Άρθρα

Οι μαύροι θα χάσουν το 2020

Η μέρα των εκλογών στις 3 Νοεμβρίου 2020 έληξε με το αποτέλεσμα να είναι καταρχήν αμφίβολο. Ο Τζο Μπάιντεν είχε σαφές προβάδισμα στην εκλεκτορικό σώμα έναντι του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά δεν είναι ακόμα σαφές εάν αυτές οι εκλογές θα καταλήξουν στα δικαστήρια όπως το 2000.

Είναι σαφές όμως, ότι το αποτέλεσμα δεν θα έπρεπε καν να είναι αμφίβολο. Ο Μπάιντεν έκανε την πανδημία εκλογικό του σλόγκαν, κατηγορώντας τον Τραμπ για την κακή διαχείριση της κρίσης και κυρίως για τους 230.000 θανάτους. Η κακή αντίδραση της διακυβέρνησης Τραμπ είχε επιπλέον ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή εκατομμυρίων ανθρώπων. Σε ορισμένες από τις πολιτείες που συνεχίζεται η καταμέτρηση των ψήφων έχει πρόσφατα σημειωθεί αύξηση των κρουσμάτων του κορονοϊού, ακόμα όμως, δεν έχουν εκλέξει νικητή.

Ο Τραμπ έπρεπε να είχε ηττηθεί κατά κράτος το βράδυ των εκλογών. Αλλά το Δημοκρατικό Κόμμα επέλεξε να επαναλάβει την ήττα του 2016. Ήταν σαφές ότι η στρατηγική τους, αυτή της επιλογής νεοφιλελεύθερων υποψηφίων, δεν λειτουργεί πλέον. Θα έπρεπε να απευθυνθούν σε ανθρώπους που απείχαν από τις εκλογές του 2016 εάν ήθελαν κερδίσουν. Το άνθος του Μπάρακ Ομπάμα μαράθηκε και δεν θα μπορούσαν να κερδίσουν ψήφους χωρίς να καταβάλουν καμία προσπάθεια για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του λαού…

Οι Δημοκρατικοί δεν θέλουν να μιλήσουν για τη χαμηλόμισθη εργασία, την ανασφάλεια της στέγασης, την έλλειψη υγειονομικής περίθαλψης και το χρέος των φοιτητικών δανείων, εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν καμία όρεξη να ψηφίσουν, επειδή τα προβλήματά τους ούτε καν έγιναν θέμα της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Οι ψηφοφόροι που χρειάζονται οι Δημοκρατικοί για να κερδίσουν επιλέγουν να μείνουν εκτός, επειδή κάποιοι τους έχουν καταστήσει αόρατους.

Αντίθετα, οι Δημοκρατικοί επιτέθηκαν εναντίον του πιο προοδευτικού υποψηφίου, του Μπέρνι Σάντερς. Ο Σάντερς επέλεξε να παίξει τον καλό στρατιώτη και συνθηκολόγησε, αλλά κανείς δεν ξεγελάστηκε. Ο ισχυρισμός του ότι η προεδρία του Μπάιντεν θα είναι η πιο προοδευτική από τις ημέρες του Φράνκλιν Ρούσβελτ ήταν προφανής ανοησία. Μόνο οι ευσεβείς πόθοι των φιλελευθέρων εντυπωσιάστηκαν και ήλπιζαν ότι το τέχνασμα θα λειτουργούσε σε εκείνους που για άλλη μια φορά περιθωριοποιήθηκαν.

Υπάρχει ένας άλλος παράγοντας εδώ. Πρόκειται για μια βαθιά ρατσιστική χώρα και το Make America Great Again (Να ξανακάνουμε την Αμερική μεγάλη) εξακολουθεί να απηχεί σε εκατομμύρια ανθρώπους. Τους αρέσει ο Τραμπ ακριβώς επειδή είναι αληθινά πιστός στη λευκή υπεροχή, τόσο σε επίπεδο ιδεών όσο και σε επίπεδο πολιτικών. Ο όρος λευκή υπεροχή δεν πρέπει να παρεξηγηθεί. Οι άντρες σε μεγάλα τζιπάκια που μεταφέρουν αυτόματα όπλα AR-15 είναι το κοινό πρόσωπο αυτής της αντίληψης, αλλά δεν είναι οι μόνοι οπαδοί.

Οι άνδρες με κοστούμια και γραβάτες και οι γυναίκες, οι κόρες και οι αδελφές τους είναι εξίσου πιθανό να θέλουν ένα τείχος στα σύνορα με το Μεξικό και παρηγορούνται γνωρίζοντας ότι κάποιος που συμφωνεί μαζί τους είναι στον Λευκό Οίκο. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν δημοσιοποιούν τις απόψεις τους, επειδή οι υποστηρικτές του Τραμπ δέχονται τοσή κριτική όση και ο πρόεδρος τους. Δεν θέλουν να είναι το πρόσωπο του ρατσισμού, του φασισμού, της πατριαρχίας και της ανικανότητας. Μπορεί να μην βλέπουν καν τους εαυτούς τους ως υποστηρικτές της λευκής υπεροχής, αλλά είναι και ψηφίζουν έχοντας στο μυαλό τους τα συμφέροντα αυτά.

Οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να σταματήσουν να ζουν σε άρνηση. Οι εικόνες παιδιών σε κλουβιά και οικογενειών που χωρίζονται στα σύνορα μπορεί να τους προκαλούν περιφρόνηση για τον Τραμπ, αλλά άλλοι άνθρωποι συμφωνούν πλήρως με αυτές τις πολιτικές και είναι ευχαριστημένοι που ο Τραμπ θέλει να κρατήσει την Αμερική όσο λευκή μπορεί.

Πριν από τέσσερα χρόνια, η υποφαινόμενη αρθρογράφος έγραφε, «Απορρίψτε τους Δημοκρατικούς για τα καλά». Πολλά από αυτά που γράφτηκαν το 2016 παραμένουν επίκαιρα. «Οι μαύροι πολιτικοί, η Δημοκρατική Εθνική Επιτροπή και οι οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων που δεν βοηθούν τις μάζες πρέπει να απομονωθούν. Η απόρριψη πρέπει να είναι πλήρης και η ευθύνη πρέπει να τους βαραίνει αποκλειστικά”.

Ο Τζέιμς Κλάμπερν, ο ηγέτης των μαύρων στο Κογκρέσο, παίρνει άμεσες εντολές από τον πυρήνα του Δημοκρατικού Κόμματος που έκανε σαφές ότι ο υποψήφιος του 2020 θα ήταν οποιοσδήποτε εκτός από τον Μπερνι Σάντερς. Ο Κλάμπερν και οι όμοιοί του ευθύνονται για την ήττα μας όταν ενεργούν σε συνεννόηση με ανθρώπους των οποίων τα συμφέροντα είναι διαμετρικά αντίθετα με τα δικά μας. Ο Κλάμπερν έχει λάβει περισσότερα από 1 εκατομμύρια δολάρια σε δωρεές εκστρατείας από μεγάλες φαρμακευτικές. Αυτό σημαίνει ότι οι μηχανορραφίες του δεν εξελίσσονται ποτέ προς όφελος των ανθρώπων που φέρεται να εκπροσωπεί.

Οι μαύροι θα είναι χαμένοι ακόμα και με τη διοίκηση Μπαίντεν. Το παραδέχεται και ο ίδιος όταν λέει στους πλούσιους χρηματοδότες του ότι τίποτα δεν θα άλλαζε ριζικά όταν έρθει στα πράγματα. Η δημοσιονομική λιτότητα και η εξαθλίωση που τη συνοδεύει θα είναι η ατζέντα του Μπάιντεν. Δεν θα ευημερεύσουμε γιατί έξυπνοι μαύροι θα πάρουν καλές θέσεις στην διακυβέρνηση Μπάιντεν. Χρειαζόμαστε δικαίωμα στη δωρεάν υγειονομικής περίθαλψης και πρόσβαση σε τρόφιμα και στέγαση. Χρειαζόμαστε δράση κατά της αστυνομικής βίας και περικοπές στον στρατιωτικό προϋπολογισμό που καταναλώνει σχεδόν το 60% των κρατικών δαπανών.

Για άλλη μια φορά θα είμαστε οι χαμένοι, είτε ο Ντόναλντ Τραμπ είτε ο Τζο Μπάιντεν ορκιστεί στο αξίωμα του προέδρου τον Ιανουάριο. Οι δεσμοί με το Δημοκρατικό Κόμμα πρέπει να κοπούν μια για πάντα.

Πηγή: Black Agenda Report

Μετάφραση: antapocrisis

Η νίκη του Τζο Μπάιντεν αποτελεί παρόλα αυτά, ήττα για την ανθρωπότητα

Η διοίκηση των Μπάιντεν-Χάρρις είναι καλό νέο για τα επιχειρηματικά συμφέροντα, την αστυνομία, τους εμπόρους του πολέμου, τις συστημικές τράπεζες αλλά δεν προσφέρει τίποτε για τη σωτηρία του λαού και του πλανήτη.

Ο Μπάιντεν κατάφερε να νικήσει τον Ντόναλντ Τραμπ με οριακή διαφορά σε έναν ακόμα τετραετή διαγωνισμό για το ποιο κομμάτι της κυρίαρχης τάξης θα εκμεταλλευτεί καλύτερα τον λαό και τον πλανήτη. Αλλά τα αποτελέσματα διέλυσαν τις δυο πιο δημοφιλείς υποθέσεις των Δημοκρατικών για τις εκλογές του 2020: Οι δημοσκοπήσεις έβλεπαν νίκη του Μπάιντεν έναντι του Τραμπ με μεγάλη διαφορά στο εκλεκτορικό σώμα. Τελικά συνέβη το αντίθετο. Η σχεδόν ήττα του Μπάιντεν απέδειξε πως δεν υπάρχουν συνθήκες υπό τις οποίες το Δημοκρατικό Κόμμα να μπορεί να προκαλέσει συντριπτική ήττα στον αντίπαλό του στο διπολικό αυτό παιχνίδι.

Κυρίως επειδή μια νίκη του Μπάιντεν παρουσιαζόταν από τους Δημοκρατικούς ως νίκη της ανθρωπότητας. Σκεφτείτε το πάλι. Ο Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί δεν έκαναν τίποτε για να ταρακουνηθούν οι τοίχοι του Κονγκρέσου υπέρ τους. Ούτε το Δημοκρατικό Κόμμα πρόσφερε τίποτε στα πλήθη για να σιγουρέψει αυτό που θα έπρεπε να είναι μια εύκολη νίκη έναντι του Τραμπ. Με πάνω από 200.000 νεκρούς από τον κορονοϊό και δεκάδες εκατομμύρια ανέργους, η ελλιπής επίδοση του Μπάιντεν αποτελεί καταγγελία της γνησιότητας των δημοκρατικών παρά νίκη της ανθρωπότητας.

Η ανθρωπότητα θα υποφέρει από την διοίκηση του Μπάιντεν. Η μαύρη Αμερική θα υποφέρει χειρότερα. Ενώ ο Τραμπ και οι ρεπουμπλικανοί σύμμαχοί του άνοιξαν πόλεμο με τους ακτιβιστές του Black Lives Matter, ο Μπάιντεν υποσχέθηκε περισσότερα από 300 εκατομμύρια δολάρια κρατικής χρηματοδότησης στα αστυνομικά τμήματα για την καταστολή των κινητοποιήσεων των μαύρων με έναν τρόπο πιο εύπεπτο, τόσο προς την τάξη των μαύρων που υποτίθεται πως τους εκπροσωπούν, όσο και προς τα λευκά αφεντικά των πολυεθνικών εταιρειών. Ο πλούτος των μαύρων έπεσε κατακόρυφα την περίοδο του Ομπάμα και του Μπάιντεν. Η πρόσφατη οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε σχεδίου από τον Μπάιντεν για τη μείωση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, έχει ήδη επηρεάσει τη ζωή εκατομμυρίων αφροαμερικανών εργατών που δεν ξεπέρασαν ποτέ την κρίση του 2007-2008.

Υπάρχουν πολλοί από το αριστερό στρατόπεδο των Δημοκρατικών που ισχυρίζονται ότι η ήττα του Τραμπ θα απαλύνει τους πόνους της ανθρωπότητας σε πολλές σημαντικές περιοχές του πλανήτη. Μερικοί αναφέρονται στην επιθυμία του Μπάιντεν να επιστρέψει στην Συμφωνία του Παρισιού για το Περιβάλλον, στην Συμφωνία Ελέγχου των Πυρηνικών Προγραμμάτων με το Ιράν και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Αυτό κάνει τον Μπάιντεν πιο προοδευτικό από τον Τραμπ. Το επιχείρημα έχει ένα θανάσιμο λάθος. Ο Μπάιντεν πιθανότατα θα χρησιμοποιήσει το θεσμικό αυτό πλαίσιο για να αλλάξει την μορφή και όχι την κλιμακα της εκμετάλλευσης που επιβάλλουν οι ΗΠΑ παγκόσμια.

Η πιθανή επιστροφή του Μπάιντεν στη Συμφωνία του Παρισιού για το Περιβάλλον θα ακυρωθεί στην πράξη από την δέσμευσή του στις εξορύξεις. Η πιθανότητα χαλάρωσης των κυρώσεων εναντία στο Ιράν, αν και σημαντική, δεν είναι δεδομένη και θα αναιρεθεί από τη δέσμευση του Μπάιντεν να συνεχίσει τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην περιοχή. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει πως ο Μπάιντεν στήριξε την διοίκηση του Ομπάμα στην αύξηση της συμμετοχής των ΗΠΑ σε πολεμικές επεμβάσεις από δύο σε επτά. Σε οχτώ χρόνια ο Μπάιντεν έπαιξε ρόλο στο πραξικόπημα της Ονδούρας, στην Λιβύη και στον πόλεμο της Συρίας, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η αφοσίωση του Μπάιντεν στον ΠΟΥ δεν θα αλλάξουν την αντίθεσή του σε κάθε μορφή καθολικής δημόσιας υγείας και στα τεράστια ποσά που λαμβάνει από την βιομηχανία προσφοράς υπηρεσιών υγείας, που φρόντισε να σιγουρέψει πως οι ΗΠΑ θα παραμείνουν χωρίς δημόσιο σύστημα υγείας.

Ο Μπάιντεν και το Δημοκρατικό Κόμμα είναι συνεργάτες των Ρεπουμπλικανών στην καταστροφή της εργατικής τάξης. Η Wall Street δώρισε τεράστια ποσά στον Μπάιντεν γνωρίζοντας πως η διοίκησή του θα συνεχίσει να υποστηρίζει το δικαίωμα των εταιρειών να καθορίζουν τους μισθούς των εργαζομένων τους, να αυξάνουν την παραγωγικότητά (δηλαδή την εκμετάλλευση), να συγκεντρώνουν κεφάλαια σε όλο και λιγότερα χέρια. Ο CEO της Boeing δήλωσε ξεκάθαρα πως οι επιχειρηματικές του προοπτικές θα εξυπηρετηθούν άσχετα με το ποιος θα κερδίσει τις εκλογές. Οι μετοχές των ιδιωτικών φυλακών ανέβηκαν μετά την ανακοίνωση της Καμάλα Χάρρις στη θέση της αντιπροέδρου. Στις 4 Νοεμβρίου το Reuters ανακοίνωσε πως οι κεφαλαιούχοι ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι επειδή δεν θα συνέβαιναν μεγάλες αλλαγές υπό του νέου καθεστώτος στο Κογκρέσο και το οβάλ γραφείο.

Ο Μπάιντεν θα διοικήσει ως δεξιός νεοσυντηρητικός σε όλους τους τομείς. Η μεγάλη του απήχηση στους Ρεπουμπλικάνους και τους απολογητές της εθνικής ασφάλειας είναι τουλάχιστον τόση όση και της Χίλαρι Κλίντον το 2016. Πάνω από 100 πρώην Ρεπουμπλικανικά γεράκια του πολέμου στήριξαν τον Μπάιντεν τις τελευταίες εβδομάδες πριν τις εκλογές. Ο Λάρι Σάμμερς, ο αρχιτέκτονας της οικονομικής κρίσης του 2007-2008, ήταν σύμβουλος της καμπάνιας του. Η Σούζαν Ράις και η Μισέλ Φλουρνόι είναι πιθανόν να στελεχώσουν την ομάδα εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν – σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο πως τρις δολαρίων θα συνεχίσουν να ξοδεύονται σε πολέμους.

Το ερώτημα παραμένει εάν ο Μπάιντεν μπορεί να κυβερνήσει τόσο αποτελεσματικά όσο προηγούμενες διοικήσεις των Δημοκρατικών. Ο αμερικανικός εξαιρετισμός (american exceptionalism) αποτελεί τη βάση της ιδεολογίας του Δημοκρατικού Κόμματος, αλλά η ιδεολογία αυτή είναι μέρος της γενικότερης κρίσης νομιμοποίησης που βιώνει το αμερικανικό κράτος. Η ικανότητα του Μπάιντεν να περνάει μια ιδέα κοσμιότητας που αποκαθιστά την «ψυχή του έθνους» υποσκάπτεται από την πεποίθησή του πως τίποτα δεν θα αλλάξει για τους πλούσιους. Στον Μπάιντεν λείπει και το χάρισμα και το ταλέντο. Ενώ εκατομμύρια θα ψήφιζαν οποιονδήποτε χωρίς το όνομα Τραμπ, τέσσερα χρόνια λιτότητας και πολέμου ενός προέδρου με εμφανή σημάδια πνευματικής κατάπτωσης είναι αρκετά για να οξύνουν τις αντιθέσεις που δημιουργεί η κυριαρχία των πλουσίων και να ανοίξουν τον δρόμο στις αντιδράσεις και στα αριστερά αλλά και στα δεξιά του πολιτικού τόξου.

Για να διατηρήσει την κοινωνική ειρήνη ο Μπάιντεμ θα χρησιμοποιήσει το οβάλ γραφείο για να ενώσει της δυνάμεις του στις τάξεις των επιχειρηματικών συμφερόντων ώστε να πνίξει τις δυνάμεις της αριστεράς εντός και εκτός του Δημοκρατικού Κόμματος. Το νεκροταφείο των κοινωνικών κινημάτων θα επεκταθεί για να καταλάβει όσο δυνατόν μεγαλύτερο πολιτικό χώρο. Θα κηρυχθεί μια «μετριοπαθής» επανάσταση που θα αφορά κυρίως προοδευτικές δυνάμεις στις κυρίαρχες τάξεις. Το καλύτερο ίσως που μπορεί να κάνει η διοίκηση του Μπάιντεν είναι η παγίωση της συνείδησης ότι το Δημοκρατικό Κόμμα είναι απλά τόσο αντίθετο στην σοσιαλδημοκρατία και τα συμφέροντα των εργαζομένων όσο και οι Ρεπουμπλικανοί. Θα υπάρξουν πολλές αφορμές να χτυπηθεί η αδιαλλαξία των Δημοκρατικών αλλά τόσα εμπόδια θα ρίχνονται σε κάθε προσπάθεια να ασκηθεί η λαϊκή κυριαρχία.

Οι εκλογές του 2020 μας υπενθυμίζουν ότι τα κοινωνικά κινήματα θα πρέπει να μπουν στο κέντρο της πολιτικής και όχι η εκλογική διαδικασία. Σε αυτό το σημείο μια διεθνιστική οπτική της πολιτικής έχει σημασία. Τα κοινωνικά κινήματα στη Βολιβία επέβαλαν την επιστροφή του σοσιαλιστικού κόμματος στην εξουσία, μετά από ένα χρόνο αμερικανοκινούμενου πραξικοπήματος. Λαϊκές κινητοποιήσεις στη Κούβα, το Βιετνάμ και την Κίνα αντιμετώπισαν την πανδημία μέσα σε λίγους μήνες. Η Αιθιοπία και η Ερυθραία συμφώνησαν για ειρήνη. Οι πιο προοδευτικές αλλαγές που έγιναν ποτέ στις ΗΠΑ αποτέλεσαν συνδυασμό μαζικής οργάνωσης των επονομαζόμενων εσωτερικών αποικιών, όπως της Μαύρης Αμερικής, και εξωτερικών πιέσεων που ασκήθηκαν στην Αμερική από κινήματα αυτοδιάθεσης στο εξωτερικό.

Οι εκλογές του 2020 ήρθαν και τελείωσαν. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι ο Μπάιντεν έχει αποκηρύξει κάθε επαναστατική αλλαγή. Η ανθρωπότητα θα υποφέρει ακόμα και εάν μεγαλύτερα κομμάτια των καταπιεσμένων καταλάβουν ότι ο Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί είναι αντίπαλοι των ταξικών τους συμφερόντων. Ο Τραμπ απορρίφθηκε από μια εκλογική διαδικασία που ελέγχεται πλήρως από τα επιχειρηματικά συμφέροντα, όπως απορρίφθηκε και η Κλίντον το 2016. Η πολιτική στις ΗΠΑ παραμένει συνδεδεμένη με τα στενά ιδεολογικά περιθώρια του νεοφιλελευθερισμού και της ιμπεριαλιστικής παρακμής. Οι καταπιεσμένοι θα πρέπει να δημιουργήσουν και να αγκαλιάσουν μια πολιτική που θα εναντιωθεί στις δυνάμεις της αντίδρασης που στέλνουν την ανθρωπότητα στο χείλος της ολικής καταστροφής. Ο μόνος τρόπος για να γίνει κάτι τέτοιο είναι το γίνει ο Μπάιντεν και το Δημοκρατικό Κόμμα βασικός στόχος του αγώνα των λαών για έναν νέο κόσμο.

Πηγή: Black Agenda Report

Μετάφραση: antapocrisis

Το Τέλος του Σάντερς και ίσως το ξεκίνημα για μια μαζική ανεξάρτητη Αριστερά

Η επιδημία του COVID-19 έχει φανερώσει την θλιβερή ανικανότητα του ιδιωτικοποιημένου συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των ΗΠΑ να ανταπεξέλθει σε μια γενική υγειονομική κρίση, καθώς και τις αποτυχίες των αποδυναμωμένων από την λιτότητα, δημόσιων Συστημάτων Υγείας της Ευρώπης. Παρόλο που οι ενέργειες, η αδράνεια και οι ανόητες φλυαρίες του Ντόναλντ Τραμπ έχουν αυξήσει ανυπολόγιστα τον αριθμό των θανάτων, μια σοβαρή ιατρική και οικονομική καταστροφή ήταν αναπόφευκτη από τη στιγμή που ο ιός αφέθηκε ελεύθερος να πολλαπλασιάζεται στην ανυπεράσπιστη αμερικανική κοινωνία. Ο Τραμπ δεν ήταν αυτός που δημιούργησε τις συνθήκες που έκαναν τις ΗΠΑ τόσο ευάλωτες στον φονικό ιό. Αυτό αποτελεί ένα από τα πολλά εγκλήματα του καπιταλισμού, ο οποίος στο τελικό του στάδιο μεθοδικά στραγγίζει οτιδήποτε έχει απομείνει από τον δημόσιο τομέα και ιδιωτικοποιεί κάθε πιθανό χώρο για το απώτερο  όφελος των Αρχόντων του Κεφαλαίου- της κυβερνώσας ολιγαρχίας.

Ο Μπέρνι Σάντερς υποστήριξε ότι αντιτίθεται στην  ολιγαρχία, θέτοντας υποψηφιότητα για το χρίσμα ως  υποψήφιος πρόεδρος με τους Δημοκρατικούς. Παρόλα αυτά παραδόθηκε υπάκουα στον Τζον Μπάιντεν, στην προσωποποίηση του «ευχάριστου» δολώματος για το κατεστημένο και πρωταθλητή της ιθύνουσας τάξης, από τη στιγμή που ανατράπηκε η δυναμική των προκριματικών εκλογών.

O Σάντερς δήλωσε ότι θα επιστρέψει στα καθήκοντα του ως γερουσιαστής κάνοντας «την δουλειά που χρειάζεται να γίνει για να προστατέψει τον λαό στην πιο κρίσιμη στιγμή».

Αλλά η σκληρή αλήθεια λέει ότι ο Σάντερς παραδόθηκε χωρίς όρους σε ένα Δημοκρατικό κόμμα, το οποίο στην εποχή του Τραμπ είναι, ο εκλογικός αντιπρόσωπος του μεγαλύτερου μέρους μιας διχασμένης αμερικάνικης άρχουσας τάξης-της ολιγαρχίας. Χωρίς προειδοποίηση, ο Σάντερς «αποστράτευσε τις λεγεώνες» του, παρόλο που υποστήριζε ότι συνέχιζε να οδηγεί ένα «με βαθιές ρίζες, πολυφυλετικό, πολλών γενεών κίνημα το οποίο πίστευε ότι η αλλαγή δεν έρχεται από τα πάνω αλλά πάντοτε από τα κάτω». Ο Σάντερς ευχαρίστησε τους γενναιόδωρους υποστηρικτές του, όπου κοντά στα δύο εκατομμύρια εξ αυτών είχαν δωρίσει τουλάχιστον 167 εκατομμύρια δολάρια στην προεκλογική του εκστρατεία. Αμέτρητα εκατομμύρια δεν έχουν ξοδευτεί, και πολλά περισσότερα θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν ακόμη και από έναν ιδιαιτέρως στενό κύκλο πιστών οπαδών του Σάντερς αν ο αυτοπεριγραφόμενος ως σοσιαλιστής Σάντερς ήταν ειλικρινής στο να ηγηθεί ενός κινήματος έξω από τον κατεστημένο διπολισμό Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών. Ωστόσο, ο Σάντερς αποσύρεται, και αρνείται να επιστρέψει πίσω τα χρήματα που δεν δαπανήθηκαν στην προεκλογική του εκστρατεία ή ακόμα και τις λίστες των ψηφοφόρων του, στα μέλη των κινημάτων που τον στήριξαν ή σε οποιονδήποτε άλλον εκτός του Δημοκρατικού κόμματος.

Στους κύκλους του Σάντερς είναι ευρέως γνωστό ότι ο μεγαλύτερος φόβος του είναι να τον θυμόμαστε σαν τον Ραλφ Νέιντερ, τον πρώην υποψήφιο για την προεδρία με το Πράσινο Κόμμα, ο οποίος ακόμη κακολογείται επειδή υποτίθεται ότι το 2000, με την ανεξάρτητη υποψηφιότητά του, έδωσε τις εκλογές στον Τζωρτζ Μπους. Ωστόσο, ο Νέιντερ ήταν το τελευταίο πρόβλημα του Δημοκρατικού Αλ Γκορ και μάλλον δεν έχει τίποτα για το οποίο πρέπει να ντραπεί. Από την έκδοση του βιβλίου του «Unsafe at Any Speed: The Designed-In Dangers of the American Automobile» το 1965 και την εντυπωσιακή ανάπτυξη των Ερευνητικών Ομάδων Δημόσιου Ενδιαφέροντος (PIRGS) οι δύο δεκαετίες αργότερα, ο Νέιντερ συνεχίζει να είναι επικριτικός απέναντι την ολιγαρχία και στα 86 του χρόνια πάει κόντρα στο σύστημα χωρίς να είναι τμήμα του.

Όμως, ο Σάντερς, ο οποίος πάντα κατέβαινε με τους Δημοκρατικούς, δεν μπορεί να φανταστεί την ζωή του μακριά από τον κατεστημένο διπολισμό. Παρόλη την κατηγορηματική προς την λιτότητα ατζέντα του, ο Σάντερς παραμένει ο άνθρωπός τους από τα μέσα. Αυτό το μήνα σταμάτησε την παράσταση και έγινε δεκτός πίσω στην “οικογένεια”- στο ένα από τα δύο κόμματα που οι άρχοντες του κεφαλαίου μπορούν άξια να αποκαλούν «δική μας υπόθεση» ή αλλιώς “Cosa nostra”.

O Σάντερς τα παράτησε νωρίς αυτή την φορά, με γλώσσα τόσο αντιφατική και ανειλικρινής όσο αυτή που χρησιμοποιεί και ο Τραμπ. «Θα παραμείνω στην ψηφοφορία σε όλες τις υπόλοιπες πολιτείες και θα συνεχίσω να συγκεντρώνω αντιπροσώπους”, δήλωσε στην ομιλία παραίτησης του. «Ενώ ο Αντιπρόεδρος Μπάιντεν θα είναι τελικά ο υποψήφιος, πρέπει να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για τη συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων αντιπροσώπων στο Συνέδριο των Δημοκρατικών». Αλλά φυσικά, δεν μπορείς να συνεχίσεις να μαζεύεις πραγματικά ψήφους και εκπροσώπους, ενώ ταυτόχρονα παραχωρείς τη νίκη σε έναν υπηρέτη του κατεστημένου. Με αυτόν τον τρόπο κάνεις, ακόμα και την σε αναστολή εκστρατεία του Σαντερς, ακατάλληλη ακόμη και για ψήφους διαμαρτυρίας.

Για δεύτερη φορά σε δύο προεδρικές αναμετρήσεις, ο Σάντερς επιβεβαίωσε την άποψη του Μπρους Ντίξον που τον χαρακτήριζε «μαντρόσκυλο» των Δημοκρατικών. «Τα μαντρόσκυλα φυλάνε το κοπάδι», έγραφε ο Ντίξον, ο συνιδρυτής του Black Agenda Report που πέθανε τον περασμένο Ιούνιο, «και ο υποψήφιος – μαντρόσκυλο έχει τον ρόλο του να εγκλωβίζει ακτιβιστές και ψηφοφόρους στο Δημοκρατικό στρατόπεδο, οι οποίοι ίσως σε διαφορετική περίπτωση πήγαιναν προς τα αριστερά και έξω από το Δημοκρατικό Κόμμα, είτε μένοντας σπίτι, είτε δημιουργώντας κάτι έξω από τον διπολισμό των δύο κομμάτων». Αυτός ακριβώς είναι ο Σάντερς.

Ο Σάντερς αποσύρθηκε από τον αγώνα την στιγμή που η ορμή του σταμάτησε. Ήταν η ίδια ακριβώς στιγμή μιας συνδυασμένης υγειονομικής και οικονομικής καταστροφής στην ιστορία των ΗΠΑ, που πνίγει το έθνος στο λαιμό- θα ήταν μια διδακτική στιγμή, αν  η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η οικονομική ανισότητα ήταν ποτέ η πρώτη  προτεραιότητα του Σάντερς. Αναγνώρισε όντως την κρίση η οποία άρχιζε να διογκώνεται: «Όσον αφορά την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αυτή η τρέχουσα, τρομακτική κρίση στην οποία βρισκόμαστε τώρα έχει αποκαλύψει σε όλους πόσο παράλογο είναι το τρέχον σύστημα ασφάλισης υγείας, το οποίο βασίζεται σε ασφαλιστικά πακέτα που παρέχονται από τους εργοδότες. Η τρέχουσα οικονομική ύφεση που βιώνουμε όχι μόνο οδήγησε σε τεράστια απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά έχει επίσης οδηγήσει σε εκατομμύρια Αμερικανούς να χάσουν την ασφάλιση υγείας τους».

Και αμέσως μετά, παραιτήθηκε από τον αγώνα, και από τη δυνατότητα να μιλήσει σε όλο το έθνος για τα σημαντικά πράγματα που προέκυψαν, επικαλούμενος τα καθήκοντα τους ως γερουσιαστής, καθήκοντα στα οποία θα μπορούσε να ανταποκριθεί και ως υποψήφιος, αφού έτσι κι αλλιώς οι προσωπικές εκστρατείες δεν επιτρέπονται σε περίοδο έκτακτης ανάγκης. Η πρώιμη αυτή επιστροφή του Σάντερς, του «Άσωτου Υιού», στην αγκαλιά του Κόμματος, του επιτρέπει να αποφύγει τη σκληρή πολιτικό-οικονομική κριτική στον καπιταλισμό που θα έπρεπε να ασκήσει μια «αριστερή» υποψηφιότητα για την προεδρία, καθώς ξεδιπλώνεται μια πρωτόγνωρη κρίση.

Μπροστά στην καταστροφή, η λογική της ρητορείας του Σάντερς θα τον ανάγκαζε να ξεπεράσει τα όρια του εντός καπιταλισμού λόγου – τη μόνη γλώσσα που επιτρέπουν οι Δημοκρατικοί – τόσο στην ανάλυση όσο και στην καμπάνια του. Ο Σάντερς επέλεξε να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα, καθώς έτσι μπορούσε ακόμα να επιστρέψει στο «σπίτι του», το Κόμμα.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Δημοκρατικοί, θα χαθούν στην λήθη της πολιτικής του Δημοκρατικού Κόμματος, προσποιούμενοι ότι ο Τραμπ έφερε όλη αυτή την κρίση, και είναι ο πραγματικός υπεύθυνος για όλες τις αρρώστιες του καπιταλισμού, παρά το γεγονός ότι η Δημοκρατική Εθνική Επιτροπή επέμενε να πραγματοποιεί τις ψηφοφορίες εν μέσω εξάπλωσης της επιδημίας. Οι ηλικιωμένοι έγχρωμοι θα προδώσουν τις δικές τους ριζοσπαστικές απόψεις  – όπως κάνουν σε κάθε πρώτο γύρο εκλογών – και θα απομείνουν με τον Μπάιντεν ως τον μοναδικό υποψήφιο που μπορεί να νικήσει τον Τραμπ, παρόλο που ο Σάντερς ήταν αυτός που ταίριαζε σε αυτή την περιγραφή. Όμως οι κρίσεις αλλάζουν και μετασχηματίζουν τις κοσμοθεωρίες των ανθρώπων. Ένας πυρήνας υποστηρικτών του Σάντερς, οι οποίοι μπορεί να είναι αρκετά εκατομμύρια, καθώς και πολλοί άλλοι που δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους ριζοσπαστικούς -έως ότου είδαν ότι «το σύστημα» τους άφησε γυμνούς στον COVID-19 και την συνεπακόλουθη οικονομική εξαθλίωση- ίσως αναφωνήσουν «εύρηκα!» και βγουν από τους Δημοκρατικούς ψυχή τε και πνεύματι. Το μόνο ερώτημα είναι: θα υπάρχουν εναλλακτικά, ανεξάρτητα πολιτικά οχήματα για να εκφράσουν τον θυμό και τη δράση τους,  που να είναι ικανά να αντιμετωπίσουν μια τέτοια εισροή που δεν έχει ξανά υπάρξει από τη δεκαετία του ’60;

Όπως έχει επισημάνει το Black Agenda Report στις τελευταίες δυο προεκλογικές εκστρατείες, το καλύτερο αποτέλεσμα από τις προκριματικές εκλογές θα ήταν μια μαζική έξοδος από το Δημοκρατικό Κόμμα, του αυταπατώμενου αριστερού κομματιού αυτού του συστημικού διπολισμού. (Το μεγαλύτερο μέρος των Ρεπουμπλικάνων έχει επιλέξει το σωστό «σπίτι» για το ρατσιστικό τους ποιόν: Το κόμμα της Λευκής Ανωτερότητας). Οι νεότεροι αφροαμερικάνοι δεν έχουν εγκαταλείψει την ιστορική τάση των Μαύρων για την υπεράσπιση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνης, και μερικοί πήραν μέρος στο νέο ξέσπασμα των πολιτικών κινημάτων κατά την διάρκεια των αγώνων του “Black Lives Matters”. Έχουν πολλά να αναλογιστούν ακόμα, κατά την αναγκαστική απομόνωση της εποχής του COVID-19- και ίσως να γίνουν η Μαύρη Αριστερή Γενιά του 21ου αιώνα.

Πηγή: Black Agenda Report

Μετάφραση: antapocrisis

Σύνοδος ΗΠΑ-Β. Κορέας: δεξιότερα της Δεξιάς το Δημοκρατικό Κόμμα

Εάν χρειαζόταν περαιτέρω απόδειξη για να πειστεί κανείς ότι το Δημοκρατικό Κόμμα είναι πραγματικά κόμμα του πολέμου, αυτή δόθηκε όταν ο γερουσιαστής Τσακ Σχάμερ και άλλοι Δημοκρατικοί στη Γερουσία χρησιμοποίησαν ένα κυνικό τέχνασμα για να υποστηρίξουν μια θέση ακόμη δεξιότερα απ’ αυτήν του Τζον Μπόλτον όσον αφορά τη σύνοδο κορυφής του Τραμπ και του Κιμ Γιονγκ Ουν.

Τα στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος υποστήριξαν ότι η προγραμματισμένη σύνοδος κορυφής θα μπορούσε να κριθεί επιτυχής μόνο εάν οι Βορειοκορεάτες συμφωνούσαν να καταστρέψουν όλα τα πυρηνικά, χημικά και βιολογικά όπλα τους, να τερματίσουν την παραγωγή και τον εμπλουτισμό ουρανίου, να διαλύσουν τις υποδομές των πυρηνικών όπλων και να αναστείλουν τις δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων.

Αυτές οι απαιτήσεις θα συνιστούσαν μια άνευ όρων παράδοση εκ μέρους της βορειοκορεατικής ηγεσίας και δεν πρόκειται να εκπληρωθούν, όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι Δημοκρατικοί.

Όμως, όσο προβληματικές κι αν είναι αυτές οι απαιτήσεις, το πραγματικό πρόβλημα, που δείχνει ότι η διεξαγωγή πολέμων αποτελεί και για τα δύο κόμματα το επίκεντρο της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ, είναι το εξής: εάν πρέπει να επιτευχθεί αυτό, και μόνο αυτό το αποτέλεσμα για να κριθεί επιτυχής η σύνοδος κορυφής, τότε όχι μόνο τοποθετείται ο πήχης σε ένα ύψος που ουδείς σοβαρός άνθρωπος θεωρεί δυνατό, αλλά και δίνει στην κυβέρνηση Τραμπ το ιδεολογικό άλλοθι για να προχωρήσει σε πόλεμο. Επειδή το να αναγκαστούν οι Βορειοκορεάτες να παραδοθούν αναπόφευκτα δεν μπορεί να επιτευχθεί, ουσιαστικά αποκλείεται κάθε άλλη επιλογή εκτός από τη στρατιωτική σύγκρουση.

Πρόκειται για ένα ασυνείδητο και κυνικό παιχνίδι που αποδεικνύει ότι κανένα από τα δύο κυρίαρχα κόμματα δεν έχει την ωριμότητα και την προνοητικότητα για να ηγείται.

Το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των ΗΠΑ υποστηρίζουν αμφότερα τη χρήση και την ανάπτυξη του μιλιταρισμού, της καταστολής και του πολέμου, αλλά με κάποιον τρόπο –ακόμη κι αν η ιστορική καταγραφή αποκαλύπτει το αντίθετο— το Δημοκρατικό Κόμμα κατάφερε να το βλέπουν ως το κόμμα που είναι λιγότερο πιθανό να υποστηρίξει τον πόλεμο απ’ ό,τι οι Ρεπουμπλικάνοι. Η αντίληψη αυτή πρέπει να αμφισβητηθεί ευθέως.

Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει μια μακρά και αχρεία ιστορία που το συνδέει με τη Β. Κορέα, όπως και με κάθε άλλον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ήταν οι πολιτικές του προέδρου των Δημοκρατικών Χ. Τρούμαν που διαίρεσαν την Κορεατική Χερσόνησο και οδήγησαν στον κτηνώδη αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις [Σ.τ.Μ. με τη συμμετοχή πολλών δυτικών κρατών μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας, την εποχή που η κυβέρνηση με έκτακτα στρατοδικεία εκτελούσε αγωνιστές της Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού].

Η σύγκρουση στην Κορέα ήταν πολύτιμη για τον Τρούμαν και τους συμβούλους του κόμματός του που επιδίωκαν να στρατιωτικοποιήσουν ξανά την αμερικανική οικονομία και συνεπώς χρειάζονταν τη δικαιολογία που τους παρείχε ο πόλεμος στην Κορέα. Ο Τρούμαν τριπλασίασε τον στρατιωτικό προϋπολογισμό και δημιούργησε το πλαίσιο για το δίκτυο των αμερικανικών βάσεων σε ξένες χώρες που, τελικά, θα κάλυπταν όλο τον κόσμο τις επόμενες δεκαετίες [Σ.τ.Μ. σήμερα είναι περί τις 800, εκ των οποίων μία από τις σημαντικότερες η βάση της Σούδας, στην Κρήτη].

Η δικομματική επιδίωξη για κυριαρχία σε όλο τον πλανήτη συνεχίζεται ακάθεκτα, χωρίς πραγματική εναντίωση από την «αντίσταση» του Δημοκρατικού Κόμματος. Ακόμη και η Καμπάνια για τους Φτωχούς (PPC) που άρχισε τον Μάιο και υποτίθεται ότι είναι ένα ανεξάρτητο ηθικό κίνημα μέχρι τώρα περιστρέφεται γύρω από το θέμα του ποια κόμματα και συμφέροντα είναι υπεύθυνα για τις «ηθικές αποτυχίες» των ΗΠΑ.

Αντίθετα, η Επιτροπή Επαναστατικής Δράσης, η Φοιτητική Μη Βίαιη Συντονιστική Επιτροπή, το φοιτητικό και νεολαιίστικο αντιπολεμικό κίνημα και τελικά ο δρ Κινγκ αναγνώρισαν σαφώς την ευθύνη και των δύο κομμάτων για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Αυτό που κατανοούσαν ο δρ Κινγκ και οι αγωνιστές τη δεκαετία του 1960 ήταν πως για να είναι κανείς πολιτικά και ηθικά συνεπής έπρεπε να κατονομάσει τους ενόχους και να αναγνωρίσει τα συγκεκριμένα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που ωθούν προς τον πόλεμο και τον μιλιταρισμό.

Οι εκκλήσεις στην ηθική ως στοιχείο λαϊκής κινητοποίησης ενάντια στον πόλεμο μπορεί να είναι χρήσιμες. Αλλά έχουν ελάχιστα μεγαλύτερη επίδραση από τις online υπογραφές κειμένων διαμαρτυρίας, εάν η ουσία και το συγκριμένο υποκαθίστανται από αόριστες κοινοτοπίες.

Αυτό έγινε με την εβδομάδα δράσης κατά του πολέμου της Καμπάνιας για τους Φτωχούς. Μόλις λίγες ημέρες πριν αρχίσει η εβδομάδα, στη Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίστηκε άλλη μια αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού: με 351 προς 66, οι βουλευτές ενέκριναν μια σημαντική αύξηση στο απίστευτο ποσό των $717 δισεκατομμυρίων ετησίως.

Και μόλις λίγες ημέρες μετά την εβδομάδα δράσης για τον μιλιταρισμό και τον πόλεμο, οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές έδωσαν το ασυνείδητο και οπορτουνιστικό τελεσίγραφό τους στην κυβέρνηση Τραμπ για τη Β. Κορέα, που θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε άλλον έναν παράνομο και ανήθικο αμερικανικό πόλεμο.

Το να μην κατονομάζονται οι Δημοκρατικοί ως πολεμοκάπηλοι, όπως είναι αποδεδειγμένα, είναι αυτό καθ’ εαυτό ανήθικο.

Είναι επίσης απολύτως σαφές ότι οι ηθικές εκκλήσεις δεν είναι αρκετές για να περιγράψουν τα συμφέροντα των καπιταλιστικών ελίτ και της επιδίωξής τους για πολέμους ως εκ διαμέτρου αντίθετα με τα συμφέροντα των εργαζομένων και των φτωχών, που χρησιμεύουν για τους πλούσιους σαν κρέας για τα κανόνια.

Η θέση που υιοθέτησε η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος επιβεβαίωσε απλώς αυτό που ήδη ήταν κοινώς αντιληπτό ως ηγεμονική θέση της πλειονότητας του κατεστημένου της εξωτερικής πολιτικής.

Αντικειμενικά, ουδέποτε υπήρχε μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις δεξιές πολιτικές του Ντικ Τσένι ή του Τζον Μπόλτον και της νεοφιλελεύθερης δεξιάς πολιτικής των ηγετών του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι διαφορές ήταν πάντα απλώς διαφορές τακτικής και όχι στρατηγικής, με την έννοια ότι αμφότεροι θέλουν να εκμηδενίσουν τους Βορειοκορεάτες.

Δυστυχώς, ο μόνος που διακατέχεται από σύγχυση για τις προθέσεις και τα συμφέροντα των ελίτ είναι ο απλός κόσμος, ιδίως εκείνα τα τμήματα του κοινού που έχουν συνηθίσει να πιστεύουν ότι το Δημοκρατικό Κόμμα είναι λιγότερο πολεμοκάπηλο και μιλιταριστικό απ’ ό,τι το Ρεπουμπλικανικό.

Το γεγονός είναι πως το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος είναι και αυτό Δεξιά. Ήττα της Δεξιάς σημαίνει ήττα του δικομματικού κατεστημένου, προς όφελός μας και προς όφελος όλου του κόσμου.

Γι’ αυτό οι δυνάμεις της ειρήνης, κατά του πολέμου και του ιμπεριαλισμού πρέπει να ξεκαθαρίσουν αυτές τις συγχύσεις. Το κίνημα πρέπει να διακηρύξει χωρίς υπεκφυγές τη θέση της Συμμαχίας των Μαύρων για την Ειρήνη: ούτε μια σταγόνα αίμα της εργατικής τάξης και των φτωχών για την υπεράσπιση των συμφερόντων της καπιταλιστικής ολιγαρχίας.

Πηγή: CounterPunch αναδημοσίευση από το sxedio-b.gr

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

ΗΠΑ: ο πόλεμος μεταξύ των ελίτ – οι ολιγάρχες τα πάνε καλά, ο λαός υποφέρει

Σε μια κλίμακα πρωτοφανή από την «μεγάλη» παγκόσμια ύφεση της δεκαετίας του 1930, στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα σημειώνονται οξύτατες πολιτικές επιθέσεις, διαιρέσεις και υφαρπαγές εξουσίας. Απολύσεις κυβερνητικών αξιωματούχων, έρευνες του Κογκρέσου, απαιτήσεις για προεδρική παραπομπή, κυνηγητό μαγισσών, απειλές φυλάκισης για «επίδειξη περιφρόνησης προς το Κογκρέσο» και απροκάλυπτες διαμάχες για την εξουσία έχουν θρυμματίσει τη βιτρίνα πολιτικής ενότητας και συναίνεσης ανάμεσα στις ανταγωνιζόμενες ισχυρές μερίδες της ολιγαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία, ο εκλεγμένος πρόεδρος παλεύει σε καθημερινή βάση να ασκήσει την κρατική εξουσία. Τα ελεγχόμενα από την αντιπολίτευση κρατικά (όπως η εθνική δημόσια ραδιοφωνία) και εταιρικά όργανα μαζικής προπαγάνδας αντιπαρατίθενται στην προεδρία. Ομάδες της στρατιωτικής ελίτ και της επιχειρηματικής ολιγαρχίας συγκρούονται στην εγχώρια και τη διεθνή σκηνή. Οι ολιγάρχες διαπληκτίζονται και επιτίθενται ο ένας τον άλλον. Κατασκευάζουν πλαστές κατηγορίες, συνωμοτούν και εξαπατούν. Οι πολιτικοί ακόλουθοί τους, ως μάρτυρες αυτών των μνημειωδών συγκρούσεων, είναι βουβοί, κουφοί και τυφλοί ως προς  τα πραγματικά συμφέροντα που διακυβεύονται.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον ολιγάρχη πρόεδρο και τους ολιγάρχες της αντιπολίτευσης έχει σοβαρές συνέπειες για τις αντίστοιχες μερίδες τους και για τον αμερικανικό λαό. Οι πόλεμοι και η κατάκτηση αγορών, που επιδιώκουν οι ομάδες των ολιγαρχών, ώθησαν τις αντιτιθέμενες ολιγαρχικές δυνάμεις στην απόκτηση ελέγχου επί των  μέσων πολιτικής χειραγώγησης (ΜΜΕ και δικαστικών διώξεων).

Ο έντονος πολιτικός ανταγωνισμός και η ανοικτή πολιτική αντιπαράθεση δεν έχει καμιά σχέση με τη «δημοκρατία» όπως υπάρχει σήμερα στις ΗΠΑ.

Στην πραγματικότητα, η απουσία πραγματικής δημοκρατίας επιτρέπει στους ολιγάρχες να συγκρούονται στα σοβαρά. Ο περιθωριοποιημένος και απολίτικος λαός είναι ανίκανος να αξιοποιήσει υπέρ του τη σύγκρουση μεταξύ των ολιγαρχικών μερίδων και να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του.

Τι δεν αφορά η «σύγκρουση» μεταξύ των ολιγαρχών

Η μάχη «ζωής και θανάτου» ανάμεσα στις μερίδες των ολιγαρχών δεν αφορά την ειρήνη!

Καμία από τις ολιγαρχικές ομάδες που εμπλέκεται σ’ αυτή τη διαμάχη δεν τάσσεται υπέρ δημοκρατικών ή ανεξάρτητων κυβερνήσεων.

Καμία πλευρά δεν επιδιώκει τον εκδημοκρατισμό της αμερικανικής πολιτικής/εκλογικής διαδικασίας ή τη διάλυση του μηχανισμού του αστυνομικού κράτους.

Καμία πλευρά δεν δεσμεύεται με «κοινωνικό συμβόλαιο» απέναντι στους Αμερικανούς εργάτες και υπαλλήλους.

Καμία δεν ενδιαφέρεται για πολιτικές αλλαγές  που είναι αναγκαίες ώστε να αντιμετωπιστεί η συνεχής διάβρωση του βιοτικού επιπέδου ή η πρωτοφανής αύξηση της «πρώιμης» θνησιμότητας ανάμεσα στα εργατικά και αγροτικά στρώματα της χώρας.

Παρά τις ομοιότητές τους όμως, που απορρέουν από τον βασικό στόχο ο οποίος συνίσταται στη διατήρηση της ισχύος/εξουσίας της ολιγαρχίας ενάντια στα συμφέροντα του γενικότερου πληθυσμού, υπάρχουν βαθιές διαιρέσεις σχετικά με το περιεχόμενο και την κατεύθυνση του προεδρικού καθεστώτος και του κρατικού μηχανισμού.

Και τι αφορά 

Υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των μερίδων της ολιγαρχίας πάνω στο ζήτημα των πολέμων και των «επεμβάσεων».

Η «αντιπολίτευση»  (το Δημοκρατικό Κόμμα και κάποιες ρεπουμπλικανικές ελίτ) επιδιώκει τη συνέχιση της πολιτικής των πλανητικών πολέμων, με πιο συγκεκριμένο  στόχο την αντιπαράθεση με τη Ρωσία και την Κίνα, όπως επίσης τη συνέχιση των περιφερειακών πολέμων στην Ασία και στη Μέση Ανατολή. Υπάρχει πεισματική άρνηση τροποποίησης της στρατιωτικής πολιτικής, παρά τις καταστροφικές συνέπειες στο εσωτερικό των ΗΠΑ (οικονομική παρακμή και αυξανόμενη φτώχεια) και διεθνώς, με τις μαζικές εθνικές εκκαθαρίσεις, την τρομοκρατία, την αναγκαστική μετανάστευση των προσφύγων πολέμου στην Ευρώπη, την πείνα και τις επιδημίες (όπως η χολέρα και ο λιμός στην Υεμένη).

Η προεδρία Τραμπ ευνοεί την ένταση της αντιπαράθεσης με το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα, καθώς και την επέμβαση στη Συρία, τη Βενεζουέλα και την Υεμένη.

Η «αντιπολίτευση» υποστηρίζει τις πολυμερείς οικονομικές και εμπορικές συμφωνίες (όπως η TTP και η  NAFTA), ενώ ο Τραμπ ευνοεί τις επικερδείς «διμερείς» συμφωνίες, βασίζεται στις εμπορικές και επενδυτικές δοσοληψίες με τη Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα του Κόλπου και στο σχηματισμό ενός επιθετικού στρατιωτικού «άξονα» (ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας-Ισραήλ-Εμιράτων) για να ανατρέψει το εθνικιστικό καθεστώς του Ιράν και να διαμελίσει τη χώρα.

Η «αντιπολίτευση» επιδιώκει τη διεξαγωγή πολέμων και βίαιης «αλλαγής καθεστώτος», προκειμένου να αντικαταστήσει ανυπάκουους «τυράννους» και εθνικιστές και να εγκαταστήσει «πελατειακές κυβερνήσεις» οι οποίες θα παραχωρούν βάσεις στην αμερικανική στρατιωτική αυτοκρατορία. Ο Τραμπ εναγκαλίζεται τους υπάρχοντες δικτάτορες που μπορούν να επενδύσουν στο εσωτερικό πρόγραμμά του για τις υποδομές.

Η «αντιπολίτευση» επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του ρόλου που παίζει παγκοσμίως η στρατιωτική ισχύς της Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ αποβλέπει στην επέκταση του ρόλου των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά.

Και οι δύο μερίδες της ολιγαρχίας υποστηρίζουν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, έχουν διαφορές  όμως όσον αφορά το χαρακτήρα και τα μέσα του.

Για την «αντιπολίτευση», κάθε χώρα, μεγάλη ή μικρή, μπορεί να αποτελέσει στόχο στρατιωτικής κατάκτησης. Ο Τραμπ τείνει να ευνοεί την επέκταση των κερδοφόρων εξωτερικών αγορών μαζί με την προβολή της αμερικανικής στρατιωτικής κυριαρχίας.

Ολιγάρχες: ομοιότητες ως προς την τακτική

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ολιγαρχών δεν αποκλείει ομοιότητες ως προς τα μέσα και την τακτική. Και οι δύο ομάδες προωθούν την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, υποστηρίζουν τον πόλεμο της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη και την επέμβαση στη Βενεζουέλα. Υποστηρίζουν το εμπόριο με την Κίνα και τις διεθνείς κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία και το Ιράν. Επιδεικνύουν δουλικό σέβας προς το κράτος του Ισραήλ και ευνοούν το διορισμό ανοικτά σιωνιστικών παραγόντων στον πολιτικό, οικονομικό μηχανισμό και στις μυστικές υπηρεσίες.

Αυτές οι ομοιότητες όμως υπόκεινται σε αψιμαχίες τακτικής,  πολιτικού προπαγανδιστικού χαρακτήρα. Η «αντιπολίτευση» καταγγέλλει όποια απόκλιση της πολιτικής έναντι της Ρωσίας ως «προδοσία», ενώ ο Τραμπ κατηγορεί την «αντιπολίτευση» ότι θυσιάζει τους Αμερικανούς εργάτες για χάρη της  NAFTA.

Παρά τις αποχρώσεις τακτικής και τις ομοιότητες, ο άγριος ενδο-ολιγαρχικός ανταγωνισμός απέχει πολύ από το να γίνεται για το θεαθήναι. Όποιες κι αν είναι οι πραγματικές ή οι προσποιητές ομοιότητες και διαφορές, η αντιπαράθεση των ολιγαρχών για την ιμπεριαλιστική και εγχώρια εξουσία επιφέρει μεγάλες συνέπειες στην πολιτική και συνταγματική τάξη πραγμάτων.

Ολιγαρχική πολιτική εκπροσώπηση και παράλληλο αστυνομικό κράτος

Η εξελισσόμενη διαμάχη ανάμεσα στην προεδρία Τραμπ και την «αντιπολίτευση» δεν αποτελεί μια συνήθη αψιμαχία όσον αφορά τη νομοθεσία ή τις αποφάσεις. Δεν αφορά επίσης, απλώς, τον έλεγχο του δημόσιου πλούτου της χώρας. Η σύγκρουση περιστρέφεται γύρω από τον έλεγχο του καθεστώτος και την άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Η «αντιπολίτευση» διαθέτει μια εντυπωσιακή διάταξη δυνάμεων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μηχανισμός των μυστικών υπηρεσιών (NSA, Homeland Security, FBI, CIA, κ.λπ.) και ένας ουσιώδης τομέας του Πενταγώνου και της αμυντικής βιομηχανίας. Επιπλέον, έχει δημιουργήσει νέα κέντρα ισχύος με σκοπό την εκδίωξη του Τραμπ, συμπεριλαμβανομένου του χώρου της Δικαιοσύνης. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά με το διορισμό του πρώην επικεφαλής του FBI Ρόμπερτ Μιούλερ ως «ειδικού ανακριτή» και βασικών στελεχών των υπηρεσιών του γενικού εισαγγελέα/υπουργού Δικαιοσύνης, όπως του αναπληρωτή γενικού εισαγγελέα Ρομπ Ρόζενστάιν.  Ο Ρόζενστάιν διόρισε τον Μιούλερ, αφότου απομονώθηκε αναγκαστικά ο γενικός εισαγγελέας «Τζεφ» Σέσιον (σύμμαχος του Τραμπ) διότι είχε «συναντηθεί» με Ρώσους διπλωμάτες κατά την άσκηση των καθηκόντων του στο Κογκρέσο, όντας ανώτατο στέλεχος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας.   Αυτή η «απομόνωση» αφαίρεσε σημαντικές αρμοδιότητες από τον πιο σημαντικό σύμμαχο του Τραμπ στη Δικαιοσύνη.

Το δίχτυ της αντιπολιτευτικής ισχύος απλώνεται και περιλαμβάνει πρώην αξιωματούχους του αστυνομικού κράτους, μεταξύ των οποίων τον Μάικλ Τσέρτοφ (συνεργάτη του Ρ. Μιούλερ) και επικεφαλής της Υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφάλειας  υπό τον Μπους τον νεότερο, τον Τζον Μπρέναν (CIA), τον Τζέιμς Κομέι (FBI) και άλλους.

Η «αντιπολίτευση» κυριαρχεί στα βασικά όργανα προπαγάνδας — στον Τύπο («Washington Post», «Financial Times», «New York Times» και «Wall Street Journal») και  στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο (ABC, NBC, CBS και PBS/ NPR), τα οποία ταχύτατα μεγαλοποιούν γεγονότα  και κατηγορούν  τον πρόεδρο και τους συμμάχους του για ένα όλο και επεκτεινόμενο πλέγμα ατεκμηρίωτων «εγκλημάτων και παραπτωμάτων». Νεοσυντηρητικά και φιλελεύθερα think tanks και ιδρύματα, ακαδημαϊκοί ειδικοί και σχολιαστές έχουν ενωθεί σε μια «χορωδία υστερίας» και τροφοδοτούν τη φρενίτιδα εκδίωξης του Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει μια όλο και πιο ευάλωτη βάση υποστήριξης στο υπουργικό του συμβούλιο, στην οικογένεια και τους στενότερους συμβούλους του. Διαθέτει μια μειοψηφία υποστηρικτών στα νομοθετικά σώματα και πιθανώς στο Ανώτατο Δικαστήριο, παρόλο που πλειοψηφεί σ’ αυτά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Διαθέτει επίσης την παθητική υποστήριξη των ψηφοφόρων του, αλλά αυτοί δεν έχουν την ικανότητα κινητοποίησης στους δρόμους. Είναι περιθωριοποιημένοι.

Εκτός της πολιτικής (του «βάλτου» όπως αποκάλεσε ο Τραμπ την Ουάσιγκτον), η εμπορική, επενδυτική, φορολογική πολιτική και οι απορρυθμίσεις του Τραμπ υποστηρίζονται  από την πλειονότητα των επενδυτών που αποκόμισαν κέρδη από την άνοδο των χρηματιστηρίων μετά την εκλογή του. Ωστόσο, το «χρήμα» φαίνεται να μην επηρεάζει το παράλληλο κράτος.

Η απόκλιση ανάμεσα στους επενδυτές υποστηρικτές του Τραμπ και στην πολιτική ισχύ του αντιπολιτευόμενου κρατικού μηχανισμού αποτελεί μια από τις πιο ασυνήθιστες αλλαγές του αιώνα μας.

Με δεδομένη την αδυναμία του στο εσωτερικό της χώρας και το επαπειλούμενο πραξικόπημα, ο Τραμπ στράφηκε προς την εξασφάλιση «συμφωνιών» με εξωτερικούς συμμάχους, συμπεριλαμβανομένων εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η πώληση όπλων ύψους πολλών δισ.  δολαρίων στη Σαουδική Αραβία και στα Εμιράτα του Κόλπου [360 δισ.  δολάρια σε μία δεκαετία] θα χαροποιήσει το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και τους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους σ’ αυτό.

Οι πολιτικοί και διπλωματικοί «τεμενάδες» του στον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου θα πρέπει να ευχαρίστησαν πολλούς Αμερικανούς σιωνιστές.

Αλλά οι συναντήσεις με παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες και η σύνοδος του G7 στη Σικελία απέτυχαν να εξουδετερώσουν την εξωτερική αντίθεση στον Τραμπ.

Οι ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του NATO δεν δέχτηκαν τις απαιτήσεις του Τραμπ για αύξηση της οικονομικής συμβολής τους στη συμμαχία και καταδίκασαν την απροθυμία του να προσφέρει άνευ όρων στρατιωτική στήριξη στα νέα μέλη του ΝΑΤΟ. Δεν έδειξαν συμπάθεια για τα εσωτερικά του προβλήματα.

Εν ολίγοις, οι υποστηρικτές του Τραμπ στο εξωτερικό, οι συναντήσεις και οι συμφωνίες θα έχουν ελάχιστο αντίκτυπο στον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης.

Επιπλέον, υπάρχουν μακροχρόνιοι δεσμοί ανάμεσα στους διάφορους κρατικούς μηχανισμούς της ΕΕ και των ΗΠΑ, οι οποίοι ενισχύουν την εμβέλεια της αντιπολίτευσης στις επιθέσεις της κατά του Τραμπ.

Παρόλο που οι προεδρικοί και οι αντιπολιτευόμενοι ολιγάρχες διαιρούνται πάνω σε ουσιώδη θέματα, αυτά τα θέματα είναι κάθετα και όχι οριζόντια σχίσματα – ένα ζήτημα των πολέμων «τους» ή των πολέμων «μας».

Ο Τραμπ όξυνε την ιδεολογική διαμάχη με τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, υποσχέθηκε να αυξήσει τα χερσαία στρατεύματα στο Αφγανιστάν και στη Συρία, ενίσχυσε τη στρατιωτική και συμβουλευτική στήριξη της σαουδαραβικής εισβολής στην Υεμένη και αύξησε την υποστήριξη προς τις βίαιες διαδηλώσεις και τις οχλοκρατικές επιθέσεις στη Βενεζουέλα.

Η «αντιπολίτευση» απαιτεί να αυξηθούν οι προκλήσεις ενάντια στη Ρωσία και στους συμμάχους της και να συνεχιστούν οι εφτά πόλεμοι του Ομπάμα.

Ενώ και οι δύο ομάδες των ολιγαρχών υποστηρίζουν τους συνεχείς πολέμους, η μεγάλη διαφορά είναι ποιος διαχειρίζεται τους πολέμους και ποιος θα καταστεί υπεύθυνος για τις συνέπειες.

Οι συγκρουόμενες ολιγαρχίες διαχωρίζονται ως προς το ποιος ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό, εφόσον η ισχύς τους εξαρτάται από το ποια πλευρά κατευθύνει τους κατασκόπους και δημιουργεί τις χαλκευμένες ειδήσεις.

Σήμερα και οι δύο ολιγαρχικές μερίδες βγάζουν η μία τα «άπλυτα» της άλλης στη φόρα, και καλύπτουν τις κοινές παράνομες πρακτικές τους στο εσωτερικό της χώρας και στο εξωτερικό.

Οι ολιγάρχες του Τραμπ θέλουν να μεγιστοποιήσουν τις οικονομικές συμφωνίες μέσω «άκριτης» υποστήριξης γνωστών τυράννων, η «αντιπολίτευση» υποστηρίζει «κριτικά» τυράννους με αντάλλαγμα την εκχώρηση εδαφών για αμερικανικές βάσεις και στρατιωτική στήριξη των «επεμβάσεων».

Ο Τραμπ προωθεί μεγάλες φορολογικές περικοπές προς όφελος των ολιγαρχών συμμάχων του, προχωρώντας ταυτόχρονα σε μεγάλες περικοπές κοινωνικών προγραμμάτων για τους κακότυχους ψηφοφόρους του. Η «αντιπολίτευση» υποστηρίζει πιο ήπιες φορολογικές περικοπές και μικρότερες μειώσεις στα κοινωνικά προγράμματα.

Συμπέρασμα

 Η μάχη μεταξύ των ολιγαρχικών μερίδων στις ΗΠΑ δεν έχει φτάσει ακόμη σε αποφασιστική κλίμακα. Ο Τραμπ είναι ακόμη πρόεδρος. Η «αντιπολίτευση» ανοίγει  το δρόμο της με τις έρευνές της και τις εντυπωσιακές αποκαλύψεις στα ΜΜΕ.

Ο πόλεμος προπαγάνδας συνεχίζεται. Τη μια ημέρα τα αντιπολιτευόμενα  ΜΜΕ  εστιάζουν σε έναν μετανάστη φοιτητή που απελάθηκε και την επομένη ο πρόεδρος παρουσιάζει στοιχεία για νέες θέσεις εργασίας στην αμερικανική στρατιωτική βιομηχανία.

Η αναδυόμενη συνεργασία αριστερών και νεοσυντηρητικών ακαδημαϊκών (δηλ. Νόαμ Τσόμσκι-Γουίλιαμ Κρίστολ) καταγγέλλει εξ αρχής την προεδρία Τραμπ ως εθνική «καταστροφή». Παράλληλα, συνασπίζονται επενδυτές της Γουόλ Στριτ και ελευθεριακοί για να καταγγείλουν την αντίσταση της «αντιπολίτευσης» στις μεγάλες φορολογικές «μεταρρυθμίσεις».

Ολιγάρχες όλων των αποχρώσεων και των τάσεων διαγκωνίζονται για τη συνολική κρατική εξουσία και τον πλούτο, ενώ οι πολίτες στην πλειονότητά τους αποκαλούνται «αποτυχημένοι» από τον Τραμπ ή «απαράδεκτοι» από τη μαντάμ Κλίντον.

Το κίνημα «ειρήνης», οι ομάδες για τα δικαιώματα των μεταναστών και οι ακτιβιστές του κινήματος «Η ζωή των μαύρων μετράει» έχουν μετατραπεί σε ανόητους υπηρέτες που σέρνουν το βαγόνι των ολιγαρχών της «αντιπολίτευσης», ενώ οι εργάτες της «ζώνης της σκουριάς», οι φτωχοί των αγροτικών περιοχών και οι  υπάλληλοι της μεσαίας τάξης που χάνουν την κοινωνική τους θέση είναι αδύναμοι δουλοπάροικοι, δεμένοι στο κάρο του προέδρου Τραμπ.

Επίλογος

Μετά την αιματοχυσία, όταν και εάν ανατραπεί ο πρόεδρος Τραμπ, οι υπάλληλοι της κρατικής ασφάλειας με τα καθωσπρέπει σκούρα κοστούμια τους θα επιστρέψουν στα άνετα γραφεία τους για να επιβλέψουν το «σύνηθες» έργο της κατασκοπίας των πολιτών και να εξαπολύσουν μυστικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό.

Τα ΜΜΕ θα βγάλουν στον αέρα μερικές εντυπωσιακές πληροφορίες και «λόγια της αλήθειας» από τον νέο κάτοχο του Οβάλ Γραφείου.

Η ακαδημαϊκή αριστερά θα διατυπώσει κάποια κριτική ενάντια στον πιο πρόσφατο «επικεφαλής ολιγάρχη» ή θα κοκορευτεί για το πώς η ηρωική της «αντίσταση» απέτρεψε μια εθνική καταστροφή.

Ο Τραμπ, πρώην πρόεδρος, και ο ολιγάρχης γαμπρός του Τζάρεντ Κάσνερ θα υπογράψουν νέες συμφωνίες στον τομέα των ακινήτων. Οι Σαουδάραβες θα λάβουν τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια των αμερικανικών όπλων για να εφοδιάσουν ξανά το ISIS ή τους διαδόχους του και να διαβρώσουν περαιτέρω την  «τεράστια και κραυγάζουσα από πόνο» ερημιά της αμερικανικής Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ θα απαιτήσει ακόμη πιο συχνές «εξυπηρετήσεις» από τον νέο Αμερικανό πρόεδρο.

Οι θριαμβευτές αρθρογράφοι θα διατυμπανίσουν ότι το μοναδικό πολιτικό σύστημά «μας», παρά την «πρόσφατη αναταραχή», απέδειξε ότι η δημοκρατία πάντα νικά … μόνο οι άνθρωποι υποφέρουν!

Ζήτω οι ολιγάρχες!

Πηγή: The James Petras Website 31 May 2017 via Global Research

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Θα σφετεριστεί η «εναλλακτική δεξιά» το αντιπολεμικό κίνημα;

Εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωσαν εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ φοβούμενοι ότι θα προκαλέσει  καταστροφή τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και εκτός των συνόρων τους.  Αυτό το κίνημα αντίστασης εξακολουθεί να αποτελεί μια ισχυρή κοινωνική δύναμη και πρόσφατα ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του –η εξαπόλυση ενός νέου πολέμου–  πραγματοποιήθηκε, όταν ο Τραμπ βομβάρδισε τη Συρία και επέκτεινε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή σε μια περίοδο που εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Αμέσως μετά το βομβαρδισμό της Συρίας, η κυβέρνηση του Τραμπ έστειλε πολεμικά πλοία στη Βόρεια Κορέα και την απείλησε με «προληπτικά» πλήγματα, όπως ακριβώς έγινε στο Ιράκ το 2003. Στη συνέχεια, κλιμάκωσε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν εξαπολύοντας τη μεγαλύτερη μη πυρηνική βόμβα στον κόσμο, ισχύος 21.000 λιβρών, η ενός μιλίου ακτίνα της οποίας δημιουργεί πυρηνικής έκτασης χάος, χωρίς την ενοχλητική ταμπέλα του «πυρηνικού όπλου». Το μήνυμα είναι σαφές: ο Τραμπ έγινε ένας επικίνδυνα πολεμοχαρής πρόεδρος, το φίδι απέβαλε το «απομονωτιστικό» δέρμα του.

Η κοινωνία κλονίστηκε από αυτές τις πολεμικές ενέργειες, αλλά στο εύφορο έδαφος για διαμαρτυρία δεν φύτρωσαν βλαστάρια. Το κατεστημένο «υποστήριξε» τον νέο πόλεμο είτε άμεσα χειροκροτώντας είτε έμμεσα σιωπώντας.

Η αριστερά είναι κατά του πολέμου, αλλά δεν μπήκε στον κόπο να οργανώσει κάποια διαμαρτυρία. Η μόνη αξιοσημείωτη ομάδα που το έκανε— ο συνασπισμός  ANSWER  — υποστηρίχθηκε ελάχιστα από άλλες αριστερές ομάδες. Οι λίγες διαδηλώσεις που οργανώθηκαν ήταν μικρές ή καταγγέλθηκαν από άλλους αριστερούς ότι είναι «υπέρ του Άσαντ». Ο Τραμπ, βεβαίως, είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος από τη μη εκδήλωση αντίθεσης στις ενέργειές  του και από τη διαίρεση που επικρατεί εν όψει ενός νέου πολέμου.

Μέσα σ’ αυτό το γιγαντιαίο αντιπολεμικό κενό έρπουν οι νεοναζιστικές ομάδες της «εναλλακτικής δεξιάς», με  ηγετική παρουσία του λευκού σοβινιστή Ρίτσαρντ Σπένσερ, ο οποίος απέσυρε ηχηρά την υποστήριξή του προς τον Τραμπ, οργανώνοντας διαδήλωση μπροστά στον Λευκό Οίκο για τους βομβαρδισμούς στη Συρία.  Άλλες οργανώσεις ή άτομα που συνδέονται με την «εναλλακτική δεξιά» –συμπεριλαμβανομένων των altright.comκαι Infowars— αποκήρυξαν επίσης τον πρώην φίρερ τους.

Έτσι, οι οπαδοί της λευκής υπεροχής διαμαρτυρήθηκαν πιο ηχηρά και μαχητικά από ό,τι η αριστερά, η οποία αρνήθηκε να κρούσει το καμπανάκι του κινδύνου και επέλεξε να υποβαθμίσει την επίθεση, βαφτίζοντας την εξαπόλυση των εξήντα «Τόμαχοκ» κατά της Συρίας «συμβολικό» πλήγμα ή «ρουτίνα».

Έτσι, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της «εναλλακτικής δεξιάς» κατήγγειλε κατηγορηματικά τους βομβαρδισμούς, ορισμένοι στην αριστερά τους νομιμοποίησαν εν μέρει, εστιάζοντας κατά το ήμισυ τη μετά τους βομβαρδισμούς ενεργητικότητά τους  σε καταγγελίες κατά του στόχου  του Τραμπ, του Άσαντ, και  βοηθώντας να γυρίσει το αμερικανικό κοινό στον καναπέ, αντί να βγει στους δρόμους.

Προφανώς, ο Τραμπ επέβαλε τη σιωπή στους επικριτές του, κάνοντας αυτό που φοβούνταν περισσότερο. Πώς συνέβη αυτό;

Στην πολιτική σφαίρα, η θεωρία και η πράξη είναι αδιαχώριστες. Για τους επαναστάτες η ουσία της πολιτικής θεωρίας/ανάλυσης βρίσκεται στο ότι τους οδηγεί να παρεμβαίνουν άμεσα, πιο αποτελεσματικά, μέσω της οργάνωσης/δράσης. Το «τι» της θεωρίας πρέπει να συνδέεται στενά με το «πώς» της οργανωμένης δράσης — μ’ αυτό που συχνά λέγεται «πράξη».

Στην περίπτωση της θεωρίας/ανάλυσης για τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο, η ουσία δεν είναι μόνο το να κατανοεί κανείς το «ποιος», το «τι» και το «γιατί» της πολεμικής σύγκρουσης, αλλά το «πώς» θα παρέμβει άμεσα για να τη σταματήσει.

Σε τελευταία ανάλυση, ο μόνος τόπος όπου μπορούν οι Αμερικανοί πολίτες να παρέμβουν άμεσα κατά του πολέμου είναι η χώρα τους, και γι’ αυτό ακριβώς η όποια επαναστατική ανάλυση της συριακής σύγκρουσης πρέπει να προσανατολίζεται στην κινητοποίηση του λαού  εναντίον των πολεμικών ενεργειών της κυβέρνησής «του».  Οτιδήποτε λιγότερο είναι είτε αφηρημένος σχολιασμός είτε αναποτελεσματική ηθικολογία.

Επειδή η ουσία της θεωρίας είναι η προετοιμασία της εργατικής τάξης  ώστε να μπορεί να αναπτύσσει δράση, μια λανθασμένη θεωρία καταλήγει στην αδρανοποίησή της και στην πολιτική παράλυση εν όψει του πολέμου. Ο Λέων Τρότσκι συνέκρινε κάποτε τη λανθασμένη θεωρία με μια τρύπια ομπρέλα, «άχρηστη ακριβώς όταν βρέχει».

Και τώρα βρέχει καταρρακτωδώς και αντί για μαζικές διαδηλώσεις έχουμε μια ναρκωμένη αριστερά, ως αποτέλεσμα μιας πολυετούς λανθασμένης ανάλυσης για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ακριβώς τη στιγμή που βρέχει βόμβες εναντίον άλλης μιας χώρας.

Ποιο ήταν το λάθος;  Η αριστερά αγνοούσε ή υποβάθμιζε  κάθε κλιμάκωση της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία. Αντί να διαφωτίζει τον λαϊκό κόσμο  ότι οι ΗΠΑ οργάνωναν ανοιχτά έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων  –κάτι που οδηγεί σε άμεση στρατιωτική επέμβαση— το μεγαλύτερο μέρος της  είχε συγκεντρώσει την προσοχή  στο πόσο «τερατώδης» ήταν ο πρόεδρος  της Συρίας, Μπ. Άσαντ.

Η αριστερά αγνόησε  το ρεπορτάζ των “NewYorkTimes” ότι ο Ομπάμα συνεργαζόταν με περιφερειακούς συμμάχους για τη στρατολόγηση, εκπαίδευση και εξοπλισμό στρατιωτών, ενώ ταυτόχρονα τους χρηματοδοτούσε για να επιτίθενται κατά της συριακής κυβέρνησης. Το 2013, οι « NewYorkTimes» αποκάλυψαν ότι οι ΗΠΑ επέβλεπαν τον περιφερειακό «αγωγό όπλων» προς τους ενόπλους μέσα στη Συρία. Αυτές οι ειδήσεις δεν καταγράφηκαν από τα αριστερά ραντάρ.

Αντί να απαιτούν να σταματήσει η επέμβαση, πολλοί στην αριστερά έδωσαν το πράσινο φως για τη διεξαγωγή της – ορισμένοι δε απαίτησαν, στην πραγματικότητα, να στρατιωτικοποιήσουν οι ΗΠΑ τη σύγκρουση εξοπλίζοντας ακόμη περισσότερο τους  Σύρους αντάρτες ή μεταδίδοντας την απαίτηση ορισμένων απ’ αυτούς να επιβληθεί  στρατιωτική «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» στη Συρία (μια ενέργεια που απαιτεί  πόλεμο).

Χωρίς την άμεση  αμερικανική παρέμβαση, η σύγκρουση πιθανώς θα είχε τερματιστεί αρκετά χρόνια πριν, διότι οι ΗΠΑ όχι μόνο έδωσαν όπλα και παρείχαν στρατιωτική εκπαίδευση, αλλά υποσχέθηκαν και αλλαγή καθεστώτος στους συμμάχους τους που έτσι ενθαρρύνθηκαν να  στραφούν «με όλα τα μέσα» ενάντια στο συριακό καθεστώς, βοηθώντας τους ενόπλους και κατακρεουργώντας  όλη την περιοχή μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία.

Το μέγιστο μέρος της ανάλυσης της αριστεράς εστίαζε στο πόσο φρικτός ήταν ο Άσαντ, σαν να μην είχε γνώση  το αμερικανικό κοινό της συνεχούς κάλυψης από τα κατεστημένα ΜΜΕ που τον χαρακτήριζαν «τέρας», «χασάπη» «Χίτλερ» κοκ.  Έτσι η αριστερά διακατέχεται σήμερα από πολύ μεγάλη σύγχυση που την καθιστά ανίκανη να αντιδράσει — η σύγκρουση εμφανίζεται «πολύ περίπλοκη». Ο κόσμος μισεί τον Τραμπ, αλλά του λένε ότι ο Άσαντ είναι χειρότερος, συνεπώς γιατί να διαμαρτυρηθεί ενάντια σε έναν νέο αμερικανικό πόλεμο, εάν ο στόχος του αξίζει να θανατωθεί;

Όμως, αυτό ακριβώς το συμπέρασμα ελπίζει να προκαλέσει η αμερικανική κυβέρνηση σε κάθε πόλεμο. Ο Σαντάμ ήταν «τέρας», ο Καντάφι ήταν «τέρας», οι Ταλιμπάν είναι «τέρατα», ο Μιλόσεβιτς ήταν «τέρας», οι Βιετναμέζοι ήταν «τέρατα» κοκ. Κάθε καινούργιος εχθρός του αμερικανικού στρατού συγκρίνεται με τον Χίτλερ, επειδή είναι «ηθικό» να δολοφονείται ο Χίτλερ, μια ιδέα που σήμερα παρουσιάζεται με το νέο περιτύλιγμα των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων». Όποιος πόλεμος διεξάχθηκε από τις ΗΠΑ ονομάστηκε «ανθρωπιστικός», ακόμη και η «εξημέρωση των αγρίων» κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Αμερικανών ιθαγενών.

Η αριστερά δεν θα έπρεπε να γίνεται θύμα της απανθρωποποίησης εκείνων που κηρύσσουν ως εχθρούς τους  οι ΗΠΑ.  Βεβαίως, ο Άσαντ δεν είναι κανένας  ευγενής πρίγκιπας, αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουν οι Σύροι και όχι οι ΗΠΑ.  Οι πολίτες των ΗΠΑ πρέπει να ασχοληθούν με τη χώρα τους, να αντιμετωπίσουν τον Τραμπ. Τα περισσότερα κράτη έχουν φρικτούς ηγέτες και όλες οι καπιταλιστικές χώρες θα αντιδρούσαν παρόμοια με τον Άσαντ εάν αντιμετώπιζαν διαμαρτυρίες που θα μεταμορφώνονταν σε ένοπλη ανταρσία: θα χρησιμοποιούσαν άγρια καταστολή.

Ο Σαντάμ ήταν εξίσου «τυραννικός» με τον Άσαντ, πνίγοντας στο  αίμα κάθε απειλή εναντίον του. Όμως, δεν είδαμε αντισανταμικές διαδηλώσεις στους δρόμους κατά τη διάρκεια του μαζικού αντιπολεμικού κινήματος το 2003. Η απαίτηση ήταν απλή: «Μην επιτεθείτε στο Ιράκ» ή « Όχι στον πόλεμο». Ουδείς κατηγορήθηκε τότε ως «υποστηρικτής του Σαντάμ».

Εν όψει του πολέμου με τη Συρία, πολλές αριστερές οργανώσεις έχουν ξεχάσει τελείως αυτά τα αντιπολεμικά αιτήματα. Αντίθετα επικεντρώνουν στην «καταδίκη» όλων των μερών. Κάθε μέρος που συμμετέχει στη σύγκρουση  κηρύσσεται εξίσου ένοχο, πράγμα το οποίο απαλλάσσει κάθε μεμονωμένο μέρος, εφόσον «αν όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι ένοχος».  Αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς την αμφιβολία και την αδράνεια, εάν ο στόχος είναι ένα αντιπολεμικό κίνημα.  Αυτή η απουσία προτεραιοτήτων οδηγεί στην αναποτελεσματική οργάνωση και στους άδειους δρόμους. Η επείγουσα ανάγκη να κινητοποιηθεί ο κόσμος ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ουσιαστικά αποσιωπάται. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ένα αφηρημένο σύνθημα, αλλά μια επείγουσα κλήση σε κινητοποίηση.

Ο κόσμος θα πρέπει να δικάσει μόνο μία κυβέρνηση για τη συριακή σύγκρουση: τη δική του κυβέρνηση. Οι Σύροι θα πρέπει να εστιάζουν στη Συρία και οι Ρώσοι στη Ρωσία. Οι πολίτες των ΗΠΑ είναι οι μόνοι που έχουν δικαιοδοσία για τη δική τους χώρα, όπου έχουν το δικαίωμα να κατηγορήσουν, να καταδικάσουν και να τιμωρήσουν άμεσα τον ένοχο, την κυβέρνησή τους, μέσω της οργάνωσης και της κινητοποίησης της κοινωνίας.

Η αμερικανική εργατική τάξη ελάχιστα μπορεί να κάνει για να σταματήσει οποιαδήποτε ενέργεια της συριακής κυβέρνησης, ούτε υπάρχουν συριακές επαναστατικές ομάδες  με κάποια υπόσταση στις οποίες θα μπορούσε ο αμερικανικός λαός να προσφέρει την υποστήριξή του (εξαιρούνται οι Σύροι Κούρδοι της Ροτζάβα).

Ο αμερικανικός λαός  μπορεί να επιδράσει μόνο στο εσωτερικό των ΗΠΑ,   όπου η κυβέρνηση μπορεί να αμφισβητηθεί άμεσα, ακόμη και να ανατραπεί επαναστατικά, όταν χρειαστεί.  Γι’ αυτό ακριβώς επί δεκαετίες τα αντιπολεμικά κινήματα παγκοσμίως χρησιμοποιούσαν μια γενική στρατηγική οργάνωσης εναντίον του πολέμου, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στην αρχή  «ο κύριος εχθρός είναι η δική σου κυβέρνηση».  Αυτή είναι η μόνη διεθνιστική προσέγγιση της αντιπολεμικής δραστηριότητας. Τώρα, πρέπει να αναπτυχθεί η αληθινή δύναμη για να σταματήσει την περαιτέρω εξάπλωση του πολέμου. Οι Αμερικανοί πολίτες μπορούν να δείξουν πραγματική αλληλεγγύη στον συριακό λαό σταματώντας την επέμβαση της  μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης του κόσμου στη χώρα του.

Αιτήματα και κοινωνικά κινήματα

Τα στρατηγικά αιτήματα αποτελούν το ιδιαίτερο όπλο της εργατικής τάξης. Είναι αναντικατάστατα εργαλεία οργάνωσης και τα πραγματικά αιτήματα είναι εκείνα που κινητοποιούν τον ευρύτερο πληθυσμό. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του δεν θα ενωθεί πάνω σε μια λιτανεία αιτημάτων, τα πιο αποτελεσματικά είναι τα περιορισμένα ή  ιδιαίτερα αιτήματα, συχνά αναφέρονται και ως αιτήματα «ενιαίου μετώπου», που μπορούν να ενώσουν και να κινητοποιήσουν μεγάλα τμήματα του λαού.

Το πιο αποτελεσματικό αίτημα ενιαίου μετώπου κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού πάντα ήταν μια παραλλαγή του «Σταματήστε τον πόλεμο» ή «Κάτω τα χέρια από το Ιράκ» (ή το Αφγανιστάν, τη Λιβύη, τη Συρία κοκ). Είναι ενοποιητικό αίτημα στο οποίο μπορεί να συμφωνήσουν οι εργαζόμενοι σε αντίθεση με το πλυντήριο των καταγγελιών προς πάσα κατεύθυνση που προκαλεί σύγχυση και διαίρεση, με κατάληξη την παθητικότητα.

Τα λαϊκά αιτήματα  δεν είναι λίστα γνωμών για το ποιος μας αρέσει ή δεν μας αρέσει. Οι Αμερικανοί εργαζόμενοι δεν έχουν κυρίως ανάγκη να ξέρουν «ποιον» θα υποστηρίξουν σ’ αυτή τη σύγκρουση, πρέπει να ξέρουν «πώς» θα σταματήσουν τον πόλεμο. Καμιά αντιπολεμική ομάδα σε οποιαδήποτε χώρα δεν σπαταλά τις δυνάμεις της για να καταγγέλλει το στόχο της ιμπεριαλιστικής επίθεσης.

Ορισμένες αριστερές ομάδες συνδυάζουν τα αιτήματά τους, όπως «Όχι υποστήριξη στον Τραμπ ούτε στον Άσαντ». Χρειάζονται άραγε  τα εκατομμύρια των ανθρώπων που διαδήλωσαν κατά του Τραμπ –και καθημερινά ακούν την εναντίον του Άσαντ προπαγάνδα των ΜΜΕ— να τους πουν «Όχι υποστήριξη στον Τραμπ ούτε στον Άσαντ»; Θα τους κινητοποιήσει αυτό το σύνθημα; Η προφανής απάντηση είναι «όχι» , εφόσον τους λένε κάτι που ήδη ξέρουν, ενώ τους ζητούν να μην κάνουν τίποτε.

Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι να ξέρει τι θα κάνει τώρα που η κυβέρνησή του βομβαρδίσει άλλη μια χώρα. Ο κόσμος καταλαβαίνει ότι αυτό είναι πολύ σοβαρό, εφόσον η Συρία και η Ρωσία συνδέονται στενά και η κατάσταση εξελίσσεται εκτός ελέγχου.

Η επικίνδυνη μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ

Εφόσον δεν οργανώνονται λαϊκές διαμαρτυρίες ενάντια στην επέκταση του πολέμου στη Συρία αφήνεται το πεδίο ελεύθερο στον Τραμπ και οι νεοναζιστές που αυτοαποκαλούνται «εναλλακτική δεξιά» έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν κι άλλα διαπιστευτήρια, κάνοντας αυτό που πάντα έκανε η αριστερά: να αποκηρύσσουν κατηγορηματικά, και χωρίς να απολογούνται, τους πολέμους των ΗΠΑ.

Επίσης, φαίνεται ότι η «εναλλακτική δεξιά» έχει μια πιο καθαρή ανάλυση για το τι συμβαίνει στον Λευκό Οίκο. Η εκλογή του Τραμπ περιθωριοποίησε το τμήμα του κατεστημένου που χειριζόταν την εξωτερική πολιτική επί δεκαετίες και συχνά αναφέρεται ως οι «νεοσυντηρητικοί». Ο Τραμπ τους παραγκώνισε εφόσον παρουσιάστηκε στην προεκλογική καμπάνια ως «οπαδός του απομονωτισμού» που επιδίωκε την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία. Η τάση αυτή εκφράστηκε με τον διορισμό του στρατηγού Φλιν και του φασίστα Στιβ Μπάνον σε θέσεις ισχύος όπου λαμβάνονται οι στρατιωτικές αποφάσεις.

Ο Τραμπ διακήρυξε τον τερματισμό της πολιτικής περί «αλλαγής καθεστώτος» στη Συρία και η ειρηνευτική διαδικασία που ήδη είχε αρχίσει –από την οποία ουσιαστικά είχαν αποκλειστεί οι ΗΠΑ—θα συγκεκριμενοποιούσε σύντομα αυτό που όλοι γνώριζαν: ότι ο Άσαντ είχε νικήσει στον πόλεμο και θα ανακτούσε τη «νομιμοποίησή» του στην παγκόσμια διπλωματία.

Η ήττα της στρατηγικής του Ομπάμα περί αλλαγής καθεστώτος από τον Άσαντ έκανε έξαλλους τους νεοσυντηρητικούς που ήθελαν να πετάξουν  τη Ρωσία έξω  από τη Μέση Ανατολή και από την Ανατολική Ευρώπη, διατηρώντας την επί δεκαετίες αμερικανική ηγεμονία σ’ αυτές τις περιοχές.

Η Χίλαρι Κλίντον ήταν η υποψήφια των μεγάλων τραπεζών και των νεοσυντηρητικών, χρησιμοποιώντας τον ευφημισμό της «ζώνης απαγόρευσης πτήσεων» για να απαλλαγούν από τον Άσαντ.  Ένα μεγάλο μέρος του λαϊκισμού του Τραμπ έγινε αντιληπτό ως «στάση κατά του πολέμου» (με εξαίρεση το Ισλαμικό Κράτος).

Μετά από τις προεδρικές εκλογές, οι «νεοσυντηρητικοί» διεξήγαγαν εσωτερική πάλη με τον Τραμπ την οποία και κέρδισαν πρόσφατα, μετατρέποντας τον Τραμπ από οπαδό του απομονωτισμού στον επιθυμητό  πολεμοκάπηλο. Απόδειξη είναι το αποτέλεσμα: ο απομονωτιστής στρατηγός Φλιν απολύθηκε μέσω εσωτερικών διαρροών προς τα ΜΜΕ και αντικαταστάθηκε από τον νεοσυντηρητικό στρατηγό ΜακΜάστερ, ο οποίος, σύμφωνα με την εφημερίδα “WashingtonPost” ήταν εκείνος που ώθησε στην αποπομπή του απομονωτιστή/φασίστα Στιβ Μπάνον από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, λίγες μόνο ημέρες πριν βομβαρδίσει ο Τραμπ τη Συρία, χωρίς καμιά απόδειξης  για την επίθεση του Άσαντ με χημικά στην επαρχία Ιντλίμπ (η «εναλλακτική δεξιά» απαίτησε να δοθούν αποδείξεις για την επίθεση με αέρια, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς αποδέχθηκε το πρόσχημα του Τραμπ για την εξαπόλυση της πυραυλικής επίθεσης στη Συρία).

Η εσωτερική ισορροπία ισχύος έχει μεταβληθεί και το κυρίαρχο τμήμα του αμερικανικού κατεστημένου επιβεβαίωσε τη θέση του στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής. Ο Τραμπ έμαθε ποια είναι η θέση του και ο κόσμος είναι πολύ πιο επικίνδυνο μέρος πλέον: οι εντάσεις με τη Βόρεια Κορέα έφτασαν σε εκρηκτικό σημείο και ταυτόχρονα οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν την  υπερ-βόμβα στο Αφγανιστάν.

Η «εναλλακτική δεξιά» θα χρησιμοποιήσει τον πόλεμο του Τραμπ για να ενισχύσει τη θέση της, αλλά είναι πολύ αδύναμη για να ηγηθεί οποιουδήποτε κινήματος. Εάν, όμως, η αριστερά μείνει στην παραλυτική κατάσταση στην οποία βρίσκεται  σήμερα, ως προς αυτό το θέμα,  θα βρει χώρο για να αναπτυχθεί.

Υπάρχει τεράστιο επαναστατικό δυναμικό για ένα αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ. Οι κινητοποιήσεις κατά του Τραμπ έχουν προετοιμάσει τον κόσμο για τα επόμενα βήματα και εναπόκειται στην αριστερά να δείξει το δρόμο σε μια εποχή που ο Τραμπ κλιμακώνει τους πολέμους και ο στρατιωτικός προϋπολογισμός γονατίζει τη χώρα.

Κανονικά, είναι έργο της αριστεράς των ΗΠΑ να ενώσει τον ευρύτερο πληθυσμό γύρω από το αίτημα να σταματήσει ο πόλεμος στη Συρία ή  σε κάτι παρόμοιο που θα μετασχηματίσει την ενεργητικότητα σε ισχυρή δύναμη η οποία μπορεί να ωθήσει το κίνημα κατά του Τραμπ στο επόμενο επίπεδο, όπου θα είναι ικανός ο λαός να σταματήσει τον πόλεμο με τη Συρία, τη Ρωσία, τη Βόρεια Κορέα ή με οποιαδήποτε άλλη χώρα.


Ο Shamus Cooke είναι κοινωνικός λειτουργός, συνδικαλιστής και γράφει εκ μέρους της Workers Action (www.workerscompass.org).

Πηγή: counterpunch.org

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Η Πορεία των Γυναικών ήταν μια ζοφερή αποτυχία και ένα ελπιδοφόρο σημάδι

Οι πορείες αλληλεγγύης σε όλη τη χώρα αποτέλεσαν πόλο έλξης για εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια διαδηλωτές.

Η προσέλευση ήταν εντυπωσιακή. Εκνεύρισε το νέο πρόεδρο. Αλλά τι σήμαινε η Πορεία των Γυναικών;

Παρά το ότι λένε οι σχολιαστές, οι πορείες των Γυναικών δεν ήταν κίνημα. Ούτε ήταν η αρχή ενός κινήματος.

Ήταν μια στιγμή: μια ανάταση των χειρών. “Είμαι ενάντια στον Τραμπ”, είπαν στον κόσμο οι γυναίκες (και οι άντρες). Η ερώτηση ήταν, ποιος/τι θέλουν να τον αντικαταστήσει;

Όπως σημείωσε ο υποκινητής του Occupy Wall Street, Micah White, οι διαδηλώτριες δεν εξέφρασαν κάποιες απαιτήσεις, ούτε, ακόμα περισσότερο, έθεσαν την επιθυμία να αποκτήσουν πολιτικη δύναμη. Προειδοποίησε πως “Χωρίς μια ξεκάθαρη διαδρομη από τις πορείες στην εξουσία, οι διαμαρτυρίες προορίζονται να είναι ένα αναποτελεσματικό θέαμα για να ‘νιώσουμε καλά’, διακοσμημένο με ροζ γατίσια καπέλα”. Όπως και οι άλλες διαμαρτυρίες των τελευταίων δεκαετιών, η Πορεία των Γυναικών ήταν ένας σπασμός, μια αυθόρμηση έκφραση απέχθειας και αγανάκτησης καταδικασμένη να μην οδηγήσει πουθενά.

Αν δεν απαιτείς τίποτα, πώς θα το αποκτήσεις;

Αν δεν αποτελέσεις απειλή για το κατεστημένο, γιατί να νιώσουν φοβισμένοι;

Παρόλα αυτά, υπό το ρίσκο του Mansplaining* αλλά και του Leftsplaining*, μια ανάταση χειρών έχει σημασία. Γεγονότα όπως η Πορεία των Γυναικών είναι σημαντικά γιατί η Αμερικανική πολιτική περιστρέφεται (με κάθε πρόθεση για λογοπαίγνιο) γύρω από τη μυθοπλασία ότι τα αριστερά πολιτικά κινήματα που είναι δεδομένα σε άλλα έθνη – κομμουνισμός, σοσιαλισμός και αριστερός αναρχισμός – δεν έχουν θέση στην κάλπη ή στα μέσα ενημέρωσης στις ΗΠΑ, γιατί οι αμερικανοί ψηφοφόροι δεν ενδιαφέρονται.

Στιγμές όπως του Σαββάτου αποδεικνύουν πως αυτό είναι ψέμα.

Η Νέα Αριστερά (New Left) ήταν το τελευταίο οργανωμένο μαζικό αριστερό κίνημα στην αμερικανική ιστορία. Από τη στιγμή που η οργανωμένη Αριστερά κατέρευσε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, έχουμε δει κι άλλες στιγμές όπως αυτή του Σαββάτου, ένδειξη ότι υπάρχουν αμερικανοί, δεκάδες εκατομμύρια από αυτούς, οι οποίοι πολιτικά ανήκουν στα αριστερά του ψευτοαριστερού Δημοκρατικού κόμματος και του συμβαδίζοντος κεντροδεξιού επιχειρηματικού και μιντιακού συστήματος που το υποστηρίζει και του «αντίπαλου» Ρεπουμπλικανικού brand. Σημάδια ότι αυτή η Αριστερά-εν-αναμονή υπάρχει έρχονται σε αντίθεση με την κομματική γραμμή ότι δεν υπάρχει αγορά για σφυροδρέπανα στις παλιές καλές ΗΠΑ.

Ακόμη και στην ”κοιμισμένη” δεκαετία του 1980, εκατοντάδες χιλιάδες εμφανίστηκαν για να διαδηλώσουν ενάντια στον Ρήγκαν σε διαδηλώσεις όπως αυτή της Ημέρας Αλληλεγγύης. Υπήρχαν βίαιες, αποτελεσματικές οικο-τρομοκρατικές επιθέσεις και διαμαρτυρίες ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, όπως η Μάχη του Σιάτλ τη δεκαετία του 1990. Εκατομμύρια διαδήλωσαν ενάντια στην εισβολή στο Ιρακ το 2003. Αυτή η δεκαετία μας έφερε το Occupy Wall Street, την παραδόξως δημοφιλή υποψηφιότητα του Bernie Sanders για την προεδρία, και δημοσκοπήσεις που δείχνουν πως το 37% των Αμερικανών θα ξεφορτώνονταν τον καπιταλισμό – το οικονομικό σύστημα που συνεχώς μας λένε πως είναι πιο ιερό και πιο δημοφιλές από τον Ιησού, τη μαμά και το φραπουτσίνο μήλο.

Αυτές οι πολιτικές παρορμήσεις – η αντίθεση στον πόλεμο και το μιλιταρισμό, η πάλη ενάντια στις συμφωνίες ελευθερου εμπορίου και εξαγωγής εργασίας και η καχυποψία για τον απελευθερωμένο καπιταλισμό – δεν έχουν καμία θέση στο Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανό κόμμα. Αντίθετα, ο πόλεμος, το ελεύθερο εμπόριο και η άγρια απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας είναι σε αηδιαστικό βαθμό χαρακτηριστικά και των δύο κομμάτων.

Έτσι, περισσότερο από το ένα τρίτο των αμερικανών δε βρίσκουν τίποτα ενδιαφέρον στην αμερικανική αγορά πολιτικών ιδεών(ιδεολογιών). Αυτή αποτελεί μια αχανή δεξαμενή από εν δυνάμει “καταναλωτές”. Αυτοί οι άνθρωποι – θα έλεγα ψηφοφόροι, αλλά πολλοί από αυτούς δεν μπαίνουν στον κόπο να ψηφίσουν γιατί μισούν και τα δύο κόμματα – αντιπροσωπεύουν μια αναποτελεσματικότητα στην αγορά. Στιγμές όπως το Occupy, o Bernie και η Πορεία των Γυναικών μας υπενθυμίζουν την ύπαρξη της εν-αναμονή-αριστεράς. Κάποια μέρα, προφανώς, κάποιος ή κάποιοι θα χτίσουν μια οργάνωση που θα προσελκύσει τους για καιρό παραμελημένους αμερικάνους αριστερούς και θα διοχετεύσουν την ενέργειά τους σε κάτι αρκετά δυνατό για να κατακτήσουν την εξουσία και αρκετά έξυπνο για να κυβερνήσουν.

Μέχρι τότε, η πραγματική αριστερά θα αυτοαναπαράγονται στα πλαίσια των Δημοκρατικών.

Το οποίο και συνέβη στην Πορεία των γυναικών.

Για την ακρίβεια, πολλοί διαδηλωτές στις Πορείες των Γυναικών ήταν Δημοκρατικοί υποστηρικτές της Hillary Clinton. Τα πλακάτ “Love Trumps Hate”, γραμμένα στο χέρι παρά τυπωμένα από τη Δημοκρατική Εθνική Επιτροπή, όπως κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής εκστρατείας και τα κουμπιά Hillary, το αποδεικνύουν.  Ωστόσο, ακόμα περισσότεροι διαδηλωτές ήταν προοδευτικοί υποστηρικτές του Bernie Sanders, σοσιαλιστές και κομμουνιστές που θέλουν να δουν μια ριζική αλλαγή στην κοινωνία και την οικονομία – και αυτοί οι καλοί αριστεριστές (το ένα τρίτο της χώρας, και η πλειοψηφία της αριστεράς συνολικά) επέτρεψαν στον εαυτό τους να εμφανιστούν χωρίς αντιπροσώπευση.

Μια καλή ένδειξη ότι η Πορεία των Γυναικών ενσωματώθηκαν σε μια θορυβώδη εκλογική καμπάνια για τη Hillary και τον Cory Booker-το-2020 pep rally ήταν ότι οι ομιλήτριες περιορίστηκαν σε εκατομμυριούχους φιλελεύθερους Δημοκρατικούς celebrities όπως το Michael Moore, την Ashley Judd και τη Gloria Steinem και παροπλισμένους πρώην ριζοσπαστικούς όπως η Angela Davis. Αν αυτή ήταν μια ακτιβιστική δράση (για παράδειγμα μια που θα φόβιζε τον Τραμπ και το GOP, δηλαδή το Ρεπουμπλικανό Κόμμα, στμ), ή ένας συνασπισμός φιλελεύθερων οι οποίοι θα καλωσόριζαν και θα σέβονταν τους αριστερούς συμμάχους τους, αντί να θέλουν απλώς να βρικολακιάσουν τον δίκαιο θυμό τους και την ενέργεια τους σε ενδιάμεσες (στο μέσο της θητείας) ψήφους, η λίστα των ομιλητών θα περιλάμβανε ανθρώπους που θα καλούσαν σε επαναστατική αλλαγή και δράση έξω από το υπάρχον σύστημα. Θα υπήρχαν επίσης μερικοί ριζοσπαστικοί ακτιβιστές που θα έκαναν σημαντική δουλειά.

Ο φιλελευθερισμός των διασημοτήτων και η έκκληση για ψήφο στους Δημοκρατικούς είναι αυτά που άφησαν την Αριστερά να πεθάνει.

Δεν είναι περίεργο που η Πορεία των Γυναικών είναι καταδικασμένη να προστεθεί στη λίστα με τις άκαρπες φιλελεύθερες πορείες! Επείδη είναι Δημοκρατικοί, κανένας από τους ομιλητές δεν πρότειναν την απόρριψη ολόκληρου του άρρωστου συστήματος της συστηματοποιημένης φτώχειας, των βιομηχανοποιημένων φυλακών, του πολέμου και της εργασιακής σκλαβιάς. Αντίθετα, στους διαδηλωτές δόθηκε ένας φθαρμένος δημιουργός ντοκιμαντέρ να τους καλεί να απομνημονεύσουν έναν αριθμό τηλεφώνου με τον οποίο μπορούν να καλέσουν στο Κογκρέσσο γιατί, ναι, αυτό θα προσφέρει κάτι, ειδικά αυτήν την περίοδο, με τους Ρεπουμπλικανούς να κάνουν κουμάντο σε όλα.

Ωστόσο, παρά τις μαλακίες των Δημοκρατικών, αυτά τα τεράστια πλήθη ήταν θριαμβευτικά. Εμφανίστηκαν, ακούστηκαν και υπαινίσσονται την καλύτερη χώρα που θα μπορούσαμε να έχουμε.


Ο Ted Rall, συνδικαλιστής συγγραφέας και καρτουνίστας για το ANewDomain.net, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου “Snowden”, της βιογραφίας του πληροφοριοδότη του NSA.

*Ο όρος Μansplaining λοιπόν προέρχεται από το πάντρεμα των λέξεων man και explaining και πλέον χρησιμοποιείται  ευρέως για να περιγράψει την τάση των ανδρών να κάνουν μάθημα στις γυναίκες πολλές φορές μάλιστα πάνω σε θέματα σχετικά με τις εμπειρίες των ίδιων των γυναικών ,όπως ο σεξισμός ή η έκτρωση χωρίς να ενδιαφέρονται ή να αναγνωρίζουν την γνώση της γυναίκας πάνω στο θέμα. Αντίστοιχα χρησιμοποιείται και ο όρος leftsplaining για την αριστερά και τις αναλύσεις της.

Μετάφραση: Μαλβίνα Ανδρώνη, Μαρίνα Παπαδοπούλου

Πηγή: Rall.com

Φεμινίστριες, προσοχή!

Κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου εκλογών του 2016, η πρώην Γραμματέας του Κράτους Madeleine Albright (η αμερικάνικη απάντηση στη Margaret Thatcher) έφερε σε δύσκολη θέση τον εαυτό της κηρύσσοντας δημόσια «Υπάρχει ένα ειδικό μέρος στην Κόλαση φυλαγμένο για τις γυναίκες εκείνες που αρνούνται να υποστηρίξουν την Hillary Clinton».

Εκτός από το να προσβάλει τα εκατομμύρια νέων γυναικών (κάτω των 35) που εκούσια επέλεξαν να υποστηρίξουν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών Bernie Sanders, η Albright έμμεσα προσέβαλε και την ίδια την Clinton, υπαινισσόμενη ότι ο κύριος λόγος να ψηφίσουν υπέρ της είναι το φύλο της, κάτι που χυδαία αναφέρθηκε από τους σχολιαστές ως ”vagina vote” (ψήφος μήτρας).

Το ψωνισμένο σχόλιο της Albright ήταν ένα από τα δύο πιο βλακώδη σχόλια που άκουσα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Το άλλο ήταν η απάντηση του Donald Trump όταν ρωτήθηκε από έναν ρεπόρτερ τι θα έκανε με τον ISIS, αν εκλεχθή πρόεδρος. Ο Trump απάντησε «Αυτό που θα κάνω με τον ISIS θα σοκάρει τον κόσμο!» Φυσικά, με τα μίντια να μην έχουν κότσια ως συνήθως, ο ρεπόρτερ δεν αμφισβήτησε αυτή την ηλίθια απάντηση.

Ανεξάρτητα από το τι κηρύττουν οι Ρεπουμπλικάνοι (και αλίμονο, οι Δημοκρατικοί) ως μέλη του Κογκρέσου – ανεξάρτητα από το τι θα μας έκαναν να πιστεύουμε παρουσιαστές ραδιοφωνικών εκπομπών, επιχειρηματίες, αντιεργατικοί προπαγανδιστές, ρεβιζιονιστές ιστορικοί, μαριονέτες των κυρίαρχων ΜΜΕ, και βολεμένοι κάτοικοι προαστίων, ήταν η δύναμη των εργατικών ενώσεων και η σιωπηρή απειλή της βίας που από μόνη της δημιούργησε την αμερικανική μεσαία τάξη.

Είναι γεγονός. Φυσικά, επειδή η δημόσια ανυπακοή και η «δύναμη» τείνει να είναι δύσκολη και τρομακτική – που δεν καταλαβαίνει από ωραία λόγια, σεμιναριακούς λόγους, «δηλώσεις αποστολής» και ασκήσεις ανάπτυξης ομαδικού πνεύματος – το Κατεστημένο θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι κάθε τι που ξεφεύγει από τα όρια της πολιτισμένης συζήτησης και βγαίνει στους δρόμους είναι αναξιοπρεπές, δυσάρεστο, και (το μεγαλύτερο ψέμα από όλα) αχρείαστο.

Εξετάστε την ιστορία. Η μεσαία τάξη δεν συνενώθηκε μέχρι την μεταπολεμική δεκαετία του 1950. Πριν από αυτό, η μεσαία τάξη δεν υπήρχε. Και αυτή η πλουσιοπάροχη δεκαετία τυχαίνει να είναι η ίδια δεκαετία που η ενωμένη εργατιά χτύπησε το υψηλότερο ρεκόρ της, με περίπου το 35% όλων των εργατών των ΗΠΑ να ανήκουν σε συνδικάτα.

Επιπλέον, αυτά τα εντυπωσιακά νούμερα δε λαμβάνουν καν υπόψη τους «λαθρεπιβάτες» οι οποίοι επωφελήθηκαν από τους εργοδότες που τους παρείχαν μισθούς συνδικάτων, προνόμια και εργασιακές συνθήκες ώστε να κρατήσουν μακριά τα σωματεία.

Συγκρίνετέ το με την αξιοθρήνητη κατάσταση που συναντάμε σήμερα, όπου μόλις το 6% των εργασιών του ιδιωτικού τομέα διαθέτει σωματεία. Για να πω την αλήθεια, ίσα που μπορεί κανείς να κατανοήσει – να συλλάβει το μυαλό του – την τρομερή επιρροή που μπορούσε να ασκήσει ο κόσμος της εργασίας μισό αιώνα πίσω (παρά το πέρασμα του τοξικού νόμου Taft-Hartley Act, το 1947). Η ιδέα του να έχουν οι εργάτες και οι εργάτριες τόση ωμή δύναμη ακούγεται σαν φαντασίωση στο σήμερα.

Γεγονός που μας φέρνει στο Φεμινισμό. Στην ιστορία των ΗΠΑ, πηγαίνοντας πίσω στο 1920, τη χρονιά που οι ενήλικες γυναίκες απέκτησαν επιτέλους το δικαίωμα της ψήφου, στη μόνη δουλειά που ήταν απόλυτα εγγυημένο ότι οι γυναίκες κάνοντας την ίδια δουλειά με τους άντρες θα λάβουν ακριβώς τα ίδια με τους άνδρες ήταν τα εργατικά σωματεία.

Δεν ευθύνονταν το Κογκρέσο, δεν ήταν φιλανθρωπικά ιδρύματα, δεν ήταν η Εκκλησία. Ήταν η οργανωμένη εργασία. Αυτό ίσχυε τότε και ισχύει και σήμερα. Αν μια γυναίκα θέλει να βεβαιωθεί πως θα παίρνει τις ίδιες απολαβές με έναν άνδρα, το μόνο μέρος που αυτό είναι εγγυημένο είναι μέσα στο πλαίσιο κάποιας εργατικής ένωσης.

Αντίστοιχα, αντί να καταθέτουν συλλογές υπογραφών στο Κογκρέσο, ή να κάνουν διαμαρτυρίες στο Δημαρχείο, ή να εγγραφούν σε ομάδες γυναικείας αλληλεγγύης, ή να γράφουν καυστικά έξυπνα άρθρα γνώμης για τους New York Times, οι γυναίκες θα έπρεπε να αναλογιστούν να γίνουν απειλητικές. Θα έπρεπε να σκεφτούν να γίνουν εκείνο που οι άντρες τρέμουν, δηλαδή να αποκτήσουν δύναμη. Χρειάζεται να ενταχθούν σε σωματεία.

Αν οι γυναίκες δικαίως πιστεύουν ότι είναι άδικο για αυτές να παίρνουν 77 cents του δολαρίου συγκριτικά με όσα βγάζουν οι άνδρες, οι Φεμινίστριες χρειάζεται να εγκαταλείψουν τον αβρό διανοουμενισμό και τη ρητορική (ασχέτως πόσο εύγλωττη), και να κάνουν κάτι τρομακτικό. Χρειάζεται να ενστερνιστούν το «ξεπερασμένο».

Όλα αυτά έκανε το «διακοσμητικό Φεμινισμό» της Hillary Clinton κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της να φαίνεται τόσο υποκριτικό. Δε μπορούσε να τα έχει όλα. Δε μπορούσε να εξυμνείται και να προμοτάρεται από τη Wall Street και ταυτόχρονα να επιμένει ότι είναι υπέρ της «ισότητας των μισθών», γιατί αυτές οι δύο απόψεις είναι αντιφατικές. Η Wall Street αντιτίθεται στην ισότητα των μισθών. Η Wall Street είναι αντίθετη με τα εργατικά σωματεία. Λυπάμαι που το λέω, αλλά έτσι είναι και η Clinton.

Ο David Macaray είναι συγγραφέας και δραματουργός.

Μετάφραση: Μαρίνα Παπαδοπούλου

Πηγή: CounterPunch