Θέσεις ΚΚΕ για την Υγεία: συγχωροχάρτι σε Μητσοτάκη και Γεωργιάδη στο όνομα του… σοσιαλισμού

Μόνον ελάχιστες παραγράφους  αφιερώνει για την Υγεία η ΚΕ του ΚΚΕ στις Θέσεις για το 22ο συνέδριο. Καταφέρνει όμως μέσα σε αυτή την σύντομη αναφορά να αποτυπώσει την υποτίμησή της για ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολεί το λαό μετά το ζήτημα της ακρίβειας και της επιβίωσης. Μέσα από τις Θέσεις επισφραγίζει με τον πιο επίσημο τρόπο όλες του τις εκτιμήσεις, θέσεις και σχέδιο των τελευταίων ετών, που δεν είναι απλά σε λανθασμένη κατεύθυνση και επιζήμιες για το κίνημα, αλλά χείρα βοηθείας για την κυβέρνηση.

Πρώτο. Το κείμενο αποκρύπτει συνειδητά το συγκεκριμένο αντιδραστικό έργο της κυβέρνησης Μητσοτάκη και πιο ειδικά της περιόδου Γεωργιάδη στο υπουργείο Υγείας. Κρύβει ότι το έργο αυτό βασικά ήταν οι ιδιωτικοποιήσεις για να επιβραβεύσει την καταστροφική για το λαό θέση «τι δημόσιο-τι ιδιωτικό, το ίδιο είναι στον καπιταλισμό».

Αναφέρεται στις Θέσεις: “Αιχμές της δράσης μας: Η αποκάλυψη του χαρακτήρα των µεταρρυθµίσεων στην Υγεία και η δηµιουργία εστιών αντίστασης στα αντιλαϊκά σχέδια”. Ποιος είναι άραγε ο “χαρακτήρας” αυτών των μεταρρυθμίσεων και γιατί δεν αναφέρονται καν στις Θέσεις; Τι έγινε στην πράξη την τελευταία εξαετία;

Επιταχύνθηκε και γενικεύτηκε η άμεση ιδιωτικοποίηση υποδομών/ περιουσίας του ΕΣΥ και η έμμεση με εξωτερική ανάθεση (outsourcing) κερδοφόρων λειτουργιών του. Ιδιωτικοποίηση μεταμοσχεύσεων και εκχώρησή τους στο Ωνάσειο. Χάρισμα του παιδο-ογκολογικού νοσοκομείου στο ίδρυμα Βαρδινογιάννη. Νόμος Βαρτζόπουλου που σχεδόν κατάργησε τον ρόλο του Δημοσίου στις ψυχιατρικές δομές και τα προγράμματα απεξάρτησης, εκχωρώντας τα σε ιδιωτικές εταιρείες και ΜΚΟ. Εκχώρηση του DNA όλων των νεογέννητων της χώρας σε ιδιωτικές εταιρείες, μεταρρύθμιση που ευτυχώς ανεστάλη προσωρινά. Δρομολόγηση της ιδιωτικοποίησης των μεταγγίσεων αίματος.

Την ίδια περίοδο εκτινάχθηκαν οι ΣΔΙΤ(Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα) με απευθείας αναθέσεις και κατασπατάληση ζεστού κρατικού και κοινοτικού χρήματος. Ανακαίνιση κτιρίων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Ανάθεση σε ιδιωτικές εταιρίες του συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης της αναμονής στα επείγοντα (Ηλεκτρονικό βραχιολάκι). Ψηφιακή υγεία και ηλεκτρονικός φάκελος ασθενούς, ψηφιοποίηση ιατρικών δεδομένων και εκχώρηση σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες πληροφορικής. Το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα “προλαμβάνω”, χάρισε πακτωλό χρημάτων σε μεγάλες διαγνωστικές αλυσίδες. Ανάθεση χερσαίων διακομιδών και αεροδιακομιδών  σε ιδιωτικές εταιρείες ασθενοφόρων και ελικοπτέρων. Συνέχιση των αναθέσεων σε εργολάβους υπηρεσιών φύλαξης, καθαριότητας,  σίτισης, τεχνικής υποστήριξης, ακόμα και διαγνωστικών εξετάσεων.  Χτίσιμο τριών νέων νοσοκομείων από το ίδρυμα Νιάρχος ως “δωρεά” που θα λειτουργούν ως ΝΠΙΔ και κατοχυρώνουν στην πράξη τη μετατροπή του ΕΣΥ σε Α.Ε μέσω ιδιωτικών χορηγιών.

Γιατί άραγε αυτή η απόκρυψη; Προφανώς γιατί δεν συμφέρουν το αφήγημα των Θέσεων. Γιατί ο χαρακτήρας των μεταρρυθμίσεων της τελευταίας εξαετίας -και ειδικά μετά την πανδημία- στην Υγεία είναι κυρίως οι ιδιωτικοποιήσεις και όχι γενικώς τα “αντιλαϊκά” μέτρα του καπιταλισμού. Το ΚΚΕ όχι απλά δεν αποκαλύπτει τον χαρακτήρα τους, αλλά τον συγκαλύπτει, αποφεύγοντας κουτοπόνηρα ακόμα και να απαριθμήσει τα μέτρα καθ’ αυτά, γιατί άπαξ και το κάνει, θα πρέπει να υιοθετήσει και τη συνεπακόλουθη και λογική θέση για ένα αριστερό -πόσο μάλλον κομμουνιστικό- κόμμα, αυτή της ακύρωσης των ιδιωτικοποιήσεων και της κατάργησης των σχετικών νόμων.

Ως γνωστόν το ΚΚΕ δεν είναι πλέον ούτε υπέρ των επανακρατικοποιήσεων ούτε υπέρ του περάσματος σε δημόσιο έλεγχο ιδιωτικοποιημένων υπηρεσιών γιατί “τι δημόσιο – τι ιδιωτικό το ίδιο είναι στον καπιταλισμό”. Επί της ουσίας δεν είναι ούτε ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις. Και αυτό γιατί δεν θέλει σε καμία περίπτωση να αμφισβητήσει το αστικό πολιτικό πλαίσιο ούτε να ζορίσει κατ’ ελάχιστο την κυβέρνηση και τον εντεταλμένο για τις ιδιωτικοποιήσεις υπουργό υγείας που κατά τ’ άλλα  χαρακτηρίζει “υπουργό εμπορίου της υγείας”. Και κάτι ακόμα. Δεν θέλει να έρθει σε αντιπαράθεση με το ιατρικό πανεπιστημιακό μεγαλοκαθηγητικό κατεστημένο που είναι διαχρονικά ο Δούρειος Ίππος των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης. Επομένως, αφού το ΚΚΕ δεν θεωρεί μείζονα “αντιδραστική μεταρρύθμιση” τις ιδιωτικοποιήσεις, σε ποια αντιλαϊκά σχέδια ακριβώς θέλει να δημιουργήσει “εστίες αντίστασης¨;

Δεύτερο. Οι Θέσεις αφήνουν στο απυρόβλητο το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο της υγείας που κερδοσκοπεί εις βάρος του λαού, με τις πλάτες του κράτους. Δεν υπερασπίζονται το Ε.Σ.Υ απέναντι στην προσπάθεια κατεδάφισής του, προφασιζόμενο το «σημερινό του χάλι».

Γράφουν οι Θέσεις: “Αιχμές της δράσης μας: Η διεκδίκηση ενός αποκλειστικά δηµόσιου, καθολικού, σύγχρονου και δωρεάν συστήµατος Υγείας – Πρόνοιας, απαλλαγµένου από την επιχειρηµατική δράση.” Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν στο πρώτο σημείο, είναι απορίας άξιο πώς διεκδικείς αποκλειστικά δημόσιο σύστημα υγείας όταν αυτό ιδιωτικοποιείται και εσύ δεν ορθώνεις κανένα εμπόδιο. Μπορεί να είναι δωρεάν ένα σύστημα υγείας που όλο και περισσότερο ιδιωτικοποιείται; Είναι δυνατόν να απαλλαχθεί από την επιχειρηματική δράση όταν θεωρείς σχεδόν απαγορευμένο τον αγώνα για μπλοκάρισμα και αναίρεση των ιδιωτικοποιήσεων; Είναι δυνατόν να είναι καθολικό, τη στιγμή που το κέρδος των ιδιωτών θα είναι στο τιμόνι και πρόσβαση θα έχουν μόνο οι έχοντες; Θα είναι “σύστημα” όταν αφήσεις να ιδιωτικοποιηθεί πλήρως και να λειτουργεί με τους νόμους μιας Α.Ε; Άρα τι μένει να διεκδικήσεις; Να είναι σύγχρονο;

Εδώ έχουμε και μια τεράστια λαθροχειρία. Ούτε σ’αυτό το σημείο ούτε πουθενά στις Θέσεις, δεν γίνεται αναφορά στη λέξη “Ε.Σ.Υ”. Δεν είναι ο δαίμων του τυπογραφείου αλλά συνειδητή επιλογή του ΚΚΕ να αποφεύγει να υπερασπιστεί την έννοια και την ουσία ενός εθνικού συστήματος υγείας που ήδη υπάρχει, κατακτήθηκε με αίμα και επιβλήθηκε με αγώνες, με την πρόφαση ότι “δεν υπερασπιζόμαστε το σημερινό χάλι του”. Αυτό όμως και όχι κάποιο άλλο βρίσκεται στο στόχαστρο όλων των αντιλαϊκών, αντιδραστικών πολιτικών των τελευταίων χρόνων. Αυτό είναι το αγκάθι που πρέπει να βγει απ΄ τη μέση. Για το ΚΚΕ όμως, μέχρι να έρθει η “ανάσταση νεκρών”, θα κοιτάμε με καρτερικότητα να το “γκρεμίζουν με μπουλντόζες” .

Έστω ότι τα παραπάνω δεν ισχύουν και είναι άδικη η κριτική μας. Γίνεται να θέτεις ως βασική αιχμή δράσης τη “διεκδίκηση ενός αποκλειστικά δηµόσιου, καθολικού, σύγχρονου και δωρεάν συστήµατος Υγείας – Πρόνοιας, απαλλαγµένου από την επιχειρηµατική δράση” χωρίς να βγάζεις άχνα για το κρατικοδίαιτο μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο της υγείας που κερδοσκοπεί και θησαυρίζει εις βάρος του ΕΣΥ και του λαού; Ούτε μια αράδα δεν χωρούσε γι’ αυτό το ζήτημα στις Θέσεις; Ας μην υιοθετήσετε το αναγκαίο και ώριμο πλέον αίτημα της επίταξης. Ούτε μια αναφορά όμως του τύπου “να μπει φρένο στο μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο της υγείας” ή έστω “τέρμα στην ασυδοσία και την ασυλία του”; Γιατί τόσος φόβος; Απ’ τη μία άγχος μην τύχει και χαρακτηριστείτε υπερασπιστές του ΕΣΥ, απ’ την άλλη φόβος να μην χαρακτηριστείτε εχθροί των ιδιωτικών θεραπευτηρίων. Ωραίες οι αναλύσεις και οι στατιστικές για το πόσο τζίρο κάνουν τα ιδιωτικά θεραπευτήρια και οι διαγνωστικές αλυσίδες, αλλά όταν δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες αιχμές δράσης καταλήγουν ανέκδοτο.

Τρίτο. Οι Θέσεις ακυρώνουν τα αιτήματα και τον αγώνα της ΟΕΝΓΕ για διπλασιασμό μόνιμων υγειονομικών, διπλασιασμό μισθών και διπλασιασμό κρατικής χρηματοδότησης για το ΕΣΥ.

Γράφουν οι Θέσεις: “Αιχμές της δράσης μας: Η πάλη για ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς, αξιοπρεπείς µισθούς, µαζικές προσλήψεις µόνιµων υγειονοµικών.”  Η γενικόλογη αυτή διατύπωση θα έβρισκε σύμφωνο ακόμα και τον Γεωργιάδη. Κανένας εκπρόσωπος του αστικού πολιτικού συστήματος δεν αρνείται την ανάγκη προσλήψεων, ανθρώπινων συνθηκών εργασίας και αξιοπρεπών μισθών στο ΕΣΥ. Με ένα όριο βέβαια. Τη “δημοσιονομική σταθερότητα” και τον κίνδυνο χρεοκοπίας εάν το παρακάνουμε. Μήπως γι΄ αυτό στρογγυλεύτηκαν οι Θέσεις; Για να μην δημιουργούν την παραμικρή υπόνοια αμφισβήτησης του ασφυκτικού Μνημονιακού και μεταΜνημονιακού πλαισίου, των ευρωπαϊκών καταναγκασμών που έχουν γονατίσει την Δημόσια Περίθαλψη και το ΕΣΥ; Αν δεν είναι έτσι, τότε γιατί δεν αναφέρεται στις Θέσεις το αίτημα για αύξηση των κρατικών δαπανών για την υγεία τουλάχιστον στο επίπεδο του ευρωπαϊκού μέσου όρου; Γίνεται να αναταχθεί η κατάσταση του ΕΣΥ, που μετά από τρεις απανωτές κρίσεις (Μνημόνια, πανδημία, επέλαση ΝΔ) βρίσκεται σε οριακό σημείο, χωρίς διπλασιασμό κρατικής χρηματοδότησης, διπλασιασμό μόνιμου προσωπικού και διπλασιασμό μισθών; Μπορούν να γίνουν γενικά προσλήψεις ή αυξήσεις μισθών χωρίς αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης; Δεν έπεσε στην αντίληψή σας η πρόσφατη έρευνα του ΚΕΠΥ που αναφέρει ότι η αθροιστική απώλεια κρατικής χρηματοδότησης από το 2009 έως σήμερα είναι 37 δις ευρώ; Φοβάστε να μιλήσετε και γι’ αυτό ή να περιμένουμε  νέα θεωρία του τύπου “τι λίγα-τι πολλά λεφτά για την υγεία, το ίδιο είναι στον καπιταλισμό”;

Τέταρτο. Στις Θέσεις πρώτα ακυρώνεται κάθε κατεύθυνση δράσης για το κίνημα, κάθε μέτωπο αγώνα που θα μπορούσε να ζορίσει την κυβέρνηση και να ανακουφίσει το λαό και στο τέλος… παραπέμπονται στο σοσιαλισμό.

Γράφουν οι Θέσεις: “ Γι’ αυτό η πάλη του Κόµµατος σήµερα για τα ζητήµατα της Υγείας δεν περιορίζεται σε αιτήµατα ανακούφισης, αλλά συνδέεται µε την αναγκαιότητα του Σοσιαλισµού, της κοινωνίας που βάζει στο επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες του ανθρώπου και όχι το κέρδος”.

Αφού δεν θεωρεί καν ως αιχμές δράσης την πάλη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις ούτε τον αγώνα ενάντια στο μεγάλο ιδιωτικό τομέα της υγείας ούτε τη διεκδίκηση αύξησης της κρατικής χρηματοδότησης ούτε την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του ΕΣΥ, τότε ποιες ακριβώς είναι οι “αιχμές δράσης” και απέναντι σε ποιους; Όταν καταντούν κενές περιεχομένου οι κατευθύνσεις άμεσης δράσης, όταν ακυρώνεται η ίδια η σημασία της άμεσης δράσης, πώς ακριβώς προσπαθεί το ΚΚΕ δήθεν να ανακουφίσει τον λαό;

Δεν καθιστά απλά κενές περιεχομένου τις άμεσες διεκδικήσεις ανακούφισης, αλλά τις υποβιβάζει, τις απαξιώνει, τις ευτελίζει ακόμα περισσότερο όταν λέει  ότι “Η πάλη για τα ζητήματα της υγείας δεν περιορίζεται σε ζητήματα ανακούφισης …. αλλά συνδέεται με την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού”. Λες και κινδυνεύει το ΚΚΕ να χαρακτηριστεί ανακουφιστική δύναμη. Το ακριβώς αντίθετο. Δηλώνει σε όλους τους τόνους και με τον πιο επίσημο τρόπο ότι μόνο στον σοσιαλισμό μπορούν να λυθούν τα φλέγοντα ζητήματα της υγείας. Και έως τότε;  Υπομονή και βγάζουμε συμπεράσματα ότι δεν μπορεί να διορθωθεί ο καπιταλισμός, ούτε πρέπει να είμαστε τερματοφύλακες της κυβέρνησης ούτε μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε ανακούφιση. Άρα τι μένει να κάνουμε; Να ψηφίζουμε ΚΚΕ που παλεύει για το σοσιαλισμό.

Αν πραγματικά πάλευε για την ανακούφιση, θα διαμόρφωνε ένα πραγματικά αιχμηρό και μάχιμο πρόγραμμα διεκδικήσεων, ως μέρος ενός μεταβατικού προγράμματος λαϊκής επιβίωσης, που θα μπορούσε να συσπειρώσει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις από τους ψηφοφόρους του ΚΚΕ. Άλλωστε, πώς μπορεί να πείσει ένα κόμμα ότι θα κάνει ολόκληρη επανάσταση όταν ούτε θέλει ούτε μπορεί να ανακουφίσει έστω κατά λίγο την πλειοψηφία της κοινωνίας, όταν δεν θέλει ούτε μπορεί να ανατρέψει έστω ένα νόμο που προωθεί την ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση του κοινωνικού αγαθού της υγείας;  Όμως, κάτι τέτοιο θα το έφερνε σε ευθεία σύγκρουση με την κυβέρνηση, το θεσμικό – δημοσιονομικό πλαίσιο, τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού. Θα το έβαζε σε άλλη τροχιά απ’ αυτήν που έχει διαλέξει. Μια τροχιά που θα τάραζε τα νερά. Για το ΚΚΕ όμως είναι προτιμότερα τα ήσυχα νερά από τις φουρτούνες.

Πέμπτο. Οι Θέσεις αγωνιούν να αθωώσουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη και το καταστροφικό της έργο στην υγεία με κάθε τρόπο, ακόμα και ενάντια στα θεωρητικά σχήματα του ΚΚΕ.

Γράφουν οι Θέσεις: “Η στρατηγική του κεφαλαίου για την Υγεία διαµορφώνεται µε βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και άλλων ιµπεριαλιστικών οργανισµών και εξειδικεύεται από την κυβέρνηση της ΝΔ”.

Ενώ το ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφώσει το θεωρητικό σχήμα της ιμπεριαλιστικής Ελλάδας που δήθεν έχει βλέψεις από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, ξαφνικά στις Θέσεις για την Υγεία επιφυλάσσει για την κυβέρνηση Μητσοτάκη τον ρόλο του απλού “εξειδικευτή” και πρωτοκολλητή της στρατηγικής του κεφαλαίου που διαμορφώνεται και επιβάλλεται από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Υποβιβάζεται έτσι ο ρόλος της από αυτόν του «συνδιαμορφωτή» και ισάξιου συνομιλητή παλιότερα, σε αυτόν του απλού εξειδικευτή σήμερα. Αλήθεια, γιατί αυτή η αλλαγή; Τι άλλαξε και ο Μητσοτάκης έγινε απλός κλητήρας;

Έκτο. Η ενδυνάμωση του ΚΚΕ σε συνδικαλιστικό επίπεδο είναι αντιστρόφως ανάλογη της κατάστασης του υγειονομικού κινήματος.

Το κείμενο των Θέσεων παρουσιάζει μια αυτάρεσκη και ωραιοποιημένη εικόνα για την «πρωτοποριακή δράση του κόμματος», τη στιγμή που το ΕΣΥ δέχεται τη μεγαλύτερη επίθεση από την ίδρυσή του. Το κείμενο μιλάει για «πρωτοπορία στους αγώνες», «στήριξη όλων των κινητοποιήσεων», «εστίες αντίστασης», «ενίσχυση των δυνάμεών μας» κτλ. Την ίδια στιγμή, υπάρχει μια τεράστια αντίφαση. Ενώ, τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την πανδημία, η δημόσια υγεία δέχεται τη μεγαλύτερη επίθεση από συστάσεως ΕΣΥ, σε επίπεδο αντιστάσεων και αγώνων, βρισκόμαστε σε ένα από τα χειρότερα σημεία που έχει βρεθεί το υγειονομικό κίνημα και το αγωνιστικό φρόνημα εντός νοσοκομείων. Όλα αυτά, ενώ όντως οι δυνάμεις του ΚΚΕ καταγράφουν συνδικαλιστικά ενδυνάμωση. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση; Πώς αποδεικνύεται ο αυτοχαρακτηρισμός ως «πρωτοπόρα δύναμη»; Ούτε ίχνος αυτοκριτικής όταν με ευθύνη των “πρωτοπόρων” δυνάμεων του ΚΚΕ, πέρασε χωρίς να δοθεί μάχη, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι – μεταξύ άλλων – η κατάργηση του θεμελιώδους, ιδρυτικού νόμου του ΕΣΥ που διασφάλιζε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση των γιατρών, ανοίγοντας τον δρόμο στα επί πληρωμή απογευματινά χειρουργεία, τη δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα;

Μήπως τελικά δεν πρόκειται για αντίφαση; Μήπως τελικά οι πλειοψηφίες του ΚΚΕ σε ΟΕΝΓΕ και ΕΙΝΑΠ, αντί να επενδύονται σε οργάνωση μετώπων αντίστασης, επενδύονται σε κομματική και μόνο ενίσχυση που κάθε άλλο παρά αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σημαίνει; Σε κεντρικό επίπεδο, ποια πρωτοβουλία πήρε το ΚΚΕ για να δημιουργήσει ένα παλλαϊκό μέτωπο υπεράσπισης της Δημόσιας και Δωρεάν Υγείας, για να μπλοκάρει την κυβερνητική πολιτική ή έστω την ασυδοσία του εντεταλμένου της κατεδάφισης Άδωνι Γεωργιάδη; Στην ΟΕΝΓΕ και στην ΕΙΝΑΠ, ποια πρόταση σε αυτή την κατεύθυνση κατέθεσαν οι εκπρόσωποι του ΚΚΕ, που έχουν την πλειοψηφία;

Συμπερασματικά. Οι Θέσεις του ΚΚΕ για την Υγεία, επισφραγίζουν και κλιμακώνουν την τραγική και καταστροφική για το συνδικαλιστικό και ευρύτερο κίνημα γραμμή «τι δημόσιο – τι ιδιωτικό, το ίδιο είναι στον καπιταλισμό», που αρχικά διαμορφώθηκε για τις δημόσιες συγκοινωνίες, με αφορμή τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη.

Αφοπλίζουν και ακυρώνουν τους αγώνες για τη δημόσια και δωρεάν υγεία, για τις αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και αμοιβής των υγειονομικών, αφού με βάση τη λογική που αναπτύσσεται στις Θέσεις, είναι μάταιος και καταδικασμένος σε αποτυχία κάθε αγώνας, κάθε διεκδίκηση που ζητά ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων, αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, υπεράσπιση του δημόσιου ΕΣΥ, μαζικές μόνιμες προσλήψεις. Ο μόνος αγώνας που έχει δήθεν νόημα, είναι ο αγώνας για το σοσιαλισμό. Έτσι, οι δυνάμεις του ΚΚΕ που έχουν την πλειοψηφία στις συνδικαλιστικές ενώσεις και ομοσπονδίες, αυτo-ακυρώνονται ως τέτοιες, αφού τι νόημα έχει η συνδικαλιστική οργάνωση, όταν «καμιά ανακούφιση δεν μπορούμε να πετύχουμε σε έναν καπιταλισμό που δεν διορθώνεται»; Συνολικά, οι Θέσεις δίνουν ξεδιάντροπα χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση και το σύστημα να κλιμακώσουν την επίθεση στο δημόσιο σύστημα υγείας υπέρ του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου και κατά της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού.

Η Γερμανική Αριστερά βρίσκει τη φωνή της στο Παλαιστινιακό

Το κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη στη Γερμανία έκανε ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός το περασμένο Σαββατοκύριακο. Μια μαζική διαδήλωση στο Βερολίνο, που συγκέντρωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους από όλη τη χώρα και ήταν με διαφορά η μεγαλύτερη και πιο ποικιλόμορφη από τις 7 Οκτωβρίου 2023 — και η πρώτη φορά που συμμετείχαν σημαντικοί αριθμοί ανθρώπων εκτός της μουσουλμανικής κοινότητας και της άκρας αριστεράς. Με τη συμμετοχή της Διεθνούς Αμνηστίας και άλλων φαινομενικά πιο μετριοπαθών οργανώσεων, η πορεία έστειλε ένα σαφές μήνυμα: Στη Γερμανία, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται αηδία για τη στήριξη της κυβέρνησής τους στη γενοκτονία του Ισραήλ στη Γάζα — και οι αβάσιμες κατηγορίες περί αντισημιτισμού δεν μπορούν πια να τους εμποδίσουν να διαμαρτύρονται.

Η συγκέντρωση έδειξε επίσης τη νέα ισορροπία δυνάμεων εντός του δημοκρατικού σοσιαλιστικού κόμματος Die Linke. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου, το κόμμα είχε παραμείνει αν όχι σιωπηλό, σχετικά ήσυχο όσον αφορά τα εγκλήματα πολέμου που διαπράττονται με γερμανικά όπλα. Όμως το περασμένο Σάββατο, χιλιάδες μέλη του ταξίδεψαν από πόλεις σε όλη τη Γερμανία για να σταθούν στο πλευρό της Γάζας, ενώ μόνο μια αμελητέα χούφτα δεξιών του κόμματος και πρώην μελών συμμετείχαν σε μια αντισυγκέντρωση. Η συμπρόεδρος του κόμματος, η οποία ήταν μία από τις πρωτεργάτριες της διαδήλωσης και τον Σεπτέμβριο έγινε η πρώτη ηγέτιδα του Die Linke που χρησιμοποίησε δημόσια τον όρο «γενοκτονία» για να περιγράψει όσα συμβαίνουν στη Γάζα, αναγνώρισε ανοιχτά ότι το κόμμα και η ηγεσία του παρέμειναν σιωπηλοί για πάρα πολύ καιρό. Υποσχέθηκε υποστήριξη στο κίνημα από εδώ και στο εξής.

Ακόμη και οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις για τη συμμετοχή του περασμένου Σαββάτου — περίπου 100.000 άτομα — είναι χαμηλές σε σύγκριση με γειτονικές χώρες, όπως το Βέλγιο, η πρωτεύουσα του οποίου έχει δει επανειλημμένες διαδηλώσεις που ξεπερνούν αυτόν τον αριθμό, και η Ιταλία με τη μεγάλη της απεργία υπέρ της Γάζας στις 22 Σεπτεμβρίου. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μια τεράστια πρόοδο για το κίνημα στη Γερμανία, μια χώρα της οποίας η ακλόνητη στήριξη προς το Ισραήλ έχει αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο για περαιτέρω δράση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με το Die Linke να υιοθετεί φαινομενικά μια νέα, πιο μαχητική στάση, η σοβαρή αντιπολίτευση στον φιλοϊσραηλινό προσανατολισμό της κυβέρνησης ακούγεται για πρώτη φορά στο γερμανικό κοινοβούλιο. Η δυναμική για ένα πολύ μεγαλύτερο κίνημα — και μαζί της, μια ουσιαστική πολιτική νίκη για την Αριστερά — είναι απτή.

Οι Συκοφαντίες Δεν Πιάνουν Πια

Από τότε που οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ άρχισαν να ισοπεδώνουν τη Λωρίδα της Γάζας ως εκδίκηση για την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι ακτιβιστές που προσπαθούν να οργανώσουν διαμαρτυρίες κατά του πολέμου και της υλικής στήριξης της Γερμανίας προς αυτόν έχουν στοχοποιηθεί με ψευδείς κατηγορίες περί αντισημιτισμού. Ουσιαστικά οποιαδήποτε υπόνοια ότι η 7η Οκτωβρίου δεν ήταν απλώς μια εντελώς απρόκλητη και βάρβαρη τρομοκρατική επίθεση αλλά ίσως το αποκορύφωμα μιας διαρκούς διαδικασίας παράνομης κατοχής, καταπίεσης και εκτοπισμού από διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις, ήταν πρακτικά απαγορευμένη στον κυρίαρχο δημόσιο λόγο. Ακόμη και εξέχουσες εβραϊκές φωνές που προσπάθησαν να υποστηρίξουν αυτήν την άποψη, όπως η Γερμανοαμερικανίδα συγγραφέας Deborah Feldman, βρέθηκαν να κατηγορούνται για αντισημιτισμό.

Εν τω μεταξύ, η λέξη-κλειδί «εισαγόμενος αντισημιτισμός» — υπονοώντας ότι οι μουσουλμάνοι μετανάστες ευθύνονται για αντισημιτικές στάσεις στη Γερμανία — έγινε κοινό σημείο αναφοράς σε μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος, καθώς ο αντιμουσουλμανικός ρατσισμός που προωθούσε εδώ και καιρό η ακροδεξιά συνέκλινε τώρα με την πολιτική επιταγή για στήριξη του Ισραήλ. Σε πιο «εκλεπτυσμένους» κύκλους, φαινομενικά λογικοί, φιλελεύθεροι σχολιαστές, όπως ο συντάκτης της Süddeutsche Zeitung Ρόναν Στάινκε, παρότι προειδοποιούσαν ότι οι δυνάμεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου ίσως το παρακάνουν με τον μαζικό βομβαρδισμό της Λωρίδας της Γάζας, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αφοπλίσουν κάθε βαθύτερη ανάλυση των αποικιοκρατικών αιτιών της σύγκρουσης, δηλώνοντας με σιγουριά ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να θεωρηθεί αποικιοκρατική δύναμη, εφόσον οι Εβραίοι ζουν στην περιοχή εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Μια ορισμένη διστακτικότητα στην κριτική προς το Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου ήταν αναμενόμενη στη Γερμανία — τη χώρα των ιστορικών εγκλημάτων που αποτέλεσαν την αφετηρία για την ίδρυση του Ισραήλ εξαρχής. Κι όμως, το κλίμα έντονης αυτοσυγκράτησης συνεχίστηκε και κατά το δεύτερο έτος του πολέμου, παρόλο που είχε γίνει πλέον σαφές σε όλους τους σοβαρούς διεθνείς παρατηρητές και θεσμούς ότι αυτό που διέπραττε ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα συνιστούσε συστηματική εθνοκάθαρση και τουλάχιστον απόπειρα γενοκτονίας.

Τα γερμανικά ΜΜΕ παρέμειναν συντριπτικά μεροληπτικά υπέρ των ισραηλινών θέσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, όπως τεκμηρίωσε πρόσφατα ο ερευνητής Φάμπιαν Γκόλντμαν σε άρθρο του στο Jacobin. Ακόμη και μεγάλα τμήματα της Αριστεράς — περιλαμβανομένου τόσο του Die Linke όσο και εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών — αποδέχτηκαν σε μεγάλο βαθμό το επίσημο αφήγημα και συνέχιζαν να τονίζουν τη «συμπαράστασή» τους προς το Ισραήλ, ακόμη και μήνες μετά την αδιάκριτη καταστροφή παλαιστινιακής ζωής στη Γάζα και την επιτάχυνση της εθνοκάθαρσης στη Δυτική Όχθη.

Μέσα σε αυτό το τοξικό πλαίσιο, το κίνημα αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη δυσκολεύτηκε να βγει από την απομόνωση, και για μήνες οι κινητοποιήσεις του περιορίζονταν κυρίως στις παλαιστινιακές και μουσουλμανικές κοινότητες, μαζί με μικρές ομάδες μη Γερμανών (συχνά Ισραηλινών) αριστερών. Η άγρια αστυνομική βία ενάντια στο κίνημα — ειδικά στο Βερολίνο — η οποία καταδικάστηκε με μεγάλη επιφύλαξη από το Die Linke, συνέβαλε περαιτέρω στη στοχοποίηση των διαμαρτυριών. Έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην κυρίαρχη κοινωνία: αυτές δεν ήταν νόμιμες διαδηλώσεις, αλλά παράνομη ρητορική μίσους.

Η διαδήλωση του περασμένου Σαββάτου κατέστησε σαφές ότι το ρεύμα αρχίζει να αλλάζει. Υπήρξε μια χιονοστιβάδα αρνητικών παρεμβάσων ενόψει της πορείας, συμπεριλαμβανομένων αρκετών ρεπορτάζ σε κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, στα οποία ανώνυμα στελέχη του Die Linke διατύπωναν αβάσιμους ισχυρισμούς περί ανεξέλεγκτου αντισημιτισμού στους κόλπους της οργανωτικής συμμαχίας και προέβλεπαν καταστροφή. Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Η συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων απλών Γερμανών και η παρουσία πολλών βουλευτών του Die Linke ως κοινοβουλευτικών παρατηρητών περιόρισαν επίσης τη δράση της αστυνομίας.

Καθώς δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν τις εικόνες συγκρούσεων και σημαιών της Χαμάς που ήλπιζαν, τα κυρίαρχα γερμανικά μέσα ενημέρωσης προσπαθούν τώρα να «μαζέψουν τα ασυμμάζευτα», αναγνωρίζοντας ότι ο πόλεμος έχει «διχάσει τη Γερμανία» ή ισχυρίζονται ότι ο αντισημιτισμός αυξάνεται επειδή το Ισραήλ «δεν εξήγησε με σαφήνεια» γιατί τα κατάφωρα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα είναι —δυστυχώς— αναγκαία. Εξακολουθούν να υπερασπίζονται τα εγκλήματα του Ισραήλ, αλλά η μονομέρεια των τελευταίων δύο ετών έχει φτάσει στα όριά της, και μια αναπροσαρμογή θεωρείται πλέον απαραίτητη.

Οι διοργανωτές της διαδήλωσης συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι συντελείται μια σεισμική μετατόπιση. Ο Τσαφρίρ Κοέν, διευθυντής της ΜΚΟ Medico International, περιέγραψε τη διαμαρτυρία ως μια «γέφυρα» μεταξύ του περιθωριοποιημένου παλαιστινιακού κινήματος και του ευρύτερου γερμανικού κοινού, του οποίου η αντίθεση στις ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα «δεν μπορούσε να εκφραστεί κατάλληλα, επειδή η δέσμευση στη βίαιη ιστορία της Γερμανίας ως προϋπόθεση για μια ανοιχτή, αντιεθνικιστική και άρα φιλόξενη προς τη μετανάστευση χώρα, έχει εκφυλιστεί σε αντιμεταναστευτική ρητορική στον ελίτ δημόσιο λόγο». Αλλά αυτή η διαδήλωση θα μπορούσε να αποτελέσει «σημείο καμπής» για τον τερματισμό της γερμανικής συνενοχής.

Η Medico δεν εκπροσωπεί ακριβώς το αστικό κέντρο της Γερμανίας, αλλά μάλλον το αριστερό, οικολογικό του τμήμα. Ωστόσο, ο Κοέν έχει δίκιο: η έλλειψη δημόσιας αλληλεγγύης προς τη Γάζα είναι, πάνω απ’ όλα, έκφραση του πόσο προς τα δεξιά έχει μετατοπιστεί η επίσημη άποψη τα τελευταία χρόνια. Αν το κίνημα καταφέρει να ενσωματώσει τις διαμαρτυρίες κατά της γενοκτονίας σε μια ευρύτερη κινητοποίηση κατά της Δεξιάς, τότε όχι μόνο θα ενισχύσει την πίεση προς το κέντρο, αλλά και θα αρχίσει να διαβρώνει την επιρροή της άκρας δεξιάς.

Το Die Linke και το Παλαιστινιακό Κίνημα Έχουν να Κερδίσουν

Αν και η μετατόπιση της κοινής γνώμης είναι σημαντική και η διαδήλωση του περασμένου Σαββάτου έδειξε ότι (ορισμένοι) Γερμανοί είναι όλο και πιο πρόθυμοι να μιλήσουν ανοιχτά για τα ισραηλινά εγκλήματα πολέμου, θα χρειαστεί ακόμη χρόνος για να πειστεί η ευρύτερη κοινωνική πλειοψηφία ότι η αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη δεν συνιστά αντισημιτισμό και ότι η συμμετοχή σε μια διαδήλωση δεν θα θέσει σε κίνδυνο τη δουλειά τους.

Ακόμη κι αν το φιλοϊσραηλινό κατεστημένο βρίσκεται πλέον σε αμυντική θέση, θα χρειαστεί χρόνος και πολλή υπομονή στο χτίσιμο συμμαχιών για να μετατραπεί αυτή η ρωγμή στο «φράγμα» σε μια πραγματική πλημμυρίδα. Η στροφή που παρατηρείται εντός του Die Linke, ωστόσο, δείχνει ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό και προσφέρει ένα σημαντικό εργαλείο για την επίτευξη περαιτέρω αλλαγών.

Η δημόσια και συνεπής υποστήριξη από το Die Linke θα δώσει στο παλαιστινιακό κίνημα — και, το πιο σημαντικό, στον λαό της Γάζας — μια δυνατή φωνή στη Μπούντεσταγκ για πρώτη φορά. Δράσεις όπως η επίδειξη της παλαιστινιακής σημαίας από τέσσερις βουλευτές του Die Linke την περασμένη εβδομάδα, αν και δεν ήταν παρά μια διαφημιστική κίνηση, υποδηλώνουν ένα πολύ μεγαλύτερο δυναμικό. Το κόμμα θα μπορούσε, όπως και κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Αφγανιστάν, να οργανώσει μεγαλύτερες, συντονισμένες διαμαρτυρίες εντός των αιθουσών του κοινοβουλίου, ενώ ταυτόχρονα θα μπορούσε να υποβάλει προτάσεις που θα καταδικάζουν τη συμπεριφορά του Ισραήλ και θα καλούν τη γερμανική κυβέρνηση να καταβάλει περισσότερες προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας.

Πέρυσι, οι προσπάθειες των βουλευτών του Die Linke να υποβάλουν πρόταση για την αναγνώριση του Κράτους της Παλαιστίνης ναυάγησαν λόγω της αντίθεσης αρκετών φιλοϊσραηλινών συναδέλφων τους. Δεδομένης της ισορροπίας δυνάμεων στους δρόμους και στο κόμμα σήμερα, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια τέτοια αντίθεση. Όπως δήλωσε η Νικόλ Γκόλκε, μία από τις πρώτες βουλευτές του Die Linke που μίλησε ανοιχτά κατά του πολέμου, το κόμμα «επιτέλους συντονίστηκε με τη διάθεση του κοινού» και «δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να επιστρέψει στην κατάσταση όπου καθοδηγούνταν από τα δεξιά μέσα ενημέρωσης και μια μικρή μειοψηφία μελών». Πιθανώς, το συναίσθημά της μοιράζονται πολλοί από τους συναδέλφους της στη Μπούντεσταγκ, ακόμα κι αν δεν το εκφράζουν τόσο ανοιχτά — προς το παρόν.

Η συνεχής πίεση από το Die Linke θα είναι επίσης ζωτικής σημασίας για να ωθήσει άλλα πολιτικά κόμματα να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον πόλεμο στη Γάζα. Τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) όσο και οι Πράσινοι απουσίαζαν εμφανώς από τη διαδήλωση του Σαββάτου. Αν και το SPD, ως μικρότερος εταίρος στην κυβερνητική συμμαχία, δύσκολα μπορεί να διαχωριστεί από τον ομοσπονδιακό καγκελάριο Friedrich Merz, οι Πράσινοι έχουν ήδη δείξει κάποια κινητικότητα.

Η αλλαγή τόνου των μετριοπαθών ακτιβιστών για το κλίμα όπως η Λουίζα Νόιμπάουερ τους τελευταίους μήνες – η οποία εξέφρασε τη λύπη της για τη σφαγή στη Γάζα και υποχώρησε από την κριτική τους προς τη Greta Thunberg σε ένα πρόσφατο podcast – αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη επανεξέταση στο εσωτερικό της κεντροαριστεράς της Γερμανίας. Όσο δελεαστικό και αν είναι να τους αποδοκιμάσουμε ως οπορτουνιστές, η δημιουργία μιας νικηφόρας συμμαχίας για την Παλαιστίνη απαιτεί το αντίθετο.

Τελικά, μια πιο επιθετική στάση της Die Linke απέναντι στη Γάζα θα ωφελήσει τόσο το κίνημα όσο και το κόμμα. Ενισχύοντας το προφίλ της ως το μόνο φιλοπαλαιστινιακό κόμμα στο κοινοβούλιο, η Die Linke μπορεί να συνεχίσει να διακρίνεται από τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης και, στο μέλλον, να υποστηρίξει εύλογα ότι η δημόσια πίεση που άσκησε είναι αυτή που ώθησε τη γερμανική κυβέρνηση να υπαναχωρήσει από τις πιο επιθετικές θέσεις της. Και σε αντίθεση με την κοινωνική πολιτική, στην οποία το Die Linke ήδη αντιτίθεται σθεναρά, ο τερματισμός της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ δεν θα κόστιζε τίποτα στο κράτος — αντίθετα, θα είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα.

Για το κίνημα, το να έχει έναν σύμμαχο στο κοινοβούλιο αυξάνει σημαντικά την επιρροή του στο γερμανικό κοινό και την ικανότητά του να ασκεί πίεση στην επίσημη πολιτική. Μόλις αυτή την εβδομάδα, μια κοινοβουλευτική έρευνα της βουλευτή του Die Linke Lea Reiser αποκάλυψε ότι η Γερμανία είχε εγκρίνει επιπλέον αποστολές όπλων προς το Ισραήλ αξίας 2,5 εκατομμυρίων ευρώ από την έναρξη ισχύος της υποτιθέμενης απαγόρευσης εξαγωγής όπλων.

Ταυτόχρονα, η νέα σχέση μεταξύ του κόμματος και του κινήματος θα μπορούσε να ενθαρρύνει μια διαδικασία αποσαφήνισης εντός του ίδιου του Die Linke. Ορισμένοι λειτουργοί από την δεξιά πτέρυγα του κόμματος αποχώρησαν ήδη πέρυσι σε ένδειξη διαμαρτυρίας μετά από μια αρχική δήλωση αλληλεγγύης προς τη Γάζα — πιθανότατα, τουλάχιστον μερικοί ακόμη σκέφτονται να κάνουν το ίδιο μετά το περασμένο Σαββατοκύριακο. Εξάλλου, οι περισσότερες από τις πολιτικές τους θέσεις θα ταίριαζαν εξίσου με αυτές των Σοσιαλδημοκρατών ή των Πρασίνων.

Τα τελευταία δύο χρόνια ήταν καταστροφικά και αποξενωτικά για τους Παλαιστινίους που ζουν στη Γερμανία και τους συμμάχους τους. Αυτή η καταστροφή και η αποξένωση δεν έχουν τελειώσει, αλλά από το περασμένο Σαββατοκύριακο, για πρώτη φορά, μια πιθανή λύση φαίνεται εφικτή. Και το Die Linke έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για να φτάσουμε εκεί.

Πηγη: jacobin

Δέκα Χρόνια Μετά

Στις 21 Φεβρουαρίου του 2015, ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε διάγγελμα προς τον Ελληνικό λαό δήλωνε ότι

«Η Ελλάδα χθες πέτυχε μια σημαντική διαπραγματευτική επιτυχία στην Ευρώπη… θέσαμε στόχους, ήμασταν συγκροτημένοι, δείξαμε αποφασιστικότητα αλλά και ευελιξία, πετύχαμε στο τέλος τον βασικό μας σκοπό… Χθες ακυρώσαμε τα σχέδιά τους [των φιλομνημονιακών]. Αποτρέψαμε το σχέδιο των τυφλών, συντηρητικών δυνάμεων, μέσα και έξω από τη χώρα, να προκαλέσουν ασφυξία στην Ελλάδα στις 28 Φεβρουαρίου. Κρατήσαμε την Ελλάδα αξιοπρεπή και όρθια.»

Τι είχε συμβεί και προκάλεσε τους πανηγυρισμούς του τότε νέο-εκλεγμένου και δημοφιλούς πρωθυπουργού;

Στις 20 Φεβρουαρίου, μετά από δύο άκαρπες συνεδριάσεις στις 11 και 16 Φεβρουαρίου, το Eurogroup είχε δώσει παράταση τεσσάρων μηνών στη λήξη του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας, γνωστό στην καθομιλουμένη ως ‘μνημόνιο’, το οποίο έληγε την 1η Μαρτίου.

Η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με την απόφαση όφειλε να παρουσιάσει τις προτάσεις της εντός τριών ημερών—όσες παρουσίασε όμως απορρίφθηκαν στη συνέχεια. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι με την συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, η Ελλάδα αναγνώριζε όλες τις συμφωνίες-μνημόνια που είχαν προηγηθεί, όπως φυσικά και αυτό του οποίου αποδεχόταν την παράταση, καθώς αναγνωριζόταν το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων.

Επίσης θεωρήθηκε επιτυχία η μη αναφορά στην υποχρέωση επίτευξης του εξωπραγματικού πρωτογενούς πλεονάσματος που προέβλεπαν οι προηγούμενες συμφωνίες. Μάλιστα καθιερώθηκε και στα καθ΄ ημάς ο όρος του Κίσινγκερ περί ‘δημιουργικής ασάφειας’, γεγονός για το οποίο θριαμβολόγησαν, λες και κάτι είχαν επιτύχει, οι κυβερνητικοί, του Γιάνη συμπεριλαμβανομένου. Εννοείται ότι η ‘δημιουργική ασάφεια’ δεν εξάλειψε το πρόβλημα που η Ελλάδα ξανασυνάντησε μπροστά της.

Μια σειρά από άλλες θριαμβολογίες που περιλαμβάνονταν στο διάγγελμα του Αλέξη Τσίπρα, δεν είχαν καμία απολύτως βάση. Είπε τότε ότι

«Είναι μια συμφωνία που ακυρώνει στην πράξη τις δεσμεύσεις της προηγούμενης κυβέρνησης για περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, για απολύσεις εργαζομένων στο δημόσιο, για αυξήσεις στο ΦΠΑ στα τρόφιμα, στα φάρμακα και στις τουριστικές υποδομές.

Ακυρώνει στην πράξη τη λιτότητα και τους μηχανισμούς που την επιβάλλουν, όπως είναι τα εξωπραγματικά και υφεσιακά πρωτογενή πλεονάσματα.

Δημιουργεί το θεσμικό πλαίσιο για την εφαρμογή των αναγκαίων, προοδευτικών μεταρρυθμίσεων και αφορούν την πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, τη μεταρρύθμιση του κράτους, αλλά και την ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης, που αποτελεί πρώτιστο καθήκον…

Χθες λοιπόν κάναμε ένα αποφασιστικό βήμα, αφήνοντας πίσω μας τη λιτότητα, τα Μνημόνια και τη Τρόικα.»

Φυσικά, όλοι γνωρίζουμε ότι όχι μόνο δεν αφήσαμε τότε πίσω μας «τη λιτότητα, τα Μνημόνια και την Τρόικα» αλλά αντίθετα, στη συνέχεια τα βρήκαμε μπροστά μας με πολύ μεγάλη ένταση.

Ένα βασικό σημείο που πρέπει να υπογραμμιστεί εδώ είναι ότι τόσο ο τότε υπουργός οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης όσο και ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας εξήραν το γεγονός ότι η ‘μεγαλειώδης νίκη’ πραγματοποιήθηκε εντός των πλαισίων της ΕΕ. Δύσκολα μεν, αναίμακτα δε, καθώς στην Ευρώπη υπήρχαν ανεξίτηλες δημοκρατικές παραδόσεις.

Που σήμαινε ότι τα Eurogroups δεν ήταν κανένας «λάκκος λεόντων» αλλά μια συνάντηση πραγματικών κυρίων όπου πρυτάνευε η φωνή της λογικής και ότι τα πάντα μπορούσαν πλέον να διευθετούνται και να επιλύονται μέσω του «Ορθού Λόγου»–πράγμα που, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ήταν και η επιδίωξη του Γιάνη Βαρουφάκη, ο οποίος θεώρησε ότι ο στόχος του να επικρατεί η ‘δημοκρατία’, η ‘λογική’ και ο ‘ορθός λόγος’ στις σχέσεις εντός της ΕΕ είχε επιτευχθεί .

Οι πανηγυρισμοί της τότε κυβέρνησης ήταν ασυγκράτητοι. Ο Γιάνης δήλωσε στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε την ‘ιστορική απόφαση’:

«…αποδείξαμε ότι μπορούμε να διαπραγματευτούμε με καλή πίστη και να έχουμε ένα θετικό αποτέλεσμα. Καταφέραμε να συνδυάσουμε τη λογική και την ιδεολογία. Τον σεβασμό στους κανόνες και στη δημοκρατίαΤο Σαββατοκύριακο θα είναι ένα Σαββατοκύριακο δημιουργίας και χαράς ότι η Ελλάδα αφήνει το Μνημόνιο πίσω και γινόμαστε συνσυγγραφείς του καταλόγου των μεταρρυθμίσεων που θα εισάγουμεΗ Ελλάδα σήμερα, βγήκε από τη μοναχική απομόνωση στην οποία βρισκόταν τα τελευταία πέντε χρόνια των μνημονίων στο Eurogroup. Σήμερα, πετύχαμε, η Ελλάδα—μέσα από τη διαπραγματευτική της στρατηγική, επειδή διανοηθήκαμε τη ρήξη και είπαμε την αλήθεια, δεν χρησιμοποιήσαμε απειλές, δεν μπλοφάραμε—να δημιουργήσουμε ερείσματα εντός του Eurogroup, εντός της ΕΕ».

Ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας το πήγε ακόμη παραπέρα λέγοντας στο διάγγελμά του ότι η νίκη έχει μεγαλύτερη σημασία για την ίδια την ‘Ευρώπη’ από όσο για την Ελλάδα, διότι αυτή, χάρη σ’ εμάς, επανασυνδέθηκε με τον καλό και δημοκρατικό της χαρακτήρα:

«…αποδείξαμε ότι η Ευρώπη αποτελεί πεδίο διαπραγμάτευσης και αμοιβαία βιώσιμων συμβιβασμών και όχι πεδίο εξόντωσης, υποταγής και τυφλής τιμωρίας. Και υπό αυτή την έννοια, ίσως η χθεσινή ημέρα να είναι πιο σημαντική για την Ευρώπη από ότι είναι για την ίδια την Ελλάδα

Ενδιαφέρον έχει και η τοποθέτηση στις 26 Μαρτίου 2015  του προηγούμενου πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά για τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου. Ο Σαμαράς παρουσίασε το μη δημοσιευμένο μέχρι τότε κείμενο της συμφωνίας σε συνέντευξη τύπου επισημαίνοντας ότι σαφώς το Μνημόνιο δεν έχει λήξει αφού η σύμβαση με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) απλά έχει παραταθεί—πράγμα που επιβεβαίωσε και το ίδιο το EFSF με ανακοίνωσή του—και ότι το ίδιο είχε κάνει και η δική του κυβέρνηση παλιότερα παίρνοντας παράταση δύο μηνών. Τόσο η επικαιροποίηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ όσο και η επικαιροποίηση που είχε κάνει αυτός «συνδέονται άρρηκτα με το Μνημόνιο» είπε.

«Η Σύμβαση που υπέγραψε η παρούσα Κυβέρνηση είναι τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης. Για να πάρει, δηλαδή, παράταση τέσσερις επί πλέον μήνες… Όπως ακριβώς είχε κάνει και η δική μας Κυβέρνηση, τον περασμένο Δεκέμβριο, για να πάρει τότε δύο μήνες παράταση…η ορολογία, τότε και τώρα, είναι ταυτόσημη».

Η διαφορά βέβαια ήταν ότι ο Σαμαράς υπερασπιζόταν την πειθάρχηση στην ΕΕ και την ανάγκη των μνημονίων ενώ ο Τσίπρας είχε ακριβώς την αντίθετη θέση και λόγω αυτής είχε ψηφιστεί από τον Ελληνικό λαό εκπαραθυρώνοντας τη ΝΔ από την κυβερνητική εξουσία.

 


 

Τι επακολούθησε τη ‘μεγαλειώδη μας νίκη’ της 20ης Φεβρουαρίου του 2015 είναι πια γνωστό. Η βασικότερη όμως επίπτωση δεν ήταν η συνέχιση των μνημονίων από την κυβέρνηση Τσίπρα, τα οποία κάποτε με απύθμενο τυχοδιωκτισμό οι ίδιοι καταργούσαν «με ένα νόμο, ένα άρθρο». Ούτε το γεγονός ότι η Ελλάδα έκτοτε δεν έχει ορθοποδήσει και οι εργαζόμενοι είδαν τις συνθήκες εκμετάλλευσής τους να χειροτερεύουν ραγδαία μέσω της λεγόμενης ‘εσωτερικής υποτίμησης’ ενώ  η νεολαία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις συντάξεις των παππούδων, η υπογεννητικότητα λόγω της αδυναμίας να στηθούν σπιτικά  οδηγεί στην εθνική εξαφάνιση, κ.λπ., κ.λπ.

Το χειρότερο είναι ότι η ίδια η αριστερά, δια του ΣΥΡΙΖΑ, χρεοκόπησε στη συνείδηση του λαού την ιδέα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Με σημαντική την ευθύνη του λεγόμενου ‘Αριστερού Ρεύματος’ του ΣΥΡΙΖΑ που αντί να βγει και να φωνάξει «τι γίνεται εδώ;» αμέσως μετά το Eurogroup, αυτό προτίμησε τις ‘μάχες’ στα παρασκήνια αυτό-βαυκαλιζόμενο ότι θα καταλάβει τον ΣΥΡΙΖΑ στο μέλλον με κινήσεις θέσεων εν κρυπτώ. Αλλά βέβαια, χρόνο δεν είχε και δεν το αντιλαμβανόταν…

Το ρολόι άρχισε την αντίστροφη μέτρηση μετά τις 20 Φεβρουαρίου. Και με τη συνεχή έκτοτε απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ, που σήμερα πλέον έχει φτάσει στα όρια της πλήρους γελοιοποίησης—ενώ και τα απομεινάρια του πρώην ‘αριστερού ρεύματος’ δεν πάνε πίσω καθώς στοιχήθηκαν υπό τον Γιάνη—το τότε κυβερνητικό κόμμα πέτυχε να στερεώσει στη συνείδηση του μη πολιτικοποιημένου κόσμου την αντίληψη ότι «όλοι ίδιοι είναι», «άκρη δεν βγαίνει», κ.λπ., κ.λπ. Με την ισχυρή συνεπικουρία βέβαια του αυτιστικού κόμματος της άλλης ‘παραδοσιακής’ αριστεράς, του ΚΚΕ, που απαξιώνει την ενασχόληση με τη συγκυρία και την πραγματική πολιτική πάλη.

Όμως, ας αφήσουμε αυτό το θέμα…

Τι θα είχε συμβεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε υποχωρήσει στις πιέσεις—εντελώς μεταφυσική ερώτηση—και είχε επιδείξει χαρακτήρα στο Eurogroup; Τίποτα δεν είναι βέβαιο εκτός από το ότι η μάχη θα άξιζε τον κόπο και δεν θα είχε οδηγήσει στο βάλτωμα που έκτοτε διαλύει αργά αλλά σταθερά τη χώρα. Και όπως απέδειξε και το δημοψήφισμα, υπήρχαν οι λαϊκές εφεδρείες για μια μαχητική τακτική έστω και αν ο λαός δεν είχε προετοιμαστεί από την αριστερά για σύγκρουση.

 


 

Ο Γιάνης Βαρουφάκης έχει πει διάφορα κατά καιρούς, συχνά αντιφατικά, για τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου στην οποία πρωταγωνίστησε.

Για παράδειγμα, έντεκα μήνες μετά, σε συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά ο Γιάνης Βαρουφάκης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα έπρεπε να τηρήσει τις υποσχέσεις της και να οδηγήσει την χώρα σε πορεία έξω από τα μνημόνια, σύμφωνα με σχέδια που ήδη υπήρχαν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι έπρεπε να είχαμε επιμείνει προς αυτή την εκδοχή. Εννοείται ότι ο Γιάνης δεν εξηγεί πώς η ύπαρξη αυτών των μυστηριωδών σχεδίων, που τα βαφτίζει με το γράμμα Χ, συμβαδίζει με τις προηγούμενες επίμονες δηλώσεις του (βλ. παρακάτω) ότι τέτοια σχέδια—plan B—δεν υπήρχαν.

Δύο χρόνια μετά όμως στο βιβλίο του «Ανίκητοι Ηττημένοι: Η Μάχη μου με το Βαθύ Κατεστημένο της Ευρώπης» συνεχίζει να παρουσιάζει την απόφαση του Eurogroup με διθυράμβους, ως μία μεγάλη επιτυχία της τότε κυβέρνησης και της διαπραγματευτικής της στρατηγικής, φέρνοντας ως απόδειξη το ότι δεν υπήρχε σαφής αναφορά στα πρωτογενή πλεονάσματα. Ήταν ο θρίαμβος της «δημιουργικής ασάφειας».

 


 

Στη συνέχεια αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο γραμμένο μετά το πρώτο από τα τρία επίμαχα Eurogroups, αυτό της 11ης Φεβρουαρίου 2015, και πριν το δεύτερο (16 Φεβρουαρίου). Το άρθρο αυτό είχε αναρτηθεί στο κλειστό πλέον «Αριστερό Βήμα» καθώς και στο International Press Correspondence (Inprecor).

Όμως, για να μπούμε στο νόημα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας απαιτούνται κάποια στοιχεία.

Πριν το Eurogroup o Γ. Βαρουφάκης είχε πλέξει το εγκώμιο του ‘βαθέως κατεστημένου’ της Ευρώπης: σε συνέντευξή του στο περιοδικό Stern. Μιλώντας για τους Γερμανούς, δήλωσε πως «είναι καλύτεροι Ευρωπαίοι, καλύτεροι από τους Γάλλους, καλύτεροι και από εμάς τους Έλληνες». Αναφερόμενος στη Γερμανίδα καγκελάριο, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έκανε λόγο για «την πιο έξυπνη πολιτικό στην Ευρώπη» συμπληρώνοντας «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία». Σε ό,τι αφορά το Γερμανό ομόλογό του, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο κ. Βαρουφάκης δήλωσε: «Είναι πιθανώς ο μόνος Ευρωπαίος πολιτικός με πνευματική υπόσταση και είναι δεσμευμένος Ευρωπαίος και ριζωμένος φεντεραλιστής».

Όσο αφορά τη συγκεκριμένη διαπραγματευτική τακτική κατά τα Eurogroups, o τότε υπουργός Οικονομικών, όταν ρωτήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 2015 «Πως θα αρθούν οι πιέσεις» αρκέστηκε να απαντήσει «μέσα από τον ορθό λόγο που δημιούργησε η Ευρώπη» [η υπογράμμιση δική του]. Δηλαδή, η ΕΕ θα υποχωρούσε στα αιτήματα της Ελλάδας, επειδή αυτά ήταν …«δίκαια», «λογικά», κ.λπ.(!) και δεν ήταν νοητό η Ευρώπη του ορθολογισμού να μην τα λάβει υπόψη της. Έτσι, σύμφωνα με την η αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ, τελικά η συμφωνία ήταν βέβαιη και αναπόφευκτη, έστω και με υποχωρήσεις, αφού η λύση θα πήγαζε από τον ήδη επικρατούντα…ορθό λόγο.

Ο παραλογισμός αυτής της διαπραγματευτικής λογικής υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο αν θυμηθούμε ότι στις 16 Φεβρουαρίου ο Γ. Βαρουφάκης επανήλθε με την απαίτηση προσαρμογής της Ευρώπης: «Η Ευρώπη πρέπει να προσαρμοστεί στο γεγονός πως η Ελλάδα αμφισβητεί ένα πρόγραμμα, το οποίο απέτυχε». Σύμφωνοι, αλλά αν η Ευρώπη δεν «προσαρμοστεί», τι προτείνει ο κ. Βαρουφάκης; Μα, τις αρχές της …δημοκρατίας απάντησε:

«Η Δημοκρατία λέει να υπάρξει ένας συγκερασμός αντιτιθέμενων απόψεων. Δεν μπορούμε να λέμε ότι αυτό είναι και τέλος. Η ιστορία της ΕΕ έχει αποδείξει πως τα τελεσίγραφα δεν αποτελούν λύση».

Εδώ προφανώς ο Γ. Βαρουφάκης εμφανίζεται δέσμιος ιδεαλιστικών ιδεοληψιών («οι αρχές της δημοκρατίας επιτάσσουν κ.λπ.»). Αλλά η εγκατάλειψη βασικών αρχών που οφείλουν να τηρούνται κατά τις διαπραγματεύσεις στη συνέχεια χτυπά κόκκινο. Διότι, αμέσως μετά, ο τότε υπουργός Οικονομικών, που όπως ο ίδιος λέει είναι και γνώστης της Θεωρίας Παιγνίων, προσέθεσε:

«Δεν μπλοφάρουμε, λέμε ότι θέλουμε τίμια συμφωνία και κοινά σημεία επαφής. Είναι η μόνη επιλογή που έχουμε. Είναι το σχέδιο Α μας. Δεν έχουμε σχέδιο Β».

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των διαπραγματεύσεων ήταν οι ενδυματολογικές εκκεντρικότητες που τράβηξαν την προσοχή των δημοσιογράφων, οι οποίοι στο μεγαλύτερο μέρος των ρεπορτάζ τους ασχολούνταν με τα κασκόλ και τα πουκάμισα του Γιάνη, αλλά και με την ανταπόκριση της κατά 5 έτη γηραιότερης κας Κριστίν Λαγκάρντ στους ενδυματολογικούς πειραματισμούς του Έλληνα υπουργού Οικονομικών, καθώς αυτή, καταγοητευμένη από τον Γιάνη, φόρεσε με τη σειρά της πέτσινα. Ο τίτλος του τότε άρθρου, που ακολουθεί, αντανακλά αυτή την κωμική πλευρά της, κατά τα άλλα, τραγικής ιστορίας.

 


Σκηνή από το Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου 2015

 

Μπότες, Σπιρούνια και Καυτές Διαπραγματεύσεις ή Σε Ποιο Ακριβώς Σημείο Βρισκόμαστε στη Διαπραγμάτευση με την ΕΕ;

Οπωσδήποτε αποτελεί πρωτοτυπία η δήλωση του παρουσιαζόμενου από τα ΜΜΕ “σκληρού” διαπραγματευτή, Γ. Βαρουφάκη, μετά το χθεσινό Eurogroup: «Δεν έχω αμφιβολία ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν και ότι θα υπάρξει συμφωνία που θα είναι θεραπευτική για την Ελλάδα και καλή για την Ευρωζώνη».

Διότι, αν ο συζητητής σου δε συζητά αλλά εκβιάζει, τότε εσύ, πέρα από τον “ορθό λόγο” του Καντ, οφείλεις να διαθέτεις και υλικά επιχειρήματα, αν τουλάχιστον εννοείς στα σοβαρά ότι θες να διαπραγματευτείς. Και σε μια τέτοια περίπτωση, όταν σε εκβιάζουν και εσύ τους διαβεβαιώνεις ότι τελικά θα συμφωνήσεις, μάλλον το μόνο που ‘διαπραγματεύεσαι’ είναι, όπως λέει και ο Γ. Βαρουφάκης, “τη φρασεολογία που χρειάζεται για κοινό έδαφος“, δηλαδή πώς τα τετελεσμένα που σου παρουσιάζουν θα τα πλασάρεις στο λαό που κυβερνάς.

Μήπως είμαστε υπερβολικοί την ώρα που η Ελληνική Κυβέρνηση ‘ιδρώνει την Ελληνική φανέλα’; Μήπως τελικά ο Γ. Βαρουφάκης διαθέτει κάποια κρυφά διαπραγματευτικά ατού που θα ρίξει στο τραπέζι ώστε να αποφύγει την πλήρη παράδοση; Το Eurogroup ζητά από την Ελληνική Κυβέρνηση να υπογράψει την παράταση του υπάρχοντος προγράμματος. Ανοιχτά και καθαρά. Τι λέει όμως ο Γ. Βαρουφάκης για το επίδικο; «Ζητούμε μια διατύπωση που θα επιτρέψει να συνεχίσουμε την αναζήτηση κοινού εδάφους». Και όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο αν διαθέτει όπλα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ή μπλοφάρει, απάντησε: «..δεν μπλοφάρουμε λέμε ότι θέλουμε τίμια συμφωνία και κοινά σημεία επαφής. Είναι η μόνη επιλογή που έχουμε. Είναι το σχέδιο Α μας. Δεν έχουμε σχέδιο Β.» Για να συμπληρώσει πως «Θα παραμείνουμε στο ευρώ. Είμαστε μια φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση που απλώς θέλει να αλλάξει πρόγραμμα».

Αν, όπως λέει η Ελληνική Κυβέρνηση, στο Eurogroup βρέθηκε προ εκβιαστικού τελεσιγράφου, τότε η σηματοδότηση με κάθε τρόπο της θέλησής της να υπογράψει και ο τονισμός της έλλειψης από την πλευρά της οποιουδήποτε άλλου σχεδίου, συνιστούν κατά τη γνώμη σας διαπραγματευτική τακτική; Ή μήπως θυμίζουν εκείνον τον αλήστου μνήμης υπόδικο προκάτοχο του κ. Βαρουφάκη, τον Γ. Παπακωνσταντίνου, που όταν ‘διαπραγματευόταν’ το πρώτο μνημόνιο διακήρυσσε σε όλους τους τόνους ότι η Ελλάδα δε διαθέτει άλλη διέξοδο από αυτό, παρομοιάζοντας την περίπτωσή της με τον “Τιτανικό“;

Ας δούμε όμως πού έχουμε βρεθεί μέσα σε λίγες μέρες διαπραγματεύσεων.

Μετά τις αρχικές θριαμβολογίες ότι στις 25 Ιανουαρίου το μνημόνιο πέρασε στην ιστορία και αλλάξαμε σελίδα, είχαμε τις προγραμματικές και την επακόλουθη εξειδίκευσή τους, όπου διάφορα ανακουφιστικά μέτρα μετακινήθηκαν χρονικά στο απώτερο μέλλον ( και όλοι το γνωρίζουμε ότι στην Ελλάδα η μετακίνηση ενός μέτρου κατά ένα χρόνο αποτελεί μετακίνηση στο απώτερο μέλλον). Πήγαμε στο Eurogroup με υποτιθέμενες κόκκινες γραμμές, που μάλλον αφορούσαν δυο-τρία άμεσα ανακουφιστικά μέτρα. ΟΚ, μας είπαν, αλλά υπάρχει πρόγραμμα, τα μνημόνια. Πείτε μας πού θα βρείτε τα λεφτά για τα δυο-τρία ανακουφιστικά μέτρα. Αντί να τους πούμε ότι σταματάμε την πληρωμή τοκοχρεολυσίων και από εκεί θα βρούμε τα λεφτά, τους διαβεβαιώσαμε ότι το χρέος θα πληρωθεί στο ακέραιο και ζητήσαμε απλά ο παρανοϊκός όρος για πρωτογενές πλεόνασμα 4,5%, από όπου ικανοποιούνται οι πιστωτές, να γίνει 1,5% (ενώ ταυτόχρονα υπαινιχτήκαμε ότι και ένα 3% θα γινόταν αποδεκτό). Και όλα αυτά ενώ δεν υπάρχει ανεξάρτητος (από τους μηχανισμούς της ΕΕ) οικονομολόγος που να δέχεται ότι ο όρος αυτός έχει νόημα, πέρα από τα μπακαλίστικα της ποσόστωσης.

Χτες το απόγευμα ο Μοσκοβισί παρουσίασε στην Ελληνική αντιπροσωπεία ένα «καταπληκτικό» (κατά Βαρουφάκη) κείμενο, αλλά «δυστυχώς αυτό το καταπληκτικό κείμενο αποσύρθηκε». Εκτός από το κωμικοτραγικό του καψονιού στο οποίο υποβάλλονται, ας δούμε καλύτερα τι προέβλεπε το καταπληκτικό κείμενο που, κατά δήλωσή του κ. Βαρουφάκη, θα ήσαν «περισσότερο από ευτυχείς να υπογράψουν» οι στιβαροί Έλληνες διαπραγματευτές, «ακόμα και κάποια [χειρότερη] εκδοχή του». Το κείμενο αυτό προέβλεπε τετράμηνο «μορατόριουμ». Αυτό θα σήμαινε ότι δεν θα υπάρξει ούτε «συμφωνία-γέφυρα», ούτε επέκταση του τρέχοντος προγράμματος. Δεν θα ακυρωθούν – για διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων μηνών – ούτε τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί, δεν θα υπάρξουν νέα μέτρα και δεσμεύσεις και, για την ίδια χρονική περίοδο, θα ‘παγώσουν’ και οι εξαγγελίες της ελληνικής κυβέρνησης. Με απλά λόγια, για τέσσερις μήνες δε θα πειραζόταν ούτε τρίχα από τις μνημονιακές συμφωνίες και δε θα εφαρμοζόταν ούτε τρίχα από τις εξαγγελίες της Ελληνικής Κυβέρνησης. Και αυτά όλα με το ‘καλημέρα’, ακριβώς κατά την περίοδο που η Ελληνική Κυβέρνηση χαίρει της μεγάλης εκτίμησης του Ελληνικού λαού και έχει το περιθώριο να πάρει πρωτοβουλίες και να επιβάλει τετελεσμένα (“στα βράση κολλάει το σίδερο” λέει η παροιμία). Το «καταπληκτικό» κείμενο του Μοσκοβισί ήταν μια καταπληκτική συνταγή για να χάσει τη φερεγγυότητά του ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον Ελληνικό λαό…

Αλλά, ούτε και αυτό το μνημονιακό “μορατόριουμ” έγινε τελικά δεκτό από το “ιμπέριουμ” (μοδάτα τα λατινικά) και η απαίτηση είναι το “ναι σε όλα“. Φαίνεται τελικά ότι η σημειολογία των λέξεων αποτελεί το διακύβευμα της διαπραγμάτευσης και η απαίτηση της υπογραφής για την παράταση του μνημονιακού προγράμματος, παρόλο που η παράταση είχε ήδη γίνει ουσιαστικά δεχτή (αυτό προέβλεπε το “καταπληκτικό” κείμενο), είναι ισχυρότερη από την ίδια την παράταση. Θυμίζει λίγο αυτό τις ιστορικές “δηλώσεις μετανοίας” που ζητούνταν από τους αριστερούς να υπογράφουν, προκειμένου αυτοί να δυσφημιστούν στο περιβάλλον τους. Εν προκειμένω, αυτό που ζητείται από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να “υπογράψει” ώστε να χάσει το κύρος του, που πρόσφατα έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Αυτό είναι το ζητούμενο από τους ηγεμόνες και όχι η παράταση του μνημονίου, που ήδη τους έχει δοθεί.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εννοεί τις διαπραγματεύσεις ως το θέατρο που παρακολουθούμε αυτές τις μέρες, όπου οι ενδυματολογικές προτιμήσεις των διαπραγματευτών αποτελούν το κύριο θέμα προσέλκυσης του φιλοθεάμονος κοινού, τότε ας γνωρίζει ότι το περιθώριο που του έχει δώσει η Ελληνική κοινωνία είναι εξαιρετικά μικρό. Διότι η φρίκη δεν εξορκίζεται με λέξεις, “γιατί είναι ζωντανή γιατί είναι αμίλητη και προχωράει“.

ΣΗΜ: Όλα τα εισαγωγικά είναι από τη χθεσινή συνέντευξη τύπου του Γ. Βαρουφάκη. Οι πληροφορίες στηρίζονται στο ρεπορτάζ του εξαιρετικά φιλικού προς τον Γ. Βαρουφάκη TVXS.

 

 

1 Οι αντιλήψεις του Γιάνη Βαρουφάκη ήταν υπέρ της εμβάθυνσης της ‘Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης’ και μάλιστα κατά ακραίο τρόπο. Αναφέρομαι αναλυτικά σε αυτές σε ένα άρθρο του 2012 («Γ. Βαρουφάκης: Μνημονιακότερος των Μνημονιακών;») που είχε δημοσιευτεί στο Αριστερό Βήμα και αναδημοσιευτεί στο Ίσκρα. Η πρώτη ανάρτηση δεν έχει αρχειοθετηθεί ενώ η δεύτερη δυστυχώς βρίθει υπογραμμίσεων που δεν τις έχω κάνει εγώ. Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε το 2015 στο Αριστερό Βήμα με μία εισαγωγή, επειδή ήταν επεξηγηματικό του παρόντος άρθρου για τις διαπραγματεύσεις στο Eurogroup, καθώς έπιανε αναλυτικά και επί της ουσίας τις απόψεις του βασικού διαπραγματευτή μας, που επίσης είχε αναλάβει και το υπουργείο Οικονομικών. Δυστυχώς η αναδημοσίευση επίσης δεν έχει αρχειοθετηθεί, αλλά την εισαγωγή (όπως και παραπομπή στην αρχειοθετημένη ανάρτηση της Ίσκρα) μπορεί ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης να βρει εδώ.

 

Ένα σύγχρονο πολιτικό πρόγραμμα είναι αναγκαίο απέναντι στο σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα

Το «τέλος» των μνημονίων εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς που σε τίποτα δεν θυμίζει την κοινωνική και εργασιακή πραγματικότητα πριν από την κρίση. Όχι μόνο δεν επιστρέψαμε στα προ του 2008 τοπία αλλά σε συνδυασμό και με τον ακραίο πληθωρισμό που πυροδότησε η πανδημία οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα βυθίζονται όλο και περισσότερο στον πάτο.  Σύμφωνα με τα γνωστά πλέον στοιχεία από την έρευνα της Eurostat, η Ελλάδα όχι μόνο δεν επανέρχεται στα προ- κρίσης επίπεδα αντίθετα κατρακυλάει στον πάτο τον χωρών της ΕΕ -3η από το τέλος- όσον αφορά την αγοραστική δύναμη που έχει ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα.

Που οφείλεται όμως αυτή η κατάσταση αφού βγήκαμε από τα μνημόνια και η ανεργία έχει υποχωρήσει κάτω από το 10%; Γιατί δεν επιστρέφουμε σε μια προμνημονιακή κανονικότητα;

  • Πολύ υψηλός πληθωρισμός στα τρόφιμα που καθιστά την επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ εφιάλτη εν απουσία και δικτύων προστασίας του καταναλωτή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι τιμές έχουν αυξηθεί 47% σε σχέση με το 2020. Η αύξηση αυτή πυροδοτήθηκε σε σημαντικό βαθμό από την κούρσα του δυτικού κόσμου ΗΠΑ και ΕΕ να βγουν μπροστά από τους υπόλοιπους την περίοδο της πανδημίας τυπώνοντας τεράστιες ποσότητες χρήματος από τις κεντρικές τους τράπεζες- «φωτοτυπίες δολαρίων και ευρώ» που θα στήριζαν αγορές εμβολίων, επάρκεια τροφίμων και εφοδιαστικών αλυσίδων και το σύμφωνο σταθερότητας στις καλένδες όταν απειλήθηκε ο σκληρός- πυρήνας την ΕΕ.
  • Εκτίναξη του κόστους στέγης. Από το 2015 έως το 2023, οι τιμές πώλησης των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 48% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη Eurostat. Στη χώρα μας οι τιμές πώλησης των κατοικιών αυξήθηκαν από το 2017 έως το 2024 κατά 88% στην Αττική και κατά 69,2% πανελλαδικά. Φυσικά στην Ελλάδα η αύξηση αυτή οδηγείται από τον κατακλυσμό της αγοράς νέων ιδιοκτητών κινέζων, ισραηλινών, λιβανέζων, κλππου τα τελευταία χρόνια συστηματικά τοποθετούν μεγάλες ποσότητες κεφαλαίων στην αγορά κατοικίας κυρίως στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας.
  • Αύξηση των λογαριασμών ρεύματος. Σχεδόν διπλασιασμός των τιμών σε σχέση με το 2018. Εδώ τεράστιο ρόλο παίζει η εγκαθίδρυση του target model που νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και καθορίζει τις τιμές πώλησης ρεύματος ανάλογα με το καύσιμο που έχει χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή τους και η εγκληματική πολιτική της βίαιης απολιγνιτοποίησης χωρίς κανένα μακροπρόθεσμο σχέδιο απλά και μόνο κατ’ επιταγή της ΕΕ και για να γίνει η χώρας μας για άλλη μια φορά καλός πελάτης των εταιριών κατασκευής φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών και φυσικά ηλεκτρικών αυτοκινήτων κεντρικο- ευρωπαικής προέλευσης. Άλλη μια φορά αποδείχτηκε περίτρανα ότι η απελευθέρωση του μονοπωλίου στην παραγωγή και προμήθεια ρεύματος όχι μόνο δεν έριξε τις τιμές αλλά έγινε προκειμένου να στηριχθούν τα κέρδη των ιδιωτών παρόχων που «τυγχάνουν» και κατασκευαστές δημοσίων έργων, εργοστασιάρχες, πετρελαιάρχες και φυσικά εκδότες και καναλάρχες. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία της ΔΕΗ παραμένει δημόσια- και δεν έχει πλήρως ιδιωτικοποιηθεί- φαίνεται να γίνεται προκειμένου με κρατικές πολιτικές να εξασφαλίζονται τα συμφέροντα των παρόχων μέχρι να ενηλικιωθεί το σύστημα απομύζησης του λαού και να μπορεί να περπατήσει μόνο του. Τότε θα μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί και η ΔΕΗ 100% τάχα για την αποπληρωμή μιας ακόμα δόσης χρέους.
  • Υποβάθμιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας. Από την βρεφική ηλικία μέχρι την ανώτατη εκπαίδευση, τα χιλιάδες κενά, οι ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή, οι κακοπληρωμένοι εκπαιδευτικοί, οδηγούν γονείς και παιδιά στην ιδιωτική εκπαίδευση. Αυτό δεν γίνεται πάντα στην αναζήτηση του «καλύτερου για τα παιδιά μου» αλλά προκειμένου να πληρείται ένα μίνιμουμ συνθηκών (πρόγραμμα, ωράριο, φύλαξη) που να επιτρέπει στους γονείς να δουλεύουν 9-5 για να ανταποκριθούν στα υπόλοιπα καθήκοντα τους. Ειδικά για την τριτοβάθμια εκπαίδευση όλο και λιγότερες οικογένειες μπορούν πλέον να ανταποκριθούν και να στείλουν τα παιδιά τους στην επαρχία και να πληρώνουν ένα ακόμα ενοίκιο για όσο διαρκούν οι σπουδές τους. Παράλληλα, ολοκληρώνεται σε μεγάλο βαθμό η αναδιάρθρωση -με την θεσμική πλέον κατοχύρωση των ιδιωτικών πανεπιστημίων στην πραγματικότητα ιδιωτικών ΙΕΚ που όμως θα προσφέρουν ισότιμα πτυχία με τα υποβαθμισμένα δημόσια- οδηγώντας σε μια κατάσταση συνολικής υποβάθμισης του «ντόπιου» εκπαιδευτικού συστήματος. Έτσι τα «μεσαία στρώματα(;)» δεν θα χάνουν χρόνο με πανελλήνιες, μηχανογραφικά κλπ. και θα στέλνουν κατευθείαν τα παιδιά τους στην και ελληνική τριτοβάθμια ιδιωτική εκπαίδευση ενώ οι «πλούσιοι», γόνοι κλπ. ούτως ή άλλως σπουδάζουν στα πανεπιστήμια της Δύσης.
  • Υποβάθμιση/ εμπορευματοποίηση της υγείας. Η διάλυση της δημόσιας υγείας που αναδείχτηκε με κραυγαλέο τρόπο την περίοδο της πανδημίας «χαρίζοντας» στην χώρα μας την μια αρνητική πρωτιά μετά την άλλη σε θανάτους ανά κατοίκους παρά την παροιμιώδη υπομονή και υπακοή του λαού στα περιοριστικά μέτρα την περίοδο του lock down, το κλείσιμο (λέγε με συνένωση) νοσοκομείων/ τμημάτων, η ιδιωτικοποίηση εντός των δημόσιων κλινικών, το «μεγάλο κόλπο» με τους επικουρικούς γιατρούς, οι τεράστιες ελλείψεις σε νοσηλευτικό προσωπικό, οι πολύ χαμηλοί μισθοί σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, τα εξαντλητικά ωράρια, το απαρχαιωμένο σύστημα διασύνδεσης και διοίκησης, η απουσία δομών πρωτοβάθμιας περίθαλψης αλλά και η φυγή προς τον «ιδιωτικό τομέα» μεγάλου μέρους του έμπειρου ιατρικού/ νοσηλευτικού προσωπικού- που σπούδασε και εκπαιδεύτηκε με δημόσιο χρήμα- σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών επιβαρύνουν και το κόστος διαβίωσης- επιβίωσης του λαού ακόμα περαιτέρω. Όλο και περισσότεροι στρέφονται στα ιδιωτικά πακέτα ασφάλισης τους οποίους τον πλασιέ κάνει με τεράστια επιτυχία ο Μητσοτάκης με τον Άδωνη τα τελευταία χρόνια.
  • Χαμηλοί μισθοί παρά την πτώση του ποσοστού της ανεργίας. Στον καπιταλισμό, η αύξηση των ανέργων οδηγεί σχεδόν αυτόματα σε μείωση των μισθών και δικαιωμάτων όσων εργάζονται, η μείωση των ανέργων όμως δεν οδηγεί σε αύξηση των μισθών των εργαζομένων. Η αντίθεση είναι γνωστή από παλιά, όμως στην Ελλάδα υπάρχει και το επιβαρυμένο παρελθόν της παραγωγικής από- συγκρότησης της χώρας, ο μεταπρατικός χαρακτήρας της οικονομίας, η διάλυση της κτηνοτροφικής/ γεωργικής παραγωγής, της μεσαίας βιοτεχνίας και της βιομηχανίας κατ’ απαίτηση της ΕΕ είτε με το μοντέλο τον κρατικοποιήσεων, είτε των ιδιωτικοποιήσεων εσχάτως. Η μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα υπηρεσιών και τουρισμού δημιουργούν μια αγορά εργασίας χαμηλής προστιθέμενης αξίας, μη ανταγωνιστικής λόγω και ενιαίου νομίσματος και ακριβή στην λειτουργία λόγω κόστους ενέργειας και καυσίμων. Ενώ οι συνθήκες εργασίας εντατικοποιούνται τα ουσιαστικά μέτρα ασφαλείας διαρκώς περιστέλλονται με αποτέλεσμα την ραγδαία αύξηση θανατηφόρων- και μη- εργατικών ατυχημάτων.
  • Η Ελλάδα είναι αιχμάλωτη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Το βάθεμα της εξάρτησης από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που υλοποιείται συστηματικά τα τελευταία πολλά χρόνια αλλά που κατά καιρούς παρουσιάζει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά έχει περάσει σήμερα σε μια νέα φάση. Ήδη από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με την συμφωνία των Πρεσπών, μέχρι την κυβέρνηση Μητσοτάκη με την πρόσδεση στο άρμα του ΝΑΤΟ σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αποστολή ελληνικών οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία, το άνοιγμα της βάσης στην Αλεξανδρούπολη σαν βασικό σημείου τροφοδότησης του πολέμου με αμερικάνικο υλικό, τη στάση σχετικά με την γενοκτονία στην Γάζα και τον Λίβανο, την αποστολή φρεγάτας στην Υεμένης όλα τα παραπάνω αποτελούν μια ποιοτική αναβάθμιση και φυσικά δεν είναι άσχετα με την στάση που παίρνει συνολικά και η ΕΕ. Επιπλέον, η κοινή γνώμη προετοιμάζεται εδώ και καιρό με δηλώσεις παραγόντων και «σοφών» για λύσεις στα ελληνοτουρκικά σε βάρος των συμφερόντων του ελληνικού λαού. Σε μια εποχή που ο κόσμος κινείται ταχύτερα προς την κατεύθυνση ενός πολυπολικού κόσμου που- χωρίς να αμφισβητείται η παγκοσμιοποίηση- και άλλες χώρες διεκδικούν χώρο στο διεθνή καταμερισμό, η εξωτερική πολιτική της χώρας μοιάζει πιο μονοδιάστατη και δεδομένη από ποτέ.

Αν περιγράφαμε συνοπτικά την παραπάνω κατάσταση σαν το σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα ποια θα μπορούσε να είναι μια πολιτική απάντηση σε αυτό και ποιες θα ήταν εκείνες οι δυνάμεις ταξικά και πολιτικά που θα μπορούσαν να το πραγματώσουν;

Μιλώντας πιο γενικά απαιτείται μια κεντρική γραμμή, ένα συνεκτικό νήμα, που να ενώσει πολιτικά και κοινωνικά τους εργαζόμενους και τον λαό πάνω σε ένα σύγχρονο πολιτικό πρόγραμμα ανατροπής του κοινωνικού προβλήματος. Αναζητείται εκείνη η κατεύθυνση που θα ενώσει τους μικρούς και μεγάλους αγώνες σε τροχιά αλλαγής του συσχετισμού δύναμής. Τα παραπάνω αποτελούν το εκρηκτικό μείγμα ξεσπασμάτων και ρωγμών. Μια συνολική πολιτική τοποθέτηση για το πώς προετοιμάζεσαι και τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις στο να υπάρξουν ξεσπάσματα επιταχύνοντας τον χρόνο είναι αναγκαία. Ποιο είναι εκείνο το ποιοτικό βήμα που όταν συντελεστεί θα τροποποιήσει γοργά τον συσχετισμό δύναμης προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας; Ποιος είναι ο αποφασιστικός στόχος; Αλλά βασικά ποιος ή ποιοι είναι διατεθειμένοι να ανοίξουν τον δρόμο περπατώντας σε αυτήν την κατεύθυνση;

Απαιτείται μια βασική εκτίμηση για το πως θα κινηθεί ο αντίπαλος-η αστική τάξη, η κυβέρνηση, οι κοινωνικοί της σύμμαχοι, τα υπόλοιπα κόμματα και ο διεθνής παράγοντας την επόμενη περίοδο καθώς και η αναζήτηση του μηχανισμού με τον οποίο εξασφαλίζεται συναίνεση από τα φτωχά και υπό φτωχοποίηση λαϊκά στρώματα.

Μετά την- με πάταγο- εξαΰλωση του χώρου που κάλυψε επί σχεδόν μια 10ετία ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγούμαστε σε ένα ιδιότυπο πολιτικό σύστημα με χαρακτηριστικά διπολισμού χωρίς όμως την παλιά πυγμή και ποσοστά.

  • Η ΝΔ φαίνεται να μπορεί να κινηθεί εκλογικά από 20-30% όντας ο βασικός πόλος του συστήματος και ο κύριος εκφραστής της αστικής τάξης της χώρας. Κοινωνικά έχει τριγμούς λόγω της εκτίναξης του κόστους διαβίωσης και πολιτικά έχει τριγμούς από τα δεξιάς της με τα πολλά ακροδεξιά κόμματα και κομματίδια που έχουν δημιουργηθεί, όμως ακόμα ελέγχει το παιχνίδι γιατί εν απουσία μιας «ισχυρής προσωπικότητας» ο χώρος της ακροδεξιάς ή «Νέας Δεξιάς» είναι διασπασμένος και ο κάθε σχηματισμός φιλοδοξεί να εκφράσει ένα μικρό κομμάτι της κοινωνίας παρά έναν «δεξιό ριζοσπαστικό αντι-συστημισμό». Όσο η ΝΔ και ο Μητσοτάκης συνομιλεί προνομιακά και εκφράζει εκλογικά αυτό που λέγεται «κέντρο» φαίνεται ότι μπορεί να κυριαρχήσει στο παιχνίδι εξουσίας μόνος- είτε με μικρότερους συμμάχους που όμως δεν θα επηρεάσουν καθόλου το «μίγμα πολιτικής». Αν η διαγραφή Σαμαρά αποτελέσει πυροκροτητή ευρύτερων ανασχηματισμών στα δεξιά της ΝΔ αυτό μένει να φανεί σε συνδυασμό και με την στροφή που συντελείται σε ευρωατλαντικό επίπεδο με την εκλογή Τραμπ και την άνοδο της νέας εκδοχής της δεξιάς σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κλπ.
  • Το ΠΑΣΟΚ ελλείψει αντιπάλου θα προσπαθήσει και αυτό να συνομιλήσει με το «κέντρο» και να επαναπατρίσει ψηφοφόρους που έχασε την τελευταία 10 ετία. Πιθανά θα ενσωματώσει βουλευτές που θα μείνουν ορφανοί από την διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ο χώρος τον οποίο το σύστημα Μητσοτάκη έχει επιλέξει να βάλει στο κάδρο σαν τον βασικό του αντίπαλο γιατί ξέρει ότι μπορεί να συμπορευθεί μαζί του σε όλες τις στραβές που μπορεί να τύχουν.
  • Η Ακροδεξιά με τα διάφορα κόμματα της αθροίζει ένα διόλου αμελητέο ποσοστό κοντά στο 15%. Για πρώτη φορά το άθροισμα δεξιάς- ακροδεξιάς είναι περισσότερο από 50%. Αν θα καταφέρει να καβαλήσει το κύμα της νέας πραγματικότητας που δημιουργείται σε ευρωατλαντικό επίπεδο με την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ αλλά και την άνοδο της νέας δεξιάς σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία κλπ. και να εκφράσει τους «ριγμένους της παγκοσμιοποίησης» αλλά γκρέκα μένει να φανεί. Η άλλη εκδοχή της, η ναζιστική και εγκληματική άκρα δεξιά, φαίνεται να έχει ακόμα ερείσματα κυρίως στην νεολαία και ακόμα και μέσα από την φυλακή οι πρώην της αρχηγοί της Χρυσής Αυγής φαίνεται να επηρεάζουν ένα δυναμικό.
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την ξεφτίλα που ακολούθησε η εκλογή Κασελλάκη οδηγείται και στην τυπική διάλυση. Τρία κόμματα έχουν ήδη προκύψει σαν θραύσματα της διάλυσης τα οποία θα κινούνται στο όριο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης εκλιπαρώντας για μια ψήφο στις όποιες εκλογές. Ο κόσμος που εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετακινηθεί είτε προς το ΠΑΣΟΚ είτε το ΚΚΕ εκλογικά αλλά βασικά έχει ήδη αναδιπλωθεί καθώς οι συνθήκες που γέννησαν την εκρηκτική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ έχουν πλέον τροποποιηθεί.
  • Το ΚΚΕ είναι το άγαλμα της πολιτικής ζωής- δεν απειλεί και δεν απειλείται. Αρκείται σε έναν γενικό αντικαπιταλιστικό λόγο με μπόλικες «αντεπιθέσεις» και «ξεσηκωμούς» που όμως δεν έρχονται, ενώ από τον λόγο του απουσιάζει οποιαδήποτε πολιτική αιχμή όταν ζητήματα που είναι τάχατης «ταυτοτικά» για το ΚΚΕ τέθηκαν στην ημερήσια διάταξη (ευρωμονόδρομος, πόλεμος, λιτότητα). Η εκλογική άνοδος του κόμματος, του ΠΑΜΕ, της ΠΚΣ και όλων των πλατιών σχημάτων που ελέγχει δεν έχουν οδηγήσει σε ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση των αγώνων, με αποκορύφωμα την νηνεμία στα ΑΕΙ σχετικά με την γενοκτονία στην Γάζα. Το ποιοτικό στοιχείο εδώ έχει να κάνει με την ολοκλήρωση της μετάλλαξης σε ένα «αντικαπιταλιστικό» κόμμα καθώς έχει εξαφανιστεί το καθήκον της πάλης με τον ιμπεριαλισμό από τον λόγο και την δράση του κόμματος αλλά και η ανάλυση για την θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο η οποία μάλλον είναι μια ιμπεριαλιστική χώρα. Το ΚΚΕ αναμένεται να κρατήσει ένα σταθερό ποσοστό το οποίο θα αυξάνεται τις ήρεμες μέρες και θα συρρικνώνεται όταν υπάρχει κοινωνική αναταραχή.
  • Το ΜΕΡΑ25 και οι υπόλοιποι σχηματισμοί της ριζοσπαστικής αριστεράς αδυνατούν να απαντήσουν και να ανταποκριθούν στο καθήκον της οργάνωσης του λαού, της πολιτικής έκφρασης των διεκδικήσεων του και της αποτελεσματικής πάλης του. Ξαναζούμε την χρεοκοπία των «λύσεων» που προτάθηκαν στον κόσμο της αριστεράς και ζούμε την αρνητική πλευρά αυτής της χρεοκοπίας όπου περισσεύει η απαισιοδοξία, η απογοήτευση, η καχυποψία, η αποδιοργάνωση και τελικά η φθορά ενός αξιόλογου δυναμικού αγωνιστών. Δεν ιεραρχούν το καθήκον της ανασυγκρότησης ενός κομμουνιστικού φορέα με λαϊκά χαρακτηριστικά και την δημιουργία μια σύγχρονης αριστερής δύναμης σε σύνδεση με τις επικίνδυνες τάξεις ψηλά στο πολιτικό τους καθηκοντολόγιο. Παρά τις όποιες -διόλου ευκαταφρόνητες- προσπάθειες έγιναν τα τελευταία χρόνια να βρεθεί και να συμπορευτεί ένα δυναμικό πάνω στο καθήκον της οικοδόμησης κομμουνιστικής οργάνωσης λόγω των ουσιαστικών αποκλίσεων σε επίπεδο ιεραρχήσεων, γλώσσας, στυλ παρέμβασης και λειτουργίας δεν καρποφόρησαν. Οι σημερινές «συμπορεύσεις» περισσότερο αποτελούν αντανάκλαση της ανημπόριας και αμυντικές «στρατηγικές» παρά ελπιδοφόρα εγχειρήματα.

Στη χώρα μας, παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλές δυνάμεις που αγωνίζονται στους κοινωνικούς χώρους, που οργανώνονται και επιμένουν, που αναμένουν παρακολουθώντας τις εξελίξεις και που οργίζονται και δεν ξεχνούν τον αντίπαλο. Δεν συναποτελούν ένα μέτωπο ούτε στρατεύονται στην ίδια συλλογικότητα είτε στο χτίσιμο μιας νέας κομμουνιστικής αριστεράς. Παραμένουμε στην θέση ότι είναι δυνατόν και απαραίτητο να ανασκοπήσουν δυνάμεις μέσα και έξω από αυτή την αριστερά, αλλά ότι νέο οικοδομηθεί θα κατασκευαστεί με νέα υλικά: με την νέα φουρνιά της εργατικής τάξης, με την νεολαία (όχι αποκλειστικά των πανεπιστημίων αλλά της γειτονίας, των γηπέδων, της σεζόν), με την γενιά του άρθρου 16 και της κρίσης αλλά και με την γενιά μια προηγούμενης πολιτικοποίησης.

Δεν παραβλέπουμε την οικοδόμηση ενός πολιτικού μετώπου με την μορφή μιας νέας αριστερής πολιτικής δύναμης που η προτεραιότητά της δεν θα είναι το κοινοβουλευτικό παιχνίδι –επιδιώκοντας όμως την κοινοβουλευτική συμμετοχή- αλλά η οργάνωση των κοινωνικών υποκειμένων . Μια νέα πολιτική δύναμη που θα προσπαθεί να ενώνει τις υποτελείς τάξεις και θα εκφράζει τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας.

Ανάμεσα στην σύγκρουση εκμεταλλευτών- εκμεταλλευόμενων υπάρχει ένα κενό απουσιάζει η διέξοδος γιατί υπάρχει ένας μεγάλος απών, το κομμουνιστικό κόμμα. Χωρίς μια σύγχρονη κομμουνιστική δύναμη που θα θέτει το πεπερασμένο του καπιταλισμού σαν σύστημα κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και θα πασχίζει να ενώσει αιτήματα, αγώνες αλλά και δράση σε μια κατεύθυνση αντικατάστασης του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό η κατάσταση θα παραμένει πάνω κάτω ίδια όσον αφορά την μεγάλη εικόνα.

Μια σύγχρονη κομμουνιστική δύναμη όμως πρέπει να έχει ορισμένα απαραίτητα χαρακτηριστικά, να είναι:

  • λαϊκή να θέλει να «λερωθεί» και να ξεβολευτεί προσπαθώντας να ριζώσει μέσα στον λαό
  • χρήσιμη για την κοινωνία και αποτελεσματική
  • συμμετοχική που δεν επιδιώκει την ανάθεση
  • να (προσπαθεί να) έχει σχέση με την εργατική τάξη
  • να είναι σχολείο που θα παράγει ιδεολογία κόντρα στην ιδεολογία της αστικής τάξης και θα δημιουργεί ένα διαφορετικό πρότυπο ανθρώπου από τον σύγχρονο homo homini lupus που φτιάχνει ο νεοφιλελευθερισμός
  • να είναι πολιτική με την έννοια του να απαντάει στα ζητήματα που θέτει η ζωή με συγκεκριμένες προτάσεις και όχι με ιδεολογικές αρχές
  • να έχει εκτιμήσεις που πατάνε στην γη αλλά να προπαγανδίζει την «ουτοπία».

Προφανώς αυτά δεν γίνονται από την μια μέρα στην άλλη και η επανάσταση μοιάζει πιο μακρινή σήμερα, όμως αυτή η «κουλτούρα» δεν (πρέπει να) είναι χωρισμένη με σινικά τείχη με τα άμεσα πολιτικά καθήκοντα ενός μεταβατικού προγράμματος με στοιχεία εναλλακτικής προοπτικής. Απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει μια σύγχρονη αριστερή δύναμη είναι να έχει στο κέντρο της μια σύγχρονη κομμουνιστική οργάνωση. Αυτό είναι σήμερα το δίδυμο έλλειμα και το διπλό καθήκον το οποίο ζητά ανταπόκριση και μια νέα στράτευση.

Καλό ταξίδι σύντροφε Βαγγέλη

Έφυγε σήμερα από τη ζωή ο σ. Βαγγέλης Πισσίας, μετά από μακρόχρονη πάλη με τον καρκίνο.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1947. Τα έντονα βιώματα στα παιδικά του χρόνια από την επίθεση των Άγγλων μετά την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και η παλλαϊκή αντίσταση σ’ αυτή την επέμβαση τον επηρέασαν βαθιά και διαμόρφωσαν την τοποθέτησή του στην αριστερά.

Στα 15 του χρόνια εγκαθίσταται στην Αθήνα και το 1964 εισάγεται στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης. Οι πολιτικές και ιδεολογικές του αναζητήσεις τον φέρνουν κοντά στην Αναγέννηση και γίνεται μέλος της ΠΠΣΠ. Στη διάρκεια της δικτατορίας παίρνει μέρος στην παράνομη δουλειά και στα τέλη του 1970, με εντολή της οργάνωσης, βγαίνει στο εξωτερικό. Μετά τη μεταπολίτευση επανέρχεται στην Ελλάδα και αποτελεί βασικό μέλος της καθοδήγησης της ΟΜΛΕ και του ΚΚΕ(μ-λ) μέχρι τη διάλυσή του.

Οι καταβολές του, αλλά και οι ευαισθησίες του, συντέλεσαν ώστε να γνωρίζει σε βάθος οτιδήποτε σχετιζόταν με τον αραβικό κόσμο και να δείχνει έμπρακτα την αλληλεγγύη του με κάθε πρόσφορο τρόπο. Πρωταγωνιστής του ελληνικού Καραβιού για τη Γάζα, στοχοποιήθηκε από τους σιωνιστές και δύο φορές συνελήφθη σε ρεσάλτα των Ισραηλινών στο Καράβι.

Οι μεγάλες δυσκολίες της αρρώστιας του το τελευταίο διάστημα δεν τον σταμάτησαν από το να συζητά, να ενημερώνει, να συμμετέχει σε εκδηλώσεις για τη Γάζα.

Η κηδεία θα τελεστεί τη Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου, στις 12:30 μ.μ. στο νεκροταφείο Ζωγράφου.

Η Παλαιστίνη ψάχνει μια αριστερά που θα την υπερασπιστεί

Τέσσερις μέρες, τρεις πορείες που εκδηλώνουν αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη στη Μυτιλήνη. Η πικετοφορία του ΚΚΕ το Σάββατο 5/10, η πορεία στην οποία κάλεσαν τα σωματεία νοσοκομειακών γιατρών και εκπαιδευτικών τη Δευτέρα 7/10 και η πορεία στην οποία κάλεσε η Λεσβιακή Δράση Αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη την Τρίτη 8/10. Παρόμοια είναι η εικόνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για οργασμό εκδηλώσεων αλληλεγγύης στον μαρτυρικό παλαιστινιακό λαό, τα δεινά του οποίου πλέον μοιράζεται κι ο λιβανέζικος. Θα μπορούσε να εκθειαστεί η πληθωρικότητα και να παινευτεί η πολυφωνία. Θα επρόκειτο όμως για μια αφελή ανάγνωση της πραγματικότητας.

Γιατί το γεγονός των τριών πορειών σε σχεδόν ισάριθμες μέρες αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Ο κύριος όγκος του συγκροτείται απ’ τον απομονωτισμό των αριστερών οργανώσεων/κομμάτων, από τον εγκλεισμό καθεμιάς τους σε στενούς θαλάμους όπου αυτάρεσκα αρκούνται στο άκουσμα της ηχούς της δικής τους φωνής, την παραίτηση από το στόχο συγκρότησης ευρύτερου και μαζικότερου κινήματος πέρα από τα περιορισμένα και στενά παραταξιακά ακροατήρια που έχει χτίσει η καθεμία.

Όλα αυτά βέβαια δεν αποτελούν κάτι νέο. Από την κρίση του 2008 η αριστερά επιμελώς αποφεύγει να αναλάβει τα καθήκοντα που αναλογούν στον ιστορικό της ρόλο και επιτάσσει η συγκυρία. Από την υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 κι έπειτα, κατάφερε να εξάγει το συμπέρασμα ότι δικαιώθηκε ο μοναχικός δρόμος του κάθε φορέα που ομνύει στ’ όνομά της και να επιμείνει με ανανεωμένο ζήλο στην εμβάθυνση των χαραγμένων διαχωριστικών. Μπρος στη γενική και συντριπτική ήττα της αριστεράς που επέφεραν η «ριζοσπαστική» γονυκλισία στους επιβολείς της φτωχοποίησης και η «αριστερή» κατάφαση στα μνημόνια, οργανώσεις και κόμματα επέλεξαν να μπήξουν βαθύτερα τους πασσάλους της περίφραξής τους (ιδεολογικής και πολιτικής), αγνοώντας το γεγονός πως η επερχόμενη πλημμύρα θα τους παρέσερνε πάραυτα. Έκτοτε, ελλείψει χειροπιαστών νικών σε οποιοδήποτε πεδίο, απαθείς κι αποκομμένες απ’ τις πραγματικές ανάγκες ηγεσίες πασχίζουν να ανακηρύξουν ως θριάμβους καταστάσεις που στην καλύτερη αποτυπώνουν μια εικόνα στασιμότητας και προοδευτικής σήψης.

Αν μη τι άλλο, με τα τεκταινόμενα εδώ κι ένα χρόνο στην Παλαιστίνη, όπου ένα παραδοσιακά αρειμάνιο αλλά πλέον ασυγκράτητα και λυσσασμένα αιμοδιψές Ισραήλ εξαπολύει τη δολοφονική μανία του εναντίον όποιου η αποικιοκρατική του ματιά θωρεί ως κατώτερο, απειλώντας να παρασύρει ολόκληρη την περιοχή στη δίνη ενός καταστροφικού κι ολοκληρωτικού πολέμου, θα περίμενε κανείς ότι θα υπήρχε μια αλλαγή στάσης. Ότι οι αλλεπάλληλες σφαγές και τρομοκρατικές ενέργειες του κράτους-δολοφόνου, πέρα από οργισμένες ανακοινώσεις θα επέφεραν και αφύπνιση όλων, ηγεσιών και μελών, και συνειδητοποίηση της ανάγκης υπέρβασης παθογενειών του παρελθόντος. Αλλά όποιος ήλπιζε σε κάτι τέτοιο έμελλε να απογοητευτεί.

Η αριστερά συνολικά διακατέχεται από τα αδρανή αντανακλαστικά και τις αυτοκαταστροφικές τάσεις με τις οποίες εμποτίστηκε εδώ και δεκαετίες. Απαρτιζόμενη από οργανώσεις/κόμματα που επιλέγουν τον αναχωρητισμό από την προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και την διύλιση του θεωρητικού κώνωπα μπρος στην ενεργό ανάμειξη και δράση, φαίνεται να μην μπορεί να αντισταθεί στην εγωπαθή λατρεία του ειδώλου της όπως αυτό αντικατοπτρίζεται μέσα από διαστρεβλωτικούς ιδεολογικούς καθρέπτες.

Ποικίλων ειδών επεξεργασίες (ιστορικές, πολιτικές, ιδεολογικές κ.ά.), αντί να προκύπτουν από ανάλυση και μελέτη της πραγματικότητας με σκοπό την αλλαγή της, υπαγορεύονται από την κοντόθωρη ανάγκη εξυπηρέτησης συγκυριακών πολιτικών σκοπιμοτήτων και στοχοθεσιών που τίθενται από ναρκισσιστικές ηγεσίες. Ο πλούτος απόψεων θεωρείται υπαρξιακή απειλή και η αδιαμφισβήτητη επικράτηση της μοναδικής «ορθής» γραμμής μονόδρομος, αποκλείοντας εκ προοιμίου οποιαδήποτε δυνατότητα σύγκλισης και συνεργασίας. Οι σχέσεις μεταξύ οργανώσεων γίνονται αντιληπτές ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου το κέρδος του ενός μπορεί να προκύψει μόνο ως ζημία του άλλου.

Κι ενώ όλοι φέρουν ευθύνη γι’ αυτή την κατάσταση, εύλογα τη μεγαλύτερη όλων τη φέρει το ΚΚΕ. Καταλαμβάνοντας την αδιαμφισβήτητη πρωτιά (εντός της αριστεράς) για την οποία τόσο αυτάρεσκα και άχαρα βαυκαλίζεται, συστηματικά αποτυγχάνει να αρθεί στο ύψος των απαιτήσεων που τόσο αυτή η περίοπτη θέση όσο και η ιστορικότητα και το οργανωτικό εκτόπισμά του γεννάν. Υποτάσσοντας το καλό του κινήματος σ’ αυτό του κόμματος, αποφεύγει επιμελώς να αναλάβει οποιαδήποτε μετωπική πρωτοβουλία. Υπερθεματίζοντας την ιδεολογική του καθαρότητα και αναθεματίζοντας οποιαδήποτε «αιρετική» απόκλιση, το μόνο μέτωπο που μπορεί να διανοηθεί είναι με τον εαυτό του. Σ’ αυτή του τη στάση έχει πλέον βρει και πολλούς μιμητές, που παρότι στερούνται του διαμετρήματος ενός ΚΚΕ σίγουρα δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν απ’ το σεχταρισμό, το μαξιμαλιστικό βερμπαλισμό του.

Αν όλ’ αυτά μέχρι τώρα ήταν βαθιά προβληματικά και καταστροφικά για το μέλλον του λαού και του κινήματος, λαμβάνουν διαστάσεις εγκληματικές μεσούσης της πιο βάρβαρης και εμπεριστατωμένα καταγεγραμμένης γενοκτονίας του καιρού μας. Το τι κάνουμε ή παραλείπουμε να κάνουμε σήμερα, με δεδομένα τα μέσα που έχει καθένας μας στη διάθεσή του, βαραίνει πολύ περισσότερο απ’ ότι χθες. Η ιστορία θα καταγράψει τη στάση όλων και θα είναι αμείλικτη. Αλίμονο στις ηγεσίες και τα μέλη εκείνα που σε μια τόσο κρίσιμη καμπή επιλέξουν την επανάπαυση στην ανέξοδη υπερεπαναστασιολογία και τις παλιές παθογενείς πρακτικές αντί της βασάνου της υπέρβασής τους.

Τέσσερις μέρες και τρεις πορείες μετά, ο αγώνας για την Παλαιστίνη ακόμα αναζητά την αριστερά που θα βγει μπροστάρης τoυ.

Πηγή: Στο Νησί

Να κρατήσουμε ψηλά τη σημαία του αντιαμερικανικού αγώνα. Συμφωνεί το ΚΚΕ;

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Μια καταθλιπτική ομοφωνία έχει επιβληθεί τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό πολιτικό σύστημα διαμορφώνοντας αντίστοιχα κι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας: Η φανατική – μέχρις παραφροσύνης – στήριξη του ευρωατλαντικού άξονα και η βασιλικότερη του βασιλέως υποστήριξη των αμερικανικών σχεδιασμών. Η Ελλάδα, με την παρούσα κυβέρνηση, αλλά και το πολιτικό της προσωπικό γενικότερα, φιγουράρει ως η πλέον φιλο-αμερικανική χώρα στην ευρύτερη περιοχή, ενταγμένη μέχρι το λαιμό στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, θλιβερός νατοϊκός προβοκάτορας, σε διατεταγμένη υπηρεσία της Ουάσινγκτον, με πρωθυπουργό, υπουργούς και πολιτικούς έτοιμους να αντικαταστήσουν τα εθνικά σύμβολα με τα ισραηλινά, τα ελληνικά όπλα με τα ουκρανικά, και τα εθνικά συμφέροντα με τα αμερικανικά.

Αν για το κατεξοχήν κόμμα της άρχουσας τάξης, το κόμμα που εξέφρασε διαχρονικά στη χώρα την υποταγή στο αμερικανικό μπλοκ και το δουλικό “ανήκομεν εις την Δύσιν”, τη ΝΔ, μια τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη και ιστορικά λογική, για το ΠΑΣΟΚ και για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τίποτα άλλο από τη φυσιολογική κατάληξη μιας πορείας ολοσχερούς προσχώρησης στο νεοφιλελευθερισμό, προσχώρηση κοινή, έστω και με είκοσι χρόνια διαφορά. Οι τοποθετήσεις για παράδειγμα σχετικά με την Ουκρανία, το Ισραήλ ή το Ιράν, θα μπορούσαν να είχαν γραφεί από την αμερικανική πρεσβεία. Εκδόθηκαν ωστόσο από τρία όμοια κόμματα που μοιράζονται τις κοινές αξίες του ευρωατλαντισμού και του νεοφιλελευθερισμού. Από κοντά και η ακροδεξιά που ενώ υπαινικτικά, δειλά, (και αποκλειστικά λόγω ορθοδοξίας) κλείνει το μάτι σε μια αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία, στην πράξη τάσσεται με την συλλογική Δύση,, ενώ δεν αμφισβητεί στο παραμικρό την ένταξη και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πολεμικό στρατόπεδο του ΝΑΤΟ και στις εκστρατείες του. Η δε ευρωπαϊκή ακροδεξιά, δίχως τον σκόπελο της θρησκευτικής συγγένειας, αποτελεί μαντρόσκυλο των ΗΠΑ ενάντια στη Ρωσία.

Το τραγικό ωστόσο είναι ότι νεόκοπες θεωρίες στο χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς επιχειρούν να βγάλουν λάδι τις ΗΠΑ και την πολιτική τους όχι μόνο σήμερα, αλλά και αναδρομικά.

Το ΚΚΕ ασχημονεί ενάντια στους αντιαμερικανικούς και αντιμπεριαλιστικούς αγώνες του ελληνικού λαού, όχι απλώς με τη σημερινή του στάση που αθωώνει την αμερικανική επιθετικότητα και τον αιματοβαμμένο και αδίστακτο επεμβατισμό της Ουάσινγκτον σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, αλλά και με έναν επίμονο, ανιστόρητο και υβριστικό ιστορικό αναθεωρητισμό.

Ο κόσμος το έχει τούμπανο για την αμερικανοκίνητη Χούντα, αλλά το ΚΚΕ δηλώνει πρόσφατα, με κρυφό καμάρι, ότι η Χούντα δεν επιβλήθηκε εν γνώση, υπό την κατανόηση και τελικά την αποδοχή και τη στήριξη των ΗΠΑ. Ήταν απλώς ενδοαστική διαμάχη.

Στη χθεσινή της ανακοίνωση, η ΚΕ του ΚΚΕ επαναλαμβάνει τα πρόσφατα “ευρήματα” του κόμματος όπως αυτά εμφανίστηκαν στον Γ2 τόμο του δοκιμίου ιστορίας. Σύμφωνα με αυτά, οι ΗΠΑ και οι μυστικές τους υπηρεσίες, ήταν απούσες (άρα και αθώες) της προετοιμασίας, της επιβολής και της εδραίωσης της Χούντας, η οποία ήταν απλώς αποτέλεσμα “ενδοαστικών αντιθέσεων” και απλής εναλλαγής των καπιταλιστικών μορφών της πολιτικής εξουσίας.

Η αγωνιώδης προσπάθεια του ΚΚΕ να αθωώσει τις ΗΠΑ και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιων “νέων ιστορικών δεδομένων” ή “πηγών” που δεν ήταν σε γνώση του κινήματος επί δεκαετίες, ή που δεν γνώριζαν μέχρι σήμερα πλήθος μελετητών, τα κόμματα της Αριστεράς και το σύνολο του κόσμου, που μέχρι σήμερα αναδείκνυε αυτό που γράφτηκε στις πύλες του Πολυτεχνείου: “Έξω οι ΗΠΑ, έξω το ΝΑΤΟ” – χρεώνοντας τη Χούντα στους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Το αντίθετο: το σύνολο των δεδομένων υπογραμμίζουν ότι η εμπλοκή των ΗΠΑ στην πολιτική ανωμαλία της περιόδου 1965 – 1967 αλλά και στην εδραίωση και μακροημέρευση της Χούντας την περίοδο 1967 – 1974, ήταν καθοριστική. Η λαθροχειρία του ΚΚΕ επιχειρεί να ενδυθεί “ιστορικό μανδύα” κάνοντας αναφορές αποκλειστικά σε αυτά που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας και αφορούν εκθέσεις της πρεσβείας και όχι επιχειρησιακά έγγραφα της CIA τα οποία παραμένουν απόρρητα. Βολικά, σκόπιμα και συνειδητά, κάνει ότι αγνοεί πως ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν εκφράστηκε στο παρελθόν, και δεν εκφράζεται και σήμερα, αποκλειστικά από ένα κανάλι, ή έναν οργανισμό (πχ. Στέιτ Ντιπάρτμεντ), αλλά από διαπλεκόμενους, πολυεπίπεδους, διακριτούς, αλλά σε τελική ανάλυση συγκλίνοντες μηχανισμούς, που υπηρετούν τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού (CIA, επιτροπές Γερουσίας, ΝΑΤΟ, σύμβουλοι Λευκού Οίκου κλπ).

Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι πρόβλημα ιστορικής έρευνας, αλλά πολιτικής εκτίμησης. Ο επικεφαλής του πραξικοπήματος, Γ. Παποδόπουλος, σύνδεσμος της CIA με την ΚΥΠ προδικτατορικά, το σύνολο της “ακροδεξιάς συνωμοτικής ομάδας” (που την γνώριζε καλά η πρεσβεία), αλλά και οι βασικές συντελεστές της εκτροπής του διαστήματος 1965 – 1967 (από τον βασιλιά μέχρι τον Μητσοτάκη), δρουν σε απόλυτη εναρμόνιση με τις αμερικανικές επιδιώξεις και σε συμφωνία με την Ουάσινγκτον. Η άμεση στήριξη της Χούντας από τον αμερικανικό παράγοντα, η άρνηση καταδίκης της στα διεθνή φόρα, η επίσκεψη του αντιπροέδρου των ΗΠΑ στην Ελλάδα το 1971, αλλά και η ίδια η φύση του καθεστώτος, ως “αντικομμουνιστικού οχυρού” που θα διασφάλιζε την παραμονή της χώρας στο ΝΑΤΟ και στη Δύση, αποδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία των όρων της ανωμαλίας, στην παρατεταμένη παρέμβαση στρατού και ανακτόρων στην πολιτική ζωή, και τελικά στη στήριξη και μακροημέρευση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Στο Πολυτεχνείο οι εξεγερμένοι φώναζαν θάνατος στο φασισμό και στον ιμπεριαλισμό αλλά δεν ήταν το σημερινό ΚΚΕ εκεί, να τους διαφωτίσει ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είχε σχέση με τη Χούντα γιατί αυτή ήταν αποκλειστικό κατασκεύασμα “ριγμένης μερίδας της αστικής τάξης”. Όταν ο Κλίντον ζήτησε συγγνώμη για το ρόλο των ΗΠΑ επί δικτατορίας, δεν φανταζόταν ότι το ΚΚΕ, είκοσι χρόνια μετά, θα έδινε αναδρομικό συγχωροχάρτι.

Ο ιστορικός αναθεωρητισμός του ΚΚΕ, που ξεκινά από την ακύρωση του ρόλου του ΕΑΜ ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση και φτάνει μέχρι την αθώωση των ΗΠΑ για τη Χούντα, έχει πολιτικές και ιδεολογικές αιτίες. Σηματοδοτεί την στροφή του ΚΚΕ σε μια πολιτική ακίνδυνη και γραφική, που φλυαρεί από το πρωί μέχρι το βράδυ στον καπιταλισμό, αλλά έχει αποκλείσει τα πολιτικά μέτωπα, τις κοινωνικές αλλαγές, την αντιμπεριαλιστική δράση και τη δυνατότητα ανατροπής του καπιταλισμού, σε σημείο που φτάνει να δέχεται συγχαρητήρια από την αστική τάξη για την «υπεύθυνη στάση» του (πχ. δημοψήφισμα 2015).

Ωστόσο, ειδικά η αθώωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για το ρόλο του στη Χούντα, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των πολιτικών και ιδεολογικών μεταλλάξεων του Περισσού. Σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική ηγεμονία αμφισβητείται, όπου το ΝΑΤΟ τα έχει βρει σκούρα στην Ουκρανία και όπου ο νέος πολυπολικός κόσμος απειλεί να αντικαταστήσει την ασύδοτη ευρωατλαντική ηγεμονία, οι ΗΠΑ απαιτούν πλήρη υποταγή και δηλώσεις από όλους. Ακόμα και το ΚΚΕ θα πρέπει να στοιχηθεί και να πειθαρχήσει, όχι φυσικά με τον τρόπο που ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανεμίζει τα συμφέροντα της αστερόεσσας ή η ΝΔ θα αναπαράγει την πολιτική του “στρατηγέ μου ιδού ο στρατός σας”. Το ΚΚΕ δεν μπορεί να υποστηρίξει ευθέως τις ΗΠΑ, αλλά θα αθωώσει τις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις, τις Χούντες και τους πολέμους που εξαπέλυσαν,  και θα κρύψει τις σημερινές τους ευθύνες κάτω από το χαλί μιας αντικαπιταλιστικής γενικολογίας.

Το ΚΚΕ δίνει διαπιστευτήρια σε αυτή τη νέα εποχή και στις ασφυκτικές πιέσεις του ευρωατλαντισμού, τάχα με “ίσες αποστάσεις”, τάχα με σκλήρυνση της στάσης απέναντι στην εγχώρια αστική τάξη, στην ουσία όμως, με αθώωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, με κουκούλωμα των διαχρονικών εγκληματικών του ευθυνών κάτω από γενικόλογες αναφορές σε ενδοιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, όπου φταίνε όλοι, αλλά στο τέλος δεν φταίει κανένας, και από βαθιά λαθεμένες εκτιμήσεις για “ιμπεριαλιστικό πόλεμο” στην Ουκρανία ή στη Μέση Ανατολή (!). Πριν από είκοσι χρόνια ακουγόταν το σύνθημα “Εξήντα χρόνια ΝΑΤΟ η ίδια ιστορία, Χούντες, Πολέμοι, Τρομοκρατία”. Τώρα, ούτε για τις Χούντες φταίνε οι Αμερικάνοι, ούτε ίσως για τους πολέμους και την τρομοκρατία.

Το ΚΚΕ περιφρονεί τους αγώνες της περιόδου της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, διαστρεβλώνει το ιστορικό τους περιεχόμενο, απεχθάνεται πλέον τον αντιμπεριαλιστικό και αντιαμερικάνικό τους προσανατολισμό.

Διαπράττει ύβρη απέναντι στην ιστορία και στο λαό, υποστέλλοντας (πλέον και τυπικά) μια εμβληματική σημαία για το λαϊκό κίνημα της χώρας μας. Η σημαία του αντιμπεριαλιστικού και αντιαμερικανού αγώνα, η σημαία των αγώνων του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΔΣΕ, του Μπελογιάννη, της μεταπολεμικής Αριστεράς, της αντιδικτατορικής Αντίστασης, των Αγώνων της μεταπολίτευσης, πρέπει να ξανασηκωθεί.

Διεκδίκηση ή διαχείριση;

Ανακοίνωση για τις εκλογές της 21ης Μαϊου

Για τις εκλογές της 21ης Μαΐου,
με τη ματιά μας στραμμένη στην επόμενη μέρα

  1. Παρά τη διάχυτη οργή για το έγκλημα των Τεμπών και τις καταστροφικές συνέπειες της ιδιωτικοποίησης και της διάλυσης των δημόσιων υποδομών, ο αρνητικός συσχετισμός παραμένει. Απουσιάζει ένα εναλλακτικό πολιτικό και κοινωνικό σχέδιο πέραν αυτού που παρουσιάζει ως μονόδρομο ο καπιταλισμός. Απουσιάζει και μια αξιόπιστη πολιτική δύναμη που να έχει πρόγραμμα ανατροπής αυτού του συσχετισμού δύναμης. Μεγάλο τμήμα της κοινωνίας θεωρεί ότι η Αριστερά (δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ) δοκιμάστηκε, κυβέρνησε και τελικά εφάρμοσε το ίδιο, πάνω-κάτω, νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Δεν έχει αναληφθεί σοβαρά από κανένα συλλογικά οργανωμένο υποκείμενο η ευθύνη ανατροπής αυτής της αίσθησης. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη κομμουνιστικής Αριστεράς αλλά και στην απουσία μιας μετωπικής αριστερής-προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής δύναμης που θα συγκρούονταν με πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού και θα εξέφραζε, έστω πρόσκαιρα και μερικά, τα συμφέροντα των εργαζομένων και των μικρομεσαίων στρωμάτων.
  2. Η μακρά ύφεση που πλήττει τον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο έχει αρνητικά αποτελέσματα στην καθημερινή επιβίωση των λαϊκών στρωμάτων και πολύ περισσότερο των νέων εργαζομένων. Η ακρίβεια και ο πληθωρισμός μειώνουν τις προσδοκίες μιας καλύτερης ζωής και επιπλέον καθιστούν προβληματική την ίδια την επιβίωση. Σε αυτό το περιβάλλον, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζει να διαιρεί το ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων γεωγραφικά και πολιτικά (δύση και ανατολή). Απέναντι σε αυτό το οικονομικό – γεωπολιτικό πλαίσιο έχουμε μια πολιτική πλήρους υποταγής από την πλευρά της αστικής τάξης. Τόσο η υπαγωγή της Ελλάδας στο ατλαντικό σχέδιο (ΝΑΤΟ – ΗΠΑ) όσο και η ένταξη και παραμονή στο οικονομικό ευρωπαϊκό σχέδιο (ΕΕ), δεν αμφισβητούνται θεωρητικά από τη συντριπτική πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών κομμάτων και πρακτικά – πολιτικά δεν αντιπαλεύονται από κανέναν. Από την άλλη, η εργαζόμενη κοινωνία δεν έχει υπερβεί το σοκ του 2015 και χαρακτηρίζεται από εναλλασσόμενες στιγμές μοιρολατρίας, αμηχανίας, οργής, αδιεξόδου. Εγκλήματα σαν αυτό των Τεμπών, απελευθερώνουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στην διαχρονική και κοινή πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και αναδεικνύουν την ευθύνη των κομμάτων που την εφάρμοσαν (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ). Δεν μπορούν όμως να συγκροτήσουν το αντίπαλο πολιτικό υποκείμενο. Σε κάθε περίπτωση, σε κάθε ζήτημα που προκύπτει, σε κάθε στροφή της συγκυρίας, το δίλημμα παραμένει: είτε αποδοχή του συστήματος και των πολιτικών του, είτε σύγκρουση. Ενδιάμεσες απαντήσεις και εύκολες λύσεις, δεν υπάρχουν.
  3. Το γεγονός ότι το πλαίσιο της αντιπαράθεσης είναι δεδομένο και μη αμφισβητήσιμο από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, προσδιορίζει και τον χαρακτήρα των συγκεκριμένων εκλογών. Δεν κυοφορούνται εκπλήξεις για το τι θα συμβεί την επόμενη μέρα. Η εκλογική αναμέτρηση αφορά κυρίως την εμπέδωση του δικομματισμού και τη συνέχιση της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ποιότητα, τον προβληματισμό και τα θέματα που απασχολούν τον δημόσιο διάλογο, λίγο πριν τις κάλπες. Η αναξιοπιστία της Αριστεράς είναι βαθιά και οργανική, τροφοδοτεί την ηγεμονία της απροκάλυπτης δεξιάς νεοφιλελεύθερης πολιτικής, όπως αυτή εκφράζεται από το πρόσωπο του Μητσοτάκη, κι ορίζει, είτε το θέλουμε, είτε όχι, πολύ πιο σύνθετα και στρατηγικά καθήκοντα από αυτά της μιας ή της άλλης εκλογικής στάσης.
  4. Σε αυτή τη συγκεκριμένη συνθήκη, ο δρόμος ανάταξης του λαϊκού φρονήματος, του κινήματος και της Αριστεράς δεν περνά από τις εκλογικές μάχες αλλά αφορά μια πιο βαθιά, επίπονη, δύσκολη διαδικασία ανασυγκρότησης σε όλα τα επίπεδα. Βαθύτερη εννοούμε καταρχήν την προγραμματική συγκρότηση για το τι σημαίνει μια εναλλακτική πορεία για τη χώρα και την κοινωνία σε ρήξη με την ολιγαρχία και το ευρωατλαντικό πλαίσιο, αξιόπιστες διαδικασίες συγκρότησης πολιτικού μετωπικού υποκειμένου, πέρα από την μετωπική φλυαρία και τους παραγοντισμούς της τελευταίας 10ετίας, και κυρίως επίπονη προσπάθεια οργάνωσης του κοινωνικού υποκειμένου για την υπεράσπιση των συμφερόντων του. Οι εκλογές μπορεί να είναι μια σημαντική στιγμή στην πολιτική διαδικασία, αλλά σημαντικότερη είναι η ανταπόκριση σε ανάγκες που υπερβαίνουν τις εκλογές. Το πρόβλημα γίνεται πιο οξύ ειδικά όταν στις εκλογικές μάχες δεν παρεμβαίνει μια πολιτική πρόταση που να απαντάει σε αυτές τις ανάγκες. Η υπέρβαση των πολλαπλών αδιεξόδων που αντιμετωπίζει σήμερα η κοινωνία δεν θα γίνει μέσα από τη μία ή την άλλη εκλογική στάση. Ανεξάρτητα από αναλαμπές, εκρήξεις, ξεσπάσματα, ο συσχετισμός δύναμης παραμένει τέτοιος που απαιτεί βαθύτερη στάση από την εκλογική στιγμή. Αν υπήρχε εκλογική δύναμη που να υπηρετεί αυτό το πολιτικό σχέδιο ανάταξης και ανασυγκρότησης δυνάμεων, η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ θα ήταν παρούσα.
  5. Είναι προφανές ότι στεκόμαστε με τον πιο αποφασιστικό τρόπο ενάντια στα κόμματα που εκφράζουν τις -όχι ίδιες- αλλά πάντως όμοιες μνημονιακές, συστημικές ή «αντισυστημικές»-ακροδεξιές, ευρωατλαντικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Δεν διαλέγουμε τον ήπιο (ΣΥΡΙΖΑ) από τον αυταρχικό (ΝΔ) διαχειριστή, μιας δεδομένης νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Η ιστορικά διαδεδομένη λογική λεηλασίας της Αριστεράς που είναι η επιλογή του «μικρότερου κακού», δηλαδή σήμερα του ΣΥΡΙΖΑ, έχει επίσης ιστορικά αποδειχθεί ότι οδηγεί αναπόφευκτα στο μεγαλύτερο κακό. Στο χώρο που ορίζεται αριστερά και ριζοσπαστικά, το μεν ΚΚΕ αδιαφορεί και αποσύρεται, γιατί καταλαβαίνει ότι η παραμικρή αμφισβήτηση του συστημικού πλαισίου οδηγεί σε σύγκρουση, ενώ από την άλλη, ο ιδεολογικός προσανατολισμός του ΜΕΡΑ25 αφορά μια κεντροαριστερή φιλολαϊκή διαχείριση (που κι αυτή ακόμα δεν είναι αποδεκτή από τον σημερινό καπιταλισμό). Η δε εξωκοινοβουλευτική αριστερά επιμένει να δοκιμάζει το ίδιο ανύπαρκτο πολιτικό σχέδιο, εδώ και δεκαετίες, που δεν μετατοπίζει στο παραμικρό το συσχετισμό. Το διπλό καθήκον της οικοδόμησης τόσο της κομμουνιστικής Αριστεράς όσο και μιας νέας μετωπικής πολιτικής δύναμης, παραμένει ορφανό και δε θα λυθεί – ούτε καν θα διευκολυνθεί – στην εκλογική μάχη.
  6. Οι υπαρκτές δυνάμεις της ελληνικής αριστεράς, παρ’ όλες τις διαφορές τους, δε μπορούν ή δε θέλουν να δώσουν πολιτική διέξοδο, τώρα ή μετά τις εκλογές. Ωστόσο είτε η εκλογική λεηλασία αυτής της αριστεράς από τη λογική του μικρότερου κακού – ειδικά αν υπάρξουν δεύτερες εκλογές – είτε η αριθμητική και κοινοβουλευτική συρρίκνωσή της θα επιταχύνει την αποστράτευση την απογοήτευση τον ατομικό-ιδιωτικό δρόμο . Δυστυχώς θα εμπεδώνει βαθύτερα την αίσθηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Μια τέτοια συρρίκνωση δεν θα βοηθήσει τη δράση για χιλιάδες αριστερούς και κομμουνιστές που παλεύουν στα συνδικάτα, στα σωματεία, στους κοινωνικούς χώρους, στη δημόσια συζήτηση, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, την ολοκληρωτική ΝΑΤΟποίηση της χώρας, την αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας υπέρ της αστικής τάξης.
  7. Με αυτή τη λογική, καλούμε σε μαύρισμα όλων των μνημονιακών, νεοφιλελεύθερων, ακροδεξιών κομμάτων που εφάρμοσαν στο παρελθόν -και υποστηρίζουν και σήμερα- όμοιες πολιτικές. Καλούμε σε στήριξη αριστερών και ριζοσπαστικών ψηφοδελτίων, με πλήρη συνείδηση των ανεπαρκειών, των λαθών, των αναντιστοιχιών τους. Δεν μπαίνουμε σε αντιπαραθέσεις, τουναντίον, αναζητούμε δίαυλους επικοινωνίας και μορφές πολιτικής και αγωνιστικής συγκρότησης των νέων ανθρώπων και των εργαζομένων τάξεων που ψηφίζουν άκυρο ή απέχουν. Πάνω από όλα όμως, καλούμε να αναταχθούν και να ανασκοπήσουν υπαρκτές πολυάριθμες δυνάμεις και άνθρωποι για να καλυφθεί το κενό της κομμουνιστικής Αριστεράς, αλλά και να συγκεντρωθούν όροι για τη συγκρότηση μιας μετωπικής πολιτικής δύναμης που θα αναλαμβάνει το την ευθύνη της σύγκρουσης με το νεοφιλελεύθερο και ευρωατλαντικό πλαίσιο. Αυτό το διπλό καθήκον ορίζει το περιεχόμενο της πολιτικής μάχης που δίνει η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ μπροστά στις ερχόμενες εκλογές, και προφανώς υπερβαίνει τον εκλογικό ορίζοντα.

 

Περί των ορίων της αριστεράς και των εκλογών

Για τις επερχόμενες εκλογές είναι καλό να μιλούμε εγκαίρως, αναλαμβάνοντας το σχετικό κόστος για την όποια λανθασμένη εκτίμηση κάνουμε. Οι εκλογές που έρχονται θα είναι πιθανότατα και αυτές, εκλογές ήττας για ό,τι μπορούμε σχηματικώς και εν μέρει υπεραπλουστετικώς να αποκαλέσουμε λαϊκά συμφέροντα.

Η επίδραση των διαδοχικών ηττών άλλου επιπέδου και άλλης σημασίας (‘90-‘91, ’96, 2009, 2015) είναι ακόμα έντονη και λειτουργεί διαλυτικώς σε κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης με βάθος. Επιπλέον είναι τόσο τραγική η κατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αλλά και τόσο ανεπαρκή τα μικρότερα αριστερά κόμματα, ώστε πιθανότατα η ΝΔ θα μείνει πρώτη (τουλάχιστον αν δε δούμε δραματικά γεγονότα στον δρόμο προς τις κάλπες).

Την ίδια στιγμή, οι εκλογές αυτές λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα περιβάλλον ραγδαίων και εντυπωσιακών αλλαγών. Η Δύση χάνει με αιματηρό τρόπο (τον μόνο εφικτό δυστυχώς) τα παγκόσμια πρωτεία. Ένας άνεμος ελευθερίας φυσά στην Ασία και στην Αφρική, όχι με την έννοια της φιλελευθεροποίησης των πολιτικών συστημάτων αλλά της διαμόρφωσης ενός πλαισίου νέου δυνατοτήτων για τους (νέο-) αποικιοκρατούμενους λαούς. Παραλλήλως, δίπλα στους κινδύνους από τη χρήση πυρηνικών όπλων και την κλιματική αλλαγή, η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης διαμορφώνει νέες ιστορικές δυνατότητες και απειλές. Και τέλος, μια νέα φάση όξυνσης της οικονομικής κρίσης έχει ξεκινήσει.

Ένα από όλα αυτά θα αρκούσε για να μιλούμε για μια από τις πλέον κρίσιμες περιόδους των τελευταίων δεκαετιών (μετά μάλιστα από 15 χρόνια κρίσης). Όλα μαζί φτιάχνουν επιτέλους ενδιαφέροντας καιρούς.

Δυστυχώς, τα κόμματα τα οποία θα συμμετέχουν στην επόμενη Βουλή δεν έχουν προετοιμαστεί παρά σε ελάχιστο βαθμό στην καλύτερη περίπτωση, για όλα αυτά. Αν μάλιστα για τη δεξιά και τους «σώγαμπρους» του συστήματος εξουσίας κάτι τέτοιο είναι λογικό και αναμενόμενο, για την αριστερά διαφόρων εκδοχών είναι αρκετά καταθλιπτικό.

Μηδενός κόμματος της όποιας εκδοχής αριστεράς εξαιρουμένου, παραμένουν πρώτα κόμματα της Δύσης και έπειτα σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά ή οτιδήποτε άλλο. Κάποια έχουν κάνει βήματα ριζοσπαστικοποίησης πλην όμως ανεπαρκή και επιφανειακά και κάποια άλλα έχουν υιοθετήσει αντιδραστικές και αντικειμενικά φιλό-ιμπεριαλιστικές αναλύσεις με άφθονη πλην όμως ανέξοδη επαναστατική ρητορική και εθιμοτυπία. Σε κάθε περίπτωση είτε αδυνατεί, είτε δε θέλει η ελληνική αριστερά να αντιληφθεί τόσο ότι αλλάζει ο κόσμος όσο και γιατί είναι καλό το γεγονός ότι αλλάζει. Ως εκ τούτου και ασχέτως προθέσεων προδίδει τον απελευθερωτικό της ρόλο.

Επιπλέον, δεν αγγίζει παρά ελάχιστα έως καθόλου, με οργανωμένο και συλλογικό τρόπο τα σύγχρονα θέματα. Πρόγραμμα δεν είναι οι ιδέες του επικεφαλής ή μιας ηγετικής ομάδας, μεταφερμένες στα κομματικά κείμενα. Αυτό είναι παιχνίδι ακαδημαϊκής επιρροής. Πρόγραμμα είναι η κινητοποίηση οργανωμένων χώρων και προσώπων προς τη βαθιά επεξεργασία των ζητημάτων που αφορούν τον κοινωνικό σχηματισμό. Εξ ου και βλέπει κανείς να υπάρχει πλήρης απουσία σοβαρών επεξεργασιών ως προς τα μέσα παραγωγής (κατοχή και κινητοποίησή τους  σήμερα και υπό τις παρούσες συνθήκες) ως προς το ρόλο των νέων τεχνολογιών, ως προς συνέπειες της μακρόχρονης κρίσης (πχ. Δημογραφικές μεταβολές) ως προς τη συνολική και όχι μόνο επιμέρους, προετοιμασία για τη νέα φάση της κρίσης. Δεν αρκεί να μιλούμε για το ιδιωτικό ή δημόσιο χρέος επειδή αυτό αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα σε συγκεκριμένα κόμματα. Πού είναι για παράδειγμα, η συζήτηση για τις χιλιάδες αποφοίτων λυκείων και πανεπιστημίων, με μηδενικές προοπτικές δουλειάς συναφούς με τα όποια προσόντα τους; Πού είναι η συζήτηση για το ρόλο της τεχνικής παιδείας και τα εργατικά δικαιώματα; Είτε παραπέμπονται στο σοσιαλισμό, είτε χωράνε σε μια- δυο γραμμές διακηρυκτικού χαρακτήρα, όταν δεν απουσιάζουν εντελώς γιατί δε συμφώνησαν οι διαβόητες τάσεις και συνιστώσες που μας τυραννούν δεκαετίες.

Η ανεπάρκεια αυτή (ή η συνειδητή άρνηση) αποτελεί το πιο καθαρό αποτέλεσμα της ήττας ή και των ηττών. Η απομάκρυνση του κοινωνικού από το πολιτικό έχει εσωτερικευθεί από την αριστερά εξ ου και η τελευταία είναι τόσο αδύναμη. Έχουμε μια αριστερά που ηγεμονεύεται ιδεολογικώς από τον πυρήνα των δεξιών ιδεών και δη τη σημαντικότερη: την αντίληψη της πολιτικής ως «βασιλείου των ειδικών». Παρεμπιπτόντως και συνήθως, αυτοί οι «ειδικοί» δεν είναι παρά μετριότητες για να μην πούμε εντελώς αδαείς.

Δεν πρόκειται για ζήτημα έξυπνων ιδεών και καταστατικών προβλέψεων αλλά για την κυρίαρχη παρουσία της λογικής της κάστας και της εξουσιαστικής της νοοτροπίας. Οι αντιλήψεις και της αριστεράς έχουν ως όριο τη Βουλή και την εκπροσώπηση. Τα στελέχη είναι κυριολεκτικώς μια επαγγελματική ομάδα δια του κόμματος, τα οποία εν τέλει εξαντλούν τον ορίζοντά τους στο πώς θα διασφαλίσουν τη δική τους παρουσία στη Βουλή.

Ο μηχανισμός (πάντα αναγκαίος μέσα στα κόμματα) παρασιτεί εις βάρος του κοινωνικού στοιχείου, το διώχνει από την πολιτική διαδικασία, θεωρώντας ότι μπορεί να το επιστρατεύει μόνο ως άλλοθι και άθροισμα κλακαδόρων. Κούνια που τους κούναγε… Το ενδιαφέρον για τις ανάγκες του λαού φτάνει μέχρι του σημείου που δεν θα ταραχτεί η κυνική ανάγκη του μηχανισμού για αναπαραγωγή του. Όσο πιο μικρός ο μηχανισμός, τόσο πιο κυνικός. Τα όρια της σημερινής αριστεράς και επομένως και αυτών των εκλογών είναι απελπιστικά μικρά.

Ωστόσο, έστω κι έτσι είναι υπαρκτή η δυνατότητα προώθησης ορισμένων αλλαγών. Ποια είναι η σημαντικότερη; Η αποσταθεροποίηση κατά ένα μέρος του συστήματος εξουσίας. Χάρη στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχουμε υποστεί 8 χρόνια απόλυτης σταθερότητας του συστήματος εξουσίας. Αυτή η σταθερότητα γίνεται επισφαλής για λόγους εξωγενείς και ενδογενείς. Έχει νόημα λοιπόν η ψήφος αποσταθεροποίησης του συστήματος εξουσίας. Πρόκειται για ρόλο τον οποίο παρεμπιπτόντως τα ναζιστικά κατακάθια δεν μπορούν και δε θέλουν να παίξουν. Τον ρόλο του μαστιγίου του συστήματος εξουσίας θα διαδραματίσουν και πάλι.

Επομένως, με όλες τις προαναφερθείσες ανεπάρκειες και αδυναμίες εκδοχών της αριστεράς, γνωρίζοντας τα όρια τόσο αυτών των σχηματισμών, όσο και του ίδιου του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού (τα οποία θα γίνονται ολοένα στενότερα), λαμβάνοντας υπόψιν ότι η διέξοδος θα ανοίξει από το οργανωμένο κοινωνικό στοιχείο και όχι από την κάστα των κοινοβουλευτικών, η ψήφος αποσταθεροποίησης έχει νόημα. Η συγκυβέρνηση του ευρωατλαντισμού και του νεοφιλελευθερισμού πρέπει αριθμητικώς να γίνει δυσκολότερη και κατά το δυνατό να βρεθούν στη Βουλή πρόσωπα με βάθος. Πράγμα σπάνιο αλλά όχι ανύπαρκτο ακόμα και στα σημερινά ψηφοδέλτια.

Δύο βομβαρδισμοί που η ΚΝΕ “ξέχασε” να βάλει στις αφίσες της

Εκδίδοντας τρεις αφίσες, η ΚΝΕ αναρωτιέται ποια είναι η σωστή πλευρά της ιστορίας. Σίγουρα όχι αυτή του πλυντηρίου του ΝΑΤΟ. Η νεολαία του ΚΚΕ αντιπαραθέτει τους ρωσικούς βομβαρδισμούς στην Ουκρανία με τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στη Γιουγκοσλαβία. Ο συμψηφισμός είναι βαρύς: μπορούν αλήθεια να “ισοφαριστούν” όσα έκαναν οι Αμερικανοί μετά το 1989, με όσα κάνουν σήμερα οι Ρώσοι;

Η μεταμόρφωση του ΚΚΕ από αντιΝατοϊκό και αντιμπεριαλιστικό κόμμα σε καθωσπρέπει πολιτικό κόμμα των ίσων αποστάσεων, δεν ήταν ξαφνική. Κυοφορείται εδώ και χρόνια, από την εποχή που το ΚΚΕ πήρε διαζύγιο από τη λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και αποφάσισε ότι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός ταυτίζονται. Από τότε που η “καταλήστευση του κόσμου από μια χούφτα ιμπεριαλιστικών χωρών”, μετασχηματίστηκε σε “ιμπεριαλιστική πυραμίδα”. 

Προκύπτει επίσης από την κατάργηση της θέσης ότι ο “κομμουνισμός είναι η κίνηση προς την κατάργηση της υπάρχουσα τάξης πραγμάτων” και την υιοθέτηση της θέσης ότι ο κομμουνισμός είναι σύμβολα, σημαίες, νοσταλγία για το παρελθόν και επίκληση στο μακρινό μέλλον, χωρίς επίδικα και πολιτικές μάχες στο σήμερα. 

Η στροφή του ΚΚΕ δεν είναι ξαφνική. Ωστόσο, ο πόλεμος στην Ουκρανία ήρθε ως “στιγμή” απελευθέρωσης από τα αντιΝατοϊκά και αντιΑμερικανικά βαρίδια του παρελθόντος. Η υιοθέτηση της πλειοψηφικής αφήγησης της δυτικής Αριστεράς, ότι το ΝΑΤΟ και η Ρωσία όχι μόνο έχουν τις ίδιες ευθύνες, αλλά ότι η Ρωσία ειδικά είναι ο αδίκως επιτιθέμενος, ενώνει πλέον το ΚΚΕ με όσους άλλοτε κατηγορούσε ως υπόδουλους στα Νατοϊκά συμφέροντα. 

Ας ξεπεράσουμε το ερώτημα αν ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ιμπεριαλιστικός πόλεμος για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής, ή αν είναι αποτέλεσμα της αμερικανικής επιθετικότητας και της νατοϊκής περικύκλωσης κάθε πραγματικού ή δυνητικού αντιπάλου της ευρωατλαντικής κυριαρχίας, άρα και της Ρωσίας. Ας ξεπεράσουμε δηλαδή το ερώτημα που η απάντησή του προσδιορίζει το χαρακτήρα του σημερινού πολέμου στην Ουκρανία.

Το γεγονός ότι το ΚΚΕ βρίσκεται στην Ελλάδα, και η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ, και η κυβέρνησή της φανατικός υποστηρικτής των αμερικανικών σχεδιασμών, μήπως μετατρέπει την πολιτική των ίσων αποστάσεων, σε όχι και τόσο ίσες; Αν πρόκειται για “ενδοϊμπεριαλιστικό” πόλεμο, το ΚΚΕ δεν θα έπρεπε να αγωνίζεται πρώτα από όλα για την ήττα του “δικού μας” ιμπεριαλισμού, του αμερικάνικου; Αυτήν την κλασική υπεραιωνόβια αλήθεια, πώς και την ξέχασε ο Περισσός και μοιράζει ακριβοδίκαια τις αφίσες του κρατώντας ίσες αποστάσεις; Οι ίσες αποστάσεις από δύο στρατόπεδα, δεν είναι ίσες όταν βρίσκεσαι καταμεσής στο ένα από τα δύο στρατόπεδα. 

Και επιπλέον: Πώς ακριβώς ο βομβαρδισμός της Ουκρανίας από τη Ρωσία “ισοδυναμεί” ή είναι “εξίσου καταδικαστέος” με τους βομβαρδισμούς των Αμερικανών στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν ή στη Γιουγκοσλαβία; Τόσο εύκολα εξισώνεται το “carpet bombing” που εφάρμοσαν οι ΗΠΑ για παράδειγμα στο Ιράκ, που ισοπέδωσε ολόκληρα τετραγωνικά χιλιόμετρα, με τις μάλλον στοχευμένες και με σχετικά μικρές απώλειες σε αμάχους επιχειρήσεις του ρωσικού στρατού;

Μπορεί η ΚΝΕ να συγκρίνει την κατεστραμμένη Φαλούτζα των 300 χιλιάδων κατοίκων, όπου οι Αμερικάνοι ισοπέδωσαν τα μισά σπίτια, βομβάρδισαν τα νοσοκομεία της και οδήγησαν στο θάνατο, στην αυτοκτονία ή στη λιμοκτονία χιλιάδες κατοίκους της, με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα πχ στο Χάρκοβο ή στο Κίεβο; 

Μπορεί κάποιος να ισορροπήσει ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Ρωσία όταν οι Αμερικανοί είναι με αδιαμφισβήτητη διαφορά, μακράν πρώτοι (σε λογαριθμική κλίμακα), σε πολέμους, εισβολές, επεμβάσεις, βομβαρδισμούς, δολοφονίες αμάχων, διαμελισμούς χωρών, πραξικοπήματα, στρατιωτικές βάσεις, εμπάργκο, δολοφονίες ξένων αξιωματούχων, εκβιασμούς, απαγωγές, στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Ακόμα και αν δεχτούμε χάριν της συζήτησης ότι η Ρωσία έχει άδικο και διεξάγει έναν επιθετικό πόλεμο, το γεγονός ότι εξισώνεται με τη δολοφονική πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ, δεν μπορεί παρά να έχει ένα και μόνο αποτέλεσμα: Να σχετικοποιήσει και να υποβιβάσει τις ευθύνες του με διαφορά νούμερο ένα τρομοκράτη του σύγχρονου κόσμου. 

Επειδή όμως η ΚΝΕ αρέσκεται να απεικονίζει βομβαρδισμούς και να είναι ενάντια σε όλους τους βομβαρδισμούς, παραθέτουμε δύο βομβαρδισμούς που δεν “χώρεσαν” στις αφίσες της. Μάλλον θα ξεχάστηκαν. 

Ο πρώτος βομβαρδισμός είναι από την Ανατολική Ουκρανία, που μετά το ακροδεξιό φιλοΝατοϊκό πραξικόπημα του Μεϊντάν, βομβαρδίστηκε με συνέπεια και επιμονή από τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, αν και τμήμα της ουκρανικης επικράτειας, καθώς ο εκεί λαός είχε ρωσική εθνική συνείδηση. Αυτή η συστηματική δίωξη, μέχρις σημείου εξόντωσης, των ρωσικών πληθυσμών στην Ανατολική Ουκρανία ήταν η έναρξη του πολέμου, είτε αρέσει στη Δύση, είτε όχι.

Οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις βομβάρδισαν τμήμα της ουκρανικής επικράτειας στοχεύοντας ειδικά σε πολιτικές και κοινωνικές υποδομές και προκαλώντας νεκρούς ανάμεσα σε αμάχους. Έκαψαν ζωντανούς αντιφασίστες συνδικαλιστές στο Κτίριο των Συνδικάτων στην Οδησσό. Βασάνισαν εθνικούς και ιδεολογικούς αντιφρονούντες, έχοντας οργανώσει για αυτό το σκοπό ναζιστικά τάγματα θανάτου. 

Η ΚΝΕ – μιας και της διέφυγαν οι ουκρανικοί βομβαρδισμοί και οι νεοναζιστικές σφαγές στο Ντονμπάς, στο Λουχάνσκ και στην Οδησσό- μπορεί να διαλέξει από τις παρακάτω φωτογραφίες μία (1) για να την κάνει αφίσα. 

Λουχάνσκ. Βομβαρδισμοί από Ουκρανία.

Ντονμπάς. Βομβαρδισμοί από Ουκρανία.

Οδησσός. Δολοφονίες από ουκρανικά τάγματα θανάτου.

Ένας δεύτερος βομβαρδισμός που “ξέχασε” η ΚΝΕ να καταδικάσει είναι αυτός του Βερολίνου του 1945Γιατί είναι αλήθεια ότι ο Κόκκινος Στρατός στην τιτάνια μάχη που έκανε να τσακίσει το ναζιστικό τέρας φτάνοντας στην ίδια του τη φωλιά, δεν δίστασε να βομβαρδίσει την πρωτεύουσα της Γερμανίας, ισοπεδώνοντας μάλιστα – από κοινού με τους Συμμάχους – ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. 

Βερολίνο 1945 μετά τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς

Μήπως να περιμένουμε από τον Περισσό να βγάλει καμιά αφίσα που να καταδικάζει “κάθε βομβαρδισμό, από όπου κι αν προέρχεται” – ανάμεσά τους και τον βομβαρδισμό της ναζιστικής Γερμανίας;

Το δε χιλιομασημένο επιχείρημα ότι άλλο η Ρωσία και άλλο η Σοβιετική Ένωση, στην περίπτωση αυτή, δεν ισχύει. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι βομβαρδισμοί είναι καλοί αν τους κάνει μια σοσιαλιστική χώρα και κακοί αν τους κάνει μια καπιταλιστική χώρα. Τέτοιος αγράμματος και σχηματικός μαρξισμός ταιριάζει μόνο στη χειρότερη γκρούπα. 

Οι βομβαρδισμοί δεν κρίνονται από το αν αυτός που τους κάνει μιλά εξονόματος του σοσιαλισμού ή του καπιταλισμού. Κρίνονται από το αποτέλεσμα που παράγουν στον συσχετισμό δύναμης. Τι θα σήμαινε σήμερα μια νίκη του ΝΑΤΟ και ήττα της Ρωσίας στο μέτωπο της Ουκρανίας για τους λαούς και τους εργαζόμενους όλου του κόσμου; Και τι θα σήμαινε το ανάποδο;

Θα ήταν θετικό ή αρνητικό να σταματήσει, για πρώτη φορά στον μετακομμουνιστικό κόσμο, η πλήρης ασυδοσία των ΗΠΑ και η διαρκής επιθετική επέκταση του ΝΑΤΟ;

Είναι αυτό ένα αποτέλεσμα αδιάφορο για τους λαούς, για την εργατική τάξη, για τους κομμουνιστές; 

Ακόμα και αν η Ρωσία ήταν εξίσου σκληρός, κακός και αιματοβαμμένος ιμπεριαλιστής με τις ΗΠΑ, τι θα σήμαινε για τους λαούς, για την εργατική τάξη, για τους κομμουνιστές, το γεγονός ότι ο ενδοιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός μπλοκάρει – έστω προσωρινά – το άνοιγμα νέων πολεμικών μετώπων του ΝΑΤΟ, σε όποιο μήκος και πλάτος της γης γουστάρει η Ουάσινγκτον; 

Ή μήπως είναι η πρώτη φορά που οι λαοί, η εργατική τάξη και οι κομμουνιστές “επωφελούνται”, “ανασαίνουν” ή “ανακουφίζονται” από την όξυνση του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού; (Κάνουμε πάντα τη χάρη στο ΚΚΕ να υιοθετούμε το βαθιά λαθεμένο σχήμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία).

Είναι τελικά κακό να ηττηθεί ο νούμερο ένα εχθρός των λαών, της ανεξαρτησίας, της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός;

Έστω και πρόσκαιρα;

Έστω και αν αυτός που θα τον αναγκάσει σε ήττα ή αναδίπλωση, δεν θα είναι ο Κόκκινος Στρατός αλλά η Ρωσία ή/και η Κίνα;

Είναι κακό να διαμορφωθεί μια νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου δεν θα είναι ο κόσμος τσιφλίκι των Αμερικάνων και των συμμάχων τους;;

Σε αντίθεση με το κάλεσμα της ΚΝΕ “να μην διαλέξουμε κανέναν”, οι προοδευτικοί, οι εργαζόμενοι, οι νέοι, πρέπει να διαλέξουν. 

Γιατί τα στρατόπεδα δεν φτιάχνονται όταν βγάζεις αφίσες που λες ότι δεν διαλέγεις στρατόπεδο. Τα στρατόπεδα φτιάχνονται όταν διαλέξεις αντίπαλο. Αυτό είναι το κρίσιμο στον πόλεμο στην Ουκρανία: όχι να διαλέξουμε ιμπεριαλιστή αλλά να διαλέξουμε αντίπαλο. Και μόνο έτσι – διαλέγοντας αντίπαλο – θα συγκροτηθεί το στρατόπεδο των λαών, της εργατικής τάξης, των κομμουνιστών, στρατόπεδο που τόσο έχει ανάγκη σήμερα η ανθρωπότητα.