Άρθρα

Η “αντικειμενικότητα” της επιστήμης και η “επιστημονικότητα” της πολιτικής

Την Παρασκευή 7/5 δημοσιεύθηκε στους New York Times ένα άρθρο με τίτλο “Γιατί μας πήρε τόσο καιρό να παραδεχτούμε τα δεδομένα για τον Covid?” της Zeynep Tufekci. Η Tufekci επιχειρεί μια ανασκόπηση των επιστημονικών ευρημάτων για τον τρόπο μετάδοσης του Covid αναδεικνύοντας το βασικό εύρημα των ερευνών που είναι ότι ο κύριος τρόπος μετάδοσης είναι κυρίως τα αερολύματα (aerosols) και όχι τα σταγονίδια (droplets). Η διαφορά μπορεί να είναι μικρή, και ίσως αδιάφορη στους μη ειδικούς, ωστόσο η πρακτική και κοινωνική πλευρά της συγκεκριμένης διαπίστωσης είναι τεράστια. Θέτει σε ισχυρή αμφισβήτηση τις επί έναν ολόκληρο χρόνο προτάσεις των επιστημονικών επιτροπών, των διεθνών οργανισμών και των εθνικών κυβερνήσεων.

Η αρχική ενοχοποίηση των σταγονιδίων σήμαινε έμφαση στον καθαρισμό και την απολύμανση επιφανειών ώστε να μη μεταφέρουμε τον ιό με τα χέρια μας. Σήμαινε υγιεινή των χεριών, χρήση μάσκας (προαιρετικά και δειλά στην αρχή), διατήρηση απόστασης ενός περίπου μέτρου από άλλους ανθρώπους. Αυτές οι πρακτικές συμφωνούσαν με τις προηγούμενες γενικά παραδεκτές στον επιστημονικό κόσμο πολιτικές προστασίας από λοιμώδη νοσήματα.

Η σημερινή παραδοχή ότι ο ιός μεταφέρεται κυρίως με αερολύματα σημαίνει απαραίτητα χρήση μάσκας (και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης εφαρμογής της), καλό αερισμό εσωτερικών χώρων και προτροπή μετακίνησης και παραμονής σε εξωτερικούς χώρους. Τα αερολύματα μεταφέρονται μακρύτερα (πάνω από δύο μέτρα), ενώ αιωρούνται για περισσότερο χρόνο σε σύγκριση με τα σταγονίδια.

Τα συμπεράσματα αυτά δεν είναι πρόσφατα. Αντίθετα, αυτές οι παραδοχές ήταν γνωστές εδώ και μήνες. Αφορούν τις εμπειρικές παρατηρήσεις μηνών και πλήθος μελετών που δείχνουν ότι οι εστίες μετάδοσης είναι σχεδόν αποκλειστικά εσωτερικοί χώροι ενώ οι εξωτερικοί χώροι δεν ενοχοποιούνται ποτέ, με την εξαίρεση της πυκνής συγκέντρωσης κόσμου που τραγουδά ή φωνάζει, κοντά ο ένας στον άλλον. Πρόσφατη μελέτη στην Ιρλανδία έδειξε ότι η μετάδοση σε εξωτερικό χώρο αφορά το 0,1% των κρουσμάτων.

Οι ίδιες αναφορές δείχνουν ότι οι εσωτερικοί χώροι θα έπρεπε να αερίζονται πολύ περισσότερο από το να απολυμαίνονται, να υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες για συστήματα εξαερισμού και φίλτρα αέρα, για τήρηση μεγαλύτερων αποστάσεων (πάνω από 2 μέτρα), για χρήση μάσκας από την πρώτη στιγμή, και μάλιστα μάσκας υψηλής προστασίας και όσο το δυνατόν ερμητικής εφαρμογής.

Πολύ περισσότερο, θα έπρεπε να είχαμε μεταφορά όσο το δυνατόν περισσότερων δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς χώρους, προτροπή των πολιτών σε υπαίθριες δραστηριότητες και αυστηρά μέτρα προστασίας σε κλειστούς χώρους.

Στις 21 Μαΐου, ένα επόμενο άρθρο στους New York Times αναφέρει τα αποτελέσματα δύο ακόμα μελετών, σύμφωνα με τα οποία τα σχολεία στις ΗΠΑ μπορούν να παραμείνουν ανοικτά, με σωστό αερισμό, λιγότερα άτομα ανά τάξη και προληπτικά τεστ.

Τι είχαμε αντί για αυτά;

Συστάσεις σε παγκόσμιο και διεθνές επίπεδο που δεν έπαιρναν υπόψη τα νέα (από το καλοκαίρι του 2020) επιστημονικά δεδομένα αλλά στηρίζονταν στην προηγούμενη επιδημιολογική εμπειρία.

Σε εθνικό επίπεδο όμως, είχαμε κυβερνητικές πολιτικές που υπηρέτησαν πλήθος σκοπιμοτήτων και κυρίως την απόπειρα να μεταφερθεί η ευθύνη από τις κρατικές και κυβερνητικές αποφάσεις, στην ατομική στάση των πολιτών.

Πιο συγκεκριμένα, η αναθεώρηση της επιστημονικής κοινότητας για τους τρόπους μετάδοσης του κορωνοϊού αναδεικνύει αναδρομικά, αλλά και σήμερα, τεράστιες ευθύνες για την «αντικειμενικότητα» της επιστήμης και την «επιστημονικότητα» των πολιτικών που εφαρμόστηκαν:

– Εγκληματική καθυστέρηση στην απαραίτητη χρήση μάσκας, γιατί δεν υπήρχαν τα απαραίτητα αποθέματα ή και οι υποδομές για να δημιουργηθούν. Σε πρώτο μάλιστα χρόνο κυριάρχησε το πλιάτσικο από τις ισχυρές κυρίως χώρες που δέσμευσαν αποθέματα ή κούρσευαν φορτία.

– Αδιαφορία έως και ανυπαρξία οδηγιών για εξαερισμό ή φιλτράρισμα αέρα σε εσωτερικούς χώρους. Αυτό θα απαιτούσε συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές και αλλαγές εξοπλισμού σε χώρους εργασίας του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και χώρους σπουδών. Κάτι τέτοιο σημαίνει κόστος, διαδικασίες και μηχανισμούς ελέγχου, επενδύσεις, δαπάνες για εκπαιδευτικούς κυρίως χώρους, πράγματα που δεν συμφωνούσαν με τη γενικευμένη παραίτηση του κράτους από τις ευθύνες του.

– Αδιαφορία για τις μικρές αποστάσεις σε εσωτερικούς χώρους, με αποκορύφωμα τα διαγράμματα Μαγιορκίνη για τις σχολικές τάξεις που θα μείνουν στην ιστορία ως μνημεία πολιτικής σκοπιμότητας και επιστημονικής αναξιοπρέπειας.

– Τραγικούς επί μήνες παραλογισμούς απαγόρευσης μετακίνησης σε εξωτερικούς χώρους. Απαγόρευση άθλησης στο βουνό ή στη θάλασσα. Απαγόρευση μετακίνησης μετά τις 9 τις καθημερινές και επί δύο μήνες απαγόρευση μετακίνησης μετά τις 6 το απόγευμα των Σαββατοκύριακων.

– Αγορά (μέσω leasing) λεωφορείων χωρίς παράθυρα (!), τάχα για να αμβλυνθεί ο συνωστισμός στα μέσα μεταφοράς, κάνοντας τα νέα λεωφορεία εντελώς ακατάλληλα για χρήση σε συνθήκες πανδημίας.

Στην πράξη, τα πραγματικά επιστημονικά ευρήματα, τινάζουν στον αέρα πλήθος κυβερνητικών πολιτικών αλλά και την πλειοψηφία των συστάσεων επιστημονικών οργανισμών (ΠΟΥ, CDC, ECDC κλπ) που με μεγάλη καθυστέρηση – έως και απροθυμία – δέχτηκαν τα νέα δεδομένα και προσάρμοσαν (σχεδόν κρυφίως) τις συστάσεις τους.

Ποιοι είναι οι λόγοι;

Η Tufekci αναφέρει την απροθυμία μέρους της επιστημονικής κοινότητας να αναθεωρήσει προηγούμενα ευρήματα μελετώντας συγκεκριμένες περιπτώσεις υπερ-μετάδοσης του ιού. Βέβαια η ευθύνη δεν αφορά μόνο την επιστημονική πλευρά, όσο και αν οι επιστήμονες έπαιξαν ρόλο στο να νομιμοποιήσουν βολικές κυβερνητικές αποφάσεις.

Η βασική πλευρά όμως της αγνόησης ή της καθυστέρησης αποδοχής των επιστημονικών δεδομένων για τους τρόπους μετάδοσης του κορωνοϊού αφορά την απροθυμία των κυβερνήσεων να αναλάβουν την ευθύνη και την πρόθεσή τους να ενοχοποιήσουν την ατομική συμπεριφορά των πολιτών.

Έτσι, ζητήματα όπως, έλεγχοι προδιαγραφών σε εργασιακούς χώρους, μείωση αριθμού μαθητών στα σχολικά τμήματα, συστήματα εξαερισμού σε κλειστούς χώρους, πύκνωση δρομολογίων σε μέσα μεταφοράς, μείωση δραστηριοτήτων σε εσωτερικούς χώρους, προτροπή εξωτερικών δραστηριοτήτων, ήταν για την κυβέρνηση εντελώς ανύπαρκτα.

Για την ακρίβεια, έκανε περίπου τα αντίθετα.

Ο λόγος ήταν προφανής: Τα παραπάνω απαιτούσαν συντεταγμένη κρατική και δημόσια παρέμβαση, πόρους, μηχανισμούς, διαδικασίες. Η εύκολη αντίθετα λύση ήταν αυτή που στην Ελλάδα ακολουθήθηκε επί μήνες: Απαγόρευση εξωτερικών μετακινήσεων, περιορισμοί κυκλοφορίας, απόσειση της κρατικής ευθύνης, ανάδειξη της ατομικής.

Στην Ελλάδα σήμερα, ζούμε στον αστερισμό του τουρίστα και τα ΜΜΕ αντί να καταγράφουν πλέον κρούσματα και θανάτους, καταγράφουν εισόδους τουριστών, επιβεβαιώνοντας το όραμα μιας χώρας γκαρσονιών. Η διαχείριση ωστόσο της πανδημίας και οι πολιτικές που επιλέχθηκαν δεν αφορούν αποκλειστικά το παρελθόν, ούτε έχουν παραγραφεί οι ευθύνες.

Αν έχει μεγάλη σημασία η διαπίστωση της επιστημονικής κοινότητας για τους τρόπους μετάδοσης του ιού, είναι γιατί αποκαλύπτει ότι η κρατική πολιτική δεν κινείται με βάση την ιεράρχηση της δημόσιας υγείας και της ζωής των πολιτών, η δε επιστημονική κοινότητα (ή τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία της) είναι παραπάνω από πρόθυμη να συνδράμει στις κυβερνητικές σκοπιμότητες.

Αυτά δεν σημαίνουν φλερτάρισμα με θεωρίες συνωμοσίας, αλλά το αντίθετο: Η καλύτερη υπηρεσία στη μάχη ενάντια στις αντι-επιστημονικές παραδοξολογίες είναι να αμφισβητηθεί τόσο η «αντικειμενικότητα» της επιστήμης στο σύγχρονο καπιταλισμό, όσο και η «επιστημονικότητα» των πολιτικών αποφάσεων.

Η καταδιωκόμενη επιστήμη και οι «ακαταδίωκτοι»

Ένα από τα χειρότερα «κατορθώματα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη την περίοδο της πανδημίας είναι η συστηματική και χωρίς ενδοιασμούς προσπάθεια απαξίωσης της ιατρικής επιστήμης. Συμπτώματα αυτού του έργου είναι, μεταξύ άλλων, η εργαλειοποίηση των επιστημονικών επιτροπών για την εξαγωγή συγκυριακού μικροκομματικού οφέλους και την εξυπηρέτηση ημέτερων οικονομικών συμφερόντων. η χρήση των επιστημόνων ως απολογητές του κυβερνητικού έργου και ως επικοινωνιακούς «μαϊντανούς». η μετατροπή των επιστημονικών επιτευγμάτων (ΜΕΘ, εμβόλια, φάρμακα, τεστ) σε αντικείμενα που η προληπτική ή η θεραπευτική τους αξία καθορίζεται με εξω-επιστημονικά κριτήρια. και βέβαια, η μη πρόσληψη γιατρών και νοσηλευτών στα νοσοκομεία παρά τις διαπιστωμένες και καταγεγραμμένες ελλείψεις στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Δυστυχώς, σε αυτό το καταστρεπτικό της έργο η κυβέρνηση συνεπικουρείται από κατά τεκμήριο αναγνωρισμένης αξίας επιστήμονες και καθηγητές του πανεπιστημίου που έχουν υποτάξει την επιστημοσύνη τους στις κυβερνητικές επιδιώξεις ή απλά στερούνται του αναγκαίου σθένους για να υπερασπιστούν την αλήθεια έναντι της όποιας διαστρέβλωσής της. Πρόκειται είτε για αυλικούς της κρατικής και της οικονομικής εξουσίας, είτε για άνευρους ανθρώπους που αδυνατούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Σε κάθε περίπτωση, θυσιάζουν την αναζήτηση της αλήθειας, το βασικό σκοπό της επιστήμης, καθώς και την αξία ότι η επιστήμη προσφέρει την πλέον αποτελεσματική μεθοδολογία για τη γνώση των επιλογών που έχει μια κοινωνία για τη λύση των προβλημάτων της, στο βωμό οικονομικών ή προσωπικών επιδιώξεων για κοινωνική και πολιτική ανέλιξη.

Αυτό που θα ανέμενε κάποιος από έναν επιστήμονα θα ήταν να διεκδικήσει εξ’ αρχής να έχει διακριτό ρόλο από την εξουσία. Να μη συναγελάζεται με κυβερνητικούς αξιωματούχους, να μη χαριεντίζεται με τον πρωθυπουργό, ούτε να αναλαμβάνει το ρόλο του «ρήτορα των 18.00» που θα  μας πείσει για την αναγκαιότητα των όποιων επιλογών υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας. Η πειθώ, η ρητορική της επίκλησης της αυθεντίας και η επικοινωνιακή διαχείριση της επιστήμης δεν έχουν, και δεν πρέπει να έχουν, καμιά σχέση με το αντικείμενο  της ιατρικής. Οι επιτροπές στις οποίες θα συμμετείχε θα έπρεπε να είναι αμιγώς επιστημονικές και να βρίσκονται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από την κυβέρνηση. Στόχος τους θα έπρεπε να είναι η αναζήτηση των βέλτιστων πρακτικών και των εναλλακτικών επιλογών που έχει η κοινωνία με γνώμονα την αλήθεια του επιστημονικού τους αντικειμένου και όχι τη διαχείριση της εξουσίας ή των διαφόρων κοινωνικών πιέσεων, ενώ ο ρόλος τους, προφανώς, θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρα συμβουλευτικός.

Αυτό που θα ανέμενε κάποιος από έναν επιστήμονα θα ήταν να επιζητεί τη μέγιστη διαφάνεια όσον αφορά, καταρχάς, τη συγκρότηση της επιστημονικής επιτροπής στην οποία καλείται να συμμετέχει. Τα μέλη της θα έπρεπε να επιλέγονται με αμιγώς εσωτερικά κριτήρια της ιατρικής επιστήμης, με τη μέγιστη αντιπροσωπευτικότητα. Δεύτερο, ο επιστήμονας θα έπρεπε να διεκδικεί την πλήρη διαφάνεια των στοιχείων επί των οποίων βασίζει τις αξιολογήσεις του ως εχέγγυο της αξιοπιστίας τους. Τρίτο, ο επιστήμονας θα έπρεπε να διεκδικεί την καταγραφή των εργασιών και την υπεύθυνη δημοσιοποίηση των πρακτικών της επιτροπής ως μέσο για την αποτροπή έξωθεν παρεμβάσεων και επίπλαστων ομοφωνιών στο εσωτερικό της. Τελευταίο και πλέον σημαντικό είναι το να επιδιώκεται η πλήρης διαφάνεια στις σχέσεις μιας επιστημονικής επιτροπής με τους όποιους εξω-επιστημονικούς, κρατικούς ή μη, φορείς.

Ένας επιστήμονας ενδέχεται να κάνει εσφαλμένες εκτιμήσεις και να προτείνει λανθασμένες λύσεις. Η αποτυχία είναι μέρος της επιστημονικής πρακτικής και οδηγεί σε αναθεωρήσεις και σε περαιτέρω έρευνα. Αναζήτηση της αλήθειας χωρίς λάθη και χωρίς πισωγυρίσματα δεν υφίσταται. Και τα λάθη στην ιατρική είναι προφανές ότι οριακά ενδέχεται να κοστίσουν σε ανθρώπινες ζωές. Αλλά να είμαστε ξεκάθαροι. το κόστος αυτό είναι πολύ μικρό σε σχέση με εκείνο που θα καταβάλλονταν αν καταφεύγαμε στο μάγο για να θεραπευθούμε ή συμβουλευόμαστε την κρυστάλλινη σφαίρα για να προβλέψουμε το μέλλον. Γι αυτό το λόγο ο επιστήμονας δεν θα πρέπει να τελεί υπό την απειλή διώξεων για τις απόψεις και τις εισηγήσεις του, για την έρευνά του ή ακόμα και για ενδεχόμενα σφάλματά του που δεν ενέχουν δόλο.

Τίποτα από τα παραπάνω, όμως, δεν ισχύει για τους «ακαταδίωκτους» της κυβέρνησης Μητσοτάκη διότι αυτοί δεν ενεργούν με μοναδικό γνώμονα την αλήθεια, δεν έχουν φροντίσει να τηρούν «υγειονομικές» αποστάσεις από την κυβερνητική εξουσία και δεν έχουν κάνει τίποτα για να εξασφαλίσουν τη διαφάνεια που αρμόζει σε μια επιστημονική επιτροπή. Αντίθετα, η στάση τους ενέχει δόλο, χαρακτηρίζεται από δουλικότητα προς τη εξουσία και η πρόβλεψη να μην διώκονται εξασφαλίζει για πάντα την συσκότιση και την αδιαφάνεια των πρακτικών τους. Ακριβώς γι αυτά είναι υπόλογοι και όχι επειδή απλά έκαναν, αν έκαναν, κάποιες λάθος εκτιμήσεις. Κι όσο κι αν επιχειρείται η προστασία τους έναντι του νόμου, το κύρος τους έχει ήδη κατακρημνισθεί στα μάτια της κοινωνίας. Γιατί το καλό με την αλήθεια είναι ότι είναι πεισματάρα και αργά ή γρήγορα εκδικείται τους παραχαράκτες της.

Πού σκοπεύουν τα περίεργα μαθηματικά του Γκίκα Μαγιορκίνη;

Σε ανάρτησή του ο καθηγητής Γκίκας Μαγιορκίνης, μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Υγείας για τον νέο κορωνοϊό, επιχείρησε να δικαιολογήσει τους προηγούμενους ισχυρισμούς του ότι «δεν στηρίζεται επιστημονικά η μείωση των μαθητών ανά τάξη». Αν είχε μείνει στην αρχική του δήλωση, ίσως έπειθε ότι τα επιδημιολογικά μοντέλα δεν συνηγορούν σε μείωση των μαθητών και αύξηση των τμημάτων. Η αιτιολόγηση ωστόσο που έδωσε στα κοινωνικά δίκτυα, αντί να δώσει επιστημονική υπόσταση στον ισχυρισμό του, εξέθεσε τον ίδιο.

Η ερμηνεία που επιχείρησε να δώσει στην αρχική του τοποθέτηση, έκανε τα πράγματα χειρότερα, γιατί βρίθει αυθαίρετων ή ανούσιων μεγεθών και σκόπιμων ανακριβειών. Σε γενικές γραμμές, ο κ. Μαγιορκίνης ισχυρίζεται ότι: α. Η απόσταση του 1,5 μέτρου είναι σημαντική και πρέπει να τηρείται, β. Το σύνολο των ανά δύο αποστάσεων σε μια τάξη 15 ατόμων είναι 120 ενώ σε μια τάξη 25 ατόμων είναι 325, γ. Το σύνολο των επικίνδυνων ανά δύο αποστάσεων (μικρότερες του 1,5 μέτρου) στην τάξη των 15 ατόμων είναι 0, ενώ στην τάξη των 25 ατόμων είναι 13, δ. Το ποσοστό των επικίνδυνων αποστάσεων στην τάξη των 25 μαθητών (13 στις 325) είναι 4%, ως εκ τούτου ανάξιο λόγου γιατί για να «ρίξεις 4% τις κοντινές επαφές θα πρέπει να διπλασιάσεις τον χρόνο έκθεσης των εκπαιδευτικών».

Το πρώτο επιστημονικό δεδομένο της συγκεκριμένης ανάρτησης του κ. καθηγητή αφορά την απόσταση του 1,5 μέτρου. Δυστυχώς όμως, αυτό είναι και το μοναδικό επιστημονικό δεδομένο σε όσα έγραψε. Όλα τα υπόλοιπα είναι κάθε άλλο παρά επιστημονικά.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατήρησε ήδη ότι οι ακμές ν κόμβων δίνονται από τον τύπο ν*(ν-1)/2. Άρα οι ανά δύο αποστάσεις είναι 105 στην περίπτωση της τάξης των 15 μαθητών και 300 στην περίπτωση της τάξης των 25 μαθητών. Γίνονται 120 και 325 αντίστοιχα αν προσθέσουμε και τους ν κόμβους. Αυτό όμως είναι τελείως δευτερεύον.

Η χοντροκομμένη ανακρίβεια της ανάρτησης του Γκίκα Μαγιορκίνη αφορά στον πυρήνα του συλλογισμού του: Σε μια τάξη 25 μαθητών, μας λέει, οι επικίνδυνες αποστάσεις ανά δύο μαθητές είναι μόλις 13 σε ένα σύνολο 325 αποστάσεων. Άρα ποσοστό μόλις 4%, αποφαίνεται. Στην περίπτωση της τάξης των 15 μαθητών, οι επικίνδυνες αποστάσεις σύμφωνα πάντα με τα διαγράμματα του κ. Μαγιορκίνη είναι 0. Για ένα 4% λοιπόν, κάνουμε όλη τη φασαρία;

Αυτό που τεχνηέντως κρύβει ο κ. καθηγητής είναι ότι δεν μας ενδιαφέρει το ποσοστό των αποστάσεων που είναι μικρότερες του 1,5 μέτρου (13) επί του συνόλου των αποστάσεων (325), αλλά το ποσοστό των παιδιών που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη του 1,5 μέτρου επί του συνόλου των παιδιών. Στην τάξη των 25 παιδιών, σύμφωνα πάντα με τα σχεδιαγράμματα του καθηγητή, τα παιδιά που κινδυνεύουν (καθώς βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη του 1,5 μέτρου από συμμαθητή τους), είναι 18 στα 25, δηλαδή ποσοστό 72%, ενώ στην τάξη των 15 παιδιών, το ποσοστό των παιδιών που κινδυνεύουν (σύμφωνα πάντα με το σχήμα του καθηγητή) είναι 0%.

Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα 4%, αλλά για ένα 72%, και πρακτικά (σύμφωνα πάντα με τα σχεδιαγράμματα του κ. καθηγητή) για μηδενισμό των επικίνδυνων αποστάσεων με τη μετατροπή μιας τάξης 25 παιδιών σε τάξη 15 παιδιών.

Το να μετρά κανείς το ποσοστό των επικίνδυνων αποστάσεων επί του συνόλου των αποστάσεων αλλά όχι το ποσοστό των υπό κίνδυνο μαθητών επί του συνόλου των μαθητών είναι εντελώς χοντροκομμένη απόπειρα να αποκτήσει επιστημονικό μανδύα η πολιτική Κεραμέως για αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη εν μέσω πανδημίας.

Το ποσοστό των επικίνδυνων αποστάσεων επί του συνόλου των ανά δύο αποστάσεων, έχει αξία μόνο για τους ιδιόρρυθμους λάτρεις της στατιστικής. Δεν έχει απολύτως καμιά αξία για την υγειονομική άμυνα στα σχολεία.

Είναι ίδιας αξίας ποσοστό, με το να μετρήσει κανείς το ποσοστό των αποδοτικών κοκτέιλ φαρμάκων για τον κορωνοϊό επί του συνόλου των πιθανών συνδυασμών φαρμακευτικής αγωγής. Ποσοστό εντελώς άχρηστο και ανώφελο.

Η πραγματική ερώτηση που θα όφειλε να κάνει (και να απαντήσει) ο Γκίκας Μαγιορκίνης δεν είναι ποιο είναι το ποσοστό των επικίνδυνων αποστάσεων επί του συνόλου των αποστάσεων. Είναι ποιος είναι ο μέγιστος αριθμός ατόμων που μπορούν να χωρέσουν σε μια αίθουσα με δοσμένο εμβαδόν, με απόσταση μεγαλύτερη του 1,5 μέτρου μεταξύ τους.

Μόνο που αν τεθεί έτσι η ερώτηση, η απάντηση είναι προφανής.

Μία αίθουσα με 15 μαθητές, είναι κατά πολύ ασφαλέστερη από μια αίθουσα με 25 μαθητές, μιλώντας πάντα για την επικίνδυνη απόσταση του 1,5 μέτρου και αφαιρώντας από την εξίσωση άλλους παράγοντες.

Για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα κλασικό πρόβλημα Τοπολογίας. Μπορεί να λυθεί με αυστηρή τοποθέτηση των μαθητών σε ένα νοητό πλέγμα διασφαλίζοντας ότι οι ανά δύο αποστάσεις θα είναι μεγαλύτερες του 1,5 μέτρου.

Τοποθέτηση σε πλέγμα

Ή, μπορεί να λυθεί με πιο δημιουργικό τρόπο, με έναν αλγόριθμο (για παράδειγμα τον Poisson-Disc) ώστε να παράγονται τυχαία σημεία σε ένα χώρο, με ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους.

Αντί λοιπόν να σκαρφίζεται ο κ. καθηγητής ανούσια ποσοστά και περίεργα μαθηματικά για να δικαιώσει την κυβερνητική πολιτική, μπορούσε να ζητήσει από έναν φοιτητή πληροφορικής ή μαθηματικών έναν αλγόριθμο που θα αποτυπώνει, ανάλογα με τις διαστάσεις της σχολικής αίθουσας, τη βέλτιστη δυνατή τοποθέτηση των μαθητών.

Η εφεύρεση των περίεργων μαθηματικών και των ανούσιων ποσοστών του κ. Μαγιορκίνη θα αρκούσε να τον κατατάξει ως κάκιστο στην Τοπολογία, ανεξάρτητα αν είναι κορυφαίος στην Επιδημιολογία. Και φυσικά να προσδώσει στους ισχυρισμούς του αμιγώς πολιτική σκοπιμότητα.

Ωστόσο οι υστερόβουλες παραδοχές δεν σταματούν εδώ.

Στα σχήματα που παραθέτει ο κ. καθηγητής τα θρανία στην τάξη είναι 16 (χωρώντας εν δυνάμει 32 μαθητές), ενώ στην πραγματικότητα οι σχολικές τάξεις έχουν το πολύ 14 θρανία (χωρώντας 28 μαθητές και αυτούς στριμωγμένους). Δεν γνωρίζει ή δεν τον πληροφόρησε κανείς για την πραγματικότητα των σχολικών αιθουσών;

Σε μια τάξη λοιπόν που έχει 16 θρανία, οι επικίνδυνες αποστάσεις αυξάνονται από 13 σε 16. Ο αριθμός των παιδιών που βρίσκονται σε αυτές τις επικίνδυνες αποστάσεις αυξάνεται από 18 σε 22 (ποσοστό 88%). Το ποσοστό γίνεται 100% για αίθουσες που είναι ακόμα μικρότερες.

Οι σκόπιμες λαθροχειρίες συνεχίζονται, (παράδειγμα η αθώωση των κάθετων αποστάσεων στη μετάδοση του ιού, μπροστά – πίσω μαθητής), αλλά δεν έχουν περαιτέρω σημασία.

Σημασία έχει ωστόσο, πέρα από τις μαθηματικές ακροβασίες του κ. καθηγητή, η ολοκληρωτική άγνοια που επιδεικνύει για το πώς λειτουργεί μια σχολική τάξη. Η τάξη ως κλειστή κοινότητα (bubble) χωρίς επαφή με άλλες τάξεις, τα παιδιά ακούνητα και βιδωμένα στα θρανία τους, η απόλυτα ελεγχόμενη είσοδος και έξοδος από την τάξη, η διάταξη των θρανίων κλπ, προδίδουν ελάχιστη επαφή με την εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Από επιδημιολογικής άποψης, στον Γκίκα Μαγιορκίνη απάντησαν άλλοι αρμοδιότεροι του γράφοντος (Μελέτη Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Μηχανικής ΑΠΘ). Και προφανώς οι παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι πολύ περισσότεροι από τον αριθμό των επικίνδυνων αποστάσεων.

Από πολιτικής και κοινωνικής άποψης, έχει σημασία να διακρίνουμε πότε η επιστήμη λειτουργεί ως επιστήμη και πότε λειτουργεί ως επιστημοσύνη που δίνει μανδύα αντικειμενικότητας στις πολιτικές επιλογές. Συχνά μάλιστα, εξαιτίας της υπερβάλλουσας προθυμίας των προθύμων επιστημόνων, να καταλήγει σε χοντροκομμένους ισχυρισμούς σαν τον παραπάνω.

Η επιστήμη δεν είναι ούτε ουδέτερη, ούτε αντικειμενική. Φέρει μέσα της το στίγμα των κοινωνικών σχέσεων. Ειδικά στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ωστόσο, από το σημείο αυτό, μέχρι το σημείο να επικαλούμαστε τόσο περίεργα μαθηματικά και ανούσια ποσοστά για να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα, υπάρχει μια κάποια απόσταση.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μέλος της Επιτροπής Ειδικών του Υπουργείου Υγείας επικαλείται την επιστήμη για να οχυρώσει την πολιτική. Έχει συμβεί με τα τεστ, με τις μάσκες, με τις ανάγκες και τα κενά του συστήματος υγείας, με το άνοιγμα του τουρισμού, με την ενοχοποίηση των νέων, με την ανάδειξη αποκλειστικά της ατομικής ευθύνης για να κρυφτεί η κρατική κοκ.

Μόνο που αυτή τη φορά έγινε πολύ άκομψα και χοντροκομμένα. Και απέδειξε ότι όταν η επιστήμη δεν συμφωνεί με τις οικονομικές προτεραιότητες, τόσο το χειρότερο για την επιστήμη.

“Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις / κάτω απ’ τη μάσκα που φοράς”

“Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις /

κάτω απ’ τη μάσκα που φοράς”

Τρύπες

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή για ένα επιστήμονα από το να σχετικοποιεί την επιστημονική του άποψη ώστε να κουμπώνει και να είναι αρεστή με την εκάστοτε πολιτική, κοινωνική ή οικονομική συγκυρία.

Δεν χρειάζεται να είσαι επιδημιολόγος, λοιμωξιολόγος, “οτιδηποτελόγος” για να καταλάβεις ότι είναι αδύνατον να εμβολιάσεις σε χρήσιμο χρόνο ολόκληρο τον πληθυσμό μιας χώρας εν εξελίξει μιας επιδημίας – μιας και μας δόθηκε η αφορμή να θυμηθούμε κάποιες παλιές και μάλλον όχι πολύ αθώες ιστορίες.

Δεν χρειάζεται να είσαι επιδημιολόγος, λοιμωξιολόγος, “οτιδηποτελόγος” για να καταλάβεις ότι είναι αδύνατον να επιβάλεις την ορθή χρήση της μάσκας σε ολόκληρο τον πληθυσμό μιας χώρας, ενώ αυτό θα σημάνει σημαντικότατη οικονομική επιβάρυνση του – που συχνά δε αδυνατεί πλήρως να αντιμετωπίσει – και ενώ είναι παντελώς ανεκπαίδευτος σε θέματα υγιεινής. Η μη ορθή χρήση, όπως η χρήση της ίδιας χειρουργικής μάσκας επί πολλαπλών ημερών, η χρήση ακατάλληλων υλικών, το πιάσιμο της πρόσθιας επιφάνειας με χέρια που δεν απολυμαίνονται αυτοστιγμεί μετά το γεγονός, το κρέμασμα στο πηγούνι για καφέ, μπουκιά, τσιγάρο κλπ. κλπ., ενδεχομένως να είναι πιο επικίνδυνη από την μη χρήση. Η χρονική σύμπτωση δε της μεταστροφής (;!) της επιστημονικής άποψης με την έναρξη παραγωγής του υλικού από ιδιώτες με ιδιαίτερες σχέσεις με το κυβερνητικό περιβάλλον και για την επίσπευση της οποίας το ίδιο το κράτος άσκησε όλο του το διπλωματικό και οικονομικό βάρος,  αλλά και μετά το φερόμενο πέρας της κορύφωσης της καμπύλης μετάδοσης προκαλεί μια σχετική θυμηδία.

Δεν χρειάζεται να είσαι επιδημιολόγος, λοιμωξιολόγος, “οτιδηποτελόγος” για να καταλάβεις ότι ο ασυμπτωματικός φορέας μιας νόσου που ελέω έλλειψης ελέγχων παραμένει τέτοιος εν αγνοία του είναι σαφώς πιο “μολυσματικός” για το κοινωνικό σύνολο αφού θα συνεχίσει κανονικότατα τις κοινωνικές επαφές του χωρίς να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει σε σχέση με τον συμπτωματικό ασθενή που εκ των πραγμάτων θα περιορίσει τις επαφές του. Μπορεί λοιπόν ο ασυμπτωματικός / παυσισυμπτωματικός να μην διασπείρει τόσο μαζικά και τόσο βίαια σωματίδια αφού δεν βήχει σαν το γαϊδούρι, θα έχει όμως πλείστες όσες επαφές ενώ έχει τεθεί εν αμφιβόλω ακόμα και η απόσταση των 2 μέτρων ως ικανή να αποκλείσει την μετάδοση.

Δεν χρειάζεται να είσαι επιδημιολόγος, λοιμωξιολόγος, “οτιδηποτελόγος” για να καταλάβεις ότι μικρότερη πιθανότητα προσβολής δεν σημαίνει μηδενική. Αθροιστικά δε, πολλά μικρά μπορεί να ξεπερνούν ένα μεγάλο. Ιδίως όταν αυτό θα συμβαίνει υπογείως, χωρίς έλεγχο και χωρίς συμπτώματα…

Δεν χρειάζεται να είσαι επιδημιολόγος, λοιμωξιολόγος, “οτιδηποτελόγος” για να καταλάβεις ότι έχουν βασίσει όλο το στοίχημα στον καιρό και το κλίμα που θα μειώσει την μεταδοτικότητα χωρίς δική τους μέριμνα για τίποτα ουσιαστικό και χωρίς αυτό να είναι ένα σίγουρο επιστημονικό δεδομένο: αν μας κάτσει καλώς, αν δεν μας κάτσει… θα φταίει η ατομική σας ευθύνη! Αυτή είναι η υποκριτική μάσκα που κρύβουν κάτω από την μάσκα που φορούν…

Μάσκες, τεστ και άλλες ιστορίες: Επιστήμη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της Πολιτικής

Ο Economist που δύσκολα μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για “στείρα αντιπολίτευση” στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, λέει για τις μάσκες το προφανές: “Ο κόσμος καλό θα ήταν να φορά μάσκες αλλά όχι αν αυτό αποβαίνει σε έλλειψη προστατευτικού υλικού για τους υγειονομικούς”.

Ας θυμηθούμε από πού ξεκίνησε η συζήτηση στην Ελλάδα:

1. Όταν δεν υπήρχαν μάσκες ούτε για δείγμα μέσα στα νοσοκομεία, η οδηγία ήταν ότι η μάσκα δεν προστατεύει τον γενικό πληθυσμό, επομένως δεν συστήνεται η χρήση τους.

2. Όταν βρέθηκαν κάποιες μάσκες αλλά δεν είχαμε ακόμα πλήρη επάρκεια, η σύσταση παρέμεινε ίδια στον γενικό πληθυσμό, αλλά η αιτιολογία ήταν ότι η λάθος χρήση μπορεί να μολύνει. Η χρήση τους δεν είναι πλέον από επιστημονικής άποψης λάθος, αλλά αφού ο γενικός πληθυσμός δεν ξέρει πώς να τις χρησιμοποιήσει, δεν προτείνεται.

Όταν λοιπόν μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα η διεθνής συζήτηση γύρω από τη χρήση των μασκών στον γενικό πληθυσμό (και εντωμεταξύ είχαν λυθεί και τα βασικά προβλήματα παροχής ΜΑΠ στα νοσοκομεία), έγινε αποδεκτό ότι η μάσκα γενικά προστατεύει, αν κανείς τη βάζει και τη βγάζει με σωστό τρόπο.

Στο θέμα αυτό είχαμε άλλη μια φορά την εφαρμογή της αρχής “Επιστήμη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της πολιτικής και οικονομικής ανάγκης”.

Όπως ακριβώς και στο θέμα της διενέργειας μαζικών διαγνωστικών ελέγχων, οι επιστημονικές συστάσεις, αν απομονωθούν από το ευρύτερο πλαίσιο, μπορούν να στηρίξουν ΚΑΘΕ πολιτική ΚΑΘΕ κυβέρνησης και ΚΑΘΕ δημόσιας αρχής.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν υποστηρίζει τη γενικευμένη χρήση μάσκας, παρά μόνο από τους νοσούντες, από όσους τους φροντίζουν και από το υγειονομικό προσωπικό. Η Βρετανική κυβέρνηση συμφωνεί. Το Αμερικανικό Κέντρο Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) στην αρχή αποθάρρυνε τη χρήση μάσκας, αλλά από τις αρχές Απριλίου άλλαξε τις συστάσεις του, φτάνοντας να προτείνει μέχρι και τη χρήση απλής υφασμάτινης μάσκας στο γενικό πληθυσμό. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης Νοσημάτων στις τελευταίες του αναφορές είναι πλέον θετικό σε χρήση μάσκας στην κοινότητα, ειδικά σε κλειστούς χώρους, αγορές, μέσα μεταφοράς.

Σε χώρες της Ασίας, της Κίνας συμπεριλαμβανομένης, η χρήση μάσκας ενθαρρύνεται ακόμα και σε περιόδους που δεν εξελίσσεται κάποια επιδημία. Εκεί όμως δεν λείπουν οι μάσκες για το υγειονομικό προσωπικό, όπως έλειψαν στη Δύση και στην Ελλάδα.

Προφανώς κάποιες κοινές παραδοχές υπάρχουν, αλλά το εύρος των διαφοροποιήσεων είναι μεγάλο. Είναι μεγάλη και η απόσταση που διανύουν οι εθνικές αρχές από τις αρχικές μέχρι τις πιο πρόσφατες συστάσεις.

Γιατί προκύπτουν τόσες πολλές και διαφορετικές πολιτικές;

Από τη μια γιατί δεν υπάρχει κατηγορηματική επιστημονική απάντηση στο πώς ακριβώς μεταδίδεται ο ιός από αερομεταφερόμενα σταγονίδια ή από μολυσμένες επιφάνειες. Ξέρουμε ό,τι ισχύει γενικά, ανακαλύπτουμε σιγά σιγά ό,τι ισχύει συγκεκριμένα για τον νέο ιό.

Από την άλλη, κάθε χώρα έχει διαφορετικές δυνατότητες σε εξοπλισμό, υποδομή, προσωπικό, νοσοκομεία, μέσα προστασίας. Υιοθετεί λοιπόν καταλλήλως και τις επιστημονικές οδηγίες που την «βολεύουν».

Αυτή η ασάφεια στα επιστημονικά δεδομένα, μπορεί να «παράξει» τις πιο διαφορετικές οδηγίες, ανάλογα με τις πολιτικές και οικονομικές παραμέτρους που κυριαρχούν σε κάθε χώρα.

Αυτό συνέβη και στη χώρα μας.

Στην Ελλάδα αντιμετωπίσαμε την πανδημία έχοντας τεράστια τύχη και ελάχιστη πραγματική προετοιμασία, παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις των ΜΜΕ και τα εικοσιτετράωρα λιβανιστήρια προς την κυβέρνηση και ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που έχει αναδειχθεί σε ηγέτη-πρότυπο όλου του πλανήτη. Ο πλανήτης φυσικά δεν το ξέρει, αλλά αρκεί να το εμπεδώσουμε εμείς.

Η ελάχιστη πραγματική προετοιμασία για παράδειγμα αφορούσε την προνοητικότητα προμήθειας Μέσων Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ) από την πρώτη στιγμή που φάνηκε ότι θα έχουμε επιδημική κρίση. Τότε, που ήταν δυνατή η προμήθειά τους. Αντ’ αυτού ο υπουργός Κικίλιας και ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ Αρκουμανέας, καθ’ ύλην αρμόδιοι (αλλά επί της ουσίας άσχετοι με την υγεία), έκαναν δηλώσεις για το πόσο θωρακισμένοι είμαστε.

Από τα μέσα Μάρτη που εδέησαν να «κινητοποιηθούν» οι κρατικοί μηχανισμοί, προφανώς οι μάσκες ήταν σε παγκόσμια έλλειψη, οι δε ισχυρές χώρες κουρσεύαν στην κυριολεξία ιατροφαρμακευτικό εξοπλισμό τρίτων χωρών.

Η κατάληξη ήταν όχι απλά να μην υπάρχουν μάσκες για το γενικό πληθυσμό και να έχει εκτοξευτεί η τιμή τους στη μαύρη αγορά, αλλά να μην αρκούν και για τα ίδια τα νοσοκομεία. Οι διοικητές των νοσοκομείων μετέρχονταν κάθε μέσου για να εξασφαλίσουν λίγες παρτίδες, ειδικά στις μάσκες υψηλότερης προστασίας, ώστε να διατηρήσουν εντός μάχης τους γιατρούς και νοσηλευτές που αντιμετώπιζαν τα ύποπτα εμπύρετα κρούσματα.

Και αυτή είναι η καλή περίπτωση γιατί στην κακή, είχαμε και διοικητές που όντας το ίδιο άσχετοι με την δημόσια υγεία με τους προϊσταμένους τους, αποφάσιζαν ότι μία και μόνη απλή χειρουργική μάσκα, μούσκεμα μετά από ώρες χρήσης, αρκεί. Και είχαμε και τα τραγελαφικά περιστατικά με τις μάσκες χαμηλής ποιότητας από τη Νότια Κορέα, που ήρθαν, μοιράστηκαν, προκάλεσαν τις επώνυμες διαμαρτυρίες γιατρών, έγιναν αφορμή να κατηγορήσει ο κ. Κοντοζαμάνης σε πανελλήνια ζωντανή μετάδοση τους γιατρούς για διασπορά ψευδών ειδήσεων, και εν σιωπή, ξαφνικά, αυτές οι «απολύτως ασφαλείς μάσκες», αποσύρθηκαν.

Ο κ. Κοντοζαμάνης δεν ανακάλεσε, αλλά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΓΙΑ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

Ποιο είναι το συμπέρασμα;

Ότι σε ένα κράτος που δεν έχει προνοήσει για τα βασικά, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη σε ΜΑΠ, οι οδηγίες ποικίλουν. Εξελίσσονται ανάλογα με τις οικονομικές και τεχνικές δυνατότητες. Το ίδιο έγινε με τα τεστ, το ίδιο έγινε με τα πρωτόκολλα προστασίας, το ίδιο έγινε με τη δειγματοληψία, το ίδιο έγινε και με την «πτυσσόμενη» διάρκεια της καραντίνας του εκτεθειμένου προσωπικού. Το ίδιο θα γινόταν και με το triage, αν φτάναμε ποτέ σε αυτό το σημείο καθώς και με το ποιος θα μπει σε κλίνη ΜΕΘ, αν αυτές δεν αρκούσαν.

Ένα άλλο παράπλευρο συμπέρασμα είναι το όνειδος μιας Ελλάδας που την έφτασαν στο σημείο να μην μπορεί να παράξει στοιχειώδη πράγματα. Γιατί η βιομηχανία διαλύθηκε με ευρωπαϊκές εντολές, το βαμβάκι ξεριζώθηκε με την ΚΑΠ, και το όνειρο της ελληνικής άρχουσας τάξης ήταν και παραμένει να γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης. Το να μπορεί η χώρα να παράξει -έστω για ώρα ανάγκης- ιατροφαρμακευτικό εξοπλισμό, είναι πλέον όνειρο θερινής νυκτός. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο έγκλημα, που όμως δεν πρέπει κανείς να το θέσει, γιατί ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΓΙΑ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

Επανερχόμενοι στο τι κάνει και τι δεν κάνει η επιστήμη ας δούμε το παράδειγμα, των εμβολίων. Οι ιοί SARS και MERS εμφανίστηκαν το 2002 και το 2003 αντίστοιχα, αλλά ενώ ο πρώτος επεκτάθηκε και στις προηγμένες χώρες της Δύσης, ο δεύτερος περιορίστηκε κυρίως στη Μέση Ανατολή. Οπότε για τον πρώτο ιό, η έρευνα προχώρησε μέχρι ένα σημείο, ενώ για τον δεύτερο η έρευνα σταμάτησε νωρίς. Ακόμα χειρότερα, ο χαμηλός αριθμός κρουσμάτων άρα και απωλειών (λιγότεροι από 1000 θάνατοι από τον κάθε ιό), δεν προμήνυε υψηλά κέρδη για τις εταιρείες, οπότε η έρευνα για εμβόλιο, στην ουσία σταμάτησε. Ο Τζέισον Σβαρτς από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ παραδέχτηκε ότι «αν δεν είχαμε παρατήσει το πρόγραμμα για το εμβόλιο SARS θα ήμασταν σε πολύ καλύτερη θέση στην έρευνά μας για το εμβόλιο του νέου ιού SARS-CoV-2».

Σε αντίθεση με τον νέο κορωνοϊό για τον οποίο – εξαιτίας των απωλειών αλλά και των συνεπειών της πανδημίας στην οικονομία – διατίθενται δισεκατομμύρια δολάρια για να βρεθεί εμβόλιο, για τους παλιότερους κορωνοϊούς το ενδιαφέρον ήταν ανύπαρκτο μόλις η επιδημία υποχωρούσε.

Ας μην ακούσουμε λοιπόν ξανά για το πόσο «αντικειμενικά» είναι τα επιστημονικά ευρήματα, όταν αυτά σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται από τις πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες.

Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει καθαρή και ανόθευτη επιστήμη που υπαγορεύει τι ακριβώς πρέπει να γίνει, παρά μόνο στο επίπεδο των κλινικών και βιο-ιατρικών δεδομένων. Σε μια επιδημία, ακούμε και κάνουμε αυτά που μας λένε οι ειδικοί, η διαχείριση ωστόσο μιας υγειονομικής κρίσης ποτέ και πουθενά δεν είναι απολύτως «επιστημονική».

Από τα διαγνωστικά τεστ μέχρι την εύρεση εμβολίου και από τη χρήση μάσκας στον γενικό πληθυσμό μέχρι τη σύσταση νοσηλείας ή όχι, η «επιστημονική» διαχείριση εξελίσσεται και διαμορφώνεται από τις οικονομικές και τεχνικές δυνατότητες, άρα υπακούει σε αυτές.

Κατά τον εικοστό αιώνα το κίνημα της κοινωνικής αμφισβήτησης αντιπαρατέθηκε με το δόγμα της αντικειμενικής και ουδέτερης επιστήμης. Τόσο ο καπιταλισμός, όσο και οι χειρότερες εκδοχές του «υπαρκτού σοσιαλισμού», έσκιζαν αγανακτισμένα τα ιμάτιά τους για την ιεροσυλία. Ωστόσο η αποδοχή μιας καθαρής και ουδέτερης αλήθειας οδηγεί αναπόφευκτα στη μονοκρατορία της μίας και αδιαίρετης σκέψης που κυριάρχησε στο κλείσιμο του αιώνα. «Ένα δόγμα, μία αγορά, ένα σύστημα» υπό επιστημονικό μανδύα.

Σήμερα, από τη μια κάνει θραύση κάθε είδους παραδοξότητα, μεταφυσική και μπουρδολογία. Υποτιμώντας την πανδημία, παίζοντας ως μαθητούδια δημοτικού με τα δεδομένα, επικαλούμενοι στατικές αριθμητικές συγκρίσεις ανάμεσα στις αιτίες θανάτων, αναρωτιούνται οι θιασώτες της συνωμοσιολογίας, κάθε φορά, «τι μας κρύβουν»;

Από την άλλη καλούμαστε να αποδεχτούμε το τι λέει η επιστήμη, κλείνοντας τα μάτια στις σκοπιμότητες που την ορίζουν. Παραβλέποντας ότι ειδικα η εφαρμοσμένη επιστήμη καθορίζει τα ευρήματα και τις συστάσεις της αναγκαστικά ανάλογα με τις πολιτικές προτεραιότητες και τα οικονομικά δεδομένα.

Απομένει ένας δύσβατος δρόμος που από τη μια απορρίπτει με περιφρόνηση κάθε αντι-επιστημονική παραδοξολογία και συνωμοσιολογία και από την άλλη θέτει στη βάσανο της κριτικής κάθε «καθαρή επιστημονική» σύσταση που κρύβει από πίσω της την οικονομική ανάγκη και την πολιτική σκοπιμότητα.

Πράγμα ομολογουμένως δύσκολο. Ειδικά στην Ελλάδα που πίσω από τον Τσιόδρα και την Επιτροπή Ειδικών παίζει κρυφτό και ξεπλένει ευθύνες ένα ολόκληρο πολιτικο-οικονομικό σύστημα με διαχρονικές και εγκληματικές πράξεις και παραλείψεις.

φαρμακοβιομηχανίες

Οι φαρμακοβιομηχανίες στο σύγχρονο καπιταλισμό

Η φαρμακοβιομηχανία βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στις πρώτες θέσεις της λίστας με τα υψηλότερα κέρδη[1]. Ο μύθος λέει ότι τα κέρδη της προέρχονται από την παραγωγή και την πώληση του πλήθους των θεραπευτικών επιτευγμάτων που έχει πετύχει η έρευνά της, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πρώτα από όλα, μετά την έκπτωση των φόρων, μόνο το 1,3% περίπου των χρημάτων που ξοδεύει η βιομηχανία φαρμάκων κατευθύνεται όντως στη βασική έρευνα, τον τύπο δηλαδή της έρευνας που οδηγεί στην παραγωγή νέων φαρμάκων[2]. Δεύτερον, η πλειοψηφία των νέων φαρμάκων που παράγονται από τις φαρμακευτικές εταιρίες προσφέρουν από ελάχιστα έως και καθόλου στην κατεύθυνση της δημιουργίας νέων θεραπευτικών επιλογών. Για παράδειγμα, τη δεκαετία 2005-2014, από τα 1.032 νέα φάρμακα και νέες θεραπευτικές χρήσεις παλαιότερων φαρμάκων που εισήχθησαν στη γαλλική αγορά μόνο 66 παρείχαν σημαντικά πλεονεκτήματα συγκριτικά με παλαιότερες θεραπείες, την ίδια στιγμή που περισσότερα από τα μισά αξιολογήθηκαν ως «τίποτα το καινούργιο» και 177 κατακρίθηκαν ως «απαράδεκτα», καθώς συνοδεύονταν από σοβαρές παρενέργειες και καθόλου πλεονεκτήματα[3].

Η βιομηχανία των φαρμάκων προσπαθεί να αιτιολογήσει τα υψηλά επίπεδα των κερδών της με το επιχείρημα ότι η έρευνα για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων ενέχει από τη φύση της πολύ μεγάλο οικονομικό κίνδυνο. Σε αυτό το σημείο, οι φαρμακευτικές εταιρίες ισχυρίζονται πως μόνο μία σε κάθε 10.000 νέες χημικές ενώσεις καταλήγει όντως στην παραγωγή ενός νέου φαρμάκου. Αυτό μπορεί να αληθεύει, ωστόσο η πλειοψηφία των χημικών ενώσεων που αποτυγχάνουν εγκαταλείπεται σε πολύ πρώιμα στάδια της έρευνας, όταν το κόστος είναι ακόμη χαμηλό. Το ποσό των 2,6 δις δολλαρίων που μνημονεύεται ως το αναγκαίο κόστος για να φτάσει ένα νέο φάρμακο στην αγορά[4] προκύπτει από απόρρητα στοιχεία των εταιριών και οι υπολογισμοί έχουν στηριχθεί σε ένα σύνολο εικασιών που έχει αμφισβητηθεί ευρέως [5]. Αν η ανάπτυξη νέων φαρμάκων ήταν μια υπόθεση με τόσο μεγάλο ρίσκο, τότε θα περίμενε κανείς τα κέρδη των εταιριών να γνωρίζουν διακυμάνσεις από καιρού εις καιρόν. Αντιθέτως, από το 1980 έως σήμερα, όλες οι μεγάλες εταιρίες τα πηγαίνουν πολύ καλά οικονομικά. Όπως σημειώνουν ο Stanley Finkelstein, γιατρός, και ο Peter Temin, οικονομολόγος, -εργαζόμενοι αμφότεροι στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT) – «Όσες φορές κι αν έχουν προειδοποιήσει οι ειδικοί αναλυτές της φαρμακοβιομηχανίας ότι η λήξη μιας πατέντας θα οδηγήσει τη μία ή την άλλη εταιρία σε εξαφάνιση, αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ»[6].

Παρά τα διαχρονικά εντυπωσιακά επίπεδα κερδοφορίας που επιτυγχάνει, η βιομηχανία φαρμάκων περνάει κρίση εξαιτίας τριών αιτίων: της λήξης δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας που αναμενόταν να οδηγήσει σε μία απώλεια εσόδων της τάξης των 75 δις δολλαρίων κατά το διάστημα 2010-2015, της μικρής διοχέτευσης νέων φαρμάκων στην αγορά και της συμπίεσης των τιμών σε πολλές χώρες, στις οποίες συμπεριλήφθηκαν πρόσφατα και οι ΗΠΑ[7]. Η κρίση αυτή αντικατοπρίζει την ανάδυση της χρηματιστικοποίησης, της μετατόπισης δηλαδή του κέντρου βάρους της οικονομικής δραστηριότητας από την παραγωγή υλικών αγαθών στις χρηματιστηριακές δραστηριότητες, που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού. Ο Pedro Cuatrecasas, από το τμήμα Φαρμακολογίας και Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, στο San Diego, υποστηρίζει ότι: “Οι μέτοχοι, οι τραπεζίτες – επενδυτές και οι αναλυτές, που γνωρίζουν ελάχιστα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, ασκούν τεράστιες πιέσεις για άμεσα κέρδη στους διευθύνοντες συμβούλους και τα διοικητικά συμβούλια των φαρμακευτικών εταιριών»[8].

Προκειμένου να συνεχίσει να προσελκύει τη χρηματοπιστωτική κοινότητα, η βιομηχανία φαρμάκων έχει αναπτύξει σειρά νέων στρατηγικών. Με τη στρατηγική ανάπτυξης φαρμάκων “blockbusters” να στερεύει από κέρδη, οι εταιρίες έχουν μετατοπιστεί στο μοντέλο ανάπτυξης φαρμάκων “nichebuster” (βλ. παρακάτω). Με τη διοχέτευση λιγότερων πιθανών προϊόντων στη γραμμή της έρευνας και ανάπτυξης των εταιριών, έχει γίνει έτι σημαντικότερη η διασφάλιση ότι τα υπό ανάπτυξη φάρμακα θα περάσουν άθικτα από τη διαδικασία έγκρισης. Για να το πετύχουν αυτό οι φαρμακευτικές εταιρίες έχουν βαθύνει τη σχέση τους με τις εποπτικές υπηρεσίες, ώστε να καταστρατηγήσουν ή να διαφθείρουν τους στόχους των εποπτικών διαδικασιών, συχνά με την συμπαιγνία και της κυβέρνησης. Στοιχείο – κλειδί για την επιβίωση της βιομηχανίας φαρμάκων είναι η δυνατότητά της να επεκτείνει την χρονική περίοδο για την οποία έχει το μονοπώλιο στην πώληση προϊόντων, πράγμα που μεταφράζεται σε ισχυρότερα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, τόσο στον ανεπτυγμένο κόσμο όσο και στις αναπτυσσόμενες χώρες που αντιπροσωπεύουν τα αναδυόμενα οικονομικά κέντρα ανάπτυξης. Με την απειλή της μείωσης των τιμών να καραδοκεί, εναλλακτικός τρόπος για να αυξήσουν τα κέρδη τους οι εταιρίες είναι να αυξήσουν τον όγκο της συνταγογράφησης των υπαρχόντων και των νέων φαρμάκων. Η επίτευξη αυτού του στόχου περνά μέσα από τον έλεγχο της γνώσης σχετικά με το πώς και πότε θα πρέπει να συνταγογραφούνται φάρμακα. Το υπόλοιπο αυτής της πραγματείας απασχολείται με τη διερεύνηση των τεσσάρων αυτών στοιχείων: της ανάπτυξης φαρμάκων τύπου “nichebuster”, της διαφθοράς των μηχανισμών εποπτείας, της ενίσχυσης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και του ελέγχου της γνώσης γύρω από τα οφέλη και τις επιπτώσεις της χρήσης των φαρμακευτικών προϊόντων.

 Από τα φάρμακα κατηγορίας “blockbuster” στην κατηγορία “nichebuster”

Μέχρι πριν λίγα χρόνια, η φαρμακοβιομηχανία λειτουργούσε με βάση το μοντέλο που είναι γνωστό ως “blockbuster”. Η βιομηχανία στόχευε στην ανάπτυξη φαρμάκων για χρόνιες παθήσεις, συνήθεις στις ανεπτυγμένες χώρες, όπως οι καρδιοπάθειες ή ο διαβήτης, και έπειτα τα προωθούσε πολύ στην αγορά, με την προσδοκία πωλήσεων που άγγιζαν το 1 δις δολλάρια ετησίως. Οι ασθένειες που εκδηλώνονται κατά κύριο λόγο ή αποκλειστικά στις αναπτυσσόμενες χώρες σε μεγάλο βαθμό αγνοούνταν, καθώς οι ασθενείς που προσβάλλονταν δεν είχαν αξιόλογη αγοραστική δύναμη. Από τα 850 νέα θεραπευτικά προϊόντα που προωθήθηκαν στην αγορά την περίοδο 2000-2011, μόνο 37 (4%) ήταν ενδεδειγμένα για τέτοιου τύπου ασθένειες[9].

Πρόσφατα, εφόσον έχουν εξαντληθεί όλοι οι «εύκολοι» στόχοι, υπήρξε μετατόπιση από το μοντέλο “blockbuster” στο μοντέλο “nichebuster”, κατά το οποίο οι φαρμακευτικές εταιρίες στοχεύουν μικρές θεραπευτικές αγορές με φάρμακα που μπορούν να πουλήσουν για εκατοντάδες χιλιάδες δολλάρια σε κάθε ασθενή για μια ετήσια θεραπεία. Κατά αυτήν την έννοια, οι προκλήσεις που γνωρίζει η φαρμακοβιομηχανία ομοιάζουν με αυτές που αντιμετωπίζουν και άλλες βιομηχανίες που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας. Η εξάντληση αγορών αποτελεί εγγενή συνθήκη στον καπιταλισμό, που απαιτεί «προϊόντα με διακριτική ικανότητα», -στην περίπτωσή μας όλο και πιο ακριβά προϊόντα για όλο και πιο μικρές αγορές-, προκειμένου να διασφαλίσει την κερδοφορία. Στις ΗΠΑ το κόστος των φαρμάκων που περιορίζουν την εξέλιξη της σκλήρυνσης κατά πλάκας έχει ανέλθει από 8.000-11.000$ ετησίως, που ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90, σε 60.000$ ετησίως[10]. Το 2013, 120 ογκολόγοι από 15 χώρες ένωσαν τις δυνάμεις τους για να καταγγείλουν τις τιμές των νέων αντικαρκινικών φαρμάκων, που έχουν φτάσει τις 100.000$ ή και παραπάνω για μια ετήσια θεραπεία[11]. Η άποψη ότι οι τιμές αυτές δικαιολογούνται από το υψηλό κόστος της έρευνας και ανάπτυξης των φαρμάκων θα πρέπει να εγκαταλειφθεί, όπως επιβεβαιώνει και ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Pfizer, Hank Mckinnel, που δήλωσε ότι: «αποτελεί πλάνη να ισχυρίζεται κανείς ότι η βιομηχανία μας ή οποιαδήποτε άλλη βιομηχανία κοστολογεί ένα προϊόν με γνώμονα την απόσβεση του κόστους για την έρευνα και ανάπτυξη[12]». Οι τιμές καθορίζονται από το πόσο μπορεί να αντέξει η αγορά. Όσο πιο απελπισμένοι είναι οι ασθενείς, τόσο πιο πολλά είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν.

Η διαφθορά στο σύστημα εποπτείας των φαρμάκων

Προτού οι εταιρίες μπορέσουν να αρχίσουν να κερδίζουν από τα φάρμακα που παράγουν, αυτά θα πρέπει να λάβουν έγκριση για να διοχετευθούν στην αγορά. Ωστόσο, σε μεγάλο μέρος του αναπτυσσόμενου κόσμου, η προϋπόθεση αυτή είναι απλώς τυπική, καθώς το 1/3 των χωρών έχουν ελάχιστη ή πολύ μικρή ικανότητα εποπτείας της αγοράς φαρμάκων[13]. Ακόμη και σε χώρες όπως η Ινδία, ο έλεγχος των φαρμάκων είναι πολλές φορές μια κοροϊδία, όπως δείχνει και το παράδειγμα της εξέτασης κάποιων συνδυαστικών φαρμακευτικών προϊόντων (fixed-dose combination), προϊόντων που περιέχουν δηλαδή δύο ή περισσότερες δραστικές ουσίες, κατά το έτος 2011-12. Η έρευνα πρόσφατα αποκάλυψε ότι οι εταιρίες εκμεταλλεύτηκαν τα χαμηλά επίπεδα του ελέγχου για να πουλήσουν «πολλά εκατομμύρια δόσεις […] συνδυαστικών φαρμακευτικών προϊόντων που περιελάμβαναν φάρμακα, η χρήση των οποίων έχει περιοριστεί, απαγορευθεί ή εξαρχής απορριφθεί σε άλλες χώρες εξαιτίας της σύνδεσής της με σοβαρές παρενέργειες, ακόμη και με το θάνατο[14]».

Το ρυθμιστικό πλαίσιο για τα φάρμακα στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαβρωθεί μέσω της επιρροής της φαρμακοβιομηχανίας. Η Courtney Davis και ο John Abraham, που διδάσκουν φαρμακευτικές πολιτικές στο King’s College του Λονδίνου, παρατηρούν ότι «τα τελευταία 30 χρόνια έχουμε δει ένα σωρό απορρυθμιστικών μεταρρυθμίσεων, που φαινομενικά στοχεύουν στην προώθηση της φαρμακευτικής καινοτομίας, η οποία θεωρείται πως εξυπηρετεί ταυτόχρονα τόσο τα εμπορικά συμφέροντα της φαρμακοβιομηχανίας όσο και την υγεία των πολιτών[15]». Μια αιτιολόγηση για τους λόγους που επιτρέπεται κάτι τέτοιο να συμβαίνει προκύπτει από τη νεοφιλελεύθερη θεωρία της μεροληψίας υπέρ των επιχειρήσεων[16]. Ο Abraham υποστηρίζει πως «Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία επιτρέπει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός σχετικά ισχυρού, παρεμβατικού κράτους, το οποίο μπορεί να ενθαρρύνει την (απο)ρύθμιση της αγοράς φαρμάκων υπέρ των συμφερόντων των εταιριών και από κοινού με αυτές[17]».  Ο Abraham υποστηρίζει ακόμη ότι η φαρμακοβιομηχανία έχει τη δυνατότητα να καθοδηγεί το καθεστώς εποπτείας επηρεάζοντας όχι μόνο τις εποπτικές αρχές, αλλά και την ευρύτερη δημόσια διοίκηση κατά τρόπο άμεσο, μέσα από το lobbying, οικονομικές δωρεές και άλλες δραστηριότητες – για παράδειγμα, μέσω του να επιτύχει το διορισμό εκπροσώπων φαρμακευτικών εταιριών σε επιτροπές υπεύθυνες για το γενικότερο κυβερνητικό σχεδιασμό. Ως άμεσο αποτέλεσμα, το κράτος υποστηρίζει ενεργητικά τους ευρείς μεταρρυθμιστικούς στόχους της φαρμακοβιομηχανίας.

Η καθαρότερη εκδήλωση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο σύστημα εποπτείας των φαρμάκων είναι η ευρύτατη υιοθέτηση ανταποδοτικών τελών που καταβάλουν οι εταιρίες ως πληρωμή για τις υπηρεσίες των ρυθμιστικών αρχών, όπως η Διεύθυνση Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) και η Ρυθμιστική Αρχή Φαρμάκων και Προϊόντων Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου (UK MHRA). Οι μειώσεις της δημόσιας χρηματοδότησης του FDA αποτέλεσαν το βασικό μοχλό πίεσης για την εφαρμογή του συστήματος των ανταποδοτικών τελών στις ΗΠΑ. Η συνεχιζόμενη διστακτικότητα του Κογκρέσου να αυξήσει τη χρηματοδότηση του FDA ανάγκασε τον οργανισμό να εγκαταλείψει την προηγούμενη θέση του για αντίθεση στο σύστημα χρηματοδότησης μέσω ανταποδοτικών τελών που θα καταβάλλουν οι εταιρίες. Κατ’ εφαρμογή του Νόμου για τους Χρήστες Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων του 1992 (Prescription Drug User Fees Act – PDUFA), η βιομηχανία φαρμάκων συμφώνησε σε έναν συμβιβασμό: τα ανταποδοτικά τέλη που θα κατέβαλε θα λειτουργούσαν συμπληρωματικά προς την χρηματοδότηση του Κογκρέσου και τα χρήματα θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας και της ταχύτητας της διαδικασίας αξιολόγησης νέων φαρμάκων με εμπορική επωνυμία. Κατά συνέπεια, η πλειοψηφία των πόρων από τα ανταποδοτικά τέλη αφιερώθηκε για την πρόσληψη επιπλέον προσωπικού αξιολόγησης των φαρμάκων. Μόνο μετά το 2007 επετράπη στην Διεύθυνση Τροφίμων και Φαρμάκων να χρησιμοποιήσει κάποια από αυτά τα επιπλέον χρήματα για την εποπτεία της ασφάλειας προϊόντων που είχε ήδη εγκρίνει.

Ο PDUFA επικυρωνόταν ακολούθως ανά πενταετία, με την τελευταία ανανέωσή του να γίνεται το 2012. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του PDUFA είναι ότι περιλαμβάνει διατάξεις που δεσμεύουν τον FDA να βελτιώνει διαρκώς το ποσοστό των νέων φαρμακευτικών εφαρμογών που εγκρίνονται εντός ορισμένης χρονικής περιόδου[18]. Καθώς οι πατέντες έχουν ορισμένη χρονική διάρκεια, όσο περισσότερο καιρό διατίθεται ένα φάρμακο στην αγορά τόσο μεγαλύτερο είναι το κέδρος των εταιριών από τις πωλήσεις του. Ο PDUFA, επιτρέποντας την ταχύτερη διάθεση των φαρμάκων στην αγορά, είχε ως αποτέλεσμα περισσότερα κέδρη για τις εταιρίες.

Έως το 1989, το 65% της χρηματοδότης της Διεύθυνσης Ελέγχου των Φαρμάκων στο Ηνωμένο Βασίλειο (ο προκάτοχος του MHRA) προερχόταν από τα ανταποδοτικά τέλη και το 35% από τη φορολογία. Τότε, η χρηματοδότηση άλλαξε και προέρχεται πλέον κατά 100% από τα ανταποδοτικά τέλη που καταβάλλουν οι εταιρίες, γεγονός που αντανακλούσε τη φιλοσοφία της κυβέρνησης των Συντηρητικών υπό την Θάτσερ, που πίστευε ότι η επιστήμη θα πρέπει να αναγκαστεί να «ανταποκρίνεται ταχύτερα» στις ανάγκες της βιομηχανίας[19]. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο, η φιλοσοφία των ανταποδοτικών τελών φαίνεται πως έχει γίνει αποδεκτή ήδη από την ίδρυση της αντίστοιχης εποπτικής αρχής. Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα: ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα, αυτά των πολιτών ή εκείνα των φαρμακοβιομηχανιών;

Τα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν πως το σύστημα των ανταποδοτικών τελών έχει αρνητικές συνέπειες στην δημόσια ασφάλεια. Στις ΗΠΑ, ο καθιερωμένος χρόνος για την αξιολόγηση μίας αίτησης για την έγκριση ενός νέου φαρμάκου είναι 300 ημέρες και, κατ’ εφαρμογή του PDUFA, ο FDA υποχρεούται να διεκπεραιώνει το 90% των αιτήσεων εντός αυτών των χρονικών ορίων. Αν αυτός ο στόχος δεν επιτευχθεί, η ανανέωση της υποχρέωσης καταβολής ανταποδοτικών τελών εκ μέρους των εταιριών διακινδυνεύεται, με αποτέλεσμα να απειλείται ο οργανισμός με απώλεια σημαντικού μέρους της χρηματοδότησής του. Στην πράξη, φαίνεται πως όσο ο FDA παλεύει για να φτάσει την προθεσμία έκδοσης της απόφασης, τόσο χαλαρώνει τα στάνταρντς του για την αξιολόγηση της ασφάλειας του προϊόντος. Συγκριτικά με τα φάρμακα που εγκρίνονταν σε άλλες χρονικές περιόδους, αυτά που εγκρίνονταν κατά το τελευταίο δίμηνο πριν την παρέλευση των προθεσμιών είχαν 5 φορές περισσότερες πιθανότητες να αποσυρθούν από την αγορά για λόγους ασφαλείας και περίπου 4.5 φορές περισσότερες πιθανότητες να λάβουν μεταγενέστερα την ένδειξη του «μαύρου κουτιού», την ένδειξη δηλαδή που μπορεί να επιβάλλει ο FDA να φέρουν τα φάρμακα με τις πιο επικίνδυνες παρενέργειες[20].

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν κατατεθεί μία αίτηση για έγκριση νέου φαρμάκου στον EMA, ο οργανισμός είναι υπεύθυνος για την επιλογή των λεγόμενων «Εισηγητή» και «Συν-εισηγητή» (Rapporteur και Co-Rapporteur), δηλαδή πρέπει να επιλέξει ποιες από όλες τις εθνικές υπηρεσίες των κρατών-μελών θα διεκπεραιώσουν την αίτηση αξιολόγησης. Με δεδομένο ότι η πλειοψηφία των εποπτικών αρχών στις χώρες της Ε.Ε. χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από τα ανταποδοτικά τέλη, υπάρχει συχνά έντονος ανταγωνισμός μεταξύ τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν το ρόλο του Εισηγητή και Συν-εισηγητή, ώστε να εξασφαλίσουν έσοδα[21]. Ο ανταγωνισμός θέτει τις εθνικές εποπτικές αρχές υπό σημαντική πίεση, ώστε να συμμορφώνονται στο χρονοδιάγραμμα 210 ημερών που θέτει η Ε.Ε. για την έγκριση των φαρμάκων ή και να πετυχαίνουν ακόμη μικρότερο χρόνο, καθώς ένα από τα βασικά κριτήρια των εταιριών, όταν προτείνουν κάποια υπηρεσία στον EMA για τη θέση του Εισηγητή και Συν-εισηγητή, είναι τα ποσοστά των ταχείων διεκπεραιώσεων της διαδικασίας. Οι πέντε από τους συνολικά 15 εργαζόμενους στις γερμανικές, σουηδικές και βρετανικές εποπτικές αρχές, που έδωσαν συνέντευξη στους καθηγητές του Πανεπιστημίου του York, Abraham και Graham Lewis, συμφώνησαν με την άποψη ότι το χρονοδιάγραμμα αυτό αποτελεί απειλή για τη δημόσια υγεία, ενώ ακόμη πέντε απάντησαν πως πιθανώς να αποτελεί. Στο ίδιο πνεύμα, μια Επιτροπή του Βρετανικού Κοινοβουλίου αρμόδια για τη διερεύνηση της επιρροής της φαρμακοβιομηχανίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «ο MHRA, όπως και πολλοί άλλοι εποπτικοί οργανισμοί, χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από τα ανταποδοτικά τέλη που καταβάλουν αυτοί που πρέπει να εποπτεύει. Σε αντίθεση, όμως, με άλλους εποπτικούς οργανισμούς, ανταγωνίζεται άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες προκειμένου να εξασφαλίσει πόρους. Η κατάσταση γεννά την εύλογη ανησυχία ότι ο οργανισμός μπορεί να ξεφύγει από το στόχο της προστασίας και της προαγωγής της δημόσιας υγείας πέρα από ό,τιδήποτε άλλο στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει πόρους από τα ανταποδοτικά τέλη των εταιριών[22]».

Αποτελεί «δικαίωμα» η διανοητική ιδιοκτησία;

Τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (Intellectual Property Rights – IPRs) αποτελούν βασική πηγή εισοδήματος και κερδών για τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Στο σύγχρονο φαρμακευτικό περιβάλλον, τα βασικά δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας είναι τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας πάνω στα ίδια τα προϊόντα και τα δικαιώματα στα δεδομένα που παράγουν οι εταιρίες, όταν διεξάγουν κλινικές δοκιμές πριν την κυκλοφορία των προϊόντων τους στην αγορά, για να αξιολογήσουν την ασφάλεια και την αποδοτικότητά τους. Όσο πιο ισχυρή κατοχύρωση παρέχει το νομικό σύστημα μιας χώρας στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, τόσο περισσότερο καιρό μπορούν να διατηρούν οι εταιρίες το μονοπώλιο στα προϊόντα τους και τόσο περισσότερα χρήματα μπορούν να κερδίζουν από αυτά. Συνεπώς, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η βιομηχανία φαρμάκων παλεύει όχι απλά για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας αλλά και για την ισχυρότερη κατοχύρωσή τους.

Μια από τις πρώτες εκδηλώσεις της μανίας με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας ήταν η άσκηση παρασκηνιακής πίεσης εκ μέρους της βιομηχανίας, που οδήγησε τις ΗΠΑ να επιμείνουν ώστε ο Καναδάς να ξηλώσει από το νομικό του σύστημα την πρόβλεψη για υποχρεωτικές άδειες* διανοητικής ιδιοκτησίας, ως αντάλλαγμα για την αρχική Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου ΗΠΑ-Καναδά του 1987[23] και έπειτα την Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου του 1994. Εκείνη την εποχή, χάρη στο σύστημα των υποχρεωτικών αδειών, ο Καναδάς μείωνε τις συνολικές φαρμακευτικές του δαπάνες κατά 15% περίπου[24]. (Μια υποχρεωτική άδεια επιτρέπει σε έναν παρασκευαστή γεννοσήμων να παράγει ένα φάρμακο ακόμη και αν αυτό υπόκειται σε πατέντα).

*[ΣτΜ: Οι υποχρεωτικές άδειες (compulsory licensing) αποτελούν την εξαίρεση στο σύστημα των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, το οποίο κατά κανόνα παραχωρεί αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης στον δημιουργό. Το σύστημα υποχρεωτικών αδειών επιτρέπει σε τρίτους να χρησιμοποιούν προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας για ορισμένες χρήσεις, που συνήθως εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του δημιουργού και έναντι ορισμένης από το νόμο αμοιβής.]

Στις ΗΠΑ, τελευταία «νίκη» υπέρ των ισχυρότερων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας υπήρξε η κατοχύρωση δικαιώματος 12ετούς, αποκλειστικής εμπορικής εκμετάλλευσης των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, δηλαδή όσων αποτελούνται από ζωντανά κύτταρα. Αυτά τα δώδεκα χρόνια είναι αποτέλεσμα της πρόβλεψης για 4ετή προστασία των ερευνητικών δεδομένων και για 8ετή, μετέπειτα, αποκλειστική εκμετάλλευση των βιολογικών προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι ο FDA δεν θα δώσει άδεια σε ένα «βιο-ομοειδές» προϊόν, δηλαδή στο αντίστοιχο ενός γεννοσήμου στον τομέα των βιολογικών προϊόντων, κατά τη διάρκεια των 8 αυτών ετών. Πολλές φορές, η προστασία των ερευνητικών δεδομένων μπορεί να είναι πιο σημαντική κι από τις ίδιες τις πατέντες για τις εταιρίες, καθώς δεν χωρεί δικαστική προσφυγή εναντίον της, ενώ για τις πατέντες μπορεί να υπάρξει. Παρά το γεγονός ότι τα βιολογικά αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 1% των συνταγών που γράφονται στις ΗΠΑ, ευθύνονται για το 28% της φαρμακευτικής δαπάνης, και το νούμερο αυτό αναμένεται να αυξηθεί[25]. Παραδείγματος χάριν, το Cerezyme, μια αγωγή για την νόσο του Gaucher, μιας σπάνιας, κληρονομικής διαταραχής έλλειψης ενός ενζύμου, κοστίζει 200.000$ ετησίως για κάθε ασθενή.

Σε διεθνές επίπεδο, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, έχοντας τη στήριξη της φαρμακοβιομηχανίας, άσκησε πιέσεις για να διασφαλίσει την πρόβλεψη κάποιου μηχανισμού επίλυσης των διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών
(Investor – State Dispute Settlement – ISDS) στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες. Οι μηχανισμοί αυτοί επιτρέπουν στις εταιρίες να προσφεύγουν εναντίον κρατών[26]. Η εταιρία Eli Lilly έκανε χρήση των διατάξεων για την επίλυση διαφορών που προέβλεπε η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου για να διεκδικήσει 500 εκ. δολλάρια από την κυβέρνηση του Καναδά, επειδή τα δικαστήρια του Καναδά ακύρωσαν τις πατέντες για δύο φάρμακά της[27]. Μπορεί οι διατάξεις για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, που περιλαμβάνονται στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην πρόσβαση σε φθηνά φάρμακα στις ανεπτυγμένες χώρες, καθώς προκαλούν καθυστέρηση στην κυκλοφορία των γεννοσήμων, όμως οι συνέπειες στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι πολύ πιο καταστροφικές. Για παράδειγμα, στο Βιετνάμ, με την υφιστάμενη νομοθεσία για τις πατέντες, το 68% των φορέων του HIV λαμβάνει αντιρετροϊκά φάρμακα, ενώ αν είχε εφαρμοστεί η αποτυχημένη τελικά Δια-ειρηνική Εμπορική Συμφωνία **(TPP), το ποσοστό αυτό θα είχε πέσει στο 30%[28].

** [Σ.τ.Μ: Trans-Pacific Partnership: Διεθνής εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλίας, Βιετνάμ, Περού, Χιλής, Μαλαισίας κ.ά. Προέβλεπε, μεταξύ άλλων, αλλαγές στα συστήματα προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, δυσχεραίνοντας έτσι την κυκλοφορία φθηνότερων, γεννοσήμων φαρμάκων. Δεν εφαρμόστηκε, καθώς οι ΗΠΑ υπό την νέα διοίκηση Τραμπ απέσυραν την υπογραφή τους.]

Η φαρμακοβιομηχανία έχει στην ιστορία της πάνω από τρεις δεκαετίες επιτυχούς άσκησης παρασκηνιακών πιέσεων για ισχυρότερα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, που αρχίζει με την εισήγηση στον 8ο Γύρο πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων της Ουρουγουάης, ο οποίος κατέληξε στην συγκρότηση του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου (World Trade Organization – WTO). Η Pfizer και ο τότε διευθύνων σύμβουλός της, Edmund Pratt, έπαιξαν βασικό ρόλο στο να πείσουν την κυβέρνηση των ΗΠΑ να θέσει το ζήτημα των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ως βασικό στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων[29]. Το αποτέλεσμα ήταν η Συμφωνία για τις σχετιζόμενες με το Εμπόριο Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας του 1994 (Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights – TRIPS), που επέβαλε ομοιόμορφες ρυθμίσεις για τις πατέντες σε όλα τα κράτη-μέλη του WTO, που σήμαιναν 20ετείς εμπορικές πατέντες για τα φαρμακευτικά προϊόντα και περιορισμό της χρήσης των υποχρεωτικών αδειοδοτήσεων ως μέσου για την επιτάχυνση της κυκλοφορίας γεννοσήμων στην αγορά. Ο στόχος της βιομηχανίας φαρμάκων ήταν να υποχρεώσει όλες τις χώρες να υιοθετήσουν στα νομικά τους συστήματα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας αντίστοιχα με εκείνα που προβλέπονταν στις ΗΠΑ, ανεξάρτητα από το επίπεδο της ανάπτυξής τους ή τη δυνατότητά τους να παρέχουν στους πλυθυσμούς τους φαρμακευτικές θεραπείες σε προσιτή τιμή. Πολλές ανεπτυγμένες χώρες δεν είχαν υιοθετήσει την πλήρη προστασία της πατέντας στα φαρμακευτικά προϊόντα έως και τη δεκαετία του ’70 ή και αργότερα, όταν το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν τους ανερχόταν σε δεκάδες χιλιάδες δολλάρια. Η συμφωνία TRIPS ανάγκασε αναπτυσσόμενες χώρες με κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκατοντάδων ή λίγων χιλιάδων δολλαρίων να υιοθετήσουν αντίστοιχες ρυθμίσεις[30].

Εξαιτίας της ισχυροποίησης των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, ως το 2000 πολλές αναπτυσσόμενες χώρες είχαν έρθει αντιμέτωπες με μια κατάσταση όπου η τιμή της τριπλής θεραπείας για τον υιό HIV υπερέβαινε τα 10.000$ ετησίως ανά ασθενή και η δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε γεννόσημα φάρμακα χαμηλού κόστους επρόκειτο να εξαφανιστεί στο άμεσο μέλλον[31]. Αντιμέτωπη με αυξανόμενα ποσοστά μολύνσεων με τον ιό HIV και με τέτοιες τιμές για την αντίστοιχη θεραπεία, η Κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής πέρασε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 την «Τροποποιητική Πράξη για τον Έλεγχο των Φαρμάκων και των Σχετικών Ουσιών», η οποία προέβλεπε την υποκατάσταση των φαρμάκων που δεν υπόκειντο σε πατέντα από γεννόσημα φάρμακα και την δυνατότητα εισαγωγής γεννοσήμων, που δεν αποτελούσαν προϊόν απομίμησης, από τρίτες χώρες, χωρίς προηγούμενη άδεια των κατόχων των σχετικών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Σε απάντηση, το 1998, 39 πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες, έχοντας την υποστήριξη των ΗΠΑ (επί κυβέρνησης Κλίντον) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προσέφυγαν εναντίον της κυβέρνησης της Νοτίου Αφρικής ισχυριζόμενες ότι το παραπάνω νομοθέτημα παραβίαζε τόσο τη συμφωνία TRIPS όσο και το σύνταγμα της χώρας. Εν τέλει, ενόψει της εκτεταμένης κοινωνικής αντίδρασης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ απέσυρε τη στήριξή της προς την δικαστική προσφυγή και χωρίς αυτήν οι εταιρίες απέσυραν την αγωγή τους[32].

Από τότε, οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. χρησιμοποιούν τις ρυθμίσεις της συμφωνίας TRIPS ως minimum για να θεωρηθεί μία ρύθμιση για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας αποδεκτή και προσπαθούν να εντατικοποιήσουν την προστασία τους με κάθε νεότερη εμπορική συμφωνία, εντάσσοντας σε αυτήν νέες και πιο αυστηρές διατάξεις. Ορισμένα από τα αποτελέσματα των παραπάνω κινήσεων είναι οι μεγαλύτερες περίοδοι παράτασης του χρόνου ισχύος μιας πατέντας (οι πατέντες μπορούν να παραταθούν πλέον και πέραν των 20 ετών) και η εξάλειψη της δυνατότητας προσφυγής εναντίον μιας πατέντας σε στάδιο προγενέστερο της χορήγησης του σχετικού δικαιώματος[33]. Κατ’ αντιστοιχίαν προς τις επιπτώσεις που περιγράψαμε σχετικά με την πρόσβαση σε φάρμακα για τον HIV στο Βιετνάμ, οι διατάξεις των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου που προβλέπουν εντατικότερη προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ελαττώνουν σημαντικά την πρόσβαση σε συνταγογραφούμενα φάρμακα[34].

Η περίπτωση της Ταϋλάνδης είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα για το πώς κυβερνήσεις σε συνεργασία με τη φαρμακοβιομηχανία χρησιμοποιούν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας ως εργαλείο επιβολής στις αναπτυσσόμενες χώρες. Επικαλούμενη τις υψηλές τιμές των φαρμάκων και την υποχρέωσή της να παρέχει πρόσβαση σε βασικά φάρμακα, η Ταϋλάνδη εξέδωσε το 2006 μια υποχρεωτική άδεια για το lopinavir/ritonavir, ένα συνδυασμό ουσιών που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του HIV. Ο Επίτροπος Εμπορίου της Ε.Ε. απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στον Υπουργό Εμπορίου της Ταϋλάνδης για το ζήτημα. Η Abbott, η εταιρία παραγωγής του lopinavir/ritonavir, αντέδρασε αποσύροντας όλες τις νέες φαρμακευτικές εφαρμογές που είχε υποβάλει στον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων της Ταϋλάνδης, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιαιτέρως αναγκαίας, νεότερης εκδοχής του lopinavir/ritonavir, που ήταν ανθεκτική στην υψηλή θερμοκρασία[35].

Όταν τα γεννόσημα παράγονται κατόπιν χορήγησης υποχρεωτικής άδειας, οι επώνυμες εταιρίες καταγγέλλουν ταχύτατα το σχετικό μέτρο. Ο Marijn Dekkers, διευθύνων σύμβουλος της Bayer, χαρακτήρισε τις υποχρεωτικές αδειοδοτήσεις ως «κατ’ ουσίαν κλοπή», παρά το γεγονός ότι είναι απολύτως νόμιμες σύμφωνα με τη συμφωνία TRIPS. Επιπλέον, μιλώντας για το νέο και εξαιρετικά αποτελεσματικό για τη θεραπεία της ηπατίτιδας Γ φάρμακο της εταιρίας, το subosbuvir (Sovaldi), ο Dekkers σχολίασε: «Δεν αναπτύξαμε αυτό το φάρμακο για την αγορά της Ινδίας, ας είμαστε ειλικρινείς. Εννοώ, όπως γνωρίζετε, ότι αναπτύξαμε αυτό το προϊόν για δυτικούς ασθενείς, που μπορούν να το αντέξουν οικονομικά, το λέω με κάθε ειλικρίνεια»[36].

Ελέγχοντας τη γνώση

Όσες κλινικές μελέτες αποτυγχάνουν να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα ενός σκευάσματος ή εγείρουν σημαντικούς προβληματισμούς για την ασφάλειά του, μπορούν να επηρεάσουν δραματικά την πώληση του προϊόντος. Τον Ιούλιο του 2002, τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης που διεξήγαγε η Πρωτοβουλία για την Υγεία των Γυναικών (Women’s Health Initiative) έδειξαν ότι ο συνδυασμός οιστρογόνων/προγεστερόνης, που χρησιμοποιείται στην θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου του μαστού στις γυναίκες που βρίσκονται μετά την κλιμακτήριο.[37] Μέχρι τον Ιούνιο του 2003, οι συνταγές για το Prempro, το πιο διαδεδομένο σκεύασμα οιστρογόνων/προγεστερόνης, είχαν μειωθεί κατά 66% στις ΗΠΑ.[38]

Προκειμένου να αποφύγουν σενάρια όπως το παραπάνω και να συνεχίσουν να αυξάνουν τα έσοδά τους, οι εταιρίες έχουν διευρύνει τη δράση τους από τον έλεγχο επί της ανάπτυξης νέων φαρμάκων στον έλεγχο επί της γνώσης για τα φάρμακα αυτά, με σκοπό να διασφαλίσουν ότι θα είναι το δικό τους μήνυμα αυτό που θα φτάσει στους γιατρούς και τους ασθενείς.[39] Οι φαρμακευτικές εταιρίες χρηματοδοτούν το σύνολο σχεδόν των κλινικών δοκιμών που διεξάγονται πριν εισαχθεί ένα φάρμακο στην αγορά, εκείνων δηλαδή που χρησιμοποιούνται ως βάση για την έγκριση ενός νέου φαρμάκου ή μια νέας ένδειξης για ένα υφιστάμενο φάρμακο. Οι δοκιμές αυτές αποτελούν το θεμέλιο της γνώσης σχετικά με ένα φάρμακο, κατά συνέπεια το αποτέλεσμά τους είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ως χρηματοδότες, οι εταιρίες ελέγχουν κάθε πτυχή των κλινικών δοκιμών: από τον αρχικό σχεδιασμό τους ως τον τρόπο διεξαγωγής και ανάλυσης των ευρυμάτων τους, τον τρόπο υποβολής τους στις εποπτικές αρχές, όπως ο FDA, το εάν και πώς θα δημοσιευτούν, και σε μεγάλο βαθμό το πώς θα παρουσιαστούν στους γιατρούς.

Η μεροληψία υπέρ των εταιρικών συμφερόντων ξεκινά από τον σχεδιασμό της κλινικής μελέτης. Όταν το νέο φάρμακο που τίθεται υπό δοκιμή εξετάζεται συγκριτικά προς ένα άλλο φάρμακο, που κυκλοφορεί ήδη στην αγορά, μπορεί να επιλεχθούν ακατάλληλα χαμηλές ή υψηλές δόσεις του ανταγωνιστικού φαρμάκου, προκειμένου είτε να μειώσουν την αποδοτικότητά του είτε να αυξήσουν τις παρενέργειές του.[40] Κατά τη δεκαετία του ’80, ο συνηθέστερος λόγος για τον τερματισμό κλινικών δοκιμών σε τελευταία ερευνητικά στάδια, στις οποίες περιλαμβάνονταν δοκιμές θεραπειών για τον καρκίνο, τις καρδιαγγειακές νόσους και τη νεογνική σηψαιμία, ήταν το οικονομικό κόστος (σε ποσοστό 43%), συγκριτικά με λόγους όπως η αποδοτικότητα του φαρμάκου (31%) και η ασφάλειά του (21%).[41] Στους οικονομικούς λόγους περιλαμβανόταν η περιορισμένη εμπορική αγορά στην οποία απευθυνόταν το φάρμακο, το ανεπαρκές αναμενόμενο κέρδος από την επένδυση και η αλλαγή στις ερευνητικές προτεραιότητες που επερχόταν μετά από συγχωνεύσεις εταιριών. Ωστόσο, η διακοπή μιας έρευνας αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση του άρθρου 6 της Διακήρυξης του Ελσίνκι, που έχει θέσει διεθνώς αναγνωρισμένες προδιαγραφές για την διεξαγωγή κλινικών ερευνών.[42] Το άρθρο 6 δηλώνει ότι: «σε ιατρικές έρευνες που περιλαμβάνουν ανθρώπινα υποκείμενα, η ευημερία κάθε ξεχωριστού ερευνητικού υποκειμένου πρέπει να προέχει έναντι όλων των άλλων συμφερόντων». Ο τερματισμός κλινικών δοκιμών, πριν αυτές ολοκληρωθούν, με βάση αποκλειστικά οικονομικά κριτήρια στην πράξη σημαίνει ότι «τα τριμηνιαία επιχειρηματικά σχέδια ή η αλλαγή των διευθυνόντων συμβούλων» προέχουν έναντι «της υπεύθυνης διεξαγωγής ιατρικής έρευνας, η οποία ενέχει ένα κοινωνικό καθήκον και μια ηθική ευθύνη που υπερβαίνει τα τριμηνιαία επιχειρηματικά πλάνα ή την αλλαγή των διευθυνόντων».[43]

Υπάρχουν αποδείξεις για το γεγονός ότι δεν τίθενται όλα τα ερευνητικά δεδομένα που προκύπτουν από κλινικές δοκιμές στη διάθεση των εποπτικών αρχών και ότι παρουσιάζονται κατά τρόπο παραπλανητικό. Η εταιρία Merck δεν παρείχε εγκαίρως στον  FDA στοιχεία για τη θνησιμότητα, που αφορούσαν δύο έρευνες για τη χρήση του rofecoxib σε ασθενείς με Alzheimer ή άλλη γνωστική βλάβη.[44] Η Glaxo Smith Kline υπέβαλε στον FDA στοιχεία σχετικά με το φάρμακό της για το άσθμα, το salmeterol, που έδιναν την εικόνα μιας προφανούς μείωσης των κινδύνων που σχετίζονται με το φάρμακο, σε σχέση με τους πραγματικούς.[45]

Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο οι εταιρίες μεταβάλλουν την ερμηνεία των ερευνητικών αποτελεσμάτων στο μεσοδιάστημα από την υποβολή των στοιχείων στον FDA έως τον πραγματικό χρόνο δημοσίευσης των ερευνητικών δεδομένων, είναι η έρευνα που εξέτασε την αποτελεσματικότητα του celecoxib, ενός μη στεροειδούς, αντιφλεγμονώδους και παυσιπόνου φαρμάκου που κατασκεύασε η Pfizer. Η έρευνα που δημοσιεύτηκε στηριζόταν σε ερευνητικά δεδομένα 6 μηνών και φαινομενικά αποδείκνυε την προστατευτική δράση του celecoxib αναφορικά με τη μείωση των γαστρορραγιών συγκριτικά με παραδοσιακά αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Ωστόσο, οι δύο κλινικές δοκιμές που παρουσιάζονταν συνδυαστικά στην δημοσίευση συνεχίστηκαν για 12 και 16 μήνες, αντίστοιχα. Σε διάστημα 12 έως 16 μηνών δεν υπήρχε καμία διαφορά σε σχέση με τις παρενέργειες στο γαστρεντερικό σύστημα ανάμεσα στους ασθενείς εκείνους που χρησιμοποιούσαν το celecoxib και στους χρήστες παραδοσιακών μη στεροειδών, αντιφλεγμονωδών φαρμάκων.[46]

Η έννοια του “ghostwriting” στο πλαίσιο της φαρμακοβιομηχανίας αναφέρεται στην πρακτική κατά την οποία οι εταιρίες, ή κάποιος που λειτουργεί εκ μέρους τους, προσλαμβάνουν συγγραφείς κειμένων ιατρικού ενδιαφέροντος προκειμένου να συντάξουν ένα ιατρικό άρθρο ή μία επιστολή, που θα βασίζεται σε ερευνητικά δεδομένα που ανήκουν στην εταιρία. Το άρθρο μεταβιβάζεται, στη συνέχεια, σε κάποιον ακαδημαϊκό ερευνητή που συμφωνεί να το υπογράψει, συνήθως έναντι αμοιβής ή για λόγους πρεστίζ που σχετίζονται με την απόκτηση περισσότερων δημοσιεύσεων. Όταν το άρθρο εντέλει τυπώνεται, δεν υπάρχει καμία αναγνώριση του ρόλου που έπαιξε ο αφανής συγγραφέας στην παραγωγή του. Η εταιρία Wyeth επιστράτευσε τέτοιους αφανείς κειμενογράφους, προκειμένου να διατηρήσει τα κέρδη ύψους 2 δις δολαρίων από τις ετήσιες πωλήσεις του Premarin και του Prempro, των δύο προϊόντων της που χρησιμοποιούνταν για θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT), τόσο πριν όσο και μετά από τη δημοσίευση της Πρωτοβουλίας για την Υγεία των Γυναικών, η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι κίνδυνοι των φαρμάκων τύπου HRT υπερτερούν έναντι των πλεονεκτημάτων τους. Τα δικαστικά αρχεία καταδεικνύουν ότι οι αφανείς κειμενογράφοι έπαιξαν τεράστιο ρόλο, συντάσσοντας 26 επιστημονικές εργασίες που υποστήριζαν τη χρήση των φαρμάκων τύπου HRT. Τα άρθρα αυτά δεν αποκάλυπταν το ρόλο που έπαιξε η Wyeth στην παραγγελία και την πληρωμή της δουλειάς αυτής.[47]

Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα επιλεκτικής δημοσίευσης των αποτελεσμάτων κλινικών δοκιμών που έγιναν για λογαριασμό των φαρμακοβιομηχανιών και είχαν αρνητικά αποτελέσματα. Από τις 37 έρευνες για αντικαταθλιπτικά φάρμακα, τα αποτελέσματα των οποίων ο FDA χαρακτήρισε ως αρνητικά ή αμφισβητήσιμα, οι 22 δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ.[48] Η μη δημοσίευση όλων των δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε υπερκτίμηση της αποτελεσματικότητας του φαρμάκου και υποτίμηση των παρενεργειών του. Τα δημοσιευμένα στοιχεία υπερεκτίμησαν τα ωφέλη του αντικαταθλιπτικού reboxetine έναντι ψευδοφαρμάκων (placebo) έως και κατά 115%, ενώ υποτίμησαν και τους κινδύνους του.[49] Απόρρητα αρχεία της εταιρίας GlaxoSmithKline χρησιμοποιήθηκαν για να καταδείξουν τις αποκλίσεις ανάμεσα στα πραγματικά αποτελέσματα μιας έρευνας που εξέτασε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της χρήσης του αντικαταθλιπτικού paroxetine σε εφήβους και στα αποτελέσματα που τελικά δημοσιεύτηκαν.[50] Η δημοσίευση ισχυριζόταν πως «το paroxetine δεν προκαλούσε σε γενικές γραμμές προβλήματα και ήταν αποτελεσματικό σε εφήβους με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή»[51]. Εν αντιθέσει, σύμφωνα με τα καθορισμένα από πρωτόκολλο πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια ερευνητικά αποτελέσματα, «δεν υπήρξε σημαντική διαφορά ως προς την αποτελεσματικότητα ανάμεσα στο paroxetine και τα ψευδοφάρμακα στα δύο πρωτοβάθμια και στα έξι δευτεροβάθμια αποτελέσματα», ενώ το paroxetine συσχετίστηκε με επιβλαβείς συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης μιας αύξησης του αυτοκτονικού ιδεασμού.[52]

Οι εταιρίες αναγνωρίζουν, τέλος, πως υπάρχει ένα κενό αξιοπιστίας όταν παρουσιάζουν απευθείας στους γιατρούς στοιχεία σχετικά με τα προϊόντα τους. Προκειμένου να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα, επιστρατεύουν γιατρούς και ερευνητές θεωρούμενους ως «διαμορφωτές της κοινής γνώμης». Η διατήρηση της ψευδαίσθησης ότι οι παραπάνω «διαμορφωτές» αποτελούν ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης είναι ζωτικής σημασίας για τις εταιρίες, προκειμένου να διατηρείται και η εμπιστοσύνη των γιατρών που παρακολουθούν τις παρουσιάσεις τους. Όταν όμως ένας τέτοιος «διαμορφωτής» αρχίζει να δρα ανεξάρτητα και να παρεκκλίνει από τις απόψεις που καλλιεργούν οι εταιρίες, τότε ακριβώς αρχίζει να αμφισβητείται και η αξία του για αυτές[53]. Ένας τέτοιος «διαμορφωτής» συνέταξε μια σειρά ιατρικών αναφορών σχετικά με ένα συγκεκριμένο φάρμακο κάποιας εταιρίας, στις οποίες, όπως αποκάλυψε, παρουσίαζε το προϊόν ως λιγότερο επωφελές συγκριτικά με ένα αντίστοιχο φάρμακο άλλης εταιρίας. Όταν οι ιατρικές αυτές αναφορές δημοσιεύτηκαν, οι προσκλήσεις που δεχόταν για να μιλήσει σε συνέδρια μειώθηκαν από 4 έως 6 μηνιαίως σε ουσιαστικά καμία[54].

Ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός

Σε μία αδημοσίευτη εργασία του, ο Βρετανός οικονομολόγος Alan Maynard αναφέρει:

«Η οικονομική θεωρία προβλέπει ότι οι εταιρίες θα επενδύουν στην αλλοίωση επιστημονικών δεδομένων κάθε φορά που οι ωφέλειες από μια τέτοια πρακτική υπερβαίνουν το κόστος. Εάν η ανακάλυψη των δεδομένων αυτών αναμένεται να επιφέρει υψηλό κόστος για τις ρυθμιστικές αρχές, τότε η αλλοίωσή τους μπορεί να είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη. Η επένδυση χρημάτων στην αλλοίωση των ερευνητικών δεδομένων, τόσο των κλινικών όσο των οικονομικών, αναμένεται να γίνεται κατά τρόπο λεπτομερή και συνολικό όσον αφορά τα φαρμακευτικά προϊόντα, καταλαμβάνοντας κάθε πτυχή των διαδικασιών αξιολόγησής τους. Οι επενδύσεις αυτού του είδους αναμένεται να είναι εκτεταμένες όσο οι διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε επιστημονικό επίπεδο και σε επίπεδο χάραξης πολιτικών διατηρούν τεχνοκρατικό και απόρρητο χαρακτήρα, καθιστώντας την ανακάλυψη των πραγματικών δεδομένων δυσχερή και δαπανηρή[55]».

Παρά το γεγονός ότι η φαρμακοβιομηχανία μοιάζει ανίκητη, η κρίση που αντιμετωπίζει προσφέρει την ευκαιρία να υποστηρίξουμε νέους τρόπους εισαγωγής στην αγορά φαρμάκων που θα είναι πιο οικονομικά και θα ανταποκρίνονται σε πραγματικές ιατρικές ανάγκες, κι όχι στο στόχο της μεγιστοποίησης των εταιρικών κερδών. Το Ινστιτούτο “Mario Negri” στην Ιταλία, που υφίσταται από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, έχει να παρουσιάσει έναν εναλλακτικό τρόπο διεξαγωγής φαρμακολογικών ερευνών. Αναλαμβάνει μεν την επ’ αμοιβή διεξαγωγή ερευνών για λογαριασμό φαρμακευτικών εταιριών, διατηρώντας όμως την ανεξαρτησία του, μέσω του σχεδιασμού των κλινικών ερευνών, της διεξαγωγής τους, της συλλογής και ανάλυσης των δεδομένων και της δημοσίευσης των απατελεσμάτων χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη της χρηματοδοτικής πηγής. Επιπλέον, το Ινστιτούτο δεν δέχεται αντί πληρωμής κάποια πατέντα επί των φαρμακευτικών προϊόντων ούτε απαιτεί κάποιο άλλου τύπου πνευματικό δικαίωμα, ενώ διαθέτει ελεύθερα τα ερευνητικά δεδομένα. Απορρίπτει, τέλος, κάθε χρηματοδότηση όταν το επιστημονικό προσωπικό του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει το συμφέρον της δημόσιας υγείας[56].

Αν και αξίζει να εφαρμόσουμε το μοντέλο του Ινστιτούτου “Mario Negri” σε ευρύτερη κλίμακα, παραμένει το ζήτημα της επιλογής των φαρμάκων στα οποία θα επικεντρωθεί η έρευνα, καθώς και της διαμόρφωσης της τελικής τους τιμής από τις εταιρίες. Για την αντιμετώπιση των παραπάνω υπάρχουν ορισμένες προτάσεις που κυκλοφορούν εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, με στόχο αφενός να κατευθυνθεί η έρευνα και ανάπτυξη φαρμάκων στα προϊόντα που ανταποκρίνονται σε πραγματικές ιατρικές ανάγκες, αντί σε εκείνα που απλώς ενισχύουν τα εταιρικά κέρδη· αφετέρου να πηγάζουν τα έσοδα των εταιριών πρωτίστως από την θεραπευτική αξία των φαρμάκων κι όχι τόσο από τις τιμές τους. Ο γερουσιαστής των ΗΠΑ Bernie Sanders σύστησε νομοθετικά και αναθεώρησε τον «Ειδικό Λογαρισμών Βραβείων Ιατρικής Καινοτομίας», με στόχο την αποσύνδεση των κινήτρων για έρευνα και ανάπτυξη φαρμακευτικών εφαρμογών από τις υψηλές τιμές των φαρμάκων μέσω βραβείων που ενισχύουν την καινοτομία. «Τα παρεχόμενα κίνητρα μπορούν να συντείνουν σε σημαντικούς στόχους όπως προϊόντα που […] αντιμετωπίζουν τις ερευνητικές προτεραιότητες από τη σκοπιά της εξυπηρέτησης της υγείας[57]».

Υπάρχει, περαιτέρω, και η «θεωρία της δήμευσης» (“sequestration thesis”) που έχει διατυπωθεί από τον Arthur Schafer, Διευθυντή του «Κέντρου για την Επαγγελματική Δεοντολογία και τις Εφαρμογές της» στο Πανεπιστήμιο της Manitoba[58].  Σύμφωνα με την παραπάνω πρόταση, ένας δημόσιος οργανισμός όπως τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (National Institutes of Health) ή το αντίστοιχό του σε άλλα κράτη, θα οργάνωνε και θα διαχειριζόταν τις κλινικές έρευνες και τα δεδομένα που παράγονταν από αυτές, αντλώντας την χρηματοδότησή του από την φορολόγηση των φαρμακευτικών εταιριών και/ ή τα συνολικά φορολογικά έσοδα[59]. «Οι φαρμακευτικές εταιρίες δεν θα πλήρωναν πλέον άμεσα τους επιστήμονες για να αξιολογήσουν τα προϊόντα τους· αντιθέτως,  οι επιστήμονες θα εργάζονταν για λογαριασμό του ελεγκτικού οργανισμού».[60] Ο Dean Baker, συνιδρυτής του «Κέντρου Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας» της Ουάσινγκτον, προχωράει ακόμη περισσότερο υποστηρίζοντας ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο όλες οι κλινικές έρευνες θα χρηματοδοτούνται από το δημόσιο, με το κόστος τους στις ΗΠΑ να καλύπτεται μέσω των χαμηλότερων τιμών για τα φάρμακα που υπάγονται στο πρόγραμμα Medicare και σε άλλα δημόσια προγράμματα πρόνοιας*.[61]

[*Σ.τ.Μ: Αναφέρεται σε δημόσια προγράμματα πρόνοιας, μέσω των οποίων το κράτος αναλαμβάνει την κάλυψη μέρους της φαρμακευτικής δαπάνης για συγκεκριμένα φάρμακα. Η πρόταση του Dean Baker σημαίνει την προνομιακή ένταξη των φαρμάκων που θα παράγονται στις ΗΠΑ από δημόσια έρευνα στα παραπάνω προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας].

Ορισμένα εθνικά συστήματα υγείας έχουν σημειώσει σχετική επιτυχία στον έλεγχο των συνολικών φαρμακευτικών δαπανών μέσω ποικίλων μηχανισμών. Ο Καναδάς έχει θεσπίσει ένα ανώτατο όριο για την τιμή εισαγωγής στην αγορά νέων φαρμάκων στα οποία αναγνωρίζεται πατέντα.[62] Κατ’ αποτέλεσμα, οι τιμές των επώνυμων φαρμάκων είναι, κατά μέσο όρο, περίπου 50% χαμηλότερες από τις αντίστοιχες τιμές στις ΗΠΑ.[63] Παρόλα αυτά, η τιμή αναφοράς που χρησιμοποιεί ο Καναδάς για την τιμολόγηση των φαρμάκων είναι ο μέσος όρος της τιμής τους σε 7 άλλες χώρες, μεταξύ των οποίες ορισμένες από τι πιο ακριβές στον κόσμο· αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι φαρμακευτικές δαπάνες στον Καναδά αντιστοιχούν σε 713$ κατά κεφαλήν, ποσό που κατατάσσει τον Καναδά στην 4η θέση των χωρών που ξοδεύουν περισσότερα για φάρμακα[64]. Η Αυστραλία, με το «Πρόγραμμα Φαρμακευτικής Πρόνοιας», που καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού, διαπραγματεύεται τις τιμές των φαρμάκων σε εθνικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, η Αυστραλία επιτυγχάνει τιμές για επώνυμα φάρμακα που είναι 9-10% χαμηλότερες από αυτές του Καναδά[65]. Η Νέα Ζηλανδία είναι ακόμη πιο επιθετική καθώς χρησιμοποιεί το σύστημα της κατάθεσης ανταγωνιστικών προσφορών για την εισαγωγή των γενοσήμων, ενώ τιμολογεί τα επώνυμα φάρμακα με ένα σύστημα τιμών αναφοράς. Με το σύστημα τιμολόγησης βάσει τιμών αναφοράς ομαδοποιούνται σε μια κατηγορία όλα τα φάρμακα που έχουν ισοδύναμο θεραπευτικό αποτέλεσμα για ένα ορισμένο πρόβλημα υγείας και έπειτα η κυβέρνηση πληρώνει για τον ασφαλισμένο μόνο το φθηνότερο φάρμακο της κατηγορίας. Μέσω των δύο αυτών τεχνικών και μερικών ακόμη μέτρων, η Νέα Ζηλανδία πλήρωσε το 2012 μόλις 777 εκατομμύρια NZ$, αντί να δαπανήσει 2.34 δισεκατομμύρια, όπως αναμενόταν, βάσει του ρυθμού αύξησης της φαρμακευτικής δαπάνης που είχε η χώρα κατά το 2000[66].

Ωστόσο, παρά τις όποιες επιτυχίες στον περιορισμό των συνολικών δαπανών, καμία αναπτυγμένη χώρα δεν έχει δείξει πρόθυμη να ανφισβητήσει το υπάρχον καθεστώς προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, το οποίο παραχωρεί μονοπώλια για πάνω από 20 χρόνια και αποκλείει από την αγορά τα πιο φθηνά γενόσημα φάρμακα. Όλα τα συστήματα εποπτείας της αγοράς φαρμάκων χρηματοδοτούνται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μέσω ανταποδοτικών τελών, με αποτέλεσμα να υποθάλπεται έτσι ένα σύστημα που καθιστά τις εποπτικές αρχές ευεπηρέαστες απένταντι στις ανάγκες της φαρμακοβιομηχανίας για ταχεία έγκριση νέων προϊόντων. Εν τέλει, η διεξαγωγή των κλινικών μελετών παραμένει σε όλο τον κόσμο υπό τον έλεγχο των φαρμακευτικών εταιριών. Η προώθηση των φαρμάκων τόσο στους επαγγελματίες υγείας όσο και στους καταναλωτές είναι – ακόμη και σε χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία – ζήτημα ανεπαρκώς ρυθισμένο, με αποτέλεσμα η γνώση τόσο αυτών που συνταγογραφούν τα φάρμακα όσο και των ασθενών να παραμένει περιορισμένη.

Οι φαρμακευτικές εταιρίες είναι εξαιρετικά ισχυρές λόγω του πλούτου τους. Συγκεντρώνουν τόση δύναμη με την ενεργό σύμπραξη των ρυθμιστικών αρχών και των κυβερνήσεων που εποπτέουν τις αρχές αυτές. Η εισαγωγή ενός συστήματος χρηματοδότησης μέσω ανταποδοτικών τελών σήμανε ότι -για οργανισμούς όπως ο FDA-προτεραιότητα έχουν πλέον οι αξίες της ελεύθερης αγοράς και όχι η δημόσια υγεία. Στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου, τα φάρμακα εγκρίνονται πλέον με όλο και λιγότερα αποδεικτικά στοιχεία και  το αποτέλεσμα είναι κακής ποιότητας θεραπευτικές αγωγές και περισσότερα προβλήματα ασφάλειας των φαρμάκων που κυκλοφορούν στην αγορά. Η εντατικοποίηση της προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας μέσω διεθνών και διμερών εμπορικών συμφωνιών προστατεύει τα εταιρικά κέρδη, αλλά σημαίνει ότι περιορίζεται σε παγκόσμια κλίματα η πρόσβαση σε απαραίτητα φάρμακα, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Στην τελική, η φαρμακοβιομηχανία μπορεί να χειραγωγεί τη γνώση σχετικά με την αξία των φαρμακευτικών προϊόντων βλάπτοντας όχι μόνο την γνώση των ιατρών, αλλά –το σημαντικότερο- βλάπτοντας την υγεία των ανθρώπων. Την ίδια στιγμή που η φαρμακοβιομηχανία αναπτύσσει νέες μεθόδους για να αντιμετωπίσει την εσωτερική της κρίση, μια κρίση που είναι εγγενής στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής φαρμάκων, υπάρχουν και σοβαρές προτάσεις για το πώς να κάμψουμε την ισχύ της και να διασφαλίσουμε ότι τα φάρμακα αναπτύσσονται και τιμολογούνται κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες της υγείας κι όχι απλώς στην ανάγκη για μεγαλύτερα κέρδη.


*O Joel Lexchin διδάσκει πολιτικές για την υγεία στο Πανεπιστήμιο του York και είναι γιατρός επειγόντων περιστατικών στην ιατρική – ερευνητική οργάνωση “University Health Care” στο Toronto. Το παρόν άρθρο αποτελεί διασκευή αποσπάσματος από το βιβλίο “Η Ιατρική Περίθαλψη στο χειρουργικό κρεβάτι: Υπερβαίνοντας τον Καπιταλισμό για το καλό της Υγείας μας» του Howard Waitzkin, που είναι διαθέσιμο από τις εκδόσεις του Monthly Review.

Πηγή: Monthly Review

Μετάφραση: Ειρήνη Τσαλουχίδη

[1] Harriet Washington, Deadly Monopolies(New York: Anchor, 2011); Richard Anderson, “Pharmaceutical Industry Gets High on Fat Profits,” BBC News, November 6, 2014.

Donald W. Light and Joel Lexchin, “Foreign Free Riders and the High Price of US Medicines,” BMJ331 (2005): 958–60.

[3] Prescrire Editorial Staff, “New Drugs and Indications in 2014,” Prescrire International24 (2015): 107–10.

[4] Joseph A. DiMasi, Henry G. Grabowski, and Ronald W. Hansen, “Innovation in the Pharmaceutical Industry: New Estimates of R&D costs,” Journal of Health Economics47 (2016): 20–33.

[5] Donald W. Light and Rebecca N. Warburton, “Extraordinary Claims Require Extraordinary Evidence,” Journal of Health Economics24 (2005): 1030–33.

[6] Stanley Finkelstein and Peter Temin, Reasonable Rx: Solving the Drug Price Crisis(Upper Saddle River, NJ: FT, 2008).

[7] Greg Miller, “Is Pharma Running Out of Brainy Ideas?” Science329 (2010): 502–04; David Holmes, “Skies Darken Over Drug Companies,” Lancet 379 (2012): 1863–64.

[8] Pedro Cuatrecasas, “Drug Discovery in Jeopardy,” Journal of Clinical Investigation 116 (2006): 2837–42.

[9] Belen Pedrique, Nathalie Strub-Wourgaft, Claudette Some, Piero Olliaro, Patrice Trouiller, Nathan Ford, Bernard Pécoul, and Jean-Hervé Bradol, “The Drug and Vaccine Landscape for Neglected Diseases (2000–11): A Systematic Assessment,” Lancet Global Health 1 (2013): e371–79.

[10] Daniel M. Hartung, Dennis N. Bourdette, Sharia M. Ahmed, and Ruth H. Whitham, “The Cost of Multiple Sclerosis Drugs in the US and the Pharmaceutical Industry,” Neurology 84 (2015): 2815–22.

[11] Andrew Pollack, “Doctors Denounce Cancer Drug Prices of $100,000 a Year,” New York Times, April 25, 2013.

Hank McKinnell, A Call to Action: Taking Back Healthcare for Future Generations(New York: McGraw Hill, 2005).

[13] World Health Organization, The World Medicines Situation(Geneva: WHO, 2004).

[14] Patricia McGettigan, Peter Roderick, Rushikesh Mahajan, Abhay Kadam, and Allyson M. Pollock, “Use of Fixed Dose Combination (FDC) Drugs in India: Central Regulatory Approval and Sales of FDCs Containing Non-Steroidal Anti-Inflammatory Drugs (NSAIDs), Metformin, or Psychotropic Drugs,” PLoS Medicine12 (2015): e1001826.

[15] Courtney Davis and John Abraham, Unhealthy Pharmaceutical Regulation: Innovation, Politics and Promissory Science(Hampshire, UK: Palgrave Macmillan, 2013).

[16] John Abraham, “Sociology of Pharmaceuticals Development and Regulation: A Realist Empirical Research Programme,” Sociology of Health & Illness 30 (2008): 869–85.

[17] Davis and Abraham, Unhealthy Pharmaceutical Regulation.

[18] James L. Zelenay, Jr. “The Prescription Drug User Fee Act: Is a Faster Food and Drug Administration Always a Better Food and Drug Administration?” Food and Drug Law Journal60 (2005): 261–338.

[19] John Abraham, Science, Politics and the Pharmaceutical Industry: Controversy and Bias in Drug Regulation(London: UCL Press, 1995).

[20] Daniel Carpenter, Evan James Zucker, and Jerry Avorn, “Drug-Review Deadlines and Safety Problems,” New England Journal of Medicine 358 (2008):1354–61.

[21] John Abraham and Graham Lewis, “Europeanization of Medicines Regulation,” in John Abraham and Helen Lawton Smith, eds., Regulation of the Pharmaceutical Industry(Hampshire, UK: Palgrave Macmillan, 2003), 42–81.

βλ. 21

[23] House of Commons, Health Committee, The Influence of the Pharmaceutical Industry: Fourth Report of Session 2004–05, vol. 1 (London: Stationery Office Limited, April 5, 2005).

[24] Joel Lexchin, “Pharmaceuticals, Patents and Politics: Canada and Bill C-22,” International Journal of Health Services 23 (1993): 147–60.

[25] Ameet Sarpatwari, Jerry Avorn, and Aaron S Kesselheim, “Progress and Hurdles for Follow-On Biologics,” New England Journal of Medicine 372 (2015): 2380–82.

[26] James Love, “TPP, Designed to Make Medicine More Expensive, Reforms More Difficult,” Medium, June 8, 2015, http://medium.com.

[27] Kazi Stastna, “Eli Lilly Files $500M NAFTA Suit Against Canada Over Drug Patents,” CBC News, September 13, 2013.

[28] Hazel Moir, Deborah H. Gleeson, Brigitte Tenni, and Ruth Lopert, Assessing the Impact of Alternative Patent Systems on the Cost of Health Care: The TPP and HIV Treatment in Vietnam (Sydney: Asia-Pacific Innovation Conference, 2014).

[29] Peter Drahos, “Expanding Intellectual Property’s Empire: The Role of FTAs,” International Centre for Trade and Sustainable Development, November 2003, http://ictsd.org.

[30] Jean O. Lanjouw and William Jack, “Trading Up: How Much Should Poor Countries Pay to Support Pharmaceutical Innovation?” CGD Brief 4 (2004): 1–7

[31] Campaign for Access to Essential Medicines, Untangling the Web of Antiretroviral Price Reductions(Geneva: Médecins Sans Frontières, 2010).

[32] Ellen ’t Hoen, “TRIPS, Pharmaceutical Patents, and Access to Essential Medicines: A Long Way from Seattle to Doha,” Chicago Journal of International Law 3 (2002): 27–48.

[33] Stephanie Rosenberg, “Comparative Chart of Pharmaceutical Patent and Data Provisions in the TRIPS Agreement, Free Trade Agreements Between Trans-Pacific FTA Negotiating Countries and the U.S., and the U.S. Proposal to the Trans-Pacific FTA,” Public Citizen, November 8, 2012, http://citizen.org.

[34] Youn Jung and Soonman Kwon, “The Effects of Intellectual Property Rights on Access to Medicines and Catastrophic Expenditure,” International Journal of Health Services 45 (2015): 507–29.

[35] Ellen ‘t Hoen, The Global Politics of Pharmaceutical Monopoly Power: Drug Patents, Access, Innovation and the Application of the WTO Doha Declaration on TRIPS and Public Health (Diemen: AMB, 2009).

[36] “’We Didn’t Make This Medicine for Indians…We Made It for Western Patients Who Can Afford It’: Pharmaceutical Chief Tries to Stop India Replicating Its Cancer Treatment,” Daily Mail, January 24, 2014.

[37] Writing Group for the Women’s Health Initiative Investigators, “Risks and Benefits of Estrogen Plus Progestin in Healthy Postmenopausal Women: Principal Results from the Women’s Health Initiative Randomized Controlled Trial,” JAMA 288 (2002): 321–33.

[38] Adam L. Hersh, Marcia L. Stefanick, and Randall S. Stafford, “National Use of Postmenopausal Hormone Therapy: Annual Trends and Response to Recent Evidence,” JAMA 291 (2004): 47–53.

[39] Marc-André Gagnon, The Nature of Capital in the Knowledge-Based Economy: The Case of the Global Pharmaceutical Industry (Toronto: York University Press, 2009).

[40] Antonio Nieto, Angel Mazon, Rafael Pamies, Juan J. Linana, Amparo Lanuza, Fernando Oliver Jiménez, Alejandra Medina-Hernandez, and Javier Nieto, “Adverse Effects of Inhaled Corticosteroids in Funded and Nonfunded Studies,” Archives of Internal Medicine 167 (2007): 2047–53.

[41] Joseph A DiMasi, “Success Rates for New Drugs Entering Clinical Testing in the United States,” Clinical Pharmacology & Therapeutics 58 (1995): 1–14; Bruce M. Psaty and Drummond Rennie, “Stopping Medical Research to Save Money: A Broken Pact with Researchers and Patients,” JAMA 289 (2003): 2128–31.

[42] “WMA Declaration of Helsinki: Ethical Principles For Medical Research Involving Human Subjects,” World Medical Association, March 29, 2017.

[43] βλ. 42.

[44] Bruce M. Psaty and Richard A. Kronmal, “Reporting Mortality Findings in Trials of Rofecoxib for Alzheimer Disease or Cognitive Impairment: A Case Study Based on Documents from Rofecoxib Litigation,” JAMA 299 (2008): 1813–17.

[45] Peter Lurie and Sidney M. Wofle, “Misleading Data Analyses in Salmeterol (SMART) Study,” The Lancet 366 (2005): 1261–62.

[46] James M. Wright, Thomas L. Perry, Kenneth L. Bassett, and G. Keith Chambers, “Reporting of 6-Month vs 12-Month Data in a Clinical Trial of Celecoxib,” JAMA 286 (2001):2398–99.

[47] Natasha Singer, “Medical Papers by Ghostwriters Pushed Therapy,” New York Times, August 5, 2009.

[48] Eric H. Turner, Annette M. Matthews, Efthia Linardatos, Robert A. Tell, and Robert Rosenthal, “Selective Publication of Antidepressant Trials and Its Influence on Apparent Efficacy,” New England Journal of Medicine 358 (2008): 252–60.

[49] Dirk Eyding, Monika Lelgemann, Ulrich Grouven, Martin Härter, Mandy Kromp, Thomas Kaiser, Michaela F. Kerekes, Martin Gerken, and Beate Wiseeler, “Reboxetine for Acute Treatment of Major Depression: Systematic Review and Meta-Analysis of Published and Unpublished Placebo and Selective Serotonin Reuptake Inhibitor Controlled Trials,” BMJ 341 (2010): e4737.

[50] Jon Jureidini, Leeman B. McHenry, and Peter R Mansfield, “Clinical Trials and Drug Promotion: Selective Reporting of Study 329,” International Journal of Risk & Safety in Medicine 20 (2008): 73–81.

 [51] Martin B. Keller, Neal D. Ryan, Michael Strober et al., “Efficacy of Paroxetine in the Treatment of Adolescent Major Depression: A Randomized, Controlled Trial,” Journal of the American Academy of Child and Adolescent Psychiatry 40 (2001): 762–72.

[52] S. Swaroop Vedula, Lisa Bero, Roberta W Scherer, and Kay Dickersin, “Outcome Reporting in Industry-Sponsored Trials of Gabapentin for Off-Label Use,” New England Journal of Medicine 361 (2009): 1963–71.

[53] Sergio Sismondo, “‘You’re Not Just a Paid Monkey Reading Slides’: How Key Opinion Leaders Explain and Justify Their Work,” Edmund J. Safra Working Papers, Harvard University, No. 26 (2013).

[54] John W. Norton, “Is Academic Medicine for Sale?” New England Journal of Medicine 343 (2000): 508.

[55] Alan Maynard, personal communication with the author, 2001.

[56] Donald W. Light and Antonio F. Maturo, Good Pharma: The Public-Health Model of the Mario Negri Institute (New York: Palgrave Macmillan, 2015).

[57] James Love, What’s Wrong with Current System of Funding R&D, and What Are Ideas for Reforms? (Washington, D.C.: Knowledge Ecology International, 2015).

[58] Arthur Schafer, “Biomedical Conflicts of Interest: A Defence of the Sequestration Thesis—Learning From the Cases of Nancy Olivieri and David Healy,” Journal of Medical Ethics 30 (2004): 8–24.

[59] Tracy R. Lewis, Jerome H. Reichman, and Anthony Deh-Chuen So, “The Case for Public Funding and Public Oversight of Clinical Trials,” Economists’ Voice 4 (2007): 1–4; Marcia Angell, The Truth About the Drug Companies: How They Deceive Us and What to Do About It (New York: Random House, 2004).

[60] Lewis, Reichman, and So, “The Case for Public Funding and Public Oversight of Clinical Trials.”

[61] Dean Baker, “The Benefits and Savings from Publicly Funded Clinical Trials of Prescription Drugs,” International Journal of Health Services 38 (2008): 731–50.

[62] Patented Medicine Prices Review Board, Annual Report 2016 (Ottawa: PMRPB, 2017), http://pmprb-cepmb.gc.ca.

[63] Patented Medicine Prices Review Board, Annual Report 2012 (Ottawa: PMPRB, 2013).

[64] Organization for Economic Co-operation and Development, Health at a Glance 2015: OECD Indicators (Paris: OECD, 2015).

[65] Productivity Commission, 2003, Evaluation of the Pharmaceutical Industry Investment Program, Research Report (Canberra: AusInfo, 2003)

[66] Pharmaceutical Management Agency, Annual Review 2012 (Wellington: PHARMAC, 2013), http://pharmac.govt.nz.

Ψηφιακή εργασία και ιμπεριαλισμός

Ένας αιώνας πέρασε τώρα από τον Ιμπεριαλισμό, το Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού (1916) του Λένιν και το Ιμπεριαλισμός και την Παγκόσμια Οικονομία του Μπουχάριν (1915), καθώς επίσης και από το Η Συσσώρευση του Κεφαλαίου της Ρόζας Λούξεμπουργκ του 1913, τα οποία μιλούν για τον ιμπεριαλισμό ως δύναμη και εργαλείο του καπιταλισμού. Ήταν μια εποχή παγκοσμίου πολέμου, μονοπωλίων, αντιμονοπωλιακών νόμων, απεργιών για αυξήσεις στους μισθούς, ανάπτυξης της γραμμής παραγωγής του Ford, της Οκτωβριανής Επανάστασης, της Μεξικανικής επανάστασης , της αποτυχημένης Γερμανικής επανάστασης και πολλών άλλων. Μια εποχή που είδε την εξάπλωση και εμβάθυνση των παγκόσμιων προκλήσεων στον καπιταλισμό.

Αυτό το άρθρο ανασκοπεί τον ρόλο του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας στις κλασσικές μαρξιστικές έννοιες του ιμπεριαλισμού και επεκτείνει αυτές τις ιδέες στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας στην παραγωγή της πληροφορίας και την τεχνολογία της πληροφορικής στο σήμερα. Θα υποστηρίξω ότι η ψηφιακή εργασία, ως το νεότερο σύνορο της καπιταλιστικής καινοτομίας και εκμετάλλευσης, παίζει κεντρικό ρόλο στις δομές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Πατώντας πάνω σε αυτές τις κλασικές έννοιες, η ανάλυσή μου δείχνει ότι στον νέο ιμπεριαλισμό οι βιομηχανίες της πληροφορικής αποτελούν έναν από τους πιο συγκεντροποιημένους οικονομικούς τομείς, ότι η υπερ-βιομηχανοποίηση, η χρηματιστικοποίηση και η ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας πάνε μαζί, ότι οι πολυεθνικές εταιρείες πληροφορικής βασίζονται σε εθνικά κράτη, αλλά λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο και ότι η τεχνολογία της πληροφορικής έχει μετατραπεί σε μέσο πολέμου[i].

Ορίζοντας τον Ιμπεριαλισμό

Στο “εκλαϊκευμένο σκιαγράφημά” του, όπως υποτιτλίζει το έργο του ο Λένιν, ορίζει τον ιμπεριαλισμό ως

καπιταλισμό στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης, στο οποίο έχει καθιερωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η εξαγωγή κεφαλαίου έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, έχει αρχίσει η διάσπαση του κόσμου μεταξύ των διεθνών τραστ, έχει ολοκληρωθεί η διαίρεση του συνόλου των εδαφών της υφηλίου μεταξύ των μεγαλύτερων καπιταλιστικών δυνάμεων[ii].

Ο Μπουχάριν και ο Πρεομπραζένσκι αντιλαμβάνονταν τον ιμπεριαλισμό ως «την πολιτική των κατακτήσεων που επιδιώκει το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο στον αγώνα του για την εξεύρεση αγορών πηγών πρώτων υλών και τόπους όπου μπορεί να επενδυθεί κεφάλαιο»[iii]. Ο Μπουχάριν, σύγχρονος του Λένιν και εκδότης της Πράβντα από το 1917 έως το 1929, κατέληξε σε συμπεράσματα όμοια με τον Λένιν όσον αφορά τα βασικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, ορίζοντας τον ιμπεριαλισμό ως ένα «προϊόν του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού» και υποστηρίζοντας ότι «το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί να ακολουθήσει άλλη πολιτική από τον ιμπεριαλισμό».[iv]

Για τον Μπουχάριν, ο ιμπεριαλισμός είναι αναγκαστικά μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, δύσκολη έννοια να εφαρμοστεί στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος βασίζεται περισσότερο στην παγκόσμια κυριαρχία των εταιρειών παρά από των εθνών-κρατών. Έβλεπε τα έθνη ως «κρατικο-καπιταλιστικά τραστ», κλειδωμένα σε έναν «παγκόσμιο αγώνα» που οδηγεί σε παγκόσμιους πολέμους.[v] Για τον Μπουχάριν, ο ιμπεριαλισμός είναι απλώς «η έκφραση του ανταγωνισμού» μεταξύ αυτών των τραστ, που στοχεύουν στο «να συγκεντρώσουν και να συγκεντροποιήσουν κεφαλαίο στα χέρια τους».[vi] Ο Λένιν, αντιθέτως, έγραψε ότι «ένα βασικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού είναι η αντιπαλότητα μεταξύ διαφόρων μεγάλων δυνάμεων στην προσπάθεια τους να επιτύχουν την ηγεμονία, δηλαδή την κατάκτηση επικράτειας, όχι απαραίτητα άμεσα για τον εαυτό τους, όσο για να αποδυναμώσουν τον αντίπαλο και να υπονομεύσουν την δική του ηγεμονία του».[vii] Η διατύπωση του Λένιν για έναν ανταγωνισμό μεταξύ των «μεγάλων δυνάμεων» είναι πιο προσεκτική από την αντίληψη του Μπουχάριν σχετικά με τα τραστ των καπιταλιστών εντός του κράτους, διότι περιλαμβάνει τόσο επιχειρήσεις όσο και κράτη.

Εν τω μεταξύ, για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ο ιμπεριαλισμός είναι η βίαιη γεωγραφική και πολιτική επέκταση της συσσώρευσης κεφαλαίου, η

ανταγωνιστική πάλη για αυτό που παραμένει ανοιχτό από το μη καπιταλιστικό περιβάλλον …. Με την υψηλή ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών και τον όλο και πιο έντονο ανταγωνισμό τους στην απόκτηση μη καπιταλιστικών περιοχών, ο ιμπεριαλισμός μεγαλώνει σε ανομία και βία, τόσο στην επιθετικότητα έναντι του μη καπιταλιστικού κόσμου όσο και στις όλο και πιο σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταγωνιζόμενων καπιταλιστικών χωρών. Όμως, όσο πιο βίαια, αδίστακτα και συντεταγμένα επιφέρει ο ιμπεριαλισμός την παρακμή των μη καπιταλιστικών πολιτισμών, τόσο ταχύτερα τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια της καπιταλιστικής συσσώρευσης.[viii]

Η Λούξεμπουργκ επιχειρηματολογεί για το στόχο του κεφαλαίου να επεκτείνει την εκμετάλλευση παγκόσμια, να «κινητοποιήσει την παγκόσμια εργατική δύναμη χωρίς περιορισμούς, με στόχο να χρησιμοποιήσει όλες τις παραγωγικές δυνάμεις της υφηλίου».[ix]

Ανεξάρτητα από τις διαφορές τους, και οι τρείς, ο Λένιν, ο Μπουχάριν και η Λούξεμπουργκ, συμμερίζονται την πεποίθηση ότι ο ιμπεριαλισμός είναι «η τελική φάση του καπιταλισμού»[x] ή μια μορφή «καπιταλισμού σε παρακμή»[xi] και ότι κατά συνέπεια η «καταστροφή της αστικής τάξης είναι αναπόφευκτη»[xii]. Τέτοιες δηλώσεις δεν αντικατοπτρίζουν μόνο την πολιτική αισιοδοξία των επαναστατών της εποχής, αλλά και μια στρουκτουραλιστική και λειτουργική αντίληψη του καπιταλισμού που θεωρούσε αναπόφευκτη την παρακμή του συστήματος. Πράγματι, γράφουν την ίδια περίοδο με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, το οποίο έμελλε να ακολουθηθεί μετά από μια μικρή περίοδο ευημερίας από τη Μεγάλη Ύφεση και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- μια πραγματικότητα που πρόσφερε αρκετή στήριξη στα επιχειρήματά τους για την παγκόσμια αστάθεια του συστήματος. Εκατό χρόνια μετά όμως, ο καπιταλισμός συνεχίζει. Αλλά ενώ μπορεί να έχει πάρει νέες μορφές, ο καπιταλισμός μπορεί ακόμα να χαρακτηριστεί ως ιμπεριαλισμός και συνεχίζει να αντιμετωπίζει μεγάλα ξεσπάσματα εξ’ αιτίας των εγγενών τάσεων του να προκαλεί κρίσεις[xiii].

Εργασία και ιμπεριαλισμός

Και οι τρεις, ο Λένιν, ο Μπουχάριν και η Λούξεμπουργκ, αντιλαμβάνονταν τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας ως κεντρικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού. Ο Λένιν χρησιμοποιεί την έννοια του καταμερισμού της εργασίας αναφερόμενος στη διαίρεση μεταξύ των βιομηχανιών στις οποίες συγκεκριμένες τράπεζες επικεντρώνουν τις επενδυτικές τους δραστηριότητες.[xiv] Βλέπει την εξαγωγή κεφαλαίου, σε αντίθεση με την εξαγωγή αγαθών, ως ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού:

Όσο ο καπιταλισμός παραμένει αυτό που είναι, το πλεόνασμα κεφαλαίου θα χρησιμοποιηθεί όχι για να αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο των μαζών μίας χώρας, μια και αυτό θα σήμαινε μείωση των κερδών για τους καπιταλιστές, αλλά με σκοπό την αύξηση των κερδών από την εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Σε αυτές τα κέρδη είναι συνήθως υψηλά, επειδή το κεφάλαιο είναι σπάνιο, η τιμή της γης σχετικά χαμηλή, οι μισθοί χαμηλοί, [και] οι πρώτες ύλες φθηνές[xv].

Ομοίως, ο Μπουχάριν, βασιζόμενος στον Μαρξ, ισχυρίστηκε ότι ένας κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας μεταξύ πόλης και υπαίθρου καθώς και μεταξύ επιχειρήσεων, κλάδων, οικονομικών υποδιαιρέσεων και εθνών – ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας – αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του καπιταλισμού.[xvi] Αυτή η διαίρεση βασίζεται εν μέρει σε φυσικά (για παράδειγμα, το «κακάο μπορεί να παραχθεί μόνο σε τροπικές χώρες»[xvii]) και εν μέρει σε κοινωνικά αίτια, στην «άνιση ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων», η οποία «δημιουργεί διαφορετικά οικονομικά μοντέλα και διαφορετικές σφαίρες παραγωγής, επεκτείνοντας έτσι το πεδίο το διεθνούς κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας[xviii]… Η εργατική δύναμη κάθε μεμονωμένης χώρας γίνεται μέρος αυτής της παγκόσμιας κοινωνικής εργασίας μέσω της ανταλλαγής που λαμβάνει χώρα σε διεθνή κλίμακα».[xix] Λαμβάνοντας υπόψη την παγκόσμια αγορά και την άνιση παραγωγικότητα, οι λιγότερο παραγωγικές χώρες αναγκάζονται να πουλούν εμπορεύματα τιμές χαμηλότερες από την αξία τους για να μπορέσουν να ανταγωνιστούν, πράγμα που οδηγεί σε ένα σύστημα άνισων συναλλαγών.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην έννοια που έδωσε η ίδια στον ιμπεριαλισμό, επικέντρωσε την προσοχή της στις «σχέσεις μεταξύ καπιταλιστικού και μη καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής», στις οποίες

κυριαρχικές μέθοδοι είναι η αποικιοκρατική πολιτική, ένα διεθνές σύστημα δανεισμού- η πολιτική των σφαιρών επιρροής- και ο πόλεμος. Η επιβολή, η απάτη, η καταπίεση, η λεηλάτηση χρησιμοποιούνται ανοιχτά χωρίς καμία απόπειρα απόκρυψης και χρειάζεται προσπάθεια για να ανακαλύψει κανείς, μέσα σε αυτή την αλληλεπίδραση πολιτικής βίας και ανταγωνισμών ισχύος, τους βλοσυρούς νόμους της οικονομικής διαδικασίας.[xx]

Για τη Λούξεμπουργκ, οι διεθνείς σχέσεις του ιμπεριαλισμού απαιτούν καταλήστευση και εκμετάλλευση της εργασίας: «Το κεφάλαιο χρειάζεται τα μέσα παραγωγής και την εργατική δύναμη ολόκληρης της υφηλίου για την αδιάκοπη συσσώρευση του». Συνεπώς, «δεν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς τους φυσικούς πόρους και την εργατική δύναμη όλων των χωρών … “ιδρώτας, αίμα και βρωμιά σε κάθε πόρο από το κεφάλι μέχρι τα δάχτυλα” χαρακτηρίζει όχι μόνο τη γέννηση του κεφαλαίου αλλά και την πρόοδό του στον κόσμο σε κάθε του βήμα».[xxi]

Αν και ο Λένιν, ο Μπουχάριν και η Λούξεμπουργκ διέφεραν πολιτικά από πολλές απόψεις πάνω στο ζήτημα του ιμπεριαλισμού, ειδικά σε θέματα σχετικά με τον ρόλο του εθνικισμού στους ταξικούς αγώνες και την απελευθέρωση, την εθνική αυτοδιάθεση και τη χρήση ξένων αγορών στον καπιταλισμό, είναι σαφές ότι και για τους τρεις θεωρητικούς η περιφέρεια δεν είναι απλώς πηγή πρώτων υλών και αγορά για την πώληση εμπορευμάτων αλλά κομμάτι ενός διεθνούς καταμερισμού εργασίας.[xxii] Ως κομμάτι αυτού του καταμερισμού, η εκμετάλλευση των εργατών στην περιφέρεια επιτρέπει την εξαγωγή και οικειοποίηση πλεονάσματος από τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Ο Διεθνής καταμερισμός της ψηφιακής εργασίας

Οι παγκόσμιες επικοινωνίες, με τη μορφή του τηλέγραφου και των διεθνών πρακτορείων ειδήσεων, έπαιξαν ήδη ρόλο στον ιμπεριαλισμό από την εποχή του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, συμβάλλοντας στην οργάνωση και τον συντονισμό του εμπορίου, των επενδύσεων, της συσσώρευσης, της εκμετάλλευσης και του πολέμου.[xxiii] Εκατό χρόνια αργότερα, ποιοτικά διαφορετικά μέσα πληροφόρησης και επικοινωνίας όπως οι υπερυπολογιστές, το διαδίκτυο, οι φορητοί υπολογιστές, τα tablet, τα κινητά τηλέφωνα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κάνει την εμφάνισή τους. Αλλά όπως ακριβώς και η εργασία των εργατών στην περιφέρεια κατά τα πρώιμα στάδια του ιμπεριαλισμού, η παραγωγή της πληροφορίας και της τεχνολογίας της πληροφορικής αποτελεί μέρος ενός διεθνούς καταμερισμού εργασίας, που συνεχίζει να διαμορφώνει τρόπους παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης.[xxiv]

Οι θεωρητικοί της κριτικής θεωρίας εισήγαγαν την δεκαετία του ’80 την έννοια του νέου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας για να τονίσουν ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες είχαν γίνει φτηνές πηγές μεταποιητικής εργασίας και να παρακολουθήσουν την άνοδο των πολυεθνικών εταιρειών.[xxv] Στο βιβλίο τους «Κρίση χωρίς τέλος», ο Τζον Μπέλαμι Φόστερ και ο Ρόμπερτ Μακ Τσίσνεϊ αναλύουν την αύξηση των πολυεθνικών ως την προσπάθεια του κεφαλαίου να ξεπεράσει τη μακροπρόθεσμη οικονομική στασιμότητα και να επιτύχει παγκόσμια μονοπωλιακά κέρδη.[xxvi] Οι πολυεθνικές στοχεύουν να μειώσουν το μερίδιο των μισθών σε παγκόσμιο επίπεδο και να αυξήσουν τα κέρδη τους, εγκαθιστώντας ένα σύστημα παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων. Η συνέπεια είναι μια παγκόσμια αύξηση της εκμετάλλευσης που ο οι δυο τους, βασιζόμενοι στο έργο του Stephen Hymer, αποκαλούν «στρατηγική διαίρεσης και διακυβέρνησης».[xxvii]

Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει συγκριτικά στοιχεία για τις 2.000 μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες παγκοσμίως, για τα έτη 2004 και 2014. Τα έσοδα αυτών των εταιρειών αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, πράγμα που δείχνει ότι οι πολυεθνικές ανταγωνίζονται για το μονοπώλιο σε παγκόσμιο επίπεδο. Και στα δύο αυτά χρόνια, σχεδόν τα τρία τέταρτα του ενεργητικού τους σε πάγιο κεφάλαιο εξαγόταν από χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες – χρηματοδοτήσεις, ασφάλιση, ακίνητα – γεγονός που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των Φόστερ και Μακ Τσίσνεϊ, ότι μπορούμε να μιλάμε με ακρίβεια για ένα σύστημα παγκόσμιου μονοπωλιακού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.[xxviii] Παρ’ όλα αυτά, το εν λόγω ενεργητικό περιλαμβάνει επίσης σημαντικά μερίδια στις βιομηχανίες μεταφορών (υποδομές μεταφορών, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, οχήματα), στην παραγωγή και στην πληροφορική (από τα τηλεπικοινωνιακά εξαρτήματα, λογισμικά και ημιαγωγούς έως τη διαφήμιση, το διαδίκτυο, τις εκδόσεις και τις εκπομπές). Όλα αυτά δείχνουν ότι σε διαφορετικές κλίμακες, ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν στοχεύει μόνο στον μονοπωλιακό χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, αλλά και στον μονοπωλιακό καπιταλισμό στον τομέα των μεταφορών, τον μονοπωλιακό υπερ-βιομηχανικό καπιταλισμό και τον μονοπωλιακό πληροφοριακό καπιταλισμό.[xxix]

Πίνακας 1. Συγκριτικός πίνακας των 2000 μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών, 2004-2014

  2004 2014
Συνολικά έσοδα $ 19.934 δισ. $ 38.361 δισ.
Συνολικά περιουσιακά στοιχεία $ 68.064 δισ. $ 160.974 δισ.
Συνολικά κέρδη $ 760,4 δισ. $ 2.927,5 δισ.
Μερίδιο των εσόδων στο παγκόσμιο ΑΕΠ 50,8% 51,4%
Μερίδιο των χρηματοοικονομικών προϊόντων, των ασφαλίσεων και των ακινήτων στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία 70,8% 73,6%
Μερίδιο των χρηματοοικονομικών προϊόντων, ασφαλίσεων και ακινήτων στο συνολικό κέρδος 32,5% 33,5%
Μερίδιο της βιομηχανίας της πληροφορικής στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία 5,9% 5,5%
Μερίδιο της βιομηχανίας της πληροφορικής στα συνολικά κέρδη 0.8% 17,3%
Μερίδιο της βιομηχανίας της πληροφορικής στα συνολικά έσοδα 11,3% 13,1%
Μερίδιο της βιομηχανίας μετακινήσεων στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία 7,5% 6,9%
Μερίδιο της βιομηχανίας των μετακινήσεων στα συνολικά κέρδη 22,4% 19%
Μερίδιο της παραγωγικής βιομηχανίας στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία 7,1% 6,9%
Μερίδιο της παραγωγικής βιομηχανίας στα συνολικά κέρδη 28,3% 18,6%
Κινέζικες πολυεθνικές ανάμεσα στις τοπ 2000 49 207
Αμερικάνικες πολυεθνικές ανάμεσα στις τοπ 2000 751 563
Μερίδιο των κινεζικώνπεριουσιακών στοιχείων 1.1% 13,7%
Μερίδιο των κινεζικών κερδών 3,6% 14,3%
Μερίδιο των Βορειοαμερικανικών και Ευρωπαϊκών περιουσιακών στοιχείων 77,4% 63,1%
Μερίδιο των Βορειοαμερικανικών και Ευρωπαϊκών κερδών 82,9% 61,7%

Μια σημαντική αλλαγή μεταξύ του 2004 και του 2014 ήταν η αύξηση των κινεζικών πολυεθνικών, των οποίων τα μερίδια των περιουσιακών στοιχείων, των εσόδων και των κερδών αυξήθηκαν δραματικά. Οι ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες δεν ελέγχουν πλέον τα τρία τέταρτα, αλλά τα δύο τρίτα του παγκόσμιου κεφαλαίου, πράγμα που σημαίνει ότι εξακολουθούν παρ’ όλα αυτά να κυριαρχούν. Το ότι οι κινεζικές πολυεθνικές παίζουν σημαντικότερο ρόλο δεν σηματοδοτεί θεμελιώδη τομή, αλλά μάλλον δείχνει ότι η Κίνα μιμείται τον καπιταλισμό του δυτικού τύπου, προς την εμφάνιση ενός «καπιταλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά».

Ο νέος διεθνής καταμερισμός της εργασίας βρίσκεται στην καρδιά της πληροφορικής και της ψηφιακής οικονομίας που παράγει τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας (ΤΠΕ) καθώς και πληροφορία καθ’ εαυτή. Οι διάφορες μορφές φυσικής εργασίας παράγουν τεχνολογίες πληροφοριών οι οποίες στη συνέχεια χρησιμοποιούνται από τους εργαζόμενους των μέσων ενημέρωσης και της βιομηχανίας του πολιτισμού για να δημιουργήσουν ψηφιακό υλικό, όπως μουσική, ταινίες, δεδομένα, στατιστικά στοιχεία, πολυμέσα, εικόνες, βίντεο, κινούμενα σχέδια, κείμενα και άρθρα. Συνεπώς, η τεχνολογία και το παραγόμενο υλικό αλληλοσυνδέονται διαλεκτικά, έτσι ώστε η οικονομία της πληροφορίας να είναι ταυτόχρονα φυσική και μη φυσική. Η οικονομία της πληροφορίας δεν αποτελεί εποικοδόμημα ούτε είναι και άυλη, αλλά μάλλον μια συγκεκριμένη μορφή της οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων που διασχίζει το χάσμα μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος.

Το σχήμα 1 δείχνει ένα μοντέλο των κυριότερων διαδικασιών παραγωγής που εμπλέκονται στον διεθνή καταμερισμό της ψηφιακής εργασίας. Κάθε στάδιο παραγωγής περιλαμβάνει ανθρώπινα υποκείμενα (S) που χρησιμοποιούν τεχνολογίες εργασίας (Τ) σε αντικείμενα εργασίας (Ο), παράγοντας ένα νέο προϊόν. Το ίδιο το θεμέλιο της παγκόσμιας ψηφιακής εργασίας είναι ο γεωργικός κύκλος εργασίας με βάση τον οποίο οι ανθρακωρύχοι εξορύσσουν μεταλλεύματα. Αυτά τα ορυκτά μετατρέπονται σε αντικείμενα στο επόμενο στάδιο παραγωγής, καθώς μετατρέπονται σε στοιχεία ΤΠΕ, τα οποία με τη σειρά τους εισέρχονται στον επόμενο εργασιακό κύκλο ως αντικείμενα: οι εργαζόμενοι στη συναρμολόγηση κατασκευάζουν τεχνολογίες ψηφιακών μέσων χρησιμοποιώντας στοιχεία ΤΠΕ ως εισροές. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των εργασιών είναι οι τεχνολογίες ψηφιακών μέσων, οι οποίες διαχειρίζονται την παραγωγή, τη διανομή, την κυκλοφορία και την κατανάλωση διαφόρων τύπων πληροφοριών.

Σχήμα 1: Ο διεθνής καταμερισμός της ψηφιακής εργασίας

Με τον όρο «ψηφιακή εργασία», επομένως, δεν εννοούμε μόνο την παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου. Πρόκειται για μια κατηγορία που καλύπτει μάλλον το σύνολο του τρόπου της ψηφιακής παραγωγής, ένα δίκτυο γεωργικών, βιομηχανικών και πληροφοριακών εργασιών που επιτρέπει την ύπαρξη και χρήση ψηφιακών μέσων. Τα υποκείμενα (S) που εμπλέκονται στον ψηφιακό τρόπο παραγωγής -ανθρακωρύχοι, μεταποιητές, συναρμολογητές και εργαζόμενοι στον τομέα των πληροφοριών- βρίσκονται σε συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις. Επομένως, αυτό που ορίζεται ως S στο σχήμα 1 είναι στην πραγματικότητα μια σχέση S1–S2 μεταξύ των διαφορετικών αυτών υποκειμένων ή ομάδων υποκειμένων.

Σήμερα, οι περισσότερες από αυτές τις ψηφιακές σχέσεις παραγωγής διαμορφώνονται από τη μισθωτή εργασία, τη δουλεία, την απλήρωτη εργασία, την επισφαλή εργασία και την αυτοαπασχόληση, καθιστώντας το διεθνή καταμερισμό της ψηφιακής εργασίας ένα τεράστιο και σύνθετο δίκτυο αλληλοσυνδεόμενων, παγκόσμιων διεργασιών εκμετάλλευσης. Αυτά κυμαίνονται από τους σκλάβους ανθρακωρύχους του Κονγκό που εξορύσσουν μεταλλεύματα για την κατασκευή των συστατικών μερών των ΤΠΕ, τους υπερ-εκμεταλλεύσιμους μισθωτούς στα εργοστάσια της Foxconn και τους χαμηλόμισθους μηχανικούς λογισμικού στην Ινδία, στους υπεραμειβόμενους μηχανικούς λογισμικού της Google και άλλων δυτικών εταιρειών, τους επισφαλώς αυτοαπασχολούμενους που δημιουργούν και διαδίδουν κουλτούρα και τους εργάτες στα ηλεκτρονικά απόβλητα που αποσυναρμολογούν τις ΤΠΕ, εκθέτοντας τον εαυτό τους σε τοξικά υλικά.

Ας δούμε ένα παράδειγμα ψηφιακής εργασίας. Το 2015, σύμφωνα με τον κατάλογο Fortune των μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών, η Apple ήταν η δωδέκατη μεγαλύτερη εταιρεία παγκοσμίως.[xxx]Τα κέρδη της αυξήθηκαν από 37 δισεκατομμύρια δολάρια το 2013 σε 39,5 δισεκατομμύρια δολάρια το 2014 και 44,5 δισεκατομμύρια δολάρια το 2015.[xxxi] Αυτή τη χρονιά, το iPhone ανερχόταν στο 56% των πωλήσεων της εταιρείας, τα iPad σε 17%, τα Mac σε 13% και τα iTune, το λογισμικό και άλλες υπηρεσίες σε 10%.[xxxii] Η εργασία των κινέζων εργατών που ασχολούνται στην κατασκευή ενός iPhone αποτελούσαν μόνο το 1,8% της τιμής του iPhone, ενώ τα κέρδη της Apple από τις πωλήσεις του iPhone ήταν 58,5% και οι προμηθευτές της Apple, όπως η ταϊβανέζικη εταιρεία Foxconn, κέρδισαν από αυτό 14,3%.[xxxiii] Έτσι, το iPhone 6 Plus δεν κοστίζει 299 δολάρια λόγω του κόστους εργασίας, αλλά μάλλον επειδή για κάθε τηλέφωνο, η Apple κερδίζει κατά μέσο όρο 175 δολάρια και η Foxconn 43 δολάρια, ενώ οι εργαζόμενοι που συναρμολογούν τα τηλέφωνα σε ένα εργοστάσιο της Foxconn λαμβάνουν μόλις 5 δολάρια. Το υψηλό κόστος των iPhone και άλλων προϊόντων είναι συνέπεια ενός υψηλού ποσοστού κέρδους και ενός υψηλού ποσοστού εκμετάλλευσης-άμεσα αποτελέσματα του διεθνούς καταμερισμού της ψηφιακής εργασίας. Η Κίνα είναι, όπως γράφουν οι Φόστερ και ΜακΤσίσνεϊ, «ο παγκόσμιος κόμβος συναρμολόγησης» σε ένα σύστημα «παγκόσμιου αρμπιτράζ της εργασίας και … υπερεκμετάλλευσης».[xxxiv]

Σύμφωνα με τη λίστα Fortune των 500 μεγαλύτερων εταιρειών παγκοσμίως, η Foxconn είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εταιρικός εργοδότης στον κόσμο, με περισσότερους από ένα εκατομμύριο εργαζόμενους, κυρίως από νέοι μετανάστες από την ύπαιθρο.[xxxv] Η Foxconn συναρμολογεί τα iPad, iMac, iPhone και το Amazon Kindle, καθώς και κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών των Sony, Nintendo και Microsoft. Όταν δεκαεφτά εργαζόμενοι της Foxconn προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2010, οι περισσότεροι με επιτυχία, το ζήτημα των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας στην κινεζική βιομηχανία της πληροφορικής άρχισε να προσελκύει ευρύτερη προσοχή. Ένας αριθμός ακαδημαϊκών μελετών έχουν καταγράψει από τότε την καθημερινή πραγματικότητα στα εργοστάσια της Foxconn, όπου οι εργαζόμενοι πρέπει να υπομένουν τις χαμηλές αμοιβές, τις πολλές ώρες και τις συχνές μεταβολές στα προγράμματα εργασίας τους, τα ανεπαρκή μέτρα προστασίας, τα υπερπλήρη καταλύματα που μοιάζουν με φυλακές, τα ξεπουλημένα συνδικάτα που ελέγχονται από τους αξιωματούχους της εταιρείας και που οι εργαζόμενοι θεωρούν αναξιόπιστα, τις απαγορεύσεις της επικοινωνίας και της ομιλίας κατά τη διάρκεια της εργασίας, τους ξυλοδαρμούς και την παρενόχληση από τους φύλακες και το αηδιαστικό φαγητό.[xxxvi]

Την ίδια στιγμή, η Apple διατυμπανίζει στην Έκθεση Προόδου για την Υπευθυνότητα Προμηθευτών της του 2014 ότι η εταιρεία απαιτεί από τους “προμηθευτές της να επιτυγχάνουν κατά μέσο όρο 95% συμμόρφωση με το ανώτατο 60 ώρες εργασίας τη βδομάδα”.[xxxvii] Η Σύμβαση C030 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας σχετικά με το ωράριο εργασίας συνιστά ένα ανώτατο όριο σαράντα οκτώ ώρες ανά εργάσιμη εβδομάδα και όχι περισσότερες από οκτώ ώρες την ημέρα. Το γεγονός ότι η Apple υπερηφανεύεται για την επιβολή μιας εξηντάωρης εβδομαδιαίας εργασίας για στην αλυσίδα εφοδιασμού της δείχνει ότι ο σύγχρονος ιμπεριαλιστικός διεθνής καταμερισμός της ψηφιακής εργασίας δεν είναι απλώς εκμεταλλευτικός αλλά και αποτελεσματικά ρατσιστικός: η Apple θεωρεί ότι για τους ανθρώπους στην Κίνα, οι εξήντα ώρες εργασίας είναι ένα κατάλληλο στάνταρ.

Η έκθεση της Apple για το 2014 υποστηρίζει επίσης ότι η εταιρεία έχει ελέγξει τις συνθήκες εργασίας των περισσότερων από ένα εκατομμύριο εργαζομένων. Ωστόσο, αυτοί οι έλεγχοι δεν διεξάγονται ανεξάρτητα και ούτε τα αποτελέσματά τους αναφέρονται ανεξάρτητα. Από τη στιγμή που η Apple δεν βασίζεται σε ανεξάρτητες εταιρικές οργανώσεις όπως οι Φοιτητές και Πανεπιστημιακοί ενάντια στην Εταιρική Εκμετάλλευση (Students And Sholars against Corporate Misbehavior – SACOM), οι εκθέσεις της πρέπει να θεωρούνται εγγενώς προκατειλημμένες: οι εργαζόμενοι που γίνονται αντικείμενα έρευνας από τους ίδιους τους εργοδότες τους σίγουρα δεν θα αναφέρουν τις καταγγελίες τους, αν δεν θέλουν να χάσουν τις δουλειές τους.

Όσο για τις πολυάριθμες παραβιάσεις των εργασιακών δικαιωμάτων που αναφέρονται παραπάνω, το ύφος και η γλώσσα της έκθεσης αφήνουν να εννοηθεί ότι το πρόβλημα βρίσκεται στους προμηθευτές και στις τοπικές αρχές: «Οι προμηθευτές μας πρέπει να τηρούν τα αυστηρά πρότυπα του Κώδικα Συμπεριφοράς του Προμηθευτή της Apple και κάθε χρόνο ανεβάζουμε τον πήχη των απαιτήσεών μας … Ελέγχουμε όλους τους προμηθευτές τελικής συναρμολόγησης κάθε χρόνο». Η έκθεση δεν θα μπορούσε ποτέ να αναγνωρίσει ότι η συμπεριφορά αυτή εκπορεύεται από την ανάγκη των ίδιων των πολυεθνικών να παράγουν φτηνά και γρήγορα. Η ιδεολογική στρατηγική της Apple αποσπά την προσοχή από δική της ευθύνη για την εκμετάλλευση των Κινέζων εργατών.

Συμπέρασμα: Ιδεολογία και Αντίσταση

Η Apple έχει προωθήσει το iPhone 5 ως υπέρ της «πολυχρωμίας» και το iPhone 6 ως «μεγαλύτερο από το μεγάλο». Τέτοιου είδους συνθήματα υποδηλώνουν ότι η επανάσταση της ψηφιακής τεχνολογίας έχει δημιουργήσει μια νέα και καλύτερη κοινωνία που ωφελεί όλους. Παρόμοιες ιδεολογικές υποσχέσεις και αξιώσεις προωθούνται για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το cloud computing, τα bigdata, το crowd sourcing και τα υπόλοιπα παρόμοια φαινόμενα. Τέτοιοι ισχυρισμοί αποτελούν μορφές τεχνολογικού φετιχισμού που υποθέτουν ότι η τεχνολογία από τη φύση της προωθεί μια καλή κοινωνία χωρίς να αναλύει τις κοινωνικές σχέσεις των οποίων είναι μέρος. Στον τεχνολογικό φετιχισμό, όπως ακριβώς έγραψε ο Μαρξ για τον κλασικό φετιχισμό των αγαθών, η «σαφής κοινωνική σχέση μεταξύ των ίδιων των ανθρώπων» παίρνει «τη φαντασιακή μορφή μιας σχέσης μεταξύ πραγμάτων».[xxxviii]

Αντιμετωπίζοντας τον διεθνή καταμερισμό της ψηφιακής εργασίας με τις κλασσικές έννοιες του ιμπεριαλισμού του Λένιν, της Λούξεμπουργκ και του Μπουχάριν, μας βοηθά να αποκαλύψουμε αυτόν τον τεχνολογικό φετιχισμό. Το παράδειγμα της Apple δείχνει ότι η ψηφιακή τεχνολογία και οι ιδεολογίες που την πλαισιώνουν στη διαφήμιση και την πολιτική συγκαλύπτονται από τη γοητεία του νέου που αγνοεί αναγκαστικά τη συνέχιση της παγκόσμιας εκμετάλλευσης.

Η Apple επιτυγχάνει υψηλά κέρδη στον διεθνή καταμερισμό της ψηφιακής εργασίας με την εξωτερική ανάθεση της μεταποιητικής εργασίας στην Κίνα, όπου η δυτική στρατηγική της «εξαγωγής κεφαλαίου» επιτυγχάνει υψηλά κέρδη, επειδή οι μισθοί είναι χαμηλοί και ο ρυθμός εκμετάλλευσης υψηλός.[xxxix] Η εκμετάλλευση των εργαζομένων στη Foxconn, την Pegatron και άλλες εταιρίες δείχνει ότι «ο ιδρώτας το αίμα και η βρωμιά σε κάθε πόρο από το κεφάλι μέχρι το δάκτυλο χαρακτηρίζει όχι μόνο τη γέννηση του κεφαλαίου, αλλά και την πρόοδό του στον κόσμο σε κάθε του βήμα».[xl] Μέσα από όλα αυτά, οι αναλύσεις του Λένιν και της Λούξεμπουργκ παραμένουν τόσο αληθινές στον εικοστό πρώτο αιώνα όσο και πριν εκατό χρόνια.

Οι Φόστερ και Μακ Τσίσνεϊ υποστηρίζουν ότι οι «αντιθέσεις του καπιταλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά» περιλαμβάνουν την υπερεπένδυση στον τομέα των κατασκευών και την αστική ακίνητη περιουσία, χαμηλή κατανάλωση, ακραία εκμετάλλευση, αυξανόμενη ανισότητα, αχρησιμοποίητες υποδομές, διακρίσεις ενάντια των εργατών-μεταναστών προερχόμενων από τις αγροτικές περιοχές, ρύπανση και περιβαλλοντική υποβάθμιση.[xli] Ωστόσο, οι αναφορές των μέσων ενημέρωσης στη Δύση για την Κίνα τείνει να αγνοεί την ενεργή πολιτική κουλτούρα της χώρας των εργατικών και κοινωνικών αγώνων που απορρέουν από αυτές ακριβώς τις αντιφάσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του Εργατικού Δελτίου της Κίνας, 1.276 απεργίες έλαβαν χώρα στην Κίνα το 2014.[xlii] Η Κίνα δεν είναι μονολιθική, είναι μία κοινωνία με δραστήριους και έντονους αγώνες της εργατικής τάξης κατά της εκμετάλλευσης. Τον Οκτώβριο του 2014 και μετά από τις εργατικές αναταραχές του Ιουνίου του ίδιου χρόνου, χίλιοι εργαζόμενοι προχώρησαν σε απεργία για αυξήσεις μισθών στο εργοστάσιο της Foxconn στο Chongqing.[xliii]

Ο βραχυπρόθεσμος και μεσοπρόθεσμος στόχος των αγώνων της «ψηφιακής» εργατικής τάξης θα πρέπει να είναι ο σχηματισμός εταιρειών που ελέγχονται από τους εργαζόμενους στην ψηφιακή βιομηχανία και τη βιομηχανία του πολιτισμού σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής και σε ολόκληρο τον πλανήτη ανεξάρτητα από το αν διαταράσσει τη λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, την ανεξάρτητη οικονομία, την εξόρυξη ορυκτών ή τη συναρμολόγηση. Μακροπρόθεσμα, ο στόχος θα πρέπει να είναι η υπέρβαση της καπιταλιστικής οργάνωσης σε αυτές τις σφαίρες, μαζί με την ίδια την καπιταλιστική κοινωνία. Το ζήτημα του ρόλου που πρέπει να διαδραματίσει η εθνική ή διεθνής διάσταση των κοινωνικών αγώνων ενάντια στον ψηφιακό καπιταλισμό είναι θέμα στρατηγικών πολιτικών συζητήσεων. Σε μια επιστολή του 1867 προς τη Διεθνή Ένωση των Εργατών, ο Μαρξ υποστήριξε ότι «για να αντιταχθούν στους εργάτες τους, οι εργοδότες είτε φέρνουν εργάτες από το εξωτερικό είτε μεταφέρουν την παραγωγή σε χώρες που υπάρχει φθηνό εργατικό δυναμικό».[xliv] Είναι τόσο αλήθεια στο σήμερα όσο ήταν και τότε, το ότι εάν η «εργατική τάξη επιθυμεί να συνεχίσει τον αγώνα της έχοντας κάποιες πιθανότητες επιτυχίας», τότε η μόνη απάντηση στην παγκόσμια καπιταλιστική κυριαρχία είναι ότι «οι εθνικές οργανώσεις θα πρέπει να γίνουν διεθνείς».[xlv]

Πηγή: Monthly Review

Μετάφραση: Νάσια Πλιακογιάννη

 

[i] Για μια πιο λεπτομερή ανάλυση: Christian Fuchs, “Media, War and Information Technology,” in Des Freedman and Daya Kishan Thussu, eds., Media and Terrorism: Global Perspectives (London: Sage, 2012), 47–62; Christian Fuchs, “Critical Globalization Studies: An Empirical and Theoretical Analysis of the New Imperialism,” Science & Society 74, no. 2 (2010): 215–47; Christian Fuchs, “Critical Globalization Studies and the New Imperialism,” Critical Sociology 36, no. 6 (2010): 839–67; and Christian Fuchs, “New Imperialism: Information and Media Imperialism?” Global Media and Communication 6, no. 1 (2010): 33–60.

[ii] Vladimir I. Lenin, “Imperialism, the Highest Stage of Capitalism,” in Collected Works, vol. 22 (London: Lawrence and Wishart, 1927), 266–67.

[iii] Nikolai Bukharin and Evgenii Preobrazhensky, The ABC of Communism (Monmouth, UK: Merlin Press, 2007 [1920]), 119.

[iv] Nikolai Bukharin, Imperialism and World Economy (New York: Monthly Review Press, 1973), 140.

[v] Στο ίδιο, σελ. 158.

[vi] Στο ίδιο, σελ. 120-121.

[vii] Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 269 (έκδοση αναφέρεται παραπάνω)

[viii] Rosa Luxemburg, The Accumulation of Capital (New York: Routledge, 2003 [1913]), 426–27.

[ix] Στο ίδιο, σελ. 343.

[x] Στο ίδιο, σελ. 427.

[xi] Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ.300.

[xii] Bukharin and Preobrazhensky, ABC of Communism, 143.

[xiii] Περισσότερα για παράδειγμα: John Bellamy Foster and Robert W. McChesney, The Endless Crisis: How Monopoly-Finance Capitalism Produces Stagnation and Upheaval from the USA to China (New York: Monthly Review Press, 2012); David Harvey, The New Imperialism (Oxford: Oxford University Press, 2003); and Ellen Meiksins Wood, Empire of Capital (London: Verso, 2003).

[xiv] Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 221-222.

[xv] Στο ίδιο, σελ. 241.

[xvi] Bukharin, Imperialism and World Economy, σελ. 18, 21.

[xvii] Στο ίδιο, σελ. 19.

[xviii] Στο ίδιο, σελ. 20.

[xix] Στο ίδιο, σελ. 22.

[xx] Luxemburg, The Accumulation of Capital, σελ. 432.

[xxi] Στο ίδιο, σελ. 345-46, 433.

[xxii] Βλέπε την έκθεση του Paul Mattick του 1935 «Λούξεμπουργκ εναντίoν Λένιν» στο Anti-Bolshevik Communism (Monmouth, UK: Merlin Press, 1978).

[xxiii] Christian Fuchs, Digital Labor and Karl Marx (New York: Routledge, 2014).

[xxiv] Στο ίδιο.

[xxv] Folker Fröbel, Jürgen Heinrichs and Otto Kreye, The New International Division of Labor (Cambridge: Cambridge University Press, 1981).

[xxvi] Foster and McChesney, The Endless Crisis.

[xxvii] Στο ίδιο, σελ. 114-15, 119.

[xxviii] Στο ίδιο.

[xxix] Στο ίδιο.

[xxx] Fortune Global 500 list 2015, available at http://fortune.com.

[xxxi] Apple Inc., 10-K Report 2014. Available at http://sec.gov.

[xxxii] Στο ίδιο.

[xxxiii] Jenny Chan, Ngai Pun and Mark Selden, “The Politics of Global Production: Apple, Foxconn and China’s New Working Class,” New Technology, Work and Employment 28, no. 2 (2013): 100–15.

[xxxiv] Foster and McChesney, The Endless Crisis, σελ. 172.

[xxxv] Christian Fuchs, Culture and Economy in the Age of Social Media (New York: Routledge, 2015).

[xxxvi] Βλέπε Jenny Chan, “A Suicide Survivor: The Life of a Chinese Worker,” New Technology, Work and Employment 2, no. 2 (2013): 84–99; Chan, Pun, and Selden, “The Politics of Global Production”; Foster and McChesney, The Endless Crisis, 119–20, 139–40, 173; Ngai Pun and Jenny Chan, “Global Capital, the State, and Chinese Workers: The Foxconn Experience,” Modern China 38, no. 4 (2012): 383–410; Jack L. Qiu, “Network Labor: Beyond the Shadow of Foxconn,” in Larissa Hjorth, Jean Burgess and Ingrid Richardson, eds., Studying Mobile Media: Cultural Technologies, Mobile Communication, and the iPhone (New York: Routledge, 2012), 173–89; Jack L. Qiu, Goodbye iSlave: Rethinking Labor, Capitalism, and Digital Media (Champaign, IL: University of Illinois Press, 2016); and Marisol Sandoval, “Foxconned: Labor as the Dark Side of the Information Age,” tripleC 11, no. 2 (2013): 318–47.

[xxxvii] Apple Inc., Supplier Responsibility 2014 Progress Report, http://apple.com.

[xxxviii] Karl Marx, Capital, vol. 1 (London: Penguin, 1976), 165.

[xxxix] Λένιν, Ιμπεριαλισμός, σελ. 241.

[xl] Λούξεμπουργκ, Η συσσώρευση του κεφαλαίου, σελ. 433.

[xli] Foster and McChesney, The Endless Crisis, 157.

[xlii] Απεργιακός Χάρτης του Εργατικού Δελτίου της Κίνας, http://strikemap.clb.org.hk.

[xliii] “Thousands of Foxconn Workers Strike Again in Chongqing for Better Wages, Benefits, Κινεζικό Παρατηρητήριο Εργατών, http://chinalaborwatch.org.

[xliv] Karl Marx, “On the Lausanne Congress,” in MECW, vol. 20 (London: Lawrence and Wishart 1984), σελ. 421–423.

[xlv] Στο ίδιο, σελ. 422

Τεχνολογία και Σοσιαλιστική Στρατηγική

«Ο,τιδήποτε άλλο, εκτός από το κεφάλαιο». Για τους οικονομολόγους της κυρίαρχης ιδεολογίας η παραπάνω φράση αποτελεί τον σιωπηρό κανόνα που κατευθύνει την συζήτηση για τα αίτια της κοινωνικής ανισότητας. Από την νευρική απάντηση του Greg Mankiw προς το κίνημα Occupy, ως τον ισχυρισμό του Tyler Cowen, ότι η τεχνολογία έχει καταστήσει την μεσαία τάξη παρωχημένη, αυτοί που είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να εξηγήσουν τα οικονομικά στους Αμερικανούς είναι πρόθυμοι να δικαιώσουν τους πλούσιους.

Το επιχείρημα του Cowen, συγκεκριμένα, αναπτύσσει ένα συλλογιστικό μοτίβο που γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχο στην αντιπαράθεση για το ζήτημα της κοινωνικής ανισότητας. Καθώς έρχονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα στοιχεία για την άνοδο του 1% των πλουσιότερων, πολλοί οικονομολόγοι έχουν βρει καταφύγιο στην ιδέα της «τεχνολογικής ανάπτυξης που οδηγεί σε μεροληψία υπέρ ορισμένων δεξιοτήτων». Υποστηρίζουν ότι η τεχνολογική πρόοδος έχει εξαλείψει τη ζήτηση για μια μία σειρά από ικανότητες του εργαζόμενου πληθυσμού, επιβραβεύοντας ταυτόχρονα όσους διαθέτουν ταλέντα που ταιριάζουν στο νέο μοντέλο οικονομίας.Σε μια άλλη εποχή, η παραπάνω θέση θα ήταν επικίνδυνη. Η αντίληψη ότι η τεχνολογική πρόοδος θα απέφερε τους καρπούς της σε όλα τα τμήματα της κοινωνίας υπήρξε διαχρονικά βασικό στοιχείο της αμερικανικής ιδεολογίας.

Σήμερα, παρόλα αυτά, στην εποχή που τα αντιπολιτευτικά κινήματα βρίσκονται σε υποχώρηση, το στοιχείο της τεχνολογικής ανάπτυξης παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο. Εκεί που η τεχνολογική ανάπτυξη συντηρούσε κάποτε την ελπίδα για την εξομάλυνση των ατελειών της αμερικανικής κοινωνίας, προβάλλεται σήμερα ως η αιτία των ατελειών αυτών και ως αιτιολόγηση για την μονιμότητά τους.

Παρόλα αυτά, ορισμένοι δεν είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την ουτοπική προοπτική που προσφέρει η τεχνολογία. Μία οργάνωση που αυτοαποκαλείται Ινστιτούτο για την Εμπειρία των Πελατών (Institutute of Customer Experience – ICE) – θυγατρική εταιρία της Human Factors International Α.Ε. – υπέβαλε ένα τολμηρό σχέδιο (στο Indiegogo*, φυσικά) για την άμεση καταπολέμηση της μάστιγας της κοινωνικής ανισότητας. Το σχέδιο είναι μία εφαρμογή για smartphones που λέγεται Equalize.

Στο σύντομο βίντεο που συνόδευε την υποβολή του σχεδίου, η διευθύνουσα σύμβουλος του Ινστιτούτου, η Apala Lahiri Chavan (που διατηρεί λογαριασμό στο Twitter με το όνομα “Futurist Apala”) προσφέρει στους χρήστες της εφαρμογής την δυνατότητα να μειώσουν την ανισότητα, όπως αυτή εκδηλώνεται σε έξι βασικούς τομείς, από το έμφυλο ζήτημα ως την πείνα και την ευτυχία. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω μίας εφαρμογής για smartphones που επιτρέπει στους χρήστες να συγκεντρώνουν πόντους, που λέγονται “smileys”, προσφέροντας διάφορες μορφές εθελοντικής εργασίας, από τη δωρεά βιβλίων ως την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε παιδιά.

Αυτού του είδους η «παιχνιδοποίηση» υπόσχεται ταχύτερες και πιο αποτελεσματικές λύσεις στο ζήτημα της ανισότητας από αυτές που μπορούν να προσφέρουν οι κυβερνήσεις μέσω της «αξιοποίησης των υπηρεσιών του χρήστη».

Η τεχνοφοβία μοιάζει μάλλον ως η μόνη απάντηση της Αριστεράς στο ζήτημα. Για κάθε ανισότητα, μας παρουσιάζεται μια υποτιθέμενη πολιτικά ουδέτερη λύση, βασισμένη στην τεχνολογία, που υπόσχεται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των φτωχών χωρίς να θίξει σε καμία περίπτωση τα προνόμια των ισχυρών. Σε ένα τόσο αποπολιτικοποιημένο κλίμα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί ριζοσπάστες έχουν καταστεί καχύποπτοι απέναντι στην τεχνολογία και βλέπουν τις κυριαρχικές κοινωνικές σχέσεις ως εγγεγραμμένες στις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις.

Μια τέτοια στάση, όπως κι αν δικαιολογείται, αδικεί την παρακαταθήκη που έχει αφήσει η σοσιαλιστική θεωρία στο ζήτημα της τεχνολογίας. Από την εποχή της γέννησης του σύγχρονου εργατικού κινήματος, ο προβληματισμός γύρω από τη θέση που έχει η τεχνολογική πρόοδος στις προσπάθειες αντιμεπτώπισης του «κοινωνικού ζητήματος» υπήρξε βασικό στοιχείο για τη σοσιαλιστική θεωρία.

Αν μελετήσουμε ορισμένες θέσεις που καθόρισαν τον σοσιαλιστικό τρόπο σκέψης στο ζήτημα της τεχνολογίας, μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε, για να ξαναχτίσουμε ένα ρόλο για εκείνους που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν αυτά που ο Μπρεχτ ονόμασε «τα νέα δεινά» στα χέρια των «παιχνιδοποιών» κι όσων παρεμποδίζουν την εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Ο Μαρξ και το Ξόρκι του Μάγου

Η τεχνολογική ανάπτυξη βρισκόταν στο επίκεντρο της σκέψης του Μαρξ γύρω από την καπιταλιστική κοινωνία και τα ζητήματα που σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Σε αντίθεση με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές που προηγήθηκαν, ο Μαρξ υπήρξε ανυποχώρητος στο ότι ο δικός του σοσιαλισμός θα ήταν επιστημονικός, συμβατός με τις πρόσφατες κατακτήσεις της ανθρώπινης γνώσης.

Η θέση αυτή στην πραγματικότητα υποβάθμισε σημαντικά το βαθμό στον οποίο διανοητές όπως ο Robert Owen και ο Charles Fourier υπήρξαν και αυτοί παιδιά του Διαφωτισμού, αφιερωμένοι στην ορθολογική χειραφέτηση της ανθρωπότητας. Παρόλα αυτά, η παραπάνω θέση αποτέλεσε μια ισχυρή διακήρυξη που χάρασσε την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον επιστημονικό και τον ουτοπικό σοσιαλισμό.

Η ενασχόληση, όμως, του Μαρξ με το ζήτημα της επιστήμης και της τεχνολογίας υπήρξε πολύ βαθύτερη από τον απλό ανταγωνισμό για την ηγεμονία εντός του σοσιαλιστικού κινήματος. Ήταν ο πρώτος που προσδιόρισε από πού προερχόταν ο απίστευτος τεχνολογικός δυναμισμός του καπιταλισμού. Ενώ οι αστοί οικονομολόγοι, όπως ο Adam Smith, είδαν τον καταμερισμό της εργασίας και την ανάπτυξη των αγορών ως νομοτελειακή πηγή τεχνολογικής προόδου, ο Μαρξ είδε τα ταξικά ρήγματα που βρίσκονται κάτω από αυτή τη διαδικασία.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι το ότι αναγνώρισε την παραγωγικότητα του καπιταλισμού στον τεχνολογικό τομέα ως μία από τις βασικές αρετές του. Χωρίς το πλεόνασμα που δημιούργησε ο καπιταλισμός, το δόγμα της κοινωνικής ισότητας θα σήμαινε απλά την γενίκευση των αναγκών. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ επαίνεσε ακόμη πιο εκστατικά τον καπιταλισμό:

«H μπουρζουαζία, στη διάρκεια των εκατό μόλις χρόνων της κυριαρχίας της, έχει δημιουργήσει πιο μαζικές και πιο κολοσσιαίες παραγωγικές δυνάμεις από ότι είχαν όλες οι προηγούμενες γενιές μαζί».

Είναι ξεκάθαρο πως ο Μαρξ δεν ήταν τεχνοφοβικός. Κι όμως λίγο παρακάτω από το συγκεκριμένο απόσπασμα ακολουθεί ένα από τα πιο διάσημα χωρία σε όλο του το έργο. Παραπέμποντας στον Goethe, παρομοιάζει το κεφάλαιο με «το μάγο που δεν μπορεί να ελέγξει πια τις δυνάμεις του κάτω κόσμου που αφύπνισε με τα ξόρκια του».

Όπως παρατηρεί ο S. S. Prawer στο βιβλίο του «Ο Καρλ Μαρξ και η Παγκόσμια Λογοτεχνία», η μνεία του Μαρξ περιέχει στην πραγματικότητα μια σημαντική διαφοροποίηση από το πρωτότυπο κείμενο του Goethe. Στο έργο του Goethe, είναι ο νεαρός μαθητευόμενος του μάγου που χάνει των έλεγχο των δυνάμεων, ενώ για τον Μαρξ είναι ο ίδιος ο μάγος. Δεν θα υπάρξει κάποιος υπεύθυνος ενήλικος που θα έρθει ως από μηχανής θεός να συμμαζέψει το χάος που θα έχει προκαλέσει το κεφάλαιο. Για τον Μαρξ, η παραγωγικότητα και η αναρχία του καπιταλισμού συνδέονταν στην ίδια του την ουσία.

Η κριτική για την καταστροφικότητα του κεφαλαίου που ασκεί ο Μαρξ στο Μανιφέστο συμβαδίζει με την αντίληψή του για τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Ως ένας καλός ριζοσπαστικός διανοητής του Διαφωτισμού, έστρεψε τις αξίες του ορθολογισμού ενάντια στο σύστημα που ισχυριζόταν ότι τις ενσάρκωνε. Ενώ ιδεολόγοι από τον Smith ως τον Bentham ισχυρίζονταν ότι ο καπιταλισμός ενσάρκωνε τον ορθολογισμό καθώς άφηνε ελεύθερες τις ανθρώπινες δυνάμεις να καινοτομήσουν, ο Μαρξ είδε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί απέκρυπταν έναν δομικό παραλογισμό που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος.

Στον καπιταλισμό, παρατηρούμε κρίσεις «οι οποίες, σε παλαιότερες εποχές, θα έμοιαζαν με παραλογισμό – την επιδημία την υπερ-παραγωγής». Το σύστημα δημιουργεί όλο και μεγαλύτερα επίπεδα παραγωγικότητας από την ανθρώπινη εργασία, ενώ ταυτόχρονα θέτει αυτήν την παραγωγικότητα πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο. Ο Μαρξ, για τον οποίο το υπέρτατο αγαθό ήταν η συνειδητή εξουσία του καθενός πάνω στην μοίρα του, έβλεπε στην αντίθεση αυτή το κλειδί για την καταστροφή του καπιταλισμού.

Παρά το ότι επικεντρωνόταν στους συστημικούς παραλογισμούς του κεφαλαίου, ο Μαρξ υπήρξε προσεκτικός και στο ζήτημα της ταξικής φύσης των τεχνολογικών του ανισοτήτων. Υπό τον καπιταλισμό, ο εργάτης είναι «κάθε μέρα και ώρα υποδουλωμένος από τη μηχανή,» για την οποία μετατρέπεται σε ένα «απλό εξάρτημα», αναλώσιμο και αντικείμενο εκμετάλλευσης. Τον ταξικό χαρακτήρα της τεχνολογικής ανάπτυξης θα μελετούσε πιο προσεκτικά ο Μαρξ στα έργα του Grundrisse και Κεφάλαιο, όπου διερεύνησε πιο διεξοδικά τις επιπτώσεις του εκμηχανισμού της παραγωγής και τους ταξικούς αγώνες που αυτός προκάλεσε.

Η θεωρητική παρακαταθήκη που άφησε ο Μαρξ στο ζήτημα της τεχνολογίας είναι, λοιπόν, σύνθετη και αποτελείται από δύο ζεύγη αντιθέσεων. Πρώτον, εξαιτίας του τεχνολογικού δυναμισμού του, έβλεπε στο κεφάλαιο τόσο την καταδίκη όσο και την σωτηρία της ανθρωπότητας. Αρνούμενος είτε την απλή αποδοχή είτε την απόρριψη του χαρακτήρα της τεχνολογικής προόδου στον καπιταλισμό, ο Μαρξ προτίμησε να την αναλύσει, αναγνωρίζοντας τις κινητήριες δυνάμεις της και τον ρόλο που δύναται να παίξει στην διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Δεύτερον, ο Μαρξ επέστησε την προσοχή του τόσο σε μορφές παραλογισμού που απελευθερώνει η παραγωγικότητα του καπιταλισμού σε γενικό – κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε μορφές κυριαρχίας που εμφανίζονται σε συγκεκριμένο – ταξικό επίπεδο, όπως η επίπτωση του εκμηχανισμού στους εργάτες.

Ως εκ τούτου, ο Μαρξ χάραξε ένα νέο δρόμο σκέψης στις συζητήσεις για το ζήτημα της τεχνολογίας, που θα επιζούσε πάνω από έναν αιώνα μετά το θάνατό του. Η γενιά των σοσιαλιστών που ακολούθησε τον Μαρξ απέτυχε, σε γενικές γραμμές, να διατηρήσει αυτό το δρόμο σκέψης και υπέπεσε είτε στη μία είτε στην άλλη πλευρά των αντιθέσεων, την υπέρβαση των οποίων αυτός αναζητούσε.

Οι σοσιαλιστές στην Εποχή του Τέυλορ

Οι σοσιαλιστές που ήρθαν αντιμέτωποι με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επακόλουθη φρίκη γνώρισαν έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που άφησε ο Μαρξ το 1883. Στις δεκαετίες που μεσολάβησαν, η επιστήμη είχε προχωρήσει με τρομακτική ταχύτητα, όπως καταμαρτυρεί η χρήση του αερίου μουστάρδας και του πολυβόλου. Επιπροσθέτως, ο ταξικός χαρακτήρας αυτής της αλλαγής είχε γίνει όλο και πιο προφανής, καθώς ο Τεϋλορισμός και η επιστημονική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας προσπαθούσαν να υποβάλλουν τους εργάτες στο εργοστάσιο στις ίδιες αρχές λειτουργίας που είχαν και οι μηχανές του εργοστασίου.

Η εμφάνιση των νέων ειδών επιστημονικής γνώσης υπήρξε αφορμή για μια σημαντική διαμάχη εντός του σοσιαλιστικού κινήματος. Οι θέσεις κυμαίνονταν από την απόλυτη απόρριψη ως την πιο εκστατική αποδοχή των νέων τεχνολογιών της αποδοτικότητας. Κατά μήκος αυτού του φάσματος απόψεων, οι σοσιαλιστές απέτυχαν να διατηρήσουν τα θεωρητικά και πολιτικά επιτεύγματα του Μαρξ, οπισθοχωρώντας σε μια ορισμένη μονομέρεια που τους καθιστούσε ανίκανους να αντιμετωπίσουν βασικές πλευρές της συγκυρίας.

Οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου (International Workers of the World – IWW) αποτέλεσαν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της παρορμητικής απόρριψης της τεχνολογίας στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι IWW, που είναι περίφημοι στην Αριστερά για τον ακτιβισμό τους, απέκτησαν μια ορισμένη κακοφημία ως υπέρμαχοι του σαμποτάζ. Είναι διάσημη η δήλωση του “Big” Bill Haywood στο Cooper Union ότι: «Δεν γνωρίζω τίποτα άλλο που να μπορεί να φέρει τόση ευχαρίστηση σε εσάς και τόση οργή στο αφεντικό, όσο μια μικρή δολιοφθορά στο σωστό μέρος και στο σωστό χρόνο. Ανακαλύψτε τι σημαίνει αυτό. Δεν πρόκειται να σας βλάψει και θα σακατέψει το αφεντικό».

Εξαιτίας των παραπάνω, ο Haywood και άλλοι αριστεροί απομακρύνθηκαν από το Αμερικανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Socialist Party of America – SPA) και έπρεπε να οργανώσουν τους IWW χωρίς την υποστήριξη μιας μεγαλύτερης οργάνωσης. Οι IWW κάθε άλλο παρά αναθεώρησαν· αντιθέτως διεύρυναν την υποστήριξή τους στις πρακτικές δολιοφθοράς, ανάγοντάς την σε γενική αρχή που περιελάμβανε πολλά περισσότερα από την καταστροφή των μηχανών.

Κατά τη διάρκεια της ιδιαίτερα δριμείας απεργίας του 1912 στο Patterson, την οποία καθοδηγούσαν οι IWW, σημειώθηκαν καταστροφές βιομηχανικής περιουσίας αξίας μόλις 25$. Για τους IWW το σαμποτάζ είχε κυρίως την έννοια της συνειδητής υπαναχώρησης από την αποδοτικότητα, με οποιοδήποτε μέσο. Σαμποτάζ αποτελούσε η απλή αξίωση να έχουν οι ίδιοι οι εργάτες την εξουσία να καθορίζουν το ρυθμό και το επίπεδο της προσπάθειας που θα κατέβαλλαν κατά την εργασία τους.

Εντός του πλαισίου του Τεϋλορισμού και της επιστημονικής οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, τα παραπάνω δεν ήταν παρά η κήρυξη του πολέμου ενάντια στους εργοδότες, πράγμα που οι IWW γνώριζαν καλά. Μεγάλο μέρος του αγώνα τους στράφηκε συνειδητά ενάντια στους «επιτηρητές της αποδοτικότητας», που αφαιρούσαν ενεργά ακόμη και τα ελάχιστα περιθώρια ελέγχου που είχαν οι εργάτες στο χώρο της εργασίας τους. Οι IWW αναγνώριζαν ότι η επιστημονική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, που περιελάμβανε τα πάντα, από τις μετρήσεις του χρόνου και των κινήσεων ως την εισαγωγή της γραμμής παραγωγής, αντιπροσώπευε την καταστροφή της εργατικής τάξης και ως εκ τούτου μάχονταν εναντίον της με τα αντίστοιχα μέσα.

Ο William English Walling, που ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος και ήταν υποστηρικτής των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου, υποστήριζε ότι «κατ’ αντιστοιχία, όσο περισσότερο οι επιστημονικές μέθοδοι αύξησης της αποδοτικότητας εφαρμόζονται στην βιομηχανία, ένα από τα καλύτερα και πιο φυσικά όπλα του εργάτη είναι η επιστημονική ανάπτυξη μεθόδων παρεμβολής στην αποδοτικότητα». Για τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου, ο στόχος ήταν να μπλοκάρουν με τα εργαλεία τους τα γρανάζια της προόδου, ακόμη και στην κυριολεξία αν χρειαζόταν.

Ο αγώνας των IWW ενάντια στην επικράτηση του τεϋλορικού μοντέλου ήταν, φυσικά, εντελώς δικαιολογημένος. Ωστόσο, εξαιτίας της ακλόνητης άρνησής τους απέναντι στην τεχνολογική πρόοδο, υπονόμευσαν στοιχεία αυτού του αγώνα. Στο ζήτημα αυτό, όπως και σε πολλά άλλα, οι IWW φαίνονταν περισσότερο απασχολημένοι με την καταστροφή της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων παρά με την οικοδόμηση μιας νέας.

Ο ακραίος αριστερισμός τους, που εκδηλωνόταν πολλές φορές με μια αδιαφορία για τη σύναψη συμβάσεων με τους εργοδότες, τους καθιστούσε παντελώς ανίκανους να κάνουν τακτικές υποχωρήσεις όταν κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο. Η παραπάνω ικανότητα αποτελεί πάντα σημαντικό ελιγμό για τους εργάτες που σε γενικές γραμμές βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με το κεφάλαιο, αλλά είναι ειδικότερα καίριας σημασίας στον αγώνα για την υπαναχώρηση από την αποδοτικότητα.

Γιατί στην τελική, αν οι εργάτες είναι υπερβολικά επιτυχημένοι σε μια τέτοια υπαναχώρηση, οι εργοδότες τους θα οδηγηθούν εκτός αγοράς από εταιρίες που επιβάλλονται πιο αποτελεσματικά στους εργάτες τους. Σε τέτοιες καταστάσεις, η δυνατότητα να διαπραγματεύεται κανείς μια προσωρινή οπισθοχώρηση που να διατηρεί έναν καλύτερο ταξικό συσχετισμό είναι καίριας σημασίας, και η άγνοια των IWW για την σοσιαλιστική παρακαταθήκη στο ζήτημα των προ-τεχνολογικών ενστίκτων, δεν τους επέτρεψε να λειτουργήσουν έτσι. Στο ζήτημα αυτό, αλλά και στις προσπάθειες των IWW γενικότερα, απεδείχθη ότι μια απλή απόρριψη των απαιτήσεων του κεφαλαίου δεν είναι ικανή να τις υπερνικήσει.

Στη Σοβιετική Ρωσία…

Η Σοβιετική Ένωση στις απαρχές της γνώρισε μια πολύ πιο ζωντανή αντιπαράθεση σχετικά με τις αρχές της επιστημονικής οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας. Πριν την επανάσταση, ο Βλαντιμίρ Λένιν είχε εκφράσει μια αμφιταλαντευόμενη στάση απέναντι στον Τεϋλορισμό. Στο άρθρο του «Το τεϋλορικό σύστημα – Η υποδούλωση του ανθρώπου από τη μηχανή» του 1914, είχε αφενός καταφερθεί ενάντια στη βαρβαρότητα του συστήματος και είχε παρουσιάσει τους προβληματισμούς του σχετικά με τις εμπλοκές που θα μπορούσε να προκαλέσει στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Ο Λένιν ήταν ξεκάθαρος στο ζήτημα του ταξικού περιεχομένου του Τεϋλορισμού. Σε ένα παλαιότερο άρθρο του για το ζήτημα, είχε δηλώσει ότι «τα επιτεύγματα στη σφαίρα της τεχνολογίας και της επιστήμης στην καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι παρά επιτεύγματα στην απόσπαση του ιδρώτα των εργατών». Στο άρθρο «Το τεϋλορικό σύστημα», σημείωνε πως η αύξηση της αποδοτικότητας που επέφερε η επιστημονική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας δεν ωφέλησε ποτέ τους εργάτες, αλλά τους έφερε μόνο υπερεργασία και ανεργία.

Το στοιχείο, όμως, του Τεϋλορισμού που κέντριζε το ενδιαφέρον του Λένιν ήταν τόσο η παραγωγικότητα που υποσχόταν όσο και η σπατάλη που δημιουργούσε. Παρατηρούσε με απογοήτευση ότι «αυτός ο ορθολογικός και αποδοτικός καταμερισμός της εργασίας περιορίζεται στο κάθε εργοστάσιο ξεχωριστά», ενώ η οικονομία ως σύνολο κυβερνιέται ακόμη από την αναρχία της αγοράς.

Ο Λένιν ανυπομονούσε για τη μέρα που εργάτες θα είχαν τον έλεγχο της οικονομίας και πίστευε ακράδαντα ότι θα «μπορούσαν να εφαρμόσουν αυτές τις αρχές του ορθολογικού καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας, όταν η τελευταία απελευθερωθεί από τη σκλαβιά του κεφαλαίου». Για τον Λένιν, ο Τεϋλορισμός ήταν βάρβαρος στην υφιστάμενη εκδοχή του, όμως θα μπορούσε εύκολα να επανανοηματοδοτηθεί από τους εργάτες σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι Μπολσεβίκοι εφάρμοσαν στην πράξη αυτές τις ιδέες. Σε μια χώρα κακοποιημένη πρώτα από τους ιμπεριαλιστικούς κι έπειτα από τους εμφυλίους πολέμους, το ζήτημα της παραγωγικότητας της εργασίας ήταν πολύ πιο επείγον από ότι εμφανιζόταν στις προπολεμικές αναζητήσεις του Λένιν. Στον Τεϋλορισμό, ο Λένιν και άλλοι μπολσεβίκοι ηγέτες είδαν μια πιθανή λύση στο πρόβλημα της ανεπάρκειας αγαθών. Προσέλαβαν ειδικούς σε ζητήματα παραγωγικότητας από τις ΗΠΑ και εργάστηκαν για τον μετασχηματισμό του σοβιετικού εργατικού δυναμικού.

Η συζήτηση για τον Τεϋλορισμό εντός του κόμματος των Μπολσεβίκων σύντομα μετατράπηκε σε αντιπαράθεση μεταξύ δύο βασικών πτερύγων. Η πρώτη, που σχηματίστηκε γύρω από τον Alexei Gastev, έδειξε ενθουσιασμό για τις ενδεχόμενες μετρήσεις του χρόνου και των κινήσεων των Ρώσων εργατών και ξεκίνησε να οργανώνει εργαστήρια για την διεξαγωγή τέτοιων ερευνών. Μια δεύτερη ομάδα, που ήταν επίσης αφοσιωμένη στο ζήτημα της αποδοτικότητας στην παραγωγή, αλλά δεν ξετρελαινόταν με τις επιστημονικές αξιώσεις του Τεϋλορισμού, θα διαμόρφωνε τελικά μία οργάνωση που αυτοαποκαλούνταν Liga Vremya – η Λίγκα του Χρόνου. Αυτές οι δύο ομάδες θα αντιμάχονταν καθ’ όλη την πρώιμη περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Gastev υποστήριζε ότι κάποιες μέθοδοι της επιστημονικής οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας είχαν πολλά να προσφέρουν στους Ρώσους εργάτες. Πέρα από το ότι οδηγούσαν σε άνοδο του βιοτικού επιπέδου, η αναδιάρθρωση του εργοστασίου με επιστημονικά κριτήρια λειτουργούσε αντικειμενικά για το συμφέρον των εργατών. Αντιμέτωποι με την επιλογή ανάμεσα σε ένα χαοτικό κι σ’ ένα αποδοτικά οργανωμένο εργοστάσιο, ο Gastev δεν είχε καμία αμφιβολία για το πιο από τα δύο μοντέλα θα διάλεγαν οι εργάτες. Η εκστρατεία προπαγάνδας και καλλιέργειας του πάθους για τον Σοβιετικό Τεϋλορισμό θα μπορούσε να διεξαχθεί σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη μέθοδο των επιδείξεων.

Οι αντίπαλοι του Gastev, από την άλλη πλευρά, έδειχναν μεγαλύτερο σκεπτικισμό σχετικά με το τι θα μπορούσε να προσφέρει ο Τεϋλορισμός στην υπόθεση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Σε αντίθεση με τον ανασχηματισμό των ενεργειών των εργατών γύρω από πιο αποδοτικά οργανωμένες γραμμές παραγωγής, έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στην αυτοματοποίηση των ανεπιθύμητων θέσεων εργασίας. Η Λίγκα του Χρόνου απέρριπτε τον Τεϋλορισμό, καθώς τον έβλεπε ως δέσμευση στενά στην αποδοτικότητα. Αντί να αναδιοργανώσει απλώς τον χώρο εργασίας, ήθελαν να ηγηθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα σε έναν αγώνα για την αναδιοργάνωση ολόκληρης της κοινωνίας κατά τρόπο πιο αποδοτικό.

Οι προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση περιελάμβαναν την αντικατάσταση αόριστων εκφράσεων όπως το «ίσως» ή το «με κάποιο τρόπο» από έναν «ακριβή υπολογισμό» ή ένα «διεξοδικά μελετημένο σχέδιο» και την λήψη μέτρων για τη σταδιακή μείωση της διάρκειας των ομιλιών στις διασκέψεις. Η Λίγκα του Χρόνου προσπαθούσε να μεταδώσει το πάθος για την αποδοτικότητα στη ρωσική εργατική τάξη χρησιμοποιώντας μέσα διαφώτισης και προπαγάνδας. Αντιμετώπιζαν το εργαστήριο του Gastev ως το οχυρό της «χρονομετρικής βαρβαρότητας».

Εντέλει, ο Τεϋλορισμός δεν εφαρμόστηκε στην επαναστατική Ρωσία με κάποιον συστηματικό τρόπο, αν και αυτό ήταν περισσότερο αποτέλεσμα του χάους και των στερήσεων που επικρατούσαν στην μετεπαναστατική κοινωνία παρά της οργανωμένης αντίθεσης σε αυτόν. Μεταγενέστερα, στην ΕΣΣΔ υπό την ηγεσία του Στάλιν, οι αξιωματούχοι του Σοβιετικού κράτους κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες για την αύξηση της παραγωγικότητας. Είναι, όμως, αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι προσπάθειες αυτές δεν στηρίζονταν τόσο στην αναδιάρθρωση της παραγωγής με πρότυπο τον Τεϋλορισμό αλλά περισσότερο στην προτροπή των εργατών με βάση ηθικά κίνητρα. Το Σταχανοφικό κίνημα, που προσπαθούσε να πείσει τους εργάτες να ακολουθήσουν το παράδειγμα ενός ανθρακωρύχου που είχε πετύχει νέα ρεκόρ παραγωγικότητας, αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της τάσης.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση γύρω από τον Τεϋλορισμό κατά την πρώιμη περίοδο του Σοβιετικού κράτους καταδεικνύει την κυριαρχία των προβληματισμών για το ζήτημα της παραγωγικότητας στις συζητήσεις των σοβιετικών περί επιστημονικής οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας. Η απελπισία που επικρατούσε και το εύθραυστο της σοβιετικής κοινωνίας συνέβαλαν αναμφίβολα στην ανάπτυξη του παραπάνω προβληματισμού, αλλά όπως μαρτυρούν και τα προπολεμικά κείμενα του Λένιν, το έντονο ενδιαφέρον για τις δυνατότητες που είχε ο Τεϋλορισμός διαπερνούσε σε βάθος τη σκέψη των Μπολσεβίκων.

Παρά το γεγονός ότι μελέτησαν τόσο τους συστημικούς παραλογισμούς του καπιταλισμού όσο και την αναγκαιότητα της τεχνολογικής προόδου για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, οι Σοβιετικοί θεωρητικοί αγνόησαν σχετικά τον ταξικό χαρακτήρα του Τεϋλορισμού.

Το φορντιστικό «ειδύλλιο» του Γκράμσι

Η πιο ενθουσιώδης από πλευράς σοσιαλιστών υποστήριξη του Τεϋλορισμού κατά την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν προήλθε, παρόλα αυτά, από την ηγεσία του νέου Σοβιετικού κράτους, αλλά από ένα κελί φυλακής. Ο Αντόνιο Γκράμσι, γράφοντας μέσα από μια φασιστική φυλακή, υπήρξε ενθουσιώδης σχετικά με τις προοπτικές που γεννούσε για την υπόθεση του κοινωνικού μετασχηματισμού το μοντέλο που ονόμαζε Φορντισμό.

Προβληματιζόμενος, όπως πάντα, για τη σχετική καθυστέρηση της Ιταλίας, ο Γκράμσι έβλεπε το Φορντισμό ως απειλή για τα οπισθοδρομικά και παρασιτικά στρώματα της ιταλικής κοινωνίας. Ο Φορντισμός αντιπροσώπευε τις πιο εκσυγχρονιστικές τάσεις στην καπιταλιστική κοινωνία. Πράγματι, ο Γκράμσι θεωρούσε το Φορντισμό τόσο μεγάλο επίτευγμα, ώστε δεν ήταν σίγουρος αν το μοντέλο αυτό μπορούσε να εφαρμοστεί πλήρως υπό το καπιταλιστικό καθεστώς· πιθανώς μόνο ο σοσιαλισμός να μπορούσε να ολοκληρώσει την ανάπτυξή του.

Ο Γκράμσι πίστευε ότι ο Φορντισμός καθιστούσε αναγκαίο το μετασχηματισμό της εργατικής τάξης, ώστε να προσαρμοστεί στις νέες μεθόδους βιομηχανικής παραγωγής. Υποστήριζε ότι η σύγχρονη βιομηχανία απαιτούσε «μιαν αυστηρή πειθάρχηση των σεξουαλικών ενστίκτων (στο επίπεδο του νευρικού συστήματος) και μαζί με αυτή την ενίσχυση του θεσμού της «οικογένειας»… και τη ρύθμιση και σταθερότητα των σεξουαλικών σχέσεων».

Πιο συγκεκριμένα, ο Γκράμσι θεωρούσε ότι αυτού του είδους η καταπίεση των σεξουαλικών ενστίκτων – την οποία χαρακτήριζε αλλού πάλη «ενάντια στο ζωώδες στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης» – ήταν θετική. Η εργατική τάξη απειλούνταν και απωθούνταν από την «ελευθεριότητα» των μεσοστρωμάτων, που ήταν ανίκανα να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της βιομηχανικής κοινωνίας.

Η ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ αποτελούσε μία πτυχή της κατασκευής του νέου ανθρώπου της βιομηχανικής εποχής, και ο Γκράμσι πίστευε, όσο κι αν φαντάζει απίθανο, ότι η αμερικανική εργατική τάξη υποστήριζε την ποτοαπαγόρευση, αλλά αυτή υπονομευόταν από τους μεσοαστούς λαθρεμπόρους.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ο Γκράμσι δεν ασκούσε κριτική στο Φορντισμό. Η κριτική του, όμως, αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά την εφαρμογή του συστήματος αυτού στο πλαίσιο της ταξικής κοινωνίας. Στον καπιταλισμό, η κατασκευή του ανθρώπου της βιομηχανικής εποχής, που προέκυπτε ως ανάγκη εξαιτίας των σύγχρονων τεχνικών παραγωγής, μπορούσε να επιτύχει μόνο μερικώς, καθώς θα επιβάλλονταν πάντοτε εξαναγκαστικά και από τα πάνω στους εργάτες. Ο Γκράμσι υποστήριξε ότι ο Φορντισμός μπορούσε να αναπτυχθεί ολοκληρωτικά μόνο όταν η εργατική τάξη καταλάμβανε την εξουσία και προσαρμοζόταν συνειδητά στις απαιτήσεις του μοντέλου αυτού.

Στη σκέψη του Γκράμσι, οι προβληματισμοί σχετικά με την παραγωγικότητα κατέληξαν να κυριαρχούν επί των αντιλήψεων περί κοινωνικής αλλαγής. Αντί η τεχνολογία να καθιστά το σοσιαλισμό δυνατό, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας μετατράπηκε σε απλό μέσο για την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων. Φυσικά, στοιχεία της παραπάνω αντίληψης υπήρχαν πάντοτε και στον Μαρξ. Στα εγκώμια, όμως, που πλέκει ο Γκράμσι για τον άνθρωπο της βιομηχανικής εποχής και την σεξουαλική πειθαρχία, η αντίληψη αυτή αναδεικνύεται ως κεντρικό στοιχείο της σοσιαλιστικής προοπτικής.

O Γκράμσι και άλλοι σοσιαλιστές κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, αποδείχθηκαν ανίκανοι να διατηρήσουν την λεπτότητα της σκέψης του Μαρξ απέναντι στον τεχνολογικό δυναμισμό του κεφαλαίου. Δεν θα πρέπει να τους κρίνουμε πολύ αυστηρά γι’ αυτό. Από τις προκλήσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μέχρι το κελί μιας φασιστικής φυλακής, οι επαναστάτες αυτοί ήρθαν αντιμέτωποι με τις κοινωνικές αντιθέσεις που γεννά η επιστήμη και η τεχνολογία κατά τρόπο πολύ πιο αιχμηρό από ότι ο Μαρξ. Θα πρέπει, όμως, να αναγνωρίσουμε ότι δεν ανταπεξήλθαν στις απαιτήσεις, προκειμένου να βελτιωθούμε στο μέλλον.

Η Νέα Αριστερά και οι Μηχανές

Η Νέα Αριστερά των δεκαετιών ‘60- ‘70, παρά το γεγονός ότι δεν ηγήθηκε ποτέ αγώνων τόσο μεγάλων όσο ο Λένιν και ο Γκράμσι, έκανε καλύτερη δουλειά όσον αφορά τη διατήρηση της περίπλοκης ανάλυσης του Μαρξ σχετικά με το δυναμικό ρόλο της τεχνολογίας στον καπιταλισμό. Υπάρχουν δύο θεωρητικές συνεισφορές που είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για όσους ριζοσπαστικούς προβληματίζονται γύρω από το ζήτημα της τεχνολογίας στο σήμερα: το έργο του Harry Braverman «Εργασία και Μονοπωλιακός Καπιταλισμός» και η διαφωτιστική δουλειά του Βρετανού σοσιαλιστή ChrisHarman γύρω από το ζήτημα της ψηφιοποίησης.

OBraverman ήταν ένας Αμερικανός τροτσκιστής, ο οποίος, μετά από μια μακρά θητεία ως σιδηρουργός, κατέληξε διευθυντής του MonthlyReviewPress, του τμήματος δηλαδή έκδοσης βιβλίων του ομώνυμου, αξιοσέβαστου σοσιαλιστικού περιοδικού. Όσο βρισκόταν σε αυτή τη θέση, έγραψε το «Εργασία και Μονοπωλιακός Καπιταλισμός», το οποίο αντλούσε στοιχεία τόσο από την προσωπική του εμπειρία στον εργασιακό χώρο όσο και από μια εκτενή μελέτη της θεωρίας για την διοίκηση επιχειρήσεων, από τον Frederick Winslow Taylor ως τον Peter F. Drucker.

Ο Braverman κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Τεϋλορισμός βρισκόταν στην καρδιά της σύγχρονης πρακτικής διαχείρισης της εργασίας. Για αυτόν, όμως, η έννοια του Τεϋλορισμού ήταν εντελώς διαφορετική από αυτό που αντιλαμβάνονταν οι περισσότεροι άνθρωποι. Τόσο στη λαϊκή συνείδηση όσο και στη συνείδηση της Αριστεράς, το στοιχείο που ξεχώριζε στον Τεϋλορισμό ήταν η εμμονή του με τις βέλτιστες πρακτικές και την αποδοτικότητα. Το χρονόμετρο αποτελεί το σύμβολο αυτής της εκδοχής του Τεϋλορισμού: μια τακτική για το μετασχηματισμό της εργασίας, προκειμένου να καταστεί αυτή πιο αποδοτική.

O Braverman υποστήριξε πως η παραπάνω οπτική αγνοούσε παντελώς το ταξικό φορτίο του Τεϋλορισμού, το οποίο είναι απαραίτητο στοιχείο για την κατανόηση του όλου εγχειρήματος. Ο Τεϋλορισμός, όπως υποστήριξε, δεν ήταν απλά μια αφηρημένη πρακτική για την βελτίωση της αποδοτικότητας της εργασίας, αλλά μία πρακτική διαχείρισης της μισθωτής εργασίας σε μία καπιταλιστική κοινωνία.

Ερευνώντας διεξοδικά το εκτενές έργο του Taylor, ο Braverman κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Τεϋλορισμός θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τρεις θεμελιώδεις αρχές:

Πρώτον, στην αποσύνδεση της εργασίας από τις ικανότητες των εργατών. Αυτό σήμαινε τον ανασχεδιασμό της παραγωγικής διαδικασίας, ώστε να μην στηρίζεται στα ταλέντα που έφερνε μαζί του κάθε εργάτης. Μεγάλο κομμάτι της βιομηχανικής παραγωγής κατά τα τέλη του 19ου αιώνα στηριζόταν στους εξειδικευμένους εργάτες, η γνώση των οποίων για την παραγωγική διαδικασία συχνά ξεπερνούσε αυτήν των εργοδοτών τους· Ο Taylor αντελήφθη ότι κάτι τέτοιο έφερνε τους εργάτες σε εξαιρετικά πλεονεκτικότερη θέση σε σχέση με τον εργοδότη τους, στην μεταξύ τους πάλη για τον ρυθμό της εργασίας.

Οι καπιταλιστές όχι μόνο ήταν ανίκανοι να εφαρμόσουν τεχνικές που αγνοούσαν, αλλά δεν είχαν καν τη δυνατότητα να εκφέρουν κρίση όταν οι εργάτες τους έλεγαν ότι η παραγωγική διαδικασία δεν μπορούσε να κινηθεί ταχύτερα. Η εργασία έπρεπε να ανασχεδιαστεί έτσι ώστε οι εργοδότες να μην βασίζονται στους υπαλλήλους τους για τη γνώση της παραγωγικής διαδικασίας.

Η κατάσταση αυτή έπρεπε να αναστραφεί. Ο Braverman ονόμασε τη δεύτερη αυτή αρχή «διαχωρισμό της σύλληψης από την εκτέλεση». Στο παρελθόν, οι ίδιοι οι εργάτες σχεδίαζαν μεγάλο μέρος της παραγωγικής διαδικασίας, αποφασίζοντας για το πότε και πόσο γρήγορα θα περατώσουν τα διάφορα καθήκοντα.

Ο Taylor υποστήριξε πως και το στοιχείο αυτό αποδυνάμωνε τη θέση των εργοδοτών σε σχέση με τους εργαζόμενούς τους. Η παραγωγική διαδικασία δεν θα μπορούσε ποτέ να εξορθολογιστεί όσο οι εργάτες είχαν τον έλεγχο του σχεδιασμού της. Οι εργάτες δεν θα αντικαθιστούσαν ποτέ μία διαδικασία που εκτελείται από οκτώ εργάτες με μία που εκτελείται από επτά. Αυτού του είδους οι αλλαγές είναι, φυσικά, αυτές που επιδιώκει πάντοτε η διαχείριση της παραγωγικής διαδικασίας. Προκειμένου να τις επιτύχει, η σύλληψη της ιδέας θα έπρεπε να διαχωριστεί από την εκτέλεσή της εντός της επιχείρησης.

Ο διαχωρισμός αυτός έδωσε τη δυνατότητα να εφαρμοστεί η τελική αρχή της επιστημονικής διαχείρισης της παραγωγής: η εκ μέρους της διοίκησης της επιχείρησης χρήση του μονοπωλίου της γνώσης και του ελέγχου που έχει πάνω στην παραγωγή, ώστε να ανασχεδιάσει κάθε πτυχή της παραγωγικής διαδικασίας. Από τη στιγμή που η διοίκηση είχε διαχωρίσει την παραγωγή από τις ικανότητες των εργατών και την σύλληψη από την εκτέλεση, θα μπορούσε να ελέγχει κάθε στιγμή της παραγωγικής διαδικασίας, να το φτάσει στα άκρα και να δει σε ποια σημεία θα μπορούσαν να πιεστούν περισσότερο οι εργάτες.

Η αυτοματοποίηση της εργασίας που αναπόφευκτα επέφερε η παραπάνω διαδικασία αποτέλεσε θείο δώρο για τους εργοδότες στο πλαίσιο της ευρύτερης ταξικής πάλης, καθώς διευκόλυνε απίστευτα τη χρήση απεργοσπαστών. Ήταν πολύ ευκολότερο να βρει κανείς απεργοσπάστες ικανούς να πατούν κουμπιά σε μια γραμμή παραγωγής παρά να βρει εργάτες με την υψηλή εξειδίκευση του ύστερου 19ου αιώνα.

Με τη διατύπωση των τριών αυτών γενικών αρχών, ο Braverman αποκατέστησε την έμφαση που έδινε ο Μαρξ στις ταξικές επιπτώσεις που έχει η τεχνολογία στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η επιστημονική διεύθυνση της παραγωγής δεν αποτελούσε ταξικά ουδέτερη τεχνική αύξησης της αποδοτικότητας, αλλά σχέδιο για τον έλεγχο των εργατών στο πλαίσιο της πάλης τους ενάντια στο κεφάλαιο. Η αποτυχία κατανόησης της θέσης αυτής είναι εμφανής στα έργα του Λένιν και του Γκράμσι για τον Τεϋλορισμό και το Φορντισμό, πράγμα που οδηγεί με σχετική ακρίβεια στα μονομερή συμπεράσματα που έβγαλαν σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής τεϋλορικών τεχνικών στην μετα-καπιταλιστική κοινωνία.

O Braverman έχει δεχτεί πολλές φορές την άδικη επίκριση ότι αγνοεί τη συνδικαλιστική δράση των εργαζομένων στη θεώρησή του. Η παραπάνω κριτική παρανοεί τη θέση του, η οποία λαμβάνει ως δεδομένη την αντίσταση των εργατών στις πιέσεις του κεφαλαίου και διερευνά τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο προσπαθεί να υπερνικήσει την αντίσταση αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, αληθεύει ότι άφησε εκτός βιβλίου τους προβληματισμούς που σχετίζονταν περισσότερο με την πάλη των εργατών.

Οι προβληματισμοί αυτοί αναπτύχθηκαν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την ίδια περίπου περίοδο που εκδόθηκε το «Εργασία και Μονοπωλιακός Καπιταλισμός». Το 1979, η βρετανική εργατική τάξη βρισκόταν ξεκάθαρα στην έναρξη μιας περιόδου ήττας. Το αγωνιστικό κύμα που είχε κορυφωθεί το 1974, με την πτώση της κυβέρνησης των Συντηρητικών, είχε υποχωρήσει ταχέως και η Margaret Thatcher ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την επίθεσή της στην εργατική τάξη.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι εργοδότες, αναλογιζόμενοι τα χρόνια των εργατικών αγώνων από τους οποίους είχαν μόλις γλυτώσει, στράφηκαν στον εκμηχανισμό και την ψηφιοποίηση. Ένας τρόπος αντιμετώπισης της αστάθειας του μισθολογικού κόστους ήταν να επενδύσουν στις μηχανές αντί για τους εργάτες. Τα παραπάνω συνέπεσαν χρονικά με την ανάπτυξη ψηφιακής τεχνολογίας κατάλληλης να χρησιμοποιηθεί επικερδώς σε περιβάλλον γραφείου. Ως εκ τούτου, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τον εκτοπισμό διαφόρων υπαλλήλων γραφείου στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν την περίοδο εκείνη μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Αυτό ήταν το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου ο αείμνηστος Βρετανός σοσιαλιστής Chris Harman έγραψε ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο: «Κινδυνεύει η δουλειά σου από μια μηχανή;». Ο Harman αποτελούσε ηγετικό στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος των Εργατών (Socialist Workers Party), το οποίο είχε την εποχή εκείνη ως βάση του την εργατική τάξη, ως αποτέλεσμα της δουλειάς που είχε κάνει στο κίνημα των συνδικαλιζόμενων στον κλάδου του εμπορίου.

Για τους σοσιαλιστές στις ΗΠΑ σήμερα, οι ριζοσπαστικές οργανώσεις θεωρούνται εξ ορισμού αποκομμένες από την εργατική τάξη, όμως στην Βρετανία της δεκαετίας του ’70, τα προγράμματα των σοσιαλιστικών οργανώσεων δοκιμάζονταν στην πράξη από επιτελεία και υποστηρικτές σε εργατικούς χώρους σε ολόκληρη τη χώρα. Το βιβλιαράκι του Harman προσπαθούσε να παρέχει μια στρατηγική κατεύθυνση σε αγωνιστές της εργατικής τάξης που προσαρμόζονταν σε μια περίοδο οπισθοχώρησης.

Για τους σκοπούς του άρθρου, το πιο σημαντικό τμήμα του φυλλαδίου είναι το «Για ποιο πράγμα να παλέψουμε». Για τον Harman, το βασικό ζητούμενο ήταν η διατήρηση του εργατικού ελέγχου εντός του εργασιακού χώρου. Όπως το έθετε ο ίδιος: «Αυτό που αμφισβητούμε δεν είναι η τεχνολογία, αλλά ο έλεγχος της τεχνολογίας από διοικήσεις αφοσιωμένες στην επίτευξη κέρδους».

Η στρατηγική που σκιαγραφούσε ήταν πιο εκλεπτυσμένη συγκριτικά με εκείνη των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου. Αντί να αντιστέκονται σε κάθε προσπάθεια εισαγωγής περαιτέρω μηχανικών μέσων στον χώρο εργασίας, παρότρυνε τους εργάτες να θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις στις προσπάθειες της διοίκησης για εξορθολογισμό, κάθε μία από τις οποίες στόχευε στην διατήρηση της ισχύος της εργατικής τάξης. Σε αυτές περιλαμβάνονταν αιτήματα όπως:

  • Καμία χρήση τεχνολογικών μέσων αξιολόγησης της ταχύτητας ή της ακρίβειας κάθε επιμέρους εργαζομένου
  • Συμμετοχή στη διαπραγμάτευση όλων των εργαζομένων που πρόκειται να επηρεαστούν από την τεχνολογική αλλαγή, άμεσα ή έμμεσα
  • Όχι στην θυματοποίηση των εργατών που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις νέες τεχνολογίες
  • Καμιά επιτάχυνση του ρυθμού εργασίας μέσω της μείωσης προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης
  • Γραπτές δεσμεύσεις από πλευράς διοίκησης για μη εισαγωγή νέων τεχνολογιών χωρίς προηγούμενη συμφωνία των μελών του σωματείου

Όλα αυτά χάρασσαν μια στρατηγική για τους εργάτες που ήταν δεκτική της τεχνολογικής αλλαγής στους χώρους εργασίας, αλλά και αφοσιωμένη στο να διοχετεύσει την αλλαγή αυτή σε κατευθύνσεις που δεν θα έβλαπταν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης εντός των εγκαταστάσεων παραγωγής.

O Harman επιθυμούσε, πιο συγκεκριμένα, να προτείνει μια στρατηγική διαφοροποιημένη από εκείνη που ανέπτυσσαν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι οποίες ζητούσαν απλώς εγγυήσεις ενάντια στις απολύσεις. Η στρατηγική αυτή, όμως, επέτρεπε μια πιο σταδιακή αποδυνάμωση των σωματείων.

Κάθε επιχείρηση υφίσταται σε κάποιο βαθμό εναλλαγή του εργατικού δυναμικού της σε έναν ορισμένο χρόνο και, με το να μην αντικαθιστούν τους υπαλλήλους που αποχωρούσαν εθελουσίως, οι εργοδότες μπορούσαν να επιβάλλουν μεγαλύτερο φόρτο εργασίας στου εναπομείναντες, χωρίς καν να χρειαστεί να προβούν σε απολύσεις. Τα σχέδια των συνδικαλιστικών οργανώσεων που αποσκοπούσαν αποκλειστικά στη διατήρηση σταθερών των επιπέδων απασχόλησης και των αμοιβών, χωρίς να αμφισβητούν πλέον την διαχειριστική εξουσία των εργοδοτών, επέτρεπαν στους εργοδότες να επιτυγχάνουν τους στόχους τους περισσότερο μέσα από σταδιακές αλλαγές παρά μέσα από δραστικές αναδιαρθρώσεις.

Για τον Harman, ο ιδανικός στόχος της κινητοποίησης κάθε σωματείου γύρω από το ζήτημα της τεχνολογίας δεν αφορούσε απλώς την επίτευξη μίας συμφωνίας γύρω από τα επικείμενα, αλλά την κατάληψη ισχυρότερων θέσεων μάχης εκ μέρους των εργατών για τον επόμενο γύρο αντιπαραθέσεων. Όπως και στην ανάλυση του Braverman, η οπτική αυτή υποδείκνυε μία κατανόηση των κινήτρων που οδηγούν το κεφάλαιο στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών βαθύτερη από αυτήν που μαρτυρεί το έργο του Λένιν ή του Γκράμσι.

Ταυτόχρονα, η επικέντρωσή του στην επίτευξη συμφωνιών με την διοίκηση, που θα επέτρεπαν στον εξορθολογισμό να προχωρήσει, υπό την προϋπόθεση της διατήρησης της ισχύος της εργατικής τάξης, προσφέρει πολλά περισσότερα σε στρατηγικό επίπεδο από ότι μια καθολική απόρριψη της τεχνολογικής αλλαγής στους χώρους εργασίας.

Βγάζοντας το Κεφάλαιο από την πρίζα

Ο Braverman και ο Harman έχουν πολλά να προσφέρουν στους ριζοσπάστες που αναμετρώνται σήμερα με το ζήτημα της καπιταλιστικής τεχνολογίας και με τους ιδεολογικούς της υπερασπιστές. Αντί να θεωρούν τις εξουσιαστικές σχέσεις εγγεγραμμένες στα τεχνολογικά δημιουργήματα, όπως πολλοί ριζοσπάστες συνηθίζουν σήμερα, οι Braverman και Harman προσέγγισαν το ζήτημα της τεχνολογίας στην βάση των ευρύτερων ταξικών συνθηκών εντός των οποίων αυτή βρίσκει εφαρμογή.

Όσο βρίσκονται υπό τον έλεγχο των καπιταλιστών, τα τεχνολογικά επιτεύγματα αποτελούν, όπως υποστήριζε ο Λένιν, επιτεύγματα στην απόσπαση του ιδρώτα των εργατών. Αυτό, όμως, δεν εξαντλεί τις προοπτικές της τεχνολογικής προόδου, η οποία, όπως αντιλαμβανόταν ο Λένιν και ο Μαρξ, μπορεί να υποσχεθεί την χειραφέτηση από την εργασία, ακόμη και αν σήμερα φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα.

Οι θεωρητικές συνεισφορές τους προτείνουν ορισμένες κατευθυντήριες για τους σύγχρονους αγώνες γύρω από το ζήτημα της τεχνολογίας. Πάνω από όλα, το ζήτημα της διατήρησης και της διεύρυνσης της εργατικής ισχύος εντός του χώρου εργασίας θα πρέπει να είναι κεντρικό στοιχείο αυτών των αγώνων.

Κομβικής σημασίας είναι η πρόταση ότι οι προσεγγίσεις του ζητήματος της τεχνολογίας που επικεντρώνονται πρωτίστως σε προβληματισμούς αναφορικά με τη διανομή του πλούτου δεν είναι σήμερα επαρκείς. Οι εγγυήσεις για διατήρηση θέσεων εργασίας ή ακόμη και μισθών και προνομίων ενόψει επερχόμενων τεχνολογικών αλλαγών απλώς δεν επαρκούν· η ταξική ισχύς των εργοδοτών είναι τόσο μεγάλη ώστε τέτοιου είδους συμφωνίες μπορούν κάλλιστα να συμβαδίζουν με το τσάκισμα της ισχύος της εργατικής τάξης εντός των παραγωγικών εγκαταστάσεων. Μάλιστα, το κεφάλαιο εμφανίζεται συχνά πολύ πρόθυμο να διατηρήσει τα προνόμια της παρούσας γενιάς εργαζομένων, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η επόμενη γενιά δεν θα τα απολαύσει ποτέ.

Η παραπάνω οπτική έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία, καθώς η διαδικασία ανοικοδόμησης της ισχύος της εργατικής τάξης σ’ ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο θα είναι αδιαμφισβήτητα μακρά. Οι καπιταλιστές θα συνεχίσουν να εισάγουν νέες τεχνολογίες που θα δυσχεραίνουν την εργασιακή ζωή και, για το άμεσο μέλλον, η τεχνοκρατική ηγεμονία των ειδικών σε θέματα παραγωγικότητας και των όσων υπονομεύουν την εξέλιξη της ανθρωπότητας, υπερασπιζόμενοι το statusquo, θα έχει συνέχεια, μαζί με τα παθολογικά ιδεολογήματα που τους συνοδεύουν.

Η μαρξιστική θεώρηση για τις πολλαπλές πλευρές που έχει η τεχνολογία στο καπιταλιστικό σύστημα θα είναι κομβικής σημασίας για την κατανόηση των παραπάνω διαδικασιών. Για την πραγματική, όμως, αλλαγή της κατάστασης θα απαιτηθεί η διατύπωση μιας στρατηγικής για την οργάνωση των εργατών και την αντίστασή τους.

*Ο Paul Heideman είναι διδάκτορας Αμερικανικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Rutgers του Newark.

Πηγή: https://www.jacobinmag.com/2015/04/braverman-gramsci-marx-technology

Μετάφραση: Ειρήνη Τσαλουχίδη


* Σ.τ.Μ: Το Indiegogo είναι μία ιστοσελίδα στην οποία μπορεί κάποιος να υποβάλλει ένα σχέδιο ή μία ιδέα ζητώντας από το κοινό να τη χρηματοδοτήσει, ώστε να υλοποιηθεί. Πρόκειται για τη μέθοδο ανεύρεσης κεφαλαίων που καλείται crowdfunding.