσπάθεια συμβολής ορισμένες σκέψεις πάνω σε τρία σημεία:

Την χρεοκοπία του αριστερού ευρωπαϊσμού ως καθοριστική αιτία για την αποτυχία του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ και τις συνέπειες που επιφέρει στον τρόπο που σκεφτόμαστε τη σχέση μεταξύ εθνικού και ευρωπαϊκού και διεθνούς επιπέδου για την αντικαπιταλιστική στρατηγική.

Τα θέματα της αριστερής κυβέρνησης και τουμεταβατικού προγράμματος στο φως της εγχειρήματος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Και τέλος τις συνέπειες όλων αυτών σε ότι αφορά τη «μορφή κόμμα» επικεντρώνοντας σε ένα σημείο. Σε ποιό βαθμό μπορούμε να πούμε ότι απέτυχαν τα «πλατιά κόμματα» τύπου ΣΥΡΙΖΑ και ειδικότεραποιοί είναι οι λόγοι της αποτυχίας του εγχειρήματοςτης εντός ΣΥΡΙΖΑ Αριστερής Πλατφόρμας;

Η χρεοκοπία του αριστερού ευρωπαϊσμού

Αρχίζω από το θέμα του αριστερού ευρωπαϊσμού. Τι εννοώ με αυτόν τον όρο; Ο αριστερός ευρωπαϊσμός ήταν και παραμένει η κυρίαρχη στρατηγική της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη και βασίζεται στην ιδέα ότι είναι αδύνατη μια ρήξη, ή τουλάχιστον μια ποιοτική μεταστροφή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών προς όφελος της εργασίας χωρίς μονομερείς ρήξεις με το πλαίσιο της ευρωζώνης και της ΕΕ. Στη θετική του εκδοχή, ο αριστερός ευρωπαϊσμός υποστηρίζειότι, ξεκινώντας από μια συγκεκριμένη χώρα, ένα τέτοιο εγχείρημα οδηγεί σε μια σταδιακή μεταστροφή του συσχετισμού δύναμης, την οποία υποβοηθεί η κρίση των ακολουθούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών και οι αντιθέσεις που αυτές δημιουργούν στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Σε τελευταία ανάλυση το σκεπτικό προϋποθέτει τη δυνατότητα μεταρρύθμισης σε προοδευτική κατεύθυνση της ΕΕ. Στην αρνητική του εκδοχή εκδοχή, ο αριστερός ευρωπαϊσμός θεωρεί ότι οι μονομερείς ρήξεις, όπως η έξοδος από το ευρώ, οδηγούν σε εθνικές αναδιπλώσεις, που υποθάλπουν εθνικιστικά αντανακλαστικά και δημιουργούν ανυπέρβλητα προβλήματα στην χώρα που θα το αποτολμούσε και ειδικότερα στις εργαζόμενες τάξεις αυτής της χώρας.

Υπάρχει όμως και μια παραλλαγή του αριστερού ευρωπαϊσμού, που δεν παρουσιάζεται ως τέτοια στο βαθμό που θέλει ή μάλλον ήθελε να εμφανίζεται από ριζοσπαστική έως και επαναστατική. Η λογική της παρουσιάζεται ως κινηματική και το λεξιλόγιό της ταξικό. Η ουσία της θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής : το πρόβλημα δεν είναι η ΕΕ και ακόμη περισσότερο το ευρώ. Η σύγκρουση είναι καθαρά ταξική και πρέπει να απαντηθεί πρωτίστως σ’αυτό το έδαφος, τόσο εσωτερικά, με μέτρα υπέρ του κόσμου της εργασίας, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με όρους ανάπτυξης διεθνούς κινήματος.

Η σημασία της ελληνικής εμπειρίας έγκειται στο ότι όλες αυτές οι εκδοχές ευρωπαϊσμού τέθηκαν σε δοκιμασία με πραγματικούς όρους και όχι απλά θεωρητικά. Δοκιμάστηκαν και αποδείχθηκαν λαθεμένες στον πυρήνα τους και καταστροφικές στις συνέπειές τους. Η εξάμηνη εμπειρία της δήθεν «διαπραγμάτευσης», στην ουσία του ασύμετρου οικονομικού πολέμου που κύρηξαν οι θεσμοί της ΕΕ εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης, έδειξαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ανεχθούν οποιαδήποτε προσπάθεια διαφυγής από τις πολιτικές λιτότητας και άγριας εσωτερικής υποτίμησης. Εδειξαν επίσης ποιό είναι το αποτελεσματικότερο όπλο που διαθέτουν, και δεν είναι άλλο από το νόμισμα. Η απόφαση με την οποία η ΕΚΤ υποδέχθηκε το σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, ήταν καταλυτικής σημασίας για την πορεία των εξελίξεων. Το πρώτο της – και καθοριστικό όπως αποδείχθηκε – αποτέλεσμα ήταν η ονομαζόμενη συμφωνία του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου, που αποτέλεσε στην ουσία την πρώτη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που προανήγγειλε την δεύτερη και τελειωτική.

Ολα αυτά έδειξαν κάτι που ήταν απολύτως προφανές σε όσους, ανεξαρτήτως τοποθέτησης, είχαν μελετήσει με κάποια σοβαρότητα τη δομή της ΕΕ και της ευρωζώνης. Αυτοίείχαν συνείδηση ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει σχεδιασθεί ακριβώς για να καταστήσει αδύνατη οποιαδήποτε πρωτοβουλία εθνικής κυβέρνησης αποτολμήσει να έρθει σε ρήξη με τον συνταγματοποιημένο νεοφιλευθερισμό των ευρωπαϊκών συνθηκών και των πρόσφατων συμφώνων, που αυστηροποιούν ακόμη περισσότερο τους όρους της εφαρμογής τους. Η ιδέα μια «μεταρρυθμίσιμης» ΕΕ, τη στιγμή που για να αλλάξει ένα κόμμα από τος συνθήκες και τα σύμφωνα απαιτείται ομωφονία των κρατών-μελών, και δεν μιλάω καν για την εκτός κάθε πολιτικού ελέγχουν ΕΚΤ, είναι απλά κωμική. Η ΕΕ αποτελεί το «σιδερένιο κλουβί» του νεοφειλελευθερισμού ακριβώς γιατί μεταθέτει το πλαίσιο άσκησης της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής σε ένα επίπεδο που ξεφεύγει από κάθε πολιτικό έλεγχο, έστω και αυτόν τον περιορισμένο που μπορούν να ασκήσουν αντιπροσωπευτικοί θεσμοί βασισμένοι στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

Η εμπειρία του πρώτου εξαμήνου έδειξε επίσης της αφλογιστία της ριζοσπαστικής εκδοχής του ευρωπαϊσμού, που στην ουσία αποσκοπεί στο να παρακάμψει το σκόπελο μεταθέτοντας τα επίδικα σε ένα φαντασιακό επίπεδο όπου υπάρχουν μόνο καθαρές ταξικές συγκρούσεις. Και τούτο γιατί παραγνωρίζει ότι τα Μνημόνια δεν αποτελούν μια συνηθισμένη ταξική νεοφιλελεύθερη πολιτική αλλά ένα καθεστώς που επιβάλλει μόνιμη επιτροπεία και σχέσεις εξάρτησης μεταξύ μιας χώρας, δηλαδή του εθνικού της κράτους και της βασικής οικονομικής της λειτουργίας, και των δανειστών της. Παραβλέπει την σημασία της κατάλυσηςβασικών όψεων της κυριαρχίας του εθνικού κράτουςαπό τους μνημονιακούς μηχανισμούς και το ρόλο του χρέους ως μηχανισμού στυγνής πολιτικής και οικομομικής επιβολής. Η εδραίωση του μνημονιακού καθεστώτος καταδεικνύει ότι, για μια ακόμη φορά, όταν η ελληνική αστική τάξη αισθάνεται να κλονίζεται, αναζητά την σωτηρία της στη στήριξη των κυρίαρχων τάξεων της Δύσης, ακόμη κι αν αυτή μεταφράζεται σε δραματική υποβάθμιση της θέσης της χώρας στο διεθνές σύστημα και σε εξευτελισμό της κυριαρχίας του εθνικού της κράτους.

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι η ανατροπή των μνημονίων και η απελευθέρωση από τα δεσμά του χρέους δεν αποτελούν ταξικές επιλογές. Για την ακρίβεια είναι ακριβώς αυτές οι επιλογές που ορίζουν τα κεντρικά επίδικα της ταξικής αναμέτρησης στην συγκεκριμένη συγκυρία. Και δεν σημαίνει βεβαίως ότι η λαϊκή κινητοποίηση δεν αποτελεί καθοριστικής σημασίας παράγοντα. Αλλά για να γίνουν πραγματικότητα αυτά δεν αρκεί η ταξική καθαρότητα επιμέρους στόχων ή του λόγου που τους εκφέρει. Προϋπόθεση ενός τέτοιου σχεδίου είναι μια γενικότερη επιλογή σύγκρουσης με την ΕΕ και την εγχώρια ολιγαρχία. Σ’αυτή τη σύγκρουση δεν μπορεί να διαχωριστεί το εσωτερικό από το εξωτερικό μέτωπο, στα βαθμό που το μνημονιακό καθεστώς έχει πλέον απολύτως «εσωτερικευθεί» και μετατραπείσε βασικό πυλώνα των σχέσεων κυριαρχίας τόσο στο εσωτερικό όσο και μεταξύ των εθνικού σχηματισμού και των κυριάρχων τάξεων της ΕΕ.

Οι κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν αυθόρμητα τον Φεβρουάριο του 2015, όταν το κλίμα ήταν ακόμη συγκρουσιακό, και που διεκόψε απότομα η πρώτη συνθηκολόγηση της 20ης Φεβρουαρίου, έδειξαν ότι η ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα σε συνθήκες αριστερής κυβέρνησης προϋποθέτει ότι την υιοθέτησημιας συγκρουσιακής γραμμής από τη ίδια την κυβέρνηση. Αυτό έδειξε σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακατολαϊκό κύμα που πυροδότησε η αναγγελία του δημοψηφίσματος και οδήγησε στο θρίαμβο του ΟΧΙ. Αυτή η νίκη, ακόμη κι αν προδόθηκε πάραυτα, αποτελεί αναμφίβολα την καλύτερη επιβεβαίωση της δυναμικής από τα κάτω που μπορεί να απελευθερώσει μια αριστερή κυβέρνηση όταν δείχνει διατεθειμένη να συγκρουστεί με την Ιερή Συμμαχία όλων των κυρίαρχων δυνάμεων εντός και εκτός της χώρας. Και φυσικά αυτόςείναι και ο μοναδικός δρόμοςγια την διεθνή επέκταση της ανατρεπτικής δυναμικής.

Η μνημονιακή υποταγή της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ολοκάθαρα ότι η παραμονή στης ευρωζώνη δεν έχει να κάνει οτιδήποτε με τον διεθνισμό, ή τουλάχιστον με τον δικό μας διεθνισμό, διότι υπάρχει βεβαίως ο διεθνισμός του κεφαλαίου, ασύγκριτα πιο ανεπτυμένος και εδραιωμένος από τον δικό μας.

Πρέπει επίσης να μπει φραγμός στην καταστροφική λογική σύμφωνα με την οποία τίποτε δεν γίνεται αν δεν ξεσηκωθούν περίπου ταυτόχρονα οι λαοί ή οι εργαζόμενες τάξεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Οταν δεν αποτελεί απλή δικαιολογία για την συνθηκολόγηση του Τσίπρα στο όνομα του «Δεν υπήρχε εναλλακτική», πρόκειται για μια πλήρη αντιστροφή της διεθνιστικής λογικής. Αυτό που χρειαζόταν και χρειάζεται και σήμερα, από τηνσκοπιά του διεθνισμού των υποτελών τάξεων, είναι να αναλάβει μια αριστερή κυβέρνηση την ευθύνη ενός Grexit έτσι ώστε να διεξαχθεί ως Lexit, ενταγμένο σε μια προοπτική ανατροπής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αυτή είναι η κίνηση που μπορεί να απελευθερώσειμια απρόβλεπτων διαστάσεων δυναμική σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, και να ανοίξει τον δρόμο σε ντόμινο ανατροπών.

Ενα τελευταίο συμπερασματικό σημείο πάνω στο θέμα της Ευρώπης: ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε μια κυβέρνηση που προσπάθησε αρχικά να τηρήσει την λαϊκή εντολή ρήξης με τις πολιτικές λιτότητας υπήρξε αποκαλυπτικός για την φύση της ΕΕ όχι μόνο στα μάτια της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Με αυτήν την έννοια συνέβαλλε σε μια συντελούμενη εδώ και καιρό διαδικασία αποστασιοποίησης και απόρριψης της ΕΕ από ολόενα και ευρύτερα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Οπως έδειξε και το Brexit, αυτή η διαδικασία οδηγεί σε τεκτονικές αλλαγές στην ευρωπαϊκή πολιτική. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι είδους πολιτικό πρόταγμα θα ηγεμονεύει σ’αυτή τη διαδικασία. Και εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η τρέχουσα συγκυρία είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Σ’αυτήν την κούρσα, όπως και πάλι δείχνει το Brexit, η ρατσιστική και εθνικιστική Δεξιά προπορεύεται αισθητά, βοηθούμενη από την έκδηλη πλέον ανυποληψία και ανημπόρια του αριστερού ευρωπαϊσμού οποιασδήποτε απόχρωσης. Η άρθρωση μιας αριστερής πρότασης ρήξης με την ΕΕ και τους μηχανισμούς της, καρδιά των οποίων είναι το ενιαίο νόμισμα, αποτελεί όρο για την ίδια την επιβίωση της Αριστεράς στην Ευρώπη. Αν γίνει αυτό κοινή συνείδηση τότε η ελληνική τραγωδία θα έχει χρησιμεύσει σε κάτι.

Το μεταβατικό πρόγραμμα σήμερα

Ρήξη λοιπόν με την ΕΕ και το ευρώ ως αναγκαίο στοιχείο ενός πολιτικού σχεδίου ρήξης με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Αναγκαίο αλλά προφανώς όχι επαρκές. Δεν είναι δυνατό για λόγους χρόνου και όχι μόνο να αναφερθώ σε όλες τις διαστάσεις ενός τέτοιου σχεδίου. Θα αρκεστώ σε τρεις παρατηρήσεις

1. Ποτέ δεν παρουσιάστηκε από την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και ειδικότερα από την Αριστερή Πλατφόρμα το θέμα της εξόδου από το ευρώ μεμονωμένο αλλά πάντα ως μέρος μιας βασικής δέσμης μέτρων άμεσης εφαρμογής που όριζαν τις προϋποθέσεις της υλοποίησης του προγράμματος βάση του οποίου είχε κατακτηθεί η λαϊκή εντολή. Αυτά τα μέτρα περιελάμβαναν την άμεση διακοπή της αποπληρωμής του χρέους, με στόχο την διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του, την εθνικοποίηση των τραπεζών, και τον έλεγχο της κίνησης των κεφαλαίων. Ολα αυτά θα έπρεπε να συνοδεύονται με μέτρα μονομερούς εφαρμογής δεσμεύσεων όπως η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και η αποκατάσταση κατώτερου μισθού και σύνταξης. Αυτό ήταν ο πυρήνας ένος μεταβατικού πρόγραμματος, με στόχο την αντιστροφή του ταξικού συσχετισμού δύναμης και την ενεργοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας.

2. Ενα μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να περιορίζεται όμως σ’αυτό, ειδικά όταν αρθρώνεται με την προοπτική μιας αριστερής κυβέρνησης. Δεν εννοώ μ’αυτό ένα είδος πλειοδοσίας στους στόχους, όπως προτείνει κατά κανόνα η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Ενας τέτοιος αντικαπιταλισμός είναι καταδικασμένος να παραμείνει άσφαιρος στο βαθμό που αφενός αποφεύγει να τοποθετηθεί στα πραγματικά επίδικα της συγκυρίας και αφετέρου υποδηλώνει έναν απεριόριστο βολονταρισμό, που θέτει στόχους αποκομμένους από την συνείδηση των μαζών και το επίπεδο των αγώνων και των μορφών οργάνωσής τους. Τι νόημα έχει για παράδειγμα η διεκδίκηση εδώ και τώρα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής όταν το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται στην σημερινή δραματική κατάσταση και η ιδέα μιας σοσιαλιστικής οικονομίας φαντάζει εντελώς εξωπραγματική για την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας;

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι το μεταβατικό πρόγραμμα δεν πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα που ανοίγουν πεδίο για την ανασυγκρότηση των δυνάμεων της εργασίας και επιβάλλουν μορφές κοινωνικού ελέγχου στην οικονομία, με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Ας το ξεκαθαρίσουμε όμως: η σοσιαλιστική κατεύθυνση σημαίνει ότι το μεταβατικόπρόγραμμα δεν μπορεί να είναι ένας κατάλογος άμεσων, συνδικαλιστικού τύπου διεκδικήσεων με στόχο την κατάργηση της λιτότητας. Είναι ένα πρόγραμμα με στόχο την ανάδειξη των εργαζόμενων τάξεων σε ηγετική δύναμη της κοινωνίας, ικανή να ασκήσει εξουσία και να οδηγήσει τον κοινωνικό σχηματισμό σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.

3. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από τα άμεσα μέτρα ρήξης με το Μνημονιακό πλαίσιο το μεταβατικό πρόγραμμα πρέπει να περιέχει στοιχεία ενός διαφορετικού οικονομικού μοντέλου, που να δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις στα θέματα που ανοίγουνται με την προοπτική ρήξης με την ΕΕ και το ευρώ και να χαράζει μια κατεύθυνση αλλαγής των παραγωγικών δομών και ταυτόχρονα των κοινωνικών σχέσεων.

Η Ελλάδα είναι σήμερα μια κατεστραμμένη χώρα, ιστορικό καθήκον των των δυνάμεων της εργασίας, του πολιτισμού και της επιστήμης είναι να την ανοικοδομήσουν σε νέες βάσεις. Το νέο μοντέλο ανοίγει λοιπόν θέματα όπως η παραγωγική ανασυγκρότηση, η περιφερειακή ανισότητα, το περιβάλλον, ο ρόλος της συμμετοχής της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων. Ανοίγει επίσης θέματα που αφορούν την παιδεία και τον πολιτισμό, που αποτελούσαν κάποτε προνομιακό πεδίο για την Αριστερά και που σήμερα μαρτυρούν την πορεία αποπτώχευσής της.

Να τονίσω σ’αυτό το σημείο το εξής: σε μια μεγάλη σύγκρουση, που σηματοδοτεί μια ιστορική τομή στην πορεία μιας χώρας, κερδίζει τελικά αυτός που την κατανοεί ως ευκαιρία για να εφαρμοστεί ένα καινοτόμο σχέδιο και όχι αυτός που κινείται αμυντικά, καλλιεργώντας την αυταπάτη μιας επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι το μνημονιακό στρατόπεδο προπορεύεται σαφώς, και από την αρχή της περιόδου. Είναι χαρακτηριστικό των ορίων του ΣΥΡΙΖΑ ότι, ακόμη και στις καλές του στιγμές, έλειψε ακριβώς αυτό το στοιχείο, το οραματικό και ταυτόχρονα συγκεκριμένο, που θα έδινε σάρκα και οστά στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής. Για να το πούμε διαφορετικά, ο προ-Ιουλίου 2015 ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να θέσει στις κοινωνικές δυνάμεις που τέθηκαν σε κίνηση από το 2010 και μετά ένα σχέδιο που να υπερβαίνει την υπεράσπιση κατακτήσεων που κατεδαφίστηκαν από τα Μνημόνια. Στην ουσία δεν επιχείρησε κανκάτι τέτοιο, δεν έδρασε ποτέ ως κόμμα ικανό να συμβάλλει στο μετασχηματισμό της συνείδησης των υποτελών τάξεων, να τους δώσει αυτοπεποίθηση στην ικανότητά τους να αλλάξουν σε βάθος την ζωή τους και την κοινωνία. Και ξέρουμε τώρα, είναι μέρος της εμπειρίας που έχουμε αποκτήσει, ότι αν λείπει αυτή η διάσταση, τότε λείπει και η υποκειμενική συγκρότηση που είναι σε θέση να σηκώσει μια αναμέτρηση σκληρής, μεγάλης έκτασης και διάρκειας.

«Πλατιά κόμματα» και στρατηγική αποσαφήνιση

Το τελευταίο σημείο που θέλω να αναπτύξω είναι ακριβώς το θέμα της πολιτικής συγκρότησης, με άλλα λόγια του κόμματος. Μια από τις αναμενόμενες αρνητικές επιπτώσεις της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι η αποστροφή από την πολιτική ενός ολόκληρου κόσμου που μετά από μια μακρόχρονη περίοδο υποχώρησης είχε αρχίσει να ανακτά την ελπίδα. Οψη αυτού του φαινομένου αποτελεί η έξαρση αντιπολιτικών στάσεων στον κόσμο του κινήματος, η απολυτοποίηση λογικών άμεσης δράσης, η αναδίπλωση σε επιμέρους ακτιβισμούς ή η αυταπάτη της απόδρασης σε χώρους που υποτίθεται ότι καταλύουν εδώ και τώρα τις εξουσιαστικές λογικές. Η κυριαρχία τέτοιων λογικών θα αποτελούσε σοβαρότατη οπισθοδρόμηση σε σχέση με τα όσα είχε κομίσει η ελληνική εμπειρία του 2010-2012 αλλά και η αντίστοιχη της Ισπανίας και άλλων χωρών, ειδικά στην Λατινική Αμερική. Θα σήμαινε ότι αγνοείται η ανάγκη συγκρότησης πολιτικών δυνάμεων που να επικοινωνούν με τις κινηματικές πρακτικές και, σε συνθήκες οξυμένης πολιτικής κρίσης, να μπορούν ναθέσουν ζήτημα εξουσίας.

Το ενδεχόμενο ενός τέτοιου πισωγυρίσματος αποτελεί βεβαίως σύμπτωμα και συνέπεια της ήττας, στην οποία τείνει να δώσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Γι αυτό και η αντιμετώπισή του προϋποθέτει μια σε βάθος ανάλυση των αιτιών της ήττας. Μια τέτοια ανάλυση δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και την δική μας αποτυχία, την αποτυχία όσων προσπαθήσαμε εντός του ΣΥΡΙΖΑ να πάρουν διαφορετική πορεία τα πράγματα. Γιατί λοιπόν δεν κατάφερε η Αριστερή Πλατφόρμα (ΑΠ), η βασική και πιο συγκροτημένη από κάθε άποψη συνιστώσα της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία συμμετείχα και προσωπικά, να αποτρέψει την καταστροφή;

Θα συνοψίσω τις σκέψεις μου άνω σ’αυτό το ένα ερώτημα που με ταλάνισε ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο ως εξής. Η πρώτη και καθοριστική κατά τη γνώμη μου ήττα της ΑΠ ήταν η αδυναμία της να αντιστρέψει την πορεία μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ πριν ακόμη ανέλθει στην κυβερνητική εξουσία. Η πορεία αυτή άρχισε το καλοκαίρι του 2012, μετά τις εκλογές που ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση και ουσιαστικά σε κυβέρνηση σε αναμονή. Τα βασικά της χαρακτηριστικά της ήταν η ενιοποίηση και η σχετική μαζικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ με όρους όμως δημιουργίας μιας κατά βάση εκλογικής μηχανής, με αδυνατισμένες τις εσωτερικές πολιτικές λειτουργίες, με την επικράτηση ενός συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού μοντέλου οργάνωσης. Ενα τέτοιο κόμμα αποκτούσε εντεινόμενα αρχηγικά χαρακτηριστικά και μπορούσε εύκολα να χειραγωγηθεί από πλήρως αυτονομημένα από τα μέλη και τα όργανα κέντρα λήψης των αποφάσεων, που αποκρυσταλλώθηκαν σε άτυπους κλειστούς κύκλους περιστρεφόμενους γύρω από τον αρχηγό. Η πορεία «κρατικοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ, με άλλα λόγια η προληπτική του προσαρμογή στο καλούπι της διαχείρισης του αστικού κράτους και η αποστασιοποίησή του από μαζικές πρακτικές, είχε αρχίσει πολύ πριν την κατάληψη υπουργικών θώκων, η οποία απλά την επισφράγισε.

Μια τέτοιο μετάλλαξη αφαιρούσε ουσιαστικά το έδαφος κάτω από τα πόδια της αριστερής μειοψηφίας. Η μάχη εντός των τειχών και ειδικότερα εντός των οργάνων δεν μπορούσε παρά να δώσει περιορισμένα και μάλιστα διαρκώς μειούμενα αποτελέσματα στο βαθμό που το ίδιο το κόμμα είχε ως τέτοιο υποβαθμιστεί ως χώρος παραγωγής πολιτικής. Αν λοιπόν με τον όρο «πλατύ κόμμα» εννοούμε αυτήν την διαδικασία, είναι προφανές ότι η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι το μοντέλο έχει αποτύχει. Εάν όμως με τον όρο «πλατύ κόμμα» εννοούμε την δύσκολη, βασανιστική πορεία ανασύνθεσης διαφορετικών ρευμάτων και παραδόσεων της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, θα έλεγα ότι η ελληνική εμπειρία δείχνει επίσης ότι ένας τέτοιος σχηματισμός είναι σε θέση να παρέμβει σε μια συγκυρία μεγάλων ανατροπών, σε αντίθεση με την περιχαρακωμένη μορφή πολιτικής και οργανωτικής συγκρότησης που συνεχίζουν να κομίζουν οι παραδοσιακές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ή τα εναπομείναντα κομμουνιστικά κόμματα.

Το ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν συνίσταται νομίζω στην εφεύρεση μιας ριζικά νέας μορφής-κόμμα, η εμπειρία του Ποδέμος δείχνει εξ’άλλου ότι ακόμη και νέοι σχηματισμοί χωρίς οργανικούς δεσμούς με την ιστορική Αριστερά τείνουν πολύ γρήγορα να αναπαράγουν τις παθογένειες για τις οποίες έγινε προηγουμένως λόγος. Το ερώτημα θα έλεγα είναι να βγούν τα αναγκαία συμπεράσματα από την πρόσφατη εμπειρία έτσι ωστε να χαραχθούν εκ νέου οι διαχωριστικές γραμμές μέσα στην Αριστερά και το εργατικό κίνημα. Να χαραχθούν εκεί που πραγματικά επιβάλλεται, στο έδαφος της σύγχρονης στρατηγικής για την κοινωνική ανατροπή και την κατάκτηση της ηγεμομίας των υποτελών.

Ας χρησιμεύσει τουλάχιστον σ’αυτό η ελληνική τραγωδία: ήρθε η ώρα να χωρίσει η ήρα από το στάρι.

* Πρόκειται για την εισήγηση του Στάθη Κουβελάκη, στο Διεθνές Τριήμερο που διοργάνωσε το Rproject, στη συζήτηση “Η Ευρώπη σε κρίση”.

Πηγή: Rproject

Μα τέτοια ομοβροντία η ευρωπαϊκή παράταξη;

«Σήμερα, η χώρα μας βρίσκεται ένα βήμα πριν την έξοδο από την κρίση. Όλοι μας όμως ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι αυτό το βήμα, όπως επίσης ξέρουμε ότι είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει plan B» δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Βενιζέλος, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Ευρωβουλής (και υποψήφιο για την προεδρία της Επιτροπής) Μάρτιν Σουλτς. (3/11/2013)

Α. ΣΑΜΑΡΑΣ: Να σας πω, η καλή στιγμή είναι εσωτερική. Δική μου. Είναι η ρεαλιστική νομίζω αίσθηση που έχω ότι μέρα με την ημέρα, πλησιάζει όλο και περισσότερο η στιγμή που τα πράγματα θα είναι καλά.

Γ. ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ: Πλην ατυχήματος, έτσι;

Α. ΣΑΜΑΡΑΣ: Πλην ατυχήματος. Έξοδος, να σπάσουμε την κορδέλα στο μαραθώνιο που τραβάει ο ελληνικός λαός, όχι εμείς. (εκπομπή Ανατροπή 4/11/2013)

Α. Τσίπρας στο Τέξας σε εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο 4/11/2013 (μα τέτοια μανία με τα ταξίδια στις ΗΠΑ;)

«Η ευρωζώνη μπορεί να ήταν λάθος. Οι Συνθήκες και οι Χάρτες της είναι εσφαλμένες. Και πρέπει να αλλάξουν θεμελιωδώς. Κάποιοι λένε ότι ορισμένες χώρες, θα έπρεπε ίσως να μην είχαν ενταχθεί. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε αυτά τα θέματα, αλλά εγώ προτιμώ να αφήσουμε στους ιστορικούς αυτή τη συζήτηση. Δεν έχει σημασία σήμερα.

Σήμερα, η Ευρωζώνη υπάρχει. Έχουμε μια οικονομική ένωση και ένα κοινό νόμισμα. Και οι άμεσες εναλλακτικές είναι χειρότερες. Μια έξοδος δεν θα ωφελήσει κανέναν. Αντίθετα, θα πυροδοτήσει σοβαρά νέα προβλήματα – διαχείριση ενός ασταθούς νέου νομίσματος, φαινόμενα bank run, πληθωρισμός, φυγή κεφαλαίων και ανθρώπων.

Για το λόγο αυτό και μόνο, η Ελλάδα δεν θα πρέπει και δεν θα το κάνει, δε θα εξέλθει εθελοντικά από την Ευρωζώνη. Αλλά υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος. Μία έξοδος της Ελλάδας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας σε κρίση θα ήταν μια καταστροφή για την Ευρώπη. Αυτό είναι κάτι που, κατά βάθος, όλοι γνωρίζουν».

Ως προς το αν υπάρχει απάντηση στο τι θα συμβεί αν οι δανειστές δεν δεχτούν αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Δραγασάκης σε συνέντευξη στο Βήμα (4/11/2013) είπε: «Υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η μια είναι η διαπραγμάτευση με συναίνεση. Αυτό που κάνουν ως τώρα οι κυβερνήσεις. Επειδή υπάρχει τέτοια ασυμμετρία δύναμης, αυτό καταλήγει σε υποταγή. Το δεύτερο είναι “ή όλα ή τίποτα”. Πάμε σε ρήξη, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που έχει αυτή η ρήξη και αδιαφορώντας για το αν μπορούμε να τις διαχειριστούμε. Αυτό το απορρίψαμε. Πάμε λοιπόν σε μια διαπραγματευτική λογική, διεκδικητική θα έλεγα, που λέει ότι εμείς λέμε ότι “με αυτή την πολιτική οδηγούμαστε σε καταστροφή, ενώ με μια άλλη πολιτική μπορούμε να διασώσουμε ό,τι μπορούμε και να χαράξουμε μια διαφορετική πορεία”. Διεκδικούμε καταρχάς να γίνει δεκτή αυτή η θέση. Εφόσον δεν γίνει δεκτή, πρέπει να είμαστε έτοιμοι και για ρήξη, αλλά εντός της ευρωζώνης πάντα…».

(Διόρθωση συντάκτη μετά από σχόλιο αναγνώστη: η συνέντευξη δόθηκε στον 9,84 και όχι στο Βήμα και υπάρχει και το σχετικό ηχητικό στο οποίο η φράση δεν είναι “εντός της ευρωζώνης πάντα”, αλλά “εντός ευρωζώνης κατ’ αρχήν”. Παρόλο που η Αυγή και όλα τα μέσα έβαλαν τη φράση που έχουμε και εμείς και παρόλο που ο κ. Δραγασάκης δεν προέβη σε διόρθωση ή καταγγελία για αυτή την “κεφαλαιώδη” διαφορά νοήματος, εμείς το αναφέρουμε για λόγους δεοντολογίας. Πολιτικά, ο καθένας καταλαβαίνει). 

Και σημειώνει η Αυγή (5/11/2013): Ο Σαμαράς αποδεικνύεται ανίκανος να κάνει πολιτική διαπραγμάτευση γιατί η πολιτική επιβίωσή του στηρίζεται στην όποια υποστήριξη από την τρόικα. Δεν διαπραγματεύεται, παρά τα όσα έλεγε τον Ιούνιο του 2012. Και να ήθελε τώρα, δεν βρίσκει θεσμικούς συνομιλητές. Η τακτική του συνιστά τουλάχιστον πολιτικό αναχρονισμό.

Οι δηλώσεις αυτές γίνονται σε μια περίοδο που η Τρόικα και κάθε ευρωπαίος αξιωματούχος (πχ Όλι Ρεν) έχει δηλώσει σε όλους του τόνους δεν υπάρχει θέμα διαπραγμάτευσης. Και που η Μέρκελ ντροπιάζει τον πρωθυπουργό και τον στέλνει πίσω με την όποια συζήτηση να μεταφέρεται για μετά τις ευρωεκλογές. Γίνεται σε μια περίοδο που η Ευρωπαϊκή Ένωση θωρακίζεται και θεσμοθετεί μηχανισμούς επιτήρησης πολιτικών λιτότητας και πλεονασματικών προϋπολογισμών και χωρίς τρόικες! Σε αυτή την περίοδο το πολιτικό σύστημα δηλώνει σε όλους τους τόνους. Θα διαπραγματευτούμε με όριο μας το ευρώ! Δηλαδή μη μας φοβάστε!

Και αν ο πόνος του Βενιζέλου να αποδείξει ότι δεν υπάρχει σχέδιο Β και εναλλακτικός δρόμος εκτός ευρωζώνης είναι λογικός και ο τρομοκρατικός λόγος του Σαμαρά για «το ατύχημα της εξόδου» είναι συνεπής με βάση την πολιτική του, οι διαβεβαιώσεις του Δραγασάκη ότι το όριο της διαπραγμάτευσης του είναι το ευρώ και η τρομοκρατία του Τσίπρα (σε Αμερικάνικο έδαφος θυμίζουμε) με την ταύτιση της εξόδου από το ευρώ με την Αποκάλυψη του Ιωάννη τι προσφέρουν; Γιατί τέτοια τέτοιες διαβεβαιώσεις; Γιατί τέτοια ομοβροντία; Δεν ταυτίζουμε το ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ αλλά γιατί γίνεται βασιλικότερος του βασιλέως και ευνοεί πολιτικά ένα περιβάλλον δημιουργίας μιας ενιαίας ευρωπαϊκής παράταξης; Πόσο βοηθάει μια τέτοια στάση την διακριτότητα και κρουστικότητα της αριστεράς απέναντι στη δεξιά σε μια περίοδο που η δεύτερη εκμεταλλευόμενη τις δολοφονίες Χρυσαυγιτών θα εντείνει τις πιέσεις για εθνική ενότητα και συνεννόηση;

Το βάρος όμως, ξανά, πέφτει στις πλάτες της αντιΕΕ ή μη ευρωπαϊκής παράταξης, με την έννοια της παράταξης που αμφισβητεί το όριο του ευρώ, που έχει Σχέδιο Β απέναντι στην νεοφιλελεύθερη παντοκρατορία της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, που υποστηρίζει ένα διαφορετικό δρόμο για τη χώρα. Τέτοια παράταξη δεν υπάρχει και πρέπει να δημιουργηθεί.