Άρθρα

Θέλετε να μάθετε κ. Μητσοτάκη ποιοι είναι οι πιο αχρείαστοι θάνατοι από όλους;

Αχρείαστος θάνατος ήταν ο θάνατος του εργοδηγού Πέτρου Γιάμαλη στο χωρίς φρένα βαγόνι. Αχρείαστος θάνατος ήταν ο θάνατος της νοσηλεύτριας Μαρίας Μπάθα έξω από το Μεσολόγγι όταν γυρνούσε από νυχτερινή βάρδια από το νοσοκομείο του Ρίο. Αχρείαστος θάνατος ήταν ο θάνατος του εργάτη Δημήτρη Δαγκλή όταν δούλευε στις προβλήτες της COSCO. 

Όχι, δεν είμαστε σαν κι εσάς. Δεν θεωρούμε ότι κάποιοι θάνατοι είναι αχρείαστοι και κάποιοι χρειαζούμενοι. Κάθε άνθρωπος που χάνει τη ζωή του πριν την ώρα του, είτε από καρκίνο, είτε από κορωνοϊό, είτε από τροχαίο, είτε από εργατικό δυστύχημα, προκαλεί πόνο, θλίψη και ενίοτε οργή.

Όχι όμως σε όλους. 

Ποιοι μίλησαν για τον θάνατο του Πέτρου Γιάμαλη της ΣΤΑΣΥ ή του Δημήτρη Δαγκλή της COSCO; Μόνο οι ιστοσελίδες και οι εφημερίδες της Αριστεράς. Είδαμε κανένα δελτίο ειδήσεων να αναφέρεται αναλυτικά στους ανθρώπους αυτούς που κόπηκε το νήμα της ζωής τους ενώ δούλευαν; Είδαμε κανένα μεγαλόσχημο δημοσιογράφο να ερευνά και να ψάχνει τις αιτίες των εργατικών αυτών δυστυχημάτων; Είδαμε κανένα κανάλι να αναζητά τις ευθύνες της COSCO ή της ΣΤΑΣΥ;

Ποιοι μίλησαν για τον θάνατο της Μαρίας Μπάθα; Μόνο οι τοπικές ιστοσελίδες της Αιτωλοακαρνανίας. Είδαμε καμιά Κοσιώνη, κανέναν Πορτοσάλτε, Χατζηνικολάου ή Ευαγγελάτο να ψάχνει γιατί άραγε η Μαρία Μπάθα κοιμήθηκε στο τιμόνι και έχασε τη ζωή της; Είδαμε κανέναν Πρετεντέρη, Μανδραβέλη ή Παπαχελά να γράφει πύρινο άρθρο για τις εξοντωτικές συνθήκες εργασίας στα νοσοκομεία;

Η ευαισθησία στο θάνατο, στον πρόωρο και άδικο θάνατο, για όλους τους παραπάνω είναι επιλεκτική. Άλλωστε τι ήταν οι παραπάνω; Εργοδηγός, χειριστής μηχανήματος, νοσηλεύτρια. Άνθρωποι που δουλεύουν τίμια και ευσυνείδητα, σε δύσκολες ή και εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, ή και με δεύτερη δουλειά γιατί το μεροκάματο δεν βγαίνει, με μέσα και σε συνθήκες σαμποταρισμένα από την εργοδοσία για να βγάλει το αφεντικό ξύγκι από τη μύγα και να βάλει το κέρδος στην τσέπη του. 

Ήταν άνθρωποι που “εξαρτώνται από το μισθό τους”, για να θυμηθούμε την έκφραση του Μητσοτάκη. Ναι, ήταν άνθρωποι σαν κι αυτούς που η ύπαρξή τους προκαλεί έκπληξη στον πρωθυπουργό. Ήταν άνθρωποι που δεν ζουν από εισοδήματα ή από επενδύσεις, δεν έχουν να φάνε κληρονομιές, δεν θησαυρίζουν από το επώνυμό τους, ούτε αργοσχολούν ως στελεχάρες λόγω των διασυνδέσεών τους. Ζουν μόνο από το μισθό τους για τον οποίο πουλάνε την εργατική τους δύναμη. Κι αυτό, είναι επικίνδυνο. 

Ήταν άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Δεν θα σπούδασαν στα καλύτερα Πανεπιστήμια της Αμερικής ή της Αγγλίας, δεν θα παρίσταναν τους σκληρά εργαζόμενους μέχρι να κληρονομήσουν την επιχείρηση ή το γραφείο του μπαμπά, δεν θα άρμεγαν ΕΣΠΑ και επιδοτήσεις. Ήταν άνθρωποι ενός κατώτερου Θεού. Του Θεού των κανονικών ανθρώπων. 

Αυτών που αναγκάζονται να δουλεύουν σε κόντρα βάρδιες, δηλαδή δύο οκτάωρα σε ένα εικοσιτετράωρο. Ουδείς από τους γόνους που κυβερνούν δεν έχει αναγκαστεί να δουλέψει δύο οκτάωρα στο εικοσιτετράωρο. Ο πρωθυπουργός άμα δουλέψει τρεις μέρες σερί από 6 ώρες τη μέρα, μετά πρέπει να φύγει για 4ήμερο για να ξεκουραστεί. Οι δε υπουργοί του, το μόνο ξενύχτι που γνωρίζουν, είναι αυτό στα μαγαζιά της Μυκόνου και της παραλιακής.

Τι ενώνει αυτές τις τόσο διαφορετικές και τόσο αχρείαστες ανθρώπινες απώλειες; 

Ο Δημήτρης Δαγκλής και ο Πέτρος Γιάμαλης σκοτώθηκαν ενώ εργάζονταν σε εργολαβικές αναθέσεις. Γιατί οι εταιρείες στο κυνήγι της μείωσης του κόστους αναθέτουν σε εξωτερικούς εργολάβους τμήμα της δουλειάς. Και ο εξωτερικός εργολάβος ελέγχεται δυσκολότερα, δεν του αποδίδονται ευθύνες, δεν απασχολεί εργάτες με συλλογικές συμβάσεις, δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να συντηρήσει τον εξοπλισμό του. Στον ΗΣΑΠ τις εργασίες είχε αναλάβει γερμανική εταιρεία – δική της ήταν και η λοκομοτίβα χωρίς φρένα που σκότωσε τον Πέτρο Γιάμαλη. Στο λιμάνι, μετά την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ, οι εργάτες ανά βάρδια στις γερανογέφυρες είναι 4, αντί για τουλάχιστον 6 που ήταν με το παλιό -προ COSCO- καθεστώς. Η γενικευμένη κατάσταση της ημιαπασχόλησης κάνει σχεδόν όλους τους εργάτες να ψάχνουν δεύτερη ή και τρίτη δουλειά και αρκετοί από αυτούς κάνουν δύο βάρδιες στο εικοσιτετράωρο.

Η Μαρία Μπάθα ήταν από το Μεσολόγγι αλλά δούλευε νυχτερινή βάρδια στην Παθολογική κλινική του Νοσοκομείου του Ρίου. Οι συνθήκες για τους νοσηλευτές ήταν εξοντωτικές πριν την πανδημία, αλλά έγιναν απάνθρωπες με τον κορωνοϊό. Δεκάδες χρωστούμενα ρεπό ανά νοσηλεύτρια, τουλάχιστον στα μεγάλα νοσοκομεία, κόντρα βάρδιες γιατί δεν υπάρχει προσωπικό (γιατί στην Ελλάδα έχουμε τη μικρότερη αναλογία νοσηλευτών – ασθενών σε όλη την Ευρώπη), αφόρητη πίεση για να βγει η δουλειά. Η Μαρία Μπάθα μετά από ένα τέτοιο ξενύχτι αποκοιμήθηκε στο τιμόνι. Η πολιτεία όμως δεν θεωρεί ότι “έπεσε στο καθήκον”. 

Η Μαρία Μπάθα ήταν επικουρική, δηλαδή συμβασιούχος νοσηλεύτρια. Ήταν μία από αυτές που δούλευαν με σύμβαση ορισμένου χρόνου, για να βγει η βρώμικη δουλειά της πανδημίας, για να πεταχτεί μετά ξανά στην ανεργία. Άλλωστε όπως πιστεύει η κυβέρνηση, η ενίσχυση του ΕΣΥ με μόνιμο προσωπικό είναι πολυτέλεια. Η Μαρία πηγαινοερχόταν για κάθε της βάρδια από το Μεσολόγγι στο Ρίο. Το μισό της μισθό τον έδινε στα μεταφορικά της έξοδα. Και ρίσκαρε τη ζωή της στο επαρχιακό οδικό δίκτυο της Αιτωλοακαρνανίας μετά από κάθε εξαντλητική βάρδια. Μία από αυτές ήταν η τελευταία. 

Και ποιο είναι το χειρότερο;

Για τη Μαρία Μπάθα η ΠΟΕΔΗΝ, η ομοσπονδία της, έβγαλε όλο κι όλο ένα Δελτίο Τύπου.

Η δε απεργία των εργαζομένων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς την επόμενη μέρα του θανάτου του Πέτρου Γιάμαλη, έβγαλε στον αφρό όλη τη σκατοψυχιά κάθε φιλελεύθερου και ακροκεντρώου βρυκόλακα. Ουρλιάζαν από τις ιστοσελίδες και τα κανάλια τους για την απεργία.

Δεν πειράζει μωρέ που πέθανε ένας εργοδηγός. Γιατί να χαλάσουμε τη βολή μας; Γιατί να ταλαιπωρηθεί το επιβατικό κοινό; Το οποίο παρεμπιπτόντως δεινοπαθεί στην Αθήνα, κάθε μέρα, ανεξαρτήτως απεργίας.

Αξίζει να γίνει απεργία για έναν νεκρό εργάτη;

Και ακόμα περισσότερο: Γιατί να διερευνηθούν οι ευθύνες της COSCO και του υπεργολάβου; Γιατί να διερευνηθούν οι ευθύνες της ΣΤΑΣΥ και της διοίκησής της; Γιατί να διερευνηθούν οι ευθύνες της γερμανικής εργολαβικής εταιρείας και του χωρίς φρένα βαγονιού της; Γιατί να αναζητηθεί λύση στην υπερεξόντωση του υγειονομικού προσωπικού; Γιατί να γίνουν μόνιμοι οι επικουρικοί γιατροί και νοσηλευτές;

Σιγά μωρέ. 

Δεν πέθανε πρόωρα κανένας σημαντικός για να κλαίει από συγκίνηση το πανελλήνιο. Εργαζόμενοι σκοτώθηκαν. Από λάθη και παραλείψεις της εργοδοσίας. Από λειψό προσωπικό και εξοντωτικές συνθήκες. 

Αυτοί οι θάνατοι, για την κυβέρνηση και την άρχουσα τάξη, μπορεί να είναι άτυχοι, αλλά δεν είναι και τόσο αχρείαστοι. Οι συνθήκες υπό τις οποίες σκοτώνονται αυτοί οι άνθρωποι παράγουν κέρδη, μείωση του εργοδοτικού κόστους, περιορισμό των δαπανών. Οι πλούσιοι θα μπορούν επιτέλους να γίνουν ακόμα πλουσιότεροι. 

Το θέμα είναι, τι είναι αυτοί οι θάνατοι για εμάς. Είναι απλώς άδικοι, αχρείαστοι, εξοργιστικοί, ή είναι και οδυνηρή υπενθύμιση ότι πρέπει επιτέλους ο κόσμος μας να ξεχωρίσει από τον κόσμο τους;

Νομοσχέδιο Χατζηδάκη: Ο πόλεμος της κυβέρνησης ενάντια στις κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης μαίνεται

Πέρα από τις ήδη συζητημένες μεταβολές στα ζητήματα των ατομικών εργασιακών σχέσεων και της διευθέτησης του χρόνου υπερωριακής απασχόλησης, μια συστηματική μελέτη του νομοσχεδίου Χατζηδάκη αναδεικνύει και αποκαλύπτει ότι εκτός από αυτά, βασικός του στόχος είναι η απαξίωση των εργατικών συνδικάτων, ο περιορισμός των κατακτημένων  δικαιωμάτων τους με το νόμο 1264/1982 και επόμενους,  ο ποικίλλος περιορισμός της αντιπροσωπευτικότητάς τους για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η κατάργηση η ο περιορισμός δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, η δυσχέρανση του απεργιακού δικαιώματος και ο περιορισμός της προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών. Αναλυτικότερα, από τη σκοπιά αυτή :

1) Με το άρθρο 56 καθίσταται δυνατή η επιβολή πρόσθετης εργασίας από εργοδότη σε εργαζόμενο μερικής απασχόλησης ακόμα και σε ωράριο που δεν είναι συνεχόμενο με το συμφωνημένο ωράριο της ίδιας ημέρας (αυτό αλλάζει σε σχέση με το ισχύον άρθρο 38 ν. 19892/1990), χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε διαδικασία διαβούλευσης ή έγκρισης του συνδικαλιστικού σωματείου.

2) Στο άρθρο 57 προβλέπεται η γνωστή δυνατότητα επιβολής υπερωριακής απασχόλησης έως 3 ώρες ημερησίως και μέχρι την συμπλήρωση 150 ωρών ετησίως, με προσαύξηση αμοιβής 40% για κάθε ώρα απασχόλησης. Είναι ήδη γνωστό ότι η ρύθμιση αυτή αυξάνει τα προηγούμενα ανώτατα ετήσια όρια υπερωριακής απασχόλησης  (96 ώρες στις βιομηχανικές επιχειρήσεις και 120 στις άλλες), ενώ περιορίζει το ποσοστό της προσαύξησης στο 40%, από 60% που προβλεπόταν όταν γίνεται υπέρβαση των 120 ωρών ετησίως. Ακόμα, καθιστά δυνατή την απεριόριστη υπέρβαση ακόμα και αυτών των ανωτάτων ορίων, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας (άρθρο 57 παρ. 6) για τους μισθωτούς όλων ανεξαιρέτως των επιχειρήσεων και εργασιών, όχι δηλαδή συγκεκριμένων επιχειρήσεων φόρτου εποχιακής απασχόλησης κλπ, με προσαύξηση 60% για την επιπλέον των ορίων αυτών απασχόληση.

Είναι αναμφισβήτητο ότι με τέτοιας έκτασης απεριόριστη παροχή μονομερούς δικαιώματος επιβολής υπερωριακής εργασίας, κανένας εργοδότης δεν έχει πιά συμφέρον σε παράνομη υπερωριακή απασχόληση και έτσι η απειλή αποζημίωσης προσαύξησης 120% από 80% που ίσχυε μέχρι τώρα, ελάχιστα φοβίζει πλέον τους εργοδότες, ενώ η ρύθμιση του παραγράφου 6, τόσο η απεριόριστη δυνατότητα χορήγησης άδειας υπερωριακής απασχόλησης, όσο και το ότι αυτό αποτελεί αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Εργασίας και όχι της νεοσύστατης “Ανεξάρτητης Αρχής Εργασίας” αποκαλύπτει το μέγεθος της εξουσίας που το κράτος επιθυμεί να παράσχει στους εργοδότες.

Η αποδυνάμωση του κύρους των εργατικών σωματείων έγκειται αφενός στο ότι η επιβολή υπερωριακής απασχόλησης παρέχεται χωρίς να εξαρτάται από οποιαδήποτε διαβούλευση, συναίνεση, έγκριση ή έστω παροχή γνώμης του αρμοδίου επιχειρησιακού ή κλαδικού σωματείου ή δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.

3) Αφετέρου ότι από το επόμενο (άρθρο 58), το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις διευθέτησης  του χρόνου εργασίας και χρονικού αντισταθμίσματος αντί καταβολής αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, να το συμφωνεί ατομικά ο εργαζόμενος, όταν δεν επέρχεται συμφωνία μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης και του εργοδότη. Ενώ κανένας λόγος δεν γίνεται για την αξίωση του εργαζομένου για ανάλογη προσαύξηση σε Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα άδειας λόγω της υπερωριακής απασχόλησης όταν η αξίωση αυτή διευθετείται.

Με τον τρόπο αυτό, ανοίγουν τον δρόμο σε κάθε εργοδότη να μπλοκάρει και να υπονομεύει οποιαδήποτε σχετική συμφωνία με το σωματείο, προκειμένου να αποδεσμεύεται από οποιαδήποτε συλλογική πίεση, να μεταφέρει το πεδίο πίεσης στην ατομική διαπραγμάτευση με τον κάθε εργαζόμενο δημιουργώντας ρήγμα στη σχέση του με αυτό, και ο τελευταίος να αποδεσμεύεται από τη συλλογική βούληση του σωματείου και να υποκύπτει στις πιέσεις του εργοδότη για διευθέτηση του χρόνου εργασίας.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι δεν αναφέρεται στο άρθρο 58 ούτε ποιος πρέπει να είναι ο χρόνος υποβολής του αιτήματος του εργαζομένου, αν δηλαδή προηγείται η έπεται της πραγματοποίησης της υπερωριακής απασχόλησης, ούτε ποιος είναι εκείνος που επιλέγει το πρόγραμμα και τον χρόνο εκπλήρωσης του αντισταθμίσματος, αν δηλαδή είναι ο εργαζόμενος εκείνος που θα αποφασίσει πότε θα δει την οικογένειά του αντί να πάρει τα χρήματα, σε ποιο χρόνο και με ποιο ρυθμό θα πραγματοποιηθεί η εκπλήρωση του χρονικού αντισταθμίσματος.

Και είναι ακόμα χαρακτηριστικό ( παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ) ότι προβλέπεται ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας πριν την λήψη του χρονικού αντισταθμίσματος εργαζόμενου που λαμβάνει αποζημίωση για τις υπερβαίνουσες ώρες που έχει απασχοληθεί πλην όμως δεν τίθεται αυτό ως όρος για το κύρος της καταγγελίας από μέρους του εργοδότη ως μέσου λύσης της σύμβασης εργασίας, όπως βέβαια δεν τίθεται και γενικότερα όρος τέτοιος (βλ. παρακάτω).

4) Στο άρθρο 60 πραγματοποιείται άλλη μια αυθαίρετη αποδόμηση κατακτημένου δικαιώματος, που είναι η εξάντληση της παροχής του χρόνου ετήσιας ανάπαυσης εντός του ημερολογιακού έτους στο οποίο αυτή αφορά (άρθρο 4 παρ. 1 α.ν. 539/1945), που μάλιστα είναι εξοπλισμένη και με απειλή αστικής ποινής (άρθρο 3 ΝΔ 3755/1957). Παρέχεται, προφανώς για την εκτόνωση της δυνατότητας διευθέτησης του χρόνου εργασίας και προς εξυπηρέτηση της, η δυνατότητα η δικαιούμενη κατ’ έτος άδεια να εξαντλείται μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επομένου ημερολογιακού έτους. Και ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με την παραπάνω εντατικοποίηση της υπερωριακής απασχόλησης και τη μετατροπή της αξίωσης αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση σε τράπεζα χρόνου συμβάλλει στη μετατροπή της εργασίας του σε λάστιχο  και ανατρέπει την ποιότητα ζωής του εργαζόμενου, και την ποιοτική ισορροπία του χρόνου ανάμεσα στην εργασία και στην ανάπαυση.

5) Στο άρθρο 62 διευρύνονται και γίνονται κανόνας οι περιπτώσεις εργασίας Κυριακών και αργιών, με την προσθήκη μεγάλων παραγωγικών, εμπορικών, μεταφορικών και λοιπών κλάδων, είτε μονομερώς και αυτοδικαίως με απόφαση του εργοδότη (περιπτώσεις παραγράφου 1), είτε μετά από άδεια της Επιθεώρησης Εργασίας (περιπτώσεις παραγράφου 2 – και πάλι όχι της Ανεξάρτητης Αρχής) και εντάσσονται δεκάδες κατηγορίες επιχειρήσεων στην υποχρέωση ή τη δυνατότητα υποχρέωσης εργασίας τις Κυριακές και τις αργίες. Ούτε και εδώ προβλέπεται οποιαδήποτε προηγούμενη διαβούλευση με εργατικά σωματεία, έγκριση, έκφραση γνώμης κλπ, ή προσφυγή σε οποιαδήποτε επιτροπή. Άλλωστε, όπως θα δούμε παρακάτω, η Επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 καταργείται.

Σημειώνεται εδώ ότι η διεύρυνση των περιπτώσεων εργασίας σε Κυριακές και αργίες αποτελεί παράγοντα έμμεσης εντατικοποίησης όλων των εργασιών στις επιχειρήσεις που συνδέονται και συναλλάσσονται με αυτές και έμμεσα ενισχύει τις ανάγκες πραγματοποίησης υπερωριακής εργασίας όπως αυτές οργανώνονται στα προηγούμενα άρθρα, αλλά και ασκεί αφόρητη πίεση για επέκταση της εργασίας σε Κυριακές και αργίες προκειμένου να υπάρχει ταυτόχρονη λειτουργία των συνεργαζομένων και συναλλασσομένων επιχειρήσεων.

6) Η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών (άρθρο 63) μόνο όσον αφορά την προθεσμία προμήνυσης και την καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας φαντάζει διακηρυκτικά θεόσταλτη, αφού αποκαθιστά μια αδικία που υπάρχει εδώ και 91 χρόνια, αλλά πλέον  αποτελεί κενό γράμμα και απλώς μια όμορφη βιτρίνα για την νομιμοποίηση των αυταρχικών ρυθμίσεων. Η διάκριση αυτή έπρεπε να είχε καταργηθεί από τότε που γεννήθηκε, καθώς τα προηγούμενα χρόνια ταλαιπωρήθηκε αρκετά η νομολογία των δικαστηρίων και οι παράγοντες των σχετικών δικών, προκειμένου να διευρύνονται κατά περίπτωση οι έννοιες των υπαλλήλων σε βάρος της έννοιας των εργατοτεχνιτών. Εξάλλου, όπως έχει γίνει πλέον η προθεσμία προμήνυσης και υποχρέωσης αποζημίωσης μετά την συμπλήρωση του 12μήνου απασχόλησης του υπαλλήλου στον ίδιο εργοδότη, καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξίσωση των εργατοτεχνιτών, αφού σπάνια κάποιοι από αυτούς εργάζονται επί 12 συνεχόμενους μήνες στον ίδιο εργοδότη ώστε να χρειαστεί να τύχουν των ευεργετημάτων αυτών.

7) Με το άρθρο 65 θεσπίζονται (προσοχή, περιοριστικά, όχι ενδεικτικά) οι περιπτώσεις για τις οποίες μια καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μπορεί να κριθεί άκυρη, και πάλι όχι αυτοδικαίως, αλλά με την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου με πλήρες δικαίωμα ανταπόδειξης στον εργοδότη  (παρ. 2). Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό το εξής :

Ένα από τα ελάχιστα θετικά για το Εργατικό Δίκαιο που είχε επιχειρήσει η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 2019 (άρθρο  48 ν 4611/2019 με ισχύ από 17.5.2019) είχε καθιερώσει την αιτιολόγηση των καταγγελιών συμβάσεων εργασίας, εκπληρώνοντας ένα μακρόχρονο αίτημα του εργατικού κινήματος και του νομικού κόσμου, και έτσι για πρώτη φορά στην  Ελλάδα δημιουργήθηκε η δυνατότητα σ’  έναν εργαζόμενο που ήθελε να προσβάλει την απόλυσή του, όχι μόνο να μη χρειάζεται να καταφεύγει στην αόριστη έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., όταν η απόλυση πληρούσε τις προϋποθέσεις τυπικής νομιμότητας του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, αλλά μετέθετε το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της αιτίας απόλυσης στον εργοδότη.

Με το που έγινε κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, με έναν από τους νέους νόμους της, στις 09.08.2019, κατήργησε την υποχρέωση αιτιολόγησης των απολύσεων (άρθρο 117 ν. 4623/2019).

Σήμερα, το νομοσχέδιο Χατζηδάκη έρχεται να περιλάβει μια περιοριστική, όπως προανέφερα, απαρίθμηση αιτιών για τις οποίες είναι δυνατό να κριθεί άκυρη η καταγγελία μιας σύμβασης εργασίας, οι περισσότερες από τις οποίες προβλέπονται ήδη σε διάφορους ειδικούς νόμους και δεν αποτελούν δική της προσφορά στους εργαζόμενους. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι :

α) εμμένει στη έλλειψη αιτιολόγησης των απολύσεων ευνοώντας αφάνταστα τον εργοδότη

β) περιορίζει τους λόγους απόλυσης μόνο σε αυτούς που περιλαμβάνονται στην παρ. 1 του άρθρου 65,

γ) επιτρέπει στον εργοδότη την ανταπόδειξη όλων αυτών και

δ) ανοίγει τον δρόμο για την ελαχιστοποίηση των συνεπειών της ακυρότητας απόλυσης, που μέχρι τώρα, όπως γνωρίζουμε, είναι η υποχρέωση του εργοδότη να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, καθώς και να του καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας από τον χρόνο που έγινε η άκυρη απόλυση μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο αποδοχή της εργασίας του ή την επακολουθούσα νόμιμη λύση της σύμβασης εργασίας του.

Αυτό το πραγματοποιεί ως εξής :

α) Θεσπίζει ως αστική ποινή για την ακυρότητα απόλυσης ποσό πρόσθετης αποζημίωσης τακτικών αποδοχών τριών μηνών έως ίσο με την οφειλόμενη αποζημίωση κατά τον χρόνο απόλυσης,

β) Δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, να επιδικάζει την αστική αυτή ποινή υπέρ του εργαζομένου, ύστερα από αίτημα που υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης σε πρώτο ή ακόμα και σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Πρόκειται για μια ασύλληπτη εύνοια προς τους εργοδότες, που ακόμα και όταν σε πρώτο βαθμό έχει κριθεί δικαστικά ως άκυρη μια απόλυση και έχουν υποχρεωθεί σε καταβολή μισθών υπερημερίας μεγάλων χρονικών διαστημάτων, τους δίνεται το δώρο να υποβάλουν στο δεύτερο βαθμό αίτημα περιορισμού των υποχρεώσεών τους στα όρια της αστικής ποινής και αυτό να γίνεται δεκτό.

γ) Ακόμα, το νομοσχέδιο φυσικά ενθαρρύνει με κάθε τρόπο τους εργαζόμενους να επιλέγουν την περιορισμένη αστική ποινή αυτή  διαλαμβάνοντας ειδική παράγραφο ( παρ. 4) γι’ αυτό, και

δ) Άξια λόγου είναι και η παράγραφος 6, η οποία απαγορεύει στον εργαζόμενο να  ζητά σωρευτικά την ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μετά των συνεπειών της και την αστική ποινή. Στην περίπτωση που σωρευθούν τα σχετικά αγωγικά αιτήματα, η αγωγή απορρίπτεται (στο σύνολό της) ως απαράδεκτη.

Αυτό αποτελεί μια τεράστια πίεση στον απολυμένο εργαζόμενο να περιορίσει το αίτημά του στην επιδίκαση της αστικής ποινής και να παραιτηθεί από το αίτημα απαγγελίας της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και αποδοχών υπερημερίας.

Στην ουσία η διάταξη ανοίγει τον δρόμο για να καταργηθεί ως συνέπεια της ακυρότητας απόλυσης η υποχρέωση επαναπρόσληψης και καταβολής αποδοχών υπερημερίας και αντί αυτών να περιορισθούν σε μια μικρή αποζημίωση. Δεν διστάζει για τον σκοπό αυτόν να παρέχει ανεπίτρεπτα δικονομικά επικουρικά βοηθήματα στον εργοδότη και να ανοίγει τον δρόμο στα δικαστήρια να αυθαιρετούν.

Αλλά δεν αρκείται σε αυτό η χορηγία νομικής βοήθειας στον εργοδότη :

Το ίδιο άρθρο (65 παρ. 4) παρέχει την δυνατότητα στον εργοδότη να καλύπτει οποιαδήποτε τυπική παράλειψη του κύρους της καταγγελίας, δηλαδή την μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης, την παράλειψη σύνταξης έγγραφης καταγγελίας ή και καταχώρησής της στο ΙΚΑ μέσα σε προθεσμία 4 μηνών από την καταγγελία, η οποία καθίσταται ανυπόστατη αν ακολουθήσει νέα καταγγελία με πλήρωση αυτών των προϋποθέσεων.

Με άλλα λόγια δηλαδή, δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη να “δασκαλευτεί” από την αγωγή που θα του έχει κοινοποιηθεί αφού η προθεσμία προσβολής του κύρους της καταγγελίας είναι τρίμηνη, άρα μικρότερη από την τετράμηνη, η από τυχόν προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας (πλέον στην Ανεξάρτητη Αρχή) και να διορθώσει τα λάθη του και να αποσβήσει τις συνέπειες της ακυρότητας της προηγούμενης απόλυσης, θεραπεύοντας τα σφάλματα με μια νέα απόλυση.

Οι ρυθμίσεις αυτές, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 80 παρ. 4 του νομοσχεδίου, εφαρμόζονται για καταγγελίες που γίνονται μετά την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Η πλήρης ευτυχία του εργοδότη !

8) Με το άρθρο 82, ύστερα από τις εταιρείας, φεύγουν και τα συνδικαλιστικά σωματεία έστω και από την αρχειοθετική (όπως έχει καταντήσει)  αρμοδιότητα των Πρωτοδικείων, και πλέον εγγράφονται στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), κατά τα πρότυπα του ΓΕ.ΜΗ. των εμπορικών εταιρειών.

Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος αποκτά τον έλεγχο και την εποπτεία των συνδικαλιστικών σωματείων όλων των βαθμίδων που υπάρχουν, ενώ η υποχρέωση εγγραφής αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για την χρηματοδότηση των σωματείων από όποιες πηγές επιτρέπεται, αλλά τόσο για την διαπραγματευτική ικανότητα σύναψης Σ.Σ.Ε, όσο και για τη νόμιμη ενάσκηση της κήρυξης απεργίας, αλλά και τη νόμιμη ενάσκηση κάθε δικαιώματος και διευκόλυνσης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, καθώς και για την προστασία των στελεχών της απέναντι σε απόλυση και μετάθεση (όπως αυτά  έχουν κουτσουρευτεί από τις παρακάτω αναφερόμενες ρυθμίσεις). Η επιδίωξη, λοιπόν, κρατικού ελέγχου και εξάρτησης των συνδικαλιστικών σωματείων είναι προφανής.

9) Με το άρθρο 84 καταργείται το εδάφιο 2 της παρ. 4 το οποίο επέτρεπε εργοδοτικές παροχές στα πρωτοβάθμια σωματεία για τη βελτίωση των υποδομών τους. Αυτό, με τη σειρά του, καταργεί τη δυνατότητα διεκδίκησης π.χ. παροχής χώρων γραφείων για τα σωματεία στους τόπους εργασίας τους.

10) Με το άρθρο 85 (Γενική Συνέλευση συνδικαλιστικών οργανώσεων) επεκτείνεται ο περιορισμός στην εγκυρότητα λήψης αποφάσεων, που έτσι κι αλλιώς είχε θεσπίσει η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με το άρθρο 11 του ν. 4512/2018 το οποίο είχε καθιερώσει την υποχρέωση ψήφου του 1/2 τουλάχιστον των οικονομικά τακτοποιημένων μελών ως προϋπόθεση για τη νόμιμη κήρυξη απεργίας.

Με το άρθρο αυτό, σε όλα τα όρια απαρτίας που προϋπήρχαν καθώς και στον όρο του 1/2 για την κήρυξη απεργίας προστίθεται στη φυσική ψήφο και η εξ αποστάσεως ψήφος.

Καταργείται, συνεπώς, κάθε δυνατότητα αμεσότητας των γενικών συνελεύσεων και επισφραγίζεται η αδυναμία, ιδίως των πρωτοβαθμίων σωματείων να προχωρούν σε κήρυξη απεργίας.

11) Η δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας αντί ψηφοφορίας με φυσική παρουσία περιλαμβάνεται και στο επόμενο άρθρο (86) με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 13 του ν. 1264/1982. Ας σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις της εξ αποστάσεως ψηφοφορίας δεν καθιερώνεται καμία διασφάλιση της ταυτοπροσωπίας των ψηφοφόρων και ιδίως διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου.

12) Το άρθρο 87 περιορίζει σημαντικά το πεδίο προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης που προβλέπεται μέχρι σήμερα από το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, καθώς περιορίζεται η έκταση της προστασίας α) σε 5 αντί για 7 μέλη διοίκησης του σωματείου που έχει έως 200 μέλη β) σε 7 από 9 η προστασία διοίκησης σωματείου που έχει από 200 έως 1000 μέλη και γ) 9 αντί για 11 οργάνωσης που έχει περισσότερα από 1000 μέλη.

Επίσης, περιορίζεται η προστασία των ιδρυτικών μελών της πρώτης υπό σύσταση συνδικαλιστικής οργάνωσης σε 21 μέλη, εφόσον στην επιχείρηση εργάζονται περισσότεροι από 80 εργαζόμενοι, καταργεί τους αυξημένους αριθμούς προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών σε περιπτώσεις που στην επιχείρηση εργάζονται περισσότεροι (25 όταν πρόκειται για 150 έως 300, 30 όταν πρόκειται για 300 έως 500, 40 όταν πρόκειται για πάνω από 500 ή και 7 όταν πρόκειται για λιγότερους από 80 και λιγότερους από 40.

Ακόμη, με την παρ. 9 του άρθρου 87 καταργείται ο όρος συγκατάθεσης του σωματείου προκειμένου για μετάθεση συνδικαλιστικών στελεχών, ενώ περιορίζεται και αυτή καθαυτή η απαγόρευση μετάθεσης, αφού  πλέον δεν εξαρτάται η ισχύς της, όπως μέχρι τώρα, από την απόφαση της Επιτροπής του άρθ. 15 του ν. 1264/1982, το οποίο άλλωστε καταργείται ολόκληρο (άρθ. 99 παρ. 4 νομοσχεδίου), αφού η μετάθεση αυτή επιτρέπεται όταν κρίνεται (προφανώς από τον εργοδότη και, αν διαφωνεί ο εργαζόμενος, από το δικαστήριο πια κι όχι από την Επιτροπή) απολύτως αναγκαία για την λειτουργία της επιχείρησης ή επιβεβλημένη από λόγους προστασίας της υγείας.

Επίσης, με την επόμενη παράγραφο 10 του άρθρου 87 καθίσταται δυνατή και η καταγγελία της σχέσης εργασίας των ” προστατευομένων προσώπων”, αφού αυτή καθίσταται δυνατή χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται διευρύνονται πολύ, αφού καταργείται ο κατάλογος της περιοριστικής απαρίθμησης των σπουδαίων λόγων που καθιστούσαν επιτρεπτή την απόλυση, παρότι και αυτός είχε ήδη διευρυνθεί με το άρθρο 18 ν. 4472/2017 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και, πλέον, με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη, επιτρέπεται υπό τους όρους της παρ. 1 του άρθ. 15 του ν. 1483/1984, δηλαδή γίνεται αναλογική εφαρμογή των απολύσεων σε περιπτώσεις μητρότητας και εγκυμοσύνης και για τους συνδικαλιστές.

13) Με το επόμενο άρθρο 88 περιορίζονται σημαντικά οι επιτρεπτές δραστηριότητες των σωματείων που έχουν τον τίτλο “Δημοκρατία στους τόπους εργασίας”:

α) καταργείται το δικαίωμα του σωματείου να διατηρεί πίνακα ανακοινώσεων στους χώρους εργασίας, εφόσον διατηρεί ιστότοπο, για τον οποίο μάλιστα υποχρεώνει τον εργοδότη με τα έξοδα σχεδιασμού, λειτουργίας και συντήρησής του (παρ. 2), ενώ

β) καταργείται το δικαίωμα διανομής ανακοινώσεων σε κοινόχρηστους χώρους, χώρους εστίασης και υπαίθριους χώρους του τόπου εργασίας (παρ. 6).

14) Με το άρθρο 89 περιορίζεται ο αριθμός ημερών συνδικαλιστικής άδειας και καταργείται η διαμεσολάβηση της Επιτροπής του άρθρου 15 σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να εγκρίνει συνδικαλιστική άδεια ( πράγμα που σημαίνει ότι απομένει μόνο η προσβολή της διαφωνίας αυτής στο δικαστήριο.

15) Με  το άρθρο 90 περιορίζεται η δυνατότητα κήρυξης απεργίας αλληλεγγύης προς εργαζομένους σε άλλες επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις και είναι δυνατό να κηρύσσεται από μια πιο αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.

16) Με το άρθρο 92, παρέχεται σημαντική προστασία στους απεργοσπάστες, αφού υποχρεώνονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις να κηρύσσουν απεργία που προστατεύει τα δικαιώματα των εργαζομένων που δεν συμμετέχουν σε αυτήν από την άσκηση οποιασδήποτε σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε βάρος τους, και μάλιστα καθιερώνεται και λόγος διακοπής της απεργίας με δικαστική απόφαση (οι γνωστές “παράνομες και καταχρηστικές απεργίες” με δίκες express) σε περίπτωση μη τήρησης και σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής.

17) Με το άρθρο 93, υποχρεώνονται όσες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσουν απεργία στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΣΣ και σε φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα να υποβάλουν στον ΟΜΕΔ αίτηση διεξαγωγής δημοσίου διαλόγου για τα αιτήματα της απεργίας.

Η υποχρέωση αυτή βεβαίως υπήρχε και πριν (άρθρo 3 ν. 2224/1994), αυτό που προστίθεται τώρα είναι όμως ότι, ενόσω διαρκεί ο δημόσιος διάλογος αναστέλλεται  η άσκηση του δικαιώματος απεργίας στις επιχειρήσεις αυτές και απαγορεύεται η άσκηση αγωγής ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων για θέματα σχετικά με την εν λόγω απεργία. Στο μέχρι τώρα ισχύον νομοθετικό καθεστώς προβλέπεται το ακριβώς αντίθετο (παρ. 4 σε συνδυασμό με παρ. 5 άρθ. 3 ν. 2224/1994.

18) Με το άρθρο 94 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις απεργιών εργαζομένων επιχειρήσεων για τις οποίες προβλέπεται η υποχρέωση προσωπικού ασφαλείας, πλέον απαιτείται και η διάθεση και πρόσθετου προσωπικού πέραν του προσωπικού ασφαλείας για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά την διάρκεια της απεργίας, του λεγόμενου “προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας” το οποίο ορίζεται τουλάχιστον ως το 1/3 της συνήθως παρεχόμενης υπηρεσίας. Η συνδικαλιστική οργάνωση που κηρύσσει την απεργία οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως στον εργοδότη τα ονόματα των εργαζομένων τα οποία διαθέτει ως προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας, το οποίο μάλιστα καθορίζεται κατά την παράγραφο 4 με ειδική συμφωνία μεταξύ της πιο αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και του εργοδότη, ο οποίος πλέον αποκτά το δικαίωμα να επιλέγει ποιοι απεργούν και ποιοι όχι. Φυσικά, θεωρείται ανεπίτρεπτη και παράνομη η απεργία που κηρύσσεται χωρίς να έχει καθοριστεί προηγουμένως όχι μόνο το προσωπικό ασφαλείας, αλλά και το προσωπικού στοιχειώδους λειτουργίας, καθώς και η πραγματική διάθεση αυτού στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη.

19) Με το άρθρο 95, εξαρτάται η ικανότητα σύναψης Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας από τη νομιμοποίηση των σχετικών συνδικαλιστικών οργανώσεων με την εγγραφή τους στο Μητρώο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.

20) Αξιοσημείωτη ακόμη η προσθήκη στο άρθρο 98 παρ. 3, σύμφωνα με την οποία η άσκηση αγωγής δικαστικού ελέγχου διαιτητικής απόφασης ακόμα και σε δεύτερο βαθμό εκδοθείσης από την Πολυμελή Επιτροπή Διαιτησίας, αναστέλλει την ισχύ της προσβαλλόμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης επί της αγωγής.

21) Κλείνοντας, όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 99, καταργούνται οι τριμερείς (α΄ και β΄ βαθμού) Επιτροπές κρίσης, μεταθέσεων, απολύσεων συνδικαλιστών και άλλων συνδικαλιστικών διαφορών του άρθρου 15 του ν. 1264/1982.

22)  Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στην περιγραφή των αρμοδιοτήτων της συνιστώμενης Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, δεν περιλαμβάνεται η υποχρέωσή της για οποιαδήποτε σχέση και διαβούλευση με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, παρά μόνο με κρατικές και διοικητικές αρχές, ενώ φυσικά λείπει και ο κοινωνικός έλεγχος,  αφού εκείνοι που τους επιλέγουν τον τόσο  τον Πρόεδρο, όσο και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησής της, είναι ex officio διορισμένοι κρατικοί παράγοντες ,ενώ  θεσπίζεται η έλλειψη ασυμβίβαστου των μελών της Διοίκησης της Αρχής αυτής με την άσκηση οποιουδήποτε δημοσίου λειτουργήματος ή την άσκηση καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση του Δημοσίου,  ΟΤΑ ΝΠΔΔ κλπ ( άρθ. 106 παρ. 10), πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει τον εξαρτημένο χαρακτήρα της παρά τις διακηρύξεις περί λειτουργικής ανεξαρτησίας του άρθρου 102.

Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η …..Κυβέρνηση είναι εκείνη που απεξαρτάται από την υποχρέωση παροχής προστασίας στην τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, συνεχίζοντας μια διαχρονική και διεθνή τακτική καπιταλιστικών κυβερνήσεων απεμπόλησης στοιχειωδών συνταγματικών κρατικών υποχρεώσεων είτε προς Ανεξάρτητες Αρχές, είτε προς Μ.Κ.Ο., και την αποξένωση από την υποχρέωση εκπλήρωσής τους, με εξαίρεση βέβαια το είδος των αρμοδιοτήτων τις οποίες το αστικό κράτος επιθυμεί να διατηρήσει (βλ. παραπάνω για υπερωρίες Κυριακές και αργίες, που βέβαια αποτελούν στον σκληρό πυρήνα των εργοδοτικών δικαιωμάτων που η κυβέρνηση δεν εμπιστεύεται ούτε στην “Ανεξάρτητη Αρχή Εργασίας”).

Η προσέγγιση αυτή  δεν διεκδικεί πληρότητα. Αποτελεί μια πρώτη αποτίμηση ορισμένων μόνο βασικών όψεων του μεγαλύτερου σε έκταση αποδόμησης ατομικών και συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων που γνωρίσαμε εγχειρήματος.

Ο πόλεμος της κυβέρνησης ενάντια στις κατακτήσεις της μεταπολίτευσης μαίνεται. Απαξιώνει τα σωματεία, περιορίζει τα δικαιώματα και τη δράση τους, τα απομονώνει από τα μέλη τους, περιορίζει μέχρι κατάργησης το δικαίωμα στην απεργία, υπερασπίζεται τους απεργοσπάστες και  προωθεί τη γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού συνδικαλισμού. Οργανώνει την εντατικοποίηση της απλήρωτης εργασίας και την εργοδοτική αυθαιρεσία απέναντι στον εργαζόμενο στο ωράριο, τις Κυριακές και αργίες, τις υπερωρίες, τη διευθέτηση, διευκολύνει τις απολύσεις και μειώνει τις συνέπειες της ακυρότητάς τους.

Θέλει να εκδικηθεί την κοινωνία για τη ριζοσπαστικοποίησή της ιδίως στα των μνημονίων, το εργατικό κίνημα και τα συνδικάτα, ιδίως τα πρωτοβάθμια για τους αγώνες και τις νίκες του και να μετατρέψει την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ σε συντριβή όλων των παραπάνω. Και τώρα που το κείμενό του δημοσιοποιήθηκε και έληξε η μονόπλευρη προπαγάνδα Χατζηδάκη στα Μ.Μ.Ε. οι προθέσεις αποκαλύπτονται, και όσο συνειδητοποιούνται ευρύτερα οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου τα προσωπεία πέφτουν και  η σύγκρουση προδιαγράφεται αναπόφευκτη και φυσικά αναγκαία.

Δεν θα τους αφήσουμε. Στο χέρι μας είναι να νικήσουμε. Αποδείξαμε πολλές φορές και παλιά και πρόσφατα ότι μπορούμε. Το ν/σ δεν πρέπει να γίνει νόμος.

Από το 8 ώρες δουλειά – 8 ώρες ξεκούραση – 8 ώρες ελεύθερος χρόνος στο 9-9-6;

Τον Μάιο του 1886 εργατικά συνδικάτα στο Σικάγο ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες εργασίες και την μείωση του ωραρίου στις 8 ώρες ημερησίως. Τον Μάιο του 2021 συζητάμε για το αν θα καταργηθεί το 8ωρο, μέσα από την διευθέτηση του χρόνου εργασίας. 135 χρόνια μετά αντί να συζητάμε για την μείωση του ωραρίου, συζητάμε για την επιστροφή στον 19ο αιώνα.

Ας δούμε μια εικόνα από το παρελθόν.

Πριν την εξέγερση του Σικάγου, οι εργαζόμενοι δούλευαν 10 ή 12 ώρες τη μέρα. Σε κάκιστες συνθήκες εργασίας, με πολλά εργατικά ατυχήματα, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς ελεύθερο χρόνο. Το προσδόκιμο ζωής χαμηλότερο από το σημερινό, κακή ποιότητα ζωής.

Για το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου 21 χρόνια πριν την εξέγερση του Σικάγου ο Καρλ Μαρξ έγραφε: «Ο χρόνος είναι ο χώρος της ανθρώπινης ανάπτυξης. Ένας άνθρωπος που δε διαθέτει ελεύθερο χρόνο, που όλος ο χρόνος της ζωής του –εκτός από τις καθαρά φυσικές διακοπές για τον ύπνο, για το φαγητό κτλ- απορροφιέται από την εργασία του για τον κεφαλαιοκράτη είναι κάτι λιγότερο από ένα φορτηγό ζώο. Είναι μια απλή μηχανή για την παραγωγή ξένου πλούτου, σωματικά τσακισμένος και πνευματικά αποκτηνωμένος. Κι ωστόσο όλη η ιστορία της σύγχρονης βιομηχανίας δείχνει ότι το κεφάλαιο, αν δεν του μπει φραγμός, τραβά χωρίς οίκτο και έλεος να ρίξει όλη την εργατική τάξη σ΄ αυτή την κατάσταση της ακραίας κατάπτωσης.»

Θα πει κανείς ότι 21 χρόνια αφότου έγραφε ο Μαρξ το Μισθός, Τιμή και Κέρδος, το ζήτημα «λύθηκε» ή υπήρξε μια κάποια πρόοδος μετά τον αγώνα της εργατικής τάξης και την εξέγερση του Σικάγο. Πόσο μάλλον μπορεί να πει κανείς ότι ενάμισι αιώνα μετά αυτό το απόσπασμα θεωρείται κάπως «ξεπερασμένο».

Ας δούμε και μια εικόνα από το μέλλον.

Το ωράριο σήμερα στην Κινέζικη πολυεθνική Alibaba έχει γνωστό ως 996. Δουλειά από τις 09:00 ως τις 21:00, 6 μέρες/βδομάδα. Όχι απλά έχει αμφισβητηθεί το 8ωρο, αλλά ο Κινέζος δισεκατομμυριούχος και συνιδιοκτήτης της εταιρίας Jack Ma αναφέρεται στις 12 ώρες ημερησίως ως «ευλογία για τους εργαζόμενους». Αν κανείς αναρωτιέται πώς έγινε δισεκατομμυριούχος ο συγκεκριμένος άντρας η απάντηση είναι πολύ απλή. Με το 996 και τους κακούς μισθούς. Η υπεραξία που παράγει αυτή η εταιρία από τους χιλιάδες εργαζόμενους είναι τεράστια. Είναι τόσο τεράστια όσο και η περιουσία του που υπολογίζεται σε 55 δις $.

Να σημειωθεί ότι η Alibaba είναι κάτι σαν την Amazon της Κίνας. Ο ανταγωνισμός του Jeff Bezos και του Jack Ma είναι προφανής. Ανταγωνισμός για την σφαίρα επιρροής της κάθε εταιρίας, αντιπαράθεση για τις καλύτερες υπηρεσίες κοκ. Αλλά ας δούμε την μία τραγική ομοιότητα. Δύο από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, πλουτίζουν από την ασταμάτητη εργασία ενός ολόκληρου στρατού εργαζομένων, κακοπληρωμένων, εξουθενωμένων, σε εργασιακές συνθήκες που θυμίζουν καταστάσεις περασμένου αιώνα. Στην Alibaba δουλεύεις 9 με 9, στην Amazon το ωράριο αγγίζει τις 14 ώρες την μέρα, ενώ δεν υπάρχει χρόνος ούτε για τουαλέτα. Η μαρτυρία μιας εργαζομένου – οδηγού στην Amazon είναι αποκαλυπτική «Κρατάω μαζί μου ένα ποτήρι και μαντηλάκια και πηγαίνω πίσω από το βαν. Με απασχολεί πολύ η τεχνολογία Τεχνητής Νοημοσύνης και οι κάμερες που είναι εγκατεστημένες στο βαν, για το αν κάποιος με δει την ώρα που πηγαίνω τουαλέτα σε μια γωνία».

Το ερώτημα είναι ένα. Είναι αυτό το μέλλον πολύ πιο φωτεινό από το σκοτεινό παρελθόν του 18ου αιώνα; Ή μήπως είναι τρομακτικά όμοιο, με αλλαγμένες τις ειδικότητες, τις τεχνολογίες, τα νέα προϊόντα κοκ;

Το νομοσχέδιο Χατζηδάκη καταργεί το 8ωρο. Πολλοί λένε το αυτονόητο, ότι δηλαδή ούτως ή άλλως δουλεύουμε ήδη 10 ή 12 ώρες τη μέρα, ενώ κάποιοι δουλεύουν 8 ώρες ενώ στη σύμβασή τους αναφέρονται οι 4. Το θέμα με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη δεν αφορά μόνο την διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Το θέμα είναι ότι στο τέλος του δρόμου αυτό που υπάρχει είναι εξοντωτικά ωράρια του τύπου Amazon ή Alibaba. Η κατάργηση του 8ώρου σήμερα, θα σημαίνει το 996 στην Ελλάδα μεθαύριο.

Δεν είμαστε στο 1850. Είμαστε στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Το ζήτημα του εργάσιμου χρόνου μπαίνει ως δίλημμα. 996 ή 6ωρο, 5μερο; Αν δεν αγωνιστούμε για το ζήτημα του χρόνου εργασίας το μέλλον είναι το 996. Αν αγωνιστούμε με αίτημα το 6ωρο – 5μερο, πιθανά τα πράγματα να είναι καλύτερα. Κανείς δεν λέει ότι τα πράγματα αλλάζουν προς το καλύτερο από τη μια μέρα στην άλλη. Το σίγουρο είναι ότι αλλάζουν προς το χειρότερο μέρα τη μέρα.

Το ερώτημα όμως μπαίνει ξανά και ξανά.

Είναι το μέλλον μας το παρελθόν; Ή μήπως όχι;

Γιατί χτυπούν το δικαίωμα στο συνδικαλισμό;

Το σχέδιο «να τελειώνουμε με ό,τι είχε απομείνει όρθιο» περνά τώρα σε ένα ανώτερο στάδιο. Ο νέος εργασιακός νόμος, όπως έχουν διαρρεύσει ορισμένες πτυχές του, φαίνεται τρομακτικός ως προς την ζωή του εργαζομένου. Κυρίως, στοχεύει το ωράριο αλλά και τις αποδοχές του εργαζομένου. Σκοπός είναι να «απελευθερωθεί» το ωράριο, να εφαρμοιστεί το 10ωρο, ενώ παράλληλα να μειώσουμε τα έξοδα για τον εργοδότη, αντικαθιστώντας την νόμιμη πληρωμένη υπερωρία με… ρεπό!

Τα ίδια ρεπό, που οι εργαζόμενοι ήδη δεν λαμβάνουν, ενώ το 52% δεν πληρώνεται καν τις υπερωρίες του, οπώς δηλώνει έρευνα της ΓΣΕΕ. Ο νέος νόμος θέλει να δώσει θεσμικό και νόμιμο ένδυμα σε αυτές τις πρακτικές.

Οι αλλαγές αυτές θα οδηγήσουν σε μείωση στο εισόδημα των εργαζομένων και πνιγμό της ελληνικής οικονομίας. Η μνημονιακή περίοδος έδειξε ολοφάνερα, ότι η μείωση των μισθών και η εξαφάνιση της εργατικής προστασίας οδήγησε σε μία αγορά ζούγκλας, ευνόησε τις ανέλεγκτες πολυεθνικές επιχειρήσεις, οδήγησε σε πτώση της εσωτερικής ζήτησης, σε ύφεση, κλείσιμο επιχειρήσεων, ανεργία και φτώχεια. Η ανταγωνιστικότητα δεν βελτιώθηκε και το χρέος δεν μειώθηκε: το μόνο που άλλαξε ήταν η είσοδος ξένων πολυεθνικών αλλά και κρατών σε κομβικούς τομείς της εθνικής οικονομίας.

Το μεγάλο κόλπο μετέτρεψε την Ελλάδα σε μία εντός ΕΕ μπανανία, για φθηνό εργατικό δυναμικό, που θα εργάζεται με ελληνικούς μισθούς, εξ αποστάσεως, για ξένες επιχειρήσεις πλέον. Ο εθνικός και λαϊκός πλούτος, όπως ακριβώς και η εργατική δύναμη του λαού, παραχωρήθηκαν εξίσου. Η όξυνση της κρατικής καταστολής και το βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα απλώς ολοκλήρωσαν την μπανανοποίηση της χώρας.

Για να μπορέσουν να επιβληθούν αυτές οι αλλαγές, το κλειδί εντοπίστηκε στην διάλυση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Γι’αυτό το λόγο, οι νέες επιθέσεις, που χειροτερεύουν την κατάσταση, πρέπει να μας προετοιμάζουν για μια νέα και μακρυά περίοδο πολέμου απέναντι στους εργαζομένους και την νεολαία.

Οι δανειστές άνοιξαν τον δρόμο με το 2ο μνημόνιο, επιβάλλοντας στην Ελλάδα, ως όρο «διάσωσης», το τσάκισμα των συνδικαλιστικών ελευθεριών. Αυτό σήμαινε η προσαρμογή στις «βέλτιστες πρακτικές» που περιέγραφαν τα μνημονιακά κείμενα. Πιο ξεκάθαρος όρος επέβαλε στην χώρα την πάσει θυσία αποτροπή της επιστροφής σε ένα σύστημα συλλογικών εργατικών ρυθμίσεων, όπως αυτό ίσχυε πριν τα μνημόνια. Στον στρωμένο αυτό δρόμο, η Νέα Δημοκρατία πατάει το γκάζι, εφόσον ο ιμπεριαλισμός έκανε την βρώμικη δουλειά, για να βαθύνει και άλλο την επίθεση στην εργασία.

Η απεργία στο επίκεντρο

Η απεργία αποτελεί το πιο ισχυρό όπλο των εργαζομένων, για την διεκδίκηση κάθε δίκαιου αιτήματος τους, που αφορά την εργασιακή και ασφαλιστική ζωή τους. Στο σύνταγμα και την νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαίωμα πρόκλησης βλάβης: η μαχητική αντιπαράθεση με τον εργοδότη είναι στοιχείο της άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος της απεργίας. Το ίδιο και για την βλάβη στο κοινωνικό σύνολο: όρος για να είναι επιτυχημένη η απεργία, είναι να προκαλεί μία ορισμένη ενόχληση, ώστε να προβληματίζει, να κινητοποιεί, να προκαλεί τον δημόσιο διάλογο.

Το περιβάλλον ήταν ήδη αρνητικό: 9 στις 10 απεργίες κηρύσσονται παράνομες ή καταχρηστικές, σε ταχύτατα χρονικά διαστήματα, αποτρέποντας το ολοκληρωμένο ξεδίπλωμα του εργασιακού αγώνα. Η απελευθέρωση των απολύσεων, αλλά και η αχρήστευση των κλαδικών συμβάσεων εργασίας έφερε μείωση της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Η κατάσταση στο εργατικό κίνημα είναι ήδη πολύ δύσκολη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση εισάγει στο νομοσχέδιο διάταξη, που όπως φημολογείται, θα εξαρτά την νομιμότητα της απεργίας από παράγοντες όπως η «άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας» κατά των απεργοσπαστών ή του εργοδότη. Όταν κανείς βλέπει τόσο πλαδαρές έννοιες, καταλαβαίνει κατευθείαν ότι επιδιώκουν μέσα να «χωρέσουν» κάθε μορφή συνδικαλιστικής πάλης!

Το ενδιαφέρον είναι, ότι τέτοιες συμπεριφορές έτσι και αλλιώς τιμωρούνται νομικά, όταν εκφεύγουν τους σκοπούς της απεργίας. Επειδή ακριβώς η απεργία αναγνωρίζεται συνταγματικά ως δικαίωμα αγωνιστικής αντιπαράθεσης και πρόκλησης βλάβης. Επομένως, με βάση τις συνταγματικές και νομοθετικές επιταγές, αντικειμενικά το στοιχείο της βίας θα υπάρχει σε μία απεργία.

Τώρα, όμως, επιδιώκουν να εντάξουν κάθε μορφή βίας, άρα αντιπαράθεσης, στην ουσία για να καταργήσουν την απεργία ως δικαίωμα από την πίσω πόρτα.

Η απεργία ως δικαίωμα, λειτουργεί ως προστατευτική ομπρέλα, που νομιμοποιεί ακριβώς τις βλάβες και τις φθορές που εξυπηρετούν τους σκοπούς της. Η αφαίρεση αυτής της ομπρέλας εκθέτει τον εργαζόμενο στην εκδικητική μανία του κράτους και της εργοδοσίας ατομικά. Σε ένα τέτοιο εργασιακό περιβάλλον, στην ουσία θέλουν να απομακρύνουν τους εργαζομένους απο την οργανωμένη πάλη: βάλουν, έτσι, κατά του ίδιου του συνδικαλιστικού δικαιώματος, εξίσου συνταγματικά προστατευμένου, οδηγώντας στην αχρήστευση και απομαζικοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Μαζί με τα παραπάνω, φυσικά, διατηρούνται οι νεολογισμοί του ΣΥΡΙΖΑ, που απαιτούν απαρτία 50% των μελών ενός σωματείου για την κήρυξη απεργίας. Η αύξηση, επίσης, του προσωπικού ασφαλείας στο 40% των εργαζομένων σε «κρίσιμους τομείς της οικονομίας» στην ουσία αφαιρεί κάθε πίεση απο την απεργία, γιατί αποτρέπει τους μισούς εργαζόμενους απο το να συμμετέχουν εξ’αρχής. Αυτό δεν υπαγορεύεται απο οικονομικές ανάγκες, γι’αυτό και μέχρι τώρα δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο ακραίο ποσοστό: αποτελεί ακόμα μία ένδειξη στην απόδειξη των διαθέσεων της κυβέρνησης.

Οι αλλαγές στην απεργία, άλλωστε, συνδέονται άμεσα με το ηλεκτρονικό φακέλωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την εισαγωγή της «ηλεκτρονικής διεξαγωγής» των Γενικών συνελεύσεων. Η επιβολή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας επιτίθεται στην δια ζώσης διεξαγωγή των συλλογικών διαδικασιών, στην ζωντανή διαδικασία αλληλεπίδρασης των εργαζομένων και διαμόρφωσης της σωματειακής βούλησης.

Τέλος, η μείωση των στελεχών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που δικαιούνται την συνδικαλιστική προστασία ολοκληρώνει το κάδρο του νέου μνημονίου που έρχεται. Συνδικαλιστικές οργανώσεις φακελωμένες, με μέλη αποξενωμένα από την ζωντανή συνδικαλιστική διαδικασία, με αγώνες ποινικοποιημένους πριν καν γεννηθούν, με συνδικαλιστές εκτεθειμένους στις εκδικητικές διώξεις κράτους και εργοδοτών.

Θέλουν να διαλύσουν τη δυνατότητα οργάνωσης, γιατί έρχεται μία εποχή δικτατορίας στους χώρους εργασίας. Και με βάση την προβλεπόμενη μείωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προετοιμάζουν την κυριαρχία των πολυεθνικών και των μεγάλων ντόπιων αλυσίδων.

Το αντεργατικό άλμα της κυβέρνησης πρέπει να γίνει άλμα στο κενό. Πρέπει κάθε εργαζόμενος να προετοιμαστεί για τη μεγάλη μάχη που θα έρθει, στο δύσκολο και δυσμενές περιβάλλον της εποχής μας. Αυτή την στιγμή, όμως, δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Και ας μην ξεχνάμε, ότι ο λογαριασμός για την κυβέρνηση συνεχώς γράφει, και η σιωπηλή αγανάκτηση σταδιακά αποκτά μορφές. Οι εργαζόμενοι δεν είναι μόνοι: μόνοι είναι αυτοί που κυβερνάνε, και το ξέρουν. Αλλά δεν χάνουμε τίποτα να τους το θυμίσουμε: οι αγώνες των υγειονομικών, των φοιτητών και της νεολαίας έδειξαν τον δρόμο.

Τι είπε και τι δεν είπε ο κ. Χατζηδάκης για το ωράριο εργασίας

Με αφορμή το ζήτημα της διευθέτησης του ωραρίου, ο κ. Χατζηδάκης, υπουργός Εργασίας, παρέθεσε συνέντευξη στο ΣΚΑΙ. Υπερασπίστηκε το θέμα της «Διευθέτησης του χρόνου εργασίας», δηλαδή της δυνατότητας μία επιχείρησης να ορίζει περιόδους αυξημένης απασχόλησης των μισθωτών. Σε αυτές τις περιόδους, είναι δυνατόν το κανονικό ωράριο του μισθωτού (όχι οι υπερωρίες του) να παραταθεί από τις 8 στις 10 ώρες. Αυτή η υπέρβαση του ωραρίου μετά μπορεί να ισοσταθμιστεί με περιόδους μειωμένης απασχόλησης, ρεπό, αύξηση της κανονικής άδειας μετ’αποδοχών ή συνδυασμό αυτών.

Τι είπε ο κ. Χατζηδάκης:

Α) Η νομοθεσία για την διευθέτηση του ωραρίου υπάρχει εδώ και 30 χρόνια. Την ίδια στιγμή, 2 λεπτά πριν στην συνέντευξη θεωρεί τον βασικό συνδικαλιστικό νόμο του 1982 (ν. 1264/1982) απαρχαιωμένο. Η εφαρμογή της διάταξης 41 παρ. 6 του 1892/1990, με την τροποποιημένη μορφή που προτείνει, μάλλον αποτελεί… διαχρονική αξία..

Β) Δίνουμε την ελευθερία στον εργαζόμενο να «πάει διακοπές με την φίλη του, να μαζέψει ελιές, να δώσει τα μαθήματα στην εξεταστική ο φοιτητής»

Γ) Ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται να φοβάται: με δική του αίτηση θα δίνεται η δυνατότητα διευθέτησης του ωραρίου και όλοι οι όροι θα είναι θέμα συμφωνίας..

Ας πούμε δύο κουβέντες για αυτά.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΩΡΑΡΙΟΥ

Η νομοθεσία για την διευθέτηση του ωραρίου πράγματι υπάρχει από το 1990, σε διάταξη του νόμου 1982/1990. Ψηφίστηκε τότε απο το σύνολο των κομμάτων της ελληνικής Βουλής, όπως και ο ν. 1876/1990. Ήταν οι νόμοι που εισήγαγαν πολλές βασικές ρυθμίσεις εργατικού δικαίου, και βασικά διαμόρφωσαν το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων για την σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Για αυτό το λόγο, ακόμα και η διάταξη για την διευθέτηση του ωραρίου, που απηχούσε τις απαρχές της ελαστικοποίησης της εργασίας στην Ευρώπη, έθετε ως όρο την συμφωνία του εργοδότη με την συνδικαλιστική οργάνωση. Αυτά δεν τα έφερε η Νέα Δημοκρατία και δεν τα ψήφισαν τα κόμματα της Βουλής επειδή ήταν γενικώς σωστά, αλλά επειδή τα επέβαλε το εργατικό κίνημα της εποχής, με τους μαζικούς συλλογικούς αγώνες του.

Η πρώτη αποδιάρθρωση στην παραπάνω πρόβλεψη επήλθε με τις μνημονιακές ρυθμίσεις (συγκεκριμένα, τον ν. 3996/2011, την ΠΥΣ 6/2012 και το 2ο μνημόνιο που ακολούθησε). Μεταξύ άλλων, αναγνώρισαν σε ομάδες που δεν αποτελούσαν συνδικαλιστικές οργανώσεις να συνάψουν συλλογική σύμβαση  εργασίας στην επιχεόρηση με τον εργοδότη, αφαιρώντας τους εργαζόμενους από την προστασία των κλαδικών συμβάσεων εργασίας.Αυτό συνέβαινε σε όποιο χώρο εργασίας δεν υπήρχε σωματείο. Αν υπήρχε, όμως, σωματείο, ήταν υποχρεωμένος να έρθει σε συμφωνία με το σωματείο.

Τώρα, με τον νέο νόμο, αυτό επιχειρείται να αλλάξει στο πεδίο της διευθέτησης του ωραρίου, ώστε να μπορεί να γίνει με την ατομική διαπραγμάτευση του εργαζόμενου με τον εργοδότη, με την τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Έτσι, θα δίνεται η «δυνατότητα» να διαμορφώσει ο εργαζόμενος τον χρόνο εργασίας του σε περιόδους αυξημένης απασχόλησης (μέχρι 10 ώρες κανονικό ωράριο) και περιόδους μειωμένης απασχόλησης (είτε λιγότερες ώρες, είτε ρεπό, άδειες κτλ).

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΑΚΡΙΒΩΣ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ;

Αυτό ο Χατζηδάκης το ονομάζει «ελευθερία» του εργαζομένου. Θα μπορεί α) ο φοιτητής που σπουδάζει να δώσει εξετάσεις, β) ο εργαζόμενος στο αεροδρόμιο να μαζέψει ελιές, γ) ο μέσος εργαζόμενος να πάει διακοπές με «την φίλη του». Αυτή η «ευελιξία» στη ζωή του εργαζόμενου είναι «για το καλό του», του «δίνει την δυνατότητα μόνος να ορίσει τον χρόνο του», είναι όλα «θέμα συμφωνίας».

Ενδιαφέρον είναι ότι επιλέγονται αποσπασματικά παραδείγματα εξαιρετικών περιστάσεων για να επιβληθεί μία κατάσταση στο σύνολο των εργαζομένων της χώρας. Εκτός αν, πέρα από ρητορικό τέχνασμα, κρύβονται πολλές παραδοχές: ότι ο φοιτητής που δουλεύει θα γίνει κανόνας, ότι ο εργαζόμενος στο αεροδρόμιο θα πρέπει να έχει παράλληλη δουλειά, ότι ο μέσος εργαζόμενους δεν θα μπορεί με την άδεια του απλώς να πάει τις διακοπές του.

Δεύτερον, τα παραπάνω επενδύουν πάνω στην γενική πολεμική της κυβέρνηση απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα. Γιατί μία άμεση, προσωπική προτροπή στον εργαζόμενο που τόσο πολύ «κόπτεται» να αναδιαμορφώσει το ωράριο του, θα ήταν «οργανώσου στο σωματείο σου και ζήτα το συλλογικά». Προφανώς, εδώ υποδηλώνεται, χωρίς να λέγεται ανοιχτά, ότι τα σωματεία θέλουν το κακό σου, ότι αποτελούν τερατώδεις γραφειοκρατικούς μηχανισμούς κτλ. Οπότε, εμπιστέψου τον Υπουργό που βγάζει νόμους και τον εργοδότη, που τον νοιάζεις εσύ πάνω απο όλα, και όχι τους συναδέλφους στο σωματείο σου: η πραγματικότητα γυρισμένη ανάποδα..

Τρίτον, και το σημαντικότερο, αξιοποιείται η έννοια της «συμφωνίας» με τον εργοδότη, κατ’όπιν «αίτησης» του εργαζομένου. Δηλαδή, δύο λέξεις πάνω σε ένα νομοθετικό κείμενο θα έρθουν και θα προστατεύσουν απο τον εργοδότη στον να υπαγορεύσει τους όρους της συμφωνίας στον εργαζόμενο. Ας μείνουμε σε αυτό, γιατί η συμφωνία και το ποιός την διεξάγει αποτελεί όλη την ουσία της συζήτησης.

ΑΤΟΜΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΕΙΝΑΙ ΒΙΑ!

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις του σωματείου και των συνδικαλιστικών οργανώσεων στην επιχείρηση, τον κλάδο ή την χώρα οδηγούν στην σύναψη μίας απόφασης, της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Αυτή έχει ισχύ νόμου. Το δίκαιο αυτό, που φτιάχνουν όλες μαζί οι αποφάσεις, το Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, έχει τις βάσεις του στους αγώνες και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, στις οποίες κράτος και εργοδοσία αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Με τους κανόνες αυτού του δικαίου, εξασφαλίστηκε η δημοκρατία στους χώρους δουλειάς και κατ’επέκταση στην κοινωνία.

Η ατομική σύμβαση εργασίας είναι η αρχαιότερη, η πιο απαρχαιωμένη και μεσαιωνική μορφή απασχόλησης, όταν δεν υπήρχε εργατικό δίκαιο: η συλλογική διαπραγμάτευση και το συλλογικό εργατικό δίκαιο αποτελούν το πιο εξελιγμένο και το πραγματικό εργατικό δίκαιο.

Η ατομική σύμβαση εργασίας έχει πολύ έντονο το στοιχείο της προσωπικής βίας: το τι θα πω, το πώς θα φερθώ, τα πάντα ορίζονται από τις ορέξεις του εργοδότη. Αν δεν του αρέσει κάτι, καταρχήν μπορεί να με απολύσει. Παίζω σε κάθε στιγμή την οικονομική μου επιβίωση κορώνα-γράμματα. Αυτή είναι η ελευθερία που συζητάμε: αν θέλεις, μπορείς και να αρνηθείς, να μην συμφωνήσεις με τον εργοδότη. Και αυτός, που είναι ο αρχηγός της επιχείρησης που δουλεύεις και ζεις, σε απολύει. Φοβερή ελευθερία!

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις απωθούν αυτό το στοιχείο της βίας, που είναι εγγενής στις εργασιακές σχέσεις. Δεν διαπραγματεύεσαι εσύ ο ίδιος, αλλά ο συνδικαλιστικός σου εκπρόσωπος, που έχει και πλέον (όσο αντέξει και αυτό…) συνδικαλιστική προστασία, με τον εκπρόσωπο του εργοδότη. Έχει απο πίσω του ένα σωματείο, που άμα θέλει μπορεί να παγώσει την εργασία της επιχείρησης. Έτσι, η βαθύτατη ανισορροπία ανάμεσα στον εργοδότη και τους εργαζόμενους κάπως μετριάζεται, οδηγούμαστε σε δικαιότερες λύσεις.

Σαφώς, δεν είναι ασύνδετη η «μικρή αλλαγή» στο τρόπο διευθέτησης του ωραρίου με την μείωση της συνδικαλιστικής προστασίας και την αποδιάρθρωση των συλλογικών συνδικαλιστικών ελευθεριών, που επιχειρείται με τον ίδιο νόμο. Δοκιμάζονται στοιχεία ενός νέου συστήματος οργάνωσης της εργασίας.

ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΠΑΝΑΝΙΑ

Το Υπουργείο Εργασίας βάζει ένα μικρό λιθαράκι σε ένα γενικότερο σχεδιασμό. Θέλουν να εξαφανίσουν εντελώς τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τα πάντα να τα «διαπραγματεύεσαι» ολομόναχος με τον εργοδότη. Θέλουν να ξαναγυρίσουμε σε εποχές μεσαιωνικές, όπου νόμος είναι το τι θέλει ο εργοδότης, όπου κάθε συζήτηση θα είναι «take it or leave it», όπου η μόνη ελευθερία σου θα είναι… να αποδέχεσαι κάθε τροποποίηση στους όρους εργασίας σου.

Το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει κατακρεουργηθεί από τα μνημόνια την προηγούμενη δεκαετία. Ένας από τους όρους των δανειστών, μάλιστα, στο 2ο μνημόνιο, επέβαλε ως υποχρέωση «να μην επιστρέψουμε στο προηγούμενο σύστημα». Με βάση χειρουργικά χτυπήματα, εξαφάνισαν την ισχύ των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τις κλαδικές και την εθνική συλλογική σύμβαση. Βάλαν τους νέους εργαζόμενους να δουλεύουν με υποκατώτατο μισθό, να βάλουν «πλάτη» στην χώρα, κάτι που αντιστρατεύονταν κάθε έννοια συνταγματικού και ευρωενωσιακού ακόμα κανόνα δικαίου. Οι μνημονιακές υποχρεώσεις, που επέβαλαν οι δανειστές σε όλες τις κυβερνήσεις, ήταν η αρχή: δημιούργησαν το έδαφος, πάνω στο οποίο θα άνθιζε το τσάκισμα της συλλογικής εργατικής πάλης. Και φυσικά, τσακίζοντας τους μισθούς, αύξησαν την ύφεση, την φτώχεια, την εξαθλίωση των πολιτών της χώρας, μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνέχισαν να κλείνουν, ενώ η οικονομία σταδιακά πέρασε στον έλεγχο των ξένων συμφερόντων.

Η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων αποτελεί τον ύψιστο δείκτη δημοκρατίας σε μία χώρα. Κύριο χαρακτηριστικό των χωρών – μπανανίων είναι η «ανταγωνιστικότητα» τους, δηλαδή η απουσία κάθε έννοιας εργατικού δικαιώματος. Η δικτατορία αυτή μεταφέρεται και άμεσα στην κοινωνία: δεν υπάρχει χώρα με κακούς δείκτες εργατικής προστασίας που να αποτελεί υπόδειγμα δημοκρατίας. Η επιστροφή στην ατομική διαπραγμάτευση δεν αποτελεί απλά μία τυχαία επιλογή. Αλλά εντάσσεται στο γενικό κλίμα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης, πάνω στην οποία η Νέα Δημοκρατία «πατάει γκάζι». Θέλουν να τελειώνουν με κάθε «φρένο στην ανταγωνιστικότητα». Να τελειώνουν με την δημόσια υγεία και παιδεία. Να πουλήσουν όλον τον εθνικό πλούτο. Να τελειώνουν με τα δημοκρατικά δικαιώματα. Να τελειώνουν με την δημοκρατία στις σχολές, στους χώρους δουλειάς, στο δρόμο, με ό,τι μπορεί να βάλει φρένο στο ξεπούλημα μας.

Απέναντι σε αυτό, να συλλογιστούμε ότι κάποτε αδύνατα θεωρούνταν το 8ωρο, η άδεια μετ’αποδοχών, η κοινωνική ασφάλιση, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, το πενθήμερο, η πληρωμένη υπερωρία. Δεν τα έδωσε η μεγαλοκαρδία των κυβερνώντων. Αλλά έγιναν δυνατά μέσα από τους αγώνες των εργαζομένων της εποχής τους: αυτό πρέπει να γίνει συλλογική πεποίθηση, για να τα πάρουμε όλα πίσω: την εργασία μας, την χώρα μας, το μέλλον μας.

Είμαστε στην εποχή της μείωσης του χρόνου εργασίας;

Ο όμιλος Awin ανακοίνωσε  φέτος την μείωση της εργάσιμης εβδομάδας σε περίπου 1000 εργαζόμενους. Αυτή η κίνηση ακολουθεί το πείραμα που έκανε η εταιρία για 4,5 μήνες,  όπου η εργάσιμη εβδομάδα «τελείωνε» μετά το μεσημεριανό διάλλειμα της Παρασκευής. Τα αποτελέσματα έδειξαν αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Πλέον οι εργαζόμενοι θα δουλεύουν 4 μέρες την εβδομάδα χωρίς μείωση αποδοχών.

Η Unilever στη Νέα Ζηλανδία έχει ανακοινώσει ήδη από τον Δεκέμβριο του 2020, επίσης πιλοτικό πρόγραμμα 12 μηνών, στο οποίο οι 81 εργαζόμενοι στα γραφεία της θα δουλεύουν 4 μέρες την εβδομάδα χωρίς κάποια μείωση στο μισθό τους. Ο διοικητικός διευθυντής της εταιρίας Nick Bangs αναφέρει στους στόχους του πειράματος, ότι η βασική επιδίωξη είναι να αλλάξει ο τρόπος που γίνεται η δουλειά και να γίνει πιο αποτελεσματική. Δεν είναι μια συνολική κατεύθυνση της εταιρίας, ούτε υπάρχει ακόμα η σκέψη αυτό το σχέδιο να μονιμοποιηθεί. Η εταιρία θέλει να μετρήσει τα αποτελέσματα της αύξησης της παραγωγικότητας των εργαζομένων και να διερευνήσει αν μέσω της τηλε-εργασίας – που λόγω της πανδημικής κρίσης έχει γίνει πολύ βασικό στοιχείο στην οργάνωση της δουλειάς – μπορεί να υιοθετηθεί ένα πιο ευέλικτο εργασιακό ωράριο.

Η εταιρία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Perpetual Guardian είχε επίσης κάνει ένα αντίστοιχο πείραμα στη Νέα Ζηλανδία τον Νοέμβριο του 2018. Οι 240 εργαζόμενοι της εταιρίας θα δούλευαν 4 αντί για 5 μέρες την εβδομάδα χωρίς μείωση αποδοχών. Τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν τόσο θετικά – αύξηση της παραγωγικότητας κατά 20% και οι εργαζόμενοι δήλωναν βελτίωση της προσωπικής του ζωής κατά 24% – που η εταιρία υιοθέτησε πλήρως το νέο πλάνο. O ιδρυτής της Perpetual Guardian Andrew Barnes, δηλώνει ότι στόχος είναι να βρεθούν τρόποι αύξησης της παραγωγικότητας και νέες μορφές ευελιξίας στη δουλειά.

Ένα άλλο παράδειγμα, με αρκετό ενδιαφέρον, είναι αυτό της Toyota Service στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, όπου από το 2005 το ωράριο έχει μειωθεί σε 6 αντί για 8 ώρες, χωρίς μείωση αποδοχών. Εκεί το σκεπτικό ήταν διαφορετικό και έχει να κάνει αφενός με το ότι η δουλειά είναι χειρωνακτική, αφ’ ετέρου με μια κίνηση βελτιστοποίησης του προγράμματος. Όπως αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της Toyota Center Gothenburg, Martin Banck, χρειάστηκαν λύσεις όταν προέκυψε ένα πρόβλημα με καθυστερήσεις στους χρόνους παράδοσης. Η πρόσληψη περισσότερων εργαζομένων θα σήμαινε ταυτόχρονα μεγαλύτερες ανάγκες σε χώρο, άρα νέες εγκαταστάσεις, κατεύθυνση που απορρίφθηκε γιατί θα αύξανε το κόστος για την εταιρία. Από την άλλη, υπήρχε ένα διαγνωσμένο «πρόβλημα» στο καθημερινό πρόγραμμα των εργαζομένων. Τα απανωτά διαλλείματα των εργαζομένων για φαγητό, ή καφέ δημιουργούσαν μεγάλες τρύπες στο χρονοδιάγραμμα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Banck στο διάλλειμα 09:00 – 09:20, αν κάτι αστείο συνέβαινε, ο εργαζόμενος θα ήταν πίσω στο πόστο στις 09:27, άρα χαμένος χρόνος για την εργασία.

Αυτό που σκέφτηκε η εταιρία ήταν το εξής: Αλλαγή της βάρδιας από 8 ώρες με διαλλείματα, σε 6 ώρες χωρίς διαλλείματα. Έτσι οι εργαζόμενοι θα είναι πιο παραγωγικοί, δεν θα σπαταλείται χρόνος εργασίας στο «σταμάτα – ξεκίνα» και επίσης υπάρχει ένα bonus. Αλλάζοντας τις ώρες τις βάρδιας πιο νωρίς (στις 06:00-12:30, από 07:00-16:00), η εταιρία προσέθεσε μια έξτρα βάρδια στις 11:55-18:00). Έτσι, είναι πλέον ανοιχτή 12 ώρες τη μέρα και 4 ώρες τα Σαββατοκύριακα. Επίσης, γλυτώνει το κόστος των υπερωριών. Τέλος, δεν χρειάστηκε ποτέ να μετακομίσει σε νέες μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, καθώς περισσότεροι εργαζόμενοι δουλεύουν πλέον με σπαστά ωράρια στον ίδιο χώρο. Η Toyota Service, βελτιστοποίησε το πρόγραμμα της δουλειάς, έκοψε τα διαλλείματα, γλύτωσε τις υπερωρίες και μηδένισε το κόστος νέων εγκαταστάσεων.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον παράδειγμα είναι αυτό της Φινλανδίας. Πριν από περίπου ένα χρόνο μια είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου αστραπιαία: «Η Φινλανδία υιοθετεί την 4ήμερη εργάσιμη εβδομάδα, 6 ώρες την ημέρα». Αν κάποιος έψαχνε τα ειδησεογραφικά πρακτορεία θα έβλεπε την είδηση να αναπαράγεται, άλλοτε με επικριτικό, άλλοτε με διθυραμβικό τόνο. Τα πράγματα δυστυχώς είναι λίγο διαφορετικά. Όπως αναφέρει σε άρθρο του ο Independent, η τετραήμερη εργάσιμη εβδομάδα δεν είναι μέρος του προγράμματος της Φινλανδικής Κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα αυτό που έχει συμβεί είναι το εξής: Η Πρωθυπουργός της Φινλανδίας Σάνα Μαρίν, όταν ήταν ακόμα Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών τον Αύγουστο του 2019, είχε κάνει μια δήλωση στα πλαίσια μιας επετείου του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος «4ήμερη εργάσιμη εβδομάδα, 6ωρο. Γιατί να μην είναι αυτό το επόμενο βήμα; Είναι το 8ωρο η απόλυτη αλήθεια;». Η είδηση απλώθηκε τόσο γρήγορα, που η ίδια η πρωθυπουργός της Φινλανδίας αναγκάστηκε να βγάλει νέα ανακοίνωση στο twitter διορθώνοντας τον εαυτό της «Το 4ήμερο, 8ωρο με αξιοπρεπή μισθό μπορεί να είναι μια ουτοπία σήμερα, αλλά ίσως δεν είναι στο μέλλον».

Γιατί εξαπλώθηκε τόσο πολύ μια εσφαλμένη είδηση; Γιατί μια δήλωση ενός υπουργού στα πλαίσια μιας εσωκομματικής συζήτησης βαφτίστηκε κυβερνητική απόφαση και δήλωση πρωθυπουργού; Η απάντηση έχει ενδιαφέρον και αφορά ίσως δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι μια τέτοια είδηση φαίνεται να απασχολεί πάρα πολύ. Η συζήτηση έχει ανοίξει, ίσως όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο προς όφελος των εργαζομένων, αλλά έχει ανοίξει. Δεν είναι σίγουρο ακόμα πού θα βρεθεί το νέο σημείο ισορροπίας, το σίγουρο είναι ότι η πλειοψηφία των επιχειρηματικών κύκλων, ειδικά στην παραγωγή, δεν επιθυμούν την καθιέρωση του 6ωρου, ακόμα και αν πλέον όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι το αντιλαμβάνονται σαν πραγματικό σενάριο. Η διόρθωση της Φιλανδής Πρωθυπουργού είναι κάτι παραπάνω από καθησυχαστική.

Από την άλλη, η αναδημοσίευση ενός ψευδούς ρεπορτάζ αποκαλύπτει περίτρανα για ακόμα μια φορά και με διαφορετικό τρόπου το μέγεθος του προβλήματος της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Δεν υπάρχουν μόνο οι δημοσιογραφικοί κύκλοι που μπορεί να βρίσκονται στο payroll κάποιου πολιτικού, ή επιχειρηματικού προσώπου και θα αρθρογραφήσουν κατά παραγγελία. Υπάρχει και ένας στρατός κυρίως διαδικτυακών site και περιοδικών που είναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή να αναδημοσιεύσουν οτιδήποτε θυμίζει είδηση. Έχει αλλοιωθεί τόσο η φυσιογνωμία της ειδησεογραφίας που πλέον έχει αλλάξει το DNA της.

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα της μείωσης του ωραρίου. Τι δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα;

Το πρώτο πράγμα που αποδεικνύεται είναι ότι το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας δεν είναι κάποια ουτοπική κατάσταση, ένα υπερβολικό αίτημα, ή κάποιο εγκεφαλικό κατασκεύασμα. Συζητιέται, ίσως με διαφορετικούς τρόπους κάθε φορά, αλλά συζητιέται. Η Ισπανία, για παράδειγμα, έχει ήδη ανακοινώσει ένα τριετές πιλοτικό πρόγραμμα μείωσης του χρόνου εργασίας, με επιδότηση των επιχειρήσεων.

Το δεύτερο πράγμα που αποδεικνύεται είναι ότι το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας συζητιέται σε άμεση σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας. Είτε ως απόρροια της αύξηση της αποτελεσματικότητας των εργαζομένων, είτε ως αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ευελιξίας. Το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας, όμως δεν πρέπει να αφορά την οποιαδήποτε βελτιστοποίηση της παραγωγής. Δεν είναι το οποιοδήποτε optimization το ζητούμενο για εμάς. Το 6ωρο είναι αίτημα του εργατικού κινήματος. Η παραγωγικότητα έχει αυξηθεί τόσο, τα κέρδη έχουν αυξηθεί τόσο, που η σημερινή κατάσταση όχι απλά επιτρέπει το 6ωρο αλλά το υπαγορεύει ως ανάγκη και ως δυνατότητα. Δεν χρειαζόμαστε ένα πιο εντατικό 6ωρο αντί για το 8ωρο (ακόμα και αν μελέτες τμημάτων Human Resources λένε ότι οι εργαζόμενοι σπαταλάνε μία ώρα κάθε μέρα τσεκάροντας τα social media). Το 6ωρο πρέπει να είναι καθολικό, χωρίς μείωση αποδοχών, χωρίς ευελιξία. Έχει σημασία να επιμείνουμε σε αυτό, γιατί πάνω σε αυτή τη φιλοσοφία ακουμπάει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη για διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Θα δουλεύεις 10 ώρες όταν χρειάζεται, 6 ώρες όταν δεν χρειάζεται, δεν θα πληρώνεσαι υπερωρίες κοκ. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς που θα βάφτιζε νίκη το 6ωρο σε αυτό το αντεργατικό νομοσχέδιο… Ίσα ίσα, που ενώ η συζήτηση θα έπρεπε να αφορά την κατάργηση του 8ώρου προς τα κάτω, η σημερινή κυβέρνηση θέλει να καταργήσει το 8ωρο προς τα πάνω και προς το «ελαστικότερον».

Το τρίτο πράγμα που αποδεικνύεται είναι ότι όσο η συζήτηση για την μείωση του χρόνου εργασίας γίνεται με τους όρους που γίνεται, θα συνεχίσει να γίνεται έτσι. Λείπει ο κόσμος της εργασίας από αυτή τη συζήτηση. Λείπει το καθολικό αίτημα για μείωση του χρόνου δουλειάς, για αύξηση του μισθού, για μείωση της ανεργίας, για συλλογικές συμβάσεις και όχι ευέλικτες και ατομικές διαπραγματεύσεις του καθένα με τον εργοδότη του.

Το ερώτημα είναι απλό. Αυτοί το συζητάνε, εμείς;

Είμαστε στην εποχή της μείωσης του χρόνου εργασίας. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουμε και να το διεκδικήσουμε.

Γιατί είναι σημαντική η κατάκτηση του Συνδικάτου Μετάλλου της Γερμανίας;

Το Συνδικάτο Μετάλλου IG Metall, της Γερμανίας κατάφερε στις 30/03/21 μια σημαντική νίκη. Η συμφωνία στην οποία κατέληξε με τις εργοδοτικές οργανώσεις μετά από 10ώρες συζήτησης και αρκετών κινητοποιήσεων, αφορά, ανάμεσα στα άλλα, έκτακτο μπόνους κορωνοϊού ύψους 500€, αυξήσεις στους μισθούς ή εναλλακτικά μειωμένο ωράριο και την δυνατότητα 4ήμερης εργάσιμης εβδομάδας.

Η αύξηση στους μισθούς κατά 2,3% μηνιαίως θα ξεκινήσει από τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους και θα καταβληθεί εφάπαξ τον Φεβρουάριο του επόμενου. Το συνολικό ποσό θα αφορά το 18,4% του μηνιαίου μισθού ενός εργαζόμενου ο οποίος καλύπτεται από το Συνδικάτο Μετάλλου. Εναλλακτικά το πακέτο της πρότασης επιτρέπει σε ορισμένους εργαζόμενους να εργάζονται 4 μέρες την εβδομάδα χωρίς σημαντική μείωση αποδοχών. Τις επόμενες μέρες τα τοπικά συμβούλια του Συνδικάτου και οι εργοδότες θα διαβουλευτούν σχετικά με την επιλογή που θα λάβουν.

Το IG Metall, συνδικάτο των 2.2 εκατομμυρίων εργαζομένων, είναι ένα από τα πιο ισχυρά και μαζικά  παραδείγματα οργάνωσης και διεκδίκησης των εργαζομένων.  Η συμφωνία στην οποία κατέληξε αφορά σε πρώτη φάση το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, όπου κατοικεί το 1/5 των 83 εκατομμυρίων Γερμανών και είναι σύνηθες, μια συμφωνία η οποία αφορά την ΒΡΦ σύντομα να επεκτείνεται εθνικά.

«Αυτή η συμφωνία προσφέρει απαντήσεις στα πιεστικά προβλήματα της εποχής μας: τις οξείες συνέπειες της πανδημίας και τις διαρθρωτικές προκλήσεις των βιομηχανιών μας”, δήλωσε ο βασικός κλάδος του Συνδικάτου που καλύπτει την Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και αφορά  τη βιομηχανική καρδιά της κοιλάδας Ρουρ της Γερμανίας.

Η συμφωνία του IG Metall με τις εργοδοτικές ενώσεις είναι μια νίκη που μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα πέρα και έξω τόσο από την βιομηχανία Μετάλλου, όσο και από τη Γερμανία.

Το πρώτο συμπέρασμα αφορά το ότι σήμερα υπάρχουν περιθώρια για «υποχωρήσεις» ή «συμφωνίες». Η συρρίκνωση κατά 5% της οικονομίας της Γερμανίας δεν απέτρεψε τις εργοδοτικές ενώσεις σε μια συμφωνία με τους εργαζόμενους του Συνδικάτου. Και αυτό γιατί, από την μία, υπάρχει αρκετό οικονομικό περιθώριο για έναν συμβιβασμό από την πλευρά των εργοδοτικών ενώσεων, ειδικά σε επικερδείς επιχειρήσεις. Από την άλλη, είναι συνειδητή επιλογή των εταιριών να κάνουν μια υποχώρηση, ειδικά σε στρατηγικούς κλάδους της παραγωγής. Δεν θα ρίσκαρε κανείς η επιστροφή στην μετά – κωρονοϊό «κανονικότητα» , όταν οι μηχανές θα πρέπει να είναι στο φουλ, να υπάρχουν κινητοποιήσεις, απεργίες ή στάσεις εργασίας.

Το δεύτερο συμπέρασμα αφορά το ότι η συζήτηση για τη μείωση του χρόνου εργασίας δεν είναι «από άλλο πλανήτη». Μπορεί να είναι αποτέλεσμα διεκδίκησης. Οι τεχνολογικές δυνατότητες είναι πλέον τέτοιες που το επιτρέπουν. Το καταλαβαίνουν όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης. Αυτό που λείπει από την εξίσωση είναι κάποιος να το θέσει και να αγωνιστεί γι’ αυτό.

Το τρίτο και σημαντικότερο συμπέρασμα πρέπει να είναι ηχηρό. Η δύναμη των εργαζομένων βρίσκεται στην οργάνωση και στην διεκδίκηση. Σημειώνεται ότι το Συνδικάτο ζητούσε, την τελευταία περίοδο, αύξηση κατά 4% στους μισθούς, ενώ το 2018 είχε συμφωνήσει με τη Volkswagen αυξήσεις στους μισθούς κατά 4,3% τον Μάιο του 2018, σαν αποτέλεσμα κινητοποιήσεων και απεργιών που είχαν ξεκινήσει από το 2004 στις οποίες οι εργαζόμενοι διεκδικούσαν αυξήσεις κατά 6% στους μισθούς. Μπορεί ο συνδικαλισμός και η οργάνωση σαν έννοιες να μοιάζουν όλο και πιο μακρινές και σε πολλές περιπτώσεις απωθητικές (μάλιστα όχι άδικα), ειδικά για τους νεότερους εργαζόμενους.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει δύο σημαντικές αλήθειες. Η παρουσία και η διεκδίκηση των εργαζόμενων μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα. Η απουσία και η παθητική αποδοχή των εργαζομένων έχει επίσης σημαντικά αποτελέσματα. Απλά στη μια περίπτωση τα αποτελέσματα είναι υπέρ των εργαζομένων, στην δεύτερη είναι εναντίων τους.

Το δίλημμα για την πλευρά των εργαζόμενων είναι απλό. Απουσία και όπου «φτωχός και η μοίρα του»; Ή συλλογικές κινητοποιήσεις με συγκεκριμένες διεκδικήσεις; Η αναξιοπιστία του συλλογικού αγώνα είναι γνωστή. Όμως όσο κερδίζει έδαφος η δεύτερη απάντηση, τόσο το μέλλον θα μοιάζει αισιόδοξο.

Πλεονεκτήματα και Μειονεκτήματα για το 6ωρο

Ήταν το 2015 όταν η είδηση για ένα πείραμα σε μια κωμόπολη της Σουηδίας έκανε τον γύρο του κόσμου. Για 68 νοσηλεύτριες του Δημοτικού οίκου ευγηρίας Svartedalens της πόλης του Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, το ωράριο θα μειωνόταν από 8ωρο σε 6ωρο, χωρίς μείωση αποδοχών για δύο χρόνια. Το 40ωρο θα γινόταν 30ωρο, ενώ ο μισθός θα παρέμενε ο ίδιος. Μπορεί το πείραμα να έχει λήξει εδώ και κάποια χρόνια και οι εργαζόμενοι να έχουν επιστρέψει στους «κανονικούς ρυθμούς», υπάρχουν όμως κάποια συμπεράσματα που έχουν βγει από αυτή την ιστορία;

Οι εργαζόμενοι δήλωναν μετά την διετία ότι ήταν κατά 20% πιο χαρούμενοι και γενικά ότι είχαν περισσότερη ενέργεια και διάθεση τόσο στη δουλειά όσο και στον ελεύθερο χρόνο τους, ενώ η υγεία τους επίσης βελτιώθηκε κατά το ίδιο ποσοστό (οι μέρες που οι εργαζόμενοι ήταν άρρωστοι μειώθηκαν κατά 15%). Η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυξήθηκε κατά 64% ειδικά κατά τις δραστηριότητες που αφορούσαν την επαφή με τους ηλικιωμένους του γηροκομείου.

Αν όλοι ήταν ευχαριστημένοι, εργαζόμενοι και ηλικιωμένοι, γιατί μετά το πέρας του πιλοτικού προγράμματος επανήλθε το 8ωρο; Ενώ οι εργαζόμενοι λέγανε ότι ήταν πολύ πιο χαρούμενοι όσο διαρκούσε το πρόγραμμα, αφού είχαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο ή χρόνο να περάσουν με τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους, να κάνουν τις οικιακές δουλειές, γιατί το πρόγραμμα κρίθηκε ως αποτυχημένο;

Το μυστικό κρύβεται στο κόστος. Η μείωση του ωραρίου οδήγησε στην πρόσληψη 17 επιπλέον εργαζόμενων, για να καλυφτούν οι ανάγκες, με μια δαπάνη η οποία αφορούσε 1,2 εκατ. €. Τόσο αρκετοί συντηρητικοί πολιτικοί του Δήμου, όσο και στελέχη του επιχειρηματικού κόσμου, έσπευσαν να κατηγορήσουν την μείωση του ωραρίου ως αναποτελεσματική. Διοικητές ιδιωτικών επιχειρήσεων δήλωναν πως η μείωση του ωραρίου με σταθερό μισθό δεν ταιριάζει στον κόσμο των εταιριών και των start-up επιχειρήσεων και οργανισμών που τα όρια μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής είναι πιο ασαφή…

Το σίγουρα αναποτελεσματικό είναι σίγουρα το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι ένιωθαν πιο κουρασμένοι και απογοητευμένοι όταν αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στους προηγούμενους ρυθμούς, καθώς ο χρόνος που είχαν για την προσωπική τους ζωή μειώθηκε δραστικά.

Αλλά αν θέλουμε να είμαστε πιο συγκεκριμένοι οφείλουμε να σταθούμε στην λέξη αναποτελεσματικό. Αναποτελεσματικό για ποιον; Αν το πρόγραμμα ήταν πραγματικά αποτελεσματικό για τους εργαζόμενους και τους ηλικιωμένους, ήταν πράγματι αναποτελεσματικό για τον κόσμο των επιχειρήσεων που τα πάντα μετριούνται με βάση τη σχέση κόστος και όφελος.

Και εκεί τα πράγματα θα πρέπει να είναι απλά όταν μπαίνουν στη ζυγαριά. Αν το να αυξηθεί το κόστος, σημαίνει καλύτερη υγεία των εργαζόμενων, περισσότερο ελεύθερο χρόνο και καλύτερη κοινωνική – οικογενειακή ζωή, καλύτερη διάθεση, προσλήψεις και μείωση της ανεργίας, πιο αποτελεσματική εργασία και όχι εξουθένωση, τότε μήπως το κόστος αυτό δεν είναι και τόσο μεγάλο;

Το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα δεν βγάζει κάποια τρομερά ή περίεργα συμπεράσματα που κάποιος δεν θα φανταζόταν και από μόνος του. Ποιος δεν πιστεύει ότι κάποιος που δουλεύει λιγότερο, είναι πιο χαρούμενος; Ποιος θέλει να δουλεύει 8 ή 10 ώρες την ημέρα; Ποιος δεν θα ήθελε μειωμένο ωράριο με τις ίδιες αποδοχές; Ποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα θα μπορούσαμε να καλύπτουμε όλες τις ανάγκες μας χωρίς να αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε εξαντλητικά ωράρια; Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι είναι αδιανόητο να γίνονται άλματα στην τεχνολογία και την παραγωγή και οι μισθοί να είναι καθηλωμένοι και το 8ωρο (αν και όπου υπάρχει ακόμα…) είναι πακτωμένο επί κοντά δύο αιώνες;

Η μείωση του ωραρίου έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Έχει πολλά πλεονεκτήματα για τους εργαζόμενους και την κοινωνία. Και έχει ένα και μοναδικό μειονέκτημα για τους εργοδότες ή της δημόσιες υπηρεσίες: το κόστος. Και ας είμαστε ειλικρινείς. Το κόστος αυτό δεν θα σήμαινε ότι δεν θα ήταν «βιώσιμη» μια επιχείρηση. Αλλά ότι αντί να κερδίζει 100, ο εργοδότης θα κέρδιζε 80. Αυτό όχι απλά δεν θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει. Θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο ότι η διεκδίκηση της μείωσης του ωραρίου επιτέλους είναι πιο ώριμη από ποτέ.

 

*ΥΓ. Το πιλοτικό πρόγραμμα που αναφέρεται στο άρθρο αποφασίστηκε από την πλειοψηφία στον Δήμο του Γκέτεμποργκ που είχε σχηματιστεί με τη συμμετοχή των Σοσιαλδημοκρατών, του Αριστερού Κόμματος και του Πράσινου Κόμματος. Σε εθνικό επίπεδο το Πράσινο Κόμμα έχει αλλάξει το πρόγραμμά του στις 35 ώρες αντί για 30, ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (όπως και όλα τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα) αντιτίθεται στη μείωση του ωραρίου. Σε τοπικό επίπεδο, η μείωση του ωραρίου αποτέλεσε σημαντικό προεκλογικό αίτημα των δύο κομμάτων του συνασπισμού και η επιλογή του πιλοτικού προγράμματος σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσε καθυστερημένα μια προσπάθεια να «τηρηθεί» η προεκλογική υπόσχεση. Τα παραπάνω εξηγούν σε ένα βαθμό για ποιο λόγο έγινε το συγκεκριμένο πιλοτικό πρόγραμμα, καθώς και γιατί δεν προχώρησε σε δεύτερο χρόνο.

«Είκοσι πέντε μέρες χαριστικά»: Η οδύσσεια μιας άδειας μητρότητας

«Είκοσι πέντε μέρες χαριστικά» ήταν η απάντησή τους. Για οποιαδήποτε άλλη άδεια θα ήταν μια σχετικά ικανοποιητική περίοδος, όχι όμως και για την άδεια μητρότητας. Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αρχή, από την ημέρα που τους ανακοίνωσα ότι ήμουν έγκυος, 4 μηνών και κάτι.

Μια εργαζόμενη μηχανικός οσονούπω μητέρα σε μια από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες στον ιδιωτικό τομέα, ένα μισθωτό μπλοκάκι (άρθρο 39) που με έκανε περισσότερο μισθωτή παρά μπλοκάκι και μια ερώτηση: «Ποια είναι τα δικαιώματά μου όσον αφορά το επίδομα και την άδεια μητρότητας;».

Οι απαντήσεις που μου δόθηκαν ήταν πολλές. Η εταιρεία μού απάντησε «25 μέρες χαριστικά», το ΤΣΜΕΔΕ στην αρχή ότι θα πρέπει να απευθυνθώ στο ΙΚΑ, το ΙΚΑ που υπάγομαι ότι έχω όλα τα δικαιώματα της μισθωτής, το ΙΚΑ που υπάγεται η εταιρεία ότι σε παλιότερη αντίστοιχη περίπτωση που είχε καλύψει την εργαζόμενη ως μισθωτή τής είχαν ζητήσει αναδρομικά τα χρήματα πίσω, το ΤΣΜΕΔΕ έπειτα ότι είμαι ελεύθερη επαγγελματίας άρα μου αντιστοιχούν και τα αντίστοιχα επιδόματα, το ΕΤΑΑ ότι θα πρέπει να μιλήσω με το ΤΣΜΕΔΕ, το τμήμα μισθωτών του ΕΦΚΑ ότι θα πρέπει να πάω στο τμήμα Μη μισθωτών, το τμήμα Μη μισθωτών του ΕΦΚΑ ότι θα πρέπει να πάω στο τμήμα Μητρότητας, το τμήμα Μητρότητας ότι το άρθρο 39 είναι γκρίζα ζώνη και ότι θα πρέπει να απευθυνθώ στο τμήμα Νομοθεσίας, το τμήμα Νομοθεσίας ότι είμαι ελεύθερη επαγγελματίας βάσει ενός ΦΕΚ του 2014 όταν το άρθρο 39 του Ν.4387 ψηφίστηκε το 2017. Οι δικηγόροι μού απάντησαν ότι είχαν σε εξέλιξη δικαστικές διαμάχες σχετικά με τις παροχές που δικαιούται το «μισθωτό μπλοκάκι» αλλά τίποτα δεδικασμένο, ο Συνήγορος του Πολίτη ότι δεν αναλαμβάνει διαμάχη μεταξύ εργαζομένου και εταιρείας του ιδιωτικού τομέα παρά το κενό στον νόμο, το Υπουργείο Εργασίας επί ΣΥΡΙΖΑ ότι έχει προωθηθεί το ερώτημα στο αρμόδιο τμήμα και θα με ενημερώσουν σε λίγες μέρες αλλά άργησαν τόσο που τελικά το αίτημα προωθήθηκε στο Υπουργείο Εργασίας επί Ν.Δ., που ανέφερε ότι είναι προτεραιότητά τους η προστασία της μητρότητας και ακολούθως μου απάντησαν για τη σύνταξή μου! Επί της ουσίας, δεν είχα καμία απάντηση και ήμουν πλέον επτά μηνών και κάτι.

Τρεις μήνες προσπαθούσα να πιαστώ από κάτι έλλογο. Οι ευρωπαϊκές οδηγίες ανάφεραν 4 μήνες άδεια μητρότητας ανεξαρτήτως σχέσεων εργασίας, δεν ανάφεραν όμως τίποτα για επίδομα, το ΤΣΜΕΔΕ έδινε στην ελεύθερη επαγγελματία επίδομα μητρότητας συνολικής αξίας 800 ευρώ (200 ευρώ για κάθε μήνα επί 4 μήνες) αλλά δεν αναφερόταν τίποτα για την άδεια. Το ΙΚΑ έδινε επίδομα μητρότητας 4 μηνών που συνδυαζόταν με την άδεια θηλασμού και το μειωμένο ωράριο, αλλά αφορούσε μόνο τις μισθωτές. Η εταιρεία έδινε 25 μέρες χαριστικά γιατί τίποτα δεν την υποχρέωνε για κάτι διαφορετικό. Ένα κυνηγητό κάποιας αφηρημένης, απ’ ό,τι φαίνεται, έννοιας όπως η προστασία της μητρότητας, που κατέληξε στην ατομική διαπραγμάτευση με την εταιρεία. «Είκοσι πέντε μέρες», επέμεναν εκείνοι, «το θέλω γραπτώς και επίσημα υπογεγραμμένο», απάντησα μία μέρα έπειτα από μακρά περίοδο συζητήσεων για τα κενά της νομοθεσίας και την ακραία πολιτική από την πλευρά της εταιρείας σχετικά με τη μητρότητα.

Η οργάνωσή μου σε σωματείο και η αλληλεγγύη των συναδελφισσών και των συναδέλφων μου ήταν τα πιο βασικά όπλα για να με κάνουν να τολμήσω μια πιο επιθετική προσέγγιση, με την καταγγελία να αχνοφαίνεται κι εμένα να ρωτάω την Επιθεώρηση Εργασίας για τα διαδικαστικά. Μέσα σε μία ώρα μου είχαν δώσει 4 μήνες άδειας με αποδοχές (κατ’ αντιστοιχία του επιδόματος μητρότητας της μισθωτής).

Οι μήνες πέρασαν κι έπρεπε να γυρίσω στη δουλειά, χωρίς μειωμένο ωράριο, χωρίς άδεια θηλασμού. Οι διαπραγματεύσεις ξαναξεκίνησαν. Η κατάληξη ήταν να δουλεύω από το σπίτι και να πηγαίνω μία φορά την εβδομάδα στην εταιρεία για 2 μήνες. Την πρώτη μέρα της πρώτης εβδομάδας που επέστρεψα, είδα μια συνάδελφο που ήταν έγκυος να βγαίνει από το γραφείο του διευθυντή. Διαπραγματευόταν κι εκείνη τις άδειές της σχεδόν από το σημείο μηδέν. Την ενημέρωσα για τις παροχές που έδωσαν σ’ εμένα και συμφωνήσαμε να διεκδικήσει το κάτι παραπάνω για την επόμενη έγκυο συνάδελφο και το πέτυχε.

Ικανοποιημένη εν μέρει από το αποτέλεσμα αφενός, βαθιά απογοητευμένη από τη δυσλειτουργία των φορέων που χρυσοπληρώνουμε με τις εισφορές μας αφετέρου, συνειδητοποίησα πόσο κομβικής σημασίας είναι η προστασία της μητρότητας. Γιατί δεν έχει σημασία αν είσαι στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, αν είσαι μισθωτή ή με μισθωτό μπλοκάκι, αν έχεις σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αν είσαι στο ένα ή στο άλλο επιμελητήριο ή αν είσαι σε κάποιο σύλλογο, αν είσαι άνεργη ή εργαζόμενη, αν έχεις γεννήσει ή έχεις υιοθετήσει, αν έγινες μπαμπάς ή μαμά. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο της ζωής τους όλα τα παιδιά έχουν τις ίδιες συναισθηματικές και υλικές ανάγκες και αυτό θα πρέπει να είναι η βάση των αιτημάτων σε μια διαρκή μάχη για τη συλλογική διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας.


* Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της τοποθέτησης της αρθρογράφου στην εκδήλωση με τίτλο «Φεμινιστικές αντιστάσεις στη δουλειά» που διοργάνωσε η Συνέλευση 8 Μάρτη, την Τετάρτη 5 Φλεβάρη στην αίθουσα του ΤΕΕ στην Αθήνα.

Πηγή: Εκτός Γραμμής