Δύο βομβαρδισμοί που η ΚΝΕ “ξέχασε” να βάλει στις αφίσες της

Εκδίδοντας τρεις αφίσες, η ΚΝΕ αναρωτιέται ποια είναι η σωστή πλευρά της ιστορίας. Σίγουρα όχι αυτή του πλυντηρίου του ΝΑΤΟ. Η νεολαία του ΚΚΕ αντιπαραθέτει τους ρωσικούς βομβαρδισμούς στην Ουκρανία με τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στη Γιουγκοσλαβία. Ο συμψηφισμός είναι βαρύς: μπορούν αλήθεια να “ισοφαριστούν” όσα έκαναν οι Αμερικανοί μετά το 1989, με όσα κάνουν σήμερα οι Ρώσοι;

Η μεταμόρφωση του ΚΚΕ από αντιΝατοϊκό και αντιμπεριαλιστικό κόμμα σε καθωσπρέπει πολιτικό κόμμα των ίσων αποστάσεων, δεν ήταν ξαφνική. Κυοφορείται εδώ και χρόνια, από την εποχή που το ΚΚΕ πήρε διαζύγιο από τη λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και αποφάσισε ότι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός ταυτίζονται. Από τότε που η “καταλήστευση του κόσμου από μια χούφτα ιμπεριαλιστικών χωρών”, μετασχηματίστηκε σε “ιμπεριαλιστική πυραμίδα”. 

Προκύπτει επίσης από την κατάργηση της θέσης ότι ο “κομμουνισμός είναι η κίνηση προς την κατάργηση της υπάρχουσα τάξης πραγμάτων” και την υιοθέτηση της θέσης ότι ο κομμουνισμός είναι σύμβολα, σημαίες, νοσταλγία για το παρελθόν και επίκληση στο μακρινό μέλλον, χωρίς επίδικα και πολιτικές μάχες στο σήμερα. 

Η στροφή του ΚΚΕ δεν είναι ξαφνική. Ωστόσο, ο πόλεμος στην Ουκρανία ήρθε ως “στιγμή” απελευθέρωσης από τα αντιΝατοϊκά και αντιΑμερικανικά βαρίδια του παρελθόντος. Η υιοθέτηση της πλειοψηφικής αφήγησης της δυτικής Αριστεράς, ότι το ΝΑΤΟ και η Ρωσία όχι μόνο έχουν τις ίδιες ευθύνες, αλλά ότι η Ρωσία ειδικά είναι ο αδίκως επιτιθέμενος, ενώνει πλέον το ΚΚΕ με όσους άλλοτε κατηγορούσε ως υπόδουλους στα Νατοϊκά συμφέροντα. 

Ας ξεπεράσουμε το ερώτημα αν ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ιμπεριαλιστικός πόλεμος για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής, ή αν είναι αποτέλεσμα της αμερικανικής επιθετικότητας και της νατοϊκής περικύκλωσης κάθε πραγματικού ή δυνητικού αντιπάλου της ευρωατλαντικής κυριαρχίας, άρα και της Ρωσίας. Ας ξεπεράσουμε δηλαδή το ερώτημα που η απάντησή του προσδιορίζει το χαρακτήρα του σημερινού πολέμου στην Ουκρανία.

Το γεγονός ότι το ΚΚΕ βρίσκεται στην Ελλάδα, και η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ, και η κυβέρνησή της φανατικός υποστηρικτής των αμερικανικών σχεδιασμών, μήπως μετατρέπει την πολιτική των ίσων αποστάσεων, σε όχι και τόσο ίσες; Αν πρόκειται για “ενδοϊμπεριαλιστικό” πόλεμο, το ΚΚΕ δεν θα έπρεπε να αγωνίζεται πρώτα από όλα για την ήττα του “δικού μας” ιμπεριαλισμού, του αμερικάνικου; Αυτήν την κλασική υπεραιωνόβια αλήθεια, πώς και την ξέχασε ο Περισσός και μοιράζει ακριβοδίκαια τις αφίσες του κρατώντας ίσες αποστάσεις; Οι ίσες αποστάσεις από δύο στρατόπεδα, δεν είναι ίσες όταν βρίσκεσαι καταμεσής στο ένα από τα δύο στρατόπεδα. 

Και επιπλέον: Πώς ακριβώς ο βομβαρδισμός της Ουκρανίας από τη Ρωσία “ισοδυναμεί” ή είναι “εξίσου καταδικαστέος” με τους βομβαρδισμούς των Αμερικανών στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν ή στη Γιουγκοσλαβία; Τόσο εύκολα εξισώνεται το “carpet bombing” που εφάρμοσαν οι ΗΠΑ για παράδειγμα στο Ιράκ, που ισοπέδωσε ολόκληρα τετραγωνικά χιλιόμετρα, με τις μάλλον στοχευμένες και με σχετικά μικρές απώλειες σε αμάχους επιχειρήσεις του ρωσικού στρατού;

Μπορεί η ΚΝΕ να συγκρίνει την κατεστραμμένη Φαλούτζα των 300 χιλιάδων κατοίκων, όπου οι Αμερικάνοι ισοπέδωσαν τα μισά σπίτια, βομβάρδισαν τα νοσοκομεία της και οδήγησαν στο θάνατο, στην αυτοκτονία ή στη λιμοκτονία χιλιάδες κατοίκους της, με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα πχ στο Χάρκοβο ή στο Κίεβο; 

Μπορεί κάποιος να ισορροπήσει ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Ρωσία όταν οι Αμερικανοί είναι με αδιαμφισβήτητη διαφορά, μακράν πρώτοι (σε λογαριθμική κλίμακα), σε πολέμους, εισβολές, επεμβάσεις, βομβαρδισμούς, δολοφονίες αμάχων, διαμελισμούς χωρών, πραξικοπήματα, στρατιωτικές βάσεις, εμπάργκο, δολοφονίες ξένων αξιωματούχων, εκβιασμούς, απαγωγές, στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Ακόμα και αν δεχτούμε χάριν της συζήτησης ότι η Ρωσία έχει άδικο και διεξάγει έναν επιθετικό πόλεμο, το γεγονός ότι εξισώνεται με τη δολοφονική πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ, δεν μπορεί παρά να έχει ένα και μόνο αποτέλεσμα: Να σχετικοποιήσει και να υποβιβάσει τις ευθύνες του με διαφορά νούμερο ένα τρομοκράτη του σύγχρονου κόσμου. 

Επειδή όμως η ΚΝΕ αρέσκεται να απεικονίζει βομβαρδισμούς και να είναι ενάντια σε όλους τους βομβαρδισμούς, παραθέτουμε δύο βομβαρδισμούς που δεν “χώρεσαν” στις αφίσες της. Μάλλον θα ξεχάστηκαν. 

Ο πρώτος βομβαρδισμός είναι από την Ανατολική Ουκρανία, που μετά το ακροδεξιό φιλοΝατοϊκό πραξικόπημα του Μεϊντάν, βομβαρδίστηκε με συνέπεια και επιμονή από τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, αν και τμήμα της ουκρανικης επικράτειας, καθώς ο εκεί λαός είχε ρωσική εθνική συνείδηση. Αυτή η συστηματική δίωξη, μέχρις σημείου εξόντωσης, των ρωσικών πληθυσμών στην Ανατολική Ουκρανία ήταν η έναρξη του πολέμου, είτε αρέσει στη Δύση, είτε όχι.

Οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις βομβάρδισαν τμήμα της ουκρανικής επικράτειας στοχεύοντας ειδικά σε πολιτικές και κοινωνικές υποδομές και προκαλώντας νεκρούς ανάμεσα σε αμάχους. Έκαψαν ζωντανούς αντιφασίστες συνδικαλιστές στο Κτίριο των Συνδικάτων στην Οδησσό. Βασάνισαν εθνικούς και ιδεολογικούς αντιφρονούντες, έχοντας οργανώσει για αυτό το σκοπό ναζιστικά τάγματα θανάτου. 

Η ΚΝΕ – μιας και της διέφυγαν οι ουκρανικοί βομβαρδισμοί και οι νεοναζιστικές σφαγές στο Ντονμπάς, στο Λουχάνσκ και στην Οδησσό- μπορεί να διαλέξει από τις παρακάτω φωτογραφίες μία (1) για να την κάνει αφίσα. 

Λουχάνσκ. Βομβαρδισμοί από Ουκρανία.

Ντονμπάς. Βομβαρδισμοί από Ουκρανία.

Οδησσός. Δολοφονίες από ουκρανικά τάγματα θανάτου.

Ένας δεύτερος βομβαρδισμός που “ξέχασε” η ΚΝΕ να καταδικάσει είναι αυτός του Βερολίνου του 1945Γιατί είναι αλήθεια ότι ο Κόκκινος Στρατός στην τιτάνια μάχη που έκανε να τσακίσει το ναζιστικό τέρας φτάνοντας στην ίδια του τη φωλιά, δεν δίστασε να βομβαρδίσει την πρωτεύουσα της Γερμανίας, ισοπεδώνοντας μάλιστα – από κοινού με τους Συμμάχους – ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. 

Βερολίνο 1945 μετά τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς

Μήπως να περιμένουμε από τον Περισσό να βγάλει καμιά αφίσα που να καταδικάζει “κάθε βομβαρδισμό, από όπου κι αν προέρχεται” – ανάμεσά τους και τον βομβαρδισμό της ναζιστικής Γερμανίας;

Το δε χιλιομασημένο επιχείρημα ότι άλλο η Ρωσία και άλλο η Σοβιετική Ένωση, στην περίπτωση αυτή, δεν ισχύει. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι βομβαρδισμοί είναι καλοί αν τους κάνει μια σοσιαλιστική χώρα και κακοί αν τους κάνει μια καπιταλιστική χώρα. Τέτοιος αγράμματος και σχηματικός μαρξισμός ταιριάζει μόνο στη χειρότερη γκρούπα. 

Οι βομβαρδισμοί δεν κρίνονται από το αν αυτός που τους κάνει μιλά εξονόματος του σοσιαλισμού ή του καπιταλισμού. Κρίνονται από το αποτέλεσμα που παράγουν στον συσχετισμό δύναμης. Τι θα σήμαινε σήμερα μια νίκη του ΝΑΤΟ και ήττα της Ρωσίας στο μέτωπο της Ουκρανίας για τους λαούς και τους εργαζόμενους όλου του κόσμου; Και τι θα σήμαινε το ανάποδο;

Θα ήταν θετικό ή αρνητικό να σταματήσει, για πρώτη φορά στον μετακομμουνιστικό κόσμο, η πλήρης ασυδοσία των ΗΠΑ και η διαρκής επιθετική επέκταση του ΝΑΤΟ;

Είναι αυτό ένα αποτέλεσμα αδιάφορο για τους λαούς, για την εργατική τάξη, για τους κομμουνιστές; 

Ακόμα και αν η Ρωσία ήταν εξίσου σκληρός, κακός και αιματοβαμμένος ιμπεριαλιστής με τις ΗΠΑ, τι θα σήμαινε για τους λαούς, για την εργατική τάξη, για τους κομμουνιστές, το γεγονός ότι ο ενδοιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός μπλοκάρει – έστω προσωρινά – το άνοιγμα νέων πολεμικών μετώπων του ΝΑΤΟ, σε όποιο μήκος και πλάτος της γης γουστάρει η Ουάσινγκτον; 

Ή μήπως είναι η πρώτη φορά που οι λαοί, η εργατική τάξη και οι κομμουνιστές “επωφελούνται”, “ανασαίνουν” ή “ανακουφίζονται” από την όξυνση του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού; (Κάνουμε πάντα τη χάρη στο ΚΚΕ να υιοθετούμε το βαθιά λαθεμένο σχήμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία).

Είναι τελικά κακό να ηττηθεί ο νούμερο ένα εχθρός των λαών, της ανεξαρτησίας, της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός;

Έστω και πρόσκαιρα;

Έστω και αν αυτός που θα τον αναγκάσει σε ήττα ή αναδίπλωση, δεν θα είναι ο Κόκκινος Στρατός αλλά η Ρωσία ή/και η Κίνα;

Είναι κακό να διαμορφωθεί μια νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου δεν θα είναι ο κόσμος τσιφλίκι των Αμερικάνων και των συμμάχων τους;;

Σε αντίθεση με το κάλεσμα της ΚΝΕ “να μην διαλέξουμε κανέναν”, οι προοδευτικοί, οι εργαζόμενοι, οι νέοι, πρέπει να διαλέξουν. 

Γιατί τα στρατόπεδα δεν φτιάχνονται όταν βγάζεις αφίσες που λες ότι δεν διαλέγεις στρατόπεδο. Τα στρατόπεδα φτιάχνονται όταν διαλέξεις αντίπαλο. Αυτό είναι το κρίσιμο στον πόλεμο στην Ουκρανία: όχι να διαλέξουμε ιμπεριαλιστή αλλά να διαλέξουμε αντίπαλο. Και μόνο έτσι – διαλέγοντας αντίπαλο – θα συγκροτηθεί το στρατόπεδο των λαών, της εργατικής τάξης, των κομμουνιστών, στρατόπεδο που τόσο έχει ανάγκη σήμερα η ανθρωπότητα. 

Να αρνηθούμε το ξεκατίνιασμα, την παρακμή και την αναξιοπιστία

1.

Οι ερχόμενες εκλογές δεν αξίζει να γίνουν για μια ακόμα φορά πεδίο αδιέξοδων, παρακμιακών και μικροπολιτικών διενέξεων στον ήδη ταλαιπωρημένο χώρο της Αριστεράς. Ανεξάρτητα με το τι λέγεται σε έναν μικρόκοσμο επιτελείων και στελεχών, η συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση, με δεδομένη τη χρόνια τελματωμένη κατάσταση στην Αριστερά και στο κίνημα, δεν πρόκειται να συμβάλει στην επίλυση του πολιτικού και κοινωνικού αδιεξόδου που αντιμετωπίζουμε. Τα μαχαίρια μπορούν να μπουν στα θηκάρια τους. Δεν κρίνεται τίποτα ιδιαίτερο από τη μία ή την άλλη εκλογική στάση.

2.

Το ξεκατίνιασμα, η διαστροφή των θέσεων του συνομιλητή, το μικροπολιτικό ταμπούρωμα σε σχήματα και κεκτημένα, οι καρικατούρες, οι στρεβλώσεις, ακόμα και τα ψέματα, πριμοδοτούν την απογοήτευση και την αποστράτευση, πολλαπλασιάζουν τη σύγχυση. Κείμενα, όρκοι πίστης, λόγοι, σημειώματα, απαντήσεις επί απαντήσεων, αναπαράγουν το αδιέξοδο. Πολύ περισσότερο όταν απλώς επαναλαμβάνουν αναμασήματα απόψεων και πρακτικών που περισσότερο από μια δεκαετία έχουν εκ των πραγμάτων αποδειχθεί ατελέσφορα, αυτοαναφορικά, απογοητευτικά.

3.

Το πρόβλημα ήταν και είναι πολύ βαθύτερο από το αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κατέβει με τη ΛΑΕ, αν η ΛΑΕ φλερτάρει με το ΜΕΡΑ 25, αν όσοι αποχώρησαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αντεπαναστάτες, αν όσοι θέλουν ενότητα είναι ρεφορμιστές, ή αν η ψήφος στο ΚΚΕ είναι η παθητική αποδοχή ότι τίποτα καλύτερο δεν μπορεί να γίνει από το να διατηρείται ένα μοναστήρι με αναφορά στον κομμουνισμό. Το πρόβλημα γεννιέται από τη βαθιά και στρατηγική ήττα μιας Αριστεράς, που στο πολιτικό παράθυρο ευκαιρίας που άνοιξε ο αντιμνημονιακός αγώνας επέλεξε να είναι απούσα πολιτικά, κρύβοντας την πολιτική ανεπάρκεια πίσω από την κινηματική παρουσία. Όσο δεν αναμετριόμαστε συλλογικά και ειλικρινά με αυτή την ήττα, ούτε η Αριστερά, ούτε το λαϊκό κίνημα θα μπορέσει να ανασκοπήσει.

4.

Η παρακμή φτάνει σε σημεία που απωθούν νέους και αποστρατεύουν παλιότερους αγωνιστές. Αποκορύφωμα είναι η μετατροπή της πολιτικής αντιπαράθεσης σε βίαιες αναμετρήσεις ομάδων και οργανώσεων, που αντιγράφουν πρακτικές οπαδικού χουλιγκανισμού (ραντεβού ομάδων με σχετικό εξοπλισμό). Πέραν του ότι αυτές οι πρακτικές είναι ξένες προς την Αριστερά και το κίνημα, είναι και επικίνδυνες καθώς μια και μόνο μοιραία κατάληξη σε κάποια από αυτές τις “αναμετρήσεις”, θα είχε ανυπολόγιστο κόστος σε όλα τα επίπεδα.

5.

Η συνεχής αυτοαναφορικότητα, η εσωστρέφεια, η έλλειψη αναφοράς στον λαϊκό παράγοντα και στα πραγματικά προβλήματα του εργαζόμενου κόσμου, φτιάχνουν μια Αριστερά που τρώει τις σάρκες της χωρίς να είναι πραγματική και χρήσιμη. Η αντιστροφή ενός δυσμενούς συσχετισμού για την εργαζόμενη κοινωνία δεν μπορεί δυστυχώς να γίνει από τη σημερινή υπάρχουσα Αριστερά. Χρειαζόμαστε μια άλλη κατάσταση πνευμάτων, ανθρώπων, σχημάτων, κουλτούρας και προοπτικής. Με σεβασμό σε όλους τους συντρόφους, συναγωνιστές και στελέχη που σήμερα δίνουν τον τόνο στις διεργασίες, στις συζητήσεις και στις αντιπαραθέσεις, ίσως θα έπρεπε να σκεφτούν σοβαρά τον αυτοπεριορισμό τους προς όφελος της κοινής αγωνίας χιλιάδων αριστερών για μια άλλη Αριστερά.

6.

Το βάθος της αναξιοπιστίας είναι τέτοιο που δημιουργεί χάσμα ακόμα και μέσα στην μικροκλίμακα της Αριστεράς ανάμεσα στη βάση και στα επιτελεία των οργανώσεων. Όλος ο κόσμος που έχει μια κοινή λογική καταλαβαίνει ότι το παιχνίδι του μουτζούρη ενόψει των εκλογών είναι εκ των προτέρων στημένο. Αγωνιστές που στέκονται στην περιφέρεια των οργανώσεων και είναι με το ένα πόδι στην ιδιώτευση ή την αποστράτευση αλλά δεν θέλουν να τα παρατήσουν, καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από τις “καθοδηγήσεις” ότι ο δρόμος που άνοιξε απλώς αναπαράγει και εντείνει το αδιέξοδο.

7.

Υπάρχουν αριστεροί που αγωνιούν για το τι πρέπει να γίνει, δεν υπάρχει Αριστερά που μπορεί να τους εκφράσει. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα, το οποίο δεν απαντιέται και δεν μπορεί να απαντηθεί με τη μία ή την άλλη εκλογική συνεργασία, στάση ή απόφαση. Απαιτεί απαντήσεις που να αντιμετωπίζουν την εκλογική αναμέτρηση στην κλίμακα που (σήμερα) της αξίζει, να πάρουν διαζύγιο με τον εκλογικό κρετινισμό και να εστιάσουν στην πρόκληση της συγκέντρωσης και συσσώρευσης δυνάμεων που να έχουν αναφορά στην κομμουνιστική υπόθεση.

Η συναυλία του ΚΚΕ για τον Ξαρχάκο προκαλεί τη θλίψη και κρύβει την ανεπάρκεια

Όχι επειδή ο Ξαρχάκος ανήκει στη Δεξιά – δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με αυτό. Αλλά επειδή το ΚΚΕ τείνει να μετατραπεί σε όμιλο πολιτιστικής υπενθύμισης των περασμένων αγώνων του λαού μας. Και τίποτα παραπάνω. Ή για να το πούμε πιο καθαρά: Επειδή το ΚΚΕ (αλλά και το σύνολο της Αριστεράς) σήμερα δεν μπορεί να είναι τίποτα παραπάνω, επιλέγει να μας θυμίζει απλώς τα περασμένα μεγαλεία. 

Από το Φεστιβάλ της ΚΝΕ μέχρι τις συναυλίες για τον Μητροπάνο και τον Μικρούτσικο, το ΚΚΕ οργανώνει μια ρετρό, νοσταλγική, ακίνδυνη εκδρομή στο παρελθόν. Αν συνοδευόταν από μια πολιτική και ιδεολογική, σύγχρονη και επικίνδυνη (για την αστική τάξη) παρουσία, αυτή η επιστροφή θα ήταν χρήσιμη. Θα αναδείκνυε συνέχειες, αναφορές και ρίζες. Όμως δεν είναι. Και όχι μόνο δεν είναι χρήσιμη αλλά είναι νανουριστική, στενάχωρη και θλιβερή. 

Δεν έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι ένα κόμμα δεν πρέπει να έχει πολιτιστική πρόταση. Ούτε φυσικά όσοι λένε ότι ένα κόμμα μπορεί να τιμά μόνο τους συνοδοιπόρους του. Το πρόβλημα ξεκινά όταν υποκαθίσταται η πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση με τον αντίπαλο στο σήμερα, από τις νοσταλγικές και ασφαλείς προσφυγές στο πολιτισμικό χθες. 

Τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ είναι πλέον ο μακράν μαζικότερος πολιτιστικός θεσμός της χώρας. Αριστεροί από όλα τα ρεύματα, προοδευτικοί και δημοκράτες, ακόμα και ανανήψαντες που έχουν πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα, επισκέπτονται το Πάρκο Τρίτση, περιδιαβαίνουν ανάμεσα στις κόκκινες σημαίες, θυμούνται την εποχή που ο Θεοδωράκης ξεσήκωνε τα πλήθη, την εποχή που το ΚΚΕ απειλούσε το σύστημα, την εποχή που η κόκκινη σημαία ανέμιζε στο Κρεμλίνο και η Αριστερά πυρπολούσε τις καρδιές των νέων και των εργατών. 

Μια πικρή νοσταλγία μας κατακλύζει, όσους υπήρξαμε ή και υπάρχουμε στην Αριστερά, για τότε που όλοι, μα όλοι, πίστευαν ότι ο κόσμος αλλάζει. Καλύπτουμε έτσι την πίκρα για σήμερα, που ούτε καν η Αριστερά δεν πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. 

Μένουμε λοιπόν με την ανάμνηση για αυτά που είχαμε και αυτά που χάσαμε παλιότερα, επιβεβαιώνοντας την αίσθηση ανικανότητας και ανημπόριας στο σήμερα. Γιατί να αναμετρηθούμε με τις δυσκολίες του παρόντος, ειδικά όταν αυτές απαιτούν βαθιές αυτοκριτικές και εκ βάθρων ανατροπές στον τρόπο ύπαρξης της Αριστεράς, και να μην καταφύγουμε στην ασφάλεια και στη θαλπωρή του ένδοξου παρελθόντος;

Αυτό υπηρετούν οι συναυλίες του ΚΚΕ  και αυτό δεν είναι προσφορά ούτε στην Αριστερά, ούτε στον πολιτισμό, ούτε στην ιστορία. Και δεν είναι τυχαίο ότι, τόσο η συναυλία όσο και το ίδιο το ΚΚΕ, χειροκροτήθηκαν από την ΕΦΣΥΝ μέχρι τη LIFO και τον …Χωμενίδη.  

Τραγουδάμε με συγκίνηση τη Δραπετσώνα του Μίκη και το Κάντε υπομονή του Ξαρχάκου, γιατί αυτό είναι το συλλογικό ηρωικό μας παρελθόν, λείπει όμως η Αριστερά που θα κάνει τον ουρανό πιο γαλανό, και τη λεμονιά να ανθίσει στη γειτονιά.

Το να συγκινείται ο αριστερός κόσμος από τέτοιες συναυλίες είναι φυσιολογικό. Και κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να το ενοσοποιήσει.  

Το να χρησιμοποιείται όμως, συνειδητά και σκόπιμα, αυτή η πολιτιστική κατάδυση στο παρελθόν, ως προκάλυμμα καπνού για την πολιτική και ιδεολογική ανεπάρκεια στο σήμερα, είναι θλιβερό.

Γιατί είναι βολικότερος ο θάνατος του Γλύξμπουργκ από τον θάνατο του 6χρονου;

Σχόλιο της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Ο Γλύξμπουργκ και η κηδεία του κυριαρχούν στην επικαιρότητα ως εύκολη και σε ένα βαθμό ανέξοδη αντιπαράθεση. Η Δεξιά δεν χάνει την ευκαιρία να θυμίσει τις εκλεκτικές συγγένειες που διατηρεί ακόμα και σήμερα με τη μοναρχία, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να εξιλεωθεί στον κεντρώο χώρο τον οποίο ψύχρανε με το  σκάνδαλο των υποκλοπών και τη χοντροκομμένη απόπειρα συγκάλυψής του, ενώ η Αριστερά υπενθυμίζει τα δεινά που σώρευσε στον τόπο η δυναστεία. 

Όλα αυτά ισχύουν, αλλά δεν παύουν να συνιστούν μια βολική πολιτική συζήτηση. Κυρίως για την Αριστερά. 

Ήταν είναι και θα είναι πάντα χρήσιμη η ανάδειξη των μεγάλων διαιρετικών τομών του παρελθόντος. Ειδικά στη χώρα που ζούμε, είναι απολύτως αναγκαία η υπενθύμιση της διαίρεσης των Ελλήνων ανάμεσα σε αυτούς που αντιστάθηκαν στους κατακτητές και στους τυράννους και σε αυτούς που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και έγιναν τύραννοι. Αυτή είναι η ιστορία της χώρας μας κατά τον περασμένο αιώνα.  

Οι εκκλήσεις “να αφήσουμε πίσω τα παλιά” προσπαθούν να κρύψουν ότι η ιστορία προχωρά όταν η κοινωνία διαιρείται σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους, και οπισθοχωρεί οταν οι καταπιεζόμενοι ανεμίζουν τα λάβαρα των καταπιεστών. Σήμερα ζούμε το δεύτερο, αλλά παλιότερα συνέβαινε και το πρώτο. 

Το πραγματικό ερώτημα που θέτει ο θάνατος του Γλύξμπουργκ δεν είναι πώς ακριβώς θα ταφεί ο τελευταίος εστεμμένος μιας καταστροφικής για τη χώρα και τη δημοκρατία δυναστείας, αλλά το πώς οι καταπιεζόμενοι θα συγκροτήσουν εαυτόν και θα διαμορφώσουν το δικό τους στρατόπεδο. 

Λίγες μέρες πριν πεθάνει στα 82 του χρόνια ο έκπτωτος μονάρχης, ένα παιδί 6 χρονών από τα Γρεβενά έπαθε ανακοπή καρδιάς. Αναζητήθηκε ΜΕΘ στη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Ελλάδα, αλλά δεν υπήρχε διαθέσιμο κρεβάτι. Αποφασίστηκε η διακομιδή του στην Πάτρα (!) στο Νοσοκομείο του Ρίου. Το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ χάλασε στο δρόμο και περίμενε να έρθει …άλλο ασθενοφόρο. Όταν τελικά βρέθηκε κρεβάτι για το παιδί, ο χρόνος που χάθηκε ήταν πλέον μοιραίος. Ο 6χρονος πέθανε, και οι γονείς δώρισαν τα όργανά του.

Αν υπήρχε ντροπή και φιλότιμο, αυτή η ιστορία έπρεπε να οδηγήσει τον ακροδεξιό υπουργό Υγείας (που κλαίει και οδύρεται για τον Γλύξμπουργκ), όχι σε παραίτηση, αλλά σε ατιμωτική αποπομπή. Και ολόκληρη την κυβέρνηση να καθίσταται υπόλογη για τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες που έχει το να χάνεται η ζωή ενός παιδιού. Όχι επειδή έτσι ήταν γραφτό, ούτε επειδή ιατρικά ήταν αναπότρεπτο, αλλά επειδή οι πολιτικές προτεραιότητες οδήγησαν στο να μην υπάρχει διαθέσιμη παιδική κλίνη ΜΕΘ σε όλη τη βόρεια Ελλάδα. Η πολιτική που εφαρμόζεται σκότωσε ένα παιδί. 

Αν αυτό δεν είναι πολιτική ευθύνη, τότε τι είναι; 

Το πώς και το γιατί του θανάτου του 6χρονου παιδιού είναι λιγότερο βολικό ζήτημα για μια Αριστερά που τρώει από τις δόξες και τις μάχες του παρελθόντος, ζει από τα έτοιμα της Εθνικής Αντίστασης, της εποποιίας του 40, των αγώνων ενάντια στο μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος, τον αντιδικτατορικό αγώνα. 

Άλλωστε η διάλυση της δημόσιας υγείας είναι έργο δεκαετιών και το υπηρέτησαν, όχι με τον ίδιο τρόπο, ούτε με τον ίδιο ρυθμό, αλλά πάντως το υπηρέτησαν όλες οι κυβερνήσεις και ειδικά οι μνημονιακές. Επί μνημονίων μειώθηκε ο αριθμός των γιατρών και των νοσηλευτών του ΕΣΥ, επί μνημονίων υποχρηματοδοτήθηκε η υγεία, επί μνημονίων έκλεισαν νοσοκομεία. Και επί μνημονίων δεν κυβερνούσε μόνο ο Μητσοτάκης. 

Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε ξανά το έξοχο πλάνο του Θόδωρου Αγγελόπουλου από τον Θίασο, με τη σκηνή στο κέντρο διασκέδασης. Εκεί, η παρέα των νέων του ΕΑΜ τραγουδά “το χουμε γράψει στο Σύνταγμα με αίμα, Δημοκρατία και όχι Βασιλιά”. Το απόσπασμα μας συγκινεί και μας θυμίζει ότι ο αγώνας για την ελευθερία στην Ελλάδα ταυτίστηκε με τον αγώνα ενάντια στο αιματοβαμμένο μοναρχοφασιστικό καθεστώς. Πράγματι, το ‘χουμε γράψει στο Σύνταγμα με αίμα, αλλά ποιοι είμαστε σήμερα εμείς, που τότε το γράψαμε;

Υπενθυμίζει η Αριστερά το δημοψήφισμα του ‘74 που έλυσε το πολιτειακό, αλλά κρύβει το δημοψήφισμα του 2015. Γιατί το πρώτο το σεβάστηκαν όλοι (βόλεψε και την άρχουσα τάξη), αλλά το δεύτερο δεν το σεβάστηκε κανείς. Ούτε αυτοί που το έχασαν και χωρίς ντροπή βγήκαν αμέσως μετά ως τιμητές της λαϊκής ετυμηγορίας, ούτε αυτοί που υποτίθεται ότι το κέρδισαν, αλλά κακοποίησαν, αλλοίωσαν, εξευτέλισαν την καταγεγραμμένη βούληση του ελληνικού λαού, υπογράφοντας τα εντελώς ανάποδα μια εβδομάδα μετά. Ούτε φυσικά όσοι προτιμούν να απέχουν από κάθε μάχη που θα μπορούσε να εξελιχθεί επικίνδυνα για το σύστημα. 

Η κατάδυση στο παρελθόν, έχει νόημα ως διαρκής υπενθύμιση ότι κατά τον εικοστό αιώνα τα καλύτερα παιδιά του ελληνικού λαού βρέθηκαν με τη σωστή και δίκαιη μεριά της ιστορίας, με την πλευρά των στρατιωτικά ηττημένων αλλά πολιτικά και ηθικά νικητών, και δοκίμασαν στο πετσί τους όλη τη βαρβαρότητα και τη μισαλλοδοξία της Δεξιάς, του Παλατιού, των ΗΠΑ και του φασισμού.

Δεν αρκεί όμως για να συγκροτήσει τα σημερινά στρατόπεδα. Οι γραμμές τους χάνονται, οι διαχωρισμοί αλλοιώνονται και “κοινοί τόποι” εφευρίσκονται (του ευρωατλαντισμού, της αγοράς, της συναίνεσης και της σύνεσης).

Τότε, ήταν η παράταξη του βασιλιά, η Δεξιά με την ακροδεξιά, αλλά τη συνέδραμε στις κρίσιμες στιγμές και το κέντρο. Ορθώθηκαν δύο Ελλάδες, η μία απέναντι στην άλλη. Η Ελλάδα της υποτέλειας, του ευτελισμού, της εξάρτησης, των πατρώνων από τη μιά και η Ελλάδα της ανεξαρτησίας, της λαοκρατίας, της δικαιοσύνης από την άλλη. Από τη μια η Δεξιά με τους όμορους κύκλους και τα συγκοινωνούντα δοχεία της (κεντρώος ήταν ο αρχιαποστάτης του ‘65) και από την άλλη η Αριστερά. 

Σήμερα η Αριστερά λείπει. Υπάρχουν μέλη, φίλοι και οπαδοί της, αλλά δεν υπάρχει δύναμη, δεν υπάρχει συγκρότηση, δεν υπάρχει στρατόπεδο και στρατός που να δίνει μάχες και να φιλοδοξεί να τις κερδίσει.  

Ο θάνατος του 6χρονου μας υπενθυμίζει πολύ περισσότερο από τον θάνατο του Γλύξμπουργκ ότι Αριστερά δεν είναι η παράταξη που θυμίζει τους αγώνες του παρελθόντος, αλλά η παράταξη που έρχεται από το παρελθόν και έχει μέλλον, παλεύοντας για να καλυτερεύσουν οι ζωές των απλών ανθρώπων. Η Αριστερά αντλεί από το παρελθόν αλλά ανασαίνει στο παρόν. Εμπνέεται από τους αγώνες του εικοστού αιώνα αλλά θα μπορέσει να ανασυγκροτηθεί μόνο στους αγώνες του σήμερα. 

Αυτή η άβολη αλήθεια χάνεται στο βολικό πεδίο του αντιμοναρχισμού, της ιστορίας των αγώνων του 60 και του 70, των δαφνών του παρελθόντος. 

Ας μιλήσουμε λοιπόν περισσότερο για τον θάνατο του 6χρονου και λιγότερο για τον θάνατο του Γλύξμπουργκ. 

Αποχαιρετισμός στον Αντρέα Βογιατζόγλου

Έφυγε από τη ζωή ο Αντρέας Βογιατζόγλου, γραμματέας του Καθοδηγητικού Οργάνου του ΚΚΕ(μ-λ). Στάθηκε με συνέπεια και επιμονή στον επαναστατικό δρόμο για όλη του τη ζωή.

Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ εκφράζει τα συλληπητήριά της στους συντρόφους και στην οικογένεια του Αντρέα Βογιατζόγλου.

Παραθέτουμε την ανακοίνωση του ΚΚΕ(μ-λ) για τον θάνατό του.

Έφυγε από τη ζωή ο σύντροφος μας Αντρέας Βογιατζόγλου!

Με τον πιο βαρύ πόνο ανακοινώνουμε ότι σήμερα έφυγε από τη ζωή, ο σύντροφός μας, γραμματέας από το 2010 του Καθοδηγητικού Οργάνου του ΚΚΕ(μ-λ), Αντρέας Βογιατζόγλου. Ο σύντροφός μας Αντρέας πάλεψε εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο με τον καρκίνο που τον χτύπησε ξανά, για δεύτερη φορά μετά τη δεκαετία του 2000, και παρόλο που αγωνίστηκε παλικαρίσια, νικήθηκε.

Γεννημένος το 1955 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήρθε στην Αθήνα σε ηλικία περίπου 8 χρονών και από πολύ νεαρή ηλικία συνάντησε, εμπνεύστηκε και δέθηκε με τις επαναστατικές κομμουνιστικές ιδέες, σε μια εποχή μεγάλων και κρίσιμων μαχών για το κομμουνιστικό κίνημα. Με αυτές τις ιδέες συμμετείχε στην εξέγερση του Νοέμβρη το 1973 στην Αθήνα, και την επόμενη χρονιά που εισάγεται στο τμήμα Χημικών Μηχανικών στη Θεσσαλονίκη είναι ήδη ενταγμένος στο μ-λ κίνημα και αναλαμβάνει τη θέση του υπεύθυνου της ΠΠΣΠ στη σχολή του. Στο 1ο Συνέδριο της ΠΠΣΠ, το 1977, εκλέγεται στο Κεντρικό Συμβούλιο, ενώ παράλληλα οργανώνεται και στο ΚΚΕ(μ-λ). Όλα τα πρώτα και θερμά χρόνια της μεταπολίτευσης, με την πρωτοπόρα στάση και δράση του σε όλα τα μέτωπα και τα ζητήματα αναδεικνύεται στη Θεσσαλονίκη σε στέλεχος πρώτης γραμμής. Συμμετείχε στο 2ο Συνέδριο του ΚΚΕ(μ-λ) το Μάρτη του 1981, και δίνει μάχες ενάντια στη γραμμή του διαλυτισμού που επικρατεί. Επιστρέφει από τη στρατιωτική του θητεία και εντάσσεται αμέσως στην υπόθεση της ανασυγκρότησης του ΚΚΕ(μ-λ) και στη δεύτερη Συνδιάσκεψη του 1983 εκλέγεται στο Καθοδηγητικό Όργανο της Οργάνωσης.

Σε όλη του την πορεία από τότε μέχρι και σήμερα η καθοδηγητική του προσφορά είναι καθοριστική για την πορεία της Οργάνωσης, για τις επιλογές της και τις επεξεργασίες της που άφησαν αποτύπωμα και παρακαταθήκες για το κίνημα, για την υπόθεση του λαού. Από τη θέση του γραμματέα του Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ), όπου εκλέγεται για πρώτη φορά στην 7η Συνδιάσκεψη του 2010, πρωτοστατεί στη διαμόρφωση κατευθύνσεων και στις μάχες μέσα στο κίνημα για να συγκροτηθούν απαντήσεις πάλης και προοπτικής για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού. Με αυτή τη μαχητικότητα και το πρωτοπόρο καθοδηγητικό πνεύμα στάθηκε μέχρι και λίγους μήνες πριν το θάνατό του, συμμετέχοντας ενεργά και καθοριστικά στις κομματικές διαδικασίες.

Ο σύντροφός μας ο Αντρέας υπήρξε σε όλη του τη ζωή ατίθασος, μαχητικός, πρωτοπόρος. Δεν συμβιβαζόταν ποτέ με τα όρια που σε κάθε φάση υπήρχαν για τη συγκρότηση και την ανάπτυξη της Οργάνωσης, της μαζικής πάλης, του κινήματος. Αναζητούσε πάντα τους όρους για τη μετατόπιση αυτών των ορίων, για τη διεύρυνση των αγωνιστικών και επαναστατικών δυνατοτήτων των μαζών. Ειλικρινής και θυελλώδης, επίμονος και αποφασιστικός, λαϊκός και ακούραστος, εχθρός της ρουτίνας και πηγή ο ίδιος ζωντάνιας και δύναμης, αποτελούσε μια προωθητική δύναμη, μια πηγή έμπνευσης και καθηκόντων για όλους. Για τα μέλη και τα στελέχη της Οργάνωσής μας. Για τα μέλη και τα στελέχη των αριστερών εξωκοινοβουλευτικών Οργανώσεων, απέναντι στις οποίες στεκόταν συντροφικά και απαιτητικά στη βάση της κοινής δράσης που παράγει αποτελέσματα για το κίνημα και την πάλη των μαζών. Για όλα αυτά είχε κατακτήσει την εκτίμηση και τον σεβασμό στο ευρύτερο αγωνιστικό δυναμικό του κινήματος. Με όλα αυτά και με τη μαχητική συμμετοχή του στους αγώνες στη γειτονιά του και σε όλο το λεκανοπέδιο κέρδιζε την αγάπη και την εκτίμηση των λαϊκών ανθρώπων. Με την ίδια ενέργεια και αγωνία καθοδηγούσε, νοιαζόταν και στήριζε την ανάπτυξη των συντροφικών μας σχέσεων με το TKP/ML, αλλά και με κάθε αγωνιστική-επαναστατική δύναμη της περιοχής και του κόσμου, έχοντας πάντα στην πρώτη γραμμή της σκέψης του την υπόθεση της διεθνιστικής αλληλεγγύης, της φιλίας, της κοινής πάλης των λαών.

Ο σύντροφός μας ο Αντρέας, η προσφορά του, οι ανεξάντλητες δυνάμεις και δυνατότητές του, δεν μπορεί να χωρέσει μέσα σε μια ανακοίνωση για το θάνατό του. Παρόλο που ξέραμε πολύ καλά τη μεγάλη επιδείνωση της υγείας του τους τελευταίους μήνες, είναι απίστευτο για μας πως «κοιμήθηκε ο καρχαρίας που πιλοτάρει»! Στις σημερινές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι λαοί και ο λαός μας, η απώλεια του συντρόφου μας γίνεται ακόμα πιο οδυνηρή, γιατί στόφα σαν του Αντρέα Βογιατζόγλου, στόφα του αμετάπειστου και ακούραστου πρωτοπόρου επαναστάτη κομμουνιστή απαιτεί το αντιπάλεμα αυτών των συνθηκών!

Έχουμε συνεπώς κάθε λόγο να τιμήσουμε τον Αντρέα Βογιατζόγλου και την προσφορά του στην υπόθεση του λαού, στην υπόθεση της πάλης για τη συγκρότηση του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος που απαιτεί η εποχή μας. Έχουμε κάθε λόγο να συνεχίσουμε πιο αποφασιστικά την πάλη μας εμπνεόμενοι από τις παρακαταθήκες του.

Στη συντρόφισσα της ζωής του και συντρόφισσα μας Ρένα, που μαζί με την κόρη του Δήμητρα πάλεψαν και στάθηκαν δίπλα του κάθε στιγμή όλον αυτόν το δύσκολο καιρό, απευθύνουμε τα πιο θερμά μας συλλυπητήρια και εκφράζουμε την πιο θερμή μας συμπαράσταση.

Για την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της πολιτικής κηδείας του συντρόφου μας Αντρέα Βογιατζόγλου θα ενημερώσουμε με νεώτερη ανακοίνωσή μας.

Αθήνα 18-10-2022

Το ΚΚΕ ως «Πόντιος Πιλάτος», ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, και η Ουκρανία.

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Η ρωσική στρατιωτική επίθεση-απάντηση στη ΝΑΤΟική περικύκλωση της Ρωσίας και στην απόπειρα να εγκαταστήσει το ΝΑΤΟ επιθετικά όπλα, κάποια χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα, δε μπορούσε να μην επηρεάσει την ήδη προβληματική κατάσταση στην κομμουνιστική αριστερά στην Ευρώπη και την αριστερά γενικότερα.
Μια αριστερά που από τη μία αδυνατεί, εδώ και δεκαετίες, να ανασυγκροτηθεί στη βάση του κοινωνικού-ταξικού ζητήματος και από την άλλη αδυνατεί, ή μάλλον αποφεύγει να συγκρουστεί με την εκδοχή του πιο επιθετικού ιμπεριαλισμού της εποχής μας, του αμερικανικού, όπως και με τις ευρωπαϊκές εκδοχές του. Τα αιτήματα και οι καμπάνιες για διάλυση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. έχουν υποχωρήσει έως και εξαφανιστεί, ο ευρωσκεπτικισμός καταγγέλλεται ως εθνικισμός και μένει πολιτικά ορφανός (βλ. Brexit), ενώ από την άλλη υπάρχει ταύτιση με την κυρίαρχη ιδεολογία των αστικών τάξεων και τα νεοαποικιοκρατικά ψευτοδιλήμματα που θέτουν για τη δήθεν δημοκρατική Ευρώπη κόντρα στην «αυταρχική» και «αντιδημοκρατική» Ανατολή.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ είναι γνωστή. Στα χρόνια διακυβέρνησης του οικοδομήθηκαν οι πιο στενές σχέσεις (υποτέλειας) με τις ΗΠΑ του Τραμπ. Το Die Linke στην Γερμανία επιτίθεται στον «εγκληματία πολέμου» Πούτιν, αλλά δε βρίσκει να πει μια κουβέντα για την επέκταση του ΝΑΤΟ, την γερμανική αδιαφορία (;) στην αθέτηση των συμφωνιών του Μινσκ, την εδώ και χρόνια μεθόδευση του πολέμου. Στις «αντιπολεμικές» διαδηλώσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τα αριστερά κόμματα δεν έχουν πρόβλημα να διαδηλώνουν πλάι σε συνθήματα που ζητούν αποστολή όπλων στην Ουκρανία. Ορισμένα (Ισπανία, Φινλανδία κ.ά.) πρωταγωνιστούν στη συγκεκριμένη διεκδίκηση!

Ζούμε τον πολύχρονο εκφυλισμό μιας αυτοαποκαλούμενης Αριστεράς που φωνάζει πολύ για τα δικαιωματικά ζητήματα, αλλά δέσμια του ευρωπαϊσμού και του κοινοβουλευτισμού δε θέλησε να εκπροσωπήσει τις λαϊκές τάξεις κατά την οικονομική κρίση και δεν μπορεί και τώρα να προστατεύσει την ειρήνη στην Ευρώπη, αγωνιζόμενη ενάντια στους εμπρηστές του πολέμου.

Πάνω από 100 χρόνια πριν, η υποστήριξη των αστικών τάξεων στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο από τα αντίστοιχα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των χωρών τους, οδήγησε στη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς. Αντίθετα, η τοποθέτηση των μπολσεβίκων απέναντι στον πόλεμο, ήταν καταλυτική για την εδραίωση της Οχτωβριανής Επανάστασης, και οδήγησε στη συγκρότηση επαναστατικών κομμουνιστικών κομμάτων.

Σήμερα, ο πόλεμος έχει διαφορετικό χαρακτήρα, στις ειδικές συνθήκες του “μετακομμουνιστικού κόσμου” και της αμερικανικής ισχύος. Όμως η πολιτική συμπεριφορά της αριστεράς στην Ευρώπη παραμένει ίδια. Στοίχιση με τα συνθήματα και τα ιδεολογήματα των αστικών τάξεων, ουσιαστική στήριξη στα πολεμοκάπηλα και εμπρηστικά σχέδια της Δύσης απέναντι στη Ρωσία.

Είναι ελάχιστες οι δυνάμεις της Αριστεράς που δεν συντάσσονται με το σύγχρονο «απεταξάμην τη Ρωσία» και την «καταδίκη της ρωσικής εισβολής». Στην Ελλάδα, ακόμα και το «μεγαλύτερο και πιο ριζοσπαστικό κομμουνιστικό κόμμα της Ευρώπης», ενώ δε στηρίζει την ελληνική εμπλοκή και συμμετοχή στους νατοϊκούς σχεδιασμούς, σπεύδει να καταδικάσει τη ρωσική εισβολή.

Αν και η περίπτωση της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς είναι όαση συγκριτικά με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή, ωστόσο ακόμα και το ΚΚΕ επιλέγει μια γενικόλογη στάση που πολιτικά δεν δημιουργεί αντιπαραθέσεις και διαχωριστικές γραμμές με την κυρίαρχη νατοϊκή προπαγάνδα, ενώ έχει και ένοχες σιωπές (καμία κουβέντα για τις κυρώσεις). Δεν είναι τυχαίο, και με αφορμή το πρόσφατο πογκρόμ των αστικών ΜΜΕ απέναντι στη συναυλία της ΚΝΕ με τη Μποφίλιου, ότι η βασική κατηγορία του συστήματος στο ΚΚΕ είναι ότι «η γραμμή σας είναι θολή». Προσοχή, όχι ότι είστε απέναντι. Είστε «θολοί», λίγο από δω και λίγο από εκεί. Όσες φορές και να αποκαλέσει το ΚΚΕ στις ανακοινώσεις του, ως ολιγάρχη, καπιταλιστή, ιμπεριαλιστή, εγκληματία τον Πούτιν, το σύστημα δεν πείθεται καθώς ζητάει πλήρη και ολοκληρωτική συμμόρφωση εντός και εκτός βουλής. Στήριξη στο ΝΑΤΟ, στήριξη στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, συναίνεση στο ευρωατλαντικό «δεν υπάρχει άλλος δρόμος». Τελικά το ΚΚΕ μάταια προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι όντως με τις ίσες αποστάσεις σε μια σύγκρουση που αντικειμενικά δεν μπορούν να υπάρχουν ίσες αποστάσεις.

Γιατί αν θέλουμε να μιλήσουμε με βάση την «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», έχουμε: α) μια πολεμική σύγκρουση που ξεκίνησε, εδώ και χρόνια, ως διακηρυγμένο σχέδιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με δηλώσεις και τοποθετήσεις πληθώρας αμερικανών αξιωματούχων, β) αφορούσε κυρίως την ασφάλεια της Ρωσίας με την τοποθέτηση βάσεων και επιθετικών όπλων, χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα, υπό τη διαδικασία ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, γ) με σαφώς επιτιθέμενη δύναμη τον μεγαλύτερο τρομοκράτη των λαών και εμπρηστή του πολέμου, τον δικό «μας» αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, και όπου δ) μια κάποια ρωσική αντίδραση θα ήταν αναμενόμενη, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, είτε έχουμε τη Ρωσία των ολιγαρχών, είτε τη Ρωσία του αυταρχικού Πούτιν, είτε είχαμε την… ΕΣΣΔ, όπως για παράδειγμα συνέβη κατά την εισβολή στην Φινλανδία το 1939, σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, αλλά με πολλές ομοιότητες. Μια εισβολή, που αν και εισβολή, έγινε για …αμυντικούς λόγους, αν αυτό σημαίνει κάτι για το σήμερα.

Δεν έχουμε έναν ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο για τα σιτηρά της Ουκρανίας και τις αγορές τις Ουκρανίας, όπως επισημαίνουν τα ντοκουμέντα του ΚΚΕ. Ούτε έχουμε έναν πόλεμο σε μια μακρινή χώρα πχ στο Κονγκό για το αν θα είναι ρωσικό ή αμερικανικό προτεκτοράτο. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα που βάση του έχει τα μονοπώλια «μιας χούφτας χωρών» που ανταγωνίζονται στον πλανήτη για τις σφαίρες επιρροής και τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους.

Δεν είναι μόνο ή κυρίως στρατιωτική δύναμη, και αν ήταν έτσι η Σαουδική Αραβία που έχει εισβάλει στην Υεμένη, ή η Τουρκία στη Β. Συρία και την Κύπρο είναι μέσα σε αυτήν την χούφτα χωρών. Προσπαθεί ο Πούτιν, μέσω του πολέμου, να διασφαλίσει την κυριαρχία τέτοιων ρωσικών μονοπωλίων, και αν ναι, ποια είναι αυτά; Η στρατιωτική επίθεση του Πούτιν σε μια όμορη (και μέχρι πρότινος αδελφή) χώρα, ως αντίδραση στην νατοϊκή περικύκλωση της Ρωσίας, απέχει από μια τέτοια «συγκεκριμένη ανάλυση».

Και τέλος, σίγουρα δεν έχουμε έναν «ιδεολογικό» πόλεμο για να κρίνουμε πόσο αντικομμουνιστής είναι ο Πούτιν (που είναι) ή το να τοποθετείται ένα κόμμα αφελώς και παιδιάστικα, με βάση το ότι «ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ και Ρωσία, όλοι τους είναι υπέρμαχοι του εκμεταλλευτικού συστήματος, αντίπαλοι των λαών» (Ομιλία Γ. Μαρίνου, 19/03/2022).

Σε αντιδιαστολή με τις σημερινές τοποθετήσεις του ΚΚΕ, 23 χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία η Α. Παπαρήγα σχολιάζει για την τότε ρωσική αντίδραση στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς:

Εμείς, παρά το γεγονός ότι δεν είμαστε με τη ρώσικη ηγεσία, χαιρετίσαμε τη στάση της ρώσικης κυβέρνησης γιατί αντικειμενικά διευκόλυνε να διευρυνθεί το μέτωπο κατά του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Μακάρι να το έκαναν και άλλες κυβερνήσεις φιλοκαπιταλιστικές ή καπιταλιστικές, αλλά δεν το έκαναν. Εδώ πραγματικά όμως φαίνεται και μία άλλη πλευρά. Το επόμενο θύμα θα είναι η Ρωσία. Η ρώσικη ηγεσία ξέρει πολύ καλά ότι μέσα από το δρόμο των Βαλκανίων, αλλά και μέσα από το δρόμο της Πολωνίας, της Τσεχίας, της Ουγγαρίας περισφίγγει ο κλοιός τη Ρωσία…. Η ρώσικη ηγεσία καταλαβαίνει ότι θα είναι το επόμενο θύμα και ιδιαίτερα με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την Πολωνία προκεχωρημένο φυλάκιο θ’ αρχίσει η περικύκλωση της Ρωσίας. Επομένως, έχουμε κάθε λόγο ως ελληνικός λαός να έρθουμε κοντά με αυτούς τους λαούς των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, και να φτιάξουμε τη δικιά μας ασπίδα σε επίπεδο λαών και μακάρι και πολιτικών δυνάμεων ή και κυβερνήσεων έστω σήμερα κατά της επέκτασης του πολέμου, διότι ο πόλεμος θα πάει και πιο ανατολικά στην Ευρώπη και πιο νότια.

Σχόλιο της Αλέκα Παπαρήγα στις 30 Μαρτίου 1999, για τις κινητοποιήσεις του ρωσικού λαού ενάντια στην ΝΑΤΟική επίθεση στην Γιουγκοσλαβία.

Δεν θεωρούμε ότι το τότε ΚΚΕ ήταν ένα επαναστατικό κόμμα, όμως η στάση και η θέση του ήταν με το αντιπολεμικό –αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο.

Η τοποθέτηση εκείνη δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή τοποθέτηση του ΚΚΕ. Τότε έβλεπε τις δυνατότητες για την «αντικειμενική» διαμόρφωση ενός μετώπου απέναντι στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Τότε έβλεπε και αστικές δυνάμεις, μέσα σε ένα τέτοιο μέτωπο. Τότε έβλεπε ότι έρχεται η σειρά της Ρωσίας και προειδοποιούσε ότι ο πόλεμος θα πάει πιο ανατολικά.

Σήμερα βλέπει μόνο «την κοινή πάλη των λαών για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου», σύμφωνα και με την απόφαση της ΚΕ. Το πώς θα γίνει αυτό και πώς συνδέεται με τα καθήκοντα του μετώπου ενάντια στον κύριο εχθρό (τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό), δεν απασχολεί.

Η τοποθέτηση και η στάση του ΚΚΕ για τον πόλεμο στην Ουκρανία αποτελεί συνέχεια μιας πορείας διαμόρφωσης ενός ιδιόμορφου ρεφορμιστικού κόμματος – εκλογικού μηχανισμού, με τόσο βερμπαλισμό που του επιτρέπει να αποφεύγει τις πολιτικές αιχμές και θέσεις που συσπειρώνουν δυνάμεις για την επαναστατική αλλαγή των συσχετισμών. Το είδαμε στην εξέγερση της νεολαίας το 2008, το είδαμε στην κρίση και στους αντιμνημονιακούς αγώνες 2010-2015, το βλέπουμε και σήμερα. Η συγκεκριμένη ανάλυση σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και η συσπείρωση δυνάμεων απέναντι στο βασικό αντίπαλο, δύο εκ των βασικών στοιχείων της λενινιστικής μεθόδου «για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου», δεν υπάρχουν σήμερα στο ΚΚΕ. Ένα κόμμα σχολιαστής και παρατηρητής των εξελίξεων, που τα παραπέμπει όλα στο μέλλον. Ως τότε αρκεί το κόμμα να οργανώνει κομματικές εκδηλώσεις, παρελάσεις και δράσεις, όπως οι τελευταίες αντινατοϊκές δράσεις και να θυμίζει ότι η λύση είναι στην κάλπη. Καμία μετωπική δράση, καμία λαϊκή συσπείρωση. Σχολιαστής στην καλύτερη των περιπτώσεων. Γιατί όταν οι συνθήκες είναι πιεστικές για την αστική τάξη δίνει και διαπιστευτήρια, όπως το περίφημο «στην πραγματική λαϊκή εξέγερση δε θα σπάσει τζάμι» (2008) ή το «με δραχμή θα πεινάσει ο λαός περισσότερο» (παραμονή του δημοψηφίσματος 2015).

Η παραπάνω γραμμή δένεται τελευταία και με όλες τις κομματικές αναλύσεις για την ιστορία, τη θεωρία κοκ. Τα μέτωπα με τάξεις πέραν της εργατικής και πολιτικά μη κομμουνιστικές δυνάμεις, γενικά, κατά τον 20ο αιώνα έφερναν τον οπορτουνισμό από το παράθυρο. Το ίδιο το ΕΑΜ και η αντιφασιστική συμμαχία – εκεί ευτυχώς το κομμουνιστικό κίνημα δεν είπε καπιταλιστής και ο Χίτλερ, καπιταλιστής και ο Τσώρτσιλ, δε διαλέγουμε καπιταλιστή – θεωρείται, σε επίσημα κείμενα, η μήτρα της εγγλέζικης εισβολής του 1944 και της γραμμής συνθηκολόγησης της ηγεσίας του ΚΚΕ στη Βάρκιζα. Υιοθετεί σταδιακά μια αναθεώρηση της ιστορίας με δήθεν καθαρούτσικες ταξικές θέσεις, όπου ο ιμπεριαλισμός δεν έχει ονοματεπώνυμο, ή γενικά όλες σχεδόν οι χώρες έχουν περάσει στον ιμπεριαλισμό… και ο μόνος πολιτικός στόχος μπορεί να είναι η ανατροπή της ταξικής εξουσίας. Πότε θα γίνει αυτό; Όταν οι συνθήκες αντικειμενικά θα είναι ώριμες. Από ποιον; Από το επαναστατικό κόμμα. Μέτωπα, πολιτική παρέμβαση και πρωτοβουλίες, ειδικές συνθήκες, όλα αυτά είναι οπορτουνισμός. Τη συγκεκριμένη αναθεώρηση τη συναντήσαμε και πέρυσι στα κείμενα για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, όπου οι εθνικοί στόχοι εξαφανίστηκαν και η ελληνική επανάσταση έγινε ένα πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, όταν ωρίμασαν οι συνθήκες και υπήρξε και το κατάλληλο κόμμα (Φιλική Εταιρεία).

Στην τωρινή κρίση, ένα τμήμα του ελληνικού λαού, πολύ μεγαλύτερο από το εκλογικό ποσοστό του ΚΚΕ, αντιδρά στην νατοϊκή προπαγάνδα και πολιτικά είναι ορφανό. Όλο το πολιτικό σύστημα είναι απέναντι, και προσπαθεί με κάθε τρόπο να το νουθετήσει. Γιατί γνωρίζει ότι αυτός ο «διχασμός» δεν είναι καθόλου ουδέτερος και είναι επικίνδυνος για τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό της χώρας. Το ΚΚΕ δεν μπορεί να μη το γνωρίζει αυτό, αλλά ταυτόχρονα δε θέλει να το συγκροτήσει. Δεν παίρνει «επικίνδυνες» για το σύστημα και τον ευρωατλαντισμό θέσεις (ενάντια στις κυρώσεις, να ηττηθεί το ΝΑΤΟ), και συμπεριφέρεται ως Πόντιος Πιλάτος.

Μπορεί να διαφέρει η στάση του από την ξεφτιλισμένη θέση της ευρωπαϊκής δήθεν Αριστεράς, όμως μια τέτοια μεσοβέζικη στάση καθόλου δε βοηθάει στην ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής Αριστεράς. Το αντίθετο και για άλλη μια φορά κρίμα…

Και τώρα ποιος θα τιμήσει την Ελένη Παπαδάκη;

Ο Δημήτρης Λιγνάδης είναι αναμφισβήτητα ένας άνθρωπος με ταλέντο. Εξίσου αναμφισβήτητο είναι όμως ότι η άνοδός του στηρίχθηκε από μια αλαλάζουσα εκδικητική Δεξιά της οποίας είναι πιστός υποστηρικτής. Μέχρι και πριν λίγες μέρες, και ενώ βοούσε ο τόπος για τις επερχόμενες καταγγελίες για την εκτός κουίντας δράση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, η πολιτική ηγεσία του τόπου, στεκόταν στο πλευρό του. Ευελπιστούσε σε σιωπητήριο. Η παραίτησή του υπήρξε μόνον την ύστατη ώρα, όταν πλέον άνοιξε ο ασκός των δημοσιευμάτων. Μέχρι χθες ο κυβερνητικός μηχανισμός τον θεωρούσε θύμα κάποιας αριστερής συνωμοσίας, ενώ η ίδια η Υπουργός τον περιέβαλε με την εμπιστοσύνη της. Επέλεξε, ακόμα και μετά τις καταγγελίες, να αντιγράψει τη λιγνάδεια έκφραση περί «τοξικού κλίματος» αντί να συνδράμει στο να σπάσει το απόστημα κακοποιητικών πράξεων και συμπεριφορών.

Ο Δ. Λιγνάδης υπήρξε εκλεκτός του πρωθυπουργού, επιλογή του κυβερνητικού επιτελείου, προβληθείς από τα ΜΜΕ, λατρεμένος της νεοδημοκρατικής τάξης πραγμάτων. Η καλλιτεχνική του αξία είναι σημαντική, ωστόσο η αποθέωσή του (ας θυμηθούμε τον «πυρακτωμένο Λιγνάδη») αφορούσε κατά βάση τον έμμεσο πολιτικό ρόλο τον οποίο κλήθηκε να παίξει, και που ο ίδιος αποδέχτηκε με ενθουσιασμό.

Ο Δ. Λιγνάδης υπηρέτησε τη ρεβανσιστική επάνοδο της πιο αντιδραστικής Δεξιάς στο χώρο των ιδεών και του πολιτισμού. Βοηθήθηκε βεβαίως εξαιρετικά από την πολιτική χρεοκοπία του ΣΥΡΙΖΑ. Το εγχείρημα παλινόρθωσης ωστόσο υπερέβαινε κατά πολύ τον ΣΥΡΙΖΑ. Αφορούσε κατά βάση το χτύπημα της «μεταπολιτευτικής ηγεμονίας» της Αριστεράς και το τσαλάκωμα του ηθικού πλεονεκτήματος που αναγνωρίζει η ελληνική κοινωνία στην Αριστερά τουλάχιστον από την Εθνική Αντίσταση και μετά.

Βαρύγδουπες μπούρδες του τύπου «Πολιτισμός και Παιδεία εκχωρήθηκαν, χρόνια τώρα, σε ψευδοαριστερές συνειδήσεις» ήταν απαραίτητες για να κερδίσει πόντους το αφήγημα της άρχουσας τάξης. Ότι δηλαδή η ηγεμονία της Αριστεράς καταδυναστεύει τον τόπο, τουλάχιστον κατά τη μεταπολίτευση και μετά, και είναι υπεύθυνη για κάθε λοιμό, λιμό, σεισμό και καταποντισμό που δυναστεύει τη χώρα.

Κι ας κυβερνάται αδιαλείπτως η χώρα από το πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης.

Το μίσος για την Αριστερά, την ιστορία της και τον δυνάμει απελευθερωτικό της ρόλο έφτασε στο αποκορύφωμά του το 2015. Όχι επειδή πραγματικά πίστεψε η αστική τάξη ότι κινδύνεψε η εξουσία της από τον Τσίπρα. Το αν κινδύνεψε ή όχι, αποδείχθηκε άλλωστε από την αμέσως μετά πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις πριν και κατά τη διάρκεια του 2015, και ειδικά με το δημοψήφισμα, δημιούργησαν πρωτοφανείς συνθήκες αβεβαιότητας, δείχνοντας ότι παρά τη θωράκισή του, το σύστημα είναι τρωτό σε συνθήκες κρίσης.

Αν κάτι τελικά χτυπήθηκε από την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η άρχουσα τάξη, αλλά η Αριστερά, η σημασία της, η έννοιά της, η ιστορία και η αξιοπιστία της. Έτσι, το οικονομικό και κοινωνικό κατεστημένο είδε τη μεγάλη ευκαιρία να ξεμπλέξει σε βάθος δεκαετιών με την Αριστερά, ταυτίζοντάς την με τον ΣΥΡΙΖΑ και τις παλινωδίες του, με τον Τσίπρα και τις γελοιότητές του (ποιος ξέχασε ότι θα παίζει το νταούλι και θα χορεύουν οι αγορές;). Επεδίωξε να σπιλώσει έτσι το μεγαλείο, την ιστορία, το ηθικό πλεονέκτημα του αριστερού κινήματος της χώρας.

Το προσωπικό της άρχουσας τάξης, είδε τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον σφετεριστή ή έστω τον μουσαφίρη μέσα στην ιδιοκτησία του. Η εξουσία φυσικά δεν αμφισβητήθηκε, αμφισβητήθηκαν ωστόσο οι διαχειριστές της. Στην ουσία όμως, η Ελλάδα δεν διέρρηξε επ’ ουδενί τους δεσμούς με το καθεστώς της εξάρτησης και της πλουτοκρατίας. Οι όποιες ανακατατάξεις δεν αφορούσαν κοινωνικές τομές και ριζοσπαστικές ανατροπές, αλλά νέους συμβιβασμούς και αναδιατάξεις, χωρίς αμφισβήτηση του ευρύτερου πλαισίου.

Η ηθική καταρράκωση του ΣΥΡΙΖΑ προσφέρθηκε ως καταλύτης για να επιτευχθεί η στρατηγική ήττα της Αριστεράς. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ λογικά θα ξαναγίνει κάποια στιγμή κυβέρνηση στο πλαίσιο της δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία, αλλά τα προτάγματα της Αριστεράς οφείλουν να μείνουν για πάντα θαμμένα στο μακρινό παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ και στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, ως κάτι ξεπερασμένο, βλαπτικό, καταδικαστέο. Σε αυτή τη μάχη, τη μάχη ολικής επαναφοράς και αντιδραστικής παλινόρθωσης της Δεξιάς, στρατεύτηκαν με ακραιφνή φανατισμό προσωπικότητες του πνεύματος, της διανόησης και του πολιτισμού μετατρεπόμενοι σε κομματικά ηχεία. Τους διευκόλυναν όχι μόνο τα έργα και οι ημέρες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ο συνολικότερος ιδεολογικός και πολιτικός συσχετισμός της εποχής.

Μία από τις πράξεις του Δ. Λιγνάδη που χειροκροτήθηκε με ενθουσιασμό από τις κυβερνητικές γραφίδες ήταν η αποκατάσταση μέχρις αποθεώσεως της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη που εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ μετά τον Δεκέμβρη του 44. Η ονοματοδοσία  τυπικά αφορούσε την προσφορά της στο σανίδι, στην πραγματικότητα όμως αποκαταστάθηκε ως δωσίλογη. Δεν κάνουμε εδώ δίκη προθέσεων για την ονοματοδοσία: ο αντικομμουνισμός, το αντιεαμικό μένος, η αθώωση του δωσιλογισμού και η σπίλωση της ΟΠΛΑ και του ΚΚΕ ήταν τα πρωτεύοντα επιχειρήματα όσων υποστήριξαν την κίνηση Λιγνάδη πριν από ένα χρόνο. Η καλλιτεχνική αξία της Παπαδάκη, είτε απουσίαζε, είτε αναφερόταν δευτερευόντως και παρεμπιπτόντως από αυτούς που θυμήθηκαν τα «κονσερβοκούτια του ΚΚΕ» τη στιγμή της παλινόρθωσης της πιο αντιδραστικής Δεξιάς της μεταπολίτευσης.

Τα ιστορικά στοιχεία για τον υπαρκτό δωσιλογισμό της ηθοποιού και τη μετεμφυλιακή αγιοποίησή της έχουν εκτεθεί επαρκώς από τον Τάσο Κωστόπουλο στην Εφημερίδα των Συντακτών και δεν αφορούν το παρόν σημείωμα. Το πρόβλημα άλλωστε δεν είναι ούτε η Παπαδάκη, ούτε η ονοματοδοσία. Είναι το ξαναγράψιμο της ιστορίας, η ενοχοποίηση της Αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος, η αθώωση των πιο σκοτεινών στιγμών της ελληνικής αστικής τάξης, ο χυδαίος αναθεωρητισμός, η σπίλωση αυτής της έρμης «αριστερής ηγεμονίας» της μεταπολίτευσης. Που όμως προέκυψε από τα ποτάμια αίματος που έδωσαν επί δεκαετίες οι αριστεροί, οι δημοκράτες και οι κομμουνιστές για το λαό αυτής της χώρας.

Με κακιασμένο και χολερικό τρόπο μια πλειάδα εκλεκτών του ελληνικού αστισμού έδωσε και δίνει τη μάχη ενάντια στην «αριστερή ηγεμονία». Επί Κυριάκου Μητσοτάκη, το λιβάνισμα της Δεξιάς και το ανάθεμα της Αριστεράς είναι απαραίτητο διαβατήριο πρόσβασης σε θέσεις, πόστα, ευνοϊκή μεταχείριση, ΜΜΕ και χρηματοδοτήσεις. Ο αντικομμουνισμός είναι προϋπόθεση ανέλιξης γιατί ακόμα και αν σήμερα δεν υπάρχει αντίπαλος στον οδοστρωτήρα του ακροδεξιού νεοφιλελευθερισμού, η ιστορία αφήνει ανεξίτηλα σημάδια.

Για τέτοιες και άλλες τέτοιες πράξεις του ο Δ. Λιγνάδης επιλέχθηκε από το ανώτερο δυνατό κυβερνητικό επίπεδο. Τι κι αν υπήρχαν υπόνοιες για κακοποιητικές συμπεριφορές και κατάχρηση εξουσίας; Τι κι αν υπήρχε ποινική προϊστορία; Τι κι αν συστάθηκε επί θητείας του σύλλογος σπουδαστών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου με στόχο «την προστασία από κάθε είδους λεκτική, ομοφοβική, σεξιστική, σεξουαλική, ρατσιστική παρενόχληση»;

Ο Δ. Λιγνάδης φιλούσε γονυπετής το κιτσάτο ομοίωμα του Παρθενώνα για να σηματοδοτήσει την επαναφορά στο “αρχαίο πνεύμα” που ενοχοποίησε η Αριστερά, και επανέφερε τον …αγιασμό στο Εθνικό Θέατρο για να τονώσει τη χριστιανοσύνη που κινδύνευσε από τους “άθεους”. Έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων, έχοντας μάλιστα συνείδηση ότι οι υποστηρικτές του είναι τέτοιας ποιότητας, που όπως ομολογούσε και ο ίδιος και να «κατουρήσω πάνω στη σκηνή, θα πουν μμμ, τι τόλμη ο Λιγνάδης».

Σε αυτό δίκιο είχε. Δεν προέβλεψε ωστόσο ότι το κύμα αποκαλύψεων κακοποιητικών συμπεριφορών, τρομοκρατίας, εκβιασμών, σεξουαλικών παρενοχλήσεων και βιασμών, θα μπορούσε να γκρεμίσει κάποιον με τόσες και τέτοιες διασυνδέσεις.

Όσο για τους μέχρι πρότινος δυνατούς προστάτες του σκηνοθέτη και ηθοποιού; Δεν μπορούν στην περίπτωση αυτή να εφαρμόσουν το «κάτσε λίγο πίσω μέχρι να ξεφουσκώσει το θέμα» που επιχείρησαν με κάποιον άλλον εκλεκτό τους. Το ποτάμι των καταγγελιών δεν είναι ούτε καναλιζαρισμένο, ούτε διαχειρίσιμο. Ας αναλογιστούν λοιπόν το στίχο: Few love to hear the sins they love to act.

Τι γίνεται τώρα; Ευθύνες και καθήκοντα στις νέες συνθήκες

Για την Αριστερά, για το δημοκρατικό λαϊκό κίνημα

Πέρασαν λίγοι μήνες από τις εκλογές. Γνωστός ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας για τα επόμενα τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Πολλά συμπεράσματα και ειδικές αξιολογήσεις των αποτελεσμάτων μπορούν να εξαχθούν, πολλά προβλήματα θα αναδειχθούν. Θα περιοριστούμε στην αναφορά μας αυτή σε δύο άμεσα και τρέχοντα προβλήματα που αφορούν την κινηματική αριστερά, το μέλλον της, το μέλλον των εφησυχασμένων συνειδήσεων, εν τέλει το μέλλον του πολιτικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος στην χώρα μας.

Πρώτο συμπέρασμα:

Η «αριστερή παρένθεση» έκλεισε; Το ερώτημα βεβαίως είναι αν υπήρξε ποτέ. Κατά την άποψη μας, αριστερή διακυβέρνηση δεν υπήρξε ποτέ. Δεν άνοιξε ποτέ τέτοια παρένθεση στην πολιτική ζωή της χώρας. Υπήρξε για 4,5 χρόνια, διακυβέρνηση από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ανεξάρτητα από τους αυτοπροσδιορισμούς του,  κυβέρνησε, «για να σώσει την χώρα από την βαθύτατη καπιταλιστική κρίση». Το έκανε σύμφωνα με όλους τους κανόνες και τις συνθήκες που επέβαλαν οι εγχώριοι και οι διεθνείς καπιταλιστές. Εφάρμοσε κατά γράμμα τις οδηγίες τους, υλοποίησε το σχέδιο εξόντωσης του εισοδήματος συνταξιούχων και εργαζομένων, πλήρους αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων και των αμοιβών σε όφελος του εργοδοτικού κεφαλαίου.

Όλα αυτά, μαζί με την εξωτερική του πολιτική, πολιτική απόλυτης πρόσδεσης και υποταγής στις στρατηγικές προτεραιότητες της κυρίαρχης τάξης, κάνουν το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αξιόπιστο διαχειριστή, χρήσιμη εφεδρεία στο σύστημα ελεγχόμενης διακυβέρνησης για το μέλλον. Όλα αυτά, προφανώς δεν συνιστούν αριστερή διακυβέρνηση. Ούτε σε παρένθεση ούτε εκτός παρένθεσης!

Σε πολλούς φίλους και συντρόφους της μαχόμενης αριστεράς, έχουμε να τους πούμε, ότι πήγαν χαμένα τα διλήμματα τους. Εξακολουθούν να μην είναι χρήσιμα και στην, εκ των υστέρων, προσπάθεια να δικαιολογήσουν την προχειρότητα στην στάση τους. Θα ζήσουμε την ευκαιρία να ξαναδούμε τον Μητσοτάκη να χάνει από τον Τσίπρα και τον Τσίπρα να ξαναχάνει από τον Μητσοτάκη. Μπορεί αυτός να έχει αντικατασταθεί από τον Μπακογιάννη. Προσοχή! Από τον Τσίπρα που δεν θα αναφέρεται στην Αριστερά, αλλά στην «Δημοκρατική Παράταξη». (Παρακολουθήσαμε την προεκλογική ομιλία της Πάτρας. 17 φορές αναφέρθηκε η «Δημοκρατική Παράταξη», ούτε μία φορά η λέξη Αριστερά!)

Εν κατακλείδι, οριστικοποιείται η διαμόρφωση του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ, σε κόμμα απολύτως συστημικό, ακίνδυνο για την άρχουσα τάξη και τις προτεραιότητες της, αποδεκτό από τον διεθνή Ευρωπαϊκό και Αμερικάνικο παράγοντα, απαλλαγμένο, και λόγω της εκλογικής του επίδοσης, από εσωτερικές τριβές και αμφισβητήσεις. Ναι, ας μην περιμένει κανένας, τροφοδότηση του κινήματος και των αγώνων από την ηγεσία και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Τα απλά μέλη, μπορεί να προβληματίζονται, αλλά δεδομένων των λοιπών συνθηκών, δεν έχουν κίνητρο να κάνουν κάτι άλλο. Ή, ακριβέστερα, η στάση τους θα εξαρτηθεί από το τι θα κάνει η λοιπή Αριστερά.

Δεύτερο συμπέρασμα:

 Τι θα κάνει η Αριστερά;

Η σκληρή διαπίστωση, η σκληρή πραγματικότητα, είναι ότι το σύνολο της Αριστεράς, ηττήθηκε και συρρικνώθηκε. Η αναφερόμενη ως εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, συρρικνώθηκε σχεδόν μέχρι την εξαφάνιση της. Η αλήθεια είναι, ότι δεν διέθετε ποτέ, παρά τις επιμέρους θετικές επεξεργασίες της, πειστικό συνολικό σχέδιο. Κυρίως, δεν κατέκτησε ποτέ, το κρίσιμο, πειστικό ή ενθαρρυντικό, πολιτικό μέγεθος. Πολλώ μάλλον, γίνεται εμφανές, ότι με το σημερινό της μέγεθος, αδυνατεί να παίξει τον οποιοδήποτε ρόλο.

Αναφερόμαστε προφανώς, στις δύο κύριες δυνάμεις αυτής της Αριστεράς, την ΑΝΤΑΡΣΙΑ και την ΛΑΕ. Οι υπόλοιπες, αναφερόμενες στην κομμουνιστική προοπτική, είχαν πάντοτε ιδεολογική μόνο παρουσία, πάντοτε με ποσοστά λίγων δεκάτων της μονάδας, χωρίς στην ουσία να τους ενδιαφέρει το ποσοστό επιρροής τους. Ορισμένοι, κυρίως όσοι συνεργάστηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκονται σε φάση ιδεολογικού αναστοχασμού και αναμονής.

Έχουμε στον αντίποδα, το ΚΚΕ. «Το μαζικό κομμουνιστικό κόμμα». Όχι και τόσο μαζικό, όπως αποδεικνύεται. Το κόμμα της ιστορικής διαδρομής, των μεγάλων κοινωνικών και πατριωτικών αγώνων, των αμέτρητων θυσιών, το κόμμα που διέδωσε την Μαρξιστική ιδεολογία. Πολιτικά καθηλωμένο εδώ και δύο δεκαετίες στο πλησίον του 5% ποσοστό. Με την ίδια στασιμότητα, μάλιστα με φθίνουσα τάση, και σε αυτές τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις.

Προφανώς, η εκλογική επιρροή, ακόμα και αν δεχθούμε την πραγματική κοινωνική επιρροή σαν λίγο μεγαλύτερη, δεν είναι βεβαίως άσχετη με τις συνθήκες, κυρίως όμως δεν είναι άσχετη με την κεντρική πολιτική όλων αυτών των πολιτικών δυνάμεων. Κυρίως του ΚΚΕ.

Για ακόμα μία φορά, είμαστε υποχρεωμένοι να τοποθετηθούμε επί των πολιτικών ευθυνών. Και της πολιτικής, άρα και ιδεολογικής επάρκειας. Το έχουμε επιχειρήσει αρκετές φορές στο παρελθόν. Σε ένα, ελπίζουμε, πεδίο υπεύθυνου διαλόγου και προτάσεων. Που δεν θα αντιμετωπίζονται με καχυποψία και μεμψιμοιρία, αλλά με γενναιότητα και προσοχή.

Παραδοχή πρώτη:

Κανένας δεν θα νικήσει για λογαριασμό της Αριστεράς. Αυτός ο στόχος αφορά την ίδια. Τον έχει εξ ορισμού από την έναρξη της παρουσίας της στο Εργατικό, το Λαϊκό κίνημα και την πολιτική ζωή. Εδώ και αλλού. Και αν, οι λεγόμενες αντικειμενικές συνθήκες, είναι θέμα σχετικά ανεξάρτητο, οι υποκειμενικές συνθήκες, αφορούν την ίδια. Την ίδια και την πολιτική της.

Παραδοχή δεύτερη:

Η νίκη δεν αφορά μόνο τους στρατηγικούς στόχους. Αλλά την διαρκή βελτίωση της ζωής των εργαζομένων.. Της Εργατικής Τάξης και των όμορων και σύμμαχων  χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Την διαρκή, την τρέχουσα υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων στην εργασία και τη ζωή. Την υπεράσπιση της χώρας και του δημόσιου πλούτου, της Εθνικής Ανεξαρτησίας και ακεραιότητας. Της συγκρότησης μαχητικού λαϊκού κινήματος, που θα αποτελεί εν δυνάμει φορέα της συνολικής πολιτικής ανατροπής.

Παραδοχή Τρίτη:

Δεδομένων των συνθηκών, αναμφίβολα αντίξοων και με μεγάλο βαθμό δυσκολίας, δεν υπάρχει άλλη απάντηση, από την συγκρότηση επαρκούς πολιτικής στην καθημερινή δράση. Και πρέπει να δεχθούμε ότι η συνολική πολιτική της Αριστεράς, κομμουνιστικής ή μη, πάσχει από ανεπάρκειες και δεν είναι κακό να το ομολογήσουμε. Διαφορετικά ελλοχεύει διαρκώς ο κίνδυνος απλουστευτικών προσεγγίσεων και καταμερισμού των ευθυνών στον κόσμο, που τάχα δεν μας καταλαβαίνει.

Με αυτές τις παραδοχές, με την σαφή αναγνώριση τους από κάθε ενδιαφερόμενο, πρέπει να οικοδομήσουμε την κριτική μας. Δεν είναι του παρόντος, αλλά και δεν έχουμε τον πολιτικό χρόνο, να ανατρέξουμε στο απώτερο παρελθόν. Είναι βέβαιο ωστόσο ότι καθοριστικές επιλογές του παρελθόντος, σημαδεύουν τις εξελίξεις. Σημείωση: Δεν λέμε ότι δεν θα υπάρξουν λάθη. Αλλά η άμεση, ή η πιο έγκαιρη διόρθωση τους προλαβαίνει τις αρνητικές εξελίξεις. Ποιος είναι σίγουρος ότι το έκανε;

Θα αρχίσουμε με μια αποτίμηση της δράσης της ΛΑΕ, γενικότερα δυνάμεων και προσωπικοτήτων που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ ή συνεργάστηκαν μαζί του για μεγάλο διάστημα. Υπάρχει κανένας, που να αμφιβάλλει πλέον, ότι ο λαός τους καταλόγισε συνενοχή για την όλη εξέλιξη στον ΣΥΡΙΖΑ; Ότι τους καταλόγισε ίσες ευθύνες; Ή και περισσότερες; Τα πολλά χρόνια συμπόρευσης, η ανοχή τους για την πολιτική μετεξέλιξη, οι, για μεγάλο χρόνο αυταπάτες τους, ότι «θα ελέγξουν» οργανωτικά τις εξελίξεις, η επένδυση τους στο πρόσωπο του Τσίπρα και την τάχα ανατρεπτική συμπεριφορά του, η «συμμαχική» συμμετοχή τους στην Κυβέρνηση το πρώτο κρίσιμο οκτάμηνο, τους κάνουν απόλυτα συνυπεύθυνους.

Δεν αμφισβητούμε τις καλές τους προθέσεις. Αλλά, τις όποιες ευκαιρίες, αν υπήρξαν, κατοχύρωσης άλλης πολιτικής στον κρίσιμο χρόνο, τις έχασαν. Με δική τους την ευθύνη. Κατά την άποψη μας, η μετέπειτα πορεία τους ήταν προδιαγεγραμμένη.

Όμως, το κύριο της ανάλυσης μας αφορά το ΚΚΕ. Τον μεγάλο παίκτη της εν δυνάμει ανατρεπτικής Αριστεράς

Εκτιμούμε, ότι αν το θελήσει μπορεί να συσπειρώσει συμμαχικές δυνάμεις, να συγκροτήσει νικηφόρα μέτωπα, να εξέλθει το ίδιο και το λαϊκό κίνημα από την σημερινή κατάσταση τέλματος.

 Το θέλει; Το προσπαθεί; Γιατί δεν το έκανε μέχρι τώρα; Θα το κάνει; Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε αιτίες, απαντήσεις και προοπτικές.

Πολλοί κατηγορούν το ΚΚΕ, ότι απέχει από την τρέχουσα πολιτική. Ή ότι προσπαθεί με την «ενεργό ουδετερότητα» του να μη χάνει, αλλά να μην παίρνει μεγάλα ρίσκα.

Οι εκτιμήσεις αυτές, δεν έχουν πάντα καλές προθέσεις. Κρύβουν ενίοτε, βαθύτατο συντηρητισμό ή και αντικομουνισμό ανθρώπων και δυνάμεων που έχουν συμβιβασθεί ή αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Είναι το άλλοθι τους. Αφού το ΚΚΕ δεν μπορεί, τι να κάνω εγώ; Ας προσαρμόσω την στάση μου σε πιο εύκολες λύσεις. Αποδείχτηκε βεβαίως ότι τέτοιες εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν.

Όμως η άποψη αυτή περικλείει πολλές αλήθειες. Η βασικότερη είναι ότι το ΚΚΕ, δεν μπορεί να εξετάζει γρήγορα την πολιτική του απόδοση και να διορθώνει αποτελεσματικά λανθασμένες πλευρές της πολιτικής του. Τι φταίει για αυτό; Η ισορροπιστική πολιτική της εκάστοτε ηγεσίας με το παρελθόν. Ή με όσους χάραξαν την λανθασμένη πολιτική στο παρελθόν.

Ένα παράδειγμα είναι η κριτική τοποθέτηση απέναντι στην πολιτική της περιόδου Φλωράκη. Πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του, η επόμενη και η παρούσα ηγεσία, δεν τολμούν να συνοψίσουν και να διορθώσουν βοώντα λάθη.

Η πραγματικότητα και η ζωή, δεν μπορούν να περιμένουν συνέδρια και ατέρμονες επαναλαμβανόμενους κύκλους. Η κακοποίηση ιδεολογικών και οργανωτικών αρχών, οδηγεί σε απαγόρευση στην πράξη ιδεολογικής πάλης και αναζητήσεων. Συρρικνώνει τις ζωντανές και υγιείς δυνάμεις. Απομακρύνει τους δημιουργικά ανήσυχους. Τους κατατάσσει στους επικίνδυνους αιρετικούς.

Το ΚΚΕ, για μία 20ετία είναι δέσμιο των λαθών του. Των λαθών της περιόδου 70 και 80. Τα λάθη αυτά το οδήγησαν σε δύο κάθετες διασπάσεις με αποτέλεσμα την μεγάλη συρρίκνωση του, στην αυγή της μεγάλης παγκόσμιας κατάρρευσης. Έκτοτε συμπεριφέρεται σαν να έχασε την ιδεολογική του αυτοπεποίθηση, την εμπιστοσύνη του στην δύναμη των μαζών, κυριαρχείται από καχυποψία, στενότητα, προσήλωση στην όποια «νομιμότητα». Δεν είναι, ως οφείλει, μπροστά από τις εξελίξεις. Δεν καθορίζει τους όρους των κοινωνικών συγκρούσεων, δεν συγκρούεται. Και στην περίοδο από το 2010 μέχρι σήμερα, στην περίοδο εξανδραποδισμού δικαιωμάτων, κατακτήσεων και αμοιβών, οι εργαζόμενοι δεν βρήκαν μπροστά τους το ΚΚΕ, σύμβουλο, συμπαραστάτη, καθοδηγητή, οργανωτή των αγώνων τους. Ίσως, όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν μπορούσε. Την απαιτούμενη προσπάθεια για να μπορέσει κρίνουμε.

Θα κάνουμε μία παρένθεση: Λένε πολλοί, ότι η τελική στρατηγική είναι που φταίει. Ότι την αντιμετώπιση των τρεχόντων προβλημάτων, την παραπέμπει στο μέλλον και στην συνολική κοινωνική αλλαγή.

Δεν μας ενδιαφέρει να μπούμε στην συζήτηση περί στρατηγικής. Ή για το αν οι προγραμματικές τροποποιήσεις είναι σωστές. Η ορθότητα της τρέχουσας πολιτικής ωστόσο, αφορά κάθε στρατηγική. Ή πιο απλά, αν δεν είσαι στο κάθε μέρα της ζωής των εργαζομένων, δεν υπηρετείς καμία στρατηγική, υπονομεύεις κάθε στρατηγική.

Το θέμα λοιπόν είναι, πως αποτελεσματικά θα υπερασπίσουμε την ζωή και τα δικαιώματα της Εργατικής Τάξης, όλων των καταπιεσμένων κοινωνικών δυνάμεων. Πως, με τον τρόπο αυτό, θα απαντήσουμε πειστικά στα αδιέξοδα, στο απάνθρωπο, της καπιταλιστικής κρίσης. Πως, θα συγκεντρώσουμε δυνάμεις, για τις επιμέρους νίκες, για την συνολική νίκη.

Επί αυτού, υπάρχει έδαφος και ολάνοιχτος δρόμος. Τολμούμε να εκτιμήσουμε, ότι υπάρχουν και γόνιμες πολιτικές συνθήκες. Η απομαζικοποίηση του κινήματος και των επί μέρους αγώνων, εδράζεται στο κύμα της απογοήτευσης που σωρεύεται μια τουλάχιστον δεκαετία. Απογοήτευση της μαζικής και συνολικής ήττας. Αυτήν την απογοήτευση πρέπει να υπερνικήσουμε. Και απαιτούνται πολλά για αυτό. Αυτό που περισσεύει, είναι η στενότητα, η στενομυαλιά, η ανόητη ηγεμονική συμπεριφορά, ο στενός πολιτικός ορίζοντας, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους λοιπούς συμμαχητές μας. Αυτό αφορά όλες τις πλευρές. Τόλμη και γενναιότητα, μαζί με πολιτικό ρεαλισμό απαιτούν οι σημερινές συνθήκες.

Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων, Παναττική Συνέλευση, Τετάρτη 13/11, 6.30 μμ, Νομική

Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων καλεί σε συνελεύσεις σε πόλεις της χώρας, όπου θα συζητηθούν η Πολιτική Πρόταση των συλλογικοτήτων που τον έχουν συγκροτήσει (ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ, ΑΡΑΝ, ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΣΥΛΛΟΓΟΣ Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ), το προσωρινό πλαίσιο κοινής λειτουργίας και η ανάδειξη Συντονιστικών, στην προοπτική μιας Πανελλαδικής Διαδικασίας στα τέλη Μάη 2020.

Οι διαδικασίες αυτές ξεκινούν με την Παναττική Συνέλευση, την ερχόμενη Τετάρτη 13 Νοεμβρίου, στις 6.30 μ.μ., στο αμφιθέατρο 16, στον 7ο όροφο του Μεγάρου Θεωρητικών Επιστημών (νέο κτήριο Νομικής, είσοδος από Σίνα και Μασσαλίας).

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ

Κλείνει ο προηγούμενος και ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος

1. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου έκλεισε τον ταραγμένο κύκλο της προηγούμενης δεκαετίας με την αναγέννηση του δικομματισμού και τη Νέα Δημοκρατία στη θέση του ηγεμόνα και του αυτοδύναμου κυβερνήτη, μετά από χρόνια κατακερματισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Με έναν ΣΥΡΙΖΑ που βγαίνει από τη μνημονιακή διαχείριση με μικρές σχετικά απώλειες και ταυτόχρονα με πορεία στην κατεύθυνση μιας σοσιαλφιλελεύθερης «προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης». Η Ακροδεξιά πλέον εκπροσωπείται κοινοβουλευτικά από τη συστημική Ελληνική Λύση, η οποία θα πιέζει τη ΝΔ προς μία ακόμη πιο εθνικιστική, αυταρχική και ρατσιστική πολιτική. Από την άλλη, η αδυναμία της Χρυσής Αυγής να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση φαίνεται να αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρούνται σήμερα στοιχεία κρίσης εκπροσώπησης (π.χ. αποχή που αποτελεί ταυτόχρονα και ανησυχητική ένδειξη απόγνωσης και εξατομίκευσης ευρύτερων μαζών).

2. Ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος. Η ΝΔ μπορεί να πέτυχε μια «καθαρή» νίκη στις τελευταίες εκλογές αλλά η σημερινή εκλογική της βάση δεν θυμίζει σε τίποτα τα στιβαρά κοινωνικά μπλοκ προηγούμενων δεκαετιών. Καλείται να διαχειριστεί μια ασθενική οικονομική ανάκαμψη, ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα φτώχειας και ένα ογκώδες δημόσιο χρέος που δύσκολα θα αποπληρωθεί ομαλά σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την ραγδαία όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών στον κόσμο, την Ευρώπη, την Αν. Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν θα επιτύχει το αναπτυξιακό σοκ που υπόσχεται, αλλά θα προωθήσει με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις επιχειρώντας να επιτύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους εις βάρος της εργατικής τάξης και ευρύτερα, των δυνάμεων της εργασίας και του λαού.

3. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντιφατική πραγματικότητα. Από τη μια έχουμε ένα δυσμενή συσχετισμό δύναμης τόσο για τις δυνάμεις της εργασίας όσο και για τις δυνάμεις της Αριστεράς. Από την άλλη όμως δεν φαίνεται εύκολα να προδιαγράφεται μια κοινωνική και κατ’ επέκταση, πολιτική σταθερότητα. Η ΝΔ θα διαχειριστεί τα αποτελέσματα τριών μνημονίων και το τέταρτο, εν αναμονή μνημόνιο που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ. Καμία κυβέρνηση δεν μπόρεσε να περάσει αλώβητη από την επιβολή μνημονιακής εμπνεύσεως πολιτικών, όσο κραταιά και αν είναι. Σε πρώτη ανάγνωση, το 71,5% του δικομματισμού φαίνεται καθηλωτικό. Η στήριξη όμως προς το ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται απαραίτητα ως επιδοκιμασία των μνημονιακών πολιτικών που ακολούθησε η κυβέρνηση Τσίπρα. Ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων του κινήθηκε βάσει της λογικής του μη χείρον βέλτιστον απέναντι σε μια αυταρχικότερη εκδοχή αναδιάρθρωσης, όπως αυτή εκφράζεται από τη ΝΔ. Σε αυτή την αντίδραση πρέπει να προστεθεί και ένα μέρος της αποχής.

4. Εκμεταλλευόμενη μια πραγματικότητα, που με σταθερό τρόπο έχει οικοδομηθεί ιδεολογικά και πολιτικά εδώ και χρόνια από όλες τις δυνάμεις του συστήματος (ΜΜΕ, κράτος, αστικά κόμματα), η πολιτική της ΝΔ παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

– Ένταση της επιθετικότητας του κεφαλαίου, ως προς τους όρους εξυπηρέτησης των συμφερόντων του, αλλά και ως προς την καταστρατήγηση και το ζωτικό χτύπημα των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ξεχωρίζει η επίθεση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που επιχειρεί να δώσει με το πρόσφατο νομοσχέδιο η κυβέρνηση, το οποίο καταργεί στην πράξη τις συλλογικές συμβάσεις, ενώ επιχειρεί να ποδηγετήσει τον συνδικαλισμό με τα ηλεκτρονικά μητρώα και ψηφοφορίες. Η σπουδή με την οποία η κυβέρνηση ικανοποιεί αιτήματα του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου που είχαν αντιμετωπίσει την αντίθεση του λαϊκού κινήματος είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση των Σκουριών και του Ελληνικού. Το περιβάλλον υποβαθμίζεται και περιφρονείται, ενώ ο πολιτισμικός πλούτος της χώρας εκποιείται, αν δεν θεωρείται εμπόδιο για τις κάθε είδους «επενδύσεις».

– Το ζήτημα της μνημονιακής επιτροπείας και του πρόθυμου ακολουθητισμού στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς αποκτά κι αυτό νέα χαρακτηριστικά.   Η άρχουσα τάξη υποτάσσεται πλήρως στον αμερικάνικο και ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, ευελπιστώντας να βελτιώσει τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα, με τη συμμετοχή της στα παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων στο χώρο της Μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

– Ένταση και όξυνση του αυταρχισμού: η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, μιας κερδισμένης με αίμα κατάκτησης του φοιτητικού και λαϊκού κινήματος, είναι ενδεικτική της προσπάθειας της άρχουσας τάξης να ξεμπερδέψει το συντομότερο δυνατό με τα πιο προοδευτικά και φιλολαϊκά στοιχεία της πολιτικής κληρονομιάς της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι επιθέσεις σε κοινωνικούς χώρους και αγωνιστές  στα Εξάρχεια. Η όξυνση του συντηρητισμού και του αυταρχισμού είναι τα πολιτικά «προαπαιτούμενα» για το νέο γύρο υπέρ-αντιδραστικής ανάπτυξης, θεμελιωμένης πάνω στην καταπάτηση εργατικών δικαιωμάτων και την καταστροφή του περιβάλλοντος.

– Ταχύτατα προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις: Η ΔΕΗ είναι το επόμενο βήμα σε αυτή τη διαδικασία, με την απαξίωση και την οριστική εκποίησή της στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά και τα πρώτα δείγματα της κυβερνητικής πολιτικής σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία  και το συνταξιοδοτικό σύστημα καταδεικνύουν αυτήν ακριβώς την πορεία προς την ιδιωτικοποίηση των βασικών δημόσιων αγαθών και τη βαθύτερη σύνδεσή τους με τις ανάγκες της αγοράς .

– Συντηρητικοποίηση και οπισθοδρόμηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής που, δυστυχώς, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε σημαντικό τμήμα των λαϊκών στρωμάτων. Τα αντιπροσφυγικά και αντιμεταναστευτικά μέτρα της κυβέρνησης και η ένταση της αντίστοιχης ρητορικής εντάσσονται και σε αυτό το πλαίσιο. Το ίδιο και η συστηματική προώθηση ενός πιο  αυταρχικού και επιθετικού εθνικισμού, όπως και οι προτροπές της Υπουργού Θρησκευμάτων και Παιδείας για εμπλοκή ιεροδιδασκάλων στην εκπαιδευτική διαδικασία.

– Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες με ορισμένα μεσαία στρώματα πάνω στη μείωση της φορολογίας και με κάποιες ελαφρύνσεις που δεν ανατρέπουν αλλά ενισχύουν την κύρια πολιτική κατεύθυνση: την μείωση της φορολογίας των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, την ενίσχυση της κερδοφορίας τους.

– Επιχειρεί να αναπτύξει συμμαχίες και με τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού ενώ λεηλατεί τα εργατικά δικαιώματα και το περιβάλλον στο όνομα των επενδύσεων και της «ανάπτυξης για όλους». Επιχειρεί έτσι να μετατρέψει την παθητική αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής -στην οποία διέπρεψε ο ΣΥΡΙΖΑ- σε μια ενεργητική στήριξή της.

Αυτή η πολιτική δεν μπορεί όμως να αντιστρέψει ριζικά το πρόβλημα της χαμηλής δυναμικής και αποδοτικότητας των επενδύσεων. Στοιχείο που σχετίζεται και με τις δυναμικές της παγκόσμιας οικονομίας και με τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το (μετα)μνημονιακό μοντέλο ανάπτυξης. Κάτι που υπογραμμίζεται από τη διεθνή αδυναμία του κεφαλαίου να ξεπεράσει τη στασιμότητα στις μαζικές, παραγωγικές επενδύσεις. Η οποία, με τη σειρά της, οφείλεται στην αδυναμία να αναταχθεί σταθερά η πτωτική πορεία του μέσου ποσοστού κέρδους, να καταστραφούν μαζικά τα πιο αδύναμα κεφάλαια. Αποδεικνύεται ότι ούτε η μείωση του εργατικού κόστους, ούτε η λεηλασία της φύσης μπορούν να βγάλουν το σύγχρονο καπιταλισμό από τις δομικές αντιθέσεις του.  Αντίθετα, όλα τα μέχρι τώρα μέτρα οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη όξυνση αυτών των αντιθέσεων.

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνεί τόσο με το μνημονιακό οικονομικό πλαίσιο που έχει επιβληθεί από ΕΕ και ευρωζώνη, όσο και με τον ατλαντικό προσανατολισμό της αστικής τάξης της Ελλάδας. Είναι ενσωματωμένος στο αστικό κοινοβουλευτικό παιχνίδι και προσπαθεί να προβάλει –αυτό που προσπάθησε να εφαρμόσει- μια πολιτική ήπιας νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Με βάση αυτό θα κάνει αντιπολίτευση επιδιώκοντας την εναλλαγή και όχι τη ρήξη και την ανατροπή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προοδευτικές και λαϊκές φωνές στο εκλογικό του ακροατήριο ή ακόμη και την κομματική του βάση. Σημαίνει όμως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον μετατραπεί  στον δεύτερο πόλο της αστικής πολιτικής, με ορισμένες, βέβαια, διαφορές με τη ΝΔ, που δεν έχουν όμως ποιοτικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχουν δυνατότητες για μια μετωπική πολιτική συμπόρευση με αυτό το κόμμα, αλλά μπορούν να αξιοποιηθούν οι διαφοροποιήσεις στο μαζικό κίνημα.

«Τέλος εποχής» και για τις δυνάμεις της Αριστεράς

6. Τα κόμματα που διατυπώνουν έναν πιο ριζοσπαστικό, προοδευτικό ή και κομμουνιστικό λόγο, παρά την προσφορά και τους αγώνες της βάσης τους, δεν φάνηκαν ικανά να ωφεληθούν από τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και να εκτιμήσουν τη βαρύτητα του εκλογικού αποτελέσματος: Η επίδοση του ΚΚΕ ήταν εντός του υποδιπλασιασμού των τελευταίων χρόνων. Η ΛΑΕ κυρίως, αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν σοβαρότατες εκλογικές ήττες. Η πρώτη τέθηκε σε ανεπίστρεπτη κρίση, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ξαναγύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε το 2009 και βαθιά διχασμένη. Ο κύκλος αυτών των πολιτικών μετώπων με τη σημερινή μορφή τους πολιτικά έχει κλείσει. Το κύριο είναι ότι κανένας από αυτούς τους φορείς δεν φαίνεται να έβγαλε τα αναγκαία συμπεράσματα από τις ήττες και τις αποτυχίες του. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή αποτυχία όλων των προγραμμάτων και κομμάτων της Αριστεράς, απέναντι στην οποία τοποθετούμαστε και εμείς αυτοκριτικά.

7. Εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα συνιστά η ύφεση του λαϊκού κινήματος και η αδυναμία ανάπτυξης μαζικών αγώνων, τόσο γενικά όσο και ειδικότερα με πρωτοπόρα την εργατική τάξη. Κάποιες μαζικές κινητοποιήσεις μετά τις εκλογές (για τα Εξάρχεια, τον Φύσσα, τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Ζακ, εργατικές απεργίες και κινητοποιήσεις κ.α.) έδειξαν τη διάθεση ενός εργατικού, λαϊκού και νεολαιίστικου δυναμικού για σύγκρουση με την κυβέρνηση στο πεδίο της στήριξης των ανθρώπινων και δημοκρατικών δικαιωμάτων, χωρίς όμως οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάτασης του μαζικού κινήματος και σύνδεσης των επιμέρους κινητοποιήσεων και αγώνων.

8. Η κατάσταση της Αριστεράς, στο σύνολό της, δυσκολεύει μια γρήγορη αναδιοργάνωση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, κάνει το έργο της μαζικής και νικηφόρας αντίστασης στην επίθεση της ΝΔ και του νέου δικομματισμού, να μοιάζει με ηράκλειο άθλο. Ωστόσο, αυτός είναι ο δρόμος που απαιτείται να ακολουθήσει η ριζοσπαστική Αριστερά.

9. Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την απαίτηση, χρειάζεται βαθιά, μαχόμενη και ουσιαστική αυτοκριτική επανεξέταση της τακτικής, των μετώπων και των συνθημάτων, από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, κρατώντας κάθε πολύτιμη παρακαταθήκη, αλλά με διάθεση υπέρβασης και σε ρήξη πλέον με ό,τι καθήλωσε τη δυνατότητα για μια ανατρεπτική αριστερή πολιτική. Χρειάζεται η σχεδιασμένη και έμπρακτη κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων για μια ενωτική και μαχητική λαϊκή αντιπολίτευση ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ, για την ταξική αναδιοργάνωση του εργατικού, λαϊκού και νεανικού κινήματος και μια αποτελεσματική μετωπική συμμαχία της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

10. Το ΜεΡΑ25 κινείται πολιτικά σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης στην ΕΕ και το αστικό πλαίσιο με πιο «μαχητική» διαπραγμάτευση, αν και εξέφρασε εκλογικά μεγάλο μέρος του δυναμικού που αναζήτησε τα προηγούμενα χρόνια μία διαφορετική ριζοσπαστική κατεύθυνση. Για αυτό δεν μπορεί να συνεισφέρει στην παραπάνω κατεύθυνση, παρά κάποιες διαφοροποιήσεις του σε επιμέρους ζητήματα.
Το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ, με όποιες μορφές κι αν συνεχίσουν, μπορούν και πρέπει να συμβάλουν σε μια ενωτική λαϊκή αντιπολίτευση. Αλλά, για διαφορετικούς λόγους, η σημερινή πολιτική τους εμποδίζει κάθε μια από αυτές τις δυνάμεις να ανταποκριθούν, πολύ περισσότερο, να ηγηθούν σε μια τέτοια αναγκαία προσπάθεια. Για αυτό χρειάζεται η υπέρβαση τόσο της ρεφορμιστικής, όσο και της σεχταριστικής πολιτικής στην Αριστερά.

Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός στην εποχή μας

11. Μετά τη δομική κρίση του 2008, το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός ανεβάζουν την επιθετικότητά τους σε όλα τα επίπεδα: Προετοιμάζουν πολέμους μέσα από την όξυνση των ανταγωνισμών, βαθαίνουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, χτυπούν τα δημοκρατικά, εργασιακά δικαιώματα και τις ελευθερίες, εντείνουν την καταπίεση, προωθούν αντιδραστικές και σκοταδιστικές αντιλήψεις, καταπιέζουν μικρότερα έθνη και εθνότητες, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τη νεολαία, καταστρέφουν το περιβάλλον.

12. Σήμερα, η αδυναμία επιτυχημένου ξεπεράσματος της κρίσης από την πλευρά των δυνάμεων του κεφαλαίου οδηγεί σε αντικρουόμενες τάσεις τόσο διεθνώς όσο και στην Ε.Ε. Αφενός, μια τάση ακόμα πιο νεοφιλελεύθερης φυγής προς τα εμπρός, και αφετέρου μία τάση επαναφοράς προστατευτικών πρακτικών έναντι των κύριων διεθνών ανταγωνιστών. Η πρώτη τάση επενδύεται με ιδεολογήματα «κοσμοπολιτισμού» και υπεράσπισης του ανοίγματος των αγορών διεθνώς. Πατώντας πάνω στα αντιδραστικά κεκτημένα του νεοφιλελευθερισμού, αναπτύσσεται μια δεύτερη τάση: ένα αντιδραστικό, ακροδεξιό και εθνικιστικό ρεύμα, που εμφανίζεται ως δήθεν «αντισυστημικό», ενώ αποτελεί την πιο σκοτεινή όψη του συστήματος. Εντός του, επανεμφανίζονται  τα παλιά τέρατα: ο φασισμός και ναζισμός. Αυτές οι δύο τάσεις ανταποκρίνονται σε εσωτερικές δομικές ανάγκες και αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Εκφράζουν την όξυνση των αντιθέσεων εντός και των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων στο εσωτερικό των χωρών. Αντιθέσεις σχετικά με το μείγμα οικονομικής πολιτικής ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα επιμέρους μερίδων και των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών που αυτές επιχειρούν να διαμορφώνουν. Η αδυναμία της ριζοσπαστικής και της κομμουνιστικής Αριστεράς να αρθρώσει έναν δομημένο και δυνάμει αντι-ηγεμονικό λόγο απέναντι στην «παγκοσμιοποίηση», την Ε.Ε. και τις πολιτικές του κεφαλαίου άφησε αντικειμενικά χώρο σε αυτές τις δυνάμεις να εδραιωθούν κεφαλαιοποιώντας πολιτικά τη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια.

13. Η εποχή μας είναι εποχή εμφάνισης ποιοτικά νέων παραγωγικών δυνάμεων, δυνητικά επαναστατικών για την παραγωγή πλούτου για το λαό και την απελευθέρωση χρόνου εντός και εκτός της εργασίας.  Ο καπιταλισμός, ειδικά στην περίοδο της κρίσης του, όχι μόνο δεν μπορεί να αξιοποιήσει επαρκώς τις κατακτήσεις της επιστήμης, της εργασίας και του πολιτισμού αλλά τις ιδιοποιείται, τις διαστρέφει και τελικά τις στρέφει ενάντια στη σύγχρονη  εργατική  τάξη, τη νεολαία και τα φτωχά μεσαία στρώματα. Οι νέες και συνεχώς εξελισσόμενες παραγωγικές δυνάμεις, οι οξυμένες αντιθέσεις και αντιφάσεις τους με τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, οι ίδιοι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, παράλληλα με τις μεγάλες δυσκολίες, εμπεριέχουν και εκφράζουν ταυτόχρονα τις σύγχρονες δυνατότητες  για μια βαθιά πολιτική και πολιτιστική επανάσταση στην εργασία, στη γενικότερη οργάνωση της ζωής του εργάτη -δημιουργού. Μπορούν να τροφοδοτήσουν μεγάλες κοινωνικές αναμετρήσεις, ώστε το εξαιρετικά επίκαιρο δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»  να αποκτά υλική υπόσταση, να γίνεται υπόθεση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

14. Κατανοούμε ότι οι παραπάνω επισημάνσεις για τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό στην εποχή μας, δεν αρκούν για να απαντηθεί το μεγάλο ζήτημα μιας επαναστατικής στρατηγικής και μιας νέας κομμουνιστικής εναλλακτικής απάντησης στο ΤΙΝΑ του νεοφιλελευθερισμού και των δυνάμεων του συστήματος. Μεγάλα προβλήματα αναδεικνύονται μπροστά μας προς απάντηση, όπως η σχέση «παγκοσμιοποίησης» – διεθνοποίησης και έθνους κράτους, οι νέες σχέσεις εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, το σύγχρονο μονοπώλιο και οι πολυεθνικοί όμιλοι, τα καινούρια χαρακτηριστικά στο κράτος και στη δομή της αστικής εξουσίας, ο κατακερματισμός και η συγκέντρωση της εργατικής τάξης, οι νέες τεχνολογίες, τα μέσα ενημέρωσης, ο πολιτισμός και η διαμόρφωση της εργατικής και λαϊκής συνείδησης κ.α. Για αυτό, σήμερα, είναι αναγκαίο να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τα καινούρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού.

Η ΕΕ σε κρίση και σε πορεία βαθύτερης αντιδραστικοποίησης

15. Η Ε.Ε. προσπαθεί να δείξει εικόνα κανονικότητας αλλά οι πολιτικές και οικονομικές αντιθέσεις οξύνονται:

⎼ Οι χώρες της Ε.Ε. ανέκτησαν κατά μέσο όρο το επίπεδο παραγωγής (ΑΕΠ) που είχαν το 2008 σε 6 χρόνια από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ενώ η Γερμανία χρειάστηκε μόλις 3, οι χώρες της ΟΝΕ κατά μέσο όρο χρειάστηκαν 7 χρόνια, ενώ η Ελλάδα και η Ιταλία 10 χρόνια μετά δεν το έχουν ανακτήσει ακόμη. Το ζήτημα του χρέους παραμένει ενεργό, κύρια στην Ιταλία.

⎼ Η διαδικασία του Brexit μένει να φανεί με πόσους κραδασμούς (συναινετικά ή όχι) θα προχωρήσει.

⎼ Υπάρχει κρίση και της διαδικασίας ολοκλήρωσης προς ανατολάς, σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, που αμφισβητούν ακόμη και το περίφημο «ευρωπαϊκό κεκτημένο».

⎼ Ο Μακρόν, που θεωρήθηκε εμβληματικός εκφραστής της «εμβάθυνσης», δυο χρόνια μόλις μετά την ανάδειξή του στην προεδρία δείχνει σαφή σημάδια κόπωσης, με τη δημοτικότητά του να βαίνει διαρκώς μειούμενη χάρη και στην κινητοποίηση των Κίτρινων Γιλέκων. Η Μέρκελ αμφισβητείται από τα δεξιά και στην Ιταλία η ακροδεξιά Λέγκα, αναδεικνύεται σταδιακά σε κύρια πολιτική δύναμη.

Αυτή η Ε.Ε. δεν είναι εστία ειρήνης και οικονομικής ανάπτυξης για τους εργαζόμενους και τους λαούς της Ευρώπης, είναι ένας αντιδραστικός ιμπεριαλιστικός – καπιταλιστικός μηχανισμός. Δεν αλλάζει «από μέσα», δεν μεταρρυθμίζεται, παρά μόνο ανατρέπεται.  Κάτι που φυσικά δεν αρκεί να διαπιστώνεται αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται στοιχειωδώς σοβαρά ειδικά και υπό το φως της εμπειρίας του 2015.

16. Η κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συνεπώς, παραμένει μπροστά μας. Παραμένει και η ανάγκη ανασύνταξης, ανασύνθεσης, βαθιάς ανασυγκρότησης και μετωπικής συστράτευσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων για:

⎼ Μια κατεύθυνση λαϊκής ρήξης και αποδέσμευσης από την ΟΝΕ και την Ε.Ε.

⎼ Την εξυπηρέτηση των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων.

⎼ Δημοκρατία προς όφελος των εργαζομένων και του λαού.

⎼ Λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.

⎼ Με τον λαό στο τιμόνι και με το αναγκαίο στη συγκυρία μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα,  για τη σύνδεση της αντιευρώ και αντι-ΕΕ ρήξης με μια φιλολαϊκή έξοδο από την κρίση και με τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική προοπτική.

Μια τέτοια Αριστερά θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά την κρίση της ΕΕ προς όφελος των εργαζομένων και του λαού. Δίνοντας ένα αποτελεσματικό παράδειγμα άλλου δρόμου ενάντια στα ευρωπαϊκά μνημόνια, τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα, την Ακροδεξιά και τον φασισμό, τις πολιτικές του κεφαλαίου και την ιμπεριαλιστική επιτροπεία. Ένα παράδειγμα που θα τονώσει τη λαϊκή αυτοπεποίθηση και τους αγώνες ενάντια στην ΟΝΕ και την ΕΕ και σε άλλες χώρες. Κι έτσι θα επιτελέσει και το διεθνιστικό καθήκον της απέναντι στους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης, με τους οποίους θέλουμε να συντονιστούμε ακριβώς επειδή βιώνουν παρόμοια καταπίεση από τις αστικές τάξεις τους στο πλαίσιο της ΕΕ

Η Ελλάδα , αδύναμος κρίκος στην ΕΕ και το διεθνές σύστημα

17. Η Ελλάδα, μια χώρα μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης, εντάχθηκε στην ΕΟΚ – ΕΕ με σκοπό να επιταχύνει αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου. Η ελληνική αστική τάξη επιδίωξε τη συμμετοχή στην ΟΝΕ ακόμα κι αν υπήρχαν φωνές που έθεταν το ζήτημα ότι η ελληνική καπιταλιστική οικονομία ήταν σχετικά αδύναμη ακόμη για να εκτεθεί στον ανταγωνισμό πιο παραγωγικών ευρωπαϊκών κεφαλαίων χωρίς την προστασία της νομισματικής ισοτιμίας.

Τα πρώτα χρόνια της ΟΝΕ η ελληνική οικονομία είχε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, βασιζόμενη στην αθρόα πίστωση λόγω της πτώσης των επιτοκίων (του ευρώ σε σχέση με τη σχετικά «σκληρή» δραχμή των χρόνων πριν από την ένταξη). Αυτή η πίστωση διοχετεύτηκε κυρίως σε κλάδους πιο προστατευμένους από τον διεθνή ανταγωνισμό (κατασκευές, εγχώριες υπηρεσίες, τουρισμός), μη εμπορεύσιμων διεθνώς προϊόντων. Κλάδοι που αποδείχτηκαν εξαιρετικά ευάλωτοι στο ξέσπασμα της κρίσης, ενώ ταυτόχρονα σε όλη την περίοδο του ευρώ η χώρα αύξανε το εμπορικό έλλειμμα και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, κυρίως εξαιτίας της εισαγωγής προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας που η ίδια δεν παράγει. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων οδήγησε στην αύξηση του δημόσιου ελλείμματος, του χρέους και του εξωτερικού δανεισμού και συνεπώς στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

18. Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, οι βασικές ορίζουσες του «ελληνικού προβλήματος» είναι ακόμη υπαρκτές:

⎼ Η ελληνική οικονομία διατηρείται σχετικά στάσιμη, σε επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο (περίπου 24-25% μικρότερο) από το 2008.

⎼ Εξυπηρετείται η διαμόρφωση του συγκεκριμένου αναπτυξιακού προτύπου που προέβλεπαν τα μνημόνια για μια χώρα που θα είναι διαμετακομιστικός κόμβος μεταξύ Ανατολής και Ευρώπης με αναβαθμισμένες μεταφορικές υποδομές, με μια οικονομία έντασης εργασίας με έμφαση στις υπηρεσίες, τον τουρισμό και τις επενδύσεις real estate, με χαμηλό εργατικό κόστος και φιλικό περιβάλλον για «επενδύσεις».

⎼ Τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα συμπιέζονται για να αποκομίζουν κέρδος οι μεγάλες επιχειρήσεις. Οι δυνάμεις του εγχώριου κεφαλαίου έχουν κάθε συμφέρον να μη διακυβευτεί το ουσιαστικό «μνημονιακό κεκτημένο» για να αποκομίζουν κέρδος πλέον κυρίως μέσω της εσωτερικής υποτίμησης των μισθών και της λιτότητας.

⎼ Οι δυνάμεις της ΕΕ και των δανειστών μας έχουν κάθε συμφέρον να παραμένει σε αυτή την κατάσταση η ελληνική κοινωνία και οικονομία, εφόσον παραμένει εντός των ΟΝΕ – ΕΕ, για λόγους πολιτικού παραδειγματισμού, αλλά και για να μην υπάρξει νέος δημοσιονομικός εκτροχιασμός που θα κλονίσει οικονομικά την ΕΕ. Συνεχίζοντας φυσικά να εκμεταλλεύονται ανάλογα την κατάσταση, αποσπώντας εμπορικά πλεονάσματα και «φιλέτα» μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Αυτή είναι η ουσία της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας που έχει επιβληθεί στον ελληνικό λαό.

Πρέπει να είναι σαφές, λοιπόν, ότι η ελληνική κοινωνία θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε αυτή την «παγίδα» όσο παραμένει στο κλουβί της ΕΕ.

19. Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα βίωσαν και βιώνουν πολύ βαθύτερα την καπιταλιστική κρίση, την αντεργατική και αντιδημοκρατική επιθετικότητα του κεφαλαίου, ενώ ζουν μέσα στην ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των πολεμικών προετοιμασιών.

Η αστική τάξη της Ελλάδας, όχι μόνον δεν προωθεί την «έξοδο» από τα μνημόνια, αλλά τα εμπεδώνει και τα «ιδιοποιείται», υποτάσσεται πλήρως στην ΕΕ και το ΔΝΤ, βαθαίνοντας την εκμετάλλευση και την κερδοφορία ειδικά των πολυεθνικών μονοπωλίων, ενώ προσθέτει και μια νέα αμερικανοκρατία. Προωθεί τις επιδιώξεις της ελληνικής ολιγαρχίας στα Βαλκάνια, η οποία, υπό την σκέπη των ΗΠΑ, επιχειρεί να ανακτήσει κάποιες θέσεις, όπως δείχνει η Συμφωνία των Πρεσπών. Η Συμφωνία αυτή δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει οι εθνικισμοί των βαλκανικών αστικών τάξεων, κυρίως γιατί είναι ενταγμένη στους ευρύτερους νατοϊκούς και ευρωενωσιακούς σχεδιασμούς, παρά ορισμένα θετικά σημεία της (π.χ. σύνθετη ονομασία, αναγνώριση σλαβομακεδονικού έθνους και γλώσσας).

20. Την ίδια στιγμή, ο τουρκικός καπιταλισμός είναι πιο ισχυρός, σήμερα. Διεκδικώντας ηγετικό ρόλο στην περιοχή αυξάνει την επιθετικότητά του, τις απειλές πολέμου, προβάλλει αναθεωρητικές διεκδικήσεις. Ταυτόχρονα, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός μέσω του άξονα Ισραήλ, Αιγύπτου, Κύπρου, στον οποίο συμμετέχει ενεργά ο ελληνικός καπιταλισμός, εντείνει την παρέμβασή του στην Αν. Μεσόγειο για τον έλεγχο ειδικά των πηγών και δικτύων μεταφορών ενέργειας. Σε αυτό το τοπίο δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι για την έναρξη πολεμικών αναμετρήσεων στην περιοχή μας.

21. Οι πρώτες αυτές επισημάνσεις δείχνουν ότι είναι αναγκαίο να ανοίξει εκ νέου μια βαθύτερη συζήτηση και σε αυτό το ζήτημα: Ποιος είναι και που βαδίζει ο ελληνικός καπιταλισμός, ποια είναι η θέση του στο διεθνές καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό σύστημα, ποια είναι η κοινωνική διαστρωμάτωσή του, ποιες οι ιδιομορφίες του κ.α. Αυτή η συζήτηση είναι αναγκαία εάν θέλουμε να αναπτύξουμε μια συγκεκριμένη στρατηγική για την επανάσταση στον «αδύναμο κρίκο» του ελληνικού έθνους – κράτους, για τη διεθνή αλληλεπίδραση, αλλά και αν θέλουμε να αναπτύξουμε μια αποτελεσματική τακτική μετωπικής συγκέντρωσης δυνάμεων που θα απαντά στο «σήμερα» και θα συνδέει με το «αύριο».

Η κατάσταση του κομμουνιστικού, αριστερού και εργατικού – λαϊκού κινήματος

22. Σε αυτή την αντιφατική κατάσταση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, αναπτύχθηκαν και θα αναπτύσσονται ημιαυθόρμητοι εργατικοί, κοινωνικοί και λαϊκοί αγώνες αντίστασης.

Μέσα σε αυτούς τους κοινωνικούς αγώνες μπορεί να γεννηθούν τα σπέρματα από το μέλλον που θα συναντήσουν τις καλύτερες επαναστατικές παραδόσεις και κατακτήσεις του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Όμως,  το παρελθόν της ήττας βαραίνει ακόμη πάνω στο παρόν. Βαραίνει η στρατηγική κρίση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος από τις καταρρεύσεις και ανατροπές της σοσιαλιστικής απόπειρας του προηγούμενου αιώνα. Βαραίνουν δεκαετίες ρεφορμιστικής και συστημικής πολιτικής στην Αριστερά, μαζί με το σεχταρισμό και τον αριστερισμό. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η ήττα των μεγάλων αντιμνημονιακών αγώνων, τους οποίους η Αριστερά, ειδικά η κομμουνιστική, εξαιτίας της αδυναμίας και των ανεπαρκειών της απέτυχε να αξιοποιήσει.

23. Οι σημερινές εργατικές και λαϊκές αντιστάσεις είναι ακόμη κατακερματισμένες, ανεπαρκείς και χωρίς σαφή προοπτική, διότι, πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες, καθορίζονται από την έλλειψη επαναστατικού προγράμματος και προσανατολισμού. Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης είναι επείγουσα και δεν αφορά αποκλειστικά κάποιον πολιτικό φορέα ή κάποιους «ειδικούς». Πρόκειται για μια διαδικασία που πρέπει να εξελιχθεί μέσα στην ανάπτυξη της δράσης, ανοιχτά μέσα στην εργατική τάξη και το λαό. Εκεί θα δώσει καθένας την συνεισφορά του.

24. Οι ηγεσίες και η πολιτική του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΛΑΕ, για διαφορετικούς λόγους και παρά την προσφορά και τους αγώνες τους, δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το καθήκον, αποδείχτηκαν ανεπαρκείς στις πρόσφατες αναμετρήσεις. Αδυνατούν να συλλάβουν τη νέα κατάσταση. Συνεχίζουν χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική της πορείας τους. Γενικά, στην Αριστερά κυριαρχεί ο σεχταρισμός μαζί με τον οπορτουνισμό, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αρχηγισμός και ο κοινοβουλευτισμός. Αναπτύσσεται ένας ενδοαριστερός «εμφύλιος» που φτάνει μέχρι και σε φαινόμενα βίας.

Από την άλλη, ο αναρχικός και αντιεξουσιαστικός χώρος, παρά τη συμμετοχή τμημάτων του σε συνδικαλιστικούς και αντικατασταλτικούς αγώνες, δεν μπορεί συνολικά να ξεφύγει από την υποτίμηση της πολιτικής, προγραμματικής και οργανωτικής συγκρότησης και σε όψεις του, από το φετιχισμό της βίας και μία μηδενιστική αντικοινωνική στάση.

25. Από αυτή τη σκοπιά, για όλα τα παραπάνω απαιτείται μια βαθιά κριτική και αυτοκριτική αποτίμηση της τακτικής, των συνθημάτων και των πράξεων της Αριστεράς στην ταραγμένη δεκαετία που πέρασε και η οποία άφησε ανεξίτηλο ίχνος για το μέλλον. Κατανοούμε πλήρως ότι χωρίς μία συνολική αποτίμηση για αυτές τις ελλείψεις, συνολικά αλλά και για τις δικές μας, δεν μπορεί να υπάρξει ελπιδοφόρα τομή με τα λάθη και τις παθογένειες του παρελθόντος. Σε αυτή την κατεύθυνση, θα προσπαθήσουμε να καταθέσουμε από κοινού έναν τέτοιο αναγκαίο και ουσιαστικό απολογισμό.

Για την αντιστροφή και υπέρβαση της κατάστασης

26. Είναι αναγκαίο ένα αποφασιστικό και μαχητικό βήμα αντιστροφής και υπέρβασης. Είναι η ώρα για μια νέα συσπείρωση δυνάμεων που θα συμβάλει στην προγραμματική ανασύνθεση της κομμουνιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Που θα προωθεί ως στρατηγική τη ρήξη και την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού. Με μαχόμενη κριτική αποτίμηση για την ιστορική πορεία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, χωρίς να ισοπεδώνεται η προσφορά του. Με στόχο να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα αντάξιο της εποχής μας με βασικό καθήκον την ανασυγκρότηση του διεκδικητικού κινήματος και της Αριστεράς, ώστε να ανακοπεί η πορεία διάλυσης. Για να ανοίξει η συζήτηση για την επόμενη μέρα, μπροστά στους υπάρχοντες αριστερούς φορείς, ώστε να τεθούμε όλοι προ των ευθυνών μας.

27. Η ιστορική αποτίμηση της επαναστατικής απόπειρας του 20ου αιώνα και η νέα εποχή του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού απαιτούν έναν βαθύ διάλογο που θα στηρίζεται στη θεωρία του Μαρξ και του Ένγκελς, στην επέκταση και την εμβάθυνσή του από τη συνεισφορά του λενινισμού, στον επαναστατικό μαρξισμό, αλλά και στη συμβολή όλων των μαχόμενων μαρξιστών, με στόχο μια, αντίστοιχη με την εποχή μας, στρατηγική για τις επαναστάσεις και την κομμουνιστική κοινωνία του 21ου αιώνα. Για να απαντήσουμε στα μεγάλα ερωτήματα: Ποια θα είναι η πορεία της επαναστατικής διαδικασίας στην εποχή μας; Τι συμπεράσματα αντλούμε από την εμπειρία των επαναστάσεων του 20ου αιώνα; Πώς προωθείται ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας;

28. Η αντίστοιχη συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων είναι αναγκαίος αλλά όχι επαρκής όρος για την αντιστροφή της σημερινής κατάστασης. Το γεγονός ότι οι κομμουνιστικές δυνάμεις οφείλουν να προωθούν τη στρατηγική τους, δεν σημαίνει ότι παραιτούνται από τα μέτωπα, από άξονες συσπείρωσης και κοινής δράσης με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις για τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα το λαό και τη χώρα.

Γι’ αυτό απαιτείται μια πορεία δημιουργίας ενός σύγχρονου εργατικού και λαϊκού, κοινωνικοπολιτικού μετώπου. Σε αυτό το μέτωπο, οι πρωτοπόρες δυνάμεις οφείλουν να συνδέουν τον αντιιμπεριαλιστικό και δημοκρατικό αγώνα με το ταξικό και αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο του, όπως και αντίστροφα, να συμβάλουν έτσι ώστε ο αντικαπιταλιστικός αγώνας να εκφράζεται με τις σύγχρονες αντιιμπεριαλιστικές και δημοκρατικές αιχμές του.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν έρχεται σε σύγκρουση, αντίθετα, ενισχύει τις προσπάθειες για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα, τροφοδοτεί την επαναστατική προοπτική.

Ταυτόχρονα, ένα τέτοιο μέτωπο δεν μπορεί να είναι μόνον κοινωνικό. Είναι αναγκαία μια πολιτική συμμαχία των ανατρεπτικών αριστερών δυνάμεων. Που θα συσπειρώσει δυνάμεις ενάντια στο διπολισμό γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, αλλά και ενάντια στην Ακροδεξιά και το νεοφασισμό. Που θα δώσει νέα πνοή στο μαζικό κίνημα, θα συμβάλει σε νίκες και κατακτήσεις τι οποίες τόσο ανάγκη έχει ο λαός και η νεολαία.

Βασικά στοιχεία ενός πολιτικού προγράμματος για τη σημερινή περίοδο

29. Ένα τέτοιο μέτωπο έχει σαν κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό στόχο:

Ριζικές κατακτήσεις για τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, προωθώντας τη ρήξη και ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού. Κατακτήσεις που μπορούν να επιβληθούν εντός και παρά το χρέος, την ΕΕ και την αστική κυριαρχία, με αγώνα εναντίον τους, ανοίγοντας νέες προοπτικές για την επαναστατική διαδικασία. Σε αυτή την κατεύθυνση  αναζητούμε μια πρόταση τακτικής για τη σημερινή περίοδο, που μπορεί να συσπειρώσει μετωπικά ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Αποτελεσματική τακτική δεν μπορεί να είναι ούτε ο ρεφορμισμός και η υποταγή στο σύστημα, ούτε ο αριστερισμός και η άσφαιρη καταγγελία του καπιταλισμού.

Ένα τέτοιο μέτωπο χρειάζεται ένα πρόγραμμα πάλης με βάση τους παρακάτω βασικούς άξονες:

– Κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων, ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και λαϊκό εισόδημα, με σταθερές εργασιακές σχέσεις και μείωση του χρόνου εργασίας, προοδευτική φορολογία και προστασία της λαϊκής κατοικίας.

– Παύση πληρωμών, διαγραφή του δημόσιου χρέους, διαγραφή – ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους των λαϊκών στρωμάτων.

– Εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων με δημοκρατικό, εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.

– Έξοδος από ευρώ και Ευρωπαϊκή Ένωση, λαϊκή κυριαρχία στη νομισματική πολιτική και σε όλους τους τομείς, στην οικονομία, την πρόνοια, την άμυνα, τη δημόσια περιουσία.

– Ειρήνη και ισότιμη συνεργασία των λαών σε Βαλκάνια, Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο. Έξοδος από το ΝΑΤΟ, έξω οι βάσεις. Όχι στη νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών και στον άξονα με ΗΠΑ, Ισραήλ, Αίγυπτο.

– Υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των εργατικών λαϊκών ελευθεριών, αποφασιστική αντιφασιστική πάλη.

– Δημόσια και δωρεάν υγεία, παιδεία και ασφάλιση για όλους.

– Υπεράσπιση των μικρομεσαίων στρωμάτων και της μικρομεσαίας αγροτιάς.

– Στήριξη των δικαιωμάτων των νέων εργαζόμενων, των φοιτητών και μαθητών, των γυναικών και όλων των καταπιεζόμενων ομάδων.

– Υπεράσπιση των προσφύγων και των μεταναστών.

– Προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος από την καταστροφή χάριν του κέρδους.

30. Οι παραπάνω άξονες πολιτικού προγράμματος απαιτείται να βαθύνουν για να δοθούν πειστικές απαντήσεις:

– Στο θεμελιώδες κοινωνικό – οικονομικό ζήτημα, απέναντι στην καπιταλιστική κρίση, στην ανεργία, στην κρίση των τραπεζών, στις χρεοκοπίες επιχειρήσεων, στην ασυδοσία της «ελεύθερης αγοράς» και τη ζούγκλα του ανταγωνισμού, στο ξεπούλημα δημόσιων επιχειρήσεων και χώρων, στις ιδιωτικές καταστροφικές επενδύσεις, στις μειώσεις μισθών και συντάξεων, στην κατάργηση συλλογικών συμβάσεων.

– Στο δεύτερο μεγάλο ζήτημα, αυτό της δημοκρατίας, για δημοκρατικές, πολιτικές και συνταγματικές κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων και με την ενεργό συμμετοχή του λαού σε όλα τα πεδία, απέναντι στον εκφυλισμό και την αντιδραστική μετάλλαξη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στις νεοφασιστικές τάσεις κατάργησής της.

– Στο ζήτημα μιας αντιιμπεριαλιστικής ανεξάρτητης πολιτικής, απέναντι στους κινδύνους για την ειρήνη στην περιοχή μας από την πολιτική της ελληνικής άρχουσας τάξης, από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, απέναντι στην επιθετικότητα της τουρκικής αστικής τάξης.

31. Η δεκαετία που πέρασε ανέδειξε το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στο πρόγραμμα και το εργατικό λαϊκό μέτωπο με την κυβέρνηση και με την επαναστατική διαδικασία και εξουσία. Αυτό το μεγάλο πρόβλημα δεν απαντήθηκε επαρκώς από τις κομμουνιστικές επαναστατικές δυνάμεις, στην προηγούμενη δεκαετία, με αποτέλεσμα να «απαντηθεί» από τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης και υποταγής. Απαιτείται μια ριζοσπαστική αντιμετώπιση αυτών των σχέσεων, με βάση την εποχή μας, τις παλιές και σύγχρονες εμπειρίες, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών (π.χ. Λατ. Αμερική).

32. Ταυτόχρονα, μέσα και μαζί με την όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, οξύνεται ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών αντιθέσεων, όπως η αντίθεση καπιταλισμού – φύσης, πόλης – υπαίθρου, έμφυλες αντιθέσεις και πατριαρχία, εθνοτικές αντιθέσεις και ρατσισμός, πολιτισμικές – θρησκευτικές αντιθέσεις κ.λπ. Η ανάπτυξη μαζικών κινημάτων για την καταπολέμηση των αντιδραστικών τάσεων σε κάθε πεδίο είναι αναγκαία, ταυτόχρονα με μία προσπάθεια σύνδεσής τους με το ευρύτερο κίνημα και ρεύμα για την απελευθέρωση των εργαζομένων και του λαού. Η σύνδεση αυτή απαιτεί σύγχρονες ειδικές θεωρήσεις και πρακτικές ανά πεδίο όσο και μία συνολική ταξική – κοινωνική οπτική σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό και με σοσιαλιστική – κομμουνιστική κατεύθυνση εντός των κινημάτων αυτών. Για να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού, συχνά μέσω μεταμοντέρνων ιδεολογικών ρευμάτων, για τον κατακερματισμό, την απομόνωση και τελικά την ενσωμάτωση αυτών των κινημάτων σε μια κοσμοπολίτικη και φιλελεύθερη ατζέντα.

Στο μαζικό κίνημα

33. Τόσο οι κομμουνιστικές δυνάμεις, όσο και το μέτωπο, δοκιμάζονται, κρίνονται και υπηρετούν το μαζικό κίνημα.

Από αυτή τη σκοπιά, για να αναπτυχθούν μαζικοί, νικηφόροι εργατικοί αγώνες, είναι αναγκαίο να εξοπλιστεί το ταξικό συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα με ένα σύγχρονο πρόγραμμα διεκδικήσεων για το μισθό, το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημοκρατία στους χώρους εργασίας κ.α. Χρειάζεται μετωπική συσπείρωση των αγωνιζόμενων, ταξικών δυνάμεων  για μια μαζική, ενωτική και ανεξάρτητη εργατική ταξική κίνηση που θα συμβάλει σε πλατιά αγωνιστικά σχήματα στους κλάδους και τις επιχειρήσεις. Θα συμβάλει στην ενότητα των διάσπαρτων δυνάμεων σε ένα αγωνιστικό ταξικό δίκτυο ανυπότακτων συνδικάτων, το οποίο θα υπερβαίνει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και θα αντιπαλεύει το ρεφορμισμό, χωρίς αποχωρήσεις και περιχαρακώσεις από την πλατιά βάση του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος.

34. Απέναντι στην ανάπτυξη των πολεμικών κινδύνων και του εθνικισμού χρειάζεται η ενωτική πάλη ενάντια στην σύγχρονη αμερικανοκρατία, τον ευρωατλαντικό άξονα και την κυβερνητική πολιτική, χωρίς υποκλίσεις σε άλλους ιμπεριαλισμούς. Η πάλη αυτή θα είναι αποτελεσματική εάν εμπνέεται από τον ευρύτερο αγώνα για εθνική ανεξαρτησία με σαφή αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, για λαϊκή κυριαρχία με εργατική ηγεμονία και για ισότιμη διεθνιστική συνεργασία των λαών. Σε αυτή την πάλη, οι κομμουνιστικές δυνάμεις οφείλουν να συνδέουν τον πατριωτισμό με τον ταξικό διεθνισμό και αντίστροφα, ενάντια και στον αστικό κοσμοπολιτισμό και στον αστικό εθνικισμό.

Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει ο Πανελλαδικός Αντιπολεμικός Κινηματικός Συντονισμός ενώ, ταυτόχρονα, χρειάζεται η κοινή δράση όλων των αντιπολεμικών συλλογικοτήτων και η δημιουργία ενός ενωτικού μαζικού κινήματος για την προάσπιση της ειρήνης.

35. Απαιτείται η μετωπική προάσπιση και ανάπτυξη των δημοκρατικών, συλλογικών και ατομικών ελευθεριών, από την ακροδεξιά επιθετικότητα και τη φασιστική απειλή, από τη μόνιμη αντιδημοκρατική «εκτροπή» με κοινοβουλευτικό μανδύα. Για αυτό χρειάζεται η κοινή μετωπική δράση όλων των αντίστοιχων δημοκρατικών και αντιφασιστικών συλλογικοτήτων, η αποφασιστική απομόνωση του νεοφασισμού από το μαζικό κίνημα και η δημιουργία μιας πλατιάς δημοκρατικής αντιφασιστικής κίνησης μετωπικού χαρακτήρα.

36. Από τις βασικές προτεραιότητες είναι η συμβολή στην ανάπτυξη του κινήματος της νεολαίας, η οποία δέχεται μεγάλες επιθέσεις στην εργασία αλλά και στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στο στρατό και στον πολιτισμό. Είναι εμφανής η ανάγκη για μία μετωπική κοινωνική και πολιτική πρωτοβουλία νεολαίας που να επιχειρεί να αναμετρηθεί με το σύνολο των πεδίων του νεολαιίστικου κινήματος.

37. Σημαντική πλευρά της δράσης μας είναι και η συμβολή στην ανάπτυξη τοπικών κινημάτων και κινημάτων πόλης ενάντια στις προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις στο δημόσιο χώρο, την υποβάθμιση και ιδιωτικοποίηση των δημοτικών υπηρεσιών και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Για αυτό είναι αναγκαία η δράση μέσα στις αντίστοιχες λαϊκές κινηματικές μορφές (επιτροπές κατοίκων, σύλλογοι κλπ.) όσο και ο συντονισμός των κινηματικών αντιδράσεων όταν αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε το συντονισμό των αριστερών ριζοσπαστικών αυτοδιοικητικών σχημάτων πόλης ώστε να υπάρχει ανταλλαγή εμπειρίας, αλλά και ως συμβολή στην ευρύτερη ανάπτυξη της λογικής της κοινής δράσης και της μετωπικής συμπόρευσης δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η μετωπική πολιτική πρόταση στο σήμερα

38. Η κατεύθυνση για ένα μαζικό εργατικό και λαϊκό μέτωπο διεκδίκησης κατακτήσεων που θα προωθεί τη ρήξη και την ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού είναι ένα έργο μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, που προϋποθέτει την κατάκτηση ή τη δυνατότητα κατάκτησης της δημοκρατικής ηγεμονίας ενός κομμουνιστικού προγράμματος και μιας αντίστοιχης μετωπικής αντίληψης. Αυτό το κοινωνικό μέτωπο χρειάζεται την πολιτική πλευρά του, μια αριστερή συμμαχία ανατροπής. Γνωρίζουμε ότι ενώ είναι αναγκαίο, ένα τέτοιο μέτωπο και συμμαχία δεν είναι ακόμη ώριμο να πραγματοποιηθούν.

Σε αυτή την κατεύθυνση, εκτιμούμε ότι αυτό που ανταποκρίνεται περισσότερο στο επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος στη φάση της ανάταξης είναι μια πολιτική συνεργασία διαλόγου και κοινής δράσης με πρακτικές πολιτικές δεσμεύσεις, μεταξύ αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων και αγωνιστών/τριών. Η μορφή αυτή μπορεί και πρέπει να είναι πιο ανοιχτή και «πειραματική» επειδή, στο φως της εμπειρίας έως τώρα, χρειάζονται και σοβαρές τομές στο επίπεδο του πολιτικού προγράμματος,  της δομής, της λειτουργίας και της φυσιογνωμίας ενός νέου, σύγχρονου αριστερού ριζοσπαστικού μετωπικού εγχειρήματος.

Προτείνουμε έναν κινηματικό και πολιτικό χώρο με μια στοιχειώδη κεντρική πολιτική συμφωνία μετωπικού χαρακτήρα και δεσμεύσεις σε κεντρικά πολιτικά ζητήματα, στην κοινή δράση και την παρέμβαση στα επιμέρους κοινωνικά κινήματα, που θα επιδιώξουμε προοπτικά να επεκταθεί γεωγραφικά, με τις ανάλογες μορφές παρέμβασης.

Αυτή η διεργασία αφορά ένα εύρος δυναμικού που κινείται ενωτικά – μετωπικά και ριζοσπαστικά, είτε οργανωμένο ακόμα σε υπαρκτά πολιτικά σχήματα, είτε ευρύτερο ανένταχτο δυναμικό. Η σκέψη, οι προτάσεις και οι πρωτοβουλίες μας για το προχώρημα αυτής της διαδικασίας θα υπηρετούν αυτό το κριτήριο, καλώντας ανοιχτά όλο αυτό το δυναμικό και έχοντας συναίσθηση του αναγκαίου χρόνου για την ευόδωση μιας τέτοιας διεργασίας ώστε να οδηγήσει στη σύγκλιση και συνεύρεση αυτών των δυνάμεων.

Παρά τις δυσκολίες τα τελευταία χρόνια και τη σύγχυση στη σημερινή εποχή, σε δυνάμεις του κινήματος και της ριζοσπαστικής Αριστεράς αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται ορισμένες πολιτικές διεργασίες και αναζητήσεις, στην κατεύθυνση για μετωπική λογική και αντίληψη ουσιαστικής κοινής δράσης, αντίληψη προγράμματος για μαζική αντίσταση, για θετικές διεκδικήσεις και αναμετρήσεις, για γόνιμη σύνδεση τακτικής και στρατηγικής, λογική γραμμής μαζών στην παρέμβαση, αυτοτέλειας του μαζικού κινήματος και όχι ελέγχους «κομματικών κορυφών», για ειλικρινή αναστοχαστική και ανασυνθετική διάθεση. Όλα αυτά διαμορφώνουν ορισμένες δυνατότητες για συγκλίσεις. Μια τέτοια διεργασία μπορεί και πρέπει να προχωρήσει χωρίς βεβιασμένες κινήσεις, αλλά με ό,τι είναι ώριμο να γίνει. Με σεβασμό στα υπάρχοντα σχήματα των κοινωνικών χώρων, αλλά ταυτόχρονα αναζητώντας έναν «οδικό χάρτη» για την όσο το δυνατόν ενωτική υπέρβασή τους, όπου αυτό είναι εφικτό.

Η πρόταση αυτή απευθύνεται σε όλη τη ριζοσπαστική Αριστερά και θα συγκροτηθεί από εκείνες τις δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές/τριες που προσεγγίζουν έμπρακτα τις παραπάνω αντιλήψεις και λογικές.

39. Το περιεχόμενο αυτής της πρότασης είναι η συμφωνία πάνω σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις για τις οποίες θα αγωνιστούμε από κοινού στην πολιτική και στο μαζικό κίνημα αντιστρέφοντας την υποχώρηση, βοηθώντας στην ανάπτυξη των αγώνων που θα επιχειρούν να σπάνε την επίθεση της κυβέρνησης και να βελτιώνουν άμεσα τη θέση των εργαζομένων και το συσχετισμό δύναμης.

Αυτή η πολιτική συμφωνία κοινής δράσης και διαλόγου μπορεί να αρχίσει τη δράση της πάνω στους εξής άξονες: α) επιβολή στην πράξη συλλογικών συμβάσεων για αυξήσεις σε μισθούς – συντάξεις, σταθερή εργασία και μείωση του χρόνου εργασίας, β) αναχαίτιση και ματαίωση ιδιωτικοποιήσεων και ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου, κρατικοποιήσεις – εθνικοποιήσεις με ευρύτερο κοινωνικό, δημοκρατικό και εργατικό έλεγχο γ) διεκδίκηση δημόσιων επενδύσεων με σεβασμό στο περιβάλλον, φιλολαϊκά έργα υποδομής και ίδρυση δημόσιων επιχειρήσεων, με κοινωνικό, δημοκρατικό και εργατικό έλεγχο, δ) δημοκρατική προάσπιση των συνδικάτων, των μαζικών φορέων, των λαϊκών αγωνιστών/τριών, των προσφύγων – μεταναστών, των γυναικών, των ΛΟΑΤΚΙ, με διεκδικήσεις για μείωση του αστυνομικού κράτους, των μέσων καταστολής και του ρόλου των αστικών μέσων ενημέρωσης, για κατάργηση των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» μεταναστών/τριών κ.λπ., ε) πάλη για την ειρήνη με ανεξάρτητη, πολυδιάστατη αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική, με διεθνιστική στήριξη των λαών, στ)  προάσπιση του περιβάλλοντος από τη ληστρική καπιταλιστική εκμετάλλευσή του.

Για μια συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων της εποχής μας

40. Όλα τα παραπάνω καθήκοντα, η σκληρή περίοδος στην οποία εισερχόμαστε και πάνω από όλα, η συγκλονιστική εποχή που ζούμε, σε συνδυασμό με την αποτυχία των αριστερών δυνάμεων και προγραμμάτων στη δεκαετία που πέρασε, δείχνουν ότι απαιτείται  η δημιουργία ενός νέου αριστερού, επαναστατικού και κομμουνιστικού φορέα.

Σε αυτή την κατεύθυνση, απαιτείται η δημιουργία μιας μαζικής συσπείρωσης κομμουνιστικών ρευμάτων προς μια ενωτική οργάνωση, που θα ανοίξει το δρόμο για το κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα της εποχής μας.

Μια συσπείρωση δυνάμεων γύρω από ένα σαφές ανατρεπτικό πολιτικό πρόγραμμα για την περίοδο, πρώτα από όλα για το μισθό, το εισόδημα, το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, αλλά και για τη δημοκρατία και τον αντιφασισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη και τη διεθνή συνεργασία των λαών, καθώς και για όλα τα ζητήματα που συγκλονίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, όπως το περιβάλλον και η διατροφή, το γυναικείο ζήτημα, ο ρατσισμός, οι σεξιστικές διακρίσεις κ.α.

Με ανοιχτή, δημιουργική συζήτηση και αναζήτηση για μια νέα στρατηγική σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση, με βάση το μαρξισμό, τις εμπειρίες από τις επαναστατικές απόπειρες του 20ου αιώνα και τις σύγχρονες, υλικές δυνατότητες χειραφέτησης της εργασίας, στην εποχή μας.

Μια συσπείρωση δυνάμεων με ενότητα στη δράση που θα διασφαλίζεται από εσωτερική δημοκρατία, με αιρετή και ανακλητή ηγεσία, προσανατολισμό στην εργατική τάξη, ειδικά στους συγκεντρωμένους χώρους βιομηχανίας και υπηρεσιών, στη νέα γενιά αλλά και σε όλο τον λαϊκό κόσμο της εργασίας.

Με μια συνεπή και σύγχρονη μετωπική πολιτική που θα ξεπερνά τόσο την υποταγή στις πτέρυγες της αστικής πολιτικής ή των αριστερών ρεφορμιστικών τάσεων, όσο και την απομόνωση από τις πλατιές εργαζόμενες και λαϊκές μάζες, στο όνομα της επανάστασης. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πλατιού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ανατροπής, ακόμα και αν αυτό δεν είναι άμεσα εφικτό.

Μία συσπείρωση δυνάμεων με δημιουργία διεθνιστικών δεσμών, σε μια εποχή όπου οι δυνατότητες επικοινωνίας, μεταφορών και εμπειριών έχουν ανέβει εκθετικά, ενώ ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός παρασύρουν την εργατική τάξη και τους λαούς στον εθνικισμό και τους πολέμους ή στην υποταγή στις κοσμοπολίτικες ολοκληρώσεις τους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

41. Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων προτείνει αυτόν τον δρόμο. Θα συμβάλει αποφασιστικά, με αυτοκριτική και σχεδιασμένη πορεία υπέρβασης του ίδιου, με συντροφικό πνεύμα σύνθεσης και κοινή στράτευση.

Καλεί τους αγωνιστές και αγωνίστριες που συμφωνούν, να συμβάλουν στη δημιουργία μιας συσπείρωσης πολιτικών δυνάμεων και αγωνιστών που αγωνίζονται για το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής μας.

Διεκδίκηση ή διαχείριση;

Ανακοίνωση του Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων

Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών της 7ης Ιουλίου του 2019 μια κατάσταση με νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά διαμορφώνεται στην πολιτική ζωή της χώρας. Τη σοσιαλφιλελεύθερη – διαχειριστική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, διαδέχτηκε η ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη και συντηρητική πολιτική έκφραση της αστικής τάξης που εκφράζεται μέσα από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Στο διάστημα των δυόμιση αυτών μηνών, η πολιτική του κυβερνώντος κόμματος παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

– Ένταση της επιθετικότητας του κεφαλαίου, ως προς τους όρους εξυπηρέτησης των συμφερόντων του, αλλά και ως προς την καταστρατήγηση και το ζωτικό χτύπημα των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ξεχωρίζει η επίθεση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που επιχειρεί να δώσει με το πρόσφατο νομοσχέδιο η κυβέρνηση, το οποίο καταργεί στην πράξη τις συλλογικές συμβάσεις, ενώ επιχειρεί να ποδηγετήσει τον συνδικαλισμό με τα ηλεκτρονικά μητρώα και ψηφοφορίες. Η σπουδή με την οποία η κυβέρνηση ικανοποιεί αιτήματα του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου που είχαν αντιμετωπίσει την αντίθεση του λαϊκού κινήματος είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση των Σκουριών και του Ελληνικού. Το περιβάλλον υποβαθμίζεται και περιφρονείται, ενώ ο πολιτισμικός πλούτος της χώρας εκποιείται, αν δεν θεωρείται εμπόδιο για τις κάθε είδους «επενδύσεις».

– Συνέχιση της πορείας όλο και βαθύτερης ενσωμάτωσης της αστικής τάξης της χώρας μας και του πολιτικού της προσωπικού στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, παίρνοντας της σκυτάλη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Το ζήτημα της μνημονιακής επιτροπείας και του πρόθυμου ακολουθητισμού στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς αποκτά κι αυτό νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά.   Η άρχουσα τάξη υποτάσσεται πλήρως στον αμερικάνικο και ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, ευελπιστώντας να βελτιώσει τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα, με τη συμμετοχή της στα παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων στο χώρο της Μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

– Ένταση και όξυνση του αυταρχισμού: η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, μιας κερδισμένης με αίμα κατάκτησης του φοιτητικού και λαϊκού κινήματος, είναι ενδεικτική της προσπάθειας της άρχουσας τάξης να ξεμπερδέψει το συντομότερο δυνατό με τα πιο προοδευτικά και φιλολαϊκά στοιχεία της πολιτικής κληρονομιάς της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι επιθέσεις σε κοινωνικούς χώρους και αγωνιστές  στα Εξάρχεια.

– Ταχύτατα προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις: Η ΔΕΗ, απ` ό,τι φαίνεται, θα είναι το επόμενο βήμα σ` αυτή τη διαδικασία, με την απαξίωσή της και την πλήρη και οριστική εκποίησή της στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά και τα πρώτα δείγματα της κυβερνητικής πολιτικής σε τομείς όπως η υγεία και η παιδεία  και το συνταξιοδοτικό σύστημα καταδεικνύουν αυτήν ακριβώς την πορεία προς την ιδιωτικοποίηση των βασικών δημόσιων αγαθών και τη βαθύτερη σύνδεσή τους με τις ανάγκες της αγοράς .

– Συντηρητικοποίηση και οπισθοδρόμηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής που, δυστυχώς, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε σημαντικό τμήμα των λαϊκών στρωμάτων, με χαμηλή πολιτική εμπειρία και συνείδηση. Τα μέτρα και οι απαράδεκτες συνθήκες “φιλοξενίας” των αιτούντων άσυλο, για τα οποία ευθύνεται τόσο η σημερινή όσο και η προηγούμενη κυβέρνηση εντάσσονται και σε αυτό το πλαίσιο. Το ίδιο και η ένταση ενός πρωτόγονου εθνικισμού (που δεν διστάζει, ωστόσο, να χαρακτηρίσει την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά ως εμπόδιο για τις επενδύσεις). Στο ίδιο πάντα πλαίσιο εγγράφονται και οι προτροπές της Υπουργού Θρησκευμάτων και Παιδείας (με συνειδητή την αντιστροφή των όρων του τίτλου του Υπουργείου) για εμπλοκή των ιεροδιδασκάλων (!) στην εκπαιδευτική διαδικασία ή, ακόμα, την αποστροφή της ίδιας ότι η ιστορία δεν θα πρέπει να έχει κοινωνιολογικό χαρακτήρα αλλά να προάγει την εθνική συνείδηση…

– Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες με ορισμένα μεσαία στρώματα πάνω στη μείωση της φορολογίας και με κάποιες ελαφρύνσεις που δεν ανατρέπουν αλλά ενισχύουν την κύρια πολιτική κατεύθυνση: την μείωση της φορολογίας των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, την ενίσχυση της κερδοφορίας τους.

– Επιχειρεί να αναπτύξει συμμαχίες και με τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού πάνω στη λεηλάτηση των εργατικών δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος στο όνομα των επενδύσεων και της «ανάπτυξης για όλους». Επιχειρεί έτσι να μετατρέψει την παθητική αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής -στην οποία διέπρεψε ο ΣΥΡΙΖΑ- σε μια ενεργητική στήριξή της.

– Αυτή η πολιτική δεν μπορεί όμως να αντιστρέψει ριζικά το πρόβλημα των επενδύσεων, γεγονός που αποδεικνύεται από την διεθνή αδυναμία του κεφαλαίου να ξεπεράσει την στασιμότητά τους. επενδύσεων. Διότι αυτή οφείλεται στην αδυναμία να αναταχθεί σταθερά η πτωτική πορεία του μέσου πσοσοστού κέρδους, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται μαζικά τα πιο αδύναμα κεφάλαια. Αποδεικνύεται ότι ούτε η μείωση του εργατικού κόστους, ούτε η λεηλασία της φύσης μπορούν να βγάλουν το σύγχρονο καπιταλισμό από τις δομικές αντιθέσεις του. Αντίθετα, όλα τα μέχρι τώρα μέτρα οδηγούν προοπτικά σε ακόμα μεγαλύτερη όξυνση αυτών των αντιθέσεων. Εκεί βρίσκεται η ρίζα της όξυνσης των θανατηφόρων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όπως δείχνει το Brexit, οι πολεμικές προετοιμασίες στον Περσικό, οι αντιπαραθέσεις για τα κοιτάσματα στην Κύπρο και την Αν, Μεσόγειο.

Ποιος θα απαντήσει σε αυτήν την καταστροφική δίνη στην οποία μπαίνει η χώρα; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί και δεν θέλει: ολοκληρώνει ταχέως την πορεία συμβιβασμού με τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού και τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, παρόλες τις σοσιαλδημοκρατικού τύπου -φραστικές κυρίως- διαφοροποιήσεις, και χωρίς να παραγνωρίζουμε τις λαϊκές και προοδευτικές φωνές που έχουν ενδεχομένως εγκλωβιστεί στο εσωτερικό του ή στο εκλογικό σώμα που τον στήριξε.

Τα κόμματα που διατυπώνουν ένα πιο ριζοσπαστικό, προοδευτικό ή και κομμουνιστικό λόγο, παρά την προσφορά και τους αγώνες της βάσης τους, δεν φάνηκαν ικανά να ωφεληθούν από την πολιτική συγκυρία των εκλογών, αλλά ούτε και να εκτιμήσουν τη βαρύτητα του αποτελέσματος: η εκλογική επίδοση του ΚΚΕ ήταν εντός του πλαισίου της πτωτικής τάσης των τελευταίων χρόνων, η ΛΑΕ κυρίως αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν σοβαρότατες εκλογικές ήττες. Το κύριο είναι ότι κανένας από αυτούς του φορείς δεν φαίνεται να έβγαλε τα αναγκαία συμπεράσματα από τις ήττες και τις αποτυχίες του.

Εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα συνιστά η ύφεση του λαϊκού κινήματος και η αδυναμία ανάπτυξης μαζικών αγώνων με πρωτοπόρα την εργατική τάξη. Ωστόσο αναπτύσσονται δειλά και με δυσκολίες κάποια πρώτα αγωνιστικά σκιρτήματα όπως η απεργία της 24ης Σεπτέμβρη και διαδηλώσεις για δημοκρατικά ζητήματα (για τα Εξάρχεια, τον Φύσσα και τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Ζακ). Ωστόσο απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάτασης του μαζικού κινήματος και σύνδεσης των επιμέρους κινητοποιήσεων και αγώνων.

Μέσα σ` αυτές τις νέες, δύσκολες και περίπλοκες συνθήκες, οι συλλογικότητες και οι αγωνιστές που συναπαρτίζουμε το Συντονισμό Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, δηλώνουμε παρούσες και παρόντες την ανάγκη για μια ριζική αλλαγή πορείας της Αριστεράς, για μια συστράτευση δυνάμεων που θα βάλουν φρένο στην περαιτέρω ενίσχυση του κατακερματισμού, της μοναχικής «κομματικής» πορείας και των δήθεν ενωτικών προτάσεων που  στόχο έχουν την ενδυνάμωση μόνον του «κόμματος». Δηλώνουμε την ανάγκη για την αναζήτηση, προσέγγιση και κατάκτηση ενός σύγχρονου εναλλακτικού κομμουνιστικού προγράμματος.

Αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα συγκρότησης ενός επαναστατικού πολιτικού φορέα, αλλά και ενός σύγχρονου εργατικού και λαϊκού, κοινωνικοπολιτικού, μετώπου, που θα υπερασπίζεται τις κατακτήσεις και θα διεκδικεί τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, προωθώντας τη ρήξη και ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του ϕασισμού. Δεσμευόμαστε να προχωρήσουμε σε μια σειρά άμεσων πολιτικών πρωτοβουλιών. Σ` αυτές συμπεριλαμβάνουμε το άνοιγμα της συζήτησης για τη δημιουργία ενός πόλου συσπείρωσης κομμουνιστικών ρευμάτων, ενός προπλάσματος του αναγκαίου «πολιτικού φορέα», παίρνοντας υπ` όψη τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις και στηριζόμενοι πάνω στις κατακτήσεις και στη συσσωρευμένη εμπειρία, θετική και αρνητική, του κομμουνιστικού κινήματος.

Για την ανάπτυξη του μαζικού κινήματος, προτείνουμε τις ακόλουθες μετωπικές πρωτοβουλίες: α)να προωθήσουμε μια ενωτική, συσπείρωση των ταξικών μαχόμενων δυνάμεων στο εργατικό κίνημα και να συμβάλουμε σε έναν ουσιαστικό συντονισμό ανεξάρτητων αγωνιζόμενων συνδικάτων,  β) να συμβάλουμε σε μια νέα πνοή στον Πανελλαδικό Αντιπολεμικό Κινηματικό Συντονισμό (ΠΑΚΣ), γ) να συμβάλουμε στη δημιουργία μιας κίνησης για τα δημοκρατικά δικαιώματα και την αντιφασιστική πάλη, δ) να συντονίσουμε τις δυνάμεις μας και να συμβάλουμε σε μια κοινή δράση σχημάτων στις περιφέρειες και τους δήμους, ε) να συντονίσουμε τις δυνάμεις μας και να συμβάλουμε στο φοιτητικό και νεολαιίστικο κίνημα. Προτείνουμε να ξεκινήσει μέσα στον Οκτώβριο μία διαδικασία  συσκέψεων και συνελεύσεων, ώστε να συζητηθούν και να προωθηθούν οι παραπάνω πρωτοβουλίες.

Παράλληλα, κατανοούμε την ανάγκη για μια μετωπική πρωτοβουλία συσπείρωσης αριστερών δυνάμεων σε μια πολιτική συμφωνία διαλόγου και κοινής δράσης που θα αγωνιστεί έμπρακτα ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ και την πολιτική της, ενάντια στην επανενσωμάτωση στον ΣΥΡΙΖΑ, με ένα συγκεκριμένο, θετικό πολιτικό πλαίσιο αιτημάτων υπέρ της βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας.

Μια τέτοια μετωπική πρωτοβουλία συσπείρωσης χρειάζεται ένα πρόγραμμα πάλης με βάση τους παρακάτω βασικούς άξονες:

– Κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων, ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και λαϊκό εισόδημα, με σταθερές εργασιακές σχέσεις και μείωση του χρόνου εργασίας, προοδευτική φορολογία και προστασία της λαϊκής κατοικίας.

– Παύση πληρωμών, διαγραφή του δημόσιου χρέους, διαγραφή – ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους των λαϊκών στρωμάτων.

– Εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων με δημοκρατικό, εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.

– Έξοδος από ευρώ και Ευρωπαϊκή Ένωση, λαϊκή κυριαρχία στη νομισματική πολιτική και σε όλους τους τομείς, στην οικονομία, την πρόνοια, την άμυνα, τη δημόσια περιουσία.

– Ειρήνη και ισότιμη συνεργασία των λαών σε Βαλκάνια, Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο. Έξοδος από το ΝΑΤΟ, έξω οι βάσεις. Όχι στη νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών και στον άξονα με ΗΠΑ, Ισραήλ, Αίγυπτο.

– Υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των εργατικών λαϊκών ελευθεριών, αποφασιστική αντιφασιστική πάλη.

– Δημόσια και δωρεάν υγεία, παιδεία και ασφάλιση για όλους.

– Υπεράσπιση των μικρομεσαίων στρωμάτων και της μικρομεσαίας αγροτιάς.

– Στήριξη των δικαιωμάτων των νέων εργαζόμενων, των φοιτητών και μαθητών, των γυναικών και όλων των καταπιεζόμενων ομάδων.

– Υπεράσπιση των προσφύγων και των μεταναστών.

– Προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος από την καταστροφή χάριν του κέρδους.

Έχουμε επίγνωση των δυσκολιών του εγχειρήματος που έχουμε αναλάβει. Ωστόσο, με ανοιχτό μυαλό και με μαχόμενη αισιοδοξία, πιστεύοντας ότι η φύση και η ιστορία απεχθάνονται το κενό και ότι η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της πατρίδας μας συνεχίζουν να αναζητούν μία πολιτική διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση,  σε διεθνιστική συνεργασία με τους εργαζόμενους των άλλων χωρών, θα συμβάλουμε ενωτικά για  να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της εποχής μας, στις ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού, στο άνοιγμα καινούριων δρόμων του σοσιαλισμού.  Και καλούμε συλλογικότητες και συναγωνιστές/τριες που συμμερίζονται τις αγωνίες μας  να βαδίσουμε από κοινού στο δρόμο των κοινωνικών αγώνων, της ενιαιομετωπικής δράσης, της κομμουνιστικής προοπτικής.

Στην κατεύθυνση αυτή θα οργανώσουμε μια πρώτη συζήτηση για τη συγκρότηση πολιτικής – προγραμματικής πρότασης, με την οποία θα ξεκινήσουν οι μαζικές διαδικασίες διαλόγου στην Αθήνα σε πόλεις, κλαδους και γειτονιές, τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου, και την αγωνιστική παρουσία του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων στην πορεία του Πολυτεχνείου.