Άρθρα

Η παγκόσμια επιρροή της ρωσικής αφήγησης για τα αίτια του πολέμου στην Ουκρανία διευρύνεται και οι δυτικοί επαγγελματίες της προπαγάνδας δεν θρηνούν μόνο, αλλά καλούν και για μέτρα

Ήδη από τον Αύγουστο ο Τσέχος δημοσιογράφος Josef Bouska
προειδοποιούσε για μεταστροφή της κοινής γνώμης
όσον αφορά την στήριξη του πολέμου στην Ουκρανία

Στο άρθρο αυτό εξετάζουμε την επιρροή της Ρωσικής άποψης για τις αιτίες του πολέμου στην Ουκρανία μέσα από δύο πολύ πρόσφατες αναλύσεις επαγγελματιών της προπαγάνδα και από την δική τους θεώρηση συνάγουμε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τις κατευθύνσεις που πλέον παίρνει ο “γνωστικός πόλεμος” στον οποίο υποβαλλόμαστε εδώ και μήνες[1].

Η πρώτη ανάλυση  αποτελεί έρευνα του Γερμανικού CeMAS (Center for Monitoring, Analysis and Strategy—Κέντρο Παρακολούθησης, Ανάλυσης και Στρατηγικής), το οποίο είναι υποτίθεται επιφορτισμένο να εξοπλίζει την κοινωνία για την ενεργή αντιμετώπιση των θεωριών συνωμοσίας και της παραπληροφόρησης μέσω «της συστηματικής παρακολούθησης των κύριων ψηφιακών πλατφόρμων και μέσω σύγχρονων σχεδιασμών μελέτης, προκειμένου να εξαχθεί πρωτοπόρα ανάλυση και συστάσεις για δράση». Στα πλαίσια αυτά «το CeMAS λειτουργεί ως σύμβουλος για υπεύθυνους στη λήψη αποφάσεων που ανήκουν στην κοινωνία των πολιτών, στα ΜΜΕ και στην πολιτική». «Για να επιτευχθούν οι στόχοι, οι αντιδημοκρατικές τάσεις εντοπίζονται και αναλύονται στα πρώιμα στάδιά τους. Ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός, το CeMAS προσφέρει την ανάλυσή του σε ποικίλους κοινωνικούς παράγοντες ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν εποικοδομητικά τις προκλήσεις που θέτει η κοινωνία». Σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, «το CeMAS χρησιμοποιεί μια διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει τις προσεγγίσεις της ψυχολογίας, της γνωστικής γλωσσολογίας και των κοινωνικών επιστημών με τις σύγχρονες μεθόδους της επιστήμης των δεδομένων και της ερευνητικής δημοσιογραφίας».

Πιστεύω ότι ο αναγνώστης που μπορεί να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές θα έχει ήδη αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται. Απλά να υπενθυμίσουμε ότι στη δυτική ορολογία, ως πολεμιστές κατά της παραπληροφόρησης εμφανίζονται σταθερά οι επαγγελματίες προπαγανδιστές της Αμερικανο-ΝΑΤΟικής παραπληροφόρησης, με γνωστότερο ίσως παράδειγμα την περιβόητη Nina Jankowicz, αυτοαποκαλούμενη και Μαίρη Πόππινς της παραπληροφόρησης, η οποία μας έχει απασχολήσει αναλυτικά και αλλού δεδομένου ότι είχε αρχικά διοριστεί από την κυβέρνηση Μπάιντεν ως υπεύθυνη του λεγόμενου “Υπουργείου Αλήθειας” που θα είχε ως αποστολή τον πόλεμο κατά της “Ρωσικής παραπληροφόρησης”.

Ως συγγραφείς της πρώτης ανάλυσης υπογράφουν οι Pia Lamberty, Corinne Heuer, και Josef Holnburger.

Η δεύτερη ανάλυση αποτελεί άρθρο (επίσης στηριγμένο σε “μελέτες”) στο έγκριτο και διακεκριμένο outlet εκλεπτυσμένης δυτικής προπαγάνδας, το περιοδικό “Foreign Affairs” (έκδοση Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου). Το υπογράφουν οι Andrea Kendall-Taylor and Michael Kofman, και οι δύο βασικά στελέχη του “Κέντρου για μια Νέα Αμερικανική Ασφάλεια” (CNAS). Ο πρώτος είναι senior fellow του κέντρου και διευθυντής του διατλαντικού προγράμματος ασφαλείας του ενώ ο δεύτερος είναι senior adjunct fellow του κέντρου, αλλά επίσης κατέχει και τη θέση του διευθυντή ερευνών του προγράμματος Ρωσικών σπουδών στο Κέντρο Ναυτικών Αναλύσεων (CNA), που αποτελεί το ένα από τα δύο παρακλάδια του Κέντρου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ—το άλλο είναι το Ινστιτούτο Δημόσιας Έρευνας (IPR) . Πέρα από τους πομπώδεις τίτλους, και τα δύο αυτά κέντρα είναι άμεσα και στενά συνδεδεμένα και με τις υπηρεσίες πληροφοριών και γνωστικού πολέμου των ΗΠΑ.

Ειδικότερα το CNAS ιδρύθηκε το 2007 με άμεση χρηματοδότηση των μεγαλύτερων εταιριών του Αμερικανικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και όχι μόνο. Σύμφωνα με την Wikipedia: «Με τη χρηματοδότηση της Northrop Grumman, δεκάδων στρατιωτικών εργολάβων, της Chevron, της Amazon, της Google και άλλων μεγάλων εταιρειών, το CNAS ειδικεύεται σε θέματα εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η τρομοκρατία, ο ανορθόδοξος πόλεμος, το μέλλον του αμερικανικού στρατού, η ανάδειξη της Ασίας σε παγκόσμιο κέντρο ισχύος, τα πολεμικά παιχνίδια που φέρνουν αντιμέτωπες τις ΗΠΑ με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και οι επιπτώσεις της κατανάλωσης φυσικών πόρων στην εθνική ασφάλεια.» Σημειωτέον ότι η περιβόητη Victoria Nuland ήταν ο προηγούμενος από τον σημερινό Διευθύνων Σύμβουλος του CNAS, ενώ πάμπολλα στελέχη του υπηρέτησαν και υπηρετούν στις κυβερνήσεις Ομπάμα και Μπάιντεν.

Το δεύτερο (CNA Org) αποτελεί καθαρά Αμερικανική κυβερνητική υπηρεσία που «χρησιμοποιεί την επιχειρησιακή έρευνα για την αντιμετώπιση στρατιωτικών ζητημάτων από το Center for Naval Analyses (CNA) και εγχώριων προκλήσεων από το Institute for Public Research (IPR)». Σύμφωνα με τους ίδιους, οι αναλυτές του CNA βρίσκονται σε όλα τα κέντρα στρατιωτικής διοίκησης των ΗΠΑ ανά τον κόσμο προκειμένου να βοηθούν τους κατά τόπους διοικητές να παίρνουν τις ορθές αποφάσεις.

Αλλά ας επιστρέψουμε στις δύο αναλύσεις μας, τώρα που γνωρίζουμε το ποιόν των κέντρων για τα οποία οι συγγραφείς αυτών των πονημάτων εργάζονται.

A. Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ CeMAS

Σύμφωνα με τη μελέτη του CeMAS, o αριθμός των Γερμανών που συμφωνούν με τη θέση της Ρωσίας σχετικά με τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης στην Ουκρανία έχει αυξηθεί τους τελευταίους μήνες. Κατά τους συγγραφείς, η εκδοχή της Μόσχας για τις αιτίες του πολέμου ανήκει στον κύκλο των «θεωριών συνωμοσίας»—αυτό δεν είναι καθόλου αθώο και θα το σχολιάσουμε αναλυτικά στο τέλος του σημειώματός μας. Εδώ απλά να επισημάνουμε ότι η εκτίμηση αυτή των Δυτικών προπαγανδιστών, δηλαδή ότι η Ρωσική αιτιολόγηση του πολέμου συνιστά «θεωρία συνωμοσίας», τελευταία αποτελεί κοινό τόπο σε όλες τις «αναλύσεις» των πολεμιστών του γνωστικού πολέμου για λογαριασμό της Δύσης, πράγμα που επίσης έχει αρχίσει να διαπερνά και τον επίσημο λόγο των Αμερικανο-ΝΑΤΟικών ηγετών.

Το εξώφυλλο της μελέτης του Κέντρο Παρακολούθησης, Ανάλυσης και Στρατηγικής (CeMAS)

Το CeMAS αναφέρει στην παρουσίαση του πονήματος:

«Στο ερευνητικό έγγραφο “Δοκιμασία αντοχής για τη δημοκρατία: φιλο-Ρωσικές αφηγήσεις συνωμοσίας και πίστεις όσο αφορά την παραπληροφόρηση στην κοινωνία” (Stress test for democracy: pro-Russian conspiracy narratives and belief in disinformation in society) παρουσιάζουμε τα αποτελέσματα της πιο πρόσφατης πληθυσμιακής έρευνας. Συγκρίνουμε τα σημερινά ποσοστά αποδοχής των φιλο-ρωσικών αφηγήσεων συνωμοσίας με τα ποσοστά της έρευνάς μας τον Απρίλιο του 2022. Πώς εκλαμβάνει σήμερα ο γερμανικός πληθυσμός τις φιλορωσικές αφηγήσεις; Υπάρχει πράγματι διαφορά στη στάση απέναντι στις αφηγήσεις συνωμοσίας για τον ρωσικό επιθετικό πόλεμο στην Ουκρανία μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας; Και ποιων οι ψηφοφόροι είναι πιο πιθανό να συμφωνήσουν με τις αφηγήσεις συνωμοσίας για τον πόλεμο στην Ουκρανία;

Η δημοσκοπική έρευνα δείχνει αύξηση όλων των ποσοστών αποδοχής των φιλο-ρωσικών αφηγήσεων συνωμοσίας στο σύνολο του γερμανικού πληθυσμού. Οι τιμές των επί μέρους απαντήσεων όσον αφορά τη στάση απέναντι στα φιλορωσικά αφηγήματα συνωμοσίας στον γερμανικό πληθυσμό αυξήθηκαν επίσης σημαντικά σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της έρευνας της ανάλυσής μας από τον Απρίλιο του 2022. Το 19%, σχεδόν ένας στους πέντε, συμφώνησε με τη δήλωση ότι ο ρωσικός επιθετικός πόλεμος ήταν μια αναπόφευκτη αντίδραση της Ρωσίας στην πρόκληση του ΝΑΤΟ. Το 21% συμφώνησε σε κάποιο βαθμό με τη δήλωση αυτή. Τον Απρίλιο, η συμφωνία εδώ ήταν 12 τοις εκατό και η μερική συμφωνία 17 τοις εκατό. Η σύγκριση των στοιχείων από την Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία είναι επίσης αξιοσημείωτη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι φιλορωσικές αφηγήσεις είναι σημαντικά πιο συχνές στα νέα ομόσπονδα κρατίδια. Ενώ κάθε τρίτο άτομο στην ανατολική Γερμανία συμφώνησε με τη δήλωση ότι το ΝΑΤΟ προκάλεσε τη Ρωσία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα που η Ρωσία έπρεπε να πάει σε πόλεμο, μόλις οι μισοί από τους ερωτηθέντες στη δυτική Γερμανία συμφώνησαν με αυτή τη δήλωση, το 16%. Παρόμοια αναλογία βρέθηκε και για άλλα στοιχεία.»

Εδώ ας σημειώσουμε ποια θέση συνιστά “θεωρία συνωμοσίας” και “παραπληροφόρηση” κατά τους συγγραφείς: Πρόκειται για τη θέση ότι το ΝΑΤΟ προκάλεσε την αναπόφευκτη αντίδραση της Ρωσίας με την μακροχρόνια προκλητικότητά του.

Δεν σχολιάζεται ούτε επιχειρείται να απαντηθεί το ερώτημα γιατί το ΝΑΤΟ επεκτεινόταν συνεχώς προς Ανατολάς και μετέφερε στρατεύματα σε χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία καθώς επίσης και το ερώτημα του ποια θα έπρεπε να είναι η στάση της Ρωσίας απέναντι στην προετοιμαζόμενη είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και της ανακοίνωσής της ότι θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Επίσης, δεν παρουσιάζονται οι άλλες δύο θέσεις της Ρωσίας που αφορούν πρώτον τις συνθήκες ακραίας καταπίεσης του Ρωσόφωνου πληθυσμού και ειδικότερα των κατοίκων του Ντονμπάς, με την παραβίαση των συμφωνιών του Μινσκ, και δεύτερον τη σύμφυση ναζιστικών θεωρήσεων και οργανώσεων με τον επίσημο κρατικό Ουκρανικό μηχανισμό, που δημιουργούσε σοβαρό κίνδυνο για τη Ρωσία και τους Ρωσόφωνους πληθυσμούς της Ουκρανίας.

Επιπλέον, στις δημοσκοπήσεις τέθηκε το ερώτημα αν “ο Πούτιν θα ενεργήσει ενάντια σε μια παγκόσμια ελίτ που κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο” (σελ. 1). Όμως, ως σκοπός της έρευνας έχει τεθεί η μελέτη της επίδρασης «από ρωσικές εκστρατείες παραπληροφόρησης και προπαγάνδας, οι οποίες χρησιμοποιούνται σκόπιμα για την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της κοινωνίας και τον περαιτέρω κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση» (σελ. 2). Σύμφωνα με τους ίδιους, η προπαγάνδα αυτή και η παραπληροφόρηση διοχετεύεται «από περισσότερους από 30 υποτιθέμενους ειδησεογραφικούς ιστότοπους, οι οποίοι με την πρώτη ματιά δεν διακρίνονταν από τους πραγματικούς ιστότοπους του Spiegel, της FAZ ή της Welt» (σελ. 2) και οι οποίοι καθοδηγούνται από τη Ρωσία. Αλλά πότε η Ρωσικές αφηγήσεις περιέγραψαν τον Ρώσο πρόεδρο ως μαχόμενο δήθεν κάποια παγκόσμια ελίτ που κινεί τα νήματα από τα παρασκήνια και ποιος από τους υποτιθέμενους 30 ιστότοπους της Ρωσίας έχει καταφύγει σε τέτοιες θεωρίες τύπου QAnon και Pizzagate;

Δεν βρίσκω τρόπο να εκφράσω όσο θα ήθελα την αγανάκτησή μου εναντίον αυτής της κατάφωρης διαστρέβλωσης που επιχειρείται σε μία—υποτίθεται—σοβαρή μελέτη, διαστρέβλωση που παραβιάζει κάθε επιστημονικό κριτήριο και αποτελεί επιτομή πραγματικής παραπληροφόρησης. Διότι, ενώ υποτίθεται ότι εξετάζεται η αποδοχή από τον Γερμανικό πληθυσμό της αιτιολόγησης του πολέμου που αφηγείται η Ρωσία, εδώ πλασάρεται από την πίσω πόρτα μια θεωρία που ουδέποτε υποστήριξε η Ρωσία—δηλαδή ότι ο Πούτιν μάχεται κάποια παγκόσμια καμπάλ—ενώ ταυτόχρονα, όπως είδαμε, αποσιωπούνται κύρια σημεία από τη Ρωσική αφήγηση και δεν εξετάζεται η αποδοχή τους από τον Γερμανικό πληθυσμό. Πάντως η “συνωμοσιολογική” αυτή εκδοχή συγκέντρωσε αρκετά μικρότερα ποσοστά αποδοχής, όπως και άλλες, αντίστοιχες, που παρουσιάστηκαν στο κοινό με ακόμη μικρότερη επιτυχία.

Αυτή η ανάμειξη πραγματικών στοιχείων της Ρωσικής αφήγησης με θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι τυχαία και αποτελεί νέο χαρακτηριστικό του εκπορευόμενου από κέντρα της Δύσης γνωστικού πολέμου, όπως θα δούμε αργότερα.

Όμως, στη μελέτη παρουσιάστηκε και το ερώτημα κατά πόσο οι ερωτώμενοι πιστεύουν ότι η Ουκρανία διατηρούσε στο έδαφός της βιολογικά εργαστήρια που, υπό την καθοδήγηση του Πενταγώνου ασχολούνταν με έρευνα σημαντική για βιολογικό πόλεμο (σελ. 4). Αν και πρόκειται περί αναμφισβήτητου και εκτενώς ντοκουμενταρισμένου γεγονότος, η ερώτηση αυτή μπαίνει πλάι στην ερώτηση για τον Πούτιν και την παγκόσμια καμπάλ. Αυτό γίνεται χωρίς καμία αιτιολόγηση με προφανή σκοπό να γελοιοποιήσει τη σοβαρότητα της κατηγορίας για πολεμικές βιολογικές μελέτες σε Ουκρανικά (και όχι μόνο) εργαστήρια κάτω από τον έλεγχο του Πενταγώνου.

Δεν ασχολούμαστε εδώ ούτε με τις τεχνικές ούτε με την ανάλυση των απαντήσεων σε κάθε ερώτημα του πονήματος. Χοντρικά, σε όλες τις ερωτήσεις ο Γερμανικός πληθυσμός μεταβάλλει τη στάση του αυξάνοντας σημαντικά τα ποσοστά που “δικαιώνουν” τη Ρωσία είτε σε ερωτήσεις που έχουν όντως να κάνουν με τη Ρωσική αφήγηση είτε σε πραγματικά “συνωμοσιολογικές” ερωτήσεις. Περισσότερο “φιλο-Ρώσοι” εμφανίζονται στο δεξιό και στο αριστερό άκρο του φάσματος ενώ οι πλέον φανατισμένοι φιλο-Ουκρανοί είναι οι ψηφοφόροι των Πρασίνων (τι έκπληξη!).

Θα ασχοληθούμε όμως με το κεντρικό συμπέρασμα του πονήματος, επειδή από εκεί προκύπτει και το Raison d’être του, ο λόγος που το γέννησε η συγκυρία. Οι συγγραφείς, αφού μιλήσουν για «καιρούς αβεβαιότητας» όπου ζούμε, καταφεύγουν οι ίδιοι στις πιο ξεδιάντροπες θεωρίες συνωμοσίας μιλώντας για  «αντιδημοκρατικούς φορείς [που] χρησιμοποιούν εκστρατείες παραπληροφόρησης όχι μόνο για να πείσουν, αλλά και για να σπείρουν την αμφιβολία στον πληθυσμό. Στόχος τους είναι να αυξήσουν την υποκειμενική ανασφάλεια του πληθυσμού, η οποία είναι ήδη υψηλή σε καταστάσεις κρίσης, προκειμένου να κλονίσουν τελικά την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία προς όφελος των δικών τους στόχων».

Με απλά λόγια, αν ο πληθυσμός δεν ανταποκρίνεται στο σανό που του προσφέρουν σε καθεστώς πλήρους ομοφωνίας τα ΜΜΕ, τότε αυτό οφείλεται σε σκοτεινές δυνάμεις που καραδοκούν για να καταστρέψουν τη “δημοκρατία”. Θεωρία εντελώς ανάλογη του “κομμουνιστικού δακτύλου” που προέβαλε η δική μας “εθνοσωτήριος” για να αιτιολογήσει την πραγματική κατάλυση της όποιας δημοκρατίας είχαμε το 1967.

Υπερβολή; Για να δούμε πώς καταλήγει το πόνημα: « Ενόψει του συνεχιζόμενου επιθετικού πολέμου κατά της Ουκρανίας και των περαιτέρω κρίσεων που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία, αυτό σημαίνει [ότι απαιτείται η] ανάπτυξη μιας πιο ολοκληρωμένης κατανόησης της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης. Χρειάζεται επίσης μια βαθύτερη κοινωνικοπολιτική συζήτηση σχετικά με το πώς να αντιμετωπιστεί το αυξανόμενο κύμα των εκστρατειών παραπληροφόρησης. Η συζήτηση σχετικά με την προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση πρέπει να προχωρήσει πέρα από τη λεγόμενη διάψευση, δηλαδή την αντιστάθμιση του ελλείμματος πληροφόρησης. Η παραπληροφόρηση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται μόνο ως πρόβλημα πληροφόρησης ή ασφάλειας. Πρόκειται για επίθεση στη δημοκρατία ως τέτοια.»

Με απλά λόγια, η συζήτηση δεν αρκεί, χρειάζονται μέτρα εδώ και τώρα, διότι «η δημοκρατία μας κινδυνεύει». Προφανώς, έπεται ο “γύψος”.

B. Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΤΟ “FOREIGN AFFAIRS

Το εξώφυλλο της ανάλυσης στο “Foreign Affairs”

Το άρθρο επιγράφεται: «Η επικίνδυνη παρακμή της Ρωσίας. Το Κρεμλίνο δεν θα πέσει αμαχητί» και η κεντρική ιδέα του είναι ότι ο Ουκρανικός πόλεμος οδηγεί σε επιταχυνόμενες διαλυτικές καταστάσεις στη Ρωσία αλλά και στην Ευρώπη, τις οποίες μόνο η Αμερική μπορεί να αντιμετωπίσει. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες να κερδίσει η Ουκρανία τον πόλεμο, πράγμα που αν συμβεί όμως θα οδηγήσει σε ακόμη πιο οξυμένη αντιπαράθεση τη Ρωσία με τις ΗΠΑ, επειδή η Ρωσία θα μάχεται πιο απεγνωσμένα για την επιβίωσή της. Στη μακρόχρονη αυτή σύγκρουση, οι ΗΠΑ οφείλουν να ελέγξουν τον Ευρωπαϊκό χώρο επειδή «δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι η Ευρώπη μπορεί να διαχειριστεί το πρόβλημα [της σχέσης της με τη Ρωσία] μόνη της». Αναγκαίος όρος για να λήξει η σύγκρουση είναι η απομάκρυνση του Πούτιν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά αυτό δεν αρκεί. Θα χρειαστεί να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της Ρωσίας οι σημερινοί Ρώσοι φιλελεύθεροι εμιγκρέδες, την εξόριστη κοινότητα των οποίων οι ΗΠΑ πρέπει να βοηθούν με χρήματα και άλλα μέσα, κ.λπ., κ.λπ.

Εμάς εδώ δεν μας ενδιαφέρουν οι μελλοντολογίες του πονήματος ούτε τα μοτίβα της ψευτο-ανάλυσης που τα έχουμε ξαναδεί σε πλήθος ατλαντικών πηγών. Μας ενδιαφέρουν όμως οι εκτιμήσεις για τη δυνατότητα το Ρωσικό αφήγημα για τον πόλεμο να επηρεάσει το Δυτικό κοινό.

Διαβάζουμε: «Ο Πούτιν και οι προπαγανδιστές του έχουν μεταδώσει το μήνυμα ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι στην πραγματικότητα μια πολιτισμική σύγκρουση με τη Δύση που επιδιώκει να κρατήσει τη Ρωσία αδύναμη. Ισχυρίζονται ότι η Ρωσία πολεμά το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη θέλουν να διαμελίσουν τη Ρωσία. Αν και αυτή η αντιαμερικανική ρητορική δεν είναι καινούργια -το να παρουσιάζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες ως εχθρός είναι μια μακροχρόνια τακτική του Πούτιν- γίνεται όλο και πιο θυμωμένη και επιθετική. Αυτός ο συγκρουσιακός, αντιδυτικός τόνος θα συνεχιστεί όσο ο Πούτιν βρίσκεται στην εξουσία».

Και συνεχίζουν: «Με την πλάτη στον τοίχο, το Κρεμλίνο θα έχει επίσης λιγότερες ενδοιασμούς στο να προσπαθήσει να αποσταθεροποιήσει τους εχθρούς του….. Για αρχή, το Κρεμλίνο είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εντείνει τις εκστρατείες παραπληροφόρησης. Η Ρωσία έχει δει πόσο αποτελεσματικές μπορούν να είναι τέτοιες εκστρατείες: η παραπληροφόρηση και η προπαγάνδα συνέβαλαν στην απόφαση ηγετών στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή να παραμείνουν ουδέτεροι ή επιφυλακτικοί μετά την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία. Κατηγορώντας την Ουκρανία για τη διάπραξη φρικαλεοτήτων που διέπραξαν οι Ρώσοι στρατιώτες στον πόλεμο, ενοχοποιώντας τις δυτικές κυρώσεις αντί για την εισβολή της Ρωσίας ως υπεύθυνες για τις υψηλές τιμές των τροφίμων και της ενέργειας και πείθοντας πολλούς ότι διεξάγει έναν αμυντικό πόλεμο εναντίον ενός επεκτεινόμενου ΝΑΤΟ, η Ρωσία αμβλύνει την κριτική για τη στρατιωτική της επιθετικότητα».

Από αυτά τα εκτεταμένα αποσπάσματα κρατάμε τις εκτιμήσεις πρώτον, ότι η θεώρηση πως η Ρωσία διεξάγει αμυντικό πόλεμο εναντίον ενός επεκτεινόμενου ΝΑΤΟ αποτελεί παραπληροφόρηση και δεύτερον, ότι η Ρωσική παραπληροφόρηση έχει αποδειχτεί επιτυχής αφού μετέβαλε τη στάση πολλών ηγετών στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή (περιέργως, λείπει η Ασία από τον μακρύ κατάλογο).

Ένα ενδιαφέρον σημείο στην αφήγηση του πονήματος αποτελεί η στάση του απέναντι στη Ρωσική προσπάθεια για εγγυήσεις ασφάλειας στην Ευρώπη κάτω από την αρχή της «αδιαίρετης ασφάλειας». Υπενθυμίζουμε ότι το ζήτημα των αμοιβαίων εγγυήσεων ασφάλειας στην Ευρώπη αποτελούσε βασικό σημείο των χωρίς αποτέλεσμα διπλωματικών διαπραγματεύσεων που προσπάθησε να κάνει η Ρωσία με τις ΗΠΑ και τις βασικές Ευρωπαϊκές χώρες στα τέλη του 2021-αρχές του 2022. Έκτοτε, η υπενθύμιση αυτής της πτυχής στη συζήτηση των αιτιών του πολέμου αποτελεί κεντρικό σημείο του Ρωσικού αφηγήματος, ακριβώς επειδή έτσι τονίζεται ο αμυντικός χαρακτήρας της Ρωσικής προσέγγισης (και με επιτυχία, όπως είδαμε).

Αλλά στο πόνημα υπογραμμίζεται ότι: «Η Ρωσία υπό τον Πούτιν δεν θα είναι ποτέ συμμέτοχος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια…..Η Ουάσιγκτον πρέπει επίσης να εργαστεί για να στριμώξει και να περιχαρακώσει τη Ρωσία, ώστε να την εμποδίσει να εξαπολύσει επιθετικές ενέργειες πέραν των συνόρων της. Η υποβάθμιση της ρωσικής ισχύος απαιτεί από την Ουάσιγκτον να βασιστεί [και μετά το τέλος του πολέμου] στις πολιτικές που έθεσε σε κίνηση μετά την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία».

Επομένως, κατά το πόνημα, δεν τίθεται ούτε τώρα ούτε στο μέλλον θέμα για συμφωνίες αμοιβαίας ασφάλειας στην Ευρώπη. Αντίθετα οι ΗΠΑ οφείλουν να ακολουθήσουν επιθετικότερη πολιτική απέναντι στη Ρωσία. Άρα εδώ υπάρχει ένα ερώτημα: Η σχετική προσπάθεια της Ρωσίας να προβάλει το ζήτημα της αμοιβαίας ασφάλειας στην Ευρώπη συνιστά “επίθεση παραπληροφόρησης” ή όχι; Το πόνημα προτιμά να παρακάμψει το ερώτημα, αν και αυτό προφανώς θα μπαίνει όλο και εντονότερα μπροστά σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες στο μέλλον, και ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Σαν αποτέλεσμα της παράκαμψης αυτών των κρίσιμων ερωτημάτων όσο αφορά την Αμερικανική στάση απέναντι στη Ρωσική αφήγηση, ηχούν κενές περιεχομένου οι παραινέσεις του πονήματος στο στυλ: « Ο περιορισμός της Μόσχας θα απαιτήσει επίσης από την Ουάσινγκτον και τους Ευρωπαίους συμμάχους της να συντηρήσουν την ενασχόλησή τους με την Ινδία και άλλες χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής που συνεχίζουν να αποτελούν σανίδα σωτηρίας για τη Ρωσία. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στον παγκόσμιο Νότο, όπου η Ρωσία απολαμβάνει μεγαλύτερη επιρροή και είναι σε θέση να αμφισβητήσει την [Αμερικανική] αφήγηση».

Γ. ΠΩΣ ΠΟΛΕΜΑ Η “ΔΥΣΗ” ΤΑ ΡΩΣΙΚΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ;

Επισημάναμε κάποια σημεία στις δύο παραπάνω “μελέτες”/αναλύσεις που είναι κοινά: Και στα δύο πονήματα εκφράζεται η ανησυχία για την απήχηση του Ρωσικού αφηγήματος περί αμυντικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία. Όπως είδαμε, η Ρωσική θέση δεν παρουσιάζεται ούτε αντιμετωπίζεται στην πληρότητά της σε κανένα από τα δύο, γεγονός που καθεαυτό προδίδει αμηχανία και υπογραμμίζει την “διαπερατότητα” που διαθέτει η Ρωσική αφήγηση, καθώς ούτε η παράθεσή της δεν εξυπηρετεί τους πολέμιούς της. Παρόλ’ αυτά απορρίπτεται συνοπτικά ως “παραπληροφόρηση” την οποία μάλιστα το πρώτο πόνημα συνδέει αυθαίρετα και αντι-δεοντολογικά με “θεωρίες συνωμοσίας”. Είναι, πιστεύω, προφανές ότι για να αντικρουστεί μια θεωρία που διαδίδεται και ασκεί σαφή επιρροή, κάτι παραπάνω θα πρέπει να γίνει από τους Δυτικούς μαχητές του γνωστικού πολέμου από το να την χλευάζουν και να της κολλάνε ταμπελάκια.

Δεν γνωρίζουμε πώς θα πείσουν τους ηγέτες των χωρών που δεν έχουν πειστεί από τη Δυτική αφήγηση, αλλά υποψιαζόμαστε ότι αυτό δεν τους ενδιαφέρει. Έχουν βάλει “όλα τα λεφτά” στη νίκη των Ουκρανών, η οποία βεβαίως, όταν επέλθει ή έστω όταν διαφανεί ότι επέρχεται—όπως λέμε “όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου”—κατανάγκην θα μεταβάλει και τη στάση των ηγετών αυτών. Νομίζω ότι αυτή είναι η τακτική απέναντι στις χώρες που δεν συμμορφώνονται, παράλληλα φυσικά με τις απειλές για κυρώσεις—που όμως έχουν εξελιχθεί σε δίκοπο μαχαίρι, καθώς η γενίκευση της επιβολής τους σε πάμπολλες χώρες θα μπορούσε να οδηγήσει αυτές τις χώρες στη συνεργασία μεταξύ τους, γεγονός που όχι μόνο θα ακύρωνε τις κυρώσεις αλλά θα ακύρωνε ακόμη και την έννοια “κύρωση” καθεαυτή. Τυπικό παράδειγμα εδώ είναι η Ινδία, όπου οι απειλές λειτουργούν για πλήθος μεμονωμένων επιχειρήσεων αλλά όχι για το κράτος συνολικά, με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να μην αποτολμούν να επιβάλουν κυρώσεις στο Ινδικό κράτος.

Αυτό που τους ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι κυρίως το πώς θα “μεταπείσουν” τους λαούς των χωρών, όχι μόνο της Δύσης, αλλά και της Αφρικής, της Ασίας, της Λ. Αμερικής, της Μ. Ανατολής, σχετικά με την επεκτεινόμενη και τείνουσα να επικρατήσει θεώρηση ότι η Ρωσία διεξάγει αμυντικό πόλεμο στην Ουκρανία.

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα των κατευθύνσεων που παίρνει αυτές τις μέρες η Δυτική προπαγάνδα προκειμένου να καταπολεμήσει τη Ρωσική αφήγηση.

Γ1. Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ

Έτσι, την Παρασκευή 4 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος Μπάιντεν, του οποίου η προσπάθεια να εγκαταστήσει υπηρεσία ανοιχτής λογοκρισίας στις ΗΠΑ μέσω της καθιέρωσης του λεγόμενου «υπουργείου αλήθειας» εγκαταλείφθηκε άδοξα—αν και η αλήθεια είναι ότι απλώς πήρε πιο έμμεσους δρόμους, όπως θα δούμε παρακάτω—στράφηκε κατά του Έλον Μασκ και του τουΐτερ, το οποίο ο επιχειρηματίας αγόρασε πριν λίγες μέρες.

Ο Έλον Μασκ ανέβασε ένα βίντεο όπου εμφανίζεται να μπαίνει στα κεντρικά γραφεία του Twitter κραδαίνοντας ένα νεροχύτη/νιπτήρα

Το τουΐτερ ασκεί μαζική λογοκρισία και διαγράφει αναιτιολόγητα και ανεξέλεγκτα λογαριασμούς που υποστηρίζουν το Ρωσικό αφήγημα από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά αλλού, βλ. Κεφάλαιο Γ: Η παραπληροφόρηση ως μείζον επιχειρησιακό όπλο), ενώ σε ορισμένους που δεν διαγράφει προσθέτει προειδοποίηση ότι αποτελούν «φερέφωνα της Ρωσικής κυβέρνησης» ή ότι οι κατέχοντες τον αντίστοιχο λογαριασμό «εργάζονται για λογαριασμό Ρωσικών ΜΜΕ», συχνά με εξαιρετικά φαιδρά αποτελέσματα .

Όσο συνέβαινε αυτό ο Μπάιντεν δεν είχε πρόβλημα. Αλλά πρόβλημα απέκτησε το τουΐτερ, το οποίο υποχώρησε παγκόσμια έναντι του Τέλεγκραμ, που πλέον αποτελεί ίσως το βασικότερο εργαλείο πληροφόρησης για τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία. Ο Μπάιντεν, φοβούμενος αλλαγές πολιτικής στο τουΐτερ από τον Μασκ, δήλωσε ότι «Ο Έλον Μασκ βγαίνει και αγοράζει μια εταιρεία που εκτοξεύει ψέματα σε όλο τον κόσμο» με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, Karine Jean-Pierre να δηλώνει στους δημοσιογράφους νωρίτερα την Παρασκευή ότι ο Μπάιντεν έχει «μιλήσει ανοιχτά για τη σημασία των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης να συνεχίσουν να λαμβάνουν μέτρα για τη μείωση της ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης». «Αυτή η πεποίθηση [του Μπάιντεν] επεκτείνεται στο Twitter, επεκτείνεται στο Facebook και σε κάθε άλλη πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης όπου οι χρήστες μπορούν να διαδώσουν παραπληροφόρηση», συνέχισε η ίδια. Προφανώς, για τον Μπάιντεν “παραπληροφόρηση” είναι οτιδήποτε δεν συνάδει με την αφήγηση της Αμερικανικής κυβέρνησης.

Ο Μπάιντεν την Παρασκευή 4 Νοεμβρίου καθώς εκφωνεί τον Φιλιππικό κατά του…Twitter

Η προσπάθεια της Αμερικανικής κυβέρνησης να επιβάλει άμεσο έλεγχο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα και όσο αφορά τη διάδοση “μη εγκεκριμένων” αφηγήσεων για το Ουκρανικό, όπως ήδη γράψαμε, δεν είναι νέα. Καταρχήν, στο Facebook έχει επιβληθεί καθεστώς αυστηρού ελέγχου των αναρτήσεων για το Ουκρανικό με καταστολή όσων προωθούν το Ρωσικό αφήγημα—όλοι γνωρίζουμε τα καρτελάκια που χαρακτηρίζουν αναρτήσεις από Ρωσικά ΜΜΕ ως φερέφωνα της Ρωσικής κυβέρνησης ή την παρεμβολή ταμπέλων περί “ψευδούς καταχώρησης” με αστήρικτα σχόλια από εντελώς άχρηστους, υποτίθεται “ανεξάρτητους”, κριτές σε αναρτήσεις που αμφισβητούν την αμερικανική προπαγάνδα, ανεξάρτητα από τα στοιχεία που προσκομίζονται. Μάλιστα, ειδικά για τους “ελεγκτές” που έχει προσλάβει το Facebook για το Ουκρανικό, η πλειοψηφία τους χρηματοδοτείται είτε άμεσα είτε έμμεσα από την CIA. Επίσης, το F/B μετέβαλε την πολιτική του όσο αφορά τους νέο-ΝΑΖΙ της Ουκρανίας, των οποίων οι απόψεις δεν επιτρεπόταν να αναρτώνται: Τώρα πλέον επιτρέπεται, αρκεί αυτές να στρέφονται κατά των Ρώσων, ακόμη και αν καλούν στην εκτέλεσή τους—αυτό δεν θεωρείται “κήρυγμα μίσους”.

Επίσης είναι πολύ γνωστή η περίπτωση όπου το Τουΐτερ έκλεισε το λογαριασμό της Αμερικανικής εφημερίδας New York Post λίγο πριν τις εκλογές, όταν η τελευταία αποκάλυψε τα αλισβερίσια της οικογένειας Μπάιντεν στην Ουκρανία, τον καιρό που ο γιος του νυν προέδρου και τότε αντιπροέδρου (επί κυβέρνησης Ομπάμα) κέρδιζε τερατώδη ποσά και κανόνιζε με το αζημίωτο ραντεβού Ουκρανών επιχειρηματιών με τον τότε αντιπρόεδρο των ΗΠΑ. Ως αιτιολογία προβλήθηκε ότι η είδηση αποτελούσε—τι πρωτότυπο!—Ρωσική παραπληροφόρηση.

Αλλά αυτά δεν ήταν αρκετά για την Αμερικανική κυβέρνηση. Έτσι, σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ του Intercept, το υπουργείο εσωτερικής ασφάλειας των ΗΠΑ (Department of Homeland Security—DHS), που θα ήταν υπεύθυνο και για το αλήστου μνήμης «υπουργείο αλήθειας», βρίσκεται σε άμεση επικοινωνία με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους υποδεικνύει ποιες αναρτήσεις να καταπνίξουν σύμφωνα με την άποψή του περί παραπληροφόρησης.

Η “ειδική πύλη” μέσω της οποίας οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης των ΗΠΑ ζητάνε
την απόρριψη αναρτήσεων οι οποίες χαρακτηρίζονται ως “παραπληροφόρηση”
όσο αφορά την υποστήριξη των ΗΠΑ στην Ουκρανία

Το Business Insider περιγράφει στους τίτλους του ως εξής την όλη επιχείρηση του DHS: «Το Facebook διαθέτει μια ειδική πύλη για κυβερνητικούς αξιωματούχους προκειμένου να ζητούν να περιορίζονται ή να καταστέλλονται αναρτήσεις των χρηστών για ασαφώς καθορισμένη παραπληροφόρηση, αναφέρει έκθεση. Το The Intercept ανέφερε ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης συνεργάζονται με μια πρωτοβουλία του DHS κατά της παραπληροφόρησης. Το Facebook δημιούργησε μια ειδική πύλη για κυβερνητικούς αξιωματούχους για να ζητούν να στραγγαλίζεται ή να καταστέλλεται το περιεχόμενο των [αναρτήσεων των]χρηστών. Στο στόχαστρο έχει μπει περιεχόμενο σχετικά με την προέλευση της πανδημίας COVID-19, τη φυλετική δικαιοσύνη και την υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ουκρανία».

Γ2. Η ΧΡΗΣΗ “ΦΙΛΙΚΩΝ” ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΥΝΟΪΚΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Εδώ τα παραδείγματα είναι καθημερινά και δεν έχει νόημα η προσπάθεια να τα παρακολουθήσουμε. Έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν εκτεταμένα στη χρήση των ΜΜΕ ως διαύλων διοχέτευσης αμερικανικής παραπληροφόρησης στο κοινό. Μάλιστα, οι ειδικοί του γνωστικού πολέμου είχαν ενθουσιαστεί τους πρώτους μήνες των πολεμικών επιχειρήσεων με τον τρόπο που η κυβέρνηση Μπάιντεν ασκούσε πλήρη έλεγχο σε όλα τα Δυτικά ΜΜΕ και διοχέτευε πληροφορίες και εκτιμήσεις “κατά βούληση”. Ειδικότερα για αυτή την περίοδο ο αναγνώστης ας ανατρέξει στο άρθρο με τίτλο: «Σε αναμονή της Ουκρανικής μεγάλης προβοκάτσιας: Ένα βήμα πριν την άμεση NATOϊκή εμπλοκή» (κυρίως κεφάλαια Γ, Ε2 και ΣΤ5).

Εδώ θα αναφερθούμε μόνο σε ένα πολύ πρόσφατο άρθρο (για την μετάφραση εκτεταμένων αποσπασμάτων βλ. εδώ), επειδή, αντίθετα με όσα συμβαίνουν συνήθως, πρόκειται για ένα πολύ καλοδουλεμένο κομμάτι στην προσπάθεια της Αμερικανικής κυβέρνησης να διαμορφώσει την παγκόσμια κοινή γνώμη όσο αφορά την Αμερικανική βοήθεια στην Ουκρανία. Είναι το άρθρο που αποκάλυψε ότι ο Μπάιντεν ύψωσε τη φωνή του στον Ζελένσκι όταν ο τελευταίος φάνηκε “αγνώμων” προς τις ΗΠΑ για την Αμερικανική βοήθεια—αν και η σχετική αποκάλυψη έγινε τέσσερις μήνες αργότερα και λίγο πριν τις Αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές που έχουν αναδείξει στους ψηφοφόρους το θέμα της απύθμενης ενίσχυσης της Ουκρανίας παρά τα τεράστια οικονομικά προβλήματα του λαού των ΗΠΑ. Είναι στο ίδιο άρθρο που αποκαλύφθηκε ότι οι πρόσφατες Ουκρανικές επιθέσεις σχεδιάστηκαν άμεσα κάτω από την καθοδήγηση των Αμερικανο-βρετανικών αρχηγείων—εδώ ο στόχος είναι να φανεί ότι η αμερικανική παρέμβαση “πιάνει τόπο”. Επίσης, στο ίδιο άρθρο υποστηρίζεται ότι η κλιμάκωση της εμπλοκής των ΗΠΑ έχει γίνει κατά τρόπο που να την “συνηθίσει” η Ρωσία ώστε να μην αντιδράσει σοβαρά στην μεταφορά της Αμερικανικής βοήθειας—μάλιστα η Ρωσία συγκρίνεται με τον γνωστό βάτραχο που σιγά σιγά συνηθίζει στη θερμότητα μέχρι να βράσει μέσα στην κατσαρόλα.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στα αντικρουόμενα συμφέροντα της Αμερικανικής αφήγησης. Αφενός απαιτείται να πειστεί το Αμερικανικό κοινό ότι αξίζουν οι θυσίες του αμερικανικού λαού χάριν της Ουκρανίας και αφετέρου απαιτείται να πειστεί το διεθνές κοινό ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ δεν λειτουργούν επιθετικά προς τη Ρωσία. Εδώ έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύγκρουσης συμφερόντων.

Ο γνωστός, εξαιρετικός αναλυτής Scot Ritter γράφει γι’ αυτό το άρθρο, έχοντας προηγουμένως επιχειρηματολογήσει εξαντλητικά για την άποψή του: «Το “Inside the US Effort to Arm Ukraine” του Yaffa είναι ένα έξυπνο κομμάτι κυβερνητικής στενογραφίας που μεταμφιέζεται σε δημοσιογραφία και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο από όλους όσους το διαβάζουν».

Δεδομένης όμως της προσοχής που αρχίζει να τραβά η κούραση που επιδεικνύει το παγκόσμιο κοινό στη συνέχιση του πολέμου καθώς και η αυξανόμενη διάδοση της Ρωσική αφήγησης ότι (ανάμεσα στα άλλα) η Ρωσία αμύνεται κατά των ΑμερικανοΝΑΤΟικών στην Ουκρανία, πρέπει να αναμένουμε άμεσα την έναρξη νέων δημοσιογραφικών ομοβροντιών ακριβώς στην κατεύθυνση ότι οι Ρώσοι είναι εκείνοι που αρνούνται την ειρήνευση στην Ουκρανία.

Αλλά, όπως θα δούμε αμέσως μετά, αυτή η προσπάθεια προσκρούει στους ίδιους τους Ουκρανούς.

Γ3. ΟΙ ΟΥΚΡΑΝΟΙ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΦΑΝΟΥΝ ΔΙΑΛΑΚΤΙΚΟΙ “ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ”

Στις 5 Νοεμβρίου η Washington Post, που από ορισμένους θεωρείται ότι εκφράζει το “βαθύ κόμμα” των Δημοκρατικών ακόμη περισσότερο από όσο οι New York Times,  δημοσίευσε άρθρο με τίτλους «Οι ΗΠΑ ζητούν ιδιαιτέρως από την Ουκρανία να δείξει ότι είναι ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία – Η ενθάρρυνση δεν αποσκοπεί στο να ωθήσει την Ουκρανία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά στο να διασφαλίσει ότι θα διατηρήσει ένα ηθικό πλεονέκτημα στα μάτια των διεθνών υποστηρικτών της».

Πρόκειται ακριβώς για προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το Ρωσικό αφήγημα ότι στην Ουκρανία η Ρωσία αμύνεται κατά της επέκτασης των ΑμερικανοΝΑΤΟικών σε βάρος της.

Είναι γνωστές οι προσπάθειες της Ρωσίας για διαπραγματεύσεις και ειρήνευση και επίσης είναι γνωστός ο τρόπος που κατέρρευσαν οι συμφωνίες της Κωνσταντινούπολης κάτω από την άμεση παρέμβαση των Βρετανών, που φυσικά λειτούργησαν ως ενδιάμεσοι των Αμερικανών. Ο Μπόρις Τζόνσον στην απροειδοποίητη επίσκεψή του στο Κίεβο, αμέσως μετά την Κωνσταντινούπολη είπε στους Ουκρανούς: «Εσείς μπορεί να υπογράψετε, αλλά εμείς δεν θα υπογράψουμε ως εγγυήτρια δύναμη», όπως προέβλεπε η συμφωνία.

Λιγότερο γνωστός όμως είναι ίσως ένας πρόσφατος ψηφισμένος νόμος από το Ουκρανικό κοινοβούλιο (όπου—υπενθυμίζουμε—όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν απαγορευτεί) σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύονται οι διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία όσο πρόεδρός της είναι ο Πούτιν. Δηλαδή, για να κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι Ουκρανοί πλέον απαιτούν ούτε λίγο ούτε πολύ την καθεστωτική αλλαγή στη Ρωσία.

Είναι σαφές ότι αυτά όλα δεν βοηθούν την εκστρατεία δημοσίων σχέσεων των ΑμερικανοΝΑΤΟικών προς το παγκόσμιο κοινό.

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα του άρθρου:

“Η άρνηση του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι να συνομιλήσει με τον ηγέτη της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, έχει τροφοδοτήσει την ανησυχία σε μέρη της Ευρώπης, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, όπου οι διαλυτικές συνέπειες του πολέμου είναι σοβαρές.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν ενθαρρύνει κατ’ ιδίαν τους ηγέτες της Ουκρανίας να σηματοδοτήσουν ένα άνοιγμα για διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία και να εγκαταλείψουν τη δημόσια άρνησή τους να συμμετάσχουν σε ειρηνευτικές συνομιλίες, εκτός εάν ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν απομακρυνθεί από την εξουσία, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν τις συζητήσεις.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Jake Sullivan συναντήθηκε στις 4 Νοεμβρίου στο Κίεβο με τον επικεφαλής του προεδρικού γραφείου Andriy Yermak. Ένα από τα θέματα της συνάντησης, κατά την Washington Post, ήταν η “ενθάρρυνση” της κυβέρνησης του Κιέβου να εμφανίσει περισσότερη διαλλακτικότητα για τα μάτια του κόσμου.

Το αίτημα των Αμερικανών αξιωματούχων δεν αποσκοπεί στο να ωθήσει την Ουκρανία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δήλωσαν οι άνθρωποι αυτοί. Αντίθετα, το χαρακτήρισαν ως μια υπολογισμένη προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι η κυβέρνηση στο Κίεβο θα διατηρήσει την υποστήριξη άλλων εθνών που αντιμετωπίζουν εκλογικά σώματα που είναι επιφυλακτικά στην τροφοδότηση ενός πολέμου για πολλά χρόνια.»

Προσέξτε τη διατύπωση που είναι ακριβώς έτσι στο πρωτότυπο: τα έθνη “αντιμετωπίζουν” τα εκλογικά σώματά τους, τα οποία μπορεί να διαφωνούν με την πολιτική “των εθνών”. Αλλά τότε, από ποιους αποτελούνται αυτά τα περίφημα “έθνη” που μπορούν και διαφοροποιούνται από τα εκλογικά τους σώματα;

Αλλά ας συνεχίσουμε.

«Αμερικανοί αξιωματούχοι ….. παραδέχονται ότι η απαγόρευση συνομιλιών από τον Πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει προκαλέσει ανησυχία σε μέρη της Ευρώπης, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, όπου οι διαλυτικές επιπτώσεις του πολέμου στη διαθεσιμότητα και το κόστος των τροφίμων και των καυσίμων γίνονται πιο έντονα αισθητές. “Η κόπωση από την Ουκρανία είναι ένα πραγματικό πρόβλημα για ορισμένους από τους εταίρους μας”, δήλωσε ένας Αμερικανός αξιωματούχος, ο οποίος, όπως και άλλοι που ερωτήθηκαν για την παρούσα αναφορά, μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας προκειμένου να συζητήσει τις ευαίσθητες συνομιλίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Κιέβου.»

«Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν φθίνουσα υποστήριξη μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του στρατού της Ουκρανίας στα τρέχοντα επίπεδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο Λευκός Οίκος μπορεί να αντιμετωπίσει αντίσταση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης, καθώς επιδιώκει να συνεχίσει ένα πρόγραμμα βοήθειας για την ασφάλεια που έχει προσφέρει στην Ουκρανία το μεγαλύτερο τέτοιο ετήσιο ποσό από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου……. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στις 3 Νοεμβρίου από τη Wall Street Journal, το 48% των Ρεπουμπλικανών δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν ” υπερβολικά πολλά” για να στηρίξουν την Ουκρανία, από 6% τον Μάρτιο.»

«Οι ανησυχίες σχετικά με μια μεγαλύτερης διάρκειας σύγκρουση είναι ιδιαίτερα έντονες σε έθνη που ήταν ήδη διστακτικά στο να στηρίξουν τον συνασπισμό υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για την υποστήριξη της Ουκρανίας, είτε λόγω δεσμών με τη Μόσχα είτε λόγω απροθυμίας να συνταχθούν με την Ουάσινγκτον. Η Νότια Αφρική απείχε από μια πρόσφατη ψηφοφορία του ΟΗΕ που καταδίκασε τα διατάγματα προσάρτησης της Ρωσίας, λέγοντας ότι ο κόσμος πρέπει αντ’ αυτού να επικεντρωθεί στη διευκόλυνση της κατάπαυσης του πυρός και της πολιτικής επίλυσης. Ο νέος εκλεγμένος πρόεδρος της Βραζιλίας, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, δήλωσε ότι ο Ζελένσκι είναι εξίσου υπεύθυνος για τον πόλεμο με τον Πούτιν. Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι, ο οποίος έχει προσπαθήσει να διατηρήσει καλές σχέσεις με τη Μόσχα και το Κίεβο, προσέφερε βοήθεια για τις ειρηνευτικές συνομιλίες σε μια κλήση με τον Ζελένσκι τον περασμένο μήνα. Ο Ουκρανός ηγέτης τον απέρριψε.»

Η ανετοιμότητα των Αμερικανών να διασκεδάσουν, έστω και για τα μάτια του κόσμου, τη θέση ότι η Ρωσία αμύνεται κατά της επέκτασης και της επιθετικότητας του ΝΑΤΟ φαίνεται καθαρά και από το ίδιο το άρθρο που καταλήγει με μια δακρύβρεχτη ατάκα του Ζελένσκι, ο οποίος όταν ρωτήθηκε τι θα πράξει όταν η Ουκρανία κερδίσει τον πόλεμο, απάντησε ότι θα πάει στην Κριμαία να βλέπει τη θάλασσα.

Γ4. ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΝΑΤΟ ΜΕ ΦΙΛΙΚΟ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΚΟΙΝΟ

Είδαμε ότι η αύξηση της επιρροής της Ρωσικής αφήγησης για τα αίτια του πολέμου στην Ουκρανία στο κοινό τρίτων χωρών επιδιώκεται να αντιμετωπιστεί όχι μόνο με μέτρα ιδεολογικού χαρακτήρα, αλλά και με διοικητικά μέτρα. Είναι αναμενόμενο ότι αυτά θα δοκιμαστούν αρχικά σε χώρες της περιφέρειας του ΝΑΤΟ πριν εφαρμοστούν σε πιο κεντρικές χώρες (π.χ. στη Γερμανία). Ήδη εμφανίστηκαν κάποιες χώρες που χαρακτηρίζονται ως “πρώτης γραμμής” που ήδη συζητούν στα σοβαρά τη λήψη αστυνομικών μέτρων κατά της αντίληψης ότι η Ρωσία δεν ευθύνεται για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ένα παράδειγμα είναι, σύμφωνα με το Bloomberg, η Σλοβακία.

Σύμφωνα με την τιτλοφόρηση του άρθρου: «Στις πρώτες γραμμές του ΝΑΤΟ, οι Σλοβάκοι καταπολεμούν την προέλαση της ρωσικής προπαγάνδας. Η Σλοβακία ενισχύει την ειδική μονάδα που καταπολεμά τις υβριδικές απειλές. Η Ρωσία εξακολουθεί να απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης στη Σλοβακία, κράτος μέλος της ΕΕ.»

Όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι ιδέες που παρουσιάζονται είναι ακριβώς ίδιες με αυτές της πρώτης “μελέτης” μας—ο Θεός να την κάνει—αυτήν του CeMAS. Με δυο λόγια, αυξάνονται ραγδαία οι απόψεις ότι η Ρωσία δεν ευθύνεται για την κατάσταση στην Ουκρανία, πράγμα που συνιστά “θεωρία συνωμοσίας” η οποία εκπορεύεται από τη Ρωσία μέσω ελεγχόμενων μέσων στο διαδίκτυο και γι’ αυτό θα πρέπει να παρθούν άμεσα μέτρα για την πάταξή της. Επειδή αξίζει τον κόπο, για να φανούν οι ομοιότητες, θα μεταφράσουμε όλο το άρθρο εδώ. Και θα διακινδυνεύσουμε και μια δική μας “θεωρία συνωμοσίας”: Η ομοιότητα των απόψεων αυτών καταδεικνύει ότι αυτές διοχετεύονται και καθοδηγούνται από ενιαίο κέντρο, που επιδιώκει την ευθυγράμμιση των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε κατευθύνσεις περιστολής της ελευθερίας του λόγου και της πληροφόρησης. Τον τίτλο του άρθρου τον είδαμε, συγγραφέας του είναι ένας Daniel Hornak και ημερομηνία ανάρτησης η 4η Νοεμβρίου. Πάμε στο περιεχόμενο τώρα:

«Η Σλοβακία, ένα μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι μισοί πολίτες πιστεύουν ότι η Ρωσία δεν προκάλεσε τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενισχύει μια ειδική μονάδα που συστάθηκε φέτος για την καταπολέμηση των υβριδικών απειλών.

Τώρα το Κέντρο Αντιμετώπισης Υβριδικών Απειλών του Υπουργείου Εσωτερικών επιδιώκει να αγοράσει ειδικό αναλυτικό λογισμικό βασισμένο στην τεχνητή νοημοσύνη για τον εντοπισμό πληροφοριακών επιχειρήσεων. “Θα μας επιτρέψει να έχουμε καλύτερη εικόνα για το τι συμβαίνει στο διαδίκτυο και αν αυτό ελέγχεται από το εξωτερικό”, δήλωσε ο Ντάνιελ Μίλο, επικεφαλής της μονάδας σε συνέντευξή του αυτή την εβδομάδα.

Η Ρωσία χρησιμοποιεί διαδικτυακές υβριδικές εκστρατείες για να υπονομεύσει την κυβέρνηση που έχει έντονη φιλο-ουκρανική στάση, είπε. Έρευνες δείχνουν ότι πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού των 5,4 εκατομμυρίων είναι επιρρεπείς στο να πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας και μόνο κάθε δεύτερος Σλοβάκος πιστεύει ότι η Ρωσία επιτέθηκε στην Ουκρανία. Επίσης, περισσότεροι πολίτες εμπιστεύονται τους Ρώσους παρά τους Αμερικανούς συμμάχους τους.»

Στη συνέχεια το άρθρο παραθέτει κυριολεκτικά “από το πουθενά” τον ακόλουθο πίνακα με την διάδοση τριών (ποιων?—άγνωστο) θεωριών συνωμοσίας στις αντίστοιχες χώρες.

Προφανώς, ο αναγνώστης οφείλει να εννοήσει ότι μία από τις τρεις είναι η θεωρία ότι για τον πόλεμο στην Ουκρανία ευθύνεται το ΝΑΤΟ. Τυπική κατάσταση που αντιστοιχεί στην παροιμία: “Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα”. Μάλλον ο συγγραφέας θεώρησε ότι με τον πίνακα αυξάνει η εγκυρότητα του πονήματός του.

Αλλά, ας συνεχίσουμε με το άρθρο:

«Λίγο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου, το μερίδιο των φιλο-ρωσικών αφηγήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντιστοιχούσε στο μερίδιο των φιλο-ουκρανικών, δήλωσε ο Milo.

“Αλλά κατά τη διάρκεια λίγων μηνών, η κατάσταση άλλαξε”, είπε. “Οι φιλορωσικές αναρτήσεις στο Facebook επικρατούν όλο και περισσότερο. Σαν αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας παραπληροφόρησης, ένα μέρος του πληθυσμού έχει κατηχηθεί (sic!) από τη φιλο-ρωσική προπαγάνδα”.

Οι προσπάθειες της μονάδας υποστηρίζονται από την κυβέρνηση που στέλνει στρατιωτική και ανθρωπιστική βοήθεια στην Ουκρανία, φιλοξενεί δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες και υποστηρίζει όλες τις κυρώσεις που έχει επιβάλει η ΕΕ στη Ρωσία.

“Πρέπει να επιταχύνουμε τις προσπάθειές μας, υπάρχουν ακόμη δυνατότητες αύξησης της αποτελεσματικότητας”, δήλωσε ο πρωθυπουργός Έντουαρντ Χέγκερ στις 19 Οκτωβρίου, καθώς αναφέρθηκε στην ανάγκη καταπολέμησης της παραπληροφόρησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Για να πετύχει αυτό, τα βήματα αυτά πρέπει επίσης να υποστηριχθούν σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, “αλλιώς οι προσπάθειές μας μπορεί να μείνουν χωρίς δόντια”, είπε.»

Με άλλα λόγια ο Σλοβάκος πρωθυπουργός ζητά την κήρυξη πανστρατιάς όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και ανά την υφήλιο, για να δείξει “τα δόντια του” το φιλο-ουκρανικό στρατόπεδο…

Το Russia Today επισημαίνει ότι το Κέντρο Αντιμετώπισης Υβριδικών Απειλών του Υπουργείου Εσωτερικών της Σλοβακίας αποτελεί θυγατρική του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αριστείας με έδρα τη Φινλανδία—μανία που έχουν με τις αριστείες!—και παρατηρεί ότι «Η προφανής περιφρόνηση της Μπρατισλάβα για τους εγχώριους διαφωνούντες μοιάζει με τη στάση των γειτονικών Τσέχων. Αφού περισσότεροι από 70.000 διαδηλωτές διαδήλωσαν κατά της πολιτικής του στην Πράγα στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Τσέχος πρωθυπουργός Πετρ Φιάλα δήλωσε ότι “η ρωσική προπαγάνδα και οι εκστρατείες παραπληροφόρησης είναι παρούσες στο έδαφός μας και κάποιοι απλώς τις ακούνε”…»

Ο Σλοβάκος πρωθυπουργός Ε. Χέγκερ ο οποίος υποστήριξε ότι τα μέτρα για τον έλεγχο του διαδικτύου πρέπει να παρθούν σε πανευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο, «αλλιώς οι προσπάθειές μας μπορεί να μείνουν χωρίς δόντια» 😊.

Πριν περάσουμε στα συμπεράσματα, δυο λόγια για τις θεωρίες συνωμοσίας: Αυτές ασφαλώς υπάρχουν και η γνώμη μας είναι ότι αποτελούν μια μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας σε συνθήκες υποχώρησης της Αριστεράς και της μαρξιστικής παιδείας. Το γεγονός ότι συχνά αγκαλιάζονται από στρώματα που συντρίβονται κοινωνικά και ότι συχνά επίσης συμφύονται με ακροδεξιές απόψεις (κυρίως απόψεις που αναζητούν κάποιο σωτήρα με χαρακτηριστικά “φύρερ”) δεν αναιρεί τον κοινωνικό τους χαρακτηρισμό. Δεν μπορούν φυσικά να παίξουν ανατρεπτικό ρόλο για το κοινωνικό σύστημα και πολύ εύκολα χειραγωγούνται ακριβώς από τους πιο σκληρούς υπηρέτες αυτού του συστήματος οδηγώντας σε φαινόμενα παράλληλα με εκείνα της εμφάνισης του φασισμού ως κοινωνικού κινήματος. Αλλά, επίσης, με το πρόσχημα της καταπολέμησής των “θεωριών συνωμοσίας” το ίδιο το κοινωνικό σύστημα βρίσκει την ευκαιρία να χτυπήσει  βασικές και θεμελιώδεις πολιτικές ελευθερίες, στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και διάδοσης των ιδεών. Η Αριστερά μόνο να χάσει έχει αν αποδεχτεί αυτή τη διαίρεση που επιδιώκουν οι κυρίαρχες ελίτ ή αν αποδεχτεί μέτρα ελέγχου της γνώμης και επιβολής λογοκρισίας. Φτάνει ο πλήρης έλεγχος που ασκείται στα καθεστωτικά ΜΜΕ!

Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Πληθαίνουν τελευταία οι ενδείξεις, όπως εμφανίζονται μέσα από “μελέτες”, αναλύσεις, άρθρα, αλλά και δηλώσεις πολιτικών προσώπων, ότι η Δύση χάνει τον έλεγχο στην αφήγηση του Ουκρανικού, κυρίως στο ερώτημα ποιος ευθύνεται για τον πόλεμο, όπου έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των ανθρώπων που πιστεύουν ότι υπεύθυνοι είναι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και όχι η Ρωσία. Αυτό, σε συνδυασμό με κάποια διαφαινόμενη μεταστροφή του εκλογικού σώματος στις ΗΠΑ, τον δύσκολο χειμώνα στην Ευρώπη και τον ενδεχόμενο λιμό σε χώρες του λεγόμενου “Νότου”, κινδυνεύει να οδηγήσει σε μη ελεγχόμενες από τους ΑμερικανοΝΑΤΟικούς υπεύθυνους της σύγκρουσης καταστάσεις.

Η εκδοχή να πιεστεί η Ουκρανία για διαπραγματεύσεις έχει απορριφθεί προκαταβολικά, αφού κάτι τέτοιο αντιβαίνει τον θεμελιώδη σχεδιασμό των ΑμερικανοΝΑΤΟικών για πόλεμο “μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό” προκειμένου να γίνει όσο μεγαλύτερη ζημιά είναι δυνατόν στη Ρωσία—τους λόγους που συμβαίνει αυτό έχουμε αναλύσει αλλού. Βέβαια, η Ουκρανία πιέζεται να δείξει μεγαλύτερη διαλλακτικότητα “για τα μάτια του κόσμου” επειδή η στάση που τηρεί “ρίχνει νερό στο μύλο της Ρωσίας”, η οποία από τη δική της πλευρά δεν έχει σταματήσει να προτείνει διαπραγματεύσεις από την έναρξη των επιχειρήσεων.

Τώρα έχουμε φτάσει στο σημείο του “όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος”. Παρουσιάζεται μια ανησυχητική ομοβροντία από κυβερνητικές οργανώσεις και πολιτικούς, οι οποίοι πλέον ζητούν την άμεση λήψη μέτρων για την “προστασία της δημοκρατίας” από του συνωμοσιολόγους, δεδομένου ότι συνειδητά κατέταξαν την άποψη ότι η ευθύνη του πολέμου ανήκει στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ στις θεωρίες συνωμοσίας που δήθεν απειλούν τα θεμέλια της κοινωνίας. Αποτελεί ενδιαφέρον γεγονός ότι ουδείς συζητά με επιχειρήματα και η Ρωσικές θέσεις καν δεν παρουσιάζονται για να αντικρουστούν καθώς μετουσιώνονται στην καρικατούρα “για όλα φταίνε οι ΗΠΑ”.

Η εκτίμησή μας είναι ότι θα επιχειρηθεί ο παραπέρα ασφυκτικός έλεγχος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης καθώς και των ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης στο Ίντερνετ, καθώς τα καθεστωτικά ΜΜΕ είναι ήδη πλήρως ελεγχόμενα από τις κυρίαρχες τάξεις στις χώρες της Δύσης, των οποίων η πολιτική ως προς την προς Ανατολάς επέκταση συμπίπτει. Όμως, θα υπάρξουν (και ήδη υπάρχουν) τεράστιες αντιστάσεις σε αυτή την επιχείρηση ελέγχου.

Άποψή μας είναι ότι στις επερχόμενες συγκρούσεις για την αποτροπή της φίμωσης των ανεξάρτητων μέσων καθώς και της διατήρησης της αστικο-δημοκρατικής “ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης”—με την οποία συμφωνούμε απολύτως—οι διαχωριστικές γραμμές δεν θα θυμίζουν τις ιστορικά παραδοσιακές, αν και φυσικά, επί της ουσίας, θα είναι και πάλι ταξικά προσδιορισμένες. Αλλά η συζήτηση αυτή ανήκει σε άλλο άρθρο.

[1] Οι επιχειρήσεις στο “ανθρώπινο πεδίο” συνιστούν αυτό που παραδοσιακά αποκαλείται “ψυχολογικός πόλεμος”, όρος που πλέον έχει αντικατασταθεί από τον “γνωστικό πόλεμο”.  Όπως γράφουν ΝΑΤΟικά πονήματα, το ανθρώπινο πεδίο επιχειρήσεων είναι «η περιοχή ενδιαφέροντος όπου μπορούν να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν στρατηγικές και επιχειρήσεις οι οποίες, μέσω της στόχευσης των γνωστικών ικανοτήτων ατόμων και/ή κοινοτήτων μέσω ενός συνόλου ειδικών εργαλείων και τεχνικών, ιδιαιτέρως ψηφιακών, θα επηρεάσουν την αντίληψή τους και θα αλλοιώσουν τις ικανότητες συλλογισμού τους, αποκτώντας επομένως τον έλεγχο των μοχλών λήψης αποφάσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών προκειμένου να επιτευχθούν επιδιωκόμενα αποτελέσματα».

Το Ευρώ χωρίς τη Γερμανία

Η αντίδραση στο σαμποτάζ τριών από τους τέσσερις αγωγούς Nord Stream 1 και 2 σε τέσσερα σημεία τη Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, έχει επικεντρωθεί σε εικασίες σχετικά με το ποιος το έκανε και αν το ΝΑΤΟ θα κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να ανακαλύψει την απάντηση. Ωστόσο, αντί για πανικό, υπήρξε ένας μεγάλος αναστεναγμός διπλωματικής ανακούφισης, ακόμη και ηρεμίας. Η απενεργοποίηση αυτών των αγωγών τερματίζει την αβεβαιότητα και τις ανησυχίες των διπλωματών των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ, οι οποίες παραλίγο να φτάσουν σε βαθμό κρίσης την προηγούμενη εβδομάδα, όταν πραγματοποιήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις στη Γερμανία με αίτημα να τερματιστούν οι κυρώσεις και να τεθεί σε λειτουργία ο Nord Stream 2 για την επίλυση της ενεργειακής έλλειψης.

Η γερμανική κοινή γνώμη άρχισε να καταλαβαίνει τι σήμαινε ότι οι χαλυβουργίες, οι εταιρείες λιπασμάτων, οι εταιρείες γυαλιού και οι εταιρείες χαρτιού τουαλέτας έκλειναν. Οι εταιρείες αυτές προέβλεπαν ότι θα έπρεπε να βάλουν λουκέτο εξ ολοκλήρου -ή να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στις Ηνωμένες Πολιτείες- εάν η Γερμανία δεν αποσυρόταν από τις εμπορικές και νομισματικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και δεν επέτρεπε να ξαναρχίσουν οι εισαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου πιθανότατα υποχωρώντας από την αστρονομική οκταπλάσια έως δεκαπλάσια αύξησή της τιμής τους.

Ωστόσο, το γεράκι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η Βικτόρια Νούλαντ, είχε ήδη δηλώσει τον Ιανουάριο ότι “με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ο Nord Stream 2 δεν θα προχωρήσει” αν η Ρωσία απαντήσει στις επιταχυνόμενες στρατιωτικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ/Ουκρανίας στις ρωσόφωνες ανατολικές περιοχές. Ο πρόεδρος Μπάιντεν υποστήριξε την αμερικανική επιμονή στις 7 Φεβρουαρίου, υποσχόμενος ότι “δεν θα υπάρξει πλέον Nord Stream 2. Θα βάλουμε τέλος σε αυτό. … Σας υπόσχομαι ότι θα είμαστε σε θέση να το κάνουμε”.

Οι περισσότεροι παρατηρητές υπέθεσαν απλώς ότι οι δηλώσεις αυτές αντανακλούσαν το προφανές γεγονός ότι οι Γερμανοί πολιτικοί ήταν πλήρως στο τσεπάκι των ΗΠΑ/του ΝΑΤΟ. Επέμειναν σταθεροί στην άρνησή τους να αδειοδοτήσουν τον Nord Stream 2, και ο Καναδάς σύντομα κατάσχεσε τους συμπιεστές της Siemens που χρειάζονταν για να στείλουν φυσικό αέριο μέσω του Nord Stream 1. Αυτό φάνηκε να διευθετεί τα πράγματα μέχρι που η γερμανική βιομηχανία – και ένας αυξανόμενος αριθμός ψηφοφόρων – άρχισαν τελικά να υπολογίζουν τι ακριβώς θα σήμαινε για τη γερμανική βιομηχανική βάση ο αποκλεισμός του ρωσικού φυσικού αερίου.

Η προθυμία της Γερμανίας να επιβάλει στον εαυτό της μια οικονομική ύφεση κλονιζόταν – αν και όχι οι πολιτικοί της ή η γραφειοκρατία της ΕΕ. Αν οι Γερμανοί πολιτικοί έβαζαν πρώτα τα γερμανικά επιχειρηματικά συμφέροντα και το βιοτικό επίπεδο, θα έσπαγαν οι κοινές κυρώσεις του ΝΑΤΟ και το μέτωπο του Νέου Ψυχρού Πολέμου. Η Ιταλία και η Γαλλία θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Αυτός ο εφιάλτης της ευρωπαϊκής διπλωματικής ανεξαρτησίας κατέστησε επιτακτική την ανάγκη να αφαιρεθούν οι αντιρωσικές κυρώσεις από τα χέρια των δημοκρατικών διαδικασιών και να διευθετηθούν τα πράγματα με το σαμποτάζ των δύο αγωγών. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια πράξη βίας, αποκατέστησε την ηρεμία στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Αμερικανών και Γερμανών πολιτικών.

Δεν υπάρχει πλέον αβεβαιότητα για το αν η Ευρώπη μπορεί και να ξεφύγει από τους στόχους του Νέου Ψυχρού Πολέμου των ΗΠΑ, αποκαθιστώντας το αμοιβαίο εμπόριο και τις επενδύσεις με τη Ρωσία. Αυτή η επιλογή έχει πλέον αποκλειστεί. Η απειλή ότι η Ευρώπη θα απομακρυνθεί από τις εμπορικές και οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας έχει λυθεί, φαινομενικά για το ορατό μέλλον, καθώς η Ρωσία ανακοίνωσε ότι καθώς η πίεση του φυσικού αερίου πέφτει σε τρεις από τους τέσσερις αγωγούς, η έγχυση αλμυρού νερού θα διαβρώσει ανεπανόρθωτα τους σωλήνες. (Tagesspiegel, 28 Σεπτεμβρίου.)

Πού πηγαίνουν το ευρώ και το δολάριο από εδώ και πέρα;

Εξετάζοντας πώς αυτή η εμπορική “λύση” θα αναδιαμορφώσει τη σχέση μεταξύ του δολαρίου και του ευρώ, μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί δεν έχουν συζητηθεί ανοιχτά οι φαινομενικά προφανείς συνέπειες της διακοπής των εμπορικών δεσμών της Γερμανίας, της Ιταλίας και άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών με τη Ρωσία. Η “συζήτηση για τις κυρώσεις” έχει λυθεί με ένα γερμανικό και μάλιστα πανευρωπαϊκό οικονομικό κραχ. Για την Ευρώπη, η επόμενη δεκαετία θα είναι μια καταστροφή. Μπορεί να υπάρξουν αλληλοκατηγορίες για το τίμημα που πλήρωσε επειδή άφησε την εμπορική της διπλωματία να υπαγορεύεται από το ΝΑΤΟ, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κανείς δεν περιμένει (ακόμη) ότι θα ενταχθεί στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης. Αυτό που αναμένεται είναι να καταρρεύσει το βιοτικό της επίπεδο.

Οι βιομηχανικές εξαγωγές της Γερμανίας ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που στήριζε την ισοτιμία του ευρώ. Το μεγάλο δέλεαρ για τη Γερμανία για να μεταβεί από το γερμανικό μάρκο στο ευρώ ήταν ότι έτσι θα μπορούσε να αποφύγει την άνοδο της συναλλαγματικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου εξαιτίας του πλεονάσματος των εξαγωγών της σε βαθμό που τα γερμανικά προϊόντα να βρεθούν εκτός των παγκόσμιων αγορών. Η επέκταση του νομίσματος ώστε να συμπεριλάβει την Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και άλλες χώρες με ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών θα απέτρεπε την εκτίναξη του νομίσματος στα ύψη. Και αυτό θα προστάτευε την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας.

Μετά την εισαγωγή του το 1999 στα 1,12 δολάρια, το ευρώ όντως βυθίστηκε στα 0,85 δολάρια μέχρι τον Ιούλιο του 2001, αλλά ανέκαμψε και πράγματι ανήλθε στα 1,58 δολάρια τον Απρίλιο του 2008. Έκτοτε διολισθαίνει σταθερά προς τα κάτω και από τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους οι κυρώσεις οδήγησαν την ισοτιμία του ευρώ κάτω από την ισοτιμία με το δολάριο στα 0,97 δολάρια αυτή την εβδομάδα. Ο σημαντικότερος παράγοντας ήταν η άνοδος των τιμών του εισαγόμενου φυσικού αερίου και πετρελαίου, καθώς και προϊόντων όπως το αλουμίνιο και τα λιπάσματα που απαιτούν μεγάλες ενεργειακές εισροές για την παραγωγή τους. Και καθώς η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ υποχωρεί έναντι του δολαρίου, το κόστος διαχείρισης του χρέους του σε δολάρια ΗΠΑ – ο συνήθης όρος για τις συνεργαζόμενες εταιρείες με Αμερικανικές πολυεθνικές – θα αυξηθεί, συμπιέζοντας τα κέρδη τους.

Αυτό δεν είναι το είδος της ύφεσης που οι “αυτόματοι σταθεροποιητές” μπορούν να επεξεργαστούν “μέσω της μαγείας της αγοράς” για να αποκαταστήσουν την οικονομική ισορροπία. Η ενεργειακή εξάρτηση είναι δομική. Και οι ίδιοι οι οικονομικοί κανόνες της ευρωζώνης περιορίζουν τα δημοσιονομικά της ελλείμματα σε μόλις 3% του ΑΕΠ. Αυτό εμποδίζει τις εθνικές κυβερνήσεις της να στηρίξουν την οικονομία με ελλειμματικές δαπάνες. Οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων – και η εξυπηρέτηση του χρέους σε δολάρια – θα αφήσουν πολύ λιγότερο εισόδημα για να δαπανηθεί σε αγαθά και υπηρεσίες.

Φαίνεται περίεργο ότι το αμερικανικό χρηματιστήριο εκτινάχθηκε – 500 μονάδες για τον Dow Jones Industrial Average την Τετάρτη. Ίσως επρόκειτο απλά για μια παρέμβαση της Plunge Protection Team που προσπάθησε να καθησυχάσει τον κόσμο ότι όλα θα πάνε καλά. Αλλά η οικονομική πραγματικότητα σήκωσε το άσχημο κεφάλι της την Πέμπτη και το χρηματιστήριο επέστρεψε τα πλασματικά κέρδη του.

Είναι αλήθεια ότι το τέλος του γερμανικού βιομηχανικού ανταγωνισμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες σφραγίστηκε στο εμπορικό ισοζύγιο. Αλλά στο ισοζύγιο κεφαλαίου, η υποτίμηση του ευρώ θα μειώσει την αξία των αμερικανικών επενδύσεων στην Ευρώπη και την αξία σε δολάρια των όποιων κερδών που μπορεί να αποφέρουν ακόμη αυτές οι επενδύσεις καθώς η ευρωπαϊκή οικονομία συρρικνώνεται. Έτσι, τα δηλωθέντα κέρδη των αμερικανικών πολυεθνικών θα μειωθούν.

Ως τελευταίο λάκτισμα, ο Pepe Escobar επισήμανε στις 28 Σεπτεμβρίου ότι “η Γερμανία είναι συμβατικά υποχρεωμένη να αγοράζει τουλάχιστον 40 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ρωσικού αερίου ετησίως μέχρι το 2030. … Η Gazprom έχει το νόμιμο δικαίωμα να πληρωθεί ακόμη και χωρίς να στείλει αέριο. Αυτό είναι το πνεύμα ενός μακροπρόθεσμου συμβολαίου. … Το Βερολίνο δεν παίρνει όλο το φυσικό αέριο που χρειάζεται, αλλά και πάλι πρέπει να πληρώνει”. Μοιάζει με μια μακρά δικαστική διαμάχη προτού τα χρήματα αλλάξουν χέρια – αλλά η ικανότητα της Γερμανίας να πληρώσει θα αποδυναμώνεται συνεχώς.

Για το θέμα αυτό, η ικανότητα πολλών χωρών να πληρώσουν φτάνει ήδη στο σημείο θραύσης.

Η επίδραση των αμερικανικών κυρώσεων και ο Νέος Ψυχρός Πόλεμος εκτός Ευρώπης

Οι διεθνείς πρώτες ύλες εξακολουθούν να τιμολογούνται κυρίως σε δολάρια, οπότε η άνοδος της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου θα αυξήσει αναλογικά τις τιμές εισαγωγής για τις περισσότερες χώρες. Αυτό το πρόβλημα της συναλλαγματικής ισοτιμίας εντείνεται από τις κυρώσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, οι οποίες ανεβάζουν τις παγκόσμιες τιμές του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και των σιτηρών. Πολλές χώρες της Ευρώπης και του Παγκόσμιου Νότου έχουν ήδη φθάσει στα όρια της ικανότητάς τους να εξυπηρετούν τα χρέη τους σε δολάρια, και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την πανδημία του Covid. Δεν έχουν την πολυτέλεια να εισάγουν την ενέργεια και τα τρόφιμα που χρειάζονται για να ζήσουν, αν πρέπει να πληρώσουν τα εξωτερικά τους χρέη. Η παγκόσμια οικονομία υπερβαίνει πλέον τα όρια του χρέους της, οπότε κάτι πρέπει να γίνει.

Την Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου, όταν έγινε γνωστή η είδηση των επιθέσεων κατά των αγωγών φυσικού αερίου Nord Stream, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν έχυσε κροκοδείλια δάκρυα και δήλωσε ότι η επίθεση κατά των ρωσικών αγωγών δεν ήταν “προς το συμφέρον κανενός”. Αλλά αν όντως ίσχυε αυτό, κανείς δεν θα είχε επιτεθεί στους αγωγούς φυσικού αερίου.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι Αμερικανοί υπεύθυνοι στρατηγικής διαθέτουν ένα σχέδιο παιχνιδιού για το πώς θα προχωρήσουν από εδώ και πέρα, και ότι θα το υλοποιήσουν έτσι ώστε να είναι όντως στην κατεύθυνση που οι νεοσυντηρητικοί ισχυρίζονται ότι είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ – δηλαδή τη διατήρησης μιας μονοπολικής νεοφιλελευθεροποιημένης και χρηματιστικοποιημένης παγκόσμιας οικονομίας για όσο περισσότερο μπορούν.

Εδώ και καιρό έχουν ένα σχέδιο για τις χώρες που αδυνατούν να ανταποκριθούν στα εξωτερικά τους χρέη. Το ΔΝΤ θα τους δανείσει τα χρήματα, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα-οφειλέτης θα συγκεντρώσει το συνάλλαγμα για να αποπληρώσει τα (ολοένα και ακριβότερα) δάνεια σε δολάρια, ιδιωτικοποιώντας ό,τι έχει απομείνει από τη δημόσια περιουσία, την κληρονομιά φυσικών πόρων και άλλα περιουσιακά στοιχεία, κυρίως σε Αμερικανούς χρηματοοικονομικούς επενδυτές και τους συμμάχους τους.

Θα πετύχει; Ή θα ενωθούν οι χώρες-οφειλέτες και θα βρουν τρόπους να αποκαταστήσουν τον φαινομενικά χαμένο κόσμο των προσιτών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, των τιμών των λιπασμάτων, των σιτηρών και άλλων τροφίμων καθώς και των μετάλλων ή των πρώτων υλών που παρέχονται από τη Ρωσία, την Κίνα και τους συμμάχους Ευρασιατικούς γείτονές τους;

Αυτή είναι η επόμενη μεγάλη ανησυχία για τους διαμορφωτές της παγκόσμιας στρατηγικής των ΗΠΑ. Φαίνεται λιγότερο εύκολο να επιλυθεί από ό,τι έγινε μέσω του σαμποτάζ των Nord Stream 1 και 2. Αλλά η λύση φαίνεται να είναι μέσω της συνήθους αμερικανικής προσέγγισης: κάτι στρατιωτικής φύσης, νέες έγχρωμες επαναστάσεις. Ο στόχος είναι να αποκτήσουν την ίδια δύναμη πάνω στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου και της Ευρασίας που η αμερικανική διπλωματία ασκούσε πάνω στη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες μέσω του ΝΑΤΟ.

Αν δεν δημιουργηθεί μια θεσμική εναλλακτική λύση στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Δικαστήριο, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τους πολυάριθμους οργανισμούς του ΟΗΕ που σήμερα λειτουργούν μεροληπτικά, εξαρτημένοι από τους Αμερικανούς διπλωμάτες και τους τοποτηρητές τους, οι επόμενες δεκαετίες θα δουν την οικονομική στρατηγική των ΗΠΑ για οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία να εξελίσσεται όπως έχει σχεδιάσει η Ουάσιγκτον.

Το πρόβλημα είναι ότι σε σχέση με τα σχέδιά της, μέχρι στιγμής ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι αντιρωσικές κυρώσεις έχουν λειτουργήσει ακριβώς αντίστροφα από ό,τι είχε ανακοινωθεί. Αυτό μπορεί να δώσει κάποια ελπίδα για το μέλλον του κόσμου. Η αντίθεση, ακόμη και η περιφρόνηση των Αμερικανών διπλωματών προς άλλες χώρες που ενεργούν με βάση τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα και τις δικές τους κοινωνικές αξίες είναι τόσο ισχυρή που δεν είναι πρόθυμοι να σκεφτούν πώς ακριβώς αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να αναπτύξουν τη δική τους εναλλακτική λύση στο παγκόσμιο σχέδιο των ΗΠΑ.

Το ερώτημα λοιπόν είναι πόσο επιτυχώς αυτές οι άλλες χώρες μπορούν να αναπτύξουν την εναλλακτική τους νέα οικονομική τάξη και πώς μπορούν να προστατευτούν από τη μοίρα που μόλις επέβαλε στον εαυτό της η Ευρώπη για την επόμενη δεκαετία.

Πηγή: naked capitalism

Αθλιότητα χωρίς πάτο: Ένα σχόλιο πάνω σε μια δολοφονία

Μία διακεκριμένη νέα δημοσιογράφος, διδάκτωρ πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ, δολοφονήθηκε άνανδρα λίγο έξω από τη Μόσχα. Εν χορώ τα Δυτικά ΜΜΕ προσπαθούν να “ξεπλύνουν” τη δολοφονία με ιστορίες που ανεβάζουν τον πήχη της παραπληροφόρησης και δείχνουν πού είναι διατεθειμένοι να φτάσουν οι Αμερικανο-νατοϊκοί στον “γνωστικό” πόλεμο που έχουν κηρύξει.

H φωτογραφία είναι του Ρώσου φιλοσόφου και πολιτικού σχολιαστή Aleksandr Dugin και της κόρης του Darya Dugina και τραβήχτηκε σε ένα φεστιβάλ λίγες ώρες πριν το αυτοκίνητο του πρώτου ανατιναχθεί από βόμβα λίγο έξω από τη Μόσχα στις 9:30 μ.μ. το Σάββατο 20 Αυγούστου. Αν και ο Dugin επρόκειτο να επιστρέψει με το αυτοκίνητό του, την τελευταία στιγμή αποφάσισε να φύγει με ένα φίλο και το αυτοκίνητό του οδηγούσε η κόρη του, η οποία διαμελίστηκε από την έκρηξη.

Πέρα από το τραγικό γεγονός, το πολιτικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι ο Dugin έχει στοχοποιηθεί ως ο …πνευματικός πατέρας του Πούτιν, αυτός που διαμορφώνει την κοσμοθεωρία του Ρώσου ηγέτη, ένα είδος “πατέρα του πατέρα” που κινεί τα νήματα της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία καθώς και διαμορφώνει τους προσανατολισμούς της Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Αν κάνετε αυτή τη στιγμή μια πρόχειρη αναζήτηση στο Google, θα δείτε όλα τα μεγάλα και “έγκυρα” (ο Θεός να τα κάνει) ειδησεογραφικά πρακτορεία να επαναλαμβάνουν σαν παπαγαλάκια το τροπάρι του “Ρασπούτιν” Dugin, που φυσικά έμμεσα καλύπτει τέτοιες μαφιόζικες πρακτικές δολοφονιών και τρομοκρατίας. Αν μη τι άλλο, οι εξελίξεις δείχνουν ότι θα δούμε πολλά ακόμη–οι Δυτικοί δείχνουν να τα παίζουν όλα για όλα στην Ουκρανία.

Σταχυολογώ μερικούς τίτλους και αποσπάσματα.

Εικόνα από πρόχειρη αναζήτηση στο Google των τεσσάρων πρώτων προτεινομένων ειδήσεων για την μαφιόζικη δολοφονία. Χαρακτηριστικά, κανένα Δυτικό ΜΜΕ δεν βρίσκει να πει μια λέξη καταδίκης για την άθλια αυτή πράξη ενώ σχεδόν όλα, στα πλαίσια του πολέμου της παραπληροφόρησης, αναγορεύουν τον Ντούγκιν σε …”πνευματικό πατέρα του Πούτιν”, “Ρασπούτιν του Πούτιν”, “αρχιτέκτονα της εισβολής στην Ουκρανία”, “διαμορφωτή της Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής του οποίου η ιδεολογία έχει κυριαρχήσει στη Ρωσία” και ό,τι άλλο γλοιώδες μπορούν να ανασύρουν από τους υπονόμους όπου κατοικούν.

BBC: «Αν και ο ίδιος ο Alexander Dugin δεν είναι κρατικός αξιωματούχος, είναι ωστόσο μια συμβολική φιγούρα στη ρωσική πολιτική. Η αντιδυτική, υπερεθνικιστική φιλοσοφία του έχει γίνει η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία στη Ρωσία και έχει συμβάλει στη διαμόρφωση της επεκτατικής εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Πούτιν, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ουκρανία………… θεωρείται στενός σύμμαχος του Ρώσου προέδρου και έχει χαρακτηριστεί ως “ο Ρασπούτιν του Πούτιν”».

CNN: «Παγιδευμένο αυτοκίνητο σκότωσε την κόρη του “πνευματικού οδηγού” της εισβολής του Πούτιν στην Ουκρανία…Ο πατέρας του Dugina είναι ένας Ρώσος συγγραφέας και ιδεολόγος, ο οποίος θεωρείται ο αρχιτέκτονας ή “πνευματικός οδηγός” της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Φέρεται να έχει σημαντική επιρροή στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν και χαρακτηρίστηκε ως “ο εγκέφαλος του Πούτιν”…

Independent: «Η κόρη του “πνευματικού καθοδηγητή” του Πούτιν σκοτώθηκε σε παγιδευμένο αυτοκίνητο “που προοριζόταν για τον πατέρα της».

The Telegraph: «Η κόρη του “Ρασπούτιν του Πούτιν” Αλεξάντερ Ντούγκιν σκοτώθηκε σε μυστηριώδη έκρηξη παγιδευμένου αυτοκινήτου στη Μόσχα».

Washington Post: «Η Ντάρια Ντούγκινα ήταν κόρη ακροδεξιού, σημαίνοντος συμμάχου του Πούτιν … αναφέρεται μερικές φορές ως “ο Ρασπούτιν του Πούτιν” ή “ο εγκέφαλος του Πούτιν”».

Mirror: «Ο “Ρασπούτιν” του Βλαντιμίρ Πούτιν κρατά το κεφάλι στα χέρια καθώς η βόμβα που “προοριζόταν γι’ αυτόν” σκοτώνει την κόρη του».

*          *          *

Γράφω αυτό το σημείωμα για να υπογραμμίσω το βαθμό της κυνικής παραπληροφόρησης που διοχετεύει ο Δυτικός προπαγανδιστικός μηχανισμός και για τον σκοπό αυτό θα χρησιμοποιήσω δύο αποσπάσματα. Το πρώτο είναι από το Russia Today και το δεύτερο από μελέτη της γνωστής μας Rand Corporation, του κεντρικού think tank των ΗΠΑ που χρησιμοποιείται ευρύτατα από όλες τις κυβερνητικές υπηρεσίες (με βασικότερες τις υπηρεσίες πληροφοριών και το Πεντάγωνο) για τη διαμόρφωση της πολιτικής τους. Και τα δύο αποσπάσματα “βάζουν στη θέση τους” τις χυδαιότητες των Δυτικών ΜΜΕ, αλλά ποιος ακούει;

Γράφει η Russia Today: «Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης έχουν παρουσιάσει τον Ντούγκιν ως μια κινητήρια δύναμη πίσω από την εξωτερική πολιτική του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν κατά την τελευταία δεκαετία. Τους τελευταίους μήνες, το CBS τον χαρακτήρισε ως “τον ακροδεξιό θεωρητικό πίσω από το σχέδιο του Πούτιν”, ενώ η Washington Post τον αποκάλεσε “ακροδεξιό μυστικιστή συγγραφέα που συνέβαλε στη διαμόρφωση της άποψης του Πούτιν για τη Ρωσία”. Στη Ρωσία, ο υποτιθέμενος σκιώδης χειριστής των μαριονετών θεωρείται σε μεγάλο βαθμό περιθωριακή φιγούρα. Αν και έχει διατελέσει σύμβουλος αρκετών πολιτικών, ο Ντούγκιν δεν γνώρισε ποτέ την επίσημη αποδοχή του Κρεμλίνου. Το 2014 απολύθηκε από τη θέση του στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, όταν επικριτές ερμήνευσαν την έκκλησή του να “σκοτώσουμε, σκοτώσουμε, σκοτώσουμε” όσους βρίσκονται πίσω από σφαγές στην Ουκρανία, όπως η τραγωδία της Οδησσού, ως έκκληση για γενοκτονία κατά του ουκρανικού λαού”…»

Με τίτλο: “Οι Ρωσικές απόψεις για τη διεθνή τάξη” (2017), η μελέτη των Andrew Radin και Clint Reach της Rand Corporation αναφέρει[i]: «Ο Dugin, ίσως ο πιο επιφανής ευρασιατιστής στη Ρωσία σήμερα, προτείνει κάποιες ιδέες που μοιάζουν ως εάν να συμβαδίζουν και ενδεχομένως και να επηρεάζουν τη ρωσική ηγεσία. Για παράδειγμα, ο Ντούγκιν έγραψε για τη δημιουργία Ευρασιατικής Ένωσης ήδη από το 2001, όταν έγραψε το Ευρασιατικό του Μανιφέστο ως πλατφόρμα για ένα πολιτικό κόμμα της Ευρασίας. Στο έγγραφο, ο Ντούγκιν γράφει: “Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο ευρασισμός [που τώρα ονομάζεται Ευρασιατισμός] συνεπάγεται μια ευρεία διαδικασία στρατηγικής ολοκλήρωσης. Ανασυγκρότηση στη βάση της ΚΑΚ [Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών] μιας συμπαγούς Ευρασιατικής Ένωσης (ανάλογης με την ΕΣΣΔ σε μια νέα ιδεολογική, οικονομική και διοικητική βάση)”.»

Αφού οι συγγραφείς του άρθρου έχουν ήδη επισημάνει ότι

«Οι ευρασιατιστές ενίοτε αναφέρονται ως σημαντικοί για την ανάπτυξη των αντιλήψεων της ρωσικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης της δραστηριότητας της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζουν άμεσα τη διακυβέρνηση», συνεχίζουν τις προηγούμενες παρατηρήσεις για τον Ντούγκιν ως εξής: «Η προτεινόμενη από τον Ντούγκιν Ευρασιατική Ένωση είναι πολύ διαφορετική από την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση που τελικά δημιουργήθηκε. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει κάποιο κοινό έδαφος.»

Αφού περιγράψει αυτό το φαινομενικά κοινό έδαφος, που είναι ότι τόσο η Ρωσική κυβέρνηση όσο και ο Ντούγκιν χρησιμοποιούν τον όρο “πολύ-πολικότητα”, το άρθρο παρατηρεί:

«Εξετάζοντας πιο προσεκτικά τη σκέψη του Ντούγκιν, αν και υπάρχει κάποια αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των ιδεών του και των πιο κυρίαρχων ρωσικών απόψεων που συζητήθηκαν στο τρίτο κεφάλαιο, υπάρχουν επίσης σημαντικές αποκλίσεις. Η κεντρική γεωπολιτική θέση του Ντούγκιν είναι ότι, λόγω της μοναδικής ασιατικής της ιστορίας και της γεωγραφικής της θέσης, η Ρωσία είναι θεμελιωδώς ασυμβίβαστη με τη Δύση. Αντ’ αυτού, υποστηρίζει ο Ντούγκιν, η Ρωσία θα πρέπει να επιδιώξει να κυριαρχήσει στην Ευρασιατικό χώρο, τον οποίο ορίζει ως όλες τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και ορισμένα στοιχεία άλλων γειτονικών χωρών. Μέσα σε αυτόν τον χώρο, η Ρωσία θα πρέπει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που θα προωθεί “τον αυταρχισμό, την ιεραρχία και την επιβολή των αρχών ενός βασισμένου στις κοινότητες έθνους-κράτους ενάντια στα μικρά ανθρώπινα, ατομικιστικά, ηδονιστικά και οικονομικά συμφέροντα”. Σύμφωνα με το σχήμα του, ο Ντούγκιν υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Κεντρική και η Δυτική Ευρώπη θα πρέπει να περιέλθουν σε μια ζώνη γερμανικής κυριαρχίας, απαλλαγμένη από τη φθοροποιό επιρροή των “ατλαντικών” χωρών της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών».

Και λίγο παρακάτω, η έκθεση της Rand αναφέρει:

«Επιπλέον, η Κίνα αποτελεί απειλή για τη Ρωσία, γι’ αυτό ο Ντούγκιν συνιστά την αναζήτηση βοήθειας από την Κορέα, το Βιετνάμ, την Ινδία και την Ιαπωνία για να εξασφαλιστεί η “εδαφική αποσύνθεση, η διάσπαση και ο πολιτικός και διοικητικός διαμελισμός του [κινεζικού] κράτους”. Με την πιθανή εξαίρεση της Ουκρανίας, αυτές δεν φαίνεται να είναι ρεαλιστικές ιδέες που να έχουν κάποια αξιόλογη αποδοχή από τους Ρώσους αξιωματούχους. Επιπλέον, ενώ ο Ντούγκιν φέρεται να έχει διασυνδέσεις και δεσμούς με Ρώσους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένης της ρωσικής στρατιωτικής ηγεσίας, και παρόλο που οι Ρώσοι ηγέτες μπορεί να επικαλούνται το έργο ή τις ιδέες του, δεν φαίνεται ότι έχει άμεση επιρροή στη χάραξη της ρωσικής πολιτικής. Ίσως είναι καλύτερο να θεωρείται ως ένας εξτρεμιστής προβοκάτορας με κάποια περιορισμένη και περιφερειακή επίδραση παρά ως ένας σημαντικός αναλυτής με άμεσο αντίκτυπο στην πολιτική. Δεν φαίνεται να έχει άμεση εμπλοκή με τα μεγάλα πολιτικά κόμματα -όπως η Ενωμένη Ρωσία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας και το Ροντίνα- που υποστηρίζουν αντιδυτικές και επιθετικές περιφερειακές πολιτικές. Επίσης, απομακρύνθηκε από τη θέση του στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας αφότου προέτρεψε στη δολοφονία ουκρανών εθνικιστών και έχει εκφράσει σημαντικές επικρίσεις για τις πολιτικές του Πούτιν στην Ουκρανία.»

Ασχοληθήκαμε εκτεταμένα με την αντικειμενική αξιολόγηση της επιρροής του πολιτικού φιλόσοφου Ντούγκιν πάνω στη Ρωσική ηγεσία για να καταδειχθεί το πού έχουν φτάσει τα Δυτικά ΜΜΕ στην προσπάθειά τους να δικαιώσουν έμμεσα ένα τόσο άθλιο γεγονός. Από κάτι τέτοια περιστατικά γίνεται φανερό ότι η εμπλοκή της Δύσης στην Ουκρανία θα γίνεται όλο και πιο λυσσασμένη και οι κίνδυνοι που έχουμε μπροστά μας είναι πολύ σοβαροί.

[i] Δεν δίνουμε τις παραπομπές του άρθρου της Rand στα αποσπάσματα που παραθέτουμε. Ο ενδιαφερόμενος ας δει το πρωτότυπο. Τα πλάγια γράμματα είναι δικά μας στα παρατιθέμενα αποσπάσματα.

«Το νέο μεγάλο άλμα προς τα εμπρός»: Η Κίνα είναι αυτή που κερδίζει στην Ουκρανία.

Ο εντεινόμενος ρωσο-ουκρανικός πόλεμος είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τελειώσει άσχημα για την Ουκρανία. Υπήρξε μια τεράστια έξοδος Ουκρανών προς γειτονικές χώρες που θέλησαν να αποφύγουν τον πόλεμο (3 εκατομμύρια και η φυγή συνεχίζεται) και ό,τι έχει απομείνει από τη χώρα, είναι πιθανό να διαμελιστεί. Ο πόλεμος έχει επίσης προκαλέσει σημαντική οικονομική πίεση στη Ρωσία, καθώς οι ολοένα και πιο εκτεταμένες κυρώσεις της Δύσης έχουν αρχίσει να προκαλούν πληγές. Μέχρι στιγμής, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Αμερικής έχουν αποφύγει να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ στην πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτό είναι κάτι που θα ακρωτηρίαζε την Ευρώπη και θα έστελνε περισσότερα ρωσικά προϊόντα περισσότερο προς την Ανατολή παρά τη Δύση: υπήρξε ένα ίχνος λογικής εν μέσω φρενίτιδας λανθασμένων εκτιμήσεων.

Αλλά ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθούν τελικά τα γεγονότα στην Ουκρανία, η Κίνα είναι αυτή που πιθανότατα θα αναδειχθεί ο μακροπρόθεσμος νικητής. Παραδόξως, ή μάλλον απροσδόκητα, η ουκρανική σύγκρουση άνοιξε μια ευκαιρία για μια διπλωματική επανάσταση που θα μπορούσε να αναδείξει το Πεκίνο ως ειρηνοποιό –όχι μόνο στη γειτονιά του αλλά και στην Ευρώπη– με μια Pax Sinica, αν θέλετε. Όσο βαθιά κι αν είναι η εμπλοκή της Κίνας σε αυτό που σήμερα είναι κυρίως μια σλαβική διαμάχη, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η κρίση θα λειτουργήσει ως καταλύτης για μια συνεχιζόμενη μετατόπιση της οικονομικής δύναμης, η οποία είναι πλέον εμφανής εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, από τις ΗΠΑ, προς μια κυριαρχούμενη από την Κίνα περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού.

Απαλά αλλά σταθερά, η Κίνα έχει αναλάβει έναν πιο κεντρικό ρόλο στην κρίση. Ενώ το Πεκίνο υποστήριξε την επέμβαση της Μόσχας στην Ουκρανία από την πρώτη στιγμή, έχει επίσης ξεκαθαρίσει από την πρώτη στιγμή, την επιθυμία του να δει μια διπλωματική λύση σε μια αντιπαράθεση που μετατράπηκε από ψυχρό σε θερμό πόλεμο στις 24 Φεβρουαρίου. Ο Πρόεδρος Σι έκτοτε το έχει πει με ευγενικούς αλλά ολοένα και πιο ξεκάθαρους όρους.

Η Κίνα πρέπει εδώ να κινηθεί με λεπτότητα: Νωρίτερα, αυτήν την εβδομάδα, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Προέδρου Μπάιντεν, Τζέικ Σάλιβαν, απείλησε το Πεκίνο με «συνέπειες», σε τυχόν οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας αποφυγή των κυρώσεων των ΗΠΑ ή σε υποστήριξη προς τη Ρωσία για να τις ξεπεράσει. Σε απάντηση, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Ζάο Λιζιάν, διέψευσε επιθετικά τα υπονοούμενα του Σάλιβαν ότι το Πεκίνο εργαζόταν για να υπονομεύσει τις κυρώσεις και προέτρεψε τις ΗΠΑ «να αναλογιστούν βαθιά τον ρόλο που έπαιξαν στην ανάπτυξη και την εξέλιξη της ουκρανικής κρίσης», αντανακλώντας μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, στην Κίνα (και σε άλλους), ότι η Ρωσία προκλήθηκε από την επέκταση του ΝΑΤΟ και τις απειλές για την ασφάλειά της. Οι δηλώσεις του Ζάο ενισχύθηκαν στη συνέχεια κατά την τηλεφωνική επικοινωνία του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγκ με τον Πρόεδρο Μπάιντεν, τονίζοντας ότι οι πιεστικές προτεραιότητες του Πεκίνου ήταν «να συνεχίσει ο διάλογος και η διαπραγμάτευση, να αποφευχθούν θύματα σε αμάχους, να αποτραπεί μια ανθρωπιστική κρίση και να σταματήσουν οι εχθροπραξίες, το συντομότερο δυνατό».

Πράγματι, το Πεκίνο έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι είναι έτοιμο να παίξει εποικοδομητικό ρόλο στην επίτευξη εκεχειρίας, λέγοντας ότι «λυπάται» για τον συνεχιζόμενο πόλεμο και ότι «ανησυχεί εξαιρετικά» για τις απώλειες σε αμάχους στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, έχοντας μαζί με τον Πρόεδρο Πούτιν υπογράψει την πολυσήμαντη «Κοινή Δήλωση για τις Διεθνείς Σχέσεις που Εισέρχονται σε μια Νέα Εποχή», 20 ημέρες πριν η Ρωσία κάνει την κίνησή της, το Πεκίνο δεν ενδιαφέρεται να υπονομεύσει τη σημασία αυτού που οι δύο ηγέτες ουσιαστικά δήλωσαν ως αναδυόμενη στρατηγική συμμαχία.

Ας μην υποτιμήσουμε τη φιλοδοξία που εξέφρασαν οι δύο ηγέτες σε αυτό το έγγραφο. Όπως ξεκαθάρισαν, βλέπουν αυτή τη στιγμή ως το άνοιγμα μιας νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που βασίζεται σε μια αυθεντική πολυπολικότητα και στον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των εθνών. Ενώ οι δύο τους τόνισαν ότι η δήλωσή τους δεν «στόχευε» κανένα άλλο έθνος, στην πραγματικότητα αν κανείς πρόκειται να σταθεί ενάντια στη μονοπολική ηγεμονία στον 21ο αιώνα, έχει μόνο ένα έθνος για το οποίο μπορεί να μιλήσει. Η Ουκρανία, ιδωμένη μέσα από αυτό το πλαίσιο, είναι ένα υποσύνολο μιας πολύ μεγαλύτερης δυναμικής. Την Τετάρτη, πράγματι, ο Πούτιν δήλωσε ότι η κρίση στην Ουκρανία θα σηματοδοτήσει το τέλος της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας της Δύσης.

Ακόμη και πριν από την πρόσφατη σύγκρουση με την Ουκρανία, η Ρωσία και η Κίνα είχαν αρχίσει να επεξεργάζονται μια πολύ ευρύτερη συμμαχία όσον αφορά το εμπόριο, την αμοιβαία αναπτυξιακή βοήθεια, τις πάγιες επενδύσεις, την τεχνολογική συνεργασία και άλλα παρόμοια. Αυτό έχει σχεδόν σίγουρα καθοδηγήσει τους υπολογισμούς του Πούτιν σχετικά με την Ουκρανία. Χωρίς την υποστήριξη του Πεκίνου, είναι πολύ απίθανο ο Ρώσος πρόεδρος να είχε την αυτοπεποίθηση να κάνει τις ενέργειες που έκανε πριν από περίπου τρεις εβδομάδες.

«Οι προσπάθειες των αρχών των ΗΠΑ να πολιτικοποιήσουν ή να κλείσουν μονομερώς την πρόσβαση στο σύστημα SWIFT για τη διασφάλιση των στόχων της πολιτικής των ΗΠΑ κινδυνεύουν να αποτύχουν, όσον αφορά τη διατήρηση της ηγεμονίας του δολαρίου».

Υπάρχει επίσης μια οικονομική διάσταση: Η αναδυόμενη ρωσο-κινεζική συνεργασία αντανακλά την αυξανόμενη εισαγωγή συναλλαγών σε γιουάν και ρούβλια. Αυτό αναμφίβολα θα αυξηθεί τώρα που σε μεγάλο αριθμό ρωσικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής τράπεζας, έχει αποκλειστεί η χρήση του ελεγχόμενου από τις ΗΠΑ συστήματος χρηματοοικονομικών διακανονισμών SWIFT.

Οι συνέπειες της απόπειρας να χρησιμοποιηθεί το SWIFT ως πολεμικό όπλο από την Ουάσιγκτον είναι κατανοητές και σε άλλες πρωτεύουσες: η Ινδία σχεδιάζει να αγοράσει ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ανεξάρτητα από τις αμερικανικές κυρώσεις. Και ως πρόσθετη προστασία κατά της Ουάσιγκτον, εξετάζει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει το κινεζικό γουάν ως νόμισμα αναφοράς σε έναν ινδο-ρωσικό μηχανισμό διακανονισμού, αντανακλώντας την αυξανόμενη απογοήτευση που νιώθει το Νέο Δελχί, καθώς προσπαθεί να βρει το δρόμο του μέσα από τις κυρώσεις των ΗΠΑ κατά της Ρωσίας. Αυτή είναι μια ελάχιστα παρατηρήσιμη αλλά ενδιαφέρουσα εξέλιξη υπό το φως της πρόσφατης προσπάθειας της Ουάσιγκτον να ενσωματώσει το Νέο Δελχί στην άτυπη ομάδα που είναι γνωστή ως Quadrilateral Security Dialogue, γνωστή και ως «the Quad», η οποία έχει περιγραφεί ως μια ασιατική εκδοχή του ΝΑΤΟ που προορίζεται να περιορίσει την Κίνα. αναδειχθεί ως δύναμη του Ειρηνικού.

Από τότε που το δολάριο αντικατέστησε τον χρυσό στο επίκεντρο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, μετά το λεγόμενο «σοκ του Νίξον» στις αρχές της δεκαετίας του 1970, πολλές χώρες τάχθηκαν ενάντια στο «υπερβολικό προνόμιο» που αποκτούν οι ΗΠΑ λόγω αυτής της ηγεμονίας του δολαρίου. Ακόμη και πριν ο Ρίτσαρντ Νίξον σπάσει τη σχέση μεταξύ του δολαρίου και του χρυσού, ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας εκείνη την εποχή, θρηνούσε για την κεντρική θέση του δολαρίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο Ζισκάρ υποστήριξε ότι αυτό προσέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες μοναδικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, υποστηρίζοντας έτσι το υπερεκτεταμένο βιοτικό τους επίπεδο.

Σε γενικές γραμμές, το «υπερβολικό προνόμιο» και η «ηγεμονία του δολαρίου» χρησιμοποιούνται εναλλακτικά ως ευφημισμοί για μια χούφτα οικονομικών ελέγχων που ασκούν οι ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία, κυρίως, αλλά όχι μόνο από αυτούς που προέρχονται από τη θέση του δολαρίου ως το κύριο αποθεματικό νόμισμα που διατηρείται από ξένες κυβερνήσεις, εταιρείες και ιδιώτες. Παρά την έδρα της στο Βέλγιο, η Society for Worldwide Interbank Financial Telecommunication, SWIFT, έχει γίνει το κεντρικό σύστημα πληρωμών που έχει παγιώσει τον κεντρικό ρόλο του δολαρίου στα παγκόσμια χρηματοοικονομικά.

Το SWIFT είναι ένα βασικό συστατικό της ρευστότητας σε δολάρια, το οποίο οι ΗΠΑ εκτιμούν ιδιαιτέρως και βασίζονται πάνω του σε μεγάλο βαθμό, καθώς παρέχει την πρόσβαση στο παράθυρο της Federal Reserve (το μέσο μέσω του οποίου τα κορυφαία χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του κόσμου δανείζονται χρήματα). Αν και εδρεύει στις Βρυξέλλες (και φαινομενικά ουδέτερο με πολιτική έννοια), το διοικητικό συμβούλιο κυριαρχείται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ και ο ομοσπονδιακός νόμος των ΗΠΑ δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση τη δυνατότητα να κλείσει την πρόσβαση στο σύστημα, ως μέρος ενός οπλοστασίου πιθανών κυρώσεων. Οι ΗΠΑ το έχουν κάνει στο παρελθόν με χώρες όπως η Κούβα, το Ιράν, το Αφγανιστάν, και τώρα ως ένα βαθμό με κορυφαίες ρωσικές τράπεζες και την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, η οποία βλέπει τώρα περίπου το ήμισυ των συναλλαγματικών της αποθεμάτων ύψους 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων, παγωμένα από την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της. Μην νομίζετε ότι αυτό δεν έχει παρατηρηθεί από άλλα καθεστώτα που θεωρούνται “rogue states” (σ.μ. κράτη που κατά τις ΗΠΑ θεωρούνται απειλή για την παγκόσμια ειρήνη) από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Εδώ όμως είναι το πρόβλημα με τη χρήση του συστήματος SWIFT που κάνει η Ουάσιγκτον, μέσω μονομερών εξώσεων από αυτό: Οποιεσδήποτε προσπάθειες των αρχών των ΗΠΑ να πολιτικοποιήσουν ή να κλείσουν μονομερώς την πρόσβαση στο σύστημα SWIFT ως μέσο διασφάλισης των στόχων της πολιτικής των ΗΠΑ, κινδυνεύουν να αποτύχουν βαθιά, κυρίως σε ότι αφορά τη διατήρηση της ηγεμονίας του δολαρίου.

Υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτό:

– Όσο περισσότερο οι ΗΠΑ επιδιώκουν να επιβάλουν κυρώσεις στους λεγόμενους “κακούς”, κόβοντας την πρόσβασή τους στο SWIFT, τόσο λιγότερο το ίδιο το σύστημα θα θεωρείται ως ένα ουδέτερο διεθνές διατραπεζικό δίκτυο, και τόσο περισσότερο θα αντιμετωπίζεται ως το όργανο της αυθαίρετης ισχύος των ΗΠΑ που υπόκειται στις ιδιοτροπίες της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

– Καθώς όλο και περισσότερες χώρες αρχίζουν να βλέπουν το SWIFT με αυτούς τους όρους, αναπόφευκτα θα προκληθούν κινήσεις για τη δημιουργία μιας εναλλακτικής λύσης. Αυτό θα μειώσει περαιτέρω τη ρευστότητα σε δολάρια, και θα ενισχύσει τη ρευστότητα για εναλλακτικά νομίσματα, καθώς θα παρέχουν την υποστήριξή τους σε αυτό το νέο σύστημα.

Περιγράφω μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Ωστόσο, η κρίση στην Ουκρανία και η υπερβολική απάντηση της Ουάσιγκτον σε αυτήν φαίνεται να έχουν επιταχύνει σε μεγάλο βαθμό μια διαδικασία που οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στις αγορές δεν πίστευαν μέχρι πολύ πρόσφατα ότι θα μπορούσε να συμβεί κατά τη διάρκεια μιας ζωής ή έστω δύο.

Οι θεωρητικοί των οικονομικών δικτύων —ναι, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι— μιλούν για «εξωτερικότητες που δρουν θετικά αλληλοσχετιζόμενες μεταξύ τους». Αυτά προκύπτουν, καθώς ένας αυξανόμενος αριθμός οντοτήτων χρησιμοποιεί ένα δεδομένο δίκτυο και επομένως ενισχύονται τα συνολικά οφέλη του σε όλους τους χρήστες. Το ανάποδο, «εξωτερικότητες που δρουν αρνητικά», ισχύει επίσης: Τα οφέλη του συστήματος («οριακή χρησιμότητα» λέγεται στα οικονομικά), μειώνονται ανάλογα με τον μειούμενο αριθμό χρηστών. Εάν αυτές οι αρνητικές εξωτερικές επιδράσεις αρχίσουν να πλήττουν το SWIFT, αυτό αναπόφευκτα θα μειώσει τη ρευστότητα του δολαρίου και, ως εκ τούτου, θα επιδεινώσει τις προοπτικές να συνεχιστεί η ηγεμονία του.

Αυτό ακριβώς αρχίζει να συμβαίνει ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου. Αν μη τι άλλο, η σύγκρουση (και η αντίστοιχη στρατιωτικοπολεμική χρήση του SWIFT) επιταχύνει την προσπάθεια αναζήτησης εναλλακτικών, ανταγωνιστικών συστημάτων πληρωμών. Αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι παρόλο που η Ε.Ε. τώρα κινείται στην ίδια γραμμή με την Ουάσιγκτον όσον αφορά τη Ρωσία, στο παρελθόν έχει εξερευνήσει ένα εναλλακτικό σύστημα πληρωμών ξεχωριστό από το επικρατούν σύστημα SWIFT. Η Ευρώπη μπορεί να επανεξετάσει αυτήν την επιλογή στο μέλλον εάν και όταν τα συμφέροντά της αρχίσουν να αποκλίνουν ξανά από τις επιταγές της Ουάσιγκτον.

Η Κίνα είναι ο μεγάλος νικητής εδώ, ωστόσο, επειδή το Διασυνοριακό Σύστημα Διεθνών Πληρωμών της Κίνας, το CIPS έναντι του SWIFT της Δύσης, έχει τώρα την καλύτερη θέση εκκίνησης στο να αναδειχθεί ως ο πιθανός κύριος ανταγωνιστής του SWIFT. Όπως σημείωσε πρόσφατα ο οικονομολόγος Ντέιβιντ Γκόλντμαν στους Asia Times:

Στο παρελθόν, ο αποκλεισμός από το SWIFT σήμαινε πλήρη απομόνωση από τις παγκόσμιες αγορές και της κανονικής χρηματοδότησης του εμπορίου, όπως στην περίπτωση των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Όμως το σύστημα CIPS, το οποίο η Κίνα άρχισε να αναπτύσσει το 2015, είναι πλέον πλήρως λειτουργικό.

Το CIPS είναι πλήρως λειτουργικό και ο πόλεμος της Ουκρανίας θα επεκτείνει τη χρήση και τις δυνατότητες του δικτύου του. Σημειώστε ότι καθώς το ευρώ και άλλα σημαντικά νομίσματα υποχωρούν κατά τη διάρκεια της εντεινόμενης σύγκρουσης στην Ουκρανία, το γιουάν αυξάνεται ολοένα και περισσότερο ως νόμισμα «ασφαλούς καταφυγίου»—ένας ρόλος όπου μέχρι τότε κυριαρχούσε ο Βασιλιάς Δολάριο.

Ομολογουμένως, η άνοδος του CIPS κινδυνεύει να δημιουργήσει κάποιο βραχυπρόθεσμο κόστος για το Πεκίνο, εάν οι ΗΠΑ επιλέξουν να επιβάλουν κυρώσεις σε κινεζικές τράπεζες, στο βαθμό που αυτές ενισχύσουν την ικανότητα της Μόσχας να αποφύγει τις αμερικανικές κυρώσεις. Ακόμη και απουσία της σημερινής σύγκρουσης στην Ουκρανία, η ηγεσία της Κίνας έχει κάθε κίνητρο να ενωθεί με τη Ρωσία στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων σε ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που κυριαρχούν οι ΗΠΑ. Παραδόξως, όσο περισσότερο οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν το SWIFT ως μέσο οικονομικού πολέμου, τόσο περισσότερο θα αποδυναμώνεται η βιωσιμότητα του SWIFT ως κυρίαρχου συστήματος πληρωμών: Καθώς η Ουάσιγκτον επηρεάζει το σύστημα πληρωμών με τρόπο που περιπλέκει την επίλυση της αποπληρωμής του χρέους, η πυραμίδα ολόκληρου του χρήματος μπορεί γίνει ασταθής ή, τουλάχιστον, να γίνει αναξιόπιστη, προκαλώντας σε αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με τον μεγαλύτερο πιστωτή του κόσμου. Καθώς η παγκόσμια πόλωση αυξάνεται, η Κίνα θα είναι λιγότερο πιθανό να υποταχθεί αντανακλαστικά στο τρέχον νομισματικό σύστημα, με επίκεντρο το δολάριο.

Ως εκ τούτου, οι μέρες του SWIFT ως μονοπωλίου, πλησιάζουν στο τέλος τους. Ενώ το SWIFT διαχειρίζεται καθημερινές συναλλαγές αξίας 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έναντι 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων του CIPS, το τελευταίο έχει δει τον όγκο του να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Αν μη τι άλλο, η σύγκρουση στην Ουκρανία και η επιταχυνόμενη επέκταση του εμπορίου με τη Ρωσία, θα αυξήσουν περαιτέρω το μέγεθος του CIPS, το οποίο θα είναι μια βιώσιμη εναλλακτική λύση για τα έθνη που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ευάλωτα στις επιταγές της Ουάσιγκτον.

Η Ρωσία θα είναι σχεδόν σίγουρα ο μικρότερος εταίρος εδώ, δεδομένων των αντίστοιχων μεγεθών της κινεζικής και της ρωσικής οικονομίας: το ΑΕΠ της Ρωσίας είναι το ένα δέκατο του ΑΕΠ της Κίνας. Ωστόσο, η Μόσχα παρέχει στο Πεκίνο πλούτο εμπορευμάτων—ιδίως πετρέλαιο, φυσικό αέριο, σιτάρι (σύμφωνα με μια διμερή συμφωνία που συνήφθη τον περασμένο μήνα), καθώς και τα στρατηγικά μέταλλα που απαιτούνται για την τροφοδοσία εναλλακτικών επενδύσεων στον χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας— και αυτό δίνει στη Ρωσία μια βασική θέση στην αναδυόμενη συμμαχία από τη μεριά του Πεκίνου.

«Η ιδέα ότι η Κίνα θα απωλέσει τις μοναδικές ευκαιρίες που έρχονται τώρα μπροστά της, επιτιθέμενη στην Ταϊβάν, δεν είναι τίποτα άλλο από φαντασιώσεις».

Η εγγύηση μιας τεράστιας νέας πηγής πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων στρατηγικών εμπορευμάτων από τη Ρωσία, θα βοηθήσει να αντιμετωπιστεί το μακροχρόνιο συγκριτικό μειονέκτημα της Κίνας σε αυτούς τους τομείς σε σχέση με τις ΗΠΑ, κάτι το οποίο θα διαλύσει τη μοναδική περίοδο κυριαρχίας των ΗΠΑ αμέσως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Η Pax Americana –η κατάσταση σχετικής διεθνούς ειρήνης που εποπτεύεται από τις ΗΠΑ– μπορεί να ήταν πιο επιτυχημένη αν η Ουάσιγκτον εννοούσε περισσότερο την «pax» και λιγότερο την «Americana», ώστε να δημιουργήσει νέα είδη παγκόσμιων δομών για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου μια για πάντα.

Προσθέστε σε αυτό τις άνευ προηγουμένου διπλωματικές ευκαιρίες που συγκεντρώνονται τώρα στην Κίνα. Όπως σημειώνει ο Ντέιβιντ Γκόλντμαν, το Πεκίνο «δεν κινδυνεύει από τα λάθη που οδήγησαν στην κρίση, τόσο επειδή έχει καλές σχέσεις με τους αντιμαχόμενους, όσο και γιατί διατηρεί ένα συνεχόμενο διάλογο με την Ευρώπη. Ο περίεργος σε αυτή την υπόθεση, φυσικά, θα ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες».

Υπάρχει η διάσταση της Ταϊβάν σε όλα αυτά. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει διάσταση στην Ταϊβάν στην κρίση της Ουκρανίας, αλλά καθώς τόσοι πολλοί τολμηροί, αλλά ταυτόχρονα κακώς ενημερωμένοι νεοσυντηρητικοί, υποστηρίζουν παράλογα ότι η Κίνα θα διεκδικήσει εκ νέου το νησί με τη βία ως συνέπεια της επέμβασης της Ρωσίας στην Ουκρανία, ας εξετάσουμε αυτή την ανύπαρκτη διάσταση, εν συντομία. Αλίμονο, δεν υπάρχει κάτι χειρότερο, όπως έλεγε ένας Γάλλος νομοθέτης την εποχή της εισβολής στο Ιράκ το 2003, από την αλαζονεία και την άγνοια σε συνδυασμό.

Η ιδέα ότι η Κίνα θα σπαταλήσει τις μοναδικές ευκαιρίες που έρχονται τώρα μπροστά της, επιτιθέμενη στην Ταϊβάν, δεν είναι τίποτα άλλο από φαντασιακή προβολή εκ μέρους εκείνων που υποθέτουν ότι επειδή η Αμερική έχει σπαταλήσει τη θέση της παγκόσμιας ισχύος και επιρροής μέσω ενός μάταιου εναγκαλισμού διαρκούς πολέμου, η Κίνα είναι πιθανό να κάνει το ίδιο. Οι νεοσυντηρητικοί που διατυπώνουν αυτήν την κατηγορία όσον αφορά την Ταϊβάν δεν παρέχουν αποδείξεις. Ήταν αυτοί που διαψεύστηκαν όταν υποστήριζαν ότι η κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν στη Βαγδάτη είχε συνεχή συνεργασία με την Αλ Κάιντα για να δικαιολογήσουν τον μοιραίο πόλεμο της Αμερικής στο Ιράκ.

Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να προκαλέσει μια τέτοια ενέργεια από την Κίνα θα ήταν η Ουάσιγκτον να κινηθεί ενεργητικά για να αναβαθμίσει τις διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν, σε κάτι παρόμοιο με την παλιά συνθήκη αμοιβαίας άμυνας, που ίσχυε πριν από την αναγνώριση του Πεκίνου από την Ουάσιγκτον το 1979. Εγκαταλείποντας την εξαιρετικά επιτυχημένη πολιτική της στρατηγικής ασάφειας σχετικά με τη μία κυρίαρχη κυβέρνηση που εκπροσωπεί την Κίνα, οι ΗΠΑ θα προκαλούσαν σχεδόν σίγουρα μια πιο επιθετική απάντηση από το Πεκίνο.

Εναπόκειται στην Ουάσιγκτον να κάνει μια τόσο ανόητη επιλογή, όπως παροτρύνουν ή επιμένουν τα γεράκια της πρωτεύουσας. Εάν επικρατήσει η βλακεία, το Πεκίνο έχει ξεκαθαρίσει εδώ και πολλές δεκαετίες, με κάθε ευκαιρία, ότι θα απαντήσει – απρόθυμα, αλλά στρατιωτικά, αν κρίνει ότι πρέπει. Σε αυτό το σημείο, είναι πολύ ασφαλές να πούμε, ότι μια κίνηση επιθετική κίνηση προς το νησί δεν είναι καθόλου μέσα στα σχέδια της Κίνας.

Όσον αφορά την Ουκρανία, ως αναδυόμενος στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας και βασικός εμπορικός εταίρος της Ουκρανίας, η Κίνα είναι η μόνη παγκόσμια δύναμη με ισχυρές σχέσεις και με τις δύο πλευρές της σύγκρουσης. Οι ευκαιρίες που εντοπίζω πηγάζουν σε μεγάλο βαθμό από αυτή τη θέση.

Ο Τζον Φ. Κένεντι, κατά τη διάρκεια των ημερών του ως γερουσιαστής, δήλωσε το περίφημο: «Στην κινεζική γλώσσα, η λέξη «κρίση» αποτελείται από δύο χαρακτήρες, ο ένας αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο και ο άλλος, την «ευκαιρία». Η σύγκρουση αντιπροσωπεύει μια ζωντανή εκδήλωση της συγκεκριμένης έννοιας. Αλλά μακροπρόθεσμα, αυτή η διττή έννοια της «κρίσης» δεν ανήκει όλη σε ένα μέρος: Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος αφορά σε μεγάλο βαθμό την Ουάσιγκτον και την Ευρώπη, και η ευκαιρία δίνεται στο Πεκίνο.

Πηγή: The Scrum

Μετάφραση: antapocrisis

Να ηττηθεί το ΝΑΤΟ!

Ας ξεκινήσουμε από τα πολύ θεμελιώδη: ο πλανήτης είναι εγγύτερα παρά ποτέ σε έναν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και δεν βρίσκεται απλώς εγγύτερα παρά ποτέ, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται πολύ κοντά. Χωρίς να θέλουμε να σταθούμε επί μακρόν σε πράγματα που έχουμε αναλύσει ήδη σε προηγούμενα άρθρα, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αιτίες δεν πρέπει να αναζητώνται, ούτε στον «παρανοϊκό δικτάτορα» Πούτιν, ούτε στον «γεροξεκούτη» Μπάιντεν, ούτε στους σαλτιμπάγκους που παριστάνουν τους πολιτικούς ηγέτες στην Ε.Ε. Ακόμα και αν κάποιες από αυτές τις κατηγορίες ευσταθούν, κανένας παγκόσμιος (και όχι μόνο) πόλεμος δεν ξεκινά από το καπρίτσιο ή τις ιδιότητες ενός ανθρώπου.

Φυσικά, είναι πιθανό οι προσωπικές ιδιότητες των ηγετών να επιταχύνουν και να χειροτερεύουν τα πράγματα. Όμως στην πραγματικότητα, ακόμα και αν ο άνθρωπος αποτελεί τον κρίσιμο πυροκροτητή την κρίσιμη στιγμή, η εκρηκτική ύλη μαζεύεται πολύ καιρό πριν και από άλλες, δομικές αιτίες.

Η αναζήτηση των ευθυνών σε συγκεκριμένες ομάδες εξουσίας, παρότι πληρέστερη και πάλι δεν μπορεί να φωτίσει επαρκώς τις αιτίες. Είναι βέβαιο, ότι η άνοδος των νεοσυντηρητικών στις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου μας «έδωσε» μια νέα εποχή βαρβαρότητας, με διαρκείς, καταστροφικούς πολέμους: Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Υεμένη, χιλιάδες εξωδικαστικές δολοφονίες συνιστούν μερικά από τα αποτελέσματα της νεοσυντηρητικής κυριαρχίας. Πώς όμως και γιατί ισχυροποιήθηκαν τόσο αυτές οι ομάδες εξουσίας; Πώς κατόρθωσαν να ξεκινήσουν τόσους πολέμους, να τους χάσουν όλους και παρόλα αυτά να παραμένουν στην εξουσία;

Το 2021, η Παγκόσμια Τράπεζα κυκλοφόρησε έναν συλλογικό τόμο, με τίτλο “Global Productivity: Trends, Drivers, and Policies”. Σε ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα κεφάλαια του τόμου, το βασικό εύρημα συνίσταται στο ότι η παραγωγικότητα της εργασίας, από την δεκαετία του ’80 έχει μειωθεί στο μισό και “η επακόλουθη ύφεση κινδυνεύει να καταστεί εδραιωμένη επιβράδυνση”. Επιπλέον, η πτώση της παραγωγικότητας, μετά την κρίση του 2007- 2008 είναι η πιο μακρόχρονη, η πιο βαθιά και η πιο πολύχρονη πτώση ποτέ, τις τελευταίες 4 δεκαετίες, επηρεάζοντας το 70% των οικονομιών του κόσμου. Οι αναπτυγμένες οικονομίες εμφανίζουν σταθερά άσχημα αποτελέσματα, ενώ μετά την κρίση του 2007 επλήγησαν καίρια και οι αναδυόμενες οικονομίες. Οι παραγωγικές επενδύσεις μειώθηκαν δραματικώς, ενώ οι αναγκαίες δημόσιες επενδύσεις δεν βρέθηκαν – προφανώς ελέω νεοφιλελευθερισμού, θα συμπληρώναμε εμείς.

Παρόλη την ποσοτική χαλάρωση, κοινώς παρόλο το χρήμα που κόπηκε από τις κεντρικές τράπεζες, και παρά την περηφάνια μας για τις εξωτικές τεχνολογίες που ανακαλύπτουμε (Τεχνητή Νοημοσύνη, πέρασμα από τον αυτοματισμό στην αυτονομία, εξυπνο-οτιδήποτε, από εργοστάσια έως κινητά, βιοτεχνολογίες) η εργασία είναι πολύ λιγότερο αποδοτική από ό,τι στο παρελθόν. Δεν πρέπει να ξεχνούμε μάλιστα, ότι από πλευράς παραγωγικότητας, χάνει σταθερά ο αναπτυγμένος κόσμος.

Τα τρις δολάρια και ευρώ, αντί να γίνουν παραγωγή, εργοστάσια, κοινωνικές παροχές, δικαιώματα με υλική υπόσταση, έγιναν σε πολύ μεγάλο βαθμό θαλασσοδάνεια, κρυπτονομίσματα, παιχνίδια ομολόγων, σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Όπως έχουμε γράψει και στο παρελθόν, η φούσκα που έσκασε το 2008, αντιμετωπίστηκε με νέες φούσκες. Επιπλέον, η ανισότητα γιγαντώθηκε, με αποτέλεσμα, αφενός τα μεγάλα δυτικά μονοπώλια να πνίγουν την ανάπτυξη της οικονομίας και αφετέρου ακόμα περισσότερο, η πολιτική εξουσία να μετατρέπεται σε φέουδο των υπερπλουσίων και των λίγων, ισχυρών ομάδων πίεσης.

Διαμορφώθηκε έτσι μια τριπλά προβληματική κατάσταση: Ατελείωτες φούσκες, με ελάχιστη πραγματική υλική βάση στον δυτικό (και όχι μόνο βέβαια) καπιταλισμό. Μετακίνηση του κέντρου ισχύος του καπιταλισμού μακριά από την Δύση. Διεύρυνση της οικονομικοκοινωνικής και επομένως πολιτικής ανισότητας, με αποτέλεσμα την παρακμή της αστικής δημοκρατίας στην Δύση, λόγω απώλειας της σχετικής αυτονομίας του κράτους και περιορισμού του λαϊκού στοιχείου σε διακοσμητικό ρόλο.

Από τη στιγμή που διαμορφώθηκαν οι τρεις παραπάνω συνθήκες συνδυαστικά, ήταν σαφές ότι η τόσο αναγκαία δημιουργική καταστροφή του καπιταλισμού, θα εκδηλωνόταν μέσα από μια λυσσαλέα σύγκρουση για την πλανητική κυριαρχία μεταξύ ΗΠΑ (της μόνης ολοκληρωμένης, ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης) και της Κίνας, του βασικού εκπροσώπου του αναδυομένου κόσμου. Οι συνήθεις νεοφιλελεύθερες μέθοδοι, απλώς δεν δουλεύουν. Οι «σούπερ-σταρ» κεντρικοί τραπεζίτες έριξαν χρήμα «από το ελικόπτερο», αλλά απέτυχαν να αναζωογονήσουν θεμελιωδώς τον καπιταλισμό και ιδίως στην Δύση. Ο πληθωρισμός, ο οποίος είχε ξεκινήσει πριν ακόμα τον πόλεμο, η διατάραξη των εφοδιαστικών αλυσίδων εν μέσω πανδημίας και η ενεργειακή κρίση επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση. Η σύγκρουση σε παγκόσμια κλίμακα καθίσταται μονόδρομος. Μια τέτοια σύγκρουση φυσικά, δεν μπορεί παρά να γίνει και στρατιωτική τελικά.

Σε αυτήν την σύγκρουση, η επιθετική πλευρά μοιραία είναι οι ΗΠΑ. Όχι γιατί οι Αμερικανοί είναι χειρότεροι άνθρωποι, αλλά επειδή η υποχωρούσα δύναμη αισθάνεται τον χρόνο να τρέχει εις βάρος της από την μια, ενώ διαθέτει (ή αισθάνεται ότι διαθέτει) ακόμα υπέρτερη ισχύ από τους ανταγωνιστές της. Προσθέστε τον θεμελιωμένο «εξαιρετισμό» στην κουλτούρα των ΗΠΑ, τις μανιχαϊστικές αναλύσεις και την τάση της Δύσης να πιστεύει την προπαγάνδα της και έχουμε την συνταγή του πολέμου.

Από εκεί και πέρα, όλα τα υπόλοιπα αποτελούν επιμέρους ζητήματα. Σημαντικά, πλην όμως επιμέρους. Το ότι λ.χ. οι ΗΠΑ εκδήλωσαν πιο έντονα την επιθετικότητά τους προς την Ρωσία, αντί για την Κίνα, με την προσέγγιση του ΝΑΤΟ στα σύνορα της πρώτης, έχει να κάνει με την γεωγραφία, την ίδια την νατοϊκή δομή, την εκτίμηση των δυτικών περί της ρωσικής ισχύος και με τους μηχανισμούς εξουσίας μέσα στην Ουάσιγκτον. Το ποιος κάθε φορά στο πεδίο, σε τακτικό επίπεδο φαίνεται πιο επιθετικός έναντι του άλλου, επίσης αποτελεί επιμέρους ζήτημα. Εύκολο άλλωστε είναι για τις ΗΠΑ να προβοκάρουν την αντίδραση ενός ανταγωνιστή τους και δεν είναι η πρώτη φορά που το πράττουν, εν προκειμένω στην Ουκρανία.

Η μεγάλη εικόνα συνίσταται στο ότι ο καπιταλισμός χρειάζεται μια δημιουργική καταστροφή και ότι ο πόλεμος την προσφέρει με τον καλύτερο τρόπο. Κεφάλαια, άνθρωποι, υποδομές, μηχανές θα καταστραφούν. Ένα πάρτι κατανάλωσης θα λάβει χώρα. Λεφτά θα επενδυθούν. Αγορές θα κατακτηθούν ή θα επανακτηθούν. Η άλλη πτυχή της μεγάλης εικόνας είναι ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται να νικήσουν στρατιωτικώς τους αντιπάλους τους και να τους καταστρέψουν οικονομικώς (και μάλιστα τους ισχυρότερους εξ αυτών). διότι δεν έχουν άλλον τρόπο και χρόνο.

Άλλωστε, τι έδειξαν οι κυρώσεις, τις οποίες επέβαλε η Δύση στην Ρωσία; Ότι οι ΗΠΑ, πέραν της Ε.Ε., της Ιαπωνίας και της Βρετανίας, δυσκολεύονται να πείσουν σχεδόν οποιονδήποτε άλλον να τις ακολουθήσει. Στην πραγματικότητα, η επιρροή τους, χωρίς να είναι ασήμαντη (κάθε άλλο) βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ούτε συγκινείται από τις εικόνες του πολέμου (πολλοί τις έχουν ζήσει, εξαιτίας των ΗΠΑ), ούτε είναι διατεθειμένο να ποντάρει για νικητή αυτής της αντιπαράθεσης, προτού να έχει κριθεί το παιχνίδι. Σε έναν κυνικώς φτιαγμένο κόσμο, ο κυνισμός θεωρείται σοφία, όχι καιροσκοπισμός.

Γυρνώντας στα παραπάνω, το πρόβλημα έγκειται στο ότι η «δημιουργική καταστροφή» του πολέμου, όταν εξασκείται συμπεριλαμβάνοντας απειλούμενες πυρηνικές δυνάμεις (ή έστω πυρηνικές δυνάμεις που νιώθουν ότι απειλούνται) μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε «καταστροφική καταστροφή».

Αλλά και αυτό να μην συμβεί, τρία άλλα πράγματα θα συμβούν: πρώτον, θα διεξαχθούν πολλοί, πολύ αιματηροί πόλεμοι. Όπως έχουμε γράψει και αλλού, το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει παγκόσμιος πόλεμος, αλλά πώς διεξάγεται. Σπονδυλωτά ή άμεσα. Προς το παρόν, ισχύει το πρώτο αλλά το δεύτερο ενδεχόμενο καθίσταται πιθανότερο. Δεύτερον, στο όνομα του σε εξέλιξη παγκοσμίου (και πολεμικού) ανταγωνισμού, επιβάλλεται ήδη, μια περαιτέρω συρρίκνωση της δημοκρατίας παντού και επομένως και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Το τρίτο είναι ότι τα δύο παραπάνω, σε συνδυασμό με την νέα φάση καπιταλιστικής κρίσης την οποία ήδη βιώνουμε θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση τόσο του πολιτικού ρόλου του κόσμου της εργασίας όσο και του βιοτικού του επιπέδου. Θα υπάρξει άμεση καταστροφή ανθρωπίνων και υλικών πόρων και καταπίεση των υπολοίπων, προκειμένου να διασωθεί και να ανακάμψει η κερδοφορία του τμήματος του πολύ μεγάλου κεφαλαίου, που θα επιβιώσει.

Εδώ έχουμε το εξής εντυπωσιακό όμως ή και όχι τόσο εντυπωσιακό: ενώ μεγάλα τμήματα του λαϊκού κόσμου, έστω θολά αντιλαμβάνονται τα παραπάνω και στρέφονται με σκεπτικισμό απέναντι στην δυτική προπαγάνδα και στον υστερικό, ρατσιστικό αντιρωσισμό, τα κόμματα των διαφόρων εκδοχών της αριστεράς και τα στρώματα της διανόησης, επιμένουν σε όλες τις στερεοτυπικές, τυφλωμένες από την συγκίνηση και από την κυριαρχία του ειδικού επί του γενικού, προσεγγίσεις.

Πρόκειται για απόδειξη του αδιεξόδου στο οποίο έχουν περιέλθει, αλλά και των ντροπιαστικών συμβιβασμών έως βαθμού πλήρους υποταγής της σοσιαλδημοκρατίας, του δικαιωματισμού, ακόμα και ευρύτερων πλευρών της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχισμού. Μάλιστα είναι εντυπωσιακή η διαφορά στάσης μεταξύ αντιστοίχων τμημάτων της αριστεράς από τον αναπτυσσόμενο κόσμο, σε σχέση με εκείνα της «Δύσης». Δεν μας ενδιαφέρει να πάρουμε κάποιο «αριστερόμετρο» εν προκειμένω. Μας ενδιαφέρει γιατί έχει παρακμάσει τόσο η «αριστερά» στην Δύση και τι φιλειρηνικό κίνημα χρειαζόμαστε, προκειμένου να αναχαιτίσουμε ή και να ανατρέψουμε τις προαναφερθείσες εξελίξεις.

Χρειάζεται όμως να πούμε ότι η διάκριση μεταξύ αριστεράς της Δύσης και εκτός Δύσης αποδεικνύει κάτι το οποίο είναι από παλιά γνωστό, αλλά έχει ξεχαστεί: το εθνικό πλαίσιο εντός του οποίου δρα κάθε πολιτικός φορέας (ως εκπρόσωπος ενός κοινωνικού μπλοκ ή ακόμα περισσότερο ως όργανο του εν λόγω μπλοκ) επικαθορίζει τις πολιτικές του θέσεις. Τις επικαθορίζει επειδή το επίπεδο ανάπτυξης αλλά και το πολιτικό- πολιτιστικό εποικοδόμημα επηρεάζει την συνείδηση όλων των κοινωνικών στρωμάτων, αν και με διαφορετικό τρόπο ή ένταση.

Με άλλα λόγια, ο Βρετανός, ο Έλληνας, ο Γερμανός και ο Σύρος εργάτης δεν μπορούν να βλέπουν τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο, ή τουλάχιστον όχι πάντα και παντού, διότι ζουν ακόμα σε έναν καπιταλιστικό κόσμο, με πανίσχυρο τον ρόλο των εθνικών κρατών και με γιγαντιαίες διακρατικές, εκτός των άλλων, ανισότητες. Χωρίς ένα πραγματικό σχέδιο, μεγαλύτερης διακρατικής ισότητας, στο πλαίσιο μιας νέας, διεθνούς οικονομικής τάξης, οι όποιες εκκλήσεις ή τα σχετικά ευχολόγια, δεν πετυχαίνουν τίποτα άλλο πέρα από το να προδίδουν διάχυτο μικροαστισμό.

Στην πραγματικότητα μάλιστα, πίσω από τις ψευτο-διεθνιστικές προσεγγίσεις δεν κρύβεται τίποτε περισσότερο από την αδυναμία της «δυτικής» αριστεράς να καταλάβει πώς είναι δυνατόν να μην θέλει ο οποιοσδήποτε να γίνει «Δύση» (από την μια) και επιπλέον να μην αποδέχεται οποιαδήποτε εξαγώγιμη εκδοχή «Δύσης», ως τουλάχιστον καλύτερη από οποιαδήποτε εκδοχή μη-Δύσης.

Η δυτική αριστερά είναι περισσότερο δυτική, παρά αριστερά. Όχι μόνο γιατί οι ηγεσίες της έχουν εγκαταλείψει συνειδητώς τα θεμελιωδέστερα και ριζοσπαστικότερα προτάγματα των εκδοχών της αριστεράς. Αλλά επιπλέον, επειδή όταν βλέπεις τον κόσμο κατά βάση μέσα από την λογική της ανωτερότητας της Δύσης επί των υπολοίπων, μέσα από την Δύση ως «τέλος της ιστορίας», καταλήγεις αναγκαστικώς στην απολογητική της νεοαποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, στην αποδοχή του καπιταλισμού και του αστικού φιλελευθερισμού ως μονοδρόμου – ακόμα και όταν έχεις, όχι αστικοφιλελεύθερη δημοκρατία αλλά αστικοφιλελεύθερη ολιγαρχία, όπως συμβαίνει σήμερα.

Επιπλέον, η μακρόχρονη απαξίωση των οργανωμένων κομμάτων μαζών, ιδίως στην Δύση, οδήγησε σε έναν αποκομμένο από το ζωντανό λαϊκό στοιχείο, ταυτοτισμό: στην λατρεία των ομάδων πίεσης, του επιμέρους, του σχετικισμού και του υποκειμενισμού, γιγαντώνοντας την κυριαρχία των στελεχών, των ειδικών (οι «επαγγελματίες- τεχνοκράτες» στα κόμματά μας) εις βάρος της λαϊκής στράτευσης μέσα στα κόμματα και μάλιστα τα αριστερά.

Η κυριαρχία των «ειδικών της πολιτικής», μιας κάστας με δικά της, ειδικά συμφέροντα, επεκτάθηκε και στα αριστερά (ή πρώην αριστερά) κόμματα κάθε είδους. Και μαντέψτε τι: αυτά τα στελέχη, αυτοί οι επαγγελματίες, νιώθουν πολύ πιο ωραία με τις ανέσεις του δυτικού τρόπου άσκησης πολιτικής, ο οποίος στην πραγματικότητα εξασφαλίζει μονιμότητα και ησυχία, παρά με τις βίαιες αναταράξεις ενός κόσμου του οποίου τα κέντρα ισχύος μετατοπίζονται. Συνεπώς, είτε δεν μπορούν, είτε και δεν θέλουν να αναλύσουν την πραγματικότητα και να δράσουν επί αυτής.

Η άρνηση των στελεχών της αριστεράς να σκεφτούν πέρα από την Δύση, προστίθεται λοιπόν στην άρνηση των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων της Δύσης να δούνε τον κόσμο γενικά και πέρα από την δυτική ματιά. Η οποία δυτική ματιά είναι γεμάτη συγκίνηση, θέαμα, υποκειμενισμό, δαιμονοποίηση, απλούστευση και εντελώς μυωπική.

Κάπως έτσι και στην συγκεκριμένη περίπτωση, του πολέμου στην Ουκρανία, ή κατεξοχήν σε αυτήν την περίπτωση, έχουμε τις κλασικές τακτικές χειραγώγησης των λαών, με πρωταγωνιστές τους μικροαστούς διανοουμένους, οι οποίοι πια είναι ενδημικοί στον χώρο της αριστεράς:

α) Έμφαση μόνο στο επιμέρους. Η Ρωσία στις 24 Φεβρουαρίου κήρυξε τον πόλεμο στην Ουκρανία, άρα η Ρωσία φέρει την ευθύνη. Ενώ είναι η αλήθεια ότι η συγκεκριμένη κήρυξη έγινε από την Ρωσία, η συγκεκριμένη επιχείρηση, αποτελεί μόνο τμήμα ενός ευρύτερου πολέμου και ανταγωνισμού. Ενός πολέμου που ξεκίνησε από το 2014 και ενός ανταγωνισμού που, όπως εξηγούμε παραπάνω, ξεκίνησε αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με στρατηγικώς επιτιθέμενη την Δύση. Οι τωρινές συγκρούσεις στην Ουκρανία αποτελούν επομένως στρατηγικώς αμυντική και τακτικώς μόνο επιθετική κίνηση της Ρωσίας – ή αλλιώς, αντεπίθεση στον δυτικό, ιμπεριαλιστικό μπλοκ.

β) Έμφαση στην συγκίνηση, με τα εργαλεία της κοινωνίας του θεάματος. Φυσικά και είναι τραγικό να σκοτώνονται άνθρωποι. Αλλά σε ποιον ακριβώς πόλεμο δεν συμβαίνει αυτό; Θα λέγαμε ότι κακώς πολεμήσαμε μέχρι την τελική και ολοκληρωτική ήττα του ναζισμού-φασισμού, επειδή σε αυτόν τον πόλεμο, εμείς, οι σύμμαχοι, σκοτώσαμε χιλιάδες αμάχων Γερμανών, συμπεριλαμβανομένων και παιδιών, για παράδειγμα με το carpet-bombing που εφαρμόσαμε; Έχουμε ξεχάσει τις δύο πυρηνικές βόμβες; Βεβαίως πρέπει να υπάρχει πρόνοια ως προς το ποιοι στόχοι χτυπιούνται και να τιμωρηθούν όσοι χτυπούν αμάχους χωρίς να πράττουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν τέτοιες επιθέσεις. Να ελεγχθούν όλοι λοιπόν. Όλοι οι εμπλεκόμενοι και σε αυτήν την σύγκρουση και στον οκταετή πόλεμο αλλά και στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους της Δύσης συνολικά. Ξεχνάμε ότι σήμερα, τις ίδιες ακριβώς στιγμές, λαμβάνει χώρα η κατοχή στην Παλαιστίνη και στο ένα τρίτο της Συρίας, καθώς και ο πόλεμος στην Υεμένη. Φοβάμαι όμως ότι δεν θα βρούμε πολλούς προθύμους για συνολική απονομή δικαιοσύνης.

γ) Έμφαση στον υποκειμενισμό. Είναι ο Πούτιν παρανοϊκός; Κακός άνθρωπος; Μήπως είναι αντικομμουνιστής; Μήπως είναι δεξιός; Δικτάτορας; Είναι εντυπωσιακό ότι αυτήν την υποκειμενιστική θεώρηση έναντι της αντικειμενικής (όχι ποιος λέω εγώ ή λένε οι άλλοι ότι είμαι αλλά τι κάνω) την έχει ασπαστεί ακόμα και το ΚΚΕ, αποστασιοποιούμενο από την βασική μαρξική μεθοδολογία – και όχι μόνο μαρξική, εδώ που τα λέμε. Ξεκίνησε με την γραμμή περί αντιπάλων ιμπεριαλιστών και όταν αυτή η προσέγγιση κατέρρευσε (δύσκολο να υποστηρίξεις ότι η Ρωσία δια των εταιρειών της κατέχει μείζονα θέση στα παγκόσμια μονοπώλια) στράφηκε στην ανάλυση περί «ληστών» των λαών. Αλλά, ένα λεπτό! Όλοι οι καπιταλιστές-αστοί δεν είναι με έναν τρόπο «ληστές» των λαών; Όποτε λοιπόν πολεμούν μεταξύ τους αστικά κράτη, οι κομμουνιστές δεν παίρνουν θέση υπέρ κανενός; Διότι ακόμα και αν είχαμε μια επανάληψη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και έναν ενδο-ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η λενινιστική γραμμή επιβάλλει να πολεμήσουμε εναντίον του δικού μας ιμπεριαλιστή, δηλαδή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Όχι να κρατούμε ίσες αποστάσεις. Ασχέτως του ποιος είναι και τι θέλει ο Πούτιν, η Ρωσία στην Συρία σταμάτησε το ΝΑΤΟϊκό σχέδιο βίαιου επανασχεδιασμού του χάρτη της Μέσης Ανατολής. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα στην καρδιά της Ευρώπης. Η αναίρεση της εξάπλωσης της επέκτασης του ΝΑΤΟ, ο τραυματισμός και η ταπείνωση του ΝΑΤΟ περνάει μέσα από την ρωσική νίκη. Όσο και αν δεν συμπαθεί κάποιος το πολιτικό και οικονομικό σύστημα στην Ρωσία, η αντικειμενική πραγματικότητα είναι ότι ή το ΝΑΤΟ θα θριαμβεύσει ή το ΝΑΤΟ θα ηττηθεί δια της ρωσικής ήττας ή νίκης αντιστοίχως. Άλλωστε, ούτε ο Μιλόσεβιτς, ούτε ο Σαντάμ Χουσεΐν ήταν οι μέγιστοι δημοκράτες. Και λοιπόν; Έπρεπε να σταθούμε στην μέση και τότε, με τα «ούτε… ούτε»;

δ) Λογοκρισία και απόκρυψη πληροφοριών. Χωρίς καν να βρισκόμαστε σε πόλεμο επισήμως (ανεπισήμως και χωρίς να έχουν ερωτηθεί οι λαοί, ήδη συμμετέχουμε στον εξελισσόμενο πόλεμο) η λογοκρισία έχει ήδη επιβληθεί, τόσο ευθέως, όσο και εμμέσως. Η διακοπή αναμετάδοσης του RT και του Sputnik, σε συνδυασμό με τoν σχεδόν πλήρη αποκλεισμό των μη αντιρωσικών προσεγγίσεων από τον δημόσιο διάλογο, αποδεικνύουν πόσο ευάλωτες είναι οι αστικοφιλελεύθερες ολιγαρχίες μας εν μέσω ιστορικών γεγονότων, προς οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση. Το ζήσαμε και επί μνημονίων και ακόμα εντονότερα εν μέσω πανδημίας. Οι μικροαστοί διανοούμενοί μας ωστόσο, ενώ είναι πολύ πρόθυμοι να ξεψαχνίσουν λ.χ. την δημοκρατικότητα ή μη της Ρωσίας, προτιμούν να σωπαίνουν όταν αφορά τα του οίκου μας ή να τα υποβαθμίζουν, σαν ένα δυσάρεστο, μεμονωμένο επεισόδιο. Δεν είναι στην πραγματικότητα μεμονωμένα επεισόδια, αλλά μια μόνιμη κατάσταση. Η λειτουργία των δυτικών μέσων ενημέρωσης ως προπαγανδιστικών μηχανισμών ελάχιστα διαφέρει από εκείνη των ρωσικών. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, το RT υπήρξε πολύ πιο αποκαλυπτικό από τα αντίστοιχα δυτικά μέσα. Ξεχνούμε επίσης ότι εν μέσω πανδημίας κυβερνώμεθα με διατάγματα.

Αν όλα τα παραπάνω ισχύουν (και ισχύουν) το γνήσια φιλειρηνικό και αντιπολεμικό κίνημα δεν έχει καμία σχέση με τα αντικειμενικώς φιλονατοϊκά ξεσπάσματα, ούτε με τις ίσες αποστάσεις. Το πραγματικό φιλειρηνικό κίνημα, μετά από δεκαετίες πραξικοπημάτων και πολέμων ερωτά ποια είναι η μεγάλη, η κατεξοχήν ιμπεριαλιστική δύναμη του πλανήτη. Απαντά ότι είναι οι ΗΠΑ, είτε μόνες τους, είτε με την βοήθεια του ΝΑΤΟ.

Απαντά ότι για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έχουν αποφασίσει να αντιμετωπίσουν την Ρωσία και την Κίνα ως εχθρούς, τόσο στο πεδίο της οικονομίας, όσο και το στρατιωτικό και αυτή η επιλογή μπορεί να οδηγήσει στο ξέσπασμα παγκοσμίου πολέμου.

Ακόμα και σήμερα, είναι η νατοϊκή εμπλοκή εκείνη η οποία γεννά τον κίνδυνο ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου. Επομένως, το φιλειρηνικό κίνημα πρέπει να έχει ένα σύνθημα: «να ηττηθεί το ΝΑΤΟ». Είναι πολύ δυσάρεστο, αλλά δυστυχώς, οι στρατιωτικοί συνασπισμοί, μόνο στρατιωτικο-πολιτικώς ηττώνται.

Το φιλειρηνικό κίνημα πρέπει να θέλει έναν μη δυτικο-κεντρικό ή αν προτιμάτε, μη ευρωπαιογενή κόσμο, αλλά έναν κόσμο στον οποίο θα χωρά με ίσους όρους, κάθε ήπειρος. Το φιλειρηνικό κίνημα δεν μπορεί παρά να ηγεμονεύεται στον πυρήνα του από εκείνες τις σοσιαλιστικές δυνάμεις που βλέπουν ότι το σύμπλεγμα ιμπεριαλισμού-καπιταλισμού πρέπει δομικώς να αντιμετωπιστεί και να ηττηθεί.

Ένας κόσμος στον οποίο θα σταματήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ και στον οποίο το ΝΑΤΟ θα τραυματιστεί καίρια, θα είναι ένας σοσιαλιστικός παράδεισος; Όχι βέβαια. Είναι ο Πούτιν ο νέος Λένιν; Επίσης όχι. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αν κατορθώσουν να μετατραπούν σε παγκόσμιους κυρίαρχους οι χώρες τους, η κινεζική και η ρωσική μεγαλοαστική τάξη δεν θα αποδειχτούν καλύτερες από του Αγγλοσάξονες «συναδέλφους» τους. Όμως κάθε φορά πρέπει να επιλέγουμε τον κύριο αντίπαλο. Και σήμερα, ο κύριος αντίπαλος είναι ο γιγαντωμένος ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ. Η ήττα τους και η ήττα του ΝΑΤΟ θα απελευθερώσει δυνάμεις. Ίσως μάλιστα δώσει στην Ευρώπη επιτέλους, δυνάμεις οι οποίες θα επιδιώκουν γνήσια, έναν ισχυρό ευρωπαϊκό ρόλο, αντί για το σημερινό παράρτημα της Ουάσιγκτον που έχουμε ως Ε.Ε.

Οι μικροαστοί διανοούμενοι έχουν ήδη βρει το νέο τους «πιστεύω» και στα καθ’ ημάς. Εξευρωπαΐστηκαν πια. Η αριστερά στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήδη από τους βομβαρδισμούς στην Σερβία είχε ανακαλύψει πόσο βολικό είναι να καλύπτεις τον φιλονατοϊσμό σου πίσω από τις κατηγορίες περί δικτατόρων και γενοκτόνων. Κάποιοι μάλιστα, οι πλέον «προοδευτικοί», έφτασαν να μιλούν για τον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό του Πούτιν, που πρέπει να ηττηθεί. Προφανώς από τον «ελευθεριακό νεοφιλελευθερισμό» των ΗΠΑ. Άλλοι θυμήθηκαν ότι πρέπει να ηττηθούν οι Ρώσοι ολιγάρχες. Προφανώς από τους δυτικούς «σταρ» του καπιταλισμού, οι οποίο δεν φτιάχνουν μονοπώλια, δεν έχουν γιοτ, δεν καταπιέζουν τον κόσμο της εργασίας, δεν κάνουν βρωμοδουλειές με μαφίες. Τι και αν στις 100 μεγαλύτερες ιδιωτικές εταιρείες του κόσμου δεν βρίσκεις ούτε μία ρωσική; Ακόμα μάλιστα και όταν ο Πούτιν στρέφεται εναντίον των δικών του ολιγαρχών, ανακαλύπτουμε ότι είναι κρυπτοφασίστας, εθνικιστής. Θα έπρεπε να είναι διεθνιστής, όπως οι πρόεδροι των ΗΠΑ και να στήνει πραξικοπήματα υπέρ των εταιρειών της χώρας του, για να τον αποδεχτούμε προφανώς.

Όλοι αυτοί οι «φίλοι» της Ουκρανίας, πρόθυμοι να πολεμήσουν έκ του ασφαλούς τη Ρωσία μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό, τάσσονται υπέρ της παράτασης του πολεμικού δράματος σε αυτή την αναλώσιμη, όπως την αντιμετωπίζουν, χώρα ή και κάποιοι, με ακόμη μεγαλύτερη ανευθυνότητα, ζητούν την επέκτασή του, λ.χ. με την καθιέρωση μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων, που ο ίδιος ο Μπάιντεν προειδοποιεί ότι συνιστά κήρυξη παγκοσμίου πολέμου. Και βέβαια υποβαθμίζουν και σχετικοποιούν διαρκώς την πολιτική και οικονομική βία που υφίσταντο όλα τα προηγούμενα χρόνια οι Ουκρανοί.

Σήμερα για όποιον έχει καθαρή ματιά, αντικειμενικώς και ασχέτως υποκειμενικών προθέσεων, λαμβάνει χώρα μια σύγκρουση, η οποία θα κρίνει αν το ΝΑΤΟ θα αποδυναμωθεί ή αν θα ισχυροποιηθεί. Πάνω σε αυτήν την πρωτεύουσα αντίθεση οφείλει να τοποθετηθεί η αριστερά, οι σοσιαλιστές, έντιμα. Όποιοι τολμούν να το πράξουν φυσικά.

Πηγή: ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ

Οι κυρώσεις της Ουάσιγκτον θα καταστρέψουν την Ευρώπη και όχι τη Ρωσία

Το antapocrisis αναδημοσιεύει για λόγους ενημέρωσης και προβληματισμού το άρθρο του Pepe Escobar για τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις στη Ρωσία. Ανεξάρτητα από το αν κανείς συμμερίζεται το σύνολο των εκτιμήσεων του αρθρογράφου, και ειδικά τον ισχυρισμό ότι η Ρωσία δεν θα πληγεί σχεδόν καθόλου από τα μέτρα των δυτικών κυβερνήσεων, το ενδιαφέρον βρίσκεται στην εκτίμηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων του πολέμου όσον αφορά τη γεωστρατηγική σύγκλιση Κίνας – Ρωσίας και την αυτοκτονική πορεία της Ευρώπης, η οποία εξαρτάται με όλο και πιο αρνητικούς και ετεροβαρείς όρους από την Ουάσινγκτον. Οι εκτιμήσεις του Pepe Escobar συμβαδίζουν με αυτές μιας μεγάλης σειράς αναλυτών που υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη είναι ο μεγάλος χαμένος του πολέμου στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ ο άμεσα ωφελούμενος και η Κίνα ο μεγάλος στρατηγικός νικητής.   

Το πολεμικό πεδίο έχει οριστεί.

Η επίσημη ρωσική μαύρη λίστα των εχθρικών εθνών που επιβάλλουν κυρώσεις περιλαμβάνει τις ΗΠΑ, την ΕΕ, τον Καναδά και, στην Ασία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Ταϊβάν και τη Σιγκαπούρη (τη μόνη χώρα από τη Νοτιοανατολική Ασία). Παρατηρήστε πώς αυτή η «διεθνής κοινότητα» συνεχίζει να συρρικνώνεται.

Ο παγκόσμιος Νότος γνωρίζει ότι κανένα έθνος από τη Δυτική Ασία, τη Λατινική Αμερική ή την Αφρική δεν έχει ενταχθεί στην εκστρατεία κυρώσεων της Ουάσιγκτον.

Η Μόσχα δεν έχει καν ανακοινώσει το δικό της πακέτο αντι-κυρώσεων. Ωστόσο, ένα επίσημο διάταγμα «Περί προσωρινής εντολής υποχρεώσεων σε ορισμένους ξένους πιστωτές», το οποίο επιτρέπει στις ρωσικές εταιρείες να διακανονίζουν τα χρέη τους σε ρούβλια, μας υποψιάζει για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Τα ρωσικά αντίμετρα περιστρέφονται όλα γύρω από αυτό το νέο προεδρικό διάταγμα, που υπογράφηκε το περασμένο Σάββατο, το οποίο ο οικονομολόγος Γεβγκένι Γιουτσούκ περιγράφει ως «πυρηνική νάρκη αντιποίνων».

Το συγκεκριμένο μέτρο λειτουργεί ως εξής: για να πληρώσουν τα δάνεια που υπερβαίνουν τα 10 εκατομμύρια ρούβλια μηνιαίως που έχουν ληφθεί από μια χώρα που έχει επιβάλει κυρώσεις, οι ρωσικές εταιρείες δεν χρειάζεται να κάνουν μεταφορά. Ζητούν από μια ρωσική τράπεζα να ανοίξει έναν λογαριασμό σε ρούβλια, στο όνομα του πιστωτή. Στη συνέχεια, η εταιρεία μεταφέρει ρούβλια σε αυτόν τον λογαριασμό, με την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία, και όλα είναι απολύτως νόμιμα.

Οι πληρωμές σε ξένο νόμισμα πραγματοποιούνται μόνο από την Κεντρική Τράπεζα κατά περίπτωση. Πρέπει να λάβουν ειδική άδεια από την Κυβερνητική Επιτροπή Ελέγχου Ξένων Επενδύσεων.

Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι το μεγαλύτερο μέρος των 478 δισεκατομμυρίων δολαρίων περίπου που είναι το ρωσικό εξωτερικό χρέος, μπορεί να «εξαφανιστεί» από τους ισολογισμούς των δυτικών τραπεζών. Το ισοδύναμο σε ρούβλια θα κατατεθεί κάπου, σε ρωσικές τράπεζες. Αλλά οι δυτικές τράπεζες, όπως έχουν τα πράγματα, δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά.

Είναι συζητήσιμο εάν αυτή η απλή στρατηγική ήταν προϊόν των εγκεφάλων που συγκεντρώθηκαν στη Ρωσική Κεντρική Τράπεζα. Πιθανότατα, συνέβαλε ο σημαίνων οικονομολόγος Σεργκέι Γκλάζιεφ, επίσης κορυφαίος πρώην σύμβουλος του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν για την περιφερειακή ολοκλήρωση. Εδώ είναι μια αναθεωρημένη έκδοση, στα αγγλικά, του πρωτοποριακού δοκιμίου του, “Sanctions and Sovereignty”, το οποίο έχω αναφέρει προηγουμένως.

Εν τω μεταξύ, η Sberbank επιβεβαίωσε ότι θα εκδώσει τις ρωσικές χρεωστικές/πιστωτικές κάρτες Mir με την UnionPay της Κίνας (σ.μτφ. Η UnionPay είναι κινέζικο σύστημα χρηματοπιστωτικών πληρωμών, αντίστοιχο με τις αμερικανικές Visa και Mastercard, τις οποίες ξεπέρασε σε ύψος συναλλαγών το 2015. Προς το παρόν ωστόσο, ένα πολύ μικρό ποσοστό συναλλαγών διεξάγεται εκτός Κίνας, πράγμα που με τις δυτικές κυρώσεις στη Ρωσία πρόκειται να αλλάξει). Η Alfa-Bank, η μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα στη Ρωσία, θα εκδίδει επίσης πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες UnionPay. Αν και η κάρτα Mir παρουσιάστηκε μόλις πριν από πέντε χρόνια, το 40% των Ρώσων έχει ήδη μια τέτοια κάρτα για οικιακή χρήση. Τώρα θα μπορεί να τη χρησιμοποιεί και διεθνώς, μέσω του τεράστιου δικτύου της UnionPay. Και χωρίς τις Visa και Mastercard, οι προμήθειες για όλες τις συναλλαγές θα παραμείνουν στην οικονομική σφαίρα Ρωσίας-Κίνας.

Ουσιαστικά πρόκειται για αποδολαριοποίηση.

Κύριε Μαδούρο, δώστε παρακαλώ λίγο πετρέλαιο

Οι διαπραγματεύσεις στη Βιέννη για τις κυρώσεις προς το Ιράν, φτάνουν στο τελευταίο στάδιο – όπως παραδέχτηκε ακόμη και ο Κινέζος διπλωμάτης Wang Qun. Αλλά ήταν ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ που εισήγαγε μια νέα, κρίσιμη μεταβλητή στις τελικές συζητήσεις της Βιέννης.

Ο Λαβρόφ έκανε ένα αρκετά σαφές αίτημα, την τελευταία κυριολεκτικά ώρα: «Ζητήσαμε γραπτή εγγύηση … ότι η τρέχουσα διαδικασία [ρωσικών κυρώσεων] που ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν προσκρούει με κανέναν τρόπο στη δυνατότητά μας για ελεύθερη και πλήρη εμπορική, οικονομική και επενδυτική συνεργασία και στρατιωτική-τεχνική συνεργασία με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν».

Σύμφωνα με τη συμφωνία για το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) του 2015, η Ρωσία εισάγει εμπλουτισμένο ουράνιο από το Ιράν και το ανταλλάσσει με yellowcake (σ.μτφ. συμπυκνωμένη μορφή ουρανίου), και παράλληλα, μετατρέπει εκ νέου τον πυρηνικό σταθμό Fordow του Ιράν σε ερευνητικό κέντρο. Χωρίς τις ιρανικές εξαγωγές εμπλουτισμένου ουρανίου, απλά δεν υπάρχει συμφωνία JCPOA. Είναι παράλογο το γεγονός ότι ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Blinken δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει.

Όλοι μα όλοι στη Βιέννη, γνωρίζουν, ότι για να υπογράψουν όλοι οι παράγοντες την αναβίωση του JCPOA, κανένα έθνος δεν μπορεί να στοχοποιηθεί μεμονωμένα όσον αφορά τις συναλλαγές με το Ιράν. Αυτό το ξέρει και η Τεχεράνη.

Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ένα περίτεχνο παιχνίδι περσικών καθρεφτών, που παίζεται μεταξύ της ρωσικής και της ιρανικής διπλωματίας. Ο πρεσβευτής της Μόσχας στην Τεχεράνη, Levan Dzhagaryan, απέδωσε τη σφοδρή αντίδραση ορισμένων ιρανικών κύκλων στον Λαβρόφ, σε «παρεξήγηση». Όλα αυτά θα διεξαχθούν στη σκιά.

Ένα επιπλέον στοιχείο είναι, ότι σύμφωνα με μια πηγή πληροφόρησης με προνομιακή πρόσβαση στο Ιράν, η Τεχεράνη μπορεί να πουλάει έως και τρία εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, «έτσι εάν υπογραφεί μια συμφωνία, δεν θα επηρεάσει καθόλου την προσφορά. Απλώς θα κοστίζει περισσότερο».

Η αμερικανική κυβέρνηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν είναι πλέον απολύτως απελπισμένη: σήμερα απαγόρευσε όλες τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Ρωσία, η οποία τυγχάνει να είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στις ΗΠΑ, πίσω από τον Καναδά και πάνω από το Μεξικό. Η μεγάλη «στρατηγική αντικατάστασης» της ενέργειας από τη Ρωσία, είναι να ζητιανεύουν πετρέλαιο από το Ιράν και τη Βενεζουέλα.

Έτσι, ο Λευκός Οίκος έστειλε μια αντιπροσωπεία για να συνομιλήσει με τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, με επικεφαλής τον Χουάν Γκονζάλες, τον κορυφαίο σύμβουλο του Λευκού Οίκου στη Λατινική Αμερική. Η προσφορά των ΗΠΑ είναι να «ελαφρύνουν» τις κυρώσεις στο Καράκας με αντάλλαγμα το πετρέλαιο.

Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει περάσει χρόνια –αν όχι δεκαετίες– καίγοντας όλες τις γέφυρες με τη Βενεζουέλα και το Ιράν. Οι ΗΠΑ κατέστρεψαν το Ιράκ και τη Λιβύη και απομόνωσαν τη Βενεζουέλα και το Ιράν στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου – απλώς για να καταλήξουν με άθλιο τρόπο να προσπαθούν να τις εξαγοράσουν και τις δύο χώρες και να ξεφύγουν από τη συντριβή από τις οικονομικές δυνάμεις που έχουν οι ίδιες εξαπολύσει. Αυτό αποδεικνύει, για άλλη μια φορά, ότι οι «διαμορφωτές πολιτικής» του ιμπεριαλισμού είναι εντελώς ανόητοι.

Το Καράκας θα ζητήσει την κατάργηση όλων των κυρώσεων στη Βενεζουέλα και την επιστροφή όλου του κατασχεμένου χρυσού του. Και φαίνεται ότι τίποτα από αυτά δεν ξεκαθαρίστηκε με τον «πρόεδρο» Χουάν Γκουαϊδό, ο οποίος από το 2019 είναι ο μόνος ηγέτης της Βενεζουέλας που «αναγνωρίστηκε» από την Ουάσιγκτον.

Η κοινωνική συνοχή σε διάλυση

Οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, εν τω μεταξύ, βρίσκονται σε απόλυτο πανικό. Κανένας δυτικός έμπορος δεν θέλει να αγοράσει ρωσικό αέριο. Αυτό δεν οφείλεται στο κρατικό ενεργειακό μεγαθήριο της Ρωσίας, Gazprom, το οποίο συνεχίζει να προμηθεύει κανονικά τους πελάτες που υπέγραψαν συμβάσεις με σταθερά τιμολόγια, από 100 έως 300 δολάρια. Άλλοι πληρώνουν πάνω από 3.000$ στην αγορά σποτ (σ.μτφ. αγορά που αφορά άμεσα παραδοτέα αγαθά).

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι όλο και λιγότερο πρόθυμες να χορηγήσουν δάνεια για το εμπόριο ενέργειας με τη Ρωσία λόγω της υστερίας των κυρώσεων. Μια ισχυρή υπόδειξη ότι ο αγωγός φυσικού αερίου Ρωσίας-Γερμανίας Nord Stream 2 είναι κυριολεκτικά νεκρός, είναι ότι ο εισαγωγέας Wintershall-Dea απέσυρε το μερίδιό του στη χρηματοδότηση, προεξοφλώντας ντε φάκτο ότι ο αγωγός δεν θα ξεκινήσει.

Καθένας με στοιχειώδη σκέψη στη Γερμανία, γνωρίζει ότι δύο επιπλέον τερματικοί σταθμοί Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG) – που δεν έχουν ακόμη κατασκευαστεί – δεν επαρκούν για τις ανάγκες του Βερολίνου. Πολύ απλά δεν υπάρχει αρκετό LNG για να καλύψει τις ανάγκες της Γερμανίας. Η Ευρώπη θα ανταγωνιστεί με την Ασία για το ποιος μπορεί να πληρώσει περισσότερα. Η Ασία κερδίζει.

Η Ευρώπη εισάγει περίπου 400 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως, με τη Ρωσία να παρέχει τα 200 δισεκατομμύρια από αυτά. Δεν υπάρχει περίπτωση η Ευρώπη να βρει 200 ​​δισεκατομμύρια από οπουδήποτε αλλού, για να αντικαταστήσει τη Ρωσία – είτε στην Αλγερία, είτε στο Κατάρ είτε στο Τουρκμενιστάν. Για να μην αναφέρουμε την έλλειψη των απαραίτητων τερματικών LNG για τη μεταφορά του υγροποιημένου αερίου.

Έτσι, προφανώς, ο κορυφαίος ωφελούμενος από όλο το χάος θα είναι οι ΗΠΑ – οι οποίες θα μπορούν να επιβάλλουν όχι μόνο τους τερματικούς σταθμούς και τα συστήματα ελέγχου τους, αλλά και τα κέρδη από τα δάνεια στην ΕΕ, τις πωλήσεις εξοπλισμού και την πλήρη πρόσβαση σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή. Όλες οι εγκαταστάσεις, οι αγωγοί και οι αποθήκες LNG θα συνδεθούν σε ένα μοναδικό δίκτυο με ένα ενιαίο κέντρο ελέγχου: αυτό είναι το αμερικανικό επιχειρηματικό όνειρο.

Η Ευρώπη θα μείνει με τη μειωμένη παραγωγή φυσικού αερίου για τη φθίνουσα βιομηχανία της. Απώλειες θέσεων εργασίας, μείωση του επιπέδου ποιότητας ζωής, αυξημένη πίεση στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, και, τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, ανάγκη για επιπλέον αμερικανικά δάνεια. Ορισμένα έθνη θα επιστρέψουν στον άνθρακα για να καλύψουν τις ανάγκες για θέρμανση. Η παρέλαση της Πράσινης Οικονομίας θα είναι ιδιαίτερα ζωηρή.

Τι γίνεται με τη Ρωσία; Υποθετικά μιλώντας, ακόμα κι αν όλες οι εξαγωγές ενέργειας της περιοριστούν – και δεν πρόκειται να περιοριστούν, οι κορυφαίοι πελάτες της βρίσκονται στην Ασία – η Ρωσία δεν πρόκειται να αναλώσει τα συναλλαγματικά της αποθέματα.

Η ρωσοφοβική ολοσχερής επίθεση στις ρωσικές εξαγωγές στοχεύει επίσης σε μέταλλα όπως το παλλάδιο – ζωτικής σημασίας για τα ηλεκτρονικά, από τους φορητούς υπολογιστές έως τα συστήματα αεροσκαφών. Οι τιμές εκτοξεύονται. Η Ρωσία ελέγχει το 50% της παγκόσμιας αγοράς. Στη συνέχεια, υπάρχουν τα ευγενή αέρια – νέον, ήλιο, αργό, ξένο – απαραίτητα για την παραγωγή μικροτσίπ. Το τιτάνιο έχει αυξηθεί κατά 25% και τόσο η Boeing (κατά το ένα τρίτο των προμηθειών της) όσο και η Airbus (κατά τα δύο τρίτα των προμηθειών της) βασίζονται σε ρωσικό τιτάνιο.

Πετρέλαιο, τρόφιμα, λιπάσματα, στρατηγικά μέταλλα, αέριο νέον για ημιαγωγούς: όλα ανατινάζονται, στην ποδιά της Κακιάς Μάγισσας Ρωσίας.

Μερικοί δυτικοί που εξακολουθούν να αγαπούν πολύ τη ρεαλπολιτίκ του Μπίσμαρκ έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται εάν η εξαίρεση της ενέργειας (στην περίπτωση της Ευρώπης) και επιλεγμένων εμπορευματικών ροών από τις ρωσικές κυρώσεις, έχει να κάνει με την προστασία του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων.

Άλλωστε, αν η παραγωγή εμπορευμάτων καταρρεύσει, λόγω έλλειψης πρώτων υλών, ολόκληρο το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα ανατινάζεται. Αυτό θα είναι μια πραγματική συστημική αποτυχία.

Το βασικό ζήτημα που πρέπει να χωνέψει ο Παγκόσμιος Νότος είναι ότι η «Δύση» δεν αυτοκτονεί. Αυτό που έχουμε εδώ, ουσιαστικά, είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες να καταστρέφουν εσκεμμένα τη γερμανική βιομηχανία και την ευρωπαϊκή οικονομία – παραδόξως, με τη συναίνεση των ίδιων των Ευρωπαίων.

Η καταστροφή της ευρωπαϊκής οικονομίας σημαίνει να μην παραχωρηθεί επιπλέον χώρος στην αγορά της Κίνας και να εμποδιστεί το αναπόφευκτο επιπλέον εμπόριο που θα είναι άμεση συνέπεια των στενότερων ανταλλαγών μεταξύ της ΕΕ και της Περιφερειακής Συνολικής Οικονομικής Συνεργασίας (RCEP), της μεγαλύτερης εμπορικής συμφωνίας στον κόσμο.

Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι οι ΗΠΑ να τρώνε για το μεσημεριανό τους γεύμα τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, ενώ η Κίνα θα επεκτείνει τη μεσαία τάξη της σε πάνω από 500 εκατομμύρια ανθρώπους. Η Ρωσία θα τα καταφέρει μια χαρά, όπως περιγράφει ο Γκλάζιεφ: κυρίαρχη και αυτάρκης.

Ο Αμερικανός οικονομολόγος Μάικλ Χάντσον σκιαγράφησε συνοπτικά τις γραμμές της αυτοκρατορικής αυτοκατάρρευσης. Ωστόσο, πολύ πιο δραματικό, σε βαθμό στρατηγικής καταστροφής, είναι το πώς οι κωφοί, άλαλοι και τυφλοί παρελαύνουν προς τη βαθιά ύφεση και τον υπερπληθωρισμό, διαλύοντας ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνική συνοχή της Δύσης.

Αποστολή εξετελέσθη.

Πηγή: The Cradle

Μετάφραση: antapocrisis

Προσοχή στο κενό μεταξύ των ίσων αποστάσεων

Ω, τι έκπληξη! 

Όσοι ήταν υπέρ της ειρήνης χθες, σήμερα εξοπλίζουν με κάθε τρόπο το Κίεβο και ναρκοθετούν κάθε προσπάθεια εκεχειρίας, προστασίας των αμάχων, ειρήνευσης. Μια Ουκρανία ειρηνική και ουδέτερη, που δεν είναι προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ και επιτρέπει στις εθνότητές της να συνυπάρξουν ειρηνικά, δεν είναι επιθυμητή. Η ειρήνη δεν είναι “αυταξία” για τη Δύση, ούτε υπέρτατο αγαθό. Είναι απλώς όχημα των γεωπολιτικών της επιδιώξεων.

Μα δεν το περιμέναμε!

Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης επιλέγουν την πλήρη αντιδημοκρατική εκτροπή και φιμώνουν κανάλια και ιστότοπους που δεν αναπαράγουν τη δική τους προπαγάνδα, αλλά την προπαγάνδα της Ρωσίας. Οι κατασκευασμένες εικόνες, οι μονόπλευρες ειδήσεις, η καθημερινή κατήχηση, τα εξόφθαλμα ψέματα για τον πόλεμο στην Ουκρανία, πρέπει να είναι προνόμιο μόνο της “δημοκρατικής” Δύσης. Ο αντίπαλος, δεν δικαιούται να έχει τη δική του φωνή. Το CNN μπορεί να εκπέμπει στη Μόσχα, αλλά το Russia Today δεν μπορεί να εκπέμπει στην Ευρώπη και στην Αμερική. Και οι πολίτες οφείλουν να ενημερώνονται, να σχολιάζουν, να αλληλεπιδρούν, σε πλατφόρμες απολύτως ελεγχόμενες από ένα κράτος πατερναλιστικό που ξέρει το καλό των πολιτών του, πριν από αυτούς. Κατά τα άλλα η Ρωσία είναι που έχει αντιδημοκρατικό καθεστώς. Η Δύση είναι το απαύγασμα της δημοκρατίας. 

Πέσαμε από τα σύννεφα! 

Η αντιρωσική υστερία, το κυνήγι μαγισσών, η δαιμονοποίηση της Ρωσίας, έφτασε στο σημείο να σπάνε ρωσικά μαγαζιά και αυτοκίνητα στη Γερμανία, να απαγορεύονται οι ρωσικές γάτες (!), να αφαιρείται η σημαία από Ρώσους αθλητές, να ακυρώνονται καλλιτεχνικές διοργανώσεις που σχετίζονται με φορείς της Ρωσίας, να απολύονται Ρώσοι καλλιτέχνες που δεν αποκηρύσσουν τον Πούτιν, να τρομοκρατούνται όσοι έχουν άλλη άποψη για τον πόλεμο στην Ουκρανία από την κυρίαρχη. Αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από πρόβα πογκρόμ και μακαρθισμός. 

Αιφνιδιαστήκαμε!

Η ιστορία της Ουκρανίας μάθαμε ότι ξεκίνησε πριν από μια εβδομάδα. Όχι από το 2004  που οργανώθηκε το πρώτο πραξικόπημα της πορτοκαλί επανάστασης. Όχι από το 2014 που οι ΗΠΑ οργάνωσαν το δεύτερο πραξικόπημα, με ένα πακτωλό δολαρίων και προθύμων πολιτικών παραγόντων. Όχι κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο έκτοτε, που το καθεστώς του Κιέβου οργάνωνε πογκρόμ διώξεων, τρομοκράτησης, εμπρησμού, δολοφονιών. Όχι όταν η Ουκρανία δήλωνε ότι θα μπει στο ΝΑΤΟ ή ότι θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Δεν μπορούν οι πολίτες να αναρωτηθούν αν το Διεθνές Δίκαιο είναι α λα καρτ. Αν μπορεί να το ξεσκίζει μόνο η Δύση, και άλλος ουδείς. Αν πόλεμοι, βομβαρδισμοί και εισβολές επιτρέπονται μόνο αν γίνονται από τις ΗΠΑ, αλλά όχι αν γίνονται από τη Ρωσία. Έφτασαν οι νούμερο ένα κακοποιητές της ειρήνης, της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της κυριαρχίας ενός πλήθους χωρών που δεινοπάθησαν από τις Νατοϊκές επεμβάσεις, να παριστάνουν τον κήνσορα.

Το πολεμικό κλίμα που επικρατεί στη Δύση δεν είναι πρωτόγνωρο ιστορικά. Ούτε τα πογκρόμ, οι διώξεις, ο μακαρθισμός, η ψύχωση, η υστερία και η μαύρη προπαγάνδα. Και δεν ήταν αναπάντεχα. 

Ήταν απολύτως προβλέψιμα.

Για την ακρίβεια ήταν το αναμενόμενο αποτέλεσμα των δηλώσεων νομιμοφροσύνης που πρέπει να δείχνει κάθε πολίτης αλλά και κάθε πολιτική δύναμη, αποκηρύσσοντας τη σύγχρονη “αυτοκρατορία του Κακού”. Μπορεί η Ρωσία να μην έχει ουδεμία σχέση με τη Σοβιετική Ένωση, αλλά οι ομοιότητες με το παρελθόν είναι πάνω από εμφανείς. 

Η καταδίκη εξίσου και των δύο πλευρών, είναι τόσο δύσκολη όσο το να ισορροπήσει ελέφαντας σε οδοντογλυφίδα. Γιατί η κυρίαρχη προπαγάνδα με το κυνήγι μαγισσών που έχει εξαπολύσει, βλέποντας παντού Πουτινικούς, δεν αρκείται να αποσπάσει την αποκήρυξη του Πούτιν και της ρωσικής εισβολής. Απαιτεί την πλήρη προσχώρηση στον δυτικό λόγο, στην αντιρωσική υστερία, στον πολεμικό εξοπλισμό του Κιέβου, στην αποκήρυξη της “αυταρχικής” Ανατολής και στην ενθουσιώδη στράτευση στη “δημοκρατική” Δύση.  

Τελικά μάθαμε ότι δεν υπάρχουν ίσες αποστάσεις. 

Ω, τι έκπληξη: η νίκη του ενός πόλου, είναι ήττα του άλλου. 

Και δεν μπορεί το αποτέλεσμα που θα προκύψει από την ακραία πόλωση ανάμεσα στη Δύση και στη Ρωσία, να είναι ουδέτερο για το διεθνή συσχετισμό. 

Δεν μπορείς να ελπίζεις ότι τυχόν υποταγή της Ρωσίας στη Δύση (και στην επιθετικότητά της), δεν θα επηρεάσει αρνητικά οποιαδήποτε χώρα αμφισβητήσει στο μέλλον τον μονόδρομο του ευρωατλαντισμού. 

Και δεν είναι δυνατόν να ελπίζεις ότι μπορείς να μείνεις με ένα μαγικό τρόπο έξω από μια οξεία αντιπαράθεση, που θα λήξει είτε με τον περιορισμό της δυτικής επιθετικότητας, είτε με την παράδοση της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ.

Οι ίσες αποστάσεις ήταν από την αρχή καταδικασμένες να είναι άνισες γιατί τα δύο αντιμαχόμενα μέρη, είτε μας αρέσει, είτε όχι, δεν έχουν την ίδια δύναμη, δεν έχουν τον ίδιο ρόλο. Η παράταξη της Δύσης, σε μια χωρίς όριο επιθετικότητα, στριμώχνει τη Ρωσία περικλείοντάς τη ασφυκτικά με Νατοϊκές βάσεις, στήνοντας πυραυλικά συστήματα στα σύνορά της, οργανώνοντας σχεδόν δημόσια (γιατί δεν απολογείται πουθενά) πραξικοπήματα ενάντια σε φιλικές στη Μόσχα κυβερνήσεις. Η Ρωσία έκανε στρατιωτική εισβολή, αλλά ο πόλεμος εναντίον της μαίνεται εδώ και δεκαετίες με “ειρηνικό” και “δημοκρατικό”, αλλά πάντως απολύτως υπαρκτό τρόπο. 

Οι ίσες αποστάσεις δημιούργησαν μεγάλο κενό ανάμεσά τους. 

Και όσοι τις επικαλέστηκαν, σήμερα, είτε πέφτουν μέσα και γίνονται κιμάς στη μηχανή της Ευρωατλαντικής παράταξης στρατευόμενοι στην αντιρωσική υστερία και στο σύγχρονο μακαρθισμό ενάντια σε όσους δεν υπηρετούν το δόγμα των ΗΠΑ, είτε υποχρεούνται να ανασκοπήσουν και να αναθεωρήσουν τη στάση τους.

Η ομίχλη του πολέμου

Η παρακολούθηση της εμπλοκής του ευρωπαϊκού συστήματος στη βαρβαρότητα του πολέμου –για πρώτη φορά μετά τον βομβαρδισμό του ΝΑΤΟ στο Βελιγράδι το 1999– χρειάζεται κάτι περισσότερο από ψυχολογικές εκτιμήσεις. Τι έκανε τη Ρωσία και τη «Δύση» να εμπλακούν σε έναν αδυσώπητο αγώνα πάλης στην άκρη της αβύσσου, με τις δύο πλευρές να πέφτουν τελικά από τον γκρεμό; Καθώς ζούμε αυτή την τερατώδη εποχή, καταλαβαίνουμε καλύτερα από ποτέ τι πρέπει να εννοούσε ο Γκράμσι με τον όρο μεσοβασιλεία: μια κατάσταση «στην οποία το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί», μια κατάσταση στην οποία «εμφανίζεται μια μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων», όπου ισχυρές χώρες αναζητούν το μέλλον τους στις αβεβαιότητες του πεδίου της μάχης, συννεφιασμένο από την ομίχλη του πολέμου.

Κανείς δεν γνωρίζει τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές πώς θα τελειώσει ο πόλεμος για την Ουκρανία και μετά από πόση αιματοχυσία. Αυτό που μπορούμε να προσπαθήσουμε να υποθέσουμε σε αυτό το σημείο, είναι ποιοι μπορεί να ήταν οι λόγοι – και οι ανθρώπινες πράξεις έχουν πάντα αιτίες, όσο αψυχολόγητες κι αν φαίνονται σε τρίτους – για την ριψοκίνδυνη πολιτική τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ρωσίας. Τι φοβερή σκηνή: Κλιμακούμενη σύγκρουση, ραγδαία μείωση των δυνατοτήτων και των δύο πλευρών να σώσουν την αίγλη τους χωρίς την ολοκληρωτική νίκη, που τελειώνει με τη φονική επίθεση της Ρωσίας σε μια γειτονική χώρα με την οποία κάποτε συμβίωνε σε ένα κοινό κράτος.

Εδώ βρίσκουμε αξιοσημείωτους παραλληλισμούς, καθώς και προφανείς ασυμμετρίες, αφού τόσο η Ρωσία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν εδώ και καιρό την υφέρπουσα αποσύνθεση τόσο της εσωτερικής κοινωνικής τους τάξης όσο και της διεθνούς τους θέσης. Προφανώς αυτό τους κάνει να αισθάνονται ότι πρέπει να σταματήσουν την αποσύνθεση τώρα, διαφορετικά αυτή θα συνεχίζεται για πάντα. Στη ρωσική περίπτωση, αυτό που βλέπει κανείς είναι ένα καθεστώς, κρατικό αλλά και ολιγαρχικό, που αντιμετωπίζει αυξανόμενη αναταραχή μεταξύ των πολιτών του, πλούσιο σε πετρέλαιο και διαφθορά, ανίκανο να βελτιώσει τη ζωή των απλών ανθρώπων του, ενώ οι ολιγάρχες του πλουτίζουν απροσμέτρητα, ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο το βαρύ αντιδημοκρατικό του χέρι ενάντια σε κάθε οργανωμένη διαμαρτυρία. Για να εγκαθιδρύσει κανείς μια κατάσταση που βασίζεται στις ξιφολόγχες, απαιτείται εσωτερική σταθερότητα, που προέρχεται από την οικονομική ευημερία και την κοινωνική πρόοδο, που με τη σειρά της εξαρτάται από την παγκόσμια ζήτηση για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που πρέπει να πουλήσει η Ρωσία. Για αυτό, ωστόσο, χρειάζεται πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές και την προηγμένη τεχνολογία, πρόσβαση που οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να περιορίζουν εδώ και καιρό.

Το ίδιο γίνεται με την εξωτερική ασφάλεια, όπου οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έχουν διεισδύσει για σχεδόν δύο δεκαετίες τώρα πολιτικά και στρατιωτικά σε αυτό που η Ρωσία (πολύ εξοικειωμένη με τις ξένες εισβολές), ισχυρίζεται ότι είναι η ζώνη ασφαλείας της. Οι προσπάθειες της Μόσχας να διαπραγματευτεί επ’ αυτού οδήγησαν τη μετα-σοβιετική Ρωσία να αντιμετωπίζεται από την Ουάσιγκτον με τον ίδιο τρόπο όπως η προκάτοχός της, η Σοβιετική Ένωση, με απώτερο σκοπό των ΗΠΑ την αλλαγή καθεστώτος. Όλες οι προσπάθειες για τον τερματισμό της καταπάτησης δεν οδήγησαν πουθενά. Το ΝΑΤΟ πλησιάζει όλο και πιο κοντά, τοποθετώντας πρόσφατα πυραύλους μέσου βεληνεκούς στην Πολωνία και στη Ρουμανία, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο την Ουκρανία ως έδαφος που τους ανήκει – ας θυμηθούμε τα κηρύγματα της υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Βικτόριας Νιούλαντ σχετικά με το ποιος πρέπει να ηγηθεί της κυβέρνησης στο Κίεβο.

Στην πορεία, το ρωσικό καθεστώς προφανώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή η υφέρπουσα διάβρωση, εσωτερική αλλά και εξωτερική, θα συνεχιζόταν αμείωτη, εκτός και αν αναλαμβανόταν δραματική δράση για να σταματήσει η παρακμή. Αυτό που ακολούθησε ήταν η στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων γύρω από την Ουκρανία από την άνοιξη του 2021, συνοδευόμενη από το αίτημα για επίσημη δέσμευση από την Ουάσιγκτον να σέβεται εφεξής τα ρωσικά συμφέροντα ασφαλείας. Επιδιώκοντας έτσι μια ανοιχτή σύγκρουση αντί για μια υφέρπουσα, ίσως με την ελπίδα να κινητοποιηθεί το πνεύμα του ρωσικού πατριωτισμού που κάποτε είχε νικήσει τους Γερμανούς.

Στρεφόμενοι προς την αμερικανική πλευρά, θα ανακαλύψει κανείς μια μνησικακία που πηγαίνει πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο Μπόρις Γέλτσιν, ο μετασοβιετικός υπάλληλος της Αμερικής, παρέδωσε το μαγαζί στον Βλαντιμίρ Πούτιν, στον απόηχο της οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής που προκλήθηκε από τη «θεραπεία σοκ» που εισηγήθηκαν οι Αμερικανοί. Η αρχική προσπάθεια του Πούτιν να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ υπό την αιγίδα της Νέας Παγκόσμιας Τάξης, απορρίφθηκε, παρόλες τις προσπάθειές του να βοηθήσει την Ουάσιγκτον στην εισβολή της στο Αφγανιστάν. Οι ρωσικές αντιρρήσεις για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ το 2004 –που απειλούν τώρα τα βορειοδυτικά σύνορά του– αντιμετωπίστηκαν με την πολιτική των Μπους και Μπλερ για μια Νατοϊκή πολιτική «ανοιχτών θυρών» για τη Γεωργία και την Ουκρανία, στη σύνοδο κορυφής του Βουκουρεστίου το 2008.

Το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, υπό την ηγεσία της πτέρυγας της Χίλαρι Κλίντον στο Δημοκρατικό Κόμμα, άρχισε να αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως ένα κράτος αδίστακτο, όπως εκείνη η άλλη χώρα που είχε ξεφύγει από τον αμερικανικό έλεγχο, το Ιράν. Εκεί που στο παρελθόν παραφύλαγε ένας Κόκκινος κάτω από κάθε αμερικάνικο κρεβάτι, τώρα ο αυτόκλητος επισκέπτης ήταν ένας Ρώσος – μια διάκριση που πολλοί Αμερικανοί δεν είχαν μάθει ποτέ πραγματικά να κάνουν. Ακόμη και η εκλογή του Τραμπ το 2016 αποδόθηκε από το ηττημένο κόμμα των Δημοκρατικών σε μυστικές ρωσικές μηχανορραφίες, οι οποίες και εξόντωσαν πολιτικά τις αρχικές προσπάθειες του Τραμπ να αναζητήσει κάποιου είδους συμφωνία με τη Ρωσία. (Θυμάστε την αθώα ερώτησή του για το γιατί υπήρχε ακόμα το ΝΑΤΟ, τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του κομμουνισμού;) Μέχρι το τέλος της θητείας του, προκειμένου να διορθώσει τη ρήξη με το αμερικανικό βαθύ κράτος και τους ψηφοφόρους, είχε επιστρέψει στην κλασική δοκιμασμένη αντιρωσική στάση.

Για τον διάδοχο του Τραμπ, τον Μπάιντεν, όπως και για τους Ομπάμα – Κλίντον, η Ρωσία παρουσιάστηκε ως ένας βολικός εχθρός, εγχώρια και διεθνώς: μικρός οικονομικά, αλλά εύκολο να παρουσιαστεί ως μεγάλος λόγω των πυρηνικών όπλων της. Μετά την επικοινωνιακή καταστροφή  της αποχώρησης του Μπάιντεν από το Αφγανιστάν, η επίδειξη δύναμης έναντι της Ρωσίας φαινόταν ένας ασφαλής τρόπος για να αναδειχθεί η αμερικανική δύναμη, αναγκάζοντας τους Ρεπουμπλικάνους, κατά τη διάρκεια των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών, να στοιχηθούν πίσω από τον Μπάιντεν ως ηγέτη ενός αναστημένου “ελεύθερου κόσμου”. Η Ουάσιγκτον στράφηκε δεόντως στη διπλωματία πυγμής και εντυπωσιασμού, και αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε διαπραγμάτευση για την επέκταση του ΝΑΤΟ. Για τον Πούτιν, έχοντας προχωρήσει όσο πιο μακριά μπορούσε, η επιλογή τέθηκε ξεκάθαρα μεταξύ της κλιμάκωσης και της συνθηκολόγησης. Ήταν σε αυτό το σημείο που η μέθοδος μετατράπηκε σε τρέλα, και ξεκίνησε η φονική, καταστροφική από στρατηγικής άποψης, ρωσική χερσαία εισβολή στην Ουκρανία.

Για τις ΗΠΑ, η άρνηση των ρωσικών απαιτήσεων για εγγυήσεις ασφαλείας ήταν ένας βολικός τρόπος για να υποστηρίξουν την άνευ όρων πρόσδεση των ευρωπαϊκών χωρών στο ΝΑΤΟ, μια συμμαχία που είχε γίνει ασταθής τα τελευταία χρόνια. Αυτό αφορούσε ιδιαίτερα τη Γαλλία, της οποίας ο πρόεδρος πριν από λίγο καιρό είχε χαρακτηρίσει το ΝΑΤΟ «εγκεφαλικά νεκρό», αλλά και τη Γερμανία με τη νέα κυβέρνησή της, της οποίας το ηγετικό κόμμα, το SPD (σοσιαλδημοκράτες), θεωρούνταν πολύ φιλικό προς τη Ρωσία. Εκκρεμούσαν επίσης ημιτελή έργα σχετικά με τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2. Η Μέρκελ, μαζί με τον Σρέντερ, είχε ζητήσει από τη Ρωσία να τον κατασκευάσει, ελπίζοντας να καλύψει το κενό στον ενεργειακό εφοδιασμό της Γερμανίας. Οι ενεργειακές ελλείψεις αναμένεται να προκύψουν από το μετασχηματισμό της Γερμανίας σε χώρα χωρίς άνθρακα και πυρηνικά. Οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν στο σχέδιο, όπως και πολλοί άλλοι στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών Πρασίνων. Μεταξύ των λόγων ήταν οι φόβοι ότι ο αγωγός θα έκανε τη Δυτική Ευρώπη πιο εξαρτημένη από τη Ρωσία και ότι θα ήταν πλέον αδύνατο για την Ουκρανία και την Πολωνία να διακόψουν τις παραδόσεις ρωσικού φυσικού αερίου σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η Μόσχα δεν συμπεριφέρεται σωστά.

Η αντιπαράθεση για την Ουκρανία, με την αποκατάσταση της ευρωπαϊκής εμπιστοσύνης στην αμερικανική ηγεσία, έλυσε αυτό το πρόβλημα σε χρόνο μηδέν. Μετά τη διαρροή των αποχαρακτηρισμένων εγγράφων της CIA, ο λεγόμενος «ποιοτικός τύπος» της Δυτικής Ευρώπης, για να μην αναφέρουμε τα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά συστήματα, παρουσίασε τη ραγδαία επιδεινούμενη κατάσταση ως μια μανιχαϊστική πάλη μεταξύ καλού και κακού, των ΗΠΑ υπό τον Μπάιντεν, εναντίον της Ρωσίας υπό τον Πούτιν. Τις τελευταίες εβδομάδες της Μέρκελ, η κυβέρνηση Μπάιντεν συζητούσε με τη Γερουσία των ΗΠΑ πιθανές κυρώσεις στη Γερμανία και στους φορείς εκμετάλλευσης του Nord Stream 2, με αντάλλαγμα την απόσπαση της γερμανικής συναίνεσης στο να συμπεριληφθεί ο αγωγός σε ένα πιθανό μελλοντικό πακέτο κυρώσεων προς τη Ρωσία. Μετά τη ρωσική αναγνώριση των δύο αποσχισμένων επαρχιών της Ανατολικής Ουκρανίας, το Βερολίνο ανέβαλε επισήμως τη θεσμική ρύθμιση του αγωγού – κάτι που, ωστόσο, δεν ήταν αρκετό. Με τον νέο γερμανό καγκελάριο να στέκεται δίπλα του σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον, ο Μπάιντεν ανακοίνωσε ότι, αν χρειαστεί, ο αγωγός θα περιλαμβανόταν σε πιθανές κυρώσεις, με τον Σολτς να μένει σιωπηλός. Λίγες μέρες αργότερα, ο Μπάιντεν ενέκρινε το σχέδιο της Γερουσίας στο οποίο είχε αντιταχθεί νωρίτερα. Στη συνέχεια, στις 24 Φεβρουαρίου, η ρωσική εισβολή ώθησε το Βερολίνο να κάνει μόνο του, ό,τι σε διαφορετική περίπτωση θα είχε κάνει η Ουάσιγκτον για λογαριασμό της Γερμανίας και της Δύσης: να βάλει στο ράφι τον αγωγό, μια για πάντα.

Έτσι, η δυτική ενότητα επέστρεψε, χαιρετίστηκε από το ενθουσιώδες χειροκρότημα των εγχώριων σχολιαστών, ευγνώμονες πλέον για την επιστροφή των υπερατλαντικών βεβαιοτήτων του Ψυχρού Πολέμου. Η προοπτική να μπουν οι Ευρωπαίοι στη μάχη, σε συμμαχία με τον πιο τρομερό στρατό στην παγκόσμια ιστορία, εξαφάνισε αμέσως τις μνήμες μερικών μηνών πριν, όταν οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν με ελάχιστη προειδοποίηση όχι μόνο το Αφγανιστάν αλλά και τα βοηθητικά στρατεύματα που παρείχαν οι σύμμαχοί τους στο ΝΑΤΟ για να υποστηρίξουν τα αμερικανικά, ευνοώντας έτσι την κατεύθυνση της «οικοδόμησης του έθνους». Δεν έχει σημασία επίσης η ιδιοποίηση από τον Μπάιντεν του μεγαλύτερου μέρους των αποθεματικών της αφγανικής κεντρικής τράπεζας, ύψους 7,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για να μοιραστούν σε όσους επλήγησαν από την 11η Σεπτεμβρίου (και στους δικηγόρους τους), ενώ το Αφγανιστάν υπάρχει πείνα σε όλο το έθνος. Ξεχασμένα είναι επίσης τα συντρίμμια που άφησαν πίσω τους οι πρόσφατες αμερικανικές επεμβάσεις στη Σομαλία, το Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη – η απόλυτη καταστροφή, ακολουθούμενη από βιαστική εγκατάλειψη, ολόκληρων χωρών και περιοχών.

Τώρα είναι πάλι η «Δύση», είναι η Μέση Γη που πολεμά τη Μόρντορ, για να υπερασπιστεί μια γενναία μικρή χώρα που θέλει μόνο «να γίνει σαν εμάς» και για τον σκοπό αυτό δεν επιθυμεί παρά να της επιτραπεί να περάσει από τις ανοιχτές πόρτες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Οι κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης κατέπνιξαν ευσυνείδητα όλες τις εναπομείνασες αναμνήσεις της βαθιά ριζωμένης απερισκεψίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Απερισκεψία που προκλήθηκε από το τεράστιο μέγεθος των Ηνωμένων Πολιτειών και τη θέση τους σε μια νησιωτική ήπειρο, την Αμερική, όπου κανείς δεν μπορεί να φτάσει σε αυτή, ανεξάρτητα από το χάος που δημιουργείται όταν οι στρατιωτικές τους περιπέτειες πηγαίνουν στραβά. Με εκπληκτικό τρόπο η Ευρώπη έδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες -μια μακρινή μη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία σε παρακμή με διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικά προβλήματα από τα δικά της- πλήρες πληρεξούσιο για τη διαχείριση της Ρωσίας και το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Τι γίνεται με την ΕΕ; Εν ολίγοις, καθώς η Δυτική Ευρώπη επιστρέφει στη «Δύση», η ΕΕ περιορίζεται στο ρόλο ενός γεωοικονομικού εργαλείου για το ΝΑΤΟ, δηλαδή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα γεγονότα γύρω από την Ουκρανία καθιστούν πιο σαφές από ποτέ ότι για τις ΗΠΑ, η ΕΕ είναι ουσιαστικά μια πηγή οικονομικών και πολιτικών ρυθμίσεων για τα κράτη που χρειάζονται για να βοηθήσουν τη «Δύση» να περικυκλώσει τη Ρωσία από τη δυτική της πλευρά. Η διατήρηση φιλοαμερικανικών κυβερνήσεων στην εξουσία στα πρώην σοβιετικά δορυφορικά κράτη, είναι δαπανηρή, οπότε δημιουργείται έναν ελκυστικός επιμερισμός των βαρών σύμφωνα με τον οποίο η «Ευρώπη» πληρώνει για το ψωμί, ενώ οι ΗΠΑ παρέχουν τη δύναμη πυρός – πραγματικά ή φανταστικά. Αυτό καθιστά την ΕΕ στην πραγματικότητα οικονομικό στήριγμα του ΝΑΤΟ. Εν τω μεταξύ, οι κυβερνήσεις της Ανατολικής Ευρώπης προτιμούν να εμπιστεύονται στην Ουάσιγκτον την άμυνά τους, συγκριτικά με το Παρίσι και το Βερολίνο, δεδομένης της αποδεδειγμένα ασφαλούς μακρινής έδρας της. Σε αντάλλαγμα για την προστασία των ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ και την υποστήριξη της Ουάσιγκτον στη σχέση τους με την ΕΕ, χώρες όπως η Πολωνία και η Ρουμανία φιλοξενούν αμερικανικούς πυραύλους που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται την Ευρώπη ενάντια στο Ιράν, ενώ δυστυχώς η Ρωσία βρίσκεται ακριβώς στο δρόμο από τον οποίο θα πρέπει να περάσουν.

Το υπονοούμενο για τη φον ντερ Λάιεν και την ομάδα της είναι να επιβεβαιώσουν την υποταγή τους. Η επέκταση της ΕΕ στην Ουκρανία και τα Δυτικά Βαλκάνια, ακόμη και στη Γεωργία και την Αρμενία, θεωρείται από τις ΗΠΑ ως ζήτημα που αποφασίζεται από την Ουάσιγκτον. Η Γαλλία ειδικότερα μπορεί να εξακολουθεί να έχει αντίρρηση για περαιτέρω διεύρυνση, αλλά το πόσο μπορεί να αντέξει, ειδικά εάν η Γερμανία αναγκάζεται να καλύψει το λογαριασμό, είναι ζητούμενο. (Αν και δεν έχουν ξεκινήσει επίσημες διαδικασίες ένταξης στην ΕΕ για την Ουκρανία, η φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε: «Τους θέλουμε να μπουν»). Επιπλέον, επειδή η Πολωνία είναι αυστηρά αντι-ρωσική και φιλοΝΑΤΟϊκή, θα είναι πλέον δύσκολο να την τιμωρήσει με περικοπές στην οικονομική στήριξη της ΕΕ για αυτό που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρεί ως ελλείψεις στο «κράτος δικαίου». Το ίδιο ισχύει και για την Ουγγαρία, της οποίας ο δύστροπος ηγέτης, Όρμπαν, γίνεται ολοένα και πιο αντιρωσικός. Με την επιστροφή των Αμερικανών, η εξουσία πειθάρχησης των κρατών μελών της ΕΕ έχει μεταναστεύσει από τις Βρυξέλλες στην Ουάσιγκτον.

Ένα πράγμα που μαθαίνουν επί του παρόντος οι Ευρωπαίοι – ειδικά οι Πράσινοι-  είναι ότι εάν επιτρέψετε στις ΗΠΑ να σας προστατεύουν, η γεωπολιτική θα υπερισχύσει όλων των άλλων πολιτικών, και ότι η γεωπολιτική ορίζεται μόνο από την Ουάσιγκτον. Έτσι λειτουργεί μια αυτοκρατορία. Η Ουκρανία, μια χώρα διαιρεμένη σε ολιγάρχες, θα αρχίσει σύντομα να λαμβάνει ενισχυμένη οικονομική υποστήριξη από την «Ευρώπη». Αυτό, ωστόσο, δεν θα είναι παρά ένα κλάσμα των όσων καταθέτουν τακτικά οι Ουκρανοί ολιγάρχες σε ελβετικές, βρετανικές ή, υποθέτουμε, αμερικανικές τράπεζες. Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν ότι, σε σύγκριση με την Ουκρανία, η Πολωνία, ή ακόμη και η Ουγγαρία, είναι καθαρές λες και βγήκαν από πλυντήριο. (Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει τον μισθό που απολάμβανε ο Χάντερ Μπάιντεν ως μη εκτελεστικός διευθυντής μιας ουκρανικής εταιρείας φυσικού αερίου της οποίας ο κύριος ιδιοκτήτης αντιμετώπιζε τότε έρευνα της δικαιοσύνης για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος;)

Αυτό που παραμένει μυστήριο, προφανώς όχι το μοναδικό σε αυτό το πλαίσιο, είναι γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους ήταν ως επί το πλείστον ευχαριστημένοι απορρίπτοντας την πιθανότητα η Ρωσία να απαντά στις συνεχιζόμενες πιέσεις για αλλαγή καθεστώτος – με τη μορφή μιας «δυτικού τύπου» άρνησης μιας ζώνης ασφαλείας – οδηγώντας τη στην εμβάθυνση μιας συμμαχίας με την Κίνα. Είναι αλήθεια ότι ιστορικά, η Ρωσία πάντα ήθελε να είναι μέρος της Ευρώπης, και κάτι σαν φοβία για την Ασία είναι βαθιά ριζωμένη στην εθνική της ταυτότητα. Η Μόσχα είναι για τους Ρώσους η Τρίτη Ρώμη, όχι το Δεύτερο Πεκίνο. Μέχρι το 1969, η Ρωσία και η Κίνα, και οι δύο κομμουνιστικές τότε, συγκρούστηκαν για τα αμοιβαία σύνορά τους στον ποταμό Ουσούρι. Τώρα, με τη Ρωσία αποκομμένη από τη Δύση στο απροσδιόριστο μέλλον, η Κίνα, χωρίς πρώτες ύλες, μπορεί να παρέμβει και να προσφέρει στη Ρωσία τη δική της σύγχρονη τεχνολογία. Καθώς το ΝΑΤΟ διαιρεί την ευρασιατική ήπειρο σε «Ευρώπη», συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, εναντίον της Ρωσίας, ως μη-ευρωπαϊκού εχθρού της Ευρώπης, ο ρωσικός εθνικισμός μπορεί, ενάντια στο ιστορικό του φορτίο, να αισθανθεί αναγκασμένος να συμμαχήσει με την Κίνα, όπως προμηνύεται από αυτή την παράξενη εικόνα του Σι και του Πούτιν να στέκονται δίπλα-δίπλα στα εγκαίνια των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου.

Θα ήταν μια συμμαχία μεταξύ Κίνας και Ρωσίας ένα ακούσιο αποτέλεσμα της αμερικανικής ανικανότητας, ή αντίθετα, ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της αμερικανικής παγκόσμιας στρατηγικής; Εάν η Μόσχα συνεργαζόταν με το Πεκίνο, δεν θα υπάρχει πλέον προοπτική για μια ρωσο-ευρωπαϊκή διευθέτηση α λα γαλλικά. Η Δυτική Ευρώπη, σε οποιαδήποτε πολιτική μορφή, θα λειτουργούσε περισσότερο από ποτέ ως η υπερατλαντική πτέρυγα των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν νέο ψυχρό ή, ίσως, θερμό πόλεμο μεταξύ των δύο παγκόσμιων μπλοκ ισχύος, με το ένα παρακμάζει, ελπίζοντας να αντιστρέψει την παλίρροια, και το άλλο να ελπίζει να ανέβει.

Μόνο μια Ευρώπη σε ειρήνη με τη Ρωσία, μια Ευρώπη που σέβεται τις ρωσικές ανάγκες ασφαλείας, θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα απελευθερωθεί από την αμερικανική αγκαλιά, η οποία τόσο αποτελεσματικά ξανάνιωσε κατά τη διάρκεια της ουκρανικής κρίσης. Αυτός, υποθέτει κανείς, είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μακρόν επέμενε τόσο καιρό στη Ρωσία να είναι μέρος της Ευρώπης και στην ανάγκη της «Ευρώπης», όπως φυσικά εκπροσωπείται από τον ίδιο και τη Γαλλία, να διασφαλίσει την ειρήνη στην ανατολική της πλευρά. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει θέσει για πολύ καιρό, αν όχι για πάντα, ένα τέλος σε αυτό το έργο. Αλλά τότε, δεν ήταν ποτέ πολλά υποσχόμενο το να ξεκινήσουμε, δεδομένης της αισθητής εξάρτησης της Γερμανίας από την αμερικανική πυρηνική προστασία, και σε συνδυασμό με τις γερμανικές αμφιβολίες για τις υπερβολικά φαντασιόπληκτες γαλλικές παγκόσμιες φιλοδοξίες, που επαναπροσδιορίστηκαν ως ευρωπαϊκές φιλοδοξίες για να χρηματοδοτηθούν από τη γερμανική οικονομική δύναμη. Και η Ρωσία μπορεί, έχοντας υπαρκτούς λόγους, να αμφισβήτησε εάν, υπό αυτές τις συνθήκες, η Γαλλία θα μπορούσε να απωθήσει τις ΗΠΑ από τη θέση του οδηγού της Ευρώπης.

Οπότε ο νικητής είναι …οι Ηνωμένες Πολιτείες; Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, λόγω της επιτυχούς αντίστασης των Ουκρανών και του στρατού τους, τόσο περισσότερο θα παρατηρούμε ότι ο ηγέτης της «Δύσης», που μιλούσε για «Ευρώπη» όσο ο πόλεμος ετοιμαζόταν, δεν θα επεμβαίνει στρατιωτικά για λογαριασμό της Ουκρανίας. Οι ΗΠΑ απουσιάζουν, δίνοντας στους εαυτούς τους ειδική άδεια, όπως ξεκαθάρισε από την αρχή ο Μπάιντεν. Κοιτάζοντας την ιστορία των ΗΠΑ, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο: όταν η αποστολή τους γίνεται ανεξέλεγκτη, αποσύρονται στο μακρινό τους νησί. Ωστόσο, καθώς οι Γερμανοί θα αναρωτιούνται πού βρίσκονται οι ΗΠΑ, μπορεί να αρχίσουν να αισθάνονται κάποιες αμφιβολίες για την αμερικανική δέσμευση να προστρέξουν για την πυρηνική ομπρέλα προστασίας τους. Αυτή η δέσμευση, σε τελική ανάλυση, βασίζεται στη γερμανική ένταξη στο ΝΑΤΟ, τη γερμανική προσχώρηση στη συνθήκη μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων και την εγκατάσταση 30.000 περίπου αμερικανικών στρατευμάτων σε γερμανικό έδαφος.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ειδικός προϋπολογισμός των 100 δισ. ευρώ, που ανακοινώθηκε λίγες μέρες μετά τον πόλεμο από την κυβέρνηση Σολτς και αφιερώθηκε στο να εκπληρώσει την υπόσχεση, από το 2001, να ξοδεύεται το 2% του γερμανικού ΑΕΠ σε όπλα, μοιάζει με τελετουργική θυσία κατευνασμού ενός θυμωμένου Θεού, για τον οποίο φοβούνται ότι μπορεί να εγκαταλείψει όσους δεν πιστεύουν και πολύ σε αυτόν. Κανείς δεν σκέφτεται ότι αν η Γερμανία ανταποκρινόταν στην απαίτηση του 2% του ΝΑΤΟ, η Ρωσία θα είχε αποτραπεί από την εισβολή στην Ουκρανία ή ότι η Γερμανία θα μπορούσε και θα ήθελε να την βοηθήσει. Σε κάθε περίπτωση θα χρειαστούν χρόνια για να διατεθεί στα στρατεύματα το νέο υλικό, φυσικά το πιο πρόσφατο σε προσφορά. Θα είναι επίσης υλικό ακριβώς του ίδιου είδους, που έχουν ήδη σε αφθονία οι ΗΠΑ, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Επιπλέον, ολόκληρος ο γερμανικός στρατός βρίσκεται υπό τη διοίκηση του ΝΑΤΟ, δηλαδή του Πενταγώνου, επομένως τα νέα όπλα θα προστεθούν στη δύναμη πυρός του ΝΑΤΟ και όχι στη Γερμανία. Τεχνολογικά, θα σχεδιαστούν για ανάπτυξη σε όλο τον κόσμο, σε «αποστολές» όπως στο Αφγανιστάν – ή, πιθανότατα, στα περίχωρα της Κίνας, για να βοηθήσουν τις ΗΠΑ στην αναδυόμενη αντιπαράθεσή τους στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Δεν υπήρξε καθόλου συζήτηση στην Γερμανική Βουλή σχετικά με το ποιες ακριβώς νέες «ικανότητες» θα χρειαστούν ή για ποιο σκοπό θα χρησιμοποιηθούν. Όπως και στο παρελθόν, επί Μέρκελ, αυτό αφέθηκε στους «συμμάχους» να καθοριστεί. Ένα στοιχείο θα μπορούσε να είναι το Future Combat Air System (FCAS), αγαπημένο στους Γάλλους, το οποίο συνδυάζει μαχητικά βομβαρδιστικά, drones και δορυφόρους για επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο. Υπάρχει μια ελάχιστη ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει μια στρατηγική συζήτηση στη Γερμανία σχετικά με το τι σημαίνει να υπερασπίζεσαι το δικό σου έδαφος, αντί να επιτίθεσαι στο έδαφος άλλων. Μπορεί η ουκρανική εμπειρία να βοηθήσει στην έναρξη αυτής της συζήτησης; Απίθανο.

Μετάφραση: antapocrisis

Πηγή: New Left Review

Εμβόλια: σκάνδαλο του καπιταλισμού, χρεοκοπία της Ε.Ε.

Η αποτυχία της καπιταλιστικής Δύσης να αντιμετωπίσει την πανδημία του κορωνοϊού ήταν παροιμιώδης. Η αποτυχία της όμως να διαχειριστεί τη διάθεση των εμβολίων είναι σκανδαλώδης. Εμβόλια που ακριβοπληρώθηκαν πριν καν υπάρξουν, έρευνα που χρηματοδοτήθηκε από κρατικούς προϋπολογισμούς, ρυθμοί εμβολιασμού που υποτάσσονται στον κυνισμό του κέρδους και του χρήματος, τεράστια ενίσχυση των πολυεθνικών φαρμακευτικών χωρίς άμεσο αντίκρισμα για τους λαούς: Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα της αποτυχίας του συστήματος και της χρεοκοπίας της Ε.Ε.

Οι ισχυρές καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αποδείχθηκαν ανίκανες να σταματήσουν την πανδημία, δέσμιες της ελεύθερης αγοράς, της παγκοσμιοποίησης, της ατομικής και μόνο ευθύνης, της διάλυσης των κοινωνικών πολιτικών, της υποτίμησης της δημόσιας υγείας στο βαθμό που αυτή δεν φέρνει άμεσα κέρδη για το κεφάλαιο. Παρά την οικονομική, πολιτική και ιδεολογική υπεροπλία τους, οι μητροπόλεις του καπιταλισμού φανέρωσαν ότι το σύστημα που υπηρετούν, έχει ανυπέρβλητα όρια. Όρια που κοστίζουν σε ανθρώπινες ζωές. Μέσα από την τραγωδία της πανδημίας, ξεπροβάλει επιτακτικά, το όραμα και η αναγκαιότητα ενός άλλου κόσμου. Ένας κόσμος που θα ιεραρχεί ψηλότερα τον άνθρωπο, την υγεία του και τις κοινωνικές ανάγκες, δεν είναι ούτε ανεπίστρεπτο παρελθόν του εικοστού αιώνα, ούτε μελλοντική ουτοπία. Είναι αναγκαιότητα.

Η αποτυχία στην αντιμετώπιση της πανδημίας επιχειρήθηκε να διασκεδαστεί με τον αγώνα δρόμου για τα εμβόλια. Η προπαγάνδα της κυρίαρχης τάξης δεν έχανε την ευκαιρία να αποθεώνει την υπεροχή του καπιταλισμού, τα θετικά του συστήματος της αγοράς, τις επιτυχίες των ερευνών, την πρόοδο των μεγάλων φαρμακοβιομηχανιών. Πράγματι, η έρευνα επιταχύνθηκε σε πρωτόγνωρο βαθμό. Ωστόσο σε πρωτόγνωρο βαθμό υπήρξαν και τέτοιες χρηματοδοτήσεις. Τα κράτη προαγόρασαν τα εμβόλια σε τεράστιες ποσότητες, η έρευνα τέθηκε στην υπηρεσία των πολυεθνικών του φαρμάκου, τα κορυφαία Πανεπιστήμια του κόσμου διέθεσαν τις δυνάμεις τους στη γρήγορη παραγωγή του εμβολίου.

Να καταργηθούν οι πατέντες – Η υγεία είναι δικαίωμα

Τα εμβόλια πράγματι παρήχθησαν σε χρόνο ρεκόρ. Η επιστημονική κοινότητα έβαλε στοίχημα με το χρόνο και το κέρδισε για λογαριασμό της ανθρωπότητας. Το αποτέλεσμά της ωστόσο, δεν το γεύτηκε η ανθρωπότητα. Προς το παρόν το γεύονται οι μεγαλομέτοχοι των πολυεθνικών του φαρμάκου. Η έρευνα που στηρίχθηκε με πρωτοφανή τρόπο και τρομακτικά ποσά από τα κράτη και τους δημόσιους προϋπολογισμούς οδήγησε σε ιδιόκτητες πατέντες. Ακόμα περισσότερο, προκάλεσε τεράστιες δυσαναλογίες στην κατανομή και διάθεση των εμβολίων, στο ρυθμό του εμβολιασμού, ενώ καταδίκασε τους λαούς του Τρίτου Κόσμου σε επ’ αόριστον αναμονή μέχρις ότου εμβολιαστεί η «πολιτισμένη» Δύση.

Η επιστήμη και η έρευνα είναι υπό το ζυγό του κεφαλαίου, παρόλο που η ανάπτυξή τους έγινε δυνατή μέσα από τη δουλειά, τους πόρους, τη γνώση και τη χρηματοδότηση των κοινωνιών. Η υγεία, τα φάρμακα και τα εμβόλια είναι πεδίο κερδοφορίας των εταιρειών και όχι δημόσιο αγαθό, αναφαίρετο δικαίωμα των λαών.

Τα εμβόλια, η έρευνα για την παραγωγή τους, οι πατέντες που περιορίζουν την ανεμπόδιστη διάθεσή τους για να σωθούν ζωές, η διαίρεση της ανθρωπότητας σε ζώνες πολλών ταχυτήτων, προνομιούχων και καταδικασμένων, είναι απόδειξη ότι μια επιστήμη – δούλα του κεφαλαίου δεν προσφέρει στην ανθρωπότητα αυτά που η ανθρωπότητα δικαιούται. Η επιστήμη έχει υποκύψει ολοκληρωτικά στο κεφάλαιο. Η άρχουσα τάξη υποστηρίζει ότι μόνο έτσι μπορούν τα πράγματα να προχωρήσουν. Η πραγματικότητα είναι ότι με αυτόν τον τρόπο παράγονται τεράστια κέρδη για την ολιγαρχία του πλούτου.

Η ιστορία των εμβολίων για την πανδημία και του εμβολιαστικού εγχειρήματος ανά τον κόσμο, δείχνει ότι αυτό που ζούμε δεν είναι πρόοδος, αλλά οπισθοδρόμηση. Δεν είναι κάτι νέο που γεννιέται, αλλά κάτι παλιό που σαπίζει.

Θα ισχυριστούν οι απολογητές του καπιταλισμού ότι ακόμα κι έτσι, εκατομμύρια άνθρωποι θα σωθούν κάποια στιγμή και θα κάνουν το εμβόλιο. Θα προσπαθούν να κρύψουν το γεγονός ότι θα υπάρξουν εκατοντάδες ίσως χιλιάδες θύματα του κορωνοϊού μέχρι να ολοκληρωθεί η εμβολιαστική κάλυψη, εξαιτίας της ασυδοσίας των πολυεθνικών του φαρμάκου, της αδυναμίας των κρατών να εξασφαλίσουν εμβόλια, της κατοχύρωσης κρατών και λαών πολλών ταχυτήτων ανάλογα με τον πλούτο και τη δύναμη, αλλά και των αισχρών πολιτικών πατέντας που εμποδίζουν την πρόσβαση των φτωχότερων στα εμβόλια.

Μνημόνια για τους λαούς – υποταγή στις πολυεθνικές

Ειδικά η Ε.Ε. απέτυχε παταγωδώς να εξασφαλίσει την κάλυψη των κρατών μελών της με ικανές ποσότητες δόσεων ώστε να επιτευχθεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2021 η ανοσία του πληθυσμού.

Η Ε.Ε. μπορεί να επιβάλει εξοντωτικά μνημόνια, να διαλύει οικονομίες και κοινωνίες, να στραγγαλίζει χώρες και λαούς, αλλά είναι παντελώς ανίκανη να επιβάλει την τήρηση των συμφωνιών που υπογράφει με τις πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες. H σύμβαση της Ε.Ε. με την πολυεθνική AstraZeneca, σύμφωνα με την οποία οι Βρυξέλλες αγόρασαν εμβόλια τα οποία η εταιρεία δεν παραδίδει, θα ήταν περίγελος αν δεν ήταν τραγική απόδειξη ότι το πολιτικό προσωπικό των κρατών και ειδικά της Ε.Ε. υπηρετεί σκανδαλωδώς τις αδηφάγες ανάγκες του κεφαλαίου.

Η Ε.Ε. χρεοκόπησε για μια ακόμα φορά καθώς καταγράφει τα μακράν χαμηλότερα ποσοστά εμβολιασμού συγκριτικά με χώρες ίδιου βιοτικού επιπέδου. Αποδεικνύει ότι δεν προσφέρει προστασία, δεν αποτελεί πλεονέκτημα. Οι μηχανισμοί προπαγάνδας λένε ότι ευτυχώς που είμαστε στην Ε.Ε. και μπορούμε να προμηθευτούμε εμβόλια με το κύρος μιας παγκόσμιας δύναμης. Οι αριθμοί αποδεικνύουν ότι χώρες που δεν είναι στην Ε.Ε. και βρίσκονται σε οικονομικά και πολιτικά δυσχερέστερη θέση από τη δική μας, έχουν πολλαπλάσια ποσοστά εμβολιασμού από εμάς.

Δεν είναι ρεαλιστικό να εμβολιαστεί ο γενικός πληθυσμός σε ποσοστά ικανά να προκαλέσουν ανοσία στον ιό εντός του 2021. Είναι αντίθετα ρεαλιστικό να απεμπλακεί η Ελλάδα από τις συμφωνίες της Ε.Ε. για τα εμβόλια και να διαμορφώσει και στο υγειονομικό πεδίο μια πολυδιάστατη και ανεξάρτητη πολιτική. Είναι επίσης ρεαλιστικό να διεκδικηθεί όχι απλά η πρόσκαιρη εξαίρεση των εμβολίων για τον κορωνοϊό από τους περιορισμούς των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά η κατάργηση της πατέντας σε φάρμακα και εμβόλια. Είναι τέλος ρεαλιστικό και αναγκαίο να ανασυσταθεί η ελληνική φαρμακοβιομηχανία με εθνικοποίηση των δομών της, φέρνοντας το φάρμακο στην υπηρεσία του λαού.

Τόσο η πανδημία, όσο και το αίσχος που εξελίσσεται με τα εμβόλια και τον εμβολιασμό, δείχνουν την αναγκαιότητα ενός άλλου δρόμου για τους λαούς και τις εργαζόμενες τάξεις. Δείχνουν την παταγώδη χρεοκοπία της Ε.Ε. σε ένα ακόμα κορυφαίο για τους λαούς και τα κράτη ζήτημα. Δείχνουν πολύ περισσότερο ότι ο σημερινός κόσμος σαπίζει μέσα στο ξέφρενο κυνήγι και ακόμα και αν δεν έχει αναδειχθεί αντίπαλο δέος, ένας άλλος κόσμος είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίος.

Πώς μια ταινία αναπτέρωσε τον φασισμό στην Αμερική και βοήθησε στην εκλογή του Τραμπ

Το antapocrisis αναδημοσιεύει το παρακάτω άρθρο γιατί ανεξάρτητα από την εκτίμηση για την καλλιτεχνική και φιλοσοφική αξία μιας ταινίας, επιχειρεί να ερμηνεύσει την υλική βάση του Τραμπισμού πολύ ευρύτερα και μάλλον ουσιαστικότερα από την περιοριστική εικόνα του αμόρφωτου Αμερικανού του καθυστερημένου Νότου. Ως τέτοιο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εξηγεί το βάθος και την έκταση του φαινομένου καθώς και τις ρίζες του στο “τέλος της ιστορίας”.

Τι θα απαντούσατε στο ερώτημα για το ποια ταινία είχε την μεγαλύτερη επιρροή στον 21ο αιώνα μέχρι τώρα; Και μιλώ για πραγματική, απτή επιρροή. Επιρροή που βιώνουμε κάθε μέρα. Η ταινία στην οποία αναφέρομαι, κυκλοφόρησε το 1999. Αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα που κουράζεται από το κενό νόημα του κόσμου. Μιλώ φυσικά για το Fight Club.

Κατά το γράψιμο αυτού του άρθρου, το Fight Club κατατάσσεται στην 11η θέση στις αγαπημένες ταινίες όλων των εποχών στη λίστα του IMDB. Όταν κυκλοφόρησε, οι κριτικοί ήταν πολύ διχασμένοι και η ταινία απέτυχε να ενθουσιάσει το κοινό της. Από τότε όμως, έχει γίνει αντικείμενο λατρείας, κυρίως από νεαρούς λευκούς άντρες που αναζητούν σκοπό στη ζωή τους.

Για μένα, η ταινία έμοιαζε πάντα σαν φασιστικός ψευδο-πνευματισμός τυλιγμένος σε περιττή βία. Ο Ρότζερ Έμπερτ καταλάβαινε καλύτερα τη ματαιοδοξία της ταινίας, όταν έγραψε ότι το Fight Club είναι «ένας συναρπαστικός περίπατος μεταμφιεσμένος σε φιλοσοφία» και μία από τις «πιο ειλικρινείς και χαρούμενες φασιστικές ταινίες μεγάλων αστέρων». Οι υποστηρικτές της ταινίας ισχυρίζονται ότι είναι μια κριτική του φασισμού, του καταναλωτισμού και της τοξικής αρρενωπότητας. Λένε ότι ο Aφηγητής, σκοτώνοντας τον Τάιλερ, αποδεικνύει την ειρωνική του πρόθεση. Είναι ο τρόπος του να πει «ήταν απλώς μια φάρσα». Διαφωνώ εντελώς.

Το Fight Club δεν είναι κριτική. Είναι μια αδιάκοπη απολογία. Ο Aφηγητής, που σκοτώνει τον Τάιλερ, δεν απαλλάσσεται από αυτό που έχει κάνει. Δεν αποδεικνύει επίσης ότι έχει μάθει κάτι ή ότι έχει γίνει καλύτερο άτομο. Ενώ κάποιοι βλέπουν λύτρωση στη δολοφονία-αυτοκτονία, εγώ βλέπω αποδοχή. Ο Aφηγητής δεν χρειάζεται πια ένα alter ego. Έχει πλέον εσωτερικεύσει αυτό που αρχικά πρόβαλε στον Tyler. Η τελική σκηνή, στην οποία κοιτάζει ασταμάτητα και δίχως συναισθήματα να ξετυλίγεται η τρομοκρατική συνωμοσία, είναι περαιτέρω απόδειξη ότι έχει γίνει πλέον Tyler.

Αυτή η συζήτηση θα είχε μικρή σημασία εάν περιοριζόταν στη συζήτηση της καλλιτεχνικής και φιλοσοφικής αξίας μιας ταινίας. Ωστόσο, το ζήτημα είναι ότι το Fight Club και η «φιλοσοφία» που υποστηρίζει, έχουν φτάσει πολύ πέρα ​​από τα σαλόνια των κριτικών της ταινίας. Η ταινία συνέβαλε στην ψυχολογική μιζέρια μιας ολόκληρης γενιάς και αναζωογόνησα πολλές τοξικά και επικίνδυνα ρεύματα που τελικά οδήγησαν στην εναλλακτική ακραία δεξιά (alt-right) και εξέλεξαν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Για εκείνους που είναι αρκετά μεγάλοι για να θυμούνται, η δεκαετία του ’90 ήταν μια χαμένη δεκαετία που ορίστηκε από το παράξενο συναίσθημα ότι είχαμε φτάσει στο «τέλος της ιστορίας», αυτό που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν ιστορικό κενό. Ο 20ος αιώνας είχε τελειώσει τον Δεκέμβριο του 1991 με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Ο 21ος αιώνας ξεκίνησε την Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2001. Δέκα χρόνια έμειναν ξεκρέμαστα ανάμεσα σε δύο αιώνες, χάθηκαν ανάμεσα σε δύο χιλιετίες, περιπλανώμενα στο χρόνο.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κομπτ-Σπονβίλ, σε ένα δοκίμιο του 2004, υποστήριξε ότι η πτώση του κομμουνιστικού ανατολικού μπλοκ άφησε την καπιταλιστική Δύση χωρίς σαφή συνείδηση του εαυτού της. Από τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, εμείς στον «πρώτο κόσμο» ορίσαμε τον εαυτό μας βάζοντάς τον σε αντίθεση με τον δεύτερο και τον τρίτο κόσμο. Οι εθνικές μας επιστημολογίες και οι μεταφυσικές βασίστηκαν σε αντίθεση και σύγκριση με τους Άλλους. Όταν ο Μεγάλος Άλλος εξαφανίστηκε, δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε πια ποιοι είμαστε.

Ταινίες από τη δεκαετία του ’90 περικλείουν αυτό το αίσθημα απελπισίας, εγκατάλειψης, έλλειψης σκοπών. Μόνο το 1999 μας έδωσε το Matrix, το Office Space, το Fight Club, το American Beauty και το Eyes Wide Shut. Οι πρωταγωνιστές όλων αυτών των ταινιών είναι λευκοί άντρες που αισθάνονται ότι η ζωή τους (προσωπική, επαγγελματική, σεξουαλική) βρίσκεται σε αδιέξοδο και προσπαθούν να δημιουργήσουν νόημα σε ένα παράλογο κόσμο μέσα από την εξέγερση, τη βία και το σεξ.

Όταν τελικά ήρθε ο 21ος αιώνας, ξεκίνησε μέσα στη βία και στο χάος. Μας υποσχέθηκαν ιπτάμενα αυτοκίνητα και έναν καλύτερο, ειρηνικό κόσμο. Το μόνο που πήραμε ήταν συντριβή αεροπλάνων στους Δίδυμους Πύργους, φόβο και άνοδο του αυταρχισμού. Ως κοινωνία, χρειαζόμαστε έναν Μεγάλο Άλλο για να μας κάνει να νιώθουμε σαν να είμαστε εμείς οι καλοί. Τον βρήκαμε πολύ εύκολα. Οι ισλαμιστές έγιναν οι νέοι κομμουνιστές. Το μεγάλο χάσμα μετακινήθηκε από τις κοινωνικοοικονομικές πολιτικές σε μια πολύ πιο απλοϊκή διχοτόμηση ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς. Είμαστε Εμείς και απέναντι ο άξονας του Κακού. Ο Ντικ Τσένι χαρακτήρισε τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας ως «υπαρξιακή σύγκρουση».

Η μελαγχολία της δεκαετίας του ’90 μετατράπηκε σε υπαρξιακό φόβο κατά τη δεκαετία του 2000. Με την αρρενωπότητα και τις παραδοσιακές δυτικές αξίες να δέχονται επίθεση, τα χειρότερα πνευματικά κινήματα επανεμφανίστηκαν σε ένα εξαιρετικά εύφορο έδαφος, ενισχυμένα από νέα παγκόσμια εργαλεία επικοινωνίας: το Διαδίκτυο και, σύντομα, τα κοινωνικά δίκτυα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όλες αυτές οι κινήσεις θα βρίσκουν στο Fight Club, την τέλεια έκφραση των βασικών αρχών τους. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άνθρωποι που προσηλυτίστηκαν σε αυτά τα ρεύματα, θα λατρέψουν αυτήν την ταινία και θα την κρατήσουν ως Ευαγγέλιο.

Το Fight Club δοξάζει τον ανδρισμό, τον μηδενισμό, την έλλειψη πίστης και τον φασισμό. Εξυψώνει τον λευκό νεαρό άνδρα που βρίσκει νόημα στην επιβολή της ανδρικότητάς του, μεταχειρίζεται τις γυναίκες σαν θηράματα προς κυνήγι, απορρίπτοντας κοινωνικούς κανόνες, αρνούμενος τις παραδοσιακές αξίες, φλερτάροντας με το μηδέν.

Είναι συναρπαστικό να βλέπουμε πώς το Fight Club έχει γίνει μια φιλοσοφική αναφορά και, σε κάποιο βαθμό, μια εξιδανικευμένη εκδοχή της ζωής, για τους ακτιβιστές των δικαιωμάτων των ανδρών, για όσους θεωρούν ότι το σεξ με τις γυναίκες είναι αποτέλεσμα επιστημονικού σχεδιασμού (pick-up artists), για όσους δεν βρίσκουν γυναίκα παρόλο που το επιδιώκουν (incels), για τους νέους άθεϊστές, για τις ομάδες πολιτοφυλακών όπως το Fraternal Order of Alt-Knights ή τους Proud Boys, για τον Steve Bannon και το Breitbart, και για μισογυνιστές όπως ο Jordan Peterson.

Όλες αυτές οι ομάδες και οι άνθρωποι ζουν σε έναν κόσμο όπου οι λευκοί άντρες είναι καταπιεσμένοι:

Από τις γυναίκες που τους αρνούνται το σεξ που τάχα τους οφείλουν, αναγκάζοντάς τους να μην έχουν σεξουαλική ζωή, παρά το ότι την επιδιώκουν.

Από κάποιον άλλο άνδρα που επιτυγχάνει σεξουαλικά με τις γυναίκες, κλέβοντάς τες από τους «καλούς» στους οποίους υποτίθεται ότι ανήκουν οι ίδιοι.

Από την κοινότητα LGBTQ+, από ακτιβιστές κοινωνικών δικαιωμάτων, και από αυτό που αποκαλούν «ιδεολογία της αφύπνισης», σύμφωνα με την οποία όλοι οι άλλοι συνωμοτούν για να μειώσουν τα δικαιώματα των λευκών ανδρών για να αυξήσουν τα δικά τους.

Από αλλοδαπούς φυσικά, στη διαδικασία που αποκαλούν Μεγάλη Αντικατάσταση.

Και, φυσικά, όλες αυτές οι ομάδες έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό που είναι τώρα γνωστό ως alt-right (Εναλλακτική Δεξιά). Αρτίστες του σεξουαλικού πεσίματος, νέοι αθεϊστές, σκεπτικιστές, ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ανδρών, αποτελούν πλέον τον πυρήνα αυτής της νέας ακροδεξιάς, φασιστικής ιδεολογίας της οποίας ηγέτης είναι ο Ντόναλντ Τραμπ και Βίβλος είναι το Fight Club.

Με πολλούς τρόπους, ο Τραμπ προσωποποιεί όλα αυτά που εκτιμούν αυτοί οι άντρες στον Τάιλερ του Fight Club. Ο Τραμπ είναι απροκάλυπτα μισογύνης, αγκαλιάζει με υπερηφάνεια τις απόψεις της Λευκής Ανωτερότητας, είναι εντελώς ρατσιστής, δεν δείχνει σεβασμό στις κλασικές αξίες ή στο πρωτόκολλο, είναι ομοφοβικός που επαινεί την τοξική αρρενωπότητα. Είναι ανοιχτά αυτό που ελπίζουν οι ίδιοι να είναι κρυφά.

Το Fight Club βοήθησε στη γέννηση μιας νέας φυλής φασισμού στην Αμερική. Αποκρυσταλλώνει τον φόβο των νέων λευκών αντρών και τους έδωσε έναν χάρτη πορείας για να βρουν νόημα στην λύπηση προς τον εαυτό τους και στο μίσος προς τους άλλους. Μας έδωσε την ακροδεξιά και τον Ντόναλντ Τραμπ.

Το Fight Club είναι πιθανώς η πιο καταστροφική ταινία που έγινε ποτέ.

Πηγή: Medium

Μετάφραση: antapocrisis