Άρθρα

Όταν οι αντιστασιακοί γίνονται εθελοντές και οι μαυραγορίτες εντερπρενέρς…

Στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας του νεοφιλελευθερισμού, η υφυπουργός Δόμνα Μιχαηλίδου ανακάλυψε ότι το δίδαγμα του 1940 είναι ο …εθελοντισμός. Θέλει πολύ θράσος να μπερδεύεις τον πόλεμο με το TEDx, τον θάνατο στα βουνά με τις πολυτελείς δεξιώσεις της Εκάλης και τον πατριωτικό, αντιφασιστικό αγώνα με το «όλοι μαζί μπορούμε» του ΣΚΑΙ. Τα δε ΜΜΕ βρίσκουν εξόχως εξοργιστική την παρέμβαση των κοριτσιών στην παρέλαση της Νέας Φιλαδέλφειας, αλλά καθόλα λογική την επανανοηματοδότηση του ΟΧΙ ως …κίνηση εθελοντισμού, από μια ακόμη άριστη εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης.

Η υφυπουργός είχε απασχολήσει το πανελλήνιο, όταν κακο-αντιγράφοντας τον Απόστολο Δοξιάδη είχε χαρακτηρίσει την αναφορά στην αντιδικτατορική αντίσταση, «ψυχική νόσο». Και προκάλεσε την θυμηδία όταν επιχείρησε να θεσμοθετήσει επίδομα σε μητέρες που τεκνοποιούν πριν τα 30.

Η κυρία Μιχαηλίδου, όπως άλλωστε και η κυρία Κεραμέως, δεν είναι τυχαία. Επίσης απόφοιτη πανάκριβου Κολλεγίου και περίλαμπρων (ξένων πάντα) Πανεπιστημίων, έκανε καριέρα σε διεθνείς και υπερεθνικούς οργανισμούς, μισθοδοτούμενη μεν από δημόσιους φορείς, υπερασπιζόμενη δε τη διάλυση του δημοσίου και την κερδοσκοπία του ιδιωτικού. Βέβαια, αν κρίνουμε από τα σαρδάμ, τις ταυτολογίες, τις ανακρίβειες και τα νοητικά άλματα των δηλώσεων και των σχολιασμών της, τσάμπα πήγαν και οι ρητορικοί διαγωνισμοί και οι όμιλοι debate. Αντί να μάθει να συντάσσει προτάσεις που να έχουν υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο και να βγάζουν ένα κάποιο νόημα, επιδίδεται (μάλλον αποτυχημένα) σε συντακτικούς σολοικισμούς και νοητικές ακροβασίες.

Η παρέμβασή της για την 28η Οκτωβρίου γέννησε αντιδράσεις και μέσα στη Νέα Δημοκρατία, παρόλο που δεν θα έπρεπε. Βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με το dna της συγκεκριμένης παράταξης και της αστικής πολιτικής.

Για την κ. Μιχαηλίδου και την κοινωνική της τάξη, δεν υπάρχει απολύτως κανένα νόημα στο να δίνει κάποιος τη ζωή του χωρίς προσωπικό αντάλλαγμα. Είναι εντελώς ακατανόητο, τελείως παράλογο, σχεδόν διαστροφικό. Εξαιρέσεις βεβαίως υπάρχουν, αλλά αυτές αφορούν το μακρινό παρελθόν.

Το 1940 και η αλβανική εποποιία, δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά από την κ. Μιχαηλίδου παρά μόνο ως πράξη εθελοντισμού. Όπως ακριβώς ένας πολυάσχολος άριστος, διακόπτει την οργιώδη επαγγελματική του σταδιοδρομία για να ασχοληθεί κάποιο απόγευμα ή ένα Σαββατοκύριακο με κάποιο γκαλά εθελοντικής δράσης στα βόρεια προάστια. Έτσι και οι πολεμιστές του 40, διέκοψαν την εκμετάλλευση επενδυτικών ευκαιριών, και ανέβηκαν στα βουνά, ως πράξη εθελοντισμού και κοινωνικής ευθύνης.

Τα δόγματα και οι δοξασίες του νεοφιλελευθερισμού είναι τα μόνα κατανοητά πράγματα για την υφυπουργό. Και ο νεοφιλελευθερισμός δεν περιλαμβάνει την έννοια του ηθικού καθήκοντος, του κοινωνικού βολονταρισμού, ούτε ακόμα και του άδολου πατριωτισμού. Η καβαφική φράση «ποτέ από το χρέος μη κινούντες» για την κυρία Μιχαηλίδου και την κοινωνική της τάξη είναι αλαμπουρνέζικα. Το ηθικό χρέος είναι εντελώς εκτός του διανοητικού τους ορίζοντα. Κατανοούν μόνο το οικονομικό χρέος που μπορεί να αποπληρωθεί προς τις τράπεζες και τα ευαγή ιδρύματα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.

Η κ. Μιχαηλίδου καταλαβαίνει (όσο καταλαβαίνει) την ιστορία, αποκλειστικά μέσα από το μότο της Θάτσερ: «Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα». Αν δεν έχει να κερδίσει τίποτα για τον εαυτό του το «άτομο» που πολεμά στα βουνά της Αλβανίας, γιατί να δώσει τη ζωή του; Γιατί να σπαταλήσει το πολυτιμότερο αγαθό, όταν δεν υπάρχει συλλογικό καθήκον; Γιατί να αυτοθυσιαστεί όταν αυτό δεν θα πυροδοτήσει την ατομική οικονομική ή κοινωνική του ανέλιξη;

Πώς εξηγείται λοιπόν ο ενθουσιώδης πολεμιστής του 1940; Κινούμενος από κάποιο ακατανόητο ηθικό χρέος; Από κάποια ανύπαρκτη συλλογική ευθύνη; Από κάποιο ακατάληπτο κοινωνικό ή εθνικό καθήκον; Φυσικά και όχι. Αυτά δεν υπάρχουν. Οι ήρωες του 1940, ήταν εθελοντές.

Ο νοητικά πεπερασμένος χώρος στον οποίο κινείται η Μιχαηλίδου και η τάξη της, δεν μπορεί να συλλάβει ο,τιδήποτε παραπέμπει σε συλλογικές ταυτότητες, συλλογική ηθική, ηθικό καθήκον. Βγάζει κάτι κέρδος; Καλώς. Δεν βγάζει; Τότε για ποιο λόγο να υπάρχει;

Ανάποδα με τη συλλογική ηθική, ο εθελοντισμός είναι ατομική στάση. Στα ρεπά σου, ασχολείσαι με τους άρρωστους, τους αδύναμους, τα δέντρα, τις χελώνες, τα αδέσποτα, το περιβάλλον. Δεν τα θεωρείς όμως κοινωνικά φαινόμενα. Γιατί αν τα θεωρούσες κοινωνικά φαινόμενα θα όφειλες να εξαλείψεις την αιτία τους. Είναι απλώς κακοτυχίες της ζωής και της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων. Και αν είσαι εταιρεία, μπορείς να κερδοσκοπείς χωρίς ηθικό φραγμό, αλλά την ίδια στιγμή να σπαταλάς το ένα εκατομμυριοστό των κερδών σου για να διαφημίζεις την εταιρική κοινωνική σου ευθύνη. Αυτά μάλιστα. Αυτά, είναι κατανοητά από την υφυπουργό και την κοινωνική της τάξη.

Γιατί λοιπόν ζητάμε από την κυρία Μιχαηλίδου να ερμηνεύσει την εποποιία του 1940 σε κάποιο άλλο σύμπαν, πέραν του σύμπαντος στο οποίο ζει και καταλαβαίνει;

Αν η κυρία Μιχαηλίδου ήταν εντελώς ειλικρινής και δεν φοβόταν το μπούλινγκ που θα υφίστατο από τα καθυστερημένα τμήματα της παράταξής της, θα όφειλε να επεκτείνει το συλλογισμό της: Ο εθελοντισμός των πολεμιστών του 1940 θα ολοκληρώνονταν, μόνο αν συστήνονταν ΜΚΟ που θα μπορούσε να μασήσει πληθώρα κονδυλίων και προγραμμάτων. Διότι καλό είναι να έχεις εθελοντές. Αλλά άμα δεν έχεις αετονύχηδες να οργανώνουν τους εθελοντές και να μασάνε ΕΣΠΑ με δέκα μασέλες, τι σόι καπιταλισμό έχεις; Αποδεικνύεις απλά ότι δεν σκαμπάζεις τίποτα από τον σύγχρονο νεοφιλελευθερισμό.

Και ακόμη περισσότερο, η κ. Μιχαηλίδου θα όφειλε να συμπληρώσει το ηθικό δίδαγμα της κ. Κεραμέως: Το πρόβλημα σήμερα είναι ο λαϊκισμός, αλλά το 1940 ήταν μάλλον λαϊκιστές αυτοί που αντιστάθηκαν στον ιταλικό φασισμό. Αλήθεια είναι λαϊκισμός να θέλεις το 2015 να αντισταθείς στην παντοκρατορία της ΕΕ και των δανειστών και δεν είναι λαϊκισμός να θέλεις το 1940 να αντισταθείς στον παντοδύναμο φασιστικό άξονα; Που σάρωσε εν ριπή οφθαλμού ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη;

Δηλαδή ο Παπάγος που δήλωνε ότι «θα ρίψωμεν μερικές τουφεκιές δια την τιμήν των όπλων», δεν ήταν η φωνή της λογικής; Το Γενικό Επιτελείο που ζητούσε η άμυνα στην ελληνοαλβανική μεθόριο να υποχωρήσει στην Άρτα, δεν έδινε μάχη ενάντια στον λαϊκισμό της 8ης Μεραρχίας που ήθελε να δώσει ανυποχώρητα τη μάχη στο Καλπάκι; Και λίγο αργότερα, δεν ήταν λαϊκιστές όσοι βγήκαν στο βουνό να πολεμήσουν τους κατακτητές; Δηλαδή νόμιζαν ότι θα τα βάλουν με την παντοδύναμη ναζιστική στρατιωτική μηχανή; Η σωστή στάση δεν ήταν να βουτήξεις τα αποθέματα σε χρυσό της χώρας και να την κάνεις για το Κάιρο; Και να περιμένεις την έκβαση του πολέμου για να πας με τους νικητές και να κατσικωθείς μετά στο σβέρκο του λαού που πέθαινε από την πείνα και τις κακουχίες; Αυτή δεν ήταν η σωστή και υπεύθυνη στάση απέναντι στο λαϊκισμό της Αντίστασης; Αυτά θα όφειλε να πει μια θαρραλέα άριστη της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Τέλος, η κυρία Μιχαηλίδου θα όφειλε να επανανοηματοδοτήσει, πέρα από το αλβανικό έπος και τον μαυραγοριτισμό. Διότι τι άλλο ήταν οι μαυραγορίτες, πέρα από εντερπρενέρς μπροστά από την εποχή τους; Αυτοί δηλαδή δεν μετέτρεψαν την κρίση σε ευκαιρία; Δεν κυνήγησαν με κάθε τρόπο τη δική τους ατομική ή εταιρική επιτυχία; Ή μήπως είχαν όνειρο να μπουν στο δημόσιο και να ζουν από επιδόματα; Όχι κυρίες και κύριοι, οι μαυραγορίτες αντί να πενθούν για την κρίση, την πείνα και την κατοχή, εκμεταλλεύτηκαν τις περιστάσεις, κυνήγησαν, και δεν δαιμονοποίησαν το κέρδος. Τι το διαφορετικό κηρύσσει το σύγχρονο εντερπρένερσιπ; Αν η τρομοκρατική ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς δεν είχε δώσει αρνητικό πρόσημο στους γερο-Λαδάδες, η οικονομικώς ευφυής τακτική να ανταλλάσσεις είκοσι ντενεκέδες λάδι με μία πολυκατοικία, δεν θα έπρεπε να διδάσκεται στις πανεπιστημιακές σχολές και στα εταιρικά σεμινάρια; Στο κάτω κάτω, όπως οι σημερινοί φτωχοί και αποτυχημένοι, μισούν τους πλούσιους, επιτυχημένους, καλοσπουδαγμένους και καλοζωισμένους, έτσι και τότε, οι πεινασμένοι μισούσαν τους μαυραγορίτες.

Και λίγα λοιπόν μας είπε η κυρία Μιχαηλίδου.

Ο πόλεμος του 1940 ήταν αντιφασιστικός. Είτε αρέσει, είτε όχι.

Με αφορμή την 28η Οκτωβρίου, η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να αλλάξει τα φώτα στην ιστορία και να προσαρμόσει τη συλλογική μνήμη στα θλιβερά κλισέ της άρχουσας τάξης. Η ιστορική αλήθεια στήνεται στα τρία μέτρα και εκτελείται εν ψυχρώ.

Όσοι σπεύσουν να μιλήσουν για ηλίθιες ΔΑΠίτισες και ανεγκέφαλες Κουλίτσες (κατά το «Ρουβίτσες») κάνουν λάθος. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκαθιδρύει (ή τουλάχιστον προσπαθεί) μια εφιαλτική οργουελική Νέα Γλώσσα. Στήνει μια πραγματικότητα παραστάσεων για να πετσοκόψει την πραγματικότητα εννοιών. Οι διαρκείς παρεμβάσεις υπουργών, βουλευτών και απαραίτητων παπαγάλων στα ΜΜΕ έχουν σχέδιο. Κι ας ξεδιπλώνεται άγαρμπα, άκομψα, με περισσή άγνοια και περισσότερο θράσος.

Επιχειρούν να σβήσουν το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πρόσημο της ιστορίας, να την αναθεωρήσουν εκ βάθρων, να την ξαναγράψουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι απλά αγνώριστη αλλά και εντελώς ακίνδυνη, άχρωμη, άοσμη, ανώδυνη. Τόσο επίπεδη και αδιάφορη που είτε μιλάμε για έναν παγκόσμιο πόλεμο με εκατομμύρια νεκρούς, είτε μιλάμε για ένα αιματηρό συμβάν ανάμεσα σε δύο γείτονες που τσακώνονται για τα χωράφια τους, να είναι ένα και το αυτό. Στην πρώτη περίπτωση, θα σκαλίζαμε τους λόγους και τις αιτίες. Στη δεύτερη περίπτωση θα παραδεχόμασταν ότι «αυτά γίνονται» και απλώς θα συστήναμε ψυχραιμία και σύνεση. Η σκοπιμότητα του δεξιού αναθεωρητισμού είναι προφανής. Το να προβληματιστεί σήμερα ένας νέος άνθρωπος για τις αιτίες που γέννησαν τον φασισμό και τον ναζισμό, για όσους τον υπέθαλψαν και για όσους, με απροσμέτρητες θυσίες, τον τσάκισαν, είναι απαγορευμένο ενδεχόμενο.

Το πλήθος των δεξιών παρεμβάσεων για την 28η Οκτωβρίου είχε μια ρητή ή άρρητη κοινή συνισταμένη: Οι Έλληνες δεν πολέμησαν τον φασισμό και τον ναζισμό, πολέμησαν την Ιταλία και τη Γερμανία. Πέραν της δυσανεξίας ανθρώπων σαν την Βούλτεψη και τον Μπογδάνο προς τον αντιφασιστικό και αντιναζιστικό αγώνα, εδώ υπάρχει κάτι ακόμα σοβαρότερο. Δεν φταίει ο φασισμός και ο ναζισμός για το ολοκαύτωμα. Δεν φταίνε αιματοβαμμένες ιδεολογίες και πολιτικές. Ήταν απλώς μια μάχη μεταξύ χωρών. Επιτιθέμενων και αμυνόμενων. Και έτσι, το πλαίσιο, η σημασία, η ίδια η ουσία του φονικότερου πολέμου στην ιστορία της ανθρωπότητας, έχει εξαφανιστεί. Είτε μιλάμε για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε μιλάμε για τον Τρωικό Πόλεμο, η μόνη διαφορά είναι ο χρόνος, η έκταση, το πλήθος των εμπλεκόμενων και των απωλειών. Ουδεμία διαφορετική ποιότητα. Ουδεμία τομή στη μέχρι τότε ανθρώπινη ιστορία.

Η αριστεία έχει εξαφανίσει τη λογική αλληλουχία αιτίων και αιτιατών. Έχει σβήσει το ευρύτερο πλαίσιο που δίνει σε κάθε γεγονός την ειδική του σημασία και το κάνει αξιομνημόνευτο και παιδαγωγικό. Δηλαδή ιστορικό. Πρόκειται για μια δράκα απαίδευτων ανθρώπων που φαφλατολογούν ακατάπαυστα για την αριστεία αλλά προάγουν την αμορφωσιά και επιβάλουν την άγνοια.

Για τους σκερβελέδες που χάλασαν ένα σκασμό λεφτά στα ακριβοπληρωμένα τους πτυχία, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μάλλον έγινε επειδή δολοφονήθηκε ένας αρχιδούκας, η δε γαλλική επανάσταση αφορούσε αποκλειστικά το ψωμί (ή το παντεσπάνι) των Γάλλων.

Τι πιο λογικό λοιπόν, η απόφοιτη του Χάρβαρντ να ισχυρίζεται ότι το μήνυμα της 28ης Οκτωβρίου είναι ενάντια στον λαϊκισμό και η απόφοιτη του Καίμπρητζ να ισχυρίζεται ότι το μήνυμα αφορά τον εθελοντισμό;

Ορισμένοι είναι ακόμα πιο επιθετικοί: Με θράσος αναρωτιούνται αν οι Έλληνες στο αλβανικό μέτωπο θεωρούσαν ότι έκαναν αντιφασιστικό αγώνα ή απλά υπεράσπιζαν την πατρίδα τους.

Με περισσότερο θράσος θα τους θυμίσουμε ότι τα χαμίνια και οι ξεβράκωτοι του Παρισιού του 1789 δεν είχαν την παραμικρή συνείδηση ότι πρωτοστατούσαν στο σπουδαιότερο γεγονός της μέχρι τότε ιστορίας. Γεγονός που θα επιτάχυνε με πρωτόγνωρο τρόπο την εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Η ιστορία δεν κρίνεται από τη μεμονωμένη ατομική συνείδηση όσων συμμετέχουν στα μεγάλα γεγονότα. Κρίνεται από την τελική συνισταμένη μυριάδων πράξεων που στην πορεία έρχονται να διαμορφώσουν τη συλλογική ιστορική και κοινωνική συνείδηση. Και αυτό δεν θέλει καλοπληρωμένο πτυχίο για να το καταλάβεις. Απλώς δεν πρέπει να είσαι πορωμένος εκπρόσωπος της άρχουσας τάξης.

Όταν οι άποικοι πετούσαν τα κιβώτια με το τσάι στο λιμάνι της Βοστώνης το 1773 δεν είχαν την παραμικρή υπόνοια ότι προκάλεσαν μια σειρά γεγονότων που συγκρότησαν το αμερικανικό έθνος. Ευτυχώς, κανένα αγράμματο θρασίμι της Νέας Δημοκρατίας δεν λοιδόρησε (τουλάχιστον όχι ακόμα) τη συγκεκριμένη κίνηση ρωτώντας αν οι μεταμφιεσμένοι ιθαγενείς που  λεηλάτησαν το πλοίο της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, είχαν συνείδηση ότι πυροδότησαν την πρώτη εφαρμογή των ιδεών του Διαφωτισμού, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.

Οι Έλληνες πολέμησαν τους Ιταλούς για την πατρίδα τους, σκούζει η παλινορθωμένη Δεξιά. Μάλιστα, μπράβο, ζήτω το έθνος. Το γεγονός ότι στην κορυφαία παγκόσμια σύρραξη οι Έλληνες βρέθηκαν με τη σωστή πλευρά των αγωνιζόμενων λαών και εθνών, δεν έχει την παραμικρή σημασία για τους τενεκέδες της αριστείας. Είτε θα βρισκόμασταν με τη μεριά των Συμμάχων, είτε θα βρισκόμασταν με τη μεριά του Άξονα, για τη νέα αμόρφωτη αλλά άριστη Δεξιά, είναι ένα και το αυτό. Αρκεί που θα πολεμούσαμε υπέρ της πατρίδας…

Μόνο ξεφωνημένοι παπαγάλοι της αστικής τάξης μπορούν να προπαγανδίζουν τόσο αποστεωμένη, απογυμνωμένη, φτωχή, μίζερη και αφυδατωμένη αντίληψη της ιστορίας. Το ότι έτσι κρύβουν τη θαλπωρή τους για τα ορφανά του φασισμού, της ακροδεξιάς και του δοσιλογισμού, είναι το ένα κρατούμενο. Το δεύτερο και το σπουδαιότερο, είναι ότι με τη Νέα Γλώσσα, το Newspeak του νεοφιλελευθερισμού, επανανοηματοδοτούν αδειάζοντας από νόημα την ιστορία, δηλαδή το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Και αυτό είναι απείρως σημαντικότερο εγχείρημα από τις γραφικές εκδηλώσεις προγονοπληξίας και πατριδοκαπηλίας στις οποίες επιδίδονται οι άριστοι για να εξασφαλίσουν την επανεκλογή τους και κατ’ επέκταση και το παντεσπάνι τους.

«Ζήτω το ΟΧΙ, υπερασπιστές του ΝΑΙ». Η ανιστόρητη αριστεία του μηνύματος Κεραμέως.

Το μήνυμα της Κεραμέως για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου αποτελεί μνημείο αμάθειας, αμορφωσιάς και αριστείας πληρωμένης με τα λεφτά και το όνομα του μπαμπά. Συνιστά επίσης κυνική δήλωση ότι την ιστορία την γράφουν κατά το δοκούν οι νικητές. Την παραχαράσσουν ξανά και ξανά, κατά τις τρέχουσες σκοπιμότητες της άρχουσας τάξης, δηλαδή της τάξης που υπηρετούν.

Η Κεραμέως, στο καθιερωμένο μήνυμα του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας (δηλαδή σε επίσημο κείμενο και όχι σε προφορικό λόγο), ανακάλυψε ότι η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο «στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου». Μετέτρεψε επίσης τον (μηδέποτε στη δήλωσή της αναφερθέντα) επιτιθέμενο ιταλικό φασισμό, από εισβολέα σε «κατακτητή».

Εάν ένας κοινός θνητός τριτοδεσμίτης του 1998 έκανε τα ίδια λάθη, δεν θα έβλεπε την Νομική Κομοτηνής ούτε με τα κιάλια. Όχι όμως η κυρία Κεραμέως. Όπως και οι όμοιοι της τάξης και των εισοδημάτων της, μπορούσε να προχωρήσει σε εξαιρετικές σπουδές στη Νομική της Σορβόννης και του Χάρβαρντ και να γίνει μία εκ των αρίστων, χωρίς να γνωρίζει -όπως απέδειξε- στοιχειωδώς ιστορία.

Άλλωστε, πόσοι και πόσοι απόφοιτοι λαμπρών Πανεπιστημίων και ακριβών Κολλεγίων, δεν είναι άριστοι κατά τους τίτλους σπουδών, αλλά στουρνάρια κατά τα υπόλοιπα; Πόσα και πόσα ονόματα της επιχειρηματικής και πολιτικής ελίτ, δεν εξασφαλίζουν βαρύ και κορυφαίο πτυχίο, αφήνοντας ενεούς πρώην συμμαθητές τους; Όλοι αυτοί, με περισσό θράσος, επισείουν το λαμπρό πτυχίο τους στο χέρι, αποστομώνοντας και προσβάλλοντας καθημερινά τους ιθαγενείς, τους σπουδαχθέντες στην ημεδαπή, τους πτωχούς αποφοίτους ελληνικών πανεπιστημίων, ή πολύ περισσότερο τους μη έχοντες πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το μεγάλο πρόβλημα όμως στη δήλωση της Κεραμέως, δεν είναι η ασύγγνωστη -για Υπουργό Παιδείας- αμάθειά της, αλλά η κυνική της σκοπιμότητα. Και η αποτυχημένη προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στον χοντροκομμένο πατριωτισμό και στον μεταμοντέρνο αναθεωρητισμό.

Από τη μια, η δήλωση της Υπουργού μοιάζει με διάγγελμα μεταπολεμικού γυμνασιάρχη επαρχιακής κωμόπολης που ξελαρυγγιάζεται για «το επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην μακραίωνη ιστορία μας», «την έμφυτη τάση του λαού μας να αντιμετωπίζει θαρραλέα τις δυνάμεις, που τον απειλούν». Παρεμπιπτόντως, το κόμμα μετά το «τις δυνάμεις», δεν χρειάζεται. Αν η κυρία Κεραμέως ήταν απλώς μια καλή μαθήτρια στο Γυμνάσιο θα έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν βάζουμε ποτέ κόμμα πριν τις αναφορικές προσδιοριστικές προτάσεις. Δυστυχώς, είναι μία αριστεύσασα του Χάρβαρντ, οπότε πέραν της νεοελληνικής ιστορίας, ταλαιπωρεί και την νεοελληνική γραμματική. Αν πάλι δεν θυσίαζε χάριν του καθυστερημένου εκλογικού της ακροατηρίου τον ορθό λόγο του δυτικού πολιτισμού (με τον οποίο δεν μπορεί να μην ήρθε σε επαφή κατά τις σπουδές της), δεν θα μιλούσε αστοιχείωτα και σκοταδιστικά για «έμφυτη τάση». Οι λαοί διαμορφώνουν τάσεις, στάσεις και συμπεριφορές λόγω ιστορικών συνθηκών. Όχι λόγω DNA.

Από την άλλη, η δήλωση της Υπουργού επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία αφαιρώντας από την εξίσωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τον φασισμό και τον ναζισμό. Αντικαθίστανται βολικά από το μίσος και τη βία. Λες και τα περίπου 80 εκατομμύρια νεκρών οφείλονται γενικώς σε ανθρώπους και κράτη που ξαφνικά μισήθηκαν και ακόμα ξαφνικότερα κατέφυγαν στη βία.

Ο Νέος Λόγος του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού αφαιρεί κάθε αναφορά στις ιδεολογίες, στις μαζικές κοινωνικές συγκρούσεις, στις τάξεις, στα έθνη και στα συλλογικά συμφέροντα, στις πολιτικές που γεννούν εγκλήματα και στις πολιτικές που γεννούν διεξόδους. Ο νέος άνθρωπος του 21ου αιώνα πρέπει να μάθει να χρεώνει τις μεγάλες συγκρούσεις του παρελθόντος σε ανθρώπινα πάθη και όχι σε ιστορικά διαμορφωμένες συνθήκες. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος για τους ιεροκήρυκες της άρχουσας τάξης είναι αποτέλεσμα παράφρονων ανθρώπων, αποτέλεσμα του μίσους και της βίας, δεν είναι αποτέλεσμα ιστορικών, πολιτικών και κοινωνικών επιλογών.

Το πραγματικό πρόβλημα της Υπουργού δεν είναι να κατονομάσει το φασισμό. Σε διορθωτική της δήλωση μπορεί και να το κάνει. Ο στόχος της είναι να κατατάξει τον ναζισμό στην ίδια γενική συνομοταξία, στη συνομοταξία της βίας και του μίσους, με άλλες, εντελώς αντίθετες και πλήρως ανταγωνιστικές ιδεολογίες. Για αυτό και η κουτοπόνηρα γενικόλογη, αντι-ιστορική, αναθεωρητική της αναφορά. Για αυτό και η εξοργιστική σύνδεση με τον σύγχρονο «λαϊκισμό», τεμπέλα την οποία οι καλοπληρωμένοι άριστοι κολλάνε σε καθετί που ξεφεύγει από τα δηλωμένα συμφέροντα της τάξης τους. Η βία και το μίσος -γενικώς- φταίνε για την εκατόμβη νεκρών που προκάλεσε ο ναζισμός και ο φασισμός. Η βία και το μίσος -γενικώς- φταίνε σήμερα, όταν οι φτωχοί και οι ριγμένοι διεκδικούν δικαιώματα και ονειρεύονται ανατροπές. Πάντα θα υπάρχει μια Κεραμέως που τολμά να συνδέει τον ναζισμό και τον φασισμό, με τις σημερινές κοινωνικές συγκρούσεις. Και πάντα θα συμπληρώνεται από ένα πρωτοσέλιδο άρθρο της Αυγής που θα μας καλεί να πολεμήσουμε ενάντια σε “κάθε φασισμό”, αναπαράγοντας το χυδαίο αντικομμουνιστικό οχετό για πολλούς φασισμούς διαφόρων χρωμάτων.

Η διαχρονική καούρα κάθε νεοφιλελεύθερου φελλού είναι να εξισώσει την αποκρουστικότερη μορφή που πήρε ο καπιταλισμός στον εικοστό αιώνα, δηλαδή τον ναζισμό, με τον θανάσιμο αντίπαλό του, τον κομμουνισμό. Η 28η Οκτωβρίου, για την ανεπίγνωστη Υπουργό είναι μια τέτοια, θαυμάσια ευκαιρία. Αντί να υπογραμμιστεί η ιστορική αλήθεια της αντιπαράθεσης σε μια τερατώδη ιδεολογία που συγκροτήθηκε και στηρίχτηκε από τον καπιταλισμό ως αντίπαλο δέος του κομμουνισμού, πετιούνται όλα στο μπλέντερ της βίας και του μίσους. Χωρίς ιδεολογικό και κοινωνικό πρόσημο, χωρίς ανταγωνισμούς και αντιθέσεις, χωρίς πολιτικές και ιστορικές αιτίες.

Πόσο εύκολα κάμποσοι άλλοι αριστεύσαντες του Χάρβαρντ, πριν δύο μήνες, συνέταξαν το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου που ταυτίζει τον ναζισμό με τον σοσιαλισμό, και τη χιτλερική Γερμανία με τη Σοβιετική Ένωση; Αυτοί δεν έκαναν το ίδιο λάθος στις χρονολογίες με την εν Ελλάδι αριστεύσασα. Αντίθετα, πιο πονηρά, «χρέωσαν» την ναζιστική εισβολή στην Πολωνία το 1939, στο σύμφωνο μη επίθεσης Μολότοφ – Ρίμπεντροπ. «Ξέχασαν» τεχνηέντως ότι ένα χρόνο νωρίτερα, το 1938, η συμφωνία του Μονάχου αποτέλεσε τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τις φαρδιές πλατιές υπογραφές της Αγγλίας και της Γαλλίας στη ναζιστική προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας. Θα ήθελαν, οι εν λόγω άριστοι, μια Σοβιετική Ένωση που αντί να ετοιμάζεται και να οχυρώνεται απέναντι στην ναζιστική προέλαση, να βάζει οικειοθελώς τη θηλειά του δήμιου στο λαιμό της.

Η δήλωση της Κεραμέως έχει μία ακόμα πλευρά, που δεν έχει επισημανθεί. Παραλείπει μια κακή λέξη. Μια λέξη που και μόνο η εκφορά της επιφέρει σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς. Τη λέξη «ΟΧΙ». Τη λέξη που ξορκίζουν οι υπηρετούντες τον φτηνό ρεαλισμό, την προσαρμογή σε κάθε απαίτηση, την υποταγή στο δίκαιο των ισχυρών. Έγκλημα καθοσιώσεως για την Κεραμέως και την τάξη που υπηρετεί, το να λέει κανείς ΟΧΙ. Πολύ περισσότερο, όταν λες ΟΧΙ παρά και ενάντια στους συσχετισμούς. Όταν το ΟΧΙ μοιάζει παράλογο, αυθάδες, προκλητικό. Όταν αγνοεί την κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Όταν αμφισβητεί το πώς συνήθως γίνονται οι δουλειές και πώς εξελίσσονται τα πράγματα. Όταν το ΟΧΙ διαταράσσει την αρμονία της κατεστημένης τάξης. Τότε το ΟΧΙ είναι λόγος να σαπίσουν λαοί και έθνη στην κόλαση.

Θα μπορούσε στα αλήθεια το μήνυμα της Κεραμέως για την 28η Οκτωβρίου να περιλαμβάνει αυτήν την απαράδεκτη λέξη;

Δεν μπορεί φυσικά καμιά Κεραμέως να καταφερθεί εναντίον του ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου, αν και με την κεκτημένη λύσσα ενάντια στο ΟΧΙ του 2015, πολύ θα το ήθελε. Μπορεί όμως να το παραλείψει ή να το θάψει, με αφόρητες κοινοτοπίες για τον  «ατομικισμό και την αποξένωση που μαστίζουν την ανθρωπότητα», για την «αυταπάρνηση, τον αλτρουισμό και την αλληλεγγύη», για τη «διαδραστική σχέση με το παρελθόν». Η οποία «διαδραστική σχέση» μας επιτρέπει να βάζουμε το παρελθόν στην κλίνη του Προκρούστη και να κόβουμε ότι περισσεύει ή να τεντώνουμε ότι μας βολεύει.

Η σύγχρονη εποχή θέλει θετικές προτάσεις, θέλει συναινέσεις και συμβιβασμούς, θέλει πνεύμα κατάφασης και όχι άρνησης. Θέλει ΝΑΙ, δεν θέλει ΟΧΙ. Μας το είπαν σε όλους τους τόνους το 2015. Μας το υπογράμμισαν με τη μετέπειτα στάση τους ακόμα και αυτοί, που τότε, βρέθηκαν επικεφαλής του ΟΧΙ. Σύμπαντες οι κυβερνώντες μας δίδαξαν ότι οι λαοί οφείλουν να συμπαρατάσσονται και να υπακούουν, όχι να αντιπαρατίθενται και να αντιδρούν.

Οι άριστοι στην Ελλάδα το παλεύουν λυσσαλέα. Υπερασπίζουν το ΝΑΙ με όλους τους τρόπους. Κόβουν και ράβουν ακόμα και την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου για να παπαγαλίσουν ανοήτως τις σκοπιμότητές τους. Με την έπαρση που τους χαρακτηρίζει, νομίζουν ότι θα το πετύχουν. Η αμάθεια, η ρηχότητα και η επιπολαιότητά τους όμως, διαρκώς θα θυμίζει ότι οι υπηρετούντες την άρχουσα τάξη είναι πολύ λίγοι για να ξεριζώσουν τη συλλογική μνήμη των λαών.

Ζήτω το ΟΧΙ, και κάθε ΟΧΙ, κάθε λαού, που δεν βολεύεται με τα ΝΑΙ.

Οι “Άριστοι” και οι “Τελευταίοι” των Πανελληνίων σ’ένα ανθρωποφάγο σύστημα

Κάθε χρόνο με τη δημοσίευση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ, τα ΜΜΕ μας βομβαρδίζουν με αφιερώματα στους πρώτους των πρώτων, με εγκώμια και συγχαρητήρια.

Κι αν θέλετε καλώς δίνονται τα συγχαρητήρια, καλώς προβάλλονται τα παιδιά που κατάφεραν μέσα από ένα ανθρωποφάγο εξεταστικό σύστημα να πετύχουν τον στόχο τους και με διάκριση. Είναι όμως ταυτόχρονα και βαθειά υποκριτική όλη αυτή η στάση, λες και δεν είναι κοινό μυστικό το πώς λειτουργεί η εκπαίδευση και πώς το εξεταστικό σύστημα. Παράλληλα είναι θλιβερό το γεγονός, ότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν έγινε κανένα αφιέρωμα, δεν ασχολήθηκε ποτέ κανείς με τα παιδιά εκείνα, που χωρίς ιδιαίτερα μαθήματα, χωρίς φροντιστήρια, κατάφεραν να μπουν σε μια σχολή, έστω με βαθμό κάτω από την βάση.

Αντιθέτως, διαβάζει κανείς σε όλα τα συστημικά μέσα την έκπληξη και τον αποτροπιασμό για το γεγονός ότι υπάρχουν σχολές, που υποψήφιοι μπαίνουν σε αυτές με μέσο όρο το 04, το 07, το 08. Όπως δήλωσε  άλλωστε η κυρία Κεραμέως, είναι απαραίτητη η επαναφορά της βάσης του 10 στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, χαρακτηρίζοντας παράλογη τη δυνατότητα να εισάγονται με τόσο χαμηλές βαθμολογίες φοιτητές στα ΑΕΙ.

Πολλοί έσπευσαν να επικροτήσουν μια τέτοια αλλαγή, καθώς είναι πράγματι ντροπή, όπως διατείνονται, η είσοδος σε σχολές με βαθμολογία κάτω από τη βάση.

Όχι δεν είναι ντροπή και πριν αρχίσουμε να λιθοβολούμε, θα πρέπει να κοιτάξουμε γύρω μας μια πραγματικότητα που δεν ξέρω κατά πόσο και πόσοι την αντιλαμβάνονται ή την γνωρίζουν. Υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ούτε μισό ιδιαίτερο, ούτε μία ώρα φροντιστήριο. Δεν έχουν βοήθεια από το σπίτι, ούτε γονείς που έχουν το χρόνο και τη δυνατότητα να κάθονται πάνω από το κεφάλι τους και να τα βοηθούν σε κάθε βήμα.

Το σχολείο, έτσι όπως είναι διαμορφωμένο,δεν έχει τη δυνατότητα να καλύψει ούτε τα δύο τρίτα της εξεταστέας ύλης που καλούνται τα παιδιά να δώσουν στις πανελλήνιες.

Ποιος μαθητής μπορεί να δώσει πανελλήνιες με αξιώσεις και να γράψει έναν «αξιοπρεπή» βαθμό στα μαθηματικά, στη φυσική, στην πληροφορική, με βάση αυτά που κάνει μόνο στο σχολείο; Όταν δεν καταφέρνουν όχι μόνο να ολοκληρώσουν την ύλη αλλά ούτε καν να εξασκηθούν σ’ένα ικανοποιητικό αριθμό ασκήσεων, πάντα με βάση τις απαιτήσεις των πανελλαδικών εξετάσεων.

Και για να αφήσω τα θετικά μαθήματα που δεν ήταν άλλωστε πότε το φόρτε μου, αφού με το ζόρι είχα μάθει να κάνω διαίρεση με δεκαδικό και να μιλήσω λόγω ειδικότητας για την Έκθεση και από του χρόνου σε συνδυασμό με την Λογοτεχνία που καλούνται τα παιδιά να εξεταστούν σε πανελλαδικό επίπεδο.

Πόσα κείμενα, πόσες ασκήσεις, πόση γραπτή εξάσκηση πραγματοποιείται στα δημόσια σχολεία, ώστε τα παιδιά που δεν έχουν εξωτερική βοήθεια, να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα θέματα των εξετάσεων και ν’ανταγωνιστούν όλα εκείνα τα παιδιά που κάνουν δεκάδες ώρες ιδιαίτερων και φροντιστηρίων;

Για να μην αναφερθώ στα σχολεία ιδίως της επαρχίας που σε πάρα πολλές περιπτώσεις δεν έχουν καν καθηγητές, που ο φυσικός κάνει γεωγραφία, μαθηματικά, πληροφορική. Κι όμως όταν κάποια από αυτά τα παιδιά καταφέρνουν να γράψουν κάτω από αυτές τις συνθήκες, έστω και 08 είναι “ντροπή” να μπαίνουν σε σχολές.

Όχι αγαπητοί μου δεν είναι ντροπή, είναι κατόρθωμα, γιατί πολλά από αυτά τα παιδιά έχουν τόση θέληση και τόσα όνειρα που μπαίνοντας σε αυτή τη σχολή και δίνοντας τους την ευκαιρία, ανοίγοντάς τους μια πόρτα, είναι πολύ πιθανό να διαπρέψουν. Στην τελική αφήστε τους διδάσκοντες της εκάστοτε σχολής ν’αποφασίσουν, αν αυτά τα παιδιά μπορούν να συνεχίσουν και ν’αποφοιτήσουν. (Ελπίζω στις συνθήκες αυτές να μην χρειάζεται ν’αναφερθώ σε πιθανές εξαιρέσεις παιδιών που έχοντας μια ιδιαίτερη ικανότητα και έφεση σε κάποια μαθήματα διαπρέπουν, παρόλο που πιθανόν να μην έχουν λάβει εξωσχολική βοήθεια. Εκτός κι αν θα πρέπει όλοι να είναι εν δυνάμει Αϊνστάιν, αλλιώς ας πάνε να πνιγούν).

Η βάση του 10 λοιπόν, που με υπερηφάνεια το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε ότι είναι απαραίτητη να επανέλθει, θα ήταν εύλογη, εφόσον όλα τα σχολεία λειτουργούσαν όπως θα έπρεπε, κάλυπταν την ύλη, είχαν ενισχυτική διδασκαλία, εξασκούσαν τα παιδιά στα θέματα των πανελληνίων.

Θα αναφερθώ σε μια πρόσφατη προσωπική εμπειρία.

Στο χωριό καταγωγής μου που πηγαίνω σχεδόν κάθε καλοκαίρι, είναι ένα κορίτσι , φίλη της κόρης μου, ετών 16, την οποία για εύλογους λόγους δεν θα την αναφέρω με το πραγματικό της όνομα αλλά θα την λέω  «Μαρίνα». Φέτος λοιπόν, η Μαρίνα θα πάει Β’ Λυκείου. Το καλοκαίρι που την συνάντησα ήταν μέσα στην αγωνία και το άγχος για το τι πρέπει να κάνει, αν κι εφόσον από του χρόνου θα υπάρξει βάση εισαγωγής το 10. Η Μαρίνα ζει σ’ένα δυάρι μαζί με τους γονείς της τον αδερφό της και τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά, ηλικίας από ενός ως τεσσάρων ετών.

Όπως αντιλαμβάνεστε τα οικονομικά τους είναι σε άθλια κατάσταση, προσπαθεί, όπως μου είπε, να διαβάσει τον χειμώνα, αλλά γίνεται χαμός στο σπίτι με τα μικρά και δεν το καταφέρνει πάντα. Ξυπνάει 6.30 το πρωί γιατί περνάει το λεωφορείο από το χωριό στις 7.15 για το σχολείο της που βρίσκεται σε άλλο χωριό με πιο πολλούς κατοίκους.

Σαφώς ιδιαίτερα ή φροντιστήριο δεν έχει κάνει ποτέ. Πέρα από το ότι το χωριό δεν έχει κανένα φροντιστήριο και θα έπρεπε να πηγαίνει πάλι στην κοντινή κωμόπολη, δεν υπάρχει και η οικονομική δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Δεν έχει πάει ούτε φροντιστήριο Αγγλικών, γεγονός που την εμποδίζει, όπως σκέφτεται να δώσει στις πανελλαδικές για τουριστικών σπουδών, μιας και έχει σχολή κοντά στο χωριό της και χαμηλή βάση, αφού χρειάζεται ειδικό μάθημα ξένης γλώσσας.

Η Μαρίνα πήγε Α’Λυκείου σε Γενικό Λύκειο και έβγαλε μέσο όρο 14.

Όταν της είπα ότι αυτό το μέσο όρο με τις δικές της συνθήκες αντιστοιχεί σε 20, χαμογέλασε πικρά. «Ναι αλλά δεν υπολογίζεται έτσι στις εξετάσεις» μου είπε, αποστομώνοντάς με.

Η Μαρίνα λοιπόν, σκέφτεται να συνεχίσει τη Β’ Λυκείου σε Επαγγελματικό Λύκειο, γιατί τουλάχιστον, όπως μου ανέφερε, αν δεν καταφέρει να περάσει κάπου, έστω να μπορέσει να πάρει μια ειδικότητα, να κάνει το ένα επιπλέον έτος  που παρέχουν τα ΕΠΑΛ και μετά βλέπει τι θα κάνει.

Με ρώτησε τη γνώμη μου, αν πιστεύω ότι θα πρέπει ν’αλλάξει κι από το Γενικό Λύκειο να πάει σε ΕΠΑΛ, αν έχει ελπίδες να περάσει στις Πανελλαδικές από το Γενικό Λύκειο στην κατεύθυνση που θέλει, αφού έχει αρκετά κενά στα Μαθηματικά και Πληροφορική δεν έχει κάνει ποτέ.

Ένιωσα άβολα, αλλά και τεράστιες ενοχές γνωρίζοντας ότι απέναντι της θα μπορούσε να έχει και τα δικά μου παιδιά, αν ήταν συνομήλικά της που θα έχουν πιθανόν τη δυνατότητα, όταν χρειαστεί να κάνουν επιπλέον μαθήματα.

Τι να της πω; Ότι έχει λίγες πιθανότητες επιτυχίας στις εξετάσεις, ότι δύσκολα θα καταφέρει να ανταγωνιστεί παιδιά που κάνουν επιπλέον μαθήματα σε όλη την διάρκεια του λυκείου για να τα καταφέρουν; Να της πω, ότι αρκεί η προσωπική της προσπάθεια μόνο και ότι όποιος θέλει κάτι πολύ μπορεί να τα καταφέρει κι άλλες τέτοιες εξωπραγματικές  και ρομαντικές μπαρούφες; Όχι, προτίμησα την ειλικρίνεια.

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι πριν αρχίσουμε αφ’υψηλού να κατακρίνουμε όσα παιδιά δεν «αρίστευσαν», όσα παιδιά έγραψαν κάτω από την βάση και παρόλα αυτά, μπόρεσαν να μπουν σε κάποια σχολή, καλά θα κάνουμε να ξανασκεφτούμε πόσο δίκαιη είναι η εκπαίδευση που τους παρέχουμε από το Δημοτικό κιόλας και ν’αναλογιστούμε, τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτόν το βαθμό, γιατί οι άνθρωποι δεν τσουβαλιάζονται, δεν είναι τα πάντα μαύρο άσπρο.

Σε ένα σύστημα που το χρήμα εξαγοράζει θέσεις σε μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού, σε μια κοινωνία που προσκυνά «τα καλύτερα βιογραφικά», που έχουν χτιστεί με δωρεές πολλών εκατομμυρίων δολαρίων σε ακριβά πανεπιστήμια, σας ενόχλησε η εισαγωγή σε σχολές με μέσο όρο 08; Υπάρχουν κάποια 08 που αξίζουν όσα όλα τα 20 του κόσμου.

Λαϊκίζω θα πουν κάποιοι. Βέβαια κατάντησε λαϊκισμός οτιδήποτε αναφέρεται στην πραγματικότητα που υπάρχει γύρω μας, γιατί μας υπενθυμίζει πόσο ανθρωποφάγα αρένα είναι το υπάρχον πολιτικό, εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα.

Πηγή: poli-k.net

Η διεφθαρμένη διαδικασία εισαγωγής των πλούσιων γόνων σε διακεκριμένα ελίτ Πανεπιστήμια

Τίποτα δεν είναι πιο εξοργιστικό  από τους πλούσιους ανθρώπους που αποκτούν άδικα προνόμια. Οι ίδιοι αυτοί πλούσιοι άνθρωποι που έχουν απολαύσει παράνομα προνόμια,  παλεύουν ενάντια στα αποκαλούμενα προγράμματα “δικαιωμάτων” και σε ενέργειες προκειμένου να ξεπεραστούν οι ανισορροπίες στις εκπαιδευτικές και επιχειρηματικές ευκαιρίες, επειδή φαίνεται  θεωρούν  ότι τα επιτεύγματά τους βασίζονται στην αξία, ενώ όλοι οι υπόλοιποι που πραγματικά εργαζόμαστε για να ζήσουμε ή τουλάχιστον προσπαθούμε- δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από τεμπέληδες τζαμπατζήδες  ή αδίστακτοι “βασιλιάδες της πρόνοιας” που αξίζει να πεθάνουμε, αν δεν μπορέσουμε να καλύψουμε αναγκαία έξοδα.

Η πραγματική τραγωδία είναι ότι πολλοί άνθρωποι, των οποίων οι γονείς δεν έχουν την πολυτέλεια να ξοδέψουν εκατομμύρια για να τους στείλουν στο Χάρβαρντ ή σε αντίστοιχα Πανεπιστήμια, λειτουργούν υπό την εικασία, ότι η καθαρή οικονομική αξία ενός ατόμου είναι ισοδύναμη με την πραγματική του αξία. Για την κατάσταση αυτή ευθύνεται κυρίως το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης, και οι δύο εμποδίζουν τις μάζες  από την αναγκαία ταξική ανάλυση.

Τα ΜΜΕ κατακλύζονται από άτομα που πέτυχαν στη ζωή τους, ξεπερνώντας δήθεν προσωπικές δυσκολίες  και παραλείπουν οποιαδήποτε αναφορά σε τάξη ή άλλες δομικές διαφοροποιήσεις. Το άτομο οδηγείται από τα εκπαιδευτικά του χρόνια στην άποψη και την σκέψη, ότι κάθε επίτευγμα, ανεξάρτητα από το πόσο ύποπτο ή απίθανο είναι, μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην προσωπική φιλοδοξία, στην προσπάθεια και το ταλέντο.

Τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης παίρνουν την σκυτάλη από την εκπαίδευση και διαμορφώνουν αντίστοιχα μια ανάλογη σκέψη και άποψη.  Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν εμμονή με ηθοποιούς, αθλητές, τραγουδιστές, πλούσιους επιχειρηματίες, εκκεντρικούς πολιτικούς και οποιονδήποτε άλλον που μπορεί να τραβήξει πάνω του το φως της δημοσιότητας. Για να το πούμε απλά, δεν θαυμάζουμε ομαδικούς παίκτες – θαυμάζουμε παρτάκιδες. Θαυμάζουμε ανθρώπους που θα έπνιγαν ακόμη και τον δίδυμό τους στην μήτρα για να βγουν από εκεί λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα.

Σκεφτείτε τι θα κέρδιζε ο λαός σε περίπτωση που αντί να προσκυνά ή να θαυμάζει μια μέτρια διασημότητα, αμφισβητούσε και προβληματιζόταν εξ αρχής, αν αξίζει αυτές τις τιμές και την αναγνωρισιμότητα.

Αντίθετα προσποιούμαστε ότι κάθε πλούσιος άνθρωπος είναι πιο έξυπνος, ελκυστικότερος ή  με κάποιον τρόπο καλύτερος από εμάς επειδή δεν κερδίσαμε στην ταξική κλήρωση. Μας αρέσουν οι διασημότητες για τον μοναδικό λόγο ότι είναι διασημότητες. Αφήσαμε την ανεπαρκή εκπαίδευσή μας και τα συστημικά μέσα, να καθορίσουν το πώς θα σκεφτόμαστε για εκείνους που έχουν περισσότερη δύναμη και προνόμια.

Αυτό εξυπηρετεί το σκοπό της διατήρησης των πνευματικών μας αλυσίδων, ώστε να μην τολμήσουμε ποτέ να οργανώσουμε τους εαυτούς μας και να αμφισβητήσουμε τους καταπιεστές . Οι περισσότεροι από εμάς θα προτιμούσαμε να γίνουμε σαν αυτούς παρά να αγωνιστούμε εναντίον τους.

Οι πλούσιοι δεν είναι πιο έξυπνοι από σένα. Αλλά νομίζουν ότι είναι, αυτό θέλουν να πιστεύεις και σε εκφοβίζουν σαν να είσαι το μικρό παιδάκι στην παιδική χαρά. Σου κλέβουν το χαρτζιλίκι για το κολατσιό και την αξιοπρέπειά σου εδώ και πάμπολλες γενιές.

Τον Μάρτιο του 2019 είδαμε ορισμένους πλούσιους και διάσημους των ΗΠΑ να συλλαμβάνονται  για ψέματα, δωροδοκίες και εξαπάτηση με σκοπό τα παιδιά τους  να αποκτήσουν άδικα προνόμια και να εισαχθούν σε ελίτ Πανεπιστήμια, που διατυμπανίζουν ότι εκτιμούν, επιβραβεύουν και σέβονται την «αριστεία».

Σε ό, τι αποκαλείται ως η μεγαλύτερη απάτη εισόδου σε κολέγια, κάποιοι πλούσιοι γονείς, διασημότητες και προπονητές κολεγίων έχουν κατηγορήθηκαν ότι προέβησαν σε μεγάλες δωροδοκίες για να εισαχθούν πλούσιοι μαθητές σε σχολεία του Ivy League, ανεξάρτητα από τα διαπιστευτήριά τους. (Η Ivy League είναι μια αθλητική ένωση  πανεπιστημίων η οποία αποτελείται από οχτώ ιδιωτικά πανεπιστήμια της βορειοανατολικής πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ένωση αυτή όμως, χρησιμοποιείται για την αναφορά αυτών των οχτώ πανεπιστημίων σαν ένα σύνολο πέρα απέ τα αθλήματα. Τα οχτώ μέλη είναι το Πανεπιστήμια Μπράουν, Πανεπιστήμιο Κολούμπια, το Πανεπιστήμιο Κόρνελ, το Κολέγιο Νταρτμάουθ, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, το Πανεπιστήμιο Πρίνστον, το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας και το Πανεπιστήμιο Γέιλ. Ο όρος Ivy League έχει ως υπαινιγμό την ακαδημαϊκή αριστεία, την επιλεκτικότητα της αποδοχής των μελών της και του κοινωνικού εκλεκτισμού).

Οι γονείς που αντιμετωπίζουν κατηγορίες φέρονται να έχουν πληρώσει μέχρι και 6,5 εκατομμύρια δολάρια για να μπουν τα παιδιά τους στα κολέγια.

Με τίτλους όπως, “Φρίκη, σοκ! Οι πλούσιοι  χρησιμοποιούν τα χρήματά τους για να εξαγοράσουν την είσοδο των παιδιών τους  σε ελίτ κολέγια” αντιμετώπισαν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης την δημοσίευση της έρευνας του FBI, με την επωνυμία Operation Varsity Blues, που εξέθεσε ένα σκάνδαλο 25 εκατομμυρίων δολαρίων για την είσοδο πλούσιων γόνων σε ελίτ πανεπιστήμια. Κανείς από αυτούς φαίνεται δεν το περίμενε, ούτε το υποπτευόταν…

Προπονητές δωροδοκήθηκαν,  για να δηλώσουν τους υποψηφίους ως αθλητικούς νεοσύλλεκτους,  εξεταστές δωροδοκήθηκαν, για ν’ αλλάξουν τα αποτελέσματά τους ή να επιτρέψουν σε κάποιον άλλο να δώσει εξετάσεις στη θέση των πραγματικών υποψηφίων.

Μεταξύ των 33 γονέων που συνέλαβε το FBI ήταν και αρκετοί αστέρες του Χόλυγουντ,  όπως η Lori Loughlin και η Felicity Huffman.

Το σύστημα δωροδοκίας  επέτρεψε σε γονείς να εξαγοράσουν την είσοδο για τους απογόνους τους σε μερικά από τα πιο αναγνωρισμένα κολέγια των ΗΠΑ όπως το Yale, το Πανεπιστήμιο Georgetown, το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, το UCLA, το Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο, το USC, το Χάρβαρντ, το Πανεπιστήμιο του Τέξας και το Wake Forest.

Οι αξιωματικοί του FBI έσπευσαν βέβαια, να υπογραμμίσουν ότι τα ίδια τα κολέγια δεν θεωρούνται υπεύθυνα, παρόλο που εννέα αθλητικοί προπονητές  πιάστηκαν στα δίχτυα.

“Μετά από 10 μήνες έρευνας με τη χρήση εξεζητημένων τεχνικών, το FBI αποκάλυψε αυτό που πιστεύουμε ότι είναι ένα διεφθαρμένο σύστημα”, δήλωσε ο John Bonavolonta, ειδικός πράκτορας του FBI.

Όσο συγκλονιστικό κι αν είναι, δεν πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν είναι  μόνο η πρόσφατη διαφθορά που έγινε ευρέως γνωστή. Η διαδικασία εισόδου σε ελίτ κολέγια είναι διεφθαρμένη με κάθε τρόπο.

Οι πλούσιοι και προνομιούχοι φοιτητές είχαν πάντοτε το πλεονέκτημα, να γίνονται αποδεκτοί σε αναγνωρισμένα πανεπιστήμια.

Εδώ λοιπόν, είναι η ουσία: ολόκληρο το σύστημα είναι διεφθαρμένο και διαμορφωμένο υπέρ των πιο εύπορων γονέων. Είναι αλήθεια ότι η εξαγορά μέσω του πλούτου για μια επιθυμητή θέση κολεγίου, ήταν ιδιαίτερα σκανδαλώδης σε αυτή την περίπτωση – στο βαθμό που ήταν πραγματικά παράνομη. Αλλά υπάρχουν αμέτρητοι τρόποι με τους οποίους οι φοιτητές αποκλείονται μια δίκαιη ευκαιρία εισαγωγής, αν δεν είναι αρκετά τυχεροί να έχουν γεννηθεί από πλούσιους και καλά δικτυωμένους γονείς.

Η διαφορά μεταξύ αυτής της παράνομης μεθόδου και των νόμιμων τρόπων με τους οποίους τα χρήματα εξαγοράζουν την  πρόσβαση στα ελίτ πανεπιστήμια είναι ελάχιστη. Το λάθος εδώ ήταν ότι απλά έκαναν κάτι που καταλογίζεται ως παράνομο. Εν τω μεταξύ, πολλά από όσα συμβαίνουν στις διαδικασίες εισαγωγής των κολεγίων δεν είναι παράνομα αλλά είναι εντελώς ανήθικα.

Πάρτε για παράδειγμα τις κληρονομικές προτιμήσεις. Αυτό ενισχύει τις πιθανότητες εισαγωγής των παιδιών των αποφοίτων των συγκεκριμένων Πανεπιστημίων και για προφανείς λόγους οι απόφοιτοι των ελίτ κολεγίων τείνουν να είναι αρκετά εύποροι, ειδικά αν παντρευτούν ο ένας τον άλλον. (Επίσης, είναι δυσανάλογα λευκοί). Το ποσοστό αποδοχής για τους αιτούντες  απόγονους αποφοίτων στα Πανεπιστήμια  Χάρβαρντ, Γέιλ, Πρίνστον, Τζορτζτάουν και Στάνφορντ είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερο από το γενικό ποσοστό εισαγωγής. Αν δεν εισαχθούν την πρώτη φορά, θα τους ζητηθεί να πάρουν ένα “μεταβατικό έτος” και να εισέλθουν ένα χρόνο αργότερα, ένα ενδιάμεσο κενό που είναι γνωστό ως “Z-listing”. Μια μελέτη του Princeton διαπίστωσε ότι το να είναι κάποιος υποψήφιος , απόγονος αποφοίτων των εν λόγω Πανεπιστημίων, έχει  το ίδιο αποτέλεσμα με την προσθήκη 160 μονάδων – στην παλιά κλίμακα μέχρι το 1600 που απαιτείται για την εισαγωγή – στην αίτηση ενός σπουδαστή. Φανταστείτε αν τα κολέγια έδιναν αυτού του είδους την ώθηση εισόδου στα παιδιά των χαμηλότερων εισοδημάτων.

Ονομάζονται “προτιμήσεις κληρονομιάς” και ο λόγος είναι ότι “θεωρούνται ευρέως αξιόπιστη πηγή δωρεών”.

Ορισμένες από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες των ΗΠΑ και όχι μόνο, έχουν επωφεληθεί από τις προτιμήσεις του παρελθόντος. Όταν υπέβαλε αίτηση στο Χάρβαρντ, ο μελλοντικός πρόεδρος John F. Kennedy σημείωσε ότι ο πατέρας του ήταν απόφοιτος. Και παρόλο που το ακαδημαϊκό του ρεκόρ δεν ήταν εντυπωσιακό, εισήχθη στο σχολείο του Ivy League.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τον George W. Bush, του οποίου ο πατέρας και ο παππούς αποφοίτησαν από το Yale. Παρά τους “αδύναμους βαθμούς”, όπως αναφέρεται στον «Guardian», ο Μπους έγινε δεκτός.

Ή μήπως να γίνει αναφορά στην προτίμηση των παιδιών των χορηγών; Αντί να δωροδοκούν προπονητές, οι πλουσιότεροι γονείς μπορούν απλά να δωροδοκούν – συγγνώμη, να δωρίζουν – στο κολέγιο άμεσα. Το 2017, η Washington Post ανέφερε σχετικά με την ειδική μεταχείριση που παρέχεται στους “αιτούντες VIP” μέσω ενός ετήσιου “καταλόγου παρακολούθησης”. Οι υποψήφιοι των οποίων οι γονείς ήταν μεγάλοι χορηγοί θα μπορούσαν να έχουν σημειώσεις  των μαθημάτων με 500.000 δολάρια. Ακόμα καλύτερα, αυτές οι δωρεές είναι αφορολόγητες!

Κατά γενικό κανόνα, όσο περισσότερα είναι τα χρήματα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες εισόδου. Μεταξύ των ελίτ, η ερώτηση που τίθεται είναι “ποια είναι η τιμή;”. Με άλλα λόγια, τι ποσό πρέπει να δωρίσεις για να εισαχθεί το παιδί σου;

Όποια κι αν είναι η τιμή, εκείνοι με τα πιο χοντρά πορτοφόλια μπορούν προφανώς να την πληρώσουν.

Ο Peter Malkin αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ το 1958. Έγινε πολύ πλούσιος επιχειρηματίας στον τομέα των ακινήτων και τεράστιος δωρητής. Το 1985, η εσωτερική αθλητική εγκατάσταση του πανεπιστημίου μετονομάστηκε σε Αθλητικό Κέντρο Malkin προς τιμήν του. Και τα τρία παιδιά του Malkin πήγαν στο Χάρβαρντ. Μέχρι το 2009, πέντε από τα έξι εγγόνια του  είχαν ακολουθήσει το παράδειγμά του. (Ένα γενναίο αγόρι τόλμησε να πάει στο Στάνφορντ αντ ‘αυτού.)

Ή μήπως ν’αναφερθούμε στον Jared Kushner, τον γαμπρό του Donald Trump;

Ο Kushner έγινε δεκτός στο Χάρβαρντ λίγο μετά αφού ο πατέρας του δώρισε στο Πανεπιστήμιο 2,5 εκατομμύρια δολάρια. Ένας λειτουργός στο Λύκειο του Kushner δήλωσε ότι «κανένας στο διοικητικό εκπαιδευτικό γραφείο του σχολείου δεν πίστευε ότι θα μπει στο Χάρβαρντ. Οι επιδόσεις του και οι βαθμοί του δεν ήταν αντάξιοι, δεν το δικαιούνταν“.

Ακόμα και εκείνοι οι γονείς που δεν βρίσκονται στις πλουσιότερες κατηγορίες, αλλά βρίσκονται σε μια ανώτερη τάξη, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χρήματά τους για να αυξήσουν τις πιθανότητες των παιδιών τους, μέσω δασκάλων, μαθημάτων προετοιμασίας , αθλητικών προπονητών. Πολλά κολέγια προτιμούν σπουδαστές που έχουν «δείξει ενδιαφέρον» για το κολέγιο τους. Πώς να δείξετε ενδιαφέρον; Με την επίσκεψη στην πανεπιστημιούπολη – εύκολο για εκείνους με χρήματα για πτήσεις και ξενοδοχεία, δύσκολο για εκείνους με μέτρια ή χαμηλά εισοδήματα.

Δεν είναι ν’απορεί κανείς λοιπόν, ότι τα κορυφαία κολέγια, που συμπεριλαμβάνουν τα περισσότερα που μπλέχτηκαν στο σκάνδαλο διαφθοράς , όπως το Yale, το Duke, το Stanford και το Wake Forest, το Χάρβαρντ, δέχονται περισσότερους σπουδαστές από οικογένειες που ανήκουν στο 1% της διανομής εισοδήματος.

Επομένως, σαφώς σημαντικό το γεγονός ότι ξεσκεπάστηκε ένα μέρος της διαφθοράς ως προς την εισαγωγή στα ελίτ Πανεπιστήμια αλλά, στην πραγματικότητα το γεγονός αυτό είναι απλώς το πιο ορατό σημάδι ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος με τις εισαγωγές στα κολέγια.

Τα ελίτ κολέγια  χρησιμεύουν στην ενίσχυση της ταξικής ανισότητας, αντί να τη μειώνουν.

Η αδιαφανής, πολύπλοκη και αθέμιτη διαδικασία εισαγωγής είναι ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος. Από την άποψη της ισότητας, δεν είναι μόνο όσοι τώρα με αυτό το σκάνδαλο συνελήφθησαν υπεύθυνοι : είναι το σύστημα στο σύνολό του.

Το σκάνδαλο για τις δωροδοκίες στα κολέγια και τα Πανεπιστήμια είναι μόνο το τελευταίο παράδειγμα του τι πρέπει να γνωρίζει όποιος δίνει την πρέπουσα προσοχή: τα καπιταλιστικά κράτη δεν είναι αξιοκρατικά. Ο μεγαλύτερος δείκτης επιτυχίας είναι η περιοχή που έχεις γεννηθεί και η τσέπη αυτών που σε γέννησαν  – ανεξάρτητα από το πόσο ταλαντούχος, ευφυής ή χαρισματικός είσαι.

(πηγές : https://www.theguardian.com

https://www.counterpunch.org/)

Αναδημοσίευση από poli-k.net