Άρθρα

Η παραίτηση του πρωθυπουργού είναι μονόδρομος

Το antapocrisis αναδημοσιεύει την παρέμβαση του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γ. Σωτηρέλλη για τους παρακάτω λόγους:

α. Σε αντίθεση με τον θλιβερό στρατό του ακραίου κέντρου που δεν βρίσκει ατιμωτικό για μια δημοκρατική κοινωνία να παρακολουθείται ο υποψήφιος αρχηγός ενός κοινοβουλευτικού κόμματος, ο καθηγητής θεωρεί ότι αυτή η πράξη συνιστά ευθεία παραβίαση του Συντάγματος, ενέχοντας ποινικές και πειθαρχικές ευθύνες για τον διοικητή της ΕΥΠ και την εποπτεύουσα εισαγγελέα.

β. Αμφισβητεί ευθέως – και εξαιρετικά πειστικά – την αποστροφή του πρωθυπουργού ότι η παρακολούθηση ήταν “νόμιμη”. Λόγοι εθνικής ασφάλειας της χώρας δεν είναι οι εθνικές επιδιώξεις άλλων κρατών, όπως γελοιωδώς ισχυρίστηκαν κυβερνητικοί κύκλοι. Ένας βουλευτής, ευρωβουλευτής ή πολύ περισσότερο αρχηγός κόμματος δεν μπορεί να παρακολουθείται υπό την επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας εκτός και αν ενέχεται σε κατασκοπία ενάντια στη χώρα του. Στην προκειμένη πρόκειται δηλαδή για αντισυνταγματικές και παράνομες υποκλοπές.

γ. Ο πρωθυπουργός έχει την αντικειμενική πολιτική ευθύνη καθώς επέλεξε την άμεση υπαγωγή της ΕΥΠ στο γραφείο του και στον ίδιο προσωπικά, επέβαλε με ελάχιστα θεσμικό τρόπο τα πρόσωπα που αποφάσισαν και ενέκριναν την παρακολούθηση Ανδρουλάκη (τον διοικητή της ΕΥΠ και την εποπτεύουσα εισαγγελέα), ψήφισε την απαγόρευση της γνωστοποίησης εκ μέρους της ΑΑΔΕ παρακολουθήσεων και υποκλοπών ακόμα και όταν οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτές, έχουν εκλείψει. Όλα τα παραπάνω συντείνουν στο ότι οι υποκλοπές υπάγονταν σε εκ των προτέρων σχεδιασμό στο ανώτερο δυνατό επίπεδο (πρωθυπουργός), και σε κάθε περίπτωση η ευθύνη Μητσοτάκη για το μέγα αυτό σκάνδαλο είναι μη μεταβιβάσιμη.

δ. Ευθαρσώς θεωρεί ότι η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης πρέπει να οδηγήσει σε παραίτηση Μητσοτάκη. Αυτό δεν συνιστά απλώς εκλογές. Σημαίνει την ατιμωτική απόταξη από την πολιτική ζωή ενός πορφυρογέννητου γόνου της αστικής εξουσίας που θεωρεί ότι η χώρα ανήκει στην τάξη του και ότι μπορεί να τσαλαπατά κατά το κέφι του το Σύνταγμα, τους νόμους και τον πυρήνα των δημοκρατικών αρχών.

Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού για το σκάνδαλο των υποκλοπών κλείνουν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο τον πρώτο κύκλο μιας πρωτοφανούς για τα ελληνικά δεδομένα υπόθεσης, η οποία, δυστυχώς, όχι μόνον υπονομεύει την συνταγματική λειτουργία του πολιτεύματος αλλά και θέτει ευθέως ζήτημα Δημοκρατίας.

Τα δεδομένα της υπόθεσης είναι γνωστά, τουλάχιστον καθ’ό μέρος αφορούν την ομολογημένη επίσημα, πλέον, παρακολούθηση ενός ευρωβουλευτή και υποψήφιου αρχηγού κόμματος από την ΕΥΠ. Τίποτα δεν αποκλείει βέβαια να αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση είναι αναμεμιγμένη και με την παρακολούθηση του ίδιου (και ενός δημοσιογράφου, ενδεχομένως δε και άλλων) μέσω κακόβουλων λογισμικών που βρίσκονται στα χέρια ιδιωτικών κέντρων εξουσίας (predator, Pegasus κ.α.τ.). Ωστόσο αυτό είναι μεν αντικείμενο δημοσιογραφικής και δικαστικής διερεύνησης αλλά τίποτε δεν έχει αποδειχθεί και άρα δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε, προς το παρόν, μια τέτοια κατηγορία. Θα αρκεσθώ λοιπόν μόνο στην «νόμιμη» –όπως χαρακτηρίσθηκε καταχρηστικά από την κυβέρνηση– παρακολούθηση μέσω της ΕΥΠ, εστιάζοντας σε δύο ιδίως σημεία: πρώτον ότι η παρακολούθηση αυτή δεν ήταν νόμιμη αλλά απλώς μια νομιμοφανής παραβίαση του Συντάγματος και δεύτερον ότι η σχετική ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά και μόνον τον πρωθυπουργό, παρά την εναγώνια προσπάθειά του να μας πείσει για το αντίθετο.

Α. Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο σημείο. Το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπει τα εξής:

«1. Tο απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Nόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.

**2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1».

Με βάση λοιπόν αυτές τις διατάξεις ερωτάται:

Συνέτρεχε περίπτωση είτε «διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων» είτε «λόγων εθνικής ασφάλειας»; Από τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του κ. Κοντολέοντος αλλά και από τον τρόπο που τοποθετήθηκε ο πρωθυπουργός τόσο στο «Βήμα της Κυριακής» και στην σημερινή δήλωσή του, είναι νομίζω προφανές ότι δεν συνέτρεχε καμία τέτοια περίπτωση. Πολλώ δε μάλλον με δεδομένη και την ασυλία που έχει ο Νίκος Ανδρουλάκης, ως Ευρωβουλευτής, η οποία επιβάλλει εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Άρα τόσο ο –τέως πλέον– διοικητής της ΕΥΠ όσο και η αρμόδια εισαγγελέας είναι υπόλογοι για εκ προθέσεως παραβίαση του Συντάγματος και υπέχουν τόσο ποινική όσο και πειθαρχική ευθύνη. Αυτό σημαίνει –πέραν των άλλων– ότι η εισαγγελέας της υπόθεσης δεν μπορεί να συνεχίσει να υπηρετεί στον δικαστικό κλάδο, επικαλούμενη την δήθεν ανεξάρτητη δικαστική κρίση της.

Διότι στην μεν περίπτωση της «διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος» δεν λέχθηκε το παραμικρό –πέρα από κάτι άθλιες διαρροές, εκβιαστικού χαρακτήρα– στην δε περίπτωση της «εθνικής ασφάλειας», το ότι πρόκειται για αόριστη νομική έννοια δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντιμετωπισθεί κατά το δοκούν ή/και αυθαίρετα. Αντίθετα, η υπαγωγή σε «λόγο εθνικής ασφάλειας» πρέπει να υπακούει σε συγκεκριμένα ερμηνευτικά κριτήρια, που έχουν προ πολλού διαπλασθεί από την θεωρία και την νομολογία και αποκλείουν τόσο την ταύτιση της εθνικής ασφάλειας με την δημόσια τάξη (που είναι κατά πολύ ευρύτερη έννοια) όσο και την υποκατάστασή της από τις εθνικές επιδιώξεις άλλων κρατών, όπως αυτές υποτίθεται ότι εκφράστηκαν μέσω των πρεσβειών τους(αναφέρομαι στα αστεία σχετικά δημοσιεύματα, που είδαν ξαφνικά το φως της δημοσιότητας, μέσω κυβερνητικών διαρροών, για να διαψευσθούν όμως κατηγορηματικά στη συνέχεια από τις κατονομαζόμενες χώρες…). Με άλλα λόγια, η μόνη «εθνική ασφάλεια» της οποίας μπορεί να γίνει επίκληση είναι αυτή της χώρας μας (και όχι άλλης χώρας…) και ο μόνος σχετικός λόγος που θα δικαιολογούσε παρακολούθηση, για να το πούμε καθαρά, θα ήταν η κατασκοπεία…

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι δύο βασικοί υπεύθυνοι για τις αντισυνταγματικές αυτές υποκλοπές πρέπει κατά την άποψή μου να κληθούν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, που πρόκειται να (ξανα)συγκληθεί, και να δώσουν συγκεκριμένες εξηγήσεις για την στάση τους, και μάλιστα ενώπιον του κ. Ανδρουλάκη…

Β. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι συγκεκριμένες παρακολουθήσεις συνιστούν αναμφισβήτητη συνταγματική εκτροπή, ανακύπτει το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα. Τις πταίει; Ποιος έχει, συγκεκριμένα, την πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο αυτό της παρακολούθησης προβεβλημένου πολιτικού προσώπου και τι συνεπάγεται η ανάληψη αυτής της ευθύνης;

Όπως έγινε σαφές από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού η προσπάθειά του κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Αφ’ενός μεν να μας πείσει ότι δεν γνώριζε τίποτε για τις παρακολουθήσεις αφ’ετέρου δε ότι κινείται απολύτως θεσμικά, τόσο σε σχέση με τον καταλογισμό των ευθυνών (παραίτηση Κοντολέοντος και Δημητριάδη) όσο και σε σχέση με την διαλεύκανση της υπόθεσης (αποδοχή της εκ νέου σύγκλησης της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας και της σύστασης Εξεταστικής Επιτροπής). Ωστόσο, πίσω από τους θεσμικούς βερμπαλισμούς και τα μεγάλα λόγια η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, σε όλα τα πεδία. Ας δούμε γιατί:

α. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο πρωθυπουργός λέει αλήθεια για το ότι δεν γνώριζε για τις παρακολουθήσεις –κάτι που προσωπικά θα ευχόμουν να ισχύει αλλά το θεωρώ μάλλον απίθανο–αυτό διόλου δεν τον απαλλάσσει από τον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης. Και τούτο διότι η πολιτική ευθύνη σχετικά με την άσκηση μιας αρμοδιότητας δεν είναι υποκειμενική αλλά αντικειμενική. Στην συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση η ευθύνη αυτή είναι και αποκλειστική, αν αναλογισθούμε ότι:

Πρώτον, είναι ο ίδιος που επέλεξε την υπαγωγή της ΕΥΠ στο γραφείο του πρωθυπουργού, στο πλαίσιο του κατ’ευφημισμόν «επιτελικού κράτους» (που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συγκεντρωτικό υπερπρωθυπουργείο). Βοηθός δε εκπληρώσεως, σε αυτήν την μεταφερθείσα αρμοδιότητα, δηλαδή στην εποπτεία της ΕΥΠ, ανέλαβε ο γενικός του γραμματέας και ανιψιός του, δηλαδή το πλέον έμπιστο πρόσωπο, που λειτουργούσε σε όλα τα ζητήματα σαν «αντ’αυτού». Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η αρμοδιότητα και κατ’επέκτασιν η πολιτική ευθύνη για την λειτουργία της ΕΥΠ έπαυσαν να ανήκουν αποκλειστικά και εις ολόκληρον στον πρωθυπουργό. Το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς, ως προς την διαχειριστική εμπλοκή του κ. Δημητριάδη, είναι το ότι θα ήταν αδιανόητο να γίνονται παρακολουθήσεις αυτού του είδους και αυτής της σπουδαιότητας ερήμην του. Αυτός άλλωστε ήταν και ο βασικός λόγος της παραίτησής του, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επιμερισθεί η πολιτική ευθύνη σε αυτόν και στον διοικητή της ΕΥΠ και να απαλλαγεί έτσι ο πραγματικά -και σε κάθε περίπτωση αντικειμενικά- υπεύθυνος, δηλαδή ο πρωθυπουργός…

Δεύτερο επιβαρυντικό στοιχείο, που επιτείνει την αποκλειστικότητα της πολιτικής ευθύνης του πρωθυπουργού, είναι ότι αυτός όχι μόνον επέλεξε αλλά και επέβαλετα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη, δηλαδή τόσο τον διοικητή της ΕΥΠ κ. Κοντολέοντα όσο και την εισαγγελέα κα Βλάχου. Το έπραξε δε με ελάχιστα θεσμικό τρόπο και εν πλήρει γνώσει περί του ότι επρόκειτο για δύο αμφιλεγόμενα, ως προς τα προσόντα τους, πρόσωπα. Έτσι, για μεν τον διοικητή της ΕΥΠ επέλεξε να ψηφισθεί μια φωτογραφική διάταξη, για να καλυφθεί η έλλειψη των τυπικών προσόντων του, για δε την εισαγγελέα επέμεινε στην τοποθέτησή της παρά τις αντιδράσεις από την ηγεσία του Αρείου Πάγου και την οριακή πλειοψηφία (6-5) με την οποία ψηφίσθηκε από το αρμόδιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (με μειοψηφήσαντες, μάλιστα, τόσο τον Πρόεδρο όσο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου…).

Τρίτο επιβαρυντικό στοιχείο είναι η ψήφιση του άρθρου 87 του νόμου 4790/2021 με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 [«Άρση του Απορρήτου (ΦΕΚ Α 121)] ως προς τους λόγους εθνικής ασφάλειας και καταργήθηκε ρητά και σε κάθε περίπτωσηη αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να γνωστοποιεί την λήψη του μέτρου της άρσης, μετά την λήξη αυτής, ακόμη και αν δεν διακυβεύεται πλέον ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε (άρθρο 3 του ν.2225/1994) και μάλιστα και για σχετικές άρσεις του απορρήτου που έχουν γίνει στο παρελθόν… Δεν είναι δε διόλου συμπτωματικό το ότι η συγκεκριμένη κατάργηση της ενημέρωσης –την οποία επέκριναν έντονα και εμπεριστατωμένα ο Πρόεδρος και δύο μέλη της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών (βλ. Χρ. Ράμμου/Σ. Γρίτζαλη/Αι. Παπανικολάου, Αντίθεση του άρθρου 87 Ν. 4790/2021 προς τις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ για διαφύλαξη του απορρήτου των επικοινωνιών, Constitutionalism.gr, 7.4.2021)– έγινε σε μια περίοδο κατακόρυφης αύξησης των παρακολουθήσεων, η οποία και από μόνη της συνιστά διαρκή καταστρατήγηση του Συντάγματος, όπως επισήμαναν πρόσφατα αρκετοί συνάδελφοι.

Συμπερασματικά, ο πρωθυπουργός δεν πρέπει να συγχέει τον ρόλο του με τον ρόλο του «ανεύθυνου» ανώτατου άρχοντα (που και εκείνος ακόμη μπορεί να διωχθεί ποινικά για εκ προθέσεως παραβίαση του Συντάγματος…). Σε κάθε δε περίπτωση, έχει ο ίδιος την πλήρη και αποκλειστική πολιτική ευθύνη για μια ΕΥΠ την οποία αφού υπήγαγε ο ίδιος στις αρμοδιότητες του, εν συνεχεία την στελέχωσε με αμφιλεγόμενα πρόσωπα και με μικροπολιτικά κριτήρια, την δραστηριοποίησε υπέρμετρα και χωρίς να τηρούνται οι συνταγματικές εγγυήσεις και εν τέλει την απάλλαξε από τις ευθύνες (επί της ουσίας) παράνομων παρακολουθήσεων.

Πολλώ δε μάλλον έχει μη μεταβιβάσιμη αντικειμενική ευθύνη για το ότι η συγκεκριμένη αυτή ΕΥΠ έφτασε στο σημείο να παρακολουθεί ευρωβουλευτή και υποψήφιο αρχηγό πολιτικού κόμματος, ακόμη και αν δεχθούμε σαν αληθή τον ισχυρισμό του ότι δεν γνώριζε τίποτα… Έναν ισχυρισμό, βέβαια, ο οποίος σε κάθε περίπτωση μοιάζει σαν επίκληση «μειωμένου καταλογισμού» και ως εκ τούτου δεν τον τιμά ιδιαίτερα ως προς την πολιτική του επάρκεια…

Γ. Με βάση τα όσα προηγήθηκαν, ο πρωθυπουργός δεν έχει αναλάβει ακόμη την πολιτική ευθύνη για όσα έγιναν. Διότι ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, για μια τόσο σοβαρή υπόθεση, δεν είναι η καρατόμηση του εκλεκτού του στην ΕΥΠ και του ανιψιού του (ο οποίος μάλιστα ερευνάται και για εμπλοκή του στην χρήση κακόβουλων λογισμικών). Ούτε βεβαίως μπορεί να κρύψει την πολιτική του ευθύνη πίσω από τον δικαστικό έλεγχο -ο οποίος αφορά τις ποινικές ευθύνες- ή πίσω από την σύσταση μιας εξεταστικής επιτροπής, στην οποία το κόμμα του θα έχει την πλειοψηφία…

Τα παραπάνω ασφαλώς και πρέπει να δρομολογηθούν. Αυτό όμως πρέπει να γίνει αφού αναληφθεί ακέραιη η πολιτική ευθύνη που βαρύνει τον πρωθυπουργό. Κα μια τέτοια ανάληψη της πολιτικής ευθύνης δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο εκτός από την παραίτησή του, όπως συνέβη επανειλημμένα σε ανάλογες περιπτώσεις ανάληψης αντικειμενικής ευθύνης για πράξεις ή παραλείψεις εποπτευόμενων από πολιτικά πρόσωπα κρατικών υπηρεσιών. Μια αναδρομή στην σύγχρονη ιστορία μας -αλλά και στην ιστορία άλλων χωρών…- αποδεικνύει νομίζω εύγλωττα το τι συνεπάγεται η πραγματική ανάληψη αντικειμενικής πολιτικής ευθύνης. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην -εμβληματική- υπόθεση του Watergate…

Στο σημείο όμως αυτό ανακύπτει εύλογα το ερώτημα: δηλαδή ανάληψη της πολιτικής ευθύνης σημαίνει εκλογές; Η απάντηση είναι απλή: όχι απαραίτητα. Το ποιες θα είναι εν συνεχεία οι εξελίξεις, θα εξαρτηθεί από το τι είδους παραίτηση θα έχουμε. Αν παραιτηθεί ολόκληρη η κυβέρνηση, τότε προφανώς θα έχουμε εκλογές, διότι πρόκειται για κυβέρνηση που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, οπότε δεν θα υπάρξουν διερευνητικές εντολές αλλά αναλογική εφαρμογή της παρ. 3γτου άρθρου 37, δηλαδή διαβούλευση της Προέδρου με τα κόμματα και αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβέρνησης προκήρυξη εκλογών που θα διεξαχθούν από διακομματική ή από υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση.

Ωστόσο, αν ο πρωθυπουργός επιλέξει να αναλάβει προσωπικά την πολιτική ευθύνη, όπως είναι και το ορθό, τότε το αν θα πάμε σε εκλογές εξαρτάται αποκλειστικά από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Διότι, όταν παραιτείται ατομικά ο πρωθυπουργός κόμματος απόλυτης πλειοψηφίας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει υποχρεωτικά πρωθυπουργό το πρόσωπο που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα αυτού του κόμματος. Τίποτα δεν εμποδίζει λοιπόν την Νέα Δημοκρατία να παραμείνει στην κυβέρνηση και να δρομολογήσει η ίδια, ή ένα σχήμα ευρύτερης αποδοχής που θα στηριχθεί από αυτήν, θεσμικές και πολιτικές λύσεις που θα κριθούν πρόσφορες για την υπέρβαση της κρίσης (παράλληλα βέβαια με την διαχείριση των τρεχόντων κρίσιμων κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων).

Δ. Στις λύσεις αυτές, βέβαια, εντάσσεται κατ’αρχήν και η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής. Υπό δύο όμως προϋποθέσεις:

α. Ότι η επιτροπή αυτή θα ασχοληθεί επί τούτω με το ζήτημα της συγκεκριμένης παρακολούθησης και όχι γενικά με το ζήτημα των παρακολουθήσεων των τελευταίων ετών, όπως ακούσθηκε, διότι αυτό θα παρεξέτρεπε και θα καθυστερούσε υπερβολικά την διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τίποτε δεν αποκλείει, βέβαια, να αποφασισθεί στην συνέχεια και η σύσταση δεύτερης Εξεταστικής Επιτροπής, με διευρυμένο περιεχόμενο και με ιδιαίτερη έμφαση στην εν γένει προστασία του απορρήτου των ανταποκρίσεων και στους κινδύνους από την χρησιμοποίηση -τόσο από κρατικές όσο και από ιδιωτικές εξουσίας- κακόβουλων λογισμικών, από τότε που ανέκυψαν τέτοιες παρακολουθήσεις (δηλαδή από χρονικό σημείο που πρέπει να προσδιορισθεί με κάποια κριτήρια).

β. Ότι θα συμφωνηθεί από τα κόμματα να ανατεθεί σε εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα ευρύτατης αποδοχής (όπως γίνεται σε άλλες χώρες) η σύνταξη ενός προκαταρκτικού πορίσματος, με βάση τα στοιχεία που θα συλλεγούν, ώστε να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις ενός ενιαίου τελικού πορίσματος της Επιτροπής, από όλους τους συμμετέχοντες εκπροσώπους των κοινοβουλευτικών ομάδων. Μόνον έτσι θα παρακαμφθούν οι μικροκομματικές σκοπιμότητες, που οδηγούν στην σύνταξη ξεχωριστών πορισμάτων, με επικράτηση, τελικά, του πορίσματος της πλειοψηφίας και με αγνόηση των θέσεων των υπόλοιπων κοινοβουλευτικών ομάδων.

Κατά την άποψή μου μια τέτοια ενίσχυση του ελεγκτικού ρόλου των Εξεταστικών Επιτροπών –προκειμένου να αποκτήσουν μείζονα θεσμική αξιοπιστία–μπορεί να γίνει και χωρίς αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, εφόσον συμφωνηθεί από όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μια σχετική πρόβλεψη είναι πολύ εύκολο να προστεθεί στον Κανονισμό της Βουλής, όπως έγινε, τηρουμένων των αναλογιών, με την δυνατότητα προσφυγής σε τριμελές γνωμοδοτικό συμβούλιο, πριν αποφασισθεί η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από την Βουλή για την παραπομπή υπουργού σε δίκη (άρθρα 153 επ. ΚαΒ).

Ε. Κλείνοντας, δεν αντέχω στον πειρασμό να επισημάνω, για μια ακόμη φορά, την μονομέρεια και την αγωνιώδη προσπάθεια υποβάθμισης του θέματος από τα «καθεστωτικά» μέσα της κατ’ευφημισμόν ενημέρωσης (δηλαδή από τα μέσα που υπηρετούν με συνέπεια τις επιλογές και τα συμφέροντα του -πολλαπλά διαπλεκόμενου- οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου). Στην αρχή έθαψαν το ζήτημα, στην συνέχεια προσπάθησαν να εμφανίσουν τον Νίκο Ανδρουλάκη σαν γραφικό, λόγω της πείσμονος εμμονής του στην προσπάθεια αποκάλυψης του σκανδάλου και μόνον όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια –χάρη στην Ανεξάρτητη Αρχή Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών– άρχισαν να ψελλίζουν κάτι μισόλογα και να προσπαθούν να τηρούν κάπως τα προσχήματα. Επιβεβαιώθηκε έτσι, για μια ακόμη φορά, το ότι το μιντιακό μας σύστημα (και ιδίως το ραδιοτηλεοπτικό), συνιστά –με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις– μια από τις πλέον κρίσιμες παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, επιτείνοντας και αυτό, με την σειρά του το μείζον πρόβλημα Δημοκρατίας που θέτει επί τάπητος η υπόθεση των ομολογημένων παρακολουθήσεων (και το οποίο δυστυχώς μπορεί να κακοφορμίσει, αν αποκαλυφθούν και εντελώς εξωθεσμικές παρακολουθήσεις, με κακόβουλο λογισμικό…).

Και μια τελευταία λέξη για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Απέναντι στην αλαζονική ανευθυνότητα της κυβέρνησης αυτά καλούνται να επιδείξουν θεσμική στάση και νηφαλιότητα. Όσο και αν δικαιολογούνται σήμερα έντονες πολιτικές αντιδράσεις τους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνυπολογίσουν με υπευθυνότητα την κρισιμότητα των στιγμών και να αναζητήσουν διαύλους εθνικής συνεννόησης, για την επόμενη μέρα. Διότι μόνον έτσι, και όχι με οιμωγές και λαϊκά δικαστήρια, θα καταστεί δυνατόν αφ’ενός μεν να αντιμετωπισθούν, με πολιτική γενναιότητα και αποφασιστικότητα, τα τρέχοντα προβλήματα αφ’ετέρου δε να θωρακισθούν, με συγκεκριμένες εγγυήσεις, οι συνταγματικές ελευθερίες και ο πλουραλισμός, ώστε να αποτραπεί στο μέλλον κάθε παρεκτροπή που θα μπορούσε να τραυματίσει τους θεσμούς και να υπονομεύσει περαιτέρω το δημοκρατικό μας πολίτευμα…

Πηγή: ieidiseis.gr

Από το #Έρχεται_πoύτσα στο #ΝΔ_παιδεραστές: Μιλήστε μας λίγο εκεί στη Βουλή για την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου

Ο νυν πρωθυπουργός και αρχηγός του κόμματος που ήρθε στην εξουσία έχοντας ως ένα από τα βασικά hashtags των εκλογών του 2019 το #Έρχεται_πoύτσα (απευθυνόμενο προς τον απερχόμενο ΣΥΡΙΖΑ), διαμαρτύρεται σήμερα για την ποιότητα του διαλόγου στα Κοινωνικά Δίκτυα.

Τον έπιασε ο πόνος τον Κ. Μητσοτάκη για τη χαμηλή ποιότητα που ξάφνου χαρακτηρίζει τα ελληνικά social media και κυρίως το Twitter που εδώ και χρόνια είναι ο απόπατος της πολιτικής διαπάλης του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Εκατοντάδες μισθωμένοι (κυρίως), αλλά και άμισθοι χουλιγκάνοι τουιτάρουν με τη μεγαλύτερη ευκολία τις μεγαλύτερες χυδαιότητες και νομίζουν ότι αυτό είναι πολιτική.

Με αφορμή την υπόθεση Λιγνάδη ο ΣΥΡΙΖΑ σπίναρε το #ΝΔ_παιδεραστές. Τη γραμμή εκλαΐκευσε περαιτέρω ο Βαξεβάνης και την αναβάθμισαν οι Τράγκας, Χίος, Καραχάλιος κοκ. Δεν εννοούσαν απλώς ότι η υπόθεση Λιγνάδη έχει πολιτικές προεκτάσεις που ακουμπούν τον ίδιο τον Μητσοτάκη. Εννοούσαν (ή αναρωτιούνταν «αθώα») για το αν ο Μητσοτάκης έχει στήσει κύκλωμα εκμετάλλευσης ανήλικων προσφυγόπουλων αναλαμβάνοντας τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα απευθείας στο πρωθυπουργικό του γραφείο.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τη σειρά του εξανέστη, διότι το επίπεδο του διαλόγου έπεσε χαμηλά με το #ΝΔ_παιδεραστές, καθώς το κόμμα του μας είχε συνηθίσει σε κομψότατα μηνύματα, όπως αυτό του #Έρχεται _πoύτσα. Το οποίο ειρήσθω εν παρόδω τρεντάρει συχνά πυκνά από τη ΝΔ κάθε φορά που τα ΜΑΤ δέρνουν φοιτητές ή τώρα που κινδυνεύει η ζωή του Κουφοντίνα.

Τα ΜΜΕ επίσης ανατρίχιασαν με τη διαστρέβλωση της αλήθειας και αποφάσισαν ότι τίθεται ζήτημα δημοκρατίας. Το αποφάσισε ο Παπαχρήστος που μέχρι πρότινος ισχυριζόταν ότι ο Τσίπρας ανακαίνισε τη βίλα του στο Σούνιο με πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ, το ΣΤΑΡ που μας είπε ότι ο Λιγνάδης «κατηγορείται για το τίποτα» και ο ΣΚΑΙ που αναρωτιέται αν οι βιασθέντες ανήλικοι “είχαν γονείς να τους μαζέψουν”. Όλοι οι παραπάνω μαχητές της αλήθειας, θέτουν ζήτημα ποιότητας της δημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα επιχειρούν να αθωώσουν την κυβέρνηση μετατρέποντας για ακόμα μια φορά ένα δικό τους σκάνδαλο σε μια σκευωρία του αντιπάλου.

Όποιος ισχυριστεί ότι ο Μητσοτάκης δεν είχε γνώση του #Έρχεται_πούτσα, ή ο Τσίπρας δεν είχε γνώση του #ΝΔ_παιδεραστές, κοροϊδεύει. Γνώση για τις τάσεις των hashtags που κυριαρχούν στον “πολιτικό διάλογο” έχει και ο τελευταίος τυχαίος σχολιαστής. Τα πολιτικά επιτελεία με δεκάδες στελέχη και δημοσιογράφους να δίνουν τη μάχη των trends, δεν έχουν απλώς γνώση, έχουν ισχυρότατο μερίδιο στη διαμόρφωσή τους. Και θα μπορούσαν με μία και μόνο εντολή ή δήλωση να περιορίσουν τον οχετό.

Η συζήτηση λοιπόν για την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου που προκαλεί αύριο η κυβέρνηση στη Βουλή είναι βαθιά υποκριτική. Μοιάζει με το να διαμαρτύρεται ο Τάκης ο Τσουκαλάς για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το αγνό φίλαθλο πνεύμα στα ελληνικά γήπεδα. Η ποιότητα του πολιτικού διαλόγου είναι λίγο πιο κάτω από τον υπόνομο, αλλά τόσο η κυβέρνηση όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση έχουν πλήρη συνείδηση, γνώση και ευθύνη επ’ αυτού.

Και είναι αστείο να ισχυριστεί κανείς ότι η ΝΔ και τα χυδαία ΜΜΕ θέλουν ειλικρινά να θέσουν το θέμα του πολιτικού χουλιγκανισμού, της κομματικής εκμετάλλευσης ή της διαστρέβλωσης της θέσης του αντιπάλου.

Η φωλιά τους είναι λερωμένη. Επιπλέον είναι και βαθιά υποκριτές.

Γιατί όσο είναι χυδαίο να ισχυρίζεται κανείς ότι ο Μητσοτάκης πάσαρε ανήλικους στον Λιγνάδη, άλλο τόσο χυδαίοι είναι για παράδειγμα οι ισχυρισμοί της ίδιας της κυβέρνησης αλλά και του συνόλου σχεδόν των ΜΜΕ ότι όσοι υποστηρίζουν να μην πεθάνει ο Κουφοντίνας, υποστηρίζουν ταυτόχρονα την τρομοκρατία.

Γιατί πρέπει να καταδικαστεί δηλαδή ο Τράγκας και ο Χίος (που πρέπει), αλλά δεν πρέπει να καταδικαστούν σχεδόν όλοι οι βουλευτές της ΝΔ που θεωρούν υποστηρικτές της τρομοκρατίας όσους επιμένουν να εφαρμοστεί ο νόμος και στην περίπτωση του Κουφοντίνα;

Υπάρχει χυδαιολογία που βοηθά την ποιότητα της δημοκρατίας και χυδαιολογία που δεν τη βοηθά;

Όσο για την αξιωματική αντιπολίτευση;

Ας αναρωτηθεί αν βοήθησε το #ΝΔ_παιδεραστές στην ανάδειξη της πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης για το σκάνδαλο Λιγνάδη.

Αλλά και αν διευκολύνει ή δυσχεραίνει την απόπειρα Μητσοτάκη να αντιστρέψει μια πορεία φθοράς που επιταχύνθηκε απότομα από την αποτυχημένη διαχείριση της πανδημίας, από το σάλο της Ικαρίας, από την βαθιά οικονομική κρίση.

Το πρόβλημα με το επίπεδο του διαλόγου στη δημόσια σφαίρα της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν είναι οι κακές λέξεις ή τα αήθη υπονοούμενα.

Όσοι τα ακούμε, θα επιβιώσουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι οι επιφανειακές χουλιγκάνικου τύπου συγκρούσεις κρύβουν ή αποπροσανατολίζουν τις βαθύτερες και ουσιαστικότερες ανατροπές που θα μπορούσαν να τεθούν, να ζυμωθούν, να προετοιμαστούν.

Ανασταλτική δύναμη της έφεσης στην δίκη της Χρυσής Αυγής: Ζητήματα αναστολής

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών εξέδωσε χθες την απόφαση του στην δίκη της Χρυσής Αυγής. Το δικαστήριο με Πρόεδρο την κ. Λεπενιώτη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και προέβη σε μια απόφαση ιστορική.

Το βασικό ζήτημα που απασχόλησε το δικαστήριο ήταν το αν η έφεση των καταδικασμένων θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.  Τελικώς, δεν χορηγήθηκε αναστολή σε κανέναν από τους κατηγορουμένους πλην 12, πράγμα που σημαίνει ότι το διευθυντήριο της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής θα εκτίσει άμεσα τις ποινές κάθειρξης που τους έχουν επιβληθεί για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 παρ. 2 ΠΚ). Συνεπώς, οι Ν. Μιχαλολιάκος, Η. Κασιδιάρης, Ι. Λαγός, Η. Παναγιώταρος, Α. Ματθαιόπουλος, Γ. Γερμενής και Χ. Παππάς θα οδηγηθούν στην φυλακή. Το Τριμελές Εφετείο δεν υιοθέτησε την πρόταση της κ. Εισαγγελέως Αδαμαντίας Οικονόμου, η οποία πρότεινε η έφεση να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα για όλους, εκτός από τον Ρουπακιά. Πρότεινε ουσιαστικά να αφεθούν ελεύθεροι οι καταδικασθέντες μέχρι την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων). Δικονομικά και δικαιοπολιτικά το δικαστήριο προχώρησε σε μια άκρως ορθή απόφαση. Διότι η πρόταση της κ. Εισαγγελέως ήταν δικονομικά εσφαλμένη.

Καταρχάς, η άρνηση χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος για τον φυσικό αυτουργό της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα Γιώργο Ρουπακιά είναι ορθή καθώς σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3904/2010 « Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις», όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιβάλλει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης (το Τριμελές Εφετείο), το μόνο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί για την αναστολής είναι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο. Επομένως, από τον ίδιο τον νόμο προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί για την αναστολή του Ρουπακιά και άρα σωστά έκρινε να μην ανασταλεί η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Τα σφάλματα της πρότασης της κ. Εισαγγελέως αφορούν την χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος σε όλους τους υπόλοιπους κατηγορουμένους και ειδικά αυτούς που απαρτίζουν την διεύθυνση της εγκληματικής (13 χρόνια κάθειρξη) και την Τοπική Οργάνωση Νίκαιας (τάγμα εφόδου Νίκαιας) που ήταν υπεύθυνο για την προσχεδιασμένη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 497 παρ. 8 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας θέτει τα κριτήρια για την χορήγηση ή μη του ανασταλτικού αποτελέσματος της έφεσης, μεταξύ των οποίων και ο κίνδυνος ο καταδικασθείς να είναι υπότροπος, δηλαδή αν αφεθεί ελεύθερος να είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης του, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.

Εδώ πρέπει να σταθούμε και να δούμε τι σημαίνει ή αναφορά του ποινικού νομοθέτη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης ως κριτήριο μη χορήγησης τους ανασταλτικού αποτελέσματος. Το νόημα της έκφρασης «συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης» στο βαθμό που αποτυπώνει την συνδρομή αρνητικών στοιχείων που είναι ικανά να αποκλείσουν το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης, θα πρέπει τα στοιχεία αυτά να είναι, κατ’ αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορα για την τέλεση και άλλων αξιόποινων πράξεων. Η αληθινή, αιτιολογία εδώ για την μη χορήγηση ανασταλτικού θα πρέπει να υπολογίζει τα συγκεκριμένα αρνητικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, τα οποία λογικά και αιτιακά συνθέτουν και προοικονομούν κρίσιμους όρους μια αντικειμενικά δρομολογημένης εγκληματικής δραστηριότητας[1]. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που δεν δόθηκε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση των χρυσαγιτών: αν αφεθούν ελεύθεροι οι ηγέτες της εγκληματικής οργάνωσης είναι πολύ πιθανό να υποπέσουν και πάλι σε τέλεση εγκλημάτων, καθώς παραμένουν στην δίνη μιας αποδεδειγμένα δρομολογημένης συνέχισης της εγκληματικής δραστηριότητας.

Για την ενίσχυση της παραπάνω ορθής δικονομικής άποψης θα πρέπει αναγκαστικά να ληφθεί υπόψη η δράση της Χρυσής Αυγής ως μια ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης.

Η αξιόποινη δράση της Χρυσής Αυγής εκδηλωνόταν με μια διαρκή βιαιότητα, σκληρότητα με βασικό μοτίβο τις προσχεδιασμένες και οργανωμένες αιματηρές και δολοφονικές επιθέσεις. Στα πλαίσια αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας της η Χρυσή Αυγή έχει διαπράξει βαρύτατες πράξεις, όπως ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, απόπειρα ανθρωποκτονίας και επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Επιθέσεις σε μαγαζιά αλλοδαπών,  ρατσιστικό πογκρόμ και δολοφονία του Αλίμ Αμντούλ Μανάν το 2011. Μαχαίρωμα Αφγανού πρόσφυγα το 2011 στον Αγ. Παντελεήμονα. Επίθεση σε δύο αλλοδαπές γυναίκες το 2011 στο Μεταξουργείο και επικίνδυνη σωματική βλάβη. Επικίνδυνη σωματική βλάβη στους Αιγύπτιους αλιεργάτες στο Πέραμα το 2012. Επίθεση σε αλλοδαπούς μικροπωλητές στην Ραφήνα το 2012. Ενέδρα 50 χρυσαυγιτών με λοστούς σε 30 μέλη του ΠΑΜΕ το 2013, πέντε ημέρες πριν την δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Δολοφονία Σαχζάτ Λουκμάν και φυσικά η δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Οι αναφορές είναι ενδεικτικές καθώς ο κατάλογος των επιθέσεων δεν έχει τελειωμό.

Είναι προφανές χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, με βάση το πλαίσιο του άρθρου 497 παρ. 8 ΚΠΔ και με δεδομένα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εγκληματικής δραστηριότητας της Χρυσής Αυγής ότι ο κίνδυνος υποτροπής όσων καταδικάστηκαν για διεύθυνση ήταν πέρα για πέρα υπαρκτός. Διότι όχι απλά παραμένουν στην δίνη μια αποδεδειγμένα δρομολογημένης συνέχισης εγκληματικών πράξεων, αλλά οι ίδιες οι παραπάνω πράξεις τους αποτελούν οργανικό χαρακτηριστικό-αναπόσταστο κομμάτι μιας ναζιστικής οργάνωσης. Χωρίς τις ανθρωποκτονίες, τις απόπειρες ανθρωποκτονίας και τις επικίνδυνες σωματικές βλάβες σε συμπολίτες μας δεν μπορεί να υπάρξει και να συγκροτηθεί μια ναζιστική οργάνωση και το αντίστροφο.

Εκτός από τον κίνδυνο της υποτροπής προκύπτει και ακόμα ένα στοιχείο που αποδεικνύει πόσο λάθος ήταν η πρόταση της Εισαγγελέως. Η περίπτωση του Χρήστου Παππά, καταδικασθέντος για διεύθυνση. Η Εισαγγελέας στην αγόρευσή της για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης ισχυρίστηκε πως κανένας δεν είναι ύποπτος φυγής. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ ο Χρήστος Παππάς καταζητείται από την 1η Οκτωβρίου, δηλαδή δύο εβδομάδες ήδη πριν προτείνει η κ. Οικονόμου για το ανασταλτικό. Είναι δυνατόν η Εισαγγελέας να μην γνώριζε ότι ο Χρήστος Παππάς καταζητούνταν από την αστυνομία; Γιατί ισχυρίστηκε ότι κανένας δεν είναι ύποπτος φυγής την στιγμή που ο Χ. Παππάς ήδη όπως φαίνεται είχε διαφύγει; Γιατί υποστήριξε ότι κανένας κατά το παρελθόν δεν προσπάθησε να διαφύγει την σύλληψη του ενώ ο ίδιος ο Χρήστος Παππάς το 2013 μετά την δολοφονία Φύσσα κρυβόταν για να αποφύγει την σύλληψη; Η πρόταση της Εισαγγελέως την εκθέτει, είναι λάθος, δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Όποιος, επίσης, την υπερασπίζεται εκτίθεται και αυτός νομικά.

Το δικαστήριο με την μη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος και την επιβολή άμεσης έκτισης της ποινής στους ηγέτες και στα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής έπραξε το νομικά και δικαιοπολιτικά ορθό. Από την άλλη, η κριτική που γίνεται στην κ. Εισαγγελέα από συναδέλφους και συμπολίτες μας φανερώνει βαθύτατα δημοκρατικά αντανακλαστικά. Η κριτική και η έκφραση γνώμης είναι συνταγματικό δικαίωμα και όχι λαϊκό δικαστήριο όπως ειρωνικά σχολιάζουν κάποιοι συνάδελφοι. Η κριτική στην κ. Εισαγγελέα είναι αυτό που έχει ανάγκη κάθε κοινωνικό κράτος δικαίου: μια δημοκρατία με την ενεργή συμμετοχή του λαού.

[1] Αδάμ Χ. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, Η δομή της ποινικής δίκης, σελ. 668, Σάκκουλας

Το λαϊκό κίνημα είναι το πραγματικό τείχος υπεράσπισης της δημοκρατίας

Η 7η Οκτώβρη σίγουρα θα καταγραφεί ως μια ιστορική μέρα νίκης στον διαχρονικό αγώνα απέναντι στον φασισμό τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Η πρόταση της εισαγγελέως κατέπεσε και η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για τον ρόλο της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης. Απομένει η απονομή των ποινών (που οι προβλεπόμενες με τον νέο Ποινικό Κώδικα Παρασκευόπουλου είναι αισθητά μειωμένες) για την ολοκληρωτική καταδίκη των νεοναζί. Οι δολοφόνοι του Παύλου Φύσσα, του Σαχζάτ Λουκμάν, οι πρωτοστάτες των επιθέσεων σε συνδικαλιστές, αντιφασίστες, πρόσφυγες και μετανάστες δεν είναι αθώοι, ποτέ δεν ήταν, είναι εγκληματική οργάνωση. Πρέπει να οδηγηθούν στη φυλακή χωρίς κανένα ελαφρυντικό, μέχρι να οδηγηθούν εκεί που πραγματικά ανήκουν, στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Η μεγαλειώδης συγκέντρωση στην Αθήνα και οι μεγάλες συγκεντρώσεις σε διάφορες πόλεις έδειξαν ότι το πραγματικό τείχος υπεράσπισης της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων μας είναι το ίδιο το εργατικό και λαϊκό κίνημα, το κίνημα της νεολαίας, το πολύπλευρο και πολύμορφο αντιφασιστικό κίνημα, οι δημοκρατικοί άνθρωποι. Είναι οι δυνάμεις της μαχόμενης ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς που μετά από χρόνια εμφανίστηκαν και έδρασαν από κοινού.

Η νίκη και απονομή δικαιοσύνης δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει κτήμα της κυβέρνησης της ΝΔ, της αντιμεταναστευτικής και ακροδεξιάς ρητορικής και  της θεωρίας των δυο άκρων που κάθε φορά που σπείρεται θερίζεται φασισμός.  Δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει κτήμα του ΣΥΡΙΖΑ που έπαιξε καθοριστικό ρόλο τόσο στην καθυστέρηση της ίδιας της δίκης όσο και σε διάφορα «ξεπλύματα» των νεοναζί (στάση στη Βουλή, επίσκεψη με Κασιδιάρη στο Καστελόριζο κλπ.)

Η απόφαση του δικαστηρίου και η ανάσα δικαίωσης και αισιοδοξίας που μας δημιούργησε δεν μπορεί να οδηγήσει σε εφησυχασμό ότι ξεμπερδέψαμε με το φασιστικό φαινόμενο.  Δεν είναι μόνο η αναμονή των ποινών, είναι η ίδια η φύση του σύγχρονου καπιταλισμού που μπροστά στην κρίση και τις αντιφάσεις του επιστρατεύει και αξιοποιεί την ακροδεξιά και τον φασισμό. Ειδικά στην Ελλάδα που οι δεσμοί δεξιάς και ακροδεξιάς, κράτους και παρακράτους είναι χρόνιοι και ισχυροί ξέρουμε καλά ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.  Δεν ξεμπερδέψαμε ούτε με τους φασίστες ούτε με όσους τους στήριξαν και τους ανέδειξαν,  έστω και αν τώρα εμφανίζονται με γερές δόσεις όψιμου και ψεύτικου αντιφασισμού. Η ίδια η απρόκλητη καταστολή της μεγαλειώδους διαδήλωσης έξω από το εφετείο με τη χρήση χημικών και αύρας, λίγες στιγμές μόλις μετά την ανακοίνωση της απόφασης και εν μέσω των πανηγυρισμών από τους διαδηλωτές, δείχνει ένα νέο γύρο κλιμάκωσης της επίθεσης στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες. Για αυτό απαιτούμε την εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας και γενικά του κρατικού μηχανισμού από φασιστικά εγκληματικά στοιχεία, για αυτό παλεύουμε για την κατάργηση του πρόσφατου αντιδημοκρατικού νόμου για τις διαδηλώσεις και ζητάμε κατάργηση του Π.Δ.171/1991 που δίνει τη δυνατότητα στην αστυνομία να αυθαιρετεί.

Συνεχίζουμε στο δρόμο του αγώνα απέναντι στον φασισμό και το σύστημα που τον γεννά, για ζωή, ελευθερία και υπεράσπιση των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων.

“Αυτό είναι διαφορετικό”: διαδηλώσεις στο Μινσκ και πογκρόμ στο Παρίσι

Ο Εμμανουέλ Μακρόν όρθωσε τη φωνή του απέναντι στην καταπάτηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη Δημοκρατία της Λευκορωσίας. «Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνεχίσει την κινητοποίηση δίπλα στους εκατοντάδες χιλιάδες Λευκορώσους, οι οποίοι διαδηλώνουν ειρηνικά για την τήρηση των δικαιωμάτων, της ελευθερίας και της κυριαρχίας τους» έγραψε στο λογαριασμό του στο tweeter ο πρόεδρος της Γαλλίας. Μολονότι ένα παρόμοιο κάλεσμα είναι καθαυτό παρέμβαση σε ξένες εσωτερικές υποθέσεις.

Το ζήτημα όμως δεν αφορά αυτό μονάχα. Οι λέξεις του Μακρόν είναι η πεμπτουσία της υποκρισίας, η οποία αποτυπώνει την ουσία της σύγχρονης πολιτικής των ηγετικών κρατών του κόσμου. Ακριβώς επειδή η ίδια του η κυβέρνηση με τον πιο βίαιο τρόπο καταστέλλει τις ογκώδεις διαδηλώσεις των Γάλλων, οι οποίοι διαδήλωσαν ειρηνικά για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τους. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν προκάλεσε αντιδράσεις από την πλευρά της ευρωπαϊκής ηγετικής ελίτ.

Η διάλυση των γαλλικών διαδηλώσεων παραδοσιακά διακρίνεται από τη βιαιότητα της. Εγώ ο ίδιος υπήρξα μάρτυρας της κατά τη διάρκεια της πορείας της Πρωτομαγιάς στο Παρίσι, η οποία συνέπιπτε με την πεντηκοστή επέτειο του Κόκκινου Μάη. Οι αστυνομικοί μπλόκαραν την πορεία χιλιάδων ανθρώπων, στην οποία υπερίσχυαν οι εκπρόσωποι των συνδικάτων, έπνιξαν τους ανθρώπους με ασφυξιογόνα αέρια, πυροβόλησαν με λαστιχένιες σφαίρες και χτύπησαν ωμά με γκλομπ τη νεολαία, κυνηγώντας την στις αλέες του τουριστικού περίπατου Mouffetard. Η ηγεσία της αστυνομίας κατηγόρησε για το γεγονός αυτό τους αναρχικούς φοιτητές, όμως είδαμε ότι οι αστυνομικοί τους χτύπησαν όλους δίχως διακρίσεις ενώ μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν εξ’ ολοκλήρου φιλειρηνικοί άνθρωποι – τυχαίοι μικροαστοί, τουρίστες και δημοσιογράφοι.

Υπό την πίεση της κοινής γνώμης οι αρχές εκκίνησαν υπηρεσιακές ανακρίσεις έναντι εκείνων που επέτρεψαν τη βιαιότητα των αστυνομικών. Ωστόσο η διαδικασία αυτή δεν ενείχε γι’ αυτούς σοβαρές συνέπειες. Μόλις λίγους μήνες μετά η γαλλική αστυνομία συνέτριψε βίαια τις διαδηλώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» μολονότι τα μέλη των συναντήσεων αυτών εξαρχής ζητούσαν απλά να ακυρώσουν την άμεση αύξηση των τιμών για τη βενζίνη ενώ οι διαδηλώσεις τους είχαν αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα δίχως να παραβαίνουν τα όρια τους ισχυόντων νόμων. Σε τελική ανάλυση, ακόμη και κίτρινα ανακλαστικά γιλέκα εμφανίστηκαν για πρώτη φορά σε αυτούς τους ανθρώπους κατόπιν αιτήματος της τροχαίας – και μόνο τότε έγιναν ένα διακριτό πολιτικό σύμβολο.

Η κυβέρνηση Μακρόν αποφάσισε να δώσει στους εξεγερμένους ένα παραδειγματικό μάθημα δημοκρατίας κατά το ευρωπαϊκό παράδειγμα. Μόνο τους πρώτους μήνες των διαδηλώσεων στο Παρίσι συνελήφθησαν 5.600 άνθρωποι και στους περισσότερους από αυτούς αποδόθηκαν πρόχειρες δικαστικές καταδίκες. Με βάση τα δεδομένα του υπουργείου Εσωτερικών της Γαλλίας του Christophe Castaner κατά τη διάρκεια της διάλυσης των διαδηλώσεων σκοτώθηκαν 11 άνθρωποι ενώ σε 2.500 διαδηλωτές προκλήθηκαν τραυματισμοί κάθε είδους. Όντας παρόντες στην παρισινή συνάντηση των «Κίτρινων Γιλέκων» είδαμε εκεί ένα άτομο με ειδικές ανάγκες του οποίο το μάτι το είχε χτυπήσει μια πλαστική σφαίρα της αστυνομίας, αν και δεν είχε διαπράξει απολύτως καμία παράβαση του νόμου.

Και μάλιστα υπήρξαν πολλά αντίστοιχα θύματα. «18 άνθρωποι έχασαν τα μάτια τους από την αρχή των διαδηλώσεων των ‘Κίτρινων Γιλέκων’. Ακόμη 5 έχασαν τις άκρες των χεριών τους ως αποτέλεσμα της χρήσης οβίδων. Κι όχι οβίδες δακρυγόνου αλλά εκρηκτικές, με φορτίο η καθεμία τους 25 γραμμαρίων δυναμίτη – αυτός ακριβώς εξασφαλίζει τον εκκωφαντικά δυνατό κρότο» έγραψε ο κοινωνιολόγος Fabien Jobard. Ωστόσο η αστυνομική άσκηση βίας εναντίον των διαδηλωτών στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης δεν ξεσήκωσε τον οίκτο της φιλελεύθερης διανόησης του Κιέβου και της Μόσχας ενώ οι εκπρόσωποι της αρκετές φορές εξέφρασαν την ευθεία τους στήριξη στον πρόεδρο Μακρόν, καλώντας τον να σώσει τη Γαλλία από τους πογκρομιστές.

Φυσικά το παράδειγμα αυτό δεν είναι και το μοναδικό. Η διεθνής πολιτική ιθύνουσα τάξη και η μετασοβιετική της πελατεία διαχωρίζουν ξεκάθαρα τις μαζικές κινητοποιήσεις σε δίκαιες και άδικες διαδηλώσεις. Το πραξικόπημα στη Βολιβία, όπου οι δεξιοί πραξικοπηματίες ανέτρεψαν έννομα τον εκλεγμένο πρόεδρο Έβο Μοράλες, βρήκε τη θερμή ανταπόκριση της «διεθνούς κοινότητας» παρά το γεγονός ότι στην εξουσία ήρθαν φανεροί εχθροί της δημοκρατίας, οι οποίοι ανέβαλαν τις εκλογές στη χώρα για να μην επιτρέψουν την εκλογική ρεβάνς των σοσιαλιστών. Οι δράσεις αντίθεσης ωστόσο έναντι του προέδρου του Εκουαδόρ Λένιν Μορένο δεν προκάλεσαν κανέναν ενθουσιασμό στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ακριβώς επειδή αυτός ο «καπνιστής Λένιν» προώθησε μια πολιτική προς το συμφέρον των εταιρειών της Δύσης. Αν και οι εκουαδοριανοί στρατιώτες σκότωσαν ευθέως διαδηλωτές μπροστά στα μάτια αντικειμενικών τηλεοπτικών συνεργείων.

Αυτή λοιπόν η υποκρισία λαμβάνει σήμερα οργουελικό χαρακτήρα. Οι εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης υποστήριξαν ένθερμα τις φιλελεύθερες διαδηλώσεις στο Χονγκ Κονγκ και το ίδιο αποφασιστικά καταδίκασαν τις μαζικές δράσεις εναντίον της αστυνομικής βίας και του ρατσισμού που ξέσπασαν σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ. Οι κινητοποιήσεις για την ανεξαρτησία της Καταλονίας , στις οποίες συμμετείχε μεγάλο μέρος των κατοίκων της περιοχής, δεν συνάντησαν καθόλου οίκτο από τις Βρυξέλλες και κανένας δεν απαίτησε να επιβληθούν κυρώσεις στις Ισπανούς υπουργούς που τις κατέστειλαν. Ενώ οι ταραχές που προκάλεσε η αγγλική νεολαία δεν κίνησαν συνολικά την προσοχή των εκεί ΜΜΕ.

Η τρομοκρατία εκ μέρους των αρχών της Βραζιλίας και της Κολομβίας, οι οποίες συστηματικά σκοτώνουν ακτιβιστές των κοινωνικών κινημάτων, δεν οδήγησαν στην καταδίκη των προέδρων Μπολσονάρου και Ντούκε, ακριβώς επειδή τα κράτη αυτά τα αποκαλούνται ειρωνικά «αγαπημένες σύζυγοι των ΗΠΑ». Ωστόσο η κυβέρνηση της Βενεζουέλας αποτελεί το αντικείμενο διαρκούς πίεσης και αδιατάρακτης προπαγανδιστικής επίθεσης.

Το ίδιο βέβαια συνέβη και στην περίπτωση της Χιλής. Εκεί στις παραμονές της καραντίνας μαινόταν εξέγερση εθνικής εμβέλειας εναντίον του δεξιού καθεστώτος του προέδρου Πινιέρα. Στους δρόμους του Σαντιάγο βγήκαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, εκ των οποίων πλήθος μαθητών και φοιτητών. Οι διαδηλωτές έθεσαν υπό τον έλεγχο τους μια από τις κεντρικές πλατείες της πόλης, αποκρούοντας τις επιθέσεις της αστυνομίας, η οποία δρούσε εναντίον τους με θηριώδη βία. Αυτό όμως το γεγονός δεν ήταν ένα σωστό, κοινωνικό «Μαϊντάν» και οι μετασοβιετικοί σχολιαστές το ενθυμούνταν μόνο για χάρη αυτού, δηλαδή για να κατακρίνουν την ορμητική νεολαία, θρηνώντας με το πρόσχημα των διαλυμένων βιτρινών των τραπεζών και των καταστημάτων. Τώρα όμως οι ίδιοι άνθρωποι ενθουσιάζονται με τους «πολιτισμένες» και «καλλιεργημένες» διαδηλώσεις των Λευκορώσων, αντιπαραβάλλοντας τες με τις «θηριώδεις» διαδηλώσεις των Χιλιανών και των Αφροαμερικανών.

«Μια Ρωσίδα συνάδελφος έγραψε σήμερα ότι εδώ, στη Χιλή, διαδήλωναν τα λούμπεν στοιχεία με εγκληματικές ροπές και βάρβαροι που χτυπούσαν τζαμαρίες, έσπαγαν φανάρια και δεν άφηναν τους φυσιολογικούς ανθρώπους να δουλέψουν, στον αντίποδα των λευκορωσικών φασματικών διαδηλώσεων, που δεν διασχίζουν το δρόμο όταν το φανάρι είναι κόκκινο και βγάζουν τα παπούτσια τους για να ανέβουν πάνω στα παγκάκια. Η πάλη των Χιλιανών αντιπαρατέθηκε στην πάλη των Λευκορώσων, καθώς αυτοί μάχονται εναντίον εκείνου του οποίοι σήμερα οι Λευκορώσοι επιθυμούν να πετύχουν. Οι Χιλιανοί ήδη βρίσκονται στην επιδιωκόμενη πλευρά κι όμως κινούνται αντίθετα. Από την οπτική γωνία της παραδοσιακής δυτικής δημοκρατίας στη Χιλή όλα είναι εντάξει. Εδώ κανείς δεν παραχαράσσει τα αποτελέσματα των εκλογών, η εκλογή είναι συνήθως προκαθορισμένη από τον τύπο και την παιδεία. Οι Χιλιανοί δεν εξεγέρθηκαν για μια αφηρημένη δημοκρατία του τύπου εναλλαγής μερικών προσωπείων έναντι κάποιων άλλων αλλά για ένα συγκεκριμένο εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, της περίθαλψης και της συνταξιοδοτικής ασφάλειας. Για μια εκπαίδευση δημόσια, ποιοτική, δωρεάν και κρατική, που κάποτε θα μας δώσει τη δυνατότητα για μια αληθινή δημοκρατία.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν κατέχουν τους κοσμικούς τρόπους των Λευκορώσων δημοκρατών με την υψηλής ποιότητας, δωρεάν εκπαίδευση – προς απάντηση των σφαιρών και του νερού με θειικό οξύ , που εξαπολυόταν από τους εκτοξευτήρες νερού, αυτοί όντας απεγνωσμένοι χτύπησαν βιτρίνες και προκειμένου να ακινητοποιήσουν την αστυνομία, η οποία επιτίθετο σε ειρηνικούς διαδηλωτές, σπάνε φανάρια και σταθμούς λεωφορείων για να φτιάξουν οδοφράγματα. Χιλιάδες από αυτούς εδώ και μήνες βρίσκονται στις χιλιανές φυλακές ενώ οι διεθνείς οργανώσεις για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων δεν παλεύουν για την υπεράσπιση τους και κανείς δεν ανακοινώνει κυρώσεις εναντίον της Χιλής για τη δολοφονία ή τις σφαίρες στα μάτια των βαρβάρων» γράφει σχετικά από το Σαντιάγο ο δημοσιογράφος Όλιεγκ Γιασίνσκι.

Φυσικά, όλο αυτό σε καμία περίπτωση δεν δικαιώνει την πολιτική του Λουκασένκο και τη βιαιότητα των λευκορωσικών ΜΑΤ. Για άλλο πράγμα γίνεται λόγος. Οι ηγετικές κυβερνήσεις του κόσμου έχουν καταρτίσει διπλά πρότυπα που απονομιμοποιούν την πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα. Αγνοώντας τη βία της Ασφάλειας ή τα αιματηρά εγκλήματα των δορυφόρων τους, κυνικά χρησιμοποιούν τις διαδηλώσεις για αποσταθεροποίηση των «μη δημοκρατικών» κρατών, με τα οποία σχετίζονται οι ανταγωνιστές της κατά παράδοσιν Δύσης. Τις σημερινές διαμαρτυρίες βάσης με κοινωνικά συνθήματα και προς υπεράσπιση των συμφερόντων της εθνικής πλειοψηφίας τις αποσιωπούν και τις καταστέλλουν αλύπητα. Τα φιλελεύθερα-εθνικιστικά πραξικοπήματα όμως, που έχουν οργανωθεί με τα συνθήματα αντικοινωνικών μεταρρυθμίσεων, πάντα λαμβάνουν στήριξη μεγάλης κλίμακας από την πλευρά όλων των media, των Ευρωπαίων πολιτικών και των ανθρώπων με τα καλά πρόσωπα.

Κι έπειτα κάπως έτσι αυτοί σιωπούν φιλικά, όταν δηλαδή η νέα εξουσία καταπιέζει τους διαφωνούντες, ρίχνει στις φυλακές δημοσιογράφους και bloggers καθώς και όταν βομβαρδίζει αντιπολιτευόμενες πόλεις. Απαντώντας στα πάντα με την κυνική και κοινή φράση: «Αυτό είναι διαφορετικό».

Πού στοχεύει το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις;

Tο νομοσχέδιο του υπουργείου Δημόσιας Τάξης για τις «Δημόσιες Υπαίθριες Συναθροίσεις», δηλαδή τις πορείες και τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας βρισκόταν στην προεκλογική ατζέντα της Κυβέρνηση και υπέρ αυτού τάχθηκαν οι βουλευτές της ΝΔ, κατά οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και του ΜέΡΑ25, ενώ επιφυλάχθηκαν οι βουλευτές του Κινήματος Αλλαγής και της Ελληνικής Λύσης. Το νομοσχέδιο προγραμματίζεται να εισαχθεί για συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής την Τετάρτη 8 Ιουλίου, και να τεθεί προς ψήφιση την Πέμπτη 9 Ιουλίου. Διακηρυγμένοι σκοποί του νομοσχεδίου είναι δύο: ο πρώτος είναι ο περιορισμός της «όχλησης» που προκαλούν οι μικρές σε συμμετοχή συγκεντρώσεις, καθώς «δεν μπορεί να κλείνει ο δρόμος για 50 άτομα» (βλ. σχετικές δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Υπουργικό Συμβούλιο της 23-12-2019). Δεύτερος διακηρυγμένος σκοπός του νομοσχεδίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση) είναι να εκμεταλλευτεί η Κυβέρνηση την «ειδική επιφύλαξη του νόμου» που υπάρχει στο άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού από το Σύνταγμα καταλείπονται στον κοινό νομοθέτη στενά περιθώρια για ρύθμιση της άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και για τον περιορισμό του. Επιχειρείται, λοιπόν, να περισταλεί το δικαίωμα του συνέρχεσθαι που προβλέπεται στο άρθρο 11 του Συντάγματος.

Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι «αόπλως και ησύχως» είναι ένα από τα αρχαιότερα δικαιώματα συλλογικής δράσης που αναγνωρίζει η συνταγματική τάξη (ήδη από το 1864), καθώς και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 11). Τα δικαιώματα συλλογικής δράσης που αναγνωρίζει το Σύνταγμά μας (δικαίωμα στην απεργία, συνδικαλιστική ελευθερία κ.ά.) έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι η άσκηση και η δυναμική τους στηρίζονται στη σύμπραξη περισσότερων ατόμων -και από κοινού με τα κοινωνικά δικαιώματα- απευθύνονται «όχι στον απογυμνωμένο από κάθε κοινωνικό προσδιορισμό, αλλά και στον άνθρωπο όπως υπάρχει και ζει στην κοινωνική πραγματικότητα, μαζί με άλλους ανθρώπους, ενταγμένος σε κοινωνικές ομάδες» (βλ. Α. Μανιτάκης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων, 1981, σελ. 245-246). Αναγνωρίζεται επίσης από τους αστούς θεωρητικούς του συνταγματικού δικαίου ότι η άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι «μεταφράζεται σε δημόσια συμμετοχή στις διαδικασίες σχηματισμού της πολιτικής βούλησης της εξουσίας» (Κ Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, έκδοση 2006, σελίδα 480) και συνιστά έτσι «ένα κομμάτι αυθεντικής, μη τυποποιημένης άμεσης δημοκρατίας που είναι κατάλληλο για να αποτρέψει την αποστέωση της πολιτικής ζωής μέσα σε μία διαχειριστική ρουτίνα» (βλ. K. Hesse, Grundzuge des Verfassungsrechts der BRD, 1991, σελ. 166-167). Με λίγα λόγια, ακόμη και το Σύνταγμα του αστικού κράτους, αναγνωρίζει ρητά ότι δημοκρατία δεν είναι μόνο οι εκλογές, ο κοινοβουλευτισμός και οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Ο ρόλος του λαού δεν είναι απλώς να εκλέγει αντιπροσώπους, αλλά και να διαφωνεί με αυτούς όταν το κρίνει, να ελέγχει τη δράση τους, να εμποδίζει αντιλαϊκά μέτρα με τα οποία συμφωνεί η όποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς πολλές φορές να τα έχει καν διαβάσει (πχ μνημόνια).

Αν και με βάση την αφήγηση της ΝΔ, η απαγόρευση συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος, να είναι νόμιμη μόνο εάν δεν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής ή σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι πορείες των λίγων ατόμων που προκαλούν ολιγόλεπτο μποτιλιάρισμα στο κέντρο δεν δύνανται να θεωρηθούν ως σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια. Άλλωστε, όπως δέχεται η συνταγματική θεωρία, «η ενόχληση, σε ορισμένο μέτρο, του γενικού πληθυσμού εντάσσεται στην ίδια την ratio (:αιτία) της συνάθροισης προκειμένου να γίνει αισθητή η ύπαρξη ενός κοινωνικού, πολιτικού θέματος που απασχολεί τους συναθροισμένους» (βλ. Κ Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, έκδοση 2006, σελίδα 486).

Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι η απαγόρευση των διαδηλώσεων γίνεται «όπως νόμος ορίζει», απαιτείται δηλαδή σχετικός νόμος που να εξειδικεύει την από την φύση της ελλειπτική συνταγματική διάταξη. Στην χώρα μας ισχύει μέχρι και σήμερα το χουντικό ν.δ. 794/1971, το οποίο δεν έχει μεν καταργηθεί στο σύνολό του, ωστόσο έχει εν πολλοίς παραμεριστεί στην πράξη και μεγάλο μέρος των ρυθμίσεών του έχουν κριθεί αντισυναγματικές βάσει του άρθρου 111 του Συντάγματος. Από μία απλή ανάγνωση του χουντικού νομοθετήματος αντιλαμβάνεται κανείς ότι το σχέδιο νόμου της κυβέρνησης Μητσοτάκη επί της ουσίας επαναφέρει -μεταφρασμένες στη δημοτική- τις χουντικές ρυθμίσεις, ενώ σε αρκετά σημεία τις αυστηροποιεί κιόλας. Οποίος… εκσυγχρονισμός. Πέρα από τους ιστορικούς παραλληλισμούς, το σχέδιο νόμου δεν εξειδικεύει τη συνταγματική διάταξη στην κατεύθυνση της κατοχύρωσης και προστασίας του δικαιώματος, όπως απαιτεί το Σύνταγμα, αντιθέτως την «ξεχειλώνει», εισάγοντας ακόμη περισσότερες αόριστες νομικές έννοιες που δύνανται να δικαιολογήσουν περιορισμούς και απαγορεύσεις και καταλείποντας ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στα όργανα της αστυνομίας, ενώ μέχρι πρότινος για την απαγόρευση διαδήλωσης απαιτούνταν και η σύμπραξη εισαγγελικής αρχής.

Τι συγκεκριμένα προβλέπεται στο νέο Νομοσχέδιο;

Πέρα από τη δυνατότητα που δίνεται στο άρθρο 7 παρ. 4 να απαγορεύονται από την αστυνομία συναθροίσεις χωρίς η απαγόρευση αυτή να βασίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια, γεγονός που δίνει πάτημα στην αστυνομική αυθαιρεσία, το σχέδιο Νόμου προβλέπει στο άρθρο 3 την υποχρέωση έγγραφης ή ηλεκτρονικής γνωστοποίησης της πρόθεσης συμμετοχής σε δημόσια συνάθροιση. Επιπλέον, προβλέπει (όπως και το χουντικό διάταγμα) το θεσμό του οργανωτή, ο οποίος κατά το άρθρο 4 του σχεδίου νόμου «υποχρεούται να μεριμνά για την ομαλή διεξαγωγή της (ενν. συνάθροισης) λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο. Ο οργανωτής της συνάθροισης υποχρεούται ιδίως να α) συνεργάζεται άμεσα με την αρμόδια αστυνομική αρχή (…), β) ενημερώνει τους μετέχοντες για την υποχρέωσή τους να μη φέρουν αντικείμενα πρόσφορα για την άσκηση βίας (…) γ) ορίζει επαρκή αριθμό ατόμων, τα οποία παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση της συνάθροισης». Ο οργανωτής αυτός, κατά το άρθρο 14 παρ.4 «ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι είχε λάβει όλα τα πρόσφορα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου».

Η μη τήρηση της υποχρέωσης προγενέστερης γνωστοποίησης του άρθρου 3, δίνει κατά το νομοσχέδιο (άρθρο 9 περ.ε’) τη δυνατότητα να διαλυθεί η συνάθροιση. Το ζήτημα της συνταγματικότητας του παρόντος άρθρου είναι προφανές καθώς «το δικαίωμα στη συνάθροιση δεν υπόκειται σε καθεστώς άδειας, αναγγελίας, ή προληπτικού ελέγχου από τις αστυνομικές αρχές, όπως γινόταν σε ανώμαλες περιόδους παλαιότερα» (βλ. Κατ’ άρθρο Ερμηνεία του Συντάγματος στο συλλογικό έργο των Φ. Σπυρόπουλου, Ξ. Κοντιάδη, Χ. Ανθόπουλου, Γ. Γεραπετρίτη, Εκδόσεις Σάκκουλα 2017, σελ. 259). «Το Σύνταγμα εξάλλου προστατεύει και τις αυθόρμητες συναθροίσεις, εφόσον το 11 Σ δεν διακρίνει» (βλ. όπως προηγουμένως, σελ. 260). Το σχέδιο νόμου, ωστόσο, στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 έχει αρνητική αφετηρία ως προς το δικαίωμα του συνέρχεσθαι καθώς δίνει τη δυνατότητα «να επιτραπεί από την αστυνομική αρχή δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που δε γνωστοποιήθηκε». Έχουμε δηλαδή μία αντιστροφή του δικαιώματος: Αντί η απαγόρευση να αποτελεί την εξαίρεση και η άσκησή του τον κανόνα, η αστυνομία μπορεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια «να επιτρέψει» τη διαδήλωση που δεν γνωστοποιήθηκε.

Ως προς την υποχρέωση μέριμνας του διοργανωτή για την ομαλή διεξαγωγή της συνάθροισης, φαίνεται να μετακυλίεται η ευθύνη τήρησης της τάξης στον οργανωτή αντί για τις αστυνομικές δυνάμεις ενώ ως προς την υποχρέωση άμεσης συνεργασίας του διοργανωτή με την αστυνομία απορία προκαλεί πώς ενώ συνήθως η ratio μιας δημόσιας συνάθροισης είναι η αντίθεση στην εξουσία ή την κυβερνητική πολιτική απαιτείται η άμεση κιόλας συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως εντοπίζεται στο άρθρο 14 του σχεδίου, που προβλέπει ποινικές κυρώσεις στους συμμετέχοντες σε συνάθροιση που έχει απαγορευθεί νόμιμα. Η διάταξη αυτή είναι αυστηρότερη ακόμη και από την αντίστοιχη της Χούντας, που περιόριζε την ποινική ευθύνη μόνο στον «διοργανωτή» κι όχι σε κάθε συμμετέχοντα. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται και η αστική ευθύνη του οργανωτή για τη βλάβη προσώπων και περιουσιών που προκαλούνται από μία πορεία. Ο κανόνας είναι η ευθύνη του οργανωτή ενώ η εξαίρεση της απαλλαγής του κατά την παρ.4εδ.β’ του ίδιου άρθρου επέρχεται μόνο σε περίπτωση προηγούμενη ενημέρωσης για τη διεξαγωγή της συνάθροισης και απόδειξης ότι έλαβε τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα του προαναφερθέντος άρθρου 4. Ευθύνεται, λοιπόν, βάσει του σχεδίου νόμου για την αποκατάσταση των ζημιών εκτός αν καταφέρει και αποδείξει πλήρως ότι συνεργάστηκε σωστά με την αστυνομία, ενημέρωσε τους μετέχοντες για τη μη χρήση αντικειμένων πρόσφορων για την άσκηση βίας και όρισε επαρκή αριθμό ατόμων για περιφρούρηση. Με τέτοιες προβλέψεις σίγουρο είναι ότι όλοι οι πολιτικά δραστήριοι χώροι θα εξοντωθούν οικονομικά αφού οι απαιτήσεις του νόμου μετακυλίουν όλο το βάρος στους οργανωτές και ως εκ τούτου το δικαίωμα του συνέρχεσθαι θα μείνει άνευ περιεχομένου.

Ποιους αφορά πραγματικά το νομοσχέδιο;

Το σχέδιο νόμου δεν αφορά τις «μικρές διαδηλώσεις», όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση, αλλά όλες τις διαδηλώσεις, με πολλές από τις διατάξεις του να οδηγούν εύκολα στο συμπέρασμα ότι είναι ακριβώς το μεγάλο μέγεθος μίας διαδήλωσης αυτό που πρέπει να λάβει υπόψιν της η αστυνομία για να την απαγορεύσει (άρθρο 7 παρ. 4 ΣχΝ). Η εξέλιξη αυτή δεν έρχεται σε μία τυχαία περίοδο: βρισκόμαστε ενόψει μίας νέας και πρωτοφανούς σε βάθος και ένταση οικονομικής κρίσης. Οι μνήμες των Αγανακτισμένων είναι ακόμη νωπές στο μυαλό της άρχουσας τάξης της χώρας. Άλλωστε, στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, ξεπήδησαν τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία, ενώ σήμερα στην καρδιά του δυτικού καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, εκτιλίσσεται ένα δυναμικό κίνημα κατά της αστυνομικής βίας που υφίστανται οι μαύροι. Όσο κι αν οι διάφοροι φιλοκυβερνητικοί δημοσιογράφοι επιχειρούν να μας πείσουν ότι οι πορείες και οι διαδηλώσεις είναι «κάτι που ανήκει στο παρελθόν» και αποτελούν «εμμονή της ελληνικής αριστεράς», η ίδια η πραγματικότητα τους διαψεύδει. Ο Μητσοτάκης σπεύδει, λοιπόν, να ενισχύσει το νομικό οπλοστάσιο που θα τον βοηθήσει να καταστείλει πιθανά κινήματα και αντιδράσεις των εργαζομένων, των νέων, των ανέργων κ.λ.π. στη δύσκολη νέα κατάσταση. Έχει άλλωστε ήδη ενισχύει το «πραγματικό» οπλοστάσιο, με νέες προσλήψεις στα σώματα ασφαλείας και μαζικές αγορές εξοπλισμού καταστολής.

Εάν, άλλωστε, το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι οι πορείες των «50 ατόμων», υπάρχει ήδη και το Π.Δ. 120/2013 (Διάταγμα Δένδια) που θέτει περιορισμούς ως προς το χώρο που «καταλαμβάνουν» οι «ιδιαίτερα μικρές συγκεντρώσεις». Εξάλλου, οι διαδηλώσεις κατά κανόνα αυτοπεριορίζονται ανάλογα με το μέγεθος της δυναμικής τους και δεν κλείνουν οι δρόμοι για διαδηλώσεις τέτοιου μεγέθους. Πρόσφατα παραδείγματα αποτελούν οι διαδηλώσεις των εκπαιδευτικών, οι οποίες είχαν πολύ μεγαλύτερο μέγεθος και στη Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, ήταν κλειστό το μισό ρεύμα της Εγνατίας οδού ενώ το  ίδιο συμβαίνει και στην Αθήνα που διαδηλώσεις που δεν ξεπερνούν τα 100-200 άτομα παραμένουν στην πλατεία και όχι στο δρόμο πχ μπροστά στη Βουλή. Ποιος είναι λοιπόν ο λόγος που καθιστά «αναγκαίο» και «εκσυγχρονιστικό» το νέο νόμο, ενώ ήδη υπάρχει πλαίσιο για τις «ιδιαίτερα μικρές συναθροίσεις»;

Πέρα από τις προφανείς σκοπιμότητες, το νομοσχέδιο έχει και μία έντονα ιδεολογική διάσταση: προσπαθεί να καλλιεργήσει  ένα κλίμα στοχοποίησης των «κακών διαδηλωτών» που δυσκολεύουν (από βίτσιο;) τους συμπολίτες τους. Αυτοί οι κακοί διαδηλωτές που ανερυθρίαστα αναδεικνύουν τα προβλήματα της κοινωνίας, την φτωχοποίηση του λαού, την ανεργία, το ρατσισμό, στοχοποιούν τα νομοσχέδια που απολύουν εκπαιδευτικούς, που καταστρέφουν το περιβάλλον, που κλείνουν βιομηχανίες κ.λ.π. ενοχλούν την κυβέρνηση όχι γιατί προκαλούν … μποτιλιάρισμα, αλλά γιατί διαφωνεί ιδεολογικά με την ίδια τους την ύπαρξη. Ο νεοφιλελευθερισμός που καταργεί τις κοινωνίες και αποθεώνει αυτόν ακριβώς τον «απογυμνωμένο άνθρωπο» που αναφέραμε παραπάνω δεν τα πάει καθόλου καλά με τις συλλογικές κοινωνικές διεκδικήσεις από θέση αρχής. Προτιμά τον κοινωνικό αυτοματισμό και την αλληλοσφαγή των υποτελών, προκειμένου να περνά άνευ αντίδρασης κάθε αντικοινωνικό μέτρο.

Κάπως έτσι στοχεύει η Κυβέρνηση να λειτουργούν όλα στον αυτόματο που η ίδια ορίζει. Χωρίς έλεγχο, χωρίς πίεση από  τους υποτελείς προς την εξουσία (:κράτος, ΜΜΕ, πολυεθνικές), χωρίς έκφραση αντιθέσεων, χωρίς πραγματική δημοκρατία. Με πρόσχημα το να πηγαίνει ο συμπολίτης ανενόχλητος στη δουλειά του οδηγούμαστε στο να μην μπορεί να διαμαρτυρηθεί επειδή δεν έχει δουλειά. Θα αφαιρεθεί στην πράξη η δυνατότητα των υγειονομικών να διαμαρτυρηθούν για τις συνθήκες που επικρατούν στα Νοσοκομεία, των οικολόγων για την οικολογική καταστροφή, των  καλλιτεχνών για την σημασία της Τέχνης στην εκπαίδευση, των εκπαιδευτικών που επιθυμούν να μην παρακολουθούνται με κάμερες κλπ. Το νομοσχέδιο δεν αφορά στην αφαίρεση δικαιωμάτων από κάποιους αριστερούς και τις οργανώσεις τους  αλλά στην αφαίρεση του δικαιώματος να συναθροιστείς και να εκφραστείς συλλογικά και δημοκρατικά, όταν υπάρχει η συλλογική κοινωνική πεποίθηση (ή τουλάχιστον η πεποίθηση κάποιας ομάδας) ότι κάτι δεν πάει καλά. Το νομοσχέδιο μας αφορά όλους και όλες.

Σωτήρης Αδαμίδης, δικηγόρος ΔΣΘ
Ειρήνη Τσαλουχίδη, ασκούμενη δικηγόρος
Μέλη της Κίνησης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων

Η κοινωνία δεν έδωσε λευκή επιταγή σε κανέναν, για κανέναν πραξικοπηματισμό

Η επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να καταθέσει εν μέσω πανδημίας και απαγόρευσης κυκλοφορίας δύο νομοσχέδια που φέρνουν ριζικές αλλαγές στην εκπαίδευση και στην περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί νέο ρεκόρ αντιδημοκρατικής μεθόδευσης. Έχουμε δει και στο παρελθόν, ιδίως κατά τη δεκαετία της μνημονιακής λαίλαπας, τις σοβαρές επιπτώσεις που έχει στο δημοκρατικό διάλογο και τον κοινοβουλευτισμό η μανία του νεοφιλελευθερισμού: από τα «κατεπείγοντα» μνημόνια, που δεν διαβάζονταν ούτε από τους ίδιους τους βουλευτές μέχρι τα ανοιγμένα κεφάλια των διαδηλωτών, τα πάντα δικαιολογούνταν προκειμένου να ξεπουληθεί φτηνά αυτή η χώρα και να πληγούν τα εργασιακά δικαιώματα. Όμως η σημερινή επιλογή της κυβέρνησης εγκαινιάζει μία νέα φάση στην αντιδημοκρατική κατρακύλα. Αυτή τη φορά η υγεινομική κρίση έχει περιορίσει το δικαίωμα στη συνάθροιση, τη διαμαρτυρία, την απεργία. Και η κυβέρνηση είναι έκθετη γιατί επιλέγει σε μια περίοδο περιορισμού αυτών των δικαιωμάτων να φέρνει προς ψήφιση αυτά τα δύο νομοσχέδια που προκαλούν αντιδράσεις και απαιτούν –τουλάχιστον σε μια δημοκρατική χώρα- ομαλούς όρους διεξαγωγής του διαλόγου και της αντιπαράθεσης.

Για την ουσία των δύο νομοθετημάτων μπορεί κανείς να τοποθετηθεί αναλυτικότερα. Στεκόμαστε όμως στο σοβαρό ζήτημα δημοκρατικής νομιμότητας και πολιτικής ηθικής. Ας μας απαντήσει ο κ. Μητσοτάκης και οι υπουργοί του, γιατί καταθέτουν νομοσχέδιο για την παιδεία και την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού όπως λένε, «έχουμε πόλεμο»; Ποιές συγκεκριμένες ανάγκες του πολέμου αυτού έρχεται να καλύψει η ψήφιση αυτών των νομοσχεδίων; Υπάρχει άραγε προηγούμενο κυβέρνησης που εν μέσω «πολέμου» νομοθετούσε για το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή για τις αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων; Ποια ανάγκη φέρνει τα νομοσχέδια αυτά σήμερα και όχι μετά από ένα μήνα; Ή μήπως η επιτακτική ανάγκη σήμερα είναι να αλλάξει (για μια ακόμα φορά) το εξεταστικό σύστημα στο Λύκειο, αντί να αλλάξει επιτέλους η κατάσταση υποστελέχωσης των νοσοκομείων και των πρωτοβάθμιων μονάδων υγείας;

Η απάντηση είναι προφανής. Η κυβέρνηση επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την κοινωνική συναίνεση γύρω από τα υγειονομικά μέτρα για να περάσει νομοσχέδια που υπό κανονικές συνθήκες θα αντιμετώπιζαν αντιστάσεις. Μικρές ή μεγάλες, αποτελεσματικές ή όχι δεν έχει σημασία. Θα μπορούσε όμως να ορθωθεί αντίλογος. Στην απόπειρά της αυτή, η κυβέρνηση έχει σύμμαχο και τα συστημικά ΜΜΕ που αποσιωπούν τις αντίθετες φωνές και δίνουν βήμα αποκλειστικά στις κυβερνητικές εξαγγελίες. Έπιασαν τόπο τα 11 εκατομμύρια, δεν υπάρχει αμφιβολία.

Το κυβερνητικό επιχείρημα ότι «με αυτό το πρόγραμμα μας εξέλεξε ο λαός» είναι εντελώς κούφιο και παραπλανητικό. Τα σχέδιά της για την παιδεία αποδοκιμάζονται από μεγάλο μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας, το δε νομοθετικό τερατούργημα για το περιβάλλον έχει ήδη ξεσηκώσει αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων, κομμάτων, εργαζομένων. Γνώριζαν από το φθινόπωρο, όταν είχαν γίνει γνωστές οι προθέσεις τις κυβέρνησης, πως η επαναφορά των ρυθμίσεων του Αρβανιτόπουλου, όπως η τράπεζα θεμάτων και η αξιολόγηση, βρίσκει απέναντι μαθητές και εκπαιδευτικούς. Γνωρίζουν πολύ καλά τις διαμαρτυρίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων για τον ευτελισμό της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, την μετατροπή της χώρας σε απέραντο πεδίο εξορύξεων πετρελαίου, αλλά και τις ενστάσεις των εργαζομένων στην ενέργεια για τη βίαιη απολιγνητοποίηση.

Εκτός από τις κοινωνικές αντιδράσεις που δεν εκφράζονται λόγω των περιοριστικών μέτρων, δεν λειτουργεί ούτε ο κοινοβουλευτικός διάλογος. Καταθέτουν νομοσχέδια σε μία Βουλή που λειτουργεί με λιγότερους από 50 βουλευτές, ενώ εμπαίζουν ανοιχτά τους ενδιαφερόμενους κοινωνικούς φορείς, που καλούνται να τοποθετηθούν μέσω skype. Χαρακτηριστικά, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς ψήφιση  για το περιβάλλον περιέχει 130 άρθρα, ενώ η πρόταση διαβούλευσης προς δημόσιους φορείς περιείχε 66. Αυτό σημαίνει ότι 64 άρθρα δεν είδαν ποτέ το φώς της δημόσιας διαβούλευσης και συζήτησης. Η δημοσιότητα, όμως, ενός νομοσχεδίου κατά το στάδιο της διαβούλευσης του, δεν αποτελεί κάποια «τεχνική» λεπτομέρεια: αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση διαφάνειας και δημοκρατικού ελέγχου. Πού είναι οι λαλίστατοι συνταγματολόγοι να μιλήσουν για αυτή την ωμή παραβίαση;

Δεν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η δημόσια διαβούλευση συνιστά κοινωνικό έλεγχο. Ο κοινωνικός έλεγχος μπορεί να γίνει μόνο από ενεργά κινήματα και συμμετοχή των κοινωνικών στρωμάτων που επηρεάζονται από τις νομοθετικές ρυθμίσεις μιας κυβέρνησης. Ωστόσο ακόμα και το γεγονός ότι η θεσμοθετημένη διαβούλευση περικόπτεται, είναι ενδεικτική των κυβερνητικών φιλοδοξιών.

Ο έλεγχος απαιτεί γνώση, και η γνώση απαιτεί δημοσιότητα και χρόνο να διαμορφωθούν προτάσεις. Το ότι αυτά εξαφανίζονται δεν αποτελεί ευλογία: αποτελεί σταδιακό ρίζωμα ενός αντικοινοβουλευτικού πραξικοπηματισμού στην πολιτική ζωή, που έκανε την εντυπωσιακή εμφάνισή του στα μνημονιακά κοινοβούλια που ψήφιζαν συμφωνίες και προγράμματα χωρίς καν να τα διαβάζουν και συνεχίζεται και σήμερα.

Αν αυτή είναι η κανονικότητά σας, είναι βαθιά αντιδημοκρατική και αντισυνταγματική.

Κατά μία δε καθόλου παράδοξη ειρωνεία, τα δύο νομοσχέδια ενσωματώνουν στις ρυθμίσεις τους την ίδια ακριβώς αντιδημοκρατική λογική και εμπεδώνουν σε απτές μορφές αυτήν την πραξικοπηματική διάθεση.

Το νομοσχέδιο για την παιδεία εισάγει ενιαίο ψηφοδέλτιο και ηλεκτρονική ψηφοφορία για την εκλογή των Πρυτάνεων.

Το νομοσχέδιο για τον «εκσυγχρονισμό» της περιβαλλοντικής νομοθεσίας αφαιρεί από Δημόσιο, δημοτικά συμβούλια και ΟΤΑ κάθε προηγούμενη αρμοδιότητα αδειοδότησης εξορύξεων σε εδάφη ιδιοκτησίας τους. Εξαφανίζει πρακτικά την οποιαδήποτε ελεγκτική και αδειοδοτική δραστηριότητα των αρμόδιων τεχνικών υπηρεσιών, θέτοντας σε κίνδυνο την ζωή των εργαζομένων από τις επισφαλείς και άρπα-κόλλα εγκαταστάσεις. Εκχωρεί σε ιδιωτικές εταιρίες και επιχειρήσεις την εκπόνηση μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει δηλαδή.

Η υποκρισία περισσεύει: η υγειονομική απειλή του ιού πράγματι ανέδειξε ότι είναι απαραίτητα κάποια βασικά αντανακλαστικά. Αντανακλαστικά που αφορούν τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, του εθνικού πλούτου, τον χειρισμό των δημόσιων πραγμάτων.

Η κυβέρνηση με χυδαίο τρόπο επιχειρεί να «καβαλήσει το άρμα» της συναίνεσης που προέκυψε από την καλή πορεία της επιδημίας στη χώρα, για να υλοποιήσει σειρά πολιτικών που δεν έχουν ουδεμία σχέση με τις ανάγκες που αναδείχτηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο.

Όλοι μαζί, σημαίνει πως όλοι συμμετέχουμε στο δημόσιο διάλογο. Προστασία της ζωής δεν σημαίνει χωρίς όρους αποκλεισμό στο σπίτι, αλλά και εξασφάλιση του κοινωνικού ελέγχου σε μία αλόγιστη οικονομική δραστηριότητα που εξελίσσεται χωρίς φραγμό σε άνθρωπο και περιβάλλον.

Η «εθνική ενότητα» δεν συγκροτείται πάνω στα «καθήκοντα» του ξεπουλήματος της χώρας σε αρπακτικά ιδιώτες, της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος και της διάλυσης της δημόσιας εκπαίδευσης και κάθε δημοσίου αγαθού. Αντιμετώπιση της υγειονομικής απειλής δεν σημαίνει κατασπατάληση του Δημοσίου χρήματος σε ολόκληρο τον εσμό των διαπλεκόμενων καναλαρχών, ιδιωτών υγείας, ΚΕΚ, ενώ οι εργαζόμενοι και οι επαγγελματίες μένουν υπό την απειλή της ανεργίας και της κατακόρυφης μείωσης μισθών και εισοδημάτων.

Αν ένα πράγμα απέδειξε η πανδημία, είναι ότι ένας λαός αμέτοχος στα δημόσια πράγματα, χωρίς εξουσίες και λόγο, έχει άμεσες υγειονομικές επιπτώσεις. Το να διαλύεται ο δημόσιος τομέας και εκχωρούνται όλα στους ιδιώτες έχει άμεσες υγειονομικές επιπτώσεις.

Μία κοινωνία με σωστά αντανακλαστικά, ενεργή και υπεύθυνη, αντιμετώπισε την απειλή της πανδημίας. Μπορεί οι επικοινωνιολόγοι του Μαξίμου να χτίζουν τις δικές τους παραστάσεις, αλλά αυτή η κοινωνία δεν έδωσε λευκή επιταγή σε κανέναν για κανέναν πραξικοπηματισμό.

Μπορεί σήμερα να «μένει σπίτι» για να αντέξει στην πίεση το σύστημα υγείας, όμως κανείς δεν πρέπει να την υποτιμά. Πολύ περισσότερο, να την προκαλεί.

Οι νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες διάλυσης του Δημοσίου και εκχώρησης των πάντων στο Ιδιωτικό κεφάλαιο, κατέρρευσαν μέσα σε μερικές εβδομάδες: Η πανδημία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με το σύστημα Δημόσιας Υγείας.

Αυτό δεν ήταν απλά μονόδρομος και παρα φύση επιλογές για την κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και προανάκρουσμα μίας ενεργής κοινωνίας που δεν θα υπόκειται πλέον άδολα σε πάσης φύσεως μεθοδεύσεις. Δεν ήρθαμε «όλοι πιο κοντά», όπως ισχυρίστηκε στο προχθεσινό του διάγγελμα ο Μητσοτάκης. Αντιθέτως, έγινε πιο κατανοητό το τεράστιο χάσμα που μας χωρίζει.

Ειρήνη Τσαλουχίδη, Δημήτρης Πλιακογιάννης

Η μετάλλαξη της Ακροδεξιάς στην Βραζιλία

Ο Πρόεδρος Μπολσονάρο, περιβάλλεται από ενεργό  στρατιωτικό « πολιτικό» προσωπικό, ο καθένας  πιο αντιδραστικός από το άλλο. Είναι, εν πάση περιπτώσει, οι συγκεκριμένοι στρατηγοί, ενημερωμένοι για το τι συμβαίνει με την πανδημία  στον πλανήτη και συνειδητοποίησαν την  παράλογη πολιτική  που ασκεί η προεδρία. Η συνέχιση της σημερινής εικόνας  στην Βραζιλία πήρε τις τελευταίες μέρες χαρακτηριστικά τραγωδίας.

«Η υπόκλιση μας στον Θεό θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε τον κορωνοϊό».

«Εμείς οι Βραζιλιάνοι έχουμε ισχυρό DNA, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα από τον κορωνοϊό».

Οι παραπάνω φράσεις είναι δυο  από τα καθημερινά «μαργαριτάρια» του Μπολσονάρο και την ιδιότυπη λογική του στην καταπολέμηση της πανδημίας.

Καθώς ήταν προφανές ότι κανείς μόνος δεν είναι ικανός να δώσει συμβουλές και προειδοποιήσεις για να σταματήσει το χέρι ενός απίστευτου Μπολσονάρο, οι στρατιωτικοί του «πραιτοριανοί» αποφάσισαν ότι ο Walter Braga Netto, ο ενεργός στρατηγός, (αυτό είναι ένα τυπικό παράδοξο της κυβέρνησης) που χρεώνεται  στο γραφείο της Προεδρίας, να οριστεί συντονιστής των δράσεων για την καταπολέμηση του κορωνοϊού.

Η απόφαση αυτή πήρε «σάρκα  και οστά» σύμφωνα με έγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες το Σάββατο 4 Απρίλη.

Σε πραγματικούς πολιτικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι θα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των αποφάσεων που πρέπει να γίνουν σχετικά με την πανδημία υποβιβάζοντας τον Μπολσονάρο σε καθημερινές ελεγχόμενες εκρήξεις της πολιτικής  ανισορροπίας που τον καταλαμβάνει.

Την περασμένη Παρασκευή το βράδυ, αναφέρθηκε επισήμως ότι σε μία εβδομάδα ο αριθμός των θανάτων αυξήθηκε κατά 290%.

Επαναλήφθηκε  επίσης ότι ο επίσημος αριθμός μολυσμένων είναι 9.056. Το νούμερο αυτό πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή γιατί  λείπουν τα αποτελέσματα άλλων 32.000 ελέγχων  που πραγματοποιήθηκαν.

Το πιο εκπληκτικό και ανησυχητικό στη Βραζιλία είναι η απόλυτη, ασταθής και ανεύθυνη συμπεριφορά του Μπολσονάρο κατά τις δύο τελευταίες εβδομάδες, ακριβώς η περίοδος κατά την οποία η πανδημία προχώρησε έντονα και ταχύτατα.

Σαν να μην συνέβαινε τίποτα έκτακτο (το βράδυ της Παρασκευής 3 Απρίλη, ο επίσημος αριθμός θανάτων  έφτασε τους 359, με την προειδοποίηση ότι υπήρχαν πολλές εκκρεμότητες από ελέγχους που περιμένουν τα αποτελέσματα), ο Μπολσονάρο παρέμενε  σταθερός στην άποψη να συνεχίσει τον πόλεμο κατά του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας,  αλλά και εναντίον όλων και όσων υπερασπίζονται ότι καθορίζουν οι γιατροί, δηλαδή την  απομόνωση και την αναστολή μιας πολύ ευρείας σειράς δραστηριοτήτων των πολιτών, όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες.

Συνέχιζε  να παροτρύνει τον πληθυσμό να βγει στους δρόμους και την περασμένη Παρασκευή 4 Απρίλη,  είπε δημόσια ότι είχε ένα προεδρικό διάταγμα έτοιμο ώστε να τερματίσει την καραντίνα  σε όλη την επικράτεια ενώ δήλωσε  ότι αξιολογεί τη δυνατότητα «να φέρει στρατεύματα στους δρόμους» εάν δεν γίνει σεβαστό ένα τέτοιο διάταγμα.

Απομονωμένος στον λαβύρινθο του, ο παθιασμένος ακροδεξιός  πρόεδρος έχει την ισχυρή υποστήριξη του ενός από τους τρεις γιους του,  που συμμετέχει   δυναμικά στην πολιτική. Ο Κάρλος είναι δημοτικός σύμβουλος στο Ρίο αλλά καταλαμβάνει γραφείο στο προεδρικό μέγαρο. Ο Κάρλος εισηγήθηκε την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρώτευσα του Ισραήλ, ενώ δηλώνει θαυμαστής της Μοσσάντ.

Από το τρία παιδιά του, είναι το πιο πολιτικά επικίνδυνο. Με «αγάπη», ο πρόεδρος, ο πατέρας  του τον αποκαλεί δημόσια «ο πίτμπουλ μου». Αυτός είναι ο εντολοδόχος του γραφείου μίσους που καθοδηγεί τον πατέρα του.  Ορκισμένος αντικομμουνιστής, ρατσιστής,  έχει ως πολιτικό παράδειγμα τον Αουγκούστο Πινοσέτ.

Ένα είναι σίγουρο,  ότι στην πολύπαθη Λατινική Αμερική έχουμε σε εξέλιξη ένα ιδιότυπο «πραξικόπημα» . Θέλει να διατηρήσει τον εκλεκτό των στρατηγών πρόεδρο, ενώ ταυτόχρονα θέλει να περιορίσει την ανόητη  αντιμετώπιση της επιδημίας του κορωνοϊού που ο ίδιος προβάλλει. Το κυριότερο, το « πραξικόπημα» θέλει να προλάβει την διογκούμενη αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων, του συνόλου του προοδευτικό κόσμου, του συνόλου της αριστεράς, που δεν θα αρκεστεί στην εκδίωξη του Μπολσοναρο. Θα παλέψει για  ριζικές κοινωνικές , πολιτικές , οικονομικές, γεωπολιτικές αλλαγές προς όφελος του κόσμου της εργασίας.

Αυτό τρέμουν οι στρατηγοί της Βραζιλίας και η ολιγαρχία της. Οι πραξικοπηματίες διατηρούν τον Μπολσονάρο πολιτικά «βαλσαμωμένο» προς το παρόν. Θα διαφανεί στο άμεσο μέλλον εάν ο ακροδεξιός  ιός που μετέδωσε η πολιτική του Μπολσονάρο σε ένα ποσοστό της βραζιλιάνικης κοινωνίας θα αντιμετωπιστεί με επιτυχία  η εάν η μετάλλαξη του «ιού» από τον Στρατηγό Walter Braga Netto θα ξεγελάσει τον βραζιλιάνικο λαό. Η ακραία φτώχεια, η απόλυτη περιθωριοποίηση των ταπεινών της Βραζιλίας, κτύπησε πολύ πριν την Βραζιλία από τον κορωνοϊό, με αμέτρητα και μη καταγεγραμμένα θύματα. Η πολιτική επιστήμη σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την ιατρική.

Πηγή: Αριστερό Ρεύμα

Γιατροί: “Ήρωες” σε γύψο

Η απόπειρα της κυβέρνησης να φιμώσει τις διαμαρτυρίες και τις αποκαλύψεις για την κατάσταση στα νοσοκομεία, έγινε σαφής με την συντεταγμένη και άνωθεν αποσιώπηση της Συνέντευξης Τύπου της ΟΕΝΓΕ της 1/4, η οποία αν και καταγράφηκε από συνεργείο της ΕΡΤ, δεν αναφέρθηκε ως ξεχωριστή είδηση.

Τι πιο λογικό να είναι κεντρική είδηση η συνέντευξη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των ανθρώπων που δίνουν τη μάχη της υγείας; Τι πιο χρήσιμο από το να δώσουν την πραγματική εικόνα της υγειονομικής μάχης οι ίδιοι οι μαχητές της; Όχι όμως στην Ελλάδα, όχι από την ελληνική δημόσια τηλεόραση, όχι πολύ περισσότερο από τα ιδιωτικά ΜΜΕ.

Η δημοσιογράφος της ΕΡΤ που ήταν να μοντάρει τη συνέντευξη, αλλά τελικά δεν τη μόνταρε, αναφέρει:

Θα γράψω μόνο ότι είναι προβληματικό στο 2ωρο κεντρικό δελτίο να γίνονται συνεχείς και εκτενείς αναφορές στις ελλείψεις που έχουν τα νοσοκομεία του εξωτερικού (προσωπικού, αναπνευστήρων και μέσων προστασίας) και η ενημέρωση για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το ΕΣΥ να γίνεται με το σταγονόμετρο .
Ναι αυτό συμβαίνει σε όλα τα κανάλια, κανείς από όσο είδα δεν έπαιξε χθες την συνέντευξη τύπου της ΟΕΝΓΕ. Αλλά από την ερτ ο κόσμος έχει παραπάνω απαιτήσεις.

Το έγγραφο της διοίκησης του ΓΝΑ Λαϊκό που κυκλοφορεί από τις αρχές Μαρτίου, αποτυπώνει ένα κλίμα που έχει σημασία:

Το έγγραφο της διοίκησης του ΓΝΑ Λαϊκό

Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε εργαζόμενο να προβαίνει σε δηλώσεις προφορικές ή έγγραφες στα ΜΜΕ, που αφορούν στη διαχείριση «ύποπτων» ή επιβεβαιωμένων περιστατικών του νέου κορωνοϊού.

Τι σημαίνει στα αλήθεια «διαχείριση»; Αν αφορά τα προσωπικά δεδομένα και το ιατρικό απόρρητο, θα έπρεπε να αναφερθούν ονομαστικά. Άλλωστε ουδεμία παραβίαση έχει υπάρξει και ούτε πρόκειται. Είναι προφανές ότι η απαγόρευση αναφοράς στα ΜΜΕ της «διαχείρισης» αφορά στο βαθμό ετοιμότητας (ή ανετοιμότητας) του οχυρωμένου (ή ανοχύρωτου) συστήματος. Αφορά στην απαγόρευση διαμαρτυρίας ή αποκάλυψης της έλλειψης επαρκών προστατευτικών μέσων. Αφορά στις χρόνιες παθογένειες, ελλείψεις, κενά του ΕΣΥ που πρέπει να αποσιωπηθούν για να μην χρεωθούν ευθύνες σε όσους τα δημιούργησαν.

Από τη μια οι γιατροί είναι σε γύψο, με τις συνεχείς έμμεσες προτροπές ή και απειλές, να μη μιλούν.

Από την άλλη ένα καλοπληρωμένο σύστημα κολακείας αναπτύσσεται, τέτοιο που δημιουργεί ευθέως θέμα δημοκρατίας.

Γιατί απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι μόνο ο Όρμπαν που σήμερα τον θυμήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Λαϊκό Κόμμα, αφού πρώτα τον ενίσχυσαν και τον τάισαν ποικιλοτρόπως ως πρωτοπαλίκαρο του αντικομμουνιστικού οχετού.

Απειλή για τη δημοκρατία είναι και η φίμωση των πραγματικών πρωταγωνιστών της μάχης που δίνει η χώρα, ο προπηλακισμός της διαμαρτυρίας και της αποκάλυψης, η μονοδιάστατη ενημέρωση.

Σημερινό πρωτοσέλιδο ντροπή. Οι εμπνευστές του είναι κανοί να καταγγέλουν χωρίς αιδώ την "προσωπολατρία" των σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Σημερινό πρωτοσέλιδο. Οι εμπνευστές του είναι κανοί να καταγγέλουν χωρίς αιδώ την “προσωπολατρία” των σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Από την αποθέωση και τα πορτραίτα αγιογραφίας των πρωταγωνιστών της καθημερινής ενημέρωσης, μέχρι τη φιλοτεχνημένη εικόνα ενός πρωθυπουργού – σωτήρα της χώρας, για τον οποίο η κοινωνία πρέπει να ξεχάσει ότι θεωρούσε τους γιατρούς πλεονάζοντες ή ότι έθεσε 7.900 εργαζόμενους στον ΕΟΠΥΥ σε διαθεσιμότητα.

Θα ήταν διαφημιστικό από σειρά του Netflix, αλλά τα πρόσωπα μας είναι γνωστά. Ανάμεσά τους ο εξαφανισμένος πρόεδρος του ΕΟΔΥ Αρκουδομανέας, ο ίδιος που δήλωνε ότι ο κορωνοϊός έχει χαμηλή μεταδοτικότητα.

Θα ήταν διαφημιστικό από σειρά του Netflix, αλλά τα πρόσωπα μας είναι γνωστά. Ανάμεσά τους ο εξαφανισμένος πρόεδρος του ΕΟΔΥ Αρκουδομανέας, ο ίδιος που δήλωνε ότι ο κορωνοϊός έχει χαμηλή μεταδοτικότητα.

Ορισμένες φορές η γελοιότητα των αγιογραφικών πορτραίτων είναι υπερβολική ακόμα και για τα στάνταρντ των μεσημεριανάδικων, αλλά τα ελληνικά ΜΜΕ ποτέ δεν παύουν να μας εκπλήσσουν.

Μια στρατιά δημοσιογράφων, αποσπασμένων αλλά και τρωκτικών που μασουλούν χρήμα και επιδοτήσεις, με τελευταίο προκλητικό ρεγάλο τα 11 εκατομμύρια που μοίρασε το πρωθυπουργικό γραφείο στους κολλητούς ψάλτες που δοξολογούν την κυβέρνηση, φτάνει μέχρι το σημείο να επιτίθεται σε κάθε φωνή που αποκαλύπτει μέρος της αλήθειας. Γιατί η αλήθεια για τις ευθύνες που αφόπλισαν το σύστημα Υγείας της χώρας πρέπει να πεθάνει.

Σε κάθε πόλεμο, το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια, λέει το γνωστό απόφθεγμα.

Στον σημερινό υγειονομικό πόλεμο που διεξάγουν οι υγειονομικοί, το απόφθεγμα επιβεβαιώνεται.

Κάτω τα χέρια από το άσυλο

Κάτω τα χέρια από το άσυλο

Άσυλο εξ ορισμού είναι χώρος περιορισμού των δικαιωμάτων της εξουσίας απέναντι στον πολίτη. Αποτέλεσε από τις απαρχές της ιστορίας λαϊκή κατάκτηση που και όταν ακόμα δεν κατοχυρώθηκε νομικά βρίσκονταν ψηλά στην κοινωνική συνείδηση και αποτελούσε άγραφο νόμο.

Το Κυλώνειο άγος (632 πΧ) έμεινε στην ιστορία ως μία πράξη ντροπής ήταν σφαγή οπαδών του Κύλωνα στην Ακρόπολη που αποτελούσε άσυλο, έστω ως χώρος λατρείας των θεών. Αλλά και στα σημερινά χρόνια το άσυλο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής απετέλεσε κατοχυρωμένο και μάλιστα με συνταγματική περιωπή θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα (άρθρο 9 Σ), ενώ η από μέρους κρατικού υπαλλήλου παραβίαση του οικιακού ασύλου, δηλαδή είσοδος σε ιδιωτική κατοικία χωρίς τη θέλησή του, χωρίς τις διατυπώσεις του νόμου και χωρίς την παρουσία δικαστικού λειτουργού αποτελεί ποινικό αδίκημα (ΠΚ 241) απειλούμενο μάλιστα με υψηλότερη ποινή από το αδίκημα της διατάραξης οικιακής ειρήνης (ΠΚ 334) και πολύ σωστά αφού η από μέρους οργάνου της εξουσίας παραβίαση του νόμου έχει πολύ μεγαλύτερη επικινδυνότητα και άρα απαξία από την αντίστοιχη ενός ιδιώτη. Περιορισμοί που προβλέπονται και για την κατ’ οίκον έρευνα, την κατά κανόνα απαγόρευσή της στη διάρκεια της νύχτας (ΚΠοινΔ 254) αποβλέπουν επίσης στην προστασία του οικιακού ασύλου.

Αναμφισβήτητη άλλωστε είναι και η έννοια του πολιτικού ασύλου που προστατεύει πρόσωπα που διώκονται από αντίπαλα καθεστώτα για τους πολιτικούς αγώνες τους και υποχρεώνει τα κράτη στα οποία καταφεύγουν να τα προστατεύουν όταν αυτό διαπιστώνεται.

Αν για τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή προβλέπεται και νομοθετήθηκε άσυλο, δεν συμβαίνει το ίδιο κατά τρόπο συγκεκριμένο με την προστασία των συλλογικών πολιτικών δικαιωμάτων παρότι το Σύνταγμα επιτάσσει την εγγύηση του κράτους για τα δικαιώματα του ανθρώπου ως μέλους του κοινωνικού συνόλου (Σ 25 παρ. 1). Τα κινήματα δεν έχουν “το σπίτι τους” κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα αν και το έχουν κατακτήσει με αγώνες δεκαετιών που κανένας δεν τόλμησε να αμφισβητήσει.

Ένα τέτοιο σπίτι είναι το Πανεπιστημιακό Άσυλο. Θα μπορούσαν η μπορεί στο μέλλον στη θέση των Α.Ε.Ι. να είναι τα Εργατικά κέντρα, τα Δημαρχεία, οι πλατείες, τα δημόσια και δημοτικά κτίρια, κάποια άλλα “άβατα”. Συνέβη για λόγους ιστορικούς και ιδιαίτερους σε αυτήν την χώρα η θεμιτή και σεβαστή συνταγματικά κινηματική ασυλία να στεγασθεί στο πανεπιστήμιο. Και όχι φυσικά χάριν προστασίας της τριτοβάθμιας ακαδημαϊκής διδασκαλίας. Στο Ελληνικό κράτος η τελευταία δεν γνώρισε ποτέ διωγμούς, όπως στην μεσαιωνική Ευρώπη. Αντίθετα υπήρξε θεραπαινίδα των εξουσιών και διαπιστευμένη πηγή παροχής της αστικής γνώσης και ιδεολογικής συγκρότησης των μελλοντικών στελεχών της κοινωνίας. Συνεπώς ούτε κινδύνευσε ποτέ από την εξουσία, ούτε δεν είχε ανάγκη κανενός ασύλου. Ποτέ δεν μπήκε αστυνομία σε Α.Ε.Ι. για να διακόψει μάθημα η άλλη εκπαιδευτική πράξη. Η νεοελληνική ιστορία δεν έχει καταγράψει καμία τέτοια περίπτωση. Αντίθετα, έχει καταγράψει από πολύ παλιά τη νομιμοποίηση του πανεπιστημιακού ασύλου στη συλλογική συνείδηση ως χώρου προστασίας λαϊκών κινητοποιήσεων και ασυλίας από την αστυνομική επέμβαση.

Πρώτη τέτοια περίπτωση τα «Σκιαδικά» (Μάιος 1859): Στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών καταφεύγουν φοιτητές και μαθητές χαμηλών κοινωνικών τάξεων, που φορούσαν ελληνικά καπέλα (σκιάδια) από τη Σίφνο, καταδιωκόμενοι από τη φοιτητική ελίτ ύστερα από πρόκληση έντασης από εισαγωγείς πανάκριβων ευρωπαϊκών καπέλων που έβλεπαν τα συμφέροντά τους να απειλούνται, πληρωμένους τραμπούκους και την αστυνομία, που τελικά επεμβαίνει στον χώρο του ασύλου και ακολουθούν πολυήμερες συγκρούσεις. Ο ίδιος ο πρύτανης του Πανεπιστημίου καταγγέλλει την παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου λέγοντας ότι το πανεπιστήμιο είναι μόνον χώρος διδασκαλίας.

Είναι όμως προφανές ότι αυτό που υπερασπίζεται δεν είναι η διδασκαλία, αλλά η ελεύθερη διάδοση των ιδεών, που είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Ακολουθεί πολιτική κρίση που οδηγεί στην παραίτηση του αρχηγού της αστυνομίας. Και περνούν πολλές δεκαετίες για να ξαναμπεί η αστυνομία στα Πανεπιστήμια. Δεν μπήκε ούτε στα «Γαλβανικά», πολυήμερη κατάληψη του Πανεπιστημίου ενάντια στις αυθαιρεσίες του καθηγητή Ιατρικής Γαλβάνη τον Ιανουάριο 1897 από τους φοιτητές με σκληρές συγκρούσεις, ακόμα και νεκρό φοιτητή από σφαίρα αστυνομικού, Δεν μπήκε ούτε τα επόμενα χρόνια στα «Ευαγγελικά» (1901), τα «Σανιδικά», (1902) τα «Ορεστειακά» (1903). Οι τελευταίες κινητοποιήσεις καταγράφονται παρά τον αντιδραστικό τους χαρακτήρα, αφού αιτήματά τους ήταν να μην μεταφρασθεί το ευαγγέλιο στην απλή έστω καθαρεύουσα, να παιχτεί η Ορέστεια τριλογία στην αρχαία ελληνική γλώσσα κλπ. Το φοιτητικό κίνημα αποκτά προοδευτικό χαρακτήρα και εντάσσεται στις κοινωνικές δυνάμεις του κοινωνικού μετασχηματισμού μετά τη δεκαετία 1920 υπό την επιρροή της Αριστεράς.

Σε κάθε περίπτωση κάτι μένει, αφού στον Οργανισμό του Πανεπιστημίου Αθηνών (ν. 5343/1932, άρθρο 125) απαγορεύεται ρητά η είσοδος άλλων πλην φοιτητών και διδασκόντων στο Πανεπιστήμιο χωρίς άδεια του Πρύτανη. Προφανώς φωτογραφίζεται η αστυνομία : αυτήν αφορά η απαγόρευση.

Στα μετεμφυλιακά χρόνια της δεκαετίας 1950 και μετά οι συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων απαγορεύουν την παρουσία μελών του Σπουδαστικού της Ασφάλειας στις συνελεύσεις και στις σχολές, επικαλούμενες το Πανεπιστημιακό Άσυλο. Στα χρόνια της δικτατορίας η Σύγκλητος του ΕΜΠ παραιτείται όταν η αστυνομία εισβάλλει σε αυτό (14.2.1973), αντίθετα με τη Σύγκλητο του ΕΚΠΑ που επιτρέπει την βίαιη αστυνομική εκκένωση της κατειλημμένης Νομικής την ίδια περίοδο, ενώ λίγους μήνες μετά η Σύγκλητος του ΕΜΠ επικαλούμενη επίσης το πανεπιστημιακό άσυλο αρνείται να δώσει στην αστυνομία την άδεια εκκένωσης του κατειλημμένου Πολυτεχνείου στις 15/11/1973 και μόνο εκ των υστέρων εγκρίνει την επέμβαση του στρατού με την γνωστή επιχειρηματολογία της χούντας.

Στην κοινοβουλευτική διαβούλευση για το Σύνταγμα 1975 υπάρχει ζωηρή άποψη να αναφερθεί ρητά το πανεπιστημιακό άσυλο στις συνταγματικές διατάξεις. Τελικά υποχωρεί θεωρώντας αρκετό το ότι το άρθρο 16 το υπονοεί στην ακαδημαϊκή ελευθερία που κατοχυρώνει. Και άλλωστε ο τότε Υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης δηλώνει στη Βουλή ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει το Πανεπιστημιακό Άσυλο.

Ωστόσο κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει το πανεπιστημιακό άσυλο, παρότι παραμένει στον χώρο του “συνταγματικού εθίμου”. χωρίς να κατοχυρώνεται έστω σε κοινό νόμο. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης τα Πανεπιστήμια ανθούν ως χώροι συνελεύσεων, εκδηλώσεων, όχι μόνο φοιτητικών αλλά και πολιτικών διαδικασιών, αφετηρίας και λήξης πορειών κ.λ.π. Όλα τα πρωτοποριακά ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα αποκτούν στους χώρους τους την επαφή και τη γείωση με την κοινωνία. Και δίνουν στο Πανεπιστήμιο, που γίνεται το “σπίτι του κινήματος” την πραγματική και πολύπλευρη μορφωτική εν τέλει λειτουργία των οριζόντων αυτών, που καμία κατεστημένη ακαδημαϊκή διδασκαλία ούτε μπορεί, ούτε θέλει να δώσει. Το σύνθημα “Το άσυλο ανήκει σε όλον τον λαό” δονεί συχνά τις διαδηλώσεις.

Το ΠΑΣΟΚ, με το ν. 1268/1982 (άρθρο 2) διατυπώνει για πρώτη φορά την έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου «καλύπτει όλους τους χώρους των ΑΕΙ (σ. είχε γεννηθεί θέμα αν εκτείνεται και στα προαύλια) και συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς χωρίς την πρόσκληση η άδεια του αρμοδίου οργάνου…..»

Ταυτόχρονα διατυπώνει και τους όρους της παραβίασής του μέσα από όργανο συνδιοίκησης (την οποία επίσης με σκοπό την ενσωμάτωση του φοιτητικού κινήματος και τη χρήση του για την μεταβολή των συσχετισμών στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ καθιερώνει), την τριμελή επιτροπή ασύλου (Πρύτανης, εκπρόσωπος ΔΕΠ, εκπρόσωπος φοιτητών).

Και για πρώτη φορά το Νοέμβρη 1985 η αστυνομία παραβιάζει το Πανεπιστημιακό άσυλο μετά από άδεια της επιτροπής και εκκενώνει το κατειλημμένο για μία εβδομάδα λόγω διαμαρτυρίας για την δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτέζα στα Εξάρχεια από αστυνομικό στις 17/11/1985 Χημείο (τότε στη Ναυαρίνου και Χ. Τρικούπη) με το πρόσχημα του κινδύνου έκρηξης από τις διάφορες χημικές ουσίες στο υπόγειο. Η κατακραυγή του φοιτητικού κόσμου και όχι μόνο είναι πλήρης : Δεν υπάρχει συνέλευση σχολής που να μην καταδικάσει την – νομότυπη αλλά ποτέ νόμιμη στις συνειδήσεις – παραβίαση του ασύλου, ενώ ο εκπρόσωπος των φοιτητικών συλλόγων του ΕΚΠΑ στην επιτροπή ασύλου και μέλος της ΠΑΣΠ διαγράφεται από μέλος του φοιτητικού συλλόγου της σχολής του (Οικονομικό Νομικής) με ομόφωνη σχεδόν απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.

Στις 18/11/1995 είναι η επόμενη σημαντική παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου : Τα ΜΑΤ εκκενώνουν το κατειλημμένο από την προηγούμενη μέρα από αντιεξουσιαστές για συμπαράσταση στους αγώνες των κρατούμενων Πολυτεχνείο και προχωρούν σε 500 και πλέον συλλήψεις, που καταλήγουν σε δίκες με ομοιόμορφες κατηγορίες χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για κανέναν πλην της παρουσίας του στο κτίριο, η έκβαση των οποίων συχνά εξαρτάται όχι από τα στοιχεία, αλλά από την μεταμέλεια η μη των κατηγορουμένων.

Ο «νόμος Γιαννάκου» (ν. 3549/2007) έρχεται μέσα στις πολύμηνες κινητοποιήσεις ενάντια στην τροποποίηση του άρθρου 16Σ να περιστείλει (άρθρο 3) την κατοχύρωση του ασύλου τόσο ως προς το εύρος («όλους τους χώρους των ΑΕΙ στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα»), όσο και ως προς την έννοια του ασύλου «αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση στη μάθηση και την εργασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας…..»

Ενώ καταργεί την τριμελή επιτροπή ασύλου και μεταθέτει τη σχετική αρμοδιότητα στο Πρυτανικό Συμβούλιο. Δεν τολμά ωστόσο να πειράξει την παράγραφο (1) του άρθρου (3) της οποίας η διατύπωση μένει ίδια όπως του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 1268/1982 : «Στα ΑΕΙ κατοχυρώνεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και διδασκαλία, καθώς και η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών» την οποία μάλιστα αφήνει αμετάβλητη και ο μετέπειτα σαρωτικός «νόμος Διαμαντοπούλου».

Οι καταλήψεις της Νομικής και του ΕΜΠ και άλλων σχολών μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, καθώς και οι ήδη εκδηλούμενες αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις (απεργίες, συνελεύσεις αγανακτισμένων, καταλήψεις κλπ) εξωθούν την τότε κυβερνητική εξουσία στην ύστατη γραμμή αντεπίθεσης.

Έτσι ψηφίζεται ο «νόμος Διαμαντοπούλου» (ν. 4009/2011) που καταργεί κάθε απαγόρευση αστυνομικής επέμβασης ορίζοντας (άρθρο 3 παρ. 2) ότι «Σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των ΑΕΙ εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία».

Μόνη αυτή η υπόμνηση είναι αρκετή για να καταδείξει την υποκρισία όσων προφασίζονται ότι η παραβατικότητα εντός και πέριξ των ΑΕΙ οφείλεται στην – ανύπαρκτη από το 2011 – νομοθεσία του πανεπιστημιακού ασύλου. Και όμως από τότε και μετά ισχυροποιείται η παραβατικότητα αυτή.

Έξι χρόνια αργότερα, ο νόμος Γαβρόγλου (ν. 4485/2011, άρθρο 3) επαναφέρει την απαγόρευση επέμβασης της αστυνομίας, την οποία επιτρέπει αυτεπαγγέλτως σε περίπτωση τέλεσης κακουργήματος η εγκλήματος κατά της ζωής και μετά από άδεια του Πρυτανικού Συμβουλίου σε κάθε άλλη περίπτωση, χωρίς εν τέλει να την απαγορεύει ποτέ.

Κανένας από αυτούς τους νόμους λοιπόν δεν απαγορεύει την αστυνομική επέμβαση για ότι συμβαίνει εκτός του κτιρίου και του περιβόλου της σχολής. Είναι ψέμα ο ισχυρισμός ότι χρειάζεται άδεια της επιτροπής για τη διακίνηση ναρκωτικών που γίνεται στην αυλή του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθήνας η στους πέριξ της ΑΣΟΕΕ δρόμους η παλαιότερα στην Τοσίτσα.

Αλλά και μέσα στους χώρους της σχολής δεν υπήρξε κανένας νόμος που να μην επιτρέπει την χωρίς διατυπώσεις (δηλαδή προηγούμενη αίτηση η παροχή άδειας από πανεπιστημιακό όργανο) επέμβαση της αστυνομίας σε περίπτωση διάπραξης κακουργήματος η αυτόφωρου πλημμελήματος στρεφόμενου κατά της ζωής.

Καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις παραβίασης του ασύλου δεν έγινε με επίκληση διάπραξης κακουργημάτων η αδικημάτων κατά της ζωής. Έγιναν βέβαια φθορές και υλικές ζημιές για τις οποίες κανείς δεν πρέπει να είναι περήφανος. Αλλά η κοινωνική και πολιτική οργή δεν συγκρατείται πάντα εντός η εκτός των Α.Ε.Ι.

Δεν είναι συνεπώς η περιφρούρηση της νομιμότητας από τα τελούμενα πέριξ πανεπιστημιακών χώρων ποινικά αδικήματα το κίνητρο για την εξαγγελλόμενη κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Είναι η απαλλαγή των πανεπιστημιακών χώρων από τις κινηματικές διαδικασίες, τις συνελεύσεις, τις εκδηλώσεις, τις αφίσες, τα συνθήματα, τη διακίνηση εντύπων. Είναι ο σκοπός ποινικών διώξεων όσων δρουν πολιτικά στο πανεπιστήμιο.

Είναι η πειθάρχηση των ΑΕΙ και του φοιτητικού κινήματος που απέτρεψε την τροποποίηση του άρθρου 16Σ και την ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο στόχος που δεν κατόρθωσε ποτέ καμία κυβέρνηση να πετύχει και η μετατροπή τους σε χώρους πολυτελών κολλεγίων για να παράγουν ειδικευμένους πειθήνιους και να διασυνδέονται ανεμπόδιστα με την ιδιωτική αγορά προσαρμόζοντας την εκπαιδευτική και ερευνητική τους δραστηριότητα στις ανάγκες και τις παραγγελίες της. Είναι η εμπέδωση μιας γενικευμένης κουλτούρας καταστολής και συρρίκνωσης δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, που διαπνέει όχι μόνο τις εξαγγελίες της σημερινής κυβέρνησης, αλλά και όλο το φάσμα των νομοθετικών παρεμβάσεων τα τελευταία χρόνια σε απεργίες και ποινικοποιήσεις κινητοποιήσεων. Είναι τελικά η αντεπίθεση της εξουσίας που κλιμακώνεται με την ανάκτηση του πανεπιστημίου και τον αποχαρακτηρισμό του ως χώρου περιορισμού της εξουσίας απέναντι στο κίνημα. Γιατί έχει τους συσχετισμούς να κάνει πλέον και αυτό. Η μάλλον έτσι νομίζει.

Αυτό το “σπίτι του κινήματος” που κινδυνεύει οφείλουμε να το υπερασπιστούμε. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι αν δεν υπάρχει χώρος για τους αγώνες, οι αγώνες ουσιαστικά θα τεθούν εκτός νόμου. Ότι η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου δεν γίνεται ούτε για τους “μπαχαλάκηδες”, ούτε για τη διακίνηση ναρκωτικών, ούτε για την παραβατικότητα. Όλα αυτά είναι προσχήματα και ελάχιστα ενοχλούν τις εξουσίες, αν δεν εκπορεύονται από αυτές τις ίδιες.

Έχουμε χρέος όλες οι παλιότερες φοιτητικές γενιές που πέρασαν από τις σχολές να υπερασπίσουμε την ιστορία μας, να υπερασπίσουμε τη λειτουργία που μας έδωσε την πολυτέλεια να είμαστε πολιτικοποιημένοι, να σκεφτόμαστε πέρα από όσα μας επιβάλλουν η μας επιτρέπουν, να μην εξαντλούμε την κοινωνική, εκπαιδευτική και πολιτική μας πρακτική στο ρόλο του πελάτη του – για πόσο ακόμη – δημόσιου Α.Ε.Ι. Έχουμε χρέος να μην επιτρέψουμε την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ούτε στο νόμο, ούτε στην πράξη.