Το ΚΚΕ ως «Πόντιος Πιλάτος», ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, και η Ουκρανία.

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Η ρωσική στρατιωτική επίθεση-απάντηση στη ΝΑΤΟική περικύκλωση της Ρωσίας και στην απόπειρα να εγκαταστήσει το ΝΑΤΟ επιθετικά όπλα, κάποια χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα, δε μπορούσε να μην επηρεάσει την ήδη προβληματική κατάσταση στην κομμουνιστική αριστερά στην Ευρώπη και την αριστερά γενικότερα.
Μια αριστερά που από τη μία αδυνατεί, εδώ και δεκαετίες, να ανασυγκροτηθεί στη βάση του κοινωνικού-ταξικού ζητήματος και από την άλλη αδυνατεί, ή μάλλον αποφεύγει να συγκρουστεί με την εκδοχή του πιο επιθετικού ιμπεριαλισμού της εποχής μας, του αμερικανικού, όπως και με τις ευρωπαϊκές εκδοχές του. Τα αιτήματα και οι καμπάνιες για διάλυση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. έχουν υποχωρήσει έως και εξαφανιστεί, ο ευρωσκεπτικισμός καταγγέλλεται ως εθνικισμός και μένει πολιτικά ορφανός (βλ. Brexit), ενώ από την άλλη υπάρχει ταύτιση με την κυρίαρχη ιδεολογία των αστικών τάξεων και τα νεοαποικιοκρατικά ψευτοδιλήμματα που θέτουν για τη δήθεν δημοκρατική Ευρώπη κόντρα στην «αυταρχική» και «αντιδημοκρατική» Ανατολή.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ είναι γνωστή. Στα χρόνια διακυβέρνησης του οικοδομήθηκαν οι πιο στενές σχέσεις (υποτέλειας) με τις ΗΠΑ του Τραμπ. Το Die Linke στην Γερμανία επιτίθεται στον «εγκληματία πολέμου» Πούτιν, αλλά δε βρίσκει να πει μια κουβέντα για την επέκταση του ΝΑΤΟ, την γερμανική αδιαφορία (;) στην αθέτηση των συμφωνιών του Μινσκ, την εδώ και χρόνια μεθόδευση του πολέμου. Στις «αντιπολεμικές» διαδηλώσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τα αριστερά κόμματα δεν έχουν πρόβλημα να διαδηλώνουν πλάι σε συνθήματα που ζητούν αποστολή όπλων στην Ουκρανία. Ορισμένα (Ισπανία, Φινλανδία κ.ά.) πρωταγωνιστούν στη συγκεκριμένη διεκδίκηση!

Ζούμε τον πολύχρονο εκφυλισμό μιας αυτοαποκαλούμενης Αριστεράς που φωνάζει πολύ για τα δικαιωματικά ζητήματα, αλλά δέσμια του ευρωπαϊσμού και του κοινοβουλευτισμού δε θέλησε να εκπροσωπήσει τις λαϊκές τάξεις κατά την οικονομική κρίση και δεν μπορεί και τώρα να προστατεύσει την ειρήνη στην Ευρώπη, αγωνιζόμενη ενάντια στους εμπρηστές του πολέμου.

Πάνω από 100 χρόνια πριν, η υποστήριξη των αστικών τάξεων στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο από τα αντίστοιχα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των χωρών τους, οδήγησε στη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς. Αντίθετα, η τοποθέτηση των μπολσεβίκων απέναντι στον πόλεμο, ήταν καταλυτική για την εδραίωση της Οχτωβριανής Επανάστασης, και οδήγησε στη συγκρότηση επαναστατικών κομμουνιστικών κομμάτων.

Σήμερα, ο πόλεμος έχει διαφορετικό χαρακτήρα, στις ειδικές συνθήκες του “μετακομμουνιστικού κόσμου” και της αμερικανικής ισχύος. Όμως η πολιτική συμπεριφορά της αριστεράς στην Ευρώπη παραμένει ίδια. Στοίχιση με τα συνθήματα και τα ιδεολογήματα των αστικών τάξεων, ουσιαστική στήριξη στα πολεμοκάπηλα και εμπρηστικά σχέδια της Δύσης απέναντι στη Ρωσία.

Είναι ελάχιστες οι δυνάμεις της Αριστεράς που δεν συντάσσονται με το σύγχρονο «απεταξάμην τη Ρωσία» και την «καταδίκη της ρωσικής εισβολής». Στην Ελλάδα, ακόμα και το «μεγαλύτερο και πιο ριζοσπαστικό κομμουνιστικό κόμμα της Ευρώπης», ενώ δε στηρίζει την ελληνική εμπλοκή και συμμετοχή στους νατοϊκούς σχεδιασμούς, σπεύδει να καταδικάσει τη ρωσική εισβολή.

Αν και η περίπτωση της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς είναι όαση συγκριτικά με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή, ωστόσο ακόμα και το ΚΚΕ επιλέγει μια γενικόλογη στάση που πολιτικά δεν δημιουργεί αντιπαραθέσεις και διαχωριστικές γραμμές με την κυρίαρχη νατοϊκή προπαγάνδα, ενώ έχει και ένοχες σιωπές (καμία κουβέντα για τις κυρώσεις). Δεν είναι τυχαίο, και με αφορμή το πρόσφατο πογκρόμ των αστικών ΜΜΕ απέναντι στη συναυλία της ΚΝΕ με τη Μποφίλιου, ότι η βασική κατηγορία του συστήματος στο ΚΚΕ είναι ότι «η γραμμή σας είναι θολή». Προσοχή, όχι ότι είστε απέναντι. Είστε «θολοί», λίγο από δω και λίγο από εκεί. Όσες φορές και να αποκαλέσει το ΚΚΕ στις ανακοινώσεις του, ως ολιγάρχη, καπιταλιστή, ιμπεριαλιστή, εγκληματία τον Πούτιν, το σύστημα δεν πείθεται καθώς ζητάει πλήρη και ολοκληρωτική συμμόρφωση εντός και εκτός βουλής. Στήριξη στο ΝΑΤΟ, στήριξη στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, συναίνεση στο ευρωατλαντικό «δεν υπάρχει άλλος δρόμος». Τελικά το ΚΚΕ μάταια προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι όντως με τις ίσες αποστάσεις σε μια σύγκρουση που αντικειμενικά δεν μπορούν να υπάρχουν ίσες αποστάσεις.

Γιατί αν θέλουμε να μιλήσουμε με βάση την «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», έχουμε: α) μια πολεμική σύγκρουση που ξεκίνησε, εδώ και χρόνια, ως διακηρυγμένο σχέδιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με δηλώσεις και τοποθετήσεις πληθώρας αμερικανών αξιωματούχων, β) αφορούσε κυρίως την ασφάλεια της Ρωσίας με την τοποθέτηση βάσεων και επιθετικών όπλων, χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα, υπό τη διαδικασία ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, γ) με σαφώς επιτιθέμενη δύναμη τον μεγαλύτερο τρομοκράτη των λαών και εμπρηστή του πολέμου, τον δικό «μας» αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, και όπου δ) μια κάποια ρωσική αντίδραση θα ήταν αναμενόμενη, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, είτε έχουμε τη Ρωσία των ολιγαρχών, είτε τη Ρωσία του αυταρχικού Πούτιν, είτε είχαμε την… ΕΣΣΔ, όπως για παράδειγμα συνέβη κατά την εισβολή στην Φινλανδία το 1939, σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, αλλά με πολλές ομοιότητες. Μια εισβολή, που αν και εισβολή, έγινε για …αμυντικούς λόγους, αν αυτό σημαίνει κάτι για το σήμερα.

Δεν έχουμε έναν ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο για τα σιτηρά της Ουκρανίας και τις αγορές τις Ουκρανίας, όπως επισημαίνουν τα ντοκουμέντα του ΚΚΕ. Ούτε έχουμε έναν πόλεμο σε μια μακρινή χώρα πχ στο Κονγκό για το αν θα είναι ρωσικό ή αμερικανικό προτεκτοράτο. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα που βάση του έχει τα μονοπώλια «μιας χούφτας χωρών» που ανταγωνίζονται στον πλανήτη για τις σφαίρες επιρροής και τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους.

Δεν είναι μόνο ή κυρίως στρατιωτική δύναμη, και αν ήταν έτσι η Σαουδική Αραβία που έχει εισβάλει στην Υεμένη, ή η Τουρκία στη Β. Συρία και την Κύπρο είναι μέσα σε αυτήν την χούφτα χωρών. Προσπαθεί ο Πούτιν, μέσω του πολέμου, να διασφαλίσει την κυριαρχία τέτοιων ρωσικών μονοπωλίων, και αν ναι, ποια είναι αυτά; Η στρατιωτική επίθεση του Πούτιν σε μια όμορη (και μέχρι πρότινος αδελφή) χώρα, ως αντίδραση στην νατοϊκή περικύκλωση της Ρωσίας, απέχει από μια τέτοια «συγκεκριμένη ανάλυση».

Και τέλος, σίγουρα δεν έχουμε έναν «ιδεολογικό» πόλεμο για να κρίνουμε πόσο αντικομμουνιστής είναι ο Πούτιν (που είναι) ή το να τοποθετείται ένα κόμμα αφελώς και παιδιάστικα, με βάση το ότι «ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ και Ρωσία, όλοι τους είναι υπέρμαχοι του εκμεταλλευτικού συστήματος, αντίπαλοι των λαών» (Ομιλία Γ. Μαρίνου, 19/03/2022).

Σε αντιδιαστολή με τις σημερινές τοποθετήσεις του ΚΚΕ, 23 χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία η Α. Παπαρήγα σχολιάζει για την τότε ρωσική αντίδραση στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς:

Εμείς, παρά το γεγονός ότι δεν είμαστε με τη ρώσικη ηγεσία, χαιρετίσαμε τη στάση της ρώσικης κυβέρνησης γιατί αντικειμενικά διευκόλυνε να διευρυνθεί το μέτωπο κατά του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Μακάρι να το έκαναν και άλλες κυβερνήσεις φιλοκαπιταλιστικές ή καπιταλιστικές, αλλά δεν το έκαναν. Εδώ πραγματικά όμως φαίνεται και μία άλλη πλευρά. Το επόμενο θύμα θα είναι η Ρωσία. Η ρώσικη ηγεσία ξέρει πολύ καλά ότι μέσα από το δρόμο των Βαλκανίων, αλλά και μέσα από το δρόμο της Πολωνίας, της Τσεχίας, της Ουγγαρίας περισφίγγει ο κλοιός τη Ρωσία…. Η ρώσικη ηγεσία καταλαβαίνει ότι θα είναι το επόμενο θύμα και ιδιαίτερα με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την Πολωνία προκεχωρημένο φυλάκιο θ’ αρχίσει η περικύκλωση της Ρωσίας. Επομένως, έχουμε κάθε λόγο ως ελληνικός λαός να έρθουμε κοντά με αυτούς τους λαούς των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, και να φτιάξουμε τη δικιά μας ασπίδα σε επίπεδο λαών και μακάρι και πολιτικών δυνάμεων ή και κυβερνήσεων έστω σήμερα κατά της επέκτασης του πολέμου, διότι ο πόλεμος θα πάει και πιο ανατολικά στην Ευρώπη και πιο νότια.

Σχόλιο της Αλέκα Παπαρήγα στις 30 Μαρτίου 1999, για τις κινητοποιήσεις του ρωσικού λαού ενάντια στην ΝΑΤΟική επίθεση στην Γιουγκοσλαβία.

Δεν θεωρούμε ότι το τότε ΚΚΕ ήταν ένα επαναστατικό κόμμα, όμως η στάση και η θέση του ήταν με το αντιπολεμικό –αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο.

Η τοποθέτηση εκείνη δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή τοποθέτηση του ΚΚΕ. Τότε έβλεπε τις δυνατότητες για την «αντικειμενική» διαμόρφωση ενός μετώπου απέναντι στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Τότε έβλεπε και αστικές δυνάμεις, μέσα σε ένα τέτοιο μέτωπο. Τότε έβλεπε ότι έρχεται η σειρά της Ρωσίας και προειδοποιούσε ότι ο πόλεμος θα πάει πιο ανατολικά.

Σήμερα βλέπει μόνο «την κοινή πάλη των λαών για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου», σύμφωνα και με την απόφαση της ΚΕ. Το πώς θα γίνει αυτό και πώς συνδέεται με τα καθήκοντα του μετώπου ενάντια στον κύριο εχθρό (τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό), δεν απασχολεί.

Η τοποθέτηση και η στάση του ΚΚΕ για τον πόλεμο στην Ουκρανία αποτελεί συνέχεια μιας πορείας διαμόρφωσης ενός ιδιόμορφου ρεφορμιστικού κόμματος – εκλογικού μηχανισμού, με τόσο βερμπαλισμό που του επιτρέπει να αποφεύγει τις πολιτικές αιχμές και θέσεις που συσπειρώνουν δυνάμεις για την επαναστατική αλλαγή των συσχετισμών. Το είδαμε στην εξέγερση της νεολαίας το 2008, το είδαμε στην κρίση και στους αντιμνημονιακούς αγώνες 2010-2015, το βλέπουμε και σήμερα. Η συγκεκριμένη ανάλυση σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και η συσπείρωση δυνάμεων απέναντι στο βασικό αντίπαλο, δύο εκ των βασικών στοιχείων της λενινιστικής μεθόδου «για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου», δεν υπάρχουν σήμερα στο ΚΚΕ. Ένα κόμμα σχολιαστής και παρατηρητής των εξελίξεων, που τα παραπέμπει όλα στο μέλλον. Ως τότε αρκεί το κόμμα να οργανώνει κομματικές εκδηλώσεις, παρελάσεις και δράσεις, όπως οι τελευταίες αντινατοϊκές δράσεις και να θυμίζει ότι η λύση είναι στην κάλπη. Καμία μετωπική δράση, καμία λαϊκή συσπείρωση. Σχολιαστής στην καλύτερη των περιπτώσεων. Γιατί όταν οι συνθήκες είναι πιεστικές για την αστική τάξη δίνει και διαπιστευτήρια, όπως το περίφημο «στην πραγματική λαϊκή εξέγερση δε θα σπάσει τζάμι» (2008) ή το «με δραχμή θα πεινάσει ο λαός περισσότερο» (παραμονή του δημοψηφίσματος 2015).

Η παραπάνω γραμμή δένεται τελευταία και με όλες τις κομματικές αναλύσεις για την ιστορία, τη θεωρία κοκ. Τα μέτωπα με τάξεις πέραν της εργατικής και πολιτικά μη κομμουνιστικές δυνάμεις, γενικά, κατά τον 20ο αιώνα έφερναν τον οπορτουνισμό από το παράθυρο. Το ίδιο το ΕΑΜ και η αντιφασιστική συμμαχία – εκεί ευτυχώς το κομμουνιστικό κίνημα δεν είπε καπιταλιστής και ο Χίτλερ, καπιταλιστής και ο Τσώρτσιλ, δε διαλέγουμε καπιταλιστή – θεωρείται, σε επίσημα κείμενα, η μήτρα της εγγλέζικης εισβολής του 1944 και της γραμμής συνθηκολόγησης της ηγεσίας του ΚΚΕ στη Βάρκιζα. Υιοθετεί σταδιακά μια αναθεώρηση της ιστορίας με δήθεν καθαρούτσικες ταξικές θέσεις, όπου ο ιμπεριαλισμός δεν έχει ονοματεπώνυμο, ή γενικά όλες σχεδόν οι χώρες έχουν περάσει στον ιμπεριαλισμό… και ο μόνος πολιτικός στόχος μπορεί να είναι η ανατροπή της ταξικής εξουσίας. Πότε θα γίνει αυτό; Όταν οι συνθήκες αντικειμενικά θα είναι ώριμες. Από ποιον; Από το επαναστατικό κόμμα. Μέτωπα, πολιτική παρέμβαση και πρωτοβουλίες, ειδικές συνθήκες, όλα αυτά είναι οπορτουνισμός. Τη συγκεκριμένη αναθεώρηση τη συναντήσαμε και πέρυσι στα κείμενα για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, όπου οι εθνικοί στόχοι εξαφανίστηκαν και η ελληνική επανάσταση έγινε ένα πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, όταν ωρίμασαν οι συνθήκες και υπήρξε και το κατάλληλο κόμμα (Φιλική Εταιρεία).

Στην τωρινή κρίση, ένα τμήμα του ελληνικού λαού, πολύ μεγαλύτερο από το εκλογικό ποσοστό του ΚΚΕ, αντιδρά στην νατοϊκή προπαγάνδα και πολιτικά είναι ορφανό. Όλο το πολιτικό σύστημα είναι απέναντι, και προσπαθεί με κάθε τρόπο να το νουθετήσει. Γιατί γνωρίζει ότι αυτός ο «διχασμός» δεν είναι καθόλου ουδέτερος και είναι επικίνδυνος για τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό της χώρας. Το ΚΚΕ δεν μπορεί να μη το γνωρίζει αυτό, αλλά ταυτόχρονα δε θέλει να το συγκροτήσει. Δεν παίρνει «επικίνδυνες» για το σύστημα και τον ευρωατλαντισμό θέσεις (ενάντια στις κυρώσεις, να ηττηθεί το ΝΑΤΟ), και συμπεριφέρεται ως Πόντιος Πιλάτος.

Μπορεί να διαφέρει η στάση του από την ξεφτιλισμένη θέση της ευρωπαϊκής δήθεν Αριστεράς, όμως μια τέτοια μεσοβέζικη στάση καθόλου δε βοηθάει στην ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής Αριστεράς. Το αντίθετο και για άλλη μια φορά κρίμα…

Και τώρα ποιος θα τιμήσει την Ελένη Παπαδάκη;

Ο Δημήτρης Λιγνάδης είναι αναμφισβήτητα ένας άνθρωπος με ταλέντο. Εξίσου αναμφισβήτητο είναι όμως ότι η άνοδός του στηρίχθηκε από μια αλαλάζουσα εκδικητική Δεξιά της οποίας είναι πιστός υποστηρικτής. Μέχρι και πριν λίγες μέρες, και ενώ βοούσε ο τόπος για τις επερχόμενες καταγγελίες για την εκτός κουίντας δράση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, η πολιτική ηγεσία του τόπου, στεκόταν στο πλευρό του. Ευελπιστούσε σε σιωπητήριο. Η παραίτησή του υπήρξε μόνον την ύστατη ώρα, όταν πλέον άνοιξε ο ασκός των δημοσιευμάτων. Μέχρι χθες ο κυβερνητικός μηχανισμός τον θεωρούσε θύμα κάποιας αριστερής συνωμοσίας, ενώ η ίδια η Υπουργός τον περιέβαλε με την εμπιστοσύνη της. Επέλεξε, ακόμα και μετά τις καταγγελίες, να αντιγράψει τη λιγνάδεια έκφραση περί «τοξικού κλίματος» αντί να συνδράμει στο να σπάσει το απόστημα κακοποιητικών πράξεων και συμπεριφορών.

Ο Δ. Λιγνάδης υπήρξε εκλεκτός του πρωθυπουργού, επιλογή του κυβερνητικού επιτελείου, προβληθείς από τα ΜΜΕ, λατρεμένος της νεοδημοκρατικής τάξης πραγμάτων. Η καλλιτεχνική του αξία είναι σημαντική, ωστόσο η αποθέωσή του (ας θυμηθούμε τον «πυρακτωμένο Λιγνάδη») αφορούσε κατά βάση τον έμμεσο πολιτικό ρόλο τον οποίο κλήθηκε να παίξει, και που ο ίδιος αποδέχτηκε με ενθουσιασμό.

Ο Δ. Λιγνάδης υπηρέτησε τη ρεβανσιστική επάνοδο της πιο αντιδραστικής Δεξιάς στο χώρο των ιδεών και του πολιτισμού. Βοηθήθηκε βεβαίως εξαιρετικά από την πολιτική χρεοκοπία του ΣΥΡΙΖΑ. Το εγχείρημα παλινόρθωσης ωστόσο υπερέβαινε κατά πολύ τον ΣΥΡΙΖΑ. Αφορούσε κατά βάση το χτύπημα της «μεταπολιτευτικής ηγεμονίας» της Αριστεράς και το τσαλάκωμα του ηθικού πλεονεκτήματος που αναγνωρίζει η ελληνική κοινωνία στην Αριστερά τουλάχιστον από την Εθνική Αντίσταση και μετά.

Βαρύγδουπες μπούρδες του τύπου «Πολιτισμός και Παιδεία εκχωρήθηκαν, χρόνια τώρα, σε ψευδοαριστερές συνειδήσεις» ήταν απαραίτητες για να κερδίσει πόντους το αφήγημα της άρχουσας τάξης. Ότι δηλαδή η ηγεμονία της Αριστεράς καταδυναστεύει τον τόπο, τουλάχιστον κατά τη μεταπολίτευση και μετά, και είναι υπεύθυνη για κάθε λοιμό, λιμό, σεισμό και καταποντισμό που δυναστεύει τη χώρα.

Κι ας κυβερνάται αδιαλείπτως η χώρα από το πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης.

Το μίσος για την Αριστερά, την ιστορία της και τον δυνάμει απελευθερωτικό της ρόλο έφτασε στο αποκορύφωμά του το 2015. Όχι επειδή πραγματικά πίστεψε η αστική τάξη ότι κινδύνεψε η εξουσία της από τον Τσίπρα. Το αν κινδύνεψε ή όχι, αποδείχθηκε άλλωστε από την αμέσως μετά πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις πριν και κατά τη διάρκεια του 2015, και ειδικά με το δημοψήφισμα, δημιούργησαν πρωτοφανείς συνθήκες αβεβαιότητας, δείχνοντας ότι παρά τη θωράκισή του, το σύστημα είναι τρωτό σε συνθήκες κρίσης.

Αν κάτι τελικά χτυπήθηκε από την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η άρχουσα τάξη, αλλά η Αριστερά, η σημασία της, η έννοιά της, η ιστορία και η αξιοπιστία της. Έτσι, το οικονομικό και κοινωνικό κατεστημένο είδε τη μεγάλη ευκαιρία να ξεμπλέξει σε βάθος δεκαετιών με την Αριστερά, ταυτίζοντάς την με τον ΣΥΡΙΖΑ και τις παλινωδίες του, με τον Τσίπρα και τις γελοιότητές του (ποιος ξέχασε ότι θα παίζει το νταούλι και θα χορεύουν οι αγορές;). Επεδίωξε να σπιλώσει έτσι το μεγαλείο, την ιστορία, το ηθικό πλεονέκτημα του αριστερού κινήματος της χώρας.

Το προσωπικό της άρχουσας τάξης, είδε τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον σφετεριστή ή έστω τον μουσαφίρη μέσα στην ιδιοκτησία του. Η εξουσία φυσικά δεν αμφισβητήθηκε, αμφισβητήθηκαν ωστόσο οι διαχειριστές της. Στην ουσία όμως, η Ελλάδα δεν διέρρηξε επ’ ουδενί τους δεσμούς με το καθεστώς της εξάρτησης και της πλουτοκρατίας. Οι όποιες ανακατατάξεις δεν αφορούσαν κοινωνικές τομές και ριζοσπαστικές ανατροπές, αλλά νέους συμβιβασμούς και αναδιατάξεις, χωρίς αμφισβήτηση του ευρύτερου πλαισίου.

Η ηθική καταρράκωση του ΣΥΡΙΖΑ προσφέρθηκε ως καταλύτης για να επιτευχθεί η στρατηγική ήττα της Αριστεράς. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ λογικά θα ξαναγίνει κάποια στιγμή κυβέρνηση στο πλαίσιο της δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία, αλλά τα προτάγματα της Αριστεράς οφείλουν να μείνουν για πάντα θαμμένα στο μακρινό παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ και στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, ως κάτι ξεπερασμένο, βλαπτικό, καταδικαστέο. Σε αυτή τη μάχη, τη μάχη ολικής επαναφοράς και αντιδραστικής παλινόρθωσης της Δεξιάς, στρατεύτηκαν με ακραιφνή φανατισμό προσωπικότητες του πνεύματος, της διανόησης και του πολιτισμού μετατρεπόμενοι σε κομματικά ηχεία. Τους διευκόλυναν όχι μόνο τα έργα και οι ημέρες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ο συνολικότερος ιδεολογικός και πολιτικός συσχετισμός της εποχής.

Μία από τις πράξεις του Δ. Λιγνάδη που χειροκροτήθηκε με ενθουσιασμό από τις κυβερνητικές γραφίδες ήταν η αποκατάσταση μέχρις αποθεώσεως της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη που εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ μετά τον Δεκέμβρη του 44. Η ονοματοδοσία  τυπικά αφορούσε την προσφορά της στο σανίδι, στην πραγματικότητα όμως αποκαταστάθηκε ως δωσίλογη. Δεν κάνουμε εδώ δίκη προθέσεων για την ονοματοδοσία: ο αντικομμουνισμός, το αντιεαμικό μένος, η αθώωση του δωσιλογισμού και η σπίλωση της ΟΠΛΑ και του ΚΚΕ ήταν τα πρωτεύοντα επιχειρήματα όσων υποστήριξαν την κίνηση Λιγνάδη πριν από ένα χρόνο. Η καλλιτεχνική αξία της Παπαδάκη, είτε απουσίαζε, είτε αναφερόταν δευτερευόντως και παρεμπιπτόντως από αυτούς που θυμήθηκαν τα «κονσερβοκούτια του ΚΚΕ» τη στιγμή της παλινόρθωσης της πιο αντιδραστικής Δεξιάς της μεταπολίτευσης.

Τα ιστορικά στοιχεία για τον υπαρκτό δωσιλογισμό της ηθοποιού και τη μετεμφυλιακή αγιοποίησή της έχουν εκτεθεί επαρκώς από τον Τάσο Κωστόπουλο στην Εφημερίδα των Συντακτών και δεν αφορούν το παρόν σημείωμα. Το πρόβλημα άλλωστε δεν είναι ούτε η Παπαδάκη, ούτε η ονοματοδοσία. Είναι το ξαναγράψιμο της ιστορίας, η ενοχοποίηση της Αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος, η αθώωση των πιο σκοτεινών στιγμών της ελληνικής αστικής τάξης, ο χυδαίος αναθεωρητισμός, η σπίλωση αυτής της έρμης «αριστερής ηγεμονίας» της μεταπολίτευσης. Που όμως προέκυψε από τα ποτάμια αίματος που έδωσαν επί δεκαετίες οι αριστεροί, οι δημοκράτες και οι κομμουνιστές για το λαό αυτής της χώρας.

Με κακιασμένο και χολερικό τρόπο μια πλειάδα εκλεκτών του ελληνικού αστισμού έδωσε και δίνει τη μάχη ενάντια στην «αριστερή ηγεμονία». Επί Κυριάκου Μητσοτάκη, το λιβάνισμα της Δεξιάς και το ανάθεμα της Αριστεράς είναι απαραίτητο διαβατήριο πρόσβασης σε θέσεις, πόστα, ευνοϊκή μεταχείριση, ΜΜΕ και χρηματοδοτήσεις. Ο αντικομμουνισμός είναι προϋπόθεση ανέλιξης γιατί ακόμα και αν σήμερα δεν υπάρχει αντίπαλος στον οδοστρωτήρα του ακροδεξιού νεοφιλελευθερισμού, η ιστορία αφήνει ανεξίτηλα σημάδια.

Για τέτοιες και άλλες τέτοιες πράξεις του ο Δ. Λιγνάδης επιλέχθηκε από το ανώτερο δυνατό κυβερνητικό επίπεδο. Τι κι αν υπήρχαν υπόνοιες για κακοποιητικές συμπεριφορές και κατάχρηση εξουσίας; Τι κι αν υπήρχε ποινική προϊστορία; Τι κι αν συστάθηκε επί θητείας του σύλλογος σπουδαστών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου με στόχο «την προστασία από κάθε είδους λεκτική, ομοφοβική, σεξιστική, σεξουαλική, ρατσιστική παρενόχληση»;

Ο Δ. Λιγνάδης φιλούσε γονυπετής το κιτσάτο ομοίωμα του Παρθενώνα για να σηματοδοτήσει την επαναφορά στο “αρχαίο πνεύμα” που ενοχοποίησε η Αριστερά, και επανέφερε τον …αγιασμό στο Εθνικό Θέατρο για να τονώσει τη χριστιανοσύνη που κινδύνευσε από τους “άθεους”. Έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων, έχοντας μάλιστα συνείδηση ότι οι υποστηρικτές του είναι τέτοιας ποιότητας, που όπως ομολογούσε και ο ίδιος και να «κατουρήσω πάνω στη σκηνή, θα πουν μμμ, τι τόλμη ο Λιγνάδης».

Σε αυτό δίκιο είχε. Δεν προέβλεψε ωστόσο ότι το κύμα αποκαλύψεων κακοποιητικών συμπεριφορών, τρομοκρατίας, εκβιασμών, σεξουαλικών παρενοχλήσεων και βιασμών, θα μπορούσε να γκρεμίσει κάποιον με τόσες και τέτοιες διασυνδέσεις.

Όσο για τους μέχρι πρότινος δυνατούς προστάτες του σκηνοθέτη και ηθοποιού; Δεν μπορούν στην περίπτωση αυτή να εφαρμόσουν το «κάτσε λίγο πίσω μέχρι να ξεφουσκώσει το θέμα» που επιχείρησαν με κάποιον άλλον εκλεκτό τους. Το ποτάμι των καταγγελιών δεν είναι ούτε καναλιζαρισμένο, ούτε διαχειρίσιμο. Ας αναλογιστούν λοιπόν το στίχο: Few love to hear the sins they love to act.

Τι γίνεται τώρα; Ευθύνες και καθήκοντα στις νέες συνθήκες

Για την Αριστερά, για το δημοκρατικό λαϊκό κίνημα

Πέρασαν λίγοι μήνες από τις εκλογές. Γνωστός ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας για τα επόμενα τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Πολλά συμπεράσματα και ειδικές αξιολογήσεις των αποτελεσμάτων μπορούν να εξαχθούν, πολλά προβλήματα θα αναδειχθούν. Θα περιοριστούμε στην αναφορά μας αυτή σε δύο άμεσα και τρέχοντα προβλήματα που αφορούν την κινηματική αριστερά, το μέλλον της, το μέλλον των εφησυχασμένων συνειδήσεων, εν τέλει το μέλλον του πολιτικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος στην χώρα μας.

Πρώτο συμπέρασμα:

Η «αριστερή παρένθεση» έκλεισε; Το ερώτημα βεβαίως είναι αν υπήρξε ποτέ. Κατά την άποψη μας, αριστερή διακυβέρνηση δεν υπήρξε ποτέ. Δεν άνοιξε ποτέ τέτοια παρένθεση στην πολιτική ζωή της χώρας. Υπήρξε για 4,5 χρόνια, διακυβέρνηση από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ανεξάρτητα από τους αυτοπροσδιορισμούς του,  κυβέρνησε, «για να σώσει την χώρα από την βαθύτατη καπιταλιστική κρίση». Το έκανε σύμφωνα με όλους τους κανόνες και τις συνθήκες που επέβαλαν οι εγχώριοι και οι διεθνείς καπιταλιστές. Εφάρμοσε κατά γράμμα τις οδηγίες τους, υλοποίησε το σχέδιο εξόντωσης του εισοδήματος συνταξιούχων και εργαζομένων, πλήρους αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων και των αμοιβών σε όφελος του εργοδοτικού κεφαλαίου.

Όλα αυτά, μαζί με την εξωτερική του πολιτική, πολιτική απόλυτης πρόσδεσης και υποταγής στις στρατηγικές προτεραιότητες της κυρίαρχης τάξης, κάνουν το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αξιόπιστο διαχειριστή, χρήσιμη εφεδρεία στο σύστημα ελεγχόμενης διακυβέρνησης για το μέλλον. Όλα αυτά, προφανώς δεν συνιστούν αριστερή διακυβέρνηση. Ούτε σε παρένθεση ούτε εκτός παρένθεσης!

Σε πολλούς φίλους και συντρόφους της μαχόμενης αριστεράς, έχουμε να τους πούμε, ότι πήγαν χαμένα τα διλήμματα τους. Εξακολουθούν να μην είναι χρήσιμα και στην, εκ των υστέρων, προσπάθεια να δικαιολογήσουν την προχειρότητα στην στάση τους. Θα ζήσουμε την ευκαιρία να ξαναδούμε τον Μητσοτάκη να χάνει από τον Τσίπρα και τον Τσίπρα να ξαναχάνει από τον Μητσοτάκη. Μπορεί αυτός να έχει αντικατασταθεί από τον Μπακογιάννη. Προσοχή! Από τον Τσίπρα που δεν θα αναφέρεται στην Αριστερά, αλλά στην «Δημοκρατική Παράταξη». (Παρακολουθήσαμε την προεκλογική ομιλία της Πάτρας. 17 φορές αναφέρθηκε η «Δημοκρατική Παράταξη», ούτε μία φορά η λέξη Αριστερά!)

Εν κατακλείδι, οριστικοποιείται η διαμόρφωση του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ, σε κόμμα απολύτως συστημικό, ακίνδυνο για την άρχουσα τάξη και τις προτεραιότητες της, αποδεκτό από τον διεθνή Ευρωπαϊκό και Αμερικάνικο παράγοντα, απαλλαγμένο, και λόγω της εκλογικής του επίδοσης, από εσωτερικές τριβές και αμφισβητήσεις. Ναι, ας μην περιμένει κανένας, τροφοδότηση του κινήματος και των αγώνων από την ηγεσία και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Τα απλά μέλη, μπορεί να προβληματίζονται, αλλά δεδομένων των λοιπών συνθηκών, δεν έχουν κίνητρο να κάνουν κάτι άλλο. Ή, ακριβέστερα, η στάση τους θα εξαρτηθεί από το τι θα κάνει η λοιπή Αριστερά.

Δεύτερο συμπέρασμα:

 Τι θα κάνει η Αριστερά;

Η σκληρή διαπίστωση, η σκληρή πραγματικότητα, είναι ότι το σύνολο της Αριστεράς, ηττήθηκε και συρρικνώθηκε. Η αναφερόμενη ως εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, συρρικνώθηκε σχεδόν μέχρι την εξαφάνιση της. Η αλήθεια είναι, ότι δεν διέθετε ποτέ, παρά τις επιμέρους θετικές επεξεργασίες της, πειστικό συνολικό σχέδιο. Κυρίως, δεν κατέκτησε ποτέ, το κρίσιμο, πειστικό ή ενθαρρυντικό, πολιτικό μέγεθος. Πολλώ μάλλον, γίνεται εμφανές, ότι με το σημερινό της μέγεθος, αδυνατεί να παίξει τον οποιοδήποτε ρόλο.

Αναφερόμαστε προφανώς, στις δύο κύριες δυνάμεις αυτής της Αριστεράς, την ΑΝΤΑΡΣΙΑ και την ΛΑΕ. Οι υπόλοιπες, αναφερόμενες στην κομμουνιστική προοπτική, είχαν πάντοτε ιδεολογική μόνο παρουσία, πάντοτε με ποσοστά λίγων δεκάτων της μονάδας, χωρίς στην ουσία να τους ενδιαφέρει το ποσοστό επιρροής τους. Ορισμένοι, κυρίως όσοι συνεργάστηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκονται σε φάση ιδεολογικού αναστοχασμού και αναμονής.

Έχουμε στον αντίποδα, το ΚΚΕ. «Το μαζικό κομμουνιστικό κόμμα». Όχι και τόσο μαζικό, όπως αποδεικνύεται. Το κόμμα της ιστορικής διαδρομής, των μεγάλων κοινωνικών και πατριωτικών αγώνων, των αμέτρητων θυσιών, το κόμμα που διέδωσε την Μαρξιστική ιδεολογία. Πολιτικά καθηλωμένο εδώ και δύο δεκαετίες στο πλησίον του 5% ποσοστό. Με την ίδια στασιμότητα, μάλιστα με φθίνουσα τάση, και σε αυτές τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις.

Προφανώς, η εκλογική επιρροή, ακόμα και αν δεχθούμε την πραγματική κοινωνική επιρροή σαν λίγο μεγαλύτερη, δεν είναι βεβαίως άσχετη με τις συνθήκες, κυρίως όμως δεν είναι άσχετη με την κεντρική πολιτική όλων αυτών των πολιτικών δυνάμεων. Κυρίως του ΚΚΕ.

Για ακόμα μία φορά, είμαστε υποχρεωμένοι να τοποθετηθούμε επί των πολιτικών ευθυνών. Και της πολιτικής, άρα και ιδεολογικής επάρκειας. Το έχουμε επιχειρήσει αρκετές φορές στο παρελθόν. Σε ένα, ελπίζουμε, πεδίο υπεύθυνου διαλόγου και προτάσεων. Που δεν θα αντιμετωπίζονται με καχυποψία και μεμψιμοιρία, αλλά με γενναιότητα και προσοχή.

Παραδοχή πρώτη:

Κανένας δεν θα νικήσει για λογαριασμό της Αριστεράς. Αυτός ο στόχος αφορά την ίδια. Τον έχει εξ ορισμού από την έναρξη της παρουσίας της στο Εργατικό, το Λαϊκό κίνημα και την πολιτική ζωή. Εδώ και αλλού. Και αν, οι λεγόμενες αντικειμενικές συνθήκες, είναι θέμα σχετικά ανεξάρτητο, οι υποκειμενικές συνθήκες, αφορούν την ίδια. Την ίδια και την πολιτική της.

Παραδοχή δεύτερη:

Η νίκη δεν αφορά μόνο τους στρατηγικούς στόχους. Αλλά την διαρκή βελτίωση της ζωής των εργαζομένων.. Της Εργατικής Τάξης και των όμορων και σύμμαχων  χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Την διαρκή, την τρέχουσα υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων στην εργασία και τη ζωή. Την υπεράσπιση της χώρας και του δημόσιου πλούτου, της Εθνικής Ανεξαρτησίας και ακεραιότητας. Της συγκρότησης μαχητικού λαϊκού κινήματος, που θα αποτελεί εν δυνάμει φορέα της συνολικής πολιτικής ανατροπής.

Παραδοχή Τρίτη:

Δεδομένων των συνθηκών, αναμφίβολα αντίξοων και με μεγάλο βαθμό δυσκολίας, δεν υπάρχει άλλη απάντηση, από την συγκρότηση επαρκούς πολιτικής στην καθημερινή δράση. Και πρέπει να δεχθούμε ότι η συνολική πολιτική της Αριστεράς, κομμουνιστικής ή μη, πάσχει από ανεπάρκειες και δεν είναι κακό να το ομολογήσουμε. Διαφορετικά ελλοχεύει διαρκώς ο κίνδυνος απλουστευτικών προσεγγίσεων και καταμερισμού των ευθυνών στον κόσμο, που τάχα δεν μας καταλαβαίνει.

Με αυτές τις παραδοχές, με την σαφή αναγνώριση τους από κάθε ενδιαφερόμενο, πρέπει να οικοδομήσουμε την κριτική μας. Δεν είναι του παρόντος, αλλά και δεν έχουμε τον πολιτικό χρόνο, να ανατρέξουμε στο απώτερο παρελθόν. Είναι βέβαιο ωστόσο ότι καθοριστικές επιλογές του παρελθόντος, σημαδεύουν τις εξελίξεις. Σημείωση: Δεν λέμε ότι δεν θα υπάρξουν λάθη. Αλλά η άμεση, ή η πιο έγκαιρη διόρθωση τους προλαβαίνει τις αρνητικές εξελίξεις. Ποιος είναι σίγουρος ότι το έκανε;

Θα αρχίσουμε με μια αποτίμηση της δράσης της ΛΑΕ, γενικότερα δυνάμεων και προσωπικοτήτων που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ ή συνεργάστηκαν μαζί του για μεγάλο διάστημα. Υπάρχει κανένας, που να αμφιβάλλει πλέον, ότι ο λαός τους καταλόγισε συνενοχή για την όλη εξέλιξη στον ΣΥΡΙΖΑ; Ότι τους καταλόγισε ίσες ευθύνες; Ή και περισσότερες; Τα πολλά χρόνια συμπόρευσης, η ανοχή τους για την πολιτική μετεξέλιξη, οι, για μεγάλο χρόνο αυταπάτες τους, ότι «θα ελέγξουν» οργανωτικά τις εξελίξεις, η επένδυση τους στο πρόσωπο του Τσίπρα και την τάχα ανατρεπτική συμπεριφορά του, η «συμμαχική» συμμετοχή τους στην Κυβέρνηση το πρώτο κρίσιμο οκτάμηνο, τους κάνουν απόλυτα συνυπεύθυνους.

Δεν αμφισβητούμε τις καλές τους προθέσεις. Αλλά, τις όποιες ευκαιρίες, αν υπήρξαν, κατοχύρωσης άλλης πολιτικής στον κρίσιμο χρόνο, τις έχασαν. Με δική τους την ευθύνη. Κατά την άποψη μας, η μετέπειτα πορεία τους ήταν προδιαγεγραμμένη.

Όμως, το κύριο της ανάλυσης μας αφορά το ΚΚΕ. Τον μεγάλο παίκτη της εν δυνάμει ανατρεπτικής Αριστεράς

Εκτιμούμε, ότι αν το θελήσει μπορεί να συσπειρώσει συμμαχικές δυνάμεις, να συγκροτήσει νικηφόρα μέτωπα, να εξέλθει το ίδιο και το λαϊκό κίνημα από την σημερινή κατάσταση τέλματος.

 Το θέλει; Το προσπαθεί; Γιατί δεν το έκανε μέχρι τώρα; Θα το κάνει; Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε αιτίες, απαντήσεις και προοπτικές.

Πολλοί κατηγορούν το ΚΚΕ, ότι απέχει από την τρέχουσα πολιτική. Ή ότι προσπαθεί με την «ενεργό ουδετερότητα» του να μη χάνει, αλλά να μην παίρνει μεγάλα ρίσκα.

Οι εκτιμήσεις αυτές, δεν έχουν πάντα καλές προθέσεις. Κρύβουν ενίοτε, βαθύτατο συντηρητισμό ή και αντικομουνισμό ανθρώπων και δυνάμεων που έχουν συμβιβασθεί ή αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Είναι το άλλοθι τους. Αφού το ΚΚΕ δεν μπορεί, τι να κάνω εγώ; Ας προσαρμόσω την στάση μου σε πιο εύκολες λύσεις. Αποδείχτηκε βεβαίως ότι τέτοιες εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν.

Όμως η άποψη αυτή περικλείει πολλές αλήθειες. Η βασικότερη είναι ότι το ΚΚΕ, δεν μπορεί να εξετάζει γρήγορα την πολιτική του απόδοση και να διορθώνει αποτελεσματικά λανθασμένες πλευρές της πολιτικής του. Τι φταίει για αυτό; Η ισορροπιστική πολιτική της εκάστοτε ηγεσίας με το παρελθόν. Ή με όσους χάραξαν την λανθασμένη πολιτική στο παρελθόν.

Ένα παράδειγμα είναι η κριτική τοποθέτηση απέναντι στην πολιτική της περιόδου Φλωράκη. Πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του, η επόμενη και η παρούσα ηγεσία, δεν τολμούν να συνοψίσουν και να διορθώσουν βοώντα λάθη.

Η πραγματικότητα και η ζωή, δεν μπορούν να περιμένουν συνέδρια και ατέρμονες επαναλαμβανόμενους κύκλους. Η κακοποίηση ιδεολογικών και οργανωτικών αρχών, οδηγεί σε απαγόρευση στην πράξη ιδεολογικής πάλης και αναζητήσεων. Συρρικνώνει τις ζωντανές και υγιείς δυνάμεις. Απομακρύνει τους δημιουργικά ανήσυχους. Τους κατατάσσει στους επικίνδυνους αιρετικούς.

Το ΚΚΕ, για μία 20ετία είναι δέσμιο των λαθών του. Των λαθών της περιόδου 70 και 80. Τα λάθη αυτά το οδήγησαν σε δύο κάθετες διασπάσεις με αποτέλεσμα την μεγάλη συρρίκνωση του, στην αυγή της μεγάλης παγκόσμιας κατάρρευσης. Έκτοτε συμπεριφέρεται σαν να έχασε την ιδεολογική του αυτοπεποίθηση, την εμπιστοσύνη του στην δύναμη των μαζών, κυριαρχείται από καχυποψία, στενότητα, προσήλωση στην όποια «νομιμότητα». Δεν είναι, ως οφείλει, μπροστά από τις εξελίξεις. Δεν καθορίζει τους όρους των κοινωνικών συγκρούσεων, δεν συγκρούεται. Και στην περίοδο από το 2010 μέχρι σήμερα, στην περίοδο εξανδραποδισμού δικαιωμάτων, κατακτήσεων και αμοιβών, οι εργαζόμενοι δεν βρήκαν μπροστά τους το ΚΚΕ, σύμβουλο, συμπαραστάτη, καθοδηγητή, οργανωτή των αγώνων τους. Ίσως, όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν μπορούσε. Την απαιτούμενη προσπάθεια για να μπορέσει κρίνουμε.

Θα κάνουμε μία παρένθεση: Λένε πολλοί, ότι η τελική στρατηγική είναι που φταίει. Ότι την αντιμετώπιση των τρεχόντων προβλημάτων, την παραπέμπει στο μέλλον και στην συνολική κοινωνική αλλαγή.

Δεν μας ενδιαφέρει να μπούμε στην συζήτηση περί στρατηγικής. Ή για το αν οι προγραμματικές τροποποιήσεις είναι σωστές. Η ορθότητα της τρέχουσας πολιτικής ωστόσο, αφορά κάθε στρατηγική. Ή πιο απλά, αν δεν είσαι στο κάθε μέρα της ζωής των εργαζομένων, δεν υπηρετείς καμία στρατηγική, υπονομεύεις κάθε στρατηγική.

Το θέμα λοιπόν είναι, πως αποτελεσματικά θα υπερασπίσουμε την ζωή και τα δικαιώματα της Εργατικής Τάξης, όλων των καταπιεσμένων κοινωνικών δυνάμεων. Πως, με τον τρόπο αυτό, θα απαντήσουμε πειστικά στα αδιέξοδα, στο απάνθρωπο, της καπιταλιστικής κρίσης. Πως, θα συγκεντρώσουμε δυνάμεις, για τις επιμέρους νίκες, για την συνολική νίκη.

Επί αυτού, υπάρχει έδαφος και ολάνοιχτος δρόμος. Τολμούμε να εκτιμήσουμε, ότι υπάρχουν και γόνιμες πολιτικές συνθήκες. Η απομαζικοποίηση του κινήματος και των επί μέρους αγώνων, εδράζεται στο κύμα της απογοήτευσης που σωρεύεται μια τουλάχιστον δεκαετία. Απογοήτευση της μαζικής και συνολικής ήττας. Αυτήν την απογοήτευση πρέπει να υπερνικήσουμε. Και απαιτούνται πολλά για αυτό. Αυτό που περισσεύει, είναι η στενότητα, η στενομυαλιά, η ανόητη ηγεμονική συμπεριφορά, ο στενός πολιτικός ορίζοντας, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους λοιπούς συμμαχητές μας. Αυτό αφορά όλες τις πλευρές. Τόλμη και γενναιότητα, μαζί με πολιτικό ρεαλισμό απαιτούν οι σημερινές συνθήκες.

Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων, Παναττική Συνέλευση, Τετάρτη 13/11, 6.30 μμ, Νομική

Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων καλεί σε συνελεύσεις σε πόλεις της χώρας, όπου θα συζητηθούν η Πολιτική Πρόταση των συλλογικοτήτων που τον έχουν συγκροτήσει (ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ, ΑΡΑΝ, ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΣΥΛΛΟΓΟΣ Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ), το προσωρινό πλαίσιο κοινής λειτουργίας και η ανάδειξη Συντονιστικών, στην προοπτική μιας Πανελλαδικής Διαδικασίας στα τέλη Μάη 2020.

Οι διαδικασίες αυτές ξεκινούν με την Παναττική Συνέλευση, την ερχόμενη Τετάρτη 13 Νοεμβρίου, στις 6.30 μ.μ., στο αμφιθέατρο 16, στον 7ο όροφο του Μεγάρου Θεωρητικών Επιστημών (νέο κτήριο Νομικής, είσοδος από Σίνα και Μασσαλίας).

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ

Κλείνει ο προηγούμενος και ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος

1. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου έκλεισε τον ταραγμένο κύκλο της προηγούμενης δεκαετίας με την αναγέννηση του δικομματισμού και τη Νέα Δημοκρατία στη θέση του ηγεμόνα και του αυτοδύναμου κυβερνήτη, μετά από χρόνια κατακερματισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Με έναν ΣΥΡΙΖΑ που βγαίνει από τη μνημονιακή διαχείριση με μικρές σχετικά απώλειες και ταυτόχρονα με πορεία στην κατεύθυνση μιας σοσιαλφιλελεύθερης «προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης». Η Ακροδεξιά πλέον εκπροσωπείται κοινοβουλευτικά από τη συστημική Ελληνική Λύση, η οποία θα πιέζει τη ΝΔ προς μία ακόμη πιο εθνικιστική, αυταρχική και ρατσιστική πολιτική. Από την άλλη, η αδυναμία της Χρυσής Αυγής να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση φαίνεται να αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρούνται σήμερα στοιχεία κρίσης εκπροσώπησης (π.χ. αποχή που αποτελεί ταυτόχρονα και ανησυχητική ένδειξη απόγνωσης και εξατομίκευσης ευρύτερων μαζών).

2. Ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος. Η ΝΔ μπορεί να πέτυχε μια «καθαρή» νίκη στις τελευταίες εκλογές αλλά η σημερινή εκλογική της βάση δεν θυμίζει σε τίποτα τα στιβαρά κοινωνικά μπλοκ προηγούμενων δεκαετιών. Καλείται να διαχειριστεί μια ασθενική οικονομική ανάκαμψη, ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα φτώχειας και ένα ογκώδες δημόσιο χρέος που δύσκολα θα αποπληρωθεί ομαλά σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την ραγδαία όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών στον κόσμο, την Ευρώπη, την Αν. Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν θα επιτύχει το αναπτυξιακό σοκ που υπόσχεται, αλλά θα προωθήσει με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις επιχειρώντας να επιτύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους εις βάρος της εργατικής τάξης και ευρύτερα, των δυνάμεων της εργασίας και του λαού.

3. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντιφατική πραγματικότητα. Από τη μια έχουμε ένα δυσμενή συσχετισμό δύναμης τόσο για τις δυνάμεις της εργασίας όσο και για τις δυνάμεις της Αριστεράς. Από την άλλη όμως δεν φαίνεται εύκολα να προδιαγράφεται μια κοινωνική και κατ’ επέκταση, πολιτική σταθερότητα. Η ΝΔ θα διαχειριστεί τα αποτελέσματα τριών μνημονίων και το τέταρτο, εν αναμονή μνημόνιο που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ. Καμία κυβέρνηση δεν μπόρεσε να περάσει αλώβητη από την επιβολή μνημονιακής εμπνεύσεως πολιτικών, όσο κραταιά και αν είναι. Σε πρώτη ανάγνωση, το 71,5% του δικομματισμού φαίνεται καθηλωτικό. Η στήριξη όμως προς το ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται απαραίτητα ως επιδοκιμασία των μνημονιακών πολιτικών που ακολούθησε η κυβέρνηση Τσίπρα. Ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων του κινήθηκε βάσει της λογικής του μη χείρον βέλτιστον απέναντι σε μια αυταρχικότερη εκδοχή αναδιάρθρωσης, όπως αυτή εκφράζεται από τη ΝΔ. Σε αυτή την αντίδραση πρέπει να προστεθεί και ένα μέρος της αποχής.

4. Εκμεταλλευόμενη μια πραγματικότητα, που με σταθερό τρόπο έχει οικοδομηθεί ιδεολογικά και πολιτικά εδώ και χρόνια από όλες τις δυνάμεις του συστήματος (ΜΜΕ, κράτος, αστικά κόμματα), η πολιτική της ΝΔ παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

– Ένταση της επιθετικότητας του κεφαλαίου, ως προς τους όρους εξυπηρέτησης των συμφερόντων του, αλλά και ως προς την καταστρατήγηση και το ζωτικό χτύπημα των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ξεχωρίζει η επίθεση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που επιχειρεί να δώσει με το πρόσφατο νομοσχέδιο η κυβέρνηση, το οποίο καταργεί στην πράξη τις συλλογικές συμβάσεις, ενώ επιχειρεί να ποδηγετήσει τον συνδικαλισμό με τα ηλεκτρονικά μητρώα και ψηφοφορίες. Η σπουδή με την οποία η κυβέρνηση ικανοποιεί αιτήματα του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου που είχαν αντιμετωπίσει την αντίθεση του λαϊκού κινήματος είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση των Σκουριών και του Ελληνικού. Το περιβάλλον υποβαθμίζεται και περιφρονείται, ενώ ο πολιτισμικός πλούτος της χώρας εκποιείται, αν δεν θεωρείται εμπόδιο για τις κάθε είδους «επενδύσεις».

– Το ζήτημα της μνημονιακής επιτροπείας και του πρόθυμου ακολουθητισμού στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς αποκτά κι αυτό νέα χαρακτηριστικά.   Η άρχουσα τάξη υποτάσσεται πλήρως στον αμερικάνικο και ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, ευελπιστώντας να βελτιώσει τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα, με τη συμμετοχή της στα παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων στο χώρο της Μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

– Ένταση και όξυνση του αυταρχισμού: η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, μιας κερδισμένης με αίμα κατάκτησης του φοιτητικού και λαϊκού κινήματος, είναι ενδεικτική της προσπάθειας της άρχουσας τάξης να ξεμπερδέψει το συντομότερο δυνατό με τα πιο προοδευτικά και φιλολαϊκά στοιχεία της πολιτικής κληρονομιάς της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι επιθέσεις σε κοινωνικούς χώρους και αγωνιστές  στα Εξάρχεια. Η όξυνση του συντηρητισμού και του αυταρχισμού είναι τα πολιτικά «προαπαιτούμενα» για το νέο γύρο υπέρ-αντιδραστικής ανάπτυξης, θεμελιωμένης πάνω στην καταπάτηση εργατικών δικαιωμάτων και την καταστροφή του περιβάλλοντος.

– Ταχύτατα προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις: Η ΔΕΗ είναι το επόμενο βήμα σε αυτή τη διαδικασία, με την απαξίωση και την οριστική εκποίησή της στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά και τα πρώτα δείγματα της κυβερνητικής πολιτικής σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία  και το συνταξιοδοτικό σύστημα καταδεικνύουν αυτήν ακριβώς την πορεία προς την ιδιωτικοποίηση των βασικών δημόσιων αγαθών και τη βαθύτερη σύνδεσή τους με τις ανάγκες της αγοράς .

– Συντηρητικοποίηση και οπισθοδρόμηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής που, δυστυχώς, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε σημαντικό τμήμα των λαϊκών στρωμάτων. Τα αντιπροσφυγικά και αντιμεταναστευτικά μέτρα της κυβέρνησης και η ένταση της αντίστοιχης ρητορικής εντάσσονται και σε αυτό το πλαίσιο. Το ίδιο και η συστηματική προώθηση ενός πιο  αυταρχικού και επιθετικού εθνικισμού, όπως και οι προτροπές της Υπουργού Θρησκευμάτων και Παιδείας για εμπλοκή ιεροδιδασκάλων στην εκπαιδευτική διαδικασία.

– Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες με ορισμένα μεσαία στρώματα πάνω στη μείωση της φορολογίας και με κάποιες ελαφρύνσεις που δεν ανατρέπουν αλλά ενισχύουν την κύρια πολιτική κατεύθυνση: την μείωση της φορολογίας των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, την ενίσχυση της κερδοφορίας τους.

– Επιχειρεί να αναπτύξει συμμαχίες και με τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού ενώ λεηλατεί τα εργατικά δικαιώματα και το περιβάλλον στο όνομα των επενδύσεων και της «ανάπτυξης για όλους». Επιχειρεί έτσι να μετατρέψει την παθητική αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής -στην οποία διέπρεψε ο ΣΥΡΙΖΑ- σε μια ενεργητική στήριξή της.

Αυτή η πολιτική δεν μπορεί όμως να αντιστρέψει ριζικά το πρόβλημα της χαμηλής δυναμικής και αποδοτικότητας των επενδύσεων. Στοιχείο που σχετίζεται και με τις δυναμικές της παγκόσμιας οικονομίας και με τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το (μετα)μνημονιακό μοντέλο ανάπτυξης. Κάτι που υπογραμμίζεται από τη διεθνή αδυναμία του κεφαλαίου να ξεπεράσει τη στασιμότητα στις μαζικές, παραγωγικές επενδύσεις. Η οποία, με τη σειρά της, οφείλεται στην αδυναμία να αναταχθεί σταθερά η πτωτική πορεία του μέσου ποσοστού κέρδους, να καταστραφούν μαζικά τα πιο αδύναμα κεφάλαια. Αποδεικνύεται ότι ούτε η μείωση του εργατικού κόστους, ούτε η λεηλασία της φύσης μπορούν να βγάλουν το σύγχρονο καπιταλισμό από τις δομικές αντιθέσεις του.  Αντίθετα, όλα τα μέχρι τώρα μέτρα οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη όξυνση αυτών των αντιθέσεων.

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνεί τόσο με το μνημονιακό οικονομικό πλαίσιο που έχει επιβληθεί από ΕΕ και ευρωζώνη, όσο και με τον ατλαντικό προσανατολισμό της αστικής τάξης της Ελλάδας. Είναι ενσωματωμένος στο αστικό κοινοβουλευτικό παιχνίδι και προσπαθεί να προβάλει –αυτό που προσπάθησε να εφαρμόσει- μια πολιτική ήπιας νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Με βάση αυτό θα κάνει αντιπολίτευση επιδιώκοντας την εναλλαγή και όχι τη ρήξη και την ανατροπή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προοδευτικές και λαϊκές φωνές στο εκλογικό του ακροατήριο ή ακόμη και την κομματική του βάση. Σημαίνει όμως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον μετατραπεί  στον δεύτερο πόλο της αστικής πολιτικής, με ορισμένες, βέβαια, διαφορές με τη ΝΔ, που δεν έχουν όμως ποιοτικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχουν δυνατότητες για μια μετωπική πολιτική συμπόρευση με αυτό το κόμμα, αλλά μπορούν να αξιοποιηθούν οι διαφοροποιήσεις στο μαζικό κίνημα.

«Τέλος εποχής» και για τις δυνάμεις της Αριστεράς

6. Τα κόμματα που διατυπώνουν έναν πιο ριζοσπαστικό, προοδευτικό ή και κομμουνιστικό λόγο, παρά την προσφορά και τους αγώνες της βάσης τους, δεν φάνηκαν ικανά να ωφεληθούν από τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και να εκτιμήσουν τη βαρύτητα του εκλογικού αποτελέσματος: Η επίδοση του ΚΚΕ ήταν εντός του υποδιπλασιασμού των τελευταίων χρόνων. Η ΛΑΕ κυρίως, αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν σοβαρότατες εκλογικές ήττες. Η πρώτη τέθηκε σε ανεπίστρεπτη κρίση, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ξαναγύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε το 2009 και βαθιά διχασμένη. Ο κύκλος αυτών των πολιτικών μετώπων με τη σημερινή μορφή τους πολιτικά έχει κλείσει. Το κύριο είναι ότι κανένας από αυτούς τους φορείς δεν φαίνεται να έβγαλε τα αναγκαία συμπεράσματα από τις ήττες και τις αποτυχίες του. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή αποτυχία όλων των προγραμμάτων και κομμάτων της Αριστεράς, απέναντι στην οποία τοποθετούμαστε και εμείς αυτοκριτικά.

7. Εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα συνιστά η ύφεση του λαϊκού κινήματος και η αδυναμία ανάπτυξης μαζικών αγώνων, τόσο γενικά όσο και ειδικότερα με πρωτοπόρα την εργατική τάξη. Κάποιες μαζικές κινητοποιήσεις μετά τις εκλογές (για τα Εξάρχεια, τον Φύσσα, τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Ζακ, εργατικές απεργίες και κινητοποιήσεις κ.α.) έδειξαν τη διάθεση ενός εργατικού, λαϊκού και νεολαιίστικου δυναμικού για σύγκρουση με την κυβέρνηση στο πεδίο της στήριξης των ανθρώπινων και δημοκρατικών δικαιωμάτων, χωρίς όμως οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάτασης του μαζικού κινήματος και σύνδεσης των επιμέρους κινητοποιήσεων και αγώνων.

8. Η κατάσταση της Αριστεράς, στο σύνολό της, δυσκολεύει μια γρήγορη αναδιοργάνωση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, κάνει το έργο της μαζικής και νικηφόρας αντίστασης στην επίθεση της ΝΔ και του νέου δικομματισμού, να μοιάζει με ηράκλειο άθλο. Ωστόσο, αυτός είναι ο δρόμος που απαιτείται να ακολουθήσει η ριζοσπαστική Αριστερά.

9. Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την απαίτηση, χρειάζεται βαθιά, μαχόμενη και ουσιαστική αυτοκριτική επανεξέταση της τακτικής, των μετώπων και των συνθημάτων, από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, κρατώντας κάθε πολύτιμη παρακαταθήκη, αλλά με διάθεση υπέρβασης και σε ρήξη πλέον με ό,τι καθήλωσε τη δυνατότητα για μια ανατρεπτική αριστερή πολιτική. Χρειάζεται η σχεδιασμένη και έμπρακτη κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων για μια ενωτική και μαχητική λαϊκή αντιπολίτευση ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ, για την ταξική αναδιοργάνωση του εργατικού, λαϊκού και νεανικού κινήματος και μια αποτελεσματική μετωπική συμμαχία της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

10. Το ΜεΡΑ25 κινείται πολιτικά σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης στην ΕΕ και το αστικό πλαίσιο με πιο «μαχητική» διαπραγμάτευση, αν και εξέφρασε εκλογικά μεγάλο μέρος του δυναμικού που αναζήτησε τα προηγούμενα χρόνια μία διαφορετική ριζοσπαστική κατεύθυνση. Για αυτό δεν μπορεί να συνεισφέρει στην παραπάνω κατεύθυνση, παρά κάποιες διαφοροποιήσεις του σε επιμέρους ζητήματα.
Το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ, με όποιες μορφές κι αν συνεχίσουν, μπορούν και πρέπει να συμβάλουν σε μια ενωτική λαϊκή αντιπολίτευση. Αλλά, για διαφορετικούς λόγους, η σημερινή πολιτική τους εμποδίζει κάθε μια από αυτές τις δυνάμεις να ανταποκριθούν, πολύ περισσότερο, να ηγηθούν σε μια τέτοια αναγκαία προσπάθεια. Για αυτό χρειάζεται η υπέρβαση τόσο της ρεφορμιστικής, όσο και της σεχταριστικής πολιτικής στην Αριστερά.

Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός στην εποχή μας

11. Μετά τη δομική κρίση του 2008, το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός ανεβάζουν την επιθετικότητά τους σε όλα τα επίπεδα: Προετοιμάζουν πολέμους μέσα από την όξυνση των ανταγωνισμών, βαθαίνουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, χτυπούν τα δημοκρατικά, εργασιακά δικαιώματα και τις ελευθερίες, εντείνουν την καταπίεση, προωθούν αντιδραστικές και σκοταδιστικές αντιλήψεις, καταπιέζουν μικρότερα έθνη και εθνότητες, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τη νεολαία, καταστρέφουν το περιβάλλον.

12. Σήμερα, η αδυναμία επιτυχημένου ξεπεράσματος της κρίσης από την πλευρά των δυνάμεων του κεφαλαίου οδηγεί σε αντικρουόμενες τάσεις τόσο διεθνώς όσο και στην Ε.Ε. Αφενός, μια τάση ακόμα πιο νεοφιλελεύθερης φυγής προς τα εμπρός, και αφετέρου μία τάση επαναφοράς προστατευτικών πρακτικών έναντι των κύριων διεθνών ανταγωνιστών. Η πρώτη τάση επενδύεται με ιδεολογήματα «κοσμοπολιτισμού» και υπεράσπισης του ανοίγματος των αγορών διεθνώς. Πατώντας πάνω στα αντιδραστικά κεκτημένα του νεοφιλελευθερισμού, αναπτύσσεται μια δεύτερη τάση: ένα αντιδραστικό, ακροδεξιό και εθνικιστικό ρεύμα, που εμφανίζεται ως δήθεν «αντισυστημικό», ενώ αποτελεί την πιο σκοτεινή όψη του συστήματος. Εντός του, επανεμφανίζονται  τα παλιά τέρατα: ο φασισμός και ναζισμός. Αυτές οι δύο τάσεις ανταποκρίνονται σε εσωτερικές δομικές ανάγκες και αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Εκφράζουν την όξυνση των αντιθέσεων εντός και των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων στο εσωτερικό των χωρών. Αντιθέσεις σχετικά με το μείγμα οικονομικής πολιτικής ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα επιμέρους μερίδων και των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών που αυτές επιχειρούν να διαμορφώνουν. Η αδυναμία της ριζοσπαστικής και της κομμουνιστικής Αριστεράς να αρθρώσει έναν δομημένο και δυνάμει αντι-ηγεμονικό λόγο απέναντι στην «παγκοσμιοποίηση», την Ε.Ε. και τις πολιτικές του κεφαλαίου άφησε αντικειμενικά χώρο σε αυτές τις δυνάμεις να εδραιωθούν κεφαλαιοποιώντας πολιτικά τη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια.

13. Η εποχή μας είναι εποχή εμφάνισης ποιοτικά νέων παραγωγικών δυνάμεων, δυνητικά επαναστατικών για την παραγωγή πλούτου για το λαό και την απελευθέρωση χρόνου εντός και εκτός της εργασίας.  Ο καπιταλισμός, ειδικά στην περίοδο της κρίσης του, όχι μόνο δεν μπορεί να αξιοποιήσει επαρκώς τις κατακτήσεις της επιστήμης, της εργασίας και του πολιτισμού αλλά τις ιδιοποιείται, τις διαστρέφει και τελικά τις στρέφει ενάντια στη σύγχρονη  εργατική  τάξη, τη νεολαία και τα φτωχά μεσαία στρώματα. Οι νέες και συνεχώς εξελισσόμενες παραγωγικές δυνάμεις, οι οξυμένες αντιθέσεις και αντιφάσεις τους με τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, οι ίδιοι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, παράλληλα με τις μεγάλες δυσκολίες, εμπεριέχουν και εκφράζουν ταυτόχρονα τις σύγχρονες δυνατότητες  για μια βαθιά πολιτική και πολιτιστική επανάσταση στην εργασία, στη γενικότερη οργάνωση της ζωής του εργάτη -δημιουργού. Μπορούν να τροφοδοτήσουν μεγάλες κοινωνικές αναμετρήσεις, ώστε το εξαιρετικά επίκαιρο δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»  να αποκτά υλική υπόσταση, να γίνεται υπόθεση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

14. Κατανοούμε ότι οι παραπάνω επισημάνσεις για τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό στην εποχή μας, δεν αρκούν για να απαντηθεί το μεγάλο ζήτημα μιας επαναστατικής στρατηγικής και μιας νέας κομμουνιστικής εναλλακτικής απάντησης στο ΤΙΝΑ του νεοφιλελευθερισμού και των δυνάμεων του συστήματος. Μεγάλα προβλήματα αναδεικνύονται μπροστά μας προς απάντηση, όπως η σχέση «παγκοσμιοποίησης» – διεθνοποίησης και έθνους κράτους, οι νέες σχέσεις εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, το σύγχρονο μονοπώλιο και οι πολυεθνικοί όμιλοι, τα καινούρια χαρακτηριστικά στο κράτος και στη δομή της αστικής εξουσίας, ο κατακερματισμός και η συγκέντρωση της εργατικής τάξης, οι νέες τεχνολογίες, τα μέσα ενημέρωσης, ο πολιτισμός και η διαμόρφωση της εργατικής και λαϊκής συνείδησης κ.α. Για αυτό, σήμερα, είναι αναγκαίο να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τα καινούρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού.

Η ΕΕ σε κρίση και σε πορεία βαθύτερης αντιδραστικοποίησης

15. Η Ε.Ε. προσπαθεί να δείξει εικόνα κανονικότητας αλλά οι πολιτικές και οικονομικές αντιθέσεις οξύνονται:

⎼ Οι χώρες της Ε.Ε. ανέκτησαν κατά μέσο όρο το επίπεδο παραγωγής (ΑΕΠ) που είχαν το 2008 σε 6 χρόνια από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ενώ η Γερμανία χρειάστηκε μόλις 3, οι χώρες της ΟΝΕ κατά μέσο όρο χρειάστηκαν 7 χρόνια, ενώ η Ελλάδα και η Ιταλία 10 χρόνια μετά δεν το έχουν ανακτήσει ακόμη. Το ζήτημα του χρέους παραμένει ενεργό, κύρια στην Ιταλία.

⎼ Η διαδικασία του Brexit μένει να φανεί με πόσους κραδασμούς (συναινετικά ή όχι) θα προχωρήσει.

⎼ Υπάρχει κρίση και της διαδικασίας ολοκλήρωσης προς ανατολάς, σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, που αμφισβητούν ακόμη και το περίφημο «ευρωπαϊκό κεκτημένο».

⎼ Ο Μακρόν, που θεωρήθηκε εμβληματικός εκφραστής της «εμβάθυνσης», δυο χρόνια μόλις μετά την ανάδειξή του στην προεδρία δείχνει σαφή σημάδια κόπωσης, με τη δημοτικότητά του να βαίνει διαρκώς μειούμενη χάρη και στην κινητοποίηση των Κίτρινων Γιλέκων. Η Μέρκελ αμφισβητείται από τα δεξιά και στην Ιταλία η ακροδεξιά Λέγκα, αναδεικνύεται σταδιακά σε κύρια πολιτική δύναμη.

Αυτή η Ε.Ε. δεν είναι εστία ειρήνης και οικονομικής ανάπτυξης για τους εργαζόμενους και τους λαούς της Ευρώπης, είναι ένας αντιδραστικός ιμπεριαλιστικός – καπιταλιστικός μηχανισμός. Δεν αλλάζει «από μέσα», δεν μεταρρυθμίζεται, παρά μόνο ανατρέπεται.  Κάτι που φυσικά δεν αρκεί να διαπιστώνεται αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται στοιχειωδώς σοβαρά ειδικά και υπό το φως της εμπειρίας του 2015.

16. Η κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συνεπώς, παραμένει μπροστά μας. Παραμένει και η ανάγκη ανασύνταξης, ανασύνθεσης, βαθιάς ανασυγκρότησης και μετωπικής συστράτευσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων για:

⎼ Μια κατεύθυνση λαϊκής ρήξης και αποδέσμευσης από την ΟΝΕ και την Ε.Ε.

⎼ Την εξυπηρέτηση των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων.

⎼ Δημοκρατία προς όφελος των εργαζομένων και του λαού.

⎼ Λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.

⎼ Με τον λαό στο τιμόνι και με το αναγκαίο στη συγκυρία μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα,  για τη σύνδεση της αντιευρώ και αντι-ΕΕ ρήξης με μια φιλολαϊκή έξοδο από την κρίση και με τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική προοπτική.

Μια τέτοια Αριστερά θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά την κρίση της ΕΕ προς όφελος των εργαζομένων και του λαού. Δίνοντας ένα αποτελεσματικό παράδειγμα άλλου δρόμου ενάντια στα ευρωπαϊκά μνημόνια, τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα, την Ακροδεξιά και τον φασισμό, τις πολιτικές του κεφαλαίου και την ιμπεριαλιστική επιτροπεία. Ένα παράδειγμα που θα τονώσει τη λαϊκή αυτοπεποίθηση και τους αγώνες ενάντια στην ΟΝΕ και την ΕΕ και σε άλλες χώρες. Κι έτσι θα επιτελέσει και το διεθνιστικό καθήκον της απέναντι στους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης, με τους οποίους θέλουμε να συντονιστούμε ακριβώς επειδή βιώνουν παρόμοια καταπίεση από τις αστικές τάξεις τους στο πλαίσιο της ΕΕ

Η Ελλάδα , αδύναμος κρίκος στην ΕΕ και το διεθνές σύστημα

17. Η Ελλάδα, μια χώρα μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης, εντάχθηκε στην ΕΟΚ – ΕΕ με σκοπό να επιταχύνει αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου. Η ελληνική αστική τάξη επιδίωξε τη συμμετοχή στην ΟΝΕ ακόμα κι αν υπήρχαν φωνές που έθεταν το ζήτημα ότι η ελληνική καπιταλιστική οικονομία ήταν σχετικά αδύναμη ακόμη για να εκτεθεί στον ανταγωνισμό πιο παραγωγικών ευρωπαϊκών κεφαλαίων χωρίς την προστασία της νομισματικής ισοτιμίας.

Τα πρώτα χρόνια της ΟΝΕ η ελληνική οικονομία είχε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, βασιζόμενη στην αθρόα πίστωση λόγω της πτώσης των επιτοκίων (του ευρώ σε σχέση με τη σχετικά «σκληρή» δραχμή των χρόνων πριν από την ένταξη). Αυτή η πίστωση διοχετεύτηκε κυρίως σε κλάδους πιο προστατευμένους από τον διεθνή ανταγωνισμό (κατασκευές, εγχώριες υπηρεσίες, τουρισμός), μη εμπορεύσιμων διεθνώς προϊόντων. Κλάδοι που αποδείχτηκαν εξαιρετικά ευάλωτοι στο ξέσπασμα της κρίσης, ενώ ταυτόχρονα σε όλη την περίοδο του ευρώ η χώρα αύξανε το εμπορικό έλλειμμα και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, κυρίως εξαιτίας της εισαγωγής προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας που η ίδια δεν παράγει. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων οδήγησε στην αύξηση του δημόσιου ελλείμματος, του χρέους και του εξωτερικού δανεισμού και συνεπώς στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

18. Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, οι βασικές ορίζουσες του «ελληνικού προβλήματος» είναι ακόμη υπαρκτές:

⎼ Η ελληνική οικονομία διατηρείται σχετικά στάσιμη, σε επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο (περίπου 24-25% μικρότερο) από το 2008.

⎼ Εξυπηρετείται η διαμόρφωση του συγκεκριμένου αναπτυξιακού προτύπου που προέβλεπαν τα μνημόνια για μια χώρα που θα είναι διαμετακομιστικός κόμβος μεταξύ Ανατολής και Ευρώπης με αναβαθμισμένες μεταφορικές υποδομές, με μια οικονομία έντασης εργασίας με έμφαση στις υπηρεσίες, τον τουρισμό και τις επενδύσεις real estate, με χαμηλό εργατικό κόστος και φιλικό περιβάλλον για «επενδύσεις».

⎼ Τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα συμπιέζονται για να αποκομίζουν κέρδος οι μεγάλες επιχειρήσεις. Οι δυνάμεις του εγχώριου κεφαλαίου έχουν κάθε συμφέρον να μη διακυβευτεί το ουσιαστικό «μνημονιακό κεκτημένο» για να αποκομίζουν κέρδος πλέον κυρίως μέσω της εσωτερικής υποτίμησης των μισθών και της λιτότητας.

⎼ Οι δυνάμεις της ΕΕ και των δανειστών μας έχουν κάθε συμφέρον να παραμένει σε αυτή την κατάσταση η ελληνική κοινωνία και οικονομία, εφόσον παραμένει εντός των ΟΝΕ – ΕΕ, για λόγους πολιτικού παραδειγματισμού, αλλά και για να μην υπάρξει νέος δημοσιονομικός εκτροχιασμός που θα κλονίσει οικονομικά την ΕΕ. Συνεχίζοντας φυσικά να εκμεταλλεύονται ανάλογα την κατάσταση, αποσπώντας εμπορικά πλεονάσματα και «φιλέτα» μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Αυτή είναι η ουσία της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας που έχει επιβληθεί στον ελληνικό λαό.

Πρέπει να είναι σαφές, λοιπόν, ότι η ελληνική κοινωνία θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε αυτή την «παγίδα» όσο παραμένει στο κλουβί της ΕΕ.

19. Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα βίωσαν και βιώνουν πολύ βαθύτερα την καπιταλιστική κρίση, την αντεργατική και αντιδημοκρατική επιθετικότητα του κεφαλαίου, ενώ ζουν μέσα στην ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των πολεμικών προετοιμασιών.

Η αστική τάξη της Ελλάδας, όχι μόνον δεν προωθεί την «έξοδο» από τα μνημόνια, αλλά τα εμπεδώνει και τα «ιδιοποιείται», υποτάσσεται πλήρως στην ΕΕ και το ΔΝΤ, βαθαίνοντας την εκμετάλλευση και την κερδοφορία ειδικά των πολυεθνικών μονοπωλίων, ενώ προσθέτει και μια νέα αμερικανοκρατία. Προωθεί τις επιδιώξεις της ελληνικής ολιγαρχίας στα Βαλκάνια, η οποία, υπό την σκέπη των ΗΠΑ, επιχειρεί να ανακτήσει κάποιες θέσεις, όπως δείχνει η Συμφωνία των Πρεσπών. Η Συμφωνία αυτή δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει οι εθνικισμοί των βαλκανικών αστικών τάξεων, κυρίως γιατί είναι ενταγμένη στους ευρύτερους νατοϊκούς και ευρωενωσιακούς σχεδιασμούς, παρά ορισμένα θετικά σημεία της (π.χ. σύνθετη ονομασία, αναγνώριση σλαβομακεδονικού έθνους και γλώσσας).

20. Την ίδια στιγμή, ο τουρκικός καπιταλισμός είναι πιο ισχυρός, σήμερα. Διεκδικώντας ηγετικό ρόλο στην περιοχή αυξάνει την επιθετικότητά του, τις απειλές πολέμου, προβάλλει αναθεωρητικές διεκδικήσεις. Ταυτόχρονα, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός μέσω του άξονα Ισραήλ, Αιγύπτου, Κύπρου, στον οποίο συμμετέχει ενεργά ο ελληνικός καπιταλισμός, εντείνει την παρέμβασή του στην Αν. Μεσόγειο για τον έλεγχο ειδικά των πηγών και δικτύων μεταφορών ενέργειας. Σε αυτό το τοπίο δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι για την έναρξη πολεμικών αναμετρήσεων στην περιοχή μας.

21. Οι πρώτες αυτές επισημάνσεις δείχνουν ότι είναι αναγκαίο να ανοίξει εκ νέου μια βαθύτερη συζήτηση και σε αυτό το ζήτημα: Ποιος είναι και που βαδίζει ο ελληνικός καπιταλισμός, ποια είναι η θέση του στο διεθνές καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό σύστημα, ποια είναι η κοινωνική διαστρωμάτωσή του, ποιες οι ιδιομορφίες του κ.α. Αυτή η συζήτηση είναι αναγκαία εάν θέλουμε να αναπτύξουμε μια συγκεκριμένη στρατηγική για την επανάσταση στον «αδύναμο κρίκο» του ελληνικού έθνους – κράτους, για τη διεθνή αλληλεπίδραση, αλλά και αν θέλουμε να αναπτύξουμε μια αποτελεσματική τακτική μετωπικής συγκέντρωσης δυνάμεων που θα απαντά στο «σήμερα» και θα συνδέει με το «αύριο».

Η κατάσταση του κομμουνιστικού, αριστερού και εργατικού – λαϊκού κινήματος

22. Σε αυτή την αντιφατική κατάσταση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, αναπτύχθηκαν και θα αναπτύσσονται ημιαυθόρμητοι εργατικοί, κοινωνικοί και λαϊκοί αγώνες αντίστασης.

Μέσα σε αυτούς τους κοινωνικούς αγώνες μπορεί να γεννηθούν τα σπέρματα από το μέλλον που θα συναντήσουν τις καλύτερες επαναστατικές παραδόσεις και κατακτήσεις του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Όμως,  το παρελθόν της ήττας βαραίνει ακόμη πάνω στο παρόν. Βαραίνει η στρατηγική κρίση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος από τις καταρρεύσεις και ανατροπές της σοσιαλιστικής απόπειρας του προηγούμενου αιώνα. Βαραίνουν δεκαετίες ρεφορμιστικής και συστημικής πολιτικής στην Αριστερά, μαζί με το σεχταρισμό και τον αριστερισμό. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η ήττα των μεγάλων αντιμνημονιακών αγώνων, τους οποίους η Αριστερά, ειδικά η κομμουνιστική, εξαιτίας της αδυναμίας και των ανεπαρκειών της απέτυχε να αξιοποιήσει.

23. Οι σημερινές εργατικές και λαϊκές αντιστάσεις είναι ακόμη κατακερματισμένες, ανεπαρκείς και χωρίς σαφή προοπτική, διότι, πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες, καθορίζονται από την έλλειψη επαναστατικού προγράμματος και προσανατολισμού. Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης είναι επείγουσα και δεν αφορά αποκλειστικά κάποιον πολιτικό φορέα ή κάποιους «ειδικούς». Πρόκειται για μια διαδικασία που πρέπει να εξελιχθεί μέσα στην ανάπτυξη της δράσης, ανοιχτά μέσα στην εργατική τάξη και το λαό. Εκεί θα δώσει καθένας την συνεισφορά του.

24. Οι ηγεσίες και η πολιτική του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΛΑΕ, για διαφορετικούς λόγους και παρά την προσφορά και τους αγώνες τους, δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το καθήκον, αποδείχτηκαν ανεπαρκείς στις πρόσφατες αναμετρήσεις. Αδυνατούν να συλλάβουν τη νέα κατάσταση. Συνεχίζουν χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική της πορείας τους. Γενικά, στην Αριστερά κυριαρχεί ο σεχταρισμός μαζί με τον οπορτουνισμό, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αρχηγισμός και ο κοινοβουλευτισμός. Αναπτύσσεται ένας ενδοαριστερός «εμφύλιος» που φτάνει μέχρι και σε φαινόμενα βίας.

Από την άλλη, ο αναρχικός και αντιεξουσιαστικός χώρος, παρά τη συμμετοχή τμημάτων του σε συνδικαλιστικούς και αντικατασταλτικούς αγώνες, δεν μπορεί συνολικά να ξεφύγει από την υποτίμηση της πολιτικής, προγραμματικής και οργανωτικής συγκρότησης και σε όψεις του, από το φετιχισμό της βίας και μία μηδενιστική αντικοινωνική στάση.

25. Από αυτή τη σκοπιά, για όλα τα παραπάνω απαιτείται μια βαθιά κριτική και αυτοκριτική αποτίμηση της τακτικής, των συνθημάτων και των πράξεων της Αριστεράς στην ταραγμένη δεκαετία που πέρασε και η οποία άφησε ανεξίτηλο ίχνος για το μέλλον. Κατανοούμε πλήρως ότι χωρίς μία συνολική αποτίμηση για αυτές τις ελλείψεις, συνολικά αλλά και για τις δικές μας, δεν μπορεί να υπάρξει ελπιδοφόρα τομή με τα λάθη και τις παθογένειες του παρελθόντος. Σε αυτή την κατεύθυνση, θα προσπαθήσουμε να καταθέσουμε από κοινού έναν τέτοιο αναγκαίο και ουσιαστικό απολογισμό.

Για την αντιστροφή και υπέρβαση της κατάστασης

26. Είναι αναγκαίο ένα αποφασιστικό και μαχητικό βήμα αντιστροφής και υπέρβασης. Είναι η ώρα για μια νέα συσπείρωση δυνάμεων που θα συμβάλει στην προγραμματική ανασύνθεση της κομμουνιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Που θα προωθεί ως στρατηγική τη ρήξη και την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού. Με μαχόμενη κριτική αποτίμηση για την ιστορική πορεία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, χωρίς να ισοπεδώνεται η προσφορά του. Με στόχο να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα αντάξιο της εποχής μας με βασικό καθήκον την ανασυγκρότηση του διεκδικητικού κινήματος και της Αριστεράς, ώστε να ανακοπεί η πορεία διάλυσης. Για να ανοίξει η συζήτηση για την επόμενη μέρα, μπροστά στους υπάρχοντες αριστερούς φορείς, ώστε να τεθούμε όλοι προ των ευθυνών μας.

27. Η ιστορική αποτίμηση της επαναστατικής απόπειρας του 20ου αιώνα και η νέα εποχή του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού απαιτούν έναν βαθύ διάλογο που θα στηρίζεται στη θεωρία του Μαρξ και του Ένγκελς, στην επέκταση και την εμβάθυνσή του από τη συνεισφορά του λενινισμού, στον επαναστατικό μαρξισμό, αλλά και στη συμβολή όλων των μαχόμενων μαρξιστών, με στόχο μια, αντίστοιχη με την εποχή μας, στρατηγική για τις επαναστάσεις και την κομμουνιστική κοινωνία του 21ου αιώνα. Για να απαντήσουμε στα μεγάλα ερωτήματα: Ποια θα είναι η πορεία της επαναστατικής διαδικασίας στην εποχή μας; Τι συμπεράσματα αντλούμε από την εμπειρία των επαναστάσεων του 20ου αιώνα; Πώς προωθείται ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας;

28. Η αντίστοιχη συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων είναι αναγκαίος αλλά όχι επαρκής όρος για την αντιστροφή της σημερινής κατάστασης. Το γεγονός ότι οι κομμουνιστικές δυνάμεις οφείλουν να προωθούν τη στρατηγική τους, δεν σημαίνει ότι παραιτούνται από τα μέτωπα, από άξονες συσπείρωσης και κοινής δράσης με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις για τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα το λαό και τη χώρα.

Γι’ αυτό απαιτείται μια πορεία δημιουργίας ενός σύγχρονου εργατικού και λαϊκού, κοινωνικοπολιτικού μετώπου. Σε αυτό το μέτωπο, οι πρωτοπόρες δυνάμεις οφείλουν να συνδέουν τον αντιιμπεριαλιστικό και δημοκρατικό αγώνα με το ταξικό και αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο του, όπως και αντίστροφα, να συμβάλουν έτσι ώστε ο αντικαπιταλιστικός αγώνας να εκφράζεται με τις σύγχρονες αντιιμπεριαλιστικές και δημοκρατικές αιχμές του.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν έρχεται σε σύγκρουση, αντίθετα, ενισχύει τις προσπάθειες για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα, τροφοδοτεί την επαναστατική προοπτική.

Ταυτόχρονα, ένα τέτοιο μέτωπο δεν μπορεί να είναι μόνον κοινωνικό. Είναι αναγκαία μια πολιτική συμμαχία των ανατρεπτικών αριστερών δυνάμεων. Που θα συσπειρώσει δυνάμεις ενάντια στο διπολισμό γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, αλλά και ενάντια στην Ακροδεξιά και το νεοφασισμό. Που θα δώσει νέα πνοή στο μαζικό κίνημα, θα συμβάλει σε νίκες και κατακτήσεις τι οποίες τόσο ανάγκη έχει ο λαός και η νεολαία.

Βασικά στοιχεία ενός πολιτικού προγράμματος για τη σημερινή περίοδο

29. Ένα τέτοιο μέτωπο έχει σαν κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό στόχο:

Ριζικές κατακτήσεις για τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, προωθώντας τη ρήξη και ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού. Κατακτήσεις που μπορούν να επιβληθούν εντός και παρά το χρέος, την ΕΕ και την αστική κυριαρχία, με αγώνα εναντίον τους, ανοίγοντας νέες προοπτικές για την επαναστατική διαδικασία. Σε αυτή την κατεύθυνση  αναζητούμε μια πρόταση τακτικής για τη σημερινή περίοδο, που μπορεί να συσπειρώσει μετωπικά ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Αποτελεσματική τακτική δεν μπορεί να είναι ούτε ο ρεφορμισμός και η υποταγή στο σύστημα, ούτε ο αριστερισμός και η άσφαιρη καταγγελία του καπιταλισμού.

Ένα τέτοιο μέτωπο χρειάζεται ένα πρόγραμμα πάλης με βάση τους παρακάτω βασικούς άξονες:

– Κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων, ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και λαϊκό εισόδημα, με σταθερές εργασιακές σχέσεις και μείωση του χρόνου εργασίας, προοδευτική φορολογία και προστασία της λαϊκής κατοικίας.

– Παύση πληρωμών, διαγραφή του δημόσιου χρέους, διαγραφή – ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους των λαϊκών στρωμάτων.

– Εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων με δημοκρατικό, εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.

– Έξοδος από ευρώ και Ευρωπαϊκή Ένωση, λαϊκή κυριαρχία στη νομισματική πολιτική και σε όλους τους τομείς, στην οικονομία, την πρόνοια, την άμυνα, τη δημόσια περιουσία.

– Ειρήνη και ισότιμη συνεργασία των λαών σε Βαλκάνια, Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο. Έξοδος από το ΝΑΤΟ, έξω οι βάσεις. Όχι στη νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών και στον άξονα με ΗΠΑ, Ισραήλ, Αίγυπτο.

– Υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των εργατικών λαϊκών ελευθεριών, αποφασιστική αντιφασιστική πάλη.

– Δημόσια και δωρεάν υγεία, παιδεία και ασφάλιση για όλους.

– Υπεράσπιση των μικρομεσαίων στρωμάτων και της μικρομεσαίας αγροτιάς.

– Στήριξη των δικαιωμάτων των νέων εργαζόμενων, των φοιτητών και μαθητών, των γυναικών και όλων των καταπιεζόμενων ομάδων.

– Υπεράσπιση των προσφύγων και των μεταναστών.

– Προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος από την καταστροφή χάριν του κέρδους.

30. Οι παραπάνω άξονες πολιτικού προγράμματος απαιτείται να βαθύνουν για να δοθούν πειστικές απαντήσεις:

– Στο θεμελιώδες κοινωνικό – οικονομικό ζήτημα, απέναντι στην καπιταλιστική κρίση, στην ανεργία, στην κρίση των τραπεζών, στις χρεοκοπίες επιχειρήσεων, στην ασυδοσία της «ελεύθερης αγοράς» και τη ζούγκλα του ανταγωνισμού, στο ξεπούλημα δημόσιων επιχειρήσεων και χώρων, στις ιδιωτικές καταστροφικές επενδύσεις, στις μειώσεις μισθών και συντάξεων, στην κατάργηση συλλογικών συμβάσεων.

– Στο δεύτερο μεγάλο ζήτημα, αυτό της δημοκρατίας, για δημοκρατικές, πολιτικές και συνταγματικές κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων και με την ενεργό συμμετοχή του λαού σε όλα τα πεδία, απέναντι στον εκφυλισμό και την αντιδραστική μετάλλαξη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στις νεοφασιστικές τάσεις κατάργησής της.

– Στο ζήτημα μιας αντιιμπεριαλιστικής ανεξάρτητης πολιτικής, απέναντι στους κινδύνους για την ειρήνη στην περιοχή μας από την πολιτική της ελληνικής άρχουσας τάξης, από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, απέναντι στην επιθετικότητα της τουρκικής αστικής τάξης.

31. Η δεκαετία που πέρασε ανέδειξε το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στο πρόγραμμα και το εργατικό λαϊκό μέτωπο με την κυβέρνηση και με την επαναστατική διαδικασία και εξουσία. Αυτό το μεγάλο πρόβλημα δεν απαντήθηκε επαρκώς από τις κομμουνιστικές επαναστατικές δυνάμεις, στην προηγούμενη δεκαετία, με αποτέλεσμα να «απαντηθεί» από τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης και υποταγής. Απαιτείται μια ριζοσπαστική αντιμετώπιση αυτών των σχέσεων, με βάση την εποχή μας, τις παλιές και σύγχρονες εμπειρίες, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών (π.χ. Λατ. Αμερική).

32. Ταυτόχρονα, μέσα και μαζί με την όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, οξύνεται ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών αντιθέσεων, όπως η αντίθεση καπιταλισμού – φύσης, πόλης – υπαίθρου, έμφυλες αντιθέσεις και πατριαρχία, εθνοτικές αντιθέσεις και ρατσισμός, πολιτισμικές – θρησκευτικές αντιθέσεις κ.λπ. Η ανάπτυξη μαζικών κινημάτων για την καταπολέμηση των αντιδραστικών τάσεων σε κάθε πεδίο είναι αναγκαία, ταυτόχρονα με μία προσπάθεια σύνδεσής τους με το ευρύτερο κίνημα και ρεύμα για την απελευθέρωση των εργαζομένων και του λαού. Η σύνδεση αυτή απαιτεί σύγχρονες ειδικές θεωρήσεις και πρακτικές ανά πεδίο όσο και μία συνολική ταξική – κοινωνική οπτική σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό και με σοσιαλιστική – κομμουνιστική κατεύθυνση εντός των κινημάτων αυτών. Για να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού, συχνά μέσω μεταμοντέρνων ιδεολογικών ρευμάτων, για τον κατακερματισμό, την απομόνωση και τελικά την ενσωμάτωση αυτών των κινημάτων σε μια κοσμοπολίτικη και φιλελεύθερη ατζέντα.

Στο μαζικό κίνημα

33. Τόσο οι κομμουνιστικές δυνάμεις, όσο και το μέτωπο, δοκιμάζονται, κρίνονται και υπηρετούν το μαζικό κίνημα.

Από αυτή τη σκοπιά, για να αναπτυχθούν μαζικοί, νικηφόροι εργατικοί αγώνες, είναι αναγκαίο να εξοπλιστεί το ταξικό συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα με ένα σύγχρονο πρόγραμμα διεκδικήσεων για το μισθό, το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημοκρατία στους χώρους εργασίας κ.α. Χρειάζεται μετωπική συσπείρωση των αγωνιζόμενων, ταξικών δυνάμεων  για μια μαζική, ενωτική και ανεξάρτητη εργατική ταξική κίνηση που θα συμβάλει σε πλατιά αγωνιστικά σχήματα στους κλάδους και τις επιχειρήσεις. Θα συμβάλει στην ενότητα των διάσπαρτων δυνάμεων σε ένα αγωνιστικό ταξικό δίκτυο ανυπότακτων συνδικάτων, το οποίο θα υπερβαίνει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και θα αντιπαλεύει το ρεφορμισμό, χωρίς αποχωρήσεις και περιχαρακώσεις από την πλατιά βάση του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος.

34. Απέναντι στην ανάπτυξη των πολεμικών κινδύνων και του εθνικισμού χρειάζεται η ενωτική πάλη ενάντια στην σύγχρονη αμερικανοκρατία, τον ευρωατλαντικό άξονα και την κυβερνητική πολιτική, χωρίς υποκλίσεις σε άλλους ιμπεριαλισμούς. Η πάλη αυτή θα είναι αποτελεσματική εάν εμπνέεται από τον ευρύτερο αγώνα για εθνική ανεξαρτησία με σαφή αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, για λαϊκή κυριαρχία με εργατική ηγεμονία και για ισότιμη διεθνιστική συνεργασία των λαών. Σε αυτή την πάλη, οι κομμουνιστικές δυνάμεις οφείλουν να συνδέουν τον πατριωτισμό με τον ταξικό διεθνισμό και αντίστροφα, ενάντια και στον αστικό κοσμοπολιτισμό και στον αστικό εθνικισμό.

Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει ο Πανελλαδικός Αντιπολεμικός Κινηματικός Συντονισμός ενώ, ταυτόχρονα, χρειάζεται η κοινή δράση όλων των αντιπολεμικών συλλογικοτήτων και η δημιουργία ενός ενωτικού μαζικού κινήματος για την προάσπιση της ειρήνης.

35. Απαιτείται η μετωπική προάσπιση και ανάπτυξη των δημοκρατικών, συλλογικών και ατομικών ελευθεριών, από την ακροδεξιά επιθετικότητα και τη φασιστική απειλή, από τη μόνιμη αντιδημοκρατική «εκτροπή» με κοινοβουλευτικό μανδύα. Για αυτό χρειάζεται η κοινή μετωπική δράση όλων των αντίστοιχων δημοκρατικών και αντιφασιστικών συλλογικοτήτων, η αποφασιστική απομόνωση του νεοφασισμού από το μαζικό κίνημα και η δημιουργία μιας πλατιάς δημοκρατικής αντιφασιστικής κίνησης μετωπικού χαρακτήρα.

36. Από τις βασικές προτεραιότητες είναι η συμβολή στην ανάπτυξη του κινήματος της νεολαίας, η οποία δέχεται μεγάλες επιθέσεις στην εργασία αλλά και στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στο στρατό και στον πολιτισμό. Είναι εμφανής η ανάγκη για μία μετωπική κοινωνική και πολιτική πρωτοβουλία νεολαίας που να επιχειρεί να αναμετρηθεί με το σύνολο των πεδίων του νεολαιίστικου κινήματος.

37. Σημαντική πλευρά της δράσης μας είναι και η συμβολή στην ανάπτυξη τοπικών κινημάτων και κινημάτων πόλης ενάντια στις προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις στο δημόσιο χώρο, την υποβάθμιση και ιδιωτικοποίηση των δημοτικών υπηρεσιών και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Για αυτό είναι αναγκαία η δράση μέσα στις αντίστοιχες λαϊκές κινηματικές μορφές (επιτροπές κατοίκων, σύλλογοι κλπ.) όσο και ο συντονισμός των κινηματικών αντιδράσεων όταν αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε το συντονισμό των αριστερών ριζοσπαστικών αυτοδιοικητικών σχημάτων πόλης ώστε να υπάρχει ανταλλαγή εμπειρίας, αλλά και ως συμβολή στην ευρύτερη ανάπτυξη της λογικής της κοινής δράσης και της μετωπικής συμπόρευσης δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η μετωπική πολιτική πρόταση στο σήμερα

38. Η κατεύθυνση για ένα μαζικό εργατικό και λαϊκό μέτωπο διεκδίκησης κατακτήσεων που θα προωθεί τη ρήξη και την ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού είναι ένα έργο μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, που προϋποθέτει την κατάκτηση ή τη δυνατότητα κατάκτησης της δημοκρατικής ηγεμονίας ενός κομμουνιστικού προγράμματος και μιας αντίστοιχης μετωπικής αντίληψης. Αυτό το κοινωνικό μέτωπο χρειάζεται την πολιτική πλευρά του, μια αριστερή συμμαχία ανατροπής. Γνωρίζουμε ότι ενώ είναι αναγκαίο, ένα τέτοιο μέτωπο και συμμαχία δεν είναι ακόμη ώριμο να πραγματοποιηθούν.

Σε αυτή την κατεύθυνση, εκτιμούμε ότι αυτό που ανταποκρίνεται περισσότερο στο επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος στη φάση της ανάταξης είναι μια πολιτική συνεργασία διαλόγου και κοινής δράσης με πρακτικές πολιτικές δεσμεύσεις, μεταξύ αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων και αγωνιστών/τριών. Η μορφή αυτή μπορεί και πρέπει να είναι πιο ανοιχτή και «πειραματική» επειδή, στο φως της εμπειρίας έως τώρα, χρειάζονται και σοβαρές τομές στο επίπεδο του πολιτικού προγράμματος,  της δομής, της λειτουργίας και της φυσιογνωμίας ενός νέου, σύγχρονου αριστερού ριζοσπαστικού μετωπικού εγχειρήματος.

Προτείνουμε έναν κινηματικό και πολιτικό χώρο με μια στοιχειώδη κεντρική πολιτική συμφωνία μετωπικού χαρακτήρα και δεσμεύσεις σε κεντρικά πολιτικά ζητήματα, στην κοινή δράση και την παρέμβαση στα επιμέρους κοινωνικά κινήματα, που θα επιδιώξουμε προοπτικά να επεκταθεί γεωγραφικά, με τις ανάλογες μορφές παρέμβασης.

Αυτή η διεργασία αφορά ένα εύρος δυναμικού που κινείται ενωτικά – μετωπικά και ριζοσπαστικά, είτε οργανωμένο ακόμα σε υπαρκτά πολιτικά σχήματα, είτε ευρύτερο ανένταχτο δυναμικό. Η σκέψη, οι προτάσεις και οι πρωτοβουλίες μας για το προχώρημα αυτής της διαδικασίας θα υπηρετούν αυτό το κριτήριο, καλώντας ανοιχτά όλο αυτό το δυναμικό και έχοντας συναίσθηση του αναγκαίου χρόνου για την ευόδωση μιας τέτοιας διεργασίας ώστε να οδηγήσει στη σύγκλιση και συνεύρεση αυτών των δυνάμεων.

Παρά τις δυσκολίες τα τελευταία χρόνια και τη σύγχυση στη σημερινή εποχή, σε δυνάμεις του κινήματος και της ριζοσπαστικής Αριστεράς αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται ορισμένες πολιτικές διεργασίες και αναζητήσεις, στην κατεύθυνση για μετωπική λογική και αντίληψη ουσιαστικής κοινής δράσης, αντίληψη προγράμματος για μαζική αντίσταση, για θετικές διεκδικήσεις και αναμετρήσεις, για γόνιμη σύνδεση τακτικής και στρατηγικής, λογική γραμμής μαζών στην παρέμβαση, αυτοτέλειας του μαζικού κινήματος και όχι ελέγχους «κομματικών κορυφών», για ειλικρινή αναστοχαστική και ανασυνθετική διάθεση. Όλα αυτά διαμορφώνουν ορισμένες δυνατότητες για συγκλίσεις. Μια τέτοια διεργασία μπορεί και πρέπει να προχωρήσει χωρίς βεβιασμένες κινήσεις, αλλά με ό,τι είναι ώριμο να γίνει. Με σεβασμό στα υπάρχοντα σχήματα των κοινωνικών χώρων, αλλά ταυτόχρονα αναζητώντας έναν «οδικό χάρτη» για την όσο το δυνατόν ενωτική υπέρβασή τους, όπου αυτό είναι εφικτό.

Η πρόταση αυτή απευθύνεται σε όλη τη ριζοσπαστική Αριστερά και θα συγκροτηθεί από εκείνες τις δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές/τριες που προσεγγίζουν έμπρακτα τις παραπάνω αντιλήψεις και λογικές.

39. Το περιεχόμενο αυτής της πρότασης είναι η συμφωνία πάνω σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις για τις οποίες θα αγωνιστούμε από κοινού στην πολιτική και στο μαζικό κίνημα αντιστρέφοντας την υποχώρηση, βοηθώντας στην ανάπτυξη των αγώνων που θα επιχειρούν να σπάνε την επίθεση της κυβέρνησης και να βελτιώνουν άμεσα τη θέση των εργαζομένων και το συσχετισμό δύναμης.

Αυτή η πολιτική συμφωνία κοινής δράσης και διαλόγου μπορεί να αρχίσει τη δράση της πάνω στους εξής άξονες: α) επιβολή στην πράξη συλλογικών συμβάσεων για αυξήσεις σε μισθούς – συντάξεις, σταθερή εργασία και μείωση του χρόνου εργασίας, β) αναχαίτιση και ματαίωση ιδιωτικοποιήσεων και ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου, κρατικοποιήσεις – εθνικοποιήσεις με ευρύτερο κοινωνικό, δημοκρατικό και εργατικό έλεγχο γ) διεκδίκηση δημόσιων επενδύσεων με σεβασμό στο περιβάλλον, φιλολαϊκά έργα υποδομής και ίδρυση δημόσιων επιχειρήσεων, με κοινωνικό, δημοκρατικό και εργατικό έλεγχο, δ) δημοκρατική προάσπιση των συνδικάτων, των μαζικών φορέων, των λαϊκών αγωνιστών/τριών, των προσφύγων – μεταναστών, των γυναικών, των ΛΟΑΤΚΙ, με διεκδικήσεις για μείωση του αστυνομικού κράτους, των μέσων καταστολής και του ρόλου των αστικών μέσων ενημέρωσης, για κατάργηση των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» μεταναστών/τριών κ.λπ., ε) πάλη για την ειρήνη με ανεξάρτητη, πολυδιάστατη αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική, με διεθνιστική στήριξη των λαών, στ)  προάσπιση του περιβάλλοντος από τη ληστρική καπιταλιστική εκμετάλλευσή του.

Για μια συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων της εποχής μας

40. Όλα τα παραπάνω καθήκοντα, η σκληρή περίοδος στην οποία εισερχόμαστε και πάνω από όλα, η συγκλονιστική εποχή που ζούμε, σε συνδυασμό με την αποτυχία των αριστερών δυνάμεων και προγραμμάτων στη δεκαετία που πέρασε, δείχνουν ότι απαιτείται  η δημιουργία ενός νέου αριστερού, επαναστατικού και κομμουνιστικού φορέα.

Σε αυτή την κατεύθυνση, απαιτείται η δημιουργία μιας μαζικής συσπείρωσης κομμουνιστικών ρευμάτων προς μια ενωτική οργάνωση, που θα ανοίξει το δρόμο για το κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα της εποχής μας.

Μια συσπείρωση δυνάμεων γύρω από ένα σαφές ανατρεπτικό πολιτικό πρόγραμμα για την περίοδο, πρώτα από όλα για το μισθό, το εισόδημα, το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, αλλά και για τη δημοκρατία και τον αντιφασισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη και τη διεθνή συνεργασία των λαών, καθώς και για όλα τα ζητήματα που συγκλονίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, όπως το περιβάλλον και η διατροφή, το γυναικείο ζήτημα, ο ρατσισμός, οι σεξιστικές διακρίσεις κ.α.

Με ανοιχτή, δημιουργική συζήτηση και αναζήτηση για μια νέα στρατηγική σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση, με βάση το μαρξισμό, τις εμπειρίες από τις επαναστατικές απόπειρες του 20ου αιώνα και τις σύγχρονες, υλικές δυνατότητες χειραφέτησης της εργασίας, στην εποχή μας.

Μια συσπείρωση δυνάμεων με ενότητα στη δράση που θα διασφαλίζεται από εσωτερική δημοκρατία, με αιρετή και ανακλητή ηγεσία, προσανατολισμό στην εργατική τάξη, ειδικά στους συγκεντρωμένους χώρους βιομηχανίας και υπηρεσιών, στη νέα γενιά αλλά και σε όλο τον λαϊκό κόσμο της εργασίας.

Με μια συνεπή και σύγχρονη μετωπική πολιτική που θα ξεπερνά τόσο την υποταγή στις πτέρυγες της αστικής πολιτικής ή των αριστερών ρεφορμιστικών τάσεων, όσο και την απομόνωση από τις πλατιές εργαζόμενες και λαϊκές μάζες, στο όνομα της επανάστασης. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πλατιού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ανατροπής, ακόμα και αν αυτό δεν είναι άμεσα εφικτό.

Μία συσπείρωση δυνάμεων με δημιουργία διεθνιστικών δεσμών, σε μια εποχή όπου οι δυνατότητες επικοινωνίας, μεταφορών και εμπειριών έχουν ανέβει εκθετικά, ενώ ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός παρασύρουν την εργατική τάξη και τους λαούς στον εθνικισμό και τους πολέμους ή στην υποταγή στις κοσμοπολίτικες ολοκληρώσεις τους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

41. Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων προτείνει αυτόν τον δρόμο. Θα συμβάλει αποφασιστικά, με αυτοκριτική και σχεδιασμένη πορεία υπέρβασης του ίδιου, με συντροφικό πνεύμα σύνθεσης και κοινή στράτευση.

Καλεί τους αγωνιστές και αγωνίστριες που συμφωνούν, να συμβάλουν στη δημιουργία μιας συσπείρωσης πολιτικών δυνάμεων και αγωνιστών που αγωνίζονται για το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής μας.

Διεκδίκηση ή διαχείριση;

Ανακοίνωση του Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων

Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών της 7ης Ιουλίου του 2019 μια κατάσταση με νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά διαμορφώνεται στην πολιτική ζωή της χώρας. Τη σοσιαλφιλελεύθερη – διαχειριστική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, διαδέχτηκε η ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη και συντηρητική πολιτική έκφραση της αστικής τάξης που εκφράζεται μέσα από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Στο διάστημα των δυόμιση αυτών μηνών, η πολιτική του κυβερνώντος κόμματος παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

– Ένταση της επιθετικότητας του κεφαλαίου, ως προς τους όρους εξυπηρέτησης των συμφερόντων του, αλλά και ως προς την καταστρατήγηση και το ζωτικό χτύπημα των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ξεχωρίζει η επίθεση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που επιχειρεί να δώσει με το πρόσφατο νομοσχέδιο η κυβέρνηση, το οποίο καταργεί στην πράξη τις συλλογικές συμβάσεις, ενώ επιχειρεί να ποδηγετήσει τον συνδικαλισμό με τα ηλεκτρονικά μητρώα και ψηφοφορίες. Η σπουδή με την οποία η κυβέρνηση ικανοποιεί αιτήματα του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου που είχαν αντιμετωπίσει την αντίθεση του λαϊκού κινήματος είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση των Σκουριών και του Ελληνικού. Το περιβάλλον υποβαθμίζεται και περιφρονείται, ενώ ο πολιτισμικός πλούτος της χώρας εκποιείται, αν δεν θεωρείται εμπόδιο για τις κάθε είδους «επενδύσεις».

– Συνέχιση της πορείας όλο και βαθύτερης ενσωμάτωσης της αστικής τάξης της χώρας μας και του πολιτικού της προσωπικού στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, παίρνοντας της σκυτάλη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Το ζήτημα της μνημονιακής επιτροπείας και του πρόθυμου ακολουθητισμού στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς αποκτά κι αυτό νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά.   Η άρχουσα τάξη υποτάσσεται πλήρως στον αμερικάνικο και ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, ευελπιστώντας να βελτιώσει τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα, με τη συμμετοχή της στα παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων στο χώρο της Μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

– Ένταση και όξυνση του αυταρχισμού: η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, μιας κερδισμένης με αίμα κατάκτησης του φοιτητικού και λαϊκού κινήματος, είναι ενδεικτική της προσπάθειας της άρχουσας τάξης να ξεμπερδέψει το συντομότερο δυνατό με τα πιο προοδευτικά και φιλολαϊκά στοιχεία της πολιτικής κληρονομιάς της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι επιθέσεις σε κοινωνικούς χώρους και αγωνιστές  στα Εξάρχεια.

– Ταχύτατα προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις: Η ΔΕΗ, απ` ό,τι φαίνεται, θα είναι το επόμενο βήμα σ` αυτή τη διαδικασία, με την απαξίωσή της και την πλήρη και οριστική εκποίησή της στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά και τα πρώτα δείγματα της κυβερνητικής πολιτικής σε τομείς όπως η υγεία και η παιδεία  και το συνταξιοδοτικό σύστημα καταδεικνύουν αυτήν ακριβώς την πορεία προς την ιδιωτικοποίηση των βασικών δημόσιων αγαθών και τη βαθύτερη σύνδεσή τους με τις ανάγκες της αγοράς .

– Συντηρητικοποίηση και οπισθοδρόμηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής που, δυστυχώς, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε σημαντικό τμήμα των λαϊκών στρωμάτων, με χαμηλή πολιτική εμπειρία και συνείδηση. Τα μέτρα και οι απαράδεκτες συνθήκες “φιλοξενίας” των αιτούντων άσυλο, για τα οποία ευθύνεται τόσο η σημερινή όσο και η προηγούμενη κυβέρνηση εντάσσονται και σε αυτό το πλαίσιο. Το ίδιο και η ένταση ενός πρωτόγονου εθνικισμού (που δεν διστάζει, ωστόσο, να χαρακτηρίσει την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά ως εμπόδιο για τις επενδύσεις). Στο ίδιο πάντα πλαίσιο εγγράφονται και οι προτροπές της Υπουργού Θρησκευμάτων και Παιδείας (με συνειδητή την αντιστροφή των όρων του τίτλου του Υπουργείου) για εμπλοκή των ιεροδιδασκάλων (!) στην εκπαιδευτική διαδικασία ή, ακόμα, την αποστροφή της ίδιας ότι η ιστορία δεν θα πρέπει να έχει κοινωνιολογικό χαρακτήρα αλλά να προάγει την εθνική συνείδηση…

– Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες με ορισμένα μεσαία στρώματα πάνω στη μείωση της φορολογίας και με κάποιες ελαφρύνσεις που δεν ανατρέπουν αλλά ενισχύουν την κύρια πολιτική κατεύθυνση: την μείωση της φορολογίας των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, την ενίσχυση της κερδοφορίας τους.

– Επιχειρεί να αναπτύξει συμμαχίες και με τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού πάνω στη λεηλάτηση των εργατικών δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος στο όνομα των επενδύσεων και της «ανάπτυξης για όλους». Επιχειρεί έτσι να μετατρέψει την παθητική αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής -στην οποία διέπρεψε ο ΣΥΡΙΖΑ- σε μια ενεργητική στήριξή της.

– Αυτή η πολιτική δεν μπορεί όμως να αντιστρέψει ριζικά το πρόβλημα των επενδύσεων, γεγονός που αποδεικνύεται από την διεθνή αδυναμία του κεφαλαίου να ξεπεράσει την στασιμότητά τους. επενδύσεων. Διότι αυτή οφείλεται στην αδυναμία να αναταχθεί σταθερά η πτωτική πορεία του μέσου πσοσοστού κέρδους, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται μαζικά τα πιο αδύναμα κεφάλαια. Αποδεικνύεται ότι ούτε η μείωση του εργατικού κόστους, ούτε η λεηλασία της φύσης μπορούν να βγάλουν το σύγχρονο καπιταλισμό από τις δομικές αντιθέσεις του. Αντίθετα, όλα τα μέχρι τώρα μέτρα οδηγούν προοπτικά σε ακόμα μεγαλύτερη όξυνση αυτών των αντιθέσεων. Εκεί βρίσκεται η ρίζα της όξυνσης των θανατηφόρων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όπως δείχνει το Brexit, οι πολεμικές προετοιμασίες στον Περσικό, οι αντιπαραθέσεις για τα κοιτάσματα στην Κύπρο και την Αν, Μεσόγειο.

Ποιος θα απαντήσει σε αυτήν την καταστροφική δίνη στην οποία μπαίνει η χώρα; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί και δεν θέλει: ολοκληρώνει ταχέως την πορεία συμβιβασμού με τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού και τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, παρόλες τις σοσιαλδημοκρατικού τύπου -φραστικές κυρίως- διαφοροποιήσεις, και χωρίς να παραγνωρίζουμε τις λαϊκές και προοδευτικές φωνές που έχουν ενδεχομένως εγκλωβιστεί στο εσωτερικό του ή στο εκλογικό σώμα που τον στήριξε.

Τα κόμματα που διατυπώνουν ένα πιο ριζοσπαστικό, προοδευτικό ή και κομμουνιστικό λόγο, παρά την προσφορά και τους αγώνες της βάσης τους, δεν φάνηκαν ικανά να ωφεληθούν από την πολιτική συγκυρία των εκλογών, αλλά ούτε και να εκτιμήσουν τη βαρύτητα του αποτελέσματος: η εκλογική επίδοση του ΚΚΕ ήταν εντός του πλαισίου της πτωτικής τάσης των τελευταίων χρόνων, η ΛΑΕ κυρίως αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν σοβαρότατες εκλογικές ήττες. Το κύριο είναι ότι κανένας από αυτούς του φορείς δεν φαίνεται να έβγαλε τα αναγκαία συμπεράσματα από τις ήττες και τις αποτυχίες του.

Εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα συνιστά η ύφεση του λαϊκού κινήματος και η αδυναμία ανάπτυξης μαζικών αγώνων με πρωτοπόρα την εργατική τάξη. Ωστόσο αναπτύσσονται δειλά και με δυσκολίες κάποια πρώτα αγωνιστικά σκιρτήματα όπως η απεργία της 24ης Σεπτέμβρη και διαδηλώσεις για δημοκρατικά ζητήματα (για τα Εξάρχεια, τον Φύσσα και τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Ζακ). Ωστόσο απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάτασης του μαζικού κινήματος και σύνδεσης των επιμέρους κινητοποιήσεων και αγώνων.

Μέσα σ` αυτές τις νέες, δύσκολες και περίπλοκες συνθήκες, οι συλλογικότητες και οι αγωνιστές που συναπαρτίζουμε το Συντονισμό Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, δηλώνουμε παρούσες και παρόντες την ανάγκη για μια ριζική αλλαγή πορείας της Αριστεράς, για μια συστράτευση δυνάμεων που θα βάλουν φρένο στην περαιτέρω ενίσχυση του κατακερματισμού, της μοναχικής «κομματικής» πορείας και των δήθεν ενωτικών προτάσεων που  στόχο έχουν την ενδυνάμωση μόνον του «κόμματος». Δηλώνουμε την ανάγκη για την αναζήτηση, προσέγγιση και κατάκτηση ενός σύγχρονου εναλλακτικού κομμουνιστικού προγράμματος.

Αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα συγκρότησης ενός επαναστατικού πολιτικού φορέα, αλλά και ενός σύγχρονου εργατικού και λαϊκού, κοινωνικοπολιτικού, μετώπου, που θα υπερασπίζεται τις κατακτήσεις και θα διεκδικεί τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, προωθώντας τη ρήξη και ανατροπή της επίθεσης του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του ϕασισμού. Δεσμευόμαστε να προχωρήσουμε σε μια σειρά άμεσων πολιτικών πρωτοβουλιών. Σ` αυτές συμπεριλαμβάνουμε το άνοιγμα της συζήτησης για τη δημιουργία ενός πόλου συσπείρωσης κομμουνιστικών ρευμάτων, ενός προπλάσματος του αναγκαίου «πολιτικού φορέα», παίρνοντας υπ` όψη τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις και στηριζόμενοι πάνω στις κατακτήσεις και στη συσσωρευμένη εμπειρία, θετική και αρνητική, του κομμουνιστικού κινήματος.

Για την ανάπτυξη του μαζικού κινήματος, προτείνουμε τις ακόλουθες μετωπικές πρωτοβουλίες: α)να προωθήσουμε μια ενωτική, συσπείρωση των ταξικών μαχόμενων δυνάμεων στο εργατικό κίνημα και να συμβάλουμε σε έναν ουσιαστικό συντονισμό ανεξάρτητων αγωνιζόμενων συνδικάτων,  β) να συμβάλουμε σε μια νέα πνοή στον Πανελλαδικό Αντιπολεμικό Κινηματικό Συντονισμό (ΠΑΚΣ), γ) να συμβάλουμε στη δημιουργία μιας κίνησης για τα δημοκρατικά δικαιώματα και την αντιφασιστική πάλη, δ) να συντονίσουμε τις δυνάμεις μας και να συμβάλουμε σε μια κοινή δράση σχημάτων στις περιφέρειες και τους δήμους, ε) να συντονίσουμε τις δυνάμεις μας και να συμβάλουμε στο φοιτητικό και νεολαιίστικο κίνημα. Προτείνουμε να ξεκινήσει μέσα στον Οκτώβριο μία διαδικασία  συσκέψεων και συνελεύσεων, ώστε να συζητηθούν και να προωθηθούν οι παραπάνω πρωτοβουλίες.

Παράλληλα, κατανοούμε την ανάγκη για μια μετωπική πρωτοβουλία συσπείρωσης αριστερών δυνάμεων σε μια πολιτική συμφωνία διαλόγου και κοινής δράσης που θα αγωνιστεί έμπρακτα ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ και την πολιτική της, ενάντια στην επανενσωμάτωση στον ΣΥΡΙΖΑ, με ένα συγκεκριμένο, θετικό πολιτικό πλαίσιο αιτημάτων υπέρ της βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας.

Μια τέτοια μετωπική πρωτοβουλία συσπείρωσης χρειάζεται ένα πρόγραμμα πάλης με βάση τους παρακάτω βασικούς άξονες:

– Κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων, ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και λαϊκό εισόδημα, με σταθερές εργασιακές σχέσεις και μείωση του χρόνου εργασίας, προοδευτική φορολογία και προστασία της λαϊκής κατοικίας.

– Παύση πληρωμών, διαγραφή του δημόσιου χρέους, διαγραφή – ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους των λαϊκών στρωμάτων.

– Εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων με δημοκρατικό, εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.

– Έξοδος από ευρώ και Ευρωπαϊκή Ένωση, λαϊκή κυριαρχία στη νομισματική πολιτική και σε όλους τους τομείς, στην οικονομία, την πρόνοια, την άμυνα, τη δημόσια περιουσία.

– Ειρήνη και ισότιμη συνεργασία των λαών σε Βαλκάνια, Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο. Έξοδος από το ΝΑΤΟ, έξω οι βάσεις. Όχι στη νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών και στον άξονα με ΗΠΑ, Ισραήλ, Αίγυπτο.

– Υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των εργατικών λαϊκών ελευθεριών, αποφασιστική αντιφασιστική πάλη.

– Δημόσια και δωρεάν υγεία, παιδεία και ασφάλιση για όλους.

– Υπεράσπιση των μικρομεσαίων στρωμάτων και της μικρομεσαίας αγροτιάς.

– Στήριξη των δικαιωμάτων των νέων εργαζόμενων, των φοιτητών και μαθητών, των γυναικών και όλων των καταπιεζόμενων ομάδων.

– Υπεράσπιση των προσφύγων και των μεταναστών.

– Προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος από την καταστροφή χάριν του κέρδους.

Έχουμε επίγνωση των δυσκολιών του εγχειρήματος που έχουμε αναλάβει. Ωστόσο, με ανοιχτό μυαλό και με μαχόμενη αισιοδοξία, πιστεύοντας ότι η φύση και η ιστορία απεχθάνονται το κενό και ότι η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της πατρίδας μας συνεχίζουν να αναζητούν μία πολιτική διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση,  σε διεθνιστική συνεργασία με τους εργαζόμενους των άλλων χωρών, θα συμβάλουμε ενωτικά για  να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της εποχής μας, στις ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού, στο άνοιγμα καινούριων δρόμων του σοσιαλισμού.  Και καλούμε συλλογικότητες και συναγωνιστές/τριες που συμμερίζονται τις αγωνίες μας  να βαδίσουμε από κοινού στο δρόμο των κοινωνικών αγώνων, της ενιαιομετωπικής δράσης, της κομμουνιστικής προοπτικής.

Στην κατεύθυνση αυτή θα οργανώσουμε μια πρώτη συζήτηση για τη συγκρότηση πολιτικής – προγραμματικής πρότασης, με την οποία θα ξεκινήσουν οι μαζικές διαδικασίες διαλόγου στην Αθήνα σε πόλεις, κλαδους και γειτονιές, τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου, και την αγωνιστική παρουσία του Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων στην πορεία του Πολυτεχνείου.

Ούτε ΣΥΡΙΖΑ ούτε ΝΔ

Τοποθέτηση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Όταν μοιάζεις πολύ με τον αντίπαλό σου, αλλά θέλεις οπωσδήποτε να ξεχωρίσεις, οξύνεις ανούσιες και δευτερεύουσες διαφορές. Αυτή είναι με δυο λόγια η πολιτική κατάσταση την τελευταία περίοδο και ειδικά ενόψει των εκλογών της 7ης Ιουλίου. Πόλωση, όξυνση, υψηλοί τόνοι, ακραίοι χαρακτηρισμοί, έντονα διλήμματα ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Τα διλήμματα όμως δεν μπορούν να κρύψουν τις μεγάλες ομοιότητες στην πολιτική τους.

  1. Τα δύο κόμματα μοιράζονται παρόμοια διαδρομή προς την εξουσία. Όπως ο Σαμαράς ήρθε στην εξουσία με τις υποσχέσεις του Ζαππείου και την «επαναδιαπραγμάτευση με σκοπό την έξοδο από τα μνημόνια», έτσι και ο Τσίπρας ήρθε στην εξουσία με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και το «σκίσιμο σε μια μέρα των μνημονίων». Και ο ένας και ο άλλος, ως πρωθυπουργοί, άσκησαν την πολιτική που κατήγγειλαν ως αντιπολιτευόμενοι δικαιώνοντας με την πολιτική τους τους εκάστοτε προηγούμενους, ακολουθώντας τους «μονόδρομους» που επέβαλαν οι δανειστές και κατακρεουργώντας την εθνική και κοινωνική αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού. Αυτή η απλή, βασική αλήθεια κρύβεται και διαστρεβλώνεται από όσους ανακαλύπτουν «αξεπέραστες διαφορές» ανάμεσα σε αυτά τα κόμματα.
  2. Τσίπρας και Μητσοτάκης, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ παρά τις φραστικές τεχνητές οξύνσεις, ακολουθούν την ίδια -στον πυρήνα της- πολιτική. Από εκεί που οι άνθρωποι ήταν “πάνω από τα κέρδη” στον προκυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα, μέτρο και κριτήριο πάντων είναι η αγορά. Το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης δηλώνει ότι η αγορά είναι η θεά του, δεν κρύβει το γεγονός ότι και ο Τσίπρας λογοδοτεί (και υπηρετεί) τις αγορές. Εκχώρησε τη δημόσια περιουσία, ξεπούλησε λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια, ενέργεια και φυσικό πλούτο, υποθήκευσε τα πάντα στο Υπερταμείο, γιατί έτσι διέταξαν οι δανειστές και επιβάλει η αγορά. Γερμανοί, Κινέζοι, Ρώσοι, Αμερικάνοι αγοράζουν μισοτιμής μια χώρα με υποτιμημένες αξίες και ο Τσίπρας είναι ο εκποιητής. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην δηλώνει λάτρης της ελεύθερης αγοράς, αλλά εφαρμόζει πιστά, άκαμπτα και σκληρά όλα τα δόγματά της. Από τα ματωμένα κοινωνικά πλεονάσματα που προϋποθέτουν κατάργηση του κράτους πρόνοιας, μέχρι τις γενικευμένες ιδιωτικοποιήσεις και τον περιορισμό του δημόσιου. Σε μια αποστροφή του ο Μητσοτάκης αναγνώρισε την αλήθεια: «Εμείς θα κάνουμε (τα ίδια) γιατί τα πιστεύουμε. Εσείς τα κάνετε αλλά δεν τα πιστεύετε». Τι νόημα όμως έχει η διαφορά στη θεωρία όταν η πράξη είναι παρόμοια;
  3. Τσίπρας και Μητσοτάκης, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ είναι πρόσωπα και κόμματα χρήσιμα και αγαπητά από τους υπερατλαντικούς προστάτες και τους ηγέτες της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Για τέσσερα χρόνια μάλιστα, ο Τσίπρας συγκέντρωσε ρητά και κατηγορηματικά την εύνοια των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Σε αντάλλαγμα και της αφοσίωσής του, αλλά και του μεγέθους της κωλοτούμπας και της μακράς διαδρομής που διένυσε για να γίνει ο «ευνοούμενος» των ισχυρών, έλαβε μικρά «δωράκια», όπως η αναβολή της περικοπής των συντάξεων, που όμως δεν αλλάζουν ούτε το πλαίσιο ούτε το πρόσημο της ασκούμενης πολιτικής. Ο Τσίπρας, για τις αγορές, το ΔΝΤ, τις ΗΠΑ και την ΕΕ, ήταν περισσότερο χρήσιμος και προτιμητέος από τον Μητσοτάκη. Όχι απλά υπάκουος και πειθήνιος («προσόντα» που διακρίνουν και με το παραπάνω τον αρχηγό της ΝΔ), αλλά και ικανός να κρατά τις κοινωνικές αντιδράσεις σε ύπνωση. Η διακυβέρνηση Τσίπρα συνιστά μια ζωντανή υπενθύμιση στο λαό ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα από το μονόδρομο που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Αυτός είναι ο λόγος που οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πριμοδοτούν ανοιχτά τον ΣΥΡΙΖΑ έναντι του ΚΙΝΑΛ. Αυτός είναι ο λόγος που οι προσβλητικές δηλώσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων για τον Τσίπρα και την κυβέρνησή του κατά τους πρώτους μήνες του 2015, μετατράπηκαν σήμερα σε ύμνους και διθυράμβους. Βεβαίως τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οι αγορές δεν έχουν σε τίποτα να ανησυχούν από τη διαφαινόμενη έλευση Μητσοτάκη. Γνωρίζουν ότι θα είναι και ο Μητσοτάκης δεδομένος στις πολιτικές λιτότητας για την εξυπηρέτηση του χρέους. Γνωρίζουν ότι οι προεκλογικές υποσχέσεις και των δύο περί μείωσης των φόρων και εισφορών ύψους 5 δισ, θα τελούν υπό αμφισβήτηση και υπό τον έλεγχο των δανειστών, όπως υπενθύμισε πρόσφατα η έκθεση της Κομισιόν.
  4. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ, από τη μία ισχυρίζονται ότι ξεπεράστηκαν οι διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος, από την άλλη όμως πλειοδοτούν σε τεχνητούς διαχωρισμούς. Ο Τσίπρας, μετά το διαζύγιο με τον Καμμένο, υιοθέτησε την αντιδεξιά γραμμή σερβίροντας την ξαναζεσταμένη από τη δεκαετία του ’80 σούπα της προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης, ενώ τα κορυφαία στελέχη της ΝΔ συχνά καταφεύγουν σε αντιαριστερή, αντικομμουνιστική, αντιδραστική ρητορική. Οι εκατέρωθεν ρητορείες -με βουτιές στο παρελθόν- κρύβουν την αλήθεια της -σημερινής- πολιτικής σύγκλισης των δύο κομμάτων. Επιχειρούν να κουκουλώσουν το γεγονός ότι η Αριστερά από τη Δεξιά χωρίζονται με ανυπέρβλητο χάσμα, όχι γιατί βρίζονται μεταξύ τους, αλλά γιατί εκφράζουν ανταγωνιστικά κοινωνικά συμφέροντα. Το τελευταίο δεν ισχύει στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Τα κοινωνικά συμφέροντα που εκφράζουν, σε τελική ανάλυση, είναι ίδια. Μετά τις εκλογές δε, ομνύουν κάλπικα και οι δύο στην υπεράσπιση των στρωμάτων που τσάκισαν από κοινού με τις μνημονιακές τους πολιτικές, των λεγόμενων «μεσαίων στρωμάτων». Η κυβέρνηση Τσίπρα υιοθέτησε ως “κυβέρνηση της Αριστεράς” όλη την πολιτική της Δεξιάς. Αλλά όχι μόνο. Πρότεινε τον Παυλόπουλο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Συγκυβέρνησε επί τέσσερα χρόνια με τον Καμμένο. Ενσωμάτωσε ως κυβερνητικά στελέχη πολλούς παράγοντες, πολιτευτές, βουλευτές, πρώην υπουργούς των κυβερνήσεων Καραμανλή και Σαμαρά. Ο Τσίπρας παρέδωσε την έννοια της Αριστεράς στη χλεύη και στον περίγελο της Δεξιάς. Όμως, η Αριστερά όπως άλλωστε και η Δεξιά δεν είναι «ιδιοκτησία» κομμάτων ή προσώπων. Είναι οι πολιτικές εκφράσεις διαφορετικών κοινωνικών δυνάμεων, ανταγωνιστικών προτάσεων, αντίπαλων ιδεολογιών. Ο Τσίπρας κατάφερε να σβήσει τις διαφορές Δεξιάς – Αριστεράς, τόσο με την πολιτική του, όσο και με τις μεταγραφές στελεχών της ΝΔ. Αυτό που πραγματικά πέτυχε είναι να καταγράψει τον εαυτό του και το κόμμα του στο στρατόπεδο της Δεξιάς.
  5. Ακόμα και το κατεξοχήν προνομιακό πεδίο της Δεξιάς, που ήταν η ασφυκτική πρόσδεση με τις ΗΠΑ, έγινε πλέον προνομιακό πεδίο του ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση Τσίπρα αναγνωρίζεται ανοιχτά ως η πιο φιλοαμερικανική κυβέρνηση της μεταπολίτευσης που με προοδευτικό και «αντιεθνικιστικό» πρόσημο προωθεί όλα τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Έλυσε το Μακεδονικό με εντολή των Αμερικάνων για να επιταχυνθεί η επέλαση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια. Εντάχθηκε στον αντιδραστικό άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ – Αιγύπτου. Στήριξε τη σιωνιστική κατοχή στην Παλαιστίνη και το κράτος-απαρτχάιντ του Ισραήλ. Συμμαχεί με κάθε αντιδραστικό καθεστώς στον αραβικό κόσμο, αρκεί να αποτελεί ενεργούμενο των ΗΠΑ. Μετατρέπει τη χώρα σε αβύθιστο αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ, στον βασικό πληρεξούσιο της Ουάσιγκτον στην περιοχή. Σήμερα, οι εκατέρωθεν κινήσεις στις ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου, βάζουν και την Ελλάδα και την Κύπρο στην Προκρούστεια κλίνη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των πολυεθνικών, καταργώντας κάθε έννοια εθνικής αξιοπρέπειας. Το «στρατηγέ μου ιδού ο στρατός σας» του Κανελλόπουλου στον Βαν Φλητ, αντικαταστάθηκε από το «πρέσβη μου ιδού η χώρα σας» του Τσίπρα στον Πάιατ. Όμως, παρά τις ασχήμιες του ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά ήταν, είναι και θα παραμείνει εκείνη η πολιτική και κοινωνική δύναμη που στέκεται αλληλέγγυα στους λαούς, παλεύει για να μην έχουν οι χώρες προστάτες και αγωνίζεται ενάντια στους φονιάδες των λαών και στις πολεμικές τους μηχανές.
  6. ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, Τσίπρας και Μητσοτάκης αποδέχονται χωρίς αμφισβήτηση το σύνολο των μνημονίων που επιβλήθηκαν από το 2010 μέχρι σήμερα, όπως και τον μνημονιακό γύψο που έχει επιβάλει η Ευρωζώνη για τις επόμενες δεκαετίες. Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ώστε να τροφοδοτούν την αποπληρωμή των δανείων, υψηλή φορολογία στα φυσικά πρόσωπα των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, μείωση των συντάξεων, συρρίκνωση των δημόσιων δαπανών, ελάφρυνση επιχειρήσεων, διευκόλυνση «επενδύσεων», επιδότηση εργοδοτικών εισφορών. Και αν δημοσιονομικά ή στην διεθνή οικονομία πάει κάτι στραβά τα επόμενα 40 χρόνια, η πολιτική ανεξαρτησία της ΑΑΔΕ και το υπερταμείο υπενθυμίζουν ότι οι δανειστές θα είναι οι μόνοι που θα ωφεληθούν σε βάρος του λαού και της χώρας, με υπογραφή και του Τσίπρα και του Μητσοτάκη. Αυτός είναι ο μεταμνημονιακός γύψος που συμφωνήθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ και αυτό το πρόγραμμα όχι απλά δεν αμφισβητείται, αλλά είναι αποδεκτό με ενθουσιασμό από τη ΝΔ.
  7. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ δεν συγκρούονται με τον πυρήνα του αντιδραστικού κράτους στην Ελλάδα. Κανείς τους δεν συγκρούεται με την εκκλησία και τη χρόνια προστασία που της παρέχει το κράτος, τόσο για την σκοταδιστική προπαγάνδα της (Θρησκευτικά στο σχολείο), όσο και για τη σκανδαλώδη επιχειρηματική της δράση. Κανείς τους δε συγκρούεται με την “ανεξάρτητη” δικαιοσύνη που βάζει καθαρίστριες στη φυλακή για 10 χρόνια, αλλά για απάτες με πολλαπλάσια ζημιά για το δημόσιο ή εγκλήματα του κοινού ποινικού κώδικα με δράστες επιχειρηματίες ή πολιτικούς, η ποινή είναι πάντα “με αναστολή”. Κανείς τους δεν ακουμπάει το βαθύ αντιδραστικό χαρακτήρα της αστυνομίας ως σώμα καταστολής των λαϊκών αγώνων και φυτώριο ακροδεξιών πρακτικών και φωνών με θύματα πάντα τους νεολαίους, τους εργαζόμενους, τους μετανάστες, κάθε καταπιεσμένο. Στο μεταναστευτικό, στα πλαίσια της υποταγής του Τσίπρα στις απαιτήσεις Μέρκελ, ο ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε όχι μία αλλά πολλές «Αμυγδαλέζες», στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών που ζουν σε άθλιες συνθήκες. Η ανάδειξη από τον ΣΥΡΙΖΑ της (όλο και μειούμενης) διαφοράς με τη ΝΔ στο ζήτημα των ατομικών δικαιωμάτων, στην ουσία επιβεβαιώνει τη βαθιά τους συμφωνία στο χτύπημα των συλλογικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
  8. Η ουσία είναι ότι οι πλούσιοι συνεχίζουν και γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Και παρά τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ περί ελίτ, οι εφοπλιστές, οι μεγαλοεργολάβοι, ο βαθύς πυρήνας της μεγαλοαστικής τάξης δεν έχει θιγεί ούτε επί ΝΔ, ούτε επί ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα έχει αυξήσει τα κέρδη της. Οι καταγγελίες, οι κριτικές, η αντιπαράθεση, οι οξείς τόνοι ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ αφορούν αποκλειστικά δευτερεύοντα στοιχεία, τους ρυθμούς, το περιτύλιγμα, το πλασάρισμα, αλλά όχι τον πυρήνα της κοινής μεταμνημονιακής πολιτικής. Συχνά μάλιστα αφορούν όχι απλά δευτερεύοντα ζητήματα της πολιτικής, αλλά αποπροσανατολιστικό κουρνιαχτό για το ποιος είναι πιο έντιμος, καθαρός, αμόλυντος ή ικανός να ασκήσει την ίδια πολιτική, στο ίδιο πλαίσιο. Η λιτότητα, η φτώχεια και η ανεργία παραμένουν κοινός τόπος και των μεν και των δε. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαγγέλλει μια ήπια εφαρμογή, η ΝΔ εξαγγέλλει μια άγρια εφαρμογή. Πριν τις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχιζε να παρουσιάσει ως μέτρα κοινωνικής προστασίας τις μικροπαραχωρήσεις που επιτρέπουν οι δανειστές ως αντίδωρο για τον όγκο του έργου που έχει εκτελέσει. Με τον τρόπο αυτό ήθελε να αποδείξει τη διαφορετικότητά του από τη ΝΔ. Στην πραγματικότητα όμως η αντιλαϊκή τομή από το 2010 μέχρι σήμερα, έχει τέτοιο μέγεθος που τα νεοφιλελεύθερης κοπής επιδόματα κοινωνικής προστασίας και η πολιτική των φιλοδωρημάτων μοιάζουν με ασπιρίνες απέναντι στον καρκίνο. Τώρα και οι δύο αναφέρονται στη «μεσαία τάξη» και στη μείωση φόρων και εισφορών, γιατί ποντάρουν να συσπειρώσουν αυτά τα στρώματα για τις εκλογές της 7ης Ιούλη. Ο Τσίπρας ακύρωσε -υποτίθεται- τη μείωση του αφορολόγητου, αλλά μετά το τράβηγμα του αυτιού από τους δανειστές, τα επιτελεία Τσίπρα-Μητσοτάκη ήδη μηχανεύονται νέους φορολογικούς συντελεστές, για να συνεχιστεί η αφαίμαξη της κοινωνίας προς όφελος των δανειστών.
  9. Ο Μητσοτάκης εμφανίζεται ακόμα πιο επιθετικός και άγριος απέναντι στην εργαζόμενη κοινωνία, καθώς αποτελεί σάρκα από τη σάρκα του αστικού πολιτικού προσωπικού, λειτουργώντας στα λαϊκά στρώματα ως φόβητρο για τα «χειρότερα». Αυτή η εικόνα βολεύει τον ΣΥΡΙΖΑ για να εμφανίζεται ως διαφορετικός από τη ΝΔ, βολεύει και τη ΝΔ γιατί κερδίζει την εμπιστοσύνη της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών. Όμως εν πολλοίς η εικόνα αυτή είναι επικοινωνιακή. Πολλά από αυτά που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, αν τα έκανε η ΝΔ, πολλοί θα ανατρίχιαζαν: Η θέσπιση του υπερταμείου για 99 χρόνια. Η πώληση του Ελληνικού στο Λάτση για τιμή λιγότερο των 100 €/τμ. Ο νόμος Κατρούγκαλου που μειώνει τις συντάξεις έως και 30% στους μελλοντικούς συνταξιούχους. Η αύξηση των ορίων ηλικίας στα 67. Οι χιλιάδες πλειστηριασμοί –μερικές εκατοντάδες από αυτούς σε πρώτη κατοικία– από τράπεζες και κεδροσκοπικά funds. Η νομοθέτηση του διαχωρισμού της ΔΕΗ με σκοπό την μελλοντική ιδιωτικοποίηση. Οι ιδιωτικοποιήσεις σχεδόν όλων των υποδομών της χώρας (αεροδρόμια, λιμάνια, τρένα). Η μείωση του αφορολόγητου και οι 17 νέοι φόροι λεηλασίας του λαϊκού εισοδήματος. Το χτύπημα των απεργιών για τα πρωτοβάθμια σωματεία. Ο περιορισμός της κυριακάτικης αργίας στο εμπόριο. Η νομοθέτηση του μητρώου εργοδοτών που επιτρέπει στους εργοδότες να εκβιάζουν με επιχειρησιακές συμβάσεις, πολλές από αυτές 7 ημερών για τις οποίες φωνασκεί υποκριτικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Η μη τήρηση του μνημονιακού 5 αποχωρήσεις – 1 πρόσληψη ούτε καν στο χώρο της υγείας και της παιδείας. Η θεσμοθέτηση νέου συστήματος διορισμού στην παιδεία βασισμένο στη νεοφιλελεύθερη λογική των «ατομικών προσόντων». Η μετατροπή της Γ’ λυκείου σε φροντιστηριακό έτος, με απόσυρση των μαθημάτων γενικής παιδείας αλλά διατήρηση των θρησκευτικών. Το άνοιγμα δεκάδων στρατοπέδων συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών τύπου Μόριας. Η μείωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Τα δωράκια προς Μελισανίδη, Σαββίδη, COSCO, Νιάρχο μέσω κυρίως χρηματοδοτικών εργαλείων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Και βεβαίως τα τυχοδιωκτικά παιχνίδια στην εξωτερική πολιτική, όπου η χώρα γίνεται πρακτορείο των ΗΠΑ, ξεπερνώντας στην υποταγή στις ΗΠΑ ακόμα και τον Γ. Παπανδρέου, τον Σημίτη και τον πατέρα Μητσοτάκη. Αν όλα αυτά τα έφερνε η ΝΔ θα χαρακτηρίζονταν ακραία δεξιά, αντιλαϊκή και νεοφιλελεύθερη πολιτική. Τώρα τι είναι; Γνωρίζουμε ότι η ΝΔ θα φέρει ακόμα πιο αντιλαϊκά μέτρα. Όμως το έδαφος είναι στρωμένο. Εν πολλοίς και ήδη νομοθετημένο από τον «αντίπαλο» ΣΥΡΙΖΑ.
  10. Αρκούν οι διαφορές στους ρυθμούς και στο περιτύλιγμα της κοινής τους πολιτικής για να προτιμήσει κανείς τον ΣΥΡΙΖΑ από τη ΝΔ; Με όλο το σεβασμό στην ανάγκη της λαϊκής οικογένειας να γλυτώσει δέκα, είκοσι, τριάντα ευρώ το μήνα, ή να «αποτρέψει τα χειρότερα», πρέπει να θυμηθούμε ότι η λογική του μικρότερου κακού ανοίγει πάντα και διάπλατα το δρόμο σε ολόκληρο το κακό. Επί δεκαετίες το ζήσαμε με το ΠΑΣΟΚ. Κάθε φορά που ο λαός επέλεγε το «λιγότερο χειρότερο» ερχόταν το ακόμα χειρότερο. Και βήμα το βήμα, κάθε φορά που επιλέγαμε την ήπια και όχι την άγρια διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού, ο νεοφιλελευθερισμός απαιτούσε όλο και περισσότερο αίμα από την εργαζόμενη κοινωνία. Επιβράβευση του ΣΥΡΙΖΑ σημαίνει ακόμα πιο άγρια ΝΔ, ακόμα πιο κυνικό ΣΥΡΙΖΑ και ο φαύλος κύκλος θα συνεχίζεται. Όσο εμπεδώνεται ότι η «αριστερά» είναι «μία από τα ίδια» και υπηρετεί τους «μονόδρομους» του συστήματος, τόσο ένας κόσμος που αναζητά «αντισυστημικές» λύσεις θα στρέφεται στην ακροδεξιά.

Ούτε ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ΝΔ.

Οι δύο διεκδικητές της εξουσίας δεν είναι ίδιοι. Υπάρχουν διαφορές. Είναι όμως όμοιοι και η βασική τους πολιτική είναι ταυτόσημη.

Οι διαφορές όχι μόνο δεν αναιρούν, αλλά αντίθετα κάνουν πιο επιτακτική την ανάγκη συγκρότησης και ύπαρξης μιας αντισυστημικής αριστερής πολιτικής και προγράμματος για την έκφραση των συμφερόντων των εργαζομένων σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών και των πλουσίων. Το ότι αυτή η δύναμη δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί, δεν σημαίνει υποχώρηση από αυτό το καθήκον. Πολύ περισσότερο δεν σημαίνει την ενίσχυση του δηλητηρίου «δεν υπάρχει εναλλακτική». Δεν σημαίνει την κουτοπονηριά ότι «αφού δεν υπάρχει στον εφικτό ορίζοντα η ανατροπή, ας επιλέξουμε το μικρότερο κακό». Η αναστροφή της καταστροφής των τελευταίων ετών, η ανάταξη της κοινωνίας, η ανάκτηση της χαμένης κοινωνικής και εθνικής αξιοπρέπειας, απαιτεί να ηττηθούν και οι δύο. Και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ.

Γνωρίζουμε καλά ότι στις εκλογές της 7ης Ιουλίου δεν υπάρχει καμιά εκλογική πρόταση που να αποτελεί μια θετική διέξοδο. Με συντριπτική ευθύνη της υπαρκτής Αριστεράς δεν διαμορφώθηκε καμιά προοπτική για την αντίσταση του λαού στη λαίλαπα της επόμενης μέρας. Δεν συγκροτήθηκε πολιτική δύναμη που θα μπορεί να εκφράζει τα συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνίας.

Στο καθήκον της επανίδρυσης, της ανασύνθεσης, της κατεδάφισης και επανοικοδόμησης της Αριστεράς στη χώρα μας, οι εκλογές της 7ης Ιουλίου δεν μπορούν να παίξουν θετικό ρόλο. Η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη, με βασικό, αλλά επίπονο και μακροχρόνιο καθήκον την αντιστροφή αυτής της κατάστασης προς όφελος του λαού και της χώρας.

Από ήττα σε ήττα μέχρι την τελική νίκη;

Είναι γεγονός ότι η συζήτηση για το αν και πως θα υπάρξει μαζική αντισυστημική αριστερά στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια ή αν θα ακολουθήσουμε την πορεία άλλων αριστερών κινημάτων της Ευρώπης (πχ Ιταλία, Γαλλία κ.α.), έχει ξεκινήσει. Στη συζήτηση αυτή το ΚΚΕ δεν παρεμβαίνει, καθώς δεν θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο θέμα περί αριστερού κινήματος που έχει ηττηθεί. Το ζήτημα είναι να “αντέχει το κόμμα”. Μια βαθιά συστημική λογική, έξω από κάθε θεωρία, ηθική, ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος.

Το πρόβλημα στην υπόλοιπη “γκρίζα ζώνη” της αριστεράς, κομμουνιστικογενούς και μη, είναι ότι στη συζήτηση εξακολουθούν και διεκδικούν χώρο οι πάσης φύσεως μικροπολιτικές σκοπιμότητες και υποκειμενισμοί. Προτάσεις εκλογικών συνεργασιών πάνε και έρχονται μαζί με προσχηματικές προτάσεις ενότητας. Απόψεις για επιβεβαιώσεις και «επιβεβαιώσεις» για κάθε μια αριστερά που έχει ο καθένας στο μυαλό του. Που για κάποιον έχασε γιατί δεν ήταν αρκετά αντιρατσιστική, για κάποιον άλλον γιατί δεν ήταν αρκετά ταξική, για κάποιον τρίτο γιατί δεν ήταν αρκετά κινηματική, για κάποιον τέταρτο γιατί δεν ήταν αρκετά πατριωτική. Άλλοι θεωρούν ότι το μοναδικό όχημα για να υπάρξει μια κάποια αριστερά στην Ελλάδα είναι ο Βαρουφάκης. Και άλλοι θεωρούν ότι η επανάληψη ενός συνδυασμού κινηματισμού-απεργιών και καταγγελίας του καπιταλισμού είναι η μόνη τίμια στάση. Η σύγχυση περισσεύει και το από που να ξεκινήσουμε, είναι σημαντικό ερώτημα. Ωστόσο μια καλή αρχή πάντα ήταν η πραγματικότητα.

Πρώτο στοιχείο. Γιατί χάσαμε; Ή δε χάσαμε όλοι μαζί; Κάποιος θα πει ότι κάποιοι άντεξαν (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και κάποιοι έχασαν (ΛΑΕ). Πέρα από το ψευδές και το φαιδρό αυτής της εκτίμησης, για αυτήν την άποψη δεν τίθεται θέμα αν χάσαμε, καθώς το “κόμμα άντεξε”. Μια λογική μικρού ΚΚΕ δηλαδή. Αν έχασε όμως το αριστερό κίνημα, με την έννοια ότι αριστεροί αγωνιστές έχουν αποστρατευτεί, το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε ύφεση και το «δεν υπάρχει εναλλακτική» έχει εμπεδωθεί σε ευρύτερα στρώματα και επιπλέον εκλογικά έχουμε συρρικνωθεί, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι χάσαμε γιατί δεν είχαμε μια γραμμή και πρακτική που ήθελε να εμποδίσει την ήττα.

Πιο συγκεκριμένα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όχι μόνο δεν έβαλε ως στόχο τη συγκράτηση και τη συγκρότηση ενός μαζικού αγωνιστικού αριστερού δυναμικού, μετά το 2015 – για να μην πούμε από το 2012 όταν και διαφαινόταν μια τεραστίων διαστάσεων ήττα για το λαϊκό κίνημα. Στην ουσία επένδυσε σε μια πολιτική “καμένης γης”, στη ρευστοποίηση δηλαδή ενός μαζικού αριστερού ριζοσπαστικού χώρου στην Ελλάδα – πέραν του ΚΚΕ.

Η δε ηγεσία της ΛΑΕ – και ειδικά του ΑΡ – δεν έβλεπε την ήττα. Θεωρούσε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα πέσει το πρώτο εξάμηνο, άντε τον πρώτο χρόνο. Μέχρι προχθές θεωρούσε ότι έχει ρεύμα ισχυρό και ότι αυτό που την έφαγε είναι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων. Η ηγετική ομάδα διαρκώς έκλεινε το παιχνίδι σε ένα στενό πυρήνα – τόσο στενό που έως και παραδοσιακά στελέχη αυτού του χώρου έμεναν εκτός. Η βασική πολιτική πρακτική και ιδεολογία που έχει διαμορφώσει, ο κοινοβουλευτισμός, την είχε οδηγήσει σε μια πολιτική (επικοινωνιακή παλαιοκομματικού τύπου- αποκρουστική για πολύ κόσμο και ειδικά της νεολαίας) διαρκούς ικεσίας για να μπει η ΛΑΕ στο κοινοβούλιο. Στην ουσία όλες οι βασικές εκτιμήσεις, η γραμμή, η μορφή και επικοινωνία, ήταν εκτός πραγματικότητας. Είναι και αυτό ένα πρόβλημα στην πολιτική και μάλιστα από τα βασικά. Να μην έχεις επαφή με την πραγματικότητα. Βασικό πρόβλημα όλων των μικρών ομάδων και οργανώσεων. Όσον αφορά όμως τη συντριβή της ΛΑΕ, διακατέχονται από υποκειμενισμό και όσοι διαβάζουν το πρόβλημα στο “θολό στίγμα” της ΛΑΕ, που δεν ήταν έντονα ταξικό αλλά μπερδεύτηκε με τα “εθνικά” στο Μακεδονικό. Γιατί όμως η Ζωή Κωνσταντοπούλου πήρε τριπλάσιο ποσοστό, χωρίς κανένα μηχανισμό και οργάνωση; Και ανάποδα, η Ανταρσυα που δε θόλωσε το στίγμα με τα “εθνικά” γιατί δεν πήρε παραπάνω; Ή το ΚΚΕ; Γιατί αυτή η άποψη παραγνωρίζει ότι τα φλερτ του Λαφαζάνη με τα μακεδονικά ήρθαν μετά από την ουσιαστική απονέκρωση και παράλυση της ΛΑΕ – καθώς δημοσκοπικά οριακά ήταν ανιχνεύσιμη στο 1% ήδη από το 2017;

Ή έχουμε την αίσθηση ότι ο Βαρουφάκης είχε την καταγραφή που είχε γιατί δεν “θόλωσε” το στίγμα του απευθυνόμενος σε εθνικό και όχι “ταξικό” ακροατήριο; Το ανάποδο, ο Βαρουφάκης απευθύνεται και σε εργατικά και σε μεσοαστικά στρώματα. Η «ανάλυση» ότι έλειψε η απεύθυνση στον «κόσμο της εργασίας», παραγνωρίζει ότι δεν συγκροτήθηκε κίνημα, έστω διαμαρτυρίας, αυτού του «κόσμου» εδώ και 6 χρόνια τουλάχιστον – και άρα και τάση να εκφραστει εκλογικά. Παραγνωρίζει ότι τα τελευταία κινήματα ήταν των αγροτών και των μηχανικών και δικηγόρων πριν 3 χρόνια, για το ασφαλιστικό. Παραγνωρίζει ότι το ασταθές στοιχείο σε κάθε τελευταίες εκλογές είναι τα λεγόμενα «μεσαία στρώματα» – κατά ΣΥΡΙΖΑ είναι όσοι ανήκουν εισοδηματικά στο 2ο και 3ο τεταρτημόριο μιας κοινωνίας. Δηλαδή – πάντα κατά ΣΥΡΙΖΑ – ένα ζευγάρι εργατών των 800 € έκαστος αλλά και μια οικογένεια με 4.000 μηνιαίο εισόδημα, ανήκουν στα «μεσαία στρώματα». Για την μαρξιστική αριστερά, μπορεί αυτές οι έννοιες να είναι θολές, αλλά όλη αυτή η φιλολογία και η επιβαλλόμενη πραγματικότητα φτιάχνει και μια αντίστοιχη ψυχολογία για το που ανήκει ο καθένας. Παραγνωρίζει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε κι άλλο τους φόρους σε αυτά τα στρώματα. Παραγνωρίζει ότι ο στόχος της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας απέναντι στην Ε.Ε. και την επιτροπεία, αφορά ένα ακροατήριο ευρύτερο από τον «κόσμο της εργασίας», ένα ακροατήριο που συχνά περιγράφεται ως «οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης».

Ο υποκειμενισμός δεν είναι καλός οδηγός. Είναι άλλο πράγμα ότι η απεύθυνση της ΛΑΕ και ειδικά της iskra στον κόσμο των μακεδονικών συλλαλητηρίων γινόταν με αποκρουστικούς όρους κοινοβουλευτικής ικεσίας, και άλλο πράγμα ότι μια ΛΑΕ εξίσου “ταξική” και λίγο πιο μετωπική από την Ανταρσυα θα είχε καλύτερη τύχη… Δε θα είχε.

Δεν είναι ανάγκη να αναζητούμε αυστηρές μαρξιστικές κατηγορίες για να περιγράψουμε το πασιφανές. Η ΛΑΕ, παρά τους έντιμους αγώνες της, ήταν εκτός πραγματικότητας. Εκεί ήταν το πρόβλημα και όχι ότι «λέρωσε» το ταξικό με το εθνικό. Η ανασυγκρότηση της αριστεράς δε θα γίνει με ένα «καθαρό» ταξικό κίνημα και αυτό είναι ένα βασικό συμπέρασμα της δεκαετίας της κρίσης. Το ερώτημα πως μπορεί να σταθεί ένα έθνος-κράτος σε ρήξη με την παγκοσμιοποιημένη αγορά και τον ιμπεριαλισμό, θα είναι το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί.

Δεύτερο στοιχείο, το μέτωπο. Πολλοί λένε ότι αν γινόταν μέτωπο ΛΑΕ με Ανταρσυα κάτι καλύτερο θα γινόταν, ή αν γινόταν μέτωπο ΛΑΕ με Πλεύση. Ίσως να είχαμε ποσοστά άνω του 1% και εκλογικά θα ήταν μια ψήφος αντίστασης στην αποστράτευση. Θα ήταν μια στάση άμυνας απέναντι στην εμπέδωση του «δεν υπάρχει εναλλακτική» μετά το 2015.

Στάση άμυνας όμως, όχι προοπτικής. Το μέτωπο απέναντι σε μνημόνια, τρόικες, χρέος, ευρώ ήταν μια πρόταση που έδινε διέξοδο και προσανατολισμό το 2010-2011. Το 2012 η πρόταση αυτή ηττήθηκε πρώτη φορά όταν πήρε την ηγεμονία σε αυτό το ερώτημα το θολό αντιμνημονιακό μέτωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Για την ακρίβεια βέβαια αυτή η πρόταση δεν ηττήθηκε γιατί δεν υιοθετήθηκε – δοκιμάστηκε ποτέ. Μετά το καλοκαίρι του 2015, όταν και δημιουργήθηκε η ΛΑΕ, το ΟΧΙ είχε ηττηθεί, ο δρόμος της ρήξης με τα μνημόνια, το χρέος, το ευρώ είχε φύγει προσωρινά από το τραπέζι. Ο εναλλακτικός δρόμος για τη χώρα, με σύγκρουση με το ευρωσύστημα, είχε φύγει από το λαϊκό προβληματισμό και τη δημόσια συζήτηση. Σίγουρα χρειάζεται ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο, όμως πρέπει να προσδιοριστεί ο στόχος και το τι εννοούμε. Εκλογικό μέτωπο; Συνάντηση των μικρών οργανώσεων της αριστεράς σε μια ομόσπονδη κομματική δομή; Με στόχο ένα γενικό αντικαπιταλισμό; Την αντίσταση στη λιτότητα και την οργάνωση της αντίστασης στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές; Την αποτροπή του «διαμελισμού της χώρας» όπως λένε άλλοι που έχουν χαιρετήσει εδώ και χρόνια την αριστερή πολιτική; Η κίνηση με τις αδράνειες του παρελθόντος και τα «κεκτημένα» του κάθε χώρου, δε θα μπορούν να δώσουν κάποια προοπτική.

Το αντικαπιταλιστικό μέτωπο, η ενότητα της αριστεράς, το αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, είναι προτάσεις που συγκροτήθηκαν σε άλλες συνθήκες. Και επιπλέον υπάρχει και μια – κυρίως αρνητική – εμπειρία. Σήμερα δεν αρκεί να αθροίζεις δυνάμεις, πρέπει αυτές να μπορούν στοιχειωδώς να έχουν κάποιες κοινές εκτιμήσεις και μια κοινή λογική. Είναι εύκολο το ανάθεμα στις κινήσεις του Βαρουφάκη, με βάση και τα πεπραγμένα του το 2015 με την τότε καταστροφική διαπραγμάτευση. Δεν είναι στην αριστερά ακριβώς, είναι ένας σοσιαλδημοκράτης με τα γνωστά κουσούρια του ναρκισισμού κοκ. Όμως έθεσε ένα στόχο – τη χρεοδουλοπαροικία όμως την ονομάζει αυτός – και κάλεσε σε μέτωπο γι’ αυτό, έξω από τη λογική της αναπαραγωγής των ίδιων φθαρμένων προσώπων και της βαβέλ που θα δημιουργούσε ένα μέτωπο των αριστερών ή αντιμνημονιακών κινήσεων και οργανώσεων. Μέτωπο οργανώσεων που μέσα στη δεκαετία 2009-2019 απέδειξε ότι είναι περισσότερο παραλυτικό, παρά όχημα μετωπικής-κομματικής συγκρότησης του αγωνιστικού δυναμικού. Μια τέτοια λογική πρώτον ύπαρξης ξεκάθαρου στόχου με κύριο πρόβλημα την επιβαλλόμενη λιτότητα από το ευρωσύστημα, δεύτερον ανοίγματος έξω από φθαρμένα πρόσωπα και κινήσεις, είχε διατυπωθεί το 2016 στη ΛΑΕ. Ειδικά το δεύτερο όχι απλά δεν εισακούστηκε, αλλά έγινε ακριβώς το ανάποδο. Μόνιμη έκκληση σε Ανταρσυα και Πλεύση, αναπαραγωγή των ίδιων σχημάτων και προσώπων, με αποκορύφωμα την ίδια τη δημόσια εικόνα της ΛΑΕ.

Σήμερα επανέρχεται από διάφορες μεριές η πρόταση ενός μετώπου. Καταρχήν ως παιχνιδάκι μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Όλοι ξέρουν ότι ένα εκλογικό μέτωπο ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε θα γίνει για ακόμη μια φορά. Σε αυτό το έδαφος οι προτάσεις για ένα μέτωπο της μαχόμενης αριστεράς που έχει απομείνει είναι μια καρικατούρα των προτάσεων προ δεκαπενταετίας περί ενότητας των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων. Ένα τέτοιο αριστερό μέτωπο μόνο νέες ήττες και νέα λάθη θα φέρει.

Τρίτη πλευρά της σύγχυσης. Το πρόγραμμα. Το μεταβατικό πρόγραμμα για την ακρίβεια. Το οποίο είναι το ίδιο το 2010 όταν έρχονταν τα μνημόνια, το 2011 όταν η πολιτική κρίση σοβούσε και οι μάζες ήταν στο δρόμο, το 2012 όταν ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν ρήξη με τα μνημόνια χωρίς ρήξη με τους δανειστές, το 2015 όταν το ΟΧΙ ηττήθηκε, το 2019 όταν η αριστερά πλέον αντιμετωπίζει πρόβλημα ύπαρξης και κινηματικά υπάρχει η μεγαλύτερη συναίνεση μεταπολιτευτικά. Το ίδιο πρόγραμμα – με τις ίδιες αιχμές – ανεξαρτήτως συνθηκών και συσχετισμού.

Μάλιστα στη ΛΑΕ έως πρόσφατα θεωρούσαν ότι το ισχυρό τους ατού είναι το πρόγραμμα, καθώς υπήρχε μια αρκετά τεκμηριωμένη επεξεργασία για τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, τη διαγραφή των χρεών, την εθνικοποίηση των τραπεζών κ.α.. Σωστές και κρίσιμες επεξεργασίες που όμως ήταν έξω από τη μέση συνείδηση ή πολλά βήματα μπροστά από αυτήν, για να παραφράσουμε τους κλασικούς. Και ένα αριστερό λαϊκό πρόγραμμα που δεν κινητοποιεί τους εργαζόμενους και τα στρώματα που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, δεν είναι ούτε μεταβατικό, ούτε πρόγραμμα, ούτε αριστερό.

Το 2016 η Α’ συνδιάσκεψη της ΛΑΕ ξεκινούσε την επομένη της νίκης του Brexit. Τότε βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν το «να που η ρήξη είναι εφικτή». Σήμερα τα πράγματα δεν έχουν επιβεβαιωθεί με αυτόν ακριβώς τον τρόπο και το πως (και αν) θα γίνει το Brexit γεννάει πολλά ερωτηματικά. Λίγους μήνες μετά ο Μελανσόν στη Γαλλία καταγράφει μια θεαματική πορεία. Στις πρόσφατες ευρωεκλογές, δυό χρόνια μετά, η πορεία αυτή δεν επιβεβαιώθηκε. Στην Ιταλία έχουμε μια μόνιμη πολιτική κρίση με αντικείμενο αν «αντέχει» η ιταλική οικονομία να οξύνει την αντιπαράθεση με το Βερολίνο. Ταυτόχρονα τόνους προπαγάνδας δέχεται ο λαός για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Όπου περίπου όποιος αντιστέκεται στις ΗΠΑ  (Βενεζουέλα, Κούβα) είναι καταδικασμένος. Την ίδια στιγμή που δε λέγεται κουβέντα βέβαια για τα αποτυχημένα νεοφιλελεύθερα πειράματα σε Αργεντινή, Βραζιλία κοκ. Ποιο είναι το «μήνυμα» όμως που δέχεται η λαϊκή συνείδηση; Τι είναι αυτό που καταγράφεται;

Το «δεν υπάρχει εναλλακτική» μπορεί να ειπώθηκε 30 χρόνια πριν από τη Θάτσερ και η «ιστορία τελείωσε» σύμφωνα με τον Φουκουγιάμα, όμως αμφισβητήθηκε έκτοτε αρκετές φορές και από κινήματα και από τα πειράματα των αριστερών κυβερνήσεων στη Λ. Αμερική. Λειψά, δειλά, αλλά αμφισβητήθηκε. Η «άμπωτη» όλων των παραπάνω έχει δημιουργήσει ένα νέο τοπίο. Μαζί με την προσωρινή, νικηφόρα για την παγκοσμιοποιητική αστική τάξη, κατάληξη της κρίσης στην ευρωζώνη – με εμβληματική την συνθηκολόγηση Τσίπρα – το «δεν υπάρχει εναλλακτική» απέκτησε περαιτέρω νομιμοποίηση και αποδοχή.

Οι πρόσφατες εκλογές απλά κατέγραψαν αυτές τις τάσεις και δυναμικές. Και στην Ευρώπη και στο πειραματόζωο Ελλάδα. Αν ισχύουν αυτά και ισχύει και η συντηρητικοποίηση, δεν μπορεί να μιλάμε με αυτάρκεια για το «μεταβατικό πρόγραμμα» που κατέκτησε ένα μέρος της αριστεράς το 2009.

Χρειάζεται να συζητήσουμε ξανά για το ποιο μπορεί να είναι ένα λαϊκό αριστερό πρόγραμμα σήμερα. Μεταβατικών διεκδικήσεων, ώριμων αιτημάτων, κεντρικών στόχων. Στις συνθήκες του «δεν υπάρχει εναλλακτικό πρόγραμμα». Ένα τέτοιο πρόγραμμα σίγουρα δεν είναι μια παράθεση συνθημάτων και συνδικαλιστικών αιτημάτων, αλλά δεν είναι και μια έκθεση ιδεών για έναν πιο ανθρώπινο καπιταλισμό.

Αν ο υποκειμενισμός είναι ένα βασικό πρόβλημα η αδράνεια είναι ένα άλλο άσχημο κουσούρι. Αυτά ξέρουμε – αυτά κάνουμε. Που στην τωρινή συγκυρία σημαίνει μια ανούσια εμπλοκή με τις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Μια μάχη που δεν έχει τίποτα να προσφέρει στην αριστερά από κάθε άποψη. Πέρα από περισσότερη αποστράτευση, περισσότερο υποκειμενισμό και μεγαλύτερη απογείωση από την πραγματικότητα. Ο Βαρουφάκης θα διεκδικήσει την ηγεμονία στον ρεφορμιστικό αριστερό χώρο, το ΚΚΕ την «αντοχή του» και οι υπόλοιποι θα διεκδικήσουν άλλη μια ήττα. Μέχρι την τελική νίκη.

Ωστόσο είναι δύσκολο να πει κάποιος ότι έχει τη λύση. Όμως χοντρικά οι δυνάμεις που αντιλαμβάνονται με ένα κοινό τρόπο την πραγματικότητα και έχουν τη διάθεση να την αλλάξουν, μπορούν και πρέπει να συναντηθούν. Σε μια πρώτη φάση θα πρέπει να είναι καθαρό ότι δε θα υπάρχουν  το πιθανότερο προτάσεις μαζικών ακροατηρίων. Μια πιο «στενή» συσσώρευση δυνάμεων είναι απαραίτητη για να μπορούμε να παρέμβουμε σε μια επόμενη φάση και στο πεδίο της πολιτικής, με μια αξιόπιστη και μαζική πολιτική πρόταση «για το κόμμα των φτωχών». Αυτό που έλειψε διαχρονικά από τη μεταπολίτευση ως τώρα.

Όλη η Ελλάδα έγινε μπλε. Ποιοι φταίνε;

Όλη η Ελλάδα έγινε μπλε. Ποιοι φταίνε;

Πρώτα, η σοσιαλδημοκρατία προσχωρεί στον νεοφιλελευθερισμό. Μετά, ενοχοποιείται η Αριστερά για την κυριαρχία της Δεξιάς. Η παλιά γνωστή συνταγή ενεργοποιείται, αυτή τη φορά από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους πρόθυμους να παραβλέψουν τις βαριές, ιστορικές του ευθύνες. Ενόψει των εκλογών του Ιουλίου, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να πιέσει αφόρητα ό,τι βρίσκεται στα αριστερά του, ρίχνοντάς τους μάλιστα το φταίξιμο ότι «φέρνουν τον Κούλη». Στην καλύτερη, το φταίξιμο διαχέεται αριστοτεχνικά, τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και σε όλους τους υπόλοιπους, καθώς «πρέπει ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του». Εννοώντας προφανώς ότι φταίμε όλοι. Και ο ΣΥΡΙΖΑ που εξευτέλισε κάθε έννοια Αριστεράς, αλλά και οι υπόλοιποι που δεν έτρεξαν να προσχωρήσουν στον εξευτελισμό.

Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι μεσάζοντες του εκβιαστικού του διλήμματος κάνουν δύο μεγάλες λαθροχειρίες.

Η πρώτη είναι ότι έχουν καταργήσει την αριθμητική. Ακόμα και αν στα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ προστεθεί το ποσοστό του Βαρουφάκη, της Κωνσταντοπούλου, της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του ΚΚΕ, πράγμα απίθανο και εξωπραγματικό, και πολιτικά αλλά και εκλογικά, ίσα που προσεγγίζεται το ποσοστό της ΝΔ.

Οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ δεν ξέχασαν να κάνουν πρόσθεση. Προτιμούν όμως να ξεχνούν να σκεφτούν. Και εδώ βρίσκεται η δεύτερη λαθροχειρία.

Ο λαός δεν τιμώρησε απλώς τον ΣΥΡΙΖΑ για τη δεξιά του πολιτική. Αυτή είναι μια βολική ανάγνωση που βλέπει την κοινωνία σαν ένα εκκρεμές που πάει δεξιά ή αριστερά. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία η κοινωνία δυσαρεστήθηκε από τη δεξιά πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι λοιπόν, η μέχρι σήμερα πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι απλά μια «αναγκαστική δεξιά» παρένθεση που θα ακολουθηθεί από μια γνήσια αριστερή πολιτική κοινωνικών παροχών και προστασίας.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι η δεξιά πολιτική που ως παρένθεση εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ με την προσχώρησή του στο μνημονιακό στρατόπεδο έστησε στα τρία μέτρα και εκτέλεσε εν ψυχρώ την ελπίδα, την προσδοκία ή την πεποίθηση ότι υπάρχει εναλλακτική.

Γιατί οι κοινωνίες δεν κινούνται μόνο δεξιά ή αριστερά. Κινούνται και μπροστά ή πίσω. Και ο ΣΥΡΙΖΑ έσπρωξε την κοινωνία πολύ πίσω. Την έκανε να πιστέψει ότι η κοινωνική και πολιτική αλλαγή είναι ανέφικτη.

Ο κόσμος δεν καταψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή έγινε (μόνιμα για μερικούς, πρόσκαιρα για άλλους) δεξιός. Αν ήταν έτσι, δεν θα ψήφιζε τον ακόμα δεξιότερο Μητσοτάκη. Ο κόσμος στράφηκε δεξιά γιατί πλέον αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από τις ιδιωτικοποιήσεις, τα αιματηρά πλεονάσματα, τη λιτότητα, την διευκόλυνση των επενδυτών που «θα φέρουν ανάπτυξη».

Η κοινωνία στράφηκε δεξιά γιατί το αγωνιστικό λαϊκό φρόνημα ποδοπατήθηκε όταν το ΟΧΙ έγινε ΝΑΙ. Και έκτοτε συνηθίσαμε στις χαμηλότερες δυνατές προσδοκίες, στην ιδιώτευση, στην ατομική επιβίωση, στην παθητική αναδίπλωση.

Αυτή είναι η μεγάλη υπηρεσία του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό πολιτικό σύστημα και στην άρχουσα τάξη. Δευτερεύον είναι ότι μείωσε τις συντάξεις με το ασφαλιστικό Κατρούγκαλου, ότι έδεσε ασφυκτικά τη χώρα στους αμερικανονατοϊκούς σχεδιασμούς, ή ότι ιδιωτικοποίησε λιμάνια, αεροδρόμια, δημόσιο πλούτο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ νομιμοποίησε τον Μητσοτάκη να μιλά για 7 μέρες εργασία ή τον Βενιζέλο να παριστάνει τον θεματοφύλακα της δημοκρατίας και της συνταγματικής τάξης. Τους δικαίωσε εκ των πραγμάτων ακολουθώντας την πολιτική τους.

Όλη η Ελλάδα βάφτηκε μπλε, αλλά το πινέλο και το χρώμα τα κρατούσε ο Τσίπρας.

Έχει ευθύνη η Αριστερά;

Προφανώς, όχι όμως γιατί δεν στήριξε τον Τσίπρα.

Έχει ευθύνη γιατί δεν έστησε μια ανταγωνιστική δύναμη απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Πειστική, μαζική, πλειοψηφική. Για αυτό ελέγχονται και το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ αλλά και οποιοσδήποτε θέλει να μιλά στο όνομα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Αυτή ήταν η ευθύνη τους. Αυτό ήταν το καθήκον τους. Και χρεοκόπησαν, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο εκκωφαντικά.

Δεν μπορούν όμως να ελεγχθούν σε αυτό τους το καθήκον από όσους σαλπίζουν προσχώρηση στον εφιαλτικό μονόδρομο του «δεν υπάρχει εναλλακτική». Αν κάποιος σκούζει υπέρ της ενσωμάτωσης, δεν μπορεί να κριτικάρει την Αριστερά που δεν πείθει για τη ρήξη. Αν το δικό σου στρατόπεδο είναι αδύναμο, δεν προσχωρείς στο αντίπαλο. Εκτός κι αν απλώς, ψάχνεις για προσχήματα.

Στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ με οποιονδήποτε τρόπο (κριτικά στο δεύτερο γύρο ή εκβιαστικά, μπροστά στον Μητσοτάκη, στις εθνικές εκλογές), σημαίνει ένα ακόμα καρφί στο φέρετρο της εναλλακτικής προοπτικής. Σημαίνει αναγνώριση και αποδοχή ότι δεν μπορούσαν τα πράγματα να πάνε αλλιώς και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να στηρίζουμε τον ηπιότερο νεοφιλελευθερισμό απέναντι στον κυνικότερο.

Μόνο που αυτό δεν συνιστά διέξοδο από μια δύσκολη κατάσταση, αλλά διαρκή εγκλωβισμό.

Η Ελλάδα βάφτηκε μπλε, η ΝΔ έρχεται φουριόζα και εκδικητική, ο εργαζόμενος κόσμος θα πληρώσει ακόμα περισσότερο τα σπασμένα.

Όπως όμως «δεν τα φάγαμε όλοι μαζί» για την κρίση, έτσι και «δεν φταίμε όλοι μαζί» για το μπλε χρώμα του χάρτη. Είναι άλλη η ευθύνη του δράστη ενός εγκλήματος και άλλη αυτού που δεν μπόρεσε να αποτρέψει το έγκλημα.

Πώς μπορεί να ληφθεί το μήνυμα;

Λέει ο Εκκλησιαστής ότι για τα πάντα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος: Υπάρχει «καιρός του γεννάσθαι και καιρός του αποθνήσκειν», «καιρός του φυτεύειν και καιρός του εκριζόνειν το πεφυτευμένον», «καιρός του καταστρέφειν και καιρός του οικοδομείν», «καιρός του κλαίειν και καιρός του γελάν», «καιρός του πενθείν και καιρός του χορεύειν», «καιρός του σχίζειν και καιρός του ράπτειν», «καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν».

Θα μπορούσε να σημειώσει κανείς ότι για τους αριστερούς, σήμερα είναι καιρός και για γέλια και για κλάματα. Ταυτόχρονα. Στην ουσία όμως ο Εκκλησιαστής έχει δίκιο. Υπήρχε για κάθε τι ο κατάλληλος καιρός.

Από την εμφάνιση της κρίσης το 2010 μέχρι το 2012 ήταν καιρός μεγάλων ανασυνθέσεων στην Αριστερά και ανάληψης πρωτοβουλιών για μια χώρα έξω από τα δεσμά του χρέους, του ευρώ και της ΕΕ. Ήταν ο καιρός που η εργαζόμενη κοινωνία είχε ανοικτά μάτια και αυτιά, ενώ η πολιτική κρίση ρευστοποιούσε κόμματα, ανέτρεπε συσχετισμούς, δημιουργούσε εύφορο έδαφος για μεγάλες αλλαγές στη χώρα και στην κοινωνία. Ήταν ο «καιρός της ευκαιρίας και της πρωτοβουλίας».

Από το 2012 μέχρι το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ τέθηκε σε τροχιά εξουσίας με ένα πρόγραμμα και ένα κόμμα που αντικειμενικά θα οδηγούσε είτε στην ενσωμάτωση, είτε στην ήττα. Δεν χρειάζονταν μαντικές ικανότητες για να μπορεί να εκτιμηθεί κάτι τέτοιο. Αρκούσε απλή λογική και ελάχιστος μαρξισμός. Έλειψαν και τα δύο. Στη φάση αυτή, όφειλε να συγκροτηθεί η αξιόπιστη πρόταση για την επόμενη μέρα της ενσωμάτωσης ή της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, με πλήρη συναίσθηση ότι αν δεν συγκροτηθεί μια τέτοια πρόταση, η παλίρροια θα πνίξει τους πάντες. Ήταν ο «καιρός της συγκρότησης και της ενότητας».

Από το 2015 μέχρι σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ περπάτησε στον δρόμο που άνοιξε το τρίτο μνημόνιο. Η κοινωνία τσακίστηκε πολιτικά, πείστηκε ότι όλοι ίδιοι είναι, ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, παραιτήθηκε από την απόπειρα να αναζητήσει διέξοδο. Η αναξιοπιστία της Αριστεράς είχε τέτοιο βάθος και έκταση που η ανασυγκρότησή της θα όφειλε να γίνει με όρους ανασύνθεσης και επανίδρυσης. Η παρέμβαση στο πολιτικό πεδίο δεν θα ήταν αποτελεσματική αν δεν συγκροτούνταν και δεν συσπειρώνονταν δυνάμεις της κομμουνιστικής Αριστεράς σε διαφορετικό επίπεδο. Ήταν ο καιρός του «γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης».

Τελικό αποτέλεσμα των τριών αυτών περιόδων είναι η μειούμενη στασιμότητα, η γενικευμένη ανημπόρια, η πολιτική αφασία, όπως αυτές καταγράφηκαν στην τελευταία τριπλή εκλογική αναμέτρηση.

Είναι προφανές ότι σωστές εκτιμήσεις για το τι πρέπει να γίνει σε κάθε περίοδο δεν υπήρξαν. Ή, αν, και όσο υπήρξαν, παρέμειναν σχολιασμός και δεν μετασχηματίστηκαν σε πολιτική.

Αν διερωτάται κανείς τι χρειαζόμαστε σήμερα, επανερχόμαστε στον Εκκλησιαστή: Είναι καιρός του αποθνήσκειν, καιρός του εκριζόνειν, καιρός του καταστρέφειν, καιρός του σχίζειν, καιρός του σιγάν.

Υπάρχουν δυνάμεις που αποδέχονται αυτή την οπτική; Όχι. Ίσως υπάρχουν επιμέρους τάσεις, σχήματα ή αγωνιστές. Όχι όμως δυνάμεις.

Το ΚΚΕ τεχνηέντως προσπαθεί να κρύψει την ιστορικά εντυπωσιακή αδυναμία ενός κομμουνιστικού κόμματος να επωφεληθεί της κρίσης του αντιπάλου συστήματος και στρατοπέδου. Περίπου δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, πολιτικής κρίσης, τεκτονικών αλλαγών, μεγάλων κινητοποιήσεων, μεγάλων προσδοκιών και μεγάλων διαψεύσεων, οδηγούν σε μείωση δυνάμεων από εκλογές σε εκλογές, αλλά και -ακόμα χειρότερα- σε υποστολή των αγώνων και του λαϊκού κινήματος. Στη πρώτη φάση το ΚΚΕ δεν πήρε καμιά πρωτοβουλία για μια πρόταση και ένα πρόγραμμα για τη διέξοδο της χώρας και της κοινωνίας. Αντίθετα υπογράμμισε σε όλους τους τόνους ότι η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ είναι αδιάφορη έως και βλαπτική αν δεν συνδέεται άμεσα με τον σοσιαλισμό. Στη δεύτερη φάση δικαιολόγησε τη συμπίεσή του από τις ψευδείς προσδοκίες που καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Και στην τρίτη φάση που αποδομείται ο ΣΥΡΙΖΑ ανακαλύπτει «τάση σταθεροποίησης» των δυνάμεών του.

Το ΚΚΕ, σε εθνικές εκλογές, από το 7,54% και 517.000 ψήφους το 2009, φτάνει στο 8,48% και 536.000 ψήφους το 2012 για να προσγειωθεί στο 5,47% και 338.000 ψήφους τον Γενάρη του 2015 και 5,55% και 302.000 ψήφους τον Σεπτέμβρη του 2015. Στις ευρωεκλογές από το 6,11% και 349.000 ψήφους του 2014 φτάνει στο 5,35% και 302.000 ψήφους το 2019. Αυτά εμφανίζονται ως «τάση σταθεροποίησης», όμως η εικόνα είναι ακόμα χειρότερη αν συνδυαστεί με την παραλυτική κατάσταση στο λαϊκό και εργατικό κίνημα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κρύβεται πίσω από το αποτέλεσμα της ΛΑΕ θεωρώντας ότι το 0,64% συνιστά αντοχή ενώ το 0,56% συνιστά κατάρρευση. Οι δυνάμεις της μειώνονται και στις τρεις κάλπες σε ποσοστά που την καθιστούν σχετικά ανύπαρκτη δύναμη στο επίπεδο της πολιτικής πρότασης και προοπτικής. Οι κάποιες χιλιάδες αγωνιστές που απαρτίζουν τα ψηφοδέλτιά της και έχουν σημαντική παρουσία στους εργασιακούς χώρους ή στα τοπικά κινήματα, δεν συνιστούν αντίβαρο στο μηδαμινό πολιτικό της βάρος – τουναντίον. Πώς είναι δυνατόν μια δύναμη που συσπειρώνει αρκετές χιλιάδες ανθρώπους με μαζική συνδικαλιστική και κινηματική δράση, να αδυνατεί να πείσει έναν κύκλο ευρύτερο των λίγων δεκάδων χιλιάδων που αποτελούν τη μόνιμη εκλογική της επιρροή; Το επιχείρημα που επιστρατεύεται για να απαλυνθεί το αποτέλεσμα, στην πραγματικότητα κάνει ακόμα πιο οδυνηρό το αδιέξοδο.

Η αναξιοπιστία της «αντικαπιταλιστικής συνεργασίας» εκτινάσσεται αν αναλογιστεί κανείς τα διπλά κατεβάσματα στους μεγάλους δήμους, τα ξεκατινιάσματα ανάμεσα στις δύο Ανταρσίες, αλλά και την εντελώς αντίθετη μετεκλογική στάση για τον δεύτερο γύρο. Το μεν ΝΑΡ με δυσκοίλια ασάφεια προτρέπει σε καταψήφιση της Λαϊκής Συσπείρωσης, το δε ΣΕΚ προτείνει υπερψήφιση μέχρι και του ΣΥΡΙΖΑ.

Η κριτική στη ΛΑΕ σήμερα είναι σαν να κλέβεις παγκάρι εκκλησίας. Δεν πληρώνει τη μία ή την άλλη θέση ή παρέκκλιση, αλλά τη συνολική χρεοκοπία της φυσιογνωμίας και της ταυτότητάς της, που με ευθύνη της ηγεσίας της μετατράπηκε σε γραφικές διαβεβαιώσεις για την …αυξανόμενη επιρροή της. Και στον χώρο αυτό, οι αγωνιστές που υπάρχουν είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο, αναγκαίο για την επόμενη μέρα, και αν και ήδη τσακισμένο δεν πρέπει να διαλυθεί εντελώς σε νέα, απονενοημένα εκλογικά διαβήματα.

Πέρα από τα οργανωμένα σχήματα υπάρχουν τάσεις, αγωνιστές, απόψεις και υποψίες που διατρέχουν οριζόντια όλους τους σχηματισμούς. Αυτή η οριζόντια τάση έχει μια κοινή λογική, αντιλαμβάνεται ότι οι πανηγυρισμοί και οι περιχαρακώσεις είναι εντελώς ξένες με την πραγματικότητα, δυσκολεύεται να ακολουθήσει ένα νέο κρεσέντο αυτοαναφορικότητας και χαζομάρας ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Από την άλλη δεν έχει ασφαλή οδό διαφυγής.

Υπάρχει ένα ανεπίδοτο μήνυμα που πλανάται πάνω από την Αριστερά εδώ και χρόνια. Από την πρώτη εμφάνιση της ελληνικής οικονομικής κρίσης και της πολιτικής αποσταθεροποίησης, μέχρι σήμερα. Το μήνυμα αυτό δεν λαμβάνεται, παρά τις διαδοχικές ήττες, διασπάσεις, αποχωρήσεις, αποστρατεύσεις. Οι ηγεσίες αναπαράγουν ένα βολικό μικρόκοσμο που δεν αλληλεπιδρά με την πραγματικότητα, δεν προβληματίζεται σοβαρά από την κατάσταση όπως διαμορφώνεται έξω από βολικά σχήματα, δίπολα, «αντοχές» και «αναλύσεις».

Πολλοί αγωνιστές δίνουν διαρκώς παράταση εμπιστοσύνης, δεύτερες, τρίτες, τέταρτες και ούτω καθεξής ευκαιρίες. Για να διαψευστούν σε κάθε συγκυρία. Γιατί η ψήφος ανοχής σε μια «δύναμη που τουλάχιστον …»  μεταφράζεται σε ψήφος εμπιστοσύνης σε μια πορεία που μεγαλώνει κάθε φορά το αδιέξοδο.

Στις επόμενες εκλογές θα έχουμε και πάλι μια από τα ίδια. Ένα ΚΚΕ που θα «αντέξει» μειούμενο, μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ που θα επικαλείται τους αγωνιστές της για να φτιασιδώσει τη γραμμή της και μια ΛΑΕ που θα παρακαλάει -χωρίς αντίκρισμα- τους υπόλοιπους να συνεργαστεί.

Υπάρχει αξιοπρεπής στάση εξόδου από μια δύσκολη κατάσταση; Θεωρητικά θα ήταν ένα «κοινό ψηφοδέλτιο άμυνας», στην περαιτέρω διάλυση, χωρίς υψηλές προσδοκίες και μεγάλα λόγια. Δεν πρόκειται όμως να συμβεί. Οι προτάσεις «μετώπων» που θα κατατεθούν τις επόμενες μέρες θα είναι το αναγκαίο προπέτασμα καπνού για «μια από τα ίδια».

Στην κατάσταση αυτή ο μόνος τρόπος να επιδοθεί το μήνυμα είναι να μην υπάρξει ψήφος ανοχής. Στο σημείο που βρισκόμαστε, δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε παρά μόνο την αναξιοπιστία μας και τον εκλογικό μας κρετινισμό. Ας τα χάσουμε.

Και ο γιαλός είναι στραβός, και στραβά αρμενίζουμε

Και ο γιαλός είναι στραβός και στραβά αρμενίζουμε…

Είναι σαφές ότι μετά το 2015 το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση και η αξιοπιστία της Αριστεράς στα τάρταρα. Μακάρι το πρόβλημα να ήταν μόνο οι ψευδαισθήσεις που προκάλεσε σε ισχυρή μερίδα αριστερών ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή την περίπτωση η διατυμπανιζόμενη «επιβεβαίωση» του ΚΚΕ θα άνοιγε ένα νέο κύκλο αγωνιστικής ανάτασης. Όμως το μόνο που άνοιξε είναι η εκλογική τακτική του Περισσού που υποδέχεται πλέον κάθε μετανοήσαντα αμαρτωλό προς άγραν ψήφων. Το πρόβλημα δεν ήταν –σκέτα- οι αυταπάτες. Ήταν η συνολική και δομική αδυναμία της Αριστεράς να αρθρώσει διαφορετικό λόγο, σχέδιο, πρακτική από τον ΣΥΡΙΖΑ. Που είχε ως κατάληξη είτε το πολιτικό μοναστήρι, είτε τις σειρήνες του κυβερνητισμού. Και σε αυτή την αδυναμία βασικό ρόλο έπαιξε το ΚΚΕ (που σήμερα παριστάνει την αναμάρτητη και αμόλυντη δύναμη) αλλά και όλες οι δυνάμεις που έχουν αναφορά στην κομμουνιστική Αριστερά.

Η εποχή της εθνικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ελλάδα το 2010 δεν απαιτούσε πολιτική απόσυρση και business as usual. Δεν απαιτούσε παθητική αναμονή της διαφαινόμενης από νωρίς ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ, με την απατηλή προσδοκία να αλλάξει την επόμενη μέρα, θετικά, ο συσχετισμός δύναμης. Δεν απαιτούσε προσχώρηση στη λογική «το μοναστήρι να είναι καλά».

Σήμερα εμπεδώνεται σε ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας ο μονόδρομος του «δεν υπάρχει εναλλακτική» και εθίζεται η εργαζόμενη κοινωνία στις χαμηλότερες δυνατές προσδοκίες. Συρρικνώνονται διαρκώς οι όροι μιας ιδεολογικής, πολιτικής και κινηματικής σύγκρουσης με το σύστημα.

Όσοι σήμερα δεν προσχωρούν στον ατιμωτικό κουτσογιωργακισμό του 21ου αιώνα «Ψηφίστε ΣΥΡΙΖΑ να μην έρθει ο Κούλης», βρίσκονται σε αμηχανία.

Ένα μέρος επιλέγει την εύκολη λύση της εκλογικής στήριξης στο ΚΚΕ. Συνήθως πρόκειται για ανθρώπους που το 2015 κατηγορούσαν –αν δεν κατήγγειλαν ή χλεύαζαν- όλους όσους δεν στηρίζαμε ΣΥΡΙΖΑ. Με το ίδιο πάθος που μας έλεγαν τότε ότι «όλο το παιχνίδι παίζεται στον ΣΥΡΙΖΑ», ότι «είναι ανοικτό το διακύβευμα», ότι «δεν πρόκειται ο Τσίπρας να υποχωρήσει», σήμερα, ανανήψαντες, βλέπουν το φως το αληθινό. Με το ίδιο πάθος που τότε στήριζαν ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα ψηφίζουν ΚΚΕ. Και τότε έκαναν λάθος, και σήμερα κάνουν λάθος. Και θα κάνουν λάθος και αύριο γιατί εθίζονται στις εύκολες λύσεις και στην ανάθεση. Το 2015 εύκολη λύση ήταν οι ζητωκραυγές για τον ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθώντας το ρεύμα, αναθεματίζοντας μια άλλη, δύσκολη πορεία συγκρότησης ενός μετώπου διεξόδου από το ευρωατλαντικό πλαίσιο. Σήμερα εύκολη λύση είναι το εκλογικό απάγκιο στο ΚΚΕ, αναθεματίζοντας όσους δεν καταλαβαίνουν ότι «ο Περισσός τα έλεγε» και «τουλάχιστον δεν πρόδωσε». Αύριο θα είναι κάτι άλλο. Με την ίδια βεβαιότητα, κατηγορηματικότητα, αφέλεια, ευκολία. Δυστυχώς όμως, και για αυτούς και για όλους μας, εύκολες λύσεις, δεν υπάρχουν.

Ένα άλλο μέρος επιλέγει την παθητική αναμονή. Πρόκειται ίσως για το μεγαλύτερο κομμάτι του αγωνιστικού δυναμικού που δεν προσχωρεί στη νεοφιλελεύθερη Αριστερά. Δεν συγκινείται – δικαίως- από κανέναν. Θα δώσει μια ψήφο ανοχής, οίκτου ή ελεημοσύνης στην υπαρκτή Αριστερά (ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) ή ακόμα και σε σχήματα όπως του Βαρουφάκη ή της Κωνσταντοπούλου, χωρίς την παραμικρή όμως ελπίδα ότι κάτι θετικό μπορεί να προκύψει. Διαδικασίες ενότητας ή μετωπικής συγκρότησης αυτού του χώρου, δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα. Προσκρούουν στη γενική αναξιοπιστία, στις επανειλημμένες εκκλήσεις χωρίς αποτέλεσμα, στις προσχηματικές προτάσεις. Τόσο, που ακούγονται φαιδρές οι πρωτοβουλίες ένθεν κακείθεν για διάλογο και ενότητα. Θεωρητικά, την επόμενη μέρα των κακών εκλογικών αποτελεσμάτων, θα μπορούσε να ανοίξει με άλλους, θετικούς όρους, η συζήτηση. Είναι όμως πιθανό, ακόμη και τότε, το φτύσιμο να εκληφθεί ως βροχή.

Η κατάσταση θυμίζει τον Μπέκετ: Περιμένουμε κάποιον ή κάτι που θα έρθει να μας σώσει, αλλά δεν έρχεται ποτέ. Σαν τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν προσμένουμε τον άγνωστο σωτήρα, αυτός όμως δεν εμφανίζεται. Ακόμα και όταν η αυλαία πέφτει, παραμένουμε στις θέσεις μας γιατί δεν αποφασίζουμε καν να φύγουμε. Περιμένουμε τον Γκοντό.

Η κοινή λογική θα έλεγε ότι σε ένα τέτοιο τοπίο μεταξύ παραίτησης, απογοήτευσης και χαμηλών προσδοκιών η Αριστερά θα άνοιγε τη διαδικασία για το ποια πολιτική είναι αυτή που μπορεί να κάνει πράξη το «ούτε ΣΥΡΙΖΑ – ούτε ΝΔ». Επειδή όμως η σχέση του χώρου με την κοινή λογική δεν είναι και η καλύτερη, συμβαίνει το ακριβώς ανάποδο: Δηλητηριώδης τακτική περαιτέρω αποδιάρθρωσης με ζητούμενο την εκλογική καταγραφή εκάστου καταστήματος.

Ξεκινάμε από τις προσχηματικές προτάσεις για τις ευρωεκλογές.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάνει πρόταση για τις ευρωεκλογές προς χώρους που αποσκίρτησαν το 2015 από το ΣΥΡΙΖΑ. Ως εδώ καλά. Περιλαμβάνει βέβαια στους αποδέκτες της πρότασής της δυνάμεις που δεν έχουν την καλύτερη σχέση με την πολιτική γραμμή της αποδέσμευσης από την ΕΕ και το ευρώ (Δικτύωση, Δίκτυο, ΟΝΡΑ, ΑΡΚ κλπ), και που επιπλέον δεν έχουν αποσαφηνίσει κατηγορηματικά και χωρίς αμφιβολία τη σχέση τους με έναν μετεκλογικά αντιπολιτευόμενο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα όμως με αυτή την τολμηρότατη για τα δεδομένα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απεύθυνση, αποκλείεται η ΛΑΕ. Η οποία, ότι και να της καταλογίσει κανείς, ούτε βλέπει θετικά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ούτε αφήνει περιθώρια συμμαχιών με τον αυριανό ΣΥΡΙΖΑ. Οι σκοπιμότητες της συγκεκριμένης πρότασης βγάζουν μάτι.

Η ΛΑΕ από την άλλη, αφού ανακοίνωσε ψηφοδέλτιο, εκλογική διακήρυξη, υποψήφιους ευρωβουλευτές, κατέθεσε δημόσια μια ακόμα πρόταση για μέτωπο. Με την ευρηματική μάλιστα διατύπωση του Π. Λαφαζάνη ότι «βάζει την υπογραφή του σε λευκό χαρτί». Εδώ η λογική σηκώνει τα χέρια ψηλά. Θεωρητικά, εάν σε ενδιαφέρει οποιαδήποτε μορφή μετωπικής συμπόρευσης, εξαντλείς κάθε τέτοια δυνατότητα, ανοικτά, δημόσια, πιέζοντας, δίνοντας χώρο, υποστέλλοντας κομματικά λάβαρα και προσωπικές φιλοδοξίες και ενεργοποιώντας διαδικασίες. Όχι αφού έχεις ανακοινώσει ψηφοδέλτια και εκλογικά κατεβάσματα, αλλά πολύ νωρίτερα, έξω και πέρα από εκλογικές σκοπιμότητες που επίσης βγάζουν μάτι.

Στις δε αυτοδιοικητικές, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Εκεί η μεν ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιλέγει όχι απλά τη μοναχική πορεία και κάθοδο αλλά και τη διάσπαση του εαυτού της, καθώς σε σειρά κεντρικών δήμων, δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατεβαίνουν τουλάχιστον σε δύο ανταγωνιστικά ψηφοδέλτια (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα).  Δίπλα σε αυτά συγκροτούνται και άλλα δημοτικά σχήματα από τη ΛΑΕ ή και άλλους σχηματισμούς. Ο λόγος; Ηγεμονισμοί και αλληλοαποκλεισμοί δυνάμεων που κατά τ’  άλλα κλίνουν σε όλους τους τόνους την έρμη την εργατική δημοκρατία. Αποκορύφωμα της τελευταίας η διάλυση συνεδρίασης περιφερειακού σχήματος που αποφάσιζε κατά πλειοψηφία συμπόρευση με άλλες δυνάμεις. Και όλα αυτά όταν τα αυτοδιοικητικά σχήματα αυτής της Αριστεράς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, λειτουργούν λίγο πριν τις εκλογές και πέφτουν σε χειμερία νάρκη αμέσως μετά. Καμία αντίληψη για κινήματα γειτονιάς, όλα για την εκλογική καταγραφή, πάντα όμως στο όνομα των κινημάτων και της επίκλησης της «επαναστατικής» αριστεράς κόντρα στο ρεφορμισμό.

Καπέλα, εκβιασμοί, αποκλεισμοί, σεντόνια αναλύσεων με μόνο στόχο την κατά μόνας εκλογική καταγραφή. Κυριολεκτικά, πρόκειται για την αποθέωση του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Η γενική γραμμή είναι «κατεβαίνω στις εκλογές μόνος μου και άρα υπάρχω ως οργάνωση/σχήμα/μέτωπο». Η πεμπτουσία της αστικής πολιτικής γίνεται πρακτική αυτού του χώρου, τροφοδοτώντας κι άλλο την αναξιοπιστία. Κάνοντας πρακτικά τους τροχονόμους της παραίτησης, είτε προς ΣΥΡΙΖΑ, είτε προς ΚΚΕ.

Γίνεται όλο και πιο σαφές, αν και είναι πικρό: Αυτός ο χώρος, παρά τους αξιόλογους συντρόφους και αγωνιστές, ως πολιτικός χώρος και πολιτική πρακτική δεν μπορεί να συμβάλλει θετικά. Αποτελεί πολιτικο-ιδεολογικά ένα μικρό ΚΚΕ.

Για την δύσκολη κατάσταση και τον στραβό γιαλό ίσως να μην μπορούμε να κάνουμε πολλά. Το να μην αρμενίζουμε όμως στραβά είναι απολύτως υποκειμενική επιλογή και απόφαση. Έχει κόστος, απαιτεί ρήξεις, ξεβολέματα και ανατροπές, αλλά κάθε μέρα που περνά προσθέτει επιπλέον αρνητικό φορτίο.