Άρθρα

Τον Οκτώβρη του 44 οι κομμουνιστές γιόρταζαν με τον λαό την απελευθέρωση. Η αστική τάξη πού ήταν;

Σαν σήμερα, 77 χρόνια πριν, η Αθήνα έβγαινε στους δρόμους γιορτάζοντας την απελευθέρωσή της από το φασιστικό ζυγό. Πρωτοπόροι στον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης οι κομμουνιστές, το ΚΚΕ, με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, έχοντας ήδη δώσει ποτάμια αίματος για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Εκτελέσεις, βασανιστήρια, φυλακές, μάχες στις πόλεις και στα βουνά, είναι ο βαρύς τίτλος τιμής που έφερε και φέρει η παράταξη της Αριστεράς για τη δράση της στη δεκαετία του 40. Ο λαός αναγνώρισε στους κομμουνιστές τους φυσικούς ηγέτες του, τους επικεφαλής των αγώνων και των προσδοκιών του και συμπύκνωσε τις ελπίδες του για την επόμενη μέρα στο αίτημα της λαοκρατίας και της νέας Ελλάδας.

Σε αντίθεση με τους κομμουνιστές, η άρχουσα τάξη, η αστική τάξη της χώρας, ήταν εκκωφαντικά απούσα από τον αγώνα της Αντίστασης. Το πιο ισχυρό τμήμα της βρέθηκε καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής εκτός Ελλάδας, υπό τις προστατευτικές φτερούγες των Άγγλων, στο Κάιρο και στη Μέση Ανατολή. Ο βασιλιάς, οι πολιτικοί της Δεξιάς και του Κέντρου, οι ισχυροί φιλο-αγγλικοί πολιτικοί και επιχειρηματικοι κύκλοι βούτηξαν τα αποθέματα σε χρυσό της Τράπεζας της Ελλάδας και δραπέτευσαν, αφήνοντας το λαό να πεθαίνει από την πείνα και τις κακουχίες.

Ένα άλλο τμήμα της άρχουσας τάξης, βρέθηκε στο πλευρό των Γερμανών, εκδηλώνοντας ανοικτά τον δοσιλογισμό της. Συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, είτε φορώντας την κουκούλα για να καταδώσουν τους αγωνιστές, είτε στελεχώνοντας τον κατοχικό μηχανισμό σε υπουργεία, κεντρική κυβέρνηση, τοπικές διοικήσεις.

Οι εντελώς αναιμικές απόπειρες να εμφανιστεί μια ελάχιστη αντιστασιακή δραστηριότητα από τη μεριά της αστικής τάξης, αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά την προσπάθεια να μην μονοπωλήσει την Αντίσταση το ΚΚΕ. Οι Άγγλοι αντιλήφθηκαν πως “μπροστά στο επαίσχυντο θέαμα το δοσιλογισμού της μεγαλοαστικής τάξης και της παλιάς πολιτικής ηγεσίας, ο λαός θα ξεσηκωνόταν και η Ελλάδα θα έφευγε από τα χέρια τους”. Ωστόσο η ποιότητα της ελληνικής άρχουσας τάξης ήταν τέτοια που δεν αναίρεσε τη γενικευμένη δοσιλογική της εικόνα και έφτασε το πολύ μέχρι τις γκροτέσκο καταστάσεις του Τσιγάντε και των αγγλικών λιρών με τις οποίες επιχειρήθηκε να στηθεί αντιΕαμικό μέτωπο. 

Αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα στο συμμαχικό στρατόπεδο που πριν καλά καλά ηττηθεί οριστικά ο Χίτλερ τον Μάη του 45, ήδη δηλαδή από το 1944, να τιμά, να αποκαθιστά, και να στηρίζεται στους δοσίλογους, στους συνεργάτες των ναζί, στους γερμανοτσολιάδες, στους κουκουλοφόρους προδότες της πατρίδας. 

Ο λόγος ήταν απλός: όσα τμήματα της αστικής τάξης δεν συνεργάστηκαν με τους ναζί κατακτητές, έκαναν διακοπές στο εξωτερικό, περιμένοντας την νίκη των Άγγλων και την αποκατάσταση των ίδιων στην εξουσία, όσο ο λαός πεινούσε και πέθαινε. Μπορεί εκ των υστέρων η Αντίσταση να βαφτίστηκε “Εθνική” αλλά απηχούσε περισσότερο το χαρακτήρα του αγώνα της εθνικής απελευθέρωσης όπως αυτός καθορίστηκε από το ΕΑΜ και τους κομμουνιστές, και καθόλου την πανεθνική συμμετοχή όλων των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων της Ελλάδας. 

Στις 12 Οκτώβρη του 44, γεγονός είναι ότι οι κομμουνιστές ήταν παρόντες και οι αστοί απόντες. 

Σε μια από τις σημαντικότερες εποποιίες του ελληνικού λαού στη νεότερη ιστορία του, η άρχουσα τάξη, είτε κρύφτηκε, είτε στάθηκε απέναντί του.

Έχει σημασία αυτή η αλήθεια 77 χρόνια μετά;

Έχει, για δύο λόγους. 

Ο πρώτος είναι ότι ένα τμήμα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς επιχειρεί και σήμερα να συγκροτηθεί στο όνομα της πατρίδας και του έθνους, κατηγορώντας την Αριστερά ως δύναμη προδοτική και αντεθνική. Ο ανυπόληπτος κατά τα άλλα Μπογδάνος, επικαλέστηκε στη Βουλή τον Γρίβα, τον αρχηγό της προδοτικής φασιστικής οργάνωσης Χ κατα τη ναζιστική κατοχή και μετέπειτα αρχηγό της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β. Έλεγε λοιπόν ο Γρίβας ότι μεγαλύτερος εχθρός, στην περίπτωση της Κύπρου, και από τους Βρετανούς και από τους Τούρκους, ήταν οι κομμουνιστές. Και είχε δίκιο. 

Πράγματι, η Δεξιά, για να μην πέσει η χώρα στα χέρια των κομμουνιστών, συνεργάστηκε με τους ναζιστές Γερμανούς και τους φασίστες Ιταλούς, υιοθετήθηκε από τους Άγγλους, προσέφερε τη χώρα ως φτηνό οικόπεδο στους Αμερικάνους, κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα, παρέδωσε την Κύπρο στον Αττίλα. 

Για να μην χάσει η αστική τάξη την εξουσία δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να συνεργάζεται με όσους επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και την κυριαρχία της χώρας. Επίγονοι αυτής της Δεξιάς στην περίοδο των μνημονίων αναφωνούσαν “Γερούν γερά” και “βάστα Σόιμπλε” κατά την εφαρμογή ενός εξοντωτικού προγράμματος λιτότητας για το οποίο μέχρι και η Μέρκελ δήλωσε αναδρομικά ότι είχε τύψεις. Αυτοί όμως έμειναν αμετανόητοι. 

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το κοσμπολίτικο και εκσυγχρονιστικό τμήμα της Δεξιάς, το ακραίο Κέντρο που θέλει να φέρει φιλελεύθερα παράσημα στο πέτο του, επιχειρεί να πετάξει την ιστορία στη λήθη, να υπερβεί τάχα τους ιστορικούς διχασμούς, ζητά να ενώσει το λαό και να κοιτάξει το μέλλον και όχι το παρελθόν. Και ίσως θα ήταν συγκινητική αυτή η προσπάθεια, αν η ενότητα του λαού δεν πραγματοποιούνταν κάτω από τα οράματα και τα συμφέροντα της τάξης που τον κυβερνά. Η ιστορική λήθη είναι πράγματι βολική για το ξαναβάφτισμα της αστικής τάξης της χώρας στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ. 

Μόνο που η ιστορία δεν είναι τόμοι ξεχασμένοι στη βιβλιοθήκη, ούτε αποκλειστικό αντικείμενο των ιστορικών ερευνών και των ακαδημαϊκών μελετητών. 

Είναι ζώσα πραγματικότητα, που μας θυμίζει και θα μας θυμίζει ότι αυτή τη μέρα, 77 χρόνια πριν, η Αθήνα απελευθερώθηκε με τους κομμουνιστές στην πρώτη γραμμή του αγώνα και των θυσιών και την αστική τάξη απούσα. 

Και ακόμα και αν αυτή η αλήθεια δεν λύνει κανένα πολιτικό αδιέξοδο της Ελλάδας του 21ου αιώνα, δεν παύει να αποκαλύπτει την ποιότητα και την προοπτική και των μεν και των δε. Όσο και αν οι μεν είναι διαλυμένοι, ηττημένοι, σκορπισμένοι, και οι δε φιγουράρουν νικητές, κυρίαρχοι και σίγουροι.

Απελευθέρωση Αθήνας 1944

12η και 28η Οκτωβρίου. Τι και γιατί γιορτάζουμε

Επέτειος της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς κατακτητές η σημερινή μέρα και συνεχίζεται και φέτος η συζήτηση γιατί έχει ανακηρυχθεί εθνική γιορτή η επέτειος της εισόδου της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η 28η Οκτωβρίου, και όχι η 12η Οκτωβρίου, που συμβολικά θα μπορούσε να θεωρηθεί μέρα εξόδου της απ’ αυτόν. Εξάλλου, όπως τονίζεται, στις άλλες χώρες, που είχαν κατακτηθεί από τον φασιστικό Άξονα, η μέρα της απελευθέρωσής τους γιορτάζεται ή έστω η λήξη του πολέμου στην Ευρώπη, στις 8-9 Μαΐου.

Πολύ συχνά ακούμε και διαβάζουμε ότι η καθιέρωση της 28ης Οκτωβρίου έγινε από το μεταπολεμικό καθεστώς για να συνδεθεί με το «ΟΧΙ» του δικτάτορα Μεταξά, ενώ αν είχε καθιερωθεί η 12η Οκτωβρίου αναγκαστικά θα έπρεπε να γίνεται αναφορά στους αγώνες της Εθνικής Αντίστασης, κορμό της οποίας αποτέλεσε το ΕΑΜ.

Χωρίς να αμφιβάλλω για τις σκοπιμότητες του μεταπολεμικού καθεστώτος, επισημαίνω ότι η 28η Οκτωβρίου γιορτάστηκε για πρώτη φορά, ήδη το 1941, στην κατεχόμενη Αθήνα.

Σύμφωνα με Διάγγελμα που απηύθυνε το νεοσύστατο ΕΑΜ, στις 10 Οκτωβρίου 1941, η 28η Οκτωβρίου ανακηρύχθηκε «μέρα για το νέο εθνικό ξεκίνημα» και τον «εθνικό συναγερμό», και καλούνταν ο ελληνικός λαός να τη γιορτάσει με κάθε είδους εκδηλώσεις (Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης – Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981, τ. 1ος, σ. 20.).

Η διάδοση του Διαγγέλματος του ΕΑΜ -το οποίο είχε ιδρυθεί μόλις πριν από δύο εβδομάδες και δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί οργανωτικά- έγινε με κινητοποίηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ. Τότε ήταν που βγήκαν για πρώτη φορά στους δρόμους της νυχτερινής Αθήνας οι χειροποίητοι τηλεβόες, τα περίφημα κατοχικά «χωνιά» (Θανάσης Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε – Δωρικός, Αθήνα 1983, τ. 1ος, σ. 161.).

Η αναγνώριση της 28ης Οκτωβρίου, ως εθνικής επετείου, από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, σχετίζεται με την αντίσταση του ελληνικού λαού στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας και την απώθηση των εισβολέων έξω από το ελληνικό έδαφος, που υπήρξε και η πρώτη νίκη ενός λαού στον πόλεμο κατά του φασιστικού Άξονα. Το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης εμφανίστηκε, άλλωστε, ως συνέχεια αυτού του αγώνα, αναφερόμενο στο ΟΧΙ που είπε και συνέχισε να λέει και κατά την Κατοχή ο λαός.

Ο εορτασμός έγινε με μαζική κινητοποίηση στην Αθήνα, στην οποία πρωτοστάτησαν οι δυνάμεις της Σπουδάζουσας της ΟΚΝΕ, ενώ δεν έλειψαν και οι συγκρούσεις με τους Ιταλούς καραμπινιέρους. Τη μέρα εκείνη ακούστηκε για πρώτη φορά το σύνθημα «Λευτεριά στο λαό! Θάνατος στο φασισμό!», ενώ η επιτυχία της κινητοποίησης έθεσε το ζήτημα της συγκρότησης του ΕΑΜ Νέων.

Ανάλογη κινητοποίηση οργανώθηκε και την επόμενη μέρα, στις 29 Οκτωβρίου, όταν εκατοντάδες ανάπηροι του Ελληνοϊταλικού Πολέμου πραγματοποίησαν πορεία προς την πλατεία Συντάγματος, όπου κατατέθηκε στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη. Οι δυνάμεις κατοχής επέλεξαν να μη χτυπήσουν την κινητοποίηση, αποφεύγοντας, έτσι, την πρόκληση προς τα πατριωτικά αισθήματα του ελληνικού λαού.

Για την ιστορική ακρίβεια, πρέπει να αναφερθεί τόσο η ομιλία του πανεπιστημιακού Κωνσταντίνου Τσάτσου (του προέδρου της Δημοκρατίας στα 1975-80), προς τους φοιτητές, στις 27 Οκτωβρίου, όσο και οι κινητοποιήσεις που πραγματοποίησαν μικρότερες αντιστασιακές οργανώσεις, όπως η ΠΕΑΝ και το Εθνικό Κομιτάτο.

Η 28η Οκτωβρίου γιορταζόταν και τα επόμενα χρόνια της Κατοχής, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ και με εκδηλώσεις κυρίως σε τοπικό επίπεδο, ενώ ανακηρύχθηκε επίσημα εθνική εορτή, ομότιμη με την 25η Μαρτίου, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο 1944, από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχε και το ΕΑΜ. Στη μεγάλη εκδήλωση που οργανώθηκε στη Μητρόπολη Αθηνών, κυριάρχησε το πλήθος του λαϊκού εαμικού κόσμου που κατέκλυσε τη γύρω περιοχή, φωνάζοντας συνθήματα κατά του φασισμού και υπέρ της «Λαοκρατίας».

Όπως ήταν φυσικό, ο επίσημος εορτασμός της επετείου του ΟΧΙ από το κράτος, από το 1945 και μετά, συνδέθηκε με την απόπειρα να αποδοθεί η αντίσταση στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας στον δικτάτορα Μεταξά και τον βασιλιά Γεώργιο. Αυτή ακριβώς την απόπειρα απέκρουε η Αριστερά, με το περίφημο σύνθημα «Το ΟΧΙ το είπε ο λαός».

Δεν είναι τυχαίο το ότι, για συμβολικούς λόγους, η 28η Οκτωβρίου 1946 επιλέχθηκε ως η μέρα ανακοίνωσης της συγκρότησης του Γενικού Αρχηγείου του αντάρτικου στρατού, που μετά από δυο μήνες θα ονομαζόταν Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας.

Η ανακήρυξη ως εθνικής επετείου της 12ης Οκτωβρίου –με ταυτόχρονη κατάργηση της 28ης Οκτωβρίου– προτείνεται τα τελευταία χρόνια, με κύριο επιχείρημα την ευθυγράμμιση με τις άλλες χώρες της τότε κατεχόμενης Ευρώπης, που δεν γιορτάζουν την έναρξη, αλλά τη λήξη του πολέμου.

Η άποψη αυτή παραβλέπει δύο σημαντικά στοιχεία:

Τη σύνδεση της 28ης Οκτωβρίου με τη νικηφόρα αντίσταση στην ιταλική εισβολή και την πρώτη νίκη σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά του φασιστικού Άξονα.

Την άστοχη ταύτιση της απελευθέρωσης της Αθήνας με την απελευθέρωση της Ελλάδας. Η οποία συντελέστηκε μόλις στις 31 Οκτωβρίου, με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων και από τη Μακεδονία, ενώ τμήματα της Κρήτης παρέμειναν υπό κατοχή μέχρι τον Μάιο 1945.

Ακόμη κι αν το επίσημο ελληνικό κράτος αναγνώριζε τη 12η Οκτωβρίου ως εθνική επέτειο, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι πως θα αναγνωριζόταν συνάμα και η καθοριστική συμβολή του ΕΑΜ στην απελευθέρωση. Όπως το ΟΧΙ του 1940 αποδόθηκε στους Μεταξά-Γλύξμπουργκ, έτσι και η Απελευθέρωση θα αποδιδόταν στους Βρετανούς συμμάχους και στην «παλλαϊκή αντίσταση», ως τμήμα της οποίας θα αναφερόταν –στην καλύτερη περίπτωση- και ο αγώνας του ΕΑΜ.

Η αλήθεια είναι πως η Αριστερά έλεγε πάντα πως ο ένοπλος αγώνας δεν σταμάτησε στις 12 Οκτωβρίου 1944. Συνεχίστηκε τον Δεκέμβρη και έληξε -προσωρινά- με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο 1945, για να ξαναρχίσει με το νέο αντάρτικο του ΔΣΕ.

Η Αριστερά αμφισβητούσε το κατά πόσο η χώρα μας απελευθερώθηκε το 1944. Μαζί της συμφωνούσε και η πλειονότητα του ελληνικού λαού, που έζησε τις οδυνηρές συνέπειες της βρετανικής και αργότερα της αμερικανικής επέμβασης, για την αντιμετώπιση του μεγαλειώδους αντιστασιακού του κινήματος.

Αυτές ακριβώς τις επεμβάσεις και τους αγώνες εναντίον τους, θα ήθελαν να ξεχάσουμε, πολλοί από εκείνους που προτείνουν την αντικατάσταση της 28ης Οκτωβρίου, ως εθνικής γιορτής, με τη 12η Οκτωβρίου.

Πηγή: ΙΣΚΡΑ