Άρθρα

Όταν ένας πατέρας που έχει χάσει το παιδί του κάνει απεργία πείνας, τότε η δικαιοσύνη έχει τελειώσει

Η απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι συνεχίζεται για 14η ημέρα. Η δικαστική και η εκτελεστική εξουσία, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης και η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Α.Παπαδοπούλου, σε μια μεταξύ τους συντονισμένη μέχρι κεραίας διαχείριση του θέματος, αμφισβήτησαν αρχικά το αίτημα του πατέρα Ρούτσι, αλλά κάτω από την αποφασιστικότητά του, αλλά και το ενδεχόμενο να υπάρξει νέο μαζικό κύμα αλληλεγγύης, κατέφυγαν στο σχήμα “εγκρίνεται η εκταφή, αλλά δεν ανοίγει η ανάκριση”. 

Το γεγονός ότι έπρεπε να γίνει απεργία πείνας επί δώδεκα ημέρες ενός πατέρα που έθαψε το παιδί του για να γίνει δεκτό ένα στοιχειώδες και απαραβίαστο δικαίωμα, είναι το μισό σκάνδαλο της αμαρτωλής δικαιοσύνης και της ακόμα πιο αμαρτωλής κυβέρνησης. 

Το άλλο μισό σκάνδαλο, που είναι και έμμεση ομολογία ενοχής, είναι η άρνηση τοξικολογικών εξετάσεων. Επειδή τα γεγονότα είναι πεισματάρικα, να θυμίσουμε εδώ ότι πέρα από την άρνηση διενέργειας τοξικολογικών εξετάσεων από τον ανακριτή, είχαμε και την άρον άρον καταστροφή του βιολογικού υλικού των θυμάτων, την οποία παρήγγειλε ο ανακριτής σαράντα (!) μέρες μετά το δυστύχημα και ενώ η συνήθης πρακτική είναι να διατηρούνται 7 και 8 μήνες. 

Αυτός ο κοινός κυβερνητικός – δικαστικός ελιγμός (να γίνει εκταφή, αλλά να μην γίνουν τοξικολογικές εξετάσεις), πέρα από σκάνδαλο, είναι και απόδειξη ότι η δικαστική εξουσία στο ζήτημα των Τεμπών (αλλά όχι μόνο) κινείται ως εκτελεστικός βραχίονας της κυβέρνησης και κομματικό φερέφωνο της ΝΔ, την ώρα που χύνει κροκοδείλια δάκρυα για την αξιοπιστία της δικαιοσύνης και των θεσμών. Ήταν το απύλωτο στόμα του υπουργού Φλωρίδη που ανάμεσα στις χυδαιότητες που ξεστομίζει καθημερινά, προδίκασε την εξέλιξη λέγοντας ότι “ακόμα και αν η δικαιοσύνη (!) αποφασίσει να γίνει εκταφή, αυτή θα γίνει μόνο για DNA και όχι για τοξικολογικές”. 

Ο Πάνος Ρούτσι κάνει απεργία πείνας με ένα εντελώς ασυνήθιστο αίτημα. Δεν ζητά να τιμωρηθούν οι ένοχοι. Δεν ζητά να κάτσουν στο σκαμνί οι πολιτικοί (Καραμανλής, Τριαντόπουλος κλπ) που τους χειροκροτούσε ενθουσιασμένη η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεν ζητά να σταματήσει η συμπαιγνία κυβέρνησης – δικαιοσύνης που από την πρώτη ώρα κάνει τη μία ενέργεια συγκάλυψης μετά την άλλη. Δεν ζητά να σταματήσει η ανώτατη δικαστική εξουσία να κάνει φιλοκυβερνητική πολιτική, βάζοντας στη ζυγαριά τα Τέμπη και το Μάτι (δείτε τις δηλώσεις της Προέδρου του Αρείου Πάγου – ακριβής αναπαραγωγή της γραμμής Γεωργιάδη – Πορτοσάλτε).

Κάνει απεργία πείνας με αίτημα την εκταφή και τις τοξικολογικές εξετάσεις στα λείψανα του γιού του. Υπό κανονικές συνθήκες, σε ένα κράτος ελάχιστου δικαίου είναι ένα αίτημα που θα ήταν αδιανόητο να μην γίνει δεκτό. 

Είναι όμως τόσος πολύς ο φόβος να γίνει η εξέταση και να μην είναι τα πράγματα όπως τα προανήγγειλε ο πρωθυπουργός και όπως ακριβώς τα τακτοποίησε η δικαιοσύνη έκτοτε; 

Όσο για αυτούς που φοβούνται ότι η δίκη θα καθυστερήσει, ας μην ανησυχούν. 

Με αυτήν την κυβέρνηση, με αυτή τη δικαιοσύνη, με αυτούς τους θεσμούς, η δίκη θα γίνει και είναι σίγουρο ότι θα έχει το γνωστό αποτέλεσμα που ανήγγειλε ο Κ. Μητσοτάκης λίγες ώρες μετά το δυστύχημα: “Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ανθρώπινο λάθος”.

Εκτός κι αν τελικά “υπάρχουν ακόμη δικασταί εις τας Αθήνας“.

Ακόμα μία φορά: Ναι, υπάρχει συγκάλυψη στο έγκλημα των Τεμπών.

Όλη η ελληνική κοινωνία περίμενε επί 15 μήνες το πόρισμα του καθηγητή του ΕΜΠ Καρώνη. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που είχαν διατυπωθεί από αρκετούς άλλους επιστήμονες Χημικούς Μηχανικούς (ανάμεσά τους και τον καθηγητή Κωνσταντόπουλο του ΑΠΘ), το πόρισμα αναφέρει ότι, ελλείψει άλλου υλικού, πιθανή αιτία της έκρηξης φωτιάς είναι τα έλαια σιλικόνης. Το πόρισμα έρχεται σε αντίθεση και με τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί για το ίδιο το πόρισμα, από ανεξάρτητους επιστήμονες που διατύπωναν μάλιστα τη βεβαιότητα ότι “πυρόσφαιρα από ανάφλεξη ελαίων σιλικόνης, σε αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να υπάρξει”.

Ο γράφων δεν είναι Χημικός Μηχανικός. Τις ολοκληρωτικές διαφωνίες ανάμεσα στα πορίσματα μπορεί να τις αξιολογήσει η αρμόδια επιστημονική κοινότητα. Σε αντίθεση με τον κυβερνητικό όχλο και τον ίδιο τον επικεφαλής του, τον Κ. Μητσοτάκη, που από την πρώτη στιγμή είχε αποφανθεί για τις ακριβείς αιτίες του δυστυχήματος, ας αφήσουμε τους επιστήμονες να διατυπώσουν τη γνώμη τους, με όλο το ηθικό βάρος που επιφέρει η υπογραφή τους. Έστω και αν επικαλούνται για το τελικό συμπέρασμα της έρευνάς τους τα …βίντεο Καπερνάρου, τα οποία εμφανίστηκαν …ένα χρόνο μετά την έναρξη της έρευνας και περιλαμβάνονται στο πόρισμα ως μη όφειλαν. 

Το πόρισμα Καρώνη γίνεται ένας ακόμα πολιορκητικός κριός στα χέρια της κυβέρνησης και του προπαγανδιστικού της μηχανισμού. Συντονισμένα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, οι υπουργοί και το πλήθος των δημοσιογράφων που έμμεσα ή άμεσα σιτίζεται από την εξουσία αναφωνούν (για μια ακόμα φορά) ότι “καταρρέει η θεωρία ότι υπήρξε συγκάλυψη”. Θα διαψευστούν (για μια ακόμα φορά). 

Το αν υπάρχει συγκάλυψη στο έγκλημα των Τεμπών, δεν αφορά μόνο, ούτε κυρίως, το αν υπήρχε παράνομο φορτίο. Αυτός ο βολικός περιορισμός (μαζί με τα “εξαφανισμένα βαγόνια”) ήταν από την πρώτη στιγμή, το κύριο μέλημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη για να αποδείξει ότι όσοι μιλούν για συγκάλυψη είναι ψεκασμένοι. 

Όμως η πεποίθηση της ελληνικής κοινωνίας ότι στο ζήτημα των Τεμπών υπήρξε συγκάλυψη, δεν αφορά μόνο το (αναπόδεικτο) παράνομο φορτίο. Ένα πλήθος κυβερνητικών και επιχειρησιακών πράξεων και παραλείψεων (στο ανώτατο μάλιστα επίπεδο) εδραίωσαν την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη κρύβει την αλήθεια:

  • Οι εσπευσμένες δηλώσεις Μητσοτάκη ότι για το έγκλημα ευθύνεται το ανθρώπινο λάθος, ή ότι δεν υπήρχε τίποτα εύφλεκτο στην εμπορική αμαξοστοιχία, απλώς επειδή “έτσι του είχε πει η Hellenic Train”. 
  • Το θέατρο της Εξεταστικής Επιτροπής και η αποθέωση Καραμανλή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ και τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη (όρθιοι χειροκροτούσαν τον ανεύθυνο υπουργό), την ώρα που στη δικογραφία που έρχεται σήμερα στη Βουλή, είναι σαφές ότι ως Υπουργός Μεταφορών είχε ενημερωθεί επανειλημμένα για τα κενά ασφαλείας στους σιδηρόδρομους, αλλά αυτός διαβεβαίωνε οργίλος ότι δεν υπάρχει ζήτημα ασφάλειας στα τρένα. 
  • Η εξαφάνιση του οπτικοακουστικού υλικού από το χώρο φορτο-εκφόρτωσης των τρένων που θα έδινε οριστική απάντηση σε τυχόν ύπαρξη αδήλωτου φορτίου.
  • Η κοπτοραπτική σε ακουστικό υλικό μεταξύ σταθμαρχών – υπό την καθοδήγηση του διορισμένου από την κυβέρνηση επικεφαλής του ΟΣΕ – για να υποστηριχθεί η θεωρία ότι φταίει αποκλειστικά το ανθρώπινο λάθος.
  • Το μπάζωμα του χώρου το οποίο σήμερα είναι αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης και έχουν ασκηθεί διώξεις για αυτό. Μπάζωμα το οποίο δεν αιτιολογείται για κανέναν λόγο, ειδικά αν πάρει κανείς υπόψη ότι επρόκειτο για τόπο μιας μεγάλης εθνικής τραγωδίας που έπρεπε να διαφυλαχθεί ώστε να διεξαχθεί η έρευνα με τον πληρέστερο τρόπο. 
  • Πλήθος από δικαστικές και επιχειρησιακές παραλείψεις όπως το ότι δεν υπήρξε αυτοψία και άμεση συλλογή στοιχείων και υλικού, ότι καταστράφηκαν βιαστικά και αναίτια τα βιολογικά δείγματα των νεκρών, ότι δεν υπήρξαν τοξικολογικές εξετάσεις κοκ. 

Πολύ περισσότερο όμως από τη συγκάλυψη, υπάρχει το έγκλημα αυτό καθεαυτό.

  • Η διάλυση του σιδηρόδρομου και η εσκεμμένη απαξίωσή του, προς όφελος εργολαβικών συμφερόντων, απαξίωση που γιγαντώθηκε με τα εγκληματικά μνημόνια. 
  • Η υποστελέχωση του ΟΣΕ, ή η στελέχωσή του με βύσματα – γαλάζιους σταθμάρχες, εμφανώς ανίκανους να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις. 
  • Το διαρκές σαμποτάρισμα συμβάσεων που θα καθιστούσαν τη μετωπική σύγκρουση τρένων αδύνατη, ακόμα και μετά από ανθρώπινο λάθος (πχ σύμβαση 717), πάλι σε όφελος των ανάδοχων εταιρειών.

Αυτό το έγκλημα έχει την υπογραφή της ΝΔ αλλά και όλων των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων. 

Αυτό το έγκλημα συγκαλύφθηκε και συγκαλύπτεται πίσω από τη λοξοδρόμηση της δημόσιας συζήτησης και της πολιτικής αντιπαράθεσης, είτε σε εμφανώς ανυπόστατες θεωρίες (βαγόνια που εξαφανίστηκαν), είτε σε υποθέσεις που δεν μπορούν να αποδειχθούν με βεβαιότητα μετά την εξαφάνιση του οπτικού υλικού, το ολοσχερές μπάζωμα του χώρου και την καταστροφή των βιολογικών δειγμάτων. 

Το πόρισμα Καρώνη είναι ένας ακόμα κρίκος που αποδεικνύει όχι απλά την υπαγωγή της επιστήμης στην εξουσία αλλά τη συντονισμένη επιχείρηση της κυβέρνησης και του προπαγανδιστικού της βραχίονα στα ΜΜΕ να συγκαλύψει τόσο τις αιτίες του εγκλήματος (μετωπική σύγκρουση τρένων) όσο και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό έγινε.

Τέμπη: Το ψέμα αντεπιτίθεται

Η αντεπίθεση που εξήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο ζήτημα των Τεμπών εξελίσσεται με έναν χυδαίο καταιγισμό ψεμάτων, διαστροφής της πραγματικότητας, δολοφονίας χαρακτήρων. Πρωτοστατούν, πέρα από τους πληρωμένους λογαριασμούς των κοινωνικών δικτύων, τα εκτελεστικά όργανα του Μαξίμου στον χώρο των ΜΜΕ και του διαδικτύου: ΣΚΑΙ, Πρώτο Θέμα, Ελληνικά Hoaxes και όλος ο συρφετός που με το αζημίωτο σερβίρει την κυβερνητική προπαγάνδα στον λαό.

Η αντεπίθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας συντονισμένης επίθεσης του ψεύδους ενάντια στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Τα ΜΜΕ διαστρέφουν σε αδιανόητο βαθμό τα γεγονότα, τις δηλώσεις, τα πορίσματα. Η δικαστική εξουσία λειτουργεί απροκάλυπτα και χωρίς το παραμικρό φύλλο συκής ως όργανο της κυβέρνησης. Η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου έφτασε στο σημείο να θεωρήσει ότι ακόμα και ένα πόρισμα οργανισμού που συστάθηκε κατ’ εντολήν της ίδια της κυβέρνησης, είναι ύποπτο για άσκηση αθέμιτης επιρροής στους δικαστικούς λειτουργούς, μόνο και μόνο γιατί δεν συμφωνούσε με τις διαρκώς αντικρουόμενες και αλληλοαναιρούμενες θεωρίες που διατύπωνε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για να απεκδυθεί των ευθυνών του.

Ο ρόλος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και του αντιπροέδρου του

Ο Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών συστάθηκε από την ίδια την κυβέρνηση Μητσοτάκη τον Ιανουάριο του 2023 και πρώτη του αποστολή ήταν να διερευνήσει το δυστύχημα στα Τέμπη. Η ίδια η σύστασή του εμφανίστηκε από την κυβέρνηση ως απόδειξη της …βούλησής της να βρεθεί η αλήθεια για τα Τέμπη και να σταματήσει να κατηγορείται ότι συγκαλύπτει τόσο τις αιτίες όσο και τις συνθήκες του δυστυχήματος. 

Αντιπρόεδρος του Οργανισμού και επικεφαλής του Σιδηροδρομικού τομέα ορίστηκε ένας άνθρωπος της κυβέρνησης, ο Χρήστος Παπαδημητρίου, για τον οποίο η Ντόρα Μπακογιάννη δήλωνε σε ανύποπτο χρόνο (2019) ότι είναι “φίλος και συνεργάτης της”. Ο ίδιος ο Χ. Παπαδημητρίου, σε μια έκρηξη χατζηαβατισμού, δήλωνε ότι “η Ντόρα Μπακογιάννη είναι η πολιτικός που λάτρευα από μικρός”. Αυτός ο άνθρωπος τέθηκε εκ του νόμου αρμόδιος για τη διερεύνηση του δυστυχήματος. 

Το γεγονός ωστόσο ότι επικεφαλής της έρευνας ήταν άνθρωπος του περιβάλλοντος Μητσοτάκη, φίλος και συνεργάτης της Ντόρας, δεν ήταν αρκετό για να ποδηγετήσει την έρευνα.

Κύριο αποτέλεσμα της έρευνας του Οργανισμού ήταν το πόρισμα για το οποίο γίνεται εδώ και μέρες ένας αδιανόητος πόλεμος προπαγάνδας και διαστροφής. Συντάκτης του πορίσματος ήταν η τριμελής ομάδα της Επιτροπής Διερεύνησης που αποτελούνταν από τους Bart Accou και Fabrizio Carpinelli (στελέχη ERA – Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων), ενώ από τον ΕΟΔΑΣΑΑΜ μέλος της ομάδας ήταν ο Κώστας Καπετανίδης (προϊστάμενος μονάδας διερευνήσεων ΕΟΔΑΣΑΑΜ). 

Ο Bart Accou είναι αυτός που σήμερα …κατηγορείται από την κυβέρνηση, τα προπαγανδιστικά της όργανα και εμμέσως από τον Χ. Παπαδημητρίου ότι “πίεσε” για να περιληφθεί στις πιθανότατες αιτίες του δυστυχήματος η ύπαρξη πτητικών υδρογονανθράκων, αντί των ελαίων σιλικόνης, για τα οποία είχε αποφανθεί ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης δύο χρόνια πριν, ότι ήταν η αιτία της έκρηξης. 

Βέβαια τότε, τέλη Φλεβάρη που παρουσιάστηκε το πόρισμα, ο Χ. Παπαδημητρίου δήλωνε υπερήφανος ότι “το πόρισμα γράφηκε από την Επιτροπή με πλήρη ανεξαρτησία” και ότι “δεν είχε αλλάξει ούτε ένα κόμμα”. 

Δεν του είχαν ακόμα τραβήξει τα λουριά. 

Το βασικό συμπέρασμα του πορίσματος ήταν: 

“Αφενός η διαχρονική εγκατάλειψη του σιδηροδρόμου από το ελληνικό κράτος και αφετέρου οι περικοπές που επέβαλαν τα μνημόνια, που είχαν ως αποτέλεσμα την αποψίλωση του ΟΣΕ” (Καθημερινή, 27/2/2025). 

Στο ζήτημα της διερεύνησης των ειδικών συνθηκών του δυστυχήματος η Επιτροπή τόνιζε: “Δεν έγινε σωστή χαρτογράφηση του χώρου του δυστυχήματος. Υπήρξε απώλεια πληροφοριών ζωτικής σημασίας”. 

Εδώ πρέπει να επιμείνουμε: Η Επιτροπή παραδέχεται ότι υπήρξε απώλεια κρίσιμων στοιχείων (δεν χρησιμοποιεί τη λέξη μπάζωμα, αλλά είναι προφανές ότι αυτό περιγράφει). Στο αν υπήρξε ή όχι μπάζωμα, το πόρισμα είναι σαφές. Μπορεί κανείς να διαβάσει τα όσα αλιεύει από το πόρισμα ο Χαρίδημος Τσούκας, καθηγητής υπεράνω αντικυβερνητικής υποψίας στην Καθημερινή.

Στο κρίσιμο ζήτημα της πυρόσφαιρας, ο Bart Accou από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων, είπε κατά την παρουσίαση του πορίσματος: 

Η αυτοψία στον τόπο του δυστυχήματος δεν έγινε με τον τροπο που έπρεπε ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε στη συνέχεια τον τύπο του καυσίμου που μεταφερόταν και προξένησε την πυρόσφαιρα. Εγιναν προσομοιώσεις ώστε να προσδιοριστεί. Στο μόνο που μπορούμε να καταλήξουμε είναι πως αυτό που επίσημα μεταφερόταν στο τρένο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την πυρόσφαιρα.

…Συγκρίνοντας τα στοιχεία στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων, καταλήξαμε πως είναι εξαιρετικά απίθανο τα έλαια σιλικόνης να έπαιξαν ρόλο στην πρόκληση της πυρόσφαιρας. Και με αυτό συμφωνούν περαιτέρω αναλύσεις ειδικών που διαθέτουμε και επιβεβαιώνουν τα ευρήματά μας. 

Συμπερασματικά μιλώντας, το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, παρόλο που συντάχθηκε υπό την ευθύνη προσώπου φίλα προσκείμενου στην κυβέρνηση, δεν μπόρεσε παρά να αποδεχθεί την αλήθεια (όση αλήθεια μπορούσε να φανεί μετά το μπάζωμα) τόσο σχετικά με τα αίτια του δυστυχήματος (μη υλοποίηση της σύμβασης 717, έλλειψη προσωπικού, διάλυση ΟΣΕ), όσο και με τις ειδικές συνθήκες των συνθηκών και της διαχείρισης του δυστυχήματος (πυρόσφαιρα, απώλεια υλικού, αλλοίωση χώρου κλπ). Ωστόσο, το πόρισμα είχε και ένα πιο φιλικό προς την κυβέρνηση σκέλος, το οποίο επιχειρούσε να αθωώσει την κυβέρνηση στο ζήτημα του μπαζώματος. Θεωρούσε ότι μπάζωμα υπήρξε, ωστόσο δεν το χρέωνε σε πολιτικές εντολές. 

Αυτό το σημείο, η αθώωση δηλαδή των κυβερνητικών ευθυνών για το μπάζωμα, έγινε η σημαία της κυβερνητικής προπαγάνδας τις επόμενες ημέρες της 27ης Φεβρουαρίου, όταν και η κυβέρνηση ανέμιζε το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ ως απόδειξη της …αθωότητάς της.

Πόρισμα ΕΟΔΑΣΑΑΜ: Από “ευαγγέλιο” σε “σκευωρία”

Τι έλεγε λοιπόν η κυβέρνηση Μητσοτάκη το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ;

Πέντε μέρες μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης το υπερασπίζεται στη Βουλή:

Θα ήθελα να ακούσω από τους αρχηγούς των κομμάτων εάν δέχονται επί της αρχής το κείμενο αυτό, αν συμφωνούν ότι είναι ένα αντικειμενικό κείμενο, το οποίο πρέπει να το δεχτούμε στην ολότητά του.

Ο Χ. Σταϊκούρας δήλωνε

Σήμερα θεωρώ ότι είναι κατάκτηση για τη χώρα, ότι έχουμε τον ΕΟΔΑΣΑΑΜ και έχουμε έναν πόρισμα, το οποίο έχει γίνει αποδεκτό από το σύνολο της κοινωνίας και από τα πολιτικά κόμματα.

Ο Άκης Σκέρτσος δήλωνε:

Το πόρισμα που εκπονήθηκε από τον ΕΟΔΑΣΑΑΜ πρέπει να είναι το ευαγγέλιο της εθνικής μας αυτογνωσίας.

Πώς λοιπόν μέσα σε ένα μήνα, το “ευαγγέλιο εθνικής αυτογνωσίας” έγινε “πολιτική σκευωρία”;

Και αν ήταν πολιτική σκευωρία, γιατί αυτή οργανώθηκε από έναν οργανισμό που συστήθηκε από την κυβέρνηση, με επικεφαλής της έρευνας, άνθρωπο της κυβέρνησης Μητσοτάκη;

Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση επιζητούσε να δεχτεί από το πόρισμα μόνο όσα περιέγραφαν τις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους και να απορρίψει ό,τι αναδείκνυε τις δικές της ευθύνες. Κυρίως, επιζητούσε μια γενικόλογη περιγραφή των διαχρονικών προβλημάτων ώστε να βγει από το κάδρο η ευθύνη για τη μη υλοποίηση της σύμβασης 717, για τη διάλυση του ΟΣΕ, για την κατάσταση των δημόσιων μεταφορών, και φυσικά, για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε το δυστύχημα: Μπάζωμα του χώρου, αλλοίωση στοιχείων, παρεμβάσεις στη δικαστική έρευνα, παρωδία εξεταστικής επιτροπής.

Η ευκαιρία για την πρωτοφανή επιχείρηση παραπλάνησης που εξελίσσεται τις τελευταίες μέρες δόθηκε με ένα δημοσίευμα της Real News στις 3/2/2025 στο οποίο οι αρθρογράφοι ισχυρίζονταν ότι το Πανεπιστήμιο της Γάνδης ερευνά την έκρηξη και έχει καταλήξει ότι υπήρχε αδήλωτο φορτίο πτητικών υδρογονανθράκων στο πρώτο βαγόνι της εμπορικής αμαξοστοιχίας, ότι το φορτίο ήταν μεταξύ 3,5 – 4 τόνων και ότι μεταφέρονταν μέσα σε δεξαμενή. Φυσικά αυτοί οι ισχυρισμοί δεν είχαν βάση. Το Πανεπιστήμιο της Γάνδης δεν ερευνούσε την έκρηξη, ούτε είχε καταλήξει σε αντίστοιχα συμπεράσματα. Έδωσε απλώς την άποψή του για τρεις προσομοιώσεις εκρήξεων με χρήση CFD (υπολογιστικής ρευστοδυναμικής). 

Αυτό το δημοσίευμα όμως στάθηκε η αφορμή να αναλάβουν δράση τα γνωστά Ελληνικά Hoaxes που λειτουργούν καλυμμένα ως προπαγανδιστικός μηχανισμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Με τον κλασικό πλέον για τα ελληνικά Hoaxes τρόπο να απομονώνουν μια ακραία ή αναληθή εκδοχή (δημοσίευμα Real News), η οποία είναι εύκολο να καταρριφθεί, επεκτείνουν την “κατάρριψη των ισχυρισμών”, όχι απλά στο δημοσίευμα, αλλά σε ολόκληρο το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ το οποίο καταγγέλεται πλέον από τον μανιασμένο προπαγανδιστικό μηχανισμό του συστήματος Μητσοτάκη ως “σκευωρία”.

Ξεκινώντας λοιπόν από την κατάρριψη του δημοσιεύματος της Real News, ενορχηστρώνουν την επίθεση στην εγκυρότητα του συγκεκριμένου τμήματος του πορίσματος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ που εκτιμούσε ότι “είναι εξαιρετικά απίθανο τα έλαια σιλικόνης να έπαιξαν ρόλο στην πρόκληση της πυρόσφαιρας”. Αυτό το τμήμα του πορίσματος, δεν στηρίζεται στην (ανύπαρκτη) έρευνα του Πανεπιστημίου της Γάνδης, αλλά στην υπαρκτή έρευνα του ΑΠΘ. Το Πανεπιστήμιο της Γάνδης δεν συμμετείχε πέραν της γνωμοδότησής του για τις προσομοιώσεις εκρήξεων για τις οποίες το πόρισμα σημειώνει ότι “προτάθηκαν βελτιώσεις στις μεταβλητές και στις παραμέτρους των προσομοιώσεων”. Το να διαψεύδεις κάτι που δεν υπήρξε και μετά να θριαμβολογείς για “αντιστροφή του κλίματος για τα Τέμπη” θυμίζει την απόπειρα του ιδρυτή των ελληνικών Hoaxes να βάλει τίτλους τέλους στην συζήτηση για τα Τέμπη, την πυρόσφαιρα και τυχόν αδήλωτο φορτίο, με αφορμή το βίντεο της Λεπτοκαρυάς, είκοσι μέρες πριν την 28η Φλεβάρη: Εκ του αποτελέσματος, αυτή η απόπειρα ήταν παταγωδώς αποτυχημένη.

Το Πανεπιστήμιο της Γάνδης εκτίμησε τις προσομοιώσεις, οι παράμετροι των οποίων δόθηκαν από την ΕΔΑΠΟ (πραγματογνώμονες οικογενειών). Μπορεί να αμφισβητούνται οι παράμετροι που έδωσαν οι πραγματογνώμονες, αλλά από το σημείο αυτό, μέχρι να αμφισβητηθεί η ξεκάθαρη διατύπωση του πορίσματος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ για τα αίτια της πυρόσφαιρας, υπάρχει τεράστια απόσταση η οποία μπορεί να καλυφθεί μόνο από έναν άθλιο και κυνικό προπαγανδιστικό μηχανισμό. Τα ελληνικά Hoaxes στάθηκαν για μια ακόμα φορά άξια αυτού του χαρακτηρισμού. 

Σαν έτοιμος από καιρό (αλλά καθόλου θαρραλέος) ο φίλος, συνεργάτης και λάτρης της Ντόρας Μπακογιάννη και αντιπρόεδρος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, Χ. Παπαδημητρίου, αποφάσισε ότι η υπογραφή που έβαλε κάτω από το αρχικό πόρισμα δεν έχει καμιά αξία και παρήγγειλε την απόσυρση του αποσπάσματος του επίμαχου πορίσματος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ που μιλούσε για την πυρόσφαιρα, έστω και αν αυτό καθαυτό το απόσπασμα δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν. Και επειδή οι επίμαχες παράγραφοι από το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ δεν έχουν, καθόλου και στο παραμικρό, διαψευστεί επί της ουσίας, ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ επανέρχεται με χθεσινή του απόφαση αδειάζοντας τον αντιπρόεδρό του, και ταυτόχρονα φίλο, συνεργάτη και λάτρη της Ντόρας Μπακογιάννη, λέγοντας ότι:

Το συμβούλιο εκφράζει την στήριξη του στο πόρισμα και την άψογη εργασία της ομάδας διερεύνησης και τονίζει ότι η εκτίμηση περί της μη συμμετοχής στο φαινόμενο της δημιουργίας της πυρόσφαιρας των ελαίων σιλικόνης βασίζεται σε βεβαίωση του καθηγητή του ΑΠΘ κου Κωνσταντοπούλου και φυσικά παραμένει ως έχει.
Τέλος δηλώνει ότι σε καμία περίπτωση δεν δηλώνει ότι είναι λανθασμένη η εκτίμηση που περιλαμβάνονταν στο πόρισμα αλλά όπως και η ίδια η επιτροπή είχε ζητήσει θα πρέπει να επιβεβαιωθεί και πιστοποιηθεί άμεσα και όταν γίνει αυτό το σχετικό τμήμα του πορίσματος θα επανέλθει με απόλυτα πιστοποιημένα αποτελέσματα και εκτιμήσεις ανωτάτων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Αυτή η ανακοίνωση του ΕΟΔΑΣΑΑΜ προκάλεσε και την παραίτηση του Χ. Παπαδημητρίου που θυσιάστηκε ως χρήσιμος ηλίθιος στον βωμό της κυβερνητικής επιχείρησης παραπλάνησης και συγκάλυψης.

Επίσης σαν έτοιμη από καιρό, (αλλά καθόλου ανεξάρτητη), η ηγεσία του Αρείου Πάγου παρήγγειλε κατεπείγουσα έρευνα για το αν η “έρευνα Λακαφώση” ασκεί αθέμιτη επιρροή στους δικαστικούς λειτουργούς της υπόθεσης. Με πολύ λογικό τρόπο απάντησε στην κ. Αδειλίνη η κ. Καρυστιανού θέτωντας το πολύ απλό και ταυτόχρονα κρίσιμο ερώτημα: 

Από πότε ένα πόρισμα Εθνικού Οργανισμού, που όρισε μάλιστα το ίδιο το Κράτος, αποτελεί «αθέμιτη επιρροή» ή «πίεση» ή «απειλή» σε δικαστικό λειτουργό;
Ακόμη και μη νομικός αντιλαμβάνεται ότι ένα Πόρισμα, είναι ότι λέει η λέξη, και δεν μπορεί να είναι ούτε αθέμιτη επιρροή ή πίεση ή απειλή σε δικαστικό λειτουργό.
Εδώ ακόμη και για τις Πραγματογνωμοσύνες, ο νόμος λέει ότι εκτιμώνται ελεύθερα από τους δικαστές, άρα πως ένα Πόρισμα που κατά ένα λόγο παραπάνω εκτιμάται ελεύθερα, μπορεί να αποτελέσει αθέμιτη επιρροή ή πίεση ή απειλή σε δικαστικό λειτουργό;

Ψιλά γράμματα όμως για μια δικαστική εξουσία που διορίζεται, ελέγχεται και καθοδηγείται ασφυκτικά από την εκτελεστική εξουσία. Το γαρ πολύ του Μητσοτακισμού γεννά παραφροσύνη, ακόμα και στην ηγεσία του Αρείου Πάγου. 

Από τις ευθύνες για το δυστύχημα, στις αιτίες για την πυρόσφαιρα: Μια βολική μετατόπιση για την κυβέρνηση

Οι τεράστιες κινητοποιήσεις του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου για τα Τέμπη έφεραν την κυβέρνηση σε θέση άμυνας για την επιχείρηση συγκάλυψης την οποία είχε σχεδιάσει και εκτελέσει. Η συγκάλυψη ήταν προφανής: Μπάζωμα του χώρου και αλλοίωση των στοιχείων, εξεταστική επιτροπή για να ρίξει στάχτη στα μάτια, απροκάλυπτες παρεμβάσεις στη δικαστική έρευνα, χυδαίες επιθέσεις στους συγγενείς των νεκρών. Όλα αυτά μαζί, και όχι απλά ένα ένα ξεχωριστά, δείχνουν ότι η κυβέρνηση ήθελε να καλύψει τόσο τις αιτίες όσο και τις συνθήκες του δυστυχήματος.

Αυτή η προσπάθεια ναυάγησε χάρη στην επιμονή των συγγενών των θυμάτων που έβγαλε την κοινωνία σύσσωμη στο δρόμο σε μια ανεπανάληπτη εδώ και δεκαετίες διεκδίκηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση δοκίμασε τα πάντα: Από χυδαίες επιθέσεις στην Καρυστιανού μέχρι τις υποκριτικές δηλώσεις “σκύβουμε το κεφάλι”, και από το “δεν υπήρχε μπάζωμα” στο “αν υπήρξε αλλοίωση του χώρου αυτή έγινε με καλές προθέσεις και πάντως σε επιχειρησιακό επίπεδο”. 

Οι διαρκείς εναλλαγές δεν πέτυχαν. Το επόμενο βήμα ήταν μια θρασύτατη αντεπίθεση του ψεύδους βασισμένη σε πρωτοφανείς ανακρίβειες, επιστρατεύοντας (θυσιάζοντάς τον) τον Χ. Παπαδημητρίου, και το σύνολο των μηχανισμών προπαγάνδας του Μαξίμου που πήραν μια “διάψευση” που δεν ήταν διάψευση και έστησαν μια ιστορία που επιχειρούσε με διαρκείς διαστρεβλώσεις, παραπλανήσεις, διαστροφές, και είτε επιδέξια, είτε χοντροκομμένα ψέματα να μας βγάλει όλους τρελούς.

Ο κοινός παρονομαστής σε όλα αυτά ήταν η προσπάθεια της κυβέρνησης να φύγει η συζήτηση από τις δικές της ευθύνες που απλώνονται από το μακρινό παρελθόν (μνημονιακή διάλυση σιδηρόδρομων, ιδιωτικοποίηση υποδομών, σύμβαση τηλεδιοίκησης), μέχρι -και κυρίως- τον τρόπο που επιχείρησε να συγκαλύψει το έγκλημα (δηλώσεις Μητσοτάκη για ανθρώπινο λάθος, παρεμβάσεις στην δικαστική έρευνα, θέατρο Εξεταστικής Επιτροπής, μπάζωμα χώρου, αλλοίωση στοιχείων, πόλεμος προπαγάνδας, επιθέσεις σε οικογένειες, δικηγόρους, εμπειρογνώμονες).

Η συζήτηση για την πυρόσφαιρα και τα αίτια της έκρηξης φωτιάς είναι το τελευταίο καταφύγιο της κυβερνητικής στρεψοδικίας. Προσανατολίζει τη συζήτηση σε κάτι που υποτίθεται είναι αμφισβητήσιμο: τα αίτια της φωτιάς. (Λέμε υποτίθεται γιατί δεν υπάρχει ουδείς χημικός μηχανικός που να μπορεί να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι αυτό που φάνηκε στο μακρινό πλάνο της σύγκρουσης μπορεί να αποδοθεί σε έλαια σιλικόνης). Σε κάθε περίπτωση όμως, επιχειρεί να αποπροσανατολίσει από το γεγονός ότι επί 12 λεπτά δύο τρένα κινούνταν το ένα αντίθετα στο άλλο, ακριβώς επειδή οι μνημονιακές πολιτικές και οι πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων έχουν διαλύσει τον σιδηρόδρομο. Και ακόμα περισσότερο, να αποπροσανατολίσει από την επιχείρηση συγκάλυψης που ενορχήστρωσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη από τις πρώτες ώρες του δυστυχήματος.

Καθεστώς συγκάλυψης, παραπλάνησης, διαρκούς αντιδημοκρατικής εκτροπής

Η συντεταγμένη κυβερνητική ντρίμπλα με τη δήλωση Τριαντόπουλου ότι επιθυμεί να δικαστεί από το Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και να καταργηθεί η Προανακριτική προτού καν αυτή ξεκινήσει, είναι ομολογία κυβερνητικής ενοχής. Εμφανίζεται ως “πράξη γενναιότητας” μια ακόμα παραπλανητική κυβερνητική τακτική, με ενορχηστρωτή τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη, που στόχο έχει να θάψει όσο μπορεί βαθύτερα τις ευθύνες για το έγκλημα των Τεμπών. 

Αν η ιστορία της Εξεταστικής Επιτροπής που αθώωνε πανηγυρικά τον Κ. Καραμανλή ήταν ντροπή, η Προανακριτική Επιτροπή που πάει να διαλυθεί πριν καν συγκροτηθεί, είναι όνειδος. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παλεύει να αποφύγει, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο, με κάθε θεσμικό ή αντιθεσμικό τερτίπι, τη δημόσια συζήτηση και αντιπαράθεση για το έγκλημα των Τεμπών. 

Και από αυτήν ακόμα την απόλυτα ελεγχόμενη, δική της Προανακριτική, στην οποία όμως έχει λόγο η αντιπολίτευση, και ως Επιτροπή, έχει διευρυμένες ανακριτικές αρμοδιότητες, η κυβέρνηση Μητσοτάκη προτιμά μια εν κρυπτώ και παραβύστω δίκη, από δικαστές του Αρείου Πάγου, με προσυμφωνημένο πλαίσιο και προφανή κατάληξη. Ο Τριαντόπουλος φροντίζει μάλιστα να προκαταλάβει και να δεσμεύσει τόσο τον Μητσοτάκη όσο και τους δικαστές στο προσυμφωνημένο αυτό πλαίσιο. Με περίσσευμα κουτοπονηριάς διευκρινίζει ότι ζητά την παραπομπή του με το υπάρχουν, στενό κατηγορητήριο, διευκρινίζοντας ότι αυτό αφορά αποκλειστικά “την αποδιδόμενη σε εμένα κατηγορία, όπως αυτή οριοθετήθηκε από την πρόταση του ΠΑΣΟΚ”.

Η γλυκιά αγκαλιά της ανώτατης δικαστικής εξουσίας είναι προτιμότερη για τον Τριαντόπουλο και τον κάθε Τριαντόπουλο από τις διαδικασίες της Προανακριτικής στις οποίες είναι αναγκασμένος να συγκρούεται με την όποια αντιπολίτευση. Πολύ περισσότερο, όταν ακόμα και μια ελεγχόμενη Προανακριτική Επιτροπή θα αναγκαστεί να αναμετριέται με τα αιτήματα της αντιπολίτευσης για κλήτευση μαρτύρων, συλλογή εγγράφων, εξέταση μαρτύρων, διερεύνηση προς πάσα κατεύθυνση. Ακόμα και αν τα αιτήματα αυτά δεν γίνουν δεκτά από την κυβερνητική πλειοψηφία της Προανακριτικής, θα δημιουργούν διαρκώς πολιτικό ζήτημα για την παρατεταμένη επιχείρηση συγκάλυψης ευθυνών στην οποία επιδίδεται το σύστημα Μητσοτάκη από την επόμενη μέρα του δυστυχήματος. 

Με αυτή την πρόταση, η κυβέρνηση στερεί από τον Προανακριτική τη δυνατότητα να κάνει ανακριτικό έργο. Το έργο αυτό το παραπέμπει σε έναν Αρεοπαγίτη δικαστή, σε ένα πολύ πιο ελεγχόμενο, στεγανό και ασφαλές περιβάλλον από αυτό της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. Αυτή η παραπλανητική κίνηση απαιτεί από τη Βουλή να παραιτηθεί από τα δικαιώματα που έχει. Και ενώ το Σύνταγμα αναθέτει στην Προανακριτική της Βουλής εισαγγελική αρμοδιότητα, ο πρωθυπουργός ζητά αυτή η αρμοδιότητα να παρακαμφθεί.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Βουλή και το Σύνταγμα κακοποιείται από το σύστημα εξουσίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που συνταγματολόγοι (με τον συνήθη κ.Αλιβιζάτο επικεφαλής των προθύμων) γνωμοδοτούν υπέρ των αντισυνταγματικών αυθαιρεσιών. Ούτε είναι η πρώτη φορά που η ανώτατη δικαστική εξουσία εναγκαλίζεται με θαλπωρή και σχέσεις αλληλεξάρτησης με την εκτελεστική εξουσία.

Είναι όμως η πρώτη φορά που όλα τα παραπάνω συμβαίνουν διαρκώς, πολλαπλώς και παρατεταμένα, αποδεικνύοντας τη βαθιά σήψη και παρακμή των θεσμών της ελληνικής δημοκρατίας. Σύνταγμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της αστικής εξουσίας (που όμως μπορεί να παραβιάζεται κατά το δοκούν), κοινοβουλευτικές διαδικασίες που εξευτελίζονται, παραβιάσεις νόμων και διατάξεων από το στενό πυρήνα του Μαξίμου (Υποκλοπές, Τέμπη), κατάχρηση εξουσίας από κέντρα και παράκεντρα εξουσίας, ΜΜΕ που λειτουργούν ως το μακρύ χέρι της εξουσίας που υποτίθεται ότι ελέγχουν, δικαστικό σώμα φτιαγμένο ώστε να νομιμοποιεί τις αυθαιρεσίες, στο πλαίσιο πάντα των διατάξεων που η εξουσία έφτιαξε για τον εαυτό της. 

Και όλα αυτά, γίνονται σε τρομακτική διάσταση με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, με την κραυγή και απαίτηση εκατομμυρίων ανθρώπων για δικαιοσύνη, δημοκρατία, διαφάνεια.

Πρόκειται για μια δυστοπία που δεν μπορεί να τελειώσει παρά μόνο με μια σαρωτική ανατροπή, όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά και όλου του βρώμικου πλέγματος εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαστικής και μηντιακής εξουσίας, το οποίο είναι ένοχο για αυτή την πρωτοφανή παρακμή και τη συντονισμένη επιχείρηση συγκάλυψης ευθυνών για το έγκλημα στα Τέμπη. 

Συνέντευξη του Γιώργου Τσακλίδη, πατέρα της Αγάπης, θύματος στα Τέμπη

Το «antapocrisis» μίλησε με τον Γιώργο Τσακλίδη, καθηγητή του τμήματος Μαθηματικών του ΑΠΘ, πατέρα της φοιτήτριας Αγάπης Τσακλίδου και μέλος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών. Ο ίδιος μίλησε για το έγκλημα της ιδιωτικοποίησης του ΟΣΕ, για τον αγώνα τους ενάντια στη συγκάλυψη, για τον ρόλο της κυβέρνησης του Κ. Μητσοτάκη, της δικαιοσύνης και των ΜΜΕ, καθώς και για τη συγκλονιστική ανταπόκριση του ελληνικού λαού στο κάλεσμα των συγγενών. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στις 26/2.

 

Είναι πλέον εμφανές ότι στα Τέμπη είχαμε δύο εγκλήματα. Αυτό της διάλυσης των σιδηρόδρομων που οδήγησε δυο τρένα στην ίδια γραμμή. Και αυτό της προσπάθειας συγκάλυψης και μπαζώματος πολιτικών ευθυνών και υπευθύνων. Όσον αφορά το πρώτο, κατά τη γνώμη σας, ποια ήταν η αιτία του δυστυχήματος και ποιοι έχουν την ευθύνη; Έχει αλλάξει κάτι προς το καλύτερο δυο χρόνια μετά;

 

O αρχικός ΟΣΕ ιδιωτικοποιήθηκε και κατατμήθηκε σε επιμέρους εταιρείες σύμφωνα με οδηγίες της ΕΕ. Κατατμήθηκαν και οι συμβάσεις για τοποθέτηση συστημάτων ασφαλείας. Δεν υπήρχε συντονισμός μεταξύ των εταιρειών, ούτε και ολοκλήρωση των συμβάσεων στο βασικό δίκτυο. Έγιναν 4 συμβάσεις και δόθηκαν 11 παρατάσεις για έργα με διετή προγραμματισμό ολοκλήρωσης χωρίς να επιτευχθεί ολοκλήρωση ενιαία στο βασικό δίκτυο, ακόμη και μέχρι σήμερα, ενώ η πρώτη σύμβαση ξεκίνησε το 2005. Έτσι, δεν λειτουργούσαν ενιαία στο βασικό δίκτυο, η φωτοσήμανση (φανάρια), τηλεδιοίκηση, σύστημα επικοινωνίας GSMR μεταξύ σταθμαρχών και μηχανοδηγών και προφανώς ούτε η «ολοκλήρωση» των ανωτέρω, το σύστημα ETCS. Το προσωπικό ήταν/είναι μειωμένο στο μισό και λιγότερο, με βάση το οργανόγραμμα, και η συντήρηση του δικτύου ελλιπέστατη.  

Η ευθύνη για τα παραπάνω ήταν/είναι στις εποπτεύουσες αρχές στα υπουργεία, στις διοικήσεις των εταιρειών, στη ρυθμιστική αρχή σιδηροδρόμων, και βέβαια στην ΕΕ που πίεζε και επέβαλε την ιδιωτικοποίηση και κατάτμηση του αρχικού ΟΣΕ. Σημειώνεται ότι η ευρωπαϊκή ERA που επιτηρεί/ελέγχει τους ευρωπαϊκούς σιδηρόδρομους και αντίστοιχους οργανισμούς, γνώριζε και κατέγραφε στις εκθέσεις της την προβληματική κατάσταση για τα συστήματα ασφαλείας.  

Σημειώνεται ότι ακόμη και σήμερα δεν έχουν ολοκληρωθεί τα έργα με τα συστήματα ασφάλειας ενιαία στο βασικό δίκτυο. 

 

Με βάση την έρευνα του Συλλόγου σας, ποια στοιχεία αναδεικνύουν την προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματος; Ποιες παρεμβάσεις, πράξεις, παραλείψεις και από ποιους;

 

Συνοπτικά και ενδεικτικά αναφορικά με τα στοιχεία συγκάλυψης μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής: 

α) Μεγάλη προσπάθεια συγκάλυψης εξελίχθηκε στη εξεταστική επιτροπή. Η κυβερνητική πλειοψηφία δεν επέτρεψε να καταθέσουν σημαντικοί μάρτυρες, όπως οι μηχανοδηγοί και πραγματογνώμονες για την μπάλα φωτιάς (έκρηξη) και τη φωτιά μετά το δυστύχημα. Στη συνέχεια, η κυβερνητική πλειοψηφία με το πόρισμά της, το οποίο στηρίχθηκε πρακτικά μονομερώς στο αφήγημα του ανθρώπινου λάθους, έκλεισε τον δρόμο σε καταλογισμό ευθυνών σε κυβερνητικό επίπεδο, δηλαδή σε υπουργούς μεταφορών . 

β) Στην προσπάθεια συγκάλυψης συγκαταλέγεται η επιχείρηση «μπάζωμα», με την απομάκρυνση τόνων χωμάτων από τον τόπο της σύγκρουσης. Έτσι χάθηκαν βασικά στοιχεία που θα οδηγούσαν στη διακρίβωση για τα αίτια δημιουργίας της μπάλας φωτιάς και της φωτιάς που ακολούθησε και έκαιγε για δυο ώρες, με αποτέλεσμα την απανθράκωση 30 θυμάτων, ορισμένα από τα οποία ζούσαν μετά τη σύγκρουση.  

γ) Ακόμη, δεν βρέθηκαν video για τη φόρτωση και κίνηση της εμπορικής αμαξοστοιχίας  από Θεσσαλονίκη και ενδιάμεσους σταθμούς μέχρι Λάρισα, διότι αφενός ζητήθηκαν μετά από 2 περίπου μήνες, αφετέρου ο ΟΣΕ δεν τα κράτησε παρά το ότι βοούσε το πανελλήνιο. Τα άφησε να επανεγγράφονται, και ένα χρόνο μετά, όταν εξετάστηκε μήπως μπορεί να ανακτηθούν, αυτό διαπιστώθηκε ότι ήταν αδύνατο. Πρόσφατα, δυο χρόνια μετά το δυστύχημα (!), η εταιρεία που διαχειριζόταν τα video παρέδωσε στον ανακριτή 3 video τα οποία τώρα ελέγχει η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών ως προς τη γνησιότητά τους.  

δ) Στα στοιχεία συγκάλυψης θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η «μονταζιέρα», δηλαδή το μοντάρισμα ηχητικών συνομιλιών και η απόδοσή τους στα μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να ενισχυθεί κατάλληλα το αφήγημα του ανθρώπινου λάθους. Το μοντάρισμα εντοπίστηκε γρήγορα και έληξε ..άδοξα.     

 

Θα μπορούσε να καθοδηγηθεί η συγκάλυψη, χωρίς την άμεση εμπλοκή της εκτελεστικής εξουσίας και του πρωθυπουργού; Έχει ή δεν έχει ευθύνη ο ίδιος προσωπικά;

Η εκτελεστική εξουσία είχε παρουσία στον χώρο του δυστυχήματος αμέσως μετά το δυστύχημα με υπουργούς και τον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ. Προφανώς  ο τελευταίος είχε πλήρη ενημέρωση για το «μπάζωμα», οπότε ευθύνη αποδίδεται άμεσα και στον ίδιο τον πρωθυπουργό. Επίσης, δεδομένου ότι ο ΟΣΕ είναι ο βασικός οργανισμός με ευθύνη για τη λειτουργία του σιδηρόδρομου -ως βασικού για τη χώρα μεταφορικού μέσου- και τις υποδομές του, και ο οποίος ΟΣΕ πρακτικά ελέγχεται άμεσα από την κυβέρνηση, είναι ένα ζήτημα πόση ευθύνη αναλογεί και στον πρωθυπουργό ως πολιτικός προϊστάμενος του συγκροτηθέντος (με νόμο) «επιτελικού κράτους». 

   

Το επιχείρημα του πρωθυπουργού ότι αν τα βίντεο είναι γνήσια, καταρρίπτεται με κρότο η θεωρία της συγκάλυψης, είναι δυνατό να ευσταθεί; Με βάση τη δική σας έρευνα, πώς εξηγείται η μεγάλη πυρόσφαιρα, η έκρηξη που οδήγησε δευτερογενώς δεκάδες ανθρώπους στο θάνατο;

Η συγκάλυψη δεν αφορά μόνο το αν η εμπορική αμαξοστοιχία μετέφερε παράνομα  αρωματικούς υδρογονάνθρακες. Η συγκάλυψη άρχισε με τη διαδικασία της εξεταστικής, όπως προαναφέρθηκε, καθώς και με καθυστερήσεις κατά την ανακριτική διαδικασία οι οποίες πρακτικά κατέστρεψαν  σημαντικά πειστήρια του δυστυχήματος. Αναφορικά με την πυρόσφαιρα, διαφαίνεται -σύμφωνα με αρκετές πραγματογνωμοσύνες- ότι αυτή δεν οφείλεται στα έλαια σιλικόνης των μετασχηματιστών, αλλά σε –πτητικούς- αρωματικούς υδρογονάνθρακες, οι οποίοι βρέθηκαν από το Χημείο του Κράτους σε πολλά από τα δείγματα που συλλέχτηκαν από τον τόπο του δυστυχήματος.  

 Τη στάση της Δικαιοσύνης, από το επίπεδο της ανάκρισης έως τις επιθέσεις ανώτατων δικαστών του Αρείου Πάγου εναντίον της κας Καρυστιανού, πώς θα την χαρακτηρίζατε; Κάνει ανεξάρτητα τη δουλειά της; Τελικά τι μπορούμε να περιμένουμε;

Πραγματικά, υπήρξαν απαράδεκτες παρεμβάσεις δικαστών του Αρείου Πάγου εναντίον της κας Καρυστιανού. Τώρα πλέον, και με την πίεση που ασκούν οι κινητοποιήσεις του κόσμου προς την κυβέρνηση αλλά και τους δικαστικές αρχές,  οι διατυπώσεις ανώτερων δικαστικών λειτουργών αναφορικά με το δυστύχημα είναι πιο προσεκτικές.   

 

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε μια προσπάθεια αντιστροφής του κλίματος και επικοινωνιακής αντεπίθεσης από την κυβέρνηση και τα ΜΜΕ, ότι θα γίνουμε ζούγκλα, θα δημιουργηθεί χάος κτλ. Πώς τα εκλαμβάνει όλα αυτά η κοινωνία και πώς τα ερμηνεύετε εσείς ο ίδιος;

Είναι συνήθης πρακτική, άνθρωποι της κυβέρνησης να βγαίνουν στα ΜΜΕ πριν από μεγάλες κινητοποιήσεις, να προειδοποιούν και να φοβίζουν τον κόσμο για καταστροφές που θα έρθουν με τις κινητοποιήσεις, με προφανή σκοπό να μειωθεί η συμμετοχή σε αυτές. Η απάντηση πρέπει να είναι η μεγάλη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις ! 

 

Το αγκάλιασμα του αγώνα σας από τα πιο ζωντανά κομμάτια της κοινωνίας και ειδικά της νεολαίας είναι κάτι που το περιμένατε; 

Εξ αρχής ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων Τεμπών 2023 και γενικότερα οι συγγενείς των θυμάτων δεν περιμέναμε τόσο μεγάλη ανταπόκριση. Ήταν, όμως, δεδομένη η αποφασιστικότητά μας να αγωνιστούμε για την απόδοση δικαιοσύνης, να κινητοποιηθούμε και να ενημερώσουμε τον κόσμο για το δυστύχημα με κάθε τρόπο. Πολύ γρήγορα τα πιο ζωντανά κομμάτια της κοινωνίας, η νεολαία, εργατικά σωματεία, σύλλογοι και διάφοροι φορείς εντάχθηκαν ενεργά σε αυτήν την προσπάθεια και την ενίσχυσαν και ενισχύουν καθοριστικά μέχρι σήμερα.  

 

Ποια τα επόμενα βήματα του Συλλόγου σας σε νομικό επίπεδο νομικό επίπεδο και επίπεδο αγωνιστικών πρωτοβουλιών;

Δυο χρόνια μετά το έγκλημα, ο Σύλλογος αγωνίζεται σε νομικό επίπεδο για διερεύνηση των πτυχών του εγκλήματος και απόδοση κατηγοριών, φωτίζοντας τα αίτια του δυστυχήματος και τις ευθύνες των εμπλεκομένων, όσο ψηλά και αν βρίσκονται. Αναζητούμε για το σκοπό αυτό εμπεριστατωμένες πραγματογνωμοσύνες. Έχουμε ταχθεί υπέρ της αλλαγής του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ώστε να σταματήσει η ατιμωρησία τους. Παράλληλα, ενημερώνουμε με ομιλίες και διάφορες εκδηλώσεις τον κόσμο για τα νέα στοιχεία που προκύπτουν αναφορικά με το δυστύχημα.  

Τέλος, είναι φανερό, ότι αγωνιστικές πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις με μεγάλη συμμετοχή χρειάζονται διαρκώς και είναι αυτές που ασκούν την απαραίτητη πίεση προς κάθε κατεύθυνση με σκοπό την απόδοση δικαιοσύνης.

Μετά τις 28 Φλεβάρη τι;

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Στην ερώτηση αυτή δεν χωρά μισή απάντηση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να παραιτηθεί. Ο πρωθυπουργός, μετά την πάνδημη πρόταση μομφής που του έκανε ο ελληνικός λαός την Παρασκευή, δεν μπορεί πια να κυβερνά. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να παριστάνει τον εντολοδόχο της λαϊκής βούλησης. Η κοινωνία τον καταδίκασε ως ενορχηστρωτή μιας πολλαπλής συγκάλυψης και πολιτικό αυτουργό των συνθηκών που οδήγησαν στο δυστύχημα, δεν τον εξουσιοδότησε να “αλλάξει το κράτος” όπως ο ίδιος σήμερα παραπλανητικά ισχυρίζεται.

Είναι αδιάφορο αν η αντιπολίτευση είναι ανίκανη ή αναξιόπιστη. Το ερώτημα “και ποιος να έρθει;” δεν μπορεί να θάψει το αίτημα “να φύγει ο ένοχος Μητσοτάκης”. Όποιος και να έρθει άλλωστε, θα ξέρει ότι πάνω από το κεφάλι του κρέμεται η δαμόκλειος σπάθη που ζητά δικαιοσύνη. Αυτό, από μόνο του, είναι θετικό βήμα.

Το να φύγει ο Μητσοτάκης είναι το μισό βήμα. Το άλλο μισό βήμα είναι μια μεγάλη θεσμική και πολιτική ανατροπή. Αυτό ζήτησε ο ελληνικός λαός στη μεγαλύτερη απεργία της σύγχρονης ιστορίας του. Ζήτησε ένα άλλο κράτος, που να υπηρετεί τον πολίτη και όχι τα συμφέροντα, μια άλλη δικαστική εξουσία που να υπηρετεί τη δικαιοσύνη και όχι τους πολιτικούς εντολείς της.

Ο λαός, σε μια ιστορικής κλίμακας εισβολή του στο προσκήνιο, ζήτησε να πάψει το κράτος και η πολιτεία να αδιαφορεί διαχρονικά για τη ζωή και την επιβίωση των πολλών. Να πάψουν τα Μέσα Ενημέρωσης να είναι η τοξική προπαγάνδα της ολιγαρχίας. Να πάψει η προκλητική ασυλία των υπουργών και των πρωθυπουργών και η μόνιμη απαλλαγή από τις πολιτικές και ποινικές τους ευθύνες. Να σταματήσει η κοινοβουλευτική οπερέτα των εξεταστικών και των προανακριτικών επιτροπών. Να πάψει η δικαιοσύνη να είναι θεραπαινίδα της εξουσίας και οι ανώτατοι δικαστικοί εξαρτώμενοι από τα κομματικά και επιχειρηματικά συμφέροντα.

Η 28η Φλεβάρη με τον όγκο και την καθολικότητά της δείχνει ότι υπάρχει πλέον μια μεγάλη διαίρεση. Όχι μόνο ανάμεσα στην κοινωνία και στην κυβέρνηση που πολιτεύεται με όρους συγκάλυψης, διαπλοκής και μαφιόζικης ομερτά. Αλλά και ανάμεσα στην κοινωνία και στους θεσμούς της εξουσίας, οι οποίοι κολακευμένοι από τη διαχρονική ασυλία που απολαμβάνουν, συνεχίζουν να ασχημονούν ενάντια στην κοινωνική πλειοψηφία.

Οποιαδήποτε απόπειρα να “κοινοβουλευτικοποιηθεί” αυτή η συνολική πρόταση μομφής της ελληνικής κοινωνίας, ή να μετασχηματιστεί στον ανούσιο κοινοβουλευτικό καβγά, όπου μάλιστα η ΝΔ παρά την πάνδημη κατακραυγή εξακολουθεί να υπερέχει της διαλυμένης αντιπολίτευσης, θα λειτουργήσει ως βαλβίδα εκτόνωσης και όχι ως καταλύτης εξελίξεων.

Η αντίδραση της κοινωνίας στο έγκλημα των Τεμπών αποκαλύπτει την παρακμή στην οποία βουλιάζει η χώρα. Από την ανώτατη δικαστική εξουσία, μέχρι τις υποκριτικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες και από τη συνένοχη ή αδιάφορη κοινοβουλευτική αντιπολίτευση μέχρι τα ΜΜΕ της χυδαίας προπαγάνδας, οι θεσμοί ελληνικής δημοκρατίας τρίζουν. Όχι επειδή κάποιοι ταραξίες τους αμφισβητούν, αλλά επειδή οι ίδιοι έχουν απαξιώσει τον εαυτό τους.

Η ηθική αγανάκτηση εκατομμυρίων Ελλήνων και η πρωτοφανής αντίδραση της κοινωνίας, είναι αποτέλεσμα της προκλητικής στάσης που κράτησαν όλοι αυτοί οι θεσμοί στο έγκλημα των Τεμπών. Αλλά και στα προηγούμενα επεισόδια του βούρκου ο οποίος πλέον χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελλάδα. Από τις υποκλοπές και τις παρακολουθήσεις όπου εξευτελίστηκε κάθε ίχνος κράτους δικαίου χωρίς να ανοίξει μύτη, μέχρι σκάνδαλα τύπου Νοβάρτις όπου οι θύτες παριστάνουν τα θύματα. Και από τα διαχρονικά εγκλήματα του κράτους και της πολιτείας ενάντια σε πολίτες (Μάτι, Μάνδρα, Ηλεία κλπ) μέχρι την κοινωνική καταστροφή λόγω μνημονίων.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη με τη μαφιόζικη συμπεριφορά της στο έγκλημα των Τεμπών είναι η πιο αποκρουστική έκφραση ενός πλέγματος εξουσίας που τρώει σαν καρκίνος την ελληνική κοινωνία. Επιταχύνθηκε με την κοινωνική διάλυση που έφεραν τα μνημόνια και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Αποθρασύνθηκε από την πλήρη διάλυση της αντιπολίτευσης, η οποία πριν δέκα χρόνια, αλλάζοντας στρατόπεδο, αποδείκνυε ότι “όλοι ίδιοι είναι”. Αυτό το σύστημα εξουσίας φτιάχνει μια χώρα που όταν δεν σκοτώνει εν ψυχρώ τα παιδιά της, τα διώχνει στο εξωτερικό, ή στην καλύτερη τα προορίζει για υπηρετικό προσωπικό σε μια χώρα μεταπρατική, μια οικονομία που συντηρείται από τη φούσκα των ακινήτων, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί πια να κυβερνά γιατί όσο κυβερνά, δεν μπορεί να υπάρξει απόδοση δικαιοσύνης για το μέγα σκάνδαλο των Τεμπών. Το γεγονός όμως ότι δεν υπάρχει ορατή πολιτική διέξοδος, οφείλεται στη σήψη που διακρίνει συνολικά όλους τους αρμούς της εξουσίας. Η 28η Φλεβάρη έστειλε προφανές μήνυμα στον Μητσοτάκη, αλλά έστειλε και μήνυμα σε όλο το πολιτικό σύστημα, από την άκρα δεξιά μέχρι την Αριστερά και το ΚΚΕ ότι ουδείς υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Αναζητείται διέξοδος στο πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Τη διέξοδο δεν μπορούν να την υπηρετήσουν τα υπαρκτά πολιτικά σχέδια μιας μίζερης προσμέτρησης μικροκερδών και μικροζημιών σε ένα πολιτικό παιχνίδι που η κοινωνία το θεωρεί αφερέγγυο. Ελλείψει πολιτικού φορέα, τη διέξοδο μπορεί να την αναζητήσει ένα νέο μαζικό πολιτικό ρεύμα που θα διεκδικεί με σταθερό και μόνιμο τρόπο θεσμικές ανατροπές και τομές υπέρ του λαού, της πραγματικής δημοκρατίας και δικαιοσύνης. Με πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει τη συνταγματική αναθεώρηση, την κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, την εκλογή και όχι τον απευθείας διορισμό της ανώτατης δικαστικής εξουσίας, το ξήλωμα όλου του αντικοινωνικού νομοθετικού πλαισίου που επιβλήθηκε από τα Μνημόνια έως και σήμερα. Ένα ρεύμα που θα βάλει στο στόχαστρο το κράτος και το κοινοβουλευτικό-πολιτικό σύστημα που λειτουργεί ως υπηρέτης των συμφερόντων της ολιγαρχίας και όχι της κοινωνικής πλειοψηφίας, ως ενδιάμεσος ξένων συμφερόντων και όχι ως εγγυητής της ανεξαρτησίας της χώρας, ως μηχανισμός ξεπουλήματος υποδομών και όχι ως μοχλός για την αυτοδύναμη ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση.

Η επόμενη μέρα της 28ης Φλεβάρη απαιτεί κλιμάκωση και αναβάθμιση των κινητοποιήσεων αλλά και των στόχων τους. Για να αποδοθεί δικαιοσύνη, να μπουν φυλακή οι ένοχοι του εγκλήματος των Τεμπών, να τιμωρηθούν οι ενορχηστρωτές της συγκάλυψης, να παραιτηθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Να κρατικοποιηθούν οι σιδηρόδρομοι, να επανέλθουν τα δημόσια αγαθά της παιδείας, της υγείας, της ασφάλειας, των μεταφορών, στον έλεγχο της κοινωνίας. Να ηττηθεί η πολιτική της γενικευμένης διάλυσης και απαξίωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, της ιδιωτικοποίησης, της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος ανθρώπινων ζωών. Να καταργηθεί η ασυλία πρωθυπουργών και υπουργών, να πάψει η διαπλοκή κράτους – επιχειρηματιών, να καταργηθεί η εξάρτηση της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία. Να σταματήσουν οι θεσμοί να κακοποιούν τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη.

Να πέσει η κυβέρνηση των δολοφόνων και του μπαζώματος! Για να ανασάνουμε!

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Η Παρασκευή 28 Φλεβάρη θα είναι μια ιστορική μέρα. Το ποτάμι της λαϊκής οργής δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Η απαίτηση για Δικαιοσύνη και τιμωρία των αυτουργών του εγκλήματος των Τεμπών έχει αγκαλιαστεί από την πλειοψηφία του λαού και θα εκφραστεί μαζικά και περήφανα την Παρασκευή. Η οργή ειδικά για το δεύτερο έγκλημα, της ολοφάνερης πλέον συγκάλυψης και μπαζώματος των ευθυνών από τους ίδιους τους αυτουργούς της προδιαγεγραμμένης δολοφονίας 57 ανθρώπων, δεν μπόρεσε να τιθασευτεί.

Όσο κι αν το σύστημα προσπαθεί απεγνωσμένα να σπιλώσει τον τίμιο και δίκαιο αγώνα των γονιών. Όσο κι αν προσπαθεί να τρομοκρατήσει και να αποτρέψει τον κόσμο να κατέβει στον δρόμο. Όσο κι αν εξαπολύει εντεταλμένους κονδυλοφόρους και πληρωμένους «καθηγητές». Όσο κι αν ξαμολάει υπουργούς που γαβγίζουν χυδαία.  Ό, τι κι αν κάνει, δεν μπορεί να σταματήσει το ποτάμι του αγώνα και της παλλαϊκής απαίτησης για τιμωρία των πραγματικών ενόχων. Δεν μπορεί να αποτρέψει την πάνδημη συμμετοχή, την με κάθε τρόπο και μέσο συμπαράσταση και αλληλεγγύη σε έναν δίκαιο αγώνα, που θα εκφραστούν τη μέρα της επετείου των δύο χρόνων.  Έναν αγώνα που έδιναν οι γονείς και οι συγγενείς ολομόναχοι εδώ και δύο χρόνια, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς να έχουν να χάσουν τίποτα παραπάνω από αυτό που τους στέρησε το κράτος και η κυβέρνηση στις 28 Φλεβάρη του 2023. Από τις 26 Γενάρη μέχρι και σήμερα ανασαίνουμε καθαρό αέρα. Ο φόβος και η ανασφάλεια έχει αλλάξει πλευρά. Μέσα στην ανασφάλεια της καθημερινής επιβίωσης, των χαμηλών μισθών, της ακρίβειας, της διαλυμένης υγείας και παιδείας ήρθε το οξυγόνο της εμπιστοσύνης στο συλλογικό αγώνα, που όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, μπορεί να κερδίσει, μπορεί να κάνει τους κυβερνώντες να φοβηθούν τη δύναμή μας.

Να φτάσουμε τον αγώνα μας μέχρι το τέλος. Το δίλλημα Μητσοτάκης ή χάος είναι δικό τους δίλημμα γιατί αν πέσει ο Μητσοτάκης, θα είναι έμπρακτη παραδοχή ότι αυτός και η κυβέρνησή του είναι ο βασικός υπεύθυνος του εγκλήματος, ότι ο ίδιος είναι ο ενορχηστρωτής της συγκάλυψης. Ότι δύο χρόνια τώρα, γαντζωμένος στην εξουσία, κοροϊδεύει τις οικογένειες των θυμάτων και τον ελληνικό λαό. Αν πέσει ο Μητσοτάκης υπό λαϊκή πίεση, θα ανοίξει ο δρόμος για το ξεσκέπασμα της συγκάλυψης, θα σταματήσει η ωμή και απροκάλυπτη παρέμβαση των ανώτατων δικαστικών στην υπόθεση που διορίστηκαν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, τη συγκάλυψη. Αν πέσει ο Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του θα ανοίξει ο δρόμος για την απόδοση πολιτικών και ποινικών ευθυνών στον ίδιο και τα στελέχη του που είχαν την ηθική και φυσική αυτουργία στο έγκλημα. Όλα αυτά όντως ισοδυναμούν με χάος. Όχι όμως για τις οικογένειες, ούτε για τον ελληνικό λαό. Χάος για τον Μητσοτάκη, την οικογένειά του και το σύστημα, για τα συμφέροντα που τον στηρίζουν και τον κρατάνε στην εξουσία. Χάος για την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, που θα ξεβολευτεί από το ρόλο του διακοσμητικού φυτού.

Ο αγώνας πλέον βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το δικό μας δίλημμα είναι Μητσοτάκης ή Δικαιοσύνη. Μητσοτάκης ή οξυγόνο. Δεν μπορούμε να περιμένουμε απόδοση δικαιοσύνης απ’ τους ίδιους τους αυτουργούς του εγκλήματος. Δεν πρόκειται να τιμωρήσουν τον εαυτό τους. Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα από αυτούς που δεκαετίες πριν και δυο χρόνια μετά συνεχίζουν πιστά στην ίδια ρότα που οδήγησε στο έγκλημα, τη διάλυση και ιδιωτικοποίηση των σιδηρόδρομων,  κάθε δημόσιου αγαθού.  Μπορεί σήμερα να μην υπάρχει ο πολιτικός φορέας εκείνος που απαιτούν οι καιροί, ικανός να εκφράσει μαζικά και να ενώσει το λαό, δίνοντας κοινωνική και πολιτική διέξοδο. Όμως, αν ο Μητσοτάκης ξεπεράσει την κρίση αλώβητος, κρατώντας την καρέκλα, χωρίς κόστος για τον ίδιο, το κόμμα του και την κυβέρνησή του, τότε η απογοήτευση θα μεγαλώσει. Πρέπει να πέσει, για να αποδείξουμε στο σύστημα αλλά και σε εμάς τους ίδιους, ότι τη δύναμη την έχει ο λαός, κανείς δεν είναι παντοδύναμος απέναντί του. Για να σταματήσει η αλαζονική άσκηση εξουσίας του στυλ «η χώρα μου ανήκει». Δεν μπορούμε να ανασάνουμε όσο συνεχίζει να βρίσκεται πάνω μία από τις πιο επιθετικές, κυνικές και νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις που γνώρισε η χώρα.

Η κυβέρνηση αυτή έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση. Δεν εκπροσωπεί τον ελληνικό λαό και δεν μπορεί να μιλά εξ ονόματός του. Παραμένει στην εξουσία στηριζόμενη μόνο σε ξένα κέντρα, στα εγχώρια επιχειρηματικά τζάκια και σε κάποια μέσα ενημέρωσης. Δεν θα περιμένουμε ούτε άλλες εξεταστικές ούτε προτάσεις μομφής. Η πραγματική αντιπολίτευση είμαστε εμείς. ΟΛΟΙ στις 28 Φλεβάρη στην απεργία και τις συγκεντρώσεις. Να πέσει η κυβέρνηση των δολοφόνων και του μπαζώματος. Να ανατραπούν οι πολιτικές που δολοφονούν. Για να ανασάνουμε. Αγώνας μέχρι το τέλος!

Αν τα βίντεο είναι γνήσια, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε συγκάλυψη ή ότι ο γάιδαρος πετάει;

Ο Κ. Μητσοτάκης σάλπισε για πολλοστή φορά αλλαγή πλεύσης στην κυβερνητική άμυνα για τα Τέμπη. Με τη γνωστή έπαρση που τον διακρίνει ανήγγειλε θριαμβευτικά ότι “καταρρέει με κρότο η θεωρία της συγκάλυψης αν αποδειχθεί ότι τα βίντεο είναι γνήσια”. Στην πραγματικότητα, ισχύει το ακριβώς ανάποδο: Αν τα βίντεο είναι γνήσια, αποδεικνύεται ότι υπάρχει κεντρικός παράνομος και εξωθεσμικός χειρισμός. Τόσο γιατί τα βίντεο ήταν “εξαφανισμένα” επί δύο χρόνια, όσο και γιατί “ανακαλύπτονται” στις 3 τα ξημερώματα Σαββάτου δύο χρόνια μετά το δυστύχημα. 

Η ιστορία των βίντεο δεν συνιστά “αποκάλυψη” της αλήθειας, αλλά απόδειξη συγκάλυψής της. 

Στην πραγματικότητα, η συγκάλυψη που οργάνωσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει ανάγκη από κανένα βίντεο για να στοιχειοθετηθεί. 

  • Αποδεικνύεται από το θέατρο της Εξεταστικής Επιτροπής (η οποία δεν τιμούσε τη Βουλή κατά τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη) και τον ρόλο του Κ. Τασούλα. 
  • Αποδεικνύεται από το πόρισμα των Ανεξάρτητων Αρχών και του ΕΜΠ που αποδίδουν την έκρηξη φωτιάς σε πτητικούς υδρογονάνθρακες. 
  • Αποδεικνύεται από την εγκληματική βιασύνη για το μπάζωμα του χώρου του συμβάντος με κυβερνητική εντολή (Τριαντόπουλος, δηλαδή Μητσοτάκης) και όχι επιχειρησιακή ανάγκη. 
  • Αποδεικνύεται από τις παραγγελίες και τις φωτογραφικές εντολές της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού προς τη Δικαιοσύνη κατά παράβαση κάθε έννοιας διάκρισης εξουσιών. 
  • Αποδεικνύεται τέλος από τον τραγέλαφο με τα βίντεο που δεν κατάσχονται, χάνονται, βρίσκονται, ξαναχάνονται και επανεμφανίζονται μαγικά, δύο χρόνια μετά το δυστύχημα, αλλά λίγες μέρες μετά την προφητική επιφοίτηση του Κ. Μητσοτάκη στην τηλεοπτική του συνέντευξη στον Σρόιτερ (“ποιος σας είπε ότι δεν έχουν πάει βίντεο; Και μπορεί να πάει ένα βίντεο, οποιοδήποτε…”). 

Το να ισχυρίζεται κατόπιν αυτών ο πρωθυπουργός της χώρας ότι “η θεωρία της συγκάλυψης καταρρίπτεται” είναι τουλάχιστον θράσος. Πείθει μονάχα αυτούς, που ακόμα και αν έχαναν το παιδί τους στο δυστύχημα, θα εξακολουθούσαν να στηρίζουν την ένοχη κυβέρνηση και τις ακόμα πιο ένοχες, διαχρονικές, κυβερνητικές πολιτικές.

Η φθηνή δημαγωγική ντρίπλα που επιχειρεί να κάνει η κυβέρνηση και ο θηριώδης μηχανισμός προπαγάνδας που διαθέτει, στηρίζεται στο να ταυτίσει τη “θεωρία της συγκάλυψης” με μια εμφανή δεξαμενή στο τρίτο βαγόνι της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Αν αποδειχθεί ότι εμφανές φορτίο δεν υπάρχει, δεν υπάρχει και συγκάλυψη, λέει η κυβέρνηση. Είναι όμως έτσι;

Η συζήτηση για το παράνομο φορτίο πέρασε από την όχθη της “θεωρίας συνωμοσίας” στην όχθη της ισχυρής πιθανότητας, όταν τα αλλεπάλληλα πορίσματα τόσο των εμπειρογνωμόνων των οικογενειών, όσο και ανεξάρτητων φορέων (ξένων Πανεπιστημίων, ΕΜΠ, Οργανισμού Διερεύνησης Ατυχημάτων κλπ) βεβαιώνουν πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι ο ισχυρισμός του Κ. Μητσοτάκη για τις αιτίες της έκρηξης φωτιάς ήταν ψεύτικος. Υπενθυμίζουμε ότι ο Κ. Μητσοτάκης είχε δηλώσει στις 21/3/2023 στη συνέντευξη με τον Σ. Θεοδωράκη) ότι “Δεν υπήρχε τίποτα εύφλεκτο. Η σύγκρουση ήταν τόσο βίαιη και τόσο σφοδρή που προκάλεσε, αυτό μας λένε οι ειδικοί, μία πρώτη ανάφλεξη και προφανώς στη συνέχεια υπήρχαν εύφλεκτα υλικά -λάδια- τα οποία πήρανε φωτιά όταν έγινε η σύγκρουση”.

Αυτός ακριβώς είναι ο ισχυρισμός που καταρρίπτεται από τα πορίσματα και τις έρευνες του εδάφους – όποιου εδάφους δηλαδή είχε απομείνει μετά από το με κυβερνητική εντολή μπάζωμα και εκχέρσωμα του χώρου. 

Αυτός ο ισχυρισμός είναι ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΑΝΑΛΗΘΗΣ και η εμφάνιση των βίντεο – ακόμα και αν καταπιούμε την ύποπτη διαδρομή τους από τον σέρβερ της εταιρείας στον Καπερνάρο, στον Πορτοσάλτε και στον ανακριτή, δεν τον καθιστά αληθή.

Γιατί ακόμα και αν δεχτούμε ότι τα βίντεο είναι έγκυρα, πώς μπορούμε να δεχτούμε ότι επί δύο χρόνια όλη η Ελλάδα ψάχνει τα βίντεο, αλλά η εταιρεία φύλαξης τα ανακαλύπτει δύο χρόνια μετά και αφού το έχει προαναγγείλει ο πρωθυπουργός; Αυτή η αδιανόητη διαδρομή των βίντεο, με αποκορύφωμα την κατάθεση του υπαλλήλου για το πώς τα βρήκε στις 03.00 τα ξημερώματα (!) του Σαββάτου στον …κάδο ανακύκλωσης του σέρβερ (!) της εταιρείας, δείχνει ότι είτε έγκυρα, είτε κατασκευασμένα, τα βίντεο ήταν αντικείμενο διαχείρισης μιας επιχείρησης αποπροσανατολισμού, επικοινωνιακού θορύβου, καθοδήγησης της έρευνας, απόκρυψης στοιχείων. 

Δηλαδή, ήταν συστατικό στοιχείο μιας επιχείρησης συγκάλυψης. 

Η συγκάλυψη δεν αφορά μόνο το “φορτίο”. Αφορά το σύνολο των κυβερνητικών χειρισμών, από την πρώτη ώρα του συμβάντος μέχρι και σήμερα. Αφορά τη δήλωση του πρωθυπουργού για το “ανθρώπινο λάθος”, την αποδεδειγμένη αλλοίωση του χώρου, το κρύψιμο της ευθύνης για τη σύμβαση 717 κάτω από το χαλάκι που έστρωσε η Εξεταστική Επιτροπή, την πανηγυρική “αθώωση” του Κ. Καραμανλή από την κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ και τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη, τις παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και την παραγγελία αλλαγής του φυσικού δικαστή, αλλά και τις ίδιες τις ενέργειες της Δικαιοσύνης που δεν εξηγούνται παρά μόνο αν συνδέονται, καλύπτονται και αντλούν δύναμη από ένα ευρύτερο σχέδιο κάλυψης πράξεων και παραλείψεων που συνέβαλαν στο δυστύχημα. 

57 άνθρωποι, στην πλειοψηφία τους νέοι, έχασαν τη ζωή τους από εγκληματικές ενέργειες και εγκληματικές παραλείψεις και αντί να αποκαλυφθεί η αλήθεια, ένας άρρηκτος κύκλος από παραλείψεις, εξαφανίσεις, αλλοιώσεις, παρεμβάσεις και παράνομες ενέργειες συνδέει την εκτελεστική, τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία με κοινό παρονομαστή τη συγκάλυψη. 

Η δημοκρατία οφείλει να σέβεται τους θεσμούς, ισχυρίζεται ο Κ. Μητσοτάκης. 

Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν οι θεσμοί σέβονται τη δημοκρατία, θα ισχυριστούν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στις 28 Φλεβάρη.

Γιατί προς το παρόν, οι θεσμοί της εξουσίας, του κράτους και της δικαιοσύνης, όχι μόνο δεν σέβονται αλλά κακοποιούν τη δημοκρατία και την αλήθεια.

Τι σημαίνει πολιτικοποίηση και κλιμάκωση του αγώνα γύρω από το έγκλημα των Τεμπών;

Η 26η Γενάρη με τη μαζική λαϊκή συμμετοχή, τις εκατοντάδες συγκεντρώσεις εντός και εκτός χώρας έφερε ξανά το χαμόγελο στα χείλη της χειμαζόμενης κοινωνίας. Αποτέλεσε ένα μαζικό κοινωνικό γεγονός που αναπόφευκτα έχει και πολιτικές συνέπειες. Κυρίως για το πολιτικό σύστημα και την κυβέρνηση, προσωπικά για τον ίδιο τον Μητσοτάκη. Έσπασε επιτέλους το αίσθημα παντοδυναμίας και του ανίκητου. Αμφισβητείται μαζικά πλέον η “ηγεμονία” του κι ας θυμίζει περιφερόμενο τσίρκο η εικόνα όλης της αντιπολίτευσης. Κι ας μην υπάρχει εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο που να φιλοδοξεί να τον γκρεμίσει. Όταν ο κόσμος σήκωσε το κεφάλι, έσκυψαν αυτοί που μέχρι χθες αλαζονικά λοιδορούσαν τις οικογένειες των θυμάτων, δήλωναν ότι θα ξεχαστεί γρήγορα η τραγωδία, ότι το 41% ήταν απαλλακτικό βούλευμα της κυβέρνησης.

Μπαίνει ένα μεγάλο ερώτημα. Πώς μπορεί να συνεχιστεί αυτός ο αγώνας και να φτάσει μέχρι το τέλος; Πώς μπορεί να γίνει πιο μαζικός και αποτελεσματικός; Πώς η αγωνιστική διάθεση και διαθεσιμότητα προσφοράς του κόσμου μπορεί να αξιοποιηθεί; Πώς η συνειδητοποίηση των ανθρώπων που αγωνίζονται να ωριμάσει ακόμα περισσότερο;  Με λίγα λόγια τι θα σήμαινε σήμερα πολιτικοποίηση και κλιμάκωση;

Τα παραπάνω δεν αφορούν την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση που μοιάζει να αγχώνεται περισσότερο από το Μέγαρο Μαξίμου για την πιθανή αστάθεια που μπορεί να προκαλέσει η λαϊκή οργή.  Αφορούν την αριστερά που θέλει να εκφράζει το μέτωπο των από κάτω, να συγκροτεί την πολιτική και κοινωνική συμμαχία των εργαζόμενων. Αφορά πρώτα και κύρια τον ίδιο τον κόσμο που αγωνίζεται.

Πολιτικοποίηση σημαίνει να υπάρχει η στοιχειώδης αντίληψη ποια αιτήματα και συνθήματα σε κάθε φάση είναι επικίνδυνα για το σύστημα και την κυβέρνηση, ενώνουν και συσπειρώνουν τη μέγιστη δυνατή πλειοψηφία της κοινωνίας, πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα τη συνείδηση μέσα από την ίδια τη δράση του κόσμου. Πολιτικοποίηση δεν είναι τα «προωθημένα» αιτήματα, τα «πλαίσια» που τα λένε όλα και τίποτα.

Το αίτημα για την αποκάλυψη και τιμωρία των ενορχηστρωτών της συγκάλυψης πρέπει να παραμένει κεντρικό και κυρίαρχο. Είναι η δύναμη κρούσης του κινήματος για την απόδοση δικαιοσύνης στο έγκλημα των Τεμπών. Είναι αυτή ακριβώς η πλευρά που η κυβέρνηση θέλει να υποβαθμίσει, θυσιάζοντας ίσως πρόσωπα που ευθύνονται για το δυστύχημα, τραβώντας την προσοχή μακριά από τον ίδιο τον Μητσοτάκη που είναι ο βασικός ένοχος. Ταυτόχρονα πρέπει να αναδεικνύεται το διαρκές έγκλημα της ιδιωτικοποίησης και να γίνει λαϊκή απαίτηση το πολιτικά ορφανό αίτημα για εθνικοποίηση των σιδηροδρόμων και των μεταφορών, το οποίο είναι η βάση του εγκλήματος.

Κλιμάκωση σημαίνει ότι οι μορφές πάλης, οι δράσεις που επιλέγονται κάθε φορά εντάσσονται σε ένα συνολικότερο σχέδιο, είναι αντίστοιχες με το επίπεδο συνειδητότητας και διαθεσιμότητας του κόσμου και οξύνουν την αντιπαράθεση με τον αντίπαλο. Κλιμάκωση δε σημαίνει να περιμένουμε την 28η Φλεβάρη με σταυρωμένα χέρια. Κλιμάκωση δε σημαίνει να διαφημίζεται ως μέγα κατόρθωμα το αυτονόητο πχ το αίτημα του ΚΚΕ για προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή. Κλιμάκωση δε σημαίνει η φαντασίωση της μετατροπής της 28ης Φλεβάρη σε γενική απεργία διαρκείας ή οι προτάσεις για κλαδικές(!!!) απεργίες, που «θα αναδείξουν τα αιτήματα του κάθε κλάδου». Ξεχνιέται ότι  οι κοινωνικοί χώροι θα αναπνεύσουν μόνο αν πληγωθεί αυτή η κυβέρνηση. Κι αυτός που μπορεί να  την πληγώσει είναι η κατακραυγή για τα Τέμπη.

Τι θα αποτελούσε πραγματική κλιμάκωση σήμερα;

Πρώτο. Καθημερινή προπαγάνδα σε χώρους δουλειάς, σπουδών και γειτονιάς. Πέραν των σχολείων, δεν υπάρχει άλλος χώρος που η κανονικότητά του να έχει διαταραχθεί μετά τις 26 Γενάρη. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι βοηθητικά αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πραγματική και ζωντανή ανθρώπινη επαφή. Ας σκεφτούμε τι πολλαπλασιαστική δύναμη θα είχαμε αν τα χιλιάδες μέλη και φίλοι των αριστερών οργανώσεων και παρατάξεων τις επόμενες εβδομάδες έβαζαν στόχο να οργώσουν κάθε σχολείο, σχολή, γειτονιά και χώρο εργασίας, πόρτα την πόρτα και άνθρωπο τον άνθρωπο, επιχειρηματολογώντας για την ανάγκη συμμετοχής στις 28/2. Να ενθαρρύνουν τους αποφασισμένους και να πείσουν τους αμφιταλαντευόμενους ότι αξίζει να απεργήσεις, να μην φύγεις για τριήμερο, να κλείσεις το μαγαζί σου. Ξεχνιέται ότι ο βασικός όρος της κλιμάκωσης είναι η αύξηση της μαζικότητας.  Γιατί αυτή η παν-κινητοποίηση να επιφυλάσσεται μόνο για τις εκλογές και τους ψήφους; Ας σκεφτούμε επίσης την πνοή που θα έδινε ένα κίνημα νεολαίας που θα έμπαινε στην πρώτη γραμμή του αγώνα, όπως στη Σερβία. Η πρώτη δύναμη στους φοιτητές και οι υπόλοιπες αριστερές παρατάξεις δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση;

Δεύτερο. Στις 12 Φλεβάρη, ημέρα της τελικής ψηφοφορίας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα βοηθούσε το μεσημέρι η κινητοποίηση των μαθητών και του κόσμου της εκπαίδευσης και το απόγευμα μια γενική κινητοποίηση που θα στοχοποιούσε τον Κ.Τασούλα ως έναν από τους πρωταγωνιστές της συγκάλυψης. Ως Πρόεδρος της Βουλής παρακράτησε παράνομα στο συρτάρι του τις μηνύσεις των συγγενών των θυμάτων προς πολιτικά πρόσωπα, ενώ έστειλε στα αζήτητα τη δικογραφία της ευρωπαϊκής εισαγγελίας για τη σύμβαση 717 που αφορούσε τις παραλείψεις των πολιτικών προσώπων για την έλλειψη τηλεδιοίκησης. Όπως και κάθε άλλος πρωταγωνιστής της συγκάλυψης (πχ η πλειοψηφία των βουλευτών της ΝΔ στην Εξεταστική Επιτροπή η οποία αναβαθμίστηκε σε υπουργικούς θώκους), έτσι και ο Κ. Τασούλας αναβαθμίζεται, στο ύπατο μάλιστα αξίωμα.

Τρίτο. Στις 28 Φλεβάρη, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη μορφή που θα επιλεχθεί, η νεολαία της χώρας πρέπει να διαδηλώσει με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι δεν θα περάσει η ενορχηστρωμένη συγκάλυψη για το έγκλημα των Τεμπών. Την τελευταία Παρασκευή πριν τις Απόκριες, τα Γυμνάσια, τα Λύκεια και τα Πανεπιστήμια, αντί να κάνουν μάθημα ή αποκριάτικες γιορτές και εκδηλώσεις, πρέπει να τιμήσουν τη μνήμη των 57 θυμάτων των Τεμπών. Κανένα σχολείο να μη λειτουργήσει. Με αποχές και καταλήψεις, οι μαθητές όλης της χώρας, μαζί με τους φοιτητές, να κατέβουν στο δρόμο, ενώνοντας τη φωνή τους με τη φωνή των οικογενειών των θυμάτων και τη φωνή της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας που έχει ακόμα ηθική και ανθρωπιά. Η Ελλάδα να βουλιάξει ξανά, με ακόμα περισσότερο κόσμο, αν είναι δυνατόν με εκατομμύρια λαού και όχι εκατοντάδες χιλιάδες.

Πρέπει να κινηθούμε και να δράσουμε με την πίστη ότι μπορούμε να έχουμε αποτέλεσμα, ότι μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση του πολιτικού συσχετισμού και της κυριαρχίας Μητσοτάκη, γιατί αυτή η κυριαρχία είναι που εμποδίζει την αποκάλυψη της αλήθειας, την λαϊκή απαίτηση για απόδοση της δικαιοσύνης.

Μια τέτοια πορεία διαρκούς επιμονής, συνέχειας και κλιμάκωσης είναι το πραγματικό ζητούμενο. Και είναι αυτό που μπορούν να προσφέρουν τα σωματεία, οι συνδικαλιστικές δυνάμεις, η αριστερά, στην παρούσα φάση, σε ένα πλαίσιο κινητοποιήσεων, που είναι μαζικές και πιέζουν την κυβέρνηση – ακριβώς γιατί έχουν οργανωθεί από τους γονείς των θυμάτων και όχι από τα σωματεία ή την αριστερά-, που επωμίζονται δύο χρόνια το βάρος ενός αγώνα μοναχικού, με κίνδυνο ακόμα και για την ίδια τους τη ζωή, όπως αποκάλυψε πρόσφατα η Καρυστιανού. Ο Σύλλογος των θυμάτων μπορεί να μην είναι πολιτικό υποκείμενο, αλλά, στην παρούσα φάση, μόνος αυτός διασφαλίζει τον διεμβολισμό και την μαζικότητα σε πλατιά λαϊκά ακροατήρια. Τα σωματεία και η αριστερά έχουν ρόλο και λόγο για ένα σχέδιο κλιμάκωσης, πέρα όμως από τις φαντασιώσεις ότι θα αποτελέσουν το κέντρο της αμφισβήτησης της κυβέρνησης.

Η συγκλονιστική παλλαϊκή κινητοποίηση στις 26/01 είναι αυτή που έχει αλλάξει τα δεδομένα, πιέζει την κυβέρνηση, έδωσε αυτοπεποίθηση στο ως πρόσφατα υποτονικό λαϊκό φρόνημα. Έγινε εφικτή γιατί υπήρχαν συγκεκριμένα αιτήματα, συγκεκριμένες μορφές, πλατύς χαρακτήρας σύμφωνος με το λαϊκό αίσθημα. Η κλιμάκωση και πολιτικοποίησή της είναι ένα δύσκολο καθήκον. Αν ένα πράγμα διδάσκει αυτός ο αγώνας είναι ότι έχει σημασία τα αιτήματα να είναι πάντα ένα και όχι δέκα βήματα «μπροστά» από το λαϊκό αίσθημα και βεβαίως να μην είναι πίσω από αυτό.

Δημήτρης Μητρόπουλος, πρόεδρος ΕΛΜΕ Νέας Σμύρνης – Καλλιθέας- Μοσχάτου

Δημήτρης Ζιαζιάς, πρώην πρόεδρος Ε.Ι.Ν.Α (Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αχαΐας)

Επί δύο χρόνια η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση κοιμόταν. Σήμερα ανακάλυψε τις προανακριτικές επιτροπές και τις προτάσεις μομφής.

Η 26η Ιανουαρίου του 2025 δεν ήταν μόνο ένα ηχηρό χαστούκι στην κυβέρνηση που εξανάγκασε τον Κ. Μητσοτάκη να παραδεχτεί ότι έλεγε ψέματα επί δύο χρόνια. Ήταν και ένα ηχηρό χαστούκι στην κοινοβουλευτική αντιπολίτευση που ήταν παντελώς απούσα από τον αγώνα των συγγενών των θυμάτων. Η υπαρκτή κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, στο ζήτημα των Τεμπών, ήταν απλώς ανύπαρκτη. 

Μετά τις 26/1, η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση αποφάσισε να ασχοληθεί με το έγκλημα της συγκάλυψης του δυστυχήματος. Όμως, απέναντι στη συγκάλυψη, έκαναν μόνοι τους αγώνα μέχρι τώρα οι συγγενείς των θυμάτων. Μόνο όταν το κάλεσμα των συγγενών έκανε την ελληνική κοινωνία να κατέβει κατά εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους και να απαιτήσει δικαιοσύνη, η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση έσπευσε να μεταφέρει τον αγώνα, από τις πλατείες, στη Βουλή. 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βολεύεται με τη μεταφορά της έντασης από τους δρόμους στους διαδρόμους της Βουλής. Στις πλατείες, η κυβέρνηση είναι οικτρή μειοψηφία με την κοινωνία να είναι απέναντί της, καταλογίζοντάς της ευθύνες, τόσο για το δυστύχημα, όσο και για τη συγκάλυψη. Στη Βουλή, η κυβέρνηση είναι κυρίαρχη, με τη συνένοχη για πολλά πράγματα αντιπολίτευση να εξαπολύει φραστικές κορώνες χωρίς αντίκρυσμα. 

Η 26η Γενάρη και ο πολιτικός σεισμός που προκάλεσε, μπορεί να έχει αποτέλεσμα αν συνεχίσει να κλιμακώνει την κοινωνική ένταση στην κατεύθυνση της αποκάλυψης των ενόχων της συγκάλυψης και των αιτιών της τραγωδίας. Όχι αν την αποκλιμακώνει, περιορίζοντας την κοινωνία σε ρόλο παθητικού θεατή, που θα βλέπει τις κοκορομαχίες στη Βουλή, γνωρίζοντας μάλιστα ότι όλοι όσοι θα διασταυρώνουν τα ξίφη τους, είτε σε Προανακριτικές Επιτροπές με κυβερνητική πλειοψηφία, είτε σε προτάσεις μομφής εναντίον της κυβέρνησης, επί δύο χρόνια κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου. 

Ακόμα χειρότερα, επί δύο χρόνια, απέφευγαν συνειδητά να ασχοληθούν με το έγκλημα των Τεμπών, βγάζοντας λάδι τον ενορχηστρωτή της συγκάλυψης Κ. Μητσοτάκη αλλά και τον τροχονόμο της, τον Κ.Τασούλα. Απέφευγαν ακόμα πιο συνειδητά να ανοίξουν τον αμαρτωλό φάκελο της ιδιωτικοποίησης και απαξίωσης των τρένων και των συστημάτων ασφαλείας, γιατί εμπλέκονται και δικοί της υπουργοί, των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ.

Η ύπνωση της αντιπολίτευσης ήταν διακομματική: Ακόμα και το ΚΚΕ, αμέσως μετά τα Τέμπη, κάλεσε τον λαό, ως συνήθως να …βγάλει τα συμπεράσματά του και, ως συνήθως, να …εκφραστεί στην κάλπη. 

Μπορεί μια τέτοια αντιπολίτευση, να αναλάβει τα ηνία του αγώνα που ξεκίνησαν, κλιμάκωσαν, και τελικά οδήγησαν σε μια πρώτη σημαντική νίκη, οι συγγενείς των θυμάτων; Μιλάμε για νίκη, γιατί αυτός ο αγώνας ανάγκασε έναν μέχρι πριν λίγες μέρες κυρίαρχο Μητσοτάκη, να παραδέχεται, υπό το συντριπτικό βάρος της εξοργισμένης κοινωνίας, ότι δεν είπε την αλήθεια, ότι η Εξεταστική δεν ήταν η καλύτερη στιγμή της Βουλής, ότι το μπάζωμα πιθανά ήταν λάθος. Ήταν μια πρώτη μικρή νίκη, γιατί εξανάγκασε ήδη σε μια πρώτη παραίτηση για το έγκλημα της συγκάλυψης, του υφυπουργού Τριαντόπουλου, έστω και αν ο στόχος είναι να λειτουργήσει ως βαλβίδα εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Πότε μπόρεσε η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση να πετύχει μια αντίστοιχη τέτοια νίκη;

Μπορεί το πεδίο της αντιπαράθεσης να φύγει από το δρόμο και να πάει στη Βουλή; Θα είναι κάτι τέτοιο βοηθητικό για τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την τιμωρία των ενόχων;

Επί δύο χρόνια η Βουλή αγνοούσε επιδεικτικά τον αγώνα των συγγενών να πέσει φως τόσο στις αιτίες όσο και στις συνθήκες του δυστυχήματος. Συγκρότησε μια Εξεταστική Επιτροπή που αποτέλεσε όνειδος στην κοινοβουλευτική ιστορία, με πρωταρχική ευθύνη του ενορχηστρωτή της συγκάλυψης, Κ. Μητσοτάκη. 

Αδιαφόρησε, με πρωταρχική ευθύνη του τροχονόμου της συγκάλυψης, Κ.Τασούλα, για τις μηνύσεις των συγγενών και τις δικογραφίες που έφταναν στη Βουλή και αφορούσαν πολιτικά πρόσωπα. 

Δεν έφερε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας την δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που ζητούσε να διερευνηθούν τυχόν ποινικές ευθύνες δύο υπουργών (Σπίρτζη, Καραμανλή) για τις εγκληματικές συνέπειες των διαδοχικών αναβολών της σύμβασης 717.

Σήμερα, αυτή η Βουλή, που αποδέχτηκε ως τελεσίδικη – αθωωτική απόφαση για τα Τέμπη το εκλογικό αποτέλεσμα του 41%, έχει το πολιτικό και ηθικό βάρος να αναλάβει τον αγώνα για τη δικαιοσύνη στο έγκλημα των Τεμπών;

Σε αυτή τη Βουλή, που όσο ασχημονούσαν οι υπουργοί απέναντι στους γονείς, καθυβρίζοντάς τους ως ψεκασμένους και συνωμοσιολόγους, δεν βρέθηκε ένα κόμμα να την κάνει άνω κάτω, εκφράζοντας την οργή και την αγανάκτηση της κοινωνίας για το θράσος και τα ψέματα;

Σήμερα είναι που αποδεικνύεται ότι το κενό πολιτικής (και κοινοβουλευτικής) εκπροσώπησης που έχει η αγωνιζόμενη κοινωνία δρα ανασταλτικά. Χρειαζόμαστε μια τέτοια πολιτική εκπροσώπηση, ακόμα και αν αυτή σήμερα δεν υπάρχει. 

Είναι στιγμές που η κοινοβουλευτική αντιπαράθεση μπορεί να λειτουργήσει βοηθητικά για τον αγώνα που δίνει η κοινωνία. 

Και είναι στιγμές που η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση πρέπει να σκύψει σεμνά το κεφάλι και να δώσει χώρο στην κοινωνία να κλιμακώσει και να οξύνει τον αγώνα της. 

Μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα να αποδοθεί δικαιοσύνη για το διπλό έγκλημα στα Τέμπη.