Άρθρα

Ο αγώνας ενάντια στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία, είναι αγώνας για δημόσια και δωρεάν παιδεία!

Η κυβέρνηση, σαν τον κλέφτη, με τους φοιτητές να απουσιάζουν από τις σχολές, φέρνει την Πανεπιστημιακή Αστυνομία μέσα στα πανεπιστήμια, ξεκινώντας από το ΕΚΠΑ, ενώ εδώ και 1,5 χρόνο προετοιμάζει το έδαφος για την ΟΠΠΙ και στο ΑΠΘ, με την διαρκή παρουσία ΜΑΤ μέσα στο campus. Η κυβέρνηση, που βρίσκεται σε αδιέξοδο, με την ακρίβεια, από την μία, να χειροτερεύει συνεχώς τους όρους διαβίωσής μας και με το σκάνδαλο των υποκλοπών, από την άλλη, να τσαλαπατά τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών και των πολιτικών της αντιπάλων στο όνομα της δήθεν «εθνικής ασφάλειας», θέλει να βάλει τώρα την αστυνομία μέσα στα πανεπιστήμια.

Από το 2019, που ήρθε στην κυβέρνηση, η ΝΔ θέλησε να προωθήσει μια ολοκληρωτική δεξιά ατζέντα, μετά την «αριστερή» παρένθεση του ΣΥΡΙΖΑ. Δημοσιογράφοι της κυβέρνησης έλεγαν ότι «τώρα είναι η ευκαιρία», τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ ξεφτίλισε την έννοια της αριστεράς, τον αντιιμπεριαλισμό-αντιαμερικανισμό, τον συνδικαλισμό ως διεκδίκηση αιτημάτων και δικαιωμάτων, την αντίσταση στην εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών.

Η εμπορευματοποίηση και η ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει προχωρήσει εδώ και τριάντα χρόνια, με όλες τις κυβερνήσεις και ειδικά τις μνημονιακές ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ να χτίζουν ένα πανεπιστήμιο μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στο βαρύ κόστος σπουδών. Ένα πανεπιστήμιο με όλο και χειρότερες υποδομές, όλο και λιγότερους καθηγητές, με δίδακτρα και με πτυχία χωρίς αξία, ισοδύναμα με αυτά των ιδιωτικών κολλεγίων. Αυτοί έχτισαν ένα πανεπιστήμιο, που αναζητά συνεχώς χρηματοδοτήσεις από εταιρείες, με ιδιώτες στην διοίκηση του, σε ευθυγράμμιση με τις κατευθύνσεις της Ε.Ε.

Η κυβέρνηση φέρνει την πανεπιστημιακή αστυνομία, αφενός, για να διασφαλίσει ότι σ’ ένα πανεπιστήμιο με πενιχρή κρατική χρηματοδότηση και δίδακτρα, όπου θα σπουδάζουν μόνο όσοι μπορούν να πληρώσουν, δεν θα υπάρχει καμία φωνή αντίστασης και διεκδίκησης, ούτε φοιτητικός συνδικαλισμός. Γιατί η κυβέρνηση ξέρει ότι ακόμα και στα πανεπιστήμια, που δεν υπάρχει φοιτητικός συνδικαλισμός, όπως αυτά των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας, έχουν γεννηθεί αντιστάσεις στα δίδακτρα και στην εμπορευματοποίηση. Επειδή αντιστάσεις θα υπάρξουν, η κυβέρνηση θέλει να τις αποτρέψει με την πανεπιστημιακή αστυνομία. Αφετέρου, προκειμένου να ικανοποιήσει το πιο αντιδραστικό της ακροατήριο, που από το 2019 ζητάει αποτελέσματα στην «τάξη και την ασφάλεια», θέλει να «τελειώνει» με ο,τι θυμίζει αντίσταση και αμφισβήτηση.

Γι’ αυτό φέρνει η κυβέρνηση την Πανεπιστημιακή Αστυνομία.  Δίνει 50 εκατομμύρια ευρώ για την σύσταση των ΟΠΠΙ, τα οποία θα μπορούσε να διαθέσει για μαζικές προσλήψεις καθηγητών, για την ανέγερση νέων εστιών, για νέες υποδομές και αίθουσες και για φοιτητική μέριμνα. Αυτά χρειαζόμαστε και όχι την αστυνομία για να χτυπάει όποιον διαφωνεί με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική διάλυσης των δημόσιων πανεπιστημίων.

Η απάντηση στα σχέδια της κυβέρνησης περνάει, αυτή τη στιγμή, μέσα από την αντίσταση ενάντια στην παρουσία της αστυνομίας στο ΕΚΠΑ, στο ΑΠΘ και σε όλα τα ιδρύματα. Είναι αναγκαίος ένας αγώνας σύσσωμης της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής κοινότητας, με ενότητα όλων των φορέων, προκειμένου να μην πατήσουν οι ΟΠΠΙ το πόδι τους στις σχολές μας! Είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να υπερασπιστούμε το Δημόσιο και Δωρεάν Πανεπιστήμιο!

ΟΙ ΟΠΠΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΤΗΣΟΥΝ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ ΜΑΣ!

ΕΞΩ ΤΑ ΜΑΤ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ!

Όλοι σήμερα στα μεγάλα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια

Αθήνα: Προπύλαια, 19:00

Θεσσαλονίκη: Καμάρα, 19:00

Περί δροσερής πνοής δημοκρατίας…

To γύρο του Διαδικτύου κάνουν από χθες εικόνες και βίντεο από την επίθεση της Αστυνομίας μέσα στο Πανεπιστήμιο. Εικόνες και βίντεο πάνοπλων ρόμποκοπ, οι οποίοι έχουν περικυκλώσει τους φοιτητές, τους ξυλοκοπούν, τους προπηλακίζουν και τους ψεκάζουν με χημικά. Βίντεο στο οποίο φαίνονται δεκάδες άνδρες αστυνομικοί πάνω από έναν φοιτητή να τον τραβάνε, να τον ψεκάζουν με χημικά στο πρόσωπο, ενώ είναι πεσμένος στο έδαφος και να τον σέρνουν με το κεφάλι του να χτυπάει στην άσφαλτο. Την ίδια στιγμή παρεμποδίζουν δημοσιογράφους  να τραβήξουν πλάνα και να καταγράψουν το περιστατικό, σε μια προσπάθεια να αποκρύψουν τους χουλιγκανισμούς στους οποίους επιδίδονται.

Όχι. Όσο παράξενο και αν φαίνεται η παραπάνω είδηση δεν αφορά την Τουρκία του Ερντογάν, ούτε τη Σαουδική Αραβία, δεν αφορά κάποιο ανελεύθερο, αντιδραστικό καθεστώς  όπου οι φοιτητές και οι πολίτες δεν έχουν ελευθερία λόγου, όπου έχει απαγορευθεί το δικαίωμα στη διαμαρτυρία και στην πολιτική και συνδικαλιστική δράση.

Αφορά την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία της Ελλάδας του 2021. Αφορά την πιο αντιδραστική νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης που από την αρχή της  πανδημίας του κορωνοϊού κλίνει σε όλες τις πτώσεις την ατομική ευθύνη των πολιτών, ενώ η ίδια ανενόχλητη χωρίς να επωμίζεται τις ευθύνες που της αναλογούν, επιδεικνύοντας τουλάχιστον κοινωνική αναισθησία νομοθετεί τα πιο αντιδραστικά και αντιλαϊκά νομοσχέδια, αφού βέβαια έχει φροντίσει ανάμεσα στα άλλα και να περιστείλει, με έναν αντισυνταγματικό νόμο, το δικαίωμα του λαού να διαμαρτύρεται  και να διαδηλώνει.

Και το ερώτημα όσον αφορά τα χθεσινά είναι το εξής. Απαγορεύτηκε η συνδικαλιστική δράση εν μία νυκτί και δεν μας ενημέρωσε κανείς;  Απαγορεύθηκαν οι διαμαρτυρίες και οι πολιτικές δράσεις και δεν το μάθαμε; Νομοθετήθηκε ότι οι σχολές πια δεν ανήκουν στους φοιτητές, αλλά περνάνε στα χέρια των ποδηγετημένων ορκ του σερίφη Χρυσοχοΐδη;

Μάλλον δε συνέβη τίποτα από τα παραπάνω. Το σημερινό περιστατικό είναι ένα μικρό δείγμα της πραγματικότητας από εδώ και στο εξής μέσα στις σχολές. Είναι ένα μικρό δείγμα για το τι θα παθαίνει όποιος τολμάει όποιος τολμάει να διανοηθεί ότι μπορεί να πάρει μέρος σε μια συνδικαλιστική διαμαρτυρία και κατ’ επέκταση να αμφισβητεί την πολιτική αυτής της κυβέρνησης, να οργανώνεται και να παλεύει ενάντια σε αυτήν. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους φοιτητές, αλλά καθέναν που θα τολμήσει να σηκώσει κεφάλι και να διαμαρτυρηθεί.

Η δροσερή πνοή πανεπιστημιακής αστυνομίας δε θα έρθει για να πατάξει την δήθεν εγκληματικότητα που υπάρχει στις σχολές, δε θα έρθει να πατάξει το εμπόριο ναρκωτικών – βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης- που η αστυνομία έντεχνα έχει σπρώξει η ίδια χρόνια τώρα πέριξ των πανεπιστημιακών σχολών.

Θα έρθει να καταργήσει το δικαίωμα των φοιτητών να οργανώνονται συλλογικά, να διατυπώνουν αιτήματα και  να διεκδικούν τα δίκια τους, να εναντιώνονται σε αντιδραστικούς και αντιλαϊκούς νόμους και ίσως στο τέλος ακόμα και το δικαίωμα να συζητούν μέσα στις σχολές τους. Πάνοπλοι ρόμποκοπ θα μπαίνουν στο Πανεπιστήμιο και θα αποφασίζουν τι θα λέγεται, τι θα ακούγεται, τι θα συμβαίνει μέσα σε αυτό, ποιος θα μπαίνει, ποιος θα βγαίνει και πάντα με λευκή εντολή άνωθεν να τιμωρήσουν παραδειγματικά όποιον δε συμμορφώνεται με το πλαίσιο που αυτοί θέτουν, όποιον δεν πληροί τα κριτήριά τους και  τις προϋποθέσεις, τις δικές τους, της Υπουργού Παιδείας και του Χρυσοχοΐδη.

Το σημερινό περιστατικό είναι το πρώτο από πολλά που έχουμε να δούμε στη συνέχεια. Η κυβέρνηση ανοιχτά πλέον δρα ως τραμπούκος που φέρνει την κρατική βία και ανομία μέσα στα Πανεπιστήμια. Δίνει το μήνυμα ότι δε θα διστάζει να δέρνει, να εξευτελίζει , να συλλαμβάνει, να βασανίζει και να αφήνει στο έλεος των έμμισθων τραμπούκων της τους νεολαίους που διεκδικούν το αυτονόητο -είναι πλέον; – να σπουδάσουν, δηλαδή, σε ένα δημόσιο, δωρεάν και δημοκρατικό πανεπιστήμιο που διεκδικούν αλλαγή πολιτικής, που διεκδικούν το μέλλον και τη ζωή τους.

Κάθε φοιτητής, κάθε καθηγητής που νοιάζεται για τη δημόσια παιδεία, κάθε δημοκρατικός πολίτης, κάθε άνθρωπος που στοιχειώνεται και αηδιάζει μπροστά στις φωτογραφίες και τα βίντεο με την ωμή βία, καταστολή και βασανισμό ενός ανθρώπου που βγήκε χθες να διεκδικήσει το αυτονόητο, έχει καθήκον να τοποθετηθεί απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, να αντιδράσει και να απαιτήσει ο νόμος αυτό να πέσει.

Γιατί, σε αντίθεση με την κυβέρνηση που προτάσσει τρόμο, γκλοπ και συλλήψεις, εμείς θυμόμαστε, με αφορμή την ίδρυση της ΕΠΟΝ στις 23 Φεβρουαρίου 1943, ότι τα νιάτα πρέπει να ζουν και να είναι ευτυχισμένα, μέσα στη χαρά της δημιουργικής δράσης.

Οι άνθρωποι που μισούν όσο τίποτα άλλο τη δημόσια παιδεία, αποφάσισαν να την «αναβαθμίσουν»

Στις 29/01 κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Απ’ όλα τα προβλήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης η κυβέρνηση έρχεται να αντιμετωπίσει τους «αιώνιους φοιτητές», κάποιες νεφελώδεις «ακαδημαϊκές προϋποθέσεις» και… την ανομία. Ακόμα και με τα μέτρα και τις προτεραιότητες της πολιτικής και της ιδεολογίας της, η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει να εφαρμόσει ό,τι πιο καθυστερημένο, αντιδραστικό, χωροφυλακίστικο στοιχείο έχει να επιδείξει η Δεξιά.

Επιλέγει να φέρει τον χωροφύλακα στο Πανεπιστήμιο, και η ίδια, ως κρεοπώλης στον πάγκο του χασάπη, να κόψει μερικές δεκάδες χιλιάδες φοιτητών από τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση για να γεμίσουν οι τσέπες των ιδιωτικών πωλητηρίων πτυχίων που ονομάζονται κολλέγια. Οι εκλεκτικές σχέσεις και συγγένειες άλλωστε, δεν κρύβονται.

Τα δύο φίλτρα που εισαγάγει, τη βάση εισαγωγής και τις μειωμένες επιλογές στο μηχανογραφικό, έρχονται να προστεθούν σε ένα ακόμα που νομοθετήθηκε πριν τα Χριστούγεννα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Την τράπεζα θεμάτων στις εξετάσεις της κάθε τάξης του Λυκείου, η οποία από την εμπειρία του 2013 όταν και εφαρμόστηκε, θα «ωθήσει» χιλιάδες μαθητές από το Λύκειο σε διετείς σχολές κατάρτισης. Οι οποίες και αυτές νομοθετήθηκαν πριν τα Χριστούγεννα.

Μα είναι λογικό όλοι να θέλουν να σπουδάσουν; Δε θέλουμε αποφοίτους επαγγελματικών σχολών;

Η απάντηση είναι ότι οι απόφοιτοι των ΑΕΙ έχουν τη μισή ανεργία από τους απόφοιτους των σχολών κατάρτισης, ΙΕΚ, ΕΠΑΛ κοκ. Η κυβερνητική προπαγάνδα αντιστρέφει την πραγματικότητα για να πείσει το λαό ότι έχουμε ανεργία γιατί έχουμε πολλούς αποφοίτους ΑΕΙ. Τα νούμερα όμως λένε το ανάποδο.

Στόχος του νομοσχεδίου είναι να συρρικνώσει τη δημόσια εκπαίδευση και να μεγαλώσει η πίτα για την ιδιωτική.

Δεύτερος στόχος είναι να τελειώνει με την όποια αμφισβήτηση μέσα στο πανεπιστήμιο. Και να συγκροτήσει το ακροατήριο της δεξιάς στην ατζέντα «ενάντια στην ανομία».

Η κυβέρνηση αποφεύγει να ομολογήσει τους στόχους της ανοιχτά. Με ψέματα, στρεβλώσεις, εμμονές και αρκετή απόσταση από την πραγματικότητα του λαού και των πανεπιστημίων, επιχειρεί να συγκροτήσει το λόγο της.

Πιο συγκεκριμένα:

Θέσπιση βάσης εισαγωγής. Στόχος, με βάση το Υπουργείο: Η διασφάλιση των ακαδημαϊκών προϋποθέσεων της επιτυχούς φοίτησης και της έγκαιρης ολοκλήρωσης των σπουδών.

Με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν, περίπου το 10% των τμημάτων έχουν βάση κάτω από 6. Τα τμήματα αυτά είναι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, περιφερειακά τμήματα χαμηλής ζήτησης. Άρα η βάση εισαγωγής δε θα έχει σχεδόν καμία επίδραση στο πρόβλημα των ακαδημαϊκών προϋποθέσεων ή της έγκαιρης ολοκλήρωσης των σπουδών στα κεντρικά πανεπιστήμια των μεγάλων πόλεων. Απλά θα κλείσει πολλά περιφερειακά τμήματα. Το πρόβλημα των φοιτητών που λιμνάζουν έχει να κάνει με οικονομικούς-κοινωνικούς παράγοντες και όχι με ακαδημαϊκούς, όπως:

  • Πολλοί φοιτητές που θα περάσουν στα τμήματα στις μικρές πόλεις δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν μακριά από το σπίτι τους. Δηλώνουν το τμήμα για να περάσουν κάπου την πρώτη χρονιά και συνήθως ξαναδίνουν. Ακόμα κι έτσι όμως, χωρίς καμία στήριξη της πολιτείας σε εστίες, φοιτητική μέριμνα, χρηματοδότηση για έρευνα, αρκετοί από αυτούς τους εισακτέους θα σπουδάσουν και θα τελειώσουν τις σπουδές τους.
  • Το φαινόμενο των φοιτητών που λιμνάζουν δεν είναι τόσο έντονο σε σχολές με καλή επαγγελματική αποκατάσταση. Αντίθετα παρατηρείται περισσότερο σε τμήματα που η βάση τους απέχει από το να είναι κάτω από τη βάση, αλλά τα ποσοστά άνεργων αποφοίτων είναι μεγάλα (πχ τμήματα των λεγόμενων καθηγητικών σχολών, κοινωνικές επιστήμες).

Οι βάσεις στα Παιδαγωγικά τμήματα τη δεκαετία 2000-2010 ή στις αστυνομικές και στρατιωτικές σχολές μέσα στην κρίση, ανέβηκαν από την κοινωνική προσδοκία για μια σταθερή δουλειά, όταν η μερική απασχόληση, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων και η ανεργία εκτινάχθηκαν.

Οι βάσεις σε πολλά περιφερειακά τμήματα ακολούθησαν ελεύθερη πτώση μετά το 2010, όταν με τις μνημονιακές πολιτικές, έγινε απαγορευτικό για πολλές οικογένειες να μπορούν να στηρίξουν τις σπουδές των παιδιών τους σε άλλες πόλεις.

Επομένως  η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται ένα υπαρκτό ζήτημα, τις χαμηλές βαθμολογίες κάποιων φοιτητών, για να κλείσει απλά κάποια τμήματα. Ταυτόχρονα με την ισοτιμία επαγγελματικών δικαιωμάτων ΑΕΙ με κολέγια, ωθεί όσους από αυτούς έχουν να διαθέσουν τα αντίστοιχα δίδακτρα ως πελατεία για τα κολέγια. Αν ήταν στοιχειωδώς ειλικρινές το ενδιαφέρον της κυβέρνησης για «το ακαδημαϊκό επίπεδο» και δε νομοθετούσαν ως  πλασιέ της ιδιωτικής εκπαίδευσης, οι ίδιες βάσεις εισαγωγής θα έπρεπε να ισχύουν και για όσους θέλουν να εγγραφούν στα κολέγια.

Το ακαδημαϊκό επίπεδο διασφαλίζεται από το πρόγραμμα σπουδών, τους καθηγητές, τους διαθέσιμους πόρους και μέσα σε φοιτητές, ερευνητές και καθηγητές. Θέλει στα αλήθεια το Υπουργείο να συγκρίνει το ακαδημαϊκό επίπεδο, όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό για παράδειγμα του Τμήματος Ορυκτών Πόρων στα Χανιά που για διάφορους λόγους (άνοιξε άλλο παρεμφερές τμήμα, απουσία πολιτικής γύρω από τα μεταλλεύματα) είχε το 2020 βάση κοντά στο 3 (!!!) , με το ακαδημαϊκό επίπεδο του x college που διαφημίζει ο Άδωνις Γεωργιάδης;

Το χαμηλό επίπεδο είναι πρόβλημα αλλά πρώτον αφορά εξίσου και τα ιδιωτικά ιδρύματα που πουλάνε πτυχία και δικαιώματα χωρίς καμία διασφάλιση όρων. Δεύτερον είναι πολύ μεγαλύτερο το πρόβλημα του επιπέδου, αφορά μια πορεία από το δημοτικό και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αφορά όλες τις αποτυχημένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων 3 δεκαετιών που στόχευαν στην εκπαίδευση δεξιοτήτων και όχι στη μόρφωση, μπορεί το υπουργείο να ρωτήσει και ακαδημαϊκούς σε σχολές με βάση όχι το 3, αλλά το 15!.

Μείωση επιλογών μηχανογραφικού. Στόχος, με βάση το Υπουργείο: Να εισάγονται περισσότεροι υποψήφιοι σε Τμήματα στα οποία επιθυμούν πραγματικά να σπουδάσουν.

Το μέτρο αυτό θα λειτουργήσει ενισχυτικά στη βάση εισαγωγής, δηλαδή σαν ένα μικρό αλλά υπαρκτό φίλτρο για τον αποκλεισμό χιλιάδων υποψηφίων από τα δημόσια ΑΕΙ. Από μαθηματικής και λογικής άποψης όμως ο ισχυρισμός του Υπουργείου δε βγάζει κανένα νόημα. Οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι διαγωνισμός ανάμεσα σε συγκεκριμένες θέσεις ανά τμήμα. Η Ιατρική Αθηνών θα ορίσει χ θέσεις και οι χ «καλύτεροι» μαθητές θα περάσουν Ιατρική. Θα υπάρχουν πολλαπλάσιοι μαθητές που ήθελαν Ιατρική αλλά λόγω των βαθμών τους θα δηλώσουν και τα τμήματα νοσηλευτικής, βιολογίας κοκ. Ελάχιστα πράγματα λοιπόν αλλάζουν στο «που επιθυμεί πραγματικά να σπουδάσει». Απλά κάποιοι πιο χαμηλόβαθμοι μαθητές θα ζυγίζουν τα οικονομικά των οικογενειών τους και αν δε μπορούν να σπουδάσουν πχ στη Δράμα στο Τμήμα Βιοτεχνολογίας θα αποφεύγουν να δηλώνουν τα περιφερειακά τμήματα. Με αποτέλεσμα αυτά να κλείσουν.

Θέσπιση ορίου φοίτησης. Στόχος, με βάση το Υπουργείο: Η βελτίωση του ρυθμού αποφοίτησης και η γρηγορότερη ενσωμάτωση  ανθρώπινου δυναμικού στην αγορά εργασίας.

Πιστεύει αλήθεια η Κεραμέως και οι υπόλοιποι άριστοι ότι υπάρχουν φοιτητές που τεμπελιάζουν και δεν τελειώνουν από βλακεία ή νεανική ανεμελιά, ενώ εκεί έξω τους περιμένει ανυπόμονα η αγορά εργασίας με υψηλούς μισθούς και καλές δουλειές;

Σήμερα οι λεγόμενοι «λιμνάζοντες φοιτητές» δεν δημιουργούν καμία αρνητική συνέπεια σε κανένα τμήμα. Ούτε κρατάνε θέσεις, ούτε κοστίζουν κάτι στο κράτος όπως βιβλία, φοιτητική μέριμνα κοκ. Όπως αναφέρθηκε είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει να κάνει με το πρόβλημα της υψηλής ανεργίας, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και κάθε θετικής προσδοκίας για απόφοιτους συγκεκριμένων τμημάτων, την αδυναμία οικογενειών να χρηματοδοτούν σπουδές σε μια άλλη πόλη, την ελλιπέστατη κρατική χρηματοδότηση για τη φοιτητική μέριμνα.

Το μόνο που θα καταφέρει η ρύθμιση αυτή είναι να διαγραφούν φοιτητές οι οποίοι για διάφορους αντικειμενικούς λόγους (οικονομικοί λόγοι, παράλληλη εργασία, οικογένεια) καθυστερούν να τελειώσουν.

Θέσπιση πανεπιστημιακής αστυνομίας. Στόχος, με βάση το Υπουργείο: Η αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, ενός χώρου ελεύθερης διακίνησης ιδεών, απρόσκοπτης διεξαγωγής έρευνας και διδασκαλίας.

Η κυβέρνηση επιμένει σε ένα μέτρο που βρίσκει απέναντι το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας. Τα χυδαία κυβερνητικά σποτάκια παρουσιάζουν μια εικόνα προσβλητική για τους χιλιάδες φοιτητές και ακαδημαϊκούς. Δεν είναι η καθημερινότητα του Ελληνικού Πανεπιστημίου οι φωτιές, οι σύριγγες, τα χτισίματα καθηγητών. Στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο και αξιόλογη έρευνα γίνεται και διδασκαλία και όλα αυτά χωρίς την απαιτούμενη στήριξη από το κράτος. Η έρευνα και η διδασκαλία εμποδίζεται από την υποχρηματοδότηση, όχι από τους ακτιβισμούς του Ρουβίκωνα. Το «ακαδημαϊκό περιβάλλον» εμποδίζεται από τις περιστρεφόμενες πόρτες μεγαλοκαθηγητών, ΔΑΠιτών, κυβέρνησης, συμφερόντων, κι όχι από τις φοιτητικές αφίσες και το φοιτητικό συνδικαλισμό.

Πολύ περισσότερο όταν είναι σαφές σε όλους τους σχετικούς με τα Πανεπιστήμια ότι αυτά υποφέρουν από ένα οργανωμένο σύστημα εξαγοράς συνειδήσεων, παροχής σημειώσεων, μαζικών αντιγραφών, επιλεκτικών προσβάσεων σε μεταπτυχιακά, στοχευμένων χρηματοδοτήσεων προγραμμάτων, ακαδημαϊκών ανελίξεων, καθηγητικών κυκλωμάτων, το οποίο έχει επί χρόνια στήσει η κυβερνητική παράταξη στα ελληνικά Πανεπιστήμια. Αντί να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί αυτή ακριβώς η γάγγραινα που εξευτελίζει το ελληνικό Πανεπιστήμιο, προκαλείται ένας άνευ προηγουμένου ηθικός πανικός, με ψέματα, συκοφαντίες, διαστρεβλώσεις, χυδαιότητες, δίνοντας τη χαριστική βολή στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και “δικαιολογώντας” τα αδικαιολόγητα.

Έχει αποκαλυφθεί για παράδειγμα πλήρως, ότι ποινικά προβλήματα όπως το εμπόριο ναρκωτικών γίνεται κυρίως έξω από το πανεπιστήμιο με την αστυνομία όχι απλώς θεατή, αλλά ενορχηστρωτή μιας συντεταγμένης κίνησης να φέρει την πρέζα και το εμπόριό της γύρω από τα ΑΕΙ.

Προβλήματα συμμοριτισμού και μηδενιστικής βίας, που έχουν εκφραστεί εντελώς μειοψηφικά και σε 2 πανεπιστημιακά κτίρια – από τα δεκάδες – στο κέντρο της Αθήνας, είναι κοινωνικά προβλήματα και όπως δε λύνονται με την καταστολή στις γειτονιές της Αθήνας, δε θα λυθούν και στην ΑΣΟΕΕ. Οι μπάρες, η αστυνομία, οι κάμερες, όπως δεν έλυσαν τα προβλήματα δολοφονιών σε κολέγια και σχολεία στις ΗΠΑ από «μοναχικούς λύκους», δε θα τα λύσουν κι εδώ.

Μετά το συγκεκριμένο νομοσχέδιο σειρά έχουν δύο ακόμα νομοσχέδια. Ένα για την αξιολόγηση και την αυτονομία της σχολικής μονάδας. Ένα κρίσιμο βήμα για να εμπορευματοποιηθεί ακόμα περισσότερο – έως και να έρθει το κουπόνι – το σχετικά Δημόσιο αλλά καθόλου Δωρεάν σχολείο. Και ένα νομοσχέδιο για ένα νέο Νόμο Πλαίσιο για τα ΑΕΙ και την αναγνώριση ξένων πανεπιστημίων, το οποίο κι αυτό θα ωθεί ακόμα περισσότερο τα ΑΕΙ, μέσω της αξιολόγησης πάντα, στην αναζήτηση  χρηματοδοτήσεων.

Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση της ΝΔ θέλει να επιταχύνει. Θεωρεί ότι έχει το συσχετισμό στην κοινωνία «για τις αναγκαίες τομές στην παιδεία». Μισεί τη δημόσια εκπαίδευση όσο τίποτα, δουλεύει ανοικτά και κυνικά για τους επιχειρηματικούς κύκλους των κολλεγίων, επιδίδεται σε όργιο συκοφάντησης και χυδαιολογίας ενάντια στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, τους φοιτητές, τους καθηγητές, τους πρυτάνεις.

Οι κινητοποιήσεις μπορούν να καθυστερήσουν αυτήν την πολιτική. Πρέπει να συνεχιστούν και να μαζικοποιηθούν.

Και ταυτόχρονα να συγκροτηθεί ένας πειστικός λόγος για την ανάγκη στήριξης της Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας.

Πρωτοβουλία «ΟΧΙ Αστυνομία στα Πανεπιστήμια»

Η Πρωτοβουλία ΟΧΙ Αστυνομία στα Πανεπιστήμια συγκροτήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο από διδάσκοντες και διδάσκουσες πανεπιστημίων από όλη την Ελλάδα με στόχο αφενός να εκφράσει την έντονη αντίθεσή της στην τότε εξαγγελθείσα πρόθεση του ΥΠΑΙΘ να δημιουργήσει πανεπιστημιακή αστυνομία και αφετέρου να διατυπώσει συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Στο σύντομο διάστημα της παρουσίας της, η Πρωτοβουλία συνέλεξε 1050 υπογραφές πανεπιστημιακών εναντίον των προτεινόμενων ρυθμίσεων και επεξεργάστηκε προτάσεις σε αντίθεση με την κυβέρνηση που προωθεί για τους δικούς της πολιτικούς λόγους το δόγμα «ασφάλεια και τάξη» και οικοδομεί ένα αστυνομικό κράτος. Έκτοτε ολοένα και περισσότερα ακαδημαϊκά ιδρύματα, σχολές, τμήματα, φοιτητικοί σύλλογοι, ομοσπονδίες εργαζομένων, επιστημονικές ενώσεις παίρνουν θέση εναντίον των προθέσεων της κυβέρνησης. Μεταξύ αυτών, η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο Ενιαίος Φορέας Διδασκόντων της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών (Ρέθυμνο), ο Ενιαίος Συλλόγου Καθηγητών Πανεπιστημίου Κρήτης (Ηράκλειο), ο Ενιαίος Σύλλογος Μεταπτυχιακών Φοιτητών και Υποψηφίων Διδακτόρων Πανεπιστημίου Κρήτης, τα Τμήματα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας και Αρχαιολογίας.

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει «πλήρη αυτοδιοίκηση» στα Πανεπιστήμια (άρ.16.5 Σ), κατοχύρωση που συνεπάγεται πλήρεις αρμοδιότητες των πρυτανικών αρχών στον πανεπιστημιακό χώρο. Το ασφαλές περιβάλλον για όλους/ες αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση του καταστατικού στόχου των Πανεπιστημίων και την απρόσκοπτη λειτουργία της ακαδημαϊκής κοινότητας και πως τα Πανεπιστήμια χρειάζονται αποτελεσματική φύλαξη, προστασία των υποδομών τους, των εργαζόμενων σε αυτά και των φοιτητών/ριών από κάθε φυσικό ή λειτουργικό κίνδυνο ή βλάβη. Η φύλαξη αυτή οφείλει να επιτελείται σύμφωνα τις καταστατικές αρχές των Πανεπιστημίων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του εν εξελίξει μπαράζ κατά των πανεπιστημίων η αισχρή δήλωση του προέδρου των Ειδικών Φρουρών Β. Ντούμα σε εκπομπή της ΕΡΤ ότι ο μεγαλύτερος τζίρος λιανεμπορίου ναρκωτικών γίνεται εντός των πανεπιστημιακών σχολών. Όπως δείχνουν έρευνες, σε αντίθεση με αυτή τη χυδαία προπαγάνδα στα ΜΜΕ, η εγκληματικότητα δεν αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο στα Πανεπιστήμια και δεν χαρακτηρίζει τη ζωή σε αυτά. Έχει κατά κανόνα σποραδικό και ήπιο χαρακτήρα με εξαίρεση ορισμένα περιστατικά που δημιουργούν σοβαρά προβλήματα.

Το ζήτημα της «ανομίας» στα πανεπιστήμια είναι μια κλασική περίπτωση μακροχρόνιας πρόκλησης «ηθικού πανικού» στην κοινωνία ώστε να δημιουργηθεί μια στρεβλή εικόνα για το ελληνικό πανεπιστήμιο στους τηλεθεατές που δεν έχουν άμεση σχέση με την πραγματικότητα των σχολών. Σε κάθε περίπτωση, ο ποινικός κώδικας έχει πλήρη ισχύ παντού στην επικράτεια και άρα και στον χώρο των Πανεπιστημίων. Η ισχύς του δεν εξαρτάται από την τυχόν επέμβαση της αστυνομίας ή τον τρόπο φύλαξης.

Από την άλλη, η μόνιμη παρουσία της αστυνομίας εντός των Πανεπιστημίων, εκτός από αντισυνταγματική, μόνο προβλήματα θα δημιουργήσει, καθώς ποτέ η επίταση της αστυνόμευσης δεν έλυσε προβλήματα εγκληματικότητας. Αντίθετα, συχνά δημιούργησε περαιτέρω προβλήματα στις σχέσεις πολιτών και αστυνομίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Πρωτοβουλία ΟΧΙ Αστυνομία στα Πανεπιστήμια προτείνει μεταξύ άλλων, τη δημιουργία σώματος φύλαξης στα πανεπιστήμια και την ανάπτυξη προτύπων φύλαξης των ΑΕΙ, ανάλογα με τα χωροταξικά χαρακτηριστικά του κάθε ιδρύματος. Το προσωπικό φύλαξης να ανήκει στο προσωπικό των πανεπιστημίων και να εκπαιδεύεται από το Υπουργείο Παιδείας σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια. Το σώμα φύλαξης και η εκπαίδευσή του να χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό. Την ανάπτυξη μέτρων πρόληψης και αποτροπής εγκλημάτων στα ΑΕΙ μέσω αξιοποίησης συμβατικών και εξελιγμένων τεχνολογιών ή στοχευμένων μέτρων (κατάλληλος φωτισμός, συστήματα ιχνηλασίας και καταγραφής εξοπλισμού, απομάκρυνση ΑΤΜ κ.ά.).

Τη συνδρομή της αστυνομίας στην αποδιάρθρωση της αγοράς ναρκωτικών γύρω από τα ΑΕΙ. Την επανεξέταση του θεσμικού πλαισίου χρήσεων και προστασίας της περιουσίας των ΑΕΙ. Τη διάκρισή της σε περιουσία/χώρους για ακαδημαϊκές και διδακτικές λειτουργίες και για μη ακαδημαϊκέςλειτουργίες με περαιτέρω διαφοροποιημένο καθεστώς φύλαξης. Κάθε Πανεπιστήμιο να μπορεί να ελέγχει την είσοδο σε συγκεκριμένους χώρους, εφόσον το αποφασίσει, στα όρια της αποκλειστικής αρμοδιότητας που διαθέτει.

Τα πραγματικά στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν καμία τέτοια εικόνα «ανομίας» σε αντίθεση, π.χ. με τις πολυάριθμες καταγγελίες αυθαιρεσιών της ίδιας της ελληνικής αστυνομίας δυστυχώς. Η κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που απαξιώνει το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης για να προωθήσει συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα (ΙΕΚ, κολέγια αμφιβόλου ποιότητας), στήνει σκηνικό έντασης για να καταστείλει τις δικαιολογημένες αντιδράσεις που έρχονται. Αν η ελληνική κοινωνία δεν το αντιληφθεί και δεν υπερασπιστεί το δημόσιο πανεπιστήμιο, τους Έλληνες επιστήμονες,
και κυρίως τη νέα γενιά, τους φοιτητές και φοιτήτριές μας, θα ανοίξει ένας πολύ δυσοίωνος δρόμος βίας και καταστολής που συνοδεύουν ανέκαθεν τις χρεωκοπημένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές κατεδάφισης κάθε δημόσιου αγαθού.

Το πανεπιστήμιο από την πλευρά του θα πρέπει να παραμείνει στο πλευρό της κοινωνίας ενισχύοντας τους δεσμούς που έχει συνάψει μαζί της. Τόσο η βία όσο και η καταστολή είναι στοιχεία ξένα προς το πανεπιστήμιο σε αντίθεση με τη δημοκρατία, τον διάλογο και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών που αποτελούν την προμετωπίδα της ιδρυτικής του συνθήκης.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Πανεπιστημιακή αστυνομία ή ακαδημαϊκή ελευθερία;

Η αναφορά στο Πανεπιστήμιο ως άντρο «βίας και ανομίας» ξενίζει όσο και προκαλεί. Προκαλεί κυρίως την αγανάκτηση όσων μετέχουν στην ακαδημαϊκή διαδικασία, όσων δηλαδή ζουν από και για το Πανεπιστήμιο. Των λίγων χιλιάδων φοιτητών, διοικητικών και διδασκόντων για τους οποίους το Πανεπιστήμιο είναι η δουλειά, το πάθος, το δεύτερο –ενίοτε και το πρώτο– σπίτι.

Ποιοι φοβούνται το Πανεπιστήμιο τόσο ώστε να θέσουν ως προτεραιότητά τους, εν μέσω οικονομικής, κοινωνικής και υγειονομικής κρίσης, την επιτήρησή του με ιδιαίτερα αυστηρούς όρους από ένα νέο ειδικό σώμα ασφαλείας; Ποιοι και κυρίως γιατί;

Το πρόσφατο νομοσχέδιο για την ίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας «κατά τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα» (sic) φαντάζει από την πλευρά της γαλλικής εμπειρίας σαν το πιο σύντομο ανέκδοτο. Ο λόγος είναι απλός: στη Γαλλία δεν υφίσταται πανεπιστημιακή αστυνομία – και το κείμενό μας θα μπορούσε να τελειώνει εδώ με τις λέξεις αυτές.

Το αντίστοιχο μπορούν να επιβεβαιώσουν όσοι σπουδάζουν ή υπηρετούν σε πανεπιστήμια του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου κ.ο.κ. Συνδυάζεται δε με άλλο ένα σύντομο ανέκδοτο, αυτό που θέλει το πανεπιστημιακό άσυλο να αποτελεί «παγκόσμια πρωτοτυπία» (ξανά sic). Η αναφορά θα ήταν άξια ειρωνείας αν το ζήτημα δεν ήταν τόσο σοβαρό, ιδίως όταν τέτοια «λάθη» και ανακρίβειες εκπορεύονται από επίσημα και καθόλα έγκριτα χείλη. Ας δούμε, λοιπόν, κατ’ αρχάς ποια είναι στην πραγματικότητα τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα.

Το πανεπιστημιακό άσυλο υπήρξε όντως παγκόσμια πρωτοτυπία… το μακρινό 1231 μ.X. στη Γαλλία, όταν μια φοιτητική στάση στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, τη γνωστή μας Σορβόνη, έγινε η αφορμή να καθιερωθεί, μέσω παπικού διατάγματος (Parens scientiarum), η ανεξαρτησία του Πανεπιστημίου έναντι της κοσμικής εξουσίας. Με βάση το διάταγμα αυτό, μόνο ο επικεφαλής του Πανεπιστημίου, επίσκοπος ή πρύτανης, μπορούσε να δικάζει και να επιβάλλει ποινές στους φοιτητές που κρίνονταν ένοχοι αδικημάτων. Αυτό το καθεστώς εξαίρεσης επεκτάθηκε έκτοτε σε όλα τα μεγάλα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και αναφέρεται με γλαφυρό τρόπο από τον Βίκτορα Ουγκό στο περίφημο μυθιστόρημά του «Η Παναγία των Παρισίων».

Το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς που απολαμβάνουν στη Γαλλία τα δημόσια Πανεπιστήμια –αμιγώς ιδιωτικά Πανεπιστήμια δεν υπάρχουν– ισχύει αδιαλείπτως από τον 13ο αιώνα και έχει γίνει γνωστό με τον όρο franchise universitaire (πανεπιστημιακό προνόμιο) – στα αγγλικά: university asylum. Ο ισχύων νόμος, που περιλαμβάνεται στο άρθρο L712-2 του Κώδικα της Εκπαίδευσης, εξασφαλίζει το απαραβίαστο των πανεπιστημιακών χώρων στους οποίους διεξάγεται η επιστημονική έρευνα και διδασκαλία, η λεγόμενη ακαδημαϊκή λειτουργία, από κάθε μορφής επέμβαση των σωμάτων ασφαλείας, με τη δυνατότητα αυτή να δίνεται κατ’ εξαίρεση και κατόπιν εντολής των πρυτανικών αρχών.

Η ratio της διάταξης αυτής, η οποία παγιώθηκε εθιμικά και μέσα από σειρά προηγούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων μέχρι σήμερα, είναι ότι ο πρύτανης του Πανεπιστημίου φέρει αποκλειστικά το βάρος της τήρησης της τάξης στο ίδρυμα του οποίου είναι επικεφαλής. Μόνο εκείνος μπορεί επίσης, αν το κρίνει αναγκαίο, να καλέσει τα σώματα ασφαλείας. Οι μόνες εξαιρέσεις σ’ αυτό είναι τα αυτόφωρα εγκλήματα, οι καταστροφές ή οι παρεμβάσεις κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας-εντάλματος.

Ο νέος προγραμματικός νόμος για την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα που κατέθεσε η κυβέρνηση Μακρόν και ψηφίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες τον περασμένο Νοέμβρη περιλάμβανε, μεταξύ άλλων αντιδραστικών μέτρων νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, τη θέσπιση ενός νέου «αδικήματος διατάραξης της ησυχίας και τάξης» των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, που τιμωρείται με 7.500 ευρώ πρόστιμο και ένα χρόνο φυλάκιση, με την ποινή να αυξάνεται σε 45.000 ευρώ και τρία χρόνια φυλάκιση αν έχουμε σύμπραξη περισσότερων του ενός δραστών.

Η επίμαχη διάταξη, που καταργούσε στην πράξη το άσυλο ποινικοποιώντας μέσω μιας σκόπιμα ασαφούς διατύπωσης την όποιας μορφής αμφισβήτηση και διαμαρτυρία μέσα στους χώρους του Πανεπιστημίου, ακυρώθηκε πριν από λίγες μέρες από το Συνταγματικό Συμβούλιο.

Είχε προηγηθεί η απόσυρση από την ίδια τη γαλλική κυβέρνηση μιας ακόμη τροπολογίας της τελευταίας στιγμής που όριζε ότι «οι ακαδημαϊκές ελευθερίες οφείλουν να ασκούνται με σεβασμό στις αξίες της Πολιτείας» (sic). Οι δύο αυτές διατάξεις αντιμετωπίστηκαν –και δικαίως– ως ευθεία προσβολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που προϋποθέτει την ελεύθερη και απρόσκοπτη άσκηση του ακαδημαϊκού διαλόγου και της γόνιμης κριτικής και αμφισβήτησης με κάθε μέσο, στοιχεία που αποτελούν τον πυρήνα της ελευθερίας της έκφρασης αλλά και της εξέλιξης της επιστημονικής γνώσης.

Ο νέος νόμος θέτει εν γένει σε κίνδυνο, συρρικνώνοντάς το, το καθεστώς δημόσιου λειτουργού των πανεπιστημιακών και έχει κινητοποιήσει μαζικά μέχρι και σήμερα τους φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας μέσω απεργιών και καταλήψεων – το επονομαζόμενο «κίνημα των μαύρων οθονών», με αναφορά στην ιδιαίτερη συνθήκη της τηλεκπαίδευσης.

Οι καταλήψεις διαρκείας στα Πανεπιστήμια είναι πολύ συχνές στη Γαλλία και παγιωμένες στη συνείδηση των πολιτών ως θεμιτό μέσο πίεσης στους εκάστοτε υπουργούς Παιδείας και τις εκάστοτε κυβερνήσεις με αίτημα την αναστολή νομοθετημάτων που θέτουν σε κίνδυνο τις ακαδημαϊκές ελευθερίες. Τις περισσότερες φορές τερματίζονται με ειρηνικό τρόπο έπειτα από διαβουλεύσεις με τις πρυτανικές αρχές ή όταν το κίνημα πετυχαίνει τον σκοπό του.

Σπάνια υπάρχουν εξαιρέσεις. Το 2014, το Πανεπιστήμιο της Ρεν έκλεισε για μια μέρα με πρυτανική εντολή για προληπτικούς λόγους. Εγινε τότε λόγος για άσκηση της ειδικής εξουσίας επιτήρησης-αστυνόμευσης (police spéciale) που αποδίδει ο νόμος στον πρύτανη ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος – η οποία καμιά σχέση δεν έχει φυσικά με την ίδρυση ειδικού σώματος πανεπιστημιακής αστυνομίας. Ο λόγος της απόφασης αυτής ήταν η ανακοίνωση διεξαγωγής μιας γενικής συνέλευσης διαμαρτυρίας για τον πρόσφατο τότε θάνατο από τα πυρά της αστυνομίας ενός νέου περιβαλλοντικού ακτιβιστή σε ειρηνική πορεία για το περιβάλλον. Το σκεπτικό ήταν η έλλειψη προαναγγελίας της συνέλευσης από τους φοιτητές και ο κίνδυνος πρόκλησης κακουργηματικών πράξεων μέσα στο πανεπιστημιακό campus.

Δυο χρόνια αργότερα, με το αιτιολογικό του κινδύνου για την ασφάλεια των φοιτητών, το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων φοιτητή με την οποία ζητούσε να ανοίξει άμεσα το υπό κατάληψη πανεπιστήμιό του. Παρότι το δικαστήριο αναγνώρισε την προσβολή του δικαιώματος του αιτούντος φοιτητή στην εκπαίδευση, έκρινε ότι αυτή η προσβολή δεν ήταν τόσο σημαντική σε σχέση με την απειλή που υπήρχε για τη δημόσια τάξη από την επιχείρηση εκκένωσης και ό,τι ενδεχομένως θα ακολουθούσε.

Η πρόσφατη περίπτωση της Νομικής Σχολής του Μονπελιέ είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα όσον αφορά την οριοθέτηση του πεδίου αρμοδιοτήτων των πανεπιστημιακών αρχών. Το 2018, ο κοσμήτορας της Σχολής Φιλίπ Πετέλ –η ομοιότητα του ονοματεπωνύμου του με αυτό του δωσίλογου Γάλλου στρατάρχη είχε γίνει τότε αντικείμενο σκωπτικών σχολίων στην ακαδημαϊκή κοινότητα– είχε αποδειχθεί ότι είχε καλέσει, με τη βοήθεια ενός συναδέλφου του καθηγητή της Νομικής, ομάδες κρούσης κομάντο της γαλλικής Ακροδεξιάς, για να εκκενώσουν φορώντας κουκούλες και οπλισμένοι με ρόπαλα και αιχμηρά αντικείμενα ένα αμφιθέατρο της Σχολής που είχε καταληφθεί μερικές ώρες πριν από φοιτητές.

Ο ίδιος ο κοσμήτορας μαζί με τον καθηγητή φαίνονται καθαρά σε βίντεο να ανοίγουν τις μπάρες και τις πόρτες ασφαλείας, να καθοδηγούν τους παρακρατικούς και να συμμετέχουν και οι ίδιοι στις βιαιοπραγίες κατά φοιτητών και φοιτητριών, πολλές και πολλοί από τους οποίους βρέθηκαν στο νοσοκομείο με βαριές κακώσεις. Η αστυνομία επενέβη άμεσα έπειτα από κλήση του πρύτανη για να προστατεύσει τους καταληψίες φοιτητές και να συλλάβει τους υπαίτιους καθηγητές και παρακρατικούς. Παρά τη γενική κατακραυγή, ο κοσμήτορας φάνηκε αμετανόητος, δηλώνοντας στα μέσα ενημέρωσης ότι «έκανε το καθήκον του».

Οι πρυτανικές αρχές τον καθαίρεσαν άμεσα από το αξίωμά του και επέβαλαν πειθαρχικές ποινές τόσο στον ίδιο όσο και στον συνεργό του καθηγητή. Στην ποινική δίκη που ακολούθησε, ο πρώην κοσμήτορας τιμωρήθηκε με την ποινή της παύσης για πέντε χρόνια από τα διδακτικά και ερευνητικά του καθήκοντα, ενώ ο συνάδελφός του παύθηκε οριστικά από το γαλλικό Πανεπιστήμιο.

Πόσα από τα παραπάνω θα ήταν δυνατό να συνέβαιναν στην Ελλάδα σήμερα; Θα μπορούσαμε άραγε να φανταστούμε την ελληνική αστυνομία να παρεμβαίνει για να σώσει καταληψίες φοιτητές από τα χέρια ακροδεξιών τραμπούκων και των συνενόχων τους καθηγητών; Θα μπορούσαμε να φανταστούμε την ίδια αστυνομία να αρνείται να παρέμβει για να διαλύσει μια κατάληψη, παρά τις πρυτανικές εκκλήσεις, όπως συνέβη πέρυσι στη Σορβόνη;

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε σύσσωμη την πανεπιστημιακή κοινότητα να βγαίνει στους δρόμους εν μέσω πανδημίας για να προστατεύσει το άσυλο και την ακαδημαϊκή ελευθερία από την εκδικητική μανία των ίδιων των θεματοφυλάκων τους; Φανταζόμαστε το πικρό μειδίαμα στα χείλη των αναγνωστών. Εντούτοις, το χάσμα που μας χωρίζει από αυτή την ευρωπαϊκή πραγματικότητα μας δίνει το μέτρο της απόστασης που μας χωρίζει από ένα ουσιαστικό κράτος δικαίου.

Σ’ ένα ουσιαστικό κράτος δικαίου, το θεσμοθετημένο αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων προϋποθέτει και επιβάλλει τη δυνατότητα ελέγχου των ενδεχόμενων παραβιάσεων του ακαδημαϊκού χώρου από την ίδια την ακαδημαϊκή κοινότητα, χωρίς έξωθεν παρέμβαση. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο στη Γαλλία –και στην Ελλάδα– είναι και επαρκές και ικανό να παρέχει την πολυπόθητη ασφάλεια, με την ανάθεση της φύλαξης των πανεπιστημιακών χώρων είτε σε ειδική κατηγορία διοικητικού προσωπικού (δημοσίων υπαλλήλων) είτε σε ιδιωτικούς φορείς που παρέχουν αντίστοιχες υπηρεσίες (security), δεν οπλοφορούν και ελέγχονται αποκλειστικά από τις πρυτανικές αρχές.

Οι μύθοι που αναπαράγονται ευρέως το τελευταίο διάστημα είναι ενδεικτικοί του εγκλήματος που μεθοδεύεται σε βάρος του δημόσιου Πανεπιστημίου, με πρόσχημα την ασφάλεια και με μοναδικό σκοπό τη σταδιακή απαξίωσή του. Ποια δεδομένα, ποιες εκθέσεις, ποιες στατιστικές στοιχειοθετούν άραγε, ποσοτικά και ποιοτικά, το μέγεθος της «βίας και ανομίας» που δικαιολογεί τη δημιουργία ειδικού αστυνομικού σώματος για τα Πανεπιστήμια;

Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που επιβλήθηκε στη Γαλλία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015 και 2016 δεν ανέδειξε ως αναγκαία μια αντίστοιχη ρύθμιση. Η πρακτική της επίδειξης φοιτητικής ή αστυνομικής ταυτότητας για την είσοδο στα πανεπιστήμια, που δικαιολογημένα εφαρμόστηκε υπό το κράτος του –υπαρκτού– φόβου κατά το πρώτο διάστημα μετά τις επιθέσεις, γρήγορα εγκαταλείφθηκε. Στα γαλλικά Πανεπιστήμια, ακόμα και στα πιο κεντρικά του Παρισιού, μπαίνει σήμερα ελεύθερα όποιος το επιθυμεί. Διακριτική φύλαξη εξακολουθεί να υπάρχει σε πανεπιστημιακά campus που βρίσκονται σε περιοχές με αυξημένη εγκληματικότητα, όπως τα γκετοποιημένα προάστια των μεγαλουπόλεων.

Τέλος, μια σχετικά άγνωστη παράμετρος της γαλλικής πρακτικής αφορά στην προστασία που προσδίδει η φοιτητική ιδιότητα στους παράνομα εισαχθέντες στο γαλλικό έδαφος. Με τα σημερινά ισχύοντα, το Πανεπιστήμιο είναι ελεύθερο να εγγράψει φοιτητές χωρίς άδεια παραμονής και υπάρχει απαγόρευση σύλληψης και επαναπροώθησής τους ενόσω βρίσκονται στον χώρο του Πανεπιστημίου. Μάλιστα απαγορεύεται να εισέλθει η αστυνομία για το λόγο αυτό και στις φοιτητικές εστίες της πανεπιστημιούπολης, που θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στον πανεπιστημιακό χώρο που προστατεύεται από το άσυλο.

Το ελεύθερο πανεπιστήμιο φοβίζει τους απανταχού θιασώτες ανελεύθερων καθεστώτων. Η ορμπανικού τύπου θανατοπολιτική που επικαλείται την κατάλυση του ασύλου απεργάζεται τον αργό θάνατο του δημόσιου πανεπιστημίου ως χώρου ανοιχτού και προσβάσιμου σε όλους χωρίς διάκριση, οργανικά συνδεδεμένου με την κοινωνία – μιας από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας. Το σημερινό συλλογικό διακύβευμα, που αφορά ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα, είναι η αντίσταση στην επιβολή ενός ταξικού, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, πανεπιστημίου βίας και καταστολής, με το οποίο το (φιλελεύθερο) ελληνικό Σύνταγμα είναι ρητά και κατηγορηματικά αντίθετο.

Θα κλείσω με τα λόγια του Ζορζ Βεντέλ, πρύτανη του Πανεπιστημίου του Παρισιού το 1960 –πριν από τον Μάη–, ο οποίος σε ένα εμπνευσμένο άρθρο του για την ακαδημαϊκή ελευθερία έδωσε τον ωραιότερο, νομίζω, ορισμό της αποστολής του πανεπιστημιακού δασκάλου: είναι η αποστολή «ενός ελεύθερου ανθρώπου στον οποίο εμπιστευόμαστε άλλους ελεύθερους ανθρώπους». Ας προστατεύσουμε αυτή την ευγενή αποστολή με κάθε μέσο και κάθε τίμημα.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Το άντρο της ανομίας μίλησε για το νόμο: Η ΔΑΠ έβγαλε ανακοίνωση για τα Πανεπιστήμια.

Η ΔΑΠ μίλησε για την ανομία στα Πανεπιστήμια. Χαιρέτισε τον νόμο Κεραμέως Χρυσοχοΐδη, θεωρώντας ότι επιτέλους θα μπει μια τάξη.

Ποιοι μίλησαν;

– Οι “γαλάζιες” ορδές που έδερναν καθηγητές ή φοιτητές, που διαφωνούσαν μαζί τους, ή που δεν τους έκαναν τα χατίρια.

– Οι μπρατσωμένοι χούλιγκαν ανακατεμένοι με neckless μπράβους που στις φοιτητικές εκλογές έφευγαν από τα ΤΕΦΑΑ προς Φιλοσοφική, ΠΑΠΕΙ και πίσω και τρομοκρατούσαν και έδερναν με παλούκια, κράνη, συνθήματα για τις μάνες και τις αδερφές των υπολοίπων.

– Οι μαφιόζοι της νοθείας. Που άρπαζαν και άλλαζαν κάλπες, που την προηγουμένη των εκλογών ο πρόεδρος της ΔΑΠ στο ΤΕΙ Πειραιά ήξερε ότι στους 7.876 ψηφίσαντες θα πάρουν 3.991 ψήφους που τους εξασφάλιζε αυτοδυναμία με 52% ποσοστό. Και τους έπαιρναν. Δηλώνοντας με ακρίβεια ψήφους και ποσοστά από την παραμονή.

– Οι οργανωτές του κυκλώματος με νεοδημοκράτες καθηγητές που έδιναν σημειώσεις και θέματα, ΔΑΠιτες που έδιναν τις λύσεις στις εξετάσεις για να μπει κάποιος στο ψηφοδέλτιο της «φιλελεύθερης» παράταξης. Έμποροι που οργάνωναν τις συναλλαγές με μπουκάλια ποτά σε κλαμπ και διήμερα στη Μύκονο για ένα μάθημα εξεταστικής.

– Οι διοργανωτές πάρτι σε πανεπιστημιακούς χώρους, με στριπτιζέζ, με κυκλώματα πορνείας κι άλλες μεθόδους “ελεύθερης διακίνησης” όχι ιδεών, αλλά γυναικών.

– Οι πρόεδροι της ΔΑΠ που σε όλες σχεδόν τις μεγάλες σχολές έφταναν 35 χρονών και ακόμα οργάνωναν τις ορδές της βίας και της παρανομίας, και οι οποίο χαιρέτισαν σήμερα τη ρύθμιση για τους αιώνιους…

– Το σημερινό μισό Υπουργικό Συμβούλιο που ήταν σε ακριβώς αυτή τη ΔΑΠ που περιγράφεται παραπάνω.

Αυτή η ανομία, η καραμπινάτη, η οργανωμένη, η συντεταγμένη, μαφιόζικη, με τις πλάτες πολλών καθηγητών του Νεοδημοκρατικού κυκλώματος ανομία, ήταν ενσωματωμένη στην καθημερινότητα του ελληνικού πανεπιστημίου.

Αυτή ήταν η βασική πληγή του ελληνικού Πανεπιστημίου, όσον αφορά το επιστημονικό κύρος.

Πτυχία που δίνονταν σε γαλάζια παιδιά που δεν μπορούσαν να γράψουν σωστά το όνομά τους.

ΟΝΝΕΔίτες που έδερναν καθηγητές και πρυτάνεις που δεν εξέλεγαν όσους υποδείκνυε η Ρηγίλλης.

Μεταπτυχιακά και διδακτορικά που μοιράζονταν αφειδώς στους Δαπίτες για να παριστάνουν μετά τους μελετηρούς και τους άριστους.

Πληγή που ήταν οργανωμένη με μαφιόζικο τρόπο από το μεγαλύτερο κόμμα της κυρίαρχης τάξης στην Ελλάδα και τη νεολαία του, από τη ΝΔ, για συγκεκριμένους λόγους. Για έλεγχο της έρευνας και της χρηματοδότησης, για έλεγχο του καθηγητικού σώματος, για καταστολή του φοιτητικού κινήματος και βεβαίως για προσωπικό όφελος των άριστων αλλά βασικά άχρηστων γαλάζιων παιδιών. Παιδιά που μεγάλωσαν μαθαίνοντας να βρίζουν κάθε μέρα το κράτος και κάθε νύχτα να το λεηλατούν προς ίδιον όφελος.

Οι τραμπουκισμοί των “αντιεξουσιαστών” δεν ήταν καθημερινότητα. Ούτε παλιότερα, ούτε πολύ περισσότερο σήμερα.

Είχαμε ένα – δύο τελετουργικά το χρόνο και σε μία ή δύο σχολές του κέντρου της Αθήνας. Δεν επηρέαζαν τη ροή του χρήματος, δεν επηρέαζαν σοβαρά την ακαδημαϊκή λειτουργία, δε διαμόρφωναν μαζικά τη συνείδηση για το τι είναι το ελληνικό Πανεπιστήμιο σε ένα τοπίο που αποθέωνε τις πελατειακές σχέσεις και τα κονέ με την εξουσία και το χρήμα. Φυσικά, προετοίμαζαν το έδαφος στην κοινή γνώμη και αποτελούσαν συγκολλητική ουσία για την σύμπτυξη του φιλο-κυβερνητικού μετώπου μέσα στα Πανεπιστήμια.

Πλέον, αυτά τα τελετουργικά, εμφανίζονται ως δια μαγείας και πολύ βολικά, κάθε φορά που η αντιδραστική και καθυστερημένη κυβέρνηση Μητσοτάκη, οργανώνει νέο κύμα χωροφυλακισμού στα Πανεπιστήμια.

Πολύ βολικά, η επίθεση στον πρύτανη της ΑΣΟΕΕ συνέπεσε με τις ημέρες που η Κεραμέως ετοίμαζε το επικείμενο νομοσχέδιο για την αστυνομική φύλαξη των Πανεπιστημίων.

Τη μέρα δε που κατατέθηκε το νομοσχέδιο, είχαμε παντού φωτογραφίες του πανό «Κωστάκη που είναι ο μπαμπάς σου;» που αναρτήθηκε στο Πανεπιστήμιο Πειραιά για τον Κουφοντίνα. Πανό που πιθανά και ο ίδιος ο Κουφοντίνας θα αποστρεφόταν καθώς ό,τι έκανε πριν 32 χρόνια, μάλλον, δεν το έκανε για να «πονέσει τον Κούλη».

Ανεξάρτητα με το αν πρόκειται για ηλίθιους με αντιεξουσιαστικό φερετζέ, ή για πονηρότερους, πρόκειται για ανθρώπους που η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να τους ανάψει λαμπάδα. Την εξυπηρετούν συστηματικά.

Η δυνατότητα ωστόσο του μαζικού κινήματος των φοιτητών – και όχι των αυτόκλητων τραμπούκων δήθεν “αντιεξουσιαστών” –  να παρεμβαίνουν σε αντιδραστικούς καθηγητές και σε αποφάσεις εμπορευματοποίησης (πχ δίδακτρα στο τάδε μεταπτυχιακό) ήταν θετική για τη λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου. Όχι αρνητική. Και επί της ουσίας, προσέθετε στο επιστημονικό του κύρος, παρά τα όσα λένε οι πορωμένοι της μητσοτακικής αριστείας.

Χάρη σε αυτή τη δυνατότητα του μαζικού κινήματος, χάρη στην καθυβριζόμενη και απαξιούμενη συνδικαλιστική λειτουργία και αντιπαράθεση, αποκαλύφθηκαν οι σκανδαλωδέστερες επιχειρήσεις ακαδημαϊκής εξαπάτησης με τις μαζικές αντιγραφές στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο το 2018 και στο Πανεπιστήμιο Πατρών το 2017.

Οργανωμένες και οι δύο, από την φοιτητική παράταξη της Νέας Δημοκρατίας. Τη ΔΑΠ, το κέντρο της ανομίας, που τολμά και μιλά για τη νομιμότητα. Επί της ηγεσίας μάλιστα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Του “καλύτερου βιογραφικού της χώρας”, τρομάρα του. Επί των ημερών που μας βομβάρδιζαν για την αριστεία και την αξιοκρατία.

Οργάνωναν παράλληλα κυκλώματα μαζικής αντιγραφής και ακαδημαϊκής απάτης. Απατεώνες μοναδικοί σε θράσος και ξετσιπωσιά…

Μόνο που για αυτές τις χυδαιότητες, τα παπαγαλάκια της κυβέρνησης μέσα στα Πανεπιστήμια, δεν έβγαλαν μιλιά. Όσοι σήμερα κλαίνε και οδύρονται για το χαμηλό ακαδημαϊκό επίπεδο, λάμπουν δια της απουσίας τους, κάθε μέρα που η ακαδημαϊκή αξιοπιστία των ιδρυμάτων που υπηρετούν, εξευτελίζεται.

Πού ήταν αλήθεια τότε, οι καθηγητές που σήμερα εξανίστανται για την κατάντια των ελληνικών Πανεπιστημίων;

Πού ήταν τότε, όσοι υποστηρίζουν σήμερα ότι το νέο σώμα των 1000 αγράμματων Μπαλούρδων μέσα στα Πανεπιστήμια, θα αναβαθμίσει την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση;

Το βούλωσαν και το βουλώνουν συστηματικά για τον καθημερινό διασυρμό της ακαδημαϊκής αξιοπιστίας των ελληνικών Πανεπιστημίων από την πολιτική παράταξη την οποία οι ίδιοι υπηρετούν (είτε εντός της, είτε συχνά, αποτελεσματικότερα, δίπλα της) και περιμένουν στη γωνία για κάποιο περιστατικό “αντιεξουσιαστικής βίας” να ξεδιπλώσουν το χολερικό τους μίσος.

Τόση σκοπιμότητα;

Τόση ξεδαντροπιά;

Η δυνατότητα του μαζικού φοιτητικού κινήματος να παρεμβαίνει στην πανεπιστημιακή ζωή, ισοδυναμεί με τη δυνατότητα του συνδικαλιστικού κινήματος να παρεμβαίνει στις εργασιακές σχέσεις ή των λαϊκών αγώνων να διαμορφώνουν την πολιτική.

Φυσικά, όλα τα παραπάνω είναι καταδικαστέα στη σημερινή δημόσια συζήτηση, αλλά ξεχνούν οι “κήρυκες της νομιμότητας” ότι πρόκειται για απαραβίαστες συνταγματικές ελευθερίες και δυνατότητες. Σε μια δημοκρατία τουλάχιστον.

Αλλά όχι στην ιδιότυπη αστική Δημοκρατία της Ελλάδας. Στη δημοκρατία που κυβερνάται με το «εγώ» του πρωθυπουργού και που τα ΜΜΕ αποτελούν τον πιο μονομερή και προκατειλημμένο μηχανισμό προπαγάνδας.

Θα πουν οι άριστοι του ακραίου κέντρου, οι πρώην προοδευτικοί και εκσυγχρονιστές που λιβανίζουν σήμερα την κυβέρνηση: Ωραία, η αστυνόμευση και το όριο φοίτησης δε θα σταματήσει, ανάμεσα στα άλλα, το μαφιόζικο αυτό κύκλωμα με κέντρο τη νεολαία του κυβερνώντος κόμματος;

Από την άποψη του ελέγχου στο χρήμα, τις θέσεις, την έρευνα, όχι. Για την ακρίβεια θα τους διευκολύνει να καταλάβουν τις θέσεις εξουσίας στο πανεπιστήμιο. Γιατί απέναντι στο μαφιόζικο κύκλωμα ΝΔ – μεγαλοκαθηγητών – ΟΝΝΕΔ – ΔΑΠ – νύχτας – εμπορίου μαθημάτων και μεταπτυχιακών, στεκόταν αποκλειστικά ένα σημαντικό σε αριθμό αλλά αδύναμο σε φωνή και εκπροσώπηση σώμα έντιμων καθηγητών (ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση), και το φοιτητικό κίνημα.

Με αυτές τις ρυθμίσεις θα μειωθεί κι άλλο η πολιτική λειτουργία του πανεπιστημίου και το φοιτητικό κίνημα θα αδυνατίσει ακόμα περισσότερο.

Οι μπράβοι, οι συναλλαγές, οι τραμπουκισμοί, η νοθεία και όλος αυτός ο μαφιόζικος συρφετός δε θα είναι πλέον τόσο απαραίτητοι για τον έλεγχο του πανεπιστημίου. Οι μπράβοι χωρίς λαιμό πιθανά να βγάλουν τις φόρμες και τη θέση τους να πάρουν κουστουμαρισμένοι Εσπατζήδες του Σκόιλ Ελικικου.

Οι δουλειές των μεγαλοκαθηγητών και των γαλάζιων παιδιών με τη Novartis, την Energa Power, τις πολυεθνικές, το άρμεγμα του δημοσίου θα γίνονται πλέον πιο εύκολα.

Όμως πάντα το λάφυρο ήταν η ιδιοκτησία και ο έλεγχος της άρχουσας τάξης επί του κράτους και κάθε τι δημοσίου. Και του πανεπιστημίου. Για τον έλεγχο του “κόκκινου” πανεπιστημίου των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων επιλέχθηκε μια οργάνωση (η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ), με μαφιόζικες πρακτικές.

Το 2017 ο Μητσοτάκης μίλησε για κατάργηση της ΔΑΠ. Τελικά, δεν το έκανε.

Ίσως γιατί διαισθάνεται ότι το “να μπει τάξη στο ελληνικό πανεπιστήμιο” δε θα τα κάνει Οξφόδρη και Καίμπρητζ, αλλά μάλλον σαν αυτά τα Ρουμάνικα και τα Κυπριακά μαγαζιά που πουλάνε τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά πέντε και έξι χιλιάρικα το κομμάτι.

Σε τέτοιες νόμιμες πρακτικές ανομίας, οι ΔΑΠίτες έχουν γνώση και προϋπηρεσία.

Αγώνας ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, την απόρριψη και πειθάρχηση της νεολαίας

Η κυβέρνηση της ΝΔ, έχει εξαπολύσει μια ολομέτωπη επίθεση στη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση και στην καθολική πρόσβαση σε αυτή. Έρχεται να αποτελειώσει ότι είχε μείνει όρθιο από την υποχρηματοδότηση της μνημονιακής δεκαετίας και από τις προηγούμενες αντι-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Οι κατευθύνσεις που υλοποιεί εκφράζουν τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα της ΝΔ και ταυτόχρονα αποτελούν υλοποίηση της πολιτικής που προωθεί πανευρωπαϊκά η Ε.Ε στο χώρο της εκπαίδευσης. Ο πυρήνας αυτής της πολιτικής είναι ότι η εκπαίδευση δεν αποτελεί ένα κοινωνικό αγαθό, που θα πρέπει να είναι δημόσιο και δωρεάν, αλλά εμπόρευμα που όποιος έχει χρήματα θα το αγοράζει.

Που στοχεύει η κυβερνητική πολιτική στην εκπαίδευση;

Πρώτον: Στην ίδρυση μη κρατικών ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η Υπουργός από τον προηγούμενο Σεπτέμβρη είχε πει δημόσια ότι χάθηκε μια ευκαιρία για την αναθεώρηση του άρθρου 16, ωστόσο το υπουργείο θα επιχειρούσε κινήσεις προς την τόνωση της ιδιωτικής αγοράς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο χώρος της εκπαίδευσης δεν μπορεί να μείνει έξω από τις δραστηριότητες του κεφαλαίου. Το σχέδιο είναι μελετημένο. Περιλαμβάνει από την μια την συνεχή υποβάθμιση των Δημοσίων Ιδρυμάτων και από την άλλη με τις αλλαγές στην δευτεροβάθμια δημιουργούνται όλοι εκείνοι οι μηχανισμοί απόρριψης μεγάλου κομματιού της νεολαίας από την Δημόσια Τριτοβάθμια εκπαίδευση και την μετακίνησης τους προς την ιδιωτική εκπαίδευση. Η τράπεζα θεμάτων, η καθιέρωση των βάσεων από τα τμήματα και ο νέος τρόπος  συμπλήρωσης του μηχανογραφικού δεν αναβαθμίζουν την δημοσία εκπαίδευση αλλά δημιουργούν την πελατεία των κολλεγίων.

Δεύτερον: Στην πλήρη εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, δηλαδή στη λειτουργία των Δημόσιων Ιδρυμάτων με ιδιωτικούς-οικονομικούς όρους. Στόχος είναι τα ΑΕΙ να λειτουργούν σαν άλλες Α.Ε. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το ν/σ που ψηφίστηκε στις 14/1/2020 με την αντικατάσταση της ΑΔΙΠ με την νέα Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, η οποία θα έχει ενισχυμένες αρμοδιότητες. Η χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, θα σχετίζεται με την αξιολόγησή τους και έτσι θα προκύψει ο νέος ακαδημαϊκός χάρτης. Το 80% της χρηματοδότησης θα δίνεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια και το 20% με βάση την αξιολόγηση των Ιδρυμάτων. Τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά αποτελούν πραγματικότητα με την θεσμοθέτηση τους από τον ΣΥΡΙΖΑ ενώ έχουν φτάσει ένα βήμα πριν τα προπτυχιακά προγράμματα καθώς υπάρχουν ήδη αγγλόφωνα προγράμματα επι πληρωμή! Με τις αλλαγές που προωθούνται έρχεται ακόμα πιο κοντά το πανεπιστήμιο της αγοράς που ονειρεύονται.

Τρίτον: Στην πειθάρχηση των φοιτητών, στο χτύπημα του συνδικαλισμού και των αντιστάσεων μέσω της επαναφοράς κάποιων πάγιων εξαγγελιών που είχαν θεσμοθετηθεί και στο παρελθόν. Τέτοιες είναι: η κατάργηση του ασύλου (ψηφίστηκε το προηγούμενο καλοκαίρι) ,η διαγραφή των ‘’αιώνιων’’ φοιτητών , το ανώτατο όριο φοίτησης, η ίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας και οι κάρτες εισόδου. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο υπάρχει πολιτική, υπάρχει συνδικαλισμός -έστω και στην εκφυλισμένη του μορφή- υπάρχει αμφισβήτηση της εξουσίας. Με όλα αυτά πρέπει να ξεμπερδεύουν. Και κυρίως με την ουσίας τους. Την ιδέα της συλλογικής δράσης και της συλλογικής διεκδίκησης.

Οι τελευταίες αλλαγές, οι οποίες εντάσσονται στο νομοσχέδιο, αποτελούν, το πιο αποφασιστικό βήμα από πλευράς κυβέρνησης στο να αλλάξει ριζικά η κατάσταση στην εκπαίδευση, να κερδίσει χώρο η ιδιωτική πρωτοβουλία, να περιοριστεί η δυνατότητα μαζικής πρόσβασης στο δημόσιο πανεπιστήμιο να ξεμπερδεύει με ότι θυμίζει συλλογικότητα και αντίσταση.

Η πάλη για την υπεράσπιση της Δημόσιας και Δωρεάν παιδείας απαιτεί τον αγώνα για να μην περάσουν οι αλλαγές που φέρνει η Κεραμέως. Απαιτεί όμως και την συνολική αμφισβήτηση του ιδεολογικού πλαισίου που εκκινεί από τις αρχές της ΕΕ για την παιδεία, την μετατρέπει σε «εμπόρευμα για όποιον έχει λεφτά να το αποκτήσει», την ξευτιλίζει υποτάσσοντας την στην αγορά.

Δώδεκα συν ένας λόγοι εναντίωσης στην αστυνομία των ΑΕΙ

Γιατί δεν πρέπει να προχωρήσει το σχέδιο της κυβέρνησης για πανεπιστημιακή αστυνομία:

  • Είναι απαράδεκτο εν μέσω πανδημίας η κυβέρνηση να νομοθετεί για ένα τόσο σοβαρό και ευαίσθητο θέμα.
  • Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η εγκληματικότητα στους χώρους των πανεπιστημίων στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και μάλιστα κάτω από τα αντίστοιχα ξένων χωρών.
  • Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η εγκληματικότητα στους χώρους των πανεπιστημίων στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τους υπόλοιπους κοινωνικούς χώρους.
  • Η εμπειρία και οι επιστημονικές μελέτες των ξένων πανεπιστημίων που έχουν ειδική αστυνομία δείχνει ότι καθόλου δεν έχει μειωθεί η εγκληματικότητα (πχ. βιασμοί, σεξουαλικές επιθέσεις κλπ).
  • Η εισαγωγή της αστυνομίας ως παράγοντα διαχείρισης της πανεπιστημιακής ζωής σημαίνει την αντισυνταγματική, πραξικοπηματική αναίρεση της Πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης.
  • Η κυβέρνηση επικαλείται το παράδειγμα του Κέμπριτζ. Ας το ακολουθήσει στη χρηματοδότηση και στις υποδομές – όχι στην αστυνόμευση.
  • Σε περίπτωση διάπραξης εγκλήματος η αστυνομία είχε (ακόμη και όταν ίσχυε ο νόμος για το άσυλο) τη δυνατότητα παρέμβασης.
  • Η παρουσία αστυνομίας στα ΑΕΙ θα δημιουργήσει από μόνη της εντάσεις και αντιπαραθέσεις με κίνδυνο τη λειτουργία των πανεπιστημίων.
  • Η παρουσία αστυνομίας στα ΑΕΙ θα χρησιμοποιηθεί για την περιστολή των θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων της συνάθροισης, της διαμαρτυρίας ακόμη και της ελευθερίας του λόγου, εγκαινιάζοντας πρακτικές ολοκληρωτικών καθεστώτων.
  • Οι 1000 (ή και παραπάνω) προσλήψεις αστυνομικών στις οποίες θέλει να προχωρήσει η κυβέρνηση, θα αποτελέσουν ένα πελατειακό, ρουσφετολογικό μηχανισμό αφού θα γίνουν με έκτακτες διαδικασίες.
  • Τα πανεπιστήμια έχουν ανάγκη από κονδύλια για καθηγητές, υποδομές, διοικητικό προσωπικό, όχι για αστυνόμους.
  • Οι αστυνομικοί αυτοί δεν θα έχουν ούτε τη στοιχειώδη μόρφωση και εκπαίδευση που έχουν οι συνάδελφοί τους απόφοιτοι των οικείων σχολών, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό.
  • Είναι ζήτημα Δημοκρατίας. Μας αφορά όλους.

Πηγή: infowar.gr