Μια ατελής επισκόπηση της σχέσης διαλεκτικού υλισμού και φυσικής μέσα από ένα ιστορικό δημοσίευμα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος

Εισαγωγή

Από το Νοέμβριο του 1945 μέχρι το Γενάρη του 1947 η Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε εξέδιδε το περιοδικό «Μόρφωση». Το πρώτο φύλλο εκδόθηκε την 15-11-1945 και το τελευταίο την 10-12-1947, σύμφωνα με τα τεκμήρια των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Πρόκειται για μια δεκαπενθήμερη έκδοση οργανωμένη σε τόμους και φύλλα. Κάθε τόμος περιλαμβάνει 12 φύλλα.  Τον Α’ Χρόνο εκδόθηκαν δύο τόμοι (15-11-1945 έως 10-5-1946, ο τόμος Α, και 25-5 έως 11-11-1946, ο τόμος Β) τον Β’ Χρόνο, επίσης δύο τόμοι (25-11-1946 έως 10-5-1947, ο τόμος Γ, και, 25-5-1947 έως 10-11-1947, ο τόμος Δ) και τον Γ’ Χρόνο, ο τόμος Ε που έχει δύο φύλλα (25-11-1947 και 10-12-1947).

Το περιοδικό περιλαμβάνει μεταφράσεις από έργα των κλασικών του μαρξισμού (Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν) καθώς και μελετήματα σοβιετικών, κυρίως, πολιτικών, φιλοσόφων και επιστημόνων αλλά και Γιουγκοσλάβων (Τζίλας), Γάλλων (Γκαρωντύ) κ.ά. Λόγω της θεωρητικής φύσης των δημοσιευμάτων, εικάζουμε ότι το περιοδικό αποσκοπούσε στην επιμόρφωση των στελεχών και των μελών του Κ.Κ.Ε. Τα ζητήματα της επιστήμης γενικά, με έμφαση στη σοβιετική επιστήμη, και της φυσικής, ειδικότερα, κατέχουν ιδιαίτερη θέση στη θεματική των μελετημάτων που μεταφράζονται. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τα ακόλουθα δημοσιεύματα:

  • Π. Λανζεβέν, «Η εποχή των μεταστοιχειώσεων» Χρόνος Α, Τόμος Α, Φύλλο 7 (σ.326-330)
  • Σ. Βαβίλοφ, «Ο Λένιν και η μοντέρνα Φυσική» Χρόνος Α, Τόμος Β, Φύλλο 7 (σ. 300-304) και Φύλλο 8 (σ.370-377)
  • Μ. Ε. Ομελιανόφσκι, «Η πάλη του υλισμού και του ιδεαλισμού στη σύγχρονη φυσική» Χρόνος Β, Τόμος Γ, Φύλλο 1 (σ.26-35)
  • Σ. Βαβίλοφ, «Η Σοβιετική Επιστήμη» Χρόνος Γ, Τόμος Ε, Φύλλο 2 (σ.57-66)
  • Σ. Βαβίλοφ, «Μερικά ζητήματα για την εξέλιξη της Σοβιετικής Επιστήμης» Χρόνος Γ, Τόμος Ε, Φύλλο 2 (σ.67-74)

Σε αυτά δίνεται έμφαση στα επιτεύγματα της σοβιετικής επιστήμης, στην ευνοϊκή πολιτική για την ανάπτυξη της επιστήμης που ασκείται στην Ε.Σ.Σ.Δ και στη σχέση της σύγχρονης επιστήμης με το διαλεκτικό υλισμό, με αναφορά κυρίως στο έργο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός του Λένιν. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος του άρθρου του Βαβίλοφ που αναφέραμε παραπάνω. Να σημειώσουμε εδώ ότι εβδομήντα χρόνια μετά, το 2016, δημοσιεύθηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (τεύχος 6) μια μεταγενέστερη εισήγηση του Βαβίλοφ σε συνέδριο για τον Λενινισμό με παρόμοιο τίτλο, «Ο Λένιν και τα προβλήματα της Σύγχρονης Φυσικής».

Омеляновський Михайло Еразмович

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε τα βασικά σημεία του άρθρου του Ομελιανόφκσι με τίτλο «Η πάλη του υλισμού και του ιδεαλισμού στη σύγχρονη φυσική», το οποίο δημοσιεύτηκε στη ρώσικη γλώσσα στο περιοδικό Μπολσεβίκ (15) τον Άύγουστο του 1946, και με αφορμή αυτό θα καταθέσουμε κάποιες  σκέψεις για το διαλεκτικό υλισμό και τη σχέση του με την επιστήμη.

Ο Μιχαήλ Ερασμόβιτς Ομελιανόφσκι (1904 – 1979) ήταν σοβιετικός φιλόσοφος Ουκρανικής καταγωγής. Διετέλεσε πρώτος πρόεδρος του ινστιτούτου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας (1946-1952) και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (1968). Τα ενδιαφέροντά του εστιάζονταν στη γενική φιλοσοφία της επιστήμης  και κυρίως στη φιλοσοφία της φυσικής. Μαζί με τους φυσικούς Βλαντίμιρ Φωκ και Ντμίτρι Μπλόκιντσεφ, θεωρείται από τους θεμελιωτές της φιλοσοφικής ερμηνείας της κβαντικής μηχανικής από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού. Χαρακτηριστικά έργα του είναι οι μονογραφίες «Φιλοσοφικά Προβλήματα της Κβαντικής Μηχανικής» (1956) και «Η Διαλεκτική στη Σύγχρονη Φυσική» (1973). Το 1963 συνεπιμελήθηκε (με τον Κουζνετσόφ) τη συλλογή άρθρων με τίτλο, «Φιλοσοφικά Προβλήματα της Φυσικής των Στοιχειωδών Σωματιδίων» ενώ το 1970 μια συλλογή άρθρων με τίτλο «Ο Λένιν και η σύγχρονη επιστήμη».

Η πάλη του υλισμού και του ιδεαλισμού στη σύγχρονη φυσική

Το άρθρο αρχίζει με τον ισχυρισμό του Ομελιανόφκσι ότι οι νέες ιδέες και οι θεωρίες του 20ου αιώνα «μπορούν να ερμηνευθούν και να κατανοηθούν σωστά μόνο στο φως του διαλεχτικού υλισμού, στο φως των ιδιοφυών φιλοσοφικών έργων του Λένιν και του Στάλιν». Ο Λένιν στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» που εκδόθηκε το 1908 προσέφερε το φιλοσοφικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της νέας επιστήμης: «έδωσε φιλοσοφικές γενικεύσεις που διατηρούν τη σημασία τους και για τους παρακάτω σταθμούς της ανάπτυξης της φυσικής». «… [Τ]ο βασικό περιεχόμενο της φυσικής του αιώνα μας είναι η επανάσταση.» (σ. 26) Ο Λένιν μελέτησε την επανάσταση και έδειξε ότι τόσο ο μεταφυσικός υλισμός όσο και ο ιδεαλισμός αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη της φυσικής.

Η πρώτη επαναστατική αλλαγή που εξετάζεται αφορά στη θεωρία για την «κατασκευή της ύλης».  Η ανακάλυψη της ραδιενέργειας προσέφερε την αρχή για την μετάβαση από μια στατική και αμετάβλητη σύλληψη του ατόμου με σταθερές ιδιότητες σε μία δυναμική όπου τα άτομα μπορούν να αλλάζουν ιδιότητες εκπέμποντας ακτινοβολία. Για τον Ομελιανόφκσι, οι γνώσεις της φυσικής για τις ιδιότητες των ατόμων επιβεβαιώνουν το διαλεκτικό υλισμό σύμφωνα με τον οποίο η έννοια «ύλη»  σημαίνει την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου ο οποίος εξελίσσεται ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση και αντανακλάται από αυτήν. Μας λέει ότι δεν θα πρέπει να συγχέουμε τη σχετικότητα των ιδιοτήτων της ύλης ως προς την κατάσταση ή τη μορφή της ύλης ή την ανάδυση νέων ιδιοτήτων σε νέες μορφές της ύλης με τη μη αντικειμενικότητα του κόσμου.  Ενώ, τέλος, «η θεωρία της φυσικής για την ύλη αντανακλά τον άπειρο και ανεξάντλητο φυσικό κόσμο στον ένα ή τον άλλο βαθμό βαθύτητας και πληρότητας» χωρίς καμία θεωρία να προσφέρει την «τελειωτική αλήθεια». (σ.27)

Η δεύτερη ριζική αλλαγή που πραγματεύεται προέκυψε από τη θεωρία της σχετικότητας και αφορά τις αντιλήψεις μας για το χώρο και τον χρόνο. Και σε αυτή την περίπτωση οι ιδέες του Λένιν αποτέλεσαν τη «σταθερή βάση για να βγουν υλιστικά συμπεράσματα» (σ.27) αφού η θεωρία της σχετικότητας συνδέοντας το χώρο με το χρόνο και την ύλη «δίνει μια πιο ακριβή και πλήρη αντανάκλαση του αντικειμενικού χώρου και χρόνου από εκείνη που έδινε η κλασική θεωρία» (σ.28) Επιπλέον, ο Λένιν καταπολέμησε το ιδεαλιστικό συμπέρασμα περί της υποκειμενικότητας του χώρου και του χρόνου λόγω της σχετικότητας των παρατηρούμενων ιδιοτήτων ως προς κάποιον παρατηρητή:  «η μεταβλητότητα των ανθρώπινων παραστάσεων για το χώρο και το χρόνο αναιρεί πολύ λίγο την αντικειμενική πραγματικότητα και του ενός και του άλλου, όπως και η μεταβλητότητα των επιστημονικών γνώσεων για την κατασκευή και τις μορφές της κίνησης της ύλης δεν αναιρεί την αντικειμενική πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου». (σ.28) Τέλος, αναφερόμενος στη διδασκαλία του Ένγκελς, ο Ομελιανόφσκι υποστηρίζει ο χώρος και ο χρόνος είναι μορφές ύπαρξης της ύλης χωρίς να ταυτίζονται με αυτή. Σε απουσία της ύλης ο χώρος και ο χρόνος είναι απλώς αφηρημένες ιδέες που υπάρχουν μόνο σε εξάρτηση από το νου.

Οι αλλαγές στη θεωρία της ακτινοβολίας θέτουν το πρόβλημα της αιτιότητας στη σύγχρονη φυσική. Συγκεκριμένα, ο Ομελιανόφσκι αναγνωρίζει καταρχάς την ένταση ανάμεσα στην ασυνεχή δομή της ύλης, συνέπεια της ατομικής υπόθεσης, και στη συνεχή δομή που εκφράζεται από τις κυματικές ιδιότητες των υποατομικών σωματιδίων. Οι δύο εικόνες, σωμάτιο και κύμα, καθίστανται συμβατές μέσω της αρχής της απροσδιοριστίας: δεν είναι δυνατόν να έχουμε πλήρη καθορισμό της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου, και κατά συνέπεια πλήρη καθορισμό της κίνησής του κατά τα κλασικά πρότυπα, ενώ το σωματίδιο εκδηλώνει κυματικές ιδιότητες. Η αδυναμία παράλληλου πλήρους προσδιορισμού της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου θέτει υπό αμφισβήτηση την αρχή της αιτιότητας («αιτιοκρατίας» – θα ήταν ορθότερο) εφόσον συνεπάγεται ότι δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί επακριβώς η μελλοντική κατάσταση του σωματιδίου με βάση τους δυναμικούς νόμους που διέπουν την κίνησή του. Άρα, η κβαντική μηχανική είναι μη αιτιοκρατική («ιντετερμινιστική», στο κείμενο). Σε αυτό το εσφαλμένο «ιδεαλιστικό» συμπέρασμα οδηγήθηκε ο Χάιζενμπεργκ, ο Γιόρνταν και άλλοι φυσικοί, σύμφωνα με τον Ομελιανόφσκι. Ωστόσο, επισημαίνει ο συγγραφέας, το συμπέρασμα αυτό δεν λαμβάνει υπόψιν τη λενινιστική διάκριση ανάμεσα στην αρχή της αιτιότητας όπως υπάρχει αντικειμενικά στα πράγματα, στον κόσμο, και στην υποκειμενική δυνατότητα των επιστημόνων να διατυπώνουν την αρχή της αιτιότητας στις επιστημονικές τους θεωρίες. Η πίστη στην αιτιοκρατούμενη δομή του κόσμου είναι ανεξάρτητη από τα προβλήματα των επιστημόνων να διατυπώσουν κάποια αρχή αιτιότητας. Καταλήγει δε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «[η] μηχανική των κβάντα οδηγεί σε πιο πλατειά και ακριβή αντίληψη των αντικειμενικών αιτιακών σχέσεων σε σύγκριση με την κλασική μηχανική».(σ. 31) Ποια είναι  η πηγή της δυσκολίας με την αιτιοκρατία; Ο Ομελιανόφσκι, αναφερόμενος στον Λανζεβέν, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα προκύπτει από τις διαισθήσεις που μας έχει κληροδοτήσει για αυτήν η κλασική φυσική.

Απόσπασμα από την πρώτη σελίδα του άρθρου του Ομελιανόφσκι

Στη συνέχεια του άρθρου παρουσιάζονται οι ανακαλύψεις που έλαβαν χώρα στην πυρηνική φυσική και τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων από το 1930 ως το 1945. Ενδιαφέρον έχει η αναφορά του στην ανακάλυψη των μεσονίων και των νετρίνων. Τα τελευταία, όπως ρητά αναφέρει, αποτελούν ακόμα υποθετικά σωματίδια των οποίων η ύπαρξη δεν έχει τύχει άμεσης πειραματικής επιβεβαίωσης (αποδίδουμε σε σφάλμα του μεταφραστή την έκφραση «ουδέτερα μεσοτρόνια ή νετρίνα», γεγονός που αποσαφηνίζεται στην επόμενη παράγραφο του άρθρου). Η φιλοσοφική θέση που προ-οικονομεί αυτή την εξιστόρηση αφορά το ανεξάντλητο της έρευνας στην περιοχή των στοιχειωδών σωματιδίων την οποία είχε προβλέψει ο Λένιν από το 1908. Ένα χαρακτηριστικό της φυσικής των στοιχειωδών σωματιδίων είναι η ποιοτική μετατροπή: «η ικανότητα τους να περνάν από το ένα στο άλλο, η αμοιβαία ποιοτική τους μετατροπή… Στη φύση δεν υπάρχουν κανενός είδους μεταφυσικές «μονιμότητες». Τα σωματίδια καταστρέφονται και δημιουργούνται, ξαναεξαφανίζονται και ξαναγενιούνται στις ατελεύτητες μετατροπές της αιώνιας ύλης» (σ. 32). Ο νόμος που διέπει την ποιοτική μετατροπή των στοιχειωδών σωματιδίων είναι η αρχή της αντιστοιχίας («αναλογικότητας») της μάζας και της ενέργειας ο οποίος «επιβεβαιώνει τη θέση του διαλεχτικού υλισμού ότι δεν υπάρχει κίνηση δίχως ύλη όπως δεν υπάρχει και ύλη δίχως κίνηση». (σ.32). Ωστόσο, λανθασμένες ερμηνείες του νόμου αυτού είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε ανακριβείς και γνωσιολογικά εσφαλμένες διατυπώσεις όπως «εκμηδένιση της ύλης» και «υλοποίηση της ενέργειας». Στην τελευταία διατύπωση, δίνεται προτεραιότητα στην ενέργεια, όπως στην ενεργητική φιλοσοφία του Όσβαλντ – μια φιλοσοφία που έγινε αντικείμενο δριμείας κριτικής από τον Λένιν.

Το τελευταίο μέρος του άρθρου αναφέρεται στην πολεμική ανάμεσα στο διαλεκτικό υλισμό και τον ιδεαλισμό. Καταρχάς, εξιστορώντας τα επιτεύγματα της σοβιετικής φυσικής – με ρητή αναφορά στον Βαβίλοφ και τον μεταπτυχιακό φοιτητή του Τσερενκόφ για την εργασία τους σε ό,τι είναι σήμερα γνωστό ως ακτινοβολία Τσερενκόφ , τους Μάντελσταμ  και Λάντσμπεργκ για την εργασία τους στο λεγόμενο φαινόμενο Ράμαν, και τον Λαντάου για τη θεωρία υπερρευστότητας του He II – καταλήγει στην ακόλουθη θέση: «[σ]την ΕΣΣΔ κυρίαρχη κοσμοθεωρία είναι η θεωρία του λενινιστικού κόμματος, ο διαλεχτικός υλισμός. Οι σοβιετικοί επιστήμονες καθοδηγούνται στην επιστημονική τους δράση από αυτή τη μοναδικά επιστημονική κοσμοθεωρία, πράγμα που τους βοηθεί να βγάζουν σωστά συμπεράσματα από τη φυσική, τους βοηθεί να απαλλάξουν τις νεώτατες φυσικές θεωρίες από τις ιδεαλιστικές απόψεις και συμπεράσματα, που συσκοτίζουν το περιεχόμενό της». Ταυτόχρονα, η «η υλιστική θεωρία στη συνειδητή μορφή της» κερδίζει έδαφος παγκοσμίως, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στις Ε.Π.Α και αλλού. Από την άλλη πλευρά, τίθενται οι «εχθροί της προοδευτικής επιστήμης», φιλόσοφοι και φυσικοί που εξάγουν ιδεαλιστικά συμπεράσματα από τη σύγχρονη φυσική. Μεταξύ των φυσικών συγκαταλέγεται ο Μπορ, ο Χάιζενμπεργκ και ο Γιόρνταν, εκπρόσωποι της σχολής της Κοπεγχάγης, οι οποίοι ακολουθούν το θετικισμό του Μαχ και του Αβενάριου, αλλά και ο Έντιγκτον με τον Ντιράκ εκπροσωπώντας την σχολή του Κέιμπριτζ.

Η καταληκτική διαπίστωση του Ομελιανόφσκι αφορά τον υλισμό ως αυθόρμητη φιλοσοφία της πλειοψηφίας των φυσικών. «… [Γ]ι αυτούς ο υλισμός δεν είναι τόσο ένα φιλοσοφικό σύστημα, που το υποστηρίζουν συνειδητά, όσο μια αυθόρμητη, φιλοσοφικά όχι συνειδητή πεποίθηση ότι υπάρχει ο εξωτερικός κόσμος, που αντανακλάται από το μυαλό μας.» (σ. 34) Σε αυτή τη βάση βεβαιώνει τη θέση του Λένιν ότι ο διαλεκτικός υλισμός είναι ο τελικός σκοπός της σύγχρονης φυσικής, τον οποίο προσεγγίζει  όχι κατ’ ευθείαν αλλά ψηλαφητά, ταλαντευόμενη και ενίοτε οπισθοδρομούσα. «Η σύγχρονη φυσική κοιλοπονάει. Γεννάει το διαλεχτικό υλισμό» (Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα τ.13, σελ. 256).

Μιχαήλ Ερασμόβιτς Ομελιανόφσκι, Σοβιετικός φιλόσοφος, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ,1961

Κάποιες σκέψεις με αφορμή το άρθρο του Ομελιανόφσκι.

Ο διαλεκτικός υλισμός, ως φιλοσοφική θεωρία, προτείνει μια μεταφυσική εικόνα για τον κόσμο: ο κόσμος υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τις νοητικές αναπαραστάσεις μας και εξελίσσεται αενάως με βάση νόμους που διέπουν την εξέλιξή του. Η εικόνα αυτή, η οποία προϋποθέτει τη διάκριση νοών και εξωτερικού κόσμου, υποκειμένου και αντικειμένου, καθώς και την ισχύ αντικειμενικών νόμων εξέλιξης, ανεξάρτητων από τη νόησή μας, είναι εξίσου στατική και αμετάβλητη όσο κάθε άλλη μεταφυσική εικόνα του κόσμου.

Σύμφωνα με το διαλεκτικό υλισμό, η επιστημονική κατανόηση του κόσμου αποτελεί την υποκειμενική παράσταση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η επιστημονική κατανόηση του κόσμου είναι κατ’ αρχήν ατελής. Όχι μόνον διότι ο άνθρωπος είναι ένα όν με πεπερασμένες γνωστικές ικανότητες αλλά και γιατί η ίδια η πραγματικότητα μεταβάλλεται. Σε μια μεταβαλλόμενη πραγματικότητα είναι λάθος να ομιλεί κάποιος περί επιστημονικών «θεωριών των πάντων» και «τελικής περιγραφής του κόσμου».

Από την άλλη μεριά, ο διαλεκτικός υλισμός ισχυρίζεται ότι προσφέρει τις εννοιολογικές κατηγορίες και τις μορφές των νόμων που διέπουν την πραγματικότητα, δηλαδή ένα εννοιολογικό πλαίσιο για την επιστημονική κατανόηση του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο προτείνεται ως ερμηνευτικό εργαλείο για την ανάγνωση των επιτευγμάτων της επιστήμης. Η επιστημονική γνώση, στην αέναη εξέλιξή της, έρχεται απλώς να δώσει περιεχόμενο στις μορφές των κατηγοριών του διαλεκτικού υλισμού, να τον δικαιώσει ως ορθή φιλοσοφική θεωρία.

Τα επιστημονικά επιτεύγματα δικαιώνουν τον διαλεκτικό υλισμό. Αν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει, τότε αυτό οφείλεται σε ατελή ή λανθασμένη φιλοσοφική ερμηνεία των επιστημονικών γεγονότων. Αν τα γεγονότα είναι «σκληρά και επίμονα», αν ανθίστανται στη φιλοσοφική ερμηνεία που προτείνει ο διαλεκτικός υλισμός, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα. Νέα γεγονότα μέλλει να δείξουν τη μερικότητα και το ατελές της προηγούμενης επιστημονικής γνώσης και εν τέλει να δικαιώσουν το διαλεκτικό υλισμό. Η πρόοδος της επιστήμης συνίσταται στη δικαίωση του διαλεκτικού υλισμού.

Ο διαλεκτικός υλισμός προσφέρει μια κανονιστική θεωρία για την επιστήμη: οι επιστημονικές υποθέσεις πρέπει να συμφωνούν με το διαλεκτικό υλισμό. Με αυτόν τον τρόπο ο διαλεκτικός υλισμός καθίσταται μεθοδολογία της επιστημονικής ανακάλυψης και κριτήριο για τη γονιμότητα των επιστημονικών προγραμμάτων: αν μια υπόθεση, όσο καλά τεκμηριωμένη κι αν αυτή είναι, δεν συμφωνεί με το διαλεκτικό υλισμό, δεν αποτελεί γόνιμο πεδίο έρευνας  και είναι σχεδόν απίθανο να είναι αληθής.

Ο διαλεκτικός υλισμός δεν είναι μόνο φιλοσοφική θεωρία. Μετά τις νικηφόρες επαναστάσεις στην ΕΣΣΔ και σε άλλες λαϊκές δημοκρατίες, έγινε  η επίσημη ιδεολογία στα κράτη αυτά. Από ένα πλέγμα φιλοσοφικών ιδεών έγινε μέρος του ιδεολογικού εποικοδομήματος της πολιτικής εξουσίας. Έτσι, η θεώρηση της ιστορίας της φιλοσοφίας ως μιας εξελικτικής πορείας που οδήγησε στο διαλεκτικό υλισμό και η θεώρηση ανταγωνιστικών φιλοσοφικών ρευμάτων υπό το πρίσμα της πολεμικής με το διαλεκτικό υλισμό έγιναν το περιεχόμενο μιας κρατικής πολιτικής η οποία αποτυπώθηκε σε ακαδημαϊκούς θεσμούς, ερευνητικά ινστιτούτα και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όσον δε αφορά τη σχέση της επιστήμης με τη φιλοσοφία, η επιστήμη ως δικαίωση του διαλεκτικού υλισμού ήταν η επίσημη ιδεολογία για την πρόοδο της επιστήμης ενώ η κανονιστική επίδραση του διαλεκτικού υλισμού στην επιστήμη ενίοτε οδήγησε σε άγονες οδούς την επιστημονική έρευνα.

Η σοβιετική επιστήμη, ιδιαιτέρως η φυσική, αν δεν πρωτοπορούσε σε ορισμένους τομείς, σίγουρα δεν υστερούσε της δυτικής επιστήμης. Εύλογα, λοιπόν,  προκύπτει το ερώτημα αν ο διαλεκτικός υλισμός έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτό. Καταρχάς πρέπει να επισημάνουμε ότι οι επιστήμονες δεν δεσμεύονται από φιλοσοφικές θεωρήσεις ακόμα κι αν ρητά διατυπώνουν την προσήλωσή τους σε αυτές. Σε πολιτική ορολογία θα λέγαμε ότι δεν πράττουν ακολουθώντας με συνέπεια τις αρχές οποιασδήποτε φιλοσοφικής θεωρίας, είναι φιλοσοφικοί οπορτουνιστές. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιστήμονες δεν έχουν φιλοσοφικές πεποιθήσεις – οποιοσδήποτε θεωρεί το αντικείμενο και τα προϊόντα της εργασίας του αποκτά μια αυθόρμητη φιλοσοφία η οποία είναι τόσο εκλεπτυσμένη όσο εκλεπτυσμένο είναι το υπόβαθρο της φιλοσοφικής γνώσης στο οποίο εντάσσεται. Σημαίνει, όμως, ότι ο επιστήμονας, γενικά, δεν δεσμεύεται από την εσωτερική συνοχή του φιλοσοφικού λόγου, κρατάει αποστάσεις από τα φιλοσοφικά δόγματα και είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει φιλοσοφικές αρχές για να διατηρήσει το επιστημονικό σφρίγος και τη δυνατότητα να εξάγει επιστημονικά πορίσματα. Σε αντίθετη περίπτωση, αν, δηλαδή, ο επιστήμονας δεσμεύονταν από τη συνέπεια ως προς κάποια φιλοσοφική θεωρία, η φιλοσοφία θα γίνονταν  εμπόδιο, το οποίο ενδεχομένως να οδηγούσε σε στασιμότητα την επιστημονική έρευνα.

Η εγγραφή δεν αποθηκεύτηκε. Παρακαλώ δοκιμάστε ξανά.
Η εγγραφή σας ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Newsletter

Λάβετε στο email σας τα νέα από το antapocrisis.gr

0 ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε ένα σχόλιο

Θέλετε να συμμετάσχετε στη συζήτηση;
Μη διστάσετε να γράψετε το σχόλιό σας!

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *