Τα τσογλάνια* του ΝΑΤΟ και οι κλακαδόροι των ΑΖΟΦ τι εξωτερική πολιτική μπορούν να ασκήσουν;

Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η ελληνική κυβέρνηση υποδύθηκε σε χρόνο μηδέν το μαντρόσκυλο των ΗΠΑ, έκανε τις πιο επιθετικές, έξαλλες και προσβλητικές δηλώσεις για τη Ρωσία, έστειλε οπλισμό στο Κίεβο, απέλασε Ρώσους διπλωμάτες. Ακκιζόμενη ότι όσο πιο πολύ γλείψει το ΝΑΤΟ, τόσο περισσότερα μπράβο θα εισπράξει, έφτασε στο σημείο να στήσει κλάκα στο ελληνικό Κοινοβούλιο για το ναζιστικό Τάγμα Αζόφ. Οι δικαιολογίες ότι δεν γνώριζε, ήρθαν μετά τη θύελλα αντιδράσεων, και ακόμα και αν ισχύουν, δείχνουν απλώς ότι η ανικανότητα είναι μεγαλύτερη από την ανηθικότητα. 

Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η τουρκική κυβέρνηση καταδίκασε μεν την εισβολή, ως χώρα του ΝΑΤΟ, αλλά σκεπτόμενη ότι εκτός από τα συμφέροντα της Ουάσινγκτον υπάρχουν και αυτά της Άγκυρας, δεν έκλεισε τον εναέριο χώρο για τα ρωσικά αεροσκάφη, δεν επέβαλε τις κυρώσεις που ζητούσε η Δύση, δεν έστειλε πολεμικό εξοπλισμό στην Ουκρανία, οργάνωσε -μόνη στον κόσμο- τριμερείς συναντήσεις (με τη Ρωσία και την Ουκρανία), διατηρεί σχέσεις με όλες τις πλευρές. 

Την κατάσταση συνόψισε εξαιρετικά ο Αμερικανός Πρέσβης Πάιατ: “Το συμφέρον των ΗΠΑ είναι να παραμείνει η Τουρκία στη Δύση”. Το γεγονός δηλαδή ότι η Τουρκία απειλεί να μην παραμείνει στη Δύση και παίζει σε διπλό ταμπλό, υπηρετώντας τα δικά της συμφέροντα, δεν είναι επιζήμιο για την Τουρκία. Το αντίθετο: κάνει τις ΗΠΑ να προσφέρουν διαρκώς δώρα εξευμενισμού. 

Πριν δύο μέρες το Στέητ Ντιπάρτμεντ αποφάσισε ότι η πώληση F-16 στην Τουρκία είναι σύμφωνη με τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, αναιρώντας τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην τουρκική αμυντική βιομηχανία λόγω της παλαιότερης αγοράς από την Άγκυρα των ρωσικών S-400. Να υπενθυμίσουμε ότι το πολύ σύντομο “εμπάργκο” των ΗΠΑ στην Τουρκία είχε θεωρηθεί από την ελληνική πλευρά ως νίκη επικών διαστάσεων και απόδειξη ότι τα πιστά σκυλάκια ανταμείβονται.

Η επόμενη φάπα στην ελληνική εξωτερική πολιτική ήρθε από τη Βικτόρια Νιούλαντ, υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, η οποία τελείωσε με συνοπτικές διαδικασίες τον East Med. Ο κατά φαντασίαν αγωγός είχε αναγορευθεί σε φοβερό όπλο που θα μετέτρεπε στην Ελλάδα σε ενεργειακό κόμβο, θα παρέκαμπτε την Τουρκία και θα έλυνε και το πρόβλημα με τις διαφιλονικούμενες ΑΟΖ Ελλάδας – Τουρκίας – Κύπρου. Η Νιούλαντ, η οποία παρεμπιπτόντως είχε ενορχηστρώσει με τον Πάιατ το πραξικόπημα του Μεϊντάν στο Κίεβο, εξευτέλισε τις μπουρδολογίες του ελληνικού αστισμού, λέγοντας αυτό που όλοι ήξεραν από την αρχή: Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να στηρίξουν κανέναν αγωγό που δεν περιλαμβάνει την Τουρκία. Πολύ περισσότερο όταν επιδιώκουν να εξαρτήσουν την Ευρώπη από το ελεγχόμενο από την Ουάσινγκτον υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) που μεταφέρεται με τάνκερ. 

Με δύο λόγια, όχι απλά οι ΗΠΑ δεν τιμωρούν την Τουρκία επειδή δεν είναι τυφλό όργανο της αμερικανικής πολιτικής, αλλά την επιβραβεύουν για να τη φέρουν όσο μπορούν στα νερά τους.  

Το αποτέλεσμα είναι ότι η τουρκική κυβέρνηση ασκεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, συνομιλώντας με όλους, καθιστώντας την Άγκυρα σημείο αναφοράς της διεθνούς διπλωματίας – και κερδίζει, ενώ η ελληνική κυβέρνηση κάνει διαγωνισμό εθελοδουλείας, τυφλής πίστης, και πάντα δεδομένης υπακοής – και χάνει.  

Η Τουρκία σήμερα θεωρείται από όλο τον κόσμο ως δύναμη με ειδικό βάρος και εθνική, ανεξάρτητη στρατηγική, ενώ η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως «αυτοφωράκιας», κοινός προβοκάτορας του ΝΑΤΟ, και μάλιστα των πιο επιθετικών, ανόητων, φιλοπόλεμων κύκλων του, που φλερτάρουν με τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο για να «δώσουν ένα μάθημα στη Ρωσία».

Η τουρκική πλευρά, χωρίς ποτέ να διαρρηγνύει σχέσεις ή να αμφισβητεί την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στον άξονα της Δύσης, επιμένει να ορίζει μια ανεξάρτητη δική της πολιτική. Η ελληνική πλευρά, δηλώνει σε όλους τους τόνους δεδομένη και πρόθυμη, φτάνοντας στο σημείο να κρύβει το κυπριακό κάτω από το χαλί, μην τύχει και θιγεί η Ουκρανία, με αποτέλεσμα να την προσβάλει βάναυσα ακόμα και ο Ζελένσκι.  

Είναι περιττό να πούμε ποιος κινείται υπηρετώντας τα συμφέροντα της χώρας του, έστω έτσι όπως τα αντιλαμβάνεται η αστική της τάξη, και ποιος κινείται με βάση τα συμφέροντα της Ουάσινγκτον.

Και είναι προκλητικό, όσοι λειτουργούν ως υποτακτικοί της CIA, να παραδίδουν μαθήματα …εθνικής ευθύνης στον λαό που δεν συντάσσεται με τα υπερατλαντικά απεταξάμην στον Πούτιν.    

* Τσογλάνια: Από εφηβική ηλικία υπηρέτες του Σουλτάνου, παιδιά για τις δύσκολες δουλειές. Οι πιο ευνοούμενοι και μορφωμένοι αναλάμβαναν διοικητικές θέσεις και αξιώματα. Σχετική ίσως με την πολιτική έννοια της λέξης είναι η δήλωση Πάιατ “φέρτε να προσλάβουμε τον Μητσοτάκη στην Αμερική”.

Αγοράζεται η ανεξαρτησία; Διασφαλίζεται η ειρήνη στη Μεσόγειο;

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ για την ελληνογαλλική συμφωνία

Η ελληνογαλλική συμφωνία για την αγορά φρεγατών επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά την εξάρτηση, την υποτέλεια και τον ραγιαδισμό της άρχουσας τάξης και  όλου του πολιτικού προσωπικού της που την εκπροσωπεί με ακροδεξιό, κεντροδεξιό, ή κεντροαριστερό πρόσωπο. Έρχεται αμέσως μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Μπάιντεν καθ’ υπόδειξη του δεύτερου, για να εξευμενιστεί η ριγμένη από τη συμφωνία AUKUS γαλλική πλευρά, χωρίς κανένα απολύτως όφελος για την ελληνική.

Σε όλη την ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων η άρχουσα τάξη, η εκάστοτε κυβέρνηση και όλα τα κόμματα εξουσίας (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ), επιζητούσαν τη σκέπη «προστάτιδων» δυνάμεων και υπηρετούσαν πρόθυμα τα σχέδιά τους, ελπίζοντας σε μια κάποια «εύνοια» και στήριξη των ελληνικών θέσεων. Ελπίδες που τσακίζονταν στα γρανάζια των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και ανταγωνισμών, οδηγώντας σε υποχωρήσεις και απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων: από τη μικρασιατική καταστροφή μέχρι το Κυπριακό, αλλά και τα Ίμια και τις γκρίζες ζώνες, την υφαλοκρηπίδα, τις ΑΟΖ. Η γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, η θέση και η διαχείρισή της στη διεθνή σκακιέρα, δεν μπορούν να αγνοηθούν για χάρη της σίγουρης και πάντα πρόθυμης Ελλάδας.

Σε όλη την ιστορία η αστική πολιτική είχε ένα και μοναδικό δόγμα και προσανατολισμό: Δεν μπορούμε να είμαστε ανεξάρτητοι γιατί είμαστε μια μικρή χώρα, «ανήκομεν στη δύση» και διεθνώς είμαστε πάντα πρόθυμοι επαίτες. Με αυτή την στρατηγική πορεύτηκε, με αυτή την στρατηγική αντιμετώπισε την πρόσφατη οικονομική κρίση, με αυτή την περήφανη (!) στρατηγική υποβάθμισε την Ελλάδα και το λαό της, φτωχοποιώντας τον και υποθηκεύοντας το μέλλον του για δεκαετίες. Θα μπορούσε, κάτω από διαφορετικούς πολιτικούς όρους, συσχετισμό και προσωπικό, να χτίζεται μια ανεξάρτητη στρατηγική και πολιτική που να θεμελιώνεται στις πραγματικές δυνατότητες της χώρας και του λαού της, και ταυτόχρονα να εκμεταλλεύεται ταχτικά σχέσεις και αντιθέσεις, τόσο με κράτη και λαούς της περιοχής (Ευρώπη, Βαλκάνια, Μ.Ανατολή, Αφρική), όσο και με τις λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις.

Η ίδια η συμφωνία υπογράφτηκε χωρίς «παζάρια», χωρίς όρους, χωρίς την ελάχιστη διαπραγμάτευση του «πελάτη», χωρίς να επιδιωχθεί γαλλική δέσμευση στήριξης ελληνικών ζητημάτων (πχ Κυπριακό, ελάφρυνση χρέους, κατάργηση μνημονιακών όρων). Πέρα από το ότι παρακάμφθηκε από την κυβέρνηση η τυπική διαδικασία για τους εξοπλισμούς, δεν διασφαλίστηκε καν η από κοινού κατασκευή των φρεγατών (με παράλληλη ενεργοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας και των ναυπηγείων), ούτε διασαφηνίζεται ποια θα είναι η στάση της Γαλλίας –για παράδειγμα– σε ενδεχόμενες τουρκικές έρευνες και εκμεταλλεύσεις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, ή σε παραπέρα ντε φάκτο «γκριζάρισμα» στο Αιγαίο. Η συμφωνία με κόστος που υπερβαίνει τα 10 δις, στριμώχνει παραπέρα την οικονομία της Ελλάδας και αφαιρεί πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν για υγεία, παιδεία και δημόσιες επενδύσεις προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων.

Η τουρκική επιθετικότητα και ο επεκτατισμός δεν ανακόπτεται με τους εξοπλισμούς, με έωλες «συμμαχίες», με το βάθεμα της εξάρτησης της χώρας. Η ειρήνη στην περιοχή δεν διασφαλίζεται με υποχωρητικότητα και υποκλίσεις στις ιμπεριαλιστικές επιταγές. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία έχει δείξει πως σε αυτά η Τουρκία απαντά με μεγαλύτερη επιθετικότητα, με ντε φάκτο κατοχύρωση των θέσεών της.

Η τουρκική επιθετικότητα θα μπορούσε να ανακοπεί με μια εξωτερική πολιτική –ακόμα και στα αστικά πλαίσια– προσανατολισμένη στη διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των συμφερόντων της χώρας και στην οικοδόμηση ισότιμων σχέσεων με τις γειτονικές –και όχι μόνο– χώρες και λαούς. Με μια οικονομία με ενεργειακή αυτάρκεια, προσανατολισμένη στην παραγωγή αγαθών για την κάλυψη των βασικών λαϊκών αναγκών. Με ενέργεια και τηλεπικοινωνίες στο δημόσιο κι όχι υπό την ασυδοσία του ιδιωτικού κεφαλαίου. Με εγχώρια αμυντική βιομηχανία όπλων (άλλωστε, οι αγορές εξοπλισμού ανέκαθεν αποτελούσαν πεδίο ρεμούλας και σκανδάλων – ας θυμηθούμε τα αλήστου μνήμης υποβρύχια που γέρνουν). Με κρατική και πανεπιστημιακή έρευνα που να βοηθά την εθνική αμυντική βιομηχανία αλλά και τη βιομηχανία εν γένει, με μια οικονομία προσανατολισμένη κυρίως στη πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή… Τότε η ανεξαρτησία θα ήταν έννοια που δεν αγοράζεται, που δεν αναζητά προστάτες, είτε προσωρινούς είτε μόνιμους. Τότε η ανεξαρτησία δεν θα σήμαινε επαιτεία.

Η ειρήνη στην περιοχή είναι υπόθεση ενός αντιμπεριαλιστικού και φιλειρηνικού κινήματος και προγράμματος που θα παλεύει για εθνική ανεξαρτησία, θα υπερασπίζεται τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και θα οικοδομεί την αλληλεγγύη ανάμεσα στους δύο λαούς και όλους τους λαούς της περιοχής. Η ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος είναι αναγκαιότητα – είναι υπόθεση κάθε αριστερής δύναμης, κάθε προοδευτικού ανθρώπου.

Μπορούν σήμερα να τιμούν τη γενοκτονία των Ποντίων όσοι κλείνουν τα μάτια στην εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων;

Εδώ και δύο εβδομάδες στην Ελλάδα στήθηκε ένας πρωτοφανής μηχανισμός υποστήριξης των βίαιων, τυφλών και φονικών επιθέσεων του Ισραήλ ενάντια στους Παλαιστίνιους. Ποτέ άλλοτε ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή και στο διεθνές δίκαιο, δεν τσαλακώθηκε τόσο πολύ στη δημόσια συζήτηση στη χώρα μας, όσο σήμερα. Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς παράγοντες, την ένοχη αξιωματική αντιπολίτευση (μην ξεχνάμε τον …«Μπίμπι»), και το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, τα «εθνικά συμφέροντα της χώρας» υπαγορεύουν να είμαστε αναφανδόν με το Ισραήλ.

Κατά ειρωνεία της τύχης, σήμερα είναι η ημέρα μνήμης για τη γενοκτονία των Ποντίων. Η γενοκτονία οδήγησε στη φυσική εξόντωση, στον αφανισμό, στον εκτοπισμό, στο ξερίζωμα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου από τις πατρογονικές τους εστίες. Η Τουρκία κατά τη δεκαετία 1913 – 1923 επιχείρησε να συγκροτήσει ένα καθαρό κράτος, προχωρώντας στην εθνοκάθαρση χριστιανικών πληθυσμών. Τι διαφορετικό όμως κάνει το Ισραήλ σήμερα;

Σύμφωνα με την εξωτερική πολιτική της αστικής τάξης της χώρας, «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Αφού λοιπόν το Ισραήλ ανταγωνίζεται με την Τουρκία και η Χαμάς (φέρεται ότι) στηρίζεται από τον Ερντογάν, η Ελλάδα οφείλει να είναι χωρίς όρους και αστερίσκους με το Ισραήλ.

Έννοιες όπως το διεθνές δίκαιο, η ιστορική αλήθεια, τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, η παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το δικαίωμα αντίστασης ενάντια σε καθεστώτα διωγμών, διακρίσεων, απαρτχάιντ, έχουν πεταχτεί στα σκουπίδια. Διανοητές επιπέδου Β Δημοτικού που παριστάνουν τους διεθνολόγους και τους γεωπολιτικούς αναλυτές, αντισημίτες που ανακάλυψαν εσχάτως τη γοητεία του σιωνισμού (Γεωργιάδης, Καμμένος κλπ), αλλά και το σύνολο του πολιτικού προσωπικού που υπηρετεί το ευρωατλαντικό πλαίσιο της χώρας, ανεμίζουν τη σημαία ενός χυδαίου πραγματισμού: Κλείνουν τα μάτια μπροστά σε μια κατάφωρη αδικία σε βάρος ενός λαού. Αγνοούν το γεγονός ότι το κράτος του Ισραήλ αποδεδειγμένα προχωρά σε πολιτικές εθνοκάθαρσης, διωγμών, διακρίσεων. Θυματοποιούν τον θύτη και ενοχοποιούν τα θύματα.

Σύμφωνα με όλους αυτούς, δεν υπάρχει ούτε Διεθνές Δίκαιο, ούτε ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε ισοτιμία μεταξύ ανθρώπων και λαών. Το Ισραήλ δικαιούται να υπάρξει – και αν για να υπάρξει πρέπει να εξαφανίσει έναν άλλον λαό που επί αιώνες ζει στην περιοχή που συγκροτήθηκε πριν 75 χρόνια το κράτος του Ισραήλ – δεν πειράζει.

Αυτός ο λαός, ο Παλαιστινιακός, ας εξαφανιστεί, ας εξολοθρευθεί, ας μεταναστεύσει, ας δολοφονηθεί, ας εκτοπισθεί.

Την ελληνική άρχουσα τάξη, δεν την ενδιαφέρει κάτι τέτοιο.

Αλλά αν το Ισραήλ δικαιούται να κάνει εθνοκάθαρση για να συγκροτήσει ένα καθαρό κράτος γιατί το δικαίωμα αυτό δεν το είχαν οι Νεότουρκοι και σήμερα ζητάμε να αναγνωριστεί η γενοκτονία των Αρμενίων και των Ποντίων;

Τι διαφορετικό ισχυρίζεται το επίσημο τουρκικό κράτος όταν λέει ότι οι διωγμοί των Αρμενίων και των Ποντίων ήταν η άμυνα του νεοσυγκροτημένου τουρκικού κράτους μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα πλαίσια του αναφαίρετου δικαιώματός του να αμυνθεί έναντι των τότε εισβολέων;

Και πόση αξιοπιστία μπορεί να έχει μια πολιτική που ανεβαίνει στα κεραμίδια για την εθνοκάθαρση που διέπραξε η Τουρκία πριν έναν αιώνα, αλλά τάσσεται ανεπιφύλακτα με το Ισραήλ στην εθνοκάθαρση που διαπράττει σήμερα εναντίον των Παλαιστινίων;

Όσοι θεωρούν ότι αυτά είναι ψιλά γράμματα διότι η διεθνής διπλωματία συγκροτείται στη βάση της μάχης των συμφερόντων και όχι της υπεράσπισης αρχών, καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε ΗΠΑ, ούτε Ισραήλ, ούτε Τουρκία. Δεν στηρίζει την υπεράσπιση των εθνικών της θέσεων στο δίκαιο του ισχυρού, αλλά στο διεθνές δίκαιο. Αν στην περίπτωση της Παλαιστίνης, η Ελλάδα διατρανώνει το δικαίωμα του Ισραήλ να γράψει το διεθνές δίκαιο στα παλιά του τα παπούτσια, γιατί αύριο πρέπει η Τουρκία να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο στην Κύπρο, στο Αιγαίο ή στη Θράκη;

Με ποια αξιοπιστία η Ελλάδα θα διεκδικήσει εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου στη δική της περίπτωση, ενώ θα έχει γελοιοποιήσει την καθολικότητά του, προς χάριν του Ισραήλ; Η πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών εγγράφει τετελεσμένα. Και αυτά τα τετελεσμένα, αύριο θα διαμορφώσουν νέα τετελεσμένα.

Όταν η Τουρκία, υπό τις ευλογίες ή έστω την ανοχή των ΗΠΑ και της ΕΕ, διεκδικήσει λεόντειο μερτικό από ο,τιδήποτε δεν είναι δικό της, ας μην τολμήσει κανείς Χατζηαβάτης του σιωνισμού να επικαλεστεί δακρύβρεχτα το διεθνές δίκαιο ή το δίκαιο της θάλασσας. Γιατί η απάντηση που θα λάβει – και θα έχει ισχύ γιατί θα ενισχύεται επιπλέον από τον νόμο του ισχυρού – θα είναι ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι αλά καρτ. Δεν γίνεται να μην εφαρμόζεται στην Παλαιστίνη, αλλά να εφαρμόζεται στην Κύπρο.

Όσο για τις περισπούδαστες αναλύσεις για τον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ – Ελλάδα που τάχα θα γίνει το αφεντικό στην περιοχή μετά την πτώση σε δυσμένεια του Ερντογάν, έχουν πάει στον κουβά, από την εποχή που οι Κούρδοι έμαθαν ότι η Τουρκία είναι “too big to fail” και “too valuable to be lost” από τα ευρωατλαντικά συμφέροντα.

Προς το παρόν, το ελληνικό αστικό προσωπικό, αφού έδεσε χειροπόδαρα τη χώρα στον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ, μπορεί να βλέπει τον «Μπίμπι» Νετανιάχου να ευχαριστεί όλες τις πρόθυμες χώρες που στήριξαν τις αιματοβαμμένες επιθέσεις του στη Γάζα, αλλά να «ξεχνά» την Ελλάδα. Ποιος στα αλήθεια έχει ανάγκη να ευχαριστήσει μια χώρα που είναι παντού και πάντα δεδομένη;

Η προκλητική στήριξη της Ελλάδας στις πολιτικές διωγμών, διακρίσεων, απαρτχάιντ και εθνοκάθαρσης που εφαρμόζει το Ισραήλ, τάχα γίνεται για να κερδίσουμε τη στήριξη του Ισραήλ στην αντιπαράθεσή μας με την Τουρκία.

Στην πραγματικότητα, έχουμε μια τριπλή αυτοκτονία:

Πρώτον, το Ισραήλ (και πολύ περισσότερο οι ΗΠΑ) δεν πρόκειται να κουνήσουν ούτε το δαχτυλάκι τους για τα αμιγώς ελληνικά συμφέροντα, καθώς θα βάλουν στη ζυγαριά το βάρος και τον εξευμενισμό της Τουρκίας.

Δεύτερον, η εξωτερική πολιτική της χώρας που μονίμως επικαλείται το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας στις ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό θα έχει βγάλει τα μάτια της με τα ίδια της τα χέρια.

Τρίτον, σε αντίθεση με παλιότερους πολιτικούς της αστικής τάξης που είχαν δύο δράμια μυαλό και αναζητούσαν μια Ελλάδα «γέφυρα» ανάμεσα σε αντιθέσεις, ανταγωνισμούς και αντιπαλότητες της περιοχής, και άρα αναπόσπαστο τμήμα διεθνών συνομιλιών και λύσεων, το σύγχρονο πολιτικό προσωπικό, που διαμορφώθηκε στην εποχή των μνημονίων, αναζητά μια Ελλάδα αιωνίως δεδομένη και άρα πανταχόθεν αγνοημένη. Μπορεί όμως να κάνει εύπεπτες δηλώσεις κάθε 19 Μάη για τη γενοκτονία των Ποντίων. Προσφέρονται για εσωτερική κατανάλωση του εκλογικού ακροατηρίου.

Έγιναν λιοντάρια οι λαγοί των ΗΠΑ;

Ρίγη εθνικής συγκίνησης σκόρπισε ανά την Ελλάδα η υπερήφανη στάση του Υπουργού Εξωτερικών Δένδια έναντι του Τσαβούσογλου στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι τουλάχιστον μας πληροφόρησαν τα ελληνικά ΜΜΕ. Ορισμένοι (και η αντιπολίτευση) υπαινίχθηκαν ότι η συγκεκριμένη στάση Δένδια είναι αποτέλεσμα εσωκομματικής σύγκρουσης στη ΝΔ, ανάμεσα στην πάντα υποχωρητική γραμμή Σημίτη και στην λιγότερο υποχωρητική γραμμή Καραμανλή.

Το να έκανε ωστόσο ο Ν Δένδιας εσωκομματικό παιχνίδι είναι η καλή εκδοχή. Όσο και αν η αντιμετώπιση σημαντικών θεμάτων εξωτερικής πολιτικής υπό το πρίσμα μικροπολιτικών επιδιώξεων είναι επικίνδυνη, η άλλη εκδοχή είναι ακόμα πιο επικίνδυνη.

Γιατί η άλλη εκδοχή είναι να εκτελεί για ακόμα μια φορά η Ελλάδα ρόλο λαγού των ΗΠΑ.

Η αλλαγή διακυβέρνησης στις ΗΠΑ έχει οδηγήσει σε όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας. Απόδειξη η Ουκρανία. Στην περιοχή μας αυτό μεταφράζεται σε στρίμωγμα του Ερντογάν και απόπειρα να σπάσουν οι δίαυλοι Ρωσίας – Τουρκίας οι οποίοι παρά τις επιμέρους εντάσεις, διατηρούνται.

Η διακυβέρνηση Μπάιντεν απέναντι στον Ερντογάν είναι καταρχήν επιθετική και απειλητική: «Προσδεθείτε μόνιμα στον δυτικό άξονα και τα αμερικανικά συμφέροντα και σταματήστε να παίζετε σε διπλό ταμπλό». Αυτό σημαίνει ότι προς το παρόν οι ΗΠΑ θέλουν να στείλουν «αυστηρό μήνυμα». Ποιος καλύτερος γραμματοκομιστής από τη «δεδομένη» (κατά τη διατύπωση Μητσοτάκη) Ελλάδα;

Αυτή όμως είναι η πλέον επικίνδυνη εκδοχή. Μια Ελλάδα που κινείται όπως της παραγγέλνουν οι υπερατλαντικοί προστάτες.

Όταν της γνέφουν ότι δεν την καλύπτουν, βάζει την ουρά στα σκέλια και οδηγείται από τη μία υποχώρηση στην άλλη σαν υπάκουο κανίς. Όταν της αφήνουν να εννοηθεί ότι μπορεί να γαβγίσει, παριστάνει το μολοσσό.

Ποιος στα αλήθεια έχει ξεχάσει το ποντάρισμα που έκανε η ελληνική κυβέρνηση επί Τσίπρα – Κοτζιά στο αμερικανικό σχέδιο; Τότε που δήθεν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Συρία ευνοούσαν τους Κούρδους και στρίμωχναν τους τουρκικούς σχεδιασμούς;

Τότε που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μας διαβεβαίωνε ότι η στενότερη, περίπου μονολιθική, πρόσδεση στον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ – Αίγυπτος θα προσφέρει τις ΑΟΖ και το σύνολο των εθνικών διεκδικήσεων στο πιάτο της Ελλάδας;

Και ποιος ξέχασε ότι το σχέδιο αυτό χρεοκόπησε όταν οι ΗΠΑ έκαναν σαφές ότι η Τουρκία είναι “too big to be lost” και δεν μπορεί επ’ ουδενί να χαριστεί στον Πούτιν;

Ποιος ξέχασε τη χρεοκοπημένη επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ και την ψυχρολουσία από τον Τραμπ;

Ποιος ξέχασε τους πανηγυρισμούς για τον East Med ο οποίος, ένα χρόνο πριν, ήταν η φοβερή και τρομερή «αιχμή του δόρατος» της ελληνικής πολιτικής και σήμερα είναι στα αζήτητα;

Ποιος ξέχασε ότι η Ελλάδα κοιμόταν όσο σχεδιαζόταν το τουρκολιβυκό μνημόνιο που περνά την τουρκική ΑΟΖ πάνω από την Κρήτη; Ποιος ξέχασε ότι η «ευφυής» ελληνική απάντηση ήταν η περσινή εγκόλπωση του σήμερα ηττημένου στρατάρχη Χαφτάρ; Ποιος ξέχασε ότι ο λίβυος πρέσβης Μένφι που αποπέμφθηκε πέρυσι από την Αθήνα λόγω του τουρκολιβυκού μνημονίου, κατέληξε Επικεφαλής του Προεδρικού Συμβουλίου της Λιβύης και υποδέχθηκε νικητής τον ταπεινωμένο Μητσοτάκη στη Λιβύη πριν δέκα ημέρες;

Ποιος ξέχασε ότι όταν οι ΗΠΑ κρέμασαν την Ελλάδα, το τουρκικό Ορούτς Ρέις έκοβε βόλτες σε ό,τι θεωρείται ελληνική υφαλοκρηπίδα;

Ποιος ξέχασε ότι η Ε.Ε. τάχα θα επέβαλε κυρώσεις στην Άγκυρα, οι οποίες συζητούνταν και συζητούνταν και συζητούνταν, και τελικά δεν ήρθαν ποτέ;

Ποιος ξέχασε ότι την εποχή που η Τουρκία ζητούσε υποχώρηση της Ελλάδας από τα κυριαρχικά της δικαιώματα, ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ δήλωνε «κάντε διάλογο και βρείτε τα – εμάς μην μας ανακατεύετε»;

Στα αλήθεια λοιπόν, ο λαγός των ΗΠΑ μετατράπηκε σε λιοντάρι που βρυχάται;

Ή απλώς εκτελεί τις επιθυμίες των ισχυρών, επιχειρώντας μεν να αποκομίσει πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη, γνωρίζοντας όμως ότι ως «δεδομένος και πάντα πιστός σύμμαχος» θα αδειαστεί μεγαλοπρεπώς, την επόμενη φορά που η Δύση θα θελήσει να εξευμενίσει τον Ερντογάν;

Δυστυχώς αυτό ήταν η επίσκεψη Δένδια στην Κων/πολη. Ούτε ξέσπασμα εθνικής περηφάνειας, ούτε εσωκομματικός ανταγωνισμός με τον Μητσοτάκη, ούτε αλλαγή πλεύσης στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Αν κάπου υπάρχει αλλαγή πλεύσης είναι η αμερικανική στάση προς την Άγκυρα. Η οποία αποτελείται σήμερα από περισσότερο μαστίγιο και λιγότερο καρότο. Αλλά όταν αύριο, θελήσει να κλείσει τη συμφωνία με τον Ερντογάν, θα του χαρίσει πολλά καρότα, ανάμεσα στα οποία και τα «εθνικά δίκαια» της χώρας μας. Η οποία, ως εσαεί «δεδομένη» στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, θα ξεχάσει τους λεονταρισμούς, και θα παραδεχθεί ως λαγός ότι «λέμε και καμιά μαλακία να περνά η ώρα» κατά το γνωστό ανέκδοτο.

Η εθνική αξιοπρέπεια δεν χτίζεται με σκληρές δηλώσεις εν μέσω χαριτωμένων αστεϊσμών. Χτίζεται με ανατροπή της εξωτερικής πολιτικής που έχει οικοδομήσει η ελληνική άρχουσα τάξη. Όσοι μάλιστα θεωρούν ότι η «γραμμή Καραμανλή» είναι ανταγωνιστική με τη «γραμμή Σημίτη» στα εξωτερικά θέματα, ας το ξανασκεφτούν. Στην πραγματικότητα η μία πολιτική είναι ευθέως υποχωρητική, επιδιώκοντας γρήγορη «λύση» σε όλα τα θέματα προς όφελος των ΗΠΑ και της ΕΕ, ενώ η άλλη, χωρίς να αλλάζει βασικό προσανατολισμό, επιλέγει τη «μη λύση», τη στασιμότητα, κρατώντας τα αδιέξοδα να χρονίζουν.

Η εθνική αξιοπρέπεια απαιτεί μια άλλη εξωτερική πολιτική. Με πολυδιάστατες και πολύμορφες διεθνείς σχέσεις που στηρίζονται στο σεβασμό, στην αναγνώριση, στο διεθνές δίκαιο και στην αμοιβαία εκτίμηση. Με εκμετάλλευση των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και όχι με τη μονοδιάστατη πρόσδεση σε στρατόπεδα. Με κριτήριο την ειρήνη, τη συνεργασία, τη φιλική συνύπαρξη με τους γείτονες, αλλά και την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι πολιτική της ελληνικής άρχουσας τάξης.

Η ύβρις και η αποτυχία της Επιτροπής “Ελλάδα 2021”

Τι ακριβώς πέτυχε η «Επιτροπή Ελλάδα 2021» πέρα από το να συζητηθούν οι ενδυματολογικές εξτραβαγκάντσιες της Γιάννας Αγγελοπούλου Δασκαλάκη;

Όσο κι αν πρέπει να περιμένουμε τα πάντα από την ελληνική άρχουσα τάξη, είναι σαφές ότι μέχρι τώρα κάτι έχει πάει στραβά, κάτι δεν πέτυχε. Το φανερώνει ο Παπαχελάς όταν προχθές στην Καθημερινή χάνει την ψυχραιμία του και ξεσπά ενάντια σε όσους «στα όνειρά τους ντύνονται Κολοκοτρώνηδες, Βελουχιώτηδες, ότι να ‘ναι». Είναι προφανές ότι το πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης είχε θέσει στόχους για τον εορτασμό, οι οποίοι απέτυχαν– τουλάχιστον προς το παρόν. Εκνευρισμένοι οι εκπρόσωποί της ξεσπούν τόσο δεξιά, προς τον πατροπαράδοτο εθνικιστικό χώρο, όσο και προς τα αριστερά.

Η ελληνική αστική τάξη έχει πλέον καθαρά δώσει το στίγμα της. Οι εθνικιστικές και κούφιες πατριωτικές παράτες του παρελθόντος, οι δεκάρικοι λόγοι της εθνικοφροσύνης, δεν χωρούν στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Η ελληνική αστική τάξη θέλει να αφήσει πίσω οριστικά τις πατριωτικές (Κολοκοτρώνηδες) και τις αντάρτικες (Βελουχιώτηδες) παράφωνες μνήμες της ιστορίας και να πορευτεί με αυτά που ξέρει: Ολοκληρωτική ένταξη στο ευρωατλαντικό πλαίσιο και διαμόρφωση της αντίστοιχης νέας εθνικής συνείδησης. Κι ας έχει εξευτελιστικά μνημόνια, ευρωπαϊκή λιτότητα, ληστρικές διεθνείς συμφωνίες. Ο εθνικισμός θα υπάρχει πάντα ως πατριδοκαπηλία και ρατσιστικό δηλητήριο. Είτε για αντιπολιτευτικούς λόγους (βλ. Μακεδονικά), είτε απέναντι σε μετανάστες/πρόσφυγες. Όμως ως κυρίαρχη εθνική συνείδηση θα οικοδομείται το «είμαστε πρώτα Ευρωπαίοι», στα δε ελληνοτουρκικά προβλήματα που προκύπτουν από την αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας, θα κυριαρχεί ο «ρεαλισμός», δηλαδή η υποχωρητικότητα, εκτός αν πουν κάτι άλλο οι προστάτες.

Ας μη γελιούνται όσοι στην Αριστερά νομίζουν ακόμα ότι ο βασικός αντίπαλος είναι η εθνικιστική παρωχημένη πρόσληψη της ιστορίας. Αυτή επιβιώνει στο λαό – ίσως και πλειοψηφικά – αλλά όχι στην άρχουσα τάξη. Στην άρχουσα τάξη, η εθνικοπατριωτική, συντηρητική και παραδοσιακή δεξιά ιδεολογία μετασχηματίζεται συνειδητά σε ευρωπαϊκή, εκσυγχρονιστική και μεταμοντέρνα, χωρίς να έχει πάψει το προηγούμενο ιδεολογικό σχήμα να εκφράζεται πολιτικά από το ακροδεξιό της πλευρό.

Υπάρχει ωστόσο μετασχηματισμός και αυτός είναι καθαρός. Το κιτς μπορεί να συνυπάρχει και στις δύο εκδοχές, στην εθνικιστική και στην αναθεωρητική, με τα αφοδεύοντα άλογα και τις παράφωνες σοπράνο. Όμως η πραγματική συγκολλητική ουσία είναι ο εκσυγχρονισμένος ραγιαδισμός: Τόσο η εθνικιστική έξαρση του παρελθόντος, όσο και ο μεταμοντέρνος αναθεωρητισμός του παρόντος συμφωνούν ότι η Ελλάδα ούτε τότε, το 1821, ούτε αργότερα, τη δεκαετία του 1940, ούτε σήμερα, ούτε και αύριο, θα μπορεί να σταθεί με αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις και σε διεθνείς σχέσεις ισότητας και αμοιβαίας εκτίμησης.

Ο Μαζάουερ το περιγράφει καθαρά: «Εργαζόμαστε πολλοί άνθρωποι για να διαμορφώσουμε μια νέα δημόσια κατανόηση του Εικοσιένα». Δεν εννοεί μόνο την εθνικιστική κληρονομιά της χούντας. Εννοεί και τον λαϊκό τρόπο πρόσληψης της επανάστασης του 1821 ως πράξη αποκοτιάς, κόντρα στη συναίνεση των ισχυρών, που όμως καταγράφεται στη συλλογική μνήμη όχι ως άλμα στο κενό, αλλά ως ο αποτελεσματικός ίσως και μοναδικός τρόπος να προχωρήσει η ιστορία.

Ποιοι ήταν οι στόχοι του φετινού εορτασμού – και κυρίως – γιατί απέτυχαν;

Ο πρώτος στόχος που έθεσε η επιτροπή ήταν να φτιαχτεί μια Ιστορία με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω. Να γίνει αποδεκτό ότι η ελληνική νίκη ήταν αποτέλεσμα της μεγαλοψυχίας των Μεγάλων Δυνάμεων και όχι του ένοπλου αγώνα. Πρέπει να εμφανιστεί η κατάληξη (επέμβαση Μεγάλων Δυνάμεων και Πρωτόκολλο Λονδίνου) ως η αιτία της ανεξαρτησίας και όχι ως το αποτέλεσμα της επανάστασης. Ο λαός που έχυνε το αίμα του επί τουλάχιστον 8 χρόνια, σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, δεν έπαιξε καθοριστικό ρόλο γιατί ως γνωστόν ο λαός δεν (πρέπει να) κερδίζει κάτι από μόνος του. Κερδίζει η ηγεσία του, τα μεγάλα κεφάλια, στις διαπραγματεύσεις υψηλού επιπέδου τις οποίες ο λαός είναι ανίκανος να καταλάβει.

Η επιλογή να τιμηθεί το 21 με πρόσκληση στους εκπροσώπους των (τότε) Μεγάλων Δυνάμεων, αφορούσε αυτήν ακριβώς τη στρατηγική επιλογή της άρχουσας τάξης και της «Ελλάδας 2021». Να σβηστούν οκτώ χρόνια σκληρού αγώνα και άφθαστων θυσιών, και να εμπεδωθεί ότι «αν δεν ήταν η ναυμαχία του Ναβαρίνου», η Ελλάδα θα ήταν ακόμα υποδουλωμένη στους Τούρκους.

Ισχυρισμός που όχι απλώς δεν στηρίζεται στην ιστορία, αλλά αποτελεί ύβρη απέναντι στο Μεσολόγγι, στα Ψαρά, στο Ρήγα, στους μπουρλοτιέρηδες, στους κλέφτες, σε όλη την πολύχρονη και αιματηρή πορεία για την απελευθέρωση.

Ο δεύτερος στόχος της επιτροπής ήταν να εξοβελίσει την επαναστατική βία, να εξορίσει από το ιστορικό λεξικό την αναγκαιότητά της, καταδικάζοντάς την ως περιττή βαρβαρότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σφαγή στην Τριπολιτσά. Φυσικά η σφαγή έγινε, και μάλιστα ήταν βάρβαρη, καθώς δεκάδες χιλιάδες άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. Ωστόσο από τον καναπέ του σπιτιού μας και την ασφάλεια του 2021 είναι προβληματικό να μιλούμε με αφέλεια για τις συγκυρίες δύο αιώνων πριν.

Το προβληματικό γίνεται προσβλητικό, όταν η απόληξη της συγκεκριμένης ελεεινολογίας αφορά ένα υποθετικό διάβασμα της ιστορίας, χρήσιμο για το μέλλον: Τι ωραία που θα ήταν αν ο αγώνας δεν ήταν βίαιος, αν δεν είχε όπλα και μάχες και ξεσηκωμούς, ή τουλάχιστον δεν είχε σφαγές και σκοτωμένους, αλλά μόνο πολιτισμένες συζητήσεις με την εγγύηση μάλιστα των Μεγάλων Δυνάμεων;

Το γεγονός ότι οι σφαγές στην Τριπολιτσά έκαναν αδιάβατο το δρόμο της επιστροφής για την ελληνική επανάσταση μεγαλώνοντας το ρήγμα Ελλήνων – Οθωμανών και καίγοντας κάθε γέφυρα συνδιαλλαγής και κατάπαυσης πυρός, είναι κάτι που διαφεύγει της ακαδημαϊκής αριστείας που απαρτίζει την Επιτροπή.

Η αλλεργία της καθεστηκυίας τάξης άλλωστε απέναντι στη βία δεν αφορά μόνο τους απολίτιστους του Κολοκοτρώνη. Αφορά κατεξοχήν τη Γαλλική Επανάσταση, τον Ροβεσπιέρο, τον «Τρόμο» και την γκιλοτίνα. Αφορά την με κάθε τρόπο κατίσχυση της αντεπανάστασης, καθώς τυχόν νίκη της επανάστασης θα φέρει τη βία. Αν η βία είναι συστατικό της στοιχείο, η επανάσταση πρέπει να αποφεύγεται.

Η συζήτηση λοιπόν για τις αγριότητες της Τριπολιτσάς δεν αφορά την αναγνώριση των «δικών μας» κακώς κειμένων, των «ελληνικών εγκλημάτων πολέμου». Αυτά υπάρχουν και πρέπει να αναγνωριστούν, αλλά η συγκεκριμένη φασαρία γίνεται από διαφορετική αφετηρία και με διαφορετικό στόχο.

Ο τρίτος στόχος της Επιτροπής ήταν να σχετικοποιήσει πρόσωπα και καταστάσεις του Εικοσιένα, ενισχύοντας τις σημερινές πολιτικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες της άρχουσας τάξης. Ο καθηγητής Χατζής για παράδειγμα υποστήριζε συστηματικά επί ένα χρόνο ότι η Επανάσταση ήταν φιλελεύθερη. Σχετικά πρόσφατα ανέκρουσε πρύμναν, κάνοντάς μας τη χάρη να παραδεχτεί ότι η επανάσταση ήταν «και φιλελεύθερη». Δείγμα ίσως της μηδαμινής απήχησης της συγκεκριμένης αναθεωρητικής απόπειρας.

Μέσα στην απόπειρα να βαπτισθεί ο ακραίος αντιλαϊκός φιλελευθερισμός του 21ου αιώνα στα νάματα του Εικοσιένα, η μπάλα πήρε πολλούς και διάφορους. Από τον Καποδίστρια που βαφτίστηκε δικτάτορας, μέχρι τους «Κολοκοτρώνηδες και τους Βελουχιώτηδες» που ενοχλούν τον Παπαχελά. Ο ιστορικός Μπήτον υποστήριξε λίγο ή πολύ ότι κακώς ο ελληνικός λαός θυμάται και τιμά κυρίως τον Κολοκοτρώνη, αλλά όχι τον Μαυροκορδάτο. Ο πρώτος συμβολίζει για τον βρετανό καθηγητή «το ιδανικό της απόλυτης ελευθερίας και της αυτάρκειας, το οποίο εμπνέει τα τραγούδια (και μάλλον τις πράξεις) των κλεφταρματωλών του παλιού καιρού», ο δεύτερος συμβολίζει «τη διεθνικότητα, την ευλυγισία και την αναζήτηση της αλληλεγγύης μέσα από την ένταξη σε θεσμούς όπως η ΕΕ ή ο ΟΗΕ».

Αναδιατυπωμένο το ερώτημα χωρίς διπλωματικές διατυπώσεις: Γιατί να κρατήσουμε από το Εικοσιένα τους βάρβαρους και απολίτιστους οπλαρχηγούς που περιμέναν να κατέβει ο Μοσκόβος βουλιαγμένοι μέσα στις μεσαιωνικές προλήψεις και συνήθειες, και όχι τους επηρεασμένους από τη Δύση φιλελεύθερους πολιτικούς που άνοιξαν τον δρόμο στην ένταξη της χώρας στον διεθνή καταμερισμό, έστω και με όρους ανισοτιμίας και εξάρτησης;

Τόσο η απόπειρα της Επιτροπής Ελλάδα 2021 όσο και οι συντεταγμένες ομοβροντίες των διανοούμενων της άρχουσας τάξης προς το παρόν δεν έχουν συναντήσει την λαϊκή αποδοχή και την κοινωνική συναίνεση. Ας μην γελιόμαστε όμως, δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για «νίκη» της προοδευτικής ιστοριογραφίας. Πρόκειται για μια ενστικτώδη λαϊκή αντίδραση στο ξαναγράψιμο της ιστορίας. Με τον ίδιο τρόπο που θα υπερασπίσει την αποκοτιά των κλεφταρματωλών και τον «ολοκληρωτικό πόλεμο» του Κολοκοτρώνη, θα ισχυριστεί ότι το κρυφό σχολείο ήταν πραγματικό, ότι η Εκκλησία ευλόγησε τον ξεσηκωμό στην Αγία Λαύρα και ότι οι Έλληνες, όταν είναι ενωμένοι, κάνουν θαύματα. Δεν ξεχνάμε άλλωστε, ότι η επί δεκαετίες κυρίαρχη ιδεολογία αποτυπώνεται ως λαϊκή ιδεολογία.

Το δύσκολο (και ίσως μοναχικό) έργο της Αριστεράς και της προοδευτικής ιστοριογραφίας είναι να αντιπαρατεθεί στους παραδοσιακούς και δημαγωγικούς μύθους που πλάστηκαν για το Εικοσιένα χωρίς να χάνει ούτε στιγμή από τα μάτια της το αναθεωρητικό έγκλημα που ενορχηστρώνει η άρχουσα τάξη. Τυχόν επιτυχία του, θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για την κυρίαρχη κοσμοαντίληψη της ιστορικής κίνησης, της κοινωνικής εξέλιξης, του ρόλου του λαού, της επανάστασης.

Απο ήττα σε ήττα… μέχρι το επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο!

Σύσσωμος ο καθεστωτικός τύπος προετοίμαζε με τυμπανοκρουσίες τις επερχόμενες κυρώσεις για την Τουρκία. Κάθε μέρα μας έφερνε όλο και πιο κοντά στην ημέρα επιβολής των κυρώσεων, οι εκπρόσωποί μας σε όλους τους τόνους διεμήνυαν ότι θα πάνε να δώσουν την μάχη των μαχών, να δώσουν ένα μάθημα στην αυθάδη Τουρκία του Ερντογάν. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Πέτσας δήλωσε μάλιστα ότι «Δεν θα φύγει από τη Σύνοδο Κορυφής ο Μητσοτάκης αν δεν πάρει κάτι».

Θα μπορούσε κανείς να απαντήσει μονολεκτικά για το τι τελικά πήρε ο Μητσοτάκης στις Βρυξέλλες. Από το τελικό κείμενο συμπερασμάτων, που υιοθέτησε η ΕΕ για την Τουρκία, προκύπτει η απόλυτη διάψευση των προσδοκιών της ελληνικής κυβέρνησης καθώς και η τραγική επιβεβαίωση της μοίρας που επιφυλάσσεται στους δεδομένους υποτακτικούς. Δεν προβλέπονται νέες κυρώσεις για την Τουρκία, ενώ η τελική απόφαση επί ενός καταλόγου κυρώσεων μετατίθεται για… τον Μάρτιο. Γίνεται μονάχα αναφορά στις «μονομερείς ενέργειες και προκλήσεις» κατά κρατών – μελών της ΕΕ και στις «προκλητικές δραστηριότητες» στην Ανατολική Μεσόγειο και την ΑΟΖ της Κύπρου.  Και έπειτα, αναγνωρίζεται το στρατηγικό ενδιαφέρον της ΕΕ για την ανάπτυξη της αμοιβαίας συνεργασίας με την Τουρκία, με ειδική αναφορά στο προσφυγικό. Τέλος, υπενθυμίζεται και η ανάγκη συντονισμού της ΕΕ με τις ΗΠΑ, για αυτά τα θέματα.

Απο αυτήν την πυκνή παράθεση, προκύπτουν τα εξής βασικά συμπεράσματα:

– Η ΕΕ δεν μπορεί και, κυρίως, δεν θέλει να διαρρήξει τις σχέσεις με τον Ερντογάν. Από οικονομική άποψη, πολύ βασικοί «παίκτες» της κούρσας των εξοπλισμών (Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία) έχουν συμφέρον, όχι μόνο από την προσέγγιση της Τουρκίας, αλλά και από την διαιώνιση μίας ορισμένης κατάστασης γεωπολιτικής ανασφάλειας, για τις αγορές τους. Σε πολιτικό επίπεδο, η συμφωνία της Τουρκίας με την ΕΕ αποτελεί βασικό εργαλείο στη διαχείριση του προσφυγικού, ενός προβλήματος που η ΕΕ συνέδραμε στην δημιουργία του: ο Ερντογάν κρατά τους πρόσφυγες μακρυά από τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Σε διπλωματικό επίπεδο, μία ενδεχόμενη σκληρή στάση απέναντι στην Τουρκία ενδεχομένως να την σπρώξει συγκυριακά πιο κοντά προς έναν άλλον γεωπολιτικά ισχυρό παίκτη, όπως τη Ρωσία ή την Κίνα. Ενδεχόμενο που αποστρέφονται μετά βδελυγμίας, καταρχήν, οι Αμερικάνοι. Και επειδή, καλώς ή κακώς, οι σχέσεις πατρονίας και επικυριαρχίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη ουδέποτε εξαφανιστήκαν, ο γεωπολιτικός νάνος της ΕΕ δεν υπήρχε περίπτωση να λάβει θέση στην «καυτή πατάτα», ακόμα και αν αυτό σημαίνει την εργαλειοποίηση από έναν Ερντογάν: καλύτερα, η ανάθεση στην Προεδρία Μπάϊντεν. Ας δώσουν οι Αμερικάνοι την τελική απάντηση στο ερώτημα..

– Η ελληνική πλευρά συνειδητά πορεύεται χωρίς διπλωματικά εργαλεία. Έχει περιοριστεί στον επικοινωνιακό χειρισμό της στάσης στα ελληνοτουρκικά, για να περισώσει τουλάχιστον το όποιο πολιτικό κύρος στο εσωτερικό της χώρας. Η γραμμή Μητσοτάκη στην Σύνοδο του Pacta Sunt Servanda, της τήρησης των συμφωνιών, σε ένα περιβάλλον που τα συμφωνημένα ξεσκίζονται από την ισχύ της επιβολής, αποτελεί γραμμή εθνικά αυτοκτονική. Πλην, ταιριάζει απόλυτα στις προσδοκίες της ΕΕ για έναν πειθαρχημένο κολίγο, που δεν θα «τινάξει την μπάνκα στον αέρα». Ουδέποτε έθεσε η Ελλάδα στην Σύνοδο θέμα εμπάργκου όπλων, ενώ παράλληλα ο ίδιος ο πρωθυπουργός προσέρχεται με μία τοποθέτηση ότι η απόσταση από τα 6 εως τα 12 ν.μ. αποτελούν διαφιλονικούμενη ζώνη: τα τελευταία στερούν την νομική βάση για κυρώσεις στην Τουρκία για τις κινήσεις της στο Αιγαίο. Η ελληνική πλευρά υιοθετεί πλέον το αφήγημα ότι, πάντως, θα υπάρξουν κυρώσεις σε «φυσικά πρόσωπα και εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην Ανατολική Μεσόγειο» και περιορίζεται στον αγώνα για σκληρές…. διατυπώσεις στο κείμενο των συμπερασμάτων.

– Η Τουρκία παίρνει καθαρό μήνυμα ότι μέχρι τον Μάρτιο, τουλάχιστον, παίζει, και επίσημα πλέον, χωρίς αντίπαλο. Άρα μπορεί να προχωρήσει σε νέο γύρο αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, έρευνες σε διαφιλονικούμενες θαλάσσιες ζώνες, κατοχύρωσης νέων τετελεσμένων. Η Γαλλία υποχωρεί, υπό τις πιέσεις Μέρκελ για διατήρηση καλού επιπέδου σχέσεων με την Τουρκία, και ενώ έχω ήδη υποστεί σειρά ηττών στην περιοχή. Η Ελλάδα και η Κύπρος μένουν μονάχα με φραστικές αναφορές, και αυτές πετσοκομμένες, χωρίς μέτρα και αποτρεπτικές κυρώσεις απέναντι σε έναν επεκτατικό γείτονα. Οι Γερμανία και οι ΗΠΑ καλούν σε διμερείς επαφές και διαπραγματεύσεις Ελλάδα και Τουρκία, καλούν σε «διαχείριση των διαφορών», βάζοντας στην ίδια μοίρα αυτόν που διαρκώς επεκτείνει τις βλέψεις του με αυτόν που διαρκώς περιορίζει τις δικές του. Καταγράφουν ως «θετικό βήμα» το ότι ελλιμενίστηκε το Όρουτς Ρεις. Η ίδια η Άγκυρα, άλλωστε, επιμένει μετά από κάθε «βόλτα» στο Αιγαίο, να καλεί την Ελλάδα σε διάλογο, «χωρίς προϋποθέσεις» και κυρίως, χωρίς κανέναν φραγμό και όριο. «Όλα στο τραπέζι» λοιπόν, και το «όλα» περιλαμβάνει τα πάντα. Κάθε φορά που τα τουρκικά ερευνητικά βολτάρουν σε εκατέρωθεν διεκδικούμενες θαλάσσιες ζώνες κερδίζουν ένα ακόμα θέμα προς διαπραγμάτευση. Σαν τον νταή στο σχολείο, οι προσκλήσεις για διάλογο περιορίζονται ενώπιον του αδιάφορου διευθυντή, ενώ έξω από την σχολική αίθουσα, περιμένει νέο μαρτύριο για τον καρπαζοεισπράκτορα.

Η ΕΕ αποτελεί ένα θνησιγενές σχήμα, με μηδενικό γεωπολιτικό εκτόπισμα, που ξέρει να δείχνει τα δόντια του μονάχα στους λαούς. Ιδιαίτερα ο ελληνικός λαός επωμίστηκε το βάρος της «συναδέλφωσης» για να πάρει πίσω ανεργία, φτώχεια και εξαθλίωση. Ένα απο τα διαχρονικά επιχειρήματα της αστικής τάξης της χώρας, ότι μία ρήξη με την ΕΕ μας αφήνει εκτεθειμένους στην Τουρκία, γκρεμίζεται για μια ακόμα φορά σαν πύργος με τραπουλόχαρτα. Η Ελλάδα εργαλειοποιείται, για να εξευμενιστεί ο Ερντογάν: αυτός είναι ο στρατηγικός στόχος της ΕΕ και σε αυτό συντείνει η στάση του Μητσοτάκη. Μία κυβέρνηση η οποία δεν μπορεί να σηκώσει τόνους και να βάλει εμπόδια στη Σύνοδο Κορυφής, και να περιορίζεται στην εσωτερική επικοινωνιακή διαχείριση, όσο αυτό είναι δυνατόν, της εθνικής ταπείνωσης.

Από τον Οκτώβρη μέχρι σήμερα βομβαρδιζόμασταν με διαβεβαιώσεις για τις σκληρές ευρωπαϊκές κυρώσεις απέναντι στην Τουρκία. Πλησιάζει η ώρα, από μέρα σε μέρα, έλεγαν.. Άραγε, θα μας λένε τα ίδια για τις επόμενες 100 περίπου μέρες μέχρι τον Μάρτιο και την επόμενη Σύνοδο Κορυφής;

Από την άλλη, τί είναι 100 μέρες μπροστά στην ατέλειωτη αιωνιότητα του παρόντος του προσκυνημένου;

Ερντογάν από νίκη σε νίκη. Μητσοτάκης από κάμψη σε κάμψη.

Το δράμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θυμίζει τηλεοπτική σαπουνόπερα παιγμένη ανηλεώς σε επανάληψη. Επί μήνες ολόκληρους, το ίδιο σχέδιο, η ίδια γραμμή, οι ίδιες ατάκες, οι ίδιες σκηνές, οι ίδιες μεγαλόστομες κοινοτυπίες: Σε πολύ υψηλούς τόνους ζητάμε με δηλώσεις περιορισμό της Τουρκίας και δέσμευση των εταίρων για βαρύτατες κυρώσεις… Και σε κάθε επανάληψη, το ίδιο τέλος: αδιέξοδο, υποταγή, εκχωρήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η αναζήτηση προστάτη, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν στέφθηκε με επιτυχία. Τα δισεκατομμύρια στην Γαλλία για εξοπλισμούς, η μετατροπή της χώρας σε μία τεράστια αμερικάνικη βάση, η αποδοχή της επιβεβλημένης από την Γερμανία συμφωνίας για το προσφυγικό, δεν άλλαξαν ουσιαστικά την στάση των ξένων απέναντι στην υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων. Το περισσότερο που πήραμε ήταν ένα διπλωματικό «χτύπημα στην πλάτη». Η Γερμανία παραμένει στο πλευρό της Τουρκίας, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να τηρούν «ίσες αποστάσεις», η Γαλλία παραμένει ανήμπορη και σε υποχώρηση. Και η Τουρκία συνεχίζει να επεκτείνει την επιρροή της, να δημιουργεί τετελεσμένα, να επιβάλλεται δια της ισχύος ως αναγκαίος συνομιλητής οποιουδήποτε θέλει να πλησιάσει την περιοχή της Αν. Μεσογείου.

Ο Ερντογάν, μετά την Συρία, παρεμβαίνει με στρατό σε Λιβύη και παίζει ρόλο εγγυητή των συμφερόντων του Αζερμπαϊτζάν. Εμφανίζεται όλος αυτοπεποίθηση στα Βαρώσικα και κάνει έρευνες στην Κυπριακή ΑΟΖ. Βγάζει διαρκώς νέες NAVTEX για το Oruc Reis, που για δύο μήνες αλώνιζε έως και 6 μίλια Νότια από το Καστελόριζο. Επιτίθεται στην ελληνική πλευρά, ζητώντας την αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου. Όταν, δε, θέλει να δείξει μεγαθυμία, καλεί το Oruc Reis να ελλιμενιστεί, προσφέροντας απλόχερα τις πολυπόθητες – από την Μέρκελ και το ΝΑΤΟ – ενδείξεις κατευνασμού..

Το πρόσφατο σήκωμα των τόνων από την πλευρά του Δένδια, η επίθεση στην Γερμανία για την ολιγωρία κυρώσεων και εμπάργκο στην Τουρκία, σε τί ακριβώς αποσκοπεί; Στο να πειστεί η Γερμανία να αλλάξει στάση προς την Τουρκία; Είναι μια κίνηση να οξυνθούν οι σχέσεις Γερμανίας – Γαλλίας πριν τη σύνοδο της Ε.Ε.; Ίσως, μια απέλπιδα προσπάθεια στροφής προς τις ΗΠΑ του Μπάιντεν; Άραγε, συνάδει με την στάση του ίδιου του πρωθυπουργού και την απόλυτα συγκαταβατική στάση του;

Αν θέλει να οξύνει την αντιπαράθεση, ο Δένδιας ξέρει πολύ καλα ότι υπάρχουν και επαρκή διπλωματικά μέσα όπως το βέτο, και όχι απλά πιο «έντονες δηλώσεις». Οι πιστολιές στον αέρα δεν θα βγάλουν τη χώρα από το καινούργιο αδιέξοδο στην εξωτερική πολιτική: Η Τουρκία δημιουργεί μία νέα πραγματικότητα με τις πράξεις της. Η Ελλάδα δηλώνει ότι… αναμένει δηλώσεις περί κυρώσεων από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ και μένει με τις δηλώσεις στο χέρι.

Δεν περιμένουμε θαύματα από την Ευρωσύνοδο στις 10-11 Δεκεμβρίου. Ένας ενδεχόμενος κατάλογος μελλοντικών κυρώσεων αποτελεί χάδι και φανερώνει επιδεικτική αδιαφορία στις κραυγές αγωνίας του Δένδια. Όσο τα οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας και τα στρατιωτικά συμφέροντα του ΝΑΤΟ είναι άμεσα συνδεδεμένα με την επιθετική πολιτική του Ερντογάν, δεν θα υπάρξει κανένα σοβαρό μέτρο. Στο βαθμό, δε, που η Ευρωπαϊκή Ένωση, για άλλη μία φορά, εμφανίζεται ανίκανη να τιθασεύσει τις εσωτερικές της αντιφάσεις, η Γαλλία θα βρίσκεται διαρκώς σε υποχώρηση και η Ελλάδα σε στάση οσφυοκάμπτη επαίτη.

Η σκληρή και αδιέξοδη πραγματικότητα είναι ότι ο Ερντογάν είναι αναγκαίος, επομένως μπορεί να διαπραγματευτεί με μεγάλους παίκτες, και το κάνει ευθαρσώς. Ο Δένδιας και ο Μητσοτάκης είναι δεδομένοι, και έχουν παραιτηθεί απο την άσκηση οποιαδήποτε πίεσης, ακόμα και με όρους της αστικής διπλωματίας και εξωτερικής πολιτικής. Ακόμα και όταν οι «κυρώσεις» θα είναι εντελώς ψευδεπίγραφες, θα φτιασιδώνονται για την «αλλαγή στροφής» σε σχέση με την Τουρκία, που συμβαίνει εδώ και μήνες, όσο το μόνο πράγμα που ανεβάζει στροφές είναι το Oruc Reis δίπλα από το Καστελλόριζο.

Κρίσιμη καμπή στα ελληνοτουρκικά

Η ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας λόγω των ερευνών του Oruc Reis έχει ήδη ξεπεράσει σε διάρκεια την κρίση του Χόρα, το 1976. Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου έστω από ατύχημα δεν είναι καθόλου αμελητέος, όπως έδειξε το περιστατικό με την ελληνική φρεγάτα Λήμνος και την τουρκική Kemal Reis. Εύλογα η κοινή γνώμη αναρωτιέται γιατί φτάσαμε ως εδώ και τι πρέπει να περιμένουμε στο εγγύς μέλλον.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε τροχιά κλιμακούμενων εντάσεων τα τελευταία χρόνια εξ αιτίας σειράς παραγόντων. Τρεις από αυτούς παίζουν προεξάρχοντες ρόλους. Ο πρώτος σχετίζεται με την ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο την προηγούμενη δεκαετία- το ισραηλινό Λεβιάθαν το 2010, το κυπριακό Αφροδίτη το 2011 και το αιγυπτιακό Ζορ το 2015. Οι ανακαλύψεις δημιούργησαν προσδοκίες για ανάλογα κοιτάσματα στο χώρο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και τράβηξαν το ενδιαφέρον μεγάλων εταιρειών όπως η αμερικανική Exxon, η γαλλική Total, η ιταλική ENI και η ρωσική Novatek.

Ο πιο κοντινός και εύκολος δρόμος διοχέτευσης του φυσικού αερίου από αυτά τα κοιτάσματα στην Ευρώπη θα ήταν μέσω Τουρκίας. Ωστόσο η κυβέρνηση Ερντογάν είχε ήδη προκαλέσει την οργή του Ισραήλ από την υπόθεση του Μαβί Μαρμαρά (2010) και της Αιγύπτου λόγω της υποστήριξης των Αδελφών Μουσουλμάνων στην «Αραβική Άνοιξη» (2011), ενώ οι Αμερικανοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι τη διευρυνόμενη συνεργασία της με τη Μόσχα (S-400 κ.α.) μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κερδίζει έδαφος το ριψοκίνδυνο, οικονομικά και γεωπολιτικά, σχέδιο κατασκευής του αγωγού EastMed, μήκους 1.900 χιλιομέτρων και σε βάθος τριών, ο οποίος, αν κάποτε γίνει πραγματικότητα (πράγμα αμφίβολο) θα μεταφέρει φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας και Ιταλίας. Η πίεση στην Τουρκία έγινε πιο έντονη τον περασμένο Ιανουάριο, όταν συγκροτήθηκε το EastMed Forum από Ισραήλ, Κύπρο, Ελλάδα, Ιταλία, Αίγυπτο, Ιορδανία και Παλαιστίνη, δίνοντας τροφή σε υπερφίαλες προσδοκίες περί του «νέου ΟΠΕΚ της ανατολικής Μεσογείου». Νοιώθοντας ότι απειλείται με αποκλεισμό και περιθωριοποίηση από μια ανίερη συμμαχία, η Τουρκία του Ερντογάν επέλεξε να απαντήσει πλήττοντας αυτήν που, στα μάτια της, αντιπροσωπεύει τον πιο αδύναμο κρίκο, την Ελλάδα. Η συμφωνία με την κυβέρνηση της Τρίπολης υπό τον Σαράζ για τη χάραξη ΑΟΖ εξυπηρετούσε, πέραν των άλλων, και αυτή τη στόχευση.

Ο δεύτερος παράγοντας ήταν η αποδυνάμωση της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή ύστερα από το φιάσκο των πολέμων της εποχής Μπους και τη σταδιακή απόσυρση αμερικανικών δυνάμεων ήδη επί εποχής Ομπάμα. Η διάλυση της Λιβύης ύστερα από την επίθεση του ΝΑΤΟ στον Καντάφι και ο συριακός εμφύλιος δημιούργησαν καινούργιες μαύρες τρύπες στην περιοχή. Ζυγιάζοντας κινδύνους (κυρίως λόγω Κουρδικού) και προσδοκώμενα κέρδη, η Τουρκία του Ερντογάν έσπευσε να καλύψει το γεωπολιτικό κενό, φιλοδοξώντας να αναδειχθεί σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη με προβολές στρατιωτικής ισχύος από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι τη Λιβύη. Παρά τις ισχυρές αντιδράσεις από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, ο Τραμπ, ασκώντας εξωτερική πολιτική υπερδύναμης με όρους μετοχικής εταιρείας, ευνοούσε ένα είδος «outsourcing» των αμερικανικών συμφερόντων, ελπίζοντας ότι η Τουρκία θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στις φιλοδοξίες ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία και το Ιράν. Καθώς τα προγνωστικά αυτή την περίοδο προεξοφλούν νίκη του Μπάιντεν στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου (αν και τίποτα δεν μπορεί ακόμη να θεωρείται βέβαιο), ο Ερντογάν βιάζεται να αξιοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας που θεωρεί ότι είναι ακόμη ανοιχτό, αλλά μπορεί γρήγορα να κλείσει.

Τι θέλει ο Ερντογάν

Ο τρίτος στη σειρά, αλλά όχι και σε σημασία παράγοντας αφορά τις αρνητικές, για την ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή, μετατοπίσεις στο ηγεμονικό μπλοκ της Τουρκίας. Η στροφή προς τον απολυταρχισμό στο εσωτερικό και τις επιθετικές διεκδικήσεις στο εξωτερικό ήταν ήδη ορατή από την πρώτη σοβαρή αμφισβήτηση του Ερντογάν με το κύμα των διαδηλώσεων που ξεκίνησαν από το Γκεζί Παρκ της Κωνσταντινούπολης, το 2013. Επιταχύνθηκαν απότομα, όμως, ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, για το οποίο ο Ερντογάν είναι πεπεισμένος ότι προήλθε από τις ΗΠΑ. Το επόμενο διάστημα, το άρχον συγκρότημα της Τουρκίας περνάει από την «μουσουλμανική δημοκρατία» (κατ’ αναλογία προς την ευρωπαϊκή χριστιανοδημοκρατία) των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» στο εκρηκτικό κράμα νεοοθωμανισμού- φασίζοντος εθνικισμού, με αποκρυστάλλωμα την κυβερνητική συμμαχία ΑΚΡ- ΜΗΡ (Γκρίζοι Λύκοι). Οι στρατιωτικές επεμβάσεις σε Συρία, Ιράκ και Λιβύη, όπως και το δόγμα περί «γαλάζιας πατρίδας» στο Αιγαίο βοηθούν τον Ερντογάν και τους συμμάχους του να εκτρέπουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την επιδείνωση των κοινωνικών προβλημάτων καθώς το «τουρκικό οικονομικό θαύμα» λαχανιάζει, η λίρα χάνει διαρκώς έδαφος, τα συναλλαγματικά αποθέματα εξαντλούνται, ξένα κεφάλαια αρχίζουν να φεύγουν και ο κίνδυνος να συρθεί η χώρα ικέτης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (κάτι που θα μπορούσε να σημάνει το πολιτικό τέλος του Ερντογάν) γίνεται ολοένα και πιο ορατός.

Ωστόσο αυτή η ριψοκίνδυνη «φυγή προς τα εμπρός» προκαλεί αντισυσπειρώσεις. Η Γαλλία, η μακράν ισχυρότερη μεσογειακή χώρα, δεν έχει καμία διάθεση να ανεχθεί την ανάδυση μιας Τουρκίας- ηγεμονικής δύναμης στο ανατολικό τμήμα της mare nostrum, όπως πρόσφατα χαρακτήρισε τη Μεσόγειο ο Εμανουέλ Μακρόν. Η Αίγυπτος, που έχει ένα μακρύ, πορώδες σύνορο με τη Λιβύη, αλλά και τα Εμιράτα, που φιλοδοξούν να γίνουν «Ισραήλ του Κόλπου», επείγονται επίσης να συγκρατήσουν την τουρκική επέκταση. Ο βομβαρδισμός, στις αρχές Ιουλίου, της τουρκικής βάσης στην Αλ Ουατίγια της Λιβύης (γράφτηκε και δεν διαψεύστηκε, αλλά ούτε επιβεβαιώθηκε, ότι έγινε από αεροπλάνα των Εμιράτων με επιμελητειακή υποστήριξη της Γαλλίας) εγγράφεται σε αυτό το πλαίσιο. Η μερική συμφωνία Ελλάδας- Αιγύπτου για την ΑΟΖ ερέθισε ακόμη περισσότερο την Άγκυρα, αν και δεν ξεπερνούσε τις δικές της κόκκινες γραμμές (Καστελόριζο, 28ος μεσημβρινός). Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνοτουρκική κρίση των τελευταίων εβδομάδων ήταν περίπου προδιαγεγραμμένη, άλλωστε την προεξοφλούσαν επαίοντες και αξιωματούχοι σειράς χωρών καιρό τώρα. Το πρώτο, εύλογο ερώτημα είναι αν πρέπει να περιμένουμε τα χειρότερα.

Σε ό, τι αφορά την Τουρκία, ο Ερντογάν μπορεί να είναι μεγαλομανής, αλλά δεν είναι τυχοδιώκτης. Σκοπός του δεν είναι να οδηγήσει τα πράγματα σε πόλεμο με την Ελλάδα (γνωρίζει και ο ίδιος ότι θα ήταν καταστροφικός και για τις δύο πλευρές), αλλά να την οδηγήσει σε μια συνολική διαπραγμάτευση εφ΄ όλης της ύλης από θέση ισχύος. Γιαυτό και οι πρόσφατες προκλήσεις της Τουρκίας δεν ξεπερνούν τις κόκκινες γραμμές. Το Oruc Reis διεξάγει έρευνες σε διεθνή και όχι ελληνικά ύδατα (αν και ο ανυποψίαστος τηλεθεατής ή αναγνώστης στην Ελλάδα μάλλον δεν το έχει πάρει χαμπάρι, αφού ελάχιστοι είναι εκείνοι που του υπενθυμίζουν τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ πλήρους κυριαρχίας επί των χωρικών υδάτων και περιορισμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης στα διεθνή ύδατα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ). Ωστόσο, παρότι δεν επιδιώκει τον πόλεμο, ο Ερντογάν δεν διστάζει να διακινδυνεύσει ένα θερμό επεισόδιο, προκαλώντας την Ελλάδα να είναι η πρώτη που θα τραβήξει τη σκανδάλη, με την πεποίθηση ότι σε αυτή την περίπτωση θα εγγράψει καινούργιες γκρίζες ζώνες, όπως στα Ίμια.

Τα διλήμματα για την Ελλάδα

Όσο για την Ελλάδα, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη δεν επιδιώκει τη σύγκρουση- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται να συρθεί σ’ αυτήν. Από την αναγγελία του EastMed Forum μέχρι τις συμφωνίες για ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, στόχος ήταν η άσκηση πίεσης στην Τουρκία για την επίλυση των διαφορών (επισήμως η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μόνη προς διευθέτηση διαφορά τον ορισμό υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ) μέσω προσφυγής σε Διεθνές Δικαστήριο. Ακόμη και η μερική συμφωνία με την Αίγυπτο που εμφανίστηκε ως άσκηση επιθετικής διπλωματίας και εξόργισε τη Γερμανία, καθώς φάνηκε να αδειάζει τη μεσολαβητική πρωτοβουλία της, εντασσόταν στην ίδια στρατηγική: η Αθήνα επιδίωξε να εξασφαλίσει κάποια ατού ενόψει της επικείμενης διαπραγμάτευσης ώστε να ισοσταθμίζει το τουρκικό τετελεσμένο της συμφωνίας με την Τρίπολη, και όχι να τορπιλίσει τη διαπραγμάτευση. Άλλωστε με το να σταματάει στον 28ο μεσημβρινό και να προβλέπει μειωμένη επήρεια για την Κρήτη, η Αθήνα έκλεινε το μάτι στην Άγκυρα για ακόμη περισσότερο μειωμένη επήρεια στο Καστελόριζο- κάτι που σημαίνει ότι η συνέχεια των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει.

Το θέμα είναι ότι ο Ερντογάν, και συνολικά το κυρίαρχο μπλοκ της Τουρκίας, δεν πρόκειται να δεχθούν μια διαπραγμάτευση και, τελικά, την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο μόνο για υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ αν δεν έχει προηγηθεί η επίλυση του προβλήματος των χωρικών υδάτων. Πρώτον, και το κυριότερο, γιατί αυτό είναι το καθοριστικό ζήτημα για την Τουρκία (η οποία, όχι τυχαία, γιαυτό και μόνο γιαυτό το ζήτημα έχει κηρύξει casus belli). Ενδεχόμενη επέκταση των χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια σε όλο το Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένων ηπειρωτικών και νησιωτικών ακτών, θα μεγάλωνε την έκταση της πλήρους ελληνικής κυριαρχίας από 43% σε 72% και θα έκλεινε όλα τα περάσματα ανοιχτής θάλασσας στα μεγάλα λιμάνια της Μικράς Ασίας για τα τουρκικά πλοία και αεροπλάνα, πράγματα που καμία τουρκική κυβέρνηση δεν πρόκειται να αποδεχθεί αν δεν έχει προηγηθεί ταπεινωτική στρατιωτική ήττα. Επιπροσθέτως, γιατί η όποια συμφωνία για τα χωρικά ύδατα προδιαγράφει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για τον ορισμό υφαλοκρηπίδας/ ΑΟΖ- αν π.χ. έχουμε 12 νμ χωρικά ύδατα στην Εύβοια και την Κρήτη, 10 στη Λήμνο, 6 στο Καστελόριζο, με ρητή συναίνεση ή ανοχή της Τουρκίας, ανάλογη θα είναι η κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί το Διεθνές Δικαστήριο για τις ΑΟΖ.

Είναι γνωστό ότι το 2003, επί κυβέρνησης Σημίτη, οι μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών είχαν φτάσει πολύ κοντά σε μια συμβιβαστική λύση στο θέμα των χωρικών υδάτων, με επιλεκτική εφαρμογή του δικαιώματος επέκτασης, η οποία θα άνοιγε το δρόμο για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για τις ΑΟΖ. Σήμερα, ισχυρές δυνάμεις της Δύσης, πρώτα απ’ όλα οι ΗΠΑ και η Γερμανία, πιέζουν για την επιστροφή σε αυτή την προσέγγιση, κάτι που θα απέτρεπε τον κίνδυνο του μοιραίου ρήγματος στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ενδεχομένως πιστεύουν ότι στην Ελλάδα για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση είναι ώριμα τα πράγματα για να περάσει η γραμμή του μεγάλου συμβιβασμού και της συνεκμετάλλευσης, καθώς τόσο η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί τελικά να την καταπιούν, έστω με πολλούς εσωτερικούς τρανταγμούς (κάτι που δεν ήταν δυνατόν όταν ο επίσης πρόθυμος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε απέναντί του τον Ανδρέα Παπανδρέου ή όταν ο Σημίτης είχε απέναντί του τον Καραμανλή).

Δεν ξέρουμε αν έχουν δίκιο στους υπολογισμούς τους. Το βέβαιο είναι ότι μια παρόμοια γραμμή προσέγγισης ενέχει μεγάλο ρίσκο, καθώς δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Τουρκία του Ερντογάν δεν θα θέσει στο τραπέζι άλλες, καίριας σημασίας διεκδικήσεις της- αποστρατιωτικοποίηση νησιών του Αιγαίου, γκρίζες ζώνες επί βραχονησίδων- που συνιστούν μείζονα ζητήματα εθνικής ασφάλειας για την Ελλάδα. Με αυτά τα δεδομένα, το καλύτερο στο οποίο θα μπορούσαν να προσβλέπουν αυτή τη στιγμή οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, θα ήταν η αποκλιμάκωση της κρίσης χωρίς θερμά επεισόδια και νέα τετελεσμένα και στη συνέχεια η έναρξη απ΄ευθείας διαβουλεύσεων μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, χωρίς ατλαντική επιδιαιτησία, για τη μείωση της έντασης και την αναζήτηση λύσεων στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, με τους αναπόφευκτους συμβιβασμούς σε θέματα που δεν αφορούν θεμελιώδη ζητήματα ασφαλείας για καμία από τις δύο πλευρές.

Υ.Γ. Υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων, δελεάζεται κανείς να υποστηρίξει ότι η παραίτηση από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της περιοχής θα ήταν όχι μόνο οικολογικά βέλτιστη λύση, αλλά και το κλειδί για την αποκλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία. Δυστυχώς, τίποτα δεν είναι περισσότερο αβέβαιο.

Είναι αλήθεια ότι μέχρι την ανακάλυψη του κοιτάσματος ΠΡΙΝΟΣ, το 1973-74, η Τουρκία δεν είχε εγείρει καμία από τις διεκδικήσεις που προβάλλει σήμερα και οι ελληνοτουρκικές εντάσεις περιστρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το Κυπριακό. Ωστόσο η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων ήταν τότε και είναι σήμερα μόνο ο καταλύτης σε ένα μόνιμο συγκρουσιακό υπόστρωμα- ούτε το casus belli για τα χωρικά ύδατα θα εξέλιπε, ούτε το Κυπριακό θα λυνόταν από τη μια μέρα στην άλλη. Ας αφήσουμε που, ακόμη κι αν η Ελλάδα παραιτούνταν μονομερώς από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, η Τουρκία είναι σίγουρο ότι δεν θα το έκανε.

Το αν, πότε, πού, με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό θα εκμεταλλευτεί η Ελλάδα τον φυσικό της πλούτο είναι ένα σοβαρό θέμα εσωτερικής πολιτικής που πρέπει να συζητηθεί πολύ εξονυχιστικά, σε ορθολογική βάση (τι περιμένουμε να κερδίσουμε, τι επιπτώσεις θα έχει στο περιβάλλον και στον τουρισμό σε κάθε περίπτωση κλπ). Ακούμε με μεγάλο ενδιαφέρον προτάσεις αριστερών και οικολογικών δυνάμεων, στην Ελλάδα και διεθνώς, που προτείνουν να ανταμείβονται με διεθνή συμφωνία οι χώρες που παραιτούνται από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων τους, συμβάλλοντας σημαντικά στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο θα ήταν αφελές να πιστέψει κανείς ότι η οικολογία είναι ο από μηχανής θεός που λύνει όλα τα προβλήματα, ακόμη και ζητήματα ζωής ή θανάτου στην εξωτερική πολιτική των κρατών. Είναι άλλο πράγμα να αποφασίσεις, με τη δική σου βούληση, αν και πώς θα ασκήσεις ένα κυριαρχικό δικαίωμα και εντελώς άλλο να παραιτηθείς μονομερώς από αυτό το δικαίωμα, ανοίγοντας την όρεξη σε όσους επιβουλεύονται και άλλα.

Πηγή: ppapacon.blogspot.com

Η ελληνική άρχουσα τάξη δεν μπορεί να υπερασπίσει ούτε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, ούτε την ειρήνη στην περιοχή

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Οι τελευταίες εξελίξεις με τις έρευνες του Oruc Reis συνιστούν αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Για την ακρίβεια επιβάλουν ντε φάκτο την άποψη του τουρκικού επεκτατισμού ότι τα ελληνικά νησιά στερούνται εντελώς υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Το ζήτημα δεν είναι ποιες είναι οι ακριβείς συντεταγμένες των NAVTEX της Τουρκίας, αλλά ότι αυτές κάθε φορά μετακινούνται από Νότια του Καστελόριζου προς τη θάλασσα νότιο – ανατολικά της Κρήτης και της Ρόδου. Η Τουρκία ξεκινά την εφαρμογή του τουρκολιβυκού μνημονίου που ορίζει ως τουρκική ΑΟΖ όλη τη θαλάσσια περιοχή νότια και ανατολικά της Κρήτης και των Δωδεκανήσων. Προχωρά ένα ακόμα βήμα προς την απαίτησή της για μοίρασμα του Αιγαίου στην νοητή γραμμή ανάμεσα στην Τουρκία και στην ηπειρωτική Ελλάδα, αγνοώντας ολοκληρωτικά τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου και τις Κυκλάδες. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η υποτίμηση των εξελίξεων ως ήσσονος σημασίας είναι αφελής και προοπτικά επικίνδυνη.

Δύο εβδομάδες νωρίτερα, η ελληνική κυβέρνηση, με την υπογραφή της μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου, είχε ήδη αποδεχτεί ότι ακόμα και νησιά σαν την Κρήτη έχουν μειωμένη επήρεια στην ΑΟΖ και στην υφαλοκρηπίδα. Συνυπέγραψε μάλιστα αυτή την παραδοχή με μια χώρα που θεωρείται σύμμαχη και δεν προβάλει την παραμικρή διεκδίκηση απέναντι στην Ελλάδα και την εθνική της κυριαρχία. Ο κατατεμαχισμός και η αλά καρτ προσέγγιση της οριοθέτησης της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας στην οποία προχώρησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι ρίχνει νερό στο μύλο του τουρκικού επεκτατισμού.

Ο ισχυρισμός της ελληνικής κυβέρνησης ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος, αν και είχε ποντίσει καλώδια στο βυθό, δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε έρευνες λόγω του «θορύβου» που προκαλούνταν από τα περιβάλλοντα πλοία, κάνει τέλειο τον επί δεκαετίες εξευτελισμό της ελληνικής διπλωματίας και εξωτερικής πολιτικής. Επιβεβαιώνει ότι στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό υπάρχει μια επεκτατική πλευρά που διαρκώς προβάλει νέες απαιτήσεις με πράξεις και τετελεσμένα, και μια υποχωρητική πλευρά που διαρκώς αποδέχεται το γκριζάρισμα συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων, γκρινιάζοντας για το διεθνές δίκαιο, εκλιπαρώντας κάθε φορά τους ισχυρούς συμμάχους μήπως και βρει δικαίωση.

Η τελευταία εξέλιξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν αποτελεί μόνο κλιμάκωση των διαδοχικών επεκτατικών διεκδικήσεων της γειτονικής χώρας αλλά και απόδειξη χρεοκοπίας της εξωτερικής πολιτικής που ασκεί η ελληνική άρχουσα τάξη. Δείχνει ότι οι επί μήνες θριαμβολογίες για δήθεν απομόνωση της Τουρκίας βρίσκονταν αποκλειστικά στη φαντασία του κυβερνητικού μηχανισμού προπαγάνδας. Αποδεικνύει επίσης ότι το «θεωρείστε μας δεδομένους» που δηλώνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ και η πολιτική της διαχρονικής υποτέλειας και ραγιαδισμού, δεν διασφαλίζει στο παραμικρό την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.

Ειδικά την τελευταία περίοδο, από την υπογραφή του μνημονίου Τουρκίας – Λιβύης και μετά, η ελληνική εξωτερική πολιτική σέρνεται βεβιασμένα και άτσαλα πίσω από τις τουρκικές πρωτοβουλίες, επιχειρώντας να «απαντήσει» με διμερείς συμφωνίες για την ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Μόνο που οι ίδιες αυτές οι συμφωνίες, αντί να ισχυροποιήσουν, αποδυναμώνουν τις ελληνικές θέσεις, μετατρέποντας τη χώρα σε τερματοφύλακα διαδοχικών επιθετικών ενεργειών, με ιδιαίτερη έφεση στα αυτογκόλ.

Η ελληνική αστική τάξη, με μπόλικη κουτοπονηριά και περίσσευμα χατζηαβατισμού, θεώρησε κατά τα προηγούμενα χρόνια ότι η όξυνση Τουρκίας – ΗΠΑ θα βάλει την Ελλάδα ως μεγάλο συνδαιτημόνα στο τραπέζι των ιμπεριαλιστών. Προχώρησε στη σύμπτυξη του άξονα Ελλάδα – Ισραήλ – Αίγυπτος, υπό αμερικανική καθοδήγηση, θεωρώντας ότι όσο περισσότερο υποτακτική είναι στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, τόσο περισσότερο θα κερδίσει. Έκανε για μια ακόμα φορά λάθος.

Η ολόπλευρη εξάρτηση της χώρας από τις ΗΠΑ και την ΕΕ και η φανατική προσκόλληση στο ευρωατλαντικό πλαίσιο, αποδεικνύεται ανίκανη να υπερασπίσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. ΗΠΑ και Γερμανία ενδιαφέρονται κυρίως για τον εξευμενισμό της Τουρκίας, πριμοδοτούν ανοικτά τον ελληνοτουρκικό διάλογο για το σύνολο των λογικών και παράλογων διεκδικήσεων της Άγκυρας, στοχεύουν σε βάθος χρόνου στο μοίρασμα, στη συγκυριαρχία και στη συνεκμετάλλευση, γνωρίζοντας πως ό,τι και να κάνουν στην Ελλάδα, οι κυβερνήσεις της θα είναι μονίμως δεδομένες και υποτακτικές. Ειδικά η Ε.Ε. εμφανίζεται λιγότερο ενιαία από ποτέ, καθώς η μεν Γερμανία ιεραρχεί με απόλυτο τρόπο τις εμπορικές σχέσεις με την Τουρκία και τις συμφωνίες για το προσφυγικό, επιδιώκοντας να κρατά ικανοποιημένη την Άγκυρα, ενώ η αποδυναμωμένη Γαλλία επιχειρεί να δημιουργήσει αντίβαρα στην τουρκική παρουσία στη Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή αλλά και να προωθήσει τα προϊόντα της πολεμικής της βιομηχανίας.

Η στάση της ΕΕ απέναντι στην αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, σε τίποτα δεν θυμίζει διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας ή έστω στήριξη προς χώρα – μέλος της. Από την άλλη, επί δεκαετίες στην Ελλάδα η παραμονή στην Ε.Ε. παρά την παραγωγική αποσάθρωση και το κοινωνικό ολοκαύτωμα που αυτή απαιτούσε, παρουσιάζονταν ως απαραίτητη για να διασφαλιστεί η χώρα από τους γεωπολιτικούς κινδύνους εξ Ανατολών. Η οικονομική κρίση και τα μνημόνια οδήγησαν σε μεγαλύτερη εμβάθυνση της ιδεολογίας της εξάρτησης και της υποτέλειας. Στη λογική του αστικού πολιτικού συστήματος έχει ενσωματωθεί απολύτως η λογική της ψωροκώσταινας.

Η ελληνική άρχουσα τάξη ούτε καν μπορεί να διανοηθεί μια ανεξάρτητη, πολυεπίπεδη, εθνικά και κοινωνικά αξιοπρεπή πολιτική. Συνεχίζει και εκλιπαρεί την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ για μια δήλωση συμπάθειας, αντί να πιέσει με κάθε διπλωματικό μέσο (και βέτο), ενώ στο εσωτερικό από τη μια δημιουργεί θόρυβο για τη στρατιωτική ετοιμότητα της χώρας και από την άλλη επιδίδεται σε γελοίες δηλώσεις για τους ανέμους ή το θόρυβο των πλοίων… Πουλάει πατριωτισμό και εθνική υπερηφάνεια μόνο για εσωτερική κατανάλωση, ενώ προς το εξωτερικό επιδεικνύει το διαχρονικό ραγιάδικο χαρακτήρα της. Ο διαχωρισμός και με τις δύο αυτές όψεις του ίδιου νομίσματος (πατριδοκαπηλεία εντός – ραγιαδισμός εκτός) είναι βασικό αφετηριακό σημείο για κάθε προοδευτική και πραγματικά πατριωτική δύναμη.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αυτή της τη στάση, όχι μόνο ναρκοθετεί την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, αλλά κάνει δυσκολότερη τη διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή. Η πολιτική του κατευνασμού ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι δεν οδηγεί στην ειρήνη αλλά στον πόλεμο. Τα θερμά επεισόδια δεν απομακρύνονται από τα ρεσιτάλ παθητικότητας ούτε από τις ικεσίες προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ.

Η Τουρκία, κατά τη συνήθη της πρακτική δοκιμάζει βήμα το βήμα τα όρια ανοχής της ελληνικής άρχουσας τάξης. Στόχος δεν είναι οι έρευνες αυτές καθαυτές αλλά η σταδιακή κατοχύρωση των απαιτήσεών της. Τελικός σταθμός είναι η συνδιαχείριση όλων των θαλάσσιων περιοχών σε Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο κερδίζοντας όμως λεόντειο μερτικό που να αντιστοιχεί στο αυξημένο γεωπολιτικό μέγεθός της έναντι της αποδυναμωμένης Ελλάδας και της μικρής Κύπρου. Για αυτό το λόγο και είναι αφέλεια η προσδοκία ότι η ειρήνη διασφαλίζεται με μια μικρή υποχώρηση. Οι διεκδικήσεις θα επανέρχονται και θα κλιμακώνονται από μια ανεξάρτητη, ενιαία και με στρατηγική τουρκική πολιτική που επιδιώκει να γίνει ρυθμιστής στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, και όχι μόνο.

Στην Ελλάδα, η υπεράσπιση της ειρήνης, της εθνικής κυριαρχίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού αναζητά εκφραστή. Η άρχουσα τάξη σε όλες τις εκδοχές της δίνει γη και ύδωρ στον ιμπεριαλισμό και καταλήγει, με τον χυδαίο πραγματισμό του ακόμα πιο αποδυναμωμένου Ραγιά, στην αποδοχή των γκρίζων κυριαρχικών δικαιωμάτων και της συγκυριαρχίας με μειωμένο ρόλο και λόγο. Μοναδικός υπερασπιστής της εθνικής κυριαρχίας αναδεικνύεται ο λαός, μοναδικός δρόμος ο διεθνισμός απέναντι στον ιμπεριαλισμό αλλά και απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό. Στο βαθμό που καθυστερεί μία ραγδαία και ριζοσπαστική μεταμόρφωση της Ελλάδας σε μία ανεξάρτητη και δημοκρατική χώρα, η εσωτερική σήψη θα τροφοδοτεί και την εξωτερική υποταγή.

Για την πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Η πρόθεση εξόδου τουρκικών ερευνητικών και πολεμικών πλοίων στην θαλάσσια περιοχή νότια και ανατολικά του Καστελόριζου αποτελεί συνέχεια και κλιμάκωση του σεναρίου που εξελίσσεται εδώ και χρόνια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές καθορίζονται από την διαπλοκή τριών παραγόντων: του τουρκικού επεκτατισμού, της ελληνικής υποχωρητικότητας και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του διαίρει και βασίλευε.

Τελικός στόχος παραμένει η συγκυριαρχία και συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου υπό ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Οι εκκρεμότητες για τις ΑΟΖ, οι διαφορές για την υφαλοκρηπίδα, το γκριζάρισμα νησιών, τα «αμφισβητούμενα» νερά, ο αναθεωρητισμός συνθηκών και συνόρων, είναι επιμέρους κομμάτια μιας στρατηγικής που επίμονα και διαχρονικά, ωθεί στη συγκεκριμένη κατάληξη.

Η περιοχή που δεσμεύει η Τουρκία βρίσκεται εντός της ζώνης που ανακηρύχθηκε μονομερώς ως τουρκική ΑΟΖ με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και το οποίο η ελληνική διπλωματία θεωρούσε ως ανυπόστατο και άκυρο. Η ελληνική ΑΟΖ φυσικά, δεν έχει ανακηρυχθεί ποτέ και πουθενά, παρά μόνο σε άτυπους χάρτες που κυκλοφορούν λαθραία στο διαδίκτυο και δηλώνουν ευσεβείς πόθους, περιλαμβάνοντας τη συγκεκριμένη περιοχή.

Η Τουρκία βήμα το βήμα θα δοκιμάζει τις ανοχές και την ευελιξία της ελληνικής πλευράς, φέρνοντας τις έρευνες όλο και πιο κοντά στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα, επιβάλλοντας στην πράξη την άποψή της ότι κανένα νησί δεν έχει ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα. Αυτό ακριβώς το σενάριο εξελίχθηκε στην Κύπρο με τελική κατάληξη την πειρατική γεώτρηση σε αδειοδοτημένο οικόπεδο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι κλιμακούμενες διεκδικήσεις της Τουρκίας φτάνουν μέχρι του σημείου να θεωρούν ότι ΑΟΖ δεν διαθέτει ούτε καν η Κρήτη (αυτό αποτυπώνει το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης), ενώ το πρώτο βήμα της κλιμάκωσης είναι οι τουρκικές έρευνες σε μια πιο αμφισβητούμενη περιοχή 180 χλμ νότια του Καστελόριζου. Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι βασικά και κυρίως το Καστελόριζο, για το οποίο η ελληνική εξωτερική πολιτική «επένδυσε» βλακωδώς σε ονειρώξεις ρήξης των ΗΠΑ-Ισραήλ με την Τουρκία, αλλά τα τετελεσμένα που δημιουργεί η διεκδίκηση της Άγκυρας για τουρκική ΑΟΖ που θα φτάνει έως τη Σκύρο.

Και αυτή η εξέλιξη αποδεικνύει στην πράξη ποιος προκαλεί την ελληνοτουρκική όξυνση και ποιος επιβάλει τετελεσμένα οδηγώντας τα πράγματα εκεί που θέλει. Η μία πλευρά επιχειρεί να λύσει το θέμα της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας με την ντε φάκτο παρουσία της  σε νερά στα οποία τυχόν χάραξη ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας θα απαιτούσε τουλάχιστον διαπραγμάτευση. Η άλλη πλευρά παρακολουθεί, επιδίδεται σε διπλωματικά κλισέ, επικαλείται το διεθνές δίκαιο και επί της ουσίας εκλιπαρεί τους ισχυρούς συμμάχους (ΕΕ και ΗΠΑ) να επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία. Στην πράξη, πρόκειται για μια ακόμα οδυνηρή ήττα της υποτελούς και εξαρτημένης από τον ευρω-ατλαντικό άξονα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Η τουρκική πλευρά δεν αυξάνει την ένταση για να προκαλέσει πόλεμο αλλά για να εξαναγκάσει την ΕΕ σε παραχωρήσεις και την Ελλάδα σε μια ακόμα παραδοχή ελληνοτουρκικής διαφοράς. Η δηλωμένη πρόθεσή της είναι να έχει λόγο και μερτικό σε οτιδήποτε συμβαίνει στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, αντανακλώντας τους γεωστρατηγικούς και πολιτικούς συσχετισμούς και αξιοποιώντας τις όποιες διασταλτικές ερμηνείες και εξαιρέσεις του διεθνούς δικαίου. Στη συγκεκριμένη φάση επιδιώκει να φέρει την Ελλάδα στο τραπέζι του διαλόγου επί όλων των θεμάτων (δηλαδή επί όλων των παλιών και νέων και μελλοντικών) μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων.

Η Ε.Ε. εξισώνοντας τις δύο πλευρές (αυτή που επικαλείται το διεθνές δίκαιο και αυτή που επιβάλει τετελεσμένα) υιοθετεί στην πράξη την τουρκική πολιτική και καλεί σε απευθείας διάλογο των δύο μερών για όλα τα θέματα που εγείρει ο τουρκικός επεκτατισμός. Η πολιτική αυτή οδήγησε στο φιάσκο των πρόσφατων συναντήσεων (Σουρανή – Καλίν) υπό γερμανική εποπτεία όπου και πάλι η Τουρκία έθεσε το σύνολο των αιτημάτων της και την ανάγκη διαλόγου για τις διεκδικήσεις της.

Τόσο η Ε.Ε. όσο και οι ΗΠΑ επιθυμούν μια Τουρκία εντός ευρωατλαντικού πλαισίου, που δεν θα προκαλεί εντάσεις στην περιοχή, που θα ελέγχει αποτελεσματικά τη στρόφιγγα των μεταναστευτικών ροών και φυσικά θα είναι παρούσα σε κάθε οικονομική εκμετάλλευση στην Ανατολική Μεσόγειο, υπό ιμπεριαλιστική σημαία. Για να εξευμενίσουν την τουρκική ηγεσία ώστε να ευθυγραμμιστεί σε αυτή την πορεία, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον δεν διστάζουν να ξεχάσουν τα δικαιώματα της πάντα πρόθυμης, πάντα δεδομένης, πάντα πιστής Ελλάδας.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις δηλώνουν πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως ότι η χώρα είναι εσαεί δεσμευμένη στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των ΗΠΑ και ΕΕ, θεωρώντας ότι ο ραγιαδισμός ανταμοίβεται. Η πραγματικότητα και στο παρελθόν και σήμερα, αποδεικνύει το ανάποδο. Η υποτέλεια και η εκχώρηση της υπεράσπισης κυριαρχικών δικαιωμάτων σε τρίτους αποτελεί τον πιο γρήγορο δρόμο για ήττες και χρεοκοπίες.

Με δεδομένη την τουρκική επιθετικότητα και τη στρατηγική των όλο και περισσότερων διεκδικήσεων και του αναθεωρητισμού συνόρων και συνθηκών, η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι η έξοδος από το φαύλο κύκλο της αναμονής από τους «ισχυρούς φίλους και συμμάχους», η ανεξάρτητη, πολυδιάστατη, προσανατολισμένη στην ειρήνη και στη σταθερότητα εξωτερική πολιτική, η ρήξη με το ευρωατλαντικό σύστημα που αναπαράγει τα αδιέξοδα, τις ήττες και τον ραγιαδισμό.