Άρθρα

Ο εργασιακός Μεσαίωνας δεν θα περάσει!

Εκδήλωση του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021, 7.30 μμ Πλατεία Αυδή, Μεταξουργείο

Ομιλητές:
Δημήτρης Τσίτκανος, Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων
Βασίλης Μπουρδούβαλης, Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων
Γιάννος Γιαννόπουλος, Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική Διεθνιστική Αριστερά
Γρηγόρης Καλομοίρης, Γραμματεία ΜΕΤΑ, Αριστερό Ρεύμα

Συντονίζει η Φρόσω Κορτζίδου

Με τέτοιους φίλους τι να τους κάνεις τους εχθρούς;

Η ΓΣΕΕ ήταν εξ’ αρχής γνωστό ότι δεν θα καλέσει σε απεργία στις 03 Ιουνίου. Τελικά συνεδρίασε μόλις τρεις μέρες πριν, στις 31/05, για να ανακοινώσει απεργία στις 10 Ιουνίου και μάλιστα όχι συνολικά ενάντια στο ν/σ Χατζηδάκη, αλλά σε ορισμένες επίμαχες διατάξεις του νομοσχεδίου. Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ (με συμφωνία των παρατάξεων που πρόσκεινται σε ΠΑΜΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ), γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της την απόφαση για απεργία στις 03/06, σύρθηκε πίσω από την, ξεπουλημένη στο ΣΕΒ, ΓΣΕΕ για αναβολή της απεργίας στις 10 του μήνα. Το Εργατικό Κέντρο Αθήνας το ίδιο.

Την επόμενη φορά που θα αναρωτιόμαστε γιατί ο συνδικαλισμός αφορά όλο και λιγότερους εργαζόμενους, ας μην ψάξουμε πολύ μακριά. Η κύρια ευθύνη βρίσκεται στο «εσωτερικό» και αφορά τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ας κάνουμε τον κόπο να σκεφτούμε έναν εργαζόμενο που ανακοίνωσε στον εργοδότη του ότι θα απεργήσει, και σήμερα θα έπρεπε να του ανακοινώσει το αντίθετο. Ας σκεφτούμε έναν εργαζόμενο που συζήτησε με έναν συνάδελφο να απεργήσουν μαζί την ερχόμενη Πέμπτη και σήμερα θα έπρεπε να του πει ότι η απεργία αυτή αναβάλλεται για την επόμενη εβδομάδα. Είναι σίγουρο ότι οι «επαγγελματίες συνδικαλιστές» της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από αυτές τις καταστάσεις.

Η ΓΣΕΕ είναι γνωστό ότι υπηρετεί τις ορέξεις του ΣΕΒ και της εκάστοτε κυβέρνησης. Πιέστηκε από την ύπαρξη απεργίας στις 03 Ιουνίου και ήθελε να μην χάσει την πρωτοκαθεδρία της απεργίας.  Ήθελε ουσιαστικά να «σπάσει» την απεργία της τρίτης του Ιουνίου. Και τα κατάφερε.

Όσο, όμως και να επιμένουν αρκετοί ότι είναι πολύ σημαντικό ότι ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ «ενώνουν τις δυνάμεις τους για μια γενική απεργία ιδιωτικού και δημοσίου τομέα», αυτό δεν αναιρεί την πραγματικότητα. Η ΑΔΕΔΥ, το ΕΚΑ και το ΠΑΜΕ θα μπορούσαν να επιμείνουν στην απεργία στις 03/06, η οποία έχει ήδη δουλευτεί μέσα στους χώρους δουλειάς και αν υπήρχε μια ορισμένη συμμετοχή και αγωνιστικό κλίμα, να καλεστεί νέα απεργία στις 10/06 μαζί με τη ΓΣΕΕ. Το ν/σ αφορά την κατάργηση του 8ώρου και την ευθεία επίθεση στον συνδικαλισμό όπως τον γνωρίζουμε. Το ν/σ ορίζει τον πήχη και όχι οι γνωστοί συσχετισμοί και τα παιχνίδια των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Το θέμα λοιπόν δεν απλά είναι το πόσες απεργίες θα γίνουν και σε ποια μέρα.

Όσο και να λένε διάφοροι ότι είναι θέμα δυνατότητας το να γίνει μια απεργία χωρίς την ΓΣΕΕ, να θυμίσουμε ότι έχουν γίνει άλλες δύο απεργίες φέτος μία στις 26 Νοεμβρίου και μία για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς στις 6 Μαίου. Άρα, όχι, δεν είναι θέμα δυνατότητας. Είναι θέμα επιλογής. Η ΑΔΕΔΥ και το Εργατικό Κέντρο Αθήνας σύρθηκαν πίσω από την απόφαση της ΓΣΕΕ.

Το ΠΑΜΕ γιατί;

Τελικά το ΠΑΜΕ που διαχωρίζεται με τη ΓΣΕΕ; Μόνο στα λόγια και στις διαφορετικές συγκεντρώσεις και στην ουσία όχι; Σήμερα που κρίνεται, όχι ένα «απλό» νομοσχέδιο που αφορά τον τάδε κλάδο, αλλά ένα νομοσχέδιο που αφορά όλους τους εργαζόμενους και όλη την κοινωνία, τελικά πού είναι ο πήχης; Είναι στις κομματικές συγκεντρώσεις του ΚΚΕ στις κεντρικές πλατείες κάθε πόλης; Τελικά, για άλλη μια φορά το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ μετρήθηκαν και βρίσκονται λίγοι. Αυτό να το θυμόμαστε την επόμενη φορά που θα δούμε συνδικαλιστές και κομματικά στελέχη του ΚΚΕ να βαράνε υπουργικά τραπέζια με πυγμή, ή τις σημαίες να ανεμίζουν στην πλατεία Συντάγματος κάνοντας επίδειξη δύναμης και οργάνωσης. Γιατί η δύναμη, η οργάνωση και η πειθαρχία δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλεία χρήσιμα για το κίνημα. Το κόμμα της εργατικής τάξης δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο των εργαζομένων για την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης.

Ο σοφός λαός λέει «σκυλί που γαυγίζει δεν δαγκώνει». Το ΚΚΕ έχει αποδείξει πολλάκις ότι θα γαυγίσει πολύ όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες αλλά δεν θα κάνει το αποφασιστικό βήμα όταν αυτό είναι ανάγκη.

Οι κινητοποιήσεις ενάντια στο νομοσχέδιο Χατζηδάκη αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Η μαζική συμμετοχή κόσμου μπορεί να συμβάλλει στο να δημιουργηθεί ένας αγωνιστικός πόλος των εργαζόμενων. Απέναντί μας δεν έχουμε μόνο την κυβέρνηση αλλά και τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ο δρόμος είναι μακρύς αλλά ο μόνος τρόπος να βγούμε από τον βούρκο είναι να δημιουργηθεί ένα αγωνιστικό ρεύμα αντίστασης και διεκδίκησης των εργαζομένων. Και σε αυτό κανείς δεν περισσεύει.

Μπροστά στο νόμο Χατζηδάκη

Των Δημήτρη Μητρόπουλου – Λάμπρου Παπαθανασίου

Τι θα γινόταν αν η ΓΣΕΕ δεν είχε ξεπουληθεί χρόνια τώρα στις ορέξεις του ΣΕΒ και του πολιτικού προσωπικού που τους υπηρετεί; Αν ο Παναγόπουλος ήταν για μια φορά μέσα στα προβλήματα των εργαζομένων και όχι σε κάποιο θέρετρο για λουκούλλεια γεύματα; Αν δεν κορόιδευε την εργατική τάξη της χώρας ζητώντας την επαναφορά του βασικού μισθού κατόπιν εορτής και αφού αυτή έχει ήδη παραπεμφθεί για του χρόνου (και αν); Αν υπήρχε μια ΓΣΕΕ που θα σήκωνε τον αγώνα ενάντια στο έκτρωμα Χατζηδάκη, αντί για μια ΓΣΕΕ που συναινεί; Η ηγεσία της ΓΣΕΕ όπως υπηρέτησε για 10 και πλέον χρόνια τη μνημονιακή καταστροφή της χώρας και των εργαζομένων, σήμερα συνεχίζει στην ίδια ρότα.

Αν για τους γραφειοκράτες της ΓΣΕΕ τα πράγματα είναι λίγο πολύ δεδομένα, τι ισχύει για την υπόλοιπη αντιπολίτευση; Και εδώ δε μιλάμε για το ΣΥΡΙΖΑ που επί 4,5 χρόνια εφάρμοζε το μνημονιακό νόμο του 2011 περί διευθέτησης ή ψήφισε μέτρα περιορισμού των απεργιών.

Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στο νομοσχέδιο Χατζηδάκη είναι συγκεκριμένη και ακίνδυνη. Απανωτές κομματικές συγκεντρώσεις με στελέχη του κόμματος σε κάθε πόλη της χώρας. Το μόνο που ενδιαφέρει το «κόμμα της εργατικής τάξης» είναι η συγκρότηση των μελών του και της επιρροής του  εν’ όψει του αναβληθέντος 21ου συνεδρίου. Οι κομματικές συγκεντρώσεις του ΚΚΕ περισσότερο θυμίζουν προεκλογικές συγκεντρώσεις ή προσυνεδριακές εκδηλώσεις παρά ανυποχώρητο αγώνα για την προστασία των συνδικάτων, του 8ώρου, των μισθών και των εργατικών διεκδικήσεων.

Το ΚΚΕ σπέρνει τώρα για να μπορεί μετά να θερίσει λέγοντας «εμείς τα λέγαμε, ψηφίστε μας». Αυτή είναι η λογική που υπηρετήθηκε μέσα στην κρίση και αποδείχτηκε ακίνδυνη για το σύστημα, αδιέξοδη για το εργατικό κίνημα, αλλά «έσωσε» το ΚΚΕ. Και αυτό είναι το μόνο που φαίνεται να ενδιαφέρει τον Περισσό.

Σε άλλη περίπτωση το ΚΚΕ θα μπορούσε να σηκώσει την αντιπαράθεση. Να κάνει ένα γενικό κάλεσμα σε συνδικάτα, φορείς, σωματεία, εργατικά σχήματα, συνδικαλιστές για ανυποχώρητο παρατεταμένο αγώνα ενάντια στο αντεργατικό έκτρωμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Να στηθεί ένα μέτωπο υπεράσπισης της λειτουργίας των σωματείων, των συνδικαλιστών, της 8ωρης εργασίας. Αντ’ αυτού το μόνο που έκανε το ΚΚΕ είναι να βάλει σωματεία που «ελέγχει» να υπογράψουν την πρόταση νόμου που κατέθεσε στη βουλή. Ακόμα και τώρα αντιμετωπίζει ταξικούς συνδικαλιστές και δυνάμεις, που δεν ανήκουν στο ΚΚΕ ως αντιπάλους παίζοντας ανόητα παιχνίδια γύρω από ημερομηνίες και πλατείες.

Το ΚΚΕ κάνει την κομματική «ανάγκη» θεωρία και γραμμή και σε αυτό τον αγώνα. Δεν υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα και διαφορετικές τακτικές μεταξύ κόμματος και συνδικάτου. Η παρέμβαση στα συνδικάτα δεν αφορά την ευρύτατη δυνατή συσπείρωση των εργαζομένων πάνω στα άμεσα συμφέροντα του – ώστε μέσα από αυτό το «σχολείο», ο εργαζόμενος να τροποποιήσει την ταξική του συνείδηση και να συνειδητοποιήσει και τα ιστορικά του συμφέροντα. Το συνδικάτο είναι εκλογικός χώρος για το κόμμα. Τα σωματεία υπογράφουν –μέσω του ΚΚΕ – πρόταση νόμου σε ένα απώτατο στάδιο κοινοβουλευτικού κρετινισμού.

Το ΚΚΕ έρχεται – απέναντι σε ένα νομοσχέδιο τομή για την ύπαρξη και δράση του εργατικού κινήματος – να επιβεβαιώσει αυτό που γίνεται εδώ δεκαετίες. Θα κάνει κάποιες ακίνδυνες διαμαρτυρίες και ως εκεί. Άλλωστε, σε κανένα μεγάλο και συγκρουσιακό αγώνα των εργαζομένων και του λαού τις τελευταίες δεκαετίες το κόμμα αυτό δεν αποτέλεσε την πρωτοπορία. Αντίθετα, ήταν πάντα ουραγός και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και απέναντι από μεγάλους αγώνες ή ξεσηκωμούς (ασφαλιστικό Γιαννίτση, αγώνες νεολαίας για άρθρο 16, Δεκέμβρης 2008, με αποκορύφωμα τους αντιμνημονιακούς αγώνες). Αυτή είναι μια αδήριτη πραγματικότητα που θα έπρεπε να προβληματίσει όσους ακόμα το σκέπτονται ως μοναδική διέξοδο για την ανασυγκρότηση των κομμουνιστικών ή επαναστατικών δυνάμεων.

Την ίδια στιγμή οι πρόσφατες κινητοποιήσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αναδεικνύουν ένα χρόνιο και δομικό πρόβλημα. Αναμένουμε ένα νομοσχέδιο από την τάδε κυβέρνηση, για να καλεστούν κάποιες κινητοποιήσεις πίσω από μεγάλα λόγια για «πόλεμο», «δε θα περάσει» κοκ . Εξαγγέλλονται 48ωρες απεργίες και κινητοποιήσεις και «συντονισμοί σωματείων», από ένα χώρο που έχει προφανές πρόβλημα γείωσης και μαζικοποίησης μιας έστω και απλής διαμαρτυρίας.

Στην πλειοψηφία του ο χώρος αυτός έχει τη λογική ενός μικρού αντικαπιταλιστικού ΠΑΜΕ. Έτσι όμως συνεχίζει σε μια αδιέξοδη γραμμή – εδώ και 30 χρόνια – που δεν έχει να δείξει και πολλά αποτελέσματα πέρα από έναν μονοψήφιο αριθμό «ταξικών» συνδικάτων.  Αντικειμενικά συμπεριφέρεται σαν ένα είδος «τερματοφύλακα» στην αστική πολιτική, όπου σε κάθε αντιλαϊκό νομοσχέδιο εξαγγέλλει ή οργανώνει κινητοποιήσεις, συνήθως με μεγάλα λόγια που δεν αντιστοιχούν στη γείωσή του με τους εργασιακούς χώρος. Έχει την «δυνατότητα» να κατεβάσει μερικές εκατοντάδες αγωνιστές στο δρόμο, αλλά οργανώνει απεργίες με αποτέλεσμα ελάχιστα ποσοστά συμμετοχής σε σωματεία, με λίγους εργαζόμενους, ή λίγα σωματεία του δημοσίου.

Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος έχει πολλές αιτίες και δε θα ξεπεραστεί εύκολα. Ούτε ο γράφων διαθέτει μια συνολική στρατηγική για την υπέρβαση της ήττας. Το ότι δε διαθέτουμε μια συνολική στρατηγική για την υπέρβαση της ήττας δε σημαίνει ότι μπορούμε να συνεχίζουμε με βασικά λάθη, όπως η ταύτιση κόμματος/κινήματος, στρατηγικής/τακτικής, αντίληψης του συσχετισμού δύναμης, αυτογνωσίας της σχέσης που έχουν οι μάζες με τις «πρωτοπορίες» – πολύ περισσότερο με την αυταπάτη ότι κάποιοι είναι πρωτοπορίες… Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με πορείες των 500 χωρίς προετοιμασία στο άδειο κέντρο της Αθήνας. Με ελάχιστη προπαγάνδα από όσους αγωνιστές ή ομάδες επιμένουν να προσπαθούν. Με σχέδιο που μυρίζει από μακριά «τουφεκιά στον αέρα», 2-3 πορείες μέχρι να ψηφιστεί το νομοσχέδιο και μετά πάλι πίσω στην «κανονικότητα».

Θα μπορούσαν να γίνουν προπαγανδιστικές κινητοποιήσεις στις γειτονιές της Αθήνας; Να ακουστούν 5  συνθήματα από τον κόσμο που μένει ή δουλεύει στην τάδε περιοχή και όχι στα ντουβάρια έξω από το σύνταγμα; Πριν 3 μήνες οι γειτονιές «έκαιγαν», δεν γίνεται αυτό να μην προβληματίζει κανέναν. Θα μπορούσε να έχει προηγηθεί ένα κοινό κάλεσμα, μία ανακοίνωση, μία αφίσα, ένα δελτίο τύπου από όσες συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις αγωνίζονται για να μην περάσει αυτός ο νόμος και όλο το μνημονιακό νομοθετικό οπλοστάσιο, και να διακινηθεί σε όλους τους εργασιακούς χώρους; Θα μπορούσε να σχεδιαστεί προσεκτικά μια κεντρική κινητοποίηση λαμβάνοντας υπόψη την μέρα, την ώρα και τις διαθέσεις του κόσμου και να μην γίνονται τουφεκιές μεσοβδόμαδα σε ώρα που οι περισσότεροι εργαζόμενοι ακόμα δεν έχουν τελειώσει τη δουλειά τους; Θα μπορούσε να υπάρχει ένα μόνιμο και διαρκές κάλεσμα από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά στο ΚΚΕ για ένα ενιαίο μέτωπο αντίστασης και πολιτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση; Τα ερωτήματα πώς θα κάνουμε αγωνιστικό μέτωπο, πώς θα απευθυνθούμε αποτελεσματικά σε όσο το δυνατόν περισσότερους εργαζόμενους δεν απασχόλησαν. Κυρίως απασχόλησε η «συσπείρωση των δικών μας» και το να γίνουν οι συγκεκριμένες διαδηλώσεις και απεργίες (που πρέπει να γίνουν αλλά αυτό δεν αποτελεί σχέδιο).

Η κυβέρνηση μοιάζει να μην πιέζεται. Το νομοσχέδιο όλοι το γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι θα ψηφιστεί. Τι θα γινόταν εάν υπήρχε εργατικό κίνημα; Τι θα γινόταν εάν υπήρχε κομμουνιστικό κόμμα; Τι θα γινόταν αν υπήρχε έστω η μια ορισμένη εξωκοινοβουλευτική αριστερά με στοιχεία κοινής λογικής; Πιθανά πάλι δε θα έσπαγε η κυβερνητική πλειοψηφία, όμως θα είχε δημιουργηθεί ένας καλύτερος συσχετισμός, η φθορά της κυβέρνησης θα ήταν μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική, θα είχε διαμορφωθεί ένα αγωνιστικό ρεύμα για τις επόμενες κινητοποιήσεις.

Είναι εκκωφαντική η απουσία του εργατικού κινήματος και της «ηγεσίας» του, του κομμουνιστικού κινήματος και του κόμματος, της αριστεράς. Αν για τη ΓΣΕΕ ορθά λέγεται ότι είναι η συνομοσπονδία των εργοδοτών, το ΚΚΕ θα έπρεπε το λιγότερο να μετονομαστεί σε «Κ»ΚΕ.

Η απουσία αυτή μπορεί για κάποιον να φαίνεται παραλυτική. Αλλά από αυτήν ακριβώς την απουσία πρέπει να ξεκινήσουμε. Να ξεκαθαρίσουμε ότι το κουβάρι θα αρχίσει να ξετυλίγεται όσο προσπαθούμε να απαντήσουμε σε αυτό το ζητούμενο. Χρειαζόμαστε ένα κομμουνιστικό φορέα με κοινή λογική. Που αντί για πυροτεχνήματα των δύο εβδομάδων θα έχει σχέδιο παρατεταμένου αγώνα. Που θα έχει ως ιδεολογική αρχή ότι το κόμμα είναι εργαλείο για το κίνημα και την τάξη και όχι το ανάποδο. Που θα γνωρίζει ότι ακόμα και χαθεί μια μάχη, αυτό που έχει σημασία είναι το τι μένει για μετά, αν θα έχει προκύψει ένα σωματείο, αν θα έχει ανέβει έστω μερικώς η αγωνιστική διάθεση του λαού, αν θα έχει διαμορφωθεί ένας διαφορετικός αγωνιστικός πόλος απέναντι στην επίθεση του συστήματος και της κυβέρνησης. Διαφορετικά όσο ο λαός μετράει ήττες, τόσο η αντιστροφή αυτής της πορείας θα γίνεται πιο δύσκολη.

Δεν έχουμε τη συνταγή για την επιτυχή έκβαση της ταξικής πάλης και των αγώνων. Έχουμε όμως τη συνταγή για την αποτυχία τους. Ας εγκαταλείψουμε αυτή τη συνταγή, τη λογική της, την ιδεολογία της, τους φορείς της.

ΥΓ: η απεργία στις 3 Ιουνίου πρέπει να έχει επιτυχία και συμμετοχή. Ακόμα και μια αυθόρμητη εξέλιξη μπορεί να χαλάσει τα σχέδια της κυβέρνησης. Όμως εδώ συζητάμε για το τι πρέπει να (μην) κάνουν οι «πρωτοπορίες»…

Νομοσχέδιο Χατζηδάκη: Ο πόλεμος της κυβέρνησης ενάντια στις κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης μαίνεται

Πέρα από τις ήδη συζητημένες μεταβολές στα ζητήματα των ατομικών εργασιακών σχέσεων και της διευθέτησης του χρόνου υπερωριακής απασχόλησης, μια συστηματική μελέτη του νομοσχεδίου Χατζηδάκη αναδεικνύει και αποκαλύπτει ότι εκτός από αυτά, βασικός του στόχος είναι η απαξίωση των εργατικών συνδικάτων, ο περιορισμός των κατακτημένων  δικαιωμάτων τους με το νόμο 1264/1982 και επόμενους,  ο ποικίλλος περιορισμός της αντιπροσωπευτικότητάς τους για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η κατάργηση η ο περιορισμός δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, η δυσχέρανση του απεργιακού δικαιώματος και ο περιορισμός της προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών. Αναλυτικότερα, από τη σκοπιά αυτή :

1) Με το άρθρο 56 καθίσταται δυνατή η επιβολή πρόσθετης εργασίας από εργοδότη σε εργαζόμενο μερικής απασχόλησης ακόμα και σε ωράριο που δεν είναι συνεχόμενο με το συμφωνημένο ωράριο της ίδιας ημέρας (αυτό αλλάζει σε σχέση με το ισχύον άρθρο 38 ν. 19892/1990), χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε διαδικασία διαβούλευσης ή έγκρισης του συνδικαλιστικού σωματείου.

2) Στο άρθρο 57 προβλέπεται η γνωστή δυνατότητα επιβολής υπερωριακής απασχόλησης έως 3 ώρες ημερησίως και μέχρι την συμπλήρωση 150 ωρών ετησίως, με προσαύξηση αμοιβής 40% για κάθε ώρα απασχόλησης. Είναι ήδη γνωστό ότι η ρύθμιση αυτή αυξάνει τα προηγούμενα ανώτατα ετήσια όρια υπερωριακής απασχόλησης  (96 ώρες στις βιομηχανικές επιχειρήσεις και 120 στις άλλες), ενώ περιορίζει το ποσοστό της προσαύξησης στο 40%, από 60% που προβλεπόταν όταν γίνεται υπέρβαση των 120 ωρών ετησίως. Ακόμα, καθιστά δυνατή την απεριόριστη υπέρβαση ακόμα και αυτών των ανωτάτων ορίων, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας (άρθρο 57 παρ. 6) για τους μισθωτούς όλων ανεξαιρέτως των επιχειρήσεων και εργασιών, όχι δηλαδή συγκεκριμένων επιχειρήσεων φόρτου εποχιακής απασχόλησης κλπ, με προσαύξηση 60% για την επιπλέον των ορίων αυτών απασχόληση.

Είναι αναμφισβήτητο ότι με τέτοιας έκτασης απεριόριστη παροχή μονομερούς δικαιώματος επιβολής υπερωριακής εργασίας, κανένας εργοδότης δεν έχει πιά συμφέρον σε παράνομη υπερωριακή απασχόληση και έτσι η απειλή αποζημίωσης προσαύξησης 120% από 80% που ίσχυε μέχρι τώρα, ελάχιστα φοβίζει πλέον τους εργοδότες, ενώ η ρύθμιση του παραγράφου 6, τόσο η απεριόριστη δυνατότητα χορήγησης άδειας υπερωριακής απασχόλησης, όσο και το ότι αυτό αποτελεί αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Εργασίας και όχι της νεοσύστατης “Ανεξάρτητης Αρχής Εργασίας” αποκαλύπτει το μέγεθος της εξουσίας που το κράτος επιθυμεί να παράσχει στους εργοδότες.

Η αποδυνάμωση του κύρους των εργατικών σωματείων έγκειται αφενός στο ότι η επιβολή υπερωριακής απασχόλησης παρέχεται χωρίς να εξαρτάται από οποιαδήποτε διαβούλευση, συναίνεση, έγκριση ή έστω παροχή γνώμης του αρμοδίου επιχειρησιακού ή κλαδικού σωματείου ή δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.

3) Αφετέρου ότι από το επόμενο (άρθρο 58), το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις διευθέτησης  του χρόνου εργασίας και χρονικού αντισταθμίσματος αντί καταβολής αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, να το συμφωνεί ατομικά ο εργαζόμενος, όταν δεν επέρχεται συμφωνία μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης και του εργοδότη. Ενώ κανένας λόγος δεν γίνεται για την αξίωση του εργαζομένου για ανάλογη προσαύξηση σε Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα άδειας λόγω της υπερωριακής απασχόλησης όταν η αξίωση αυτή διευθετείται.

Με τον τρόπο αυτό, ανοίγουν τον δρόμο σε κάθε εργοδότη να μπλοκάρει και να υπονομεύει οποιαδήποτε σχετική συμφωνία με το σωματείο, προκειμένου να αποδεσμεύεται από οποιαδήποτε συλλογική πίεση, να μεταφέρει το πεδίο πίεσης στην ατομική διαπραγμάτευση με τον κάθε εργαζόμενο δημιουργώντας ρήγμα στη σχέση του με αυτό, και ο τελευταίος να αποδεσμεύεται από τη συλλογική βούληση του σωματείου και να υποκύπτει στις πιέσεις του εργοδότη για διευθέτηση του χρόνου εργασίας.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι δεν αναφέρεται στο άρθρο 58 ούτε ποιος πρέπει να είναι ο χρόνος υποβολής του αιτήματος του εργαζομένου, αν δηλαδή προηγείται η έπεται της πραγματοποίησης της υπερωριακής απασχόλησης, ούτε ποιος είναι εκείνος που επιλέγει το πρόγραμμα και τον χρόνο εκπλήρωσης του αντισταθμίσματος, αν δηλαδή είναι ο εργαζόμενος εκείνος που θα αποφασίσει πότε θα δει την οικογένειά του αντί να πάρει τα χρήματα, σε ποιο χρόνο και με ποιο ρυθμό θα πραγματοποιηθεί η εκπλήρωση του χρονικού αντισταθμίσματος.

Και είναι ακόμα χαρακτηριστικό ( παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ) ότι προβλέπεται ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας πριν την λήψη του χρονικού αντισταθμίσματος εργαζόμενου που λαμβάνει αποζημίωση για τις υπερβαίνουσες ώρες που έχει απασχοληθεί πλην όμως δεν τίθεται αυτό ως όρος για το κύρος της καταγγελίας από μέρους του εργοδότη ως μέσου λύσης της σύμβασης εργασίας, όπως βέβαια δεν τίθεται και γενικότερα όρος τέτοιος (βλ. παρακάτω).

4) Στο άρθρο 60 πραγματοποιείται άλλη μια αυθαίρετη αποδόμηση κατακτημένου δικαιώματος, που είναι η εξάντληση της παροχής του χρόνου ετήσιας ανάπαυσης εντός του ημερολογιακού έτους στο οποίο αυτή αφορά (άρθρο 4 παρ. 1 α.ν. 539/1945), που μάλιστα είναι εξοπλισμένη και με απειλή αστικής ποινής (άρθρο 3 ΝΔ 3755/1957). Παρέχεται, προφανώς για την εκτόνωση της δυνατότητας διευθέτησης του χρόνου εργασίας και προς εξυπηρέτηση της, η δυνατότητα η δικαιούμενη κατ’ έτος άδεια να εξαντλείται μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επομένου ημερολογιακού έτους. Και ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με την παραπάνω εντατικοποίηση της υπερωριακής απασχόλησης και τη μετατροπή της αξίωσης αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση σε τράπεζα χρόνου συμβάλλει στη μετατροπή της εργασίας του σε λάστιχο  και ανατρέπει την ποιότητα ζωής του εργαζόμενου, και την ποιοτική ισορροπία του χρόνου ανάμεσα στην εργασία και στην ανάπαυση.

5) Στο άρθρο 62 διευρύνονται και γίνονται κανόνας οι περιπτώσεις εργασίας Κυριακών και αργιών, με την προσθήκη μεγάλων παραγωγικών, εμπορικών, μεταφορικών και λοιπών κλάδων, είτε μονομερώς και αυτοδικαίως με απόφαση του εργοδότη (περιπτώσεις παραγράφου 1), είτε μετά από άδεια της Επιθεώρησης Εργασίας (περιπτώσεις παραγράφου 2 – και πάλι όχι της Ανεξάρτητης Αρχής) και εντάσσονται δεκάδες κατηγορίες επιχειρήσεων στην υποχρέωση ή τη δυνατότητα υποχρέωσης εργασίας τις Κυριακές και τις αργίες. Ούτε και εδώ προβλέπεται οποιαδήποτε προηγούμενη διαβούλευση με εργατικά σωματεία, έγκριση, έκφραση γνώμης κλπ, ή προσφυγή σε οποιαδήποτε επιτροπή. Άλλωστε, όπως θα δούμε παρακάτω, η Επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 καταργείται.

Σημειώνεται εδώ ότι η διεύρυνση των περιπτώσεων εργασίας σε Κυριακές και αργίες αποτελεί παράγοντα έμμεσης εντατικοποίησης όλων των εργασιών στις επιχειρήσεις που συνδέονται και συναλλάσσονται με αυτές και έμμεσα ενισχύει τις ανάγκες πραγματοποίησης υπερωριακής εργασίας όπως αυτές οργανώνονται στα προηγούμενα άρθρα, αλλά και ασκεί αφόρητη πίεση για επέκταση της εργασίας σε Κυριακές και αργίες προκειμένου να υπάρχει ταυτόχρονη λειτουργία των συνεργαζομένων και συναλλασσομένων επιχειρήσεων.

6) Η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών (άρθρο 63) μόνο όσον αφορά την προθεσμία προμήνυσης και την καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας φαντάζει διακηρυκτικά θεόσταλτη, αφού αποκαθιστά μια αδικία που υπάρχει εδώ και 91 χρόνια, αλλά πλέον  αποτελεί κενό γράμμα και απλώς μια όμορφη βιτρίνα για την νομιμοποίηση των αυταρχικών ρυθμίσεων. Η διάκριση αυτή έπρεπε να είχε καταργηθεί από τότε που γεννήθηκε, καθώς τα προηγούμενα χρόνια ταλαιπωρήθηκε αρκετά η νομολογία των δικαστηρίων και οι παράγοντες των σχετικών δικών, προκειμένου να διευρύνονται κατά περίπτωση οι έννοιες των υπαλλήλων σε βάρος της έννοιας των εργατοτεχνιτών. Εξάλλου, όπως έχει γίνει πλέον η προθεσμία προμήνυσης και υποχρέωσης αποζημίωσης μετά την συμπλήρωση του 12μήνου απασχόλησης του υπαλλήλου στον ίδιο εργοδότη, καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξίσωση των εργατοτεχνιτών, αφού σπάνια κάποιοι από αυτούς εργάζονται επί 12 συνεχόμενους μήνες στον ίδιο εργοδότη ώστε να χρειαστεί να τύχουν των ευεργετημάτων αυτών.

7) Με το άρθρο 65 θεσπίζονται (προσοχή, περιοριστικά, όχι ενδεικτικά) οι περιπτώσεις για τις οποίες μια καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μπορεί να κριθεί άκυρη, και πάλι όχι αυτοδικαίως, αλλά με την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου με πλήρες δικαίωμα ανταπόδειξης στον εργοδότη  (παρ. 2). Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό το εξής :

Ένα από τα ελάχιστα θετικά για το Εργατικό Δίκαιο που είχε επιχειρήσει η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 2019 (άρθρο  48 ν 4611/2019 με ισχύ από 17.5.2019) είχε καθιερώσει την αιτιολόγηση των καταγγελιών συμβάσεων εργασίας, εκπληρώνοντας ένα μακρόχρονο αίτημα του εργατικού κινήματος και του νομικού κόσμου, και έτσι για πρώτη φορά στην  Ελλάδα δημιουργήθηκε η δυνατότητα σ’  έναν εργαζόμενο που ήθελε να προσβάλει την απόλυσή του, όχι μόνο να μη χρειάζεται να καταφεύγει στην αόριστη έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., όταν η απόλυση πληρούσε τις προϋποθέσεις τυπικής νομιμότητας του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, αλλά μετέθετε το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της αιτίας απόλυσης στον εργοδότη.

Με το που έγινε κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, με έναν από τους νέους νόμους της, στις 09.08.2019, κατήργησε την υποχρέωση αιτιολόγησης των απολύσεων (άρθρο 117 ν. 4623/2019).

Σήμερα, το νομοσχέδιο Χατζηδάκη έρχεται να περιλάβει μια περιοριστική, όπως προανέφερα, απαρίθμηση αιτιών για τις οποίες είναι δυνατό να κριθεί άκυρη η καταγγελία μιας σύμβασης εργασίας, οι περισσότερες από τις οποίες προβλέπονται ήδη σε διάφορους ειδικούς νόμους και δεν αποτελούν δική της προσφορά στους εργαζόμενους. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι :

α) εμμένει στη έλλειψη αιτιολόγησης των απολύσεων ευνοώντας αφάνταστα τον εργοδότη

β) περιορίζει τους λόγους απόλυσης μόνο σε αυτούς που περιλαμβάνονται στην παρ. 1 του άρθρου 65,

γ) επιτρέπει στον εργοδότη την ανταπόδειξη όλων αυτών και

δ) ανοίγει τον δρόμο για την ελαχιστοποίηση των συνεπειών της ακυρότητας απόλυσης, που μέχρι τώρα, όπως γνωρίζουμε, είναι η υποχρέωση του εργοδότη να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, καθώς και να του καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας από τον χρόνο που έγινε η άκυρη απόλυση μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο αποδοχή της εργασίας του ή την επακολουθούσα νόμιμη λύση της σύμβασης εργασίας του.

Αυτό το πραγματοποιεί ως εξής :

α) Θεσπίζει ως αστική ποινή για την ακυρότητα απόλυσης ποσό πρόσθετης αποζημίωσης τακτικών αποδοχών τριών μηνών έως ίσο με την οφειλόμενη αποζημίωση κατά τον χρόνο απόλυσης,

β) Δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, να επιδικάζει την αστική αυτή ποινή υπέρ του εργαζομένου, ύστερα από αίτημα που υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης σε πρώτο ή ακόμα και σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Πρόκειται για μια ασύλληπτη εύνοια προς τους εργοδότες, που ακόμα και όταν σε πρώτο βαθμό έχει κριθεί δικαστικά ως άκυρη μια απόλυση και έχουν υποχρεωθεί σε καταβολή μισθών υπερημερίας μεγάλων χρονικών διαστημάτων, τους δίνεται το δώρο να υποβάλουν στο δεύτερο βαθμό αίτημα περιορισμού των υποχρεώσεών τους στα όρια της αστικής ποινής και αυτό να γίνεται δεκτό.

γ) Ακόμα, το νομοσχέδιο φυσικά ενθαρρύνει με κάθε τρόπο τους εργαζόμενους να επιλέγουν την περιορισμένη αστική ποινή αυτή  διαλαμβάνοντας ειδική παράγραφο ( παρ. 4) γι’ αυτό, και

δ) Άξια λόγου είναι και η παράγραφος 6, η οποία απαγορεύει στον εργαζόμενο να  ζητά σωρευτικά την ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μετά των συνεπειών της και την αστική ποινή. Στην περίπτωση που σωρευθούν τα σχετικά αγωγικά αιτήματα, η αγωγή απορρίπτεται (στο σύνολό της) ως απαράδεκτη.

Αυτό αποτελεί μια τεράστια πίεση στον απολυμένο εργαζόμενο να περιορίσει το αίτημά του στην επιδίκαση της αστικής ποινής και να παραιτηθεί από το αίτημα απαγγελίας της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και αποδοχών υπερημερίας.

Στην ουσία η διάταξη ανοίγει τον δρόμο για να καταργηθεί ως συνέπεια της ακυρότητας απόλυσης η υποχρέωση επαναπρόσληψης και καταβολής αποδοχών υπερημερίας και αντί αυτών να περιορισθούν σε μια μικρή αποζημίωση. Δεν διστάζει για τον σκοπό αυτόν να παρέχει ανεπίτρεπτα δικονομικά επικουρικά βοηθήματα στον εργοδότη και να ανοίγει τον δρόμο στα δικαστήρια να αυθαιρετούν.

Αλλά δεν αρκείται σε αυτό η χορηγία νομικής βοήθειας στον εργοδότη :

Το ίδιο άρθρο (65 παρ. 4) παρέχει την δυνατότητα στον εργοδότη να καλύπτει οποιαδήποτε τυπική παράλειψη του κύρους της καταγγελίας, δηλαδή την μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης, την παράλειψη σύνταξης έγγραφης καταγγελίας ή και καταχώρησής της στο ΙΚΑ μέσα σε προθεσμία 4 μηνών από την καταγγελία, η οποία καθίσταται ανυπόστατη αν ακολουθήσει νέα καταγγελία με πλήρωση αυτών των προϋποθέσεων.

Με άλλα λόγια δηλαδή, δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη να “δασκαλευτεί” από την αγωγή που θα του έχει κοινοποιηθεί αφού η προθεσμία προσβολής του κύρους της καταγγελίας είναι τρίμηνη, άρα μικρότερη από την τετράμηνη, η από τυχόν προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας (πλέον στην Ανεξάρτητη Αρχή) και να διορθώσει τα λάθη του και να αποσβήσει τις συνέπειες της ακυρότητας της προηγούμενης απόλυσης, θεραπεύοντας τα σφάλματα με μια νέα απόλυση.

Οι ρυθμίσεις αυτές, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 80 παρ. 4 του νομοσχεδίου, εφαρμόζονται για καταγγελίες που γίνονται μετά την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Η πλήρης ευτυχία του εργοδότη !

8) Με το άρθρο 82, ύστερα από τις εταιρείας, φεύγουν και τα συνδικαλιστικά σωματεία έστω και από την αρχειοθετική (όπως έχει καταντήσει)  αρμοδιότητα των Πρωτοδικείων, και πλέον εγγράφονται στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), κατά τα πρότυπα του ΓΕ.ΜΗ. των εμπορικών εταιρειών.

Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος αποκτά τον έλεγχο και την εποπτεία των συνδικαλιστικών σωματείων όλων των βαθμίδων που υπάρχουν, ενώ η υποχρέωση εγγραφής αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για την χρηματοδότηση των σωματείων από όποιες πηγές επιτρέπεται, αλλά τόσο για την διαπραγματευτική ικανότητα σύναψης Σ.Σ.Ε, όσο και για τη νόμιμη ενάσκηση της κήρυξης απεργίας, αλλά και τη νόμιμη ενάσκηση κάθε δικαιώματος και διευκόλυνσης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, καθώς και για την προστασία των στελεχών της απέναντι σε απόλυση και μετάθεση (όπως αυτά  έχουν κουτσουρευτεί από τις παρακάτω αναφερόμενες ρυθμίσεις). Η επιδίωξη, λοιπόν, κρατικού ελέγχου και εξάρτησης των συνδικαλιστικών σωματείων είναι προφανής.

9) Με το άρθρο 84 καταργείται το εδάφιο 2 της παρ. 4 το οποίο επέτρεπε εργοδοτικές παροχές στα πρωτοβάθμια σωματεία για τη βελτίωση των υποδομών τους. Αυτό, με τη σειρά του, καταργεί τη δυνατότητα διεκδίκησης π.χ. παροχής χώρων γραφείων για τα σωματεία στους τόπους εργασίας τους.

10) Με το άρθρο 85 (Γενική Συνέλευση συνδικαλιστικών οργανώσεων) επεκτείνεται ο περιορισμός στην εγκυρότητα λήψης αποφάσεων, που έτσι κι αλλιώς είχε θεσπίσει η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με το άρθρο 11 του ν. 4512/2018 το οποίο είχε καθιερώσει την υποχρέωση ψήφου του 1/2 τουλάχιστον των οικονομικά τακτοποιημένων μελών ως προϋπόθεση για τη νόμιμη κήρυξη απεργίας.

Με το άρθρο αυτό, σε όλα τα όρια απαρτίας που προϋπήρχαν καθώς και στον όρο του 1/2 για την κήρυξη απεργίας προστίθεται στη φυσική ψήφο και η εξ αποστάσεως ψήφος.

Καταργείται, συνεπώς, κάθε δυνατότητα αμεσότητας των γενικών συνελεύσεων και επισφραγίζεται η αδυναμία, ιδίως των πρωτοβαθμίων σωματείων να προχωρούν σε κήρυξη απεργίας.

11) Η δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας αντί ψηφοφορίας με φυσική παρουσία περιλαμβάνεται και στο επόμενο άρθρο (86) με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 13 του ν. 1264/1982. Ας σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις της εξ αποστάσεως ψηφοφορίας δεν καθιερώνεται καμία διασφάλιση της ταυτοπροσωπίας των ψηφοφόρων και ιδίως διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου.

12) Το άρθρο 87 περιορίζει σημαντικά το πεδίο προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης που προβλέπεται μέχρι σήμερα από το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, καθώς περιορίζεται η έκταση της προστασίας α) σε 5 αντί για 7 μέλη διοίκησης του σωματείου που έχει έως 200 μέλη β) σε 7 από 9 η προστασία διοίκησης σωματείου που έχει από 200 έως 1000 μέλη και γ) 9 αντί για 11 οργάνωσης που έχει περισσότερα από 1000 μέλη.

Επίσης, περιορίζεται η προστασία των ιδρυτικών μελών της πρώτης υπό σύσταση συνδικαλιστικής οργάνωσης σε 21 μέλη, εφόσον στην επιχείρηση εργάζονται περισσότεροι από 80 εργαζόμενοι, καταργεί τους αυξημένους αριθμούς προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών σε περιπτώσεις που στην επιχείρηση εργάζονται περισσότεροι (25 όταν πρόκειται για 150 έως 300, 30 όταν πρόκειται για 300 έως 500, 40 όταν πρόκειται για πάνω από 500 ή και 7 όταν πρόκειται για λιγότερους από 80 και λιγότερους από 40.

Ακόμη, με την παρ. 9 του άρθρου 87 καταργείται ο όρος συγκατάθεσης του σωματείου προκειμένου για μετάθεση συνδικαλιστικών στελεχών, ενώ περιορίζεται και αυτή καθαυτή η απαγόρευση μετάθεσης, αφού  πλέον δεν εξαρτάται η ισχύς της, όπως μέχρι τώρα, από την απόφαση της Επιτροπής του άρθ. 15 του ν. 1264/1982, το οποίο άλλωστε καταργείται ολόκληρο (άρθ. 99 παρ. 4 νομοσχεδίου), αφού η μετάθεση αυτή επιτρέπεται όταν κρίνεται (προφανώς από τον εργοδότη και, αν διαφωνεί ο εργαζόμενος, από το δικαστήριο πια κι όχι από την Επιτροπή) απολύτως αναγκαία για την λειτουργία της επιχείρησης ή επιβεβλημένη από λόγους προστασίας της υγείας.

Επίσης, με την επόμενη παράγραφο 10 του άρθρου 87 καθίσταται δυνατή και η καταγγελία της σχέσης εργασίας των ” προστατευομένων προσώπων”, αφού αυτή καθίσταται δυνατή χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται διευρύνονται πολύ, αφού καταργείται ο κατάλογος της περιοριστικής απαρίθμησης των σπουδαίων λόγων που καθιστούσαν επιτρεπτή την απόλυση, παρότι και αυτός είχε ήδη διευρυνθεί με το άρθρο 18 ν. 4472/2017 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και, πλέον, με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη, επιτρέπεται υπό τους όρους της παρ. 1 του άρθ. 15 του ν. 1483/1984, δηλαδή γίνεται αναλογική εφαρμογή των απολύσεων σε περιπτώσεις μητρότητας και εγκυμοσύνης και για τους συνδικαλιστές.

13) Με το επόμενο άρθρο 88 περιορίζονται σημαντικά οι επιτρεπτές δραστηριότητες των σωματείων που έχουν τον τίτλο “Δημοκρατία στους τόπους εργασίας”:

α) καταργείται το δικαίωμα του σωματείου να διατηρεί πίνακα ανακοινώσεων στους χώρους εργασίας, εφόσον διατηρεί ιστότοπο, για τον οποίο μάλιστα υποχρεώνει τον εργοδότη με τα έξοδα σχεδιασμού, λειτουργίας και συντήρησής του (παρ. 2), ενώ

β) καταργείται το δικαίωμα διανομής ανακοινώσεων σε κοινόχρηστους χώρους, χώρους εστίασης και υπαίθριους χώρους του τόπου εργασίας (παρ. 6).

14) Με το άρθρο 89 περιορίζεται ο αριθμός ημερών συνδικαλιστικής άδειας και καταργείται η διαμεσολάβηση της Επιτροπής του άρθρου 15 σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να εγκρίνει συνδικαλιστική άδεια ( πράγμα που σημαίνει ότι απομένει μόνο η προσβολή της διαφωνίας αυτής στο δικαστήριο.

15) Με  το άρθρο 90 περιορίζεται η δυνατότητα κήρυξης απεργίας αλληλεγγύης προς εργαζομένους σε άλλες επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις και είναι δυνατό να κηρύσσεται από μια πιο αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.

16) Με το άρθρο 92, παρέχεται σημαντική προστασία στους απεργοσπάστες, αφού υποχρεώνονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις να κηρύσσουν απεργία που προστατεύει τα δικαιώματα των εργαζομένων που δεν συμμετέχουν σε αυτήν από την άσκηση οποιασδήποτε σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε βάρος τους, και μάλιστα καθιερώνεται και λόγος διακοπής της απεργίας με δικαστική απόφαση (οι γνωστές “παράνομες και καταχρηστικές απεργίες” με δίκες express) σε περίπτωση μη τήρησης και σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής.

17) Με το άρθρο 93, υποχρεώνονται όσες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσουν απεργία στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΣΣ και σε φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα να υποβάλουν στον ΟΜΕΔ αίτηση διεξαγωγής δημοσίου διαλόγου για τα αιτήματα της απεργίας.

Η υποχρέωση αυτή βεβαίως υπήρχε και πριν (άρθρo 3 ν. 2224/1994), αυτό που προστίθεται τώρα είναι όμως ότι, ενόσω διαρκεί ο δημόσιος διάλογος αναστέλλεται  η άσκηση του δικαιώματος απεργίας στις επιχειρήσεις αυτές και απαγορεύεται η άσκηση αγωγής ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων για θέματα σχετικά με την εν λόγω απεργία. Στο μέχρι τώρα ισχύον νομοθετικό καθεστώς προβλέπεται το ακριβώς αντίθετο (παρ. 4 σε συνδυασμό με παρ. 5 άρθ. 3 ν. 2224/1994.

18) Με το άρθρο 94 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις απεργιών εργαζομένων επιχειρήσεων για τις οποίες προβλέπεται η υποχρέωση προσωπικού ασφαλείας, πλέον απαιτείται και η διάθεση και πρόσθετου προσωπικού πέραν του προσωπικού ασφαλείας για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά την διάρκεια της απεργίας, του λεγόμενου “προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας” το οποίο ορίζεται τουλάχιστον ως το 1/3 της συνήθως παρεχόμενης υπηρεσίας. Η συνδικαλιστική οργάνωση που κηρύσσει την απεργία οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως στον εργοδότη τα ονόματα των εργαζομένων τα οποία διαθέτει ως προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας, το οποίο μάλιστα καθορίζεται κατά την παράγραφο 4 με ειδική συμφωνία μεταξύ της πιο αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και του εργοδότη, ο οποίος πλέον αποκτά το δικαίωμα να επιλέγει ποιοι απεργούν και ποιοι όχι. Φυσικά, θεωρείται ανεπίτρεπτη και παράνομη η απεργία που κηρύσσεται χωρίς να έχει καθοριστεί προηγουμένως όχι μόνο το προσωπικό ασφαλείας, αλλά και το προσωπικού στοιχειώδους λειτουργίας, καθώς και η πραγματική διάθεση αυτού στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη.

19) Με το άρθρο 95, εξαρτάται η ικανότητα σύναψης Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας από τη νομιμοποίηση των σχετικών συνδικαλιστικών οργανώσεων με την εγγραφή τους στο Μητρώο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.

20) Αξιοσημείωτη ακόμη η προσθήκη στο άρθρο 98 παρ. 3, σύμφωνα με την οποία η άσκηση αγωγής δικαστικού ελέγχου διαιτητικής απόφασης ακόμα και σε δεύτερο βαθμό εκδοθείσης από την Πολυμελή Επιτροπή Διαιτησίας, αναστέλλει την ισχύ της προσβαλλόμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης επί της αγωγής.

21) Κλείνοντας, όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 99, καταργούνται οι τριμερείς (α΄ και β΄ βαθμού) Επιτροπές κρίσης, μεταθέσεων, απολύσεων συνδικαλιστών και άλλων συνδικαλιστικών διαφορών του άρθρου 15 του ν. 1264/1982.

22)  Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στην περιγραφή των αρμοδιοτήτων της συνιστώμενης Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, δεν περιλαμβάνεται η υποχρέωσή της για οποιαδήποτε σχέση και διαβούλευση με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, παρά μόνο με κρατικές και διοικητικές αρχές, ενώ φυσικά λείπει και ο κοινωνικός έλεγχος,  αφού εκείνοι που τους επιλέγουν τον τόσο  τον Πρόεδρο, όσο και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησής της, είναι ex officio διορισμένοι κρατικοί παράγοντες ,ενώ  θεσπίζεται η έλλειψη ασυμβίβαστου των μελών της Διοίκησης της Αρχής αυτής με την άσκηση οποιουδήποτε δημοσίου λειτουργήματος ή την άσκηση καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση του Δημοσίου,  ΟΤΑ ΝΠΔΔ κλπ ( άρθ. 106 παρ. 10), πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει τον εξαρτημένο χαρακτήρα της παρά τις διακηρύξεις περί λειτουργικής ανεξαρτησίας του άρθρου 102.

Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η …..Κυβέρνηση είναι εκείνη που απεξαρτάται από την υποχρέωση παροχής προστασίας στην τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, συνεχίζοντας μια διαχρονική και διεθνή τακτική καπιταλιστικών κυβερνήσεων απεμπόλησης στοιχειωδών συνταγματικών κρατικών υποχρεώσεων είτε προς Ανεξάρτητες Αρχές, είτε προς Μ.Κ.Ο., και την αποξένωση από την υποχρέωση εκπλήρωσής τους, με εξαίρεση βέβαια το είδος των αρμοδιοτήτων τις οποίες το αστικό κράτος επιθυμεί να διατηρήσει (βλ. παραπάνω για υπερωρίες Κυριακές και αργίες, που βέβαια αποτελούν στον σκληρό πυρήνα των εργοδοτικών δικαιωμάτων που η κυβέρνηση δεν εμπιστεύεται ούτε στην “Ανεξάρτητη Αρχή Εργασίας”).

Η προσέγγιση αυτή  δεν διεκδικεί πληρότητα. Αποτελεί μια πρώτη αποτίμηση ορισμένων μόνο βασικών όψεων του μεγαλύτερου σε έκταση αποδόμησης ατομικών και συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων που γνωρίσαμε εγχειρήματος.

Ο πόλεμος της κυβέρνησης ενάντια στις κατακτήσεις της μεταπολίτευσης μαίνεται. Απαξιώνει τα σωματεία, περιορίζει τα δικαιώματα και τη δράση τους, τα απομονώνει από τα μέλη τους, περιορίζει μέχρι κατάργησης το δικαίωμα στην απεργία, υπερασπίζεται τους απεργοσπάστες και  προωθεί τη γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού συνδικαλισμού. Οργανώνει την εντατικοποίηση της απλήρωτης εργασίας και την εργοδοτική αυθαιρεσία απέναντι στον εργαζόμενο στο ωράριο, τις Κυριακές και αργίες, τις υπερωρίες, τη διευθέτηση, διευκολύνει τις απολύσεις και μειώνει τις συνέπειες της ακυρότητάς τους.

Θέλει να εκδικηθεί την κοινωνία για τη ριζοσπαστικοποίησή της ιδίως στα των μνημονίων, το εργατικό κίνημα και τα συνδικάτα, ιδίως τα πρωτοβάθμια για τους αγώνες και τις νίκες του και να μετατρέψει την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ σε συντριβή όλων των παραπάνω. Και τώρα που το κείμενό του δημοσιοποιήθηκε και έληξε η μονόπλευρη προπαγάνδα Χατζηδάκη στα Μ.Μ.Ε. οι προθέσεις αποκαλύπτονται, και όσο συνειδητοποιούνται ευρύτερα οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου τα προσωπεία πέφτουν και  η σύγκρουση προδιαγράφεται αναπόφευκτη και φυσικά αναγκαία.

Δεν θα τους αφήσουμε. Στο χέρι μας είναι να νικήσουμε. Αποδείξαμε πολλές φορές και παλιά και πρόσφατα ότι μπορούμε. Το ν/σ δεν πρέπει να γίνει νόμος.

Από το 8 ώρες δουλειά – 8 ώρες ξεκούραση – 8 ώρες ελεύθερος χρόνος στο 9-9-6;

Τον Μάιο του 1886 εργατικά συνδικάτα στο Σικάγο ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες εργασίες και την μείωση του ωραρίου στις 8 ώρες ημερησίως. Τον Μάιο του 2021 συζητάμε για το αν θα καταργηθεί το 8ωρο, μέσα από την διευθέτηση του χρόνου εργασίας. 135 χρόνια μετά αντί να συζητάμε για την μείωση του ωραρίου, συζητάμε για την επιστροφή στον 19ο αιώνα.

Ας δούμε μια εικόνα από το παρελθόν.

Πριν την εξέγερση του Σικάγου, οι εργαζόμενοι δούλευαν 10 ή 12 ώρες τη μέρα. Σε κάκιστες συνθήκες εργασίας, με πολλά εργατικά ατυχήματα, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς ελεύθερο χρόνο. Το προσδόκιμο ζωής χαμηλότερο από το σημερινό, κακή ποιότητα ζωής.

Για το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου 21 χρόνια πριν την εξέγερση του Σικάγου ο Καρλ Μαρξ έγραφε: «Ο χρόνος είναι ο χώρος της ανθρώπινης ανάπτυξης. Ένας άνθρωπος που δε διαθέτει ελεύθερο χρόνο, που όλος ο χρόνος της ζωής του –εκτός από τις καθαρά φυσικές διακοπές για τον ύπνο, για το φαγητό κτλ- απορροφιέται από την εργασία του για τον κεφαλαιοκράτη είναι κάτι λιγότερο από ένα φορτηγό ζώο. Είναι μια απλή μηχανή για την παραγωγή ξένου πλούτου, σωματικά τσακισμένος και πνευματικά αποκτηνωμένος. Κι ωστόσο όλη η ιστορία της σύγχρονης βιομηχανίας δείχνει ότι το κεφάλαιο, αν δεν του μπει φραγμός, τραβά χωρίς οίκτο και έλεος να ρίξει όλη την εργατική τάξη σ΄ αυτή την κατάσταση της ακραίας κατάπτωσης.»

Θα πει κανείς ότι 21 χρόνια αφότου έγραφε ο Μαρξ το Μισθός, Τιμή και Κέρδος, το ζήτημα «λύθηκε» ή υπήρξε μια κάποια πρόοδος μετά τον αγώνα της εργατικής τάξης και την εξέγερση του Σικάγο. Πόσο μάλλον μπορεί να πει κανείς ότι ενάμισι αιώνα μετά αυτό το απόσπασμα θεωρείται κάπως «ξεπερασμένο».

Ας δούμε και μια εικόνα από το μέλλον.

Το ωράριο σήμερα στην Κινέζικη πολυεθνική Alibaba έχει γνωστό ως 996. Δουλειά από τις 09:00 ως τις 21:00, 6 μέρες/βδομάδα. Όχι απλά έχει αμφισβητηθεί το 8ωρο, αλλά ο Κινέζος δισεκατομμυριούχος και συνιδιοκτήτης της εταιρίας Jack Ma αναφέρεται στις 12 ώρες ημερησίως ως «ευλογία για τους εργαζόμενους». Αν κανείς αναρωτιέται πώς έγινε δισεκατομμυριούχος ο συγκεκριμένος άντρας η απάντηση είναι πολύ απλή. Με το 996 και τους κακούς μισθούς. Η υπεραξία που παράγει αυτή η εταιρία από τους χιλιάδες εργαζόμενους είναι τεράστια. Είναι τόσο τεράστια όσο και η περιουσία του που υπολογίζεται σε 55 δις $.

Να σημειωθεί ότι η Alibaba είναι κάτι σαν την Amazon της Κίνας. Ο ανταγωνισμός του Jeff Bezos και του Jack Ma είναι προφανής. Ανταγωνισμός για την σφαίρα επιρροής της κάθε εταιρίας, αντιπαράθεση για τις καλύτερες υπηρεσίες κοκ. Αλλά ας δούμε την μία τραγική ομοιότητα. Δύο από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, πλουτίζουν από την ασταμάτητη εργασία ενός ολόκληρου στρατού εργαζομένων, κακοπληρωμένων, εξουθενωμένων, σε εργασιακές συνθήκες που θυμίζουν καταστάσεις περασμένου αιώνα. Στην Alibaba δουλεύεις 9 με 9, στην Amazon το ωράριο αγγίζει τις 14 ώρες την μέρα, ενώ δεν υπάρχει χρόνος ούτε για τουαλέτα. Η μαρτυρία μιας εργαζομένου – οδηγού στην Amazon είναι αποκαλυπτική «Κρατάω μαζί μου ένα ποτήρι και μαντηλάκια και πηγαίνω πίσω από το βαν. Με απασχολεί πολύ η τεχνολογία Τεχνητής Νοημοσύνης και οι κάμερες που είναι εγκατεστημένες στο βαν, για το αν κάποιος με δει την ώρα που πηγαίνω τουαλέτα σε μια γωνία».

Το ερώτημα είναι ένα. Είναι αυτό το μέλλον πολύ πιο φωτεινό από το σκοτεινό παρελθόν του 18ου αιώνα; Ή μήπως είναι τρομακτικά όμοιο, με αλλαγμένες τις ειδικότητες, τις τεχνολογίες, τα νέα προϊόντα κοκ;

Το νομοσχέδιο Χατζηδάκη καταργεί το 8ωρο. Πολλοί λένε το αυτονόητο, ότι δηλαδή ούτως ή άλλως δουλεύουμε ήδη 10 ή 12 ώρες τη μέρα, ενώ κάποιοι δουλεύουν 8 ώρες ενώ στη σύμβασή τους αναφέρονται οι 4. Το θέμα με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη δεν αφορά μόνο την διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Το θέμα είναι ότι στο τέλος του δρόμου αυτό που υπάρχει είναι εξοντωτικά ωράρια του τύπου Amazon ή Alibaba. Η κατάργηση του 8ώρου σήμερα, θα σημαίνει το 996 στην Ελλάδα μεθαύριο.

Δεν είμαστε στο 1850. Είμαστε στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Το ζήτημα του εργάσιμου χρόνου μπαίνει ως δίλημμα. 996 ή 6ωρο, 5μερο; Αν δεν αγωνιστούμε για το ζήτημα του χρόνου εργασίας το μέλλον είναι το 996. Αν αγωνιστούμε με αίτημα το 6ωρο – 5μερο, πιθανά τα πράγματα να είναι καλύτερα. Κανείς δεν λέει ότι τα πράγματα αλλάζουν προς το καλύτερο από τη μια μέρα στην άλλη. Το σίγουρο είναι ότι αλλάζουν προς το χειρότερο μέρα τη μέρα.

Το ερώτημα όμως μπαίνει ξανά και ξανά.

Είναι το μέλλον μας το παρελθόν; Ή μήπως όχι;

Γιατί χτυπούν το δικαίωμα στο συνδικαλισμό;

Το σχέδιο «να τελειώνουμε με ό,τι είχε απομείνει όρθιο» περνά τώρα σε ένα ανώτερο στάδιο. Ο νέος εργασιακός νόμος, όπως έχουν διαρρεύσει ορισμένες πτυχές του, φαίνεται τρομακτικός ως προς την ζωή του εργαζομένου. Κυρίως, στοχεύει το ωράριο αλλά και τις αποδοχές του εργαζομένου. Σκοπός είναι να «απελευθερωθεί» το ωράριο, να εφαρμοιστεί το 10ωρο, ενώ παράλληλα να μειώσουμε τα έξοδα για τον εργοδότη, αντικαθιστώντας την νόμιμη πληρωμένη υπερωρία με… ρεπό!

Τα ίδια ρεπό, που οι εργαζόμενοι ήδη δεν λαμβάνουν, ενώ το 52% δεν πληρώνεται καν τις υπερωρίες του, οπώς δηλώνει έρευνα της ΓΣΕΕ. Ο νέος νόμος θέλει να δώσει θεσμικό και νόμιμο ένδυμα σε αυτές τις πρακτικές.

Οι αλλαγές αυτές θα οδηγήσουν σε μείωση στο εισόδημα των εργαζομένων και πνιγμό της ελληνικής οικονομίας. Η μνημονιακή περίοδος έδειξε ολοφάνερα, ότι η μείωση των μισθών και η εξαφάνιση της εργατικής προστασίας οδήγησε σε μία αγορά ζούγκλας, ευνόησε τις ανέλεγκτες πολυεθνικές επιχειρήσεις, οδήγησε σε πτώση της εσωτερικής ζήτησης, σε ύφεση, κλείσιμο επιχειρήσεων, ανεργία και φτώχεια. Η ανταγωνιστικότητα δεν βελτιώθηκε και το χρέος δεν μειώθηκε: το μόνο που άλλαξε ήταν η είσοδος ξένων πολυεθνικών αλλά και κρατών σε κομβικούς τομείς της εθνικής οικονομίας.

Το μεγάλο κόλπο μετέτρεψε την Ελλάδα σε μία εντός ΕΕ μπανανία, για φθηνό εργατικό δυναμικό, που θα εργάζεται με ελληνικούς μισθούς, εξ αποστάσεως, για ξένες επιχειρήσεις πλέον. Ο εθνικός και λαϊκός πλούτος, όπως ακριβώς και η εργατική δύναμη του λαού, παραχωρήθηκαν εξίσου. Η όξυνση της κρατικής καταστολής και το βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα απλώς ολοκλήρωσαν την μπανανοποίηση της χώρας.

Για να μπορέσουν να επιβληθούν αυτές οι αλλαγές, το κλειδί εντοπίστηκε στην διάλυση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Γι’αυτό το λόγο, οι νέες επιθέσεις, που χειροτερεύουν την κατάσταση, πρέπει να μας προετοιμάζουν για μια νέα και μακρυά περίοδο πολέμου απέναντι στους εργαζομένους και την νεολαία.

Οι δανειστές άνοιξαν τον δρόμο με το 2ο μνημόνιο, επιβάλλοντας στην Ελλάδα, ως όρο «διάσωσης», το τσάκισμα των συνδικαλιστικών ελευθεριών. Αυτό σήμαινε η προσαρμογή στις «βέλτιστες πρακτικές» που περιέγραφαν τα μνημονιακά κείμενα. Πιο ξεκάθαρος όρος επέβαλε στην χώρα την πάσει θυσία αποτροπή της επιστροφής σε ένα σύστημα συλλογικών εργατικών ρυθμίσεων, όπως αυτό ίσχυε πριν τα μνημόνια. Στον στρωμένο αυτό δρόμο, η Νέα Δημοκρατία πατάει το γκάζι, εφόσον ο ιμπεριαλισμός έκανε την βρώμικη δουλειά, για να βαθύνει και άλλο την επίθεση στην εργασία.

Η απεργία στο επίκεντρο

Η απεργία αποτελεί το πιο ισχυρό όπλο των εργαζομένων, για την διεκδίκηση κάθε δίκαιου αιτήματος τους, που αφορά την εργασιακή και ασφαλιστική ζωή τους. Στο σύνταγμα και την νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαίωμα πρόκλησης βλάβης: η μαχητική αντιπαράθεση με τον εργοδότη είναι στοιχείο της άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος της απεργίας. Το ίδιο και για την βλάβη στο κοινωνικό σύνολο: όρος για να είναι επιτυχημένη η απεργία, είναι να προκαλεί μία ορισμένη ενόχληση, ώστε να προβληματίζει, να κινητοποιεί, να προκαλεί τον δημόσιο διάλογο.

Το περιβάλλον ήταν ήδη αρνητικό: 9 στις 10 απεργίες κηρύσσονται παράνομες ή καταχρηστικές, σε ταχύτατα χρονικά διαστήματα, αποτρέποντας το ολοκληρωμένο ξεδίπλωμα του εργασιακού αγώνα. Η απελευθέρωση των απολύσεων, αλλά και η αχρήστευση των κλαδικών συμβάσεων εργασίας έφερε μείωση της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Η κατάσταση στο εργατικό κίνημα είναι ήδη πολύ δύσκολη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση εισάγει στο νομοσχέδιο διάταξη, που όπως φημολογείται, θα εξαρτά την νομιμότητα της απεργίας από παράγοντες όπως η «άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας» κατά των απεργοσπαστών ή του εργοδότη. Όταν κανείς βλέπει τόσο πλαδαρές έννοιες, καταλαβαίνει κατευθείαν ότι επιδιώκουν μέσα να «χωρέσουν» κάθε μορφή συνδικαλιστικής πάλης!

Το ενδιαφέρον είναι, ότι τέτοιες συμπεριφορές έτσι και αλλιώς τιμωρούνται νομικά, όταν εκφεύγουν τους σκοπούς της απεργίας. Επειδή ακριβώς η απεργία αναγνωρίζεται συνταγματικά ως δικαίωμα αγωνιστικής αντιπαράθεσης και πρόκλησης βλάβης. Επομένως, με βάση τις συνταγματικές και νομοθετικές επιταγές, αντικειμενικά το στοιχείο της βίας θα υπάρχει σε μία απεργία.

Τώρα, όμως, επιδιώκουν να εντάξουν κάθε μορφή βίας, άρα αντιπαράθεσης, στην ουσία για να καταργήσουν την απεργία ως δικαίωμα από την πίσω πόρτα.

Η απεργία ως δικαίωμα, λειτουργεί ως προστατευτική ομπρέλα, που νομιμοποιεί ακριβώς τις βλάβες και τις φθορές που εξυπηρετούν τους σκοπούς της. Η αφαίρεση αυτής της ομπρέλας εκθέτει τον εργαζόμενο στην εκδικητική μανία του κράτους και της εργοδοσίας ατομικά. Σε ένα τέτοιο εργασιακό περιβάλλον, στην ουσία θέλουν να απομακρύνουν τους εργαζομένους απο την οργανωμένη πάλη: βάλουν, έτσι, κατά του ίδιου του συνδικαλιστικού δικαιώματος, εξίσου συνταγματικά προστατευμένου, οδηγώντας στην αχρήστευση και απομαζικοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Μαζί με τα παραπάνω, φυσικά, διατηρούνται οι νεολογισμοί του ΣΥΡΙΖΑ, που απαιτούν απαρτία 50% των μελών ενός σωματείου για την κήρυξη απεργίας. Η αύξηση, επίσης, του προσωπικού ασφαλείας στο 40% των εργαζομένων σε «κρίσιμους τομείς της οικονομίας» στην ουσία αφαιρεί κάθε πίεση απο την απεργία, γιατί αποτρέπει τους μισούς εργαζόμενους απο το να συμμετέχουν εξ’αρχής. Αυτό δεν υπαγορεύεται απο οικονομικές ανάγκες, γι’αυτό και μέχρι τώρα δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο ακραίο ποσοστό: αποτελεί ακόμα μία ένδειξη στην απόδειξη των διαθέσεων της κυβέρνησης.

Οι αλλαγές στην απεργία, άλλωστε, συνδέονται άμεσα με το ηλεκτρονικό φακέλωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την εισαγωγή της «ηλεκτρονικής διεξαγωγής» των Γενικών συνελεύσεων. Η επιβολή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας επιτίθεται στην δια ζώσης διεξαγωγή των συλλογικών διαδικασιών, στην ζωντανή διαδικασία αλληλεπίδρασης των εργαζομένων και διαμόρφωσης της σωματειακής βούλησης.

Τέλος, η μείωση των στελεχών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που δικαιούνται την συνδικαλιστική προστασία ολοκληρώνει το κάδρο του νέου μνημονίου που έρχεται. Συνδικαλιστικές οργανώσεις φακελωμένες, με μέλη αποξενωμένα από την ζωντανή συνδικαλιστική διαδικασία, με αγώνες ποινικοποιημένους πριν καν γεννηθούν, με συνδικαλιστές εκτεθειμένους στις εκδικητικές διώξεις κράτους και εργοδοτών.

Θέλουν να διαλύσουν τη δυνατότητα οργάνωσης, γιατί έρχεται μία εποχή δικτατορίας στους χώρους εργασίας. Και με βάση την προβλεπόμενη μείωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προετοιμάζουν την κυριαρχία των πολυεθνικών και των μεγάλων ντόπιων αλυσίδων.

Το αντεργατικό άλμα της κυβέρνησης πρέπει να γίνει άλμα στο κενό. Πρέπει κάθε εργαζόμενος να προετοιμαστεί για τη μεγάλη μάχη που θα έρθει, στο δύσκολο και δυσμενές περιβάλλον της εποχής μας. Αυτή την στιγμή, όμως, δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Και ας μην ξεχνάμε, ότι ο λογαριασμός για την κυβέρνηση συνεχώς γράφει, και η σιωπηλή αγανάκτηση σταδιακά αποκτά μορφές. Οι εργαζόμενοι δεν είναι μόνοι: μόνοι είναι αυτοί που κυβερνάνε, και το ξέρουν. Αλλά δεν χάνουμε τίποτα να τους το θυμίσουμε: οι αγώνες των υγειονομικών, των φοιτητών και της νεολαίας έδειξαν τον δρόμο.

Είμαστε στην εποχή της μείωσης του χρόνου εργασίας;

Ο όμιλος Awin ανακοίνωσε  φέτος την μείωση της εργάσιμης εβδομάδας σε περίπου 1000 εργαζόμενους. Αυτή η κίνηση ακολουθεί το πείραμα που έκανε η εταιρία για 4,5 μήνες,  όπου η εργάσιμη εβδομάδα «τελείωνε» μετά το μεσημεριανό διάλλειμα της Παρασκευής. Τα αποτελέσματα έδειξαν αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Πλέον οι εργαζόμενοι θα δουλεύουν 4 μέρες την εβδομάδα χωρίς μείωση αποδοχών.

Η Unilever στη Νέα Ζηλανδία έχει ανακοινώσει ήδη από τον Δεκέμβριο του 2020, επίσης πιλοτικό πρόγραμμα 12 μηνών, στο οποίο οι 81 εργαζόμενοι στα γραφεία της θα δουλεύουν 4 μέρες την εβδομάδα χωρίς κάποια μείωση στο μισθό τους. Ο διοικητικός διευθυντής της εταιρίας Nick Bangs αναφέρει στους στόχους του πειράματος, ότι η βασική επιδίωξη είναι να αλλάξει ο τρόπος που γίνεται η δουλειά και να γίνει πιο αποτελεσματική. Δεν είναι μια συνολική κατεύθυνση της εταιρίας, ούτε υπάρχει ακόμα η σκέψη αυτό το σχέδιο να μονιμοποιηθεί. Η εταιρία θέλει να μετρήσει τα αποτελέσματα της αύξησης της παραγωγικότητας των εργαζομένων και να διερευνήσει αν μέσω της τηλε-εργασίας – που λόγω της πανδημικής κρίσης έχει γίνει πολύ βασικό στοιχείο στην οργάνωση της δουλειάς – μπορεί να υιοθετηθεί ένα πιο ευέλικτο εργασιακό ωράριο.

Η εταιρία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Perpetual Guardian είχε επίσης κάνει ένα αντίστοιχο πείραμα στη Νέα Ζηλανδία τον Νοέμβριο του 2018. Οι 240 εργαζόμενοι της εταιρίας θα δούλευαν 4 αντί για 5 μέρες την εβδομάδα χωρίς μείωση αποδοχών. Τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν τόσο θετικά – αύξηση της παραγωγικότητας κατά 20% και οι εργαζόμενοι δήλωναν βελτίωση της προσωπικής του ζωής κατά 24% – που η εταιρία υιοθέτησε πλήρως το νέο πλάνο. O ιδρυτής της Perpetual Guardian Andrew Barnes, δηλώνει ότι στόχος είναι να βρεθούν τρόποι αύξησης της παραγωγικότητας και νέες μορφές ευελιξίας στη δουλειά.

Ένα άλλο παράδειγμα, με αρκετό ενδιαφέρον, είναι αυτό της Toyota Service στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, όπου από το 2005 το ωράριο έχει μειωθεί σε 6 αντί για 8 ώρες, χωρίς μείωση αποδοχών. Εκεί το σκεπτικό ήταν διαφορετικό και έχει να κάνει αφενός με το ότι η δουλειά είναι χειρωνακτική, αφ’ ετέρου με μια κίνηση βελτιστοποίησης του προγράμματος. Όπως αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της Toyota Center Gothenburg, Martin Banck, χρειάστηκαν λύσεις όταν προέκυψε ένα πρόβλημα με καθυστερήσεις στους χρόνους παράδοσης. Η πρόσληψη περισσότερων εργαζομένων θα σήμαινε ταυτόχρονα μεγαλύτερες ανάγκες σε χώρο, άρα νέες εγκαταστάσεις, κατεύθυνση που απορρίφθηκε γιατί θα αύξανε το κόστος για την εταιρία. Από την άλλη, υπήρχε ένα διαγνωσμένο «πρόβλημα» στο καθημερινό πρόγραμμα των εργαζομένων. Τα απανωτά διαλλείματα των εργαζομένων για φαγητό, ή καφέ δημιουργούσαν μεγάλες τρύπες στο χρονοδιάγραμμα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Banck στο διάλλειμα 09:00 – 09:20, αν κάτι αστείο συνέβαινε, ο εργαζόμενος θα ήταν πίσω στο πόστο στις 09:27, άρα χαμένος χρόνος για την εργασία.

Αυτό που σκέφτηκε η εταιρία ήταν το εξής: Αλλαγή της βάρδιας από 8 ώρες με διαλλείματα, σε 6 ώρες χωρίς διαλλείματα. Έτσι οι εργαζόμενοι θα είναι πιο παραγωγικοί, δεν θα σπαταλείται χρόνος εργασίας στο «σταμάτα – ξεκίνα» και επίσης υπάρχει ένα bonus. Αλλάζοντας τις ώρες τις βάρδιας πιο νωρίς (στις 06:00-12:30, από 07:00-16:00), η εταιρία προσέθεσε μια έξτρα βάρδια στις 11:55-18:00). Έτσι, είναι πλέον ανοιχτή 12 ώρες τη μέρα και 4 ώρες τα Σαββατοκύριακα. Επίσης, γλυτώνει το κόστος των υπερωριών. Τέλος, δεν χρειάστηκε ποτέ να μετακομίσει σε νέες μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, καθώς περισσότεροι εργαζόμενοι δουλεύουν πλέον με σπαστά ωράρια στον ίδιο χώρο. Η Toyota Service, βελτιστοποίησε το πρόγραμμα της δουλειάς, έκοψε τα διαλλείματα, γλύτωσε τις υπερωρίες και μηδένισε το κόστος νέων εγκαταστάσεων.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον παράδειγμα είναι αυτό της Φινλανδίας. Πριν από περίπου ένα χρόνο μια είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου αστραπιαία: «Η Φινλανδία υιοθετεί την 4ήμερη εργάσιμη εβδομάδα, 6 ώρες την ημέρα». Αν κάποιος έψαχνε τα ειδησεογραφικά πρακτορεία θα έβλεπε την είδηση να αναπαράγεται, άλλοτε με επικριτικό, άλλοτε με διθυραμβικό τόνο. Τα πράγματα δυστυχώς είναι λίγο διαφορετικά. Όπως αναφέρει σε άρθρο του ο Independent, η τετραήμερη εργάσιμη εβδομάδα δεν είναι μέρος του προγράμματος της Φινλανδικής Κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα αυτό που έχει συμβεί είναι το εξής: Η Πρωθυπουργός της Φινλανδίας Σάνα Μαρίν, όταν ήταν ακόμα Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών τον Αύγουστο του 2019, είχε κάνει μια δήλωση στα πλαίσια μιας επετείου του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος «4ήμερη εργάσιμη εβδομάδα, 6ωρο. Γιατί να μην είναι αυτό το επόμενο βήμα; Είναι το 8ωρο η απόλυτη αλήθεια;». Η είδηση απλώθηκε τόσο γρήγορα, που η ίδια η πρωθυπουργός της Φινλανδίας αναγκάστηκε να βγάλει νέα ανακοίνωση στο twitter διορθώνοντας τον εαυτό της «Το 4ήμερο, 8ωρο με αξιοπρεπή μισθό μπορεί να είναι μια ουτοπία σήμερα, αλλά ίσως δεν είναι στο μέλλον».

Γιατί εξαπλώθηκε τόσο πολύ μια εσφαλμένη είδηση; Γιατί μια δήλωση ενός υπουργού στα πλαίσια μιας εσωκομματικής συζήτησης βαφτίστηκε κυβερνητική απόφαση και δήλωση πρωθυπουργού; Η απάντηση έχει ενδιαφέρον και αφορά ίσως δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι μια τέτοια είδηση φαίνεται να απασχολεί πάρα πολύ. Η συζήτηση έχει ανοίξει, ίσως όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο προς όφελος των εργαζομένων, αλλά έχει ανοίξει. Δεν είναι σίγουρο ακόμα πού θα βρεθεί το νέο σημείο ισορροπίας, το σίγουρο είναι ότι η πλειοψηφία των επιχειρηματικών κύκλων, ειδικά στην παραγωγή, δεν επιθυμούν την καθιέρωση του 6ωρου, ακόμα και αν πλέον όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι το αντιλαμβάνονται σαν πραγματικό σενάριο. Η διόρθωση της Φιλανδής Πρωθυπουργού είναι κάτι παραπάνω από καθησυχαστική.

Από την άλλη, η αναδημοσίευση ενός ψευδούς ρεπορτάζ αποκαλύπτει περίτρανα για ακόμα μια φορά και με διαφορετικό τρόπου το μέγεθος του προβλήματος της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Δεν υπάρχουν μόνο οι δημοσιογραφικοί κύκλοι που μπορεί να βρίσκονται στο payroll κάποιου πολιτικού, ή επιχειρηματικού προσώπου και θα αρθρογραφήσουν κατά παραγγελία. Υπάρχει και ένας στρατός κυρίως διαδικτυακών site και περιοδικών που είναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή να αναδημοσιεύσουν οτιδήποτε θυμίζει είδηση. Έχει αλλοιωθεί τόσο η φυσιογνωμία της ειδησεογραφίας που πλέον έχει αλλάξει το DNA της.

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα της μείωσης του ωραρίου. Τι δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα;

Το πρώτο πράγμα που αποδεικνύεται είναι ότι το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας δεν είναι κάποια ουτοπική κατάσταση, ένα υπερβολικό αίτημα, ή κάποιο εγκεφαλικό κατασκεύασμα. Συζητιέται, ίσως με διαφορετικούς τρόπους κάθε φορά, αλλά συζητιέται. Η Ισπανία, για παράδειγμα, έχει ήδη ανακοινώσει ένα τριετές πιλοτικό πρόγραμμα μείωσης του χρόνου εργασίας, με επιδότηση των επιχειρήσεων.

Το δεύτερο πράγμα που αποδεικνύεται είναι ότι το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας συζητιέται σε άμεση σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας. Είτε ως απόρροια της αύξηση της αποτελεσματικότητας των εργαζομένων, είτε ως αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ευελιξίας. Το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας, όμως δεν πρέπει να αφορά την οποιαδήποτε βελτιστοποίηση της παραγωγής. Δεν είναι το οποιοδήποτε optimization το ζητούμενο για εμάς. Το 6ωρο είναι αίτημα του εργατικού κινήματος. Η παραγωγικότητα έχει αυξηθεί τόσο, τα κέρδη έχουν αυξηθεί τόσο, που η σημερινή κατάσταση όχι απλά επιτρέπει το 6ωρο αλλά το υπαγορεύει ως ανάγκη και ως δυνατότητα. Δεν χρειαζόμαστε ένα πιο εντατικό 6ωρο αντί για το 8ωρο (ακόμα και αν μελέτες τμημάτων Human Resources λένε ότι οι εργαζόμενοι σπαταλάνε μία ώρα κάθε μέρα τσεκάροντας τα social media). Το 6ωρο πρέπει να είναι καθολικό, χωρίς μείωση αποδοχών, χωρίς ευελιξία. Έχει σημασία να επιμείνουμε σε αυτό, γιατί πάνω σε αυτή τη φιλοσοφία ακουμπάει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη για διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Θα δουλεύεις 10 ώρες όταν χρειάζεται, 6 ώρες όταν δεν χρειάζεται, δεν θα πληρώνεσαι υπερωρίες κοκ. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς που θα βάφτιζε νίκη το 6ωρο σε αυτό το αντεργατικό νομοσχέδιο… Ίσα ίσα, που ενώ η συζήτηση θα έπρεπε να αφορά την κατάργηση του 8ώρου προς τα κάτω, η σημερινή κυβέρνηση θέλει να καταργήσει το 8ωρο προς τα πάνω και προς το «ελαστικότερον».

Το τρίτο πράγμα που αποδεικνύεται είναι ότι όσο η συζήτηση για την μείωση του χρόνου εργασίας γίνεται με τους όρους που γίνεται, θα συνεχίσει να γίνεται έτσι. Λείπει ο κόσμος της εργασίας από αυτή τη συζήτηση. Λείπει το καθολικό αίτημα για μείωση του χρόνου δουλειάς, για αύξηση του μισθού, για μείωση της ανεργίας, για συλλογικές συμβάσεις και όχι ευέλικτες και ατομικές διαπραγματεύσεις του καθένα με τον εργοδότη του.

Το ερώτημα είναι απλό. Αυτοί το συζητάνε, εμείς;

Είμαστε στην εποχή της μείωσης του χρόνου εργασίας. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουμε και να το διεκδικήσουμε.

Μπράβο στη συγκέντρωση του ΚΚΕ;

Το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ έκανε αυτό που ένα κόμμα χιλιάδων μελών μπορούσε να κάνει. Να κανονίσει μια συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Να οργανώσει επί τόπου έναν κάναβο των δύο μέτρων και να σταθούν οι διαδηλωτές στις απαιτούμενες αποστάσεις αναμεταξύ τους. Αυτό άλλωστε έγινε και στο Τελ Αβίβ μια βδομάδα πριν με 2.000 διαδηλωτές σε αντικυβερνητική συγκέντρωση τηρώντας τα μέτρα προστασίας.
Έχει ενδιαφέρον η συζήτηση που προκάλεσε η συγκεκριμένη εικόνα, αλλά η εξάντληση της συζήτησης στην εικόνα, μας δείχνει και το πρόβλημα της Αριστεράς και του κινήματος σήμερα. Μας δείχνει ότι τα κενά είναι τόσα πολλά που πιανόμαστε από μια φωτογραφία θυμίζοντας τον πνιγμένο που πιάνεται από τα μαλλιά του.

Αν θέλουμε να βάλουμε την πραγματικότητα με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω, οφείλουμε να κρατήσουμε δύο συμπεράσματα από τα σημερινά. Πρώτον, ότι στο κίνημα της κοινωνικής ανατροπής χρειάζεται πειθαρχία και οργάνωση (και αυτό πρέπει να το θυμόμαστε – και να το θυμόμαστε όλοι – όταν η μνήμη της σημερινής εικόνας σβήσει). Δεύτερον ότι ο σεβασμός και η πειθαρχία στα υγειονομικά μέτρα δεν σημαίνει σεβασμός και πειθαρχία στις πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες της άρχουσας τάξης.

Υπάρχουν όμως και δύο αποτελέσματα από τα σημερινά. Η πρώτη απώλεια είναι οι διαβεβαιώσεις ότι τα περιοριστικά μέτρα είναι κόλπο της αστικής τάξης για να θάψει το εργατικό κίνημα. Η δεύτερη όμως απώλεια είναι η κοινή και ψύχραιμη λογική: Αλίμονο αν πιαστούμε από την ψευδαίσθηση ότι το εργατικό κίνημα θα επιβιώσει απλώς με την εικόνα. Όχι επειδή ενίοτε η εικόνα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πυροκροτητής. Αλλά επειδή ενίοτε η εικόνα μπορεί να λειτουργήσει κι ως προπέτασμα καπνού.

Θα πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε φωναχτά: Προς τι τα μπράβο στο ΚΚΕ και στο ΠΑΜΕ; Επειδή το ΚΚΕ τήρησε τα μέτρα ασφαλείας; Επειδή κατέβασε 1000 διαδηλωτές στο σύνταγμα; Επειδή έχει την πειθαρχία των μελών του; Δεν είμαστε σε αυτούς που κατακρίνουν την οργάνωση και την πειθαρχία. Το κάθε άλλο. Αλλά δεν είμαστε και με την ευκολία.

Και η αναμέτρηση με την ευκολία δεν μπορεί να αποπροσανατολιστεί από τα δεξιά τρολ που ζητούν απαγορεύσεις και φίμωση, ούτε από εκείνους που κατάπιαν την αριστερή κυβέρνηση που εξυπηρέτησε το κεφάλαιο αλλά σκάλωσαν στη “στρατιωτική” εικόνα του ΠΑΜΕ.

Η ευκολία δεν είναι καλός οδηγός γιατί μπορεί να δίνει ένα προσωρινό χαμόγελο ή αίσθηση ανακούφισης, αλλά συχνά κρύβει τις επίπονες και δύσβατες διαδρομές που πρέπει να διανύσουμε. Ποτέ δεν ήταν η ευκολία καλός οδηγός, πόσο μάλλον σε μια δύσκολη περίοδο σαν αυτή που περνάμε. Μετά από μια οικονομική κρίση που ρήμαξε μισθούς, συντάξεις και μαζί και την πεποίθηση ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.

Σήμερα όλες οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να λογαριάζονται τόσο με τον απολογισμό του τι έγινε εδώ και δέκα χρόνια στην ελληνική κοινωνία, όσο και με το τι έρχεται. Και εδώ δεν χωράει η ευκολία. Γιατί η ευκολία ξεχνά τη στάση του ΚΚΕ στο δημοψήφισμα, στις μεγάλες απεργίες του 10-12, στη στάση μέσα στην κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος, και από την άλλη «ζαλίζεται» από το χτύπημα του χεριού στο τραπέζι συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ και από τον «πολύ κόσμο με τις πολλές σημαίες». Αν παράγει και ωραίο στιγμιότυπο, ακόμα καλύτερα. Αλλά όταν στις κρίσιμες στιγμές της πολιτικής κρίσης δηλώνεται η νομιμοφροσύνη και η εκλογική ετοιμότητα, ποιο είναι το νόημα της επίδειξη δύναμης και οργανωτικότητας σε περιόδους νηνεμίας;

Το ΚΚΕ έκανε αυτό που θα μπορούσε να κάνει ένα μεγάλο κόμμα. Μια κομματική συγκέντρωση τοποθετημένη σε ένα νοητό πλέγμα. Και θάμπωσε την υπόλοιπη αριστερά, ενώ προκάλεσε την αντίδραση των ΜΜΕ. Κάπου ανάμεσα στις εικόνες χάθηκε το πολιτικό μέτρο. Η σημερινή συγκέντρωση του ΚΚΕ είχε τα συνθήματα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» και «δεν θα πληρώσει ξανά ο λαός», αναφερόμενο στην επερχόμενη κρίση. Συνθήματα γενικά σωστά, αλλά δυστυχώς μαρτυρούν ότι το ΚΚΕ τα επόμενα χρόνια θα κάνει τα ίδια ακριβώς που έκανε και την περασμένη δεκαετία.

Η μετάθεση των πάντων στη σοσιαλιστική επανάσταση δεν μας βοήθησε τα προηγούμενα δέκα χρόνια, δεν θα μας βοηθήσει ούτε τα επόμενα δέκα.

Το θάμπωμα εναλλάξ με την αίσθηση της αδυναμίας, μαρτυρά μια μεγάλη αλήθεια. Ότι χρειαζόμαστε μια νέα πολιτική δύναμη των εργαζομένων στη χώρα. Δεν χρειαζόμαστε ούτε μια πολιτική στέγη με πολλές κόκκινες σημαίες, ούτε κάποιο μοναστήρι για να ησυχάσουμε. Μας λείπει μια νέα πολιτική δύναμη της αριστεράς που να είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στην νέα κρίση. Ουδείς μπορεί να καλύψει αυτό το κενό. Το ερώτημα είναι αν δυνάμεις και αγωνιστές που καταλαβαίνουν την ανάγκη θα αναμετρηθούν με αυτό το καθήκον.

Δεν αρκεί σε όσους αγωνιστές, ανήσυχους αριστερούς που προσπαθούν να σταθούν στη δύσκολη αυτή περίοδο, ο ρόλος του χειροκροτητή. Ειδικά μέσα από τη διαδικτυακή παραμόρφωση της πραγματικότητας. Είναι κατανοητό το wow effect της σημερινής συγκέντρωσης του ΚΚΕ αλλά μέχρι εκεί. Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είναι όλα τα πράγματα εικόνα.

Στήριξη στον αγώνα των εργαζομένων στη SIDENOR

Οι εργαζόμενοι στη χαλυβουργεία της Sidenor βρίσκονται σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις από τον Ιούνη διεκδικώντας υπογραφή διετούς επιχειρησιακής σύμβασης με αυξήσεις, αύξηση στο πριμ παραγωγικότητας, θέσπιση επιδόματος βάρδιας και αύξηση του μισθού του νεοεισερχόμενου, αύξηση των μέτρων ασφαλείας στο χώρο δουλειάς και να σταματήσουν οι εργολαβίες. Έπειτα από το εκδικητικό lock out από την πλευρά της εργοδοσίας για δυόμιση εβδομάδες, οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε κυλιόμενες δίωρες στάσεις εργασίας.

Ο όμιλος Sidenor κατέχει ηγετική θέση στο χώρο του χάλυβα και από το 2017 καταγράφει καθαρά κέρδη!

Στηρίζουμε το δίκαιο αγώνα των εργαζομένων που πραγματοποιούν με αποφασιστικότητα και θάρρος, κόντρα στην εργοδοτική τρομοκρατία, κόντρα στο μαύρο τοπίο της δουλειάς χωρίς δικαιώματα που έχει εμπεδωθεί στον τόπο μας για την εργατική τάξη.

Ο συγκεκριμένος όμιλος όπως και άλλοι κρίσιμοι παραγωγικοί κλάδοι στη χώρα μας, καταγράφουν τα τελευταία χρόνια κέρδη, πατώντας πάνω στην καταπάτηση του εργατικού δικαίου, την ανατροπή των συλλογικών συμβάσεων, την κατακρεούργηση των μισθών και των δικαιωμάτων μας που επέβαλλαν τα ευρωμνημόνια κι η πολιτική του κεφαλαίου.

Οι εργαζόμενοι της Sidenor δείχνουν πως τίποτα δεν είναι τελειωμένο! Ο συλλογικός μαζικός ενωτικός αγώνας κι η ταξική αλληλεγγύη είναι ο δρόμος.

Τώρα χρειάζεται να ενωθούν όλα τα ρυάκια αντίστασης σε ένα μέτωπο που θα σπάσει τον τσαμπουκά και την ασυδοσία του κεφαλαίου.

Με ταξική ενότητα και αποφασιστικό σχέδιο, δημοκρατία στον αγώνα και συλλογική πυγμή να διεκδικήσουμε:

  • Σταθερή δουλειά. Μείωση του χρόνου εργασίας για να ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας
  • Επαναφορά των ΣΣΕ. Ενιαίες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Μισθοί στο ύψος των αναγκών μας.
  • Όχι στην εντατικοποίηση. Αύξηση των μέτρων ασφαλείας. Στους χώρους δουλειάς. Να μη θρηνήσουμε άλλους νεκρούς εργάτες στο βωμό των κερδών τους.

Νίκη στον αγώνα των εργαζομένων της Sidenor!

Για να είναι νίκη όλων μας!

100 χρόνια ΓΣΕΕ

Για το εργατικό κίνημα | Με αφορμή τα 100 χρόνια από την ίδρυση της ΓΣΕΕ

Το antapocrisis δημοσιεύει ένα μικρό βίντεο – σύντομο ιστορικό, με αφορμή τα 100 χρόνια από την ίδρυση της ΓΣΕΕ.

Η “επέτειος” αυτή συνδυάζεται με μια ιστορική σήψη και ανυποληψία του τριτοβάθμιου αυτού συνδικαλιστικού οργάνου. Η ηγεσία της ΓΣΕΕ σήμερα είναι μια δοτή και διορισμένη ηγεσία από τα αστικά δικαστήρια όπου συγκυβερνούν ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ που έκανε φασαρία όταν κινδύνεψε να βρεθεί ριγμένο. Οι καταγγελίες για νοθείες, για εργοδότες που παρουσιάζονται ως συνδικαλιστές, για εργοδοτικά σωματεία, για σωματεία μαϊμού, για διαχείριση εκατομμυρίων από ευρωπαϊκά προγράμματα από τους για δεκαετίες ακλόνητους από τη θέση τους “συνδικαλιστές”, περιγράφουν το μέγεθος του προβλήματος. Το οποίο όμως δεν είναι ένα σκέτα συνδικαλιστικό πρόβλημα.

Η ιστορία της ΓΣΕΕ και του ελληνικού εργατικού κινήματος έχει άμεση σχέση με την ιστορία της Αριστεράς στην Ελλάδα (και ειδικά της Κομμουνιστικής Αριστεράς). Αλλά και με την πολιτική ζωή του τόπου πιο γενικά, τη στάση που τηρεί κάθε κυβέρνηση απέναντί του. Συνδικαλισμός και πολιτική δε χωρίζονται με σινικά τείχη, αντίθετα συναντιούνται και διαπλέκονται. Η πολιτική καθορίζει το στίγμα, τον προσανατολισμό, την ευρύτητα, τη μαζικότητα, το κύρος, το πλαίσιο, τα περιθώρια κινήσεων, την αποτελεσματικότητα του συνδικαλισμού. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι και δε μπορεί να είναι μια δομή – διαδικασία ουδέτερη. Ανάλογα με την ιστορική και πολιτική στιγμή, αλλά και το συσχετισμό δύναμης, η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική εναλλάσσει το χτύπημα (εξορίες, εκτελέσεις, διαγραφές, διορισμό διοικήσεων) με την ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος. Σήμερα η σήψη, η ενσωμάτωση και η αναποτελεσματικότητα στο συνδικαλιστικό κίνημα, συνδυάζεται με μια αντίστοιχη εικόνα ανυποληψίας και ενσωμάτωσης της Αριστεράς στην οποία βασικό ρόλο έπαιξε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όχι μόνο.

Τα παραπάνω δε θα είχαν μεγάλη σημασία αν δεν συνοδεύονταν από μια άνευ προηγουμένου επίθεση στα εργατικά δικαιώματα. Ωράριο, μισθός, χτύπημα συλλογικών συμβάσεων, διεύρυνση μερικής απασχόλησης και ανεργίας, μείωση συντάξεων, αύξηση ορίων ηλικίας, εμπορευματοποίηση υγείας, παιδείας, κατοικίας, ψυχαγωγίας. Το σύστημα δεν έχει αντίπαλο και ξηλώνει ό,τι κατέκτησε η εργατική τάξη τον 20ο αιώνα. Το αν θα συνεχιστεί το ξήλωμα των εργατικών κατακτήσεων και η επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων ή θα δούμε μετά από δεκαετίες ξανά νικηφόρους αγώνες, είναι ένα ζήτημα που εξαρτάται καθαρά από το αν θα γίνει εφικτό να ανασυγκροτηθεί το εργατικό κίνημα και να αποκτήσει υπόσταση η συλλογική διεκδίκηση. Από το αν θα γίνουν βήματα προς τη συγκρότηση ενός σύγχρονου Κομμουνιστικού Φορέα. Από το αν θα υπάρξουν επιτυχείς πρωτοβουλίες προς τη διαμόρφωση κοινωνικού και πολιτικού μετώπου υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων και των συμμάχων τους.