Άρθρα

Για την πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Η πρόθεση εξόδου τουρκικών ερευνητικών και πολεμικών πλοίων στην θαλάσσια περιοχή νότια και ανατολικά του Καστελόριζου αποτελεί συνέχεια και κλιμάκωση του σεναρίου που εξελίσσεται εδώ και χρόνια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές καθορίζονται από την διαπλοκή τριών παραγόντων: του τουρκικού επεκτατισμού, της ελληνικής υποχωρητικότητας και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του διαίρει και βασίλευε.

Τελικός στόχος παραμένει η συγκυριαρχία και συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου υπό ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Οι εκκρεμότητες για τις ΑΟΖ, οι διαφορές για την υφαλοκρηπίδα, το γκριζάρισμα νησιών, τα «αμφισβητούμενα» νερά, ο αναθεωρητισμός συνθηκών και συνόρων, είναι επιμέρους κομμάτια μιας στρατηγικής που επίμονα και διαχρονικά, ωθεί στη συγκεκριμένη κατάληξη.

Η περιοχή που δεσμεύει η Τουρκία βρίσκεται εντός της ζώνης που ανακηρύχθηκε μονομερώς ως τουρκική ΑΟΖ με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και το οποίο η ελληνική διπλωματία θεωρούσε ως ανυπόστατο και άκυρο. Η ελληνική ΑΟΖ φυσικά, δεν έχει ανακηρυχθεί ποτέ και πουθενά, παρά μόνο σε άτυπους χάρτες που κυκλοφορούν λαθραία στο διαδίκτυο και δηλώνουν ευσεβείς πόθους, περιλαμβάνοντας τη συγκεκριμένη περιοχή.

Η Τουρκία βήμα το βήμα θα δοκιμάζει τις ανοχές και την ευελιξία της ελληνικής πλευράς, φέρνοντας τις έρευνες όλο και πιο κοντά στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα, επιβάλλοντας στην πράξη την άποψή της ότι κανένα νησί δεν έχει ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα. Αυτό ακριβώς το σενάριο εξελίχθηκε στην Κύπρο με τελική κατάληξη την πειρατική γεώτρηση σε αδειοδοτημένο οικόπεδο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι κλιμακούμενες διεκδικήσεις της Τουρκίας φτάνουν μέχρι του σημείου να θεωρούν ότι ΑΟΖ δεν διαθέτει ούτε καν η Κρήτη (αυτό αποτυπώνει το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης), ενώ το πρώτο βήμα της κλιμάκωσης είναι οι τουρκικές έρευνες σε μια πιο αμφισβητούμενη περιοχή 180 χλμ νότια του Καστελόριζου. Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι βασικά και κυρίως το Καστελόριζο, για το οποίο η ελληνική εξωτερική πολιτική «επένδυσε» βλακωδώς σε ονειρώξεις ρήξης των ΗΠΑ-Ισραήλ με την Τουρκία, αλλά τα τετελεσμένα που δημιουργεί η διεκδίκηση της Άγκυρας για τουρκική ΑΟΖ που θα φτάνει έως τη Σκύρο.

Και αυτή η εξέλιξη αποδεικνύει στην πράξη ποιος προκαλεί την ελληνοτουρκική όξυνση και ποιος επιβάλει τετελεσμένα οδηγώντας τα πράγματα εκεί που θέλει. Η μία πλευρά επιχειρεί να λύσει το θέμα της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας με την ντε φάκτο παρουσία της  σε νερά στα οποία τυχόν χάραξη ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας θα απαιτούσε τουλάχιστον διαπραγμάτευση. Η άλλη πλευρά παρακολουθεί, επιδίδεται σε διπλωματικά κλισέ, επικαλείται το διεθνές δίκαιο και επί της ουσίας εκλιπαρεί τους ισχυρούς συμμάχους (ΕΕ και ΗΠΑ) να επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία. Στην πράξη, πρόκειται για μια ακόμα οδυνηρή ήττα της υποτελούς και εξαρτημένης από τον ευρω-ατλαντικό άξονα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Η τουρκική πλευρά δεν αυξάνει την ένταση για να προκαλέσει πόλεμο αλλά για να εξαναγκάσει την ΕΕ σε παραχωρήσεις και την Ελλάδα σε μια ακόμα παραδοχή ελληνοτουρκικής διαφοράς. Η δηλωμένη πρόθεσή της είναι να έχει λόγο και μερτικό σε οτιδήποτε συμβαίνει στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, αντανακλώντας τους γεωστρατηγικούς και πολιτικούς συσχετισμούς και αξιοποιώντας τις όποιες διασταλτικές ερμηνείες και εξαιρέσεις του διεθνούς δικαίου. Στη συγκεκριμένη φάση επιδιώκει να φέρει την Ελλάδα στο τραπέζι του διαλόγου επί όλων των θεμάτων (δηλαδή επί όλων των παλιών και νέων και μελλοντικών) μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων.

Η Ε.Ε. εξισώνοντας τις δύο πλευρές (αυτή που επικαλείται το διεθνές δίκαιο και αυτή που επιβάλει τετελεσμένα) υιοθετεί στην πράξη την τουρκική πολιτική και καλεί σε απευθείας διάλογο των δύο μερών για όλα τα θέματα που εγείρει ο τουρκικός επεκτατισμός. Η πολιτική αυτή οδήγησε στο φιάσκο των πρόσφατων συναντήσεων (Σουρανή – Καλίν) υπό γερμανική εποπτεία όπου και πάλι η Τουρκία έθεσε το σύνολο των αιτημάτων της και την ανάγκη διαλόγου για τις διεκδικήσεις της.

Τόσο η Ε.Ε. όσο και οι ΗΠΑ επιθυμούν μια Τουρκία εντός ευρωατλαντικού πλαισίου, που δεν θα προκαλεί εντάσεις στην περιοχή, που θα ελέγχει αποτελεσματικά τη στρόφιγγα των μεταναστευτικών ροών και φυσικά θα είναι παρούσα σε κάθε οικονομική εκμετάλλευση στην Ανατολική Μεσόγειο, υπό ιμπεριαλιστική σημαία. Για να εξευμενίσουν την τουρκική ηγεσία ώστε να ευθυγραμμιστεί σε αυτή την πορεία, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον δεν διστάζουν να ξεχάσουν τα δικαιώματα της πάντα πρόθυμης, πάντα δεδομένης, πάντα πιστής Ελλάδας.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις δηλώνουν πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως ότι η χώρα είναι εσαεί δεσμευμένη στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των ΗΠΑ και ΕΕ, θεωρώντας ότι ο ραγιαδισμός ανταμοίβεται. Η πραγματικότητα και στο παρελθόν και σήμερα, αποδεικνύει το ανάποδο. Η υποτέλεια και η εκχώρηση της υπεράσπισης κυριαρχικών δικαιωμάτων σε τρίτους αποτελεί τον πιο γρήγορο δρόμο για ήττες και χρεοκοπίες.

Με δεδομένη την τουρκική επιθετικότητα και τη στρατηγική των όλο και περισσότερων διεκδικήσεων και του αναθεωρητισμού συνόρων και συνθηκών, η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι η έξοδος από το φαύλο κύκλο της αναμονής από τους «ισχυρούς φίλους και συμμάχους», η ανεξάρτητη, πολυδιάστατη, προσανατολισμένη στην ειρήνη και στη σταθερότητα εξωτερική πολιτική, η ρήξη με το ευρωατλαντικό σύστημα που αναπαράγει τα αδιέξοδα, τις ήττες και τον ραγιαδισμό.

Για τις επικίνδυνες εξελίξεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας

Οι εξελίξεις στο Αιγαίο και την Νοτιοανατολική Μεσόγειο, συνεχίζονται εγκυμονώντας νέους κινδύνους για τους λαούς, ειδικά των δύο γειτονικών χωρών. Η ένταση της επιθετικότητας της τουρκικής αστικής τάξης οξύνεται, με την εκπόνηση και δημοσίευση σχεδίου ερευνών και εξόρυξης πετρελαίου σε περιοχές Βορειανατολικά και Ανατολικά της Ρόδου, Νοτιοανατολικά και Ανατολικά της Καρπάθου, Νοτιοανατολικά και Ανατολικά της Κρήτης εντός της ζώνης της Ελληνικής υφαλοκρηπίδας, αμφισβητώντας στην πράξη το δικαίωμα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ των νησιών. Ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο καταστροφικό δίλημμα που βάζει η αστική τάξη της χώρας μας και το πολιτικό σύστημά της, θερμό επεισόδιο με άγνωστη κατάληξη ή εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων του ελληνικού λαού. Και οι δύο πλευρές του Αιγαίου γνωρίζουν καλά, ότι τα θερμά επεισόδια που ενέπλεξαν Ελλάδα και Τουρκία, από τον μεγάλο Αττίλα του ‘74, μέχρι τα Ίμια του ’96, καταλήγουν σε ελληνικές υποχωρήσεις και τουρκικές νέες διεκδικήσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση εναποθέτει όλες τις ελπίδες της στις ΗΠΑ. Θα διαψευστεί οικτρά για μια ακόμη φορά. Ούτε η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας δεν είναι ικανή να λύσει το πρόβλημα. Η πρόσδεση στο άρμα του ιμπεριαλισμού, των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να εγγυηθεί, αλλά αντίθετα υπονομεύει την ειρήνη στην περιοχή και την διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του ελληνικού λαού.

Η επικίνδυνη αυτή τουρκική κλιμάκωση γύρω από το μνημόνιο συνεργασίας με την κυβέρνηση της Τρίπολης γίνεται ανεκτή από την πλευρά των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ αφού, παρά τις φραστικές καταδίκες, στην πραγματικότητα οι σχέσεις Τραμπ – Ερντογάν δείχνουν να έρχονται πιο κοντά. Η ανάγκη της τουρκικής αστικής τάξης να μετατραπεί η χώρα της σε μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη της περιοχής από τη μία και η χρόνια δέσμευση της ελληνικής αστικής τάξης και όλων των κυβερνήσεων στο άρμα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και οι τυχοδιωκτισμοί της από την άλλη διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό μείγμα στην περιοχή του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αυτή η ιδιόμορφη κατάσταση της περιοχής του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού σε συνδυασμό με την γενικότερη όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εγκυμονεί κινδύνους πολεμικών επεισοδίων ακόμα και γενικευμένων πολεμικών αντιπαραθέσεων.

Εμείς από την πλευρά μας γνωρίζουμε καλά ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν επικίνδυνη και καταστροφική για τους λαούς των δύο χωρών και γενικά τους λαούς της περιοχής. Η διαχείριση που επιλέγει σήμερα η ελληνική αστική τάξη ενόψει των τουρκικών απαιτήσεων είναι να επισείσει τον φόβο του πολέμου, των θερμών επεισοδίων και της στρατιωτικής εμπλοκής για να προχωρήσει κατά δόσεις και υπό κηδεμονία ΗΠΑ και Ε.Ε. σε «συνεκμετάλλευση» του Αιγαίου.

Το συμφέρον του ελληνικού λαού και των λαών της περιοχής, άρα και το καθήκον της Αριστεράς, είναι να αποτραπεί κάθε πολεμική περιπέτεια, να μην βαθύνει η ιμπεριαλιστική κυριαρχία και εκμετάλλευση, να μην παραχωρηθούν κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού, να μην δικαιωθεί ο αναθεωρητισμός, να μην τροφοδοτηθούν νέες διεκδικήσεις και επιθετικές ενέργειες, Η παραπάνω εξίσωση όμως δεν έχει λύση στο παρόν πλαίσιο. Η ανατροπή του, δηλαδή η ανατροπή της ιμπεριαλιστικής εμπλοκής, του αναθεωρητισμού της τουρκικής αστικής τάξης, της τυχοδιωκτικής στάσης του ελληνικού κεφαλαίου και της πρόσδεσης του στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ που οδηγεί σε υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, είναι όρος για την ειρηνική, ομαλή, αμοιβαία επωφελή συνύπαρξη των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας και γενικά της περιοχής. Δεν υπάρχει διαφορετικός δρόμος πέρα από την πάλη για συνολική ανατροπή πολιτικών και γεωστρατηγικών συσχετισμών, που θα ανοίξουν τον δρόμο στην ειρήνη και στη συνεργασία των λαών, χωρίς κινδύνους θερμών επεισοδίων και πολεμικών αναμετρήσεων.

Τα σχέδια επεκτατισμού της τουρκικής αστικής τάξης και ο τυχοδιωκτισμός και η καθιέρωση της ελληνικής αστικής τάξης ως του πλέον προβλέψιμου συμμάχου των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ πρέπει να ηττηθούν. Πρώτα και κύρια πρέπει να ηττηθεί ο ιμπεριαλισμός και ο υπονομευτικός ρόλος του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην περιοχή καθώς και τα συμφέροντα μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών για την διενέργεια των εξορύξεων και αντλήσεων πετρελαίου. Πρέπει να απαντήσουμε και να διεκδικήσουμε

  • Ειρήνη, φιλία και αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των λαών Ελλάδας και Τουρκίας και των υπολοίπων λαών της περιοχής

  • Υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του ελληνικού λαού που όμως δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικά όσο η χώρα μας παραμένει στο ΝΑΤΟ.

  • Ανεξάρτητη και αντιιμπεριαλιστική πολιτική – βέτο σε όργανα ΕΕ και ΝΑΤΟ

  • Άμεση απόσυρση των αμερικανικών βάσεων του θανάτου από τις δύο χώρες, παύση των ιμπεριαλιστικών εμπλοκών στην περιοχή.

  • Έξοδο της χώρας από το ΝΑΤΟ

Ελληνική εξωτερική πολιτική: από χρεοκοπία σε χρεοκοπία

Από την πτώση του υπαρκτού μέχρι σήμερα, η ελληνική εξωτερική πολιτική στηρίζεται στην προσδοκία ότι η πλήρης προσχώρηση στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς και η εκχώρηση των εθνικών της θεμάτων στην ΕΕ και τις ΗΠΑ θα λειτουργήσει σε όφελός της. Η προσδοκία αυτή δημιουργεί δόγματα, εκτιμήσεις και σενάρια τα οποία διαψεύδονται ηχηρά, το ένα μετά το άλλο. Από τη Συμφωνία της Μαδρίτης και την πεποίθηση ότι η ΕΕ θα πιέσει την Τουρκία σε επίλυση των διαφορών της με την Ελλάδα, μέχρι την πρόσφατη βεβαιότητα ότι η όξυνση σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας θα βάλει την Ελλάδα στην πρώτη θέση στο τραπέζι των κερδισμένων, η ελληνική εξωτερική πολιτική, διακομματικά και διαχρονικά, μετρά ηχηρές διαψεύσεις. Κανείς φυσικά από την ιθύνουσα ελίτ δεν έχει την ευθιξία να κάνει τον παραμικρό απολογισμό αυτών των αλλεπάλληλων χρεοκοπιών.

Καθοριστικό στοιχείο που διαπερνά όχι μόνο την εξωτερική πολιτική, αλλά κάθε πτυχή της κοινωνίας και της οικονομίας, είναι η εξάρτηση της χώρας από τον ιμπεριαλισμό. Δεν πρόκειται επομένως για την μία ή την άλλη πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης. Η εξάρτηση από τον ευρωατλαντικό άξονα είναι ο μόνιμος καμβάς στον οποίο εξελίσσονται οι χειρισμοί των εθνικών θεμάτων. Η ελληνική αστική τάξη έμαθε νωρίς και πολύ καλά το μάθημά της, πριν εκατό χρόνια, όταν επιχείρησε να κινηθεί χωρίς την έγκριση των πατρώνων της και προκάλεσε την Μικρασιατική καταστροφή. Έσωσε δε τη μίζερη και δοσίλογη ύπαρξή της κατά τη δεκαετία του ‘40, αποκλειστικά χάρη στην ξένη επέμβαση. Το μάθημα αυτό, έχει αποτυπωθεί στο γενετικό υλικό του ελληνικού αστισμού που επιλέγει έκτοτε συνειδητά την πατρωνία, την ξένη κυριαρχία, την μονοδιάστατη προσκόλληση στο ευρωπαϊκό και υπερατλαντικό πλαίσιο.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι το πιο οξύ ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η ιστορία αυτών των σχέσεων ερμηνεύεται από τρεις παράγοντες: Πρώτον από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και παρέμβαση, δεύτερον από την τουρκική επιθετικότητα, τρίτον από την ελληνική υποχωρητικότητα. Τα τρία αυτά στοιχεία συνυπάρχουν, με περιόδους έξαρσης ή ύφεσης, και ορίζουν την ιδιαίτερη ποιότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Από τον Αττίλα του 1974 και μετά, η Τουρκία διαρκώς αναβαθμίζει τις διεκδικήσεις της. Ειδικά μετά το 1989 – 1991 προσχωρεί όλο και πιο ανοικτά στον ιστορικό αναθεωρητισμό, αμφισβητώντας διεθνείς συμβάσεις, ιστορικές συνθήκες, αποδεκτό δίκαιο, θαλάσσια και χερσαία σύνορα. Η αναβάθμιση των απαιτήσεών της αποτελεί έκφραση του αυξανόμενου γεωπολιτικού της ρόλου καθώς και της οικονομικής και δημογραφικής της μεγέθυνσης. Η τουρκική άρχουσα τάξη προσδοκά να αναλάβει τον ευρύτερο περιφερειακό ρόλο που θεωρεί ότι απώλεσε με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό τουρκικό κατεστημένο θεωρεί ότι οι ανακατατάξεις του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα έχουν αδικήσει την Τουρκία, ενώ ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – ΕΣΣΔ δεν της επέτρεψε να αναπτύξει τις αυτοδύναμες δυνατότητές της. Πρέπει λοιπόν να ανακτηθούν ρόλος, επιρροή, ίσως και εδάφη. Η άνοδος Ερντογάν στην εξουσία (2003) αποτύπωσε καθαρά το νέο ρόλο που διεκδικεί η Τουρκία μετά την κατάρρευση του διπολικού κόσμου και εκφράστηκε με το «στρατηγικό βάθος» και τη «γαλάζια πατρίδα».

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική επιλογή της Τουρκίας, τι ισχυρίστηκε και πώς πολιτεύτηκε η ελληνική αστική τάξη τα τελευταία τριάντα τουλάχιστον χρόνια;

Πρώτον, ότι εφόσον και οι δύο χώρες είναι μέλη του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ θα έχουν αντικειμενικά ρόλο επιδιαιτησίας και κατευνασμού. Αν ο γείτονας εξαγριωθεί το μεγάλο αφεντικό θα τον φρονιμέψει. Ειδικά όταν η Ουάσιγκτον βλέπει ότι η Ελλάδα μετατρέπεται διαρκώς σε αμερικανονατοϊκό προτεκτοράτο. Το αποτέλεσμα βέβαια το είδαμε στην Κύπρο, όπου το έγκλημα της κατοχής, εισβολής, εποικισμού μετρά ήδη πέντε δεκαετίες, αλλά και στα Ίμια όπου η υπερατλαντική παρέμβαση απέτρεψε μεν τον πόλεμο, αλλά νομιμοποίησε τις γκρίζες ζώνες (no troops, no ships, no flags).

Δεύτερον, ότι η Τουρκία θέλει με κάθε τρόπο να μπει στην ΕΕ, και στην πορεία αυτή θα «αναγκαστεί» να συμμορφωθεί με το διεθνές δίκαιο και να σταματήσει η ένταση. Και αυτή η προσδοκία χρεοκόπησε, όταν πλέον η Τουρκία δήλωσε ανοικτά ότι δεν την ενδιαφέρει η ευρωπαϊκή της προοπτική αλλά η ανάκτηση του ρόλου της ως περιφερειακής δύναμης και ηγεμονεύουσας χώρας στον μουσουλμανικό κόσμο.

Τρίτον, ότι η απόπειρα της Τουρκίας να παίξει ρόλο περιφερειακής δύναμης σχετικά αυτονομημένης από τις ΗΠΑ, να συνομιλήσει με την Ρωσία, να τσουγκριστεί με τους Νατοϊκούς σχεδιασμούς στη Συρία και στο Κουρδικό, θα επιφέρει την οργή της Ουάσιγκτον, την απομόνωση της Τουρκίας και την ανάδειξη της Ελλάδας στον μόνο αξιόπιστο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή. Η εισβολή της Τουρκίας στη Συρία με πράσινο φως ΗΠΑ – Ρωσίας, η εγκατάλειψη των Κούρδων, η αποστασιοποίηση του γ.γ. του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών στην ελληνοτουρκική όξυνση, αλλά και το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης, αποτέλεσαν ηχηρό ράπισμα και αυτού του «εθνικού δόγματος».

Αν και οι τρεις αυτοί ισχυρισμοί, αποτέλεσαν το θεμελιώδη λίθο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες, η παταγώδης διάψευσή τους δεν προκάλεσε την παραμικρή αυτοκριτική. Στην ουσία αυτά τα «στρατηγικά δόγματα» κουκούλωναν τον ελληνικό υποχωρητισμό. Η ενδοτικότητα κρυβόταν κάθε φορά πίσω από την επίκληση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, διεθνοποιώντας τάχα το πρόβλημα και μηρυκάζοντας τα ίδια φραστικά κλισέ για το διεθνές δίκαιο και τη νομιμότητα.

Οι αλλεπάλληλες στρατηγικές για την εξωτερική πολιτική και την άμυνα καταλήγουν σε εντυπωσιακές χρεοκοπίες:

Το 1994 εξαγγέλλεται το πυροτέχνημα του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας – Κύπρου από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου. Είχε μηδενική πραγματική αξία και χρησίμευσε αποκλειστικά στην εκτόξευση των εξοπλισμών που ακολούθησε με τα γνωστά αποτελέσματα. Το δόγμα αποσύρθηκε σιωπηλώς μέσα στη χλεύη για τους S-300 και την απαξία για το πάρτι της μίζας.

Το 1997, ένα χρόνο μετά τα Ίμια, Σημίτης και Ντεμιρέλ υπογράφουν τη συμφωνία της Μαδρίτης. Ανάμεσα σε διατυπώσεις για σεβασμό του διεθνούς δικαίου, η συμφωνία αναφέρει την ύπαρξη «ζωτικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων της κάθε χώρας στο Αιγαίο». Η φράση αυτή γίνεται έκτοτε σημαία της τουρκικής διπλωματίας, υποστηρίζοντας από γκρίζες ζώνες μέχρι αναθεώρηση συνθηκών.

Το 1999, η σύνοδος κορυφής του Ελσίνκι κάνει αποδεκτή την υποψηφιότητα της Τουρκίας και της Κύπρου στην ΕΕ. Στο κείμενο συμπερασμάτων γίνεται λόγος για «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα» ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Είναι η πρώτη φορά που η ελληνική εξωτερική πολιτική αποδέχεται ότι υπάρχουν εκκρεμείς διαφορές με την Τουρκία πέραν της υφαλοκρηπίδας.

Η προώθηση της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ γίνεται με την τραγική πεποίθηση του ελληνικού αστισμού ότι οι ευρωπαίοι εταίροι θα συνετίσουν τη γείτονα και θα την αναγκάσουν να αποδεχτεί το διεθνές δίκαιο και όχι το δίκαιο του ισχυρού. Η προτεραιότητα της Τουρκίας όμως είναι διαφορετική και στέλνει (και αυτό) το αφήγημα στον κάλαθο των αχρήστων.

Η προώθηση της ένταξης της Κύπρου γίνεται με την εξίσου τραγική πεποίθηση ότι δεν θα δεχτεί η ΕΕ να υπάρχει χώρα – μέλος με κατεχόμενο τμήμα της. Λίγα χρόνια αργότερα η «λύση» που ετοίμαζε ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός, το σχέδιο Ανάν, απορρίπτεται. Πλέον η ΕΕ έχει ως μέλος της μια διχοτομημένη Κύπρο, επιρρίπτοντας εμμέσως την ευθύνη στην ελληνοκυπριακή πλευρά, αποδεχόμενη και νομιμοποιώντας ντε φάκτο την κατοχή.

Τη βλακώδη πεποίθηση ότι η Τουρκία επιθυμώντας το ευρωπαϊκό χρίσμα θα συναινέσει σε υποχωρήσεις, διαδέχθηκε η βλακωδέστερη πεποίθηση ότι η απομάκρυνση της Τουρκίας από το ευρωατλαντικό πλαίσιο θα μετατρέψει την Ελλάδα σε απόλυτη ευνοούμενη της Δύσης.

Προτού αποδειχθεί ότι και η νέα στρατηγική είναι εξίσου άστοχη, η Ελλάδα προσχώρησε ολοσχερώς, με εκπληκτικό χατζηαβατισμό, στον αμερικανικό άξονα, συγκροτώντας τριμερείς με Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο. Η πολιτική αυτή απογειώθηκε επί Τσίπρα, καθιστώντας τον ΣΥΡΙΖΑ αγαπημένο των Αμερικανών, θεωρητικοποιήθηκε από τον Κοτζιά, γέννησε τη συμφωνία των Πρεσπών και το πυροτέχνημα του East Med. Κατάφερε παράλληλα να φέρει τις σχέσεις με τη Ρωσία στο χειρότερο δυνατό σημείο απελαύνοντας διπλωμάτες της, κάλεσε τις ΗΠΑ να φτιάξουν βάση σε κάθε νομό της χώρας, επέκτεινε τη βάση της Σούδας μέχρις του σημείου να φέρει πυρηνικά όπλα.

Την εποχή που η Τουρκία αποδείκνυε ότι δεν είναι δεδομένη, η Ελλάδα εκμηδένιζε την πραγματική διαπραγματευτική της αξία δηλώνοντας εσαεί διαθέσιμη στον οποιονδήποτε υπερατλαντικό σχεδιασμό. Η πολιτική αυτή συνέπεσε με την οικονομική κρίση και τα μνημόνια και χρησιμοποιήθηκε καταλλήλως στο εσωτερικό: Μπορεί η κοινωνία να ισοπεδώνεται και η χώρα να ταπεινώνεται, αλλά αν είμαστε τα καλά παιδιά των Αμερικανών, θα ανταμειφθούμε.

Το άδειασμα των Κούρδων από την αμερικανική υπερδύναμη ήταν προειδοποίηση και για την Ελλάδα. Και πράγματι, στην όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μέσα στο 2019, η Ουάσιγκτον αντί να στηρίξει τον φανατικότερο υπηρέτη της και να τιμωρήσει τον άτακτο γείτονα, έπραξε ακριβώς το αντίθετο. Η κατάληξη ήταν αναμενόμενη για όλους, εκτός από τον ελληνικό αστισμό που για μια ακόμα φορά είδε τα σχήματα στα οποία πόνταρε να χρεοκοπούν.

Η νέα φαεινή πεποίθηση της ελληνικής αστικής πολιτικής είναι ότι η μπλόφα του East Med θα πιέσει την Τουρκία να κάτσει στο τραπέζι της λογικής διαπραγμάτευσης. Η χρεοκοπία και αυτής της πολιτικής είναι προφανής και θα αποδειχθεί τα επόμενα χρόνια.

Οι διαδοχικές διαψεύσεις, ήττες, αποτυχίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συνοδεύονταν από τρία ακόμα στοιχεία:

Πρώτον, τις κατά καιρούς άκοπες και ανέξοδες εθνικιστικές κορώνες (συνήθως της εκάστοτε αντιπολίτευσης) που όμως αφορούσαν αποκλειστικά την εγχώρια κατανάλωση και δεν μετατρέπονταν σε επίσημη κρατική εξωτερική πολιτική. Ο εθνικισμός ήταν η βολική εσωτερική εναλλακτική του ραγιαδισμού, του χυδαίου πραγματισμού, της υποχωρητικότητας. Αύξανε ωστόσο το κόστος για μια πραγματιστική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών -πράγμα που πολύ θα ήθελαν αλλά δεν τολμούσαν- οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις.

Δεύτερον, τη μεταφυσική πεποίθηση ότι η χρονοτριβή, η διατήρηση του θολού στάτους κβο, η υποδοχή κάθε νέας τουρκικής απαίτησης με φράσεις κλισέ της αστικής πολιτικής, συνιστά εξωτερική πολιτική. Οι ανακοινώσεις των ΥΠΕΞ όλα αυτά τα χρόνια, σε κάθε συγκυρία, σε κάθε νέα στροφή των σχέσεων, θα μπορούσαν να έβγαιναν από έναν phrase generator (συνδυάζοντας σε κάθε πιθανό συνδυασμό τις λέξεις ψυχραιμία, σύνεση, αποφασιστικότητα, διεθνές δίκαιο).

Τρίτον, την ατολμία των πιο πραγματιστών να φέρουν όλες τις ελληνοτουρκικές διαφορές στη Χάγη, καθώς γνωρίζουν ότι η σκόπιμη αμφισημία που υπάρχει στο γράμμα του διεθνούς δικαίου, δουλεύει υπέρ του δικαίου του ισχυρού. Είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι οποιαδήποτε απόφαση της Χάγης θα μοιράζει κόστη και οφέλη και για τις δύο πλευρές, επιβάλλοντας συγκυριαρχία υπό ιμπεριαλιστική εποπτεία, ενώ ουδείς διασφαλίζει ότι η γειτονική χώρα δεν θα επανέλθει με νέες διεκδικήσεις. Σήμερα, όλο και πληθαίνουν οι φωνές και οι προβληματισμοί για προσφυγή στη Χάγη υπό προϋποθέσεις, καθώς οι συσσωρευμένες αποτυχίες, κάνουν την ελληνική εξωτερική πολιτική συνώνυμη του ανέκδοτου.

Για το διεθνές δίκαιο, τις συμβάσεις και την πιθανή προσφυγή στη Χάγη θα επανέλθουμε σε νέο σημείωμα.

Αγωγός East Med: Μπαμ ηκούσθη στον αέρα…

Αγωγός East Med: Μπαμ ηκούσθη στον αέρα…

…πλην τα βόλια πήγαν πέρα, λέει το τραγουδάκι για τον λαγό. Ταιριάζει απολύτως στη σημερινή παράτα υπογραφής προσυμφώνου για τον αγωγό East Med. Το μπαμ είναι ηχηρό, καθώς Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ εμφανίζονται ότι υπέγραψαν την ενεργειακή συμφωνία …της δεκαετίας. Τα βόλια όμως όχι απλά δεν βρίσκουν στόχο, αλλά δεν υπάρχουν καν. Τα πυρά είναι άσφαιρα. Ο αγωγός East Med είναι όνειρο θερινής νυκτός που βασικό στόχο έχει να πιέσει την Τουρκία σε μονιμότερο φιλοδυτικό προσανατολισμό. Ως προς αυτό έχει τις ευλογίες της Ουάσινγκτον και της ΕΕ, αλλά οι ευλογίες δεν φτιάχνουν αγωγό. Δημιουργούν κλίμα, αυξάνουν την πίεση, «δένουν» ακόμη περισσότερο τον αμερικανόπνευστο άξονα Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας, αλλά επί της ουσίας, ο αγωγός δεν πρόκειται να κατασκευαστεί.

Από τεχνικής πλευράς, το έργο είναι οικονομικά ασύμφορο και κατασκευαστικά πολύ δυσκολότερο από άλλες λύσεις μεταφοράς. Ήδη χρησιμοποιείται ευρέως η τεχνική της υγροποίησης του φυσικού αερίου και της μεταφοράς του μέσω τάνκερ, λύση που έχει όχι τις ευλογίες, αλλά την πραγματική στήριξη των ΗΠΑ και τη συμμετοχή των μεγάλων πολυεθνικών ενέργειας. Η δε πόντιση ενός αγωγού 2.000 χιλιομέτρων στα τεράστια βάθη της Ανατολικής Μεσογείου φαντάζει κακόγουστο αστείο, αν αναλογιστεί κανείς ότι λίγο βορειότερα, μέσω Τουρκίας, υπάρχει ήδη δίκτυο χερσαίων αγωγών που ακολουθεί χοντρικά την ίδια διαδρομή. Ο τελικός αποδέκτης μάλιστα του αγωγού (η Ιταλία) παραμένει τραγικά αδιάφορος για τον East Med δείχνοντας μάλλον ότι γνωρίζει την κατάληξη.

Το τεχνικό και οικονομικό γκροτέσκο συμπληρώνεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με τους διαπρύσιους υποστηρικτές του αγωγού, τα κοιτάσματα του Ισραήλ επαρκούν για να δεσμεύσουν το 20% του αγωγού, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό που ΘΑ κάνει τον αγωγό βιώσιμο ΘΑ προκύψει από τα κοιτάσματα που ΘΑ εκτιμηθούν στην πορεία και ίσως ΘΑ είναι διαθέσιμα. Οι ευχές Χατζηδάκη (γιατί περί ευχών πρόκειται) αναφέρουν το κοίτασμα Γλαύκος της Κύπρου, για το οποίο παρεμπιπτόντως η πολυεθνική EXXON έχει ήδη προκρίνει σταθμό υγροποίησης LNG, στο βαθμό βέβαια που το κοίτασμα κριθεί εκμεταλλεύσιμο.

Συνεχίζοντας το όνειρο θερινής νυκτός καταμεσής του χειμώνα, αρκεί να αναφέρουμε ότι για να καταστεί βιώσιμος ο αγωγός απαιτούνται αθροιστικά ποσότητες που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν (10 τρισ. κυβικά πόδια), ούτε στην ισραηλινή, ούτε στην κυπριακή ΑΟΖ, παρά μόνο στην αιγυπτιακή. Όμως η Αίγυπτος έχει ήδη δημιουργήσει σταθμό υγροποίησης φυσικού αερίου και δεν είναι επ’ ουδενί διατεθειμένη να μεταφέρει το αέριο των κοιτασμάτων της μέσω του East Med. Για αυτό, αν και αναπόσπαστο τμήμα των τριμερών συμφωνιών της Ελλάδας και των αμερικανόπνευστων αξόνων της Ανατολικής Μεσογείου, η Αίγυπτος δεν συμμετέχει στην παράτα του East Med.

Τούτων δοθέντων ο αγωγός East Med, από τεχνικής – οικονομικής άποψης δεν πρόκειται να γίνει. Ακόμα και αν σπαταληθούν 10 δις ευρώ για τη δημιουργία του, δεν θα είναι οικονομικά βιώσιμος σε βάθος χρόνου.

Πολύ περισσότερο όμως από τους τεχνικούς – οικονομικούς λόγους, ο αγωγός θα μείνει κενό γράμμα για γεωπολιτικούς λόγους.

Γιατί πολύ απλά περνά από τις ΑΟΖ Ελλάδας – Κύπρου που συνορεύουν μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία χάνει σχεδόν ολοκληρωτικά την ΑΟΖ της νότιας ακτογραμμής της λόγω Καστελόριζου. Η δε Τουρκία πρόσφατα ανακήρυξε ΑΟΖ σε συμφωνία με την νόμιμα αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση της Λιβύης που κατά κυριολεξία περνά πάνω από την Κρήτη και την Κάρπαθο. Το μέγεθος της αναντιστοιχίας των δύο πλευρών εκατέρωθεν του Αιγαίου υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Κύπρος όχι μόνο δεν ανακήρυξαν ΑΟΖ, αλλά δεν τόλμησαν καν να δώσουν στη δημοσιότητα τις συντεταγμένες των ΑΟΖ που (θα) διεκδικούσαν. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, τον οποίο η Τουρκία έχει ήδη δηλώσει ότι θεωρεί κυριαρχικό της δικαίωμα, οι λεοντόκαρδοι των Αθηνών και της Λευκωσίας θα ποντίσουν αγωγό; Έστω και με τη συμμετοχή των Ισραηλινών;

Το γεγονός ότι ο East Med αποτελεί απλά διπλωματικό χαρτί (και μάλιστα καμένο) αποδεικνύεται από τις ίδιες τις δηλώσεις των τριών επικεφαλής της σημερινής προ-συμφωνίας. Δηλώνουν «ανοικτοί» σε νέα μέρη και σε χώρες που θα θελήσουν μελλοντικά να εισέλθουν. Το μισό μάτι τους είναι στην Αίγυπτο (για να καταστεί βιώσιμος ο αγωγός) και το άλλο μισό στην Τουρκία (για να επιτραπεί η κατασκευή του). Ακόμα και στο μαγικό ενδεχόμενο όμως να λυθεί το θέμα της υφαλοκρηπίδας Ελλάδας – Τουρκίας (άλυτο από τα μέσα του 1970) και να διευθετηθούν οι ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Κύπρου, Αιγύπτου, Ισραήλ, Λιβάνου (πράγμα απίθανο με τα σημερινά δεδομένα), η Άγκυρα δεν έχει κανένα λόγο να συναινέσει στην αχρήστευση των χερσαίων αγωγών που περνούν από το έδαφός της, ούτε φυσικά να μοιραστεί τα πλεονεκτήματα του ελέγχου των ενεργειακών οδών.

Στην εξωτερική πολιτική, όπως και στα χαρτιά, οι παίκτες καταφεύγουν συχνά σε μπλόφες. Ποτέ και πουθενά όμως, μια μπλόφα, που εκ των προτέρων είναι γνωστό ότι είναι μπλόφα, δεν έφερε αποτέλεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι σημερινές παράτες στο Ζάππειο αφορούν απλώς τη δήλωση έτι περαιτέρω σύσφιξης σχέσεων ανάμεσα στους πρόθυμους των Αμερικανών (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ), την κατά φαντασία πίεση προς την Τουρκία, τη στενότερη πρόσδεση στις αμερικανικές σκοπιμότητες. Οι οποίες, αν και καλοβλέπουν κάθε κίνηση προς την Τουρκία που την ασφαλίζει στον ευρωατλαντικό άξονα, δεν καίγονται για τον East Med.

Επειδή όμως όταν μιλάμε για την ενέργεια, το ωφέλιμο είναι προτιμότερο από το τερπνόν, και η αρπαχτή είναι νόμος (ειδικά για τις αστικές τάξεις με την ποιότητα της ελληνικής), διαβάζουμε ότι ο αγωγός έχει μπει στον Κατάλογο των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος της ΕΕ, έχει συσταθεί θυγατρική της ΔΕΠΑ που διαχειρίζεται το έργο, ενώ θα δαπανηθούν 70 εκατομμύρια ευρώ για την προ-μελέτη της προ-συμφωνίας του έργου. Πεδίο δόξης λαμπρόν για αεριτζήδες και αετονύχηδες.

Τελευταίο, αλλά σημαντικό: Η ελληνική εξωτερική πολιτική, εδώ και τρεις δεκαετίες, βρίθει από βλακώδη σχήματα, εκτιμήσεις και στοιχήματα: Από τη συμφωνία του Ελσίνκι και την προσδοκία ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας θα την υποχρεώσει σε αποδοχή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, μέχρι τις πρόσφατες βεβαιότητες ότι η Τουρκία θα τα σπάσει οριστικά με τις ΗΠΑ και η Ελλάδα ως αποκλειστική ευνοούμενη των ΗΠΑ θα είναι συνδαιτημόνας στο πλούσιο τραπέζι των κερδών, η ελληνική εξωτερική πολιτική πάει από ήττα σε ήττα και από διάψευση σε διάψευση. Για τη λαμπρή ιστορία τριάντα ετών αποτυχίας, θα επανέλθουμε σε επόμενο σημείωμα.

Ο αγωγός East Med είναι ένας ακόμη κρίκος σε μια αλυσίδα βλακωδών προσδοκιών και διαφημιστικών και μόνο πονταρισμάτων του αστισμού που θα αποδειχθεί εξίσου ατελέσφορος με τα προηγούμενα σχήματα – δόγματα – κινήσεις μιας άρχουσας τάξης, που από γεννησιμιού της έμαθε ότι δεν μπορεί να υπάρξει πέρα και έξω από την εξάρτησή της από τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Οι σημερινοί διθύραμβοι των ΜΜΕ για τον -με κοινή πολιτική Τσίπρα, Μητσοτάκη- αγωγό δεν πρόκειται να αλλάξουν το γεγονός μιας ακόμα εκ των προτέρων χρεοκοπημένης κίνησης.

Όχι στην πολεμική απειλή – Ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ!

Η υπεράσπιση της ειρήνης και των συνόρων, στην Ελλάδα και την περιοχή, δεν συμβιβάζεται με την πρόσδεση σε ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ

Το «Μνημόνιο» Τουρκίας – Λιβύης αποτελεί επιθετική κίνηση της κυβέρνησης Ερντογάν ενάντια στον ελληνικό λαό, αλλά και στους λαούς συνολικά της περιοχής, για τα συμφέροντα της τουρκικής άρχουσας τάξης. Κλιμακώνει τους αστικούς και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην Αν. Μεσόγειο και ταυτόχρονα, φέρνει πιο κοντά την απειλή στρατιωτικών επεισοδίων με κίνδυνο γενικότερης πολεμικής ανάφλεξης.

Ο κίνδυνος για την ειρήνη στην περιοχή είναι υπαρκτός και σοβαρός. Μετά τη δομική κρίση του καπιταλισμού το 2008 – 09 και σε μια εποχή παροξυσμού των αστικών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, δεν επιτρέπονται αυταπάτες ότι μπορούν να ελεγχθούν τυχόν πολεμικά «επεισόδια», όπως στο παρελθόν. Για αυτό απαιτείται ενεργό και μαζικό αντιπολεμικό μέτωπο για την προάσπιση της ειρήνης και της φιλίας από τους εργαζόμενους και τους λαούς, ειδικά της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου.

Η ελληνική άρχουσα τάξη, με τις «πλάτες» των ΗΠΑ και την ενεργό συμμετοχή στον επιθετικό ιμπεριαλιστικό άξονα με τα αντιδραστικά καθεστώτα του Ισραήλ και της Αιγύπτου, επιδιώκει να επωφεληθεί από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, παραχωρώντας τη μερίδα του λέοντος στις ξένες πολυεθνικές με την αποδοχή της αμερικανικής επικυριαρχίας στην ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική αστική τάξη έσπευσε να κλιμακώσει την αντιπαράθεση με την Τουρκία όταν οι αμερικανικές, γαλλικές και ιταλικές πολυεθνικές πετρελαίου ήθελαν να κλείσουν συμφωνίες για την εκμετάλλευση της ΝΑ Μεσογείου. Και τώρα που οι δήθεν σύμμαχοι την «αδειάζουν», βρίσκεται σε αδιέξοδο και κινείται με αυταπάτες για αμερικανική στήριξη και για υπεράσπιση των ανύπαρκτων «ευρωπαϊκών συνόρων» από την ΕΕ.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ και τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης, αξιοποιούν την επιθετικότητα του τουρκικού καπιταλισμού και την επικίνδυνη, «αναθεωρητική» εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Ερντογάν, για να καλλιεργήσουν και εμπεδώσουν ένα κλίμα «εθνικής ενότητας», όπως εκφράστηκε από τη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής. Η «εθνική ενότητα» είναι ένα αντιδραστικό πολιτικό σύνθημα απάτης και πατριδοκαπηλείας σε βάρος των συμφερόντων και των αναγκών των εργαζομένων στην Ελλάδα, γιατί εκφράζει την αντιδραστική πολιτική της αστικής τάξης της Ελλάδας και των ιμπεριαλιστικών σχεδίων και συμφερόντων.

Μια εξωτερική πολιτική στηριγμένη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, όχι μόνο δεν μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή, αλλά εγκυμονεί συρράξεις και πολέμους. Η «στρατηγική συμμαχία» με τις ΗΠΑ δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τα δικαιώματα του ελληνικού λαού, όπως έδειξε η πικρή πείρα «ξεπουλήματος» της Κύπρου το 1974 και πιο πρόσφατα, του κουρδικού λαού. Δεν μπορεί ούτε θέλει να εγγυηθεί την ειρήνη και την ασφάλεια όπως απέδειξε η κρίση των Ιμίων πριν κάποια χρόνια.

Ο ελληνικός λαός δεν μπορεί και δεν πρέπει να δεχτεί τις απειλές πολέμου και τις επιθετικές ενέργειες από την πλευρά της τουρκικής αστικής τάξης. Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να αποδεχτεί ούτε τον καιροσκοπισμό της ελληνικής αστικής τάξης και των εμπόρων όπλων για να προχωρήσουν σε μια νέα κούρσα πολεμικών εξοπλισμών σε βάρος των δαπανών για βασικές κοινωνικές ανάγκες, όπως η υγεία και η παιδεία.

Απαιτείται μια ανεξάρτητη, πολυδιάστατη πολιτική ειρήνης, φιλίας και συνεννόησης με τους λαούς της Τουρκίας, ενάντια στις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ενάντια στους και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Πολιτική που δεν έχει καμία σχέση, ούτε με την «πολεμοκαπηλία», ούτε με την «ενδοτισμό» σε συμφωνίες κάτω από αμερικανονατοϊκή επικυριαρχία.

Διεκδικούμε:

  • Την ειρήνη, τη φιλία και τη διεθνιστική συνεννόηση μεταξύ των λαών, ειδικά Ελλάδας και Τουρκίας, ενάντια σε κάθε ιμπεριαλιστική επαναχάραξη των συνόρων και στην πολιτική των κυβερνήσεών τους.
  • Αποχώρηση από τον άξονα «3 συν 1» με Ισραήλ και Κύπρο υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ.
  • Καμία εμπλοκή της χώρας στις ιμπεριαλιστικούς και αστικούς ανταγωνισμούς για τη μοιρασιά των σφαιρών επιρροής, αγώνας για έξοδο από ΝΑΤΟ και ΕΕ, έξω οι βάσεις του πολέμου.
  • Απόκρουση των προκλήσεων της τουρκικής κυβέρνησης, καμία πρόκληση από πλευράς της Ελλάδας.
  • Ειρηνική διευθέτηση των διαφορών με βάση το διεθνές δίκαιο και τη φιλική συνεννόηση των λαών Ελλάδας – Τουρκίας.
  • Υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων του ελληνικού λαού από τον ίδιο το λαό και σε συμμαχία με τους άλλους λαούς.
  • Ο ορυκτός πλούτος ανήκει στους λαούς – όχι στις εξορύξεις των πολυεθνικών, στη ληστρική εκμετάλλευση και την περιβαλλοντική καταστροφή. Όχι στον πόλεμο για τα κέρδη των πολυεθνικών.

Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

1. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διαχρονικά όπως και η σημερινή όξυνση με αφορμή το «μνημόνιο Τουρκίας Λιβύης» καθορίζονται από την ιμπεριαλιστική εμπλοκή, τον τουρκικό επεκτατισμό και αναθεωρητισμό, τον ελληνικό υποχωρητισμό. Αυτά, στο σύνολό τους, συγκροτούν το πλαίσιο του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Η όξυνση στις σχέσεις των δύο χωρών καθορίζεται από αυτό το πλαίσιο και δεν μπορεί να λυθεί παρά μόνο σε σύγκρουση με αυτό.

2. Η ιμπεριαλιστική πολιτική, κυρίαρχα των ΗΠΑ και δευτερευόντως της ΕΕ, χρησιμοποιούσε και χρησιμοποιεί την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» ρίχνοντας το βάρος χρησιμοποιώντας πότε τη μία και πότε την άλλη πλευρά. Η κυρίαρχη παρουσία των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αναπαράγει χαμηλής έντασης συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις και επιτρέπει στρατιωτικά επεισόδια με κορυφαίο στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, την εισβολή, κατοχή και εποικισμό της μισής σχεδόν Κύπρου από την Τουρκία. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επιδιαιτητεύει, μοιράζει ρόλους, διατηρεί εστίες έντασης, τις ενεργοποιεί κατά περίσταση, υιοθετεί κράτη και καθεστώτα, «συνετίζει» άλλα. Παρά τη σημερινή κρίση ισχύος και προσανατολισμού, οι ΗΠΑ καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, και βεβαίως και στα ελληνοτουρκικά. Υπό τις επιδιώξεις, τα συμφέροντα και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών εξελίσσονται οι κρίσεις, τα επεισόδια, οι εντάσεις και οι συμφωνίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή όξυνση στο θέμα του καθορισμού των ΑΟΖ γίνεται μετά την ορμητική εισβολή των πολυεθνικών της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο για να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων, αλλά και την αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης για το σχεδιασμό των νέων αγωγών ενέργειας που θα ανεξαρτητοποιήσουν τη ροή ενέργειας στην Ευρώπη από τη ρωσική πολιτική.

3. Η Τουρκία αποτελεί μια αναθεωρητική, επεκτατική δύναμη στην περιοχή, καθώς αμφισβητεί συνθήκες και σύνορα. Κάθε λίγα χρόνια προβάλει νέες απαιτήσεις, επιχειρώντας να αντιστοιχίσει μια ανερχόμενη πληθυσμιακά και γεωπολιτικά Τουρκία στον νέο της ρόλο. Αυτές οι νέες απαιτήσεις ξεκινούν στα όρια ή εκτός του διεθνούς δικαίου, επιβάλλονται όμως στην πράξη, καθώς δεν αναιρούνται, δεν αποσύρονται, δημιουργούν εκ των πραγμάτων νέα δεδομένα. Η Τουρκία θεωρεί ότι μπορεί να παίξει έναν ευρύτερο ρόλο τόσο για τους τουρκογενείς πληθυσμούς εκτός συνόρων, όσο και ευρύτερα για τους μουσουλμάνους. Με κάθε ευκαιρία διατρανώνει την πρόθεσή της να αναθεωρήσει τα καθιερωμένα σύνορα και τις αποδεκτές διευθετήσεις, ενώ δεν έχει πρόβλημα να εισβάλει σε άλλα κράτη (από την Κύπρο το 1974 ως Αττίλας, μέχρι τη Συρία πιο πρόσφατα και πιο εκλεπτυσμένα), υπό τις ευλογίες ή την ανοχή του ιμπεριαλισμού. Τα τελευταία χρόνια η ηγεσία Ερντογάν –χωρίς καμιά αντιπαράθεση από τους κεμαλιστές αλλά και με την αφωνία της τούρκικης αριστεράς– έχει επιταχύνει αυτή την τάση του τουρκικού κατεστημένου, παρά τα εσωτερικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Η ηγεσία της Τουρκίας με τη θεωρία της γαλάζιας πατρίδας, επιχειρεί να ανακτήσει έναν ευρύτερο «ζωτικό χώρο» και να αναδειχθεί ως η σημαντικότερη περιφερειακή δύναμη. Αυτό το δόγμα επιβάλει διαρκώς νέες προκλήσεις, απαιτήσεις, αναθεωρήσεις και κάνει τις πολιτικές κατευνασμού αναποτελεσματικές και αδιέξοδες.

4. Η Ελλάδα παθητικά αναμένει να ελεηθεί από τις ΗΠΑ και την ΕΕ επειδή παριστάνει την αταλάντευτη δυτικόφιλη δύναμη στην ευρύτερη περιοχή. Ο συγκεκριμένος ρόλος της ελληνικής άρχουσας τάξης δεν είναι συγκυριακός. Προκύπτει διαχρονικά από τον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού και οξύνθηκε με τη σχετική υποβάθμισή του την τελευταία δεκαετία. Η παθητική αναμονή του ελληνικού αστισμού να ελεηθεί από τις ΗΠΑ και την ΕΕ στα εθνικά ζητήματα επειδή είναι πειθήνιος στις ιμπεριαλιστικές πολιτικές, έχει ως αποτέλεσμα τη στρατηγική του κατευνασμού, των διαρκών υποχωρήσεων σε διαδοχικές καινούριες απαιτήσεις της Τουρκίας, την επίκληση του διεθνούς δικαίου, τη διπλωματία των ατελέσφορων ψηφισμάτων στους διεθνείς οργανισμούς. Η συμφωνία του Ελσίνκι που πανηγυρίστηκε ως μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης Σημίτη ήταν έκφραση αυτής της στρατηγικής: Ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, έστω και αν τελεί σχεδόν το μισό τμήμα της υπό κατοχή, υποψηφιότητα της Τουρκίας με τις φρούδες ελπίδες να τη «συνετίσει» η ΕΕ, αποδοχή ενός συνόλου «συνοριακών διαφορών» Ελλάδας – Τουρκίας που ολοένα αυξάνονται. Από την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο και μετά, μετράμε την διαφορά για την υφαλοκρηπίδα κατά τη δεκαετία του ’70, την αμφισβήτηση των χωρικών υδάτων κατά τη δεκαετία του ’80, το γκριζάρισμα του Αιγαίου και των βραχονησίδων τη δεκαετία του ’90 και σήμερα την ανακήρυξη τουρκικής ΑΟΖ που περνά πάνω από την Κρήτη. Κάθε φορά οι τουρκικές διεκδικήσεις αυξάνονται και η ελληνική απάντηση είναι οι αφελείς προσδοκίες ότι θα «καθαρίσουν» η ΕΕ ή οι ΗΠΑ, ενώ στην πραγματικότητα γίνεται ντε φάκτο αποδοχή νέων, επιπλέον «συνοριακών διαφορών». Ως κατάληξη της συγκεκριμένης στρατηγικής διαμορφώνεται η προσφυγή στη Χάγη, αλλά πλέον, κάθε νέα δεκαετία, το περιεχόμενο της προσφυγής στα Διεθνή Δικαστήρια δεν είναι μόνο ο ορισμός της υφαλοκρηπίδας (όπως ήταν η αρχική ελληνική θέση), αλλά το σύνολο των τουρκικών αμφισβητήσεων. Και όσο κι αν η Ελλάδα επικαλείται διαρκώς το διεθνές δίκαιο θεωρώντας ότι είναι με το μέρος της, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων δεν είναι ποτέ πλήρης δικαίωση για κάποιον από τους προσφεύγοντες. Η πίτα θα μοιραστεί, τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού απαιτούν συνεκμετάλλευση και η συνεκμετάλλευση σημαίνει συγκυριαρχία. Επειδή το κόστος μιας τέτοιας κατάληξης θα ήταν ακριβό, ο ελληνικός αστισμός συχνά επέλεγε τη στρατηγική της μη λύσης, της διαιώνισης στον χρόνο, της αναβολής, της κληροδότησης των χειρότερων στους επόμενους. Αυτή ήταν και είναι η μόνη αντιπαράθεση ανάμεσα στις αστικές δυνάμεις και στις κατά καιρούς κυβερνήσεις Σημίτη, Καραμανλή, Παπανδρέου, Σαμαρά, Τσίπρα, Μητσοτάκη. Σε κάθε περίπτωση όμως, το πλαίσιο ήταν και παραμένει κοινά αποδεκτό.

5. Η ανατροπή αυτού του πλαισίου, δηλαδή, και της ιμπεριαλιστικής εμπλοκής, και του τουρκικού αναθεωρητισμού, και της ελληνικής υποχωρητικότητας και ανάθεσης σε ΕΕ και ΗΠΑ, είναι όρος για την ειρηνική, ομαλή, αμοιβαία επωφελή συνύπαρξη των λαών της περιοχής, της Ελλάδας και της Τουρκίας.. Δεν υπάρχει διαφορετικός δρόμος πέρα από την συνολική ανατροπή πολιτικών και γεωστρατηγικών συσχετισμών, που θα ανοίξουν τον δρόμο στην ειρήνη και στη συνεργασία των λαών, χωρίς κινδύνους θερμών επεισοδίων και πολεμικών αναμετρήσεων. Οι επιμέρους «προτάσεις» και στρατηγικές της ελληνικής πολιτικής τάξης, όσο παραμένουν σε αυτό το πλαίσιο και όσο δεν αναμετρώνται με κάθε μία παράμετρό του, θα αποτελούν ανακύκλωση των αδιεξόδων. Ο ελληνικός αστισμός στο σύνολό του, επανέρχεται στην από χρόνια εκφρασμένη λογική της συνεκμετάλλευσης και επομένως της συγκυριαρχίας. Είναι η ιστορική συνέχεια της φράσης «η Κύπρος είναι μακριά» και κάθε φωνής που ισορροπούσε τις εθνικιστικές υστερίες στο εσωτερικό προς όφελος του χυδαίου αστικού πραγματισμού. Η ελληνική άρχουσα τάξη τροφοδότησε συχνά στο παρελθόν εθνικιστικές ρητορείες που όμως ποτέ δεν συγκρότησαν εξωτερική πολιτική και εθνική στρατηγική. Ήταν απλά προς εσωτερική κατανάλωση. Η συμφωνημένη στρατηγική του ελληνικού αστισμού ήταν ο κατευνασμός, η υποχώρηση, η αναμονή από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις «ισχυρές συμμαχίες» της χώρας. Επιμέρους έκφραση αυτής της καθολικά αποδεκτής αστικής στρατηγικής είναι η εξ αριστερών κοσμοπολίτικη τοποθέτηση ενάντια στους εθνικισμούς εκατέρωθεν του Αιγαίου, που μεταφράζει σε πολιτική στρατηγική τις πατριδοκάπηλες ρητορείες της ελληνικής αστικής τάξης και δεν βλέπει καθόλου τις αναθεωρητικές απαιτήσεις της Άγκυρας. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν υπάρχει απλώς ένας ισοβαρής ανταγωνισμός αστικών τάξεων. Πρώτον, δεν είναι ισοβαρής και δεύτερον –και ίσως σημαντικότερο– δεν έχει απολύτως κανένα νόημα αν αποκοπεί από το ευρύτερο ευρωατλαντικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται κρίσεις, εντάσεις και συμφωνίες.

6. Η επαναφορά του ελληνικού αστισμού στη λογική της συνεκμετάλλευσης και συγκυριαρχίας σε όλο το φάσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών, έρχεται μετά την κατάρρευση των αφελέστατων προσδοκιών ότι θα είναι συνδαιτημόνας σε ένα πλούσιο τραπέζι κερδών από το οποίο θα έχει αποκλειστεί η Τουρκία. Την τελευταία δεκαετία, η κρίση στα ανατολικά της Τουρκίας (επέμβαση και πόλεμος στη Συρία, Κουρδικό κλπ) και η προσωρινή όξυνση των σχέσεών της με τις ΗΠΑ δημιούργησαν την αυταπάτη και ότι η γειτονική χώρα είναι υπό διάλυση, βρίσκεται στη μέγγενη των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και επομένως η «σοφότερη» επιλογή για την Ελλάδα είναι να προσδεθεί ασφυκτικότερα από ποτέ στον ευρωατλαντικό άξονα. Η ελληνική αστική τάξη στα χρόνια των μνημονίων θεώρησε ότι τόσο η γεωπολιτική θέση της χώρας, όσο και η συγκυρία στην Ανατολική Μεσόγειο, επιβάλει την κατάργηση οποιουδήποτε ίχνους πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Έγινε δόγμα η πρόσδεση της χώρας σε κάθε τριμερή και κάθε άξονα που δουλεύει για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, με την αφελή προσδοκία ότι την ώρα του λογαριασμού, η Ελλάδα θα προσμετρήσει κέρδη. Η υπόθεση ήταν ότι η Τουρκία που όρθωσε το ανάστημά της στις ΗΠΑ και λοξοκοίταξε και προς τη Ρωσία θα πλήρωνε ακριβά, ενώ η Ελλάδα θα ευνοούνταν, τόσο μέσω γεωπολιτικής αναβάθμισης απέναντι στο «κενό» (που νόμιζαν ότι) θα άφηνε η Τουρκία στην περιοχή, όσο και μέσω των πολυπόθητων επενδύσεων για την εκκίνηση της ελληνικής οικονομίας ή ακόμα και με χάρες για τα δάνεια του ΔΝΤ. Οι ευσεβείς πόθοι για μια πληθωρική ελληνική ΑΟΖ που συνορεύει με Κύπρο και Αίγυπτο και αποκλείει την Τουρκία, ήταν απότοκο αυτής της προσδοκίας. Φυσικά αξίζει να σημειωθεί ότι η διαφορά στην πολιτική των δύο χωρών και το γεγονός ότι δεν πρόκειται για ανταγωνισμό δύο ισοβαρών αστικών τάξεων, αποκρυσταλλώνεται και στο γεγονός ότι η ΑΟΖ Ελλάδας – Κύπρου ή και η ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου, δεν ανακηρύχθηκε ποτέ, υπό το φόβο της τουρκικής αντίδρασης. Δεν δημοσιοποιήθηκαν καν συντεταγμένες. Σε αντίθεση με την ΑΟΖ Τουρκίας – Λιβύης η οποία ανακηρύχθηκε και κατατέθηκε στον ΟΗΕ και περνά κυριολεκτικά πάνω από τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη.

7. Η ιστορία εκτυλίχτηκε διαφορετικά από τα αφελή σχήματα μιας εξαρτημένης από τον ιμπεριαλισμό αστικής τάξης. Οι ΗΠΑ βγήκαν σχετικά αποδυναμωμένες από την εμπλοκή τους στη Συρία, έχοντας ισχυρά εσωτερικά προβλήματα στο σύστημα εξουσίας τους. Η Τουρκία στην κρίση της Συρίας έπαιξε σε πολλά ταμπλό, δεν θεωρήθηκε «δεδομένη» και «βολική», φτάνοντας συχνά σε οριακό σημείο με τις ΗΠΑ και την ιδιότυπη ηγεσία τους. Η Ελλάδα από την άλλη, κατέληξε να έχει διαρρήξει δεσμούς και σχέσεις με οποιονδήποτε στην περιοχή δεν είναι πιστός υποτελής στους Αμερικανούς. Η ολοσχερής, τυφλή, μονομερής πρόσδεση στον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ δεν άφησε και δεν αφήνει κανένα περιθώριο πολυδιάστατης και ανεξάρτητης πολιτικής σε όφελος της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Σε αντίθεση με τη γειτονική χώρα που τελικά αντάλλαξε ακριβά την (σίγουρη) παραμονή της στο νατοϊκό στρατόπεδο με πλήθος διεκδικήσεων σε όλες τις κατευθύνσεις, η Ελλάδα θεωρείται (και είναι) απολύτως δεδομένη, πάντα υπάκουη, πάντα ασφυκτικά δεμένη στον ευρωατλαντικό άξονα, χωρίς καν υποψία διαφωνίας ή διαμαρτυρίας σε όφελος των δικών της κυριαρχικών δικαιωμάτων. Στην πολιτική αυτή της ελληνικής άρχουσας τάξης, ομονόησαν όλες οι κυβερνήσεις των μνημονίων με εξέχουσα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και Α. Τσίπρα που έκανε την Ελλάδα περισσότερο από ποτέ πειθήνιο όργανο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Από τη Συμφωνία των Πρεσπών, μέχρι το κάλεσμα να γεμίσει η Ελλάδα αμερικανικές βάσεις, η ελληνική αστική πολιτική, και με αυτήν, και με την προηγούμενη κυβέρνηση, είναι μονοσήμαντα, τυφλά και άκριτα προσκολλημένη στην εξυπηρέτηση των ευρωατλαντικών συμφερόντων. Η σημερινή κατάληξη με την συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης, οι πανικόβλητες αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης, η προσφυγή στην ΕΕ ως βρεγμένη γάτα, οι επικλήσεις στο διεθνές δίκαιο και η ολική επαναφορά της γραμμής Σημίτη – Μπακογιάννη για συνεκμετάλλευση και συγκυριαρχία, με συνεπικουρία του ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύει απλώς ότι το να γίνεις Χατζηαβάτης του ιμπεριαλισμού δεν διασφαλίζει τίποτα πέρα από τον αυτοεξευτελισμό σου.

8. Επί της ουσίας, η ανακήρυξη ΑΟΖ εκ μέρους της Τουρκίας και της Λιβύης που αγνοεί όχι απλά το Καστελόριζο, αλλά την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, είναι πράξη επιθετική και επεκτατική, υπονομευτική κάθε απόπειρας ομαλής και ειρηνικής εξέλιξης. Από την άλλη, είναι προφανές ότι η ελληνική πρόθεση αναγνώρισης πλήρους επήρειας του Καστελόριζου στη διαμόρφωση των ΑΟΖ καθώς και ο περιορισμός της Τουρκίας, ήταν ανεδαφικές ονειρώξεις που δεν θα έστεκαν στα διεθνή δικαστήρια. Η διαχείριση που επιλέγει σήμερα η ελληνική αστική τάξη ενόψει των τουρκικών απαιτήσεων, είναι να επισείσει τον φόβο του πολέμου, των θερμών επεισοδίων και της στρατιωτικής εμπλοκής για να προχωρήσει κατά δόσεις σε «συνεκμετάλλευση» του Αιγαίου. Η ζύμωση, οι διεργασίες, η προετοιμασία της κοινής γνώμης, η επανεμφάνιση Σημίτη, η συναίνεση που διαμορφώνεται ανάμεσα στις αστικές δυνάμεις, δείχνουν «Χάγη» και επομένως μοίρασμα και συγκυριαρχία. Είτε με προηγούμενη επανέναρξη συνομιλιών, είτε με απευθείας προσφυγή, είτε με εκ των προτέρων αναγνώριση ζωτικών συμφερόντων της Τουρκίας στο Αιγαίο, είτε με αποδοχή των αποφάσεων του διεθνούς δικαστηρίου, η κοινή συνισταμένη του αστικού πολιτικού συστήματος είναι η συγκυριαρχία και η συνεκμετάλλευση υπό την επιστασία (και κερδοφορία) των αμερικανικών και ευρωπαϊκών πολυεθνικών. Το πρόβλημα σε αυτή τη στρατηγική είναι ότι η συγκυριαρχία, πέρα από τα προφανή προβλήματα, ανοίγει τον ασκό του Αιόλου και τροφοδοτεί την όρεξη για μια ευρύτερη ρευστοποίηση και διαδοχικές αναθεωρήσεις. Τα σύνορα, η εθνική ακεραιότητα, τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν είναι ιδεολογική κατασκευή. Αποτελούν ιστορική δημιουργία. Ορίζουν συσχετισμούς, διαμορφώνουν πραγματικότητες, παράγουν υλικά αποτελέσματα. Το να παριστάνει κανείς τη στρουθοκάμηλο λέγοντας ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν είναι λύση. Δεν είναι λύση επίσης η προσφυγή σε πολεμοκάπηλες και επικίνδυνες για τους λαούς και τη νεολαία πολιτικές. Ενίοτε οι οξύνσεις οδηγούν σε πολεμικά επεισόδια και μάλιστα ακριβά σε φόρο αίματος. Δεν είναι λύση τέλος, η υπέρβαση των διλημμάτων από περιβαλλοντική και ενεργειακά εναλλακτική σκοπιά, καθώς –αν και το ζήτημα των περιβαλλοντικών κινδύνων είναι σημαντικότατο– οι ελληνοτουρκικές σχέσεις οξύνονται με αφορμή και όχι μοναδική αιτία την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Η γραμμή της μη εκμετάλλευσης μετατοπίζει απλώς την καυτή πατάτα, παρόλο που σήμερα, υπό αυτούς τους συσχετισμούς, κανείς λαός της περιοχής δεν έχει συμφέρον από το να μετατραπεί η Ανατολική Μεσόγειος σε πεδίο εξορύξεων.

9. Το συμφέρον του ελληνικού λαού και των λαών της περιοχής, άρα και το καθήκον της Αριστεράς, είναι να αποτραπεί κάθε πολεμική περιπέτεια και στρατιωτική εμπλοκή, να μην ρευστοποιηθεί η εθνική κυριαρχία, να μην επιτραπεί η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, να μην δικαιωθεί ο αναθεωρητισμός, να μην τροφοδοτηθούν νέες διεκδικήσεις και επιθετικές ενέργειες, να μην βαθύνει η ιμπεριαλιστική κυριαρχία και εκμετάλλευση. Η παραπάνω εξίσωση όμως δεν έχει λύση στο παρόν πλαίσιο. Το πλαίσιο που ορίζεται από την ιμπεριαλιστική εμπλοκή, τον αναθεωρητισμό σε σύνορα και κυριαρχικά δικαιώματα, την υποτέλεια στις ΗΠΑ και την ΕΕ, δεν επιτρέπει τη μόνιμη, ομαλή και ειρηνική λύση του προβλήματος. Η έξοδος από αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο είναι η μοναδική λύση. Απαιτεί όμως κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς, φιλολαϊκές ανατροπές, αντιμπεριαλιστικό και διεθνιστικό αγώνα. Πράγματα δηλαδή που προκαλούν αναφυλαξία στην αστική πολιτική τάξη. Και κατευθύνσεις που οφείλουν να συγκροτήσουν μια αδύναμη σήμερα, αναξιόπιστη και σε σύγχυση (και για αυτό το θέμα) Αριστερά. Δεν γίνεται η Ελλάδα να είναι ο πρόθυμος αυτόχειρας με συμφωνίες για πλεονάσματα και λιτότητα για 40 χρόνια, για τα συμφέροντα των δανειστών. Να είναι πρόθυμη αποθήκη ψυχών της Ευρώπης στη διαχείριση του μεταναστευτικού, ο διαμεσολαβητής για την ένταξη των δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ, ο καλύτερος πελάτης των εμπόρων όπλων των ευρωατλαντικών συμφερόντων. Και ενώ είναι όλα αυτά, Μέρκελ, Πάιατ και λοιποί «σύμμαχοι» δηλώνουν “no comment” στο πρόσφατο μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης. Ποια μεγαλύτερη απόδειξη ότι η εμμονή στον ευρωατλαντισμό συσσωρεύει νέα αδιέξοδα; Το λαϊκό κίνημα πρέπει να απαιτήσει «να σταματήσουμε να είμαστε το οικόπεδο ΗΠΑ-ΕΕ», «κυρίαρχη πολιτική – βέτο σε όργανα ΕΕ και ΝΑΤΟ», «καμία αναμονή από τους ψεύτικούς φίλους μας», «καμία εμπιστοσύνη στις πολυεθνικές εξορύξεων και στους ιμπερια-ληστές – έξω τώρα από τις ελληνικές θάλασσες»», «καταγγελία του μνημονίου Τουρκίας-Λιβύης», «εφαρμογή δικαιώματος για ανακήρυξη ΑΟΖ, με βάση το διεθνές δίκαιο».

Χωρίς κόμματα, μέτωπα και κινήματα αντιιμπεριαλιστικά και υπέρ της φιλίας των λαών και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, δεν μπορεί να υπάρξει και να κυριαρχήσει μια ανεξάρτητη πολυδιαστατη και φιλειρηνική πολιτική.

Και έχει αποδειχθεί στην ιστορία του 20ου αιώνα ότι τέτοια κινήματα μπορούν να οργανωθούν μόνο από το κίνημα που αμφισβητεί το σύστημα στο σύνολό του, αναγνωρίζει τον ιμπεριαλισμό ως τον βασικό εχθρό των λαών, κάνει συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης γύρω από τα εθνικά ζητήματα