Άρθρα

Η δυστοπία της “δημόσιας δωρεάν” παιδείας

Μιλώντας με τους μαθητές της Β’ Λυκείου στην καθιερωμένη πρώτη ώρα γνωριμίας μαζί τους, συνειδητοποιώ τα εξής:

1. Όλοι κάνουν φροντιστήρια 10-12 ώρες. Χωρίς ξένες γλώσσες. Ο παρακάτω πίνακας από ένα τυχαίο φροντιστήριο είναι ενδεικτικός και μάλλον “προς τα κάτω”. Δεν έχω τίποτα με τους φροντιστηριάρχες, το ψωμί τους προσπαθούν να βγάλουν και το θέμα μας δεν είναι αυτό. Αλλά η έκρηξη της παραπαιδείας είναι μια νέα πραγματικότητα εδώ και λίγα χρόνια. Και στη Β’ και στη Γ’ λυκείου έχουν αυξηθεί δραματικά οι ώρες, σχεδόν διπλασιαστεί.

2. Οι 4 στους 5 εγκαταλείπουν στην Α ή στη Β λυκείου κάθε αθλητική δραστηριότητα που έκαναν. Δεκαέξι και δεκαεφτά χρονών παιδιά, κάθονται σε ένα θρανίο 8-9 ώρες τη μέρα. Αν θέλουν να είναι στοιχειωδώς καλοί μαθητές και αν κάνουν και μια δεύτερη ξένη γλώσσα διαβάζουν και 2-3 ώρες, σύνολο είναι ένα 14ώρο στην καρέκλα.

3. Στην ερώτηση γιατί παιδί μου τόσες ώρες φροντιστήριο η απάντηση είναι γιατί φοβάμαι την τράπεζα θεμάτων, γιατί ακούγεται ότι οι βαθμοί Α’ και Β’ τάξης θα μετράνε για το απολυτήριο και γιατί είναι πιο δύσκολο πλέον να περάσω λόγω βάσης εισαγωγής στις πανελλαδικές. Όλα μεταρρυθμίσεις Κεραμέως.

4. Στα παραπάνω να προσθέσω τη φροντιστηριοποίηση της Γ’ λυκείου από τον Γαβρόγλου του ΣΥΡΙΖΑ το 2019. Διδάσκω Πληροφορική-Προγραμματισμό 6 ώρες/βδομάδα από 2 ώρες/βδομάδα προ 2019. Για να μη μένει το φροντιστήριο “πίσω” από το σχολείο, γιατί τότε θα είναι άχρηστο, “αναγκάζεται” και κάνει εντατικά από τη Β’ λυκείου και στη Γ’ κάνει περισσότερες ώρες. Αυτό σε όλα τα μαθήματα των πανελλαδικών. Και από κοντά και η ελληνική οικογένεια που θεωρεί ότι αν το παιδί είναι παρκαρισμένο σε κάποιον εκπαιδευτικό, έχει βγει από την υποχρέωση. Τα λέγαμε αυτά τότε, ότι ο κος Γαβρόγλου δουλεύει για τα φροντιστήρια, αλλά ήμασταν οι γνωστοί μεμψίμοιροι και βολεμένοι που δεν καταλαβαίναμε τις φιλολαϊκές πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ και θέλαμε να ρθει η δεξιά στην εξουσία…

5. Τα φροντιστήρια έχουν αυξηθεί και από τις μικρότερες τάξεις. Mαζική παράκρουση γονέων και μαθητών της ΣΤ Δημοτικού για τις εξετάσεις για εισαγωγή στα πρότυπα γυμνάσια, ιδιαίτερα επί ιδιαίτερων από μικρές τάξεις του δημοτικού, εξετάσεις τύπου PISA στη Στ Δημοτικού και στη Γ’ Γυμνασίου, αύξηση της ύλης. Και αυτά έργα Κεραμέως.

6. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από το σχολείο μου στα Καμίνια. Το σύνθημα είναι μια ρήση ενός Γάλλου φιλόσοφου και χρησιμοποιείται ευρέως στην παιδαγωγική για να τονίσει ότι η γνώση δεν “μπαίνει” στο κεφάλι του άλλου αλλά κατακτιέται με διάφορες παιδαγωγικές πρακτικές. Στην ηλικία των 16-18 βασική πρακτική είναι η μέθοδος-παρουσίαση και η μέθοδος-επίδειξη από τον εκπαιδευτικό και μετά ο μαθητής να αναμετρηθεί (και) μόνος του με τις ασκήσεις και τις έννοιες για να τις κατακτήσει. Αλλά που να προλάβει αν έχει κάποιον καθηγητή πάνω από το κεφάλι του 10 ώρες τη μέρα… Βάζο τον έχουμε κάνει.
Βεβαίως στις εισηγητικές εκθέσεις των νομοσχεδίων του Υπουργείου, εδώ και 20 χρόνια, στα σεμινάρια, στις επιμορφώσεις, στις αξιολογήσεις σύμβουλοι και προϊστάμενοι μηρυκάζουν τα περί βιωματικής μάθησης, ομάδων, προτζεκτ, μαθητοκεντρικής παιδαγωγικής και ότι άλλο έχουν μάθει να παπαγαλίζουν. Στα χαρτιά εκθειάζουν τη διερευνητική μάθηση και στην πράξη επιβάλουν τη μετωπική διδασκαλία.
Και όταν μας παίρνουν οι σύμβουλοι τηλέφωνο μας ρωτάνε αν έχουμε προχωρήσει την ύλη σύμφωνα με το εξοντωτικό πρόγραμμα και τις οδηγίες διδασκαλίας του ΙΕΠ και αν την “χώσαμε” στον μαθητή-βάζο.
Όταν, για παράδειγμα στο προπέρσινο 6μηνο της εξ αποστάσεως, αρνιόμασταν να δηλώσουμε ότι έχουμε διδάξει την ύλη μέσω… podcast στο τσίρκο της τηλεκπαίδευσης, αν δε συναντηθουμε πρώτα δια ζώσης με τους μαθητές μας, μας απειλούσαν με διώξεις. Τόσο μαθητοκεντρικά…

7. Αν νομίζουμε ότι για αυτήν την έκρηξη παραπαιδείας φταίει ο τεμπέλης ή κακός εκπαιδευτικός, μάλλον δεν καταλαβαίνουμε το βάθος του προβλήματος. Δεν είναι γενικώς αχρείαστα τα φροντιστήρια, ούτε ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα στο δημόσιο σχολείο. Τα κυριότερα είναι τα μεγάλα τμήματα 23-27 μαθητών, στα οποία δύσκολα μπορεί ο εκπαιδευτικός να βοηθήσει εξατομικευμένα τους μαθητές και οι ελλείψεις στο προσωπικό αφού είναι συχνό το φαινόμενο να μην έχουν οι μαθητές κάποιον καθηγητή έως και το Νοέμβριο. Οι ασυνείδητοι εκπαιδευτικοί είναι ελάχιστοι. Δεν είναι αυτά οι αιτίες όμως.
Ο ασθενής που λέγεται δημόσια δωρεάν παιδεία, με την συνεπακόλουθη οικονομική  αφαίμαξη, επιχειρείται να ιαθεί με το ίδιο φάρμακο-δηλητήριο, εδώ και 40 χρόνια σχεδόν. Περισσότερες εξετάσεις, περισσότερη ύλη, περισσότερα ταξικά φίλτρα, μικρότερη χρηματοδότηση για δομές στήριξης των πιο αδύναμων μαθητών. Δεν είμαι της γνώμης ούτε ότι οι εξετάσεις είναι γενικώς αχρείαστες ή ότι η αριστεία, δηλαδή η μέγιστη προσπάθεια για τη μέγιστη και βέλτιστη κατάκτηση της γνώσης, πρέπει να χαριστεί στο αριστοκρατικό σχολείο για τους λίγους της κ. Κεραμέως. Ούτε μπορεί το σχολείο να είναι για τους μαθητές μια πενταήμερη διαρκείας. Όμως η εκπαίδευση πρέπει να είναι δημόσια και δωρεάν και το κράτος να κάνει ότι χρειάζεται για να παρέχει ίδιες ευκαιρίες για όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, καταγωγής, πορτοφολιού. Σήμερα κάνει το ανάποδο και τα πράγματα θα χειροτερέψουν αν περάσει η αξιολόγηση σχολείου και εκπαιδευτικού. Όπου φτωχός και η μοίρα του…

8. Αν μας έβαζαν μια άσκηση να φτιάξουμε μια δυστοπία για ένα έφηβο θα φτιάχναμε την παρούσα κατάσταση. Μηδέν κίνηση, καθόλου αθλητισμός, καθόλου ελεύθερος χρόνος για βόλτα, σχέσεις, έρωτες κοκ και 10-14 ώρες τη μέρα θρανίο, τις περισσότερες να βομβαρδίζεται από έναν καθηγητή. Και όταν κάνουν καταλήψεις αύριο μεθαύριο, με δίκαια ή άδικα αιτήματα και ίσως από ανάγκη να ξεκουραστούν και να “χαβαλεδιάσουν”, θα τους βρίζουμε, θα τους στέλνουμε αστυνομία, τηλεκπαιδεύσεις, αγανακτισμένους γονείς. Δε θα συζητάμε καν ότι αυτό που έχουμε φτιάξει είναι δυστοπικό.

Υπουργείο Παιδείας

Για το νέο εξεταστικό σύστημα

1. Το κεντρικό στοιχείο των εξαγγελιών της κυβέρνησης για το νέο εξεταστικό αφορά την πλήρη μετατροπή της Γ’ Λυκείου σε τάξη – προθάλαμο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τυπικά και ουσιαστικά έχουμε την κατάργησή της ως τάξη της 12χρονης εκπαίδευσης και τη μετατροπή της σε φροντιστηριακό έτος. Η παραδοχή ότι και έως τώρα η τάξη αυτή ως προθάλαμος για τις πανελλαδικές λειτουργούσε, δε μειώνει τη σημασία της αλλαγής. Ειδικά για την κυβέρνηση που επί τρία χρόνια καλούσε σε «εθνικούς διαλόγους» με σημαία την ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας και της αυτονομίας του λυκείου. Και πως το πέτυχε αυτό; Με τη μετατροπή της Γ΄ λυκείου σε φροντιστήριο. Παρά τα τρία χρόνια «διαλόγου» η κυβέρνηση υιοθέτησε τελικά (παίρνοντας υπόψη και τις ειδικότητες που έχει έλλειψη και την πολιτική αδιοριστίας στην οποία επιμένει), αυτό ακριβώς που υιοθετεί η «αγορά» εδώ και χρόνια, δηλαδή τα μεγάλα ιδιωτικά σχολεία. Τα οποία τύποις ακολουθούν το αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά οι παροικούντες γνωρίζουν ότι έχουν στην πράξη σχεδόν καταργήσει τα μαθήματα που δεν είναι πανελλαδικώς εξεταζόμενα και έχουν αυξήσει τις ώρες στα μαθήματα των πανελλαδικών. Για μια φιλολαϊκή πολιτική το αίτημα για δημόσια δωρεάν παιδεία για όλα τα παιδιά και για ένα σχολείο ενιαίο που θα εφοδιάζει όλα τα παιδιά με γενική παιδεία και γνώσεις σε όλες τις επιστήμες όπως και στις τέχνες και τον αθλητισμό, παραμένει ζητούμενο. Μέσα σε αυτό το σχολείο, το λύκειο τέτοια αποστολή πρέπει να έχει. Η και τυπική μετατροπή της Γ΄ λυκείου σε φροντιστηριακό έτος στενής εξειδίκευσης και επιλογής μας βρίσκει αντίθετους για αυτόν τον θεμελιακό λόγο.

2. Το νέο εξεταστικό σύστημα είναι δομημένο έτσι ώστε να κατηγοριοποιεί τους μαθητές, (με ευθύνη μάλιστα των καθηγητών τους που θα τους «συμβουλεύουν» σχετικά με το ποιες σχολές μπορούν να βάλουν και ποιες όχι), σε καλούς, μέτριους και κακούς. Άρα ο καθηγητής γίνεται και τυπικά ο τροχονόμος των «ικανών» και των «ανίκανων», αντί να αντιμάχεται αυτή τη διάκριση, ιδεολογικά και παιδαγωγικά, στα πλαίσια ενός μορφωτικού κινήματος. Στο τέλος της Β΄λυκείου οι μαθητές θα δηλώνουν 10 σχολές. Από τα συμφραζόμενα του υπουργείου καταλαβαίνουμε ότι με βάση την ζήτηση θα διαμορφώνονται σχολές ΤΕΠ (Τμήμα Ελεύθερης Πρόσβασης) ή ΤΠΠΕ (Τμήματα Πρόσβασης με Πανελλαδικές εξετάσεις). Διαμορφώνονται τρεις κατηγορίες μαθητών. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όσοι δε συμπληρώσουν το πρώτο μηχανογραφικό των δέκα επιλογών, τον Ιούλιο μετά το τέλος της Β Λυκείου. Το πλέον πιθανό βέβαια είναι αυτοί οι μαθητές να μην υπάρξουν και να στραφούν από την Α’ λυκείου στα ΕΠΑΛ. Η στρόφιγγα για αυτήν την τάση θα είναι ο βαθμός δυσκολίας των εξετάσεων για την απόκτηση του εθνικού απολυτηρίου. Όσοι έχουν σχέση με τα σχολεία καταλαβαίνουν ότι ανάλογα τα θέματα (τα οποία δεν θα τα επιλέγει ο καθηγητής που γνωρίζει τους «αδύναμους» μαθητές του) κάποιοι μαθητές δε θα παίρνουν το εθνικό απολυτήριο. Αυτοί θα στραφούν στα ΕΠΑΛ (πόθος του συστήματος και της Ε.Ε. εδώ και 25 χρόνια, άσχετα αν δε τους βγαίνει λόγω δομικών χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας). Δύσκολο θα γίνει το εθνικό απολυτήριο αν ισχύσει πλαφόν +2, +3 βαθμών. Αν δηλαδή ο μαθητής θα γράφει 8 και ο καθηγητής του έχει βάλει στα τετράμηνα 15 να μετατρέπεται ο προφορικός βαθμός αυτόματα σε 8+2 = 10. Αυτό θα είναι επίσης και ένα μέσο πίεσης (η και αξιολόγησης) για τους καθηγητές, εφόσον τα θέματα απομακρύνονται από τον καθηγητή που ξέρει το κοινωνικό και γνωστικό φορτίο του μαθητή. Στη δεύτερη κατηγορία θα βρεθούν όσοι από τις δέκα αρχικές επιλογές τους, θα επιλέξουν οριστικά το Φεβρουάριο ένα μόνο τμήμα χαμηλής ζήτησης και θα μπορούν να εισαχθούν σε αυτό, αν πάρουν το απολυτήριο, στο οποίο οι γραπτές εξετάσεις θα προσμετρώνται κατά 40%. Οι μαθητές της τρίτης κατηγορίας θα δηλώνουν σχολές όπως σήμερα, αλλά ο βαθμός εισαγωγής τους θα διαμορφώνεται κατά 90% από τους βαθμούς των πανελλαδικών στα τέσσερα μαθήματα (χωρίς συντελεστές βαρύτητας) και κατά 10% από το βαθμό απολυτηρίου. Στο νέο αυτό σύστημα «κατηγοριοποιήσης» πολλά θα κριθούν στις λεπτομέρειες για το εθνικό απολυτήριο. Αντικειμενικά όμως στρώνει το έδαφος για την ατομική και τιμωρητική αξιολόγηση των καθηγητών, όπως και για την αξιολόγηση των πανεπιστημιακών σχολών. Είτε αυτό γίνει με το συριζαίικο τρόπο (προσεκτικά και με διάφορες ύπουλες τακτικές) είτε με τον άγριο τρόπο του Μητσοτάκη, η συριζαίικη νομοθεσία στρώνει αυτό το έδαφος.

3. Για τις αλλαγές σχετικά με τα αναλυτικά προγράμματα (και το σχετικό ντόρο κυρίως με τα λατινικά): Όπως αναφέρθηκε παραπάνω το σχολείο πρέπει να παρέχει γενική μόρφωση στα βασικά γνωστικά αντικείμενα και τις βασικές τεχνικές-τεχνολογικές δεξιότητες. Για το ποια είναι αυτά τα γνωστικά αντικείμενα υπάρχουν οι σχετικές μελέτες και αναλύσεις. Όπως και οι παλαιότερες αντιπαραθέσεις από την αριστερά εδώ και 40 χρόνια για τον τρόπο διδασκαλίας των αρχαίων και των λατινικών. Σήμερα όμως δε βρισκόμαστε στο κλασικιστικό σχολείο μετά τη χούντα. Ούτε η «παπαγαλία» είναι το κεντρικό πρόβλημα. Το ανάποδο, η αδυναμία του μαθητή να διαβάσει ένα κείμενο και να μπορέσει να το αναπαράγει, είναι ένα σύγχρονο μαθησιακό πρόβλημα. Για τη δε κριτική της δεξιάς για το μάθημα της κοινωνιολογίας είναι στον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης λογικής, καθώς σύμφωνα με αυτήν την οπτική δεν υπάρχουν κοινωνικές σχέσεις, τάξεις, κοινωνίες, αλλά μόνο άτομα. Τα σύγχρονα «μαθησιακά» προβλήματα δεν αφορούν την διαμάχη λατινικά vs κοινωνιολογία. Είναι ότι οι μαθητές δυσκολεύονται να διαβάσουν και να κατανοήσουν ένα κείμενο. Ότι δυσκολεύονται να κατανοήσουν μια εκφώνηση. Ότι δυσκολεύονται να «συγκεντρωθούν». Οι λόγοι αφορούν και τις συνεχείς αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα από το 1985 έως εδώ (από το δημοτικό έως το λύκειο, με βασική τη μεταρρύθμιση Αρσένη 1998 και τις αλλαγές στα βιβλία του δημοτικού το 2006). Αφορούν όμως και μια συνολική ιδεολογική-μορφωτική-πολιτιστική αποδιάρθρωση της κοινωνίας, μετά το 1989-1991 κυρίως. Η οποία κοινωνία, ας μη ξεχνάμε, είναι το βασικό «σχολείο» που εκπαιδεύει ένα νέο. Προβλήματα που δε μπαίνουν καν στην κριτική από την κυβέρνηση, η οποία «συμμορφώθηκε» πλήρως σε αυτό το πλαίσιο. Και πέρα από αυτό δεν κάνει ούτε το στοιχειώδες για μια αστική εκσυγχρονιστική κυβέρνηση. Στα τρία μαθήματα γενικής παιδείας στη Γ’ Λυκείου, δεν έχει χώρο η Βιολογία και η θεωρία της εξέλιξης, δεν έχει χώρο η Ιστορία, έχουν όμως χώρο τα Θρησκευτικά!!! Χαρακτηριστικό δείγμα για τη λογική, την κατεύθυνση, τις συμμαχίες με τις οποίες προχωράει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

4. Για ποιο λόγο φέρνει η κυβέρνηση αυτές τις αλλαγές; Όπως είπαμε και παραπάνω αυτές οι αλλαγές αντικειμενικά στρώνουν το έδαφος σε μια πιο έντονη κατηγοριοποίηση και αξιολόγηση (καθηγητών, σχολείων, πανεπιστημιακών τμημάτων) και στο σπρώξιμο μαθητών στα ΕΠΑΛ, το οποία αποτελεί διαρκές αίτημα του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε μια βερμπαλιστική συζήτηση περί ελεύθερης πρόσβασης πριν 3 χρόνια, στα πλαίσια της επικοινωνιακής φούσκας-πολιτικής του, για να βγάλει ένα υβρίδιο μεταξύ μπακαλορεά και συστήματος δεσμών του 1998. Ισχυρίζονται στο Υπουργείο ότι με την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των πανελλαδικά εξεταζόμενων μαθημάτων θα μειωθούν τα φροντιστήρια. Η ιστορία δείχνει ότι μπορεί να συμβεί και το ανάποδο – και αυτό γίνεται σε κάθε αλλαγή στο εξεταστικό εδώ και 40 χρόνια. Εξαρτάται από το πόσο θα αυξηθεί η ύλη, η εμβάθυνση, η δυσκολία των θεμάτων. Το παράδειγμα των Μαθηματικών όπου άριστοι μαθητές γράφουν με το ζόρι γύρω στο 15 (με πολλές ώρες φροντιστήρια) είναι ενδεικτικό. Γιγαντώνει ακόμη περισσότερο το κύκλωμα της παραπαιδείας, ακόμη και αν οι ώρες για τα Μαθηματικά στο σχολείο διπλασιαστούν. Επίσης, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έτσι θα σπουδάζει το κάθε παιδί εκεί που έχει τις δυνατότητες και δηλώνει και όχι σε μια τυχαία σχολή από το μηχανογραφικό. Άλλη μια στρέβλωση στο γεγονός ότι πολλοί φοιτητές παρατούν τα τελευταία χρόνια τις σπουδές τους. Πολλοί φοιτητές παρατούν τις σπουδές τους γιατί στο ισοζύγιο «λεφτά που θα κοστίσει το πτυχίο/επαγγελματικά δικαιώματα και προοπτικές του πτυχίου» η πλάστιγγα μέσα στην κρίση έχει γύρει δραματικά. Οι πανεπιστημιακές σπουδές είναι ακριβές για το πετσοκομμένο λαϊκό εισόδημα και με πολύ λιγότερα εχέγγυα, σε σχέση με πριν 10-15 χρόνια, για την αποκατάσταση του παιδιού.

Το εξεταστικό πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα επιλογής, είναι αντικειμενικά φίλτρο, προφανώς με ταξικές συνέπειες σε μια ταξική κοινωνία. Δε συμφωνούμε όμως ότι ο καπιταλισμός σήμερα θέλει να πετάξει περισσότερα παιδιά έξω από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Η τάση είναι αντίστροφη. Η πολιτική του συστήματος είναι η δια βίου εκπαίδευση σε δεξιότητες. Στους νέους 30-34 ετών οι πτυχιούχοι το 2003 ήταν το 23%, ενώ το 2016 ήταν το 39%. Η σχολική εγκατάλειψη το 2003 ήταν 19%, ενώ το 2016 έγινε 9%. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές αυξήθηκαν κατά 1000% την πρώτη δεκαετία του 2000 (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ). Αυτό που όντως θα μειωθεί είναι η κοινωνική κινητικότητα, καθώς σε μια εμπορευματοποιημένη εκπαίδευση ο έχων λεφτά προχωράει. Το λεγόμενο βικτωριανό σύστημα. Όμως και πάλι η λειτουργία του πτυχίου δεν είναι τόσο έντονα κατανεμητική. Δεν ισχύει πλέον τόσο απόλυτα ότι οι πτυχιούχοι θα ανέβουν κοινωνικά, σε αντίθεση πχ με τους τεχνίτες και τους εργάτες.

Οι ταξικοί φραγμοί δε σταματούν, ούτε οι εξετάσεις σταματούν να λειτουργούν ως κρισάρα. Όμως οι παρούσες αλλαγές στο εξεταστικό έχουν να κάνουν περισσότερο με την αξιολόγηση και την εναρμόνιση με την αγοραία εκπαίδευση και λιγότερο με τους ταξικούς φραγμούς. Δεν είμαστε στο 1970 όπου οι εξετάσεις ήταν το εμπόδιο για μια νέα γενιά που ήθελε να μορφωθεί και να ανέβει κοινωνικά. Σήμερα υπάρχει μια αποστροφή στη μόρφωση-και ειδικά στη γενική μόρφωση. Και μια απαισιοδοξία στη νέα γενιά. Και η ίδια η απομόρφωση έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό. Το μορφωτικό επίπεδο έχει πέσει ήδη πολύ και όλοι οι εκπαιδευτικοί σιγομουρμουράνε στα σχολεία ότι «περνάμε» μαθητές που δεν ξέρουν τα στοιχειώδη. Τα παραπάνω προβλήματα είναι σύμμαχος στην κυβερνητική προπαγάνδα για μέτρα στο εξεταστικό.

Η λύση όμως σε ένα τέτοιο κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι το εξεταστικό. Εξετάσεις υπήρχαν και στη σοσιαλιστική ΕΣΣΔ – και μάλιστα πολύ σκληρές – όμως εκεί η εργασία ήταν εγγυημένη και κατοχυρωμένη. Και ούτε οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ πτυχιούχων και μη και ήταν μεγάλες. Στον καπιταλισμό το εξεταστικό εμπεδώνει τον ατομικό δρόμο για τη μόρφωση και την εργασία σε αντίθεση με τη μόρφωση και την εργασία ως κοινωνικά δικαιώματα που δε τίθενται ως διακύβευμα στις όποιες εξετάσεις.

Τέλος δεν υπάρχει λύση στο εξεταστικό χωρίς βαθιές αλλαγές στη δομή και τον προσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας. Σε μια Ελλάδα με συμφωνημένη εγκατάλειψη της βιομηχανίας για ποιο λόγο να πάει ένα παιδί στην τεχνική εκπαίδευση; Για να κάνει τι; Και πως ακριβώς περιμένουμε η ελληνική οικογένεια να μη θεωρεί ως βασική διέξοδο ένα οποιοδήποτε τριτοβάθμιο τμήμα; Και άρα να ανατροφοδοτείται όλη η νοσηρή κατάσταση με τις πανελλαδικές και τα φροντιστήρια;

Για αυτούς τους λόγους απορρίπτουμε το σχέδιο του Υπουργείου. Δεν εντάσσεται σε μια λογική συνολικών φιλολαϊκών ανατροπών (αυτές ναυάγησαν και τυπικά το 2015), αλλά αντίθετα σε μια λογική εναρμόνισης με τις νόρμες του ΟΟΣΑ και τις μνημονιακές δεσμεύσεις. Ούτε καν βελτιώνει τα αδιέξοδα που βιώνουμε οι εκπαιδευτικοί στο σημερινό απαξιωμένο σχολείο. Αντίθετα τα θεσμοθετεί.