Άρθρα

Ο Ζούκερμπεργκ θέλει να κερδοσκοπήσει από όλη σας την ύπαρξη

Συνδέεστε και μαζεύεστε σε ένα ψηφιακό μπαρ για να ακούσετε το αφεντικό σας να λέει αστεία. Παράλληλα, ένα μεσιτικό γραφείο πουλά υπερτιμημένα ακίνητα σε ένα ψηφιακό Λονδίνο, και οι gamers συναγωνίζονται για «μη ανταλλάξιμες μάρκες» (non-fungible tokens – NFTs). Καλώς ήρθατε στο «Σύμπαν του Ζούκερμπεργκ» — ένα μέρος το οποίο κανείς δε ζήτησε, αλλά στο οποίο μπορεί σύντομα όλοι μας να περνάμε πολύ χρόνο.

Την Πέμπτη η εταιρεία Facebook άλλαξε το όνομά της σε Meta, τμήμα μιας ευρύτερης στροφής στο αποκαλούμενο «μετασύμπαν» (metaverse) — ένα δίκτυο αλληλοσυνδεδεμένων εμπειριών μερικώς προσβάσιμων μέσω συσκευών εικονικής (VR) και ενισχυμένης πραγματικότητας (AR). Με τα λόγια του ίδιου του Ζούκερμπεργκ, «μπορείτε να φανταστείτε το metaverse ως ένα ενσωματωμένο διαδίκτυο, όπου αντί απλά να βλέπετε περιεχόμενο, είστε μέσα του». Τα πιο αναγνωρίσιμα παραδείγματα είναι οι εικονικές συναντήσεις γραφείου με γυαλιά VR, το να παίζει κανείς παιχνίδια σε ένα εκτεταμένο διαδικτυακό σύμπαν, και η πρόσβαση σε ένα ψηφιακό επίπεδο τοποθετημένο πάνω στον πραγματικό κόσμο μέσω AR.

Ως ιδιοκτήτης των Facebook, Instagram, WhatsApp και της εταιρείας εικονικής πραγματικότητας Oculus, η μητρική εταιρεία που πλέον ονομάζεται Meta σχεδιάζει να δημιουργήσει έναν διασυνδεδεμένο κόσμο στον οποίο η εργασία, η ζωή και ο ελεύθερος χρόνος μας λαμβάνουν χώρα στις δικές της υποδομές — δημιουργώντας έσοδα από κάθε πτυχή των ζωών μας. Προς ώρας, αυτό είναι μονάχα αντικείμενο φαντασίας. Όμως είναι η φαντασία ενός από τους ισχυρότερους ανθρώπους στον κόσμο — και γι’ αυτόν τον λόγο, αξίζει την προσοχή μας.

Σε μία έκθεσή του, ο επενδυτής κεφαλαίου Μάθιου Μπολ γράφει, «το Metaverse θα είναι ένα μέρος όπου θα επενδύονται και θα χτίζονται σωστές αυτοκρατορίες και όπου αυτές οι πλούσια κεφαλαιοποιημένες επιχειρήσεις θα μπορούν να έχουν πλήρως υπό την ιδιοκτησία τους έναν πελάτη, να ελέγχουν τη Διασύνδεση Προγραμματισμού Εφαρμογών και τα δεδομένα, τα οικονομικά στοιχεία κλπ.». Κάτι που ακούγεται λίγο ανατριχιαστικό…

Η Meta ελπίζει πως, φτιάχνοντας ντόρο γύρω από το σχέδιο της, θα ενθαρρυνθούν κι άλλοι να την ακολουθήσουν στη δημιουργία του. Είναι σαν να χτίζεις ένα ταχυδρομείο κι ένα μαγαζί και να το αποκαλείς «πόλη». Η ελπίδα είναι να δεχτούν αρκετές εταιρείες να συμμετάσχουν στο σχέδιο ώστε, σύντομα, να το χρησιμοποιούμε όλοι — είτε μας αρέσει είτε όχι.

Headsets για όλους

Το metaverse δεν είναι μπλόφα. Θα ήταν λάθος να το δει κανείς ως απλά ένα κόλπο για να διασπαστεί η προσοχή από τον ορυμαγδό κρίσεων που αντιμετωπίζει η εταιρεία. Ούτε είναι απλά μια μετονομασία για να πάρει η εταιρεία ένα «βαψιματάκι», όπως έκανε η Philip Morris το 2003 μετονομαζόμενη σε Altria Group.

Η εταιρεία του Ζούκερμπεργκ έχει επενδύσει μεγάλα ποσά στον εξοπλισμό VR, και επιθυμεί να γίνει ο κυρίαρχος παίκτης στην αγορά headsets (συστήματα ακουστικών και γυαλιών εικονικής πραγματικότητας). Στοιχηματίζει πως η γραμμή της με VR ακουστικά και AR γυαλιά θα είναι εν τέλει τόσο πανταχού παρούσα όσο τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα. Υπάρχουν εκτιμήσεις πως η εταιρεία έχει ήδη πουλήσει πέντε με έξι εκατομμύρια VR headsets, στην τιμή των 300 δολαρίων, δηλαδή συνολικά γύρω στα δύο δισ. δολάρια. Αλλά δεν βγάζει ακόμα χρήματα από αυτό το κομμάτι. Υπολογίζεται πως με περίπου δέκα χιλιάδες άτομα να εργάζονται πάνω στις συσκευές VR, η εταιρεία χάνει μεταξύ 5,4 και 6,4 δισ. δολαρίων σε λειτουργικά έξοδα.

Υπάρχει πραγματικό ρίσκο όλο αυτό να αποτύχει. Οι καταναλωτές άργησαν να υιοθετήσουν την τεχνολογία VR και, σε μερικα΄ χρόνια, μπορεί να είναι μόνο ο Ζούκερμπεργκ, ο επικεφαλής επικοινωνίας του Facebook Νικ Κλεγκ, και η Γενική Διευθύντρια Σέριλ Σάντμπεργκ που θα συναντιούνται σε ένα κατά τα άλλα άδειο metaverse. Όμως η Goldman Sachs έχει προβλέψει πως η βιομηχανία VR & AR θα μπορούσε να φτάσει σε αξία τα 80 δισ. δολάρια ανά έτος το 2025, με σωρευτικό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 40 με 80 τοις εκατό. Σύμφωνα με τέτοιες εκτιμήσεις, το metaverse θα είναι κάτι παραπάνω από μια ανούσια άσκηση δημοσίων σχέσεων για να πουληθούν περισσότερα γυαλιά.

Η ζωή σου ως υπηρεσία

Οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η δουλειά μας, η κοινωνική μας ζωή και η διασκέδασή μας αυξανόμενα λαμβάνουν χώρα σε ψηφιακά πλαίσια, έτοιμα για τη δημιουργία εσόδων. Η υποκείμενη ιδέα του metaverse είναι να επεκτείνει τον ορίζοντα της απαλλοτρίωσης της ανθρώπινης σε ζωής σε κάθε πτυχή της ύπαρξής μας. Η Meta θέλει να επεκτείνει την εμβέλειά της από ένα απλό μέσο κοινωνικής δικτύωσης, και να γίνει η ψηφιακή υποδομή της καθημερινής μας ζωής.

Το 2005, ο Ζούκερμπεργκ φαντάστηκε το Facebook ως έναν «διαδικτυακό κατάλογο» που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για «να ψάξεις ανθρώπους και να βρεις πληροφορίες για αυτούς». Το Facebook ήταν ουσιαστικά μία βάση δεδομένων για ανθρώπους, στην οποία μπορούσε κανείς να βρει πληροφορίες. Αλλά η εταιρεία έχει επίσης δηλώσει μια κοινωνική αποστολή, που υποτίθεται πως έχει να κάνει με τη διαφάνεια: ο Ζούκερμπεργκ περιέγραψε πώς «όλη η πρόσθετη πρόσβαση σε πληροφορίες και κοινή χρήση αναπόφευκτα θα δημιουργούσε αλλαγές στον “μεγάλο κόσμο”».

Κατά τα επόμενα χρόνια, το Facebook δεν παρουσιαζόταν πλέον ως ένα ψηφιακό εργαλείο, αλλά ως ένας τρόπος για τους ανθρώπους να συνδε΄ονται, να μοιράζονται εμπειρίες, και συναντώνται. Έπειτα από τις πολιτικές αναταράξεις του 2016, ο Ζούκερμπεργκ άρχισε να μιλά για το Facebook με όρους εποχής, ως παροχή της παγκόσμιας υποδομής επικοινωνίας για μια κοσμοϊστορική διαδικασία: «Αυτή είναι η μάχη του καιρού μας. Οι δυνάμεις της ελευθερίας, της διαφάνειας και της παγκόσμιας κοινότητας ενάντια στις δυνάμεις του αυταρχισμού, του απομονωτισμού και του εθνικισμού».

Στις 27 Ιουνίου 2017, στο πρώτο Συνέδριο Κοινοτήτων του Facebook, ο Ζούκερμπεργκ ανακοίνωσε μια αλλαγή στη «δήλωση αποστολής» του Facebook: από τη σύνδεση ανθρώπων στη δημιουργία μια παγκόσμιας κοινότητας. Η στροφή του προς το metaverse είναι το επόμενο λογικό βήμα σε αυτό το σχέδιο. Τότε, ο Ζούκερμπεργκ μίλησε για την παροχή ψηφιακής υποδομής για την κοινωνική ζωή του 21ου αιώνα μέσω των ομάδων του Facebook. Αυτή τη φορά, η Meta θέλει ένα προβάδισμα έναντι των αντιπάλων της στην ιδιοκτησία της επόμενης γενιάς υποδομών του ενσωματωμένου ίντερνετ.

Ο τελικός στόχος για τη Meta είναι να μην είναι πλέον μια υπηρεσία που χρησιμοποιείτε, αλλά αντίθετα, η υποδομή πάνω στην οποία ζείτε.

Η Meta ανήκει στη βιομηχανία της κατασκευής κόσμων

Σαν το νερό για το ψάρι, η Meta θέλει να γίνει το ανεπαίσθητο μέσο που διαποτίζει ολόκληρη την ύπαρξή μας. Δεν θα είναι πλέον μία επιλογή που κάνετε, αλλά ο χώρος μέσα στον οποίο οι επιλογές σας είναι διαθέσιμες. Με άλλα λόγια, δεν είναι η εταιρεία που σπονσοράρει την εκδήλωση, αλλά το στάδιο στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα. Η ιδέα είναι πως η Meta θα γίνει η εταιρεία που θα είναι υπεύθυνη για ένα ακμάζον οικοσύστημα διασυνδεδεμένων προϊόντων και υπηρεσιών, όλες τους ανεπαίσθητα ενσωματωμένες σε έναν υβριδικό κόσμο που θα μπορεί χωρίς κόπο να εξάγει κέρδος σε κάθε σημείο του συστήματος.

Θα μπορείτε να παίξετε παιχνίδια, να κατεβάσετε περιεχόμενο και να εγγραφείτε σε υπηρεσίες, και όλα θα αφαιρούνται αυτόματα από τον λογαριασμό σας. Τραπεζικά και επενδυτικά προϊόντα θα είναι ενσωματωμένα στον κόσμο του metaverse ώστε ένα τμήμα του μισθού σας να μεταφέρεται αυτόματα στο νόμισμα αυτού του κόσμου.

Πολλές εταιρείες θα διαγωνίζονται για μια φέτα από αυτόν τον κόσμο, αλλά θα υπάρχει και ένα ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο για κάθετα και οριζόντια μονοπώλια. Οι εταιρείες θα βάζουν φραγμούς στις διαλειτουργικές υπηρεσίες — και θα είναι πιο βολικό για τους πελάτες να παραμένουν σε έναν περιφραγμένο κήπο όπου τα πάντα θα είναι μεταφερόμενα και συνδεδεμένα.

Η ιδέα πως οι πλατφόρμες είναι ουδέτεροι μεσάζοντες που διευκολύνουν τις συναλλαγές ήταν πάντοτε παραπλανητική. Όμως τώρα ακόμα κι αυτή προσποίηση θα είναι παρελθόν, καθώς οι εταιρείες του metaverse θα παίζουν έναν πιο ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό της ψηφιακής αρχιτεκτονικής ψηφιακών κόσμων. Ακόμα κι οι σημερινές ψηφιακές πλατφόρμες είναι πολύπλοκα κοινωνικά και οικονομικά περιβάλλοντα που έχουν αναπτυχθεί μέσω δεκαετιών έρευνας στην κοινωνική ψυχολογία. Αλλά σε αυτούς τους νέους κόσμους, οι βαρόνοι της τεχνολογίας θα θεσπίσουν τους κανόνες και θα δημιουργήσουν τεράστια συστήματα που θα ωθούν τους χρήστες σε συμπεριφορά κερδοφόρα για την εταιρεία.

Μετασυμπαντικός Καπιταλισμός

Οι πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις στον ψηφιακό καπιταλισμό ήταν επί της ουσίας διαφημιστικές εταιρείες. Η Apple κατάφερε να ξεφύγει πουλώντας υψηλής ποιότητας καταναλωτικά προϊόντα. Όμως το επιχειρηματικό μοντέλο εποπτικού καπιταλισμού της Google και της Facebook προσπάθησε να προσφέρει στους ανθρώπους δωρεάν υπηρεσίες, με αντάλλαγμα τα δεδομένα τους, τα οποία έπειτα θα αναλύονταν και θα πωλούνταν.

Ο μετασυμπαντικός καπιταλισμός θα δει τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας να στρέφονται περισσότερο προς τον εξοπλισμό και τις υποδομές, καθώς η ιδιοκτησία του πλαισίου εντός του οποίου μπορούν να προσφερθούν υπηρεσίες θα γίνεται ολοένα πιο προσοδοφόρα. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη συλλογή δεδομένων, αλλά με την ιδιοκτησία των σέρβερ και των ψηφιακών κόσμων. Έχουμε ήδη δει την Big Tech να ξεκινά να ξοδεύει μεγάλα ποσά για υποθαλάσσια καλώδια ίντερνετ και κέντρα δεδομένων ώστε να μειωθεί το κόστος μεταφοράς δεδομένων. Η Alphabet (μητρική της Google) και η Amazon έχουν ξοδέψει κοντά στα 100 δισ. δολάρια η καθεμιά, επενδύοντας σε υποδομές και άλλα περιουσιακά στοιχεία σταθερής αξίας. Όλο και περισσότερο, η ιδέα των εταιρειών τεχνολογίας ως λιτών επιχειρηματικών μοντέλων που ακολουθούν στα βήματα της Nike και άλλων εταιρειών εξωτερικής ανάθεσης, γίνεται παρωχημένη.

Μια δεύτερη θεμελιώδης αλλαγή είναι η διαφοροποίηση των πηγών εσόδων και η αποκέντρωση του ρόλου των δεδομένων και της διαφήμισης. Στο πρώτο τρίμηνο του 2021, το 97,2% των συνολικών εσόδων του Facebook δημιουργήθηκε μέσω της διαφήμισης. Το metaverse παρέχει μια ευρύτερη γκάμα ροών εσόδων, από τον εξοπλισμό στον οποίο λειτουργεί μέχρι τα παιχνίδια, τις υπηρεσίες και το περιεχόμενο εντός του. Η Meta μπορεί να ξεκινήσει να προσφέρει περιεχόμενο που βασίζεται σε συνδρομές· μπορεί να πουλήσει ψηφιακή περιουσία κι εμπειρίες· και μπορεί να χρεώνει άλλες εταιρείες για πρόσβαση στον κόσμο της. Η διοχέτευση δεδομένων προς διαφήμιση θα συνεχίσει να υπάρχει, αλλά θα είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων.

Οι εταιρείες που πρόσφεραν μία και μοναδική υπηρεσία, θα είναι τώρα πιο πιθανό να επεκταθούν στην προσφορά ενός φάσματος υπηρεσιών σε έναν συνδεδεμένο κόσμο. Το πώς θα κατανεμηθεί το metaverse μεταξύ των ανταγωνιστικών εταιρειών τεχνολογίας μένει να φανεί. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως η Meta θα είναι πρόθυμη να αφήσει τους ανταγωνιστές της να στήσουν μαγαζάκι στο δικό της κομμάτι μετασύμπαντος ή να ανταγωνιστεί μαζί τους επί ίσοις όροις.

Οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνολογία VR & AR θα δημιουργήσουν επίσης μία μεγαλύτερη ανάγκη για επισφαλείς και κακοπληρωμένους «μικρο-εργάτες» για την εκπαίδευση αλγορίθμων. Η μηχανή του metaverse θα είναι ο απτός και πολύ αληθινός κόσμος της εκμεταλλευτικής εργασίας — κυρίως εργαζομένων στον Παγκόσμιο Νότο. Όπως υποστήριξε πρόσφατα ο Φιλ Τζόουνς στο «Εργασία Χωρίς τον Εργάτη», το «κρυμμένο σπίτι του αυτοματισμού» είναι στην πραγματικότητα «ένα παγκόσμια διασκορπισμένο σύμπλεγμα προσφύγων, κατοίκων παραγκουπόλεων, και θυμάτων κατοχής, αναγκασμένων μέσω της εξαθλίωσης, ή αλλιώς του νόμου, να τροφοδοτούν τη μηχανική μάθηση εταιρειών όπως η Google, η Facebook και η Amazon».

Εταιρική Υπερβολή

Θα χτιστεί το metaverse με υπευθυνότητα; Φυσικά όχι. Αντίθετα, θα χτιστεί με οποιονδήποτε τρόπο φαντάζει πιο προσοδοφόρος στη Meta. Όποια προβλήματα προκύψουν θα αντιμετωπιστούν ως ζητήματα Δημοσίων Σχέσεων, καθώς η εταιρεία θα βγάζει χρήματα σε ρυθμό ρεκόρ. Ποιος νοιάζεται για τις χειραψίες των πολιτικών όταν έχεις στην ιδιοκτησία σου όχι μόνο τις ψηφιακές υποδομές αυτού του κόσμου αλλά ολόκληρο το μετασύμπαν;

Το «metaverse» του Ζούκερμπεργκ είναι ένας κόσμος στον οποίο οι χρήστες κινούνται ανεπαίσθητα από το ένα εταιρικό περιβάλλον στο άλλο. Ο ιδρυτής του Facebook έχει διαβεβαιώσει το κοινό πως το τελευταίο του καλαμπούρι θα χτιστεί υπεύθυνα και σε συνεργασία με άλλους. Όμως υπό τη χιονοστιβάδα αποδείξεων για αδικήματα που αποκαλύφθηκε από τη Φράνσις Χάουγκεν, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως ακόμα και οι πιο κοντινοί σύμμαχοι του Ζούκερμπεργκ εμπιστεύονται αυτό το αφήγημα.

Πηγή: Jacobin

Αναδημοσίευση από info-war.gr

Μετάφραση – επιμέλεια Ανδρέας Κοσιάρης

Για την υστερία γύρω από τα κρυπτονομίσματα

Οι ηλεκτρονικές πληρωμές ωφελούν μέχρι στιγμής αποκλειστικά τους κερδοσκόπους. Το ψηφιακό χρήμα όμως θα μπορούσε να υπονομεύσει την κυριαρχία τουυ δολαρίου.

Το παλαιότερο ψηφιακό νόμισμα στον κόσμο, το Bitcoin, είναι πλεόν πάνω από δέκα ετών. Ωστόσο, το ηλεκτρονικό χρήμα υπήρξε πάντα ένα εξειδικευμένο προϊόν και η συζήτηση γι’ αυτό αφορούσε κατά βάση τους ειδικούς. Με τις τεράστιες διακυμάνσεις των τιμών το 2017 προσέλκυσε την ευρύτερη προσοχή του κοινού – ειδικά μεταξύ των κερδοσκόπων. Σχεδόν κανείς δεν ήθελε να πληρώσει με αυτό μέχρι τώρα. Το κανονιστικό του πλαίσιο είναι υπερβολικά σαθρό και η συναλλαγματική του ισοτιμία ιδιαίτερα ασταθής.

Όμως τώρα με τον κορονοϊό, η ψηφιοποίηση γενικά και το ψηφιακό χρήμα πιο συγκεκριμένα λαμβάνουν μια απροσδόκητη ώθηση: η ανέπαφη πληρωμή είναι ασφαλέστερη μπροστά στον κίνδυνο της μόλυνσης. Η ανάπτυξη των διαδικτυακών συναλλαγών συμβάλει επιπρόσθετα. Ταυτόχρονα, τα μετρητά γίνονται λιγότερο σημαντικά. Σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, ειδικά στη Σουηδία, υπάρχουν περιοχές όπου δεν υπάρχουν πλέον ΑΤΜ πουθενά. Στη νότια Ευρώπη, η εισαγωγή μεθόδων πληρωμής χωρίς μετρητά αποτελούσαν πάντα μέρος των προγραμμάτων της τρόικας, τα οποία συνδέονταν με την έγκριση χρηματοδοτικής βοήθειας μετά την κρίση του ευρώ. Προωθείται επίσης τακτικά η κατάργηση των κερμάτων μικρότερης αξίας. Αλλά εάν τα μετρητά οδηγήσουν τελικά σε μεγάλο βαθμό στο ψηφιακό χρήμα, αυτό δεν θα ήταν απλώς μια ουδέτερη μετάβαση από ένα ντεμοντέ σε ένα σύγχρονο μέσο πληρωμής. Ο έλεγχος των νομισμάτων και των συστημάτων πληρωμών σημαίνει ισχύ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κράτη και μεγάλες εταιρείες ηλεκτρονικών δεδομένων ανταγωνίζονται για ηγετικές θέσεις στις νέες αγορές χρήματος. Ακόμα και στην ΕΕ τίθεται πλέον το ζήτημα της έκδοσης ενός ηλεκτρονικού ευρώ.

Το προβάδισμα της Κίνας

Το θέμα τέθηκε στην ημερήσια διάταξη από τη νέα επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Christine Lagarde. Ενώ ο προκάτοχός της Mario Draghi είπε στο κοινοβούλιο της ΕΕ το καλοκαίρι του 2018 ότι δεν υπήρχε στο πρόγραμμα η έκδοση ενός ψηφιακού υποκατάστατου μετρητών, η Lagarde ζήτησε από την κεντρική τράπεζα να ασχοληθεί με το ζήτημα. Μια ομάδα εργασίας εργάζεται τώρα πάνω σε μια ιδέα για την εισαγωγή ενός ηλεκτρονικού νομίσματος για τη ζώνη του ευρώ. Σε μια διάσκεψη υψηλού επιπέδου τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, ο ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομικών Olaf Scholz (Σοσιαλδημοκράτες) ζήτησε επίσης «πρόοδο» στις ευρωπαϊκές προσπάθειες και «γρήγορες αποφάσεις». Η ξαφνική βιασύνη των οικονομικών επιτελείων και των κεντρικών τραπεζιτών στη ζώνη του ευρώ πιθανότατα οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο προβάδισμα της Κίνας. Το κρατικό ψηφιακό χρήμα κυκλοφορεί ήδη εκεί, αν και μέχρι στιγμής μόνο σε τοπικό επίπεδο ως μέρος ενός πιλοτικού έργου. Ωστόσο, εάν το Πεκίνο καταφέρει να εδραιωθεί διεθνώς στην αγορά ψηφιακού χρήματος, αυτό θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη στον οικονομικό πόλεμο με τις ΗΠΑ που ξεκίνησε η Ουάσιγκτον το 2019. Ένα ψηφιακό νόμισμα που ελέγχεται από την Κίνα θα δυσκόλευε τις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την κυριαρχία του δολαρίου για την επιβολή των γεωπολιτικών και οικονομικών τους συμφερόντων. Η ΕΕ είχε επίσης αισθανθεί τις επιπτώσεις της κυριαρχίας του δολαρίου αρκετές φορές στην πρόσφατη ιστορία της, για παράδειγμα στις ανεπιτυχείς προσπάθειες διατήρησης των συναλλαγών της με το Ιράν παρά τις κυρώσεις των ΗΠΑ. Αυτές οι εμπειρίες θα πρέπει επίσης να ωθήσουν τις Βρυξέλλες να αναμιχθούν στην παγκόσμια υστερία σχετικά με τα κρυπτονομίσματα.

Facebook και συναφή

Οι ΗΠΑ, με τη σειρά τους, προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους για τη νομισματική ηγεμονία τους με τον  να προσπαθούν να θέσουν όσο γίνεται το νόμισμα του Facebook, το οποίο μετονομάστηκε το φθινόπωρο από Libra σε Diem, υπό κυβερνητικό έλεγχο. Σε τελική ανάλυση, είναι το ψηφιακό νόμισμα που σήμερα έχει τη μεγαλύτερη δυνατότητα να λάβει σύντομα δεσπόζουσα θέση στην παγκόσμια αγορά. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει αποδείξει πολλές φορές ότι έχει τη δύναμη να θέσει υπό έλεγχο τις μεγάλες εταιρείες, εφόσον το απαιτούν τα εθνικά της συμφέροντα. Οι τελευταίες αποφάσεις σχετικά με το προσωπικό των ιδρυμάτων Libra και Diem δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον θα πετύχει και αυτήν τη φορά. Για παράδειγμα, το σημερινό αφεντικό του Diem, Stuart Levey, ήταν Υπουργός Εξωτερικών στο Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ μέχρι τον Μάιο του 2020. Τον Απρίλιο, υποβλήθηκε αίτηση για έγκριση ως μέσο πληρωμής στην Ελβετία. Το νόμισμα πρόκειται να κυκλοφορήσει το 2021.

Δεν υπάρχει ακόμη συναίνεση στην ΕΕ σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης αυτής της εξέλιξης. Τον Σεπτέμβριο έγινε γνωστό ότι η Επιτροπή σχεδιάζει να αναπτύξει ένα κανονιστικό πλαίσιο για τα ιδιωτικά ψηφιακά νομίσματα έως το 2024. Ταυτόχρονα, ωστόσο, πέντε κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και της Γαλλίας, έθεσαν σε εφαρμογή την απαγόρευση των ιδιωτικών κρυπτονομισμάτων. Ο Scholz τόνισε ότι έπρεπε να διασφαλιστεί η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σύμφωνα με τον Γάλλο ομόλογό του, Bruno Le Maire, μόνο η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για την έκδοση νομισμάτων. Αυτή η αρχή δεν πρέπει να υπονομευθεί.

Πράγματι, εάν μεγάλες εταιρείες δεδομένων – δεν αγωνίζεται μόνο το Facebook για μια καλή θέση στην αγορά ηλεκτρονικού χρήματος – επιτύχει να δημιουργήσει τα δικά του μέσα πληρωμής σε ανταγωνισμό με τα κρατικά νομίσματα, το ήδη τεράστιο δυναμικό τους θα συνεχίσει να επεκτείνεται. Θα μπορούσαν να παρακολουθούν και να ελέγχουν κάθε συναλλαγή πληρωμής των πελατών τους, να ανταλλάσσουν δεδομένα, να χειραγωγούν την αξία του νομίσματός τους και να αποφεύγουν τους κυβερνητικούς κανονισμούς.

Πηγή: JungeWelt

Μετάφραση: antapocrisis

Η ελευθερία της έκφρασης και του διαδικτύου στο χειρουργικό τραπέζι του Ευρωκοινοβουλίου

Μπορεί το παρόν Ευρωκοινοβούλιο να πρόκειται να διαλυθεί σε μόλις δύο μήνες, όμως την προσεχή εβδομάδα οι ευρωβουλευτές θα κληθούν να ψηφίσουν μία οδηγία που θα αλλάξει για πάντα το διαδίκτυο, γράφοντας το πιο μαύρο κεφάλαιο στην ιστορία του ίντερνετ. Η οδηγία για τα πνευματικά δικαιώματα, και ειδικά δύο συγκεκριμένα άρθρα της, θα καταστήσουν τις μεγαλύτερες εταιρείες και δημοσιογραφικούς οργανισμούς δυνάστες της ελεύθερης έκφρασης στο διαδίκτυο, στρώνοντας το έδαφος για μία πολύ ευρωπαϊκή, κοινοτική επιβολή λογοκρισίας, για να περάσουν από επάνω τα οχήματα των πλέον ισχυρών του πλανήτη. Αλλά δεν έχουν τελειώσει όλα.

Στις αρχές της δεκαετίας, ειδήσεις για την προώθηση του ελέγχου του περιεχομένου του διαδικτύου με νομοθεσίες όπως η SOPA και η PIPA από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού συγκλόνισαν την ευρωπαϊκή μπλογκόσφαιρα. Λίγα χρόνια αργότερα, η ACTA, με τις υπογραφές πλήθους χωρών, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβανομένων, ενεργοποιούσε τα αντανακλαστικά των Ευρωπαίων πολιτών, οδηγώντας στη ματαίωσή της.

Σήμερα, μετά από δύο ψηφοφορίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2018, τον περσινό Σεπτέμβριο εγκρίθηκε ένα συμβιβαστικό κείμενο για την «Οδηγία για την Πνευματική Ιδιοκτησία», το οποίο έλαβε και την έγκριση της Κομισιόν στα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου. Την Τρίτη, 26 Μαρτίου, θα εισαχθεί στην ολομέλεια του ευρωκοινοβουλίου για να λάβει την ψήφο των ευρωβουλευτών. Εάν εγκριθεί, εντός των επόμενων 24 μηνών θα πρέπει να έχει υιοθετηθεί στις νομοθεσίες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πριν δούμε αναλυτικά «τι το κακό έχει» μία ευρωπαϊκή οδηγία που θα βγάλει στους δρόμους τον κόσμο σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις το προσεχές Σάββατο, να πούμε κάτι που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Παρότι η εν λόγω οδηγία συνάντησε μέχρι σήμερα σθεναρές αντιδράσεις από πλήθος μικρών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων τεχνολογίας, κολοσσών της ευρωπαϊκής βιομηχανίας της ψυχαγωγίας, ομάδων καλλιτεχνών, τεχνικών εμπειρογνωμώνων και εμπειρογνωμόνων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από τον τρίλογο, τη συζήτηση μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προέκυψε η χειρότερη εκδοχή των προτάσεων αυτών.

Στην εκδοχή αυτή, όπως και στις προηγούμενες, δεσπόζουν δύο άρθρα που αποσυναρμολογούν το διαδίκτυο όπως το γνωρίζαμε, περιορίζοντας σημαντικά θεμελιώδη δικαιώματα όπως το κράτος δικαίου και η δικαιοσύνη, ενισχύουν τους ισχυρούς και δημιουργώντας νομικό χάος. Η αλλαγή της τελευταίας στιγμής στην αρίθμηση των άρθρων, μπορεί να μετέτρεψε το άρθρο 11 σε άρθρο 15  και το άρθρο 13 σε άρθρο 17, αλλά συνεχίζει να στοχεύει ευθέως στην ελευθερία και την ουδετερότητα του διαδικτύου.

Φίλτρα στην ελεύθερη έκφραση

Το άρθρο 17 λοιπόν καθιστά τους παρόχους περιεχομένου υπεύθυνους για το περιεχόμενο που ανεβάζει κάποιος χρήστης, παραδίδοντάς τους την ευθύνη να αστυνομεύουν τις αναρτήσεις περιεχομένου και να παρεμβαίνουν «όταν πρέπει».

Σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 17, κάθε διαδικτυακή κοινότητα, πλατφόρμα ή υπηρεσία που υπάρχει για παραπάνω από τρία χρόνια ή έχει έσοδα περισσότερα από 10.000.000 ευρώ ανά έτος, υποχρεούται να διασφαλίζει πως κανένας χρήστης δεν θα δημοσιεύει τίποτα που να παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα, έστω και στιγμιαία. Με απλά λόγια, η οδηγία προβλέπει πως εάν κάποιος χρησιμοποιεί το περιεχόμενο κάποιου άλλου χωρίς την άδειά του και κερδοσκοπεί σε βάρος του, δεν ελέγχεται εκείνος αλλά η ευθύνη πέφτει στην πλατφόρμα που τον φιλοξενεί. Σε περίπτωση δε που δεν φιλτράρει «αποτελεσματικά», η νομική ευθύνη βαραίνει την πλατφόρμα. Σαν να καθίσταται υπεύθυνη μία τηλεφωνική εταιρεία για ένα έγκλημα που σχεδιάζεται κατά τη διάρκεια ενός τηλεφωνήματος πελάτη της.

Για να καταλάβουμε -αρχικά- για τι όγκο πληροφοριών μιλάμε, αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του πως κάθε λεπτό της ημέρας ανεβαίνουν κατά μέσο όρο περισσότερες από 300 ώρες βίντεο στο Youtube, πάνω από 200.000 φωτογραφίες στο Facebook και περί τις 350.000 αναρτήσεις στο Twitter. Εκτός του ότι ένας τέτοιος «επιτυχημένος» έλεγχος είναι πρακτικά αδύνατο να επιτευχθεί, το πλησιέστερο που μπορεί να ικανοποιήσει μία υπηρεσία την οδηγία αυτή, απαιτεί τη δαπάνη εκατομμυρίων για την ανάπτυξη αυτοματοποιημένων φίλτρων πνευματικών δικαιωμάτων. Το σημερινό φίλτρο Content ID που χρησιμοποιεί το Youtube, κόστισε στην «μαμά» του, Google, περί τα 100 εκατ. δολάρια, ποσό που προφανώς ελάχιστοι μπορούν και θα μπορούν να διαθέσουν στο μέλλον.

Εκατομμύρια βίντεο, φωτογραφίες, εικόνες, τραγούδια και κάθε είδους περιεχόμενο, καθημερινά θα υπόκειται στις «καλύτερες προσπάθειες» συγκεκριμένων εταιρειών, οι οποίες υποχρεώνονται να αποτρέψουν το ανέβασμα οποιουδήποτε υλικού που έχει αποτελέσει αντικείμενο «επαρκώς τεκμηριωμένης ειδοποίησης», από ανθρώπους ή εταιρείες που υποστηρίζουν πως έχουν δικαιώματα στο υλικό. Εάν δεν μπορούν να το εγγυηθούν, το περιεχόμενο δεν μπορεί να ανέβει στο διαδίκτυο.

Επιπροσθέτως, ακόμα και η πιο έξυπνη μηχανή φιλτραρίσματος, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει εάν ένα υλικό έργο αποτελεί κριτική για μία ταινία, ένα meme, μία διασκευή ή μια παρωδία είναι νόμιμη ή παραβιάζει τους κανόνες. Αντιδικίες που σήμερα φτάνουν έως το δικαστήριο και πολλές φορές σε μακρές δίκες, οι εταιρείες θα πρέπει να τις λύνουν εκατομμύρια φορές την ημέρα, και μάλιστα αυτόματα. Από τη στιγμή που οι πλατφόρμες θα είναι υπεύθυνες για τον νόμο για την «προστασία» των δικαιωμάτων που θίγονται, είναι προφανές πως θα θεσπίσουν όσο πιο αυστηρά φίλτρα γίνεται ώστε να είναι καλυμμένες έναντι αξιώσεων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους χρήστες και τους δημιουργούς που θα προσπαθούν να περάσουν μέσα από αυτά

Η χαρά του μεσάζοντα

Ένα βήμα παρακάτω, όπως εξηγεί ο ακτιβιστής Τζο ΜακΝαμί, ένας οποιοσδήποτε δημιουργός περιεχομένου θα βρίσκεται αντιμέτωπος με τρία «τείχη προστασίας» των πνευματικών δικαιωμάτων.

Από τη μία, οι -σχεδόν μονοπωλιακές- πλατφόρμες στις οποίες θα περιορίζεται και θα μοιράζεται ένα έργο, οι οποίες και θα έχουν το δικαίωμα να το μπλοκάρουν, να αφαιρέσουν υλικό με βάση ψευδείς ισχυρισμούς. Από την άλλη, οι επίσης ελάχιστες εταιρείες που είναι σε θέση να παρέχουν την απαραίτητη τεχνολογία για το φιλτράρισμα των μεταφορτώσεων, το οποίο ενέχει τους κινδύνους που περιγράφονται παραπάνω.

Ο τρίτος παράγοντας που θα εμπλέκεται πλέον μεταξύ του δημιουργού και του κοινού, είναι και ο μόνος τρόπος διεκδίκησης των όποιων δικαιωμάτων τους. Εταιρείες συλλογικής διαχείρισης που θα χορηγούν άδειες, θα προσδιορίζουν και θα αναφέρουν για λογαριασμό του δημιουργού, και φυσικά θα λαμβάνουν μέρος των εσόδων. Σε διαφορετική περίπτωση, ο καθένας είναι μόνος του απέναντι σε εταιρείες όπως η Google ή το Facebook, και θα είναι αναγκασμένος να διαπραγματεύεται με αυτές για τα έσοδα, να ενημερώνει τη βάση δεδομένων αποκλεισμού της, να προσπαθεί να αποτρέψει τη μεταφόρτωση περιεχομένου του, να καταπολεμήσει μία ψευδή δήλωση ιδιοκτησίας της εργασίας του, ή να ανατρέψει μία αδικαιολόγητη κατάργησή της.

Όπως προκύπτει, με τη θέσπιση του άρθρου 17 (πρώην άρθρο 13), ένας δημιουργός θα είναι υποχρεωμένος να αδειοδοτήσει σε μία εταιρεία συλλογικής διαχείρισης τα δικαιώματά του, με την εποχή που ο ίδιος μπορούσε να συνδεθεί απευθείας με το κοινό του με τους δικούς του όρους να αποτελεί παρελθόν. Ένας καλλιτέχνης θα είναι αναγκασμένος να εκχωρήσει τα δικαιώματά του σε έναν πολύ μικρό αριθμό αμερικανικών πλατφόρμων, οι οποίες και θα έχουν το πάνω χέρι στον καθορισμό των όρων της συμφωνίας, αφού σε διαφορετική περίπτωση, απειλούν με απαγόρευση της διαθεσιμότητας του περιεχομένου.

«Παραβιάζετε τη Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων»

Με τα λόγια 57 οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όλο τον κόσμο μέσω της κοινής ανοικτής επιστολής σε όλους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, το άρθρο 17 εξαναγκάζει τις εταιρείες αυτές να παρακολουθούν ενεργά το περιεχόμενο των χρηστών τους, γεγονός που έρχεται σε αντίφαση με τη «μη γενική υποχρέωση ελέγχου» των κανόνων της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Όπως αναφέρουν, η απαίτηση εγκατάστασης συστήματος φιλτραρίσματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει απορριφθεί δύο φορές από το δικαστήριο, στις περιπτώσεις Scarlet Extended (C 70/10) και Netlog / Sabam (C 360/10).

Μάλιστα, οι ίδιες οργανώσεις συμπληρώνουν πως το εν λόγω άρθρο αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες και τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ. Στην επιστολή αναφέρουν πως το εν λόγω άρθρο «περιλαμβάνει υποχρεώσεις για τις εταιρείες ίντερνετ που θα ήταν αδύνατον να τηρηθούν χωρίς την επιβολή υπερβολικών περιορισμών στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών». Επίσης, υπενθυμίζουν πως η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο (2000/31/ΕΚ) ρυθμίζει ήδη την ευθύνη για τις εταιρείες διαδικτύου που φιλοξενούν περιεχόμενο για λογαριασμό των χρηστών τους. Κατά την ισχύουσα οδηγία, υπάρχει υποχρέωση να αφαιρεθεί οποιοδήποτε περιεχόμενο παραβιάζει  τους κανόνες περί πνευματικών δικαιωμάτων, μόλις αυτό γνωστοποιηθεί στον πάροχο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως επικαλούμενοι την οδηγία για τη διατήρηση δεδομένων (Data Retention Directive – 2006/24/ΕΚ) που κηρύχθηκε άκυρη το 2014 από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προειδοποιούν πως μία διάταξη που θα απαιτεί την εγκατάσταση συστήματος φιλτραρίσματος «είναι σχεδόν βέβαιο πως θα απορριφθεί από το δικαστήριο, διότι θα παραβίαζε την απαίτηση να υπάρχει δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας αφενός, και της ελευθερίας να ασκούν τις δραστηριότητές τους και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, όπως η λήψη ή διάδοση πληροφοριών, αφετέρου».

Με τις φωνές των πολέμιων του άρθρου 17 (αλλά και του 15 που ακολουθεί) έχουν ενώσει και τις δικές τους 70 από τα μεγαλύτερα ονόματα του διαδικτύου, μεταξύ των οποίων ο εκ των δημιουργών του παγκόσμιου ιστού (World Wide Web), Τιμ Μπέρνερς-Λι και ο ιδρυτής της Wikipedia, Τζίμι Γουέηλς. Με μια φωνή καταγγέλλουν πως πρόκειται για «ένα πρωτοφανές βήμα προς την κατεύθυνση της μετατροπής του Διαδικτύου, από μια ανοιχτή πλατφόρμα ανταλλαγής και καινοτομίας σε ένα εργαλείο για την αυτοματοποιημένη επιτήρηση και τον έλεγχο των χρηστών του».

Ακόμη, τις σοβαρές ανησυχίες του έχει εκφράσει ο Ειδικός Εισηγητής του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για την Ελευθερία της Έκφρασης και της Πληροφόρησης, Ντέιβιντ Κάιε, που έχει επισημάνει τον φόβο πως «θα καθιερώσει ένα καθεστώς ενεργού ελέγχου και προληπτικής λογοκρισίας».

Η δημοκρατία στο χειρουργείο

Το άρθρο 15 (πρώην άρθρο 11) επιβάλλει να υπάρχει σχετική άδεια για την αναπαραγωγή μίας είδησης, με παραπάνω από μία λέξη ή μια πολύ σύντομη περιγραφή. Περιορίζει την ελεύθερη ροή της πληροφορίας και της ενημέρωσης, βασικά αγαθά μίας δημοκρατικής κοινωνίας.

Σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 15, οι εκδότες Τύπου, τα μεγάλα δημοσιογραφικά Μέσα θα αποφασίζουν ποιος μπορεί να «συνδεθεί» με τις ειδησεις τους και θα χρεώνουν την άδεια για να το κάνουν. Όπως αναφέρεται στο κείμενο της οδηγίας, κάθε σύνδεση που περιέχει περισσότερες από «μεμονωμένες λέξεις ή πολύ σύντομα αποσπάσματα» μιας είδησης, θα πρέπει να αδειοδοτηθούν και μάλιστα χωρίς εξαιρέσεις για μη εμπορικούς χρήστες, μη κερδοσκοπικά projects, ή ακόμα και blogs με διαφημίσεις ή άλλες πηγές εισοδήματος, ανεξαρτήτως μεγέθους.

Υποτίθεται πως βαθύτερος στόχος του εν λόγω άρθρου, είναι να αναγκαστούν υπηρεσίες όπως η Google News να πληρώσουν στα ειδησιογραφικά Μέσα, καθώς η πλατφόρμα πουλάει ουσιαστικά τις ειδήσεις τους. Ωστόσο, τα παραδείγματα της Γερμανίας και της Ισπανίας που εφαρμόζουν ήδη παρόμοια νομοθεσία είναι αποκαλυπτικά. Στη Γερμανία, η Google προσέφερε στους εκδότες την επιλογή να της παραχωρήσουν δωρεάν το περιεχόμενό τους ή να μην εμφανίζονται καν στις λίστες της, με τους πρώτους να δίνουν τις άδειες εν λευκώ. Στη δε Ισπανία, όταν οι εκδότες απαίτησαν την πληρωμή των δικαιωμάτων τους, η Google απλώς έκλεισε την υπηρεσία του Google News στην ιβηρική χώρα.

Ουσιαστικά πρόκειται για τη δημιουργία ενός νέου δικαιώματος για τα κυρίαρχα ΜΜΕ, που όχι μόνο δεν βοηθάει τη δημοσιογραφία, αλλά απειλεί σοβαρά να βλάψει τους δημιουργούς περιεχομένου, τους μικρότερους εκδότες, τους απλούς πολίτες. Σε κοινή τους επιστολή διαμαρτυρίας, 169 Ευρωπαίοι ακαδημαϊκοί που εργάζονται στα πεδία της πνευματικής ιδιοκτησίας, του δικαίου του διαδικτύου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στις δημοσιογραφικές μελέτες από τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια έχουν προειδοποιήσει πως πρόκειται για «κακή νομοθεσία».

«Αυτή η νομοθεσία έχει καλά νέα για τη βιομηχανία ειδήσεων και για τους δημιουργούς σε ορισμένους τομείς, αλλά αποτελεί εμπαιγμό των δικαιωμάτων των συντακτών δημοσιογράφων, προωθώντας την εξαγορά και τον εκφοβισμό τους, αναγκάζοντάς τους να απεμπολήσουν τα δικαιώματά τους, και δίνει στους εκδότες το ελεύθερο να κερδίζουν ακόμα περισσότερα, ενώ οι δημοσιογράφοι δεν κερδίζουν τίποτα. Είναι κακό για τη δημοσιογραφία και κακό για την Ευρώπη. Συμφωνώντας με αυτό, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα είτε ήταν αφελή, είτε έχουν κυνικά προδώσει τις αξίες της δικαιοσύνης και της και της κοινωνικής δικαιοσύνης για την οποία η Ευρώπη υποτίθεται πως αγωνίζεται», ήταν τα λόγια του γενικού γραμματέα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (IFJ), Άντονι Μπέλαγκερ.

Το γεγονός πως στο άρθρο δεν εξαιρούνται ούτε οι περιπτώσεις που δεν αφορούν εμπορικές ή κερδοσκοπικές δραστηριότητες, διαγράφει ένα ζοφερό μέλλον για την επικοινωνία των ανθρώπων μέσω του διαδικτύου.

Αμερικανικό σημαιάκι

Την ώρα που η Ευρώπη θα θεσπίζει μία νομοθεσία που θα βάζει στραγγαλιστικά όρια στις εταιρείες και τις υπηρεσίες της, όπως παρατηρεί η Electronic Frontier Foundation (EFF), οι αμερικανικές τρίβουν τα χέρια τους. Όπως έχει ήδη γίνει αρκετά κατανοητό, το κόστος της κατασκευής και της συντήρησης αυτών των ηγεμονικών φίλτρων μπορούν να το επωμιστούν μόνο οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί κολοσσοί, που είναι αμερικανικοί. Για τις ευρωπαϊκές εταιρείες, ο μόνος τρόπος να αποφύγουν να αναπτύξουν τα επίμαχα φίλτρα, είναι να παραμείνουν τα έσοδά τους κάτω από τα δέκα εκατ. ευρώ ετησίως, ή να κλείσουν μέσα σε τρία χρόνια.

Οι αμερικανικές εταιρείες δεν έχουν κανέναν λόγο να εγκαταστήσουν αντίστοιχα φίλτρα. Αντιθέτως, θα έχουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αναπτυχθούν περαιτέρω, χωρίς να έχουν να αντιμετωπίσουν τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Μάλιστα, αμερικανικές εταιρείες κατηγορούνται για κρυφό λόμπινγκ στις Βρυξέλλες, ειδικά για τα φίλτρα.

Και ΤΙΝΑ κάνουμε;

Εκτός ψηφιακού κόσμου, ένας δημιουργός μπορεί να παράξει και να παρουσιάσει ένα έργο και να είναι καλυμμένος για τα δικαιώματά του. Σε περίπτωση που κάποιος το χρησιμοποιήσει χωρίς άδεια ή αντίτιμο, υπάρχει η δυνατότητα νομικής διεκδίκησης αποζημίωσης. Ωστόσο, η όποια προστασία πνευματικών δικαιωμάτων περιέχει σημαντικά «παραθυράκια», όπως τα «επτά μέτρα» στη μουσική, που αναγνωρίζουν στον νέο δημιουργό την έμπνευση από ένα ήδη υπάρχον έργο. Στον ψηφιακό κόσμο από την άλλη, όπως φαίνεται, όχι μόνο δεν υπάρχει ο βαθμός ελευθερίας του φυσικού, αλλά στρώνεται ο δρόμος για κανονική προληπτική λογοκρισία, εμφυσώντας στους χρήστες και τους δημιουργούς περιεχομένου την αυτολογοκρισία, υπό τον φόβο παράβασης των κανόνων.

Η οδηγία που ψηφίζεται σε λίγες ημέρες δεν είναι μία οδηγία που επιχειρεί να λύσει καθορισμένα ζητήματα στη νομοθεσία της πνευματικής ιδιοκτησίας με τη χρήση των «καλών πρακτικών», αλλά εξυπηρετεί συγκεκριμένα ισχυρά συμφέροντα, με ανυπολόγιστο και πολυεπίπεδο κόστος.

Όσο και εάν το μότο της «ΤΙΝΑ» έχει εμποτισθεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια, τα πράγματα μπορεί και να είναι πιο απλά. Παρότι τα ελληνικά ΜΜΕ -ακολουθώντας πιστά τα πρότυπα των μεγαλύτερων διεθνών ομολόγων τους- τηρούν μέχρι σήμερα σιγή ιχθύος, υπάρχει τρόπος για ευρωβουλευτές και κόμματα να αντιληφθούν το πολιτικό κόστος και να δεσμευτούν να καταψηφίσουν τα άρθρα που αποδομούν το διαδίκτυο και το ξαναφτιάχνουν στα μέτρα των ολιγοπωλίων.

Την προσεχή Τρίτη, οι ευρωβουλευτές καλούνται να λάβουν μία απόφαση που θα περιορίσει την ελεύθερη έκφραση και θα βλάψει τα δικαιώματα των πολλών για χρόνια. Με τις ευρωεκλογές να έπονται σε λιγότερους από δύο μήνες, οργανώσεις, ακτιβιστές και κινήματα φροντίζουν να τους δώσουν να καταλάβουν πως ο κόσμος τους βλέπει, καλώντας τους πολίτες από όλη την Ευρώπη να κάνουν το ίδιο με τους ευρωβουλευτές τους. Στην Ελλάδα, οι μόνοι ευρωβουλευτές που έχουν ξεκαθαρίσει πως θα καταψηφίσουν στην ψηφοφορία της ερχόμενης εβδομάδας, είναι η ανεξάρτητη Σοφία Σακοράφα και ο ευρωβουλευτής της Λαϊκής Ενότητας Νίκος Χουντής, ενώ κυβερνητικοί και αντιπολιτευόμενοι ευρωβουλευτές τηρούν σιγήν ιχθύος.

Πλατφόρμες όπως το #SaveYourInternet  και το Plegde2019.eu δίνουν τη δυνατότητα στους πολίτες από την κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να έρθουν σε επικοινωνία με τους ευρωβουλευτές τους και να τους ζητήσουν να καταψηφίσουν τα άρθρα 11 και 13. Περισσότεροι από 5 εκατομμύρια πολίτες έχουν υπογράψει το σχετικό διαδικτυακό ψήφισμα. Με τηλεφωνήματα στα γραφεία τους, βομβαρδίζοντας τους με email ή με αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα με αναφορά στο όνομά τους, οι τρεις αυτές επιλογές έχουν αποδείξει και στο παρελθόν πως είναι ικανές να μεταφέρουν ένα τέτοιο μήνυμα. Επίσης, το Σάββατο 23 Μαρτίου, σε δεκάδες πόλεις της Ευρώπης θα λάβουν χώρα κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας πολιτών.

«Το μόνο που χρειάζεται είναι να μιλήσεις» λένε τα καλέσματα. Μίλα.

Πηγή: The Press Project

Τεχνολογία και εργασία

Η περίπτωση των ρομπότ – τι είναι – τι συμβαίνει

Τα τελευταία χρόνια έχει αναθερμανθεί η συζήτηση για τις επιπτώσεις των τεχνολογικών εξελίξεων στην εργασία – και όχι μόνο. Οι εξελίξεις στο χώρο της ρομποτικής, οι εξελίξεις στο χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, οι τρισδιάστατοι εκτυπωτές προκαλούν είτε πολλές ελπίδες είτε πολλούς προβληματισμούς για το μέλλον.

Παρόλο που οι τεχνολογίες αυτές δεν είναι καινούριες αλλά αρκετών δεκαετιών, παρόλο που η συζήτηση αυτή κρατάει από παλιά – η εικόνα του ομιλούντος ρομπότ που εκτελεί διάφορες εργασίες μετράει κάτι λιγότερο από έναν αιώνα – παρόλο που, με αφορμή κάποια τεχνολογική εξέλιξη, τίθενται κατά καιρούς ορόσημα, που δεν επιβεβαιώνονται, για το «τέλος της εργασίας» και για το «ρομπότ που θα αντικαταστήσει τον άνθρωπο στη βιομηχανία», υπάρχουν όντως νέα δεδομένα και εξελίξεις γύρω από το ζήτημα αυτό.

Με τον όρο ρομπότ και ρομποτική εννοούμε τη δυνατότητα να δημιουργηθεί μια προγραμματιζόμενη μηχανή που μπορεί να εκτελεί διάφορες φυσικές και μη λειτουργίες που βασίζονται σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Από ένα μηχανικό βραχίονα που έχει προγραμματιστεί να κάνει κάποιες επαναληπτικές κινήσεις για να συναρμολογεί μια πόρτα αυτοκινήτου έως ένα λογισμικό cruise control που βασίζεται σε αισθητήρες σε ένα αεροπλάνο ή σε ένα λεωφορείο.

Οι διάφορες μελλοντολογίες και τεχνο-ουτοπικές απόψεις προσέβλεπαν στις δεκαετίες 60-70 μια τεράστια έκρηξη των ρομπότ και της εισόδου αυτής της τεχνολογίας σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα – και ειδικά στην εργασία.

Για 2-3 δεκαετίες όμως υπήρξε σχετική στασιμότητα στον τομέα αυτό. Ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 60 οι επιστήμονες διακήρυτταν ότι σε περίπου 30-40 χρόνια τα ρομπότ θα έχουν πλέον τη νοημοσύνη του ανθρώπου, στα ίδια επιστημονικά ιδρύματα στις αρχές του 2000 η ιδέα της κατασκευής μηχανών με νοημοσύνη ανθρώπινου επιπέδου, έστω σε επιμέρους τομείς, είχε απαξιωθεί. Εκείνη την περίοδο οποιαδήποτε αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη και στα ρομπότ που θα προσεγγίσουν ανθρώπινες λειτουργίες είχε φτάσει να θεωρείται μάλλον μια υπερφίαλη εικασία.

Το αποφασιστικό στοιχείο που ανέτρεψε αυτή τη στασιμότητα είναι οι εξελίξεις στη διασύνδεση στο διαδίκτυο, οι αλλαγές στην ταχύτητα των επεξεργαστών και ειδικά στα αποθηκευτικά μέσα, η εξέλιξη των αλγορίθμων, η σύνδεση οποιασδήποτε συσκευής και στην ουσία η απίστευτη ποσότητα πληροφορίας που είναι πλέον αποθηκευμένη και «ρέει» στο διαδίκτυο. Η νέα αυτή πραγματικότητα οδήγησε στην υπέρβαση των έως τώρα ορίων στην τεχνητή νοημοσύνη και γενικά στη δυνατότητα μιας μηχανής να μαθαίνει, να διαχειρίζεται μοντέλα απόφασης και πληροφορίες, να παίρνει αποφάσεις, να «έχει νόηση».

Η υπέρβαση αυτών των ορίων δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι φτάσαμε στην εποχή που το ρομπότ θα αντικαταστήσει τον άνθρωπο, θα έχει αντίστοιχη νόηση κοκ. Υπάρχει πολύς δρόμος έως εκεί, που με βάση και τις πιο σοβαρές επιστημονικές φωνές, δεν είναι εφικτό να διανυθεί. Σημαίνει όμως ότι ζούμε ένα κύμα μιας ραγδαίας εισόδου της τεχνολογίας της ρομποτικής στην παραγωγή και μιας αντίστοιχης ραγδαίας αναδιάρθρωσης της εργασίας. Τα δεδομένα, η ροή τους, η διαχείριση τους είναι το νέο στοιχείο.

Όπως ανέφερε στο αμερικανικό οικονομικό περιοδικό Forbes, ο συνεργάτης του Ενρίκε Ντανς: «Τα δεδομένα είναι το μυστικό όπλο κάθε εταιρείας, το νέο πετρέλαιο, η βενζίνη που κινεί τους αλγορίθμους. Χρησιμοποιήστε όποια μεταφορά θέλετε, αλλά ως διευθύνων μια εταιρεία, αν τα δεδομένα, η μηχανική μάθηση και η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι στην κορυφή της ατζέντας σας, τότε θα έπρεπε να σας απομακρύνουν από τη θέση σας. Δεν ξέρουμε ακόμα σε ποιον θα ανήκουν αυτά τα δεδομένα, δεν ξέρουμε αν η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι ιδιόκτητη ή ανοιχτή, αλλά ξέρουμε ότι τώρα είναι η ώρα να σταματήσετε να φοβάστε την τεχνητή νοημοσύνη και να αρχίσετε να δουλεύετε για να κατανοήσετε τις επιπτώσεις της… Αν υπάρχει ένα πράγμα που οι πιο πολύτιμες στον κόσμο εταιρείες συμφωνούν, είναι ότι η μελλοντική τους επιτυχία στηρίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη».

Και έχει δίκιο. Η τάση εισόδου των ρομπότ στην παραγωγή τα τελευταία χρόνια είναι ραγδαία. Κατά την περίοδο 2010 – 2014, η μέση αύξηση των πωλήσεων ρομπότ ανήλθε στο 17% ετησίως, το δε 2014 οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 29% και έκτοτε οι ρυθμοί είναι σε αυτά τα μεγέθη. Το 2015 είχαμε 248.000 πωλήσεις βιομηχανικών ρομπότ, ενώ το 2017  είχαμε ξεπεράσει τις 380.000. Έως το 2021 οι προβλέψεις της διεθνούς ομοσπονδίας ρομποτικής, μιλούν για πωλήσεις 630.000 νέων ρομπότ στην παραγωγή. Η Ασία και ειδικά η Κίνα οδηγούν την αγορά αυτή, καθώς το 56% αφορά πωλήσεις στην Κίνα. Γερμανία, Σιγκαπούρη, Ν. Κορέα και Ιαπωνία έχουν ήδη τη μεγαλύτερη ενσωμάτωση ρομπότ στη βιομηχανία. Ενώ ο παγκόσμιος μέσος όρος πυκνότητας είναι 85 ρομπότ/10.000 εργαζόμενοι στη Ν. Κορέα είναι 710, στη Σιγκαπούρη 658, στη Γερμανία 322, στην Ιαπωνία 308. Γι’ αυτό και σε αυτές τις χώρες ο ρυθμός αύξησης πωλήσεων ρομπότ είναι αρκετά κάτω του διεθνούς μέσου όρου και κυμαίνεται γύρω στο 10%. Άρα μιλάμε για μια τάση αύξησης που είναι πιο ραγδαία όσο οι καπιταλιστικές σχέσεις είναι σχετικά πιο καθυστερημένες.

Ρομπότ και εργασία στον καπιταλισμό

Ποια είναι η επίπτωση των ρομπότ στην παραγωγική διαδικασία; Μια πρόχειρη, εμπειρική ματιά θα κάνει την διαπίστωση ότι αφού τα ρομπότ αντικαθιστούν ανθρώπινη εργασία του χεριού και του μυαλού, τότε χάνονται θέσεις εργασίας. Ότι οι πλέον επαναληπτικές, βαριές, κοπιαστικές εργασίες για το σώμα και το μυαλό γίνονται πλέον από προγραμματισμένες μηχανές. Ότι η ανειδίκευτη εργασία τείνει να αντικατασταθεί από τα ρομπότ.

Το εργοστάσιο της Foxconn στην Κίνα (κατασκευάζει τα iphone και τα ipad της Apple) απασχολούσε το 2014 110.000 εργαζόμενους. Το 2016 τους μείωσε σε 50.000 χάρη σε μια μαζική εισαγωγή 40.000 ρομπότ. Το πρόγραμμα αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας από τα ρομπότ έχει στόχο την ολοκληρωτική – σχεδόν – εξάλειψη της ανθρώπινης εργασίας από ρομπότ σε τρία στάδια στα επόμενα χρόνια.

H μαζική είσοδος των ρομπότ δεν αφορά όμως μόνο την βιομηχανία. Ο Τραμπ πρόσφατα επισκέφθηκε το Πιτσμπουργκ για να καθησυχάσει τους 1300 οδηγούς ταξί, τους 9400 οδηγούς λεωφορείων και τους 19.500 οδηγούς φορτηγών, οι οποίοι ανησυχούν από την επέλαση της Uber που απειλεί να τους στείλει στην ανεργία με τη σταδιακή εγκατάσταση λογισμικού αυτοκινούμενων οχημάτων.

Ωστόσο αρκετές δεκαετίες μετά τη σταδιακή είσοδο της αυτοματοποίησης και των προγραμματισμένων μηχανών στην παραγωγή και κάτω από τα εμπειρικά δεδομένα που υπάρχουν, πρέπει να προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τι πραγματικά συμβαίνει και ποιες είναι οι τάσεις για το μέλλον.

Σε μια πρώτη ανάγνωση πάντως η είσοδος των ρομπότ στην παραγωγή δεν έχει επιβεβαιώσει τις προβλέψεις μιας σειράς τοποθετήσεων (Gorz, Riffkin, Negri κ.α.) που έβλεπαν και βλέπουν από το τέλος της ανειδίκευτης εργασίας έως το τέλος του νόμου της αξίας.

Το ζήτημα ρομποτική και απώλεια θέσεων εργασίας τίθεται σχεδόν σε κάθε σύνοδο στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Μια πιο αναλυτική έρευνα το 2016 με θέμα «Το μέλλον της εργασίας» κατέληξε στον εξής υπολογισμό: Έως το έτος 2020, από την εισαγωγή ρομπότ στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες, θα δημιουργηθούν 2,1 εκατομμύρια και θα χαθούν 7,1 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Οι ίδιοι «σοφοί» δύο χρόνια μετά ανέτρεψαν τις προηγούμενες προβλέψεις τους. Το 2018 η νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) με τίτλο «Towards a Reskilling Revolution – A Future of Jobs for All», υπολόγισε όσον αφορά τις ΗΠΑ, στην δεκαετία 2016-2026 το τελικό ισοζύγιο θέσεων εργασίας που θα δημιουργηθούν σε σχέση με θέσεις εργασίας που θα χαθούν, λόγω της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης, θα είναι θετικό κατά 11 εκατομμύρια. Δε γνωρίζουμε τι μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο εκθέσεις και είναι μάλλον απίθανο να υπάρχει κάποια έγκυρη επιστημονική μέθοδος πίσω από αυτές. Η τελευταία έκθεση βασίσθηκε σε μια μεγάλη δειγματοληπτική έρευνα μεταξύ εργοδοτών και διευθυντικών στελεχών που διοικούν 15 εκατομμύρια εργαζόμενους σε 20 χώρες. Οι οποίοι εργοδότες και διευθυντικά στελέχη, πέρα από την τεχνο-αισιοδοξία τους, μόνο ουδέτεροι δεν είναι γύρω από την μαζική είσοδο των ρομπότ στην παραγωγή, καθώς η καινοτομία σημαίνει για αυτούς αύξηση των κερδών. Με βάση πάντως τη δική τους οπτική – που γίνεται και μια κυρίαρχη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή – το πρόβλημα δεν είναι η απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά πως το κράτος θα επανεκπαιδεύσει διαρκώς τους ανειδίκευτους εργάτες (οδηγοί λόγω των αυτοκινούμενων οχημάτων, ταμίες λόγω των αυτόματων μηχανημάτων με barcode και των ΑΤΜ, μεταφορείς λόγω των drone κ.α.), που στην πλειοψηφία τους θα είναι εκτεθειμένοι στην απώλεια της δουλειάς τους από την μαζική είσοδο του αυτοματισμού. Άρα, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ Κλάους Σβαμπ θα πρέπει να γίνουν μεγαλύτερες επενδύσεις στην εκπαίδευση έτσι ώστε οι εργαζόμενοι να προσαρμοσθούν κατάλληλα στις νέες απαιτήσεις του εργασιακού περιβάλλοντος.

Ο Manuel Castells, που θεωρείται ο «εξ αριστερών» θεωρητικός της «παγκόσμιας διαδικτυακής κοινωνίας» από πολλούς και που έχει γράψει και σχετικά βιβλία, υποστηρίζει ότι η αυξημένη προσφορά που οφείλεται στην άνοδο της παραγωγικότητας που δημιουργεί η τεχνολογία δημιουργεί αυξημένη ζήτηση και παρότι οι νέες τεχνολογίες μειώνουν το κόστος παραγωγής θα συνεχίσουν να δίνουν θέσεις εργασίας με το είδος των εργασιών να αλλάζει ποσοτικά και ποιοτικά κάτω από το πληροφοριακό παράδειγμα. Σύμφωνα και με αυτόν με μια πολιτική πρόβλεψης και δια βίου εκπαίδευσης στους εργαζόμενους και τους κλάδους που απαξιώνονται δε θα υπάρχει πρόβλημα ανεργίας από τη μαζική είσοδο του αυτοματισμού.

Όλοι οι παραπάνω, από τους τεχνοκράτες του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ έως τους κοινωνιολογίζοντες ακαδημαϊκούς χρησιμοποιούν και ένα ακόμα ισχυρό επιχείρημα. Ότι κάθε άλμα στην τεχνολογία και κάθε είσοδος καινοτομίας (βιομηχανική επανάσταση, ηλεκτρισμός) δημιουργούσε φόβο για μαζική ανεργία εξαιτίας των μηχανών. Ο φόβος αυτός όμως δεν επιβεβαιώθηκε.

Και πράγματι, μια εμπειρική ματιά στα δεδομένα περί ανεργίας των τελευταίων δεκαετιών, όπου και υπάρχει είσοδος του αυτοματισμού και της ρομποτικής στην παραγωγή, δεν επιβεβαιώνει ούτε μια «καταστροφολογική» εκτίμηση περί ραγδαίας καταστροφής θέσεων εργασίας, αν θεωρήσουμε έγκυρο τον τρόπο μέτρησης της ανεργίας από Παγκόσμια Τράπεζα, Eurostat κοκ, ούτε μια «εξ αριστερών» επιφανειακή εκτίμηση ότι έρχεται το τέλος της εργασίας… Ακόμα και αν υπάρχουν προβλήματα στη μέτρηση, δεν ισχύει ότι τα ρομπότ και ο αυτοματισμός κάνουν τους εργάτες περιττούς. Σίγουρα όχι με το ραγδαίο ρυθμό που κάποιοι έβλεπαν πριν 30-40 χρόνια. Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι όσο υπάρχει καπιταλισμός, θα υπάρχουν και εργάτες.

Ποια είναι επομένως η ουσιαστική επίπτωση της τεχνολογίας στην εργασία και ποιο θα είναι το τοπίο που θα έχει να αντιμετωπίσει το εργατικό κίνημα τα επόμενα χρόνια από την εν εξελίξει μαζική είσοδο των ρομπότ; Εδώ είναι απαραίτητη μια παρένθεση με μια «κάθοδο» σε βασικές αρχές της πολιτικής οικονομίας.

Το κεφάλαιο χωρίζεται στο μεταβλητό τμήμα του (μκ), δηλαδή τα έξοδα για την πληρωμή των εργαζομένων και από το σταθερό κεφάλαιο(σκ), τα έξοδα για την απόσβεση των μηχανών και άλλων πρώτων υλών. Το συνολικό κεφάλαιο είναι Κ=σκ+μκ, οπότε το ποσοστό κέρδους του επιχειρηματία πκ=υ/Κ, το κλάσμα δηλαδή της υπεραξίας προς το συνολικό κεφάλαιο. Από τη στιγμή που το συνολικό κεφάλαιο αυξάνεται λόγω της αύξησης του σταθερού κεφαλαίου, αυξάνεται ο παρανομαστής του κλάσματος και άρα το ποσοστό κέρδους σταθερά μειώνεται. Αυτός είναι ένας γενικός νόμος που ισχύει σε μια ολόκληρη μακροπερίοδο του καπιταλισμού.

Η τάση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την αύξηση των κερδών που συνεπάγεται η αύξηση της παραγωγικότητας που δημιουργεί η είσοδος των ρομπότ και της τεχνολογίας. Μακροπρόθεσμα ισχύει ότι η είσοδος μηχανών μειώνει την υπεραξία που παράγει το κεφάλαιο  – καθώς αυτή παράγεται από την ανθρώπινη εργασία η οποία μειώνεται – όμως βραχυπρόθεσμα ο κάθε ξεχωριστός καπιταλιστής αυξάνει το συγκριτικό του πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, κερδίζει νέα μερίδια στην αγορά, επιβάλλει μονοπωλιακούς όρους, κερδίζει περισσότερα. Το συγκριτικό πλεονέκτημα χάνεται όταν η είσοδος της νέας τεχνολογίας γενικευτεί. Τότε αναζητείται μια νέα καινοτομία, ένα νέο ποιοτικό και ποσοτικό άλμα στην είσοδο νέας τεχνολογίας. Σε κάθε νέα είσοδο νέων μηχανών η τάση μείωσης της υπεραξίας είναι μικρότερη καθώς όλο και περισσότερο συμμετέχουν μηχανές και ρομπότ και όχι εργάτες στην παραγωγή νέων μηχανών και ρομπότ. Επίσης η τάση μείωσης της υπεραξίας σχετίζεται και με τα όρια των ορισμών της ανθρώπινης εργασίας και της εργασίας ενός ρομπότ που έχει αναβαθμισμένη – σχεδόν ανθρώπινη – νόηση.

Βέβαια τα παραπάνω είναι μια χοντρική εικόνα για τις αντικειμενικές τάσεις γύρω από την είσοδο νέας τεχνολογίας. Συνήθως τα πράγματα δε γίνονται ακριβώς έτσι, καθώς τον κύριο ρόλο τον διαδραματίζει η ταξική πάλη. Έτσι την τάση μείωσης της υπεραξίας το κεφάλαιο την αντιπαλεύει μειώνοντας τα μεροκάματα, αυξάνοντας την εντατικοποίηση της εργασίας, διευρύνοντας τη μερική απασχόληση, χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο και την τεχνολογία για να οργανώνει διαφορετικά την παραγωγή, σε παγκόσμιο επίπεδο, ως «παγκόσμια επιχείρηση», όπου σε άλλη χώρα είναι το εργοστάσιο με τα φτηνά μεροκάματα, σε άλλη χώρα οι αποθήκες, σε άλλη χώρα η έδρα λόγω φορολογίας κοκ.

Στην ουσία έχουμε μια αναδιάρθρωση της παραγωγής. Όχι σε κάθε επιχείρηση ξεχωριστά μόνο, αλλά σε επίπεδο παγκόσμιας αγοράς. Το πέταγμα της ζωντανής εργασίας από την παραγωγή λόγω των μηχανών είναι γεγονός αλλά ο καπιταλισμός έχει καταφέρει να το διαχειρίζεται, έως τώρα, κυρίως μέσω του μοιράσματος της ανεργίας και της διεύρυνσης της μερικής απασχόλησης. Το μεταπολεμικό μοντέλο της σταθερής εργασίας, με εργατικά δικαιώματα, 8ωρο, ασφάλιση αντικαθίσταται από την ευέλικτη εργασία στο ωράριο, στο αντικείμενο, στις συνθήκες, στο μισθό. Και αυτό αφορά και τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό και τον πιο καθυστερημένο. Στη Δύση, αφορά θέσεις εργασίας σε υπηρεσίες οι οποίες διευρύνονται σε σχέση με τις παραδοσιακές θέσεις εργασίας στη βιομηχανία. Θέσεις εργασίας κατά κανόνα πιο επισφαλείς, εποχιακές, part time, με συμβάσεις έργου, κακοπληρωμένες. Με εξαίρεση αυτές των managers, προγραμματιστών, διαφημιστών, στελεχών κ.α. που είναι καλοπληρωμένες και με πολύ καλές συνθήκες. Αλλά και στην «Ανατολή», αν πάμε πάλι πίσω στη Foxconn, την ίδια στιγμή που σχεδίαζε την μαζική είσοδο των ρομπότ, το 40% των εργαζομένων έχουν προσληφθεί με συμβάσεις προσωρινού έργου, όταν η κινεζική νομοθεσία ορίζει ότι το ποσοστό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10%, ενώ αμείβονται με 2,26 δολάρια την ώρα και κάνουν υπερωρίες άνω των 100 ωρών το μήνα, όταν το ανώτατο όριο που προβλέπει ο νόμος είναι 36 ώρες, όπως αναφέρει σε έκθεση αμερικάνικη ΜΚΟ (China Labour Watch), μάλλον από «ζήλια» που το αμερικάνικο κεφάλαιο δεν απολαμβάνει τις ίδιες συνθήκες και όχι από αλληλεγγύη στους εργαζόμενους.

Οι τεχνοκράτες και οι ακαδημαϊκοί της παγκοσμιοποίησης ισχυρίζονται ότι ο διαρκής αγώνας για καινοτομία και η είσοδος των ρομπότ στην παραγωγή, αποτελεί ένα αντικειμενικά θετικό βήμα για την ανθρωπότητα, ότι η αύξηση της παραγωγικότητας θα οδηγήσει σε μια κοινωνία της αφθονίας, σε πτώση των τιμών, ότι τα οφέλη αυτής της αύξησης της παραγωγικότητας θα διαχυθούν προς τα κάτω, αργά ή γρήγορα.

Στην πράξη όμως η είσοδος των ρομπότ στην παραγωγή και η αύξηση της παραγωγικότητας δε συνοδεύεται από βελτίωση του εισοδήματος. Η αύξηση της παραγωγικότητας συνοδεύεται στον καπιταλισμό από την αύξηση της ανισότητας και την αύξηση της συγκεντροποίησης του πλούτου, της γνώσης, της παραγωγής. Σύμφωνα με το foreign affairs τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, η αύξηση των μισθών στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αποκλίνει από την παραγωγικότητα λόγω της μείωσης του μεριδίου της εργασίας στην [εθνική] παραγωγή. Το 1975, το εργατικό δυναμικό έλαβε το 65% του συνόλου του εισοδήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, ο αριθμός αυτός είναι κάτω από 60%. Εάν το μερίδιο είχε παραμείνει στα ίδια, οι Αμερικανοί εργαζόμενοι θα λάμβαναν επιπλέον 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως. Αντ’ αυτού, τα χρήματα αυτά συγκεντρώνονται στους κατόχους κεφαλαίων. Μήπως την ίδια συνταγή δεν ακολούθησε και η Γερμανία με την πολιτική της ατζέντας 2000 του Σρέντερ πριν περίπου 20 χρόνια;

Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αυξάνει την προσφορά και δίνει τη «δυνατότητα» και ο εργάτης στην Κίνα και ο νέος εργαζόμενος σε μια οικονομία υπηρεσιών με συμβάσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας στη Γαλλία να ντύνεται με μόδα αντίστοιχη του star system στο Zara, με χαμηλό κόστος και να έχει το πιο σύγχρονο smart phone μέσω μιας σχετικά φτηνής συνδρομής σε κάποιον πάροχο. Αυτά έχουν συνέπειες στη συνείδηση του εργαζομένου και στα καταναλωτικά πρότυπα, όμως την ίδια στιγμή οι μόνιμα άστεγοι, οι μόνιμα άνεργοι, οι μόνιμα χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδη ποιοτική τροφή, οι μόνιμα εγκλωβισμένοι – καθώς η μετακίνηση είναι ακριβό εμπόρευμα γι΄ αυτούς – στα γκέτο των προαστίων των καπιταλιστικών μητροπόλεων, αυξάνονται.

Η είσοδος των ρομπότ δεν έφερε ελάφρυνση από τις απάνθρωπες εργασιακές σχέσεις. Τις άλλαξε, μπορεί πολλοί εργάτες να μη χρειάζεται πλέον να κουβαλούν βαριά αντικείμενα, αλλά πολλοί περισσότεροι είναι οι εργαζόμενοι πλέον που αναζητούν στήριξη σε ψυχολόγους γιατί έχουν άγχος, ανασφάλειες, νιώθουν πίεση από το εργασιακό περιβάλλον.

Η είσοδος των ρομπότ και το γεγονός ότι με λιγότερες ώρες ανθρώπινης εργασίας παράγονται περισσότερα αγαθά, δεν μείωσε το ωράριο των εργαζομένων. Αντίθετα αυτό έχει αυξηθεί είτε άτυπα, είτε με τη βία στις ζώνες των αυταρχικών καθεστώτων φτηνής εργασίας όπου βρίσκουν καταφύγιο οι πολυεθνικές (Ασία), είτε με αντίστοιχα νομοθετήματα στην ανεπτυγμένη Δύση (πχ 12ωρο στην Αυστρία).

Ο Στήβεν Χόκινγκ είχε διακρίνει ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος: Αν οι μηχανές παράγουν όλα όσα χρειαζόμαστε, το αποτέλεσμα εξαρτάται από το πώς αυτά θα διανέμονται. Ο καθένας μπορεί να απολαύσει μια πολυτελή ζωή, αν η ευμάρεια που παράγεται από τις μηχανές μοιράζεται. Από την άλλη, οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να καταλήξουν άθλια φτωχοί αν οι ιδιοκτήτες των μηχανών συνεχίσουν το λόμπι κατά της αναδιανομής του πλούτου. Μέχρι τώρα η τάση δείχνει προς τη δεύτερη εκδοχή, με την τεχνολογία να οδηγεί σε ολοένα και αυξανόμενη ανισότητα.

Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αντικειμενικότητα ότι η ανθρωπότητα λόγω της τεχνολογίας και των ρομπότ θα ζήσει καλύτερα. Ούτε αν επιτευχθεί μια ρύθμιση στα εκπαιδευτικά συστήματα, θα μειωθούν τα προβλήματα, εκτός αν ως τέτοια ονομάζουμε τη μερική απασχόληση και το σπάσιμο μιας θέσης εργασίας σε δύο.  Δεν υπάρχει καμιά αντικειμενική τάση ότι η τεχνολογική καινοτομία θα δημιουργήσει μια καλύτερη κοινωνία, θα φέρει την πρόοδο. Είναι τέτοια η κοινωνική οπισθοδρόμηση και τα αδιέξοδα που δημιουργεί ο καπιταλισμός, παρ όλη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της τεχνολογίας, που κερδίζουν έδαφος απόψεις μεταξύ ιστορικών που λίγο πολύ ισχυρίζονται ότι υπάρχουν μεγάλες μερίδες πληθυσμών που ζουν στον 21ο αιώνα πολύ χειρότερα απ’ ότι ζούσαν οι φτωχοί στα προκαπιταλιστικά χρόνια, επί φεουδαρχίας.

Το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στην εποχή μας οφείλει να διαβάσει τις σύγχρονες τάσεις, να μελετήσει και να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που δημιουργεί, η συντελούμενη από την τεχνολογία αναδιάρθρωση στην παραγωγή, στη συνείδηση και την οργάνωση του υποκειμένου, να αποκαλύψει τι πραγματικά γίνεται με την είσοδο των ρομπότ στην παραγωγή, να αποκρούσει τις τεχνο-αισιόδοξες απόψεις είτε στην τεχνοκρατική τους είτε στην πιο «ευαίσθητη» ακαδημαϊκή τους εκδοχή. Δεν έχει νόημα ούτε μια τεχνοφοβική λογική, καθώς δεν έχει να προσφέρει κάτι, ούτε μια λογική αντικειμενισμού που υποτιμάει τα καθήκοντα της ταξικής πάλης και αναθέτει την ανθρώπινη πρόοδο στην εξέλιξη της τεχνολογίας. Παραφράζοντας ένα παλιό σύνθημα δεν είναι σίγουρο ότι η τεχνολογία θα φέρει πιο κοντά την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Υπάρχει πάντα και η περίπτωση να είναι τέτοια η ανάπτυξη (αυτο)καταστροφικών δυνάμεων στη βάση της ανάπτυξης της τεχνολογίας, αν παραμείνει στα χέρια των μονοπωλίων και στη φρενήρη λογική του κέρδους, ώστε η τεχνολογία να θάψει την επανάσταση και το σοσιαλισμό μαζί με την ίδια την ανθρωπότητα. Άρα τι ζητάμε και τι κάνουμε;

Βασικό αίτημα που γεννάει η αύξηση της παραγωγικότητας από την μαζική είσοδο των αυτόματων μηχανών στην παραγωγή είναι το αίτημα της μείωσης του χρόνου δουλειάς χωρίς μείωση αποδοχών για όλους τους εργαζόμενους σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένα αίτημα οικουμενικό, που μπορεί, να συνενώσει, αν υπάρξουν οι αντίστοιχες πρωτοπορίες, τους εργαζόμενους απέναντι στον καπιταλισμό, τις πολυεθνικές, την παγκοσμιοποίηση. Ο τρόπος οργάνωσης και έκφρασης γύρω από αυτό το αίτημα δεν έχει ακόμα βρεθεί, αλλά η πρόκληση παραμένει αν αυτό το αίτημα μπορεί να παίξει εκείνον το ρόλο που έπαιξε ιστορικά πριν 150 χρόνια το αίτημα για το 8ωρο.

Τέλος, η τεχνολογική εξέλιξη, το διαδίκτυο, η διαρκής ροή πληροφορίας, τα ρομπότ, η τεχνητή νοημοσύνη, όλα αυτά αποτελούν προκλήσεις και για τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει μια μελλοντική προσπάθεια για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αυξάνουν τα εργαλεία κεντρικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, όπως αυξάνονται και τα εργαλεία σαμποτάζ, προβοκάτσιας, περικύκλωσης μιας χώρας ή μιας ομάδας χωρών από τον ιμπεριαλισμό. Το γεγονός ότι χώρες όπως η Κούβα, που έχουν επιλέξει ένα ανεξάρτητο προσανατολισμό, τεχνολογικά δεν ακολουθούν την εποχή, δε μπορεί να προκύπτει μόνο από ανεπάρκεια του εκεί καθεστώτος, ούτε το εμπάργκο τα εξηγεί όλα. Είναι πιθανόν να αποτελεί και επιλογή.

Σε κάθε περίπτωση η τεχνολογία είναι μια νέα πραγματικότητα για τη νέα σοσιαλιστική οικονομία. Το ποια ερωτήματα θα θέσει η ζωή κάθε φορά σε σχέση με τη χρήση της μία ή της άλλης τεχνολογίας ή τον αποκλεισμό της μίας ή της άλλης, με κριτήριο πάντα την αντοχή και ρίζωμα μιας επανάστασης ή μιας φιλολαϊκής εξουσίας, δεν το γνωρίζουμε από σήμερα. Για μια ολόκληρη περίοδο μια χώρα ή ομάδα χωρών που θα επιλέξει τη ρήξη με την ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση και τους νεοφιλελεύθερους μηχανισμούς της, σίγουρα δε θα μπορεί να βασίζεται στα τεχνολογικά επιτεύγματα της Silicon Valley και στην πολιτική συνεργασία ή έστω ουδετερότητα μονοπωλίων όπως η Google. Δε θα πρέπει να κλειστεί, θα πρέπει να αναζητά την πρόσβαση στα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά θα πρέπει να είναι έτοιμη για εμπάργκο, εκβιασμούς, σαμποτάζ. Με αυτήν την έννοια η γενική διαπίστωση ότι η σημερινή τεχνολογία αποτελεί τη βάση για τη μελλοντική σοσιαλιστική εξουσία είναι σωστή μεν, πολύ γενική δε. Στην πραγματική ζωή δεν χωρούν αντικειμενικότητες, εύκολες προβλέψεις και σχέδια επί χάρτου.

Το διαδίκτυο ως εργαλείο ελέγχου και η χίμαιρα της αμεσοδημοκρατίας

Το σύστημα «κοινωνικής αξιολόγησης»

Η ιδέα είναι απλή. Πως αξιολογεί ο καθένας μας ένα ξενοδοχείο στην πλατφόρμα του airbnb, ή ένα εστιατόριο στο tripadvisor;

Η κυβέρνηση της Κίνας είχε την ιδέα το 2014 να στήσει μια διαδικτυακή πλατφόρμα όπου ο κάθε πολίτης θα αξιολογείται… από κράτος και εταιρείες. Οι εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, όσον αφορά τη συλλογή και τη διαχείριση των δεδομένων είναι 8, ανάμεσα τους και η Alibaba (ας πούμε η κινέζικη Google με δεδομένα για πάνω από 1 δις κινέζους χρήστες του διαδικτύου).

Το πρόγραμμα «τρέχει» πιλοτικά και εθελοντικά σε μια σειρά δήμους που αφορούν μερικά εκατομμύρια κατοίκους και ως το 2020 θα επεκταθεί σε όλη την Κίνα. Δεν είναι γνωστό, προς το παρόν, αν η συμμετοχή θα είναι υποχρεωτική για όλους τους κατοίκους, αν και με βάση τους χειρισμούς που θα γίνουν μπορεί να καταστεί τέτοιο.

Οι επικριτές του συστήματος «κοινωνικής αξιολόγησης» της Κίνας, κυρίως των δυτικών μίντια, διαμαρτύρονται ότι είναι ένα εργαλείο για την κοινωνική παρακολούθηση και την πολιτική καταστολή. Ανάμεσα τους αρκετές εταιρείες από το εξωτερικό που δραστηριοποιούνται στην Κίνα, στελέχη επιχειρήσεων, δημοσιογράφοι. Η κινεζική κυβέρνηση απαντάει ότι είναι ένας τρόπος ενίσχυσης της διοικητικής αποτελεσματικότητας και ενθάρρυνσης της εμπιστοσύνης και της ηθικής συμπεριφοράς των πολιτών της.

Οι πολίτες αξιολογούνται για «παραβάσεις» όπως το κάπνισμα σε τρένα, η χρήση εισιτηρίων που έχουν λήξει ή η ληξιπρόθεσμη καταβολή προστίμων και φόρων, η διάδοση ψευδών πληροφοριών ή η πρόκληση προβλήματος στις πτήσεις, σύμφωνα με δηλώσεις της κυβέρνησης πάντα. Σύνολο οι «μεταβλητές»-παραβάσεις που προσμετρώνται είναι μεταξύ 30 έως 50. Ποικίλουν ανάλογα αν είσαι κρατικός αξιοματούχος ή όχι, αν ταξιδεύεις συχνά, αν οδηγάς. Μάλιστα οι υποστηρικτές του συστήματος «κοινωνικής αξιολόγησης» αναφέρουν τις 1100 περίπου περιπτώσεις κρατικών αξιωματούχων που μπήκαν σε «μαύρες λίστες» ως διεφθαρμένοι, με βάση τις χαμηλές αξιολογήσεις που συγκέντρωσαν.

Οι πολίτες με καλή αξιολόγηση μπορούν να έχουν πρόσβαση σε καλύτερα ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα σπίτια και ακόμη σχολεία. Όσοι έχουν κακή αξιολόγηση μπορούν προσωρινά ή μόνιμα να απαγορεύεται να πάρουν αεροπλάνα ή τρένα, όπως συνέβη σε 6,15 εκατομμύρια άτομα το 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία της κυβέρνησης. Σε μια πιλοτική εφαρμογή στην πόλη Hangzhou η κυβέρνηση δήλωσε ότι οι πολίτες με υψηλές αξιολογήσεις κοινωνικής πιστοληπτικής ικανότητας έχουν δωρεάν πρόσβαση σε εγκαταστάσεις γυμναστικής και συντομότερους χρόνους αναμονής στο νοσοκομείο.

Η απαίτηση για περισσότερο αυταρχισμό

Στην ουσία ο ανατολίτικος Κινέζικος αυταρχισμός κάνει αυτό που ντρέπεται να εκστομίσει, προς το παρόν, η «φιλελεύθερη» δύση. Η λογική της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων από το κράτος, με ποινές που αφορούν το μισθό ή και τη θέση είναι μια ιδέα που όλο και κερδίζει έδαφος. Και μάλιστα στα πιο προχωρημένα νεοφιλελεύθερα πρότυπα η τεχνολογία δίνει ιδέες για την αξιολόγηση απευθείας από τους χρήστες των υπηρεσιών. Σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες η «κατάδοση» πολιτών στο κράτος για μικρές παραβάσεις (σκουπίδια, κάπνισμα) είναι νομιμοποιημένη και άρα θα είναι και νομιμοποιημένο ένα πιο προσεκτικό σύστημα κοινωνικής αξιολόγησης. Τέλος η αγοραία κουλτούρα της συλλογής πόντων και εκπτωτικών καρτών έχει επίσης εμπεδωθεί και δημιουργεί μια νομιμοποιητική βάση για τέτοιου είδους συστήματα. Διάφορα ηθικά διλήμματα για τα ατομικά δικαιώματα, εύκολα θα ξεπεραστούν με μερικές έξυπνες τακτικές, όσον αφορά την πολιτικά «φιλελεύθερη» δύση. Για παράδειγμα στην αρχή μπορεί να συλλέγουν πόντους περισσότερο στη λογική της «επιβράβευσης» (πχ εκπτώσεις) και λιγότερο με βάση την τιμωρία, όπως ο αποκλεισμός από πτήσεις, σχολεία, νοσοκομεία.

Κινέζικος αυταρχισμός ή νεοφιλελευθερισμός με «σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα» μοιράζονται κοινές ανάγκες ωστόσο. Σε μια πρωτοφανής κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της εμπιστοσύνης γενικά σε κάθε θεσμό, το διαδίκτυο έρχεται να οργανώσει εκ νέου τις σχέσεις υποτέλειας και ελέγχου.

Ποιος θα πείσει τον πολίτη να πιεστεί να πληρώσει  τους φόρους του στην ώρα του, όταν γύρω του το μεγάλο κεφάλαιο κάνει πραγματικό πάρτι φοροδιαφυγής στις offshore;

Ποιος θα ελέγξει κάθε «ατίθαση» κοινωνική συμπεριφορά; Η απονομιμοποιημένη στη νέα γενιά εκκλησία και οι εκπρόσωποι της; Οι βολεμένοι και πολλές φορές και ανήθικοι δικαστές, πολιτικοί και κάθε εκπρόσωπος της άρχουσας τάξης;

Ποιος θα αποκαταστήσει τελικά τη χαμένη εμπιστοσύνη μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων σε ένα πολιτικό σύστημα απονομιμοποιημένο όπου η ψαλίδα μεταξύ τους μεγαλώνει διαρκώς;

Η Κίνα δείχνει μια εικόνα από τον αυταρχισμό του μέλλοντος στις υπό διαρκή κρίση δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.

Αυταρχισμός με τη χρήση του διαδικτύου, τη συνεργασία κράτους και εταιρειών big data (Google, Alibaba, Amazon, Facebook) και βέβαια με γενναίες δόσεις λογικής της αγοράς, με εκπτώσεις, με ακριβά και φτηνά σχολεία, πανεπιστήμια, διακοπές. Υπάρχουν ηθικά εμπόδια, κυρίως όσον αφορά τα προσωπικά δεδομένα, αλλά υπάρχει και ισχυρή νομιμοποιητική βάση. Και κυρίως υπάρχει μια κρίση στις «δυτικές δημοκρατίες». Ποιος περίμενε πριν 2-3 χρόνια τον Τραμπ ή τον Μπολσονάρο να ηγούνται σε χώρες του G20;

Οι χίμαιρες του διαδικτύου

Υπάρχει μια άποψη που περίπου θεωρεί το διαδίκτυο ως ένα ουδέτερο εργαλείο που θα φέρει πιο κοντά την αμεσοδημοκρατία, τη συνεργασία, τη χειραφέτηση του ατόμου.

Που έβλεπε τέλος της πολιτικής, μαρασμό του κράτους, απεριόριστες δυνατότητες για το άτομο μέσω της πολλαπλής του διασύνδεσης, νέες μορφές συλλογικότητας που υπερβαίνουν το κόμμα ή άλλες παρόμοιες που γεννήθηκαν στο έδαφος των ταξικών αντιθέσεων.

Το 2011 είδαν στην «Αραβική Άνοιξη» μια εξέγερση μέσω του διαδικτύου που θα έσπαγε την απολυταρχία. Οι απόψεις αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί.

Το διαδίκτυο το χρησιμοποιούν πολύ καλύτερα τα κράτη και οι μεγάλες εταιρείες στην ταξική πάλη κατά των εργαζομένων και των λαών. Και αυτό γιατί έχουν τα μέσα, αλλά κυρίως γιατί είναι οργανωμένοι έξω από τη σφαίρα του διαδικτύου. Ενώ οι υποτελείς τάξεις δεν είναι.

Το διαδίκτυο δεν είναι μια τεχνολογία που βοηθάει τη χειραφέτηση γενικά του ατόμου. Το διαδίκτυο εκ των πραγμάτων διασυνδέει άτομα και όχι τάξεις, αλλά αυτό δεν φαίρνει πιο κοντά την χειραφέτηση, ίσως την απομακρύνει. Η χειραφέτηση και υπευθυνοποίηση του ατόμου προϋποθέτει την κοινωνική απελευθέρωση, να χειραφετηθούν ως τάξη. Χωρίς αυτή το άτομο αναπαράγει στο διαδίκτυο την κυρίαρχη ιδεολογία, δεν παράγει νέα ανταγωνιστική ιδεολογία μέσω της συνεργασίας και της επικοινωνίας. Αυτό το βλέπουμε καθημερινά μέσα από το τι αναπαράγεται στα social media.

Η συνείδηση του ατόμου αλλάζει μέσα από την κίνηση των μαζών, μέσα από μαζικά κινήματα, μέσα από επαναστάσεις. Δεν υπάρχουν βήματα μπρος τα μπρος στην ατομική απελευθέρωση σε μια κοινωνία όπου τα άτομα κάνουν βήματα προς τα πίσω ως σκλάβοι της οικονομικής ανάγκης-ανέχειας. Πολύ περισσότερο, δε βοηθάει το ιντερνετ στην ατομική απελευθέρωση σε μια κοινωνία κεφαλαιοκρατική. Στη μετατροπή του σε παγκόσμια διασυνδεδεμένο υπάκουο καταναλωτή βοηθάει, στην παγκόσμια διαδικτυακή αγορά. Και θα ελέγχεται – αξιολογείται με βάση αυτό στις πλατφόρμες των social credit systems.

Τα παραπάνω δε σημαίνουν βέβαια να απαρνηθούμε την τεχνολογία. Ή ότι δεν αντιλαμβανόμαστε ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της τεχνολογίας λύνει προβλήματα που απασχόλησαν τις πρώτες απόπειρες σοσιαλιστικής οικοδόμησης (πχ κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία). Σημαίνουν όμως ότι κατανοούμε ότι το πρόβλημα των εργαζόμενων στρωμάτων και των συμμάχων τους είναι ότι δεν είναι οργανωμένοι αυτοτελώς ως τάξεις έξω από το διαδίκτυο στην πραγματική δημόσια σφαίρα. Στο δικό τους κόμμα.

Τέλος, τα social credits θέτουν εκ των πραγμάτων τη σχέση ατόμου/κοινωνίας σε μια εποχή που κυριαρχεί η δικαιωματική πολιτική που υποκριτικά φλυαρεί για τα ατομικά δικαιώματα . Μία οπτική που θα κάνει κριτική στο πρόγραμμα της κινέζικης κυβέρνησης στο ότι η κοινωνία, μέσω αυτού του κρατικού προγράμματος, θα ελέγχει το άτομο, στη λογική της υπεράσπισης των ατομικών δικαιωμάτων, δεν αρκεί. Υπάρχει τέτοια κρίση εμπιστοσύνης που το ερώτημα της σχέσης ατόμου – κοινωνίας θα τεθεί και στις δυτικές κοινωνίες. Στο παρελθόν, σε μια παρόμοια κρίση, σε αυτό το ερώτημα δόθηκαν δύο διαφορετικές απαντήσεις. Η φασιστική και η κομμουνιστική-σοσιαλιστική.

Οι κομμουνιστές δεν είναι κατά του κοινωνικού ελέγχου στο άτομο. Όμως το “βασίλειο της ατομικής ελευθερίας” που έγραψε ο Μαρξ δεν έχει σχέση με το βασίλειο του κρατικού αυταρχισμού που έχει ανάγκη ο άγριος κινέζικος καπιταλισμός. Ούτε βέβαια έχει καμία σχέση με το χωρίς ηθικά – πολιτικά – κοινωνικά όρια ανταγωνιστικό άτομο του αμερικάνικου μοντέλου και του νεοφιλελευθερισμού όπου ο καθένας με βάση τη δύναμη που έχει (σωματική, αντοχή, τύχη, καταγωγή, λεφτά) κάνει ότι γουστάρει και είναι ανεξέλεγκτος, πολλές φορές και κατά της κοινωνίας.

Μπορεί να ακούγεται λογικό μέσω του κοινωνικού ελέγχου – αξιολόγησης ο άλλος να μην παρκάρει σε ράμπες ΑΜΕΑ ή να μην πετάει σκουπίδια στο δάσος και στις παραλίες αλλά αυτές θα είναι οι τριτεύουσες πλευρές. Το ερώτημα είναι ποιος θα αξιολογεί, ποιον και με ποια κριτήρια;

Στις παρούσες συνθήκες τα social credits θα παράξουν ένα εφιαλτικό τοπίο. Αν προχωρήσουν το κράτος και οι μεγάλες εταιρείες θα συγκεντρώσουν τέτοια ποσότητα δεδομένων, αλλά και εργαλεία χειρισμού (τιμωρία και αποκλεισμός για εργασία, υγεία, παιδεία ή/και μπόνους και εκπτώσεις για εμπορεύματα) που τα δεδομένα που μαζεύουν σήμερα η Google και η Facebook θα είναι πταίσμα… Κυριολεκτικά η επιβίωση ενός ατόμου και η αποδοχή του στην κοινωνία θα εξαρτάται από τα social credits. Ο τέλειος μηχανισμός διαμόρφωσης συναίνεσης.