Άρθρα

Κινδυνεύει η ευρωπαϊκή δημοκρατία με τη Λεπέν; Πλάκα κάνετε;

Η Ευρώπη είναι σε βαθιά υπαρξιακή κρίση, το μεταπολεμικό σύστημα πολιτικής αντιπροσώπευσης έχει διαρραγεί, και οι γαλλικές εκλογές το επιβεβαίωσαν για μια ακόμα φορά. Η Γαλλία, όπως και κάθε ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ίσως με πιο εκφραστικό τρόπο, δείχνει το θυμό, την απογοήτευση και την οργή της. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. 

Ούτε ο Διαφωτισμός κινδυνεύει, ούτε η Δημοκρατία. Έχουν άλλωστε ήδη εκτελεστεί εν ψυχρώ, από όσους σήμερα παριστάνουν τους ανήσυχους και καλούν σε συσπείρωση γύρω από τον Μακρόν. Η σημερινή Δύση δεν έχει αφήσει τίποτα σώο από την προοδευτική κληρονομιά των περασμένων αιώνων. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο για να το γκρεμίσει η Λεπέν. Η δουλειά έχει γίνει. 

Ανησυχούν μήπως η ακροδεξιά Λεπέν αναιρέσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις, αυτοί, που στην Ουκρανία πριμοδότησαν, εξέθρεψαν και νομιμοποίησαν τα ναζιστικά τάγματα της εθνικιστικής καθαρότητας. Μα τι εκλεκτικισμός είναι αυτός;

Πρώτα, εξίσωσαν τον κομμουνισμό με τον ναζισμό. Μετά, αναθεώρησαν την ιστορία. Ενοχοποίησαν ή και απαγόρευσαν κάθε αναφορά στο σοσιαλιστικό παρελθόν. Εξέθρεψαν το νεοναζιστικό φαινόμενο στο όνομα της αποκομμουνιστικοποίησης. Και σήμερα υιοθετούν, χειροκροτούν, χρηματοδοτούν και εξοπλίζουν τα ναζιστικά τάγματα. Για αυτούς, μπροστά στον Πούτιν, ο Χίτλερ είναι πταίσμα. 

Να μας συγχωρείτε λοιπόν, αλλά δεν μοιραζόμαστε τον τρόμο τους. Συγκρινόμενη με τον ουκρανικό ναζισμό, η Λεπέν είναι αρσακειάδα.

Φυσικά, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η Λεπέν μοιάζει ξένη. Μοιάζει αλλά δεν είναι. Γιατί δίπλα στις ξενοφοβικές και ομοφοβικές πλευρές της ακροδεξιάς, υπάρχουν οι δηλώσεις πίστης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στην ελεύθερη αγορά και στην ευρωατλαντική στρατηγική. Ο αντισυστημισμός της Λεπέν, δεν υπάρχει, παρά μόνο ως ρητορεία.

Ακριβώς είκοσι χρόνια πριν, ο πατέρας Λεπέν ερχόταν δεύτερος πίσω από τον Σιράκ. Το σοκ διαδέχθηκε ένας “δημοκρατικός συναγερμός” από την Αριστερά μέχρι τη Δεξιά, που στοιχιζόταν πίσω από τον Σιράκ “χωρίς επιφυλάξεις”. Η εγχείρηση τότε πέτυχε, αλλά ο ασθενής στην πορεία πέθανε. 

Τα δημοκρατικά αντανακλαστικά του λαού ήρθαν πολύ γρήγορα αντιμέτωπα με μια αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή πολιτική, είτε με κεντροδεξιό, είτε με κεντροαριστερό πρόσημο. Η συγκεκριμένη εξέλιξη, κανονικοποίησε την Ακροδεξιά, και άφησε τους πάντες με την απορία τι χειρότερο θα γινόταν αν έλειπε αυτός ο “δημοκρατικός συναγερμός”.

Είκοσι χρόνια μετά, το σοκ είναι πολύ μικρότερο. Μάλλον ανύπαρκτο. Εν μέρει γιατί η Ακροδεξιά λειαίνει όλο και περισσότερο τις αιχμές της. Κυρίως όμως, γιατί η συστημική, πλειοψηφική έκφραση του πολιτικού συστήματος γεννά τόση και τέτοια απογοήτευση, που ακόμα και οι βάρβαροι φαντάζουν “μιά κάποια λύση”. 

Όσο για τους ιεροκήρυκες των ευρωπαϊκών αξιών, του Διαφωτισμού και της Δημοκρατίας, που φρίττουν μπροστά στο ενδεχόμενο της Λεπέν και ηδονίζονται με τον φιλελεύθερο Μακρόν, αρκεί μία και μόνο ερώτηση: 

Τι θα ψηφίζατε, αν στο δεύτερο γύρο περνούσε η Λεπέν με τον Μελανσόν; 

Η απάντηση είναι δεδομένη. 

Αυτή η κινούμενη ντροπή του ακραίου κέντρου, θα ψήφιζε με νύχια και με δόντια Λεπέν μην τυχόν και θιγεί η κερδοφορία των αγορών και η Ευρώπη του κεφαλαίου. 

Η Λεπέν δεν θα ήταν πλέον η ακροδεξιά πράκτορας του Πούτιν, αλλά η Πασιονάρια του νεοφιλελευθερισμού. 

Διότι άμα ο εχθρός εμφανιστεί στις πύλες, οι ναζιστικές ύαινες του Αζόφ γίνονται πατριωτικά λιοντάρια και τα ακροδεξιά όρνεα της Γαλλίας γίνονται φιλελεύθερα αρνάκια. 

Ο Διαφωτισμός και η Δημοκρατία έγιναν κουρέλια από μια ευρωπαϊκή ελίτ που επί δεκαετίες σκόρπισε απλόχερα τη φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανεργία. Οι ακροδεξιές δυνάμεις έχουν αιχμή το μεταναστευτικό αλλά βαθύτερη και υποβόσκουσα αιτία της ανόδου τους είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός που έφερε η παγκοσμιοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός. 

Λένε οι φιλελεύθεροι υποτακτικοί των ΗΠΑ ότι ο Ορμπάν ή η Λεπέν, είναι φίλοι του Πούτιν. Οι πιο ευφάνταστοι από αυτούς θεωρούν, ότι μετά τις αμερικανικές εκλογές που έφεραν τον Τραμπ, ο Πούτιν θα “κλέψει” και τις εκλογές στη Γαλλία. Εδώ ισχύει το ρητό “το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη”. Αυτός που (κατά τη γνώμη τους) σχεδόν κατατροπώθηκε στον πόλεμο με την Ουκρανία, είναι ικανός να διαμορφώνει τη λαϊκή ετυμηγορία στην Αμερική και στη Γαλλία; Θα ήταν ηλίθιοι αν δεν ήταν χυδαίοι. 

Η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή. Ο πόλεμος στην Ουκρανία την έφερε πολύ πίσω. Την καθιστά ολοκληρωτικά εξαρτώμενη από τον υπερατλαντικό σύμμαχο. Οι ηγέτες της και οι πολιτικές της δυνάμεις προτιμούν να προσχωρήσουν, ίσως και να πρωτοστατήσουν στη Νατοϊκή σταυροφορία, θυσιάζοντας την πολυδιαφημισμένη ευημερία των κοινωνιών τους. 

Όσοι αλλόφρονες φανατικοί καλούσαν τους Ευρωπαίους να πεινάσουν αλλά να μην ενδώσουν στον Πούτιν, τι ακριβώς εκλογικό αποτέλεσμα περίμεναν στη Γαλλία; Και ποιες πολιτικές εξελίξεις εγκυμονεί μια τρομακτική αύξηση στο κόστος ενέργειας, δηλαδή στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς, δηλαδή στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκων οικονομιών; 

Ακόμα και αν η Λεπέν χάσει από τον Μακρόν τη μεθεπόμενη Κυριακή, η επόμενη Λεπέν θα κερδίσει τον επόμενο Μακρόν. Γιατί πέρα από τα φληναφήματα του φιλελευθερισμού, υπάρχει και η πραγματική ζωή με τις πραγματικές της συνθήκες.

Ίσως όμως ολόκληρη η Δυση είναι σε παρακμή. Η φθίνουσα πορεία της αντανακλάται στην πρωτόγνωρη αμφισβήτηση της ηγεμονίας της, που πριν είκοσι χρόνια ήταν απολύτως δεδομένη. Δεν αμφισβητείται απλώς από τη Ρωσία. Αμφισβητείται – κυρίως – από την Κίνα, αλλά και από την Ινδία, από το Πακιστάν, από το Ιράν, από τη Βραζιλία.

Και όπως κάθε παρακμάζουσα αυτοκρατορία, η Δύση έχει τους Ούννους και τους Βησιγότθους που της αντιστοιχούν. Τον Τραμπ, τη Λεπέν, τον Ορμπάν και άλλους που θα ξεφυτρώνουν σε μια μακρά πορεία στο μέλλον. Όμως το θέμα είναι η παρακμή. Δεν είναι οι ανεμοδείκτες της. 

Να μην χαρίσουμε στην ακροδεξιά την ιδέα της ελευθερίας

Όποιος θυμάται την τελική περίοδο της προεδρίας Τραμπ και ιδιαίτερα την προεκλογική καμπάνια που οδήγησε στην ήττα του, θα παρατήρησε με πόση επιμονή ο ίδιος και το περιβάλλον των υποστηρικτών του δήλωναν ότι αποτελούν τους θεματοφύλακες της ατομικής ελευθερίας.

Freedom, η ελευθερία είναι ένα mantra για την αμερικάνικη ιστορία και κατά τη διάρκεια της μακράς σύγκρουσής της με τον κομμουνισμό, η λέξη ελευθερία χρησιμοποιήθηκε για να ταυτοποιήσει όλα αυτά που δεν ήταν κομμουνισμός. Πρώτα και κύρια, ελευθερία της αγοράς, το αντίθετο του κομμουνιστικού διευθυντισμού. Η έννοια της ελευθερίας ως υπέρτατη αξία και βασική αρχή της πολιτισμένης ύπαρξης και της ίδιας της γαλλικής επανάστασης, μεταμορφώθηκε -ήδη- κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα σε μια έννοια περί ελευθερίας ως συστατικού στοιχείου μιας συγκεκριμένης οικονομικής τάξης πραγμάτων και ενός συγκεκριμένου θεσμικού καθεστώτος. Έτσι μετατράπηκε από μια αξία που έδινε μια ταυτότητα σε μια τάξη, την αστική τάξη, σε μια αξία που έδωσε μια ταυτότητα στο κεφάλαιο, ενώ την ίδια ώρα οι κατώτερες τάξεις ύψωναν το λάβαρο που έγραφε “αλληλεγγύη”.

Αυτό που συμβαίνει όμως σήμερα είναι εντελώς διαφορετικό γιατί η ιδέα της ελευθερίας που προωθείται από την ακροδεξιά -και νομίζουμε ότι μπορούμε να εντάξουμε τον Τραμπ στο χώρο της ακροδεξιάς- πρέπει να μπορέσει να μετατατραπεί σ’ ένα αναγνωρίσιμο σύμβολο από εκείνο το “πλήθος” χωρίς ταξικά συμφραζόμενα, το οποίο και αποτελεί το προϊόν της αποσάθρωσης της μεσαίας τάξης [middle class] και τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης [working class].

Επομένως, αυτή δεν πρέπει να αντιπροσωπεύει άμεσα ένα συνώνυμο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής, οικονομικής και θεσμικής κατάστασης πραγμάτων, αλλά τη βιολογική ουσία μιας ανθρωπότητας που αναζητεί την καθαρόαιμη ευημερία. Έτσι, η ελευθερία μετατρέπεται απλά σε δικαίωμα του μεμονωμένου ατόμου να κάνει ότι θέλει, όχι μόνο έξω από κάθε θεσμικό κανόνα, αρχή και τάξη πραγμάτων, αλλά και έξω από κάθε έγνοια για την ύπαρξη του άλλου. Ελευθερία σημαίνει ότι το άτομο έχει το δικαίωμα να κάνει ότι θέλει, χωρίς ν’ ανησυχεί αν η πράξη του θα ωφελήσει ή θα βλάψει τους άλλους. Άλλωστε, ο άλλος υπάρχει μονάχα ως φορέας αυτού του ίδιου δικαιώματος. Η ιδέα της ελευθερίας που υπονοείται στην αντιεμβολιαστική [no vax] στάση και προπαγάνδα είναι αυτού του είδους. Γι’ αυτό θεωρούμε ότι το αντιεμβολιαστικό κίνημα ως τέτοιο είναι -και δεν θα μπορούσε να μην είναι- μια έκφραση της ακροδεξιάς.

(Να μην συγχέουμε το αντιεμβολιαστικό κίνημα με τις διαμαρτυρίες ενάντια στην πράσινη κάρτα εισόδου [green pass]. Πρόκειται για δυο διαφορετικά πράγματα που θα εξετάσουμε ξεχωριστά. Η ανάμιξη τους παρέδωσε την ηγεσία [leadership] των διαδηλώσεων στις πλατείες στην ακροδεξιά. Αυτό φανερώνει την έκταση της σύγχυσης που επικρατεί στα μυαλά πάρα πολλών συντρόφων, παρά πολλών εργατών και καλών ανθρώπων…)

Θεωρούμε ότι το αντιεμβολιαστικό κίνημα έχει συγχυσμένες ιδέες γύρω από τα εμβόλια και τη διαχείριση τους (ούτε εμείς αλλά ούτε και ο ίδιος Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τις έχει ξακάθαρες). Στο εσωτερικό του υπάρχουν άτομα διαφορετικών και αντιτιθέμενων πολιτικών απόψεων, αλλά όλοι τους αποδέχονται, πάνω κάτω συνειδητά, ότι η ορθή ιδέα περί της ελευθερίας είναι αυτή: ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει ότι θέλει και κανένας, ακόμα και αυτός ο μηχανισμός που ονομάζεται Κράτος, δεν έχει το δικαίωμα να τον εμποδίσει.

Επομένως, το αντιεμβολιαστικό κίνημα είναι ουσιαστικά αντικρατικό κίνημα. Η έφοδος στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον τον Γενάρη του 2021 αποτελεί την πληρέστερη και πλέον εύγλωττη αναπαράσταση του. Έτσι, γίνεται κατανοητός ο λόγος για τον οποίο πολλές αναρχικές τάσεις ωθήθηκαν σε μια όσμωση με το αντιεμβολιαστικό κίνημα.

Η άρνηση του Κράτους σημαίνει την άρνηση της δημόσιας υπηρεσίας, επομένως της εγγενούς παραδοχής πως η διαχείριση της υγείας, του νερού, του σχολείου, των μετακινήσεων, της ασφάλισης κλπ, πρέπει και μπορούν να είναι δημόσια. Τα πάντα πρέπει να παραχωρηθούν στους ιδιώτες. Το αντιεμβολιαστικό κίνημα είναι μια από τις πάμπολλες συνιστώσες του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.

Καλά θα κάνουμε να απελευθερωθούμε από τα στερεότυπα που πάντοτε χρησιμοποιήσαμε για τον ορισμό της ακροδεξίας, ιδιαίτερα από τα στερεότυπα του ναζισμού ή του φασισμού. Σήμερα πρέπει να μιλάμε πλέον για ένα “νεοναζισμό χωρίς Χίτλερ”, αφού ο εθνικοσοσιαλισμός της δεκαετίας του 1930, όπως τον γνωρίσαμε πριν και μετά τις θηριωδίες του, δεν ήταν διόλου μια ατομικιστική ιδεολογία. Αντίθετα, βασιζόταν στην ιδέα της Volksgemeinschaft, της κοινότητας του λαού, και συγκεκριμένα του “γερμανικού”.

Σήμερα, ο Τραμπικός ατομικισμός έχει μια παγκόσμια διάσταση, θέλει να στέκεται στο ύψος του Ίντερνετ και από τη στιγμή που το ψηφιακό σύμπαν του διαδικτύου είναι ένα σύμπαν χωρίς θεσμικούς περιορισμούς, χωρίς μια θεσμική αρχή και χωρίς μια κανονιστική εξουσία, προσφέρεται θαυμάσια ως ο χώρος μέσα στον οποίο το φαντασιακό του ατόμου του σύγχρονου “πλήθους” αντικατοπτρίζει τις υλικές συμπεριφορές του. Μέσα στο ψηφιακό σύμπαν του διαδικτύου το άτομο πιστεύει ότι μπορεί να κάνει ότι θέλει, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να του επιβάλει κανόνες, καμία εξουσία δεν μπορεί να το πειθαρχήσει. Εκείνο είναι (αισθάνεται πως είναι) εντελώς ελεύθερο.

Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός των πολυεθνικών, το στάδιο που θεωρούσαμε ως το απώτατο μέσα στην εξέλιξη του, έχει πλέον παλιώσει. Η τάξη που επιβάλουν οι νέοι Λεβιάθαν, οι Google, Facebook, Amazon και λίγοι ακόμα αντίστοιχοι τους, αποτελεί ένα καπιταλιστικό στάδιο με αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ακριβώς ο “εκδημοκρατισμός” της πρόσβασης στην επικοινωνία, η δυνατότητα που παραχωρείται στο άτομο ώστε να επικοινωνεί με τον κόσμο και θεωρητικά να επιχειρεί στην αγορά. Το καπιταλιστικό μοντέλο των πολυεθνικών παραχωρούσε στην εταιρεία την αποκλειστικότητα της πρόσβασης στην αγορά. Την αποκλειστικότητα για τη δυνατότητα υλικής, οικονομικής επιβίωσης του ατόμου, αφού η εταιρεία ήταν η μόνη που παρήγαγε εξαρτημένη εργασία σε αντάλλαγμα του μισθού. Σήμερα, η τάση προς τον ατομικισμό, -με τη μορφή της ψυχολογίας του free lance που αποτελεί τη φιγούρα σύμβολο της εποχής μας και πρέπει να μελετηθεί προσεχτικά- ισχυροποιείται από την πεποίθηση ότι η πρόσβαση στο διαδίκτυο μπορεί να μετατραπεί σε πρόσβαση στην αγορά και επομένως στην επιβίωση, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου θεσμού, χωρίς τη μεσολάβηση της εξαρτημένης εργασίας και του μισθού.

Η καθοδήγηση της συμπεριφοράς από την πεποίθηση ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει αυτό που θέλει είναι ο πιο ριζικός τρόπος για ν’ απαρνηθείς όλες τις αξίες επάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το εργατικό κίνημα, ο σοσιαλισμός, με λίγα λόγια “η αριστερά”. Σημαίνει ν’ απαρνηθείς την αξία της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης, της κοινότητας, αξίες πάνω στις οποίες υφάνθηκαν ο κοινωνικός ιστός και η σύγκρουση.

* * *

Τούτων λεχθέντων, μπορούμε να καταπιαστούμε με τα ζητήματα που αφορούν τη δημόσια υγεία, ζητήματα που το αντιεμβολιαστικό κίνημα επιλύει μέσα από την απλούστευση τους: ο καθένας ας κάνει ότι νομίζει, η δημόσια υγεία δεν είναι δικό μου πρόβλημα, εγώ πρέπει να φροντίσω μόνο για τη δική μου υγεία, δεν υπάρχει μια επιστήμη της υγείας, άλλωστε δεν υπάρχει καν η επιστήμη, επομένως δεν μπορεί να υφισταται μια κανονιστική εξουσία βασισμένη σε κάποια υποτιθέμενη μεγαλύτερη γνώση από εκείνη που διαθέτει το ίδιο το άτομο και που ενυπάρχει συνολικά στην επιβεβαίωση της δικής του ατομικής ελευθερίας. Η ιδέα περί της καθαυτής ατομικής ελευθερίας ως γνώσης, και μάλιστα ανώτερης συγκριτικά μ’ εκείνη των θεωρούμενων “τεχνικών” -οι οποίοι εντοπίζονται πάντοτε είτε ως λειτουργοί μιας κρατικής εξουσίας είτε ως λειτουργοί των φαρμακευτικών πολυεθνικών- ισοδυναμεί με την άρνηση των αξιών της τεχνογνωσίας, της επιμόρφωσης, της έρευνας.

Ο εξτρεμισμός της σύγχρονης δεξιάς χαρακτηρίζεται από μια ηλιθιότητα και μια άγνοια που δεν συναντιούνται ούτε στις ωμότερες εκδηλώσεις του χιτλερικού ναζισμού, αφού τότε ο εθνικοσοσιαλισμός ως απόλυτη εξουσία εγγυόταν την επιβίωση της άριας φυλής, επομένως στόχευε στην πλήρη απασχόληση του γερμανικού λαού (αφού πρώτα θα είχε βγάλει από τη μέση τους πολιτικούς αντιπάλους του, τους ανάπηρους, τους ανίατους ασθενείς και τους ψυχικά άρρωστους, τις τρεις κατηγορίες του lebensunwertige Leben). Σήμερα, ο φανατικός υπερασπιστής των ατομικών ελευθεριών του, μην αναγνωρίζοντας το Κράτος ως ρυθμιστή, δεν αναγνωρίζει ούτε το κοινωνικό κράτος [welfare stateκαι επαφίεται εξ’ ολοκλήρου και ασυνείδητα στην αγορά, η οποία δεν παραλείπει να τον στύψει καταδικάζοντας τόν σε μια επισφαλή ύπαρξη φτωχού εργαζόμενου [working poor].

Το αντιεμβολιαστικό κίνημα δεν έχει ιδέα γύρω από την υγεία ή τη δημόσια υγιεινή. Αυτό συμβαίνει γιατί η διάσταση του συλλογικού τού είναι εντελώς ανοίκεια, όπως ανοίκεια τού είναι και η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο εκείνοι που ανακαλούν εντελώς διαφορετικές αξίες, αξίες γενικά “αριστερές’, πρέπει να συμπαραταχθούν και να ακολουθήσουν αυτό τη συμμορία ανεύθυνων και επικίνδυνων ατόμων.

Αυτή η υπαγμένη συμπεριφορά είναι ακόμα περισσότερο απαράδεκτη και -εν μέρει- ακατανόητη, αφού στη δική μας παράδοση εμπειριών, αγώνων, σκεπτικών και ερευνών, τόσο το πρόβλημα της δημόσιας υγείας όσο και το πρόβλημα των επιδημιών, τέθηκαν επί μακρόν και ξεψαχνίστηκαν. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα είχε αναπτυχθεί εκείνο το “κίνημα αγώνα για την υγεία”, το οποίο βρήκε τα πρώτα ερεθίσματα του μέσα από το περιοδικό Sapere [Γνώση] που διευθυνόταν από τον Giulio Maccacaro. Εκείνο το κίνημα έδωσε πολιτικές και νομικές μάχες που οδήγησαν στη θέσπιση αποζημίωσης για τους κινδύνους που διατρέχουν οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε συγκεκριμένες τοξικές ουσίες (αμίαντοτετρααιθύλιο μολύβδου, χλώριο βινυλίου, βεταναφθυλαμίνη κλπ), το δικαίωμα στην αποζημίωση και τη δίωξη των υπεύθυνων για τις βλάβες και το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Ήταν ένα κίνημα που στόχευε στη συγκρότηση υγειονομικών λειτουργών στα εδάφη, για να πολεμηθεί η θρασύτητα των φαρμακευτικών εταιριών και βιομηχανιών που αρνούνται τις ξεκάθαρες ζημιές που προκαλούν οι δραστηριότητες τους και χρηματοδοτούν αφειδώς κατευθυνόμενες έρευνες για να αποδείξουν την ανυπαρξία κινδύνου. Ένα κίνημα που είχε γεννηθεί για να παλέψει ενάντια σε ένα μοντέλο δημόσιας υγείας, βασισμένο αποκλειστικά σε μεγάλα υπερεξιδεικευμένα νοσοκομειακά συγκροτήματα και ιδιωτικές κλινικές, στην υπηρεσία εκείνων που μπορούν να πληρώσουν τις πολυδάπανες θεραπείες.

Αυτός είναι ο πλούτος των εμπειριών και των γνώσεων που μας άφησε για κληρονομιά το κίνημα των κοινωνικών αγώνων της δεκαετίας του 1970. Ένας πλούτος που ανανεώνεται από γενιά σε γενιά. Εμείς δεν έχουμε ανάγκη να καταφύγουμε σε συγχυσμένες θεωρίες συνωμοσίας για να καταγγείλουμε τα πάμπολλα εγκλήματα που διαπράττουν οι φαρμακευτικές εταιρίες. Μας αρκεί η καταφυγή στη μαρξική έννοια του κέρδους.

ΥΓ: Μετά τη φασιστική έφοδο στην έδρα της Γενικής Ιταλικής Συνομοσπονδίας Εργασίας [CGILστη Ρώμη, από διάφορες πλευρές τέθηκε το αίτημα για να βγει εκτός νόμου η Forza Nuova. Είμαστε αντίθετοι. Γιατί; Εδώ και αρκετά χρόνια, το πρόβλημα της αναγέννησης της φασιστικής πίστης στην Ιταλία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Η αριστερά, οι εφημερίδες, μεγάλο μέρος των διανοούμενων, το δικαστικό σώμα, όχι μόνο αγνόησαν αυτό το πρόβλημα αλλά υπoστήριξαν τη χειρότερη επάνοδο της ακροδεξιάς, όπως στην περίπτωση των βαράθρων [foibe] [1]Βγάζοντας εκτός νόμου τη Forza Nuova νομίζουν ότι θα λύσουν το πρόβλημα ενώ θα συνεχίσουν να το αγνοούν, να παριστάνουν ότι δεν υπάρχει. Όχι. Η Forza Nuova και οι χειρότερες νεοναζιστικές γκρούπες πρέπει να μπορούν να δρουν ελεύθερα, αρκεί η αστυνομία να τις αντιμετωπίζει όπως αντιμετωπίζει και τους απεργούς εργάτες. Τα υπόλοιπα είναι δική μας δουλειά, δική μας ευθύνη να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες όπου θα απομονωθούν και θα ηττηθούν.


[*Βιογραφικό σημείωμα του Σέρτζιο Μπολόνια (από την ελληνική έκδοση της μελέτης του “Ναζισμός και Εργατική Τάξη. Κρίση, Κράτος Πρόνοιας και Αντιφασιστική Βία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου” [εκδόσεις antifa scripta. Β’ έκδοση. Αθήνα, 2012].

Ζει στην Ιταλία και είναι γνωστός για την ενεργό συμμετοχή του από τη δεκαετία του 1960 στο ρεύμα των εργατιστών και μετέπειτα, κατά τη δεκαετία του 1970, στην εργατική αυτονομία. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της οργάνωσης “Εργατική Εξουσία” [Potere Operaio] και μαζί με τον Αντόνιο Νέγκρι και τον Φράνκο Πιπέρνο συγκρότησαν την πρώτη γενική γραμματεία της οργάνωσης το 1969. Από την οργάνωση αποχώρησε το 1970. Την περίοδο 1960 και 1970 συμμετείχε σε αρκετά περιοδικά (Quaderni Rossi, Cronache Operaia, Quaderni Piacentini, Linea di Massa) όπου συνεισέφερε με γόνιμες αναλύσεις σχετικά με την καπιταλιστική ανάπτυξη, τις νέες εργατικές φιγούρες, τη μορφή του κράτους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τους κύκλους αγώνων στην Ιταλία και το νόημα της εργατικής αυτονομίας. Μια τέτοια ανάλυση, και ίσως η πιο γνωστή στα μέρη μας, είναι η “Φυλή των Τυφλοπόντικων”, που δημοσιεύτηκε την άνοιξη του 1977 στην ιστορική επιθεώρηση Primo Maggio, την οποία ίδρυσε ο ίδιος το 1973. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Τρέντο και ως καθηγητής Ιστορίας του Εργατικού Κινήματος στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Πρόσφατα ασχολείται με τις αλλαγές που σημειώνονται με την ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα, τις νέες φιγούρες των διανοητικών εργατών, τους επισφαλείς εργάτες και τα προβλήματα της συλλογικής τους οργάνωσης. Αρθρογραφεί επίσης στην εφημερίδα “Manifesto” .

[1Ως “σφαγές των βαράθρων [foibe]” έχουν καταγραφεί ιστορικά οι πολύνεκρες επιχειρήσεις αντιποίνων που εξάπελυσαν στην τελική φάση και αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι κατά των ιταλικών στρατευμάτων (αλλά και αμάχων) στις περιοχές της Βενετίας – Τζούλια, του Κουαρνάρο και της Δαλματίας.

Πηγή: www.officinaprimomaggio.eu

Αναδημοσίευση από Προλεταριακή Πρωτοβουλία

Ένα διαρκές ρατσιστικό έγκλημα

Η δολοφονία ενός νέου ανθρώπου στο Πέραμα και η προσπάθεια κυβέρνησης-ΜΜΕ να ξεπλύνουν τους δράστες αστυνομικούς ή να τους ρίξουν στα μαλακά, δείχνουν πως η κοινωνική ζωή μπαίνει σε νέα φάση. Πλέον, η διαμόρφωση ενιαίου κέντρου κυβέρνησης-καναλαρχών- αστυνομίας, είναι προϋπόθεση με την ενισχυτική πολιτική προσθήκη των δυνάμεων της ακροδεξιάς Βελόπουλου – Τζίμερου και τις νεοφασιστικές και ρατσιστικές ομάδες που συντάσσονται υπό το σύνθημα: «είμαστε όλοι Δίας κάτω τα χέρια από την αστυνομία».

Η κυβέρνηση μέσω του Άδωνη Γεωργιάδη αρχικά και του Τάκη Θεοδωρικάκου εν συνεχεία, με άμεση οδηγία, υπέδειξε στους δικαστές την απόφαση που πρέπει να πάρουν και γι’ αυτό κατόπιν τους συγχαίρει καθώς έπραξαν σωστά αφήνοντας ελεύθερους του δράστες της διαπιστωμένης δολοφονίας του Νίκου Σαμπάνη. Η απόφαση των δικαστών συνιστά επιβεβαίωση της ρήσης ότι η δικαιοσύνη είναι σαν τα φίδια που δαγκώνουν μόνο τους ξυπόλυτους.

Η κυβέρνηση με τη στάση της κατέστησε σαφές στο ακροδεξιό της ακροατήριο πως είναι η γνήσια πολιτική εκπρόσωπός του και δεν θ’ αφήσει τους Βελόπουλους και Τζίμερους να πάρουν το κομμάτι από την πίτα της εθνικοπατριωτικής …μαυρίλας.

Όμως, δεν περιορίζεται μόνο στο να διευρύνει το ακροδεξιό ακροατήριο της, επιδιώκει κάτι πολύ μεγαλύτερο: Την βαθύτερη σύνδεση με εκείνα τα κομμάτια της κοινωνίας τα οποία μπορεί να μην έχουν δεξιές ή ακροδεξιές αντιλήψεις είναι όμως υπέρ της πολιτικής του «νόμου και της τάξης». Καταδικάζουν τη «βία από όπου και αν προέρχεται», αλλά  όχι εκείνη που προέρχεται από αστυνομικά όπλα και άλλα μέσα. Είναι αυτοί που ανεξάρτητα τι ψηφίζουν χαρακτηρίζονται για τις συντηρητικές και φοβικές τους απόψεις σε ό,τι διαταράσσει την ομοιομορφία και την τάξη που απαιτούν οι συνήθειες τους και η υποταγή τους στο σύστημα, οι λεγόμενοι κυρ-Παντελήδες.

Είναι όσοι ξεκινούν μια συνομιλία με το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά…». Είναι όσοι διερωτώνταν όταν δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος «τι γύρευε ένα δεκαπεντάχρονος στα Εξάρχεια;», όσοι δικαίωναν τους δολοφόνους του Ζακ με ερωτήματα του είδους «αν έμπαινε στο μαγαζί σου ένα πρεζόνι να σε κλέψει εσύ τι θα έκανες;», όσοι δικαιώνουν τους «νοικοκυραίους» όταν πυροβολούν στο ψαχνό γιατί τους κλέψανε καρπούζια από το μποστάνι και κότες από το κοτέτσι. Είναι εκείνοι που για τις γυναικοκτονίες και τους βιασμούς διερωτώνται αν έχει και το θύμα μερίδιο ευθύνης ή τι φορούσε.

Αυτό το κομμάτι της κοινωνίας βρίσκεται κατά πως φαίνεται σε όλο το πολιτικό φάσμα, φυσικά πρωτίστως στα κόμματα εξουσίας, αλλά, καθώς η Αριστερά έχει αποϊδεολογικοποιήσει το λόγο της, και στην Αριστερά, αν και φυσικά πολύ λιγότερο. Εξ ου και η απορία πολλών από εμάς όταν διαπιστώσαμε με έκπληξη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι και άνθρωποι που δηλώνουν πως βρίσκονται στην «από εδώ» μεριά, είτε καλυμμένα είτε με κάποια μορφή ερωτημάτων ή ουδετερότητας, δεν καταδίκαζαν ανοικτά και καθαρά την βάρβαρη δολοφονία ενός νέου ανθρώπου.

Είναι οι ίδιοι που στην βάρβαρη καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, στο ξύλο που πέφτει συνεχώς τελευταία στις πορείες, στις απροκάλυπτες επιθέσεις των μπάτσων ακόμα και σε περαστικούς στα Εξάρχεια απαντάνε: «εντάξει και γιατί 100 νοματαίοι να κλείνουν τους δρόμους;». Αλλά και πολλές άλλες υποκατηγορίες που δεν έχει νόημα να τις αναφέρουμε αφού τους συναντάμε παντού στην δουλειά, στην αναμονή έξω από ιατρεία, στο σούπερ μάρκετ, κ.λπ.

Είναι όμως αυτό το πραγματικό στίγμα της κοινωνίας; Δηλαδή έχουμε μια βαθιά συντηρητικοποιημένη κοινωνία όπου τούτα τα ρεύματα είναι πλειοψηφικά; Προφανώς είναι μια τάση που ενισχύεται. Την οποία ευνοεί η κοινωνική κρίση και τα πολιτικά αδιέξοδα.

Ωστόσο, δεν μπορεί να στεκόμαστε μόνο στην μια όψη της εικόνας. Εκείνη που δείχνουν τα πρόσφατα παραδείγματα της Νέας Σμύρνης, των Ντελιβεράδων της μαζικής κινητοποίησης των εκπαιδευτικών αλλά και τις μικρές και μεγάλες μάχες που δίνονται στους υγειονομικούς και σε τόπους δουλειάς και αποτελούν την άλλη πλευρά της εικόνας. Το ερώτημα είναι ποιο από τα δυο καθορίζει και σφραγίζει τις συνειδήσεις των μαζών;

Το φαινόμενο είναι διαχρονικό και, σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με την παρέμβαση των δυνάμεων της Αριστεράς στα προβλήματα που αναδεικνύει κάθε φορά η αστική πολιτική και η ταξική πάλη. Οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες βάζουν τη σφραγίδα τους και σε πολλές άλλες κοινωνικές διεργασίες, αν όμως δεν βρουν πολιτική έκφραση περιορίζονται. Και όσο η μαχόμενη, αντικαπιταλιστική, κομμουνιστική Αριστερά δεν κατορθώνει να διατυπώσει πειστική συνολική πρόταση για τα άμεσα και μακροπρόθεσμα προβλήματα της κοινωνίας, περιοριζόμενη είτε στον δικαιωματισμό είτε απλά στην κομματική της αναπαραγωγή, τόσο τα προβλήματα αυτά θα μένουν άλυτα και το συντηρητικό ρεύμα θα μεγαλώνει.

Το παρακάτω παράδειγμα νομίζω είναι χαρακτηριστικό, τηρούμενων των χρονικών αναλογιών φυσικά.

Στις δημοτικές εκλογές στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στον Δήμο Αγίας Βαρβάρας ο υποψήφιος της Δεξιάς είχε ως κεντρικό προεκλογικό σύνθημα «έξω οι Γύφτοι από την Αγία Βαρβάρα». Σε εκείνες τις εκλογές η παράταξη της Δεξιάς πήρε κοντά 40% , ενώ η αμέσως επόμενη παράταξη που υποστηριζόταν από το ΚΚΕ με υποψήφιο δήμαρχο τον Μ. Σουλιμιώτη πήρε μόλις 25%. Στο δεύτερο γύρο όλοι οι άλλοι συνδυασμοί, ψήφισαν τον Μ. Σουλιμιώτη εκλέγοντας τον δήμαρχο της πόλης. Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι ένα μόνο μικρό μέρος των 6.000 περίπου τσιγγάνων ψήφισαν, γιατί μέχρι το 1981 δεν είχαν δικαίωμα αφού καταγραφόταν ως αλλοδαποί.

Για μια φτωχογειτονιά όπως η Αγία Βαρβάρα που πριν την χούντα είχε συνεχώς αριστερούς Δημάρχους το μεγάλο ποσοστό που πήρε ο συγκεκριμένος υποψήφιος προβλημάτισε πολύ εκείνη την εποχή, γιατί συνδεόταν με υπαρκτά προβλήματα που πάνω τους πατούσε το αφήγημα να φύγουν από την πόλη οι τσιγγάνοι.

Γιατί οι περιοχές που είχαν τα παραπήγματα τους ήταν δίπλα σε βρωμερά ρέματα, χωρίς τρεχούμενο νερό και ρεύμα, χωρίς δρόμους, χωρίς καμιά στοιχειώδη υποδομή. Ο τσιγγάνικος «μαχαλάς» λοιπόν ήταν όνειδος για το μέσο κάτοικο της πόλης. Έχαναν αξία οι περιουσίες τους ισχυρίζονταν, ενώ τα ελάχιστα τσιγγανάκια που πήγαιναν σχολείο αντιμετώπιζαν την επιφυλακτικότητα των άλλων παιδιών, καθώς οι γονείς τα δασκάλευαν να μην τα πλησιάζουν γιατί μπορεί να έχουν αρρώστιες.

Εκείνη η δημοτική αρχή κατόρθωσε μαζί φυσικά με τους τσιγγάνους να αντιστρέψει την κατάσταση με διάφορες παρεμβάσεις, τόσο σε υλικοτεχνικές υποδομές όσο και σε πολιτιστικές, με κυρίαρχη την μάχη για να πάνε τα παιδιά στο σχολείο. Όλα τα παραπάνω δημιούργησαν προϋποθέσεις μέσα από τεράστιες δυσκολίες και πισωγυρίσματα η συγκεκριμένη κατηγορία συμπολιτών μας να βρει την θέση της στην κοινωνία της πόλης.

Εξαλείφτηκε λοιπόν ο ρατσισμός στην Αγία Βαρβάρα; Όχι φυσικά! Αλλά είναι έρπων και βουβός γιατί δεν του δίνεται η δυνατότητα να εκφραστεί. Όχι γιατί υπάρχει κάποιο ρωμαλέο αντιρατσιστικό κίνημα στην πόλη αλλά γιατί οι τσιγγάνοι μπορούν να ανατρέψουν τα ρατσιστικά στερεότυπα με την ίδια τους την παρουσία και συμμετοχή σε μια κοινωνία που στην μεγάλη τους πλειοψηφία είναι εργατόκοσμος.

Αυτή την δυνατότητα οι Ρομά του Ασπρόπυργου, της Κορίνθου, του Μενιδίου κ.λπ. δεν την είχαν, ούτε την έχουν από καμιά κυβέρνηση. Και εδώ νομίζω ότι πρέπει να επικεντρώσουμε μαζί φυσικά με τις καταγγελίες και κινητοποιήσεις ενάντια στην καταστολή και το φασιστικό φίδι που καραδοκεί μέσα στα σπλάχνα της θεωρίας του «νόμου και της τάξης».

Ως Αριστερά μαζί με τα παραπάνω χρειάζεται να επεξεργαστούμε προτάσεις που θα συμβάλουν σε παρεμβάσεις στην κοινότητα των Ρομά, τις συνθήκες ζωής τους, την εκτόπιση από τον κοινωνικό ιστό, την ακραία φτώχεια κι ανεργία, με ειδική παρέμβαση στα παιδιά και τους νέους ανθρώπους. Με στόχο να σπάσει ο φαύλος κύκλος υποβάθμιση-γκετοποίηση-εγκληματικότητα.

Σε μια κοινωνική ομάδα που πολλά παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο, τα κορίτσια παντρεύονται 13 και 14 χρονών, προέχουν τα αιτήματα που θα συνδέονται με την μόρφωση, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, την εργασία. Για τον κοινό αγώνα, πέρα από φυλή, θρησκεία, χρώμα, ενάντια στο σύστημα που γεννά φτώχεια, καταπίεση, εκμετάλλευση, ρατσισμό.

Πηγή: ΚΟΜΜΟΝ

Η συνωμοσία των συνωμοσιολόγων

Όταν τον Ιανουάριο του 2020 ξεκινούσε το παγκόσμιο δράμα της πανδημίας του Covid-19 σαν μακρινές ιστορίες, είχα φοβηθεί μήπως επικρατούσε πανικός στον πληθυσμό και τρομολαγνεία από τα media, όπως είχαμε δει να εξελίσσεται το “παιχνίδι” στα ‘00s. Ήδη από τον Μάρτιο του ‘20 όμως το σενάριο αποδεικνυόταν πλήρως ανεστραμμένο: το γεωστρατηγικό game έπαιζε ανάποδα, υπήρχαν οργανωμένοι πυρήνες συντονισμένης παραπληροφόρησης με σκοπό την αγνόηση του κινδύνου, την αποτυχία της προσπάθειας περιορισμού, την πρόκληση – κυριολεκτικά και σκοπούμενα – νεκρών και μιας διαρκούς έκτακτης ανάγκης.

Πρόκειται για δράση βιοτρομοκρατίας, όπου ναι μεν το βιολογικό όπλο δεν είναι “εργαστηριακό” ούτε διασπείρεται απευθείας από τους δράστες, αλλά η δράση τους ευνοεί συνειδητά την συνεχιζόμενη διασπορά και την συνεχιζόμενη υπερφόρτωση των συστημάτων υγείας μέσα από την παράσυρση ευκολόπιστων να αγνοήσουν την Επιστήμη και την Λογική. Σκοπός δε είναι η επιρροή στο πολιτικό/κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, με λίγα λόγια ο ορισμός της “τρομοκρατίας”.

Ποιοι;

Το να θεωρήσεις πως ο κάθε “πειραγμένος” Qannonίτης ή θρησκόληπτος δεισιδαίμονας (ανεξαρτήτου δόγματος) ή UFOλόγος χιπστεροκρυσταλλοθεραπευόμενος κλπ. σε όλη την υφήλιο είναι μέλος μιας παγκόσμιας συνωμοσίας είναι εξίσου γελοίο με τις δικές τους “θεωρίες” – όχι, όχι. Αυτοί είναι τα χρήσιμα θύματα της δικής τους ψυχοπαθολογίας, της παθολογικής ψυχολογικής άμυνας της άρνησης απέναντι στον φόβο, την αβεβαιότητα και την τυχαιότητα του φαινομένου της ζωής που η πανδημία μας έτριψε στα μούτρα που είχαμε φτιασιδώσει με απαράδεκτη για ένα ακόμη θηλαστικό έπαρση.

Δεν είναι καν “μέλη” της οι τραγικοί κατά τόπους “οπλαρχηγοί” τους, οι αρχιψέκες αρχικλόουν ηγέτες τους, που διαρρηγνύουν ιμάτια για κάθε αντικοινωνική άρνηση που προκύπτει συντονισμένα και παγκόσμια και που αλλάζει σε εβδομαδιαία βάση: από την άρνηση της σοβαρότητας της πανδημίας, στην χρησιμότητα των περιοριστικών μέτρων, στα μέτρα ατομικής προστασίας, στον εμβολιασμό, στην συνέχιση των μέτρων, στην δυσφήμιση των Εθνικών Συστημάτων Υγείας. Ταυτόχρονα βέβαια οι ίδιοι συχνά έχουν κάνει όλα όσα εισηγείται η Επιστήμη για να προστατεύσουν εαυτούς και οικογένειες, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες που περνάνε ανεξέταστες από τους οπαδούς τους. Παντού τα ίδια “επιχειρήματα”, πάντα συγχρονισμένα. Αλλά δεν είναι καν αυτοί τα “αφεντικά”. Είναι τα χρήσιμα λαμόγια που θα έχουν κάποιο δικό τους τοπικό συμφέρον να φερθούν ανάλογα και να παρασύρουν τους παραμυθιασμένους: θες για προβλεπόμενη ψηφοθηρία, θες για πώληση εγγραφών στις “υπηρεσίες” τους, θες για ακροαματικότητα, θες για τον ατόφιο ναρκισσισμό των like στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Και τότε Ποιοι; Και πώς;

Πώς;

Όχι, όχι. Στην εποχή των big data, των trending hashtags και του Google syndication δεν χρειάζεται – και δεν πρέπει – να εμπλέξεις όλους αυτούς τους σαχλαμάρες στα πόδια σου. Αν δεν κατάλαβες τους από πάνω όρους, καλημέρα boomer, ζήτα από έναν GenZ να σου εξηγήσει. Συγγνώμη αλλά χρειάζεσαι εντατικά φροντιστήρια από το web 2.0 και δώθε, επιμορφώσου και ξαναέλα να συνεχίσεις το διάβασμα.

Όχι λοιπόν, φτάνει να τους χρηματοδοτήσεις και να τους τροφοδοτήσεις με το κατάλληλο “υλικό”. Θα βρεθούν οι “χρήσιμοι και ικανοί” σε μια διαστροφή της δαρβινικής θεωρίας που θα “διεκδικήσουν” τον κοινωνικό οικολογικό θώκο της ΨΕΚΑΣ σε κάθε κοινωνία. Όπως σοφά λένε οι Αμερικάνοι, follow the money, και για να το επεκτείνουμε στην σημερινή εποχή και διάσταση, follow the data. Έχω ξανα-αναφέρει πως από αναλύσεις δικτύου των κατά καιρούς διασπειρομένων “επιχειρημάτων” στα social media προκύπτει αβασάνιστα το συμπέρασμα πως στο επίκεντρο όλης αυτής της μπουρδολογίας βρίσκονται διεθνώς ακροδεξιά μορφώματα και τα τοπικά μεγάλα ή μικρότερα πλοκάμια τους, συχνά δε αντικρουόμενα και μεταξύ τους. Και φυσικά βρίσκεις κάπου μπλεγμένα και κομματάκια της πάλαι ποτέ Cambridge Analytica – ω τι αναπάντεχο, τυχαίο θα είναι!

Στην Ελλάδα μάλιστα βιώνουμε την αμφίβολη “πρωτοτυπία” σε αυτή την παραζάλη να πρωτοστατούν και ομάδες αυτοπροσδιοριζόμενες “στην αριστερά” – παρότι το διαζύγιο με τον ορθολογισμό και τον διαλεκτικό υλισμό είχε επέλθει για αυτούς εδώ και πολλά χρόνια (αν υπήρξε και ποτέ μια όποια σχέση τους με αυτά). Αρκετοί όμως, αν όχι όλοι, από αυτούς διατηρούν μια σχεδόν μυστικιστική σχέση λατρείας με μια χιονισμένη πρωτεύουσα της Ανατολής ενώ οι έστω συναισθηματικοί λόγοι αυτής της αφοσίωσης έχουν πάψει εδώ και 30 χρόνια! Ω τι αναπάντεχο και αυτό, τυχαίο επίσης θα είναι.

Follow the money & follow the data είπαμε, και ξαφνικά αναδύεται ένα δίκτυο σχέσεων και συνδέσεων μιας ακροδεξιάς “Διεθνούς”, είτε το παραδέχεται πως είναι τέτοια είτε όχι, αφού το “αξιακό” τους σύστημα ταυτίζεται με αυτά τα “ιδεώδη”: της απέχθειας για τον αδύναμο, της αποστροφής για την κοινωνική αλληλεγγύη και την συλλογικότητα, της αδιαφορίας για τον “μη χρήσιμο” ή τον “κοστοβόρο” κάθε τύπου και μορφής. Το μανιφέστο τους ενδύεται έναν μανδύα ψευδο-επιστημονικό και κυκλοφορεί ως τέτοιο με το όνομα Great Barrington Declaration. Κι αν σου φαίνεται παράξενο πως μια ακροδεξιά – κατά τόπους υπερβαίνουσα τις γραμμές της νεοναζιστικής – πολιτική οπτική το παίζει “επιστήμη” ίσως δεν ξέρεις, δεν θυμάσαι πως και οι ορίτζιναλ του 20ου αιώνα το ίδιο τρικ είχαν οπλοποιήσει. Ψάξε για την ευγονική στις αρχές του 20ου αιώνα και πώς πλασαριζόταν ως τάχα προοδευτική και επιστημονικά βάσιμη κοσμοθεωρία και πως αντιδραστικά εξώθησε την τότε φρέσκια Σοβιετική Ένωση να βλέπει με άσχημο μάτι την επιστημονική αλήθεια της εξελικτικής θεωρίας και να πέφτει θύμα αποφυάδων του λαμαρκισμού για μεγάλο χρονικό διάστημα (με κόστος ακόμα και ανθρώπινο μέσω αποτυχιών στις καλλιέργειες).

Ωραία όλα αυτά που μας γράφεις θα πεις, κάνουν και για το σενάριο μιας επόμενης ταινίας James Bond, αλλά αυτά θέλουν χρήμα άφθονο και δεν υπάρχει κανείς να το πετάξει για να κάνει “χαβαλέ” με την κοινωνία που βυθίζεται στον παραλογισμό και την διαρκή έκτακτη ανάγκη και με τις “παρελάσεις” από τους “στρατούς” αφιονισμένων ακροδεξιών, όσο αντικοινωνικός διαταραγμένος και αν είναι – δεν υπάρχει Goldfinger στην πραγματική ζωή. Ω, μα συμφωνώ απόλυτα. Δεν γίνεται για τον χαβαλέ…

Follow the money & follow the data και ίσως αναρωτηθείς τι κοινό έχουν consortia της βαριάς βιομηχανίας της Αμερικής, ατζέντηδες της διεθνούς καπνικής βιομηχανίας και πολιτικώς υποχείρια της χιονισμένης ανατολικής πρωτεύουσας. Εδώ πρέπει να βρεις και το γιατί – όλοι αυτοί δεν είναι Goldfingers. Ποιοι, Πώς και Γιατί;

Γιατί;

Τι έχει μεσολαβήσει από τα ‘00s έως σήμερα; Η κατάρρευση μιας τεράστιας χρηματοπιστωτικής φούσκας το ‘08 και η ουσιαστική συγκάλυψή της μέσα από το χτίσιμο μιας ακόμη μεγαλύτερης, αυτής του QE (Quantitative Easing). Πριν 20 χρόνια ο μεσοαστός που παρήγαγε αξία είχε δυνατότητες που τώρα ακόμα και η πιο υψηλή μισθωτή ελίτ δεν δύναται να ονειρευτεί. Ζούμε σε ταχύτητα δίνης την 4η βιομηχανική επανάσταση των data και της πληροφορίας, όπου ανατρέπονται παραδοσιακές οικονομίες κλίμακας, και την ταυτόχρονη προλεταριοποίηση των εξειδικευμένων, την υποδούλωση ολόκληρων πρώην προνομιούχων τμημάτων της κοινωνίας μέσα σε αόρατες φυλακές χρέους. Δέκα χρόνια μετά την έναρξη της γιγαφούσκας που κουκούλωσε την μεγαφούσκα, είναι προφανές ότι το πράγμα τελματώνει. Ήδη από το καλοκαίρι του 2019 ισχυροί οικονομικοί κύκλοι βολιδοσκοπούσαν μέσα από άρθρα την ύπαρξη ενός γεγονότος – “μαύρου κύκνου” (Black Swan) που θα αιτιολογούσε το καινούριο “πλοπ”. Μετά ήρθε η πανδημία και πάτησε όλος ο πλανήτης pause. Ή μήπως όχι;

Something’s gotta give… Όπως σωστά είχε προβλέψει ο (δισεκατομμυριούχος) Hanauer το ‘13 σε μια ομιλία TEDx – σταθμό, “έρχονται τσουγκράνες”. Και ο μόνος τρόπος για να μην έρθουν είναι να ξανανοίξουν οι κάνουλες για τους μεσοαστούς. Ο μόνος τρόπος να αποφύγεις την ανατροπή σε βάθος χρόνου είναι να θυμηθείς τον Κέινς και το New Deal. Αυτή την φορά όμως θα είναι Green New Deal, γιατί το επιβάλλουν οι καιροί, το επιβάλλει και η Επιστήμη. Εμπρός λοιπόν για την οικονομική αναγέννηση της μεσαίας τάξης μέσα από νέες τεχνολογίες, ΑΠΕ, 4η βιομηχανική επανάσταση, “ιννοβέισιο” ρε παιδί μου. Εμπρός για σεισάχθεια των δυσβάσταχτων στον σαξονικό κόσμο φοιτητικών δανείων των νέων εξειδικευμένων παραγωγών αξίας και για Universal Basic Income. Ή μήπως όχι;
Κάποιοι έχουν να χάσουν πάρα πολλά από αυτή την σωτήρια μακροπρόθεσμα για το σύστημα επιλογή. Η παλιά βιομηχανία που είναι δεμένη σε λογικές κλίμακας, η βιομηχανία και το εμπόριο που περιστρέφεται γύρω από το ορυκτό καύσιμο και την εσωτερική καύση, οι γεωστρατηγικοί παράγοντες που στο ορυκτό έχουν το ισχυρότερο τους χαρτί. Και πώς θα σταματήσεις τις τσουγκράνες που έρχονται, αν δεν αφήσεις να συμβεί το από πάνω; Απλή λύση: ακροδεξιά εκτροπή. Ακροδεξιά εκτροπή όχι μόνο από την μετάδοση των “ιδεών” μέσα από τα φερέφωνα της αντιεπιστημονικής βοθρίλας αλλά και από την διαρκή και συνεχιζόμενη έκτακτη ανάγκη των κοινωνιών και από την απαίτηση των ίδιων στο τέλος για το “μάζεμα” των πρώτων. Γιατί τότε θα είναι εύκολο το ακόλουθο τσουβάλιασμα και των “τσουγκρανοφόρων ιδεών” μαζί με τους αντικοινωνικούς. Εξάλλου το ισαποστασίτικο υπόβαθρο για αυτό το παιχνιδάκι έχει τεθεί προ πολλού. Και εδώ βλέπεις την σύγκλιση συμφερόντων αυτών που χρηματοδοτούν και πληροφοριοδοτούν την ΨΕΚΑ International.

Έχεις το Γιατί, έχεις το Πώς, έχεις και το Ποιοι. Συνέχισε να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, ω στρουθοκάμηλε!

Τι δεν κατάλαβε ο κ. Μπογδάνος και διαγράφηκε αδίκως;

Η διαγραφή Μπογδάνου έχει μια μικρή αλλά υπαρκτή σημασία για τα πολιτικά πράγματα. Φυσικά δεν εκφράζει κανενός είδους ρήξη, ούτε καν την παραμικρή, του Μητσοτάκη με το εθνικιστικό, ακροδεξιό ρεύμα. Ούτε βέβαια πρόκειται να αλλάξει στο παραμικρό η κυρίαρχη πολιτική της τοξικότητας, της θεωρίας των δύο άκρων, της συναλλαγής και συνύπαρξης του ευρωπαϊκού εκσυγχρονιστικού κοσμοπολιτισμού με τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και τον φασισμό.  

Η διαγραφή Μπογδάνου σχετίζεται με την προσπάθεια Μητσοτάκη να ισορροπήσει τη γενικευμένη ακροδεξιά εικόνα της κυβέρνησής του. Η επιμέτρηση είναι εντυπωσιακή: 

Θάνος Πλεύρης υπουργός Υγείας με μοναδικό σκοπό να συνομιλήσει, να καθησυχάσει και να συμμαζέψει τη βαθιά συντηρητική, ψεκασμένη, θρησκόληπτη και αντιεμβολιαστική “Δεξιά του Κυρίου”. 

Μάκης Βορίδης υπουργός εσωτερικών, υπεύθυνος για τις εκλογές, με διατυπωμένη κομψά την άποψή του για τις “ελαττωματικές ιδέες” της Αριστεράς, η οποία πρέπει θεσμικά να αποκλειστεί από την επαναφορά της στην εξουσία. 

Άδωνις Γεωργιάδης υπουργός Ανάπτυξης άνευ περιεχομένου, με βασικό στόχο την ενσωμάτωση του φωνακλάδικου ακροδεξιού λαϊκισμού. 

Πρόσφατα ενέσκηψε ο υφυπουργός Παιδείας Άγγελος Συρίγος που επανέφερε ατόφια τη θεωρία των δύο άκρων, εξισώνοντας την πολιτική δράση της Αριστεράς με την εγκληματική και δολοφονική δράση των νεοναζιστικών συμμοριών, κανονικοποιώντας απολύτως τη δεύτερη. Λίγες μέρες νωρίτερα αρθρογραφούσε υπέρ Μπογδάνου για τα νηπιαγωγεία του κέντρου, δικαιολογώντας εμμέσως την κίνηση του τελευταίου να δώσει ονόματα 4χρονων παιδιών στη δημοσιότητα. 

Και μην ξεχνάμε στελέχη και υπουργούς που δεν παύουν να ξαφνιάζουν με τις βαθιά συντηρητικές, οπισθοδρομικές, ακροδεξιές τους πεποιθήσεις. 

Από τη θρησκόληπτη Υπουργό Παιδείας μέχρι τον ομοφοβικό Υπουργό Δικαιοσύνης, οι υπουργικοί θώκοι έχουν κατακλυστεί από ακραία συντηρητικούς, πατριδοκάπηλους, αμόρφωτους ταγούς της εθνικοφροσύνης. 

Ο Μπογδάνος την πλήρωσε για όλους αυτούς. 

Το ακροδεξιό θερμοκήπιο που οικοδόμησε ο Κ. Μητσοτάκης ενοχλεί (χωρίς φυσικά ποτέ να απομακρύνει) το ακραίο κέντρο που όρμησε να στεγαστεί στη ΝΔ και διεκδικεί για τον εαυτό του τίτλους φιλελευθερισμού και συνταγματικής νομιμοφροσύνης. Ο εξευμενισμός του, μετά από μια μονόπαντη πορεία της κυβέρνησης προς την ακροδεξιά, ήταν αναγκαίος. Ήρθε με τη διαγραφή του πλέον αδύναμου κρίκου, πολλαπλώς εκτεθειμένου και πολιτικά φαιδρού, κ.Μπογδάνου.

Η διαγραφή επισπεύστηκε καθώς ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να αφήσει να κυκλοφορούν επί μακρόν οι αιτιάσεις ότι φλερτάρει απροκάλυπτα με την ακροδεξιά, αφήνοντας χώρο σε εσωκομματική αμφισβήτηση με μετριοπαθή κεντροδεξιό προφίλ (η οποία αντικειμενικά θα αυξάνεται όσο αυξάνεται η αναπόφευκτη κυβερνητική φθορά). 

Και επισφραγίστηκε, όταν ο Μπογδάνος σε μια ύστατη κίνηση να σώσει το τομάρι του και έχοντας πάρει το μήνυμα από την τοποθέτηση Δένδια, έβαλε στο κάδρο των ευθυνών το πρωθυπουργικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, καρφώνοντας ότι η θεσμική εκπροσώπηση του Μητσοτάκη στη Βόρεια Ελλάδα ήταν κι αυτή στις γιορτές μίσους της εθνικοφροσύνης στον Γράμμο. 

Ο Μπογδάνος επί του προκειμένου είπε την αλήθεια: Η ακροδεξιά ατζέντα, ρητορική και διολίσθηση, έχει την προσωπική σφραγίδα Μητσοτάκη. Όχι επειδή ο ίδιος ο Μητσοτάκης είναι ακροδεξιός. Κοσμοπολίτης της αρχουσας τάξης είναι. Ποσώς ενδιαφέρεται για πατρίδες, θρησκείες, Μακεδονίες και τα συναφή. 

Για να παραμείνει όμως άρχουσα η τάξη του, θα πρέπει να καλλιεργεί και να ενσωματώνει τον κοινωνικό αγριανθρωπισμό, τη μισαλλοδοξία, τη διαίρεση, την πολιτισμική και πολιτική καθυστέρηση, το μίσος προς τους αδύναμους, την υποταγή προς τους ισχυρούς. 

Δηλαδή να καλλιεργεί και να ενσωματώνει την Ακροδεξιά ως πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα. 

Πολύ περισσότερο σήμερα, που στο έδαφος της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, της πανδημίας, της χρεοκοπίας της Αριστεράς στην κυβερνώσα της εκδοχή, και της παραλυσίας της Αριστεράς στην αγωνιστική της εκδοχή, ο αγριανθρωπισμός και η καθυστέρηση κυριαρχούν, οι φασιστικές ιδέες και συμπεριφορές εξαπλώνονται. Το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να ακολουθήσει αυτή τη συντηρητική μετατόπιση.

Αυτό το σχέδιο έχει τη σφραγίδα του Μητσοτάκη. Εξ ου και τα καλλιστεία Ακροδεξιάς στην κυβέρνησή του. 

Αυτό όμως είναι κάτι που μπορεί να γίνεται, αλλά δεν πρέπει να λέγεται. 

Ο Μπογδάνος δεν το κατάλαβε, και το πλήρωσε. 

Ναζιστικοί χαιρετισμοί ΕΠΑΛ Σταυρούπολης

“Μαθήματα” από τα ΕΠΑΛ Σταυρούπολης

Τα γεγονότα στα ΕΠΑΛ Σταυρούπολης έχουν πολλά μαθήματα να μας διδάξουν. Το πρώτο είναι ότι η Χρυσή Αυγή και οι παραφυάδες τους παραμένουν ζωντανές και ενεργές, αλλά σε ένα επίπεδο πολιτικής δράσης χαμηλότερο από αυτό στο οποίο βρίσκονταν κατά την κοινοβουλευτική περίοδο των ναζί. Έχουν επιστρέψει στη δράση σε επίπεδο στρατολόγησης και οργάνωσης πυρήνων (και) σε λαϊκές γειτονιές, σε οργανωμένους οπαδούς και αλλού, προκειμένου να ανασυγκροτήσουν το δίκτυο εκφοβισμού και άσκησης επιρροής. Δεν μπορούν να ασκήσουν πολιτική επιρροή ακόμα σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, όπως τα προηγούμενα χρόνια.

Το δεύτερο είναι ότι σε αυτό το πλαίσιο, της στρατολόγησης και της ανασυγκρότησης, οι ναζιστικές ομάδες, ουδόλως στρέφονται εναντίον του υποτιθέμενου εχθρικού προς αυτές κράτους (αυτό που δήθεν τους φυλάκισε άδικα κτλ.), αλλά εναντίον εκείνων που ήταν και παραμένουν οι πραγματικοί εχθροί του ναζισμού: της αριστεράς. Το αστικό κράτος και τα σώματα ασφαλείας ιδιαίτερα, όχι μόνο δεν αποτελούν εχθρό των ναζί αλλά αναγκαίο, προστατευτικό μηχανισμό, ο οποίος με διαφόρους τρόπους θωπεύει εκ νέου τα κακομαθημένα άτακτα ξαδέρφια της επίσημης δεξιάς και του κράτους. Η στρατολόγηση γίνεται αποκλειστικά με εχθρό την αριστερά, διότι ακριβώς ο ναζισμός και αυτοί που τον ακολουθούν είναι ερωτευμένοι με την καταπιεστική, εξουσιαστική ισχύ του κράτους, στην υπερθετική της εκδοχή.

Το τρίτο είναι ότι προφανώς για λόγους εσωτερικούς τους, οι ναζιστικές ομάδες θέλουν νίκες στον δρόμο εξ ού και επέλεξαν να επιτεθούν δημοσίως. Το ποιοι ακριβώς λόγοι τους ωθούν σε αυτήν την απόφαση μένει να φανεί. Ενδεχομένως διαγκωνισμοί επιρροής ή η έλλειψη πιο “ώριμης” καθοδήγησης λόγω φυλάκισης κάποιων εκ των στελεχών της Χρυσής Αυγής.

Το τέταρτο μάθημα είναι ότι η κυβέρνηση αλλά και η ΝΔ εν γένει έχουν επιστρέψει πλησίστιες, στο ξέπλυμα της Χρυσής Αυγής δια της “θεωρίας των δύο άκρων”. Πρωταγωνιστεί μάλιστα ο υφυπουργός Συρίγος και άλλοι “κεντρώοι” (όχι τυχαία), κρατώντας στο παρασκήνιο τους συνήθεις υπόπτους της ακροδεξιάς: Πλεύρη, Μπογδάνο κ.ο.κ. Η ρητορική περί πρόκλησης και βίας (και) από τις αριστερές νεολαίες αποτελεί όχι μόνο αθώωση εμμέσως πλην σαφώς της Χρυσής Αυγής αλλά επιπλέον και μέσο ελεγχόμενου, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια, εκφασισμού ευρυτέρων μαζών. Ο “φιλήσυχος” πολίτης, οποίος δεν μπορεί να ξεχωρίσει μεταξύ πολιτικής δράσης της αριστεράς (συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί της) και ναζιστικής βίας είναι το εύφορο έδαφος της ανοχής στον ναζισμό, αν όχι της άμεσης υποστήριξης.

Το πέμπτο μάθημα είναι ότι η μόνη απάντηση στο ναζισμό είναι η πολιτικοποίηση της νεολαίας, από τον μαθητικό χώρο ακόμα, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες. Οι πολιτικές νεολαίες της αριστεράς οφείλουν να ανασυγκροτήσουν τάχιστα και αποτελεσματικά τις φοιτητικές παρατάξεις τους και τα μαθητικά τους τμήματα. Δεν υπάρχει μη πολιτικό σχολείο και δεν χρειάζεται να διαβάσει Αλτουσέρ κανείς για να το αντιληφθεί. Αρκεί να δει τα σχετικά συνταγματικά άρθρα, τα οποία προβλέπουν συγκεκριμένους, αμιγώς πολιτικούς στόχους για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Το “μη πολιτικό” σχολείο είναι σχολείο χωρίς αμφισβήτηση. Έρμαιο της εξουσίας και των σαπρόφυτων του ναζισμού. Εκείνοι που μιλούν για έξωση όλων των πολιτικών νεολαιών από τα σχολεία στρώνουν τον δρόμο στον εκφασισμό.

Το έκτο μάθημα έχει να κάνει με την τάση εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας: η αδιαφορία, η υποτίμηση και τελικά το ξερίζωμα του λαϊκού, η εγκατάλειψή του σε μια διαρκώς διευρυνόμενη απόσταση από την πολιτική και σε μια ολοένα πιο επισφαλή οικονομική και κοινωνική θέση, η τρομακτική κυριαρχία της πλέον χυδαίας πολιτιστικής υποβάθμισης κάθε βράδυ από τις τηλεοπτικές οθόνες και από τα σκουπίδια της λούμπεν μουσικής παραγωγής των ΗΠΑ, ο δηλητηριώδης και δηλητηριασμένος λόγος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η αμορφωσιά, ο βιασμός της ιστορίας, η ερήμωση του κοινωνικού, μοιραία συντηρούν και επιτείνουν τις ονειρώξεις εξουσιαστικότητας σε μέρος του πληθυσμού, οι οποίες βρίσκουν φιλόξενες αγκαλιές στο ναζισμό. Χωρίς μια μεγάλη εκστρατεία πολιτικής και πολιτιστικής αναβάθμισης, ανασυγκρότησης του κοινωνικού και γείωσης των πολιτικών οργανώσεων της αριστεράς, ο ναζισμός θα δαγκώνει ξανά και ξανά, ενώ η παραδοσιακή δεξιά θα πετυχαίνει να μας ωθεί ολοένα δεξιότερα ή και… ακροδεξιότερα.

Πηγή: Κοσμοδρόμιο

Το Πρώτο και τα υπόλοιπα ψέματα για την επάνω πλατεία και τους Αγανακτισμένους

Το έγραψε ο Πρωθυπουργός σε άρθρο του το περασμένο Σαββατοκύριακο. Το αναπαρήγαγαν οι εκπρόσωποι του κόμματος και διάφορα στελέχη, το αναμάσησαν εργολαβικά μέσα από τα χωνιά τους οι πληρωμένες πένες και το τάγμα της τηλεοπτικής και έντυπης ενημέρωσης, για να το επαναφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο μικρόψυχο μήνυμά του μετά την ανακοίνωση της καταδίκης. «Οι πλατείες του μίσους και τα θολά νερά των αντιμνημονίων» έφεραν τους ναζί της Χρυσής Αυγής. Μία ξεκάθαρα φτιαγμένη σε γραφεία επικοινωνία «γραμμή» που εάν το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας είχε την οποιαδήποτε σχέση με την αλήθεια, θα σήμανε τον εξοστρακισμό του ίδιου του Αντώνη Σαμαρά και της δράκας του. Φευ. Στην πραγματικότητα  βρισκόμαστε μπροστά σε μία συκοφαντική και δόλια παραχάραξη της ιστορίας. Και αυτό δεν μπορεί να περάσει έτσι.

Αρχικά, από την περασμένη εβδομάδα, ενόψη και στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης για την ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, έχουμε από την Νέα Δημοκρατία και την ηγεσία της τα εξής:

«Είναι αλήθεια ότι ο πολιτικός κόσμος ολιγώρησε. Αδράνησε μπροστά στον κίνδυνο που αναπτυσσόταν στα θολά νερά των «αντιμνημονίων», στις συνοικίες του μίσους και στις πλατείες των «αγανακτισμένων». Παντού όπου απλώθηκε η πιο χυδαία και αποτρόπαιη έκφραση της δημαγωγίας που είναι ο φασισμός. Κάποιοι, μάλιστα, δεν αρνήθηκαν ακόμη και να αξιοποιήσουν το αντισυστημικό προσωπείο του, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ακριβώς γι’ αυτό η Δημοκρατία χρειάστηκε καιρό για να νικήσει».
Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην Εφημερίδα των Συντακτών, 3 Οκτωβρίου 2020

«Όμως, την εποχή της ανόδου του νεοναζιστικού μορφώματος, που τρεφόταν από την οργή των πολιτών για την οικονομική κρίση, η αντίδραση των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων απέναντί του, δεν ήταν, δυστυχώς, καθολική. Κάποιοι μοιράζονταν την ίδια πλατεία σε συγκεντρώσεις εκμετάλλευσης του θυμού, αλλά και του πόνου, των πολιτών. Ψάρευαν μαζί “αγανακτισμένες” ψήφους στις συνοικίες που εξέτρεφαν το μίσος. Φορούσαν μαζί το δήθεν αντισυστημικό προσωπείο στα χρόνια της κρίσης».
Κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας, 6 Οκτωβρίου 2020

«Γιατί η Νέα Δημοκρατία πολέμησε ανέκαθεν, σταθερά και παντού τον φασισμό. Κατήγγειλε τον λαϊκισμό που τον ανέθρεψε στις πλατείες του τυφλού μίσους και της βίας. Ούτε στιγμή δεν συνέπλευσε με εκπροσώπους του, είτε σε πολιτικές επιλογές είτε σε κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες».
Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μετά την ανακοίνωση της καταδίκης, 7 Οκτωβρίου 2020

«Να μην ξεχάσουμε ποτέ ποιοι βρέθηκαν μαζί με τους νεοναζί στην πλατεία, την περίφημη πλατεία και φώναζαν συνθήματα, όχι και τόσο δημοκρατικά, όπως “να καεί να καεί τη Βουλή”. Να μην ξεχάσουμε ποτέ ποιοι ψήφισαν μαζί με τη Χρυσή Αυγή να πέσει μία κυβέρνηση και άλλες διατάξεις όπως η απλή αναλογική, η οποία έβαζε εμπόδια και έβαλε εμπόδια στην τοπική αυτοδιοίκηση».
Πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ Παύλος Μαρινάκης, 7 Οκτωβρίου στα Παραπολιτικά

«Η προσπάθεια συμψηφισμού που επιχείρησε η Αξιωματική Αντιπολίτευση δεν πιάνει τόπο για τον απλούστατο λόγο ότι οι Έλληνες έχουν και μνήμη και κρίση. Θυμούνται ποιοι ήταν στις ίδιες πλατείες εκμεταλλευόμενοι την αγωνία του κόσμου για την οικονομική κρίση. Ποιοι έριξαν την Κυβέρνηση Σαμαρά συμπράττοντας με τη Χρυσή Αυγή».
Κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, 10 Οκτωβρίου 2020 στο ΣΚΑΪ

Τα παραπάνω, μπορεί κανείς να πει πως συνοψίζονται στο πρωτοσέλιδο του Πρώτου Θέματος:

Είναι προφανές πως μετά το σύνθημα που έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στα αχνάρια του Αντώνη Σαμαρά στο φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών του περασμένου Σαββατοκύριακου, οι δηλώσεις στελεχών της Νέας Δημοκρατίας που κινούνται στο ίδιο πνεύμα είναι πολλές, όπως το ίδιο συμβαίνει με την αρθρογραφία των διαφόρων λιμπερογραφιάδων, καπιταλαμαράδων και άλλων έγκριτων. Οι πέντε δηλώσεις παραπάνω αρκούν για να δωθεί η γεύση για τον τόνο της συζήτησης, και παρότι βρίθουν ψεμάτων, σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε μόνο με το ψέμα της σύμπλευσης των Αγανακτισμένων του 2011 στην πλατεία Συντάγματος με τους ναζί της Χρυσής Αυγής. Για τα υπόλοιπα, επιφυλασσόμεθα…

«Η Χρυσή Αυγή γεννήθηκε μέσα στο κίνημα των Αγανακτισμένων, μέσα από τη βία της πλατείας Συντάγματος, μέσα από το αντιμνημόνιο και τις κοινωνικές αντιδράσεις στις πολιτικές λιτότητας της πρώτης μνημονιακής περιόδου», αυτό λέει ο πρωθυπουργός και το κόμμα του τις τελευταίες ημέρες με κάθε τρόπο. Μία ιδεολογική εκστρατεία που δεν είναι καθόλου καινούρια, αφού πρώτος μέσα από την εφημερίδα Καθημερινή την είχε κηρύξει ο καθηγητής Μαρατζίδης, που στα «γενέθλια» των Αγανακτισμένων έγραφε πως «Οι εθνικοσοσιαλιστές […] στην “άνω πλατεία”, έγιναν ένα με το πλήθος […] «Η Χρυσή Αυγή γεννήθηκε στον Άγιο Παντελεήμονα, αλλά μεγάλωσε και νομιμοποιήθηκε πολιτικά στην πλατεία Συντάγματος».

Το συνέχισαν τα προηγούμενα χρόνια διάφορα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, όπως ο αντιπρόεδρος του κόμματος, Άδωνις Γεωργιάδης, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο παλιός διευθυντής του γραφείου Τύπου και στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη, Μακάριος Λαζαρίδης, αλλά και ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός, δειλά ωστόσο κατά την περίοδο της αντιπολίτευσης. Από κοντά και η αρχηγός του όψιμα εξίσου αντιφασιστικού Κινήματος Αλλαγής, Φώφη Γεννηματά. Η διαφορά του Μαΐου του 2012 με τον Οκτώβριο του 2020, εκτός της καταδίκης της ναζιστικής συμμορίας που τότε η Καθημερινή και η πλειοψηφία των συστημικών μέσων ενημέρωσης δεν έβλεπαν να εγκληματεί στον Άγιο Παντελεήμονα, είναι πως πλέον το ψεύδος εκτοξεύεται κεντρικά.

Από τον πρωθυπουργό της χώρας, από το κυβερνόν κόμμα, και κατ’ επέκταση, από την συντριπτική πλειοψηφία της συστημικής ενημέρωσης που στέκεται πιστά στο πλευρό τους. Είτε φοβούνται την πραγματικότητα των γεγονότων που έλαβαν χώρα πριν απο εννέα χρόνια, είτε φοβούνται αυτήν που ελλοχεύει στο εγγύς μέλλον, αυτή διαφωνεί μαζί τους, τους διαψεύδει και δεν μπορεί να παραγραφεί.

Η «μαρτυρία» της Χρυσής Αυγής

Πρώτοι απ’ όλους, τα παραπάνω έχουν διαψεύσει οι ίδιοι οι χρυσαυγίτες, όπως τους έχει καταγράψει σε ανύποπτο χρόνο σε άρθρο του με αφορμή τη σύμπλευση της Νέας Δημοκρατίας με τη Χρυσή Αυγή στις πλατείες του Μακεδονικού, ο δημοσιογράφος της Εφημερίδας των Συντακτών, Δημήτρης Ψαρράς.

Στο άρθρο του «Άλλο “αγανακτισμένοι”, άλλο ναζιστές», μία σειρά από ντοκουμέντα των ίδιων των μελών της ναζιστικής συμμορίας αποδεικνύουν με τον πιο απόλυτο τρόπο, όχι απλά το «άλλοθι» της εγκληματικής οργάνωσης από την παλλαϊκή κινητοποίηση ενάντια στο πρώτο από μία σειρά στραγγαλιστικών μνημονίων. Ντοκουμέντα που αποτυπώνουν το μίσος και την απέχθεια των χρυσαυγιτών για αυτού του είδους τα κοινωνικά αντανακλαστικά, που τότε, έφεραν δεκάδες χιλιάδες πολιτών σε επαφή με τον οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό ζόφο που άπλωνε επάνω από τη χώρα η κυβέρνηση Παπανδρέου, πριν παραδώσει στην κυβέρνηση Παπαδήμου για να ετοιμάσει το έδαφος για την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά. Όλα αυτά δηλαδή που έφεραν την κυβέρνηση Τσίπρα στο τιμόνι της χώρας, πριν την σοκαριστική αλλαγή πλεύσης της «πρώτης φοράς Αριστερά».

Σταχυολογώ μόνο, καθώς τις τελευταίες ημέρες, αρκετά μέρη του εν λόγω άρθρου κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα παντοιοτρόπως. Μερικά από τα σημεία που σημείωνε τον Φεβρουάριο του 2019 ο Δ. Ψαρράς:

  • Αρθρογράφος της εφημερίδας της Χρυσής Αυγής έγραφε στις 15 Ιουνίου του 2011 πως «Πολλοί με ρωτούν για ποιο λόγο η Χρυσή Αυγή δε συμμετέχει επίσημα στις συγκεντρώσεις των “αγανακτισμένων” ή δε στηρίζει με δημοσιεύματα τις ανακοινώσεις τους και τα καλέσματά τους. Ηρθε η ώρα να ηχήσει ξεκάθαρη η απάντησή μας, σχετικά με αυτό το θέμα, έτσι ώστε οι φίλοι του κινήματός μας να μην μπερδεύονται από τον κυκεώνα πληροφοριών και δημοσιευμάτων, καθώς κάποιοι, με “διαβολικά” καλές προθέσεις, προσπαθούν να εμπλέξουν τον Λαϊκό Σύνδεσμο, με το πανηγύρι που λαμβάνει χώρα στην πλατεία Συντάγματος».
    Ο ίδιος επικαλούνταν την… απέχθεια της συμμορίας στην «γκλαμουριά και την κυρίλα», όπως και την «χάβρα του πλήθους των διαδηλωτών», στην οποία εντόπιζαν «Αλβανούς, νοικοκυραίους, λαθρομετανάστες που πουλάνε σημαιάκα, καντίνες με βρώμικα, φοιτητές ετών 29, αναρχικούς, αριστεριστές και αναμφίβολα αρκετούς Έλληνες πατριώτες» παγιδευμένους, όπως έγραφε ο συντάκτης Νίκος Φέρμας, «παγιδευμένοι στα κελεύσματα των Σειρήνων, δημιουργούν έναν εσμό από πολυφωνικές καταστάσεις, θυμίζουν το πανηγύρι που κάποτε γινόταν στη γειτονιά μας. Και όλοι αυτοί έχουν θέση σε αυτή τη διαμαρτυρία».
    «Ε ναι λοιπόν, εμείς δεν γουστάρουμε να συμμετέχουμε στο “επαναστατικό πανηγυράκι”, χτυπώντας κατσαρόλες και χορεύοντας σε ρυθμούς Αφρικής παρέα με αράπηδες λαθρομετανάστες. Εμείς δεν μπαίνουμε σε στεγανά, δεν συμμετέχουμε σε κινήσεις με όσους μας χωρίζουν ιδεολογικά χάσματα, δεν νερώνουμε το κρασί μας, δεν πουλάμε την Ιδέα μας, δεν κυνηγάμε την αγανακτισμένη ψήφο τους» έγραφε ακόμα ο συντάκτης.
  • Στην εφημερίδα της συμμορίας έγραψε και δύο εβδομάδες αργότερα ο Κασιδιάρης, παραμονές της ψήφισης του αιματηρού «Μεσοπρόθεσμου» στο όνομα του οποίου η κυβέρνηση Παπανδρέου και τα ΜΑΤ μετέτραψαν σε πεδίο πολέμου την πλατεία Συντάγματος. «Εχουμε αναφέρει επανειλημμένως πως το “κίνημα των αγανακτισμένων” είναι απόλυτα βολικό για το βρώμικο και ανθελληνικό σύστημα εξουσίας. Είναι η ανώδυνη εκτόνωση για τις πλατιές μάζες – ή τουλάχιστον για το ποσοστό εκείνο των συμπατριωτών μας, που έχει βαρεθεί να αράζει στον καναπέ του. Δεν είναι τυχαίο πως οι μαζικότερες συνάξεις αυτού του ασύνδετου και ασύντακτου πλήθους γίνονται μόνο Κυριακή βράδυ, όταν η βουλή είναι κλειστή και οι εθνοπατέρες την πέφτουν εκ του ασφαλούς στις βιλάρες τους ή τρώνε και πίνουν στην υγειά των κορόιδων».
    Τα παραπάνω επιβεβαιώνει και βίντεο που δημοσίευσε το Omniatv από ομιλία του υπαρχηγού του ναζιστικού μορφώματος τον Νοέμβριο του 2012, όπου το καταδικασμένο πλέον ηγετικό στέλεχος της εγκληματικής οργάνωσης εξηγούσε πως «Επίτηδες η Χρυσή Αυγή δεν κατεβάζει οργανωμένα μπλοκ στις συγκεντρώσεις του Συντάγματος. Επίτηδες, γιατί αν κατέβουμε εμείς οργανωμένα, θα εμφανίσουν ένα ρεμάλι, ξέρουν αυτοί ποιούς, να μας πετάξει μια μολότοφ, θα κάνουμε έναν από αυτούς κομμάτια και μετά θα λένε για μήνες μακριά απ’τη Χρυσή Αυγή…».
  • Αύγουστο του 2011 πλέον, και ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος διατράνωνε την απέχθεια του μορφώματος στις λαϊκές κινητοποιήσεις, κάνοντας λόγο για «εβραϊκό δάκτυλο» πίσω από το κίνημα των πλατειών, για «επανάσταση μαϊμού» όπου «τον ρόλο της ανώδυνης εκτόνωσης παίζουν αφελείς μάζες, καθοδηγούμενες όμως πάντοτε και ελεγχόμενες από δοκιμασμένους αγκιτάτορες της παγκοσμιοποίησης. Εμπνευστής του κινήματος ένας Εβραίος από τη Γαλλία, ο Εσέλ, ο πνευματικός πατέρας των αγανακτισμένων. Μιας πολύ βολικής αντιδράσεως για το παγκόσμιο σύστημα, την οποία κάποιοι με πολύ θράσος αποκαλούν εξέγερση».

Όπως σημειώνει ο Δ. Ψαρράς στο ίδιο άρθρο, μία ήταν η φορά που εμφανίστηκαν ακροδεξιές ομάδες στην πλατεία των Αγανακτισμένων, και αυτό συνέβη στο πλαίσιο των διήμερων απεργιακών κινητοποιήσεων κατά της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου του πρώτου μνημονίου, όταν χρυσαυγίτες και άλλες ναζιστικές γκρούπες κατέβηκαν στον δρόμο στο πλευρό της αστυνομίας. Χαρακτηριστικές οι εικόνες -τότε- ενός «συνδικαλιστή της ΕΘΕΛ» να μαλώνει τα ΜΑΤ, λίγο πριν αυτά του δώσουν «άσυλο» εντός του περιβάλλοντος χώρου του κοινοβουλίου. (Θυμηθείτε μαζί μας)

Το γεγονός πως ακόμα και στην «επάνω πλατεία» -με τις ελληνικές σημαίες, τα συνθήματα κατά της Βουλής και τις διάφορες γραφικές παρουσίες- δεν χωρούσαν οι ναζί της Χρυσής Αυγής, αποτυπώνεται και από τα ίδια τα «όργανα» που ξεπήδησαν τότε. Μπορεί να μην πραγματοποιούνταν εκεί λαϊκές συνελεύσεις όπως αυτές γύρω από το Συντριβάνι της πλατείας Συντάγματος, όμως η ίδρυση οργάνωσης υπό το όνομα «Δημοκρατικη Πατριωτικη Ενοτητα», κάθε άλλο παρά αφήνει χώρο για ναζιστές και παράγωγά τους. Στο κείμενό τους, «Όχι στην πάνω και την κάτω πλατεία», μεταξύ άλλων, περιγράφουν τα χαρακτηριστικά που θα προσδιόριζαν την φυσιογνωμία του -τότε- κινήματος:

1) Οι Αγανακτισμένοι είναι Πατριώτες. Γιατί θεωρούν πως οι διεθνείς τοκογλύφοι στοχεύουν στην κατοχή της πατρίδας τους και τη λεηλασία του εθνικού της πλούτου. Γιατί γνωρίζουν πως η πατρίδα είναι το σπίτι του λαού και χωρίς αυτό ο λαός ξεπέφτει στη δουλεία η οδηγείται στη μετανάστευση.
2) Οι Αγανακτισμένοι είναι Κοινωνικοί Αγωνιστές. Γιατί θεωρούν πως η καπιταλιστική Ελίτ στοχεύει στην κατεδάφιση των εργατικών δικαιωμάτων. Γιατί συμφωνούν ότι την τεχνητή αυτή παγκόσμια κρίση δεν πρέπει να την πληρώσουν τα χαμηλότερα στρωματά.
3) Οι Αγανακτισμένοι είναι Αμεσοδημοκράτες. Θα προσπαθήσουν να πιέσουν για ανάδειξη κυβερνήσεων που θα σεβαστούν αμεσοδημοκρατικά χαρακτηριστικά όπως δημοψηφίσματα και θεσμούς που θα ενθαρρύνουν την δραστηριοποίηση των ενεργών πολιτών ακόμη και σε θέματα ελέγχου της πολιτικής διαφθοράς.
4) Οι Αγανακτισμένοι είναι Αντιστασιακοί κατά της χρεοκρατιας που προσπαθεί να σαρώσει πατρίδες και λαούς. Οι Αγανακτισμένοι όχι μόνο θέλουν να απαλλάξουν τη χωρά τους από τις δαγκάνες ενός επαχθούς χρέους αλλά επιθυμούν την αναζωπύρωση ενός πανευρωπαϊκού κινήματος των πλατειών που θα τονίσει πως προτεραιότητα είναι η ζωή των πολιτών και όχι η ικανοποίηση των κερδοσκόπων.
5) Οι Αγανακτισμένοι είναι Αρωγοί για τη δημιουργία ενός διευρυμένου αντιμνημονιακού μετώπου και καταλύτες για την επίτευξη της ενότητας του λαού πέρα από κομματικές και παραταξιακές αγκυλώσεις σ’ αυτή τη δύσκολη ώρα. Δεν πρέπει να υπάρχουν διχαστικές λογικές αυτή τη στιγμή ούτε κατάλοιπα των εμφυλίων συνδρόμων μίσους, προχωράμε ενωμένοι και προτείνουμε σε λαό, αντιμνημονιακούς φορείς και προσωπικότητες τη συγκρότηση του κοινού μετώπου.

Συνεπώς, με βάση τα τότε γραπτά τους, οι σχέσεις επάνω πλατείας και Χρυσής Αυγής δεν βρίσκονταν επ’ ουδενί σε πλαίσιο σύμπλευσης. Τουλάχιστον τον καιρό που λάμβαναν χώρα οι «Αγανακτισμένοι», αμεσοδημοκρατία και ναζισμός μοιάζει κομματάκι δύσκολο να συμβαδίσουν. Ειδικά εάν λάβει κανείς υπόψη πως μόλις δέκα ημέρες πριν την εμφάνιση του κινήματος στην πλατεία Συντάγματος, οι χρυσαυγίτες είχαν αιματοκυλήσει την Αθήνα με την ανοχή της αστυνομίας, με περισσότερες από 500 επιθέσεις σε αλλοδαπούς, μεταξύ των οποίων και κατά του 21χρονου Αλίμ Αμπντούλ Μάναμ που δολοφονήθηκε με μαχαίρι από δύο άνδρες που τον καταδίωξαν με μηχανή, για τις οποίες επιθέσεις σήμερα η wikipedia γράφει: «Στα επεισόδια πρωτοστάτησαν στελέχη και υποστηρικτές της Χρυσής Αυγής, μεταξύ των οποίων οι Ηλίας Κασιδιάρης, Ηλίας Παναγιώταρος, Ευστάθιος Μπούκουρας & Παναγιώτης Ηλιόπουλος. Σημειώθηκαν περισσότεροι από 100 τραυματισμοί μεταναστών, επιθέσεις σε μαγαζιά αλλοδαπών και επιθέσεις σε αναρχικές καταλήψεις (κατάληψη Σκαραμαγκά & Βίλα Αμαλίας)». Για τα εγκλήματα αυτά, παρεμπιπτόντως, δεν δικάστηκε κανένας.

Τα γραπτά που μένουν

Γραπτά όμως υπάρχουν και από τον συστημικό Τύπο, που τότε αντιμετώπιζε με βιωματικού τύπου ρεπορτάζ αυτό το «περίεργο φρούτο» που παρέμενε για βδομάδες και μήνες μπροστά από το ελληνικό κοινοβούλιο, και κάθε εβδομάδα κατέβαζε δεκάδες χιλιάδες κόσμου στον δρόμο.

Μεταφέροντας λοιπόν απλώς τα δημοσιεύματα των ημερών εκείνων, διαβάζουμε:

Το protagon.gr και ο Μόδεστος Σιώτος, έγραφαν στις 8 Ιουνίου 2011 στο άρθρο με τίτλο «Η “Άνω” και η “Κάτω” Πλατεία»:

«To πάνω μέρος της Πλατείας Συντάγματος, ο δρόμος μπροστά από τη Βουλή, γεμίζει από κόσμο αποκλειστικά το απόγευμα της Παρασκευής, του Σαββάτου και της Κυριακής. Όπως είδαμε και τη τελευταία Κυριακή, ο κόσμος που κατέκλυσε το συγκεκριμένο χώρο ήταν κυρίως οικογενειάρχες, μικροαστοί, πρώην ψηφοφόροι του δικομματισμού. Ηλικιωμένοι που κατέβαιναν με ελληνικές σημαίες ή μικρά παιδιά που τους τις είχαν δώσει οι γονείς τους».

Σε ένα παρόμοιο δημοσίευμα, της εφημερίδας «το Βήμα» αυτή τη φορά, και τρεις ημέρες νωρίτερα, ο αρθρογράφος Δημήτρης Χαραλάμπους θα έγραφε για «Πλατεία… Άνω και Κάτω Συντάγματος»:

«Στα «ορεινά» της πλατείας, μπροστά από το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη, ως άλλοι θεματοφύλακες βωμών και εστιών ξεχωρίζουν ξυρισμένα κεφάλια, μπράτσα με γαλανόλευκα τατουάζ, «απολιτίκ» πιτσιρικαρία βγαλμένη από το γήπεδο, και, όταν η συγκέντρωση μεγεθύνεται, ελληνικές σημαίες. Είναι το αποκαλούμενο «πατριωτικό» κομμάτι των αγανακτισμένων, που πλην της Χρυσής Αυγής- η οποία δεν συμμετέχει, καθώς χαρακτήρισε «καρναβάλι προοδευτικών» το Σύνταγμα- περιλαμβάνει καθέναν ο οποίος ακόμη εμπνέεται από συνθήματα τύπου «η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες» και εκτιμά ότι η παρουσία του ΔΝΤ εμπίπτει σε θεωρίες συνωμοσίας. Η συνθηματολογία… μπερδεύει. Στιχάκια για ασπίδες, «ή ταν ή επί τας», ρυθμικά «Ελλάς Ελλάς» αλλά και… «Σώπα όπου να ΄ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» ή και κάλεσμα για ανυπακοή, τα οποία μόνο σε οπαδούς δεξιότερους της Δεξιάς δεν ταιριάζουν».

Οι αναφορές αυτές στον συστημικό ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο των ημερών είναι δύο μόνο στιγμιότυπα «μαρτυρίας» για τον χαρακτήρα του κόσμου που βρισκόταν στην λεγόμενη επάνω πλατεία, για την οποία η «κάτω» κατηγορείται σήμερα πως ωσμώθηκε τις ημέρες των αντιμνημονίων. Η εικόνα όμως θα μείνει μισή, εάν αφήσουμε εκτός κάδρου την μεγαλύτερη αντιπολιτευτική δύναμη εκείνων των ημερών, την Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά.

Ο πρώτος αντιμνημονιακός (και αγανακτισμένος)

Η σημερινή Νέα Δημοκρατία μπορεί να υπερηφανεύεται πως κατάφερε «με την ψήφο του ελληνικού λαού», να πετάξει έξω από το κοινοβούλιο το ναζιστικό μόρφωμα, προσθέτοντας φυσικά πως είναι αυτή που -επί Σαμαρά- το κυνήγησε. Είπαμε, τα λοιπά ψεύδη θα απαντηθούν εν καιρώ, γι’ αυτό και θα παραμείνει ασχολίαστο το τι ακριβώς πέταξε έξω από τη Βουλή όταν στη θέση τους έβαλε τον δημοσιογράφο Κωνσταντίνο Μπογδάνο της «λυτής μάνας Φύσσα και του ανθρώπινου ράκους Ρουπακιά», τον δημοσιογράφο Μπάμπη Παπαδημητρίου της «σοβαρής Χρυσής Αυγής που θα συνεργαζόταν με μια συντηρητική κυβέρνηση», τον δημοσιογράφο Δημήτρη Μαρκόπουλο που το 2012 ξέπλενε το ναζιστικό μόρφωμα γράφοντας πως «δεν μεταλλάχθηκα σε νεοφασίστα, απλά γνώρισα από κοντά τον Μιχαλολιάκο».

Ήταν 30 Μαΐου του 2011, πέντε ημέρες μετά την πρώτη των Αγανακτισμένων στις πλατείες, όταν ο αντιμνημονιακός -τότε- αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνης Σαμαράς μιλούσε στην κοινοβουλευτική του ομάδα, μόλις 20 ημέρες μετά το Ζάππειό του και το μόνο «αντιμνημόνιο» που είχε ακουστεί στη χώρα. Το αναίσχυντο Πρώτο Θέμα που σήμερα φιγουράρει με τίτλο «Στη φυλακή η πάνω πλατεία» στα περίπτερα, έγραφε τότε πως «Νέους όρους ρίχνει στο τραπέζι ο Αντώνης Σαμαράς»:

Αναφέρθηκε και στο κίνημα των αγανακτισμένων πολιτών, λέγοντας ότι «αλλαγή πολιτικής και αξιοπρέπειας ζητούν οι πολίτες, που συγκεντρώνονται κάθε μέρα και δεν είναι μόνο αγανακτισμένοι, αλλά απελπισμένοι και πρέπει να τους ακούσουμε, γιατί το κίνημά τους είναι ακομμάτιστο, ειρηνικό, ενωτικό, πανεθνικό».

Το δε αγαπημένο του Antinews αποδελτίωνε ακόμα μεγαλύτερο μέρος της τότε ομιλίας του, καθώς ο Αντ. Σαμαράς δεν είχε σταματήσει εκεί:

«Ξέρετε ποιους εννοώ: Αυτούς που μαζεύονται κάθε μέρα και δηλώνουν «αγανακτισμένοι». Είναι κάτι παραπάνω από αγανακτισμένοι: είναι απελπισμένοι! Αλλά το κίνημα τους είναι ειρηνικό, ακομμάτιστο, ενωτικό και πανεθνικό. Είναι όλοι ενωμένοι. Δεν είναι κομματικά μπλοκ. Κρατάνε ελληνικές σημαίες. Μόνο ελληνικές σημαίες! Όπως πάντα ο λαός στις δύσκολες στιγμές του, πυκνώνει τις τάξεις του γύρω από τη σημαία του που εκφράζει ενότητα και αγώνα. Σε αυτούς οφείλουμε να δώσουμε ελπίδα και προοπτική».

Το… γλυκοκοίταγμα αυτό της Νέας Δημοκρατίας και του Αντώνη Σαμαρά προς την παλλαϊκή κινητοποίηση κατά της λιτότητας και των κυβερνήσεων που χρεωκόπησαν την χώρα δεν ήταν ούτε όψιμο, ούτε παρωδικό, καθώς και πάλι οι δημόσιες δηλώσεις της εποχής αποδεικνύουν το αντίθετο. Μετά τη διήμερη απεργία – ορόσημο της 28ης και 29ης Ιουνίου του 2011, και το όργιο αστυνομικής καταστολής και κτηνωδίας που έφερε στα δικαστήρια δεκάδες αστυνομικούς των ΜΑΤ (για να αθωωθούν όλοι τον Ιούλιο του 2018 από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας), μεταξύ των ανθρώπων που τοποθετήθηκαν δημόσια προς υπεράσπιση των διαδηλωτών ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας, που τότε ήταν ο Γιάννης Μιχελάκης:

«Τα πρωτοφανή επεισόδια που διαδραματίζονται στην περιοχή της Πλατείας Συντάγματος παίρνουν απρόβλεπτες διαστάσεις […] Ο σταθμός του μετρό έχει μεταβληθεί σε θάλαμο αερίων. Αθώοι ειρηνικοί διαδηλωτές έχουν εγκλωβιστεί. Φωτιές εκδηλώνονται σε κτίρια, ενώ τα ασθενοφόρα αδυνατούν να παραλάβουν τραυματίες και συνανθρώπους μας που έχουν ανάγκη βοήθειας […] Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη αποδεικνύεται ότι δεν έχει κανένα σχέδιο αντιμετώπισης των λίγων “γνωστών αγνώστων”. Αντίθετα, καταφεύγει στην αλόγιστη χρήση χημικών, που έχουν μετατρέψει το κέντρο της πρωτεύουσας σε ‘κόλαση’. Οι ευθύνες του κ. Παπουτσή είναι αυταπόδεικτες και τεράστιες» δήλωνε τότε ο επίσημος εκπρόσωπος του κόμματος του Αντώνη Σαμαρά, έναν και πλέον μήνα από την ημέρα που οι Αγανακτισμένοι είχαν καταλάβει την πλατεία Συντάγματος.

Η συμπάθεια της Νέας Δημοκρατίας προς το κίνημα αυτό δεν κάμφθηκε ούτε από το όργιο βίας που έλαβε χώρα έπειτα με τις συχνές αστυνομικές επιθέσεις, ούτε και από την… θερινή ραστώνη, που μετά τα μέσα Αυγούστου είχε αραιώσει τον αριθμό των συμμετεχόντων, πριν επανέλθουν τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Έτσι, βρίσκουμε και τον τότε κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τον Κώστα Μαρκόπουλο, να παροτρύνει το κόμμα τους να ταχθεί με τους Αγανακτισμένους της πλατείας.

Όπως έγραφε δημοσίευμα του iefimerida στις 20 Αυγούστου του 2011, «ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ επισημαίνει πως η ΝΔ θα πρέπει να βρίσκεται πάνω στην πλατεία Συντάγματος μαζί με τους Αγανακτισμένους, οι οποίοι αντιστέκονται σε αυτό που έρχεται». Το γεγονός πως τόσο ο Κ. Μαρκόπουλος όσο και ο Γ. Μιχελάκης έχουν σήμερα «αποστάσεις» από το κυβερνόν κόμμα, δεν μοιάζει δυνατό να αλλάξει τις δημόσιες δηλώσεις τους από τα κορυφαία κομματικά αξιώματα που κατείχαν.

Και τέλος, καλό θα είναι να μην αφήνουμε έξω από τον κάδρο τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο, που ως σημαίνον στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας τότε, ήταν ο πρώτος που μίλησε δημόσια για την αντισυνταγματικότητα του πρώτου μνημονίου και του αιματηρού Μεσοπρόθεσμου, με δημοσίευμα του «Αδέσμευτου Τύπου» που επικαλούνταν δηλώσεις του να δίνει μπόλια καύσιμα στην αμφισβήτηση της πολιτικής της κυβέρνησης Παπανδρέου, με τον ίδιο να μιλά για «νομοσχέδιο κατασκεύασμα», για «κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 79 παράγραφος 8 του Συντάγματος» και για τις ποινικές διώξεις που περιμένουν τους υπουργούς της κυβέρνησης που τότε ψήφιζαν τους μνημονιακούς νόμους.

Προφανώς, η Νέα Δημοκρατία δεν αλληθώριζε τυχαία τότε προς τους Αγανακτισμένους. Όσοι θυμούνται τα τότε γεγονότα, δέκα ημέρες πριν το πρώτο κάλεσμα των αγανακτισμένων, στην επάνω πλατεία είχε τοποθετηθεί ένα πανό που έγραφε «300 Έλληνες». Έπειτα, πράγματι αρκετές ημέρες της εβδομάδας η επάνω πλατεία γέμιζε με κόσμο που οι λαϊκές συνελεύσεις και οι συλλογικότητες δεν ήταν το αγαπημένο του σημείο. Παπάδες, στρατιωτικοί και διάφοροι άλλοι γραφικοί και μη τύποι, με σημαίες, εθνικούς ύμνους αλλά και άλλα άσματα. Σύνθεση που λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω αλλά και τα εκλογικά αποτελέσματα που ακολούθησαν, μάλλον με αυτήν των Ανεξαρτήτων Ελλήνων προσομοιάζει. Οι οποίοι με τη σειρά τους, χρόνια αργότερα, αιμοδότησαν και πάλι τη Νέα Δημοκρατία.

Ως επιστέγασμα συγκάλυψης και επιχείρησης ξαναγραψίματος της ιστορίας όλων των παραπάνω ήρθε σήμερα το χυδαίο ως προς τα κινήματα των ημερών εκείνων, ανιστόρητο και δόλιο πρωτοσέλιδο του Πρώτου Θέματος. Στο άρθρο του «Επιτέλους Ενώθηκαν! Όλοι τους Εναντίον της … Χρυσής Αυγής!» λίγες ώρες πριν την καταδικαστική απόφαση, ο αρχηγός της ναζιστικής συμμορίας χρησιμοποίησε για να επιτεθεί κατά… όλων τα υποστηρικτικά σχόλια των αναγνωστών της φυλλάδας για την «άδικη δίωξή» τους. Απόδειξη του κοινού που ακόμα και σήμερα απευθύνεται η φυλλάδα. Είναι αυτός ο λόγος που για ολόκληρο πρωτοσέλιδο για το «τέλος εποχής για αγανακτισμένους» δεν βρήκε ούτε μία φωτογραφία να βάλει, αλλά χρησιμοποίησε αυτή της εγκληματικής συμμορίας από τη Βουλή;

Πιθανότατα όχι, ο λόγος είναι απλός. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω εάν αυτή η ένταση της «γραμμής» κατά τις κινητοποιήσεις εκείνων των ημερών στοχεύουν τον ίδιο τον Αντ. Σαμαρά που και τότε επιχειρούσε να τζογάρει, κατά το προσφιλές του σπορ. Πάντως, σίγουρα δεν υπάρχει τέτοια φωτογραφία, παρότι η φυλλάδα, η Νέα Δημοκρατία, ο Πρωθυπουργός και αρχηγός της μαζί με πλήθος οικονομικών παραγόντων της χώρας θα ήθελαν πολύ να υπάρχει. Αντί αυτών, υπάρχουν χιλιάδες φωτογραφίες αγνών ανθρώπων, δημοκρατών, αριστερών, αναρχικών και πολλών ακόμα που πριν από εννέα χρόνια κατέβηκαν στον δρόμο για λόγους που η σημερινή συγκυρία θυμίζει όλο και περισσότερο. Και ίσως αυτό το τελευταίο να εξηγεί πολλά για την κατά μέτωπο επίθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη εναντίον της ίδιας της πρόσφατης ιστορίας της χώρας.

Απέναντι στον κοινωνικό αγριανθρωπισμό

Τρία θα είναι τα αποτελέσματα, σε λίγους μήνες,  με βάση τη διαχείριση των κινήσεων του Ερντογάν από την ελληνική κυβέρνηση.

Πρώτον αρκετοί χιλιάδες πρόσφυγες θα έχουν περάσει τα σύνορα και θα εγκλωβιστούν στην Ελλάδα, με βαρύ φόρο αίματος. Η κατάσταση στα ελληνικά νησιά θα γίνει ακόμα πιο αφόρητη και για τους πρόσφυγες και για τους ντόπιους και αρκετές χιλιάδες θα είναι φυλακισμένοι στα κλειστά κέντρα κράτησης στην ηπειρωτική χώρα – για τα οποία θα κοπάσουν οι αντιδράσεις καθώς θα αποτελούν μια «αναγκαστική» λύση σε συνθήκες «υβριδικού πολέμου».

Δεύτερον ο Ερντογάν θα αποσπάσει ανταλλάγματα από την ΕΕ. Είτε για τη Β. Συρία, είτε για τις ΑΟΖ, είτε για το προσφυγικό. Ο μόνος που θα έχει μείνει να ισχυρίζεται ότι ο εκβιασμός δεν πέρασε θα είναι ο Μητσοτάκης και οι κονδυλοφόροι του.

Τρίτον το κοινωνικό σώμα στην Ελλάδα δεν θα είναι το ίδιο. Ο συντηρητισμός θα έχει κερδίσει περισσότερες συνειδήσεις και θα έχει δηλητηριαστεί ακόμα περισσότερο από τον ιό του αγριανθρωπισμού και του ρατσισμού.

Έχουμε ένα κοινωνικό σώμα ταλαιπωρημένο από την κρίση. Που αισθάνθηκε εθνικά ταπεινωμένο από το πως μίλαγε η Ευρώπη για τους «τεμπέληδες Έλληνες» και δύο φορές ταπεινωμένο από την αδυναμία του να σηκώσει ανάστημα – άσχετα αν σήκωσε αλλά δεν υπήρχε ηγεσία να αναλάβει την ευθύνη – το 2015 απέναντι στους δυνάστες του.

Που μετά από δύο δεκαετίες μιας εικονικής ευδαιμονίας και αποπολιτικοποίησης, κινητοποιήθηκε με την κρίση, έθεσε ερωτήματα, πίστεψε ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, για να επιστρέψει μετά το 2015 στο μηδενισμό του «όλοι ίδιοι είναι» και στο «δεν γίνεται τίποτα».

Αυτό το κοινωνικό σώμα σήμερα μπολιάζεται με αγριανθρωπισμό. Στα πλαίσια ενός φαντασιακού πολέμου στα σύνορα της χώρας με αμάχους και ξεριζωμένους – που χρησιμοποιεί ο Ερντογάν για να εκβιάσει. Προτάσεις, ιδέες και πρακτικές της ακροδεξιάς, του ρατσισμού και του φασισμού, δηλητηριάζουν συνειδήσεις. Να βουλιάξουμε τις βάρκες, να τους βάλουμε φωτιά, να τους κάνουμε τη ζωή κόλαση. Να σκοτώσουμε μερικούς για  να διαδοθεί ώστε να μην έρχονται, να τους κλείσουμε σε στρατόπεδα στη Γυάρο. Προτάσεις «καθαρής λύσης» που πριν 6-7 χρόνια ακούγονταν μόνο από τη Χρυσή Αυγή, σήμερα κυκλοφορούν στα σχολεία, στα λεωφορεία και βέβαια στα social media.

Γίνεται λοιπόν ο Έλληνας φασίστας;

Υπάρχουν αυτοί που αντιστέκονται, υπάρχει μια σιωπηρή πλειοψηφία που δεν συμφωνεί με τα καραγκιοζιλίκια ότι πολεμάμε τις λαστιχένιες βάρκες με τα γυναικόπαιδα αλλά βλέπει τον εκβιασμό Ερντογάν, δεν ακούει άλλες λύσεις, νιώθει αδύναμη και βλέπει το αδιέξοδο που έρχεται. Τέλος υπάρχει και το παραδοσιακό φασαριόζικο ακροατήριο της ακροδεξιάς που όμως απλώνει το δηλητήριο του αγριανθρωπισμού, διευρύνεται, αισθάνεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, είναι ικανό να προχωρήσει σε ενέργειες που δε θα τολμούσε παλαιότερα. Το πρόβλημα μεγαλώνει αν αυτές οι ιδέες απλώνονται και στη νεολαία. Σήμερα το πρωί μαθητές Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη προχώρησαν σε αποχή ως ένδειξη αλληλεγγύης στους φαντάρους στον Έβρο. Το πανό τους έγραφε «Σύνορα κλειστά. Έλεος σε κανέναν»…

Κατά τ’ άλλα, αύριο, στις 6 Μαρτίου είναι η παγκόσμια μέρα κατά της σχολικής βίας.

Το κυριότερο είναι ότι η κυβέρνηση όχι απλά καλύπτει, αλλά διαπαιδαγωγεί και ενθαρρύνει σε αυτήν την κατεύθυνση. Τα δε ΜΜΕ ξεσαλώνουν.

Η ρητορική για ασύμμετρη απειλή και υβριδικό πόλεμο, το γεγονός ότι η κυβέρνηση καμαρώνει που διάφοροι στα πλαίσια μιας φαντασιακής επιστράτευσης έχουν πάρει τα όπλα, οι εντολές στο λιμενικό για ενέργειες «στα όρια της νομιμότητας», συνιστούν εκπαίδευση στον κοινωνικό αγριανθρωπισμό. Γιατί φτιάχνει εικόνα πολέμου απέναντι στους ξεριζωμένους μετανάστες και πρόσφυγες και την ίδια στιγμή δεν κάνει ούτε μια διπλωματική κίνηση απέναντι στην Τουρκία, δε ζητάει καν από τις χώρες της Ε.Ε. μέτρα απέναντι στην Τουρκία, πόσο μάλλον ανάληψη ευθύνης για τη λύση του προβλήματος. Για να μην πούμε ότι προχθές με βάση ρεπορτάζ στο Έθνος πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη συνάντηση Τούρκων και Ελλήνων επιχειρηματιών – με παρουσία του Τούρκου πρόξενου – για αναβάθμιση των εμπορικών σχέσεων.

Περίεργο πράγμα ο υβριδικός πόλεμος….

Η επένδυση στον αγριανθρωπισμό μέσα από τη ρητορική ότι ο εχθρός είναι ο πρόσφυγας είναι ο μόνος τρόπος για να σταθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αλλιώς, είτε θα έπρεπε να στοχοποιήσει την Ε.Ε.-πράγμα αδύνατο για υποτελείς, είτε θα εγκλωβίζονταν πολλοί ακόμα χιλιάδες πρόσφυγες στην Ελλάδα και θα είχε να διαχειριστεί κι άλλες Μόριες.

Οι Έλληνες δεν είναι φασίστες, όμως η κυβέρνηση ενισχύει φασιστικές ιδέες και πρακτικές στον ελληνικό λαό, στη βάση ενός πραγματικού προβλήματος (μετατροπή της χώρας σε φυλακή κατατρεγμένων). Το έδαφος ήταν εύφορο, καθώς η προηγούμενη κυβέρνηση έμαθε την κοινωνία ότι «όλοι ίδιοι είναι» και ότι στο τέλος «όλοι τα ίδια κάνουν».

Λαός απογοητευμένος, λαός συμπιεσμένος, λαός χωρίς ελπίδα. Αυτό είναι το καλύτερο λίπασμα για τον εκφασισμό.

Και πάντα έτσι γινόταν. Οι κυρ Παντελήδες έκαναν  τις επαναστάσεις, οι κυρ Παντελήδες πίστεψαν και σε φασιστικές λύσεις. Σήμερα όμως, πάνω τους γράφει μια δεξιά έχει στη σημαία της ότι «τα αριστερά προγράμματα και λύσεις είτε δεν υπάρχουν είτε οδηγούν σε καταστροφές». Και έτσι προπαγανδίζει τη δική της μη-λύση ως τη μοναδική.

Το κρίσιμο πρόβλημα με τις τελευταίες εξελίξεις δεν είναι η πολιτική έκφραση της ακροδεξιάς. Αυτή καλύπτεται πλέον ανοικτά από τη ΝΔ του Μητσοτάκη. Το κρίσιμο είναι η διάχυση της κοινωνικής ακροδεξιάς, οι αντικοινωνικές συμπεριφορές, η μισαλλοδοξία, ο αγριανθρωπισμός. Το τσάκισμα της όποιας κοινωνικής συνοχής έχει απομείνει. Οι μέρες που έρχονται θα είναι δύσκολες και όσοι θέλουν να είναι τμήμα της ανάταξης και όχι τμήμα του κώματος της Αριστεράς οφείλουν να το πάρουν σοβαρά υπόψη.

Η (ακρο)Δεξιά πολεμά για το έθνος μόνο όταν δεν υπάρχει εχθρός

Ο καθένας έχει τις φαντασιώσεις του. Ορισμένοι νομίζουν ότι φυλάνε Θερμοπύλες. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωσε από τα σύνορα ότι ο Έβρος δεν πέφτει. Φυσικά κανείς δεν επιχείρησε να τον ρίξει. Αν είχαμε πραγματικό και όχι κατά φαντασία πόλεμο, η συντριπτική πλειοψηφία όσων δηλώνουν σήμερα απόγονοι του Λεωνίδα και ριγούν από συγκίνηση, θα εκλιπαρούσαν τις ΗΠΑ να επέμβουν κατευναστικά. Οι μνήμες του 1996 και της κρίσης των Ιμίων είναι νωπές.

Όσο φυσικά εχθρός προ των πυλών δεν υπάρχει (παρά μόνο άμαχοι που επιχειρούν να περάσουν τα σύνορα), η (ακρο)Δεξιά θα παριστάνει ότι πολεμά. Θα ρίχνει και ο στρατός βολές με πραγματικά πυρά στον Έβρο και στο Αιγαίο. Το πράγμα αλλάζει όταν πχ η Τουρκία ανακηρύσσει ΑΟΖ που περνά πάνω από την Κρήτη και την Κάρπαθο. Τότε τα γάλατα σφίγγουν και η (ακρο)Δεξιά θυμάται το διεθνές δίκαιο, την σύνεση, την ψυχραιμία. Ο δε στρατός δεν βγάζει τις φρεγάτες στο Αιγαίο διότι έτσι θα προκαλούσαμε τη γείτονα. Και δεν πρέπει. Αν έχουμε αντίπαλο ίσο ή και ισχυρότερο από εμάς, χρειαζόμαστε την ειρήνη. Αν έχουμε αντίπαλο άοπλους και γυναικόπαιδα, παίρνουμε τα όπλα.

Ιστορικά άλλωστε, η (ακρο)Δεξιά πολεμούσε για το έθνος αποκλειστικά και μόνο όταν δεν υπήρχε εθνικός πόλεμος. Από το 1897 και τους γενναίους των Αθηνών που πήγαν να απελευθερώσουν τη Μακεδονία και επέστρεψαν εντός τριημέρου, τρέχοντας, στα καφενεία της Κηφισιάς να συνεχίσουν να μπουρδολογούν για το έθνος, μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη στάση της βασιλόφρονας παράταξης, η ιστορία της Δεξιάς είναι μια ιστορία φαντασιακών πολέμων για το έθνος που είτε καταλήγουν σε τραγωδίες (αποκορύφωμα η Μικρασιατική εκστρατεία), είτε συνιστούν όνειδος για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

Τότε που χρειάστηκε η Ελλάδα να πολεμήσει και ο πόλεμος είχε χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικό και δίκαιο (1940-44) η (ακρο)Δεξιά ήταν κήρυκας της ήττας, της συνθηκολόγησης και της συνεργασίας με τον κατακτητή. Η ιστορία όσο κι αν διαστρέφεται και ξαναγράφεται δεν θα σβήσει τις ατιμωτικές οδηγίες του Γενικού Επιτελείου προς την 8η Μεραρχία τις παραμονές της 28ηςΟκτωβρίου. Ούτε τη συνθηκολόγηση Τσολάκογλου. Ούτε την ολοσχερή απουσία της από την εθνική Αντίσταση. Ούτε την -υβριστικότερη όλων- συνεργασία της με τον ναζί κατακτητή. Ο ταγματασφαλιτισμός και ο γερμανοτσολιαδισμός αποτελούν τη δεύτερη φύση της ελληνικής (ακρο)Δεξιάς.

Η (ακρο)Δεξιά πολέμησε βέβαια κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Τότε που με τις αμερικανικές ναπάλμ εξολόθρευε όλους όσους έδωσαν τα προηγούμενα χρόνια το αίμα τους για την πατρίδα. Τότε που ο Έλληνας υπουργός παρουσιάζοντας το ελληνικό στράτευμα στον Αμερικανό στρατηγό, δήλωνε «στρατηγέ μου ιδού ο στρατός σας». Με τις πλάτες των Άγγλων και των Αμερικάνων, οι πρώην συνεργάτες των ναζί, οι πρώην μαυραγορίτες και καταδότες συγκρότησαν τον εθνικό κορμό. Και έκαναν το έθνος σημαία τους για να δικαιολογήσουν την επί της ουσίας αντεθνική στάση τους. Έστησαν στον τοίχο, εκτέλεσαν και βασάνισαν τα καλύτερα παιδιά του ελληνικού λαού, αυτά που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας τους και είχαν το θράσος να τη θέλουν λαοκρατούμενη.

Η (ακρο)Δεξιά επιχείρησε μεταπολεμικά να ξαναπολεμήσει. Το 1974 στην Κύπρο. Με τα γνωστά θριαμβευτικά αποτελέσματα. Ο Αττίλας, η τουρκική εισβολή, κατοχή και εποικισμός της μισής περίπου Κύπρου συνιστά το δεύτερο εθνικό όνειδος (μετά την Μικρασιατική καταστροφή) της (ακρο)Δεξιάς παράταξης. Μπορεί η (ακρο)Δεξιά να δηλώνει και να παριστάνει διαχρονικά τον τουρκοφάγο, αλλά η ιστορία δείχνει το ακριβώς ανάποδο. Η (ακρο)Δεξιά σερβίρει και το τουρκικό καθεστώς τρώει.

Χωρίς ντροπή, χωρίς αιδώ η (ακρο)Δεξιά διαχρονικά επικαλείται το έθνος. Εγκαλεί τους αντιπάλους της για προδότες. Και φυσικά, καλεί σε πόλεμο όταν χρειάζεται ειρήνη και γίνεται λαγός όταν χρειάζεται πόλεμος.

Αυτή η παράταξη κάνει σήμερα μαθήματα πατριωτισμού.

Μιλώντας για «εισβολή» και για «ασύμμετρη απειλή», εμμέσως καλεί σε πόλεμο. Το παράδοξο όμως είναι ότι δεν καλεί σε πόλεμο απέναντι στο κράτος που -κατά τη δήλωση της κυβέρνησης- οργανώνει και συντονίζει την εισβολή. Πόλεμος ενάντια στην Τουρκία που οργανώνει και συντονίζει την εισβολή στην Ελλάδα;

Α πα πα.

Κάτι τέτοιο θα έπεφτε βαρύ. Δεν θα ήταν και ασφαλές. Άσε που θα μας έπαιρνε η υφήλιος στο ψιλό και οι προστάτες θα μας χόρταιναν φάπες.

Ενώ πόλεμος ενάντια σε αμάχους και γυναικόπαιδα είναι κάτι το ασφαλές. Έχει προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμα. Αποκλείεται να «πέσει ο Έβρος». Αποκλείεται οι απέναντι (ακόμα και αν όλοι είναι πράκτορες του Ερντογάν) να περάσουν τα σύνορα πετώντας πέτρες και ξύλα. Δεν χρειάζονται καν τεθωρακισμένα. Αρκούν ΜΑΤ και χημικά και η νίκη μας είναι βεβαία. Είναι ωραίος ένας πόλεμος τον οποίο ξέρουμε ότι θα κερδίσουμε γιατί εχθρός δεν υπάρχει παρά μόνο στη φαντασία της (ακρο)Δεξιάς και στις ειδήσεις των καναλιών. Θα βγούμε κι από πάνω ως πατριώτες. Ήρωες. Τουλάχιστον Λεωνίδες. Άντε, έστω Κολοκοτρώνηδες.

Υπάρχει σήμερα με την έκρηξη της προσφυγικής κρίσης πρόβλημα; Προφανώς. Υπάρχει εχθρός; Ναι, αλλά δεν είναι ο μετανάστης. Είναι αυτός που δημιουργεί τη μετανάστευση και αυτός που κάνει τη διαχείρισή της αβίωτη και για τον μετανάστη και για τον ντόπιο. Μόνο που εδώ θέλει πραγματικό θάρρος και πληρώνεις κόστος για να τα βάλεις με τους μεγάλους και τους δυνατούς.

Για την (ακρο)Δεξιά το να φυλάς τα σύνορα της πατρίδας σου είναι ταυτόσημο με το να απελευθερώνεις τα πιο άγρια, τα πιο ποταπά ένστικτα απέναντι στον αδύναμο. Είναι ταυτόσημο με το να μηδενίζεις την αξία της ανθρώπινης ζωής του άλλου. Του απέναντι.

Για την (ακρο)Δεξιά είναι εύκολος ο πόλεμος όταν αυτός ο απέναντι είναι ανήμπορος να αντιδράσει. Όταν δεν σε απειλεί με όπλα αλλά μόνο με την μαζική παρουσία του. Όταν θέλει να χρησιμοποιήσει τη χώρα σου ως χώρα διέλευσης για να πάει στον προορισμό του. Και όταν πιθανά εγκλωβιστεί στη χώρα σου ή στην περιοχή σου σε κλίμακα που γίνεται μη διαχειρίσιμη.

Για την (ακρο)Δεξιά είναι αδιανόητο να τα βάλεις με τον ισχυρότερο. Και να τα βάλεις όχι με όπλα και σφαίρες. Αλλά με διπλωματικά και πολιτικά μέσα. Είναι αδιανόητο να καταγγελθεί για παράδειγμα η Τουρκία για την εισβολή και την κατοχή στη Βόρεια Συρία. Είναι αδιανόητο να καταργηθούν οι συνθήκες που εγκλωβίζουν τους πρόσφυγες στις χώρες υποδοχής. Είναι αδιανόητο να αναλάβουν τις ευθύνες τους αυτοί που διέλυσαν εδώ και τρεις δεκαετίες τη Μέση Ανατολή προκαλώντας τρομακτικές προσφυγικές ροές και μεταναστευτικά κύματα. Είναι αδιανόητο να δείξεις τους μεγάλους ενόχους, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Η (ακρο)Δεξιά και χθες και σήμερα και αύριο θα είναι ραγιάς στον ισχυρό και τσαμπουκάς στον ανίσχυρο.

Το ξέρουμε από την ιστορία. Οι τελευταίες μέρες απλώς μας το υπενθύμισαν.

ΥΓ. Ο όρος (ακρο)Δεξιά εφευρέθηκε για τις ανάγκες του σχολίου καθώς τα τελευταία εικοσιτετράωρα οι διαφορές είναι δυσδιάκριτες.

Εάν πρόκειται για εισβολή γιατί δεν κάνετε κ. Μητσοτάκη κάτι για αυτόν που την οργανώνει;

Σχόλιο του antapocrisis.

Το ερώτημα του τίτλου είναι ρητορικό. Αλλά ας αναρωτηθούμε:

Ο αντιπρόεδρος της ΝΔ και υπουργός της κυβέρνησης Μητσοτάκη Γεωργιάδης μας ενημέρωσε το μεσημέρι ότι «η Ελλάδα δέχεται μία οργανωμένη εισβολή από ένα ξένο κράτος», κατονομάζοντας την Τουρκία.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Πέτσας, ανακοινώνοντας τις αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ μας ενημέρωσε ότι η χώρα «δέχεται αιφνίδια, μαζική, οργανωμένη και συντονισμένη, πίεση από μετακινήσεις πληθυσμών στα ανατολικά, χερσαία και θαλάσσια, σύνορά της… Η μετακίνηση αυτή, κατευθύνεται και ενθαρρύνεται από την Τουρκία… η παρούσα κατάσταση συνιστά ενεργή, σοβαρή, εξαιρετική και ασύμμετρη απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας της χώρας».

Αν υπήρχε η ελάχιστη σοβαρότητα, μετά από τέτοιες δηλώσεις θα έπρεπε να βρισκόμαστε σε πολεμική αναμέτρηση. Αν μια χώρα δέχεται οργανωμένη εισβολή από ξένο κράτος, θα όφειλε να πολεμήσει τον εισβολέα.

Στην πραγματικότητα, ούτε εισβολή δέχεται η Ελλάδα, ούτε ασύμμετρη απειλή συνιστά η κατάσταση. Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους γιατί η ελληνική κυβέρνηση επιμένει να είναι τσαμπουκάς στους αδύναμους και ραγιάς στους ισχυρούς.

Αν ισχύει το παραμικρό από τις δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών, μπορούν μήπως να μας ενημερώσουν ποιες ενέργειες έκαναν απέναντι στον οργανωτή της εισβολής, στον υπαίτιο της ασύμμετρης απειλής, στον επιτιθέμενο εναντίον της Ελλάδας, δηλαδή στην ίδια την Τουρκία;

Γιατί δεν γίνεται να κατονομάζεις τον εισβολέα, αλλά να μην κάνεις τίποτα απέναντί του.

Ζήτησαν την άμεση σύγκλιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως είθισται σε κάθε περίπτωση εισβολής;

Έκαναν κάποιο διάβημα στο ΝΑΤΟ να ζητήσουν στρατιωτική υποστήριξη ή έστω να ενημερώσουν ότι η Τουρκία εισβάλει στην Ελλάδα;

Ζήτησαν Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ να πάρουν την άμεση στήριξη των ευρωπαίων ηγετών;

Έκλεισαν την πρεσβεία του κράτους – εισβολέα στην Αθήνα;

Όσοι παριστάνουν τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, μπορούν να μας εξηγήσουν γιατί τίποτε τέτοιο δεν συνέβη;

Πρόκειται για απατεώνες ή για ραγιάδες;

Ή μήπως είναι και τα δύο μαζί;

Η κυβερνητική διαχείριση της προσφυγικής κρίσης δείχνει πολλά, ανάμεσά τους δείχνει και την ποιότητα του ελληνικού εθνικισμού. Δείχνει τι είναι η ελληνική ακροδεξιά, τι είναι η πατριδοκαπηλία και ο εθνικισμός για εσωτερική κατανάλωση. Είχε άλλωστε φανεί και τότε που η Τουρκία ανακήρυξε ΑΟΖ που περνά πάνω από την Κρήτη και αυτοί που σήμερα ουρλιάζουν «βουλιάξτε τους», είχαν λουφάξει στα λαγούμια τους και επικαλούνταν την ψυχραιμία και το διεθνές δίκαιο, τρέμοντας το θερμό επεισόδιο.

Καταπίνουμε λοιπόν αμάσητο το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης, τότε που ο Ερντογάν πήρε και τα εσώρουχα της αποκοιμισμένης στην αγκαλιά των ΗΠΑ ελληνικής διπλωματίας, και διυλίζουμε τους μετανάστες.

Γιατί τότε, αρχές Ιανουαρίου, τις ημέρες της ελληνοτουρκικής κρίσης, τότε, που αν δεν μας απατά η μνήμη μας, η απειλή παραβίασης κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας ήταν επίσημη και δηλωμένη μέχρι και στον ΟΗΕ, ούτε ασκήσεις με πραγματικά πυρά στον Έβρο διέταξαν οι λεοντόκαρδοι των Αθηνών, ούτε ναυτικές βολές στο Αιγαίο.

Όχι, δεν είμαστε υπέρ του θερμού επεισοδίου ή οποιασδήποτε στρατιωτικής εμπλοκής. Ούτε τότε, ούτε πολύ περισσότερο σήμερα.

Αλλά το να είσαι τσαμπουκάς στον αδύναμο και ραγιάς στον δυνατό δεν σε κάνει ούτε πατριώτη, ούτε ήρωα. Το αντίθετο.

Οι αμετροέπειες για εισβολή ξένου κράτους και ασύμμετρη απειλή, την ίδια ώρα που δεν κάνεις την παραμικρή διαμαρτυρία απέναντι στην Τουρκία γιατί ξέρεις ότι ΕΕ και ΗΠΑ θα σε αδειάσουν μεγαλοπρεπώς, είναι και γελοίες και επικίνδυνες.

Αυτή όμως είναι η ποιότητα του ελληνικού αστισμού. Υποτέλεια προς τα έξω, ρατσισμός και ξενοφοβία προς τα μέσα.

Και μια απαραίτητη διευκρίνηση: Σημαίνουν όλα τα παραπάνω ότι η πρόσφατη εξέλιξη της προσφυγικής κρίσης δεν είναι εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα στο οποίο η χώρα θα όφειλε να αντιδράσει; Σημαίνουν ότι πρέπει να δούμε παθητικά την ολοκληρωτική μετατροπή της χώρας σε αποθήκη ψυχών, καταπώς βολεύει την Κεντρική Ευρώπη; Σημαίνουν ότι θα παρακολουθούμε αδρανείς την εξέλιξη ενός φαινομένου που ξεπερνά τα όρια και τις αντοχές της χώρας και της κοινωνίας;

Κάθε άλλο.

Όσο η λύση δεν είναι η επιπολαιότητα των «ανοικτών συνόρων», της Μόριας και της αποθήκης ψυχών, άλλο τόσο η αντίδραση δεν μπορεί να είναι η θρασύδειλη ενοχοποίηση των προσφύγων και μεταναστών.

Η απάντηση είναι η ανάληψη της ευθύνης από την ΕΕ και τις ΗΠΑ για την κατάσταση που οι ίδιες δημιούργησαν. Την κατάσταση που χειροτερεύει και σήμερα, καθώς η διεθνής κοινότητα στηρίζει ανεπιφύλακτα την τουρκική εισβολή στη Συρία μήπως και περιοριστεί η ρωσική επιρροή.

Η απάντηση βρίσκεται στην κατάργηση της Συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας και της Συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ που τυπικά είναι σε ισχύ, κουρελιασμένες βέβαια από την πρακτική Ερντογάν. Και μέχρι να καταργηθούν αυτές οι συμφωνίες από την ΕΕ να μην δεσμεύουν την Ελλάδα.

Η απάντηση βρίσκεται στο σπάσιμο στην πράξη της αυτοκρατορικής λογικής του διευθυντηρίου της ΕΕ που θέλει τους πρόσφυγες να στοιβάζονται στις χώρες υποδοχής.

Και για όσους σπεύσουν να υποστηρίξουν ότι όλα αυτά είναι αδύνατα γιατί η Ελλάδα πρέπει να τηρεί τις συμφωνίες, να θυμίσουμε ότι χθεσινή απόφαση της κυβέρνησης να αναστείλει την εφαρμογή της Συνθήκης της Γενεύης ως προς την παραλαβή αιτήσεων ασύλου δεν είναι νόμιμη. Δεν συζητάμε το αν είναι απάνθρωπη. Αλλά αν μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να αναστείλει την ισχύ της Σύμβασης της Γενεύης με κυβερνητική απόφαση, γιατί δεν μπορεί να αναστείλει το Δουβλίνο ΙΙ ή τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας; Ή και εδώ ισχύει ότι ο τσαμπουκάς αφορά μόνο τους αδύναμους;

Στην πραγματικότητα, απέναντι στην πρωτοφανή διπλότητα του ευρωατλαντικού άξονα, απέναντι και σε αυτήν ακόμα την τουρκική εισβολή στη Συρία και στον μαζικό εποικισμό που επιδιώκει ο Ερντογάν για να αλλάξει η πληθυσμιακή σύνθεση στα νοτιανατολικά του σύνορα, η Ελλάδα σφυρίζει αδιάφορα.

Αντί για διπλωματικό πόλεμο απέναντι σε αυτούς που ευθύνονται για την κατάσταση, αντί για απαίτηση αναλογικής κατανομής των προσφυγικών ροών ανά την Ευρώπη, η ελληνική κυβέρνηση εξαντλεί τα όριά της στο να παριστάνει τον πορτιέρη της Δύσης. Με θλιβερή καταμέτρηση νεκρών και μικρά αποτελέσματα σε ότι αφορά το «αδιαπέραστο» των συνόρων.