Άρθρα

efood

Ευχαριστούμε e-food

Ευχαριστούμε e-food γιατί μας θύμισες ότι εργαζόμενοι και εργοδότες είναι σε διαφορετικά στρατόπεδα. Η απληστία σου ήταν προκλητική: τα υψηλότατα κέρδη ρεκόρ, η ασύλληπτη αύξηση τζίρου,τα τεράστια μερίσματα για τους ιδιοκτήτες της, δεν τα μοιράστηκες, έστω και για ένα ψίχουλο, με τους εργαζόμενους. Η επιβράβευση ήταν να τους πατήσεις περισσότερο στο λαιμό: Να τους βαφτίσεις “συνεργάτες”, να τους πληρώνεις με το κομμάτι, να αποφύγεις τις εργοδοτικές εισφορές, να μην κάνεις έξοδα για άδειες, μέσα προστασίας, βενζίνες.

Ευχαριστούμε e-food γιατί μας έδειξες ότι το κράτος ενισχύει τους δυνατούς όταν επιβάλλονται στους αδύναμους. Οι κυβερνήσεις, διαχρονικά και διακομματικά, νομοθετούν υπέρ των επιχειρήσεων και εναντίον της εργασίας. Από τον νόμο για το ασφαλιστικό που επιβράβευε την απασχόληση εργαζομένων ως αυτοαπασχολούμενων με μπλοκάκι, μέχρι τον νόμο για το εργασιακό που νομιμοποιούσε την πρακτική των εταιρειών να βαφτίζουν τους χαμηλόμισθους ντελίβερι “συνεργάτες, τα κυβερνητικά έργα είναι μια προκλητική υπηρεσία προς το κεφάλαιο.

Ευχαριστούμε e-food γιατί μας έδειξες ότι η «ελεύθερη οικονομία» δεν είναι καθόλου ελεύθερη. Είναι γεμάτη από καταναγκασμούς, από εκβιασμούς και απειλές. Η αρχική απαίτηση της εταιρείας ήταν: Ή θα αποδεχτείτε συνθήκες 19ου αιώνα, ή θα μείνετε άνεργοι. Αυτός ο εκβιασμόςείναι η κοινή γραμμή της άρχουσας τάξης και του επιχειρηματικού κόσμου εδώ και χρόνια. Αυτή την φορά, δεν πέρασε.

Ευχαριστούμε e-food γιατί μας επιβεβαίωσες ότι όσο το οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας είναι τουρισμός, σουβλατζίδικα και καφετέριες, τόσο οι δουλειές που παράγονται θα είναι κακοπληρωμένες, ανασφαλείς, υποτιμημένες, υπό διαρκή εκβιασμό.

Ευχαριστούμε e-food γιατί μας απέδειξες ότι η αλληλεγγύη των πολλών είναι το όπλο μας. Μια παντοδύναμη εταιρεία, με τα ΜΜΕ να τη δικαιολογούν εμφανίζοντας το άσπρο μαύρο, και την κυβέρνηση να τη στηρίζει ψηφίζοντας εργοδοτικούς νόμους, υπέκυψε μπροστά στην κοινωνική κατακραυγή. Στην αρχή, με την αλαζονεία του ισχυρού και τις πλάτες της κυβέρνησης, η e-food εκβίασε. Στην πορεία είπε ότι “έγινε παρεξήγηση”. Τελικά, δέχτηκε μετατροπή όλων των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου και τερματισμό του σύγχρονου σκλαβοπάζαρου μέσω γραφείων ενοικίασης εργαζομένων. Αυτή η βήμα-το-βήμα υποχώρηση της εταιρείας είναι νίκη μιας κοινωνίας που δείχνει αλληλεγγύη και δεν δέχεται το άδικο.

Πάνω από όλα, ευχαριστούμε e-food γιατί μας απέδειξες ότι οι αγώνες έχουν αποτέλεσμα. Διέψευσες ότι οι πολλοί και αδύναμοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να υποταχθούν στους ισχυρούς. Τσαλάκωσες την προπαγάνδα ότι δεν έχει νόημα να αγωνιζόμαστε γιατί δεν κερδίζουμε τίποτα. Η μετατροπή των συμβάσεων των εργαζομένων της e-food σε αορίστου, με αναγνώριση της προϋπηρεσίας, είναι μια μεγάλη νίκη των εργαζομένων, είναι μια μεγάλη ήττα της εργοδοσίας.

 

Η επιχειρηματική τάξη της αρπαχτής, της εξαγορασμένης αριστείας και της απληστίας, έφαγε σήμερα ένα ηχηρό χαστούκι

Η απόπειρα της efood να μετατρέψει συμβάσεις εργασίας σε συμβάσεις αμοιβής με το κομμάτι θα ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να αναδειχθεί η ρηχότητα, η ιδιοτέλεια και ο κυνισμός που διακρίνουν την ελληνική άρχουσα τάξη. 

Θα ήταν, αλλά δεν είναι, γιατί η στρατιά πληρωμένων πιστολιών των ΜΜΕ που παριστάνουν τους δημοσιογράφους, βάλθηκε να αποκαταστήσει – πιθανά με το αζημίωτο – το τρωθέν κύρος της εταιρείας. Αντί να θέσει επί τάπητος το τι και γιατί έγινε, πασχίζει να συσκοτίσει τις αιτίες και τις συνθήκες που επικρατούν πραγματικά στην ελληνική αγορά εργασίας. Και ο πολιτικός κόσμος της χώρας, ενωμένος στην εμπέδωση των μεσαιωνικών εργασιακών σχέσεων της Gig Economy, επιχειρεί να αντιμεταθέσει την ευθύνη και να αποφύγει το κόστος. 

Η άτακτη υποχώρηση της εταιρείας όπως εκφράστηκε με την ανακοίνωση μετατροπής όλων των συμβάσεων σε αορίστου, με αναγνώριση προϋπηρεσίας, αφήνει έκθετους όλους όσους έσπευσαν τις προηγούμενες μέρες να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Όσους υποστήριξαν ότι ο νόμος Χατζηδάκη αλλά και ο ασφαλιστικός νόμος του 2020 είναι άσχετοι με τη συγκεκριμένη απαίτηση της εταιρείας, αλλά και όσους κρύφτηκαν πίσω από τον νόμο Χατζηδάκη για να αποσείσουν τις δικές τους ευθύνες και κυβερνητικά πεπραγμένα (νόμος Κατρούγκαλου, επιδότηση εργοδοσίας που απασχολούσε εργαζόμενους με μπλοκάκια κλπ).

Η δουλειά με το κομμάτι, το μπλοκάκι και η μετατροπή του εργαζόμενου σε “συνεργάτη” δεν είναι κατορθώματα της τελευταίας διετίας. Είναι διακομματική και διαχρονική η πολιτική ευθύνη για τα καθεστώτα γαλέρας που στήθηκαν στους εργασιακούς χώρους, για τους καταναγκασμούς, τις απειλές, τις αυθαιρεσίες. 

Η συγκεκριμένη εταιρεία, έχοντας (λόγω πανδημίας) κέρδη πέρα από κάθε προσδοκία, εκβίασε τους διανομείς της, υπό την απειλή της απόλυσης, να αποδεχτούν το καθεστώς του freelancer. Εκβίασε αυτούς που ήταν από τους εργαζόμενους της “πρώτης γραμμής του μετώπου” κατά τη διάρκεια του λοκντάουν, έχοντας μάλιστα πρωταγωνιστήσει στα σχετικά σποτ της Πολιτικής Προστασίας, προκαλώντας την εύλογη συμπάθεια και υποστήριξη της κοινωνίας. Ήρωες τότε, αναλώσιμοι σήμερα. 

Υπό φυσιολογικές συνθήκες και σκεπτόμενοι λογικά, η έκρηξη κερδών των εταιρειών διανομής λόγω πανδημίας, θα είχε τα εξής αποτελέσματα για τους εργαζόμενους: Μοίρασμα μικρού έστω μέρους των κερδών με αύξηση μισθών και παροχών, καλύτερες συνθήκες εργασίας, περισσότερη ασφάλεια και προστασία. Σε πολιτικό και κυβερνητικό επίπεδο θα περίμενε κανείς νόμους και αποφάσεις που θα τους προστάτευαν, θα τους ενίσχυαν, θα τους επιβράβευαν. 

Όμως, η Ελλάδα της επιχειρηματικότητας, η Ελλάδα που σκούζει ενάντια στο σοβιετικό μοντέλο και τα κομμουνιστικά κατάλοιπα, η Ελλάδα που θεωρεί τα κοινωνικά δικαιώματα εμπόδιο στην κερδοφορία των αργόσχολων της πλατείας Κολωνακίου, η Ελλάδα της κούφιας καινοτομίας, η Ελλάδα που κυβερνάται από τους αυτοανακηρυχθέντες άριστους γόνους πλουσίων και ισχυρών, δεν έχει τέτοια κολλήματα με τις φυσιολογικές συνθήκες και τη λογική. 

Το εντελώς αντίθετο.

Σημειώνοντας αύξηση τζίρου 50% και έχοντας καθαρά κέρδη πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία αποδόθηκαν στους ιδιοκτήτες της, η εταιρεία έδωσε σπάνιο ρεσιτάλ εργοδοτικής απληστίας και σκατοψυχιάς. Τη χρονιά που κέρδισε περισσότερα από όσα θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, επιχείρησε να μειώσει περαιτέρω το εργοδοτικό κόστος, βαφτίζοντας τους εργαζόμενους του λειψού μεροκάματου, “συνεργάτες”.

Και αν την αχόρταγη για περισσότερα κέρδη, υπερ-κερδοφόρα εταιρεία, την περιμέναμε, γιατί κανείς πλούσιος δεν θα αφήσει την ευκαιρία να γίνει ακόμα πλουσιότερος πατώντας στο λαιμό του αδύναμου, τι ακριβώς έκανε η κυβέρνηση;

Επιβράβευσε με τον ασφαλιστικό νόμο του 2020 την αήθη πρακτική των εταιρειών να βαφτίζουν την εξαρτημένη εργασία παροχή έργου και να μετατρέπουν τον σταθερό μισθό σε πληρωμή με το κομμάτι. Μειώνοντας τις εισφορές, ενίσχυσε την αυτοαπασχόληση, τιμώρησε τη μισθωτή εργασία, έδωσε κίνητρο για προσλήψεις με μπλοκάκι και πληρωμή με το κομμάτι, έστησε αντικίνητρο για συμβάσεις εργασίας. 

Τάχθηκε δηλαδή με τη μεριά του επιχειρηματικού συρφετού που επιδίωκε να μην πληρώνει εργοδοτικές εισφορές και να απαλλαγεί από το κόστος που του προκαλούσαν οι άδειες, οι μητρότητες, οι ασθένειες, οι κανόνες υγειινής και ασφάλειας και οι λοιπές εφευρέσεις του εικοστού αιώνα που στέκουν εμπόδιο στην αριστεία και στην καινοτομία. 

Και με τον εργασιακό νόμο του 2021, επικύρωσε και νομιμοποίησε την παράνομη πρακτική των εταιρειών ντελίβερι να απασχολούν διανομείς ως συνεργάτες. Η Wolt δούλευε έτσι από την αρχή, η e-food επιχείρησε να το κάνει, αλλά σκόνταψε πάνω στη θηριώδη απληστία της και μετά την κοινωνική κατακραυγή, δεν είχε άλλη επιλογή από την άτακτη υποχώρηση. 

Έχουμε δηλαδή έναν πολιτικό κόσμο (γιατί η ευθύνη δεν αφορά μόνο αυτή την κυβέρνηση αλλά και τις προηγούμενες) που κυνικά και ξεδιάντροπα, αντί να πάρει το μέρος του αδύναμου παίρνει διαρκώς το μέρος του ισχυρού. 

Η e-food και η ιδιοκτησία της πλήρωσε την πλεονεξία, την ασυδοσία και τη σκατοψυχιά που χαρακτηρίζουν την ελληνική επιχειρηματική τάξη. 

Την τάξη που με μοναδικά προσόντα το κεφάλαιο που κληρονόμησε και το πολιτικό προσωπικό που την προστατεύει σκανδαλωδώς και με κάθε τρόπο, αρμέγει την κοινωνία, λεηλατεί τα δημόσια ταμεία, σιτίζεται πλούσια από τον κρατικό κορβανά, καταπίνει επιδοτήσεις και ΕΣΠΑ πιο γρήγορα και από τη σκιά της.

Αυτή η επιχειρηματική τάξη της αρπαχτής, της εξαγορασμένης αριστείας και της κληρονομημένης υπεροχής, έφαγε σήμερα, με την υποχώρηση της e-food, ένα ηχηρό χαστούκι. 

Δεν θα σταματήσει φυσικά να είναι άπληστη, αχόρταγη, εκδικητική, αηδής και αήθης.

Αλλά το χαστούκι αυτό μπορεί να κάνει την πλευρά της ζωντανής εργασίας να πιστέψει λίγο περισσότερο στις δικές της δυνάμεις.

Μαρίες Αντουανέτες που δεν έχουν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους χλευάζουν την ανάγκη μέτρων ενόψει καύσωνα

Το καλοκαίρι του 2017 δούλευα σε ένα εστιατόριο στο Σύνταγμα στην Όθωνος.

Ήμουν και κάτι σαν υπεύθυνος βάρδιας.

Ντάλα σεζόν λοιπόν έκανε σε κάποια φάση συνεχόμενα 40ρια και μια μέρα είχε φτάσει τους 44. Η κατάσταση ήταν αποπνικτική.

Οι κουζίνες του εστιατορίου ήταν στο υπόγειο, οι οποίες ήταν καμίνι.

Τηγάνια, φούρνοι, μάτια, τεράστια ψυγεία, κακός εξαερισμός, 4 άτομα να δουλεύουν ασταμάτητα σε 20 το πολύ τετραγωνικά μέτρα και να προσπαθούν να βγάλουν τις παραγγελίες.

Εγώ, όταν είχα κάτι να κάνω ως διόρθωση, πχ σε παραγγελία, έμπαινα για δευτερόλεπτα μέσα στην υπόγεια κουζίνα και έφευγα τρέχοντας. Δεν μπορούσα να πιστέψω πώς την παλεύουν και βγάζουν 8ωρο σε τέτοιες συνθήκες.

Σε κάποια φάση πάνω στο πικ του μεσημεριού, ανεβαίνει μια μαγείρισσα και μου λέει πανικόβλητη ότι ο σεφ είναι στο πάτωμα. Δύο μέτρα παλικάρι, με δύο παιδιά, κατέρρευσε.

Κατεβαίνω κάτω, όντως ήταν λιπόθυμος, και οι μαγείρισσες σε κατάσταση σοκ.

Καλώ το ΕΚΑΒ, κλείνουμε μάτια φούρνους και λοιπά στην κουζίνα και κατεβάζω τα στόρια διώχνοντας όποιον Κινέζο υπήρχε εκείνη τη στιγμή στην είσοδο που ετοιμαζότανε να μπει, και εξηγούμε στη σάλα, σε αυτούς που περίμεναν να φάνε, ότι δεν θα φάνε τελικά.

Το ΕΚΑΒ ήρθε γρήγορα, ο άνθρωπος συνήλθε ευτυχώς, και πήγε σπίτι του.

Ο ιδιοκτήτης με παίρνει τηλέφωνο βλέποντας όλο το σκηνικό από τις κάμερες, και μετά τις πρώτες “ανθρώπινου” επιπέδου ερωτήσεις, με ρωτάει γιατί έκλεισα τα στόρια του μαγαζιού και γιατί δεν βγάλαμε σαλάτες.

Εκεί πάνω στην φρίκη που είχα περάσει, με το που το άκουσα, ειπώθηκαν πολλά και το βούλωσε.

Την επόμενη μέρα ο σεφ παραιτήθηκε, σταμάτησε τη δουλειά για να κάνει εξετάσεις.

Χωρίς καμία κάλυψη προφανώς.

Στη σεζόν, αν πάθεις κάτι, είσαι αναλώσιμος.

Την λέω την ιστορία γιατί χθες ο Τσίπρας έκανε μια ενδιαφέρουσα πρόταση για την επόμενη Δευτέρα να κηρυχθεί ως αργία με τη λογική να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από τον καύσωνα που έρχεται.

Σωστό και μακάρι να γίνει.

Η κυβέρνηση την χλεύασε και τη θεώρησε λαϊκισμό.

Υπάρχουν κάποιες Μαρίες Αντουανέτες, που δεν έχουν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους, που δεν έχουν μπει σε κουζίνα εστιατορίου σε συνθήκες καύσωνα, που δεν τρέχουν όλη μέρα με το δίσκο στο χέρι σε επιχειρήσεις εστίασης, που δεν έχουν πάρει ποτέ λεωφορείο ντάλα καλοκαίρι, και που τη Δευτέρα κατά πάσα πιθανότητα θα δροσίζονται σε κάποιο πανάκριβο θέρετρο, χλευάζουν την ανάγκη για προληπτικά μέτρα προστασίας για μια μέρα που αναμένεται θερμοκρασία 44 βαθμών Κελσίου.

Πρόκειται για ανθρώπους που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις πραγματικές συνθήκες εργασίας και που αν βρεθούν καλοκαίρι σε χώρο χωρίς κλιματιστικό, θα ουρλιάξουν για τις τριτοκοσμικές καταστάσεις που αναγκάζονται να υποστούν.

Το ερώτημά μου όμως, είναι άλλο.

Ο  ΣΥΡΙΖΑ ζητάει τώρα αργία και καλά κάνει, τουλάχιστον για την κατηγορία των εργαζομένων που εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους ή αναγκάζονται να μετακινηθούν με μέσα μεταφοράς, αλλά το καλοκαίρι του 2017 ως κυβέρνηση, δεν μπορούσε να δώσει αργία την ημέρα με τους 44 βαθμούς;

Ο Τσίπρας τότε, ως πρωθυπουργός, γιατί δεν αποφάσισε ένα γρήγορο μέτρο προστασίας για το καλό των εργαζομένων;

Και όχι μόνο:

Τι έκανε 5 χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση για τα εργασιακά νταχάου που παίζουν στις σεζόν;

Να είχε μείνει ως μελλοντική παρακαταθήκη έστω αυτό, για το καλό των εργαζομένων από την περίοδό του.

Τίποτα δεν έκανε και τίποτα δεν πρόκειται να κάνει αν ξαναβγεί.

Όλο αυτό το λέω πιο πολύ για φίλους μπερδεμένους που βρήκαν πάλι ελκυστικό τον Τσίπρα επειδή ζούμε το ζόφο του Κούλη.

Ο εργασιακός Μεσαίωνας δεν θα περάσει!

Εκδήλωση του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021, 7.30 μμ Πλατεία Αυδή, Μεταξουργείο

Ομιλητές:
Δημήτρης Τσίτκανος, Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων
Βασίλης Μπουρδούβαλης, Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων
Γιάννος Γιαννόπουλος, Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική Διεθνιστική Αριστερά
Γρηγόρης Καλομοίρης, Γραμματεία ΜΕΤΑ, Αριστερό Ρεύμα

Συντονίζει η Φρόσω Κορτζίδου

Μπροστά στο νόμο Χατζηδάκη

Των Δημήτρη Μητρόπουλου – Λάμπρου Παπαθανασίου

Τι θα γινόταν αν η ΓΣΕΕ δεν είχε ξεπουληθεί χρόνια τώρα στις ορέξεις του ΣΕΒ και του πολιτικού προσωπικού που τους υπηρετεί; Αν ο Παναγόπουλος ήταν για μια φορά μέσα στα προβλήματα των εργαζομένων και όχι σε κάποιο θέρετρο για λουκούλλεια γεύματα; Αν δεν κορόιδευε την εργατική τάξη της χώρας ζητώντας την επαναφορά του βασικού μισθού κατόπιν εορτής και αφού αυτή έχει ήδη παραπεμφθεί για του χρόνου (και αν); Αν υπήρχε μια ΓΣΕΕ που θα σήκωνε τον αγώνα ενάντια στο έκτρωμα Χατζηδάκη, αντί για μια ΓΣΕΕ που συναινεί; Η ηγεσία της ΓΣΕΕ όπως υπηρέτησε για 10 και πλέον χρόνια τη μνημονιακή καταστροφή της χώρας και των εργαζομένων, σήμερα συνεχίζει στην ίδια ρότα.

Αν για τους γραφειοκράτες της ΓΣΕΕ τα πράγματα είναι λίγο πολύ δεδομένα, τι ισχύει για την υπόλοιπη αντιπολίτευση; Και εδώ δε μιλάμε για το ΣΥΡΙΖΑ που επί 4,5 χρόνια εφάρμοζε το μνημονιακό νόμο του 2011 περί διευθέτησης ή ψήφισε μέτρα περιορισμού των απεργιών.

Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στο νομοσχέδιο Χατζηδάκη είναι συγκεκριμένη και ακίνδυνη. Απανωτές κομματικές συγκεντρώσεις με στελέχη του κόμματος σε κάθε πόλη της χώρας. Το μόνο που ενδιαφέρει το «κόμμα της εργατικής τάξης» είναι η συγκρότηση των μελών του και της επιρροής του  εν’ όψει του αναβληθέντος 21ου συνεδρίου. Οι κομματικές συγκεντρώσεις του ΚΚΕ περισσότερο θυμίζουν προεκλογικές συγκεντρώσεις ή προσυνεδριακές εκδηλώσεις παρά ανυποχώρητο αγώνα για την προστασία των συνδικάτων, του 8ώρου, των μισθών και των εργατικών διεκδικήσεων.

Το ΚΚΕ σπέρνει τώρα για να μπορεί μετά να θερίσει λέγοντας «εμείς τα λέγαμε, ψηφίστε μας». Αυτή είναι η λογική που υπηρετήθηκε μέσα στην κρίση και αποδείχτηκε ακίνδυνη για το σύστημα, αδιέξοδη για το εργατικό κίνημα, αλλά «έσωσε» το ΚΚΕ. Και αυτό είναι το μόνο που φαίνεται να ενδιαφέρει τον Περισσό.

Σε άλλη περίπτωση το ΚΚΕ θα μπορούσε να σηκώσει την αντιπαράθεση. Να κάνει ένα γενικό κάλεσμα σε συνδικάτα, φορείς, σωματεία, εργατικά σχήματα, συνδικαλιστές για ανυποχώρητο παρατεταμένο αγώνα ενάντια στο αντεργατικό έκτρωμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Να στηθεί ένα μέτωπο υπεράσπισης της λειτουργίας των σωματείων, των συνδικαλιστών, της 8ωρης εργασίας. Αντ’ αυτού το μόνο που έκανε το ΚΚΕ είναι να βάλει σωματεία που «ελέγχει» να υπογράψουν την πρόταση νόμου που κατέθεσε στη βουλή. Ακόμα και τώρα αντιμετωπίζει ταξικούς συνδικαλιστές και δυνάμεις, που δεν ανήκουν στο ΚΚΕ ως αντιπάλους παίζοντας ανόητα παιχνίδια γύρω από ημερομηνίες και πλατείες.

Το ΚΚΕ κάνει την κομματική «ανάγκη» θεωρία και γραμμή και σε αυτό τον αγώνα. Δεν υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα και διαφορετικές τακτικές μεταξύ κόμματος και συνδικάτου. Η παρέμβαση στα συνδικάτα δεν αφορά την ευρύτατη δυνατή συσπείρωση των εργαζομένων πάνω στα άμεσα συμφέροντα του – ώστε μέσα από αυτό το «σχολείο», ο εργαζόμενος να τροποποιήσει την ταξική του συνείδηση και να συνειδητοποιήσει και τα ιστορικά του συμφέροντα. Το συνδικάτο είναι εκλογικός χώρος για το κόμμα. Τα σωματεία υπογράφουν –μέσω του ΚΚΕ – πρόταση νόμου σε ένα απώτατο στάδιο κοινοβουλευτικού κρετινισμού.

Το ΚΚΕ έρχεται – απέναντι σε ένα νομοσχέδιο τομή για την ύπαρξη και δράση του εργατικού κινήματος – να επιβεβαιώσει αυτό που γίνεται εδώ δεκαετίες. Θα κάνει κάποιες ακίνδυνες διαμαρτυρίες και ως εκεί. Άλλωστε, σε κανένα μεγάλο και συγκρουσιακό αγώνα των εργαζομένων και του λαού τις τελευταίες δεκαετίες το κόμμα αυτό δεν αποτέλεσε την πρωτοπορία. Αντίθετα, ήταν πάντα ουραγός και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και απέναντι από μεγάλους αγώνες ή ξεσηκωμούς (ασφαλιστικό Γιαννίτση, αγώνες νεολαίας για άρθρο 16, Δεκέμβρης 2008, με αποκορύφωμα τους αντιμνημονιακούς αγώνες). Αυτή είναι μια αδήριτη πραγματικότητα που θα έπρεπε να προβληματίσει όσους ακόμα το σκέπτονται ως μοναδική διέξοδο για την ανασυγκρότηση των κομμουνιστικών ή επαναστατικών δυνάμεων.

Την ίδια στιγμή οι πρόσφατες κινητοποιήσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αναδεικνύουν ένα χρόνιο και δομικό πρόβλημα. Αναμένουμε ένα νομοσχέδιο από την τάδε κυβέρνηση, για να καλεστούν κάποιες κινητοποιήσεις πίσω από μεγάλα λόγια για «πόλεμο», «δε θα περάσει» κοκ . Εξαγγέλλονται 48ωρες απεργίες και κινητοποιήσεις και «συντονισμοί σωματείων», από ένα χώρο που έχει προφανές πρόβλημα γείωσης και μαζικοποίησης μιας έστω και απλής διαμαρτυρίας.

Στην πλειοψηφία του ο χώρος αυτός έχει τη λογική ενός μικρού αντικαπιταλιστικού ΠΑΜΕ. Έτσι όμως συνεχίζει σε μια αδιέξοδη γραμμή – εδώ και 30 χρόνια – που δεν έχει να δείξει και πολλά αποτελέσματα πέρα από έναν μονοψήφιο αριθμό «ταξικών» συνδικάτων.  Αντικειμενικά συμπεριφέρεται σαν ένα είδος «τερματοφύλακα» στην αστική πολιτική, όπου σε κάθε αντιλαϊκό νομοσχέδιο εξαγγέλλει ή οργανώνει κινητοποιήσεις, συνήθως με μεγάλα λόγια που δεν αντιστοιχούν στη γείωσή του με τους εργασιακούς χώρος. Έχει την «δυνατότητα» να κατεβάσει μερικές εκατοντάδες αγωνιστές στο δρόμο, αλλά οργανώνει απεργίες με αποτέλεσμα ελάχιστα ποσοστά συμμετοχής σε σωματεία, με λίγους εργαζόμενους, ή λίγα σωματεία του δημοσίου.

Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος έχει πολλές αιτίες και δε θα ξεπεραστεί εύκολα. Ούτε ο γράφων διαθέτει μια συνολική στρατηγική για την υπέρβαση της ήττας. Το ότι δε διαθέτουμε μια συνολική στρατηγική για την υπέρβαση της ήττας δε σημαίνει ότι μπορούμε να συνεχίζουμε με βασικά λάθη, όπως η ταύτιση κόμματος/κινήματος, στρατηγικής/τακτικής, αντίληψης του συσχετισμού δύναμης, αυτογνωσίας της σχέσης που έχουν οι μάζες με τις «πρωτοπορίες» – πολύ περισσότερο με την αυταπάτη ότι κάποιοι είναι πρωτοπορίες… Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με πορείες των 500 χωρίς προετοιμασία στο άδειο κέντρο της Αθήνας. Με ελάχιστη προπαγάνδα από όσους αγωνιστές ή ομάδες επιμένουν να προσπαθούν. Με σχέδιο που μυρίζει από μακριά «τουφεκιά στον αέρα», 2-3 πορείες μέχρι να ψηφιστεί το νομοσχέδιο και μετά πάλι πίσω στην «κανονικότητα».

Θα μπορούσαν να γίνουν προπαγανδιστικές κινητοποιήσεις στις γειτονιές της Αθήνας; Να ακουστούν 5  συνθήματα από τον κόσμο που μένει ή δουλεύει στην τάδε περιοχή και όχι στα ντουβάρια έξω από το σύνταγμα; Πριν 3 μήνες οι γειτονιές «έκαιγαν», δεν γίνεται αυτό να μην προβληματίζει κανέναν. Θα μπορούσε να έχει προηγηθεί ένα κοινό κάλεσμα, μία ανακοίνωση, μία αφίσα, ένα δελτίο τύπου από όσες συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις αγωνίζονται για να μην περάσει αυτός ο νόμος και όλο το μνημονιακό νομοθετικό οπλοστάσιο, και να διακινηθεί σε όλους τους εργασιακούς χώρους; Θα μπορούσε να σχεδιαστεί προσεκτικά μια κεντρική κινητοποίηση λαμβάνοντας υπόψη την μέρα, την ώρα και τις διαθέσεις του κόσμου και να μην γίνονται τουφεκιές μεσοβδόμαδα σε ώρα που οι περισσότεροι εργαζόμενοι ακόμα δεν έχουν τελειώσει τη δουλειά τους; Θα μπορούσε να υπάρχει ένα μόνιμο και διαρκές κάλεσμα από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά στο ΚΚΕ για ένα ενιαίο μέτωπο αντίστασης και πολιτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση; Τα ερωτήματα πώς θα κάνουμε αγωνιστικό μέτωπο, πώς θα απευθυνθούμε αποτελεσματικά σε όσο το δυνατόν περισσότερους εργαζόμενους δεν απασχόλησαν. Κυρίως απασχόλησε η «συσπείρωση των δικών μας» και το να γίνουν οι συγκεκριμένες διαδηλώσεις και απεργίες (που πρέπει να γίνουν αλλά αυτό δεν αποτελεί σχέδιο).

Η κυβέρνηση μοιάζει να μην πιέζεται. Το νομοσχέδιο όλοι το γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι θα ψηφιστεί. Τι θα γινόταν εάν υπήρχε εργατικό κίνημα; Τι θα γινόταν εάν υπήρχε κομμουνιστικό κόμμα; Τι θα γινόταν αν υπήρχε έστω η μια ορισμένη εξωκοινοβουλευτική αριστερά με στοιχεία κοινής λογικής; Πιθανά πάλι δε θα έσπαγε η κυβερνητική πλειοψηφία, όμως θα είχε δημιουργηθεί ένας καλύτερος συσχετισμός, η φθορά της κυβέρνησης θα ήταν μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική, θα είχε διαμορφωθεί ένα αγωνιστικό ρεύμα για τις επόμενες κινητοποιήσεις.

Είναι εκκωφαντική η απουσία του εργατικού κινήματος και της «ηγεσίας» του, του κομμουνιστικού κινήματος και του κόμματος, της αριστεράς. Αν για τη ΓΣΕΕ ορθά λέγεται ότι είναι η συνομοσπονδία των εργοδοτών, το ΚΚΕ θα έπρεπε το λιγότερο να μετονομαστεί σε «Κ»ΚΕ.

Η απουσία αυτή μπορεί για κάποιον να φαίνεται παραλυτική. Αλλά από αυτήν ακριβώς την απουσία πρέπει να ξεκινήσουμε. Να ξεκαθαρίσουμε ότι το κουβάρι θα αρχίσει να ξετυλίγεται όσο προσπαθούμε να απαντήσουμε σε αυτό το ζητούμενο. Χρειαζόμαστε ένα κομμουνιστικό φορέα με κοινή λογική. Που αντί για πυροτεχνήματα των δύο εβδομάδων θα έχει σχέδιο παρατεταμένου αγώνα. Που θα έχει ως ιδεολογική αρχή ότι το κόμμα είναι εργαλείο για το κίνημα και την τάξη και όχι το ανάποδο. Που θα γνωρίζει ότι ακόμα και χαθεί μια μάχη, αυτό που έχει σημασία είναι το τι μένει για μετά, αν θα έχει προκύψει ένα σωματείο, αν θα έχει ανέβει έστω μερικώς η αγωνιστική διάθεση του λαού, αν θα έχει διαμορφωθεί ένας διαφορετικός αγωνιστικός πόλος απέναντι στην επίθεση του συστήματος και της κυβέρνησης. Διαφορετικά όσο ο λαός μετράει ήττες, τόσο η αντιστροφή αυτής της πορείας θα γίνεται πιο δύσκολη.

Δεν έχουμε τη συνταγή για την επιτυχή έκβαση της ταξικής πάλης και των αγώνων. Έχουμε όμως τη συνταγή για την αποτυχία τους. Ας εγκαταλείψουμε αυτή τη συνταγή, τη λογική της, την ιδεολογία της, τους φορείς της.

ΥΓ: η απεργία στις 3 Ιουνίου πρέπει να έχει επιτυχία και συμμετοχή. Ακόμα και μια αυθόρμητη εξέλιξη μπορεί να χαλάσει τα σχέδια της κυβέρνησης. Όμως εδώ συζητάμε για το τι πρέπει να (μην) κάνουν οι «πρωτοπορίες»…

Τι έρχεται να διορθώσει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη;

Οι Έλληνες δουλεύουμε περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 1950 ώρες ετησίως. Η Ελλάδα είναι στην Τρίτη χειρότερη θέση από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Μόνο οι Κορεάτες (1967 ώρες ετησίως) και οι Μεξικανοί (2137 ώρες ετησίως) δουλεύουν περισσότερες ώρες από τους Έλληνες εργαζόμενους.

Αυτό φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα που παρουσιάζει τις ετήσιες ώρες εργασίας ανά χώρα μέλος του ΟΟΣΑ (στοιχεία του 2019).

Το χάσμα είναι τεράστιο ειδικά αν σκεφτούμε ότι στη Γερμανία υπολογίζεται ότι ένας εργαζόμενος δουλεύει 1386 ώρες ετησίως, 564 (70,5 μέρες με μέτρο το 8ωρο) ώρες λιγότερες από ότι ο αντίστοιχος εργαζόμενος στην Ελλάδα! Τι σημαίνει με άλλα λόγια αυτό;

Για κάθε 10ώρες δουλειάς ενός εργαζόμενου στην Ελλάδα, ένας εργαζόμενος στη Γερμανία εργάζεται 7. (πράγμα που δεν ακούγεται καθόλου εκτός πραγματικότητας ούτε υπερβολικό…)

Ακόμα και η τοποθέτηση του μέσου όρου του ΟΟΣΑ δείχνει πράγματα. 25 χώρες είναι κάτω από τον μέσο όρο των 1726 ωρών, ενώ μόλις 10 είναι πάνω από τον μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι πολύ λίγες χώρες, συγκεκριμένα το Ισραήλ, η Χιλή, η Ελλάδα, η Ν.Κορέα και το Μεξικό, «εργάζονται» δυσανάλογα πολύ σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες χώρες κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ.

Ο χρόνος είναι χρήμα. Αν ισχύει αυτό τότε θα έπρεπε να είμαστε πολύ πλούσιοι. Τουλάχιστον η Τρίτη πλουσιότερη χώρα του ΟΟΣΑ. Αν ο χρόνος είναι χρήμα, με την έννοια ότι όσο περισσότερο δουλεύεις τόσο πιο πολλές υπηρεσίες ή προϊόντα παράγεις, τότε μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα προσφέρουμε πολύ χρόνο εργασίας, άρα παράγεται αντίστοιχα πολύ χρήμα; Αυτό δεν θα έπρεπε να σημαίνει αντίστοιχα υψηλούς μισθούς; Τουλάχιστον τον τρίτο καλύτερο μισθό ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ;

Προφανώς αυτό δεν συμβαίνει. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι όσο περισσότερο κάποιος δουλεύει με σταθερό μισθό ή/και όσο λιγότερο αμείβεται για τον ίδιο χρόνο εργασίας, τόσο μεγαλύτερη η απλήρωτη μισθωτή εργασία, τόσο πιο μεγάλη η υπεραξία, τόσο πιο μεγάλη η εκμετάλλευση του από τον εργοδότη. Και σε αυτό το πεδίο έχουμε την περήφανη 3η θέση στο παραπάνω πίνακα.

Τώρα ας δούμε και ένα πίνακα της Eurostat που αναφέρεται στην εργάσιμη εβδομάδα.

Αυτό που βλέπουμε στο παραπάνω διάγραμμα (το οποίο συνδυάζει στοιχεία από δουλειές πλήρους και μερικής απασχόλησης) είναι μια ακόμη θλιβερή πρωτιά για τη χώρα μας και με πανηγυρική διαφορά μάλιστα. Η πραγματική εργάσιμη εβδομάδα στην Ελλάδα αγγίζει τις 42,3 ώρες ενώ αμέσως επόμενη χώρα είναι η Βουλγαρία με 40,8 ώρες.

Στοιχεία του 2016 δείχνουν τον Ευρωπαϊκό Μ.Ο. στις 40,3 ώρες/εβδομάδα για τις δουλειές πλήρους απασχόλησης με την αντίστοιχη ελληνική συμμετοχή να είναι στις 41,2 ώρες/εβδομάδα.

Σε απλά ελληνικά: Το 5μερο, 8ωρο, 40ωρο δεν υφίσταται…

Τώρα ας δούμε και το νομοσχέδιο Χατζηδάκη. Ανάμεσα σε αρκετά πράγματα που τροποποιούνται ξεχωρίζουν τα εξής:

  1. Αύξηση του ημερήσιου ορίου υπερωριών από 2 σε 3 στις υπηρεσίες/εμπόριο
  2. Αύξηση του ανώτατου ορίου υπερωριών σε 150 ώρες/έτος
  3. Διευθέτηση του χρόνου εργασίας με ατομική διαπραγμάτευση εργαζόμενου – εργοδότη. Καταργείται η προηγούμενη ρύθμιση που η συμφωνία έπρεπε να γίνει μια κάποια ένωση εργαζομένων, είναι πλέον πολύ εύκολο για τον εργοδότη να επιβάλει τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας.

Τι αποτέλεσμα θα έχει ο νόμος Χατζηδάκη; Εργάσιμη μέρα των 12 ωρών, εργάσιμη εβδομάδα των 50 ή 55 ωρών, πολλές φθηνές υπερωρίες. Και το κερασάκι στην τούρτα θα είναι μια καθόλου ανεξάρτητη επιθεώρηση εργασίας πράγμα που θα σημαίνει κανένας έλεγχος για παρατυπίες, για αδήλωτες υπερωρίες κοκ.

Η κεντρική ιδέα των αλλαγών αυτών είναι «Δουλέψτε περισσότερο. Περισσότερο και πιο φθηνά».

Ο Χατζηδάκης γνωρίζει ότι δουλεύουμε ήδη πάρα πολύ. Γνωρίζει τα παραπάνω στοιχεία. Με το νομοσχέδιο του, τα γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του.

Το 8ωρο αμφισβητείται στην ουσία του. Λίγοι δουλεύουν 5μερο, 8ωρο (το δείχνουν και τα στοιχεία άλλωστε), αυτό το γνωρίζουν όλοι.

Αντί όμως να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση για μείωση του χρόνου εργασίας, για μεγαλύτερη προσαύξηση στις υπερωρίες, για Επιθεώρηση Εργασίας και ελεγκτικούς μηχανισμούς που να μην αφήνουν καμία αδήλωτη υπερωρία, γίνεται ακριβώς το αντίθετο!

Αντί να προστατευτεί το 8ωρο, καταργείται στην ουσία του. Αντί να βάλουμε σαν στόχο να προσεγγίσουμε έστω τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, θα απομακρυνθούμε ακόμα περισσότερο. Αντί να βάλουμε σαν στόχο να μην είμαστε αυτοί που δουλεύουν περισσότερο από όλους και αμείβονται πενιχρά, το αποτέλεσμα θα είναι περισσότερη απλήρωτη εργασία…

Τι έρχεται να διορθώσει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη;

Τρέμε Μεξικό. Ερχόμαστε.

Νομοσχέδιο Χατζηδάκη: Ο πόλεμος της κυβέρνησης ενάντια στις κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης μαίνεται

Πέρα από τις ήδη συζητημένες μεταβολές στα ζητήματα των ατομικών εργασιακών σχέσεων και της διευθέτησης του χρόνου υπερωριακής απασχόλησης, μια συστηματική μελέτη του νομοσχεδίου Χατζηδάκη αναδεικνύει και αποκαλύπτει ότι εκτός από αυτά, βασικός του στόχος είναι η απαξίωση των εργατικών συνδικάτων, ο περιορισμός των κατακτημένων  δικαιωμάτων τους με το νόμο 1264/1982 και επόμενους,  ο ποικίλλος περιορισμός της αντιπροσωπευτικότητάς τους για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η κατάργηση η ο περιορισμός δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, η δυσχέρανση του απεργιακού δικαιώματος και ο περιορισμός της προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών. Αναλυτικότερα, από τη σκοπιά αυτή :

1) Με το άρθρο 56 καθίσταται δυνατή η επιβολή πρόσθετης εργασίας από εργοδότη σε εργαζόμενο μερικής απασχόλησης ακόμα και σε ωράριο που δεν είναι συνεχόμενο με το συμφωνημένο ωράριο της ίδιας ημέρας (αυτό αλλάζει σε σχέση με το ισχύον άρθρο 38 ν. 19892/1990), χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε διαδικασία διαβούλευσης ή έγκρισης του συνδικαλιστικού σωματείου.

2) Στο άρθρο 57 προβλέπεται η γνωστή δυνατότητα επιβολής υπερωριακής απασχόλησης έως 3 ώρες ημερησίως και μέχρι την συμπλήρωση 150 ωρών ετησίως, με προσαύξηση αμοιβής 40% για κάθε ώρα απασχόλησης. Είναι ήδη γνωστό ότι η ρύθμιση αυτή αυξάνει τα προηγούμενα ανώτατα ετήσια όρια υπερωριακής απασχόλησης  (96 ώρες στις βιομηχανικές επιχειρήσεις και 120 στις άλλες), ενώ περιορίζει το ποσοστό της προσαύξησης στο 40%, από 60% που προβλεπόταν όταν γίνεται υπέρβαση των 120 ωρών ετησίως. Ακόμα, καθιστά δυνατή την απεριόριστη υπέρβαση ακόμα και αυτών των ανωτάτων ορίων, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας (άρθρο 57 παρ. 6) για τους μισθωτούς όλων ανεξαιρέτως των επιχειρήσεων και εργασιών, όχι δηλαδή συγκεκριμένων επιχειρήσεων φόρτου εποχιακής απασχόλησης κλπ, με προσαύξηση 60% για την επιπλέον των ορίων αυτών απασχόληση.

Είναι αναμφισβήτητο ότι με τέτοιας έκτασης απεριόριστη παροχή μονομερούς δικαιώματος επιβολής υπερωριακής εργασίας, κανένας εργοδότης δεν έχει πιά συμφέρον σε παράνομη υπερωριακή απασχόληση και έτσι η απειλή αποζημίωσης προσαύξησης 120% από 80% που ίσχυε μέχρι τώρα, ελάχιστα φοβίζει πλέον τους εργοδότες, ενώ η ρύθμιση του παραγράφου 6, τόσο η απεριόριστη δυνατότητα χορήγησης άδειας υπερωριακής απασχόλησης, όσο και το ότι αυτό αποτελεί αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Εργασίας και όχι της νεοσύστατης “Ανεξάρτητης Αρχής Εργασίας” αποκαλύπτει το μέγεθος της εξουσίας που το κράτος επιθυμεί να παράσχει στους εργοδότες.

Η αποδυνάμωση του κύρους των εργατικών σωματείων έγκειται αφενός στο ότι η επιβολή υπερωριακής απασχόλησης παρέχεται χωρίς να εξαρτάται από οποιαδήποτε διαβούλευση, συναίνεση, έγκριση ή έστω παροχή γνώμης του αρμοδίου επιχειρησιακού ή κλαδικού σωματείου ή δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.

3) Αφετέρου ότι από το επόμενο (άρθρο 58), το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις διευθέτησης  του χρόνου εργασίας και χρονικού αντισταθμίσματος αντί καταβολής αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, να το συμφωνεί ατομικά ο εργαζόμενος, όταν δεν επέρχεται συμφωνία μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης και του εργοδότη. Ενώ κανένας λόγος δεν γίνεται για την αξίωση του εργαζομένου για ανάλογη προσαύξηση σε Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα άδειας λόγω της υπερωριακής απασχόλησης όταν η αξίωση αυτή διευθετείται.

Με τον τρόπο αυτό, ανοίγουν τον δρόμο σε κάθε εργοδότη να μπλοκάρει και να υπονομεύει οποιαδήποτε σχετική συμφωνία με το σωματείο, προκειμένου να αποδεσμεύεται από οποιαδήποτε συλλογική πίεση, να μεταφέρει το πεδίο πίεσης στην ατομική διαπραγμάτευση με τον κάθε εργαζόμενο δημιουργώντας ρήγμα στη σχέση του με αυτό, και ο τελευταίος να αποδεσμεύεται από τη συλλογική βούληση του σωματείου και να υποκύπτει στις πιέσεις του εργοδότη για διευθέτηση του χρόνου εργασίας.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι δεν αναφέρεται στο άρθρο 58 ούτε ποιος πρέπει να είναι ο χρόνος υποβολής του αιτήματος του εργαζομένου, αν δηλαδή προηγείται η έπεται της πραγματοποίησης της υπερωριακής απασχόλησης, ούτε ποιος είναι εκείνος που επιλέγει το πρόγραμμα και τον χρόνο εκπλήρωσης του αντισταθμίσματος, αν δηλαδή είναι ο εργαζόμενος εκείνος που θα αποφασίσει πότε θα δει την οικογένειά του αντί να πάρει τα χρήματα, σε ποιο χρόνο και με ποιο ρυθμό θα πραγματοποιηθεί η εκπλήρωση του χρονικού αντισταθμίσματος.

Και είναι ακόμα χαρακτηριστικό ( παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ) ότι προβλέπεται ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας πριν την λήψη του χρονικού αντισταθμίσματος εργαζόμενου που λαμβάνει αποζημίωση για τις υπερβαίνουσες ώρες που έχει απασχοληθεί πλην όμως δεν τίθεται αυτό ως όρος για το κύρος της καταγγελίας από μέρους του εργοδότη ως μέσου λύσης της σύμβασης εργασίας, όπως βέβαια δεν τίθεται και γενικότερα όρος τέτοιος (βλ. παρακάτω).

4) Στο άρθρο 60 πραγματοποιείται άλλη μια αυθαίρετη αποδόμηση κατακτημένου δικαιώματος, που είναι η εξάντληση της παροχής του χρόνου ετήσιας ανάπαυσης εντός του ημερολογιακού έτους στο οποίο αυτή αφορά (άρθρο 4 παρ. 1 α.ν. 539/1945), που μάλιστα είναι εξοπλισμένη και με απειλή αστικής ποινής (άρθρο 3 ΝΔ 3755/1957). Παρέχεται, προφανώς για την εκτόνωση της δυνατότητας διευθέτησης του χρόνου εργασίας και προς εξυπηρέτηση της, η δυνατότητα η δικαιούμενη κατ’ έτος άδεια να εξαντλείται μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επομένου ημερολογιακού έτους. Και ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με την παραπάνω εντατικοποίηση της υπερωριακής απασχόλησης και τη μετατροπή της αξίωσης αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση σε τράπεζα χρόνου συμβάλλει στη μετατροπή της εργασίας του σε λάστιχο  και ανατρέπει την ποιότητα ζωής του εργαζόμενου, και την ποιοτική ισορροπία του χρόνου ανάμεσα στην εργασία και στην ανάπαυση.

5) Στο άρθρο 62 διευρύνονται και γίνονται κανόνας οι περιπτώσεις εργασίας Κυριακών και αργιών, με την προσθήκη μεγάλων παραγωγικών, εμπορικών, μεταφορικών και λοιπών κλάδων, είτε μονομερώς και αυτοδικαίως με απόφαση του εργοδότη (περιπτώσεις παραγράφου 1), είτε μετά από άδεια της Επιθεώρησης Εργασίας (περιπτώσεις παραγράφου 2 – και πάλι όχι της Ανεξάρτητης Αρχής) και εντάσσονται δεκάδες κατηγορίες επιχειρήσεων στην υποχρέωση ή τη δυνατότητα υποχρέωσης εργασίας τις Κυριακές και τις αργίες. Ούτε και εδώ προβλέπεται οποιαδήποτε προηγούμενη διαβούλευση με εργατικά σωματεία, έγκριση, έκφραση γνώμης κλπ, ή προσφυγή σε οποιαδήποτε επιτροπή. Άλλωστε, όπως θα δούμε παρακάτω, η Επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 καταργείται.

Σημειώνεται εδώ ότι η διεύρυνση των περιπτώσεων εργασίας σε Κυριακές και αργίες αποτελεί παράγοντα έμμεσης εντατικοποίησης όλων των εργασιών στις επιχειρήσεις που συνδέονται και συναλλάσσονται με αυτές και έμμεσα ενισχύει τις ανάγκες πραγματοποίησης υπερωριακής εργασίας όπως αυτές οργανώνονται στα προηγούμενα άρθρα, αλλά και ασκεί αφόρητη πίεση για επέκταση της εργασίας σε Κυριακές και αργίες προκειμένου να υπάρχει ταυτόχρονη λειτουργία των συνεργαζομένων και συναλλασσομένων επιχειρήσεων.

6) Η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών (άρθρο 63) μόνο όσον αφορά την προθεσμία προμήνυσης και την καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας φαντάζει διακηρυκτικά θεόσταλτη, αφού αποκαθιστά μια αδικία που υπάρχει εδώ και 91 χρόνια, αλλά πλέον  αποτελεί κενό γράμμα και απλώς μια όμορφη βιτρίνα για την νομιμοποίηση των αυταρχικών ρυθμίσεων. Η διάκριση αυτή έπρεπε να είχε καταργηθεί από τότε που γεννήθηκε, καθώς τα προηγούμενα χρόνια ταλαιπωρήθηκε αρκετά η νομολογία των δικαστηρίων και οι παράγοντες των σχετικών δικών, προκειμένου να διευρύνονται κατά περίπτωση οι έννοιες των υπαλλήλων σε βάρος της έννοιας των εργατοτεχνιτών. Εξάλλου, όπως έχει γίνει πλέον η προθεσμία προμήνυσης και υποχρέωσης αποζημίωσης μετά την συμπλήρωση του 12μήνου απασχόλησης του υπαλλήλου στον ίδιο εργοδότη, καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξίσωση των εργατοτεχνιτών, αφού σπάνια κάποιοι από αυτούς εργάζονται επί 12 συνεχόμενους μήνες στον ίδιο εργοδότη ώστε να χρειαστεί να τύχουν των ευεργετημάτων αυτών.

7) Με το άρθρο 65 θεσπίζονται (προσοχή, περιοριστικά, όχι ενδεικτικά) οι περιπτώσεις για τις οποίες μια καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μπορεί να κριθεί άκυρη, και πάλι όχι αυτοδικαίως, αλλά με την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου με πλήρες δικαίωμα ανταπόδειξης στον εργοδότη  (παρ. 2). Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό το εξής :

Ένα από τα ελάχιστα θετικά για το Εργατικό Δίκαιο που είχε επιχειρήσει η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 2019 (άρθρο  48 ν 4611/2019 με ισχύ από 17.5.2019) είχε καθιερώσει την αιτιολόγηση των καταγγελιών συμβάσεων εργασίας, εκπληρώνοντας ένα μακρόχρονο αίτημα του εργατικού κινήματος και του νομικού κόσμου, και έτσι για πρώτη φορά στην  Ελλάδα δημιουργήθηκε η δυνατότητα σ’  έναν εργαζόμενο που ήθελε να προσβάλει την απόλυσή του, όχι μόνο να μη χρειάζεται να καταφεύγει στην αόριστη έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., όταν η απόλυση πληρούσε τις προϋποθέσεις τυπικής νομιμότητας του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, αλλά μετέθετε το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της αιτίας απόλυσης στον εργοδότη.

Με το που έγινε κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, με έναν από τους νέους νόμους της, στις 09.08.2019, κατήργησε την υποχρέωση αιτιολόγησης των απολύσεων (άρθρο 117 ν. 4623/2019).

Σήμερα, το νομοσχέδιο Χατζηδάκη έρχεται να περιλάβει μια περιοριστική, όπως προανέφερα, απαρίθμηση αιτιών για τις οποίες είναι δυνατό να κριθεί άκυρη η καταγγελία μιας σύμβασης εργασίας, οι περισσότερες από τις οποίες προβλέπονται ήδη σε διάφορους ειδικούς νόμους και δεν αποτελούν δική της προσφορά στους εργαζόμενους. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι :

α) εμμένει στη έλλειψη αιτιολόγησης των απολύσεων ευνοώντας αφάνταστα τον εργοδότη

β) περιορίζει τους λόγους απόλυσης μόνο σε αυτούς που περιλαμβάνονται στην παρ. 1 του άρθρου 65,

γ) επιτρέπει στον εργοδότη την ανταπόδειξη όλων αυτών και

δ) ανοίγει τον δρόμο για την ελαχιστοποίηση των συνεπειών της ακυρότητας απόλυσης, που μέχρι τώρα, όπως γνωρίζουμε, είναι η υποχρέωση του εργοδότη να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, καθώς και να του καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας από τον χρόνο που έγινε η άκυρη απόλυση μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο αποδοχή της εργασίας του ή την επακολουθούσα νόμιμη λύση της σύμβασης εργασίας του.

Αυτό το πραγματοποιεί ως εξής :

α) Θεσπίζει ως αστική ποινή για την ακυρότητα απόλυσης ποσό πρόσθετης αποζημίωσης τακτικών αποδοχών τριών μηνών έως ίσο με την οφειλόμενη αποζημίωση κατά τον χρόνο απόλυσης,

β) Δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, να επιδικάζει την αστική αυτή ποινή υπέρ του εργαζομένου, ύστερα από αίτημα που υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης σε πρώτο ή ακόμα και σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Πρόκειται για μια ασύλληπτη εύνοια προς τους εργοδότες, που ακόμα και όταν σε πρώτο βαθμό έχει κριθεί δικαστικά ως άκυρη μια απόλυση και έχουν υποχρεωθεί σε καταβολή μισθών υπερημερίας μεγάλων χρονικών διαστημάτων, τους δίνεται το δώρο να υποβάλουν στο δεύτερο βαθμό αίτημα περιορισμού των υποχρεώσεών τους στα όρια της αστικής ποινής και αυτό να γίνεται δεκτό.

γ) Ακόμα, το νομοσχέδιο φυσικά ενθαρρύνει με κάθε τρόπο τους εργαζόμενους να επιλέγουν την περιορισμένη αστική ποινή αυτή  διαλαμβάνοντας ειδική παράγραφο ( παρ. 4) γι’ αυτό, και

δ) Άξια λόγου είναι και η παράγραφος 6, η οποία απαγορεύει στον εργαζόμενο να  ζητά σωρευτικά την ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μετά των συνεπειών της και την αστική ποινή. Στην περίπτωση που σωρευθούν τα σχετικά αγωγικά αιτήματα, η αγωγή απορρίπτεται (στο σύνολό της) ως απαράδεκτη.

Αυτό αποτελεί μια τεράστια πίεση στον απολυμένο εργαζόμενο να περιορίσει το αίτημά του στην επιδίκαση της αστικής ποινής και να παραιτηθεί από το αίτημα απαγγελίας της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και αποδοχών υπερημερίας.

Στην ουσία η διάταξη ανοίγει τον δρόμο για να καταργηθεί ως συνέπεια της ακυρότητας απόλυσης η υποχρέωση επαναπρόσληψης και καταβολής αποδοχών υπερημερίας και αντί αυτών να περιορισθούν σε μια μικρή αποζημίωση. Δεν διστάζει για τον σκοπό αυτόν να παρέχει ανεπίτρεπτα δικονομικά επικουρικά βοηθήματα στον εργοδότη και να ανοίγει τον δρόμο στα δικαστήρια να αυθαιρετούν.

Αλλά δεν αρκείται σε αυτό η χορηγία νομικής βοήθειας στον εργοδότη :

Το ίδιο άρθρο (65 παρ. 4) παρέχει την δυνατότητα στον εργοδότη να καλύπτει οποιαδήποτε τυπική παράλειψη του κύρους της καταγγελίας, δηλαδή την μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης, την παράλειψη σύνταξης έγγραφης καταγγελίας ή και καταχώρησής της στο ΙΚΑ μέσα σε προθεσμία 4 μηνών από την καταγγελία, η οποία καθίσταται ανυπόστατη αν ακολουθήσει νέα καταγγελία με πλήρωση αυτών των προϋποθέσεων.

Με άλλα λόγια δηλαδή, δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη να “δασκαλευτεί” από την αγωγή που θα του έχει κοινοποιηθεί αφού η προθεσμία προσβολής του κύρους της καταγγελίας είναι τρίμηνη, άρα μικρότερη από την τετράμηνη, η από τυχόν προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας (πλέον στην Ανεξάρτητη Αρχή) και να διορθώσει τα λάθη του και να αποσβήσει τις συνέπειες της ακυρότητας της προηγούμενης απόλυσης, θεραπεύοντας τα σφάλματα με μια νέα απόλυση.

Οι ρυθμίσεις αυτές, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 80 παρ. 4 του νομοσχεδίου, εφαρμόζονται για καταγγελίες που γίνονται μετά την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Η πλήρης ευτυχία του εργοδότη !

8) Με το άρθρο 82, ύστερα από τις εταιρείας, φεύγουν και τα συνδικαλιστικά σωματεία έστω και από την αρχειοθετική (όπως έχει καταντήσει)  αρμοδιότητα των Πρωτοδικείων, και πλέον εγγράφονται στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), κατά τα πρότυπα του ΓΕ.ΜΗ. των εμπορικών εταιρειών.

Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος αποκτά τον έλεγχο και την εποπτεία των συνδικαλιστικών σωματείων όλων των βαθμίδων που υπάρχουν, ενώ η υποχρέωση εγγραφής αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για την χρηματοδότηση των σωματείων από όποιες πηγές επιτρέπεται, αλλά τόσο για την διαπραγματευτική ικανότητα σύναψης Σ.Σ.Ε, όσο και για τη νόμιμη ενάσκηση της κήρυξης απεργίας, αλλά και τη νόμιμη ενάσκηση κάθε δικαιώματος και διευκόλυνσης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, καθώς και για την προστασία των στελεχών της απέναντι σε απόλυση και μετάθεση (όπως αυτά  έχουν κουτσουρευτεί από τις παρακάτω αναφερόμενες ρυθμίσεις). Η επιδίωξη, λοιπόν, κρατικού ελέγχου και εξάρτησης των συνδικαλιστικών σωματείων είναι προφανής.

9) Με το άρθρο 84 καταργείται το εδάφιο 2 της παρ. 4 το οποίο επέτρεπε εργοδοτικές παροχές στα πρωτοβάθμια σωματεία για τη βελτίωση των υποδομών τους. Αυτό, με τη σειρά του, καταργεί τη δυνατότητα διεκδίκησης π.χ. παροχής χώρων γραφείων για τα σωματεία στους τόπους εργασίας τους.

10) Με το άρθρο 85 (Γενική Συνέλευση συνδικαλιστικών οργανώσεων) επεκτείνεται ο περιορισμός στην εγκυρότητα λήψης αποφάσεων, που έτσι κι αλλιώς είχε θεσπίσει η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με το άρθρο 11 του ν. 4512/2018 το οποίο είχε καθιερώσει την υποχρέωση ψήφου του 1/2 τουλάχιστον των οικονομικά τακτοποιημένων μελών ως προϋπόθεση για τη νόμιμη κήρυξη απεργίας.

Με το άρθρο αυτό, σε όλα τα όρια απαρτίας που προϋπήρχαν καθώς και στον όρο του 1/2 για την κήρυξη απεργίας προστίθεται στη φυσική ψήφο και η εξ αποστάσεως ψήφος.

Καταργείται, συνεπώς, κάθε δυνατότητα αμεσότητας των γενικών συνελεύσεων και επισφραγίζεται η αδυναμία, ιδίως των πρωτοβαθμίων σωματείων να προχωρούν σε κήρυξη απεργίας.

11) Η δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας αντί ψηφοφορίας με φυσική παρουσία περιλαμβάνεται και στο επόμενο άρθρο (86) με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 13 του ν. 1264/1982. Ας σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις της εξ αποστάσεως ψηφοφορίας δεν καθιερώνεται καμία διασφάλιση της ταυτοπροσωπίας των ψηφοφόρων και ιδίως διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου.

12) Το άρθρο 87 περιορίζει σημαντικά το πεδίο προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης που προβλέπεται μέχρι σήμερα από το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, καθώς περιορίζεται η έκταση της προστασίας α) σε 5 αντί για 7 μέλη διοίκησης του σωματείου που έχει έως 200 μέλη β) σε 7 από 9 η προστασία διοίκησης σωματείου που έχει από 200 έως 1000 μέλη και γ) 9 αντί για 11 οργάνωσης που έχει περισσότερα από 1000 μέλη.

Επίσης, περιορίζεται η προστασία των ιδρυτικών μελών της πρώτης υπό σύσταση συνδικαλιστικής οργάνωσης σε 21 μέλη, εφόσον στην επιχείρηση εργάζονται περισσότεροι από 80 εργαζόμενοι, καταργεί τους αυξημένους αριθμούς προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών σε περιπτώσεις που στην επιχείρηση εργάζονται περισσότεροι (25 όταν πρόκειται για 150 έως 300, 30 όταν πρόκειται για 300 έως 500, 40 όταν πρόκειται για πάνω από 500 ή και 7 όταν πρόκειται για λιγότερους από 80 και λιγότερους από 40.

Ακόμη, με την παρ. 9 του άρθρου 87 καταργείται ο όρος συγκατάθεσης του σωματείου προκειμένου για μετάθεση συνδικαλιστικών στελεχών, ενώ περιορίζεται και αυτή καθαυτή η απαγόρευση μετάθεσης, αφού  πλέον δεν εξαρτάται η ισχύς της, όπως μέχρι τώρα, από την απόφαση της Επιτροπής του άρθ. 15 του ν. 1264/1982, το οποίο άλλωστε καταργείται ολόκληρο (άρθ. 99 παρ. 4 νομοσχεδίου), αφού η μετάθεση αυτή επιτρέπεται όταν κρίνεται (προφανώς από τον εργοδότη και, αν διαφωνεί ο εργαζόμενος, από το δικαστήριο πια κι όχι από την Επιτροπή) απολύτως αναγκαία για την λειτουργία της επιχείρησης ή επιβεβλημένη από λόγους προστασίας της υγείας.

Επίσης, με την επόμενη παράγραφο 10 του άρθρου 87 καθίσταται δυνατή και η καταγγελία της σχέσης εργασίας των ” προστατευομένων προσώπων”, αφού αυτή καθίσταται δυνατή χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται διευρύνονται πολύ, αφού καταργείται ο κατάλογος της περιοριστικής απαρίθμησης των σπουδαίων λόγων που καθιστούσαν επιτρεπτή την απόλυση, παρότι και αυτός είχε ήδη διευρυνθεί με το άρθρο 18 ν. 4472/2017 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και, πλέον, με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη, επιτρέπεται υπό τους όρους της παρ. 1 του άρθ. 15 του ν. 1483/1984, δηλαδή γίνεται αναλογική εφαρμογή των απολύσεων σε περιπτώσεις μητρότητας και εγκυμοσύνης και για τους συνδικαλιστές.

13) Με το επόμενο άρθρο 88 περιορίζονται σημαντικά οι επιτρεπτές δραστηριότητες των σωματείων που έχουν τον τίτλο “Δημοκρατία στους τόπους εργασίας”:

α) καταργείται το δικαίωμα του σωματείου να διατηρεί πίνακα ανακοινώσεων στους χώρους εργασίας, εφόσον διατηρεί ιστότοπο, για τον οποίο μάλιστα υποχρεώνει τον εργοδότη με τα έξοδα σχεδιασμού, λειτουργίας και συντήρησής του (παρ. 2), ενώ

β) καταργείται το δικαίωμα διανομής ανακοινώσεων σε κοινόχρηστους χώρους, χώρους εστίασης και υπαίθριους χώρους του τόπου εργασίας (παρ. 6).

14) Με το άρθρο 89 περιορίζεται ο αριθμός ημερών συνδικαλιστικής άδειας και καταργείται η διαμεσολάβηση της Επιτροπής του άρθρου 15 σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να εγκρίνει συνδικαλιστική άδεια ( πράγμα που σημαίνει ότι απομένει μόνο η προσβολή της διαφωνίας αυτής στο δικαστήριο.

15) Με  το άρθρο 90 περιορίζεται η δυνατότητα κήρυξης απεργίας αλληλεγγύης προς εργαζομένους σε άλλες επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις και είναι δυνατό να κηρύσσεται από μια πιο αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.

16) Με το άρθρο 92, παρέχεται σημαντική προστασία στους απεργοσπάστες, αφού υποχρεώνονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις να κηρύσσουν απεργία που προστατεύει τα δικαιώματα των εργαζομένων που δεν συμμετέχουν σε αυτήν από την άσκηση οποιασδήποτε σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε βάρος τους, και μάλιστα καθιερώνεται και λόγος διακοπής της απεργίας με δικαστική απόφαση (οι γνωστές “παράνομες και καταχρηστικές απεργίες” με δίκες express) σε περίπτωση μη τήρησης και σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής.

17) Με το άρθρο 93, υποχρεώνονται όσες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσουν απεργία στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΣΣ και σε φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα να υποβάλουν στον ΟΜΕΔ αίτηση διεξαγωγής δημοσίου διαλόγου για τα αιτήματα της απεργίας.

Η υποχρέωση αυτή βεβαίως υπήρχε και πριν (άρθρo 3 ν. 2224/1994), αυτό που προστίθεται τώρα είναι όμως ότι, ενόσω διαρκεί ο δημόσιος διάλογος αναστέλλεται  η άσκηση του δικαιώματος απεργίας στις επιχειρήσεις αυτές και απαγορεύεται η άσκηση αγωγής ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων για θέματα σχετικά με την εν λόγω απεργία. Στο μέχρι τώρα ισχύον νομοθετικό καθεστώς προβλέπεται το ακριβώς αντίθετο (παρ. 4 σε συνδυασμό με παρ. 5 άρθ. 3 ν. 2224/1994.

18) Με το άρθρο 94 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις απεργιών εργαζομένων επιχειρήσεων για τις οποίες προβλέπεται η υποχρέωση προσωπικού ασφαλείας, πλέον απαιτείται και η διάθεση και πρόσθετου προσωπικού πέραν του προσωπικού ασφαλείας για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά την διάρκεια της απεργίας, του λεγόμενου “προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας” το οποίο ορίζεται τουλάχιστον ως το 1/3 της συνήθως παρεχόμενης υπηρεσίας. Η συνδικαλιστική οργάνωση που κηρύσσει την απεργία οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως στον εργοδότη τα ονόματα των εργαζομένων τα οποία διαθέτει ως προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας, το οποίο μάλιστα καθορίζεται κατά την παράγραφο 4 με ειδική συμφωνία μεταξύ της πιο αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και του εργοδότη, ο οποίος πλέον αποκτά το δικαίωμα να επιλέγει ποιοι απεργούν και ποιοι όχι. Φυσικά, θεωρείται ανεπίτρεπτη και παράνομη η απεργία που κηρύσσεται χωρίς να έχει καθοριστεί προηγουμένως όχι μόνο το προσωπικό ασφαλείας, αλλά και το προσωπικού στοιχειώδους λειτουργίας, καθώς και η πραγματική διάθεση αυτού στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη.

19) Με το άρθρο 95, εξαρτάται η ικανότητα σύναψης Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας από τη νομιμοποίηση των σχετικών συνδικαλιστικών οργανώσεων με την εγγραφή τους στο Μητρώο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.

20) Αξιοσημείωτη ακόμη η προσθήκη στο άρθρο 98 παρ. 3, σύμφωνα με την οποία η άσκηση αγωγής δικαστικού ελέγχου διαιτητικής απόφασης ακόμα και σε δεύτερο βαθμό εκδοθείσης από την Πολυμελή Επιτροπή Διαιτησίας, αναστέλλει την ισχύ της προσβαλλόμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης επί της αγωγής.

21) Κλείνοντας, όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 99, καταργούνται οι τριμερείς (α΄ και β΄ βαθμού) Επιτροπές κρίσης, μεταθέσεων, απολύσεων συνδικαλιστών και άλλων συνδικαλιστικών διαφορών του άρθρου 15 του ν. 1264/1982.

22)  Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στην περιγραφή των αρμοδιοτήτων της συνιστώμενης Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, δεν περιλαμβάνεται η υποχρέωσή της για οποιαδήποτε σχέση και διαβούλευση με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, παρά μόνο με κρατικές και διοικητικές αρχές, ενώ φυσικά λείπει και ο κοινωνικός έλεγχος,  αφού εκείνοι που τους επιλέγουν τον τόσο  τον Πρόεδρο, όσο και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησής της, είναι ex officio διορισμένοι κρατικοί παράγοντες ,ενώ  θεσπίζεται η έλλειψη ασυμβίβαστου των μελών της Διοίκησης της Αρχής αυτής με την άσκηση οποιουδήποτε δημοσίου λειτουργήματος ή την άσκηση καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση του Δημοσίου,  ΟΤΑ ΝΠΔΔ κλπ ( άρθ. 106 παρ. 10), πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει τον εξαρτημένο χαρακτήρα της παρά τις διακηρύξεις περί λειτουργικής ανεξαρτησίας του άρθρου 102.

Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η …..Κυβέρνηση είναι εκείνη που απεξαρτάται από την υποχρέωση παροχής προστασίας στην τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, συνεχίζοντας μια διαχρονική και διεθνή τακτική καπιταλιστικών κυβερνήσεων απεμπόλησης στοιχειωδών συνταγματικών κρατικών υποχρεώσεων είτε προς Ανεξάρτητες Αρχές, είτε προς Μ.Κ.Ο., και την αποξένωση από την υποχρέωση εκπλήρωσής τους, με εξαίρεση βέβαια το είδος των αρμοδιοτήτων τις οποίες το αστικό κράτος επιθυμεί να διατηρήσει (βλ. παραπάνω για υπερωρίες Κυριακές και αργίες, που βέβαια αποτελούν στον σκληρό πυρήνα των εργοδοτικών δικαιωμάτων που η κυβέρνηση δεν εμπιστεύεται ούτε στην “Ανεξάρτητη Αρχή Εργασίας”).

Η προσέγγιση αυτή  δεν διεκδικεί πληρότητα. Αποτελεί μια πρώτη αποτίμηση ορισμένων μόνο βασικών όψεων του μεγαλύτερου σε έκταση αποδόμησης ατομικών και συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων που γνωρίσαμε εγχειρήματος.

Ο πόλεμος της κυβέρνησης ενάντια στις κατακτήσεις της μεταπολίτευσης μαίνεται. Απαξιώνει τα σωματεία, περιορίζει τα δικαιώματα και τη δράση τους, τα απομονώνει από τα μέλη τους, περιορίζει μέχρι κατάργησης το δικαίωμα στην απεργία, υπερασπίζεται τους απεργοσπάστες και  προωθεί τη γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού συνδικαλισμού. Οργανώνει την εντατικοποίηση της απλήρωτης εργασίας και την εργοδοτική αυθαιρεσία απέναντι στον εργαζόμενο στο ωράριο, τις Κυριακές και αργίες, τις υπερωρίες, τη διευθέτηση, διευκολύνει τις απολύσεις και μειώνει τις συνέπειες της ακυρότητάς τους.

Θέλει να εκδικηθεί την κοινωνία για τη ριζοσπαστικοποίησή της ιδίως στα των μνημονίων, το εργατικό κίνημα και τα συνδικάτα, ιδίως τα πρωτοβάθμια για τους αγώνες και τις νίκες του και να μετατρέψει την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ σε συντριβή όλων των παραπάνω. Και τώρα που το κείμενό του δημοσιοποιήθηκε και έληξε η μονόπλευρη προπαγάνδα Χατζηδάκη στα Μ.Μ.Ε. οι προθέσεις αποκαλύπτονται, και όσο συνειδητοποιούνται ευρύτερα οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου τα προσωπεία πέφτουν και  η σύγκρουση προδιαγράφεται αναπόφευκτη και φυσικά αναγκαία.

Δεν θα τους αφήσουμε. Στο χέρι μας είναι να νικήσουμε. Αποδείξαμε πολλές φορές και παλιά και πρόσφατα ότι μπορούμε. Το ν/σ δεν πρέπει να γίνει νόμος.

Η μείωση του χρόνου εργασίας αναγκαία, δίκαιη, επίκαιρη

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος της εισήγησης του Θοδωρή Παναγιωτόπουλου στην διαδικτυακή συζήτηση που διοργάνωσε η Πανελλαδική Ταξική Κίνηση με θέμα το χρόνο εργασίας.

30 ώρες δουλειά για όλους-30 χρόνια δουλειά-αυξήσεις στους μισθούς

Βρισκόμαστε σε μια νέα πολύ διαφορετική εποχή, μια ριζικά διαφορετική εποχή που ακόμα διαμορφώνεται και αλλάζει ριζικά την ζωή των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, οργανωνόμαστε, επικοινωνούμε και κατανοούμε τον κόσμο.

Μια νέα εποχή που δημιουργεί, πλάι στις παλιές, νέες δυσκολίες, αλλά και εν δυνάμει νέες δυνατότητες για την ταξική ενότητα και χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Στο πλαίσιο αυτό σαν Πανελλαδική Ανεξάρτητη Ταξική Εργατική Κίνηση, πήραμε την πρωτοβουλία για την σημερινή συζήτηση, θέλοντας να ανοίξουμε τον διάλογο μεταξύ των ταξικών ρευμάτων και των πρωτοπόρων εργατριών και εργατών για το ζήτημα του χρόνου εργασίας και της αναγκαιότητα να μπει στην προμετωπίδα του αγώνα του εργατικού κινήματος ξανά δραστική μείωση του χρόνου εργασίας για όλη την εργατική τάξη.

Έχουν περάσει 135 χρόνια από την εξέγερση των εργατών του Σικάγου που άνοιξαν τον δρόμο για την καθιέρωση της 8ωρης μισθωτής εργασίας, τα τρία λεγόμενα οκτώ. Και πάνω από 100 χρόνια από την νομοθετική καθιέρωση του 8ωρου στην Σοβιετική Ένωση, την πρώτη χώρα που το νομοθέτησε.

Από τότε και παρά τον τεράστιο πλούτο που έχει συσσωρευτεί από την εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και παρά την εκτίναξη της παραγωγικότητας της εργασίας και της τεχνολογίας, ο χρόνος εργασίας είτε παραμένει αγκυλωμένα ο ίδιος, είτε έχουμε πρωτοβουλίες της εργοδοτικής πλευράς και των αστικών κυβερνήσεων για την ελαστικοποίηση της εργασίας, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών, είτε καταπάτηση του 8ώρου και επιβολή απλήρωτων υπερωριών για μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης στον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων προχώρησαν και συνεχίζουν να προχωρούν σε νομοθετικές ρυθμίσεις για αύξηση των ωρών εργασίας (βλέπε Αυστρία, Ελλάδα επιστροφή στο 40ωρο από 37,5 ώρες στο δημόσιο, και τώρα το νέο νομοσχέδιο για τα εργασιακά της ΝΔ που καταργεί το 8ωρο, καθιερώνοντας στην ουσία το 10ωρο και χτυπώντας κάθε συνδικαλιστική δράση).

Η πάλη για τον χρόνο εργασίας αποτελεί έναν από τους πυρήνες της ταξικής πάλης. Μέσα από αυτήν εκφράζεται η σύγκρουση για το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξη αλλά και η τάση για τον έλεγχο της παραγωγής προς όφελος της κοινωνίας και σε βάρος της αστικής άναρχης κυριαρχίας των νόμων της αγοράς και της εξάντλησης, με στόχο της απόσπαση μεγαλύτερης υπεραξίας, της εργατικής δύναμης .

Η υποχώρηση των ιδεών της εργατικής χειραφέτησης, η ήττα που έχει υποστεί η εργατική τάξη, η αναποτελεσματικότητα των αγώνων, η διάδοση, ηγεμονία και κυριαρχία της «πολιτικής οικονομίας της αστικής τάξης» στο συνδικαλιστικό κίνημα της τελευταίας 30ετίας και ιδιαίτερα στην ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος, έχει σαν αποτέλεσμα να μην τίθεται από το συνδικαλιστικό κίνημα το αίτημα για τη νομοθετική μείωση του χρόνου εργασίας.

Παρόλα αυτά υπάρχουν κάποιες αγωνιστικές και ταξικές δυνάμεις που κάνουν αναφορά στον χρόνο εργασίας, με ακόμα όμως αδύναμο τρόπο και, κυρίως, χωρίς την βαθύτερη κατανόηση της σημασίας που έχει στις σημερινές συνθήκες η πάλη για την μείωση του.

Η βαθύτερη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, η τρομακτική αντίθεση παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων στην νέα εποχή οδηγεί σε όξυνση την ταξική σύγκρουση γύρω από τον εργάσιμο χρόνο, διότι είναι ανάγκη τόσο για την αστική όσο και για την εργατική τάξη.

Η αστική τάξη απαντά παγκοσμίως με ένα και μοναδικό τρόπο μπροστά στην τρομακτική ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, του αυτοματισμού και της ρομποτικής: αύξηση της εκμετάλλευσης, μείωση των μισθών και «μοίρασμα της ανεργίας» αντί για μοίρασμα και μείωση του χρόνου εργασίας. Αυτή η φιλοσοφία είναι η οποία έχει εκτοξεύσει τις ελαστικές σχέσεις εργασίας που παίρνουν κεφάλι από τις σταθερές σχέσεις (30% επί του συνόλου των εργαζομένων), τα προγράμματα ανακύκλωσης της ανεργίας κ.λπ. Κατάσταση που πάει χέρι-χέρι με τα εξαντλητικά ωράρια, τις αμέτρητες υπερωρίες και τους μισθούς πείνας.

Και ακόμη δεν είδαμε τίποτα. Η μαζική τεχνολογική εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, των 3D printer κ.α. και η νέα έκρηξη παραγωγικότητας που βρίσκονται μπροστά μας, εάν δεν μπουν όροι και κανόνες από το εργατικό κίνημα σε μια προοπτική μείωσης του χρόνου εργασίας, θα οδηγήσουν εκατομμύρια εργαζόμενους στο περιθώριο και την ανεργία, περισσότερο από κάθε προηγούμενο παγκόσμιο πόλεμο.

Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά για το ποια είναι η κυρίαρχη τάση με την οποία επιλέγει η αστική τάξη να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση:

– Το 2016 «Το εργοστάσιο της Foxconn (κατασκευάζει το iPhone της Apple) στην Κίνα απέλυσε 60.000 εργαζομένους (από τους 110.000) και τους αντικατέστησε με ρομπότ»

– Σύμφωνα με έρευνα της Bank of America μέχρι το 2025, τα ρομπότ θα έχουν καταλάβει το 45% των βιομηχανικών εργασιών, εξαφανίζοντας εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

– Έρευνες στην Γαλλία αναφέρουν ότι το 42% των επαγγελμάτων παρουσιάζουν πιθανότητα αυτοματοποίησης λόγω της διείσδυσης της πληροφορικής στην οικονομία και μάλιστα όχι μόνο τα χειρωνακτικά αλλά και διανοητικά επαγγέλματα. Σύμφωνα με την έρευνα 8,3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας είναι πιθανόν να καταστραφούν μέχρι το 2025.

– Ακόμα όμως και στην περιφερειακή Ελλάδα, έχουμε τέτοια παραδείγματα, με ολόκληρες ειδικότητες να καταργούνται γιατί αντικαταστάθηκαν από αυτοματισμούς και ρομποτική τόσο στη βιομηχανία όσο και στον τομέα των υπηρεσιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τράπεζες, όπου η επιδιωκόμενη αύξηση της χρήσης των ΑΤΜ, των e-banking, mobile banking, phone banking, των νέων πληφοριακών συστημάτων μηχανογράφησης και καταγραφής μειώνουν τρομακτικά τόσο τις επισκέψεις στα υποκαταστήματα των τραπεζών όσο και τους εργαζόμενους που απαιτούνται για να γίνουν αυτές οι εργασίες.

Παράλληλα με την αυτοματοποίηση τμημάτων της παραγωγής και υπηρεσιών γεννιούνται νέες θέσεις ανειδίκευτης χειρωνακτικής εργασίας, με μισθούς πείνας και συνθήκες εργασιακής γαλέρας. Μια διαδικασία που γινόταν και θα γίνεται πάντα στο καπιταλιστικό σύστημα. Όμως οι θέσεις αυτές είναι κατά πολύ λιγότερες από αυτές που καταστρέφονται

Φυσικά τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι οι εργάτριες και εργάτες, το εργατικό κίνημα συνολικά πρέπει να κινηθούν ενάντια στις κατακτήσεις της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ίσα ίσα το αντίθετο. Αυτά είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας και πρέπει να γίνουν χρήσιμα εργαλεία για να βελτιώσουν την ζωή των εργαζομένων και της κοινωνίας. Ο τεράστιος συσσωρευμένος πλούτος που υπάρχει στα χέρια των σύγχρονων κροίσων, η γιγαντιαία δύναμη της επιστήμης, η ρομποτική, η αυτόματη παραγωγή μηχανών που εκτινάσσει την παραγωγικότητα της εργασίας μειώνοντας δραστικά τον αναγκαίο χρόνο εργασίας πρέπει να αξιοποιηθούν για να ανέβει ποιοτικά το επίπεδο ζωής εκατοντάδων εκατομμυρίων εργατών στον κόσμο σήμερα.

Για να γίνει αυτό απαιτείται μια γιγάντια πολιτιστική και ιδεολογική εξόρμηση στους χώρους δουλειάς προκειμένου να αποκαλυφθεί η αλήθεια της εργατικής οικονομίας απέναντι στο σκοταδισμό και τον τρόμο που προπαγανδίζει η αστική τάξη και τα αστικά ρεύματα στο συνδικαλιστικό κίνημα τα οποία έχουν στόχο να υποτάξουν τους εργάτες με το ΤΙΝΑ (Δεν Υπάρχει Εναλλακτική) ώστε να αποδεχτούν τις απολύσεις, την ελαστική εργασία, τις μειώσεις μισθών και γενικά την μοιρολατρία που με την σειρά της επιτείνει την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Κάτω τα χέρια από το 8ωρο!

Εκτιμούμε ότι η μείωση του χρόνου εργασίας στην σημερινή εποχή είναι αναγκαία για την επιβίωση της εργατικής τάξης απέναντι στην τρομακτική επέκταση της ανεργίας, των εξαντλητικών ωραρίων και της ελαστικής εργασίας που παίρνει τρομακτικές διαστάσεις αλλά και μπροστά στην τεράστια καταστροφή ανθρώπινης εργασίας που έρχεται.

Το εργατικό κίνημα οφείλει να προετοιμαστεί ιδεολογικά και πολιτικά για την επόμενη περίοδο όπου η συζήτηση για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και την εκτίναξη της παραγωγικότητας που φέρνουν, θα γίνει εντονότερη με κεντρικό ερώτημα τι θα γίνει με το χρόνο εργασίας.

Ήδη, αναπτύσσονται ακόμη και αστικές τάσεις για τη μείωση του χρόνου εργασίας όπως τα πειράματα στην Σουηδία, η πρόταση της ισπανικής κυβέρνησης για πιλοτικό πρόγραμμα 4ήμερης εργασίας και κρατικής επιδότησης των εταιρειών για την 5η μέρα, η Microsoft στην Ιαπωνία εφαρμόζει 4ημερη εργασία πειραματικά κ.α

Ακόμα και αυτές οι προτάσεις που δεν χτυπούν τα κέρδη της εργοδοσίας, μένουν σε πειραματικό στάδιο και χτυπιούνται βάρβαρα από τους κυρίαρχους αστικούς κύκλους όπως φάνηκε σε άρθρα στους New York Times: «Το 6ωρο της Σουηδίας είναι μια απαίσια ιδέα» (New York Post, 24/5/2016).

Πιστεύουμε ότι μπροστά στην νέα κατάσταση που διαμορφώνεται και ειδικά μπροστά στο νέο νομοσχέδιο κατάργησης του 8ωρου είναι ανάγκη οι αγωνιστικές και ταξικές δυνάμεις να συνεργαστούν και να προωθήσουν από κοινού τα αιτήματα:

  • Κάτω τα χέρια από το 8ωρο
  • Απαγόρευση των απολύσεων τώρα-Επίδομα ανεργίας για όλους
  • 30 ώρες δουλειά-30 χρόνια εργασία-σταθερή δουλειά για όλους
  • Αυξήσεις στους μισθούς
  • Ελεύθερη συνδικαλιστική δράση

Ελπίδα και όραμα

Γνωρίζουμε την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα, τις δυσκολίες και τις αδυναμίες τις οποίες έχει. Εκτιμούμε όμως ότι το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να δώσει ελπίδα και όραμα στους εργαζόμενους και ιδιαίτερα στους νέους εργαζόμενους ώστε να οργανωθούν και να διεκδικήσουν όχι μόνο την μη χειροτέρευση αλλά συνολικά καλύτερες συνθήκες εργασίας. Η πάλη για την μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να αποτελέσει και την καλύτερη άμυνα για την υπεράσπιση του ίδιου το 8ωρου.

Η ιστορία της ταξικής πάλης – η οποία φυσικά δεν να μπορεί να αντιγραφεί – μας έχει δείξει ότι η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος και οι μεγάλες εξάρσεις του συντελέστηκαν όταν μπόρεσε να συναντηθεί με ένα αντίστοιχο ταξικό και ριζοσπαστικό διεκδικητικό περιεχόμενο.

Υπάρχουν παραδείγματα που παρά την γενική υποχώρηση της 30ετίας, όπου το συνδικαλιστικό κίνημα και εργατικό κίνημα ανέδειξε με πειστικό τρόπο το ζήτημα κατάφερε να συσπειρώσει τους εργαζόμενους και επέβαλε κατακτήσεις, όπως στη Γαλλία, όπου οι εργατικές κινητοποιήσεις επέβαλαν το 35ωρο. Κλαδικές συλλογικές συμβάσεις στην Ελλάδα έχουν επιβάλλει μέσα από τους αγώνες του λιγότερες ώρες δουλειάς. Η σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός της Φινλανδίας είχε την στήριξη ευρύτερων τμημάτων εργαζομένων στην πρότασή της για 6ωρο/5ήμερο.

Για την προώθηση αυτής της διεκδίκησης χρειάζεται μια μαζική συσπείρωση δυνάμεων όλων των αγωνιστικών και ταξικών ρευμάτων αλλά και δυνάμεων του πνεύματος που αντιλαμβάνονται αυτή την αναγκαιότητα. Απαιτείται σοβαρή ιδεολογική προετοιμασία, αντιπαράθεση με τα επιχειρήματα του αντιπάλου που διαδίδονται εκατομμύρια φορές από τα γραπτά, ηλεκτρονικά και κοινωνικά δίκτυα ενημέρωσης (λύση είναι η «απελευθέρωση της αγοράς εργασίας», η ελαστική εργασία, τα ατομικά προσόντα κ.λπ.). Χρειάζεται η ειδική πάλη ενάντια στις υπερωρίες, τη μαύρη εργασία, την κρυφή επέκταση του ωραρίου της ελαστικής και εκ περιτροπής εργασίας κ.λπ.

Στην σημερινή εποχή το ζήτημα της μείωσης του χρόνου εργασίας αποτελεί ένα βασικό κρίκο στο περιεχόμενο της προσπάθειας για την ταξική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η γενική κατεύθυνση μπορεί να είναι η άμεση και γενική εφαρμογή της ήδη υφιστάμενης νομοθεσίας και του 40ωρου, η απαγόρευση εργασίας πάνω από αυτό και η πάλη για 5ήμερο/30ώρο, χωρίς μείωση των αποδοχών. Το 30ωρο για τους εργαζόμενους στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, στις μητέρες, στους νέους, τους εκπαιδευόμενους. Η δραστική μείωση των ορίων συνταξιοδότησης με ανώτατο όρια στα 60 χρόνια και τα 30 χρόνια εργασίας χωρίς όριο ηλικίας.

Τα αιτήματα αυτά είναι δίκαια καθώς:

α) αποτελούν μέσο βελτίωσης της ατομικής αλλά και κοινωνικής ευημερίας, της ποιότητας ζωής του εργαζόμενου και της οικογένειάς του. Διασφαλίζοντας μεγαλύτερο ελεύθερο χρόνο ανάπαυσης και αναπαραγωγής της εργατικής του δύναμης άλλα και τη δυνατότητα διεύρυνσης των υπόλοιπων ατομικών και κοινωνικών χρόνων του ( χρόνος για εκπαίδευση, για διασκέδαση, χρόνος για υγιεινή και περίθαλψη, χρόνος για την οικογένεια και την κοινωνική συμμετοχή).

β) είναι αναγνώριση της συμβολής των εργαζόμενων στη συνολική αύξηση της παραγωγικότητας, στην οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη, άλλα και

γ) αποτελούν την μόνη λύση για την αρνητική επίπτωση που έχουν στην απασχόληση οι νέες τεχνολογίες, οι αυτοματισμοί στην παραγωγή, καθώς και οι νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας

δ) αποτελούν μέτρο καταπολέμησης της ανεργίας, αφού έτσι γίνεται το «μοίρασμα της εργασίας» χωρίς την μείωση του μισθού ανάμεσα σε εργαζόμενους και ανέργους. Λιγότερη εργασία, εργασία για άλλους με δικαιώματα και αξιοπρεπή μισθό διαβίωσης ικανόν να καλύπτει όλες τις σύγχρονες καθημερινές ανάγκες του ανθρώπου της εργασίας.

Ταυτόχρονα, ειδικά σήμερα είναι δυνατό. Ένα παράδειγμα, αρκεί για να καταλάβουμε τον τεράστιο πλούτο που παράγεται σήμερα πολύ γρηγορότερα. Σύμφωνα με έρευνα που παρουσιάζεται στο βιβλίο «Η θαυμαστή εποχή της νέας τεχνολογίας»: «Σήμερα, ο μέσος Αμερικανός θα χρειαζόταν να εργαστεί μόλις 11 ώρες την εβδομάδα για να παράγει όσα παρήγαγε σε 40 ώρες το 1950»

Με αυτές τις σκέψεις θέλουμε να ανοίξουμε το διάλογο πρώτα και κύρια με όλα τα ταξικά ρεύματα και τους πρωτοπόρες εργαζόμενες και εργαζόμενους. Θεωρούμε ότι είναι ώριμο και πρέπει να παρθούν από κοινού πρωτοβουλίες στους χώρους δουλειάς και σε συνδικάτα για το αίτημα του 5ήμερου/30ωρου χωρίς μείωση των αποδοχών τώρα, με καμπάνιες ενημέρωσης, να ζυμώνεται σε συνελεύσεις, να τίθεται στις διεκδικήσεις των συλλογικών συμβάσεων, δημιουργώντας έτσι τους όρους ώστε να υπάρξει ένα μαζικό εργατικό κίνημα που θα παλέψει για την επιβολή του.

Ιδιαίτερα το επόμενο διάστημα που η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να φέρει νομοσχέδιο κατάργησης του 8ωρου και της συνδικαλιστικής δράσης, οι ταξικοί συνδικαλιστές, ρεύματα και δυνάμεις πρέπει να αντιληφθούν την κρισιμότητα της στιγμής και να υπερβούν τον κατακερματισμό. Η αστικοποιημένη ΓΣΣΕ δεν θέλει και δεν μπορεί να οργανώσει τον αγώνα του συνδικαλιστικού κινήματος απέναντι σε ένα τέτοιο νομοσχέδιο. Αυτό επιβάλλει ακόμα περισσότερο στα αγωνιστικά ρεύματα και δυνάμεις, να δράσουν συντονισμένα, ενωτικά και αγωνιστικά στους χώρους δουλειάς και στα συνδικάτα ώστε να ενημερωθούν οι εργαζόμενοι, να υπάρξουν συλλογικές διαδικασίες, να παρθούν αγωνιστικές αποφάσεις και δράσεις ώστε να μην κατατεθεί καν αυτό το νομοσχέδιο. Αυτό χρειάζεται να εκφραστεί και μέσα από ενωτικές ταξικές συγκεντρώσεις, συντονισμούς και πορείες όλων αγωνιστικών συνδικάτων.

Ο ταξικός εορτασμός της Πρωτομαγιάς μπορεί να είναι αφετηρία για υπάρξει μια μαζική ενωτική επιτροπή εορτασμού με αντίστοιχη συγκέντρωση και πορεία στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα να μην κατατεθεί το αντεργατικό νομοσχέδιο. Μέσα σε αυτόν τον αγώνα, οι δυνάμεις και τα συνδικάτα που το κατανοούν πρέπει να θέσουν το ζήτημα του 30ωρου για όλους.

Σε μια τέτοια κατεύθυνση θα προσπαθήσουμε να κινηθούμε και να συνεργαστούμε με όλα τα ταξικά και αγωνιστικά ρεύματα.

Πηγή: ΚΟΜΜΟΝ

Γιατί χτυπούν το δικαίωμα στο συνδικαλισμό;

Το σχέδιο «να τελειώνουμε με ό,τι είχε απομείνει όρθιο» περνά τώρα σε ένα ανώτερο στάδιο. Ο νέος εργασιακός νόμος, όπως έχουν διαρρεύσει ορισμένες πτυχές του, φαίνεται τρομακτικός ως προς την ζωή του εργαζομένου. Κυρίως, στοχεύει το ωράριο αλλά και τις αποδοχές του εργαζομένου. Σκοπός είναι να «απελευθερωθεί» το ωράριο, να εφαρμοιστεί το 10ωρο, ενώ παράλληλα να μειώσουμε τα έξοδα για τον εργοδότη, αντικαθιστώντας την νόμιμη πληρωμένη υπερωρία με… ρεπό!

Τα ίδια ρεπό, που οι εργαζόμενοι ήδη δεν λαμβάνουν, ενώ το 52% δεν πληρώνεται καν τις υπερωρίες του, οπώς δηλώνει έρευνα της ΓΣΕΕ. Ο νέος νόμος θέλει να δώσει θεσμικό και νόμιμο ένδυμα σε αυτές τις πρακτικές.

Οι αλλαγές αυτές θα οδηγήσουν σε μείωση στο εισόδημα των εργαζομένων και πνιγμό της ελληνικής οικονομίας. Η μνημονιακή περίοδος έδειξε ολοφάνερα, ότι η μείωση των μισθών και η εξαφάνιση της εργατικής προστασίας οδήγησε σε μία αγορά ζούγκλας, ευνόησε τις ανέλεγκτες πολυεθνικές επιχειρήσεις, οδήγησε σε πτώση της εσωτερικής ζήτησης, σε ύφεση, κλείσιμο επιχειρήσεων, ανεργία και φτώχεια. Η ανταγωνιστικότητα δεν βελτιώθηκε και το χρέος δεν μειώθηκε: το μόνο που άλλαξε ήταν η είσοδος ξένων πολυεθνικών αλλά και κρατών σε κομβικούς τομείς της εθνικής οικονομίας.

Το μεγάλο κόλπο μετέτρεψε την Ελλάδα σε μία εντός ΕΕ μπανανία, για φθηνό εργατικό δυναμικό, που θα εργάζεται με ελληνικούς μισθούς, εξ αποστάσεως, για ξένες επιχειρήσεις πλέον. Ο εθνικός και λαϊκός πλούτος, όπως ακριβώς και η εργατική δύναμη του λαού, παραχωρήθηκαν εξίσου. Η όξυνση της κρατικής καταστολής και το βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα απλώς ολοκλήρωσαν την μπανανοποίηση της χώρας.

Για να μπορέσουν να επιβληθούν αυτές οι αλλαγές, το κλειδί εντοπίστηκε στην διάλυση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Γι’αυτό το λόγο, οι νέες επιθέσεις, που χειροτερεύουν την κατάσταση, πρέπει να μας προετοιμάζουν για μια νέα και μακρυά περίοδο πολέμου απέναντι στους εργαζομένους και την νεολαία.

Οι δανειστές άνοιξαν τον δρόμο με το 2ο μνημόνιο, επιβάλλοντας στην Ελλάδα, ως όρο «διάσωσης», το τσάκισμα των συνδικαλιστικών ελευθεριών. Αυτό σήμαινε η προσαρμογή στις «βέλτιστες πρακτικές» που περιέγραφαν τα μνημονιακά κείμενα. Πιο ξεκάθαρος όρος επέβαλε στην χώρα την πάσει θυσία αποτροπή της επιστροφής σε ένα σύστημα συλλογικών εργατικών ρυθμίσεων, όπως αυτό ίσχυε πριν τα μνημόνια. Στον στρωμένο αυτό δρόμο, η Νέα Δημοκρατία πατάει το γκάζι, εφόσον ο ιμπεριαλισμός έκανε την βρώμικη δουλειά, για να βαθύνει και άλλο την επίθεση στην εργασία.

Η απεργία στο επίκεντρο

Η απεργία αποτελεί το πιο ισχυρό όπλο των εργαζομένων, για την διεκδίκηση κάθε δίκαιου αιτήματος τους, που αφορά την εργασιακή και ασφαλιστική ζωή τους. Στο σύνταγμα και την νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαίωμα πρόκλησης βλάβης: η μαχητική αντιπαράθεση με τον εργοδότη είναι στοιχείο της άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος της απεργίας. Το ίδιο και για την βλάβη στο κοινωνικό σύνολο: όρος για να είναι επιτυχημένη η απεργία, είναι να προκαλεί μία ορισμένη ενόχληση, ώστε να προβληματίζει, να κινητοποιεί, να προκαλεί τον δημόσιο διάλογο.

Το περιβάλλον ήταν ήδη αρνητικό: 9 στις 10 απεργίες κηρύσσονται παράνομες ή καταχρηστικές, σε ταχύτατα χρονικά διαστήματα, αποτρέποντας το ολοκληρωμένο ξεδίπλωμα του εργασιακού αγώνα. Η απελευθέρωση των απολύσεων, αλλά και η αχρήστευση των κλαδικών συμβάσεων εργασίας έφερε μείωση της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Η κατάσταση στο εργατικό κίνημα είναι ήδη πολύ δύσκολη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση εισάγει στο νομοσχέδιο διάταξη, που όπως φημολογείται, θα εξαρτά την νομιμότητα της απεργίας από παράγοντες όπως η «άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας» κατά των απεργοσπαστών ή του εργοδότη. Όταν κανείς βλέπει τόσο πλαδαρές έννοιες, καταλαβαίνει κατευθείαν ότι επιδιώκουν μέσα να «χωρέσουν» κάθε μορφή συνδικαλιστικής πάλης!

Το ενδιαφέρον είναι, ότι τέτοιες συμπεριφορές έτσι και αλλιώς τιμωρούνται νομικά, όταν εκφεύγουν τους σκοπούς της απεργίας. Επειδή ακριβώς η απεργία αναγνωρίζεται συνταγματικά ως δικαίωμα αγωνιστικής αντιπαράθεσης και πρόκλησης βλάβης. Επομένως, με βάση τις συνταγματικές και νομοθετικές επιταγές, αντικειμενικά το στοιχείο της βίας θα υπάρχει σε μία απεργία.

Τώρα, όμως, επιδιώκουν να εντάξουν κάθε μορφή βίας, άρα αντιπαράθεσης, στην ουσία για να καταργήσουν την απεργία ως δικαίωμα από την πίσω πόρτα.

Η απεργία ως δικαίωμα, λειτουργεί ως προστατευτική ομπρέλα, που νομιμοποιεί ακριβώς τις βλάβες και τις φθορές που εξυπηρετούν τους σκοπούς της. Η αφαίρεση αυτής της ομπρέλας εκθέτει τον εργαζόμενο στην εκδικητική μανία του κράτους και της εργοδοσίας ατομικά. Σε ένα τέτοιο εργασιακό περιβάλλον, στην ουσία θέλουν να απομακρύνουν τους εργαζομένους απο την οργανωμένη πάλη: βάλουν, έτσι, κατά του ίδιου του συνδικαλιστικού δικαιώματος, εξίσου συνταγματικά προστατευμένου, οδηγώντας στην αχρήστευση και απομαζικοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Μαζί με τα παραπάνω, φυσικά, διατηρούνται οι νεολογισμοί του ΣΥΡΙΖΑ, που απαιτούν απαρτία 50% των μελών ενός σωματείου για την κήρυξη απεργίας. Η αύξηση, επίσης, του προσωπικού ασφαλείας στο 40% των εργαζομένων σε «κρίσιμους τομείς της οικονομίας» στην ουσία αφαιρεί κάθε πίεση απο την απεργία, γιατί αποτρέπει τους μισούς εργαζόμενους απο το να συμμετέχουν εξ’αρχής. Αυτό δεν υπαγορεύεται απο οικονομικές ανάγκες, γι’αυτό και μέχρι τώρα δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο ακραίο ποσοστό: αποτελεί ακόμα μία ένδειξη στην απόδειξη των διαθέσεων της κυβέρνησης.

Οι αλλαγές στην απεργία, άλλωστε, συνδέονται άμεσα με το ηλεκτρονικό φακέλωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την εισαγωγή της «ηλεκτρονικής διεξαγωγής» των Γενικών συνελεύσεων. Η επιβολή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας επιτίθεται στην δια ζώσης διεξαγωγή των συλλογικών διαδικασιών, στην ζωντανή διαδικασία αλληλεπίδρασης των εργαζομένων και διαμόρφωσης της σωματειακής βούλησης.

Τέλος, η μείωση των στελεχών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που δικαιούνται την συνδικαλιστική προστασία ολοκληρώνει το κάδρο του νέου μνημονίου που έρχεται. Συνδικαλιστικές οργανώσεις φακελωμένες, με μέλη αποξενωμένα από την ζωντανή συνδικαλιστική διαδικασία, με αγώνες ποινικοποιημένους πριν καν γεννηθούν, με συνδικαλιστές εκτεθειμένους στις εκδικητικές διώξεις κράτους και εργοδοτών.

Θέλουν να διαλύσουν τη δυνατότητα οργάνωσης, γιατί έρχεται μία εποχή δικτατορίας στους χώρους εργασίας. Και με βάση την προβλεπόμενη μείωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προετοιμάζουν την κυριαρχία των πολυεθνικών και των μεγάλων ντόπιων αλυσίδων.

Το αντεργατικό άλμα της κυβέρνησης πρέπει να γίνει άλμα στο κενό. Πρέπει κάθε εργαζόμενος να προετοιμαστεί για τη μεγάλη μάχη που θα έρθει, στο δύσκολο και δυσμενές περιβάλλον της εποχής μας. Αυτή την στιγμή, όμως, δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Και ας μην ξεχνάμε, ότι ο λογαριασμός για την κυβέρνηση συνεχώς γράφει, και η σιωπηλή αγανάκτηση σταδιακά αποκτά μορφές. Οι εργαζόμενοι δεν είναι μόνοι: μόνοι είναι αυτοί που κυβερνάνε, και το ξέρουν. Αλλά δεν χάνουμε τίποτα να τους το θυμίσουμε: οι αγώνες των υγειονομικών, των φοιτητών και της νεολαίας έδειξαν τον δρόμο.

Τι είπε και τι δεν είπε ο κ. Χατζηδάκης για το ωράριο εργασίας

Με αφορμή το ζήτημα της διευθέτησης του ωραρίου, ο κ. Χατζηδάκης, υπουργός Εργασίας, παρέθεσε συνέντευξη στο ΣΚΑΙ. Υπερασπίστηκε το θέμα της «Διευθέτησης του χρόνου εργασίας», δηλαδή της δυνατότητας μία επιχείρησης να ορίζει περιόδους αυξημένης απασχόλησης των μισθωτών. Σε αυτές τις περιόδους, είναι δυνατόν το κανονικό ωράριο του μισθωτού (όχι οι υπερωρίες του) να παραταθεί από τις 8 στις 10 ώρες. Αυτή η υπέρβαση του ωραρίου μετά μπορεί να ισοσταθμιστεί με περιόδους μειωμένης απασχόλησης, ρεπό, αύξηση της κανονικής άδειας μετ’αποδοχών ή συνδυασμό αυτών.

Τι είπε ο κ. Χατζηδάκης:

Α) Η νομοθεσία για την διευθέτηση του ωραρίου υπάρχει εδώ και 30 χρόνια. Την ίδια στιγμή, 2 λεπτά πριν στην συνέντευξη θεωρεί τον βασικό συνδικαλιστικό νόμο του 1982 (ν. 1264/1982) απαρχαιωμένο. Η εφαρμογή της διάταξης 41 παρ. 6 του 1892/1990, με την τροποποιημένη μορφή που προτείνει, μάλλον αποτελεί… διαχρονική αξία..

Β) Δίνουμε την ελευθερία στον εργαζόμενο να «πάει διακοπές με την φίλη του, να μαζέψει ελιές, να δώσει τα μαθήματα στην εξεταστική ο φοιτητής»

Γ) Ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται να φοβάται: με δική του αίτηση θα δίνεται η δυνατότητα διευθέτησης του ωραρίου και όλοι οι όροι θα είναι θέμα συμφωνίας..

Ας πούμε δύο κουβέντες για αυτά.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΩΡΑΡΙΟΥ

Η νομοθεσία για την διευθέτηση του ωραρίου πράγματι υπάρχει από το 1990, σε διάταξη του νόμου 1982/1990. Ψηφίστηκε τότε απο το σύνολο των κομμάτων της ελληνικής Βουλής, όπως και ο ν. 1876/1990. Ήταν οι νόμοι που εισήγαγαν πολλές βασικές ρυθμίσεις εργατικού δικαίου, και βασικά διαμόρφωσαν το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων για την σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Για αυτό το λόγο, ακόμα και η διάταξη για την διευθέτηση του ωραρίου, που απηχούσε τις απαρχές της ελαστικοποίησης της εργασίας στην Ευρώπη, έθετε ως όρο την συμφωνία του εργοδότη με την συνδικαλιστική οργάνωση. Αυτά δεν τα έφερε η Νέα Δημοκρατία και δεν τα ψήφισαν τα κόμματα της Βουλής επειδή ήταν γενικώς σωστά, αλλά επειδή τα επέβαλε το εργατικό κίνημα της εποχής, με τους μαζικούς συλλογικούς αγώνες του.

Η πρώτη αποδιάρθρωση στην παραπάνω πρόβλεψη επήλθε με τις μνημονιακές ρυθμίσεις (συγκεκριμένα, τον ν. 3996/2011, την ΠΥΣ 6/2012 και το 2ο μνημόνιο που ακολούθησε). Μεταξύ άλλων, αναγνώρισαν σε ομάδες που δεν αποτελούσαν συνδικαλιστικές οργανώσεις να συνάψουν συλλογική σύμβαση  εργασίας στην επιχεόρηση με τον εργοδότη, αφαιρώντας τους εργαζόμενους από την προστασία των κλαδικών συμβάσεων εργασίας.Αυτό συνέβαινε σε όποιο χώρο εργασίας δεν υπήρχε σωματείο. Αν υπήρχε, όμως, σωματείο, ήταν υποχρεωμένος να έρθει σε συμφωνία με το σωματείο.

Τώρα, με τον νέο νόμο, αυτό επιχειρείται να αλλάξει στο πεδίο της διευθέτησης του ωραρίου, ώστε να μπορεί να γίνει με την ατομική διαπραγμάτευση του εργαζόμενου με τον εργοδότη, με την τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Έτσι, θα δίνεται η «δυνατότητα» να διαμορφώσει ο εργαζόμενος τον χρόνο εργασίας του σε περιόδους αυξημένης απασχόλησης (μέχρι 10 ώρες κανονικό ωράριο) και περιόδους μειωμένης απασχόλησης (είτε λιγότερες ώρες, είτε ρεπό, άδειες κτλ).

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΑΚΡΙΒΩΣ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ;

Αυτό ο Χατζηδάκης το ονομάζει «ελευθερία» του εργαζομένου. Θα μπορεί α) ο φοιτητής που σπουδάζει να δώσει εξετάσεις, β) ο εργαζόμενος στο αεροδρόμιο να μαζέψει ελιές, γ) ο μέσος εργαζόμενος να πάει διακοπές με «την φίλη του». Αυτή η «ευελιξία» στη ζωή του εργαζόμενου είναι «για το καλό του», του «δίνει την δυνατότητα μόνος να ορίσει τον χρόνο του», είναι όλα «θέμα συμφωνίας».

Ενδιαφέρον είναι ότι επιλέγονται αποσπασματικά παραδείγματα εξαιρετικών περιστάσεων για να επιβληθεί μία κατάσταση στο σύνολο των εργαζομένων της χώρας. Εκτός αν, πέρα από ρητορικό τέχνασμα, κρύβονται πολλές παραδοχές: ότι ο φοιτητής που δουλεύει θα γίνει κανόνας, ότι ο εργαζόμενος στο αεροδρόμιο θα πρέπει να έχει παράλληλη δουλειά, ότι ο μέσος εργαζόμενους δεν θα μπορεί με την άδεια του απλώς να πάει τις διακοπές του.

Δεύτερον, τα παραπάνω επενδύουν πάνω στην γενική πολεμική της κυβέρνηση απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα. Γιατί μία άμεση, προσωπική προτροπή στον εργαζόμενο που τόσο πολύ «κόπτεται» να αναδιαμορφώσει το ωράριο του, θα ήταν «οργανώσου στο σωματείο σου και ζήτα το συλλογικά». Προφανώς, εδώ υποδηλώνεται, χωρίς να λέγεται ανοιχτά, ότι τα σωματεία θέλουν το κακό σου, ότι αποτελούν τερατώδεις γραφειοκρατικούς μηχανισμούς κτλ. Οπότε, εμπιστέψου τον Υπουργό που βγάζει νόμους και τον εργοδότη, που τον νοιάζεις εσύ πάνω απο όλα, και όχι τους συναδέλφους στο σωματείο σου: η πραγματικότητα γυρισμένη ανάποδα..

Τρίτον, και το σημαντικότερο, αξιοποιείται η έννοια της «συμφωνίας» με τον εργοδότη, κατ’όπιν «αίτησης» του εργαζομένου. Δηλαδή, δύο λέξεις πάνω σε ένα νομοθετικό κείμενο θα έρθουν και θα προστατεύσουν απο τον εργοδότη στον να υπαγορεύσει τους όρους της συμφωνίας στον εργαζόμενο. Ας μείνουμε σε αυτό, γιατί η συμφωνία και το ποιός την διεξάγει αποτελεί όλη την ουσία της συζήτησης.

ΑΤΟΜΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΕΙΝΑΙ ΒΙΑ!

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις του σωματείου και των συνδικαλιστικών οργανώσεων στην επιχείρηση, τον κλάδο ή την χώρα οδηγούν στην σύναψη μίας απόφασης, της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Αυτή έχει ισχύ νόμου. Το δίκαιο αυτό, που φτιάχνουν όλες μαζί οι αποφάσεις, το Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, έχει τις βάσεις του στους αγώνες και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, στις οποίες κράτος και εργοδοσία αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Με τους κανόνες αυτού του δικαίου, εξασφαλίστηκε η δημοκρατία στους χώρους δουλειάς και κατ’επέκταση στην κοινωνία.

Η ατομική σύμβαση εργασίας είναι η αρχαιότερη, η πιο απαρχαιωμένη και μεσαιωνική μορφή απασχόλησης, όταν δεν υπήρχε εργατικό δίκαιο: η συλλογική διαπραγμάτευση και το συλλογικό εργατικό δίκαιο αποτελούν το πιο εξελιγμένο και το πραγματικό εργατικό δίκαιο.

Η ατομική σύμβαση εργασίας έχει πολύ έντονο το στοιχείο της προσωπικής βίας: το τι θα πω, το πώς θα φερθώ, τα πάντα ορίζονται από τις ορέξεις του εργοδότη. Αν δεν του αρέσει κάτι, καταρχήν μπορεί να με απολύσει. Παίζω σε κάθε στιγμή την οικονομική μου επιβίωση κορώνα-γράμματα. Αυτή είναι η ελευθερία που συζητάμε: αν θέλεις, μπορείς και να αρνηθείς, να μην συμφωνήσεις με τον εργοδότη. Και αυτός, που είναι ο αρχηγός της επιχείρησης που δουλεύεις και ζεις, σε απολύει. Φοβερή ελευθερία!

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις απωθούν αυτό το στοιχείο της βίας, που είναι εγγενής στις εργασιακές σχέσεις. Δεν διαπραγματεύεσαι εσύ ο ίδιος, αλλά ο συνδικαλιστικός σου εκπρόσωπος, που έχει και πλέον (όσο αντέξει και αυτό…) συνδικαλιστική προστασία, με τον εκπρόσωπο του εργοδότη. Έχει απο πίσω του ένα σωματείο, που άμα θέλει μπορεί να παγώσει την εργασία της επιχείρησης. Έτσι, η βαθύτατη ανισορροπία ανάμεσα στον εργοδότη και τους εργαζόμενους κάπως μετριάζεται, οδηγούμαστε σε δικαιότερες λύσεις.

Σαφώς, δεν είναι ασύνδετη η «μικρή αλλαγή» στο τρόπο διευθέτησης του ωραρίου με την μείωση της συνδικαλιστικής προστασίας και την αποδιάρθρωση των συλλογικών συνδικαλιστικών ελευθεριών, που επιχειρείται με τον ίδιο νόμο. Δοκιμάζονται στοιχεία ενός νέου συστήματος οργάνωσης της εργασίας.

ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΠΑΝΑΝΙΑ

Το Υπουργείο Εργασίας βάζει ένα μικρό λιθαράκι σε ένα γενικότερο σχεδιασμό. Θέλουν να εξαφανίσουν εντελώς τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τα πάντα να τα «διαπραγματεύεσαι» ολομόναχος με τον εργοδότη. Θέλουν να ξαναγυρίσουμε σε εποχές μεσαιωνικές, όπου νόμος είναι το τι θέλει ο εργοδότης, όπου κάθε συζήτηση θα είναι «take it or leave it», όπου η μόνη ελευθερία σου θα είναι… να αποδέχεσαι κάθε τροποποίηση στους όρους εργασίας σου.

Το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει κατακρεουργηθεί από τα μνημόνια την προηγούμενη δεκαετία. Ένας από τους όρους των δανειστών, μάλιστα, στο 2ο μνημόνιο, επέβαλε ως υποχρέωση «να μην επιστρέψουμε στο προηγούμενο σύστημα». Με βάση χειρουργικά χτυπήματα, εξαφάνισαν την ισχύ των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τις κλαδικές και την εθνική συλλογική σύμβαση. Βάλαν τους νέους εργαζόμενους να δουλεύουν με υποκατώτατο μισθό, να βάλουν «πλάτη» στην χώρα, κάτι που αντιστρατεύονταν κάθε έννοια συνταγματικού και ευρωενωσιακού ακόμα κανόνα δικαίου. Οι μνημονιακές υποχρεώσεις, που επέβαλαν οι δανειστές σε όλες τις κυβερνήσεις, ήταν η αρχή: δημιούργησαν το έδαφος, πάνω στο οποίο θα άνθιζε το τσάκισμα της συλλογικής εργατικής πάλης. Και φυσικά, τσακίζοντας τους μισθούς, αύξησαν την ύφεση, την φτώχεια, την εξαθλίωση των πολιτών της χώρας, μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνέχισαν να κλείνουν, ενώ η οικονομία σταδιακά πέρασε στον έλεγχο των ξένων συμφερόντων.

Η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων αποτελεί τον ύψιστο δείκτη δημοκρατίας σε μία χώρα. Κύριο χαρακτηριστικό των χωρών – μπανανίων είναι η «ανταγωνιστικότητα» τους, δηλαδή η απουσία κάθε έννοιας εργατικού δικαιώματος. Η δικτατορία αυτή μεταφέρεται και άμεσα στην κοινωνία: δεν υπάρχει χώρα με κακούς δείκτες εργατικής προστασίας που να αποτελεί υπόδειγμα δημοκρατίας. Η επιστροφή στην ατομική διαπραγμάτευση δεν αποτελεί απλά μία τυχαία επιλογή. Αλλά εντάσσεται στο γενικό κλίμα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης, πάνω στην οποία η Νέα Δημοκρατία «πατάει γκάζι». Θέλουν να τελειώνουν με κάθε «φρένο στην ανταγωνιστικότητα». Να τελειώνουν με την δημόσια υγεία και παιδεία. Να πουλήσουν όλον τον εθνικό πλούτο. Να τελειώνουν με τα δημοκρατικά δικαιώματα. Να τελειώνουν με την δημοκρατία στις σχολές, στους χώρους δουλειάς, στο δρόμο, με ό,τι μπορεί να βάλει φρένο στο ξεπούλημα μας.

Απέναντι σε αυτό, να συλλογιστούμε ότι κάποτε αδύνατα θεωρούνταν το 8ωρο, η άδεια μετ’αποδοχών, η κοινωνική ασφάλιση, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, το πενθήμερο, η πληρωμένη υπερωρία. Δεν τα έδωσε η μεγαλοκαρδία των κυβερνώντων. Αλλά έγιναν δυνατά μέσα από τους αγώνες των εργαζομένων της εποχής τους: αυτό πρέπει να γίνει συλλογική πεποίθηση, για να τα πάρουμε όλα πίσω: την εργασία μας, την χώρα μας, το μέλλον μας.