Άρθρα

Το κόμπλεξ του να είσαι Έλληνας

Ο πρόσφατα αποθανών Χρήστος Σαρτζετάκης, λοιδορήθηκε ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας από πολλούς, και αμφισβητήθηκε από ακόμη περισσότερους. Αλλά, αν και η θητεία του άφησε μικρή κληρονομιά, ο χαρακτηρισμός, εκ μέρους του, του ελληνισμού ως «έθνος ανάδελφον», παρέμεινε ως κοινόχρηστη έκφραση.

Όπως άλλες νεοελληνικές ρήσεις («στην Ελλάδα ό,τι δηλώσεις είσαι», «στη χώρα αυτή είμαστε όλοι τραγικά αυτοδίδακτοι», «άλλος γαμάει, άλλος πληρώνει», κ.α.), έμεινε, επειδή εκφράζει με δυο λέξεις, μια ιστορική αλήθεια: η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας εθνών, όπως αποτελούν τα σλαβικά, τα λατινογενή, τα νορδικά, και άλλα έθνη.

Ορισμένοι, βέβαια, ισχυρίζονται ότι «ανήκομεν στη Δύση», και έχουν δίκιο, αλλά με τρόπο ο οποίος δεν αναιρεί το «ανάδελφον». Η «απέραντη παράγκα» που στήσαμε «ανήκει στη Δύση» με την ίδια έννοια που και η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά ανήκε στο αφεντικό του (και όχι, πάντως, με την έννοια της οικογένειας).

Το περίεργο είναι ότι πολλοί από όσους απορρίπτουν τον χαρακτηρισμό περί «ανάδελφου έθνους» ως έκφραση εθνικιστικής υπεροψίας, υιοθετούν ταυτόχρονα με ενθουσιασμό την ίδια ακριβώς ιδέα με ανεστραμμένο πρόσημο. Ισχυρίζονται δηλαδή πως ασφαλώς και είμαστε ανάδελφο έθνος ― αλλά μόνο σε ό,τι αφορά τα κουσούρια μας.

Ο οικτιρμός τους, δε, των εθνικών κουσουριών εκφράζεται πολλαπλώς. Από το θρήνο για την Ελλάδα που «δεν πέρασε Διαφωτισμό» (άραγε η Ιαπωνία πέρασε;), έως τον κοπετό για φαινόμενα που «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν» (αλλά που, περιέργως, ήρθαν εισαγόμενα), και από τις συνεχείς προτροπές να «γίνουμε ευρωπαίοι», έως το (εξίσου συνεχές) αυτομαστίγωμα επειδή δεν γίναμε ακόμα.

Ορισμένοι, που είτε δεν ταξίδεψαν ποτέ εκτός της Ελληνικής επικράτειας, είτε πήγαν, γύρισαν, ή ακόμα και σπούδασαν έξω, αλλά παρόλα αυτά δεν πήραν χαμπάρι γρυ, θεωρούν ότι κάθε είδους δεινό του ελληνικού βίου είναι μοναδικό ελληνικό φαινόμενο. Ακόμα και αν πρόκειται για χούγια εμφανώς εισαγόμενα.

Για παράδειγμα, ο χουλιγκανισμός, ο οποίος με αφορμή το πρόσφατο αποτρόπαιο συμβάν, αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως δείγμα μιας ιδιαίτερης ελληνικής οπισθοδρόμησης, ενώ όχι μόνο είναι παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά έχει ευρωπαϊκά τόσο ταυτιστεί με την Αγγλία, ώστε να χαρακτηρίζεται πανευρωπαϊκά ως η «Αγγλική ασθένεια».

Αντίστοιχα, αν διαβάσει κανείς το ελληνικό «μέτωπο της λογικής», θα συμπεράνει πως εδώ εφευρέθηκαν οι θεωρίες συνωμοσίας. Ενώ, βέβαια, από τους «ψεκασμούς» και τα «UFO» (ΗΠΑ), έως τους Illuminati και τα «Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» (Γαλλία), όλες οι θεωρίες που κυκλοφορούν στην συνωμοσιολογική πιάτσα είναι προϊόντα εισαγωγής.

Και αν τα προηγούμενα παραδείγματα ήταν σχετικά ακίνδυνα, οι παρεξηγήσεις φτάνουν σε πολύ μεγαλύτερο βάθος απαξιώνοντας μέγα μέρος της ιστορίας μας και της αυτοεκτίμησης μας, ή ακόμα και επηρεάζοντας τη χάραξη εξωτερικής πολιτικής (ή έστω, θα την επηρέαζε, αν αυτή δεν προαποφασίζονταν στην Ουάσιγκτον και το Βερολίνο).

Ο περίφημος ελληνικός «εθνικισμός», για παράδειγμα, ο οποίος στιγματίζεται ως δείγμα «βαλκανικού βαρβαρισμού», δεν ήταν παρά η υιοθέτηση ενός καθαρά ευρωπαϊκού ιδεώδους (και μάλιστα του Διαφωτισμού) από μια υπόδουλη εθνότητα. Και βέβαια, δεν δημιούργησε αποικίες, δεν ξεκίνησε παγκόσμιους πολέμους, ούτε προχώρησε σε γενοκτονίες σαν τους λιμούς των Βρετανών στην Ινδία ή το ναζιστικό Ολοκαύτωμα. Όλα αυτά προϊόντα της πολιτισμένης Δύσης ήταν.

Αυτό δεν σημαίνει πως εδώ γίνονται όλα σωστά, ή πως για όλα τα λάθη μας φταίει ο «ξένος δάκτυλος». Απλά ότι η Ελλάδα δεν έκανε βαθύτερα λάθη από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και ότι σε πολλές περιπτώσεις ― εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας μας, της ιστορίας μας, αλλά και της αδυναμίας και μικρού μεγέθους μας, υπήρξαμε πολύ ανθρωπινότεροι.

Από τα πρώτα μετεπαναστατικά κόμματα (τα επονομαζόμενα και ως το «γαλλικό», το «αγγλικό», και το «ρωσικό» ― το καθένα με βάση τη ξένη δύναμη τα συμφέροντα της οποίας υπηρετούσε), έως το σχέδιο Μάρσαλ, το μετεμφυλιακό κράτος και τα σύγχρονα μνημόνια, οι σοβαρότερες παθολογίες μας αποτελούν προϊόντα εξάρτησης. Κάτι που ισχύει σε όλες τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, και τα κράτη-δορυφόρους.

Τα δε σύγχρονα δεινά, από την πολιτική διαφθορά και τα fake news, εώς τις αποβλακωτικές εκπομπές τύπου Survivor και την καταστροφή του περιβάλλοντος, δεν αφορούν κάποια ειδική ελληνική παθογένεια, ή την άλλη καραμέλα της εγχώριας «έλλειψης παιδείας». Όχι γιατί δεν υπάρχει έλλειψη παιδείας, αλλά γιατί και αυτά τα εισάγαμε ― από τις ίδιες τις χώρες που οι κήνσορες μας θαυμάζουν για την παιδεία τους.

Το αντίθετο θα ήταν το περίεργο ― ένα μικρό και ασήμαντο σε επιρροή κράτος όπως το νεοελληνικό να έχει εφεύρει πράγματα που εξαπλώθηκαν παγκόσμια. Όπως στην Αμερική δεν βλέπουν Άγριες Μέλισσες, ούτε ακούνε Τερλέγκα, αλλά εμείς βλέπουμε Game of Thrones και ακουμε Johnny Cash, έτσι και τα σύγχρονα κουσούρια μας τα εισάγουμε μάλλον, παρά τα εξάγουμε. Μαζί εισάγουμε και τις σύγχρονες συνταγές ενάντια σε αυτά ― οι οποίες είναι συχνά χειρότερες των ίδιων των κουσουριών.

Πατριάρχης της σχετικής αυτο-μαστιγωτικής κλάψας (τον οποίο οι σημερινοί θεράποντες της αναγνωρίζουν άλλωστε ως ιδεολογικό τους πρόγονο) υπήρξε ασφαλώς ο Εμμανουήλ Ροϊδης, που εξέφρασε, όχι χωρίς ταλέντο, το Πλατωνικό ιδεώδες του ανθρώπου που εκστρατεύει να διορθώσει αυτό τον τόπο χωρίς πρώτα να τον καταλάβει ― πόσο μάλλον να τον αγαπήσει.

Έκτοτε, οι αυτόκλητοι ή και θεσμικά ορισμένοι σωτήρες δεν θα λείψουν ποτέ από τον δημόσιο λόγο, χάρη σε μια συνεχή φωστήρων που εντυπωσιασμένοι από όσα φοβερά είδαν στας Ευρώπας, έρχονται αποφασισμένοι να μας τα μεταλαμπαδεύσουν. Ο (γερμανο-σπουδαγμένος) Νίκος Δήμου έπαιξε τέλεια αυτό το ρόλο τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες, με την σχετική αρθρογραφία του και βιβλία όπως «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας».

Καθώς όμως οι ΗΠΑ γίνονται πιο προσιτές και τα προγράμματα «μαλακής ισχύος» εξαπλώνονται, η Αμερική αρχίζει να επικρατεί ως χώρα εξαγωγής πολιτισμικών προτύπων προς κατανάλωση ημών των κάφρων.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, προειδοποιούσε ήδη από το μακρινό 1988, για τη δημοσιογραφική, διανοητική, και καλλιτεχνική «πρωτοπορία» του εκσυγχρονισμού (διάβαζε «ξεβλαχέματος») της χώρας, η οποία επί Κοσκωτά είχε βρει τον πρώτο μεγάλο της χορηγό:

«(…) μοντέρνοι δημοσιογράφοι, κριτικοί κινηματογράφου, σοβαροί επιχειρηματίες, ψευτοσοσιαλιστές πολιτικοί, νεαροί γιάπις, όλη αυτή ή αφρόκρεμα της φαντασίας που πιστεύει βαθύτατα ότι η Ελλάδα δεν είναι αντάξιά της κι ότι αυτός εδώ ο τόπος πρέπει να γίνει πεζόδρομος στον οποίο θα εξαφανιστούν ακόμα και τα περίπτερα».

Προσθέτοντας, μάλιστα, προφητικά:

«Μόλις καταλαγιάσει το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης Κοσκωτά θα γεμίσουμε με αναλύσεις που θα αποδεικνύουν ότι φταίει η Ελλάδα για τον απατεώνα. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος έφυγε από την πλατεία Κολιάτσου και πήγε στην Αμερική. Αλλά κι όταν γύρισε έστελνε τα περιοδικά του στον Νίκολας Γκέητζ ζητώντας του συμβουλές για τη βελτίωσή τους. Το διαφημιστικό της Τράπεζας Κρήτης μοιάζει μάλλον με γερμανικό φιλμάκι που μας προετοιμάζει για την έλευση υπερανθρώπων και το Τέταρτο δεν έχανε ευκαιρία για να τονίσει πόσο ξεπερασμένος είναι ο Καζαντζίδης ή πόσο γύφτος είναι ο Χριστοδουλόπουλος. Η εφημερίδα του ήταν αντιγραφή μιας ανάλογης αμερικάνικης κι ο σταθμός του που ακούει στο όνομα Sky περιέθαλψε τον πρώην διευθυντή του επίσης ξενόγλωσσου ΤΟΡ ΡΜ ο οποίος ήρθε από το Βέλγιο. Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος δεν είχε καμία σχέση με την «ελληνική μιζέρια», όπως ο θαυμαστός καινούργιος Ολυμπιακός δεν έχει καμία σχέση με τη θρυλική ομάδα που πριν να γίνει πολυεθνική εξέφραζε τον κόσμο του Πειραιά. Το σκηνικό που έστησε ο Κοσκωτάς είναι ξένων προδιαγραφών και αποτελεί προπομπό ανάλογων σκηνικών που θα στηθούν στο αμέσως προσεχές μέλλον.»

Πράγματι, από την Αμερική θα έρθουν, από το 1989 και μετά, οι πλέον επιτυχημένες προσπάθειες «εκσυγχρονισμού» της ντόπιας πραγματικότητας. Και, πράγματι, οι σχετικές εκστρατείες ξεβλαχέματος, θα ακολουθήσουν τις πατέντες που εισήγαγε ο Κοσκωτάς, στοχεύοντας σε κάθε πτυχή της ελληνικής κοινωνίας, και λαμβάνοντας την αντίστοιχη μορφή.

Έτσι, έχουμε π.χ. την λαϊκή και lifestyle εκδοχή (ΚΛΙΚ, ΝΙΤΡΟ, MAX, STATUS), τη χιψτερο-νεανική εκδοχή (01, LIFO), τη φιλελέ εκδοχή (Protagon, Athens Voice), την «καλλιτεχνική» εκδοχή (από τις επιλογές προγράμματος μουσικών μεγάρων εκδοτών και πολιτιστικών ιδρυμάτων εφοπλιστών, έως το Greek Review of Books), κ.α.

Μαζί, φυσικά, με αρκετές μεμονωμένες μορφές («μουρλοκακομοίρες» είναι η λέξη που έρχεται κατά νου) που υπηρετούν το ίδιο εγχείρημα ως ατομικές περιπτώσεις: από τις νουθεσίες της Σώτης Τριανταφύλλου (η οποία ανέλυσε πρόσφατα στο Δημήτρη Δανίκα τις «19 παθογένειες του Έλληνα»), και την ευρατλαντική παλινωδία του Στέλιου Ράμφου, έως το ιστορικό ρεβιζιονισμό του Στάθη Καλύβα.

Αφήνοντας πίσω τους τον Κοσκωτά, οι «βελτιωτές» του ελληνισμού θα πρωτοστατήσουν σε κάθε νέα εθνική εποποιία, όσο πιο βρώμικη και επιζήμια για την χώρα, τόσο το καλύτερο.

Έτσι, Θα ξεκινήσουν καριέρες στα κανάλια και τα περιοδικά που θα στήσουν τα «νέα τζάκια», θα σηκώσουν τα φλάμπουρα του σημιτικού εκσυγχρονισμού, θα πιάσουν τα πόστα σε υπηρεσίες και οργανισμούς, θα υμνήσουν επιχειρηματίες σαν τον Λαυρεντιάδη, τον Φλώρο, τον Κουτσολιούτσο, και το Χριστοφοράκο, θα καλοφάνε στις  «πολιτιστικές πρωτεύουσες», θα χαιρετίσουν την είσοδο της χώρας στο ευρώ, θα λειτουργήσουν ως γραφεία τύπου της Τρόικας, και, όταν το προηγούμενο πολιτικό προσωπικό «καεί», θα στελεχώσουν τη ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ, το (πάλαι ποτέ) ΠΟΤΑΜΙ, και το ΚΙΝΑΛ.

Ταυτόχρονα, με αστείρευτη ενέργεια και ελβετό-ψυχη συνέπεια, δεν θα πάψουν να μαστιγώνουν τους ανάξιους τους (και ανάξιους της «μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας») ιθαγενείς, στηλιτεύοντας όλα τα κακά που «μόνο στην Ελλάδα» συμβαίνουν ― και που, επομένως, απαιτούν την εξιλέωση μας μέσω Μνημονίων, την μεταμόρφωση μας μέσω μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, και την μετεκπαίδευση μας μέχρι να γίνουμε άνθρωποι ή «μέχρι να σβήσει ο ήλιος» (ό,τι έρθει πρώτο).

Αν το ελληνικό έθνος είναι όντως «ανάδελφον» σηκώνει συζήτηση. Ένα όμως είναι σίγουρο: τα κόμπλεξ και οι νουθεσίες των επίδοξων βελτιωτών του δεν είναι καθόλου ανάδελφα.

Στην γενική τους μορφή θα τα συναντήσει κανείς σε πολλές χώρες, αλλά με την ένταση και το βάθος που έχουν στην Ελλάδα, θα τα βρει ειδικά σε αποικίες και πρώην αποικίες. Είναι εκεί όπου η υποτέλεια και ο εξευτελισμός, μετατρέπονται σε αυτο-περιφρόνηση, αλλά και εκεί όπου οι ξενο-σπουδαγμένοι γόνοι των ντόπιων κοτζαμπάσηδων και γενίτσαροι από τις λαϊκές τάξεις, επιστρέφουν για να βοηθήσουν να εμπεδώσουν οι ιθαγενείς την ιδεολογία, την κοσμοθεωρία, και τα συμφέροντα των ξένων αφεντικών. Αφού, πρώτα, βέβαια, τα εμπέδωσαν οι ιδιοι.

Δεν είναι ασφαλώς όλες οι περιπτώσεις ίδιες.

Αν επιτρέπετε μια μαγειρική παρομοίωση, ορισμένοι ορέγονται  πλέον μόνο κασουλέ ― η φασολάδα δεν τους λέει τίποτα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι περισσότεροι της «αστικής παιδείας» ― συμπεριλαμβανομένων αριστερών όπως ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο οποίος άκουγε κλασική αλλά σνόμπαρε το μπουζούκι.

Άλλοι πάλι, δέχονται τα εδώ, ή ακόμα και τα υμνούν αφηρημένα, αλλά χωρίς να τα νιώθουν σε βάθος, και, πάντως, ζητούν να γίνουν ορισμένες βελτιώσεις ― να βάλουμε ας πούμε λίγο σούσι στη χωριάτικη. Σε αυτή την κατηγορία ανήκαν πολλοί από την «γενιά του ΄30».

Άλλοι, τέλος, βλέπουν στα McDonalds την κορυφή της παγκόσμιας κουζίνας. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι περισσότεροι σήμερα, (συμπεριλαμβανομένου του Στέλιου Ράμφου, ο οποίος εξύμνησε την Αμερικανική κοινωνία λίγο πριν πετύχει το ναδίρ της, με το ίδιο πάθος που κάποτε ο Μίμης Ανδρουλάκης έγραφε στο Ριζοσπάστη ενθουσιώδεις ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις για την ΕΣΣΔ που «κτίζει το νέο άνθρωπο», λίγα χρόνια πριν αυτή πάει άκλαφτη).

Το άρθρο του Χρήστου Βακαλόπουλου που παραθέσαμε νωρίτερα, κλείνει με μια προειδοποίηση:

«Οι κάθε είδους μεταμοντέρνοι μας το κοπανάνε συνεχώς: ζείτε σε μια άθλια χώρα, κινητοποιηθείτε και καταστρέψτε την πραγματική σας ζωή, πουληθείτε στις οργανωμένες φαντασιώσεις για να γλιτώσετε από τον εαυτό σας. (…) Αν συμφιλιωθούμε μ’ αυτό που είμαστε ήδη, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνουμε κάτι. Διαφορετικά θα ξοδεύουμε λεφτά μόνο και μόνο για να φανταζόμαστε ότι υπάρχουμε».

Σήμερα, περιφρονούμε ακόμα περισσότερο τη χώρα μας ως άθλια ― όσοι δεν την έχουμε εγκαταλείψει, και κάνουμε ακόμη ό,τι μπορούμε για να καταστρέψουμε όσα απέμειναν από την πραγματική μας ζωή. Εξακολουθούμε, δε, να «φανταζόμαστε ότι υπάρχουμε», αλλά τα λεφτά τα έχουμε ήδη ξοδέψει. Πλέον το κάνουμε με δανεικά.

Πηγή: The Press Project

Οι μισοί νέοι εργαζόμενοι στο εξωτερικό. Οι άλλοι μισοί στην ανασφάλεια. Ποιοι θα κάνουν παιδιά σε αυτή τη χώρα;

Αναμένοντας την απογραφή του 2021 (στην οποία θα φανεί η μείωση του πληθυσμού κατά μισό εκ.), θυμόμαστε μια έρευνα για το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας. Γιατί πέρα από μια φωτογραφία της στιγμής που είναι η απογραφή, καλό είναι –όσο  μπορούμε –να  δούμε το σενάριο όλης της ταινίας που λέγεται πληθυσμιακή συρρίκνωση της Ελλάδας.

Τι έλεγε αυτή η έκθεση που βγήκε το 2016;

  1. Η χώρα είναι ήδη σε πτωτική τάση, δηλαδή ετησίως υπάρχουν λιγότερες γέννες από θανάτους
  2. Σε βάθος τριακονταετίας (το 2050) το αισιόδοξο σενάριο προβλέπει συνολικό πληθυσμό 10 εκατομμυρίων, ενώ οι πιο απαισιόδοξες μετρήσεις δείχνουν 8,3 εκατομμύρια
  3. Η διάμεση ηλικία (δηλαδή η ηλικία εκατέρωθεν της οποίας ισομοιράζεται ηλικιακά ο πληθυσμός) από 26 χρονών το 1951 και 44 χρονών που είναι σήμερα, εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 5 με 8 χρόνια
  4. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός από 7 εκατομμύρια θα μειωθεί στα 4,8 με 5,5 εκατομμύρια.
  5. Ο δείκτης γήρανσης που δείχνει την ταχύτητα γήρανσης μιας χώρας (που είναι το κλάσμα που στον αριθμητή του έχει τον πληθυσμό άνω των 65 ετών και στον παρονομαστή του τον πληθυσμό κάτω των 14 ετών) από 1,44 θα αυξηθεί σε 2,73.

Ας αναλογιστούμε τι θα σημαίνουν τα παραπάνω. Αν ισχύσει το παραπάνω σενάριο δεν θα μιλάμε για μια απλή δημογραφική μείωση. Η αύξηση του δείκτη γήρανσης σημαίνει ότι θα επιταχυνθεί αυτή η διαδικασία, ότι το πρόβλημα κάθε χρονιά θα είναι πιο σημαντικό από την προηγούμενη, ότι κάθε χρόνο θα γερνάμε πιο γρήγορα. Έχουμε μπει δηλαδή σε ένα φαύλο κύκλο, στον οποίο χρόνο με τον χρόνο το πρόβλημα αυξάνεται εκθετικά. Είναι πολύ απλό. Όταν έχεις λιγότερες γεννήσεις για δύο δεκαετίες, ο πληθυσμός που μπορεί να κάνει παιδιά θα είναι πολύ λιγότερος και αυτός με τη σειρά του δεν θα κάνει πολλά παιδιά, όπου αυτά με τη σειρά τους δεν θα κάνουν περισσότερα παιδιά κοκ…

Ας σκεφτούμε τι θα σημαίνει αυτό για τα ασφαλιστικά ταμεία. Με τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό να έχει μειωθεί κατά 20%. Και σε αυτό το ζήτημα η λύση δεν είναι να αυξήσουμε παραπάνω τα χρόνια συνταξιοδότησης ούτε να μειώσουμε τις συντάξεις, ούτε να ιδιωτικοποιήσουμε την ασφάλιση… Ή ας σκεφτούμε τι θα σημαίνει για το μέγεθος της χώρας ή την γεωπολιτική ισχύ, ακόμα και τι μπορεί να σημαίνει για ζητήματα εθνικής άμυνας. Ας τολμήσουμε να φανταστούμε τι μπορεί να σημαίνει για την κοινωνική ψυχολογία ενός γερασμένου πληθυσμού σε μια χώρα «γερόντων».

Αν τα παραπάνω φαίνονται υπερβολικές ας δούμε ένα παράδειγμα. Μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα, η Λετονία, αναγκάστηκε να καταφύγει στο ΔΝΤ για δανεισμό όπως εμείς στην κρίση του 2008. Το ΑΕΠ της χώρας συρρικνώθηκε ακαριαία πάνω από 10% και η ανεργία ανέβηκε επίσης από το 7% κοντά στο 23%. Αυτό ήταν το αντίστοιχο αποτέλεσμα των μνημονίων στη χώρα της Βαλτικής. Τι σήμαινε αυτό για τον πληθυσμό της; Χωρίς να έχει υπολογιστεί ακριβώς, εκτιμάται ότι το πάνω από 400,000 αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Η Λετονία την περίοδο εκείνη ήταν μια χώρα των 2,2 εκατομμυρίων. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το 20% της χώρας έφυγε στο εξωτερικό. Τι συμβαίνει σήμερα μια δεκαετία μετά; Τα «νούμερα» έχουν κάπως σταθεροποιηθεί, κάποιοι μπορεί να επέστρεψαν (αν και η αναμενόμενη νέα κρίση πιθανά να αμφισβητήσει και αυτό το γεγονός) αλλά τα αποτελέσματα των πολιτικών λιτότητας είναι ακόμα εκεί. Τα μνημόνια μπορεί να τελειώνουν, τα αποτελέσματά τους όμως δεν φαίνεται να τελειώνουν ποτέ.

Ο πληθυσμός της Λετονίας είναι σήμερα 1,92 εκατομμύρια, δηλαδή έχει μειωθεί κατά 13% σε 10 χρόνια. Η κατάσταση όμως είναι χειρότερη γιατί το πρόβλημα μεγαλώνει εκθετικά. Το Δεκέμβρη του 2020 σημειώθεκε αρνητικό ρεκόρ γεννήσεων των τελευταίων 100 ετών! Το αποτέλεσμα; Εκτιμάται ότι πάνω από 400 χωριά απειλούνται ή έχουν ήδη «κλείσει»… Αν αυτό δεν θέλουμε να είναι εικόνα από το μέλλον της Ελλάδας τότε κάτι πρέπει να γίνει και πρέπει να γίνει άμεσα.

Αν ακόμα όλα τα παραπάνω φαίνονται υπερβολικά ας προσπαθήσουμε να αμφισβητήσουμε αυτό το σενάριο. Υπάρχει μια πιθανότητα τα παραπάνω να μην συμβούν στην Ελλάδα; Σύμφωνα με τις δημογραφικές εκτιμήσεις, το απαισιόδοξο σενάριο λέει ότι το 2060 η Ελλάδα θα είναι μια χώρα των 8 εκατομμυρίων (ακόμα και το πιο αισιόδοξο σενάριο βέβαια εκτιμά μείωση του πληθυσμού). Το απαισιόδοξο σενάριο παίρνει ως δεδομένων ότι καμία θετική αλλαγή δεν θα υπάρξει και εκτιμά τα αποτελέσματα με βάση την σημερινή κατάσταση πραγμάτων στην χώρα.

Τι άλλο όμως θα ισχύει μέχρι το 2060 κατά μία διαβολική σύμπτωση; Η δέσμευση της Ελλάδας για πρωτογενή πλεονάσματα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η δημοσιονομική πολιτική της χώρας μας είναι δεμένη χειροπόδαρα για τα επόμενα 40 χρόνια. Καμία πολιτική ελάφρυνσης, δημόσιων επενδύσεων, φοροαπαλλαγών δεν μπορεί να μακροημερεύσει. Τα όρια για το οικονομικό πρόγραμμα της Ελλάδας είναι τόσο στενά που επί της ουσίας είναι δεδομένο από τώρα ότι καμία θετική αλλαγή δεν θα υπάρξει προς όφελος των νέων εργαζόμενων, που είναι και αυτοί που θα μπορούσαν να λύσουν πρακτικά το δημογραφικό ζήτημα. Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πούμε από τώρα ότι βαδίζουμε προς μια δημογραφική γενοκτονία, αυτό το γνωρίζει η άρχουσα τάξη της χώρας, δεν θέλει και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό όμως, γιατί τα συμφέροντα που υπηρετεί δεν της το επιτρέπουν.

Τα επιδόματα τέκνου, οι άδειες μητρότητας και όλα τα κίνητρα για ένα νέο γονιό είναι σημαντικά και πρέπει να ενισχυθούν άμεσα από το κράτος. Αλλά δεν φτάνουν. Χρειάζονται πολιτικές σε βάθος χρόνο με πραγματικό αντίκτυπο στην απόφαση ενός νέου ζευγαριού να κάνει παιδιά. Χρειάζονται πολιτικές σήμερα των οποίων τα αποτελέσματα θα φανούν σε 10 ή 20 χρόνια. Και αυτό έχει να κάνει με τους μισθούς, την ασφάλιση, τον ελεύθερο χρόνο, το ύψος των ενοικίων, τους φόρους,  την προστασία της μητρότητας στην εργασία με νομοθετική κάλυψη, βρεφονηπιακούς σταθμούς και σχολεία και άλλα πολλά. Αλλιώς το να αυξηθεί ένα αστείο επίδομα κατά 50 ή 100 € είναι ασπιρίνη για τον καρκίνο, επικοινωνιακή πολιτική που κρύβει το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Το δημογραφικό ζήτημα της χώρας είναι το ίδιο με το κοινωνικό ζήτημα των νέων εργαζόμενων, είναι ίδιο με το πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Δεν πρόκειται να λυθεί αν συνεχίσουμε στην ίδια ασφυκτική πορεία λιτότητας και ξένης επιτροπείας.

Ο σοφός λαός λέει ότι «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς». Το θέμα είναι ότι στην Ελλάδα όπως έχει στρώσει η πολιτική και οικονομική ελίτ, το αποτέλεσμα είναι νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και μια χώρα χωρίς νέους γονείς.

Έπρεπε να έρθει η κρίση του Covid για να καταλάβουμε το έγκλημα που συνέβαινε στα νοσοκομεία της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες. Ας μην περιμένουμε 40 χρόνια για μια γενοκτονία δια της οικονομικής ασφυξίας για να αντιληφθούμε ότι χρειάζεται αντιστροφή της πορείας τώρα.

Απογραφή 2021: Βαδίζοντας από τα 11 στα 8 εκατομμύρια…

Η πολυδιαφημισμένη και πολυαναμενόμενη απογραφή πληθυσμού, η “μεγαλύτερη επιχείρηση που διεξάγει το κράτος σε περίοδο ειρήνης” που θα διεξαχθεί από 23 Οκτώβρη έως 23 Νοέμβρη 2021 αναμένεται να επιβεβαιώσει αυτό που βιώνουμε τα τελευταία 10 χρόνια, αυτό που όλοι ψυχανεμιζόμαστε. Μία περαιτέρω δηλαδή συρρίκνωση του πληθυσμού της χώρας. Οι δημογράφοι και στατιστικολόγοι εκτιμούν μία μείωση πληθυσμού της τάξης του 4% ή περίπου 500.000 ανθρώπους.

Αναμένεται να καταγραφεί αυτό που όλοι ζήσαμε την τελευταία δεκαετία: φίλους να φεύγουν στο εξωτερικό για μια καλύτερη εργασιακή μοίρα (κυρίως στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης αλλά όχι μόνο), την επαρχία να ερημώνει και να γεμίζει ταβέρνες, κατεφετέριες και σουβλατζίδικα, την κοινωνία να γερνάει ηλικιακά, την νεολαία να βιώνει μια παρατεταμένη νεότητα όπου κάποιος νιώθει πιτσιρικάς ή θεωρείται “ημι-πιτσιρικάς” μέχρι τα 40- φυσικά όχι μιλώντας για την ορμή της νιότης- αλλά για το τι ρόλο επιφυλάσσει για αυτόν η οργανωμένη πολιτεία κοινωνικά και εργασιακά.

Το ισοζύγιο γεννήσεις- θάνατοι είναι σταθερά αρνητικό για όλες τις χρονιές από το 2010 έως το 2020. Συνολικά – 240.000 άνθρωποι την τελευταία 10ετία. Σε αντίθεση ήταν οριακά θετικό την δεκαετία 2000- 2010 (+ 24.000 άνθρωποι).

Αυτό προφανώς αντανακλάει την απουσία μέτρων στήριξης της μητρότητας και του παιδιού, αλλά και την αβεβαιότητα και την απαισιοδοξία για το μέλλον. Στον ιδιωτικό τομέα η μητρότητα στην καλύτερη “αποθαρρύνεται” γιατί αποτελεί “τροχοπέδη για την επαγγελματική ανέλιξη”, στην χειρότερη διώκεται με ανύπαρκτες άδειες και μηδενική διευκόλυνση σε εργαζόμενες με ειδική σχέση εργασίας (λέγε με μπλοκάκι, σύμβαση έργου κλπ.). Οι δημόσιοι βρεφονηπιακοί σταθμοί δεν επαρκούν για τα (λίγα) παιδιά που γεννιούνται στις μέρες μας, ενώ το ωράριο τους σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλύψει το ωράριο εργαζόμενων γονιών. Το (πραγματικό) κόστος εκπαίδευσης είναι δυσβάσταχτο ενώ οι γονείς πρέπει να αποταμιεύουν για να σπουδάσουν τα παιδιά τους πριν αυτά ακόμα γεννηθούν. Η κυβέρνηση ΝΔ εξάντλησε το πατριωτικό της καθήκον της νομοθετώντας επίδομα 2000 ευρώ εφάπαξ- επίδομα που δεν καλύπτει ούτε τα έξοδα του τοκετού. Ακόμα και το επίδομα- χαρτζιλίκι της Δόμνας Μιχαηλίδου οδήγησε σε αύξηση των γεννήσεων κατά 11,5% το 2020- την πρώτη χρονιά που εφαρμόστηκε. Ιατροί γυναικολόγοι έχουν να διηγηθούν διάφορες αστείες ιστορίες για αυτό, σχετικά με ζευγάρια που περίμεναν το πελαργό τον Δεκέμβρη του 2019…

Αυτή η τάση αναμένεται να οδηγήσει σε 2% λιγότερα παιδιά ηλικίας 0-19 ετών (από 20% σε 18%) και σε 3% περισσότερους ανθρώπους ηλικίας 60+ (από 27% σε 30%) από το 2011 έως το 2021.

Εκτός από την υπογεννητικότητα, η άλλη τάση της δεκαετίας ήταν το brain drain. Οι Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό μετά το 2010 υπολογίζονται σε άνω των 500.000, ενώ- σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στα προηγούμενα μεγάλα κύματα μετανάστευσης- το 70%  εξ’ αυτών έχει τριτοβάθμια εκπαίδευση και κατά πλειοψηφία είναι άνθρωποι ηλικίας 25-40 ετών.

Από τα ΜΜΕ- παπαγαλάκια της άρχουσας τάξης αναπαράγονται απόψεις που λένε ότι η τάση μείωσης του πληθυσμού που “δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο”, “δεν είναι από μόνο του αρνητικό, μπορεί να είναι και θετικό αφού αυξάνεται το ΑΕΠ ανά κάτοικο και άρα ο πλούτος μας” ή είναι τουλάχιστον ουδέτερο αφού “και ο πληθυσμός της Κίνας αναμένεται να μειωθεί φέτος”. Οι παραπάνω απόψεις εκτός του ότι στερούνται στοιχειώδους σοβαρότητας είναι εξαιρετικά επικίνδυνες.

Πρώτον, η τάση είναι αυξητική για τον παγκόσμιο πληθυσμό με την ατμομηχανή να αποτελούν οι αναπτυσσόμενες χώρες. Ενώ τάση σταθεροποίησης εμφανίζουν οι ανεπτυγμένες χώρες.

Δεύτερον, το μέγεθος της καταστροφής που συντελέστηκε στην χώρα την τελευταία δεκαετία μπορεί να συγκριθεί μόνο με καιρούς πολέμου. Αυτή προφανώς η ανασφάλεια, που γέννησε η κρίση, το μη- μέλλον έγραψε στην συνείδηση των νέων ανθρώπων και αποτυπώθηκε στην υπογεννητικότητα και την μετανάστευση. Ισπανία- Πορτογαλία- Ιταλία- Ελλάδα εμφανίζουν φυσικά την ίδια τάση αλλά η χώρα μας είναι ο πρωταθλητής σε όλα τα αρνητικά ρεκόρ.

Τρίτον, το πολιτικό-οικονομικό “μέγεθος” μια χώρας στον σύγχρονο πολυπολικό κόσμο που ξανα-αναζητάει ηγεμόνα (;), το γεωστρατηγικό της “αποτύπωμα” με άλλα λόγια είναι σε άμεση συνάρτηση με τον πληθυσμό της. Αλήθεια πόσο εύκολα μπορεί να παραβλέψει κανείς χώρες των 30-40 εκατ. κατοίκων; αν μη τι άλλο αποτελούν αγορές για να πουλήσουν οι πολυεθνικές τα προϊόντα τους (τρόφιμα, ρούχα, όπλα, φάρμακα…). Πόσο εύκολα μπορεί να βάλει στην άκρη χώρες των 80+ εκατ. κατοίκων ακόμα και αν ανήκουν στην αφρικάνικη ήπειρο; Δείτε τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων για να σφιχταγκαλιάσουν χώρες όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος, προφανώς για να τις εντάξουν στα δικά τους ιμπεριαλιστικά σχέδια. Από την ανάποδη τι ειδικό βάρος έχει μια μικρή χώρα, χωρίς “μαύρο χρυσό” στο υπέδαφος της ή πάρα πολύ χρήμα στις τράπεζες της; Τι έχει να διαπραγματευτεί; εξ’ ονόματος ποιων ομιλεί; Στην περίπτωση της χώρας μας η γεωγραφία της είναι εσχάτως το μόνο που έχει να κομίσει σε μία διαπραγμάτευση, δυστυχώς όμως ακόμα και αυτό δεν είναι προς διαπραγμάτευση από έναν “προβλέψιμο σύμμαχο” των ευρωαντλατικών γερακιών.

Τέταρτον, ο πληθυσμός μικραίνει αλλά ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια. Οι τράπεζες ετοιμάζονται με τις αφόρητες πιέσεις της ΕΕ να βγάλουν στο σφυρί τα σπίτια του κόσμου που δεν ανταποκρίθηκε στις δόσεις του δανείου του, ενώ από την άλλη το κόστος της κατοικίας αγοράς ή της ενοικίασης παραμένει απαγορευτικό για την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμπιέζονται αφόρητα και οδηγούνται σε λουκέτα, ενώ ακόμα και μεγάλες εγχώριες εταιρίες είτε πωλούνται σε πολυεθνικούς ομίλους – εξ ολοκλήρου είτε κατά ένα ποσοστό. Χαρακτηριστικό εδώ το παράδειγμα των δύο μεγαλύτερων κατασκευαστικών εταιριών εν αναμονή μάλιστα των “χρυσών συμβάσεων” με χρήματα από το Ταμείο ανάκαμψης.

Οι λόγοι που οδηγούν σε συρρίκνωση τον πληθυσμό της χώρας αντανακλούν προφανώς τις ταξικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία 10 χρόνια με ευθύνη των κυβερνήσεων ΝΔ- ΠΑΣΟΚ- ΣΥΡΙΖΑ και με τον εκβιασμό των δανειστών της ΕΕ και του ΔΝΤ. Προκειμένου να αρχίσει να ανατρέπεται αυτή η κατάσταση πρέπει:

  • να δοθούν κίνητρα στα νέα ζευγάρια να κάνουν οικογένεια. Άδεια μητρότητας- πατρότητας, βρεφονηπιακοί για όλους δωρεάν, ολοήμερο σχολείο, φοροαπαλλαγές, το ενοίκιο ή η δόση του δανείου να μην απορροφά όλον τον μισθό, φοροαπαλλαγές, δωρεάν σπουδές, ίσες ευκαιρίες στην μόρφωση
  • να επαναπατριστούν τα καλύτερα μυαλά που έφυγαν στο εξωτερικό τα τελευταία 10 χρόνια προσφέροντας τους την δυνατότητα να εργαστούν και να ζήσουν με αξιοπρέπεια στην Ελλάδα σύμφωνα με τα προσόντα τους
  • να εντάξει και να ενσωματώσει στις τοπικές κοινωνίες με σχέδιο τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που θέλουν να δουλέψουν και να ζήσουν στην Ελλάδα, εξασφαλίζοντάς τους κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης και όχι επιβίωσης, ιθαγένεια, σχολεία για τα παιδιά, χώρους λατρείας για την θρησκεία τους. Όχι πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε ξένο τόπο.
  • να υπάρξει ξανά αισιοδοξία και εμπιστοσύνη ότι η επόμενη γενιά μπορεί να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη, αισιοδοξία που καταβαραθρώθηκε ήδη πριν τα μνημονιακά χρόνια και χαντακώθηκε οριστικά με τα αλλεπάλληλα μνημόνια.

Μόνο που για να γίνουν τα παραπάνω, απαιτούνται μεγάλες ρήξεις και αλλαγές. Απαιτούνται ανατροπές στις πολιτικές του νεοφιλελευθεριμού, του ιμπεριαλισμού και τον ντόπιων και υπερθνικών υπηρετών τους. Πράγμα διόλου εύκολο, όμως αναγκαίο…

Ο ραγιάς θέλει τον Σουλτάνο του

Θα μπορούσαμε να περιγελούμε όλη μέρα την αστική μας τάξη για την τεράστια διάσταση ανάμεσα στις διακυρήξεις και την πρακτική εφαρμογή των. Για την γραφικότητα και την αστειότητα των επιχειρημάτων ή των σχεδιασμών της. Κυρίως, για την ανικανότητα της να διαχειριστεί την οποιαδήποτε κρίση. Θα μπορούσαμε, αν η οποιαδήποτε κρίση και αποτυχία της δεν πέρναγε πάνω από το σώμα του λαού και της εργατικής τάξης της χώρας και της ευρύτερης περιοχής.

Ο εθνικισμός της ελληνικής άρχουσας τάξης, αυτού του κρατικοδίαιτου εσμού επιχειρηματιών και του φαιδρού πολιτικού προσωπικού που διαχειρίζεται την εξουσία της, εκφράζει απόλυτα την αμαρτωλή συγκρότηση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Ένας εθνικισμός ραγιάδικος, που συνεχώς μικρομεγαλίζει, στενά εξαρτημένος από τις ξένες πλάτες που τον ανέθρεψαν με στοργή στα πατρικά τους γόνατα. Αυτή, άλλωστε, η αρρωστημένη σχέση εξάρτησης έχει διαμορφώσει ένα ορισμένο κόμπλεξ για κάθε είδους πατρώνα: μόλις κάποιος λίγο μεγαλύτερος εμφανίζεται στο προσκήνιο, η αυθόρμητη τάση αυτού του λιγδιάρικου, ρευστού χυλού είναι η προσκόλληση, ο παρασιτισμός, η υποταγή.

Αυτό που δηλαδή ονομάζεται ραγιαδισμός, εξέφραζε μία γενική εσωτερική τάση ενός σχηματισμού, που απαιτεί και παράγει συνεχώς το αντίθετο του: τους πάσης φύσεως Σουλτάνους, που θα κρατήσουν τους προεστούς και δημογέροντες του στην σχετικά προνομιούχα θέση τους. Κανένας νέο-οθωμανισμός δεν θα είχε στεριώσει και δεν θα αποτελούσε σήμερα εως και κρυφό πόθο ορισμένων στοιχείων της ελληνικής πραγματικότητας, εντελώς αποξενωμένων από τον τόπο και με μόνη σκέψη την προσκόλληση σε νέους πατρώνες, αν δεν είχε ως εσωτερική αναγκαιότητα ύπαρξης τον ραγιαδισμό.

Και αν καταλήγουμε να μιλάμε με εντελώς «οθωμανική» ιστορική φρασεολογία, αυτό απλώς φανερώνει την διάθεση να είμαστε στο πνεύμα και το κλίμα των ημερών. Ωστόσο, οι αλλαγές που συντελούνται στην ευρύτερη περιοχή είναι ιστορικές, φανερώνουν ανατροπές στο μοίρασμα της γεωπολιτικής πίτας, που καταρχήν δεν θα άφηνε ανεπηρέαστους τους αιώνιους πελάτες των ιμπεριαλιστών και των τοποτηρητών τους.

Ο Ερντογάν ολοκληρώνει την διεθνή αφήγηση του: «ο ιμπεριαλισμός μοίρασε την Μ. Ανατολή στα συντρίμια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μοιρασιά αυτή άφησε μόνο καταστροφή, φτώχεια και πολέμους στις χώρες αυτές. Σήμερα, κανείς εγγυητής σταθερότητας στην περιοχή δεν υφίσταται, με σοβαρή αυτόνομη οικονομική δυναμική και γεωπολιτική και στρατιωτική επάρκεια. Η Τουρκία μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο ενός ανανεωμένου παίχτη στην αιώνια πληγή της Ανατολικής Μεσογείου, παράγοντας σταθερότητας».

Αυτές οι διακηρύξεις οδηγούν σε αποτελέσματα: Προσεταιρίστηκε τις εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης. Είναι δίπλα στον τσακισμένο Λίβανο. Έβαλε πόδι στην Συρία, εισβάλλει στο Ιράκ, καθορίζει εξελίξεις στην Λιβύη, αποκτά στενότερη επαφή με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, μοιράζει την θάλασσα της Κύπρου. Τέλος, μοιράζεται το τελικό του αγκάθι, το Αιγαίο Πέλαγος, ως τρανταχτή και συμβολική κίνηση εισόδου στην θαλάσσια ζωή της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Τουρκική άρχουσα τάξη είχε την δυναμική και τα αντανακλαστικά να μπορεί να διαχειρίζεται ακόμα και τις αναποδιές: η σταδιακή απομάκρυνση του σεναρίου εισόδου στην ΕΕ οδήγησε σε ισχυρά ανταποδοτικά οφέλη με αφορμή το προσφυγικό. Από μακάριοι φίλοι των ΗΠΑ και έτοιμοι για στρατιωτική σύρραξη με την Ρωσία, περνάνε αστραπιαία στο ακριβώς απέναντι στρατόπεδο, της προσέγγισης της Ρωσίας στο ζήτημα της Συρίας, που ασχέτως αν δικαίωσε όλους τους στόχους της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, καθιέρωσε με στόμφο την Τουρκία ως περιφερειακό διαχειριστή των ζητημάτων της Μ. Ανατολής, ενώ σχετικοποίησε και την μέχρι τότε εικόνα του καλού παιδιού. Το ίδιο συμβαίνει και με την τουρκική παρουσία στην Λιβύη, ασχέτως αν τελικά ο Χαφτάρ με τα στρατεύματα του επικρατήσει στην αντιπαράθεση.

Και αν στο επίπεδο της εξωτερικής της ώθησης, η τουρκική άρχουσα τάξη εμφανίζεται πολυσχιδής, δυναμική, γεμάτη ισχύ και αυτοπεποίθηση, στο εσωτερικό της χώρας η κατάσταση εμφανίζει ρωγμές, που, όμως, συνεχώς συγκρατούνται από την τολμηρή εξωτερική πολιτική του. Σαφές είναι, ότι ο εθνικισμός παράγει αποτελέσματα, η επέκταση των μονοπωλίων παράγει ελπίδες «εθνικής μοιρασιάς». Το εσωτερικό αγκάθι, δε, των καταπιεσμένων εθνοτήτων, ήτοι βασικά των Κούρδων, και των δημοκρατικών δικαιωμάτων (με τις σκληρές διώξεις αριστερών και δημοκρατικών πολιτών) αποτελεί ένα χαρτί, το οποίο δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί έξω από την ένταξη του σε ένα διεθνιστικό πολιτικό πλαίσιο. Η εσωτερική ζωή αυτήν την στιγμή κρατείται σε μία ισορροπία εύθραυστη, σε μία μέθη που παράγουν οι αφηγήσεις της εξωτερικής πολιτικής.

Η υπερβολική, βέβαια, εξάρτηση της κατά τα άλλα διαρραγείσας εσωτερικής πολιτικής ζωής της Τουρκίας από τις επιτυχίες ή «επιτυχίες» της εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος, υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο πως η οποιοδήποτε καθυστέρηση αυτής της περιφερειακής αναβάθμισης της Τουρκίας μπορεί να δημιουργήσει εσωτερικές δυναμικές, οι οποίες τελικά θα εξαφανίσουν αυτήν την δυναμική. Αν, άλλωστε, και η ίδια η τουρκική ηγεσία έχει την ελάχιστη αυτοεπίγνωση, οι σταθμίσεις κόστους-οφέλους θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ορισμένη αποκλιμάκωση, αν το κάθε βήμα είχε και ένα ορισμένο τίμημα και δεν άξιζε το ρίσκο. Αλλά αυτή η διαπίστωση ενέχει τεράστιο άχθος, σε αυτόν που τίμια θέλει να σταθεί ενώπιον της, ωστόσο, εντελώς διαλεκτικά, και εδώ η ισχύς του φαινομένου αποτελεί την βαθύτερη, τελικά, αδυναμία του. Μία χώρα που θα είχε μπροστά της το ερώτημα της ανεξαρτησίας και της ειρήνης, μοναδική οδό για την συγκεκριμένη αποκλιμάκωση θα είχε την προβολή ορισμένου μεγέθους ισχύος αποτροπής, με αυτές τις επισημάνσεις κατά νου. Αλλά τα θέματα δεν είναι τεχνικά: όλα αυτά είναι γνωστά. Το θέμα είναι η πολιτική βούληση.

Ο Ερντογάν και η πολιτική του είναι απλώς ένα ακόμα επεισόδιο, που υπογραμμίζει την αδυναμία της ελληνικής άρχουσας τάξης να χειριστεί τις υποθέσεις του λαού. Στην θέση του στην εξίσωση θα μπορούσε να μπει η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, η διαχείριση της κρίσης του κορωνοϊού, η διαμόρφωση μίας χώρας εξαρτημένης από την υπερ-τουρισμό κ.ο.κ. Η ισχύς και η δυναμική του Ερντογάν έρχεται να εμπεδώσει στον ελληνικό λαό μίας ακόμα μορφής ανημπόρια, όμοια με αυτήν που υφίσταται σε κάθε μορφής κρίση.

Πλέον, στο τραγικό σημείο στο οποίο έχει περιέλθει η ελληνική αστική τάξη, η γελοιοποίηση της ολοκληρώνει την τραγωδία, όσο προσπαθεί «να κάνει ό,τι πρέπει να κάνει, για να μην κάνει ό,τι πρέπει να κάνει»… Κυνηγάει τάχα το Oruc Reis κάνοντας φασαρία, ενώ το μήνυμα της περιορισμένης κυριαρχίας, που είναι ο βασικός στόχος της κίνησης Ερντογάν, έχει επιτευχθεί. Γελοιοποιήθηκε και η δήθεν ξαφνική και απρόσμενη κίνηση του ορισμού ΑΟΖ με Αιγύπτου τόσο ταχύτατα, που είναι φανερό ότι απλώς σερνόταν πίσω από τις προηγούμενες τουρκικές κινήσεις (τουρκολιβυκό μνημόνιο). Τώρα, καλεί σε έκτακτο συμβούλιο της ΕΕ και παρέμβαση των ΗΠΑ: όλων εκείνων, οι οποίοι θεωρούν την Ελλάδα δεδομένη και ανήμπορη και την Τουρκία μήλο της διεθνούς διπλωματικής έριδος.

Αναμενόμενοι από εχθρούς και «φίλους», ας δούμε και οι ίδιοι το αναμενόμενο τέλος με τα μάτια μας: ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων, που σε κάθε περίπτωση το στατους κβο θα ανατραπεί. Εκχώρηση κυριαρχίας και συνδιαχείριση, την οποία προωθεί το ίδιο το επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας και ίσως και κάποιοι να την καλοβλέπουν, είτε για να μην χαλάσουν σχέσεις με τις ΗΠΑ, είτε γιατί ακόμα και μία νεοθωμανική Τουρκία φαντάζει ένα ενδιαφέρον σώμα προς προσκόλληση.

Η ανάδυση του Σουλτάνου λυρικά φαίνεται να αποτελεί την πλήρωση ενός απαισιόδοξου πεπρωμένου του ελληνικού ραγιαδισμού, που είναι πολύ πιο βαθύ απο τον Ερντογάν: είναι η αναζήτηση του καλύτερου πατρώνα, για να παρατήσουμε τα κλειδιά διαχείρισης μίας χώρας, την οποία ξεζουμίσαμε, ξεπαστρέψαμε παραγωγικά, και τελικά δεν έχουμε άλλως να αντλήσουμε από αυτήν, πέρα από την εκχώρηση της. Ο λαός και η εργατική τάξη είναι απλώς παρακολούθημα στη δοσοληψία, πάντα σε χειρότερο συσχετισμό, πάντα με μειωμένες ικανότητες ενός ανεξάρτητου ορίζεσθαι.

Στον βαθμό που δεν συντελείται μία βίαιη και ραγδαία ανατροπή του τρόπου ύπαρξης της χώρας σερβιτόρου των Ευρωπαίων και καρπαζοεισπράκτορα του ΝΑΤΟ, η δορυφοριοποίηση της Ελλάδας στον επόμενο ισχυρό παίκτη θα αποτελεί απλά ολοκλήρωση της εξέλιξης της άρχουσας τάξης της χώρας, με ολέθριες συνέπειες κυρίως για τον λαό της, τα δημοκρατικά δικαιώματα του, την ήδη τσακισμένη και διαλυμένη έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Και ακόμα και οι πιο «τεχνικού χαρακτήρα» επισημάνσεις περί ενός σχεδίου αμυντικής αποτροπής, ανεξάρτητης εθνικής οικονομικής ζωής, διεθνούς περιφερειακού ρόλου και πρωτοβουλιών για την ειρήνη στην περιοχή, ασταμάτητη στηλίτευση της δικτατορίας του Ερντογάν, αταλάντευτη πρωτοβουλία και θάρρος στην άμεση υπεράσπιση της κυριαρχίας σε κάθε στιγμή αμφισβήτησης της, συμπλέκονται αναμφίβολα με αυτά τα ερωτήματα προσανατολισμού. Μοναδική πυξίδα αποτελεί εκείνος ο παράγοντας στην εξίσωση που μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα: οι λαοί, η ανάγκη τους για ειρηνική ζωή, η πάλη τους για καλύτερη διαβίωση. Ο ρόλος των αντι-ιμπεριαλιστικών και αντι-πολεμικών δημοκρατικών κινημάτων καθίσταται κεντρικός, και ο ρόλος του λαού και της εργατικής τάξης συνεχίζει να αποτελεί το κλειδί στην λύση της εξίσωσης. Το άμεσο ξεκαθάρισμα της πολεμικής απέναντι στην αποσταθεροποιητική πολιτική του Ερντογάν, η πολιτική υπέρ της ανεξαρτησίας και της εθνικής κυριαρχίας, η πάλη ενάντια στην ιμπεριαλιστική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή, μπορεί να αποτελεί τον μίτο της Αριάδνης.

Περισσότερες βάσεις του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα ζητά ο Καμμένος από τον Ματίς

Τώρα το ΝΑΤΟ και στην πόλη σας!

«Είναι σημαντικό για την Ελλάδα, οι ΗΠΑ να αναπτύξουν στρατιωτικές δυνάμεις στη χώρα σε μία πιο μόνιμη βάση όχι μόνο στον Κόλπο της Σούδας, αλλά επίσης στον Βόλο, στη Λάρισα και στην Αλεξανδρούπολη». Όσο και αν κανείς δυσκολεύεται να πάρει στα σοβαρά τα λεγόμενα του υπουργού, οι δηλώσεις του προς τον Αμερικανό ομόλογό του κρύβουν μια διπλή επιθυμία.

Από την μία, τη μεγάλη επιθυμία του ελληνικού αστισμού για την βαθύτερη πρόσδεση στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καμμένος σε κάποιο σημείο τονίζει ότι δεν θέλουμε οι ΗΠΑ να είναι απλά ένας στενός σύμμαχος, αλλά ο μόνος. Να είναι η Ελλάδα μια σταθερή χώρα σε ένα ασταθές περιβάλλον της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, ένας μόνιμος και σταθερός ατζέντης του ΝΑΤΟ.

Από την άλλη, οι ΑΝΕΛ ψάχνουν αγωνιωδώς ένα πολιτικό κενό να πλασαριστούν. Αλήθεια, την παραπάνω επιθυμία για βαθύτερη πρόσδεση στο Αμερικάνικο άρμα, θα μπορούσε να την έχει ικανοποιήσει κανείς καλύτερα από τον ΣΥΡΙΖΑ; Είναι ή όχι ο Τσίπρας και ο Κοτζιάς η πολύ πιο αναβαθμισμένη φιλοαμερικανική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ; Συγκριτικά με τον «Γιωργάκη το αμερικανάκι» ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ είναι ή όχι πολύ περισσότερο χρήσιμος και λειτουργικός για το ΝΑΤΟ και τα συμφέροντα της υπερδύναμης; Ή μήπως η συμμετοχή της Ελλάδας στο μέτωπο της Συρίας, με την αποστολή της φρεγάτας «Έλλη» είναι ουδέτερο γεγονός; Όχι απλά δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τον Μητσοτάκη ο πρωθυπουργός, αλλά έχει αποδειχτεί ο καλύτερος πράκτορας των ΗΠΑ κατά τη μεταπολίτευση.

Όσο και αν σε κάποιον μπορεί να φαίνονται ακίνδυνες τέτοιες δηλώσεις, η αλήθεια είναι ότι μετατοπίζουν πολιτικά την εξωτερική πολιτική σε ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ. Όχι μόνο γιατί εκστομίζονται από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, αλλά επειδή αποτελεί πραγματική κατεύθυνση από την πλευρά του ελληνικού κεφαλαίου. Αν κάποια απάντηση μπορεί να δοθεί, αυτή δεν θα είναι ούτε από την πλευρα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από την ΝΔ. Αυτοί διαγκωνίζονται για το ποιος είναι περισσότερο εντός πλαισίου. Μοναδική απάντηση μπορεί να δώσει το λαϊκό κίνημα. Με επίκεντρο τον αγώνα ενάντια στα Νατοικά συμφέροντα στην περιοχή. Μπορεί η Αριστερά να σηκώσει το γάντι;

Πρώτο ραντεβού, την Παρασκευή 12 Οκτώβρη, στις 19.00, στα Προπύλαια, στη συγκέντρωση που καλεί ο Πανελλαδικός Αντιπολεμικός Κινηματικός Συντονισμός.