Ένας συνδικαλισμός κατ’ εικόνα του πολιτικού συστήματος
Με αφορμή την περίπτωση συμμετοχής σε πάρτι εκατομμυρίων του προέδρου της ΓΣΕΕ
Κάπου 15 χρόνια πριν συζητάω με έναν συνταξιούχο, πρώην στέλεχος της ΓΣΕΕ, κομμουνιστή και γενικά έντιμο και αγωνιστή. Περιγράφει μια συζήτηση με έναν πρώην επικεφαλή των Ιταλικών συνδικάτων ο οποίος πήγε σε μια συνάντηση ευρωπαίων συνδικαλιστών με… Ferrari. Έκπληκτος ο Έλληνας τον ρωτάει που την βρήκε. «Ήταν όρος στην Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για να μετριάσουμε τις αυξήσεις που ζητούσαμε», απάντησε ο Ιταλός κορυφαίος συνδικαλιστής.
Για να ξεκινήσουμε όμως ανάποδα. Για κάθε έναν γραφειοκράτη – επιχειρηματία τύπου Παναγόπουλου, για κάθε έναν αργόμισθο επαγγελματία συνδικαλιστή του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ ή – ακόμα χειρότερα – των νομαρχιακών τμημάτων «φαντασμάτων» της ΑΔΕΔΥ, που δεν έχουν πατήσει στην δουλειά τους για χρόνια ή και δεκαετίες ολόκληρες, που μασουλάνε ΕΣΠΑ από καταρτίσεις και «επιμορφώσεις» ή τρώνε τα λεφτά των εργαζομένων σε διάφορες εκδοχές συνδικαλιστικού τουρισμού, υπάρχουν δεκάδες συνδικαλιστές που αγωνίζονται στους χώρους δουλειάς για να ενημερώσουν τους εργαζόμενους για τα δικαιώματά τους, που κινδυνεύουν με απόλυση στον ιδιωτικό τομέα ή με πειθαρχική δίωξη στον δημόσιο, που τον ελεύθερο τους χρόνο τρέχουν για τον συνάδελφο και το σωματείο, που ζημιώνουν ακόμα και την τσέπη τους με τηλέφωνα, μετακινήσεις, δικηγόρους.
Για κάθε ένα λαμόγιο – που κατά 90% προέρχεται από τα συστημικά κόμματα από την ακροδεξιά έως την κεντροαριστερά – υπάρχουν δεκάδες αγωνιστές και έντιμοι συνδικαλιστές που ειδικά σήμερα προσπαθούν να οργανώσουν τους εργαζόμενους με μεγάλο προσωπικό κόστος. Υπάρχουν τα σωματεία του κρατικού συνδικαλισμού, υπάρχουν τα θετικά παραδείγματα συνδικαλισμού βάσης (πχ efood).
Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για εμπλοκή του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλου σε εγκληματικές δραστηριότητες με δικαστική έρευνα για κατάχρηση κονδυλίων και ξέπλυμα χρήματος αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου μιας μακράς πορείας.
Η πορεία αυτή ξεκίνησε από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια στα πρώτα χρόνια του Πασοκισμού και του τότε «κοινωνικού συμβολαίου». Με μια σειρά νόμους η συνδικαλιστική γραφειοκρατία συν-διοικούσε διάφορες πλευρές του κράτους (Δημόσιο, ΔΕΚΟ) και όχι μόνο.
Το κράτος έδωσε παροχές, δικαιώματα, αυξήσεις στους εργαζόμενους και στους συνδικαλιστές επιπλέον παροχές, άδειες, συνδικαλιστικά δικαιώματα, καλά ασφαλιστικά προγράμματα κ.α.. Ο στόχος ήταν να ενσωματωθεί ο μεταπολιτευτικός κοινωνικός και εργατικός ριζοσπαστισμός που ζητούσε πολλά περισσότερα πράγματα από κάποιες αυξήσεις. Θυμίζουμε το Πασοκ βγήκε με συνθήματα Σοσιαλισμός, έξω από την ΕΟΚ κοκ. Είναι τα χρόνια που εδραιώθηκε η επιδοματική πολιτική, δηλαδή όπου κάθε κλάδος κέρδιζε επιδόματα ανάλογα την διαπραγματευτική του δύναμη μέσα στο κράτος. Δηλαδή στην ουσία μια πολιτική που διέσπασε την εργατική τάξη μέσω του συντεχνιασμού.
Την πολιτική αυτή στήριζαν, φανατικά μάλιστα, το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ/ΣΥΝ τότε. Η τότε επαναστατική αριστερά διαφωνεί και με την συνδιοίκηση και με τις συντεχνιακές – επιδοματικές πολιτικές. Αν και θεωρείται σήμερα υπερβολή να μιλάμε για επαναστατική αριστερά, 5 δεκαετίες μετά, είναι από τον ίδιο χώρο σήμερα εκείνες οι συνδικαλιστικές δυνάμεις που παρά τα πολύ σημαντικά λάθη οργάνωσης, τακτικής και απεύθυνσης, τιμούν την έννοια του συνδικαλισμού και παλεύουν για την οργάνωση των εργαζομένων, πολλές φορές με προσωπικό τίμημα. Το ίδιο ισχύει σήμερα και για τα συνδικαλιστικά στελέχη του ΚΚΕ που όμως πάντα θέτουν το όριο στο ότι δεν «είναι ώριμες οι συνθήκες» και ότι ανάμεσα στην κομματική αναπαραγωγή και την ενότητα των εργαζομένων επιλέγουν το πρώτο.
Αργότερα η διαπλοκή και η συμμετοχή στην κρατική εξουσία κλιμακώνεται. Δεκάδες «συνδικαλιστικά στελέχη» συμμετέχουν σε έμμισθες θέσεις διοικητικών συμβουλίων δημόσιων οργανισμών, τραπεζών, διαφόρων επιτροπών κλπ, με οφέλη πολλά περισσότερα από έναν δεύτερο μισθό. Στο δημόσιο τα οφέλη δεν είναι τόσο μεγάλα αλλά κι εκεί αναπαράγονται μικροεξουσίες γύρω από διορισμούς, μεταθέσεις, αποσπάσεις. Τα συνδικαλιστικά αυτά στελέχη γλυκαίνονται από την συμμετοχή στην κρατική εξουσία και γρήγορα μεταπηδούν στην κεντρική πολιτική σκηνή, στα βασικά κόμματα διαφθοράς, το ΠΑΣΟΚ και την ΝΔ και γίνονται υπουργοί, γενικοί γραμματείς, δήμαρχοι κοκ. Αυτή η διαπολοκή του κρατικού συνδικαλισμού με το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα είναι και μία από τις αιτίες που η συμμετοχή των εργαζομένων, ειδικά στα σωματεία του ιδιωτικού τομέα, είναι πολύ μικρή.
Στα μνημονιακά χρόνια η αστική πολιτική επιχειρεί μια τομή που συνοψίζεται σε μια φράση. «Δεν σας έχουμε πλέον ανάγκη». Καταργεί τις συλλογικές συμβάσεις, απονεκρώνει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στο δημόσιο δεν γίνονται διορισμοί ή και μεταθέσεις για 10 χρόνια. Με άλλα λόγια μαζί με το πολυπόθητο τέλος της μεταπολίτευσης προωθείται και το τέλος των αντίστοιχων κοινωνικών συμβολαίων. Η επιπλέον κλιμάκωση της μετάλλαξης του κρατικού – εργοδοτικού συνδικαλισμού όπου πλέον συμμετέχει σε πάρτι εκατομμυρίων μέσα από ευρωπαϊκά κυρίως προγράμματα κατάρτισης και προώθησης της ευέλικτης εργασίας έρχεται αυτά τα χρόνια για να συντηρεί έναν κομματικό στρατό του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, κατά κύριο λόγο, σε διάφορους χώρους εργασίας.
Την ίδια στιγμή που επιχειρείται αυτή η τομή, επιχειρείται ο πλήρης έλεγχος των συνδικάτων μέσω ηλεκτρονικών μητρώων και εκλογών, ψηφίζονται μια σειρά αντισυνδικαλιστικοί νόμοι ενάντια στο δικαίωμα στην απεργία, την διαδήλωση, την περιφρούρηση μιας απεργίας, συνδικαλιστές σύρονται στα δικαστήρια, απολύονται, διώκονται.
Κι αυτό γιατί η κυρίαρχη τάξη γνωρίζει ότι ο συνδικαλισμός υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, όσο υπάρχουν εργαζόμενοι που δεν είναι σκλάβοι. Επομένως οι κινήσεις της αστικής τάξης που επιδιώκουν το «δεν σας έχουμε πλέον ανάγκη», ενώ έχουν λογική και σαν βάση το τέλος των κοινωνικών συμβολαίων της μεταπολίτευσης, είναι εξαρχής ναρκοθετημένοι.
Αν η φασιστικοποίηση και ο αυταρχισμός, όπως γίνεται κυρίαρχη πολιτική σε όλο τον δυτικό κόσμο, δεν κλιμακωθεί σε μια ανοιχτή δικτατορία, τα συνδικάτα θα συνεχίσουν να υπάρχουν και ο συνδικαλισμός θα είναι απαραίτητος για την οργάνωση και την διαπραγμάτευση των εργαζομένων. Και αυτό το αίτημα για διαπραγμάτευση θα είναι πάντα υποχρεωμένο το κράτος να το λαμβάνει υπόψη, όσο κι αν δεν του αρέσει, γιατί πάντα υπάρχει κι ο κίνδυνος της ριζοσπαστικοποίησης από την συνδικαλιστική οργάνωση και δυναμικών απεργιών που πέρα από το ότι μειώνουν την κερδοφορία του κεφαλαίου, μπορεί να γίνουν και χρήσιμο παράδειγμα για τον λαό.
Σε αυτήν την διαπραγμάτευση είναι αντικειμενικό να αναπτύσσονται μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα μορφές ενσωμάτωσης και ελπίδες για συμμετοχή στην κρατική εξουσία. Όμως η κύρια τάση από την πλευρά του κράτους δεν θα είναι η συνεννόηση, αλλά η καταστολή, η επιβολή, η περικοπή δικαιωμάτων των εργαζομένων. Κι αυτό γιατί στο 21ο αιώνα δεν υπάρχει, ακόμα, ένα αντίπαλο κίνημα των εργαζομένων – στον 20ο αυτό ήταν το κομμουνιστικό κίνημα – που να εξαναγκάσει την κυρίαρχη τάξη να κάτσει στο τραπέζι.
Πολλοί μπορεί να θεωρούν αριστερίστικο λάθος την γραμμή της επαναστατικής αριστεράς πριν 50 χρόνια με τα όχι στον κρατικό συνδικαλισμό – όχι στην συνδιοίκηση, γιατί οι εργαζόμενοι κέρδισαν πολλά δικαιώματα από τον Πασοκισμό. Διαφωνούμε με την θέση αυτή, γιατί το εργατικό κίνημα έχασε πολλά περισσότερα. Σε κάθε περίπτωση όμως οι φαντασιώσεις ότι σήμερα μπορεί να υπάρξει ένας τέτοιος συνδικαλισμός είναι ένα λάθος που δεν μπορεί να συγκροτήσει κανένα κίνημα.
Η απάντηση στην σκλήρυνση του κράτους δεν μπορεί να είναι απλά πιο μαχητικά – πιο αγωνιστικά, χωρίς να εκτιμάμε τον συσχετισμό δύναμης (πχ πόσοι συνδικαλιστές θα χάσουν την δουλειά τους ή θα αντιμετωπίζουν πάσης φύσεως διώξεις). Απουσίας οργανωμένου αντιπάλου σε πολιτικό επίπεδο – του κομμουνιστικού κινήματος – η μετωπική – ενωτική – αγωνιστική κατεύθυνση, η επιμονή και η ανυποχώρητη γραμμή στα δικαιώματα μας και η γείωση μέσα στους εργαζόμενους, ώστε να αυξηθεί στο μέγιστο η διαπραγματευτική δύναμη των ίδιων των εργαζομένων, είναι οι δύσκολες αλλά βασικές κατευθύνσεις. Οι εργαζόμενοι που είναι θετικοί σε έναν τέτοιο συνδικαλισμό είναι πολλοί περισσότεροι από τα στενά όρια της εναπομείνασας αριστεράς στην χώρα μας.
Ζιαζιάς Δημήτρης, μέλος ΓΣ ΟΕΝΓΕ
Μητρόπουλος Δημήτρης, μέλος ΕΛΜΕ Χανίων













Αφήστε ένα σχόλιο
Θέλετε να συμμετάσχετε στη συζήτηση;Μη διστάσετε να γράψετε το σχόλιό σας!