Άρθρα

Ούτε Σχέδιο, Ούτε Ανάπτυξη. Ο θρίαμβος της προχειρότητας και της κοινοτοπίας

Το Σχέδιο Πισσαρίδη ξεκινάει με την παρατήρηση ότι οι αναπτυξιακές επιδόσεις της χώρας μας την περίοδο 1981-2019 ήταν πολύ απογοητευτικές, περίπου 0,9% ετησίως. Η σύγκριση με την περίοδο 1961-1980, όταν η ανάπτυξη ήταν 6,5% ετησίως, είναι καταλυτική. Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται την τεράστια αυτή διαφορά ως μια απόδειξη της αδυναμίας της Ελλάδας να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που πρόσφερε η ένταξη στην ΕΕ το 1981.

Η πιθανότητα να συμβαίνει το αντίθετο δεν απασχολεί καθόλου την Επιτροπή. Οποιοσδήποτε καλόπιστος οικονομολόγος βλέποντας τη σύγκριση θα σκεφτόταν ότι το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ και ΟΝΕ, αντί να προσφέρει ευκαιρίες, ίσως να συνέβαλε στην αντιστροφή της προηγούμενης αναπτυξιακής δυναμικής. Η ένταξη σηματοδότησε την απαρχή μιας αποτυχίας ιστορικού μεγέθους που θα καθορίσει την πορεία της Ελλάδας τις επόμενες δεκαετίες. Θα περίμενε κανείς ότι μια τόσο «βαριά» Επιτροπή θα είχε σημαντικά πράγματα να πει για το κεντρικό αυτό ζήτημα.

Το Σχέδιο Πισσαρίδη δεν κάνει τίποτε τέτοιο. Στην ουσία παραβλέπει τους διεθνείς περιορισμούς μέσα στους οποίους κινείται μια οικονομία μεσαίου μεγέθους, όπως η ελληνική. Θεωρεί ότι το πρόβλημα της χώρας μας είναι κατά κύριο λόγο εγχώριο και στρέφει την προσοχή του στις γνωστές «ελληνικές» αδυναμίες.

Μας πληροφορεί, λοιπόν, ότι η χαμηλή ανάπτυξη οφείλεται κυρίως στην χαμηλή συμμετοχή των παραγωγικών συντελεστών, δηλαδή της εργασίας και του κεφαλαίου, στην χαμηλή παραγωγικότητα, στην έλλειψη καινοτομίας, στην εσωστρέφεια, στο αναποτελεσματικό κοινωνικό κράτος και στις φτωχές περιβαλλοντολογικές επιδόσεις. Σε αυτά έγκειται το ελληνικό αναπτυξιακό πρόβλημα.

Πρόκειται για μνημείο προχειρότητας. Αλλά η προχειρότητα χαρακτηρίζει ολόκληρο το Σχέδιο και δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά για να το διαπιστώσει. Μας λέει, για παράδειγμα, ότι η χώρα είχε επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2014, οι οποίοι όμως αντιστράφηκαν το 2015, καθώς επίσης ότι η πανδημία του κορωνοϊού ανέστρεψε βίαια την αναπτυξιακή δυναμική που εμφανίστηκε ξανά το 2019. Από πουθενά δεν προκύπτει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Στο τέλος του 2019,  πολύ πριν την εμφάνιση της πανδημίας, βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες, όπως οι επενδύσεις και οι ροές κεφαλαίων, έδειχναν ότι η χώρα ετοιμαζόταν να μπει σε τεχνική ύφεση το 2020.

Με τέτοιου είδους ανάλυση, είναι πολύ φυσιολογικό οι θεραπείες που προτείνει το Σχέδιο να είναι απολύτως κοινότοπες. Η κεντρική ιδέα, αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο, είναι ότι η Ελλάδα έχει την δυνατότητα να ανεβάσει τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης στο 3,5% ετησίως τα επόμενα χρόνια. Για να πετύχει αυτό το μεγάλο άλμα υπάρχουν δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, να αυξηθεί η συμμετοχή της εργασίας, διευρύνοντας την απασχόληση ιδίως των γυναικών και των νέων. Για το σκοπό αυτό πρέπει να ελαφρυνθεί η επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας, με μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, απάλειψη της εισφοράς αλληλεγγύης και μείωση του ανώτατου ορίου ασφαλιστέου εισοδήματος. Πρέπει επίσης υπάρξει μετάβαση από διανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής σύνταξης.

Δεύτερον, να βελτιωθεί η παραγωγικότητα της εργασίας. Απαιτείται αύξηση  των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο, ιδίως των ιδιωτικών, από τα σημερινά πολύ χαμηλά επίπεδα που μετά βίας ξεπερνούν το 10% του ΑΕΠ συνολικά. Η Επιτροπή προτείνει ευνοϊκή φορολογία των ιδιωτικών αποσβέσεων, αλλά και ενίσχυση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Εννοείται, βεβαίως, ότι η χώρα θα πρέπει να αξιοποιήσει τα περίφημα κονδύλια που ασμένως αναμένονται από την ΕΕ το 2021-23 και φυσικά να προσελκύσει Άμεσες Ξένες Επενδύσεις. Όλα αυτά θα γίνουν ενώ η χώρα θα τηρεί δημοσιονομική πειθαρχία, κρατώντας τα  δημόσια έσοδα και δαπάνες σε ισορροπία με την προσδοκώμενη αύξηση του ΑΕΠ.

Παράλληλα η Ελλάδα θα πρέπει να γίνει περισσότερο «εξωστρεφής» αυξάνοντας τα ποσοστά εξαγωγών και εισαγωγών στο ΑΕΠ. Ενδεικτικό της ποιότητας της Έκθεσης είναι ότι η ίδια αναφέρει ότι τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της χώρας μας είναι τα πετρελαιοειδή, τα φάρμακα και οι πλακέτες αλουμινίου, δηλαδή βιομηχανικά προϊόντα. Όταν όμως προσπαθεί να εντοπίσει κλάδους και προϊόντα στα οποία η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, τότε καταλήγει στον ήλιο, στη θάλασσα, στον πολιτισμό και σε επιλεγμένα αγροτικά προϊόντα πολυτελείας. Η περιλάλητη «εξωστρέφεια» μεταφράζεται σε μια σειρά από κοινοτοπίες που ακούει κανείς σε πολλά καφενεία.

Παρόμοιες κοινοτοπίες, τέλος, κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της Έκθεσης αφιερωμένο στις «μεταρρυθμίσεις», οι οποίες υποτίθεται ότι απαιτούνται στο θεσμικό πλαίσιο της χώρας, ώστε να επιτευχθεί το πολυπόθητο 3,5%. Ο κατάλογος είναι μακροσκελέστατος: να ολοκληρωθεί το κτηματολόγιο, να υπάρξει μεταβίβαση εξουσιών σε τοπικό επίπεδο, να υπάρξει βελτίωση του συστήματος δικαιοσύνης, να γίνει αναμόρφωση του συστήματος παιδείας, να προχωρήσει η αναδιάρθρωση του συστήματος υγείας, κ.λπ., κ.λπ.

Ποιος θα μπορούσε ποτέ να διαφωνήσει ότι η χώρα μας (ή οποιαδήποτε άλλη χώρα) θα είχε όφελος από ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα δικαιοσύνης, παιδείας και υγείας; Συνιστά «Σχέδιο Ανάπτυξης» μια τέτοια διαπίστωση που ακολουθείται από ατελείωτες εκθέσεις ιδεών; Έχουν οι συντάκτες της Επιτροπής συναίσθηση της διαφοράς ανάμεσα στο «πώς θα μας άρεσε να είμαστε» και στο «πώς θα φτάσουμε εκεί που μπορούμε»; Ένα πραγματικό σχέδιο ανάπτυξης δεν απεραντολογεί για το πρώτο ζήτημα. Απαντάει στο δεύτερο.

Ακόμη και μια γρήγορη ματιά αρκεί για να δείξει ότι το Σχέδιο Πισσαρίδη στον πυρήνα του είναι μια επανάληψη της ιδεοληπτικής προσέγγισης των «μεταρρυθμίσεων» κατά τη δεκαετία των μνημονίων. Όπως όλοι γνωρίζουμε πλέον, η προσέγγιση αυτή απέτυχε παταγωδώς να δημιουργήσει συνθήκες ταχύρρυθμης ανάπτυξης. Από δω θα έπρεπε να ξεκινήσει η Επιτροπή, αν ήθελε να πει κάτι πραγματικά χρήσιμο για τη χώρα.

Για να το κάνει όμως θα έπρεπε καταρχάς να προσφέρει εποπτεία του διεθνούς θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο είναι υποχρεωμένη να κινείται η χώρα μας, ιδίως μετά την κρίση του 2007-9. Θα έπρεπε επίσης να πάει πολύ πιο πέρα από τα νεοκλασικά οικονομικά της προσφοράς, καθώς και τις ανώδυνες μορφές των θεσμικών οικονομικών, τα οποία έχει πλήρως υιοθετήσει. Η αναπτυξιακή στασιμότητα της χώρας μας μετά την κρίση της Ευρωζώνης έχει να κάνει κυρίως με τα οικονομικά της ζήτησης. Η ζήτηση βρίσκεται επίσης στον πυρήνα της γενικότερης «δομικής στασιμότητας» του σημερινού καπιταλισμού, όπως προκύπτει από τη σύγχρονη βιβλιογραφία.

Το προβληματικό διεθνές πλαίσιο

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον της ΕΕ και ειδικότερα της Ευρωζώνης. Η κανονικότητα της ΕΕ είναι πλέον τα μηδενικά (και αρνητικά) επιτόκια, οι αναιμικοί ρυθμοί ανάπτυξης, ο πληθωρισμός κάτω από τον στόχο και οι ασφυκτικοί περιορισμοί οικονομικής πολιτικής που ασκεί το μηδενικό επιτόκιο. Η ίδια κανονικότητα υπάρχει και στις ΗΠΑ, αλλά με κάποιες διαφορές λόγω της μοναδικής θέσης του δολαρίου στην παγκόσμια οικονομία. Ο κορωνοϊός επέφερε μεγάλο πλήγμα σε αυτή την κανονικότητα, αλλά για την ώρα τα μακροχρόνια αποτελέσματα δεν είναι ξεκάθαρα.

Στην ουσία βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την «ιαπωνοποίηση» των ώριμων καπιταλιστικών οικονομιών του πυρήνα της παγκόσμιας οικονομίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η νομισματική πολιτική αναγκαστικά υποχωρεί μπροστά στη δημοσιονομική πολιτική, γεγονός που έχει μεγάλη σημασία για την αναπτυξιακή δυναμική. Πρόκειται για ιστορική εξέλιξη που επιταχύνθηκε ραγδαία από την κρίση της πανδημίας. Το Σχέδιο Πισσαρίδη ούτε είδε ούτε άκουσε τίποτε γι’ αυτές τις εξελίξεις.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η αναπτυξιακή πορεία μιας οικονομίας εξαρτάται από τις σύνθετες σχέσεις ανάμεσα στον ιδιωτικό τομέα και τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης. Οι επενδυτικές αποφάσεις των εταιρειών συναρτώνται άμεσα με την ύπαρξη επαρκούς ζήτησης για τα προϊόντα τους, πράγμα που επίσης συναρτάται με το επίπεδο απασχόλησης. Αν η απασχόληση είναι χαμηλή, τότε και η επένδυση θα είναι χαμηλή γιατί λείπει η ζήτηση. Στον σημερινό καπιταλισμό η δημοσιονομική πολιτική είναι καθοριστική για την απασχόληση και το επίπεδο της ζήτησης, άρα και για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Το αποτέλεσμα της λιτότητας και της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» είναι μακροχρόνια υποχώρηση της αναπτυξιακής δυναμικής, παρά την ύπαρξη κερδοφορίας για το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Την προηγούμενη δεκαετία η ΕΕ πλήρωσε πανάκριβα την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική με καταβύθιση των ιδιωτικών επενδύσεων. Η Ελλάδα χτυπήθηκε βαρύτερα από κάθε άλλη χώρα με πλήρη επενδυτική κατάρρευση. Η εκτίμηση της Επιτροπής ότι η δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας ήταν επιτυχημένη είναι εκτός τόπου και χρόνου. Η αρνητική επίδραση της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής θα είναι πολύ μεγάλη σε βάθος χρόνου γιατί έπληξε το δυνητικό ΑΕΠ της Ελλάδας. Πρόκειται για ιστορική καθίζηση, πανωλεθρία ορατή δια γυμνού οφθαλμού, η οποία όφειλε να είναι το πρώτο ζητούμενο της Επιτροπής Πισσαρίδη.

Το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας που τόσο απασχολεί τους συντάκτες της Έκθεσης, οι οποίοι αναζητούν τις αιτίες του στις γνωστές «ελληνικές» αδυναμίες της πλευράς της προσφοράς, σχετίζεται άμεσα με την πλευρά της ζήτησης. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο. Μετά το 2007-9, οι οικονομίες της ΕΕ και των ΗΠΑ σφραγίστηκαν από χαμηλή παραγωγικότητα, σε μεγάλο βαθμό λόγω της χαμηλής ζήτησης από την περιστολή των πραγματικών μισθών, ενώ τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατακόρυφα. Κυριάρχησε ένας άρρωστος χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός με χαμηλά επιτόκια, δημοσιονομική πειθαρχία, χαμηλούς μισθούς, χαμηλή παραγωγικότητα, χαμηλό πληθωρισμό και χαμηλή ανάπτυξη, αλλά παράλληλα με υψηλή κερδοφορία. Τα φαινόμενα ήταν έντονα στις χώρες της ΟΝΕ και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, που αποτελεί μια ολόκληρη κατηγορία αποτυχίας από μόνη της.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, η χώρα έχασε τεράστιο μέρος της ανταγωνιστικότητάς της. Αδυνατώντας να προχωρήσει σε υποτίμηση του νομίσματος για να αντιμετωπίσει τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που προκάλεσε η κρίση του 2007-9 και η κρίση της Ευρωζώνης που ακολούθησε το 2010-13, η Ελλάδα προχώρησε σε βαθύτατη εσωτερική υποτίμηση. Το αποτέλεσμα ήταν δραματική συστολή της ζήτησης και τεράστια ανεργία. Η κερδοφορία ανέκαμψε, αλλά το πλήγμα στο δυνητικό ΑΕΠ και στον μηχανισμό συσσώρευσης και ανάπτυξης ήταν τεράστιο. Τα μνημόνια όχι μόνο δεν βελτίωσαν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας, όπως φαντάζονταν οι υπερασπιστές τους, αλλά τις καταβαράθρωσαν.

Τι απαιτείται;

Μόνο με θαύμα θα πετύχει η Ελλάδα ρυθμούς ανάπτυξης 3,5% ετησίως με βάση το Σχέδιο Πισσαρίδη. Η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε τέλμα μέσα σε ένα πολύ δύσκολο διεθνές πλαίσιο. Για να υπάρξει ανάπτυξη απαιτούνται θαρραλέες τομές στην εγχώρια κοινωνική ισορροπία, αλλά και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας.

Μετά την είσοδο στην ΕΕ, η Ελλάδα μπήκε σε διαδικασία χαμηλής και στρεβλής ανάπτυξης. Η υιοθέτηση του ευρώ το 2001 οδήγησε σε έντονα φαινόμενα «υποδεέστερης χρηματιστικοποίησης» της Ελλάδας, παρόμοια με άλλες χώρες της Νότιας Περιφέρειας. Η ελληνική οικονομία πάσχει από υπερδιόγκωση του τομέα των υπηρεσιών, αδυναμία του δευτερογενούς τομέα, καθώς και έλλειμμα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας στη γεωργία. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να ανταγωνιστεί διεθνώς και έχει μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, ιδίως στα κεφαλαιουχικά αγαθά. Η εκτόξευση του δημόσιου χρέους ήταν απόρροια αυτών των μακροοικονομικών εξελίξεων.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει επίσης συστηματικό κενό αποταμιεύσεων, το οποίο πήρε ακραίες μορφές μετά την είσοδο στην ΟΝΕ. Υπάρχει αρνητική καθαρή αποταμίευση μετά το 2005, δηλαδή στην ουσία η χώρα δεν αναπληρώνει καν το κεφαλαιουχικό της δυναμικό. Το επενδυτικό κενό είναι γιγαντιαίο, τουλάχιστον 20 δις το χρόνο.  Μόνο κάποιος που δεν έχει καμία συναίσθηση της παγκόσμιας αγοράς μπορεί να πιστεύει ότι το κενό αυτό θα μπορούσε πότε να καλυφθεί από Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, ή από τα περιλάλητα κονδύλια της ΕΕ. Χωρίς συστηματική και δυναμική κινητοποίηση των εγχώριων πόρων δεν θα μπορέσει η Ελλάδα να μπει στην επενδυτική πορεία που απαιτείται για ταχύρρυθμη ανάπτυξη.

Τα χρόνια των μνημονίων επέφεραν βαριά επιδείνωση. Καμία δομική αδυναμία δεν θεραπεύθηκε. Αντίθετα, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η βάρβαρη περιστολή της ζήτησης έπληξε δομικά την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Το χρέος και η ανάγκη εξυπηρέτησής του έδεσαν χειροπόδαρα τη δημοσιονομική πολιτική. Αν προσθέσουμε και την καταστροφή του τραπεζικού συστήματος, το οποίο είναι πλέον απολύτως ανίκανο να στηρίξει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη, το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.

Το χειρότερο από όλα είναι φυσικά η μαζική μετανάστευση του καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού σε μια χώρα που γερνάει χρόνο με το χρόνο. Η Ελλάδα έχει βρεθεί για τα καλά στην περιφέρεια της ΕΕ, με μια οικονομία που στηρίζεται στον τουρισμό, με ολόκληρες περιοχές να ερημώνονται πληθυσμιακά και χωρίς να μπορεί ο δημόσιος τομέας να απορροφήσει τις πιέσεις στην αγορά εργασίας, όπως έκανε στο παρελθόν. Ο κορωνοϊός είναι η χαριστική βολή. Αναπόφευκτα το πλήγμα στην οικονομία θα είναι πολύ χειρότερο στη χώρα μας από την υπόλοιπη Ευρώπη, με βαρύτατες επιπτώσεις στη φτώχεια και την ανεργία.

Για να σταθεί ξανά η Ελλάδα στα πόδια της χρειάζεται ένα πραγματικό σχέδιο ανάπτυξης που θα αναγνωρίζει το διεθνές πλαίσιο και θα βασίζεται στη σύγχρονη οικονομική θεωρία και βιβλιογραφία. Η παραγωγικότητα και η ανάπτυξη εξαρτώνται από τις συνθήκες ζήτησης, όπως και από τους μηχανισμούς χρηματοδότησης/πίστωσης. Η αύξηση της παραγωγικότητας έρχεται μέσα από τεχνολογική αλλαγή που προκύπτει από αλλαγές στα μερίδια κόστους εργασίας και κεφαλαίου. Όταν πιέζεται το κεφάλαιο, τότε καινοτομεί. Το ζήτημα είναι να προσδιοριστεί η πορεία των πραγματικών μισθών και το κόστος μετάβασης των νέων τεχνολογιών ώστε να επιτευχθεί η άνοδος της παραγωγικότητας.

Όσο για τις εξαγωγές, ο ήλιος, η θάλασσα και ο πολιτισμός, όχι μόνο είναι χαμηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά συνεισφέρουν ελάχιστα στις δυνατότητες της Ελλάδας να αυξήσει την πολυπλοκότητα των εξαγωγών της. Η χώρα εξάγει ένα πλέγμα αγαθών κυρίως μεσαίας τεχνολογίας και εισάγει το σύνολο σχεδόν των κεφαλαιουχικών αγαθών υψηλότερης τεχνολογίας. Για να υπάρξει εξισορρόπηση αυτής της κατάστασης απαιτείται δημόσια παρέμβαση με στοχευμένες επενδύσεις και στήριξη συγκεκριμένων κλάδων. Απαιτούνται επίσης διαμεσολαβητικοί θεσμοί, για παράδειγμα, μια σειρά ινστιτούτα (όσα δεν κατέστρεψε η Τρόικα), όπως γίνεται σε τόσες άλλες χώρες του κόσμου. Αυτή θα ήταν όντως στήριξη της «εξωστρέφειας».  Τα υπόλοιπα είναι ευχολόγια κι ελαφρές κουβέντες.

Μέσα στο ζοφερό αυτό πλαίσιο και κατά παράδοξο τρόπο, ο κορωνοϊός προσφέρει μια νέα ευκαιρία στην Ελλάδα γιατί άλλαξε βίαια το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ. Οι αλλαγές είναι εντυπωσιακές και δημιουργούν δυνατότητα για διαφορετική πορεία και για τη χώρα μας.

Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ έχει σταδιακά μετεξελιχθεί σε μια αναγνωρίσιμη εκδοχή της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ και της Ιαπωνικής Κεντρικής Τράπεζας, απορροφώντας τεράστιο όγκο κρατικών χρεογράφων. Στην ουσία η ΕΚΤ έχει εκμηδενίσει τα σπρεντ στα επιτόκια κρατικού δανεισμού. Ξαφνικά βρέθηκε ακόμη και η Ελλάδα να δανείζεται με αρνητικά επιτόκια. Ταυτόχρονα υπήρξε άρση του Συμφώνου Σταθερότητας επιτρέποντας πρωτοφανή χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ολόκληρη την ΕΕ. Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορέσει να διατηρήσει μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα το 2020-21.

Υπήρξε επίσης άρση των ελέγχων στον ανταγωνισμό και στην κρατική βοήθεια προς τις επιχειρήσεις, με άμεση δυνατότητα συστηματικής στήριξης της βιομηχανίας, πράγμα που έχει εκμεταλλευτεί κυρίως η Γερμανία. Τέλος, υιοθετήθηκε το Σχέδιο «Ευρώπη – Νέα Γενιά» παρέχοντας δημοσιονομικές μεταβιβάσεις χρηματοδοτημένες με από κοινού δανεισμό. Δεν πρόκειται επ’ ουδενί για βροχή δισεκατομμυρίων, όπως και εσκεμμένα και αφελώς λέγεται στη χώρα μας, αλλά σίγουρα είναι ένα σημαντικό βήμα που δείχνει τις αλλαγές που επιτελούνται στη ΕΕ.

Το ευρύτερο περιοριστικό πλαίσιο της ΕΕ και της ΟΝΕ δεν έχει φυσικά εκλείψει. Θα υπάρξει έντονη διαπάλη όταν περάσει η υγειονομική κρίση και τεθεί θέμα θεσμικής ανασύνταξης της νομισματικής ένωσης. Αλλά δεν θα είναι εύκολο για τους υποστηρικτές της λιτότητας να επιβάλλουν επιστροφή στους σκληρούς κανόνες της προηγούμενης δεκαετίας. Στο πλαίσιο αυτό το αναπτυξιακό πρόβλημα της Ελλάδας απαιτεί νέους χειρισμούς. Η χώρα πρέπει να δράσει κυρίαρχα παίρνοντας πρωτοβουλίες για να προστατεύσει την οικονομία της, τον λαό της και τη νεολαία της.

Χρειάζεται πραγματικό σχέδιο ανάπτυξης που θα αρχίσει να απαντάει στα προβλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω. Σχέδιο που θα βασίζεται σε μια νέα σχέση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα προωθώντας θεσμούς που θα αλλάξουν την κοινωνική ισορροπία υπέρ του λαϊκού και εργατικού στοιχείου. Έχει καίρια σημασία το επόμενο διάστημα να υπάρξει ουσιαστική δημόσια συζήτηση για το πως θα πρέπει η χώρα μας να διαμορφώσει πολιτική τομών ώστε να μπει σε τροχιά ανάπτυξης. Η κυβέρνηση της ΝΔ δυστυχώς δεν έχει τίποτε να προσφέρει, όπως δείχνει και η Έκθεση Πισσαρίδη που παράγγειλε. Το πεδίο είναι ανοιχτό για νέες και ριζοσπαστικές προτάσεις.

Κολασοπαράδεισος

Μπορούμε να αντιληφθούμε την εξέλιξη της ανθρωπότητας ως μια πορεία από την αθωότητα στη βαρβαρότητα ή, εντελώς αντίστροφα, από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό. Και τα δυο παίζουν. Ο Φρόιντ καταδίκασε τον πολιτισμό ως πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας, ο Χομπς αντιθέτως είδε στον πολιτισμό, ακόμη και στις πιο βίαιες και αυταρχικές εκδοχές του, το ένστικτο της επιβίωσης απέναντι στις πιο αιματηρές εκδοχές της ανθρώπινης φύσης. Αλλά ο Ρουσό στάθηκε ανάμεσα και συμπύκνωσε στον ευγενή άγριό του την καλύτερη εκδοχή του είδους μας: γεννηθήκαμε στον παράδεισο της φυσικής ισότητας, περάσαμε (και ακόμη περνάμε) από την κόλαση της αφύσικης ανισότητας, αλλά έχουμε την ευφυΐα να καταλήξουμε σε ένα παράδεισο κοινωνικής ισότητας. Κοινωνικό συμβόλαιο και τα λοιπά.

Κατά κάποιον
 τρόπο η ανθρώπινη εξέλιξη είναι μια παλινδρόμηση μεταξύ κόλασης και παραδείσου και το ίδιο ισχύει για τις ουτοπίες, τις προβληματικές εφαρμογές τους και τις τραγικές διαψεύσεις τους. Ο χριστιανισμός, όπως και οι περισσότερες θρησκείες, προσπάθησε- με μεγάλη επιτυχία, είναι αλήθεια- να λύσει το πρόβλημα με την υπόσχεση της μετά θάνατον αποκατάστασης στον παράδεισο, που υπήρξε μεν για τους πρωτόπλαστους ευγενείς αγρίους, έκαναν όμως τη γνωστή κουτσουκέλα και εξέπεσαν. Αλλά η μετά θάνατον αποκατάσταση στον παράδεισο απαιτεί, ως γνωστόν, σκληρούς όρους. Μνημόνιο με τα όλα του και αποδοχή του ενδεχομένου να ζήσεις μια ζωή – κόλαση.

Ο καπιταλισμός, όμως, – το ευφυέστερο προσώρας σύστημα- έκανε κάτι πιο πρακτικό και χειροπιαστό. Αφού δεν μπορεί ούτε θέλει να είναι ο επίγειος παράδεισος της ανθρωπότητας, έκανε τον παράδεισο προϊόν. Για όσους και για όσο μπορούν να τον αγοράσουν. Υπάρχουν παράδεισοι για όλα τα βαλάντια. Από τον Αγγλο άνεργο που τρώει το επίδομα σε τέσσερις μέρες στον Λαγανά της Ζακύνθου, μέχρι τον Μπράνσον που έχει τον ιδιωτικό νησιωτικό παράδεισο στην Καραϊβική (σ.σ. μαθαίνω ότι τον έβαλε ενέχυρο, δεν βγαίνει ο άνθρωπας. Δεν οργανώνουμε έναν έρανο;). Ο τουρισμός είναι κατά κάποιον τρόπο η εμπορευματική εκδοχή της επαγγελίας του παραδείσου. Προσφέρεται σε όλα τα μεγέθη, σε ποικίλες συσκευασίες, για όλα τα γούστα, από τα πιο συμβατικά μέχρι τα πιο ακραία και ιδιότροπα.

Μπορείς να αγοράσεις παράδεισο στον βουνό ή στη θάλασσα, να έχεις ζέστη ή κρύο, ήλιο ή χιόνι. Αλλά αν είσαι βιτσιόζος διαθέτουμε παράδεισο στην κορυφή των Ιμαλαΐων, αν καταφέρεις να φτάσεις ζωντανός. Εχουμε παράδεισο στο μέσο της άνυδρης ερήμου, στην καρδιά της άγριας ζούγκλας, ακόμη και στο χείλος ενός ενεργού ηφαιστείου. Προσφέρουμε εμπειρίες τρομακτικές, μπορείς να διασχίσεις με τα πόδια το μεγαλύτερο φαράγγι του κόσμου, να διασχίσεις με καγιάκ το πιο άγριο ποτάμι ή να βουτήξεις στους πιο ορμητικούς καταρράκτες. Κι αν ξέραμε ότι κάπου βρίσκεται η κόλαση με τους πύρινους λάκκους της και τις λίμνες με τα αχνιστά βοθρολύματα κι εκεί σίγουρα θα προσφέραμε τουριστικά πακέτα.

Βεβαίως, η πιο διάσημη
, συμβατική, λαχταριστή και καλοκαιρινή εκδοχή παραδείσου είναι τα νησιά. Νησιά του αρχιπελάγους ή του ωκεανού. Τροπικά ή άνυδρα και κατάξερα. Καταπράσινα ή γυμνά και λευκά σαν την έρημο. Νησιά του Ατλαντικού, του Ειρηνικού, του Ινδικού. Η νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου.

Διαθέτουμε ένα από τα πυκνότερα δίκτυα τουριστικών παραδείσων του κόσμου. Δεν έχουν το πλεονέκτημα των παραδείσων της τροπικής ζώνης (ανοικτοί 365 μέρες τον χρόνο), αλλά έχουν το πιο σημαντικό πλεονέκτημα της εγγύτητας στην –προς το παρόν- μεγαλύτερη τουριστική αγορά του κόσμου, την ευρωπαϊκή. Τα ελληνικά νησιά είναι σχετικά νέα ανακάλυψη της τουριστικής βιομηχανίας. Πρακτικά, η μαζική ανακατασκευή τους σε εκδοχή εμπορεύσιμων παραδείσων είναι υπόθεση τεσσάρων δεκαετιών. Πριν από τη δεκαετία του ’80 ελάχιστοι νησιώτες είχαν την αίσθηση των προνομιούχων κατοίκων επίγειων παραδείσων. Η ομορφιά ήταν δεδομένη, αναγνωρίσιμη και διάχυτη κι η χαρά που αντλούσαν απ’ αυτήν στη μουσική ή στην αυτοσχέδια αρχιτεκτονική τους. Κι αυτό ίσως είναι ένα σταθερό νησιωτικό χαρακτηριστικό από την εποχή του χαμένου κυκλαδικού πολιτισμού. Αλλά για δεκαετίες- για αιώνες!- η ζωή στα νησιά ήταν σκληρή. Η θάλασσα ήταν πόρτα ελευθερίας, αλλά και σίδερα φυλακής. Η ναυτοσύνη ήταν πάντα μια αναπόφευκτη διέξοδος, ο εφοπλισμός και το εμπόριο έφεραν πλούτο σε αρκετά νησιά, αλλά ταυτόχρονα οι νησιώτες έπρεπε να εξασφαλίζουν όρους αυτάρκειας, ακόμη και με τους ελάχιστους φυσικούς πόρους του νησιού, που μπορεί να ήταν για μήνες αποκλεισμένο. Για πολλούς, η ζωή στα νησιά που σήμερα είναι παράδεισοι ήταν ό,τι πλησιέστερο στην επίγεια κόλαση.

Επειτα, ήρθαν η 
τουριστική βιομηχανία, η καταναλωτική νεύρωση των διακοπών, το παραθεριστικό real estate και ως ολετήρες άλλαξαν τα πάντα. Από το τοπίο και το στιλ, στο οποίο ο Λε Κορμπιζιέ βρήκε την ενσάρκωση του αρχιτεκτονικού του μανιφέστου της λιτότητας, απέμειναν μόνο φολκλορικές καρικατούρες. Μια απίθανη σπατάλη πόρων, μια τεράστια απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων, ένας διογκούμενος οικιστικός εποικισμός και ένας μαζικός εκμαυλισμός των τοπικών κοινωνιών μετέτρεψε τα νησιά σε θερινές βιτρίνες που στο τέλος της τουριστικής σεζόν σχεδόν ερημώνονται. Παράδεισοι του καλοκαιριού, καθαρτήρια του χειμώνα (η κόλαση είναι υπερβολή, γιατί η ομορφιά μένει εκεί: διαρκέστερη από κάθε εμπορευματική άλωση).

Η μετατροπή
 των νησιών σε παραδείσους παγκόσμιας ακτινοβολίας έφερε φυσικά πλούτο. Τεράστιο πλούτο και στην εθνική οικονομία και στις τοπικές κοινωνίες. Νοικοκυριά ολόκληρα με δουλειά 3-4 μηνών, φυσικά και με μπόλικη μαύρη εργασία, έγιναν ραντιέρηδες του χειμώνα. Ομως, είναι η πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες που οι νησιωτικές κοινωνίες –ή όσοι εποίκισαν τα νησιά για να πουλήσουν τουριστικό προϊόν- ανακαλύπτουν ότι το σύνορο που χωρίζει τον παράδεισο από την κόλαση είναι λεπτό όσο μια τρίχα. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη περνάς στην άλλη πλευρά. Θύμα της κολοσσιαίας επιτυχίας σου.

Αν δεν επρόκειτο
 να υποφέρουν τόσες χιλιάδες άνθρωποι από ανεργία και απώλεια εισοδήματος, θα έλεγα ότι είναι σχεδόν διασκεδαστικά γελοίο ν’ ακούς από θινκ τανκ της εγχώριας ελίτ και από τον ΣΕΒ να διαπιστώνουν με στόμφο πόσο καταστροφική αποδείχτηκε η εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό. Να κουνούν το δάχτυλο σαν να λένε «σας τα λέγαμε εμείς…». Μπα; Κι αν δεν χτίζονταν οι παράδεισοι στα νησιά, πού θα πουλούσατε τα τσιμέντα σας και τον χάλυβά σας, που θα χτίζατε τις βίλες και τις ολυμπιακές πισίνες σας, πού θα φέρνατε τους σελέμπριτι φίλους σας, πού θα δένατε τα γαμάτα σκάφη σας; Αμπλαούμπλες μου! Καλωσήρθατε στον κολασοπαράδεισο. Δυο σε συσκευασία ενός.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Αναζητώντας το χαμένο χρήμα

Θυμάστε τον μακαρίτη Κώστα Τσάκωνα στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Μαραγκού; Αναρωτιόταν: «Εξι χρόνια στο Δημοτικό, έξι χρόνια στο Γυμνάσιο, έξι χρόνια στο Πολυτεχνείο κι έξι χρόνια μέχρι να πάω σχολείο ίσον 24 κι άλλα έξι στο εξωτερικό 30. Είμαι 36, πού πήγαν τα άλλα έξι χρόνια;». Κι ανάλογη ήταν η απορία του αυταρχικού πατέρα Διαμαντόπουλου που αντικρίζοντας τη γυαλιστερή φαλάκρα του γιου αναρωτήθηκε «πού πήγαν οι μπούκλες του;».

Λοιπόν, αυτό ακριβώς μου θύμισε ο απολογισμός που έκανε ο ΣΕΒ για τα 40 χρόνια ελληνικής διαδρομής στην ενωμένη Ευρώπη και στον περίπλοκο κόσμο των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (θυμάστε τα ΜΟΠ;), των πακέτων Ντελόρ, των πακέτων Σαντέρ κ.λπ., των ΕΣΠΑ. Ο απολογισμός του ΣΕΒ κινείται στα όρια της θρηνωδίας. Θρηνωδίας για τον χαμένο χρόνο, τον χαμένο κόπο και το χαμένο χρήμα. «Σπαταλάμε ευρωπαϊκούς πόρους για δεκαετίες με τον ίδιο τρόπο περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα», λέει το special report του ΣΕΒ. Δηλαδή, πεταμένα λεφτά. Σωρευτικά διατέθηκαν περίπου 160 δισ. ευρώ από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία σε 4 δεκαετίες, υποτίθεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της σύγκλισης, κι έχει συμβεί το αντίθετο. Η παραγωγικότητα, ειδικά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είναι πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και από συγκρίσιμες χώρες όπως η Πορτογαλία και το χάσμα από τις άλλες χώρες διευρύνεται. Ο μεθερμηνευόμενον, πρέπει να δούμε τι θα γίνει με το νέο ΕΣΠΑ, πώς θα μοιραστούν τα λεφτά της επόμενης επταετίας.

Ας πούμε ότι προσυπογράφω
. Ναι, ναι, προσυπογράφω μια διαπίστωση του ΣΕΒ που θα είχε μεγαλύτερη αξία αν αποτελούσε ειλικρινή αυτοκριτική -που δεν είναι-, μια και ο ΣΕΒ και οι στυλοβάτες του αυτές τις τέσσερις δεκαετίες της σπατάλης -στα όρια της διασπάθισης δημόσιου χρήματος- των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων ήταν υποβολείς, συνδιαχειριστές, συγκυβερνήτες, συνδιαμορφωτές του ολέθριου παραγωγικού μοντέλου το οποίο τώρα πενθούν. Στο πάρτι της πελατειακής και χωρίς παραγωγική στρατηγική χρηματοδότησης ο ΣΕΒ και το επιχειρηματικό λόμπι που εκπροσωπεί ήταν ο ντι τζέι. Οι σχέσεις συνενοχής του με το πολιτικό σύστημα, με την παλαιοκομματική πελατεία, την κρατική και ευρωκρατική γραφειοκρατία αποτυπώνονται στα μνημεία βιομηχανικής παρακμής, στα εγκαταλειμμένα κουφάρια που είναι διάσπαρτα κατά μήκος των εθνικών οδών, στα παραγωγικά νεκροταφεία που αποκαλούνται βιομηχανικές ζώνες.

Στη συλλογική αρπαχτή πολλά μικρά μοσχαράκια βύζαξαν την αγελάδα, αλλά τη μεγάλη καρδάρα με το γάλα την έχυσαν οι εθνικοί βιομήχανοι, οι εθνικοί προμηθευτές, οι εθνικοί εργολάβοι και οι εθνικοί επενδυτές. Δηλαδή, όσους κυρίως εκπροσωπεί ο ΣΕΒ.

Στην απομύζηση, 
φυσικά, πρωταγωνίστησε κι ένα νέο στρώμα γραφειοκρατίας και παρασιτικής διαμεσολάβησης στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων που διαμορφώθηκε αυτές τις δεκαετίες: οι «προγραμματάκηδες». Το κόστος αυτής της διαμεσολάβησης συχνά συναγωνίζεται ή και υπερβαίνει την ποσόστωση προμήθειας (ελληνιστί: μίζας) που αναλογεί σε κάθε καθωσπρέπει σύστημα διασπάθισης δημόσιου χρήματος. Ακόμη και οι εγγυήσεις διαφάνειας, δημοσιότητας και επιτήρησης που επέβαλε η ευρωπαϊκή νομενκλατούρα θαρρείς ότι δεν είχαν άλλο στόχο από το να σιτίσουν τους διαμεσολαβητές, στους οποίους συνυπάρχουν από ΚΕΚ και δημοτικές επιχειρήσεις μέχρι τράπεζες, συνδικάτα και επιχειρηματικές ενώσεις. Οι εγγυήσεις και οι πολυσχιδείς διαδικασίες βουλώνουν στόματα και θαμπώνουν μάτια των ιθαγενών της ευρωπεριφέρειας, που πρέπει να θυμούνται ότι κάθε χιλιόμετρο οδοστρώματος που διασχίζουν με το αυτοκίνητό τους, κάθε μέτρο πεζοδρομίου που περπατούν, κάθε ράμπα αναπήρου που μπλοκάρουν με τα αυτοκίνητά τους, κάθε κυβικό τσιμέντου που έπεσε σε δημόσια και ιδιωτικά κτίρια έγιναν «με τη συγχρηματοδότηση Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ενωσης». Το αποτέλεσμα; Σε κάθε δέκα ευρώ ευρωπαϊκού χρήματος, τρία με τέσσερα χάνονται πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Και προστασία σε μαφιόζους να πληρώναμε, πιο φτηνά θα ερχόταν.

Και για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για το ότι χωρίς «πορτιέρηδες» και φέις κοντρόλ ΕΣΠΑ δεν βλέπεις, ιδού, ακόμη και αυτό το διαπρύσιο, μαστιγωτικό special report του ΣΕΒ για τις χαμένες τέσσερις δεκαετίες, τα πεταμένα 160 δισ. και την «ώρα για αλλαγή πορείας» με το επόμενο ΕΣΠΑ συνοδεύεται από την υποχρεωτική σημείωση: «Το παρόν συντάχθηκε από τον Τομέα Βιομηχανίας, Ανάπτυξης, Δικτύων &και Περιφερειακής Πολιτικής του ΣΕΒ. Αξιοποιήθηκαν στοιχεία που παράχθηκαν στο πλαίσιο του έργου “Μηχανισμός παρακολούθησης των αλλαγών και υποστήριξης των δράσεων ανάπτυξης και προσαρμοστικότητας της βιομηχανίας”, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ε.Ε. (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) μέσω του Ε.Π. “Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία”». Ακολουθούν τα λογότυπα της Ε.Ε., του ΕΠΑνΕΚ και του ΕΣΠΑ. Ητοι, ακόμη κι αυτή η 13 σελίδων προχειρογραφία, συρραφή κοινότοπων διαπιστώσεων του ΣΕΒ, έγινε με χρήματα του ΕΣΠΑ. Τόσο απλά.

Οι διαπιστώσεις, ακόμη και οι διατυπωμένες με «συγχρηματοδότηση», θα είχαν κάποια αξία αν κατέληγαν κάπου. Κι αν φώτιζαν και την άλλη όψη του τραγικού απολογισμού του χαμένου χρήματος. Διότι η νεοελληνική δοξασία ότι η δαιμόνια πελατειακή μηχανή που στήθηκε εδώ ξεγέλασε και τ’ άρπαξε από τους κουτόφραγκους είναι η πραγματικότητα με το κεφάλι κάτω. Μια χαρά ήξεραν οι κουτόφραγκοι πού τα δίναν. Η υποτιθέμενη γενναιοδωρία τους ήταν το τίμημα που τους εξασφάλιζε τη μετατροπή της ευρωπεριφέρειας σε σουπερμάρκετ για τα προϊόντα τους. Δεν έτυχε. Πέτυχε.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Αναδημοσίευση από kibi-blog.blogspot.com

Ο τουρισμός ως «βαριά βιομηχανία της χώρας» και η Λάρκο

Το κλείσιμο του beach bar στον Άλιμο που ακολούθησε αυτό της Μυκόνου, σε συνδυασμό με την αύξηση των καταγεγραμμένων κρουσμάτων Κορονοϊού, κυρίως λόγω αφιχθέντων από άλλες χώρες, θύμισε ότι το ελληνικό καλοκαίρι και ο τουρισμός ως «βαριά βιομηχανία της χώρας», είτε είναι χαμένη υπόθεση είτε κρέμεται από μια κλωστή. Ήδη μεγάλα ξενοδοχεία θα παραμείνουν κλειστά, ενώ πράκτορες όπως η TUI ακυρώνουν συμβόλαια. Αν μέσα στον Ιούνιο ή αρχές Ιουλίου αυξηθούν τα κρούσματα και οδηγηθούμε σε αρκετές τοπικές καραντίνες, τότε η καταστροφή θα είναι ολική και για τις μικρότερες μονάδες και επιχειρήσεις του τουρισμού. Και βεβαίως η απόλυτη φτώχεια για τους 700.000 εργαζόμενους στον κλάδο αυτό, οι οποίοι θα πρέπει να επιζήσουν με παρατάσεις των επιδομάτων ανεργίας ή με τα φιλοδωρήματα της μερικής απασχόλησης.

Αν προσθέσουμε και ότι αυξάνει η νευρικότητα στο Αιγαίο και νότια της Κρήτης, με βάση την τουρκική επιθετικότητα, φαίνεται ότι η βαριά βιομηχανία της χώρας, μόνο βαριά δε θα είναι. Για την ακρίβεια βέβαια ποτέ δεν ήταν. Ήταν ένα σύνθημα μιας παρασιτικής αστικής τάξης το οποίο ξεγυμνώνεται διαρκώς. Όπως ξεγυμνώθηκε το «ισχυρή Ελλάδα» το 2010 με την τότε οικονομική κρίση, έτσι και με την τωρινή υγειονομική κρίση, το μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού λειτουργεί ως αντίστροφος καταλύτης που μεγαλώνει κάθε πρόβλημα και πολλαπλασιάζει κάθε αρνητική συγκυρία. Σε κάθε στροφή των εξελίξεων, είτε οικονομική, είτε γεωπολιτική, είτε ακόμα και μια πανδημία, η βαριά βιομηχανία του τουρισμού αποδεικνύεται φτερό στον άνεμο.

Τη διαπίστωση ότι το μοντέλο ανάπτυξης είναι στρεβλό δεν την κάνει, πλέον, μόνο η Αριστερά, ή τουλάχιστον αυτή η Αριστερά που αναγνωρίζει τον παρασιτικό και εξαρτημένο χαρακτήρα της αστικής τάξης στην Ελλάδα. Όλο και περισσότεροι ψελλίζουν ότι δεν είναι δυνατόν σε μια έκτακτη κατάσταση να μη μπορούμε να παράξουμε υλικά αναγκαία για να ανταποκριθούμε.

Με αφορμή την υγειονομική κρίση τέθηκε το ερώτημα του τι μπορεί (αν πλέον μπορεί) να παράξει η Ελλάδα. Δεν συζητάμε φυσικά για τους αναπνευστήρες που παρήγαγε η Ιταλία ή τα ιατρικά μόνιτορ που παρήγαγε η Γερμανία. Συζητάμε για την απλή χειρουργική μάσκα που αποτελείται από βαμβάκι και ύφασμα και η οποία δεν μπορούσε να παραχθεί σε μια Ελλάδα με διαλυμένο παραγωγικό ιστό, κλειστές κλωστοϋφαντουργίες, ερειπωμένες βιομηχανικές μονάδες. Το ερώτημα τίθεται και πάλι όταν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εξαρτώνται από το αν θα επιλέξουν οι Γερμανοί να κάνουν ηλιοθεραπεία στην Ελλάδα ή στην Κροατία ή αν ο Ερντογάν δημιουργήσει τετελεσμένα θερμών επεισοδίων στην Κρήτη.

Όσοι βλέπουν λίγο παραπέρα, αναγνωρίζουν το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει αυτό το μοντέλο ανάπτυξης. Ο Α. Παπαχελάς στην Καθημερινή το περασμένο Σαββατοκύριακο, είδε τη διέξοδο στην αλλαγή μοντέλου ανάπτυξης στην αντιγραφή …του Ισραήλ. Επένδυση στην πολεμική βιομηχανία, εκμεταλλευόμενοι και υποθάλποντας την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και επένδυση στις νέες τεχνολογίες μέσω μιας Silicon Valley αλά Ελληνικά με φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα για τις πολυεθνικές του διαδικτύου. Μια σύγκριση μάλλον ανιστόρητη που εκτός των άλλων ως προοπτική δημιουργεί  περισσότερα αδιέξοδα απ’ όσα λύνει. Στο Φόρουμ των Δελφών Βενιζέλος και Μυτιληναίος, εξέχοντες εκπρόσωποι του πολιτικού και επιχειρηματικού ιστού που εξέθρεψε το συγκεκριμένο μοντέλο αποφάνθησαν ότι «στην Ελλάδα είδαμε ότι έχουμε ήλιο και θάλασσα και χτίσαμε ένα μονοκλαδικό μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο όμως έχει ρίσκα και πρέπει να αλλάξει».

Είναι προφανές ότι από τη διαπίστωση μέχρι την αλλαγή πλεύσης υπάρχει τρομακτική απόσταση. Μια παρασιτική άρχουσα τάξη και ένα πολιτικό και δημοσιογραφικό προσωπικό που έχει μάθει να υπάρχει λόγω της εύνοιας και της προστασίας των δυτικών «συμμάχων», αποκλειστικά και μόνο ως διαμεσολαβητής για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, δεν μπορεί να αλλάξει τη φύση του.

Την εποχή που συζητιέται το στρεβλό της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και που αποδεικνύεται ότι η έμμεση ή άμεση εξάρτηση του 30% της οικονομίας μιας χώρας από τον τουρισμό είναι αδιέξοδο, προωθείται από την κυβέρνηση και την Ε.Ε. η τριχοτόμηση και η ιδιωτικοποίηση ή η χρεοκοπία μιας από τις μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες, της ΛΑΡΚΟ. Αν υλοποιηθεί το σχέδιο της κυβέρνησης, απειλείται με λουκέτο η μοναδική βιομηχανία νικελίου εντός Ε.Ε. και μία από τις δύο που λειτουργούν στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο εκτός Ρωσίας. Ή με εξαγορά από ανταγωνιστές (ακούγονται διάφοροι όμιλοι από Ελβετία).

Η Λάρκο από το 1989 είναι ανώνυμη εταιρεία με βασικούς μετόχους την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τη ΔΕΗ και το ελληνικό δημόσιο (ΟΑΕ). Διαθέτει μεταλλεία σε Εύβοια, Βοιωτία, Καστοριά, Κοζάνη. Η εταιρεία διαθέτει επίσης ένα μεταλλουργικό εργοστάσιο στη Φθιώτιδα που απασχολεί την πλειονότητα των εργαζομένων της επιχείρησης. Μέχρι το 1989 ήταν ιδιοκτησίας Μποδοσάκη. Στην τότε εκκαθάριση φορτώθηκε με χρέη και μόλις το 2004 ξαναπέρασε σε κερδοφορία. Επί Καραμανλή το 2006 αλλάζει η ήδη υψηλή τιμολόγηση του ρεύματος και η ΛΑΡΚΟ πλήρωνε υπερδιπλάσια τιμή, με αποτέλεσμα από το χρέος που έχει σήμερα των 470 εκατ. Ευρώ τα 351,2 εκατ. είναι οφειλές προς τη ΔΕΗ.

Στα προβλήματα ανταγωνιστικότητας λόγω παγκοσμιοποίησης (νέα αντίστοιχα φτηνά εργοστάσια και εργατικά χέρια στην Ασία), η Ε.Ε. δεν επιτρέπει στην Ελλάδα να χρηματοδοτήσει επενδύσεις για ανανέωση εξοπλισμού και νέες καινοτόμες μεθόδους ώστε να γίνει βιώσιμο το κόστος. Σημειωτέον ότι η παλαιότητα του εξοπλισμού κοστίζει πολλές φορές και ζωές εργατών. Με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου το 2014 και το 2017 κάνει σαφές ότι η μόνη «ανταγωνιστική» ελληνική μεγάλη επιχείρηση για την Ε.Ε. είναι η πτωχευμένη, απαξιωμένη και εν τέλει ξεπουλημένη σε πολυεθνικά μονοπώλια επιχείρηση. Να σημειώσουμε ότι η χώρα μας έχει επίσης κοιτάσματα χρωμίου, όπου μαζί με το νικέλιο μπορούν να παράξουν ανοξείδωτο χάλυβα και το 1982 πραγματοποιήθηκε (με επιτυχία) πείραμα στη ΛΑΡΚΟ παραγωγής αυτού, ωστόσο, στο πλαίσιο των πολιτικών της τότε ΕΟΚ, δεν προχώρησε στη δημιουργία αντίστοιχης μονάδας παραγωγής. Η ΛΑΡΚΟ όλα τα χρόνια πουλά το σιδηρονικέλιο σε ξένους ομίλους. Αυτοί παράγουν ανοξείδωτο χάλυβα και η Ελλάδα εισάγει αυτό που μπορούσε να παράγει καθετοποιημένα και να εξάγει.

Βέβαια τα ΜΜΕ στη χρεοκοπία της ΛΑΡΚΟ βλέπουν το γνωστό χιλιοπαιγμένο έργο. Τις πελατειακές σχέσεις και τους διορισμούς φίλων και εξαδέρφων, τη διαπλοκή με τη διοίκηση κάποιων συνδικαλιστών (οι οποίοι είναι της νεοφιλελεύθερης αντικρατικίστικης ΔΑΚΕ) τα προκλητικά προνόμια μερικών δεκάδων τέτοιων συνδικαλιστών, παραγόντων, στελεχών, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών αμείβεται με μισθούς των 1000 και των 1200 ευρώ.

Το ερώτημα βέβαια προς την κυβέρνηση είναι το εξής: Σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές συνθήκες έχουν «χαλαρώσει», γιατί δεν επιλέγει να επενδύσει στη ΛΑΡΚΟ, να την ξανακάνει ανταγωνιστική και ταυτόχρονα να σπάσει το απόστημα των δικών της στελεχών και συνδικαλιστών που αμείβονται με 5.000 το μήνα; Γιατί επιλέγει να κλείσει άλλη μια βιομηχανία η οποία μπορεί να γίνει βιώσιμη;

Το παράδειγμα της ΛΑΡΚΟ είναι χαρακτηριστικό γιατί, παρά τις ρητορείες, ο λύκος δε μπορεί να γίνει πρόβατο. Το μοντέλο ανάπτυξης δεν μπορεί να αλλάξει από αυτούς που κερδοφορούν -άκοπα και αεριτζήδικα- από αυτό. Μια παρασιτική αστική τάξη για την οποία τα κέρδη είναι δικά της, αλλά οι ζημιές του ελληνικού δημοσίου. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία μεθοδεύει το κλείσιμο και την παρακμή των ελληνικών επιχειρήσεων προς όφελος των πολυεθνικών ομίλων. Ένα πολιτικό, δημοσιογραφικό προσωπικό που καθυβρίζοντας το δημόσιο διορίζει, κλέβει, αρπάζει ό,τι προλάβει από αυτό. Και σαν γαρνιτούρα, μια διαπλεκόμενη συνδικαλιστική γραφειοκρατία (καμία σχέση με τη συντριπτική πλειοψηφία των συνδικαλιστών που δίνουν μάχες με αυταπάρνηση για τα εργατικά συμφέροντα), χρήσιμη για να ελέγχει τους εργαζόμενους και να συναινεί στα νεύματα της εξουσίας.

Μια αντίστροφη πορεία πρέπει να ξεκινήσει από το ξήλωμα όλου του παραπάνω πλαισίου. Για να σταματήσει το ανέκδοτο ότι η βαριά μας βιομηχανία είναι ο τουρισμός.

H αβάσταχτη ελαφρότητα της “βαριάς βιομηχανίας” της χώρας, του τουρισμού

Εξ΄ αρχής, ο τουρισμός, είναι ένα οικονομικό μοντέλο το οποίο εξαρτάται από παράγοντες εξωτερικούς ως προς την ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας μιας χώρας. Είναι λοιπόν ένας «φιλάσθενος» οικονομικός τομέας, καθώς είναι διαρκώς εξαρτώμενος από τις διεθνείς κρίσεις (οικονομικές, γεωπολιτικές, υγειονομικές, κτλ). Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα βάσει κάποιων ακόμη πολύ σημαντικών παραμέτρων, που είτε σχετίζονται με την λειτουργία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου, είτε οφείλονται σε κάποιες «ιδιαιτερότητες» της χώρας μας.

Πρώτον, μέσα στο διεθνώς παγκοσμιοποιημένο, οικονομικά και όχι μόνο, διεθνές περιβάλλον, όπου «φταρνίζονται στην Κίνα και αρρωσταίνουν στην Αμερική», οι κρίσεις «μεταφέρονται» άμεσα, χωρίς επί της ουσίας οι χώρες να μπορέσουν να ορθώσουν έγκαιρα κάποιο ουσιαστικό «τείχος προστασίας». Μια διεθνής κρίση, οποιασδήποτε σχεδόν μορφής, επηρεάζει πλέον σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό πολύ περισσότερες χώρες, αν όχι ολόκληρο τον πλανήτη, από ότι 10 ή 20 χρόνια πριν. Όπως η φούσκα των ακινήτων του 2008 που δημιούργησε  την μεγαλύτερη ύφεση των τελευταίων δεκαετιών, γεννήθηκε στην Αμερική και έπληξε τελικά την Ευρώπη, η πανδημία του Covid ταξίδεψε πολύ γρήγορα από την μακρινή Ασία στην Ευρώπη και στην Αμερική, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση, κυρίως στον Δυτικό κόσμο.

Δεύτερο, το κυρίαρχο μοντέλο του φθηνού μαζικοποιημένου «εκβιομηχανοποιημένου» τουρισμού που έχει επιλεχθεί για την Ελλάδα, τουλάχιστον την τελευταία δεκαπενταετία, που αφορά κυρίως στα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα των all inclusive και των βραχιολιών, είναι ακόμη πιο επιρρεπές στην κατάρρευση μπροστά σε μια δύσκολη διεθνή συγκυρία, όπως η σημερινή. Οι εποχή των Γερμανών και των Γιουγκοσλάβων της Χαλκιδικής έχει περάσει ανεπιστρεπτί και η χώρα έχει «προσαρμοστεί» στον φθηνότερο τουρισμό των πακέτων και των προσφορών. Η τουριστική κίνηση μπορεί να αυξανόταν τα προηγούμενα χρόνια, τα τουριστικά έσοδα όμως δεν ακολουθούσαν αναλογικά την αύξηση αυτή.

Τρίτον, η τεράστια οικονομική εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό (αγγίζει το 30% του ΑΕΠ), δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες στο σύνολο της οικονομίας της χώρας. Όταν σχεδόν το 1/3 της οικονομίας εξαρτάται από έναν κλάδο, ο οποίος με τη σειρά του εξαρτάται από την διεθνή συγκυρία, δεν χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος για να διαπιστώσεις το εξαιρετικά προβληματικό του πράγματος. Δεν χρειάζεται να ξέρεις καν οικονομικά προκειμένου να αντιληφθείς ότι στην περίπτωση που το ποσοστό από τον τουρισμό μειωθεί επικίνδυνα έστω και μία χρονιά, θα τροφοδοτήσει έναν φαύλο κύκλο, όχι μόνο συνολικότερης οικονομικής ύφεσης, αλλά περαιτέρω απορρύθμισης του τουριστικού μοντέλου. Η κατακρήμνιση της τιμής του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος, η αποδιοργάνωση των τουριστικών επιχειρήσεων και η ανασύσταση επί του χειρότερου της τουριστικής αγοράς, θα είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά της επόμενης μέρας σε μια τέτοια περίπτωση. Η πρόγνωση της φετινής τουριστικής σεζόν είναι ακόμη θολή, αυτό όμως που ήδη φαίνεται είναι ότι εκατοντάδες μικρές ως επί το πλείστον ξενοδοχειακές μονάδες  έχουν βγάλει πωλητήριο και αρκετές χιλιάδες είναι αυτές που δεν θα λειτουργήσουν, ανοίγοντας την όρεξη μεγάλων ξένων ομίλων που θέλουν να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση αντί να επιλέξει να εκμεταλλευτεί μακροπρόθεσμα το πλεονέκτημα της χώρας ως Covid-free, πράγμα που οφείλεται, πέρα από τους ιδιαίτερους  παράγοντες της χώρας, στην μεγάλη αυτοσυγκράτηση και πειθαρχία του κόσμου, ανοίγει τον τουρισμό με όρους αγέλης, χωρίς την ύπαρξη προληπτικών μέτρων για τους επισκέπτες, όπως την πραγματοποίηση διαγνωστικών τεστς, την απαίτηση ανοσολογικών ή άλλων υγειονομικών πιστοποιητικών, χωρίς καν την ύπαρξη ολοκληρωμένων υγειονομικών πρωτοκόλλων. Και μάλιστα την ίδια στιγμή που το δεύτερο κύμα της πανδημίας θεωρείται βέβαιο από τα πλέον επίσημα χείλη. Η «απομόνωση» της χώρας, λόγω της χαμηλής αεροπορικής της συνδεσιμότητας, ήταν ένας από τους σημαντικότερους  παράγοντες της χαμηλής εξάπλωσης του Covid-19, σε σύγκριση με άλλες «ανεπτυγμένες» χώρες. Αν ο παράγοντας αυτός εξαλειφθεί με την είσοδο εκατοντάδων χιλιάδων επισκεπτών, κανείς δεν εγγυάται ότι η καμπύλη της εξάπλωσης του ιού δεν θα αρχίσει να ακολουθεί μια εκθετική πορεία, που εν μέσω καλοκαιριού και δεδομένου ότι έχουν γίνει ελάχιστα για την ενίσχυση των δομών υγείας, θα κάνει τη διαχείριση του νέου κύματος ακόμη πιο δύσκολη από το πρώτο.

Είναι γεγονός ότι οικονομίες που δεν βασίζονται στα δικά τους πόδια αλλά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες, είναι καταδικασμένες σε συνθήκες κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε και αυτή που θα διανύσουμε, να αποσταθεροποιηθούν ακόμη περισσότερο. Η «βαριά βιομηχανία της χώρας» διανύει μια κρίσιμη περίοδο αβάσταχτης ελαφρότητας με άγνωστο το πότε, το πώς και σε ποιο βαθμό θα αναρρώσει. Μπροστά στο διαφαινόμενο αδιέξοδο που προϋπήρχε αλλά ειδώθηκε ευκρινέστερα με την πανδημία, θα μπορούσε να υπάρξει καταρχήν μια αναζήτηση ενός διαφορετικού τουριστικού μοντέλου, λιγότερο εξαρτημένου από τον διεθνή παράγοντα, που δεν θα μπορεί να μη σέβεται τους ανθρώπους που υπηρετεί αλλά και το υπηρετούν, τις τοπικές κοινωνίες και φυσικά το περιβάλλον, κοινωνικό και φυσικό. Και να ανοίξει η αναγκαία εδώ και χρόνια συζήτηση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με τη σταδιακή του απεξάρτηση από τον ξένο οικονομικό παράγοντα και την επανασύσταση μιας εγχώριας οικονομίας, που να μην αποδεικνύεται φούσκα και να καταρρέει σαν χάρτινος πύργος σε κάθε κρίση, αλλά να μπορεί στηρίζεται στα δικά της πόδια, στις δικές της παραγωγικές δυνατότητες και να σέβεται τους ανθρώπους της εργασίας που το δημιουργούν.