Ζόραν Μαμντάνι: Μηνύματα υπάρχουν, αποδέκτες αναζητούνται

Η Νέα Υόρκη εκλέγει σήμερα δήμαρχο στην πιο πολιτική και πιο πολωμένη αναμέτρηση της ιστορίας της. Ο 34χρονος Μουσουλμάνος, γεννημένος στην Ουγκάντα, Ινδικής καταγωγής, υποψήφιος δήμαρχος, Ζ. Μαμντάνι, έχει δημιουργήσει σαρωτικό ρεύμα υπέρ του με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να τον δείχνουν στο 48%. Απέναντί του έχει τον Άντριου Κουόμο, από το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος, επί 10 χρόνια κυβερνήτη της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Ο Κουόμο έχει ήδη χάσει από τον Μαμντάνι στα εσωτερικά προκριματικά του Δημοκρατικού Κόμματος αλλά κατεβαίνει ως ανεξάρτητος έχοντας συγκεντρώσει την υποστήριξη των δισεκατομμυριούχων και -πρόσφατα- και του ίδιου του Τραμπ. 

Ο διαφαινόμενος θρίαμβος του Μαμντάνι κλιμακώνει την εσωτερική πολιτική κρίση στις ΗΠΑ και θέτει ένα νέο νικηφόρο παράδειγμα απέναντι στον τραμπισμό. Κυρίως όμως αποδεικνύει ότι το κοινωνικό εκκρεμές δεν κινείται αναπόφευκτα προς την ακροδεξιά. Το μέλλον δεν ανήκει αναγκαστικά στον νεοφιλελεύθερο αγριανθρωπισμό. Δείχνει επιπλέον, ότι η Αριστερά, για να κερδίσει τις μάζες, οφείλει να θέσει πρώτη και επιθετικά το σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα, αντί να περιπλανιέται ασκόπως και ηττοπαθώς στον δικαιωματικό ατομισμό.

Είναι πιθανό, αν και εφόσον εκλεγεί, ο Μαμντάνι να έρθει αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα μιας εχθρικής ομοσπονδιακής διακυβέρνησης και μιας ταγμένης στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό εξουσίας, και επομένως να υποχωρήσει σε πολλά και να συμβιβαστεί σε άλλα. 

Αυτό όμως δεν μειώνει την αξία του μηνύματος. 

Ο Μαμντάνι εστίασε στο νούμερο ένα πρόβλημα της σύγχρονης ανθρωπότητας που είναι το κοινωνικό πρόβλημα. Το πρόγραμμά του συνοψίζεται σε μία πρόταση: Να γίνει η Νέα Υόρκη οικονομικά προσιτή στους κατοίκους της. Και την εξειδίκευσε σε τρεις άξονες: Πάγωμα ενοικίων, γρήγορα και δωρεάν λεωφορεία, δωρεάν παιδικοί σταθμοί. Δεν μίλησε επί παντός επιστητού, δεν υποσχέθηκε σαράντα σελίδες πρόγραμμα, δεν επικαλέστηκε τον σοσιαλισμό του αύριο για να μην δεσμευτεί σε τίποτα στο σήμερα. Με δυό λόγια, καμιά σχέση με πολλά από όσα βλέπουμε και ακούμε στην Ελλάδα και αλλού. 

Οργάνωσε μια εκστρατεία από τα κάτω. Βγήκε έξω από τα γραφεία, δρόμο το δρόμο, σπίτι το σπίτι, γειτονιά τη γειτονιά και σάρωσε τα πέντε διαμερίσματα της Νέας Υόρκης. Μόνιμο κάλεσμα σε όσους συναντούσε ήταν να μπουν εθελοντές στην εκστρατεία του. Έχοντας ήδη καλύψει το οικονομικό του πλάνο, την ώρα που ο Κουόμο δειπνούσε με εκατομμυριούχους για να μαζέψει και άλλα κεφάλαια και να αγοράσει τηλεοπτικό χρόνο, ο Μαμντάνι έκανε εκστρατεία με σύνθημα “μην μας δίνετε άλλα λεφτά – δώστε μας λίγο από τον χρόνο σας”. Την ώρα που κλείνουν οι κάλπες, ο Ζόραν Μαμντάνι έχει έναν αδιανόητο στρατό 90.000 εθελοντών να κάνουν τηλέφωνα, να περπατούν στις γειτονιές, να μιλάνε με κόσμο, να μπαίνουν σε μαγαζιά, να ενημερώνουν στο μετρό και στα λεωφορεία, μεταδίδοντας το μήνυμά του. Αυτή την αδιαπραγμάτευτη αξία, της δουλειάς μαζί και μέσα στον κόσμο, μέσα στις γειτονιές, στους χώρους που οι πολλοί ζουν και εργάζονται, ο Ζόραν Μαμντάνι την έκανε υποδειγματικά. 

Έδειξε πίστη στην κοινωνική διαθεσιμότητα και στη λαϊκή βούληση, έχοντας πεποίθηση ότι το απλό και διεισδυτικό μήνυμά του μπορεί να κάνει την ανατροπή. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις δεν έγραφαν καν σωστά το όνομά του, στις αρχικές έρευνες έπαιρνε 1%, αλλά στις προκριματικές του Δημοκρατικού Κόμματος τον Ιούνιο, κέρδισε το χρίσμα με πάνω από μισό εκατομμύριο ψήφους. Αυτή η υποψηφιότητα είχε βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι αν μιλήσει απλά και κατανοητά για τρία πράγματα (και όχι εκατόν τρία) με τα οποία μπορεί να κάνει τη ζωή των συμπολιτών του καλύτερη, αυτοί θα τον ακούσουν. Τον άκουσαν.

Εμπνεύστηκε την εκστρατεία του ένα χρόνο πριν, τον Νοέμβριο του 2024, ακούγοντας τους φτωχούς, μαύρους, λατίνους ψηφοφόρους να του εξηγούν γιατί ψήφισαν Τραμπ στις Προεδρικές Εκλογές. Η ιδέα του “affordability” προέκυψε από αυτόν ακριβώς τον κόσμο που έβλεπε στον δρόμο. Αντί να τον σιχτιρίσει, έμαθε από αυτόν. Αντί να πολυλογεί για τον “κίνδυνο της ακροδεξιάς”, και να δηλώνει “αλληλέγγυος”, κατάλαβε τι κάνει την φτωχή κοινωνία να στραφεί στην ακροδεξιά: η οικονομική απόγνωση και το κοινωνικό αδιέξοδο. Κάλυψε το κενό πολιτικής εκπροσώπησης, το οποίο κατά τα άλλα στην εθνική κλίμακα των ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη, έχει καλύψει η ακροδεξιά. 

Ήρθε σε ρήξη όχι απλά με το κατεστημένο του Δημοκρατικού κόμματος, αλλά με την συνηθισμένη κλασική ατζέντα του προοδευτικού υποψήφιου. Δεν έκανε πολιτική με τις ταυτότητες, τα lgbtq δικαιώματα, το μεταναστευτικό. Αντί να μιλά στην κοινωνία για τα δικαιώματα των τρανς, μίλησε στα τρανς άτομα για τα κοινωνικά δικαιώματα που είναι αναφαίρετα και δικά τους. Ενσωμάτωσε τις ταυτότητες στην μεγάλη κοίτη του κοινωνικού αιτήματος, αντί να αποδυναμώνει το κοινωνικό αίτημα για να αναδείξει τις ταυτότητες. Επανέφερε διαρκώς το κοινωνικό αίτημα στην πρώτη γραμμή της συζήτησης χωρίς τον παραμικρό περισπασμό. Από αυτή την άποψη πρωταγωνίστησε σε μια τεράστια τομή σε ό,τι θεωρείται (αλλά δεν είναι) προοδευτική πολιτική στη Δύση σήμερα. 

Έθεσε το δίλημμα ξανά και ξανά στο κοινωνικό πεδίο που είναι το προνομιακό πεδίο για μια Αριστερά που δεν έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή σε debate όπου ζητούν από τους υποψήφιους να πουν ποια χώρα θα επισκεφθούν πρώτα ως δήμαρχοι. Όλοι δηλώνουν πίστη και υποταγή στο πανίσχυρο σιωνιστικό λόμπι δηλώνοντας “το Ισραήλ”. Ο Μαμντάνι απαντά ευθαρσώς: Θα μείνω στη Νέα Υόρκη να αγωνιστώ για φθηνά ενοίκια, δωρεάν παιδικούς σταθμούς, γρήγορα και δωρεάν λεωφορεία. Και κάτι σημαντικό που εξηγεί τη δυνατότητα του Μαμντάνι να μιλά για τα ενοίκια: H Νέα Υόρκη, παρά το ότι είναι η πρωτεύουσα του καπιταλισμού, έχει τη δικαιοδοσία να παγώσει τα ενοίκια σχεδόν δύο εκατομμυρίων ανθρώπων της που ζουν σε κατοικίες που υπάγονται στο Συμβούλιο Ρύθμισης Ενοικίων (RGB). Ας φανταστούμε τις αντιδράσεις σε μια πρόταση να εξαρτάται το ύψος της αύξησης των ενοικίων στην Αθήνα από κάποιο Συμβούλιο. Κι όμως, αυτό γίνεται στη Νέα Υόρκη.

Ήταν ο πρώτος υποψήφιος μαζικής εκλογικής αναμέτρησης που δεν μάσησε τα λόγια του για την Παλαιστίνη. Αρνήθηκε το δικαίωμα του Ισραήλ να “υπάρχει ως εβραϊκό κράτος” που επιβάλει νόμους απαρτχάιντ στους Άραβες, δήλωσε ότι ο Νετανιάχου πρέπει να συλληφθεί, αρνήθηκε να συμφωνήσει στον αφοπλισμό της Χαμάς. Επαναλαμβάνει μονότονα και χαμογελαστά ότι θα είναι δήμαρχος για να κάνει τη Νέα Υόρκη προσιτά οικονομική πόλη για τους κατοίκους της και σε ό,τι αφορά την Παλαιστίνη ζητά ειρήνη και εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου. Το Διεθνές Δίκαιο φυσικά είναι με τη μεριά της Παλαιστίνης, ενώ σύμφωνα με αυτό, ένας κατακτημένος λαός έχει το δικαίωμα να αντισταθεί ακόμα και ένοπλα στον κατακτητή του. 

Το πρόγραμμα Μαμντάνι είναι συγκεκριμένο, χωρίς ταξικές μεγαλοστομίες για τους φτωχούς και τους πλούσιους. Είναι ένα πρόγραμμα αναγκαστικά μερικό, στο πλαίσιο της δημοτικής δικαιοδοσίας (και λίγο παραπέρα), υπέρ των αδυνάτων, αλλά χωρίς να κολακεύεται μπροστά στον καθρέφτη της αριστεροσύνης του. Αποφεύγει τις χωρίς αντίκρισμα μεγαλοστομίες που ακούγονται συχνά από την Αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος. Εχθρός του Μαμντάνι ήταν η γενικολογία και η ασάφεια. Δύναμή του οι συγκεκριμένες προτάσεις που μπορούν με απτό τρόπο να αλλάξουν την καθημερινότητα των πολιτών.

Με την επιμονή στο μήνυμά του έβαλε τελικά το σύνολο των αντιπάλων του να απαντά στο δικό του πρόγραμμα. Αποκατέστησε την εικόνα μιας Αριστεράς που βάζει ατζέντα, αντί μιας Αριστεράς που ακολουθεί λαχανιασμένα την ατζέντα του αντιπάλου. Όπως εξήγησε και στην τελευταία του ομιλία απευθυνόμενος σε δεκάδες χιλιάδες υποστηρικτές του “φθάσαμε εδώ που φτάσαμε γιατί ακούσαμε εσάς και όχι τους ειδικούς”.

Θα γίνουν πράξη οι εξαγγελίες Μαμντάνι; Ίσως ναι, ίσως όχι. Για να υλοποιηθούν πρέπει να συναινέσει η πολιτειακή κυβέρνηση που αν και Δημοκρατική, είναι πολύ πίσω από τη λογική “να φορολογηθούν παραπάνω όσοι βγάζουν πάνω από 1 εκ. δολάρια το χρόνο”. Το κρίσιμο ωστόσο δεν είναι να προεξοφλήσουμε τα όρια μιας περιορισμένης εξουσίας που είναι η Δημοτική Αρχή της ισχυρότερης πόλης στον κόσμο. Το κρίσιμο είναι να ακούσουμε τα μηνύματα και να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν αποδέκτες. Κανένας μελλοντικός συμβιβασμός ή πιθανή υποχώρηση δεν αναιρεί τη σημασία του τι έχει ήδη γίνει.  

Προς το παρόν, ο Μαμντάνι διδάσκει ξεχασμένες αλήθειες για την Αριστερά, επαναφέρει την προοδευτική πολιτική στην κοινωνική της κοίτη, δημιουργεί ένα μαζικό ρεύμα ελπίδας και ανατροπής και δείχνει ότι το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο. 

Σε καιρούς μεγάλων υποχωρήσεων η Νέα Υόρκη στέλνει ελπιδοφόρα και ενδιαφέροντα μηνύματα.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *