Άρθρα

Έχουν αποτύχει. Το ομολογούν. Να το πληρώσουν.

Η κυβέρνηση τα έχει σκατώσει σε όλα τα επίπεδα. Διαχείριση πανδημίας, εμβολιαστικό εγχείρημα, ενίσχυση του ΕΣΥ. Η Ελλάδα ξεκίνησε λόγω συγκυριών και τύχης, από την καλύτερη δυνατή θέση, και εδώ και μήνες βρίσκεται στη χειρότερη. Από τον Μάρτιο του 2021, όπου τα εμβόλια γίνονται διαθέσιμα σε ευρύτερες ηλικιακές και κοινωνικές κατηγορίες, μέχρι και σήμερα, η Ελλάδα είναι σταθερά πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο σε ανθρώπινες απώλειες.

Μέσα στον Νοέμβριο σημειώθηκαν 2.219 θάνατοι από Covid. Είναι σαν να ξεκληρίζεται μια μικρή πόλη κάθε μήνα. Η κοινωνία μοιάζει να έχει συνηθίσει, η κυβέρνηση αδιαφορεί και το πολιτικό σύστημα, στο σύνολό του, μοιάζει να το ανέχεται. 

Αυτό είναι μια τεράστια πολιτική, ιδεολογική και κοινωνική ήττα.

Αυτοί που προκάλεσαν με τη στάση τους αυτές τις εκατόμβες νεκρών έχουν ονοματεπώνυμο: Είναι ο κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του.

Όμως αυτή η πολιτική, ιδεολογική και κοινωνική ήττα του να αποδεχόμαστε το θανατικό και να μη λογοδοτούν οι υπεύθυνοι, μας αφορά όλους. 

Ο ενήλικος πληθυσμός θα έπρεπε να είχε εμβολιαστεί καθολικά.

Αυτό επιβάλλει η υγειονομική πραγματικότητα, τα επιστημονικά δεδομένα, η παγκόσμια εμπειρία. Αυτό έγινε ή γίνεται σε διάφορες χώρες του πλανήτη, από την Κούβα μέχρι την Πορτογαλία και από τη Δανία μέχρι την Κίνα. Αυτή είναι η μοναδικά προοδευτική και ανθρωπιστική στάση που μπορεί να υπάρξει στο ζήτημα του εμβολίου.

Συγκεκριμένες κοινωνικές και κυρίως ηλικιακές κατηγορίες θα έπρεπε να είχαν εμβολιαστεί. Τουλάχιστον οι άνω των 60 θα έπρεπε να είναι ήδη καθολικά εμβολιασμένοι. 

Ο εμβολιασμός, ειδικά στην Ελλάδα, είναι δύο φορές απαραίτητος, γιατί έχουμε μια κυβέρνηση που σαμποτάρει το ΕΣΥ και τη δημόσια υγεία. Επειδή η επί δεκαετίες νεοφιλελεύθερη πολιτική έχει διαλύσει την Πρωτοβάθμια Φροντίδα και το πλέγμα υγειονομικής προστασίας στην κοινότητα. Εξαιτίας του ότι οι υπουργικές αποφάσεις μετέτρεψαν τα νοσοκομεία σε μονάδες μίας νόσου, εκτινάσσοντας τη λοιπή νοσηρότητα και την υπερβάλλουσα θνητότητα.

Η απόφαση για επιβολή προστίμου 100 ευρώ στους ανεμβολίαστους άνω των 60 χρονών αποτελεί ανοικτή παραδοχή ήττας της εμβολιαστικής πολιτικής -εάν ποτέ υπήρξε τέτοια- και ταυτόχρονα χρεοκοπίας της κυβερνητικής στρατηγικής διαχείρισης της πανδημίας. 

Το πρόβλημα δεν είναι κυρίως το 100άρικο στο χαμηλοσυνταξιούχο, ούτε ο αυταρχισμός, ούτε η καταπάτηση της ατομικής ελευθερίας. Αυτά είναι εξοργιστικά, αλλά παραμένουν δευτερεύοντα. Όταν στο ζύγι μπαίνει η ατομική αυτοδιάθεση απέναντι στην κοινωνική ευθύνη, όταν αναμετριέται μια μεταμοντέρνα αντίληψη ελευθερίας με το δικαίωμα στη ζωή και στην υγεία, δεν υπάρχει δίλημμα επιλογής. 

Υπό άλλες συνθήκες, για να επιτευχθεί ο στόχος του καθολικού εμβολιασμού, αντικειμενικά θα υπήρχε μια μορφή υποχρεωτικότητας. Στην περίπτωσή μας όμως, όχι απλώς δεν εξαντλήθηκε η επιλογή να πετύχει η εμβολιαστική κάλυψη, αλλά με κάθε κυβερνητική απόφαση, το εμβολιαστικό εγχείρημα υπονομευόταν. 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ακολουθώντας τις χειρότερες ιδεολογικές και πολιτικές προτεραιότητες του σύγχρονου καπιταλισμού, θεώρησε ότι η πανδημία μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με την ατομική ευθύνη, την ατομική συμπεριφορά και την ατομική στάση του καθενός.

Στην πράξη αποδείχθηκε ότι η ατομικότητα και η επίκληση στην ατομική ευθύνη δεν αρκεί. Χρειάζεται οργανωμένη και συλλογική βούληση, κοινωνική συνείδηση, κρατική πρόνοια και πολιτική απόφαση που θα κάνει πράξη την προστασία της δημόσιας υγείας. Αυτά όμως δεν μπορούν να γίνουν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. 

Η κυβέρνηση αυτή έχει χιλιάδες θανάτους στο λαιμό της εξαιτίας του δόγματος της ατομικής ευθύνης. Προκάλεσε εκατόμβες νεκρών εξαιτίας του μίσους που τρέφει για το δημόσιο σύστημα υγείας. Τίναξε την εμβολιαστική εκστρατεία στον αέρα βλέποντάς την ως ευκαιρία πολιτικών παιχνιδιών. 

Λιγότερο από ένα μήνα πριν, ο Μητσοτάκης, έλεγε επί λέξει: “Η υποχρεωτικότητα έχει εξαντλήσει αυτή τη στιγμή τα όριά της. Οι περισσότερες υποχρεωτικότητες προκαλούν μεγαλύτερες αντιδράσεις”. 

Σήμερα, εξαγγέλει στροφή 180 μοιρών, όχι γιατί έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά γιατί δεν έκανε αυτό που έπρεπε. 

Ο μεγαλύτερος αντι-εμβολιαστής αποδείχθηκε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Όταν εξήγγειλε την επιχείρηση Ελευθερία μασκαρεύοντας τον εμβολιασμό σε προσωπική πολιτική του επιτυχία. Όταν ταύτιζε, παρά τις επιστημονικές επιφυλάξεις, την πλήρη ελευθερία από τον ιό με το εμβόλιο, προσφέροντας έναν ψευδή ισχυρισμό στο πιάτο του αντιεμβολιαστικού ρεύματος. Όταν δήλωνε δύο φορές μέσα σε ένα χρόνο ότι η Ελλάδα νίκησε την πανδημία. Όταν παραιτήθηκε από κάθε πολιτική υγειονομικής άμυνας και κάθε μέτρο ενίσχυσης του ΕΣΥ γιατί “θα μας σώσουν τα εμβόλια – δεν χρειαζόμαστε γιατρούς”. Όταν έβαζε την Επιτροπή Ειδικών να δηλώνει τα πιο αλλοπρόσαλλα πράγματα, μετατρεπόμενη σε Αυλή του Ηγεμόνα, με αποτέλεσμα να διαρραγεί κάθε εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τον επιστημονικό κόσμο. Όταν εξάντλησε την κοινωνική συνοχή και καρτερικότητα με τα συνεχόμενα και αναποτελεσματικά λοκντάουν, τις κενού υγειονομικού περιεχομένου απαγορεύσεις κυκλοφορίας, τα ταξιδάκια του και τις εκδρομές του την ώρα που ο κοινός θνητός δεν μπορούσε να πάει στο βουνό ή στην εξοχή. Όταν ο ίδιος και οι υπουργοί του χάιδευαν την Εκκλησία, βεβαίωναν ότι οι αστυνομικοί δεν μεταδίδουν, δήλωναν ότι δεν είναι ευθύνη του κράτους ο εμβολιασμός ή αποποιούνταν την κυβερνητική ευθύνη λέγοντας “μη σώσουν και εμβολιαστούν”. Όταν επί μήνες αντί να οικοδομήσει εμβολιαστική κουλτούρα πρόληψης και προστασίας, έπαιζε με την αντίθεση εμβολιαστών – αντιεμβολιαστών μετατρέποντας το εμβόλιο σε πεδίο αντιπαράθεσης και όχι κοινωνικής αποδοχής. Όταν ακόμα και σήμερα δηλώνει κυνικά ότι “δεν έχει ενδείξεις για την αυξημένη θνητότητα σε διασωληνώσεις εκτός ΜΕΘ”.

Σε κάθε περίπτωση ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να εξηγήσει γιατί χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Δανία κατάφεραν να εμβολιάσουν καθολικά τις ηλικιακά κρίσιμες κατηγορίες, σε αντίθεση με την Ελλάδα. Και θα πρέπει να σταματήσει την υποκρισία για τις υπαρκτές αντιεμβολιαστικές πονηριές της αντιπολίτευσης. Για το ότι η ίδια η κυβέρνηση έστησε το αντιεμβολιαστικό ρεύμα για να κάνει το σύνηθες παιχνίδι της εναντίον του “λαϊκισμού” δεν φταίει ο Πολλάκης. 

Σήμερα, ο κ. Μητσοτάκης παριστάνει ότι εξάντλησε κάθε περιθώριο, ενώ στην πραγματικότητα το κυβερνητικό επιτελείο καθοδηγείται από την ανάγκη να φανεί ότι σκύβει πάνω από το πρόβλημα, ότι παίρνει μέτρα, ακόμα και δύσκολα, ότι δεν είναι εντελώς αναίσθητο και ανίκανο, ότι φταίει (μονίμως) η κοινωνία. Τι απομένει λοιπόν για να μην χρεοκοπήσει η χριστουγεννιάτικη αγορά, να μην χρειαστεί να ξανακλείσει η εστίαση, να μην δώσει ξανά επιδόματα;

Η επιβολή προστίμου σε όσους δεν έχουν κάνει το εμβόλιο.

Η κυβέρνηση από την αρχή της πανδημίας επέλεξε να μην ενισχύσει το ΕΣΥ και να καθοδηγηθεί από την εμμονική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και του τσακίσματος των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών. Από εκεί προκύπτει και μεγάλο μέρος της υπερβάλλουσας θνητότητας, από εκεί προκύπτει και η αυξημένη θνητότητα στις ΜΕΘ, από εκεί προκύπτουν και τα χειρότερα ποσοστά θανάτων ανά πληθυσμό συγκριτικά με χώρες που έχουν ίδια ποσοστά εμβολιασμού. Το σύστημα υγείας σαμποταρίστηκε από αυτούς που το διηύθυναν με μοναδικό στόχο να θησαυρίσει σήμερα και κυρίως αύριο το ιδιωτικό κεφάλαιο υγείας. Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός είναι ηθικά και πολιτικά υπεύθυνοι για χιλιάδες θανάτους.

Να μην χαρίσουμε στην ακροδεξιά την ιδέα της ελευθερίας

Όποιος θυμάται την τελική περίοδο της προεδρίας Τραμπ και ιδιαίτερα την προεκλογική καμπάνια που οδήγησε στην ήττα του, θα παρατήρησε με πόση επιμονή ο ίδιος και το περιβάλλον των υποστηρικτών του δήλωναν ότι αποτελούν τους θεματοφύλακες της ατομικής ελευθερίας.

Freedom, η ελευθερία είναι ένα mantra για την αμερικάνικη ιστορία και κατά τη διάρκεια της μακράς σύγκρουσής της με τον κομμουνισμό, η λέξη ελευθερία χρησιμοποιήθηκε για να ταυτοποιήσει όλα αυτά που δεν ήταν κομμουνισμός. Πρώτα και κύρια, ελευθερία της αγοράς, το αντίθετο του κομμουνιστικού διευθυντισμού. Η έννοια της ελευθερίας ως υπέρτατη αξία και βασική αρχή της πολιτισμένης ύπαρξης και της ίδιας της γαλλικής επανάστασης, μεταμορφώθηκε -ήδη- κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα σε μια έννοια περί ελευθερίας ως συστατικού στοιχείου μιας συγκεκριμένης οικονομικής τάξης πραγμάτων και ενός συγκεκριμένου θεσμικού καθεστώτος. Έτσι μετατράπηκε από μια αξία που έδινε μια ταυτότητα σε μια τάξη, την αστική τάξη, σε μια αξία που έδωσε μια ταυτότητα στο κεφάλαιο, ενώ την ίδια ώρα οι κατώτερες τάξεις ύψωναν το λάβαρο που έγραφε “αλληλεγγύη”.

Αυτό που συμβαίνει όμως σήμερα είναι εντελώς διαφορετικό γιατί η ιδέα της ελευθερίας που προωθείται από την ακροδεξιά -και νομίζουμε ότι μπορούμε να εντάξουμε τον Τραμπ στο χώρο της ακροδεξιάς- πρέπει να μπορέσει να μετατατραπεί σ’ ένα αναγνωρίσιμο σύμβολο από εκείνο το “πλήθος” χωρίς ταξικά συμφραζόμενα, το οποίο και αποτελεί το προϊόν της αποσάθρωσης της μεσαίας τάξης [middle class] και τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης [working class].

Επομένως, αυτή δεν πρέπει να αντιπροσωπεύει άμεσα ένα συνώνυμο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής, οικονομικής και θεσμικής κατάστασης πραγμάτων, αλλά τη βιολογική ουσία μιας ανθρωπότητας που αναζητεί την καθαρόαιμη ευημερία. Έτσι, η ελευθερία μετατρέπεται απλά σε δικαίωμα του μεμονωμένου ατόμου να κάνει ότι θέλει, όχι μόνο έξω από κάθε θεσμικό κανόνα, αρχή και τάξη πραγμάτων, αλλά και έξω από κάθε έγνοια για την ύπαρξη του άλλου. Ελευθερία σημαίνει ότι το άτομο έχει το δικαίωμα να κάνει ότι θέλει, χωρίς ν’ ανησυχεί αν η πράξη του θα ωφελήσει ή θα βλάψει τους άλλους. Άλλωστε, ο άλλος υπάρχει μονάχα ως φορέας αυτού του ίδιου δικαιώματος. Η ιδέα της ελευθερίας που υπονοείται στην αντιεμβολιαστική [no vax] στάση και προπαγάνδα είναι αυτού του είδους. Γι’ αυτό θεωρούμε ότι το αντιεμβολιαστικό κίνημα ως τέτοιο είναι -και δεν θα μπορούσε να μην είναι- μια έκφραση της ακροδεξιάς.

(Να μην συγχέουμε το αντιεμβολιαστικό κίνημα με τις διαμαρτυρίες ενάντια στην πράσινη κάρτα εισόδου [green pass]. Πρόκειται για δυο διαφορετικά πράγματα που θα εξετάσουμε ξεχωριστά. Η ανάμιξη τους παρέδωσε την ηγεσία [leadership] των διαδηλώσεων στις πλατείες στην ακροδεξιά. Αυτό φανερώνει την έκταση της σύγχυσης που επικρατεί στα μυαλά πάρα πολλών συντρόφων, παρά πολλών εργατών και καλών ανθρώπων…)

Θεωρούμε ότι το αντιεμβολιαστικό κίνημα έχει συγχυσμένες ιδέες γύρω από τα εμβόλια και τη διαχείριση τους (ούτε εμείς αλλά ούτε και ο ίδιος Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τις έχει ξακάθαρες). Στο εσωτερικό του υπάρχουν άτομα διαφορετικών και αντιτιθέμενων πολιτικών απόψεων, αλλά όλοι τους αποδέχονται, πάνω κάτω συνειδητά, ότι η ορθή ιδέα περί της ελευθερίας είναι αυτή: ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει ότι θέλει και κανένας, ακόμα και αυτός ο μηχανισμός που ονομάζεται Κράτος, δεν έχει το δικαίωμα να τον εμποδίσει.

Επομένως, το αντιεμβολιαστικό κίνημα είναι ουσιαστικά αντικρατικό κίνημα. Η έφοδος στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον τον Γενάρη του 2021 αποτελεί την πληρέστερη και πλέον εύγλωττη αναπαράσταση του. Έτσι, γίνεται κατανοητός ο λόγος για τον οποίο πολλές αναρχικές τάσεις ωθήθηκαν σε μια όσμωση με το αντιεμβολιαστικό κίνημα.

Η άρνηση του Κράτους σημαίνει την άρνηση της δημόσιας υπηρεσίας, επομένως της εγγενούς παραδοχής πως η διαχείριση της υγείας, του νερού, του σχολείου, των μετακινήσεων, της ασφάλισης κλπ, πρέπει και μπορούν να είναι δημόσια. Τα πάντα πρέπει να παραχωρηθούν στους ιδιώτες. Το αντιεμβολιαστικό κίνημα είναι μια από τις πάμπολλες συνιστώσες του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.

Καλά θα κάνουμε να απελευθερωθούμε από τα στερεότυπα που πάντοτε χρησιμοποιήσαμε για τον ορισμό της ακροδεξίας, ιδιαίτερα από τα στερεότυπα του ναζισμού ή του φασισμού. Σήμερα πρέπει να μιλάμε πλέον για ένα “νεοναζισμό χωρίς Χίτλερ”, αφού ο εθνικοσοσιαλισμός της δεκαετίας του 1930, όπως τον γνωρίσαμε πριν και μετά τις θηριωδίες του, δεν ήταν διόλου μια ατομικιστική ιδεολογία. Αντίθετα, βασιζόταν στην ιδέα της Volksgemeinschaft, της κοινότητας του λαού, και συγκεκριμένα του “γερμανικού”.

Σήμερα, ο Τραμπικός ατομικισμός έχει μια παγκόσμια διάσταση, θέλει να στέκεται στο ύψος του Ίντερνετ και από τη στιγμή που το ψηφιακό σύμπαν του διαδικτύου είναι ένα σύμπαν χωρίς θεσμικούς περιορισμούς, χωρίς μια θεσμική αρχή και χωρίς μια κανονιστική εξουσία, προσφέρεται θαυμάσια ως ο χώρος μέσα στον οποίο το φαντασιακό του ατόμου του σύγχρονου “πλήθους” αντικατοπτρίζει τις υλικές συμπεριφορές του. Μέσα στο ψηφιακό σύμπαν του διαδικτύου το άτομο πιστεύει ότι μπορεί να κάνει ότι θέλει, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να του επιβάλει κανόνες, καμία εξουσία δεν μπορεί να το πειθαρχήσει. Εκείνο είναι (αισθάνεται πως είναι) εντελώς ελεύθερο.

Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός των πολυεθνικών, το στάδιο που θεωρούσαμε ως το απώτατο μέσα στην εξέλιξη του, έχει πλέον παλιώσει. Η τάξη που επιβάλουν οι νέοι Λεβιάθαν, οι Google, Facebook, Amazon και λίγοι ακόμα αντίστοιχοι τους, αποτελεί ένα καπιταλιστικό στάδιο με αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ακριβώς ο “εκδημοκρατισμός” της πρόσβασης στην επικοινωνία, η δυνατότητα που παραχωρείται στο άτομο ώστε να επικοινωνεί με τον κόσμο και θεωρητικά να επιχειρεί στην αγορά. Το καπιταλιστικό μοντέλο των πολυεθνικών παραχωρούσε στην εταιρεία την αποκλειστικότητα της πρόσβασης στην αγορά. Την αποκλειστικότητα για τη δυνατότητα υλικής, οικονομικής επιβίωσης του ατόμου, αφού η εταιρεία ήταν η μόνη που παρήγαγε εξαρτημένη εργασία σε αντάλλαγμα του μισθού. Σήμερα, η τάση προς τον ατομικισμό, -με τη μορφή της ψυχολογίας του free lance που αποτελεί τη φιγούρα σύμβολο της εποχής μας και πρέπει να μελετηθεί προσεχτικά- ισχυροποιείται από την πεποίθηση ότι η πρόσβαση στο διαδίκτυο μπορεί να μετατραπεί σε πρόσβαση στην αγορά και επομένως στην επιβίωση, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου θεσμού, χωρίς τη μεσολάβηση της εξαρτημένης εργασίας και του μισθού.

Η καθοδήγηση της συμπεριφοράς από την πεποίθηση ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει αυτό που θέλει είναι ο πιο ριζικός τρόπος για ν’ απαρνηθείς όλες τις αξίες επάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το εργατικό κίνημα, ο σοσιαλισμός, με λίγα λόγια “η αριστερά”. Σημαίνει ν’ απαρνηθείς την αξία της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης, της κοινότητας, αξίες πάνω στις οποίες υφάνθηκαν ο κοινωνικός ιστός και η σύγκρουση.

* * *

Τούτων λεχθέντων, μπορούμε να καταπιαστούμε με τα ζητήματα που αφορούν τη δημόσια υγεία, ζητήματα που το αντιεμβολιαστικό κίνημα επιλύει μέσα από την απλούστευση τους: ο καθένας ας κάνει ότι νομίζει, η δημόσια υγεία δεν είναι δικό μου πρόβλημα, εγώ πρέπει να φροντίσω μόνο για τη δική μου υγεία, δεν υπάρχει μια επιστήμη της υγείας, άλλωστε δεν υπάρχει καν η επιστήμη, επομένως δεν μπορεί να υφισταται μια κανονιστική εξουσία βασισμένη σε κάποια υποτιθέμενη μεγαλύτερη γνώση από εκείνη που διαθέτει το ίδιο το άτομο και που ενυπάρχει συνολικά στην επιβεβαίωση της δικής του ατομικής ελευθερίας. Η ιδέα περί της καθαυτής ατομικής ελευθερίας ως γνώσης, και μάλιστα ανώτερης συγκριτικά μ’ εκείνη των θεωρούμενων “τεχνικών” -οι οποίοι εντοπίζονται πάντοτε είτε ως λειτουργοί μιας κρατικής εξουσίας είτε ως λειτουργοί των φαρμακευτικών πολυεθνικών- ισοδυναμεί με την άρνηση των αξιών της τεχνογνωσίας, της επιμόρφωσης, της έρευνας.

Ο εξτρεμισμός της σύγχρονης δεξιάς χαρακτηρίζεται από μια ηλιθιότητα και μια άγνοια που δεν συναντιούνται ούτε στις ωμότερες εκδηλώσεις του χιτλερικού ναζισμού, αφού τότε ο εθνικοσοσιαλισμός ως απόλυτη εξουσία εγγυόταν την επιβίωση της άριας φυλής, επομένως στόχευε στην πλήρη απασχόληση του γερμανικού λαού (αφού πρώτα θα είχε βγάλει από τη μέση τους πολιτικούς αντιπάλους του, τους ανάπηρους, τους ανίατους ασθενείς και τους ψυχικά άρρωστους, τις τρεις κατηγορίες του lebensunwertige Leben). Σήμερα, ο φανατικός υπερασπιστής των ατομικών ελευθεριών του, μην αναγνωρίζοντας το Κράτος ως ρυθμιστή, δεν αναγνωρίζει ούτε το κοινωνικό κράτος [welfare stateκαι επαφίεται εξ’ ολοκλήρου και ασυνείδητα στην αγορά, η οποία δεν παραλείπει να τον στύψει καταδικάζοντας τόν σε μια επισφαλή ύπαρξη φτωχού εργαζόμενου [working poor].

Το αντιεμβολιαστικό κίνημα δεν έχει ιδέα γύρω από την υγεία ή τη δημόσια υγιεινή. Αυτό συμβαίνει γιατί η διάσταση του συλλογικού τού είναι εντελώς ανοίκεια, όπως ανοίκεια τού είναι και η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο εκείνοι που ανακαλούν εντελώς διαφορετικές αξίες, αξίες γενικά “αριστερές’, πρέπει να συμπαραταχθούν και να ακολουθήσουν αυτό τη συμμορία ανεύθυνων και επικίνδυνων ατόμων.

Αυτή η υπαγμένη συμπεριφορά είναι ακόμα περισσότερο απαράδεκτη και -εν μέρει- ακατανόητη, αφού στη δική μας παράδοση εμπειριών, αγώνων, σκεπτικών και ερευνών, τόσο το πρόβλημα της δημόσιας υγείας όσο και το πρόβλημα των επιδημιών, τέθηκαν επί μακρόν και ξεψαχνίστηκαν. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα είχε αναπτυχθεί εκείνο το “κίνημα αγώνα για την υγεία”, το οποίο βρήκε τα πρώτα ερεθίσματα του μέσα από το περιοδικό Sapere [Γνώση] που διευθυνόταν από τον Giulio Maccacaro. Εκείνο το κίνημα έδωσε πολιτικές και νομικές μάχες που οδήγησαν στη θέσπιση αποζημίωσης για τους κινδύνους που διατρέχουν οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε συγκεκριμένες τοξικές ουσίες (αμίαντοτετρααιθύλιο μολύβδου, χλώριο βινυλίου, βεταναφθυλαμίνη κλπ), το δικαίωμα στην αποζημίωση και τη δίωξη των υπεύθυνων για τις βλάβες και το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Ήταν ένα κίνημα που στόχευε στη συγκρότηση υγειονομικών λειτουργών στα εδάφη, για να πολεμηθεί η θρασύτητα των φαρμακευτικών εταιριών και βιομηχανιών που αρνούνται τις ξεκάθαρες ζημιές που προκαλούν οι δραστηριότητες τους και χρηματοδοτούν αφειδώς κατευθυνόμενες έρευνες για να αποδείξουν την ανυπαρξία κινδύνου. Ένα κίνημα που είχε γεννηθεί για να παλέψει ενάντια σε ένα μοντέλο δημόσιας υγείας, βασισμένο αποκλειστικά σε μεγάλα υπερεξιδεικευμένα νοσοκομειακά συγκροτήματα και ιδιωτικές κλινικές, στην υπηρεσία εκείνων που μπορούν να πληρώσουν τις πολυδάπανες θεραπείες.

Αυτός είναι ο πλούτος των εμπειριών και των γνώσεων που μας άφησε για κληρονομιά το κίνημα των κοινωνικών αγώνων της δεκαετίας του 1970. Ένας πλούτος που ανανεώνεται από γενιά σε γενιά. Εμείς δεν έχουμε ανάγκη να καταφύγουμε σε συγχυσμένες θεωρίες συνωμοσίας για να καταγγείλουμε τα πάμπολλα εγκλήματα που διαπράττουν οι φαρμακευτικές εταιρίες. Μας αρκεί η καταφυγή στη μαρξική έννοια του κέρδους.

ΥΓ: Μετά τη φασιστική έφοδο στην έδρα της Γενικής Ιταλικής Συνομοσπονδίας Εργασίας [CGILστη Ρώμη, από διάφορες πλευρές τέθηκε το αίτημα για να βγει εκτός νόμου η Forza Nuova. Είμαστε αντίθετοι. Γιατί; Εδώ και αρκετά χρόνια, το πρόβλημα της αναγέννησης της φασιστικής πίστης στην Ιταλία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Η αριστερά, οι εφημερίδες, μεγάλο μέρος των διανοούμενων, το δικαστικό σώμα, όχι μόνο αγνόησαν αυτό το πρόβλημα αλλά υπoστήριξαν τη χειρότερη επάνοδο της ακροδεξιάς, όπως στην περίπτωση των βαράθρων [foibe] [1]Βγάζοντας εκτός νόμου τη Forza Nuova νομίζουν ότι θα λύσουν το πρόβλημα ενώ θα συνεχίσουν να το αγνοούν, να παριστάνουν ότι δεν υπάρχει. Όχι. Η Forza Nuova και οι χειρότερες νεοναζιστικές γκρούπες πρέπει να μπορούν να δρουν ελεύθερα, αρκεί η αστυνομία να τις αντιμετωπίζει όπως αντιμετωπίζει και τους απεργούς εργάτες. Τα υπόλοιπα είναι δική μας δουλειά, δική μας ευθύνη να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες όπου θα απομονωθούν και θα ηττηθούν.


[*Βιογραφικό σημείωμα του Σέρτζιο Μπολόνια (από την ελληνική έκδοση της μελέτης του “Ναζισμός και Εργατική Τάξη. Κρίση, Κράτος Πρόνοιας και Αντιφασιστική Βία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου” [εκδόσεις antifa scripta. Β’ έκδοση. Αθήνα, 2012].

Ζει στην Ιταλία και είναι γνωστός για την ενεργό συμμετοχή του από τη δεκαετία του 1960 στο ρεύμα των εργατιστών και μετέπειτα, κατά τη δεκαετία του 1970, στην εργατική αυτονομία. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της οργάνωσης “Εργατική Εξουσία” [Potere Operaio] και μαζί με τον Αντόνιο Νέγκρι και τον Φράνκο Πιπέρνο συγκρότησαν την πρώτη γενική γραμματεία της οργάνωσης το 1969. Από την οργάνωση αποχώρησε το 1970. Την περίοδο 1960 και 1970 συμμετείχε σε αρκετά περιοδικά (Quaderni Rossi, Cronache Operaia, Quaderni Piacentini, Linea di Massa) όπου συνεισέφερε με γόνιμες αναλύσεις σχετικά με την καπιταλιστική ανάπτυξη, τις νέες εργατικές φιγούρες, τη μορφή του κράτους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τους κύκλους αγώνων στην Ιταλία και το νόημα της εργατικής αυτονομίας. Μια τέτοια ανάλυση, και ίσως η πιο γνωστή στα μέρη μας, είναι η “Φυλή των Τυφλοπόντικων”, που δημοσιεύτηκε την άνοιξη του 1977 στην ιστορική επιθεώρηση Primo Maggio, την οποία ίδρυσε ο ίδιος το 1973. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Τρέντο και ως καθηγητής Ιστορίας του Εργατικού Κινήματος στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Πρόσφατα ασχολείται με τις αλλαγές που σημειώνονται με την ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα, τις νέες φιγούρες των διανοητικών εργατών, τους επισφαλείς εργάτες και τα προβλήματα της συλλογικής τους οργάνωσης. Αρθρογραφεί επίσης στην εφημερίδα “Manifesto” .

[1Ως “σφαγές των βαράθρων [foibe]” έχουν καταγραφεί ιστορικά οι πολύνεκρες επιχειρήσεις αντιποίνων που εξάπελυσαν στην τελική φάση και αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι κατά των ιταλικών στρατευμάτων (αλλά και αμάχων) στις περιοχές της Βενετίας – Τζούλια, του Κουαρνάρο και της Δαλματίας.

Πηγή: www.officinaprimomaggio.eu

Αναδημοσίευση από Προλεταριακή Πρωτοβουλία

“Είναι δικαίωμά μου”

Το δικαίωμα στην ατομική επιλογή ασφάλισης ενάντια στο κοινωνικό δικαίωμα της ασφάλισης

Χθες έγινε γνωστό ότι η κυβέρνηση θα παραπέμψει το νομοσχέδιο για τις αλλαγές στην επικουρική ασφάλιση προς το Σεπτέμβριο και δεν θα το φέρει προς ψήφιση τον Ιούλιο. Τους ακριβείς λόγους της μετάθεσης δεν τους γνωρίζουμε, αλλά το προωθούμενο νομοσχέδιο είναι μια αλλαγή-τομή ενάντια στην κοινωνική ασφάλιση ως κοινωνικό δικαίωμα, καθώς  μετατρέπει την επικουρική ασφάλιση σε ατομικό κουμπαρά που θα φτιάχνει κάθε νέος εργαζόμενος όταν μπαίνει στην αγορά εργασίας. Και αυτή η ρύθμιση έρχεται σε συνέχεια της μεταρρύθμισης του ΣΥΡΙΖΑ με την καθιέρωση ελάχιστης εθνικής σύνταξης. Οι δύο αυτές αλλαγές μαζί, στην πράξη αυτό που λένε σε ένα νέο εργαζόμενο είναι  «θα έχεις μια σύνταξη 300-400 ευρώ όταν φτάσει η ώρα, τα υπόλοιπα είναι ατομική υπόθεση». Η ζημιά στα έσοδα για την δημόσια κοινωνική ασφάλιση, από την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης, υπολογίζεται σε 2,5 δις το χρόνο, από το 2040 και μετά. Και άρα μετά, κι άλλα μέτρα κι άλλες περικοπές στο κοινωνικό δικαίωμα της σύνταξης και της ασφάλισης.

Πρόκειται για μια αλλαγή που δυστυχώς στη νέα γενιά θα βρει έδαφος καθώς αυτή στρώθηκε δεκαετίες τώρα: Από τη μία με τις περικοπές και κλοπές που έγιναν στα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία (χρηματιστήριο, μνημόνια), από την άλλη με τις περικοπές στις συντάξεις «λόγω χρεοκοπίας». Κυρίως όμως με την καλλιέργεια της συνείδησης στους νέους εργαζόμενους ότι το κράτος δεν εγγυάται τίποτα για το μέλλον, άρα καλύτερα αντί για κρατήσεις για τη δημόσια ασφάλιση να είχαν έναν ατομικό κουμπαρά στον οποίο θα διατηρούσαν αυτοί (όπως αυταπατώνται) τη διαχείριση του.

Το ατομικό δικαίωμα επιλογής σχολείου «για το παιδί μου»

Ένα δεύτερο νομοσχέδιο που εισηγείται η κυβέρνηση αφορά, έμμεσα και σε δεύτερο χρόνο, το δικαίωμα στην ατομική επιλογή σχολείου εκ μέρους του γονέα. Μία από τις βασικές αλλαγές που προωθείται αφορά τη λεγόμενη αυτονομία και αξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Δηλαδή το κάθε σχολείο θα ωθείται να κάνει διαφορετικό μάθημα, να κάνει πιθανά άλλα μαθήματα από το διπλανό σχολείο, με άλλα βιβλία, να κάνει «δράσεις» για να βρίσκει λεφτά για το ταμείο του ώστε να ενισχύει τις υποδομές του κοκ. Στόχος θα είναι η καλή του αξιολόγηση ώστε να προσελκύει τους γονείς-πελάτες που θα «θέλουν το καλύτερο σχολείο για το παιδί τους». Η αυτονομία της σχολικής μονάδας εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα. Το βασικό συμπέρασμα από την εφαρμογή της είναι ότι τα σχολεία κατηγοριοποιούνται σε καλά και κακά. και συνήθως η διάκριση αυτή έχει να κάνει με ταξικά κριτήρια. Τα καλά σχολεία είναι στις πιο πλούσιες περιοχές και τα κακά σχολεία σε πιο φτωχές συνοικίες. Έτσι η πρόσβαση σε ένα καλό δημόσιο σχολείο από κοινωνικό δικαίωμα γίνεται ατομική υπόθεση. και η ατομική υπόθεση συνήθως περιορίζεται από την ταξική θέση. Το δικαίωμα ατομικής επιλογής σχολείου, για την κάθε οικογένεια ξεχωριστά, μπορεί να φαίνεται η καλύτερη πρακτική καθώς το «επιλέγω το καλύτερο για το παιδί μου» θεωρείται ιερό δικαίωμα, την ίδια στιγμή όμως δημιουργεί το πλαίσιο για να στοιβάζονται τα παιδιά στις εργατικές και μικροαστικές περιοχές – που είναι και η πλειοψηφία – σε πολλά κακά και υποβαθμισμένα σχολεία. Κι αυτό γιατί η αυτονομία της σχολικής μονάδας αφορά τις υποχρεώσεις του κράτους, δηλαδή τη χρηματοδότηση. Το κενό αυτό της χρηματοδότησης μπορούν να το καλύψουν οι πιο πλούσιοι δήμοι ή οι γονείς. Στις πιο λαϊκές περιοχές υποχρηματοδότηση σημαίνει υποβάθμιση του σχολείου.

Το κοινωνικό δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο ρυθμίζεται ατομικά με την ατομική διευθέτηση ωραρίου, το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση μπαίνει σε έναν ατομικό κουμπαρά, το δικαίωμα στη μόρφωση όλων των παιδιών «αυτονομείται» με βάση το όπου φτωχός και η μοίρα του.

Όχι τα παραπάνω δεν είναι μόνο του Μητσοτάκη. Στα μισά είχε στρώσει το έδαφος, λιγότερο επιθετικά, και η προηγούμενη κυβέρνηση. Είναι βασικές επιλογές ενός συστήματος που τα προσπαθεί για τουλάχιστον 3 δεκαετίες και τώρα αισθάνεται παντοδύναμο να κάνει πράξη το θατσερικό δόγμα «δεν υπάρχουν κοινωνίες αλλά μόνο άτομα». Και αυτή η ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία του ακραίου καπιταλισμού γίνεται αισθητή σε όλα τα επίπεδα.

Ο εμβολιασμός ως ατομικό δικαίωμα επιλογής

Τι σχέση έχουν τα παραπάνω με τον εμβολιασμό; Η πλευρά των «αντιεμβολιαστών» δεν είναι ενιαία στις βασικές ιδέες και επιχειρήματα. Άλλοι υποστηρίζουν ακραίες θεωρίες συνωμοσίας, άλλοι δεν έχουν εμπιστοσύνη γενικά σε θεσμούς, κράτος, ειδικούς, άλλοι θέλουν να το καθυστερήσουν λίγο μέχρι να δουν τι θα γίνει, άλλοι θεωρούν ότι αφού δεν ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες δεν κινδυνεύουν.

Δεν είναι ενιαίοι αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούν ως επιχείρημα τη βασική ιδέα του συστήματος. Την ιδέα ότι για τις κοινωνικές υποθέσεις και δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα στη δημόσια υγεία, δε μπορεί η κοινωνία να αποφασίζει αλλά το άτομο, περιφρουρώντας το δικαίωμα «να κάνω ότι θέλω στο σώμα μου».

Η κυβέρνηση από την άλλη βρέθηκε σε μια «σχιζοφρένικη» αντίφαση από την αρχή της πανδημίας. Η δεξιά ιδεολογία της υποστήριζε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι αυτή που μπορεί να προστατεύσει τις κοινωνίες. Αναγκάστηκε όμως να χειροκροτεί το ΕΣΥ, που τόσο μισεί και να παραδεχτεί ότι μόνο το δημόσιο σύστημα υγείας μπορεί να προστατεύσει τη δημόσια υγεία. Η δεξιά ιδεολογία της έλεγε ότι η αγορά αυτορυθμίζεται και ότι το κράτος πρέπει να απέχει από την οικονομική δραστηριότητα. Οι περισσότερες επιχειρήσεις όμως θα είχαν χρεοκοπήσει χωρίς τους πακτωλούς δις του κρατικού χρήματος. Η δεξιά ιδεολογία της υποστήριζε ότι με την ατομική ευθύνη θα μπορέσει μια κοινωνία να προστατευθεί από το φονικό ιό, η αλήθεια όμως έδειξε ότι για τους 13.000 νεκρούς το βασικό μερίδιο ανήκει στην απουσία κρατικής ευθύνης σε ΜΜΜ, χώρους δουλειάς, σχολεία, νοσοκομεία.

Τώρα η κυβέρνηση κουνάει το δάχτυλο στους «αντιεμβολιαστές» ότι με τη συμπεριφορά τους θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο τη δική τους υγεία και ψυχαγωγία, αλλά και την λειτουργία της κοινωνίας. Προσπαθεί να πείσει με ατομικά «κίνητρα» και ατομικά «προνόμια» τους νέους να εμβολιαστούν.

Όμως μπορεί τελικά μια δεξιά ιδεολογία που αποθεώνει τα ατομικά δικαιώματα και έχει ως σημαία το σύνθημα «είναι ατομική μου επιλογή», να πείσει την κοινωνία για τις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης και για την αξία των κοινωνικών δικαιωμάτων; Μπορεί όταν στην οικονομία και στην καθημερινή λειτουργία της κοινωνίας, διαπαιδαγωγεί την κοινωνία στην «ατομική επιλογή» να πείσει ότι ο καθολικός εμβολιασμός δεν είναι θέμα «ατομικής επιλογής» αλλά θέμα δημόσιας υγείας;

Μπορεί οι λεγόμενοι ψεκασμένοι 60άρηδες να είναι εύκολος στόχος, αλλά τι θα κάνει με τη νέα γενιά, πέρα από τα 150άρια, που τίθεται ο εμβολιασμός κυρίως ως πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης; Μπορεί να κουνάει το δάχτυλο στις νεότερες γενιές, όταν το σύστημα αυτό τουλάχιστον για 3 δεκαετίες τους διαπαιδαγωγεί ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά μόνο άτομα και το μόνο ουσιαστικό δικαίωμα είναι αυτό της ατομικής επιλογής;

Γιατί ο Αμαζόνιος δεν ανήκει στην Βραζιλία και γιατί ο εμβολιασμός δεν είναι ατομική υπόθεση

Όταν τον Απρίλιο του 1919 καταγράφηκαν στην ΕΣΣΔ 186 χιλιάδες κρούσματα ευλογιάς, ο Λένιν δεν άρχισε τις διαπραγματεύσεις με αρνητές των εμβολίων, ψεκασμένους, και ναρκισιστές που υποφέρουν από μεταφυσικούς φόβους για την πολύτιμη ύπαρξή τους, αλλά υπέγραψε το διάταγμα για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά της ευλογιάς. Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, απετέλεσε τον κυριότερο παράγοντα καταπολέμησης της νόσου στην ΕΣΣΔ και μέχρι το 1936 η ευλογιά είχε εξαφανιστεί. Νωρίτερα, μέχρι το 1926, το σοβιετικό καθεστώς είχε μηδενίσει τα κρούσματα χολέρας, τα οποία ανέρχονταν σε περίπου 40 χιλιάδες ετησίως κατά το 1919-21. Θα μπορούσε κάποιος να συνεχίσει με πολλά παρόμοια ακόμη παραδείγματα της Σοβιετικής πρακτικής των εμβολιασμών.

Τι είχε λοιπόν στο μυαλό του ο Λένιν όταν ανάγκαζε έναν ολόκληρο λαό να υποστεί το βασανιστήριο του αναγκαστικού εμβολιασμού; Για να απαντηθεί αυτό, θα χρειαστούμε τώρα μια παραβολή.

Γιατί ο Αμαζόνιος δεν ανήκει στην Βραζιλία

Αρκεί να κοιτάξεις τον χάρτη, ο Αμαζόνιος ανήκει στην Βραζιλία, δεν χωράει αμφιβολία, το δάσος είναι εκεί, πίσω από τα σύνορα. Ο Μπολσονάρο και οι υπουργοί του, κοιτάζοντας και αυτοί τον χάρτη, αυθορμήτως αναγνωρίζουν αυτό το δάσος ως ιδιοκτησία του Έθνους και ευθύς δηλώνουν ότι “δικό τους είναι και ό,τι θέλουν θα το κάνουν”, και όντως το αποψιλώνουν και το βιάζουν παντοιοτρόπως.

Ο Αμαζόνιος όμως είναι παγκόσμιο κοινό αγαθό για τον εξής απλό λόγο: οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το κράτος της Βραζιλίας, την κυβέρνησή της και τον κάθε Μπολσονάρο σχετικά με το δάσος, έχουν επιπτώσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, και όταν πρόκειται για αποφάσεις καταστροφής τμημάτων του Αμαζονίου, βρισκόμαστε μπροστά σε συστημικό κίνδυνο που αναπτύσσεται μέσω των κλιματικών και περιβαλλοντικών διασυνδέσεων του δάσους με τον πλανήτη. Ο Αμαζόνιος, λοιπόν, λόγω του μεγέθους του και των χαρακτηριστικών του, είναι απαραίτητος για την κλιματική ισορροπία του πλανήτη. Για τον λόγο αυτό, ο Μπολσονάρο δεν θα έπρεπε να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με το δάσος· και όμως, ο Μπολσονάρο επιμένει πως εφόσον ο Αμαζόνιος βρίσκεται εντός των συνόρων της Βραζιλίας, και αυτή είναι η αυλή του, κανείς δεν δικαιούται να του πει τι θα κάνει με το δάσος του.

Δικαιούμαστε, λοιπόν, εμείς, οι υπόλοιποι, να επιβάλλουμε στον Μπολσονάρο να μην καταστρέφει τον Αμαζόνιο παρόλο που αυτός βρίσκεται εντός των εθνικών συνόρων της Βραζιλίας.

Χιλιάδες μικροί Μπολσονάρο

Θα μπορούσαν άραγε οι αρνητές των εμβολίων, οι υπερευαίσθητοι ναρκισιστές που φοβούνται το εμβόλιο, και όλοι οι άλλοι που δηλώνουν ότι δεν θέλουν να εμβολιαστούν, να αντιληφθούν την ταυτότητα που υπάρχει μεταξύ της δικής τους λογικής και της λογικής του Μπολσονάρο αναφορικά με τον Αμαζόνιο;

Είναι μήπως σε θέση να καταλάβουν ότι αυτοί διαχειρίζονται, ο καθένας τους ξεχωριστά, το δικό του σώμα, τον δικό του “Αμαζόνιο” που “είναι δικός τους και θα τον κάνουν ό,τι θέλουν” και ότι με την άρνησή τους δημιουργούν συστημικό κίνδυνο για την υγεία όλων, των εμβολιασμένων συμπεριλαμβανομένων;

Είναι, άραγε, σε θέση να κατανοήσουν την έννοια του συστημικού κινδύνου και ότι από την διαχείριση της δικής τους υγείας εξαρτάται η υγεία όλων, ακόμη και των εμβολιασμένων καθώς βρισκόμαστε σε μια κούρσα ταχύτητας μεταξύ του εμβολιασμού και των μεταλλάξεων του ιού; Με άλλα λόγια, μπορούν μήπως να καταλάβουν ότι παρατείνουν την περίοδο της πανδημίας και ότι αυξάνουν έτσι τον κίνδυνο να προκύψει μια παραλλαγή του ιού που δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τα υπάρχοντα εμβόλια;

Καταλαβαίνουν μήπως ότι αν δεν φτάσουμε σύντομα σε ποσοστό εμβολιασμένου πληθυσμού 80-85% δεν θα υπάρξει ανοσία;

Και η ερώτηση των ερωτήσεων: είναι άραγε διατεθειμένοι και ικανοί να καταλάβουν ο,τιδήποτε, μα ο,τιδήποτε, από τα παραπάνω;

Για να απαντήσουμε την ερώτηση αυτή ας θυμηθούμε δύο μεγάλες αλλαγές που υπέστη η ελληνική κοινωνία στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού:

Πρώτον, μετά από τριάντα χρόνια αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού έχει εμπεδωθεί σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ιδιαίτερα στον λαό της Δεξιάς, και σε μικρότερο βαθμό (όσο οδυνηρό και αν είναι να το λέμε) σε ένα τμήμα του λαού της Αριστεράς, η παρότρυνση της Μάργκαρετ Θάτσερ ότι πρέπει να φροντίζουμε τον εαυτό μας και την οικογένειά μας, και αν περισσέψει κάτι ας φροντίσουμε μετά και τον γείτονα· όσο για αυτόν, τον γείτονα, ήταν εκεί για ξεκάρφωμα· εξαφανίστηκε από την παρότρυνση καθώς περνούσαν τα χρόνια και κέρδιζε έδαφος ο αχαλίνωτος νεοφιλελευθερισμός. Να φροντίζετε λοιπόν τον εαυτό σας και την οικογένειά σας, λέει ο νεοφιλελευθερισμός, και από αυτό θα προκύψει το γενικό συμφέρον· έτσι ισχυρίζεται, αυτές είναι οι αξίες του. Έχει διαμορφωθεί λοιπόν μια κοινωνική πλειοψηφία που ζει και πορεύεται φροντίζοντας ο καθένας τον εαυτό του, και η οποία περιλαμβάνει τον λαό της Δεξιάς στην πλειονότητά του αλλά και μια μερίδα του λαού της Αριστεράς (είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε πόσο μεγάλη είναι αυτή· πάντως σήμερα, βοά το αριστερό φέησμπουκ από κάθε είδους νεοφιλελεύθερα αντι-εμβολιαστικά επιχειρήματα).

Δεύτερον, θα πρέπει επίσης να δεχθούμε στο σημείο αυτό ότι έχουμε υποστεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, και με αυξανόμενη ένταση καθώς εδραίωνε την εξουσία του ο νεοφιλελευθερισμος, μια διαδικασία γενικής απομόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας και απαξίωσης της επιστημονικής γνώσης. Οι επιθέσεις απαξίωσης από τμήματα της Αριστεράς εναντίον της επιδημιολογίας, της καραντίνας και των εμβολίων είναι συμπτώματα, μεταξύ άλλων, και αυτής της διαδικασίας απομόρφωσης.
Με αυτά τα δύο δεδομένα μπορούμε να αναρωτηθούμε ξανά:

Είναι άραγε διατεθειμένοι και ικανοί να καταλάβουν όσοι δεν θέλουν να εμβολιαστούν, έστω όσοι εξ αυτών αναφέρονται στην Αριστερά, ότι δεν μπορούν να είναι μικροί Μπολσονάρο, στην δική τους μικρή κλίμακα; Είναι μήπως εφικτό να θυμηθούν ότι για την αριστερή μας παράδοση η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα αλλά από ένα σύνολο κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών, πολιτισμικών σχέσεων που συγκροτούν σύστημα, και ότι ένα σύστημα εξ ορισμού αν το αγγίξεις σε ένα σημείο του παράγεις αποτελέσματα σε όλο το μήκος και όλο το πλάτος του; Μπορούν επομένως να καταλάβουν ότι ο εμβολιασμός δεν είναι ατομική υπόθεση;

Οι αισιόδοξοι, παραμένοντας πιστοί στην θετική γνώμη που γενικά διατηρεί η Αριστερά για τους ανθρώπους, θεωρούν ότι πρέπει να υπάρξει μια επίμονη προσπάθεια να εξηγηθούν σε όσους δεν θέλουν να εμβολιαστούν όσα πράγματι ισχύουν για αυτά, ώστε τελικά να εμβολιαστούν για να φτάσουμε σε ποσοστό εμβολιασμένου πληθυσμού 80-85% και έτσι να επιτύχουμε ανοσία.

Οι απαισιόδοξοι, νομίζουν ότι η προσπάθεια αυτή είναι μάταιη και ότι θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι η σχέση μας με τον κόσμο αυτόν της Αριστεράς που είναι εχθρικός ή απορριπτικός έναντι του εμβολιασμού σήμερα και της καραντίνας εχθές, είναι ανταγωνιστική, δεν είναι δηλαδή από εκείνες τις αντιθέσεις που ο Μάο Τσετούνγκ ονόμαζε “αντιθέσεις στους κόλπους του λαού” και οι οποίες λύνονται με τον διάλογο αλλά είναι αντίθεση ανταγωνιστική, που οδηγεί στην πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση και μας αφήνει σαν τελευταία ορθολογική επιλογή τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, ακριβώς όπως ο Μπολσονάρο αφήνει στην ανθρωπότητα ως τελευταία επιλογή να τον αναγκάσει να σταματήσει την καταστροφή του Αμαζονίου.

Πηγή: Commune

Αναζητώντας στην Πάρνηθα τη χαμένη ατομική ευθύνη του Μητσοτάκη

Οι φωτογραφίες του περιχαρούς Μητσοτάκη στην Πάρνηθα εν μέσω πανδημίας και εθνικής υγειονομικής καταστροφής, εκ πρώτης όψεως, ρίχνουν νερό στο μύλο μιας ήσσονος σημασίας δικομματικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο μια δεύτερη ανάγνωση φανερώνει τρία πράγματα:

Πρώτον ότι ο κατεξοχήν υπεύθυνος που θα όφειλε να πείθει (και δευτερευόντως να ελέγχει) την κοινωνία για την τήρηση των υγειονομικών μέτρων, έχει γράψει το νόμο και τα μέτρα στα παλιά του τα παπούτσια: Άσκηση πολλά χιλιόμετρα μακριά και εκτός δήμου της κατοικίας του (στο όριο της απαγόρευσης, αλλά πάντως οι κοινοί θνητοί τιμωρούνται με πρόστιμα), άσκηση περισσότερων από δύο άτομα (απαγορεύεται ρητά), καμιά χρήση προστατευτικής μάσκας (επιβάλλεται η χρήση της πριν και μετά την άσκηση), φωτογραφικά ενσταντανέ με στριμωγμένους θαυμαστές (απαγορεύεται επίσης ρητά). Ο πρώτος παραβάτης των νόμων – που θα έπρεπε να τηρούνται για να βγούμε από το λοκ ντάουν – είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Ο ολίγιστος Πέτσας επικαλείται τον “ανθρώπινο” χαρακτήρα του Μητσοτάκη. Ο πραγματικός λόγος είναι η αίσθηση ιδιοκτησίας της χώρας που διακρίνει το πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης και πρώτα από όλα την οικογένεια Μητσοτάκη. Αποθρασύνεται αυτή η αίσθηση ιδιοκτησίας από την απόλυτη ασυλία στα ΜΜΕ που απολαμβάνει ο πρωθυπουργός, στα επίπεδα των ελέω Θεού βασιλιάδων περασμένων αιώνων.

Ο ηλικιωμένος που πήγε να πάρει τη σύνταξη των 360 ευρώ για να ζήσει, έχοντας τη μάσκα κάτω από τη μύτη έφαγε πρόστιμο 300 ευρώ. “Ανθρώπινες” άλλωστε είναι μόνο οι ανάγκες του Μητσοτάκη να κάνει μάουντεν μπάικ και της συζύγου του να κάνει μηχανοκίνητο αθλητισμό μέσα στην Πάρνηθα. Όχι του συνταξιούχου για να ζήσει.

Όμως η πλήρης αποθράσυνση Μητσοτάκη στηρίζεται στη μετακίνηση όλου του πολιτικού φάσματος προς τον κυνισμό, την ιδιοτέλεια, τον παρτακισμό. Ας θυμηθούμε τη δικομματική αντιπαράθεση: Ο Πολλάκης την πρώτη μέρα του λοκ ντάουν βρέθηκε σε εορταστικό δείπνο γιατί “την ιστορία τη γράφουν οι παρέες”. Ο Τσίπρας λίγες βδομάδες μετά το Μάτι, ξέσκαγε σε κότερο εφοπλιστή.

Το θράσος όμως του ενός, αποθρασύνει τον άλλον.

Ο Μητσοτάκης γιατί να μην κάνει ακόμα χειρότερα από όσα έκανε ο Πολλάκης ή ο Τσίπρας;

Γιατί να μην κάνει εκδρομούλα στην Πάρνηθα την ώρα που οι παπούδες δεν μπορούν να δουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους και οι κοινοί θνητοί τρώνε πρόστιμα; Γιατί να μην χαλαρώσει ένα ακόμα Σαββατοκύριακο την ώρα που οι νεκροί αυξάνονται κατά τριψήφια νούμερα;

Και σε αυτές τις περιπτώσεις θα μετράμε με τη μεζούρα τον κυνισμό, την αδιαφορία, τον σταρχιδισμό για την κοινωνία και τα προβλήματά της, για να απονείμουμε το μετάλλιο του χειρότερου στον Μητσοτάκη; Ή πρέπει αντίθετα να θυμηθούμε και να αναζητήσουμε μια πολιτική από τους κοινούς θνητούς για τους κοινούς θνητούς;

Δεύτερον ότι η μόνη έγνοια της διακυβέρνησης της ΝΔ είναι η εικόνα και η επικοινωνία. Δεν την αφορά το νούμερο των νεκρών αλλά το πώς αυτό το νούμερο θα περάσει αναίμακτα στην κοινή γνώμη. Δεν την αφορούν οι ελλείψεις στο ΕΣΥ, αλλά το πώς θα πειστεί ο τηλεθεατής ότι ελλείψεις δεν υπάρχουν. Δεν την αφορά ο έλεγχος της πανδημίας, αλλά το πώς θα περάσει η εικόνα μιας ικανότατης κυβέρνησης και ενός μοναδικού παγκοσμίως πρωθυπουργού που τάχα ελέγχει την πανδημία. Η επικοινωνία είναι το απόλυτο όριο της κυβερνητικής πολιτικής.

Στην πραγματικότητα όμως, η επικοινωνία είναι το απόλυτο όριο της πολιτικής γενικά. Γιατί όσο οι διαχωριστικές γραμμές θολώνουν, η επικοινωνία γίνεται το μοναδικό πεδίο αντιπαράθεσης. Δέκα χρόνια ως κοινωνία είχαμε κυβερνήσεις να εφαρμόζουν τον πιο χυδαίο και κυνικό νεοφιλελευθερισμό με απανωτά μνημόνια. Η έκθεση Πισσαρίδη αλήθεια τι διαφορετικό λέει από όσα εφαρμόστηκαν; Προτείνει ακόμα περισσότερα, ακόμα σκληρότερα, ακόμα χειρότερα, όπως κάθε νεοφιλελεύθερο κρεσέντο. Έχει σημασία να επιστραφεί ως απαράδεκτη στους εμπνευστές της γιατι η εφαρμογή της θα σημαίνει ακόμα χειρότερες εξελίξεις για τον κόσμο της εργασίας. Αλλά δεν λέει τίποτα ανταγωνιστικό σε ό,τι εφαρμόστηκε από το 2010 και μετά, προκαλώντας την κοινωνική και οικονομική καταστροφή της χώρας.

Τι απομένει λοιπόν για όσους εφαρμόζουν όμοια πολιτική, στο ίδιο κοινωνικο-οικονομικό και γεωπολιτικό πλαίσιο; Να φωνασκούν για τις μεγάλες τους διαφορές στους ρυθμούς, το μείγμα ή τον τρόπο επικοινωνίας τους.

Τρίτον ότι η ίδια η πολιτική ηγεσία της χώρας εξευτελίζει την κοινή λογική και γιγαντώνει κάθε συνωμοσιολογία και τερατολογία. Η κυβέρνηση γελοιοποιεί τα μέτρα υγειονομικού περιορισμού όταν τιμωρεί τους διαδηλωτές με δύο και τρία μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλον, αλλά όχι τους αγκαλιασμένους με τον πρωθυπουργό εκδρομείς της Πάρνηθας.

Η πολιτική ηγεσία της χώρας κλείνει το μάτι σε όσους θεωρούν ότι τα υγειονομικα μέτρα είναι περιττά, όταν μέσα στα μέτρα περιλαμβάνει απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 9.00 το βράδυ ή υποχρεωτική χρήση μάσκας σε κατά μόνας περπάτημα στην εξοχή. Και ανοικτά πλέον ο πρωθυπουργός κάνει πλακίτσα με τα μέτρα γιατί “άνθρωπος είναι, βγήκε να ξεσκάσει ρε αδερφέ”.

Η ατομική ευθύνη ήταν και είναι σημαντική, όταν και όσο οι κυβερνώντες δεν την επικαλούνται για να καλύψουν τις πολιτικές τους ευθύνες.

Αλλά όταν η ατομική ευθύνη μετατρέπεται σε μανδύα που θα κρύψει εγκληματικές και ανεύθυνες αποφάσεις, θα εξευτελίζεται ταυτόχρονα στις βουνοπλαγιές της Πάρνηθας.

Τα θανάσιμα διλήμματα του Λεβιάθαν

Εχει δίκιο ο Μητσοτάκης. Απόλυτο δίκιο. Αυτό είναι το δίλημμα: Αυτοπροστασία η καραντίνα. Δίλημμα αναπόφευκτο, σαν το δίλημμα του σκαντζόχοιρου: να πεθάνω μόνος από το κρύο ή να αποδεχτώ τα τραύματα που θα μου προκαλέσει η ακάνθινη ζεστασιά των άλλων σκαντζόχοιρων; Δίλημμα θανάσιμο σαν των εξεγερμένων του ’21 –αν ελέχθη, όσο ελέχθη, απ’ όποιους ελέχθη– και όλων των εξεγερμένων του κόσμου και της Ιστορίας, σε κάθε αιματηρή αναμέτρηση με την τυραννία: Ελευθερία ή θάνατος. Σας φαίνεται πως μαγαρίζουμε τα ιερά και τα όσια με ανιστόρητες συγκρίσεις; Κι όμως, σκεφτείτε πόσο κοντά στον θάνατο μας φέρνει –τουλάχιστον κάποιους από μας– η αναμέτρηση με δυο εχθρούς, έναν αόρατο κι έναν ορατό: τον αφανή κορονοϊό και την κραυγαλέα παραλυσία μιας διακυβέρνησης που και δεν θέλει και δεν μπορεί.

Ο Μητσοτάκης έχει απόλυτο δίκιο. Το δίλημμα είναι αυτοπροστασία ή θάνατος, από τη στιγμή που ο μέγας Λεβιάθαν, αυτή η περίπλοκη κατασκευή την οποία οι ανθρώπινες κοινωνίες εξόπλισαν με κυριαρχία μέχρι να βρουν τρόπους και μορφές αναίμακτης και ευτυχούς αυτοκυριαρχίας, εμφανίζεται ως εξαρθρωμένο ανδρείκελο, ανίκανο κι απρόθυμο να προσφέρει το αγαθό για το οποίο είναι προορισμένος: μια στοιχειώδη ασφάλεια, την αίσθηση ότι δίπλα στην ατομική ευθύνη και στα μέτρα αυτοπροστασίας που καθένας ενστικτωδώς αναλαμβάνει αν δεν έχει φάει πετριά ή δεν είναι βυθισμένος σε βλακώδεις πλάνες, υπάρχει μια πολιτική κοινότητα –το κράτος, ντε!– που αναλαμβάνει τη συλλογική ευθύνη και παίρνει μέτρα κοινωνικής προστασίας.

Εχει δίκιο ο Μητσοτάκης. Και το δίλημμα που έθεσε σε 11 εκατομμύρια κατοίκους αυτής της χώρας, σε 4 εκατομμύρια πολίτες της ασφυκτικά εποικισμένης Αθήνας, είναι η πιο θρασεία, ειλικρινής, αφελής, κυνική, χαζοχαρούμενη, τραγελαφική κι επικίνδυνη ομολογία ανικανότητας και αβουλίας. Είναι σχεδόν σαν μισή παραίτηση από τη διακυβέρνηση. Τόσο ξεδιάντροπη και αληθινή, που αναρωτιέμαι αν στο επόμενο διάγγελμα, στην επόμενη κάθοδο από το όρος Σινά με δέκα, είκοσι, τριάντα εντολές ή μόνο μία και φαρμακερή –«εξαφανιστείτε στα σπίτια σας, ρε!»–, εκτός από αναγγελία γενικευμένης καραντίνας, μας επιφυλάσσει και την ανακοίνωση μιας κανονικής παραίτησης και διάλυσης της Βουλής.

Για να εξηγούμαστε: Η καραντίνα δεν είναι ένα εξ ορισμού κακό πράγμα για να το χρησιμοποιείς ανοήτως ως απειλή και εκβιασμό. Οπως μας προστάτεψε τον Μάρτιο και Απρίλιο, έτσι αν χρειαστεί κι όσο χρειαστεί θα ξανακλειστούμε. Θα φάμε καρτερικά στη μάπα τα πέτσινα αγαπησιάρικα μηνύματα «μένουμε σπίτι», θα ξαναπιάσουμε τους περιπάτους με άδεια της υπηρεσίας, θα ξεθεώσουμε τα σκυλιά στις βόλτες, θα λιώσουμε στο διάβασμα (λέμε τώρα), στο ίντερνετ, στην τηλεόραση, θα επιδοθούμε στη ληστρική τηλε-εκμετάλλευση του εαυτού μας, καρφωμένοι στην καρέκλα και στην οθόνη του PC άνευ ωραρίου. Αλλά μετά; Θα λογαριαστούμε, πράγματι; Θα είναι εκεί ο αυστηρός και βλοσυρός μας Λεβιάθαν να αναπληρώσει το χαμένο εισόδημα, τον χαμένο χρόνο, το χαμένο χρήμα, τον χαμένο τζίρο, τις χαμένες θέσεις εργασίας, τις χαμένες προθεσμίες, τις χαμένες παραγγελίες, τους χαμένους πελάτες, τους χαμένους προμηθευτές;

Οχι, είναι η απάντηση που δίνει ορθά-κοφτά ο δικός μας, εξαρθρωμένος κι άβουλος Λεβιάθαν, αυτή η καρικατούρα αυταρχικής, αυτάρεσκης, πελατειακής, ετσιθελικής διακυβέρνησης που ξεκίνησε ορμητικά ως αναπτυξιακός οδοστρωτήρας και κατάντησε ξηλωμένος ασφαλτοτάπητας. Οχι, λένε οι διαχειριστές του κρατικού θησαυροφυλακίου, γιατί αν σας στηρίξουμε και δαπανήσουμε υπερβολικά σήμερα, αύριο θα χρειαστεί να σας τα πάρουμε διπλά και τριπλά πίσω. Επομένως, το παρεπόμενο θανάσιμο δίλημμα, μετά το «αυτοπροστασία ή καραντίνα», είναι το «να είμαστε εγκρατείς σήμερα ή να σας βάλουμε φόρους και λιτότητα αύριο;». Κι εδώ, η ατομική ευθύνη επιστρατεύεται ως βολικό επιχείρημα για να αποκρουστούν αιτήματα, πιέσεις και αγωνιώδεις εκκλήσεις από ανέργους, επισφαλείς και οικονομικά τσακισμένους. Ολοι αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως τρόφιμοι του Πρυτανείου, παρασιτικές ομάδες που «και πολλά τους δώσαμε τον Απριλομάη, τώρα, ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους».

Κι αυτό το τελευταίο εκβιαστικό δίλημμα σέρνει από πίσω του ένα παρελκόμενο. Ακόμη πιο πονηρό, θανάσιμο αλλά και ακριβό. Γιατί γαντζώνεται πάνω στο χρήμα που από του χρόνου (υποτίθεται ότι) θα ρεύσει άφθονο από τους ευρωπαϊκούς κρουνούς. Τα 70 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου κοινοτικού προϋπολογισμού, του υπερ-Λεβιάθαν των Βρυξελλών. Για μια οικονομία κατεστραμμένη από τη δεκαετή μνημονιακή εξυγίανση και ξαναχτυπημένη από την πανδημία, είναι πολλά τα λεφτά, Κυριάκο. Κι αν αυτά τα λεφτά γεννούν κάποια αμυδρή ελπίδα στήριξης σ’ αυτούς που σήμερα εκβιάζονται με τα διλήμματα «αυτοπροστασία ή καραντίνα» και «εγκράτεια σήμερα ή λιτότητα αύριο», ο δικός μας Λεβιάθαν τούς κόβει προκαταβολικά τον βήχα (όχι από Covid, ελπίζουμε). Ασκεί, όπως νομίζει, τον απόλυτο εκβιασμό: «Κράτος ή αγορά;».

Σαν να μην έχει μεσολαβήσει το σοκ της πανδημίας, λες και δεν είδαμε τον εσμό των αντικρατιστών και νεοφιλελεύθερων να γλείφουν εκεί που έφτυναν, να εκλιπαρούν τις κυβερνήσεις να εκτινάξουν ελλείμματα και χρέη, τις κεντρικές τράπεζες να τυπώσουν χρήμα αφειδώς, να προσκυνούν το μισητό κράτος, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ή σαν να είναι η κρίση κιόλας παρελθόν, ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος: «Κράτος ή αγορά;». Κι η απάντηση, που γαργαλάει τις ελπίδες και ιδιοτέλειες των αφελών, είναι –περίπου– ότι τα 70 δισ. δεν θα πάνε κυρίως σε ένα σχέδιο αναστήλωσης του κράτους, του ΕΣΥ, του εκπαιδευτικού συστήματος, των σαθρών υποδομών, αλλά στους συνήθεις υπόπτους. Θα ταΐσουν τις «ατομικές ευθύνες» των ίδιων που έκαναν βίλες, πισίνες και αποτυχημένες μπίζνες τα 100 δισ. κοινοτικών ενισχύσεων της προηγούμενης εικοσαετίας ή ομοειδών διαδόχων τους. Το αν θα είναι πράσινες ή ψηφιακές οι μπίζνες αυτή τη φορά, δεν κάνει τη διαφορά.

Περιμένετε την τελική εκδοχή του «αναπτυξιακού σχεδίου Πισσαρίδη» και θα δείτε πως θα γελάσουμε. Αν και μάλλον θα χρειαστεί να κλάψουμε.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Η εκδίκηση της Μάγκι Θάτσερ: το ηθολογικό όνειδος της δυτικής κοινωνίας όπως το αποκαλύπτει η πανδημία Covid-19.

“And, you know, there’s no such thing as society. There are individual men and women and there are families.” M. Thatcher, 1987

(M.τ.Σ.: “Και, ξέρετε, δεν υπάρχει αυτό που λέμε ‘κοινωνία’. Υπάρχουν μεμονωμένοι άνδρες και γυναίκες, και υπάρχουν οικογένειες”).

Μέσα Αυγούστου 2020, πανδημία Covid-19. Υπάρχει ένα αξιοσημείωτο επιδημιολογικό γεγονός στο βόρειο ημισφαίριο. Οι ευρωπαϊκές χώρες που είχαν τιθασεύσει μέσα από σκληρά περιοριστικά μέτρα και λίγο ή πολύ γενικευμένα lockdown την εξάπλωση του ιού βρίσκονται μπροστά σε ένα πρόωρο 2ο κύμα που θεριεύει πολύ νωρίτερα από ότι προέβλεπαν τα μοντέλα και υπέθεταν οι επιστημονικές επιτροπές. Οι ΗΠΑ ουσιαστικά δεν βγήκαν ποτέ από το 1ο κύμα παρά βιώνουν ένα συνεχές μετάδοσης. Σε αντίθεση, οι χώρες της Άπω Ανατολής καταφέρνουν να ελέγξουν γρήγορα τις τοπικές αναζωπυρώσεις και να περιορίσουν την εξάπλωση προτού σχηματίσει πραγματικό κύμα.  Τι συμβαίνει;

Το κράτος – άχαρος λογιστής

Σε προηγούμενη, προ διμήνου, ανάλυσή μου εξέταζα πώς οι χώρες που λογάριασαν πιο πάνω τις οικονομίες τους από τον υγειονομικό κίνδυνο βρέθηκαν να τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις, πως το υγειονομικό τσουνάμι που ακολούθησε έπνιξε και τα όποια οικονομικά οφέλη μιας “ανοιχτής κοινωνίας” και πως αυτό θα έπρεπε να γίνει μάθημα. Ένα μάθημα που τελικά έμεινε μόνο στα λόγια. Γιατί στην πράξη συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Σε μια διαδικασία μισή φαρσοκωμωδία της γνωστής ευρωπαϊκής γραφειοκρατικής δυσκοιλιότητας και μισή παραλογισμός να φοβάσαι περισσότερο τον λογιστή από τον νεκροθάφτη, ακόμα και οι χώρες που αρχικά επέδειξαν ταχεία αντίδραση και αποφασιστικότητα, σύρθηκαν σε μια βεβιασμένη και όπως – όπως άρση των περιορισμών. Ανοίγματα που υπάκουαν πρωτίστως και προθύμως στα θέλω οικονομικών κέντρων και όχι στέρεων επιστημονικών συμπερασμάτων, πέφτοντας θύματα ενός wishful thinking όπου αυτά που θα ήθελες να συμβαίνουν έπειθες τον εαυτό σου πως συνέβαιναν στα αλήθεια. Τα τουριστικά θέρετρα και σχεδόν το σύνολο της νότιας Ευρώπης πήραν την μορφή ενός τεράστιου ανοιχτού covid party, στο όνομα της περίσωσης όσο το δυνατόν περισσότερων εσόδων. Τακτική που φυσικά εκπυρσοκρότησε στα μούτρα μας, η ζημιά της επίσπευσης του 2ου κύματος  κατά περίπου δύο μήνες είναι τάξεις μεγέθους μεγαλύτερη των όποιων εσόδων μιας μουδιασμένης κοινωνίας ακόμα και από στεγνά και κυνικά οικονομική οπτική. Ίσως το πλέον χαρακτηριστικό αυτής της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ήταν πως την στιγμή που ξεκίναγε να παρουσιάζεται εκ νέου εκθετική φάση εξάπλωσης στην χώρα μας και η κυβέρνηση ανακοίνωνε τα πρώτα τοπικά περιοριστικά μέτρα ταυτόχρονα αύξανε την επιτρεπόμενη πληρότητα των πλοίων στο 85% αυξάνοντας δραματικά τον κίνδυνο για συμβάντα υπερμετάδοσης που δεν μπορεί να εξισορροπηθεί  από την οδηγία για μάσκες, ενώ παράλληλα έπληττε θανάσιμα την αξιοπιστία των ίδιων φορέων στο ευρύ κοινό. Για μια ακόμα φορά το κράτος που αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ως “φασουλομετρητή” (beancounter κατά τον αγγλικό όρο) που πρωταρχικό – ή και μοναδικό – στόχο έχει να μην κοκκινίζει το SUM() στο excelόφυλλο, βρίσκεται να προκαλεί χυδαία βλάβη στους πολίτες τους οποίους υποτίθεται υπηρετεί.

Η κοινωνική – και όχι η ατομική – ευθύνη

Το δεύτερο, εξίσου σημαντικό, συστατικό της παρούσας καταστροφικής συνταγής είναι η διάχυτη, ενεργή και λυσσώδης αμφισβήτηση των περιοριστικών και προστατευτικών μέτρων που ανακοινώνονται ή ακόμη και του ίδιου του γεγονότος της πανδημίας. Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες τις κοινωνίες του “δυτικού πολιτισμού”. Ολοένα και περισσότεροι συμφωνούμε πως στην ρίζα του φαινομένου υπάρχει μια ψυχοπαθολογική βάση. Σε προηγούμενο άρθρο μου έγραφα:

“Η επιμονή του συνωμοσιολόγου κόντρα σε κάθε λογική και επιχείρημα προσομοιάζει της ψυχοπαθολογίας και όχι της απλής αμορφωσιάς. Η ισχύς του δεσμού που αναπτύσσει ο συνωμοσιολόγος με το εκάστοτε σενάριο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο μέσα από την κάλυψη μιας εσωτερικής ανάγκης, και για αυτό εντελώς διαφορετικά σενάρια για εντελώς διαφορετικά πράγματα τείνουν να κάνουν clustering στους ίδιους ανθρώπους. Ο anti-masker (ναι, εισαγόμενη είναι και αυτή η βλακώδης αντίθεση) είναι πιθανότατα και αντιεμβολιαστής, μπορεί και αρνητής της κλιματικής αλλαγής ίσως και υποστηρικτής της επίπεδης γης. Από την μία λοιπόν έχεις τον ναρκισσισμό του “άντε ρε πρόβατα, εγώ ξέρω την αλήθεια”, τόσο τυπικό αυτής της συμπεριφοράς, που αυτοκανακεύεται ότι είναι στα μέσα και τα έξω και ξεχωρίζει από τους άλλους. Από την άλλη η παραδοχή μιας πανίσχυρης συνωμοσίας που επιβάλλει το όποιο δράμα μας, μας απενεχοποιεί για τις αποτυχίες μας, την παθητικότητα μας, την αδράνεια ή και την αντικειμενική αδυναμία μας απέναντι στους φυσικούς νόμους και την τυχαιότητα του κόσμου μας: σχηματίζει μια ζεστή κουβέρτα που θα τυλίξουμε συναισθηματικά βολικά τους πληγωμένους μας εγωισμούς.”

Η ατομική όμως θεώρηση δεν αρκεί. Υπάρχει και η κοινωνική. Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορική κατανομή των αρνητών, που ναι μεν είναι παγκόσμια, φαίνεται να ακολουθεί όμως κατά πόδας την νεοφιλελεύθερη κοινωνική δομή και να μην εξαρτάται απόλυτα από την ατομική ιδεολογική προσέγγιση; Όσο πιο ατομικιστική είναι μια κοινωνία στον τρόπο λειτουργίας της, τόσο πιο έντονα είναι τα φαινόμενα μη πειθάρχησης στις οδηγίες  και τα περιοριστικά μέτρα, ακόμα και από άτομα που θεωρητικά τουλάχιστον αυτοπροσδιορίζονται ως “αριστερά” και αντιτίθενται στον νεοφιλελευθερισμό. Όσο πιο ενισχυμένο είναι το “άτομο” σε σχέση με το “σύνολο” στην κουλτούρα μιας κοινότητας τόσο πιο ισχυρό είναι το ρεύμα της αντίδρασης. Μακροσκοπικά φαντάζει σαν μια άλλη επιδημία παράλληλη του Covid-19: αυτή της απώλειας ενσυναίσθησης, της αδιαφορίας για τον διπλανό, του ακραίου φιλοτομαρισμού.

Οι κοινότητες που αδυνατούν να αντιληφθούν ότι τα μέτρα προστασίας που ζητείται από τον καθένα να εφαρμόσει δεν σκοπεύουν στην δική του προστασία παρά αυτή των διπλανών του από εκείνον και πως μόνο έτσι είναι εφικτή και η δική του ατομική προστασία ως διπλανός και εκείνος κάποιου άλλου, είτε δεν κατανοούν την σημασία του κάθε μέτρου είτε το υποεκτιμούν αφού σε ατομικό επίπεδο δεν προσφέρει σιγουριά. Τελικό αποτέλεσμα είναι η πλημμελής εφαρμογή και η συνέχιση των αλυσίδων μετάδοσης του ιού. Πρόκειται για μια επώδυνη πρακτική απόδειξη της θεωρίας του Δαρβίνου ο οποίος περιέγραφε στην “Καταγωγή του Ανθρώπου” πως η επίδειξη αλτρουϊσμού και αλληλεγγύης εντός της κοινότητας είναι συλλογικό εξελικτικό πλεονέκτημα και γιαυτό “επιβιώνει” παρά την “βλάβη” σε ατομικό επίπεδο για το άτομο που την επιδεικνύει. Ίσως ξαφνιάζει τον αναγνώστη πως ήδη ο ίδιος ο Δαρβίνος είχε προκαταβολικά καταρρίψει αυτό που η σχολή του Σικάγου θα έκανε μπαντιέρα τάχαμου επιστημονικής βάσης των αντικοινωνικών συμπεριφορών που ευαγγελιζόταν με την ανάδυση της ψευδεπώνυμης και ψευδοεπιστημονικής “θεωρίας” του “κοινωνικού δαρβινισμού” εκατό περίπου χρόνια πριν την δεύτερη. Τα παγκόσμια επιδημιολογικά στοιχεία της παρούσης πανδημίας είναι λοιπόν άλλη μια επιβεβαίωση του έτερου “θείου Κάρολου” του 19ου αιώνα και της παχιάς γενειάδας του.

Η πολιτεία, θες από σφάλμα, θες από νεοφιλελεύθερη ιδεολογική αγκύλωση, δεν αποπειράθηκε καν να εξηγήσει την κοινωνική – συλλογική διάσταση των περιοριστικών μέτρων. Αν μιλήσεις με απλούς ανθρώπους  στον δρόμο και εξηγήσεις ότι την μάσκα και τις αποστάσεις πρέπει να τις εφαρμόζει για να προστατέψει τους άλλους από εκείνον και όχι ανάποδα, αντιλαμβάνεσαι την ξαφνική “αποκάλυψη” που συμβαίνει στο νου τους και τα μάτια τους. Σαν κάποιος να τους θυμίζει ξαφνικά μια έννοια που έχουν από χρόνια ξεχάσει: η κοινωνία, το ΕΜΕΙΣ αντί για το ΕΓΩ. Γιατί τελικά αυτό που ισχυριζόταν η Μάγκι Θάτσερ ως δεδομένο το 1987, οι ιδεολογικοί απόγονοι και συνεχιστές της κατάφεραν να το εγκαταστήσουν στα μυαλά των ανθρώπων 30 χρόνια αργότερα:  δεν υπάρχει ‘κοινωνία’ – υπάρχουν μεμονωμένοι άνδρες και γυναίκες, και υπάρχουν οικογένειες. Και τώρα θα πληρώσουμε τις συνέπειες.

Έλεος πια με την ατομική ευθύνη

Σχόλιο του antapocrisis.

Η ευθύνη για το δεύτερο κύμα της πανδημίας στη χώρα μας είναι αποκλειστικά κρατική και κυβερνητική.

Τις τελευταίες μέρες ζούμε το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας. Το δεύτερο κύμα της πανδημίας μάλλον ξεκίνησε πολύ νωρίτερα από το αναμενόμενο.

Πληρώνουμε το τίμημα της άνευ όρων επανεκκίνησης της οικονομίας και του “λελογισμένου ρίσκου ανοίγματος της βαριάς μας βιομηχανίας”, του τουρισμού. Έχουμε δηλαδή μια εξευγενισμένη εκδοχή της εφαρμογής μιας άνευ όρων ανοσίας της αγέλης. Το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης έξαρσης της πανδημίας στη χώρα μας, με ανυπολόγιστες υγειονομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες είναι ορατό.

Η ευθύνη είναι αποκλειστικά κυβερνητική γιατί:

1. Άνοιξε ανεξέλεγκτα τα σύνορα χωρίς να έχει διασφαλίσει τη δυνατότητα μαζικών τεστ σε όλους όσοι εισέρχονται. Αποτέλεσμα ήταν η μαζική και ανεξέλεγκτη μετάδοση του ιού στην κοινότητα.

2. Δεν διασφάλισε κανέναν σοβαρό και αξιόπιστο μηχανισμό επiδημιολογικής επιτήρησης μέσα στην κοινότητα που να μπορεί έγκαιρα και έγκυρα να ιχνηλατήσει, να απομονώσει και να θέσει σε καραντίνα ύποπτα και επιβεβαιωμένα περιστατικά.

3. Καλλιέργησε για μικροπολιτικούς και μικροκομματικούς λόγους κλίμα εφησυχασμού και επανάπαυσης στον κόσμο γιατί δήθεν η χώρα μας ήταν παγκόσμιο πρότυπο επιτυχούς διαχείρισης κατά το πρώτο κύμα.

4. Δημιούργησε η ίδια κλίμα σύγχυσης και χάους με τις αλλοπρόσαλλες και αντικρουόμενες οδηγίες για τη χρήση μάσκας και την τήρηση αποστάσεων, βασισμένες σε καθαρά οικονομικά κριτήρια για το αν αντέχει η αγορά εκτεταμένη ζήτηση Μέσων Ατομικής Προστασίας και όχι σε επιστημονικά κριτήρια για το τι είναι απαραίτητο και αναγκαίο για τον περιορισμό της μετάδοσης.

5. Βάζει πολύ χαμηλά τον πήχη κάνοντας κουτοπόνηρες συγκρίσεις και συμψηφισμούς με χώρες που αποδεδειγμένα έχουν αποτύχει στη διαχείριση της πανδημίας, μετρώντας χιλιάδες απώλειες, αντί να συγκριθεί με χώρες που είναι αληθινά πρότυπα.

6.Έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της τις εκκλήσεις του Π.Ο.Υ. για προσεκτική και με όρους άρση του λοκνταουν και άνοιγμα των συνόρων. Και αν η άρση του λοκ ντάουν δεν δημιούργησε πρόβλημα γιατί πρακτικά η μετάδοση είχε “μηδενιστεί” εγχώρια, το άνοιγμα των συνόρων, η συμμόρφωση στις απαιτήσεις των μεγαθηρίων του τουρισμού και η γραμμή “καλώς να έρθει το δολάριο” έριξε ξανά τη χώρα στη δίνη της πανδημίας.

7. Έβαλε τα κέρδη των λίγων και ειδικά τις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες περί “ελευθερίας διακίνησης” πάνω από τις ανάγκες των πολλών εκατομμυρίων συνανθρώπων μας, βάζοντας τη χώρα στο χάρτη του προβλήματος, ενώ είχε όλες τις δυνατότητες να διατηρήσει μια σχετική υγειονομική ασφάλεια.

8. Αγνόησε και εξοβέλισε σοβαρούς και αξιόπιστους επιστήμονες που είχαν προειδοποιήσει για τις συνέπειες αυτής της στρατηγικής. Προτίμησε να λιβανίζεται από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό που ταΐζει το Μαξίμου αντί να καταστρώσει σχέδιο υγειονομικής πρόληψης και άμυνας.

9. Ακόμη και τώρα που υπάρχει απόλυτη ανάγκη, δεν διασφαλίζει δωρεάν μάσκες στον πληθυσμό, όπως είναι υποχρεωμένη, αλλά αντιθέτως απειλεί με πρόστιμα. Ενώ η ίδια η κυβέρνηση δεν κάνει αυτό που πρέπει, υπονοεί με τα μέτρα και τις εξαγγελίες της ότι για το δεύτερο κύμα της έξαρσης φταίνε αποκλειστικά οι ανεύθυνοι πολίτες και όχι οι ανεύθυνες πολιτικές. Αυτοί που πρώτοι συνωστίζονταν σε κυβερνητικές φιέστες χωρίς το παραμικρό μέτρο προστασίας, δεν έχουν κανένα δικαίωμα να κουνάνε το δάκτυλο.

10. Σπατάλησε εγκληματικά τον πολύτιμο χρόνο που κερδήθηκε στο πρώτο κύμα για πραγματική ενίσχυση και θωράκιση του ΕΣΥ με έμψυχο και άψυχο δυναμικό. Αντί για γενναία αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, εξασφάλιση Μέσων Ατομικής Προστασίας, χιλιάδες μόνιμες προσλήψεις υγειονομικών, διπλασιασμό των ΜΕΘ, ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, εξακολουθεί να εμμένει στις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες των ΣΔΙΤ, της ενίσχυσης του ιδιωτικού τομέα, και του “λιγότερου κράτους”.

Ο ελληνικός λαός με κόπους και θυσίες έδωσε πολύτιμο χρόνο στην κυβέρνηση ώστε να προετοιμαστεί για το δεύτερο κύμα.

Η κυβέρνηση όχι απλά τον σπατάλησε, αλλά με την ανευθυνότητα και την ελαφρύτητα που τη χαρακτηρίζει, φέρνει το δεύτερο κύμα μια ώρα αρχύτερα.

Δεν έχει κανένα δικαίωμα να ενοχοποιεί την κοινωνία για να βγει η ίδια λάδι.

Ας αναλάβει επιτέλους τις δικές της ευθύνες.