Από τη λιτότητα, στην Ελλάδα της «καφετέριας»

Το παραπάνω άρθρο αποτελεί μέρος από μια συνολικότερη μελέτη που έχουν πραγματοποιήσει οι συγγραφείς που θίγει προβλήματα προσανατολισμού και χαρακτήρα  της οικονομίας της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα αναδεικνύουν ότι και μετά την κρίση και τα μνημόνια η αστική πολιτική με όλες τις κυβερνήσεις ( ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ), συνέχιζε να «οικοδομεί» το ίδιο μοντέλο -βαθαίνοντας το- με τον υπερτουρισμό και τα παρακολουθήματά του (εστίαση, κατασκευές κ.α). Αυτές οι βιομηχανίες, όπως με περισσή αλαζονεία και έπαρση τις αποκαλούν κυβερνώντες, αντιπολιτευόμενοι και τα γνωστά παπαγαλάκια των ΜΜΕ είναι χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλών μισθών, δημιουργώντας τους όρους για μια εξαρτημένη και υποβαθμισμένη οικονομία και κοινωνία (βασικά για τα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα τη νεολαία). Το antapocrisis δημοσιεύει τη μελέτη γιατί απουσιάζει στους προοδευτικούς χώρους μια αντίληψη που δεν αρκείται στο να αποκαλύπτει και να κριτικάρει την αστική οικονομική πολιτική, αλλά  να δουλέυει προγραμματικά και κινηματικά για να ανατρέψει αυτή την πολιτική και ταυτόχρονα να πείσει τις επικίνδυνες τάξεις και στρώματα για ένα άλλο προσανατολισμό και χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας. 

Ενα από τα πιο εντυπωσιακά και χαρακτηριστικά στοιχεία της ελληνικής επικράτειας είναι ο τεράστιος αριθμός των καφετεριών. Από τα κέντρα των μεγάλων πόλεων έως τα μικρά χωριά και από τις ήσυχες γειτονιές έως τους πολυσύχναστους τουριστικούς προορισμούς, οι καφετέριες είναι παντού. Αν και ο καφές είχε ανέκαθεν κεντρική θέση στην ελληνική κοινωνική ζωή, το φαινόμενο έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και τα χρόνια που ακολούθησαν.

Οπως περιγράφουμε σε πρόσφατη μελέτη μας με τον ίδιο τίτλο, αυτή η «οικονομία της καφετέριας» δεν είναι παρά η πιο ορατή όψη ενός βαθύτερου μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας μετά το 2009, προς τον τομέα της «εστίασης και καταλυμάτων», που εκτός από καφέ περιλαμβάνει εστιατόρια, μπαρ, ξενοδοχεία και τουριστικές δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, μετά το 2009 το μερίδιο του συγκεκριμένου τομέα στο προϊόν και κυρίως στην απασχόληση αυξήθηκε θεαματικά. Πιο συγκεκριμένα, η απασχόληση σ’ αυτόν τον κλάδο αυξήθηκε κατά 87%, τη στιγμή που στο σύνολο της οικονομίας η αύξηση ήταν μόλις 4%. Σχεδόν οι μισές νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν μετά το τέλος της κρίσης προήλθαν από αυτόν τον τομέα.

Ο μετασχηματισμός αυτός είναι προβληματικός γιατί ο συγκεκριμένος τομέας χαρακτηρίζεται από χαμηλή –και μειούμενη– παραγωγικότητα και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει τον βασικό μοχλό για τη μακροχρόνια ανάπτυξη μιας οικονομίας.

Ηδη πριν από την κρίση η παραγωγικότητα αυτού του τομέα ήταν από τις χαμηλότερες στην ελληνική οικονομία (όπως συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες)· μετά το 2009 μειώθηκε περαιτέρω κατά περίπου 40%, γεγονός που του επέτρεψε να απορροφήσει μεγάλο αριθμό ανέργων. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί στον τομέα μειώθηκαν ακόμη περισσότερο, κατά σχεδόν 60%!

Η τάση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου και ανησυχητικού φαινομένου: της πτώσης και της στασιμότητας της συνολικής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Σήμερα η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει κατά 16% χαμηλότερη σε σχέση με το 2009, στα ίδια περίπου επίπεδα με το 2015.

Η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι περίπου το ένα τρίτο της συνολικής μείωσης προέρχεται άμεσα από τον κλάδο της εστίασης και των καταλυμάτων – ένα εντυπωσιακό ποσοστό για έναν και μόνο τομέα της οικονομίας. Πέραν αυτού, από τους είκοσι βασικούς τομείς της οικονομίας, οι δεκαέξι παρουσίασαν μείωση της παραγωγικότητας σε σχέση με το 2009, ενώ στους δεκατέσσερις η πτώση ξεπέρασε το 10%. Ταυτόχρονα, η πτώση της παραγωγικότητας συνοδεύτηκε από ακόμη μεγαλύτερη μείωση των πραγματικών μισθών.

Ως αποτέλεσμα, η ελληνική οικονομία εμφανίζει έντονη τάση δυϊσμού. Δηλαδή, λειτουργεί με ένα μικρό, υψηλής παραγωγικότητας τμήμα –που περιλαμβάνει τις μεγάλες επιχειρήσεις, τους εξαγωγικούς τομείς και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες– και ένα διευρυνόμενο, χαμηλής παραγωγικότητας τμήμα, το οποίο απορροφά εργατικό δυναμικό με χαμηλούς μισθούς και στο οποίο η «οικονομία των καφετεριών» κατέχει ένα κεντρικό ρόλο.

Η αντίθεση αυτή δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και κοινωνική. Ο δυϊσμός μιας οικονομίας δεν έχει να κάνει μόνο με τη διάρθρωση της παραγωγής, αλλά αντανακλάται στις αμοιβές, στις εργασιακές συνθήκες, στην πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση, στον τρόπο διαβίωσης και τη δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης.

Η εξέλιξη αυτή της ελληνικής οικονομίας έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους διακηρυγμένους στόχους των τριών προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής της περιόδου 2010-2018. Τα προγράμματα αυτά είχαν δύο βασικούς άξονες: αφενός τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μέσω αυστηρής λιτότητας και αφετέρου την εφαρμογή ενός ευρέος πλαισίου διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που, όπως υποστηριζόταν, θα εκσυγχρόνιζαν την οικονομία και θα την καθιστούσαν πιο ανταγωνιστική και πιο παραγωγική.

Η θεωρία υποστήριζε ότι εάν περιοριστούν τα εμπόδια και οι «στρεβλώσεις» στις αγορές εργασίας και προϊόντων –προωθηθεί η ευελιξία, μειωθούν οι μισθοί, απλοποιηθούν οι αδειοδοτήσεις και ιδιωτικοποιηθούν οι δημόσιες επιχειρήσεις–, τότε ο ανταγωνισμός θα ενισχυθεί, οι επενδύσεις θα αυξηθούν, η καινοτομία θα ενταθεί και η παραγωγικότητα θα βελτιωθεί. Αυτά τα αποτελέσματα, υποστηριζόταν επίσης, θα αντιστάθμιζαν τις αρνητικές συνέπειες της λιτότητας, περιορίζοντας τη διάρκεια και το βάθος της ύφεσης.

Πράγματι, η Ελλάδα εφάρμοσε αυτές τις πολιτικές με συνέπεια και σε βάθος. Η ένταση της δημοσιονομικής προσαρμογής και το εύρος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων υπήρξαν πρωτοφανή για μια ανεπτυγμένη οικονομία. Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Η ελληνική ύφεση ξεπέρασε σε διάρκεια και βάθος κάθε αντίστοιχη κρίση που έχει γνωρίσει σύγχρονη οικονομία μεσαίου ή υψηλού εισοδήματος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, την ίδια στιγμή η παραγωγικότητα μειώθηκε και η οικονομία μετασχηματίστηκε σε «οικονομία της καφετέριας».

Η έρευνά μας δείχνει ότι η μετατόπιση αυτή δεν ήταν τυχαία. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν –οι μαζικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, η αύξηση της φορολογίας, η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η μείωση του κατώτατου μισθού κ.λπ.– συρρίκνωσαν τη ζήτηση και έκαναν την εργασία φθηνή. Οταν, όμως, η εργασία είναι φθηνή και η ζήτηση παραμένει ασθενής, οι επιχειρήσεις δεν έχουν ούτε το κίνητρο ούτε τη δυνατότητα να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες ή να βελτιώσουν την παραγωγικότητά τους.

Τελικά, οι δύο κύριοι παράγοντες που εξηγούν την πτώση της παραγωγικότητας είναι η μείωση της συνολικής ζήτησης και η πτώση των πραγματικών μισθών – δηλαδή, η ίδια η «συνταγή» της λιτότητας και της απορρύθμισης που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στην ανάπτυξη.

Οπως επισημαίνουμε στην έρευνά μας, οι εξελίξεις αυτές δεν προκαλούν έκπληξη και μπορούν να ερμηνευθούν μέσω ορισμένων γνωστών οικονομικών θεωριών για την τεχνολογική πρόοδο. Μια στατιστική ανάλυση που πραγματοποιήσαμε επιβεβαιώνει αυτή την ερμηνεία.

Η μετατόπιση προς τον τομέα των καταλυμάτων και εστίασης και ειδικότερα προς τον τουρισμό, συνοδεύεται από σοβαρές προκλήσεις πέραν των ζητημάτων παραγωγικότητας. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονα φαινόμενα του λεγόμενου «υπερτουρισμού», τα οποία απειλούν το περιβάλλον, υποβαθμίζουν τις τοπικές κοινωνίες και αλλοιώνουν τον πολιτιστικό ιστό πολλών περιοχών. Παράλληλα, η εκρηκτική ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει επιδεινώσει δραματικά το πρόβλημα της στέγασης, ιδιαίτερα στα νησιά και τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή η εστίαση και ο τουρισμός εξακολουθούν να έχουν καθοριστική μακροοικονομική σημασία. Πέρα από την απασχόληση, αποτελούν το σημαντικότερο εξαγώγιμο «προϊόν» και κύρια πηγή ξένου εισοδήματος για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες συνεισέφεραν σχεδόν το ήμισυ της συνολικής βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών την περίοδο 2009-2023.

Η Ελλάδα, λοιπόν, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κεντρικό δίλημμα: από τη μια πλευρά εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τον τουρισμό και την εστίαση για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την εισροή εισοδήματος από το εξωτερικό· από την άλλη, αυτοί οι τομείς είναι χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλών μισθών και έχουν παράπλευρες κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Η ελληνική εμπειρία καταδεικνύει πως η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται αυτομάτως μέσω της άκριτης εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, χωρίς προσαρμογή στις θεσμικές και παραγωγικές ιδιαιτερότητες μιας χώρας. Αντιθέτως, η μακροχρόνια ανάπτυξη απαιτεί ισχυρή ζήτηση, βιομηχανική πολιτική, στρατηγικές επενδύσεις και ένα πλαίσιο που να δίνει έμφαση στην καινοτομία και την αύξηση της παραγωγικότητας – και όχι στη συμπίεση του κόστους εργασίας.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι μεταρρυθμίσεις είναι από τη φύση τους επιζήμιες. Χρειάζεται όμως ένα διαφορετικό πλαίσιο πολιτικής και μια νέα στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης, στα οποία πρώτα θα αναζητηθούν οι τομείς που μπορούν να αναβαθμίσουν την παραγωγική βάση της οικονομίας (π.χ. πράσινη ενέργεια, κάποιοι μεταποιητικοί κλάδοι, ψηφιακές υπηρεσίες) και στη συνέχεια θα σχεδιασθούν οι πολιτικές και οι μεταρρυθμίσεις που μπορούν να συνεισφέρουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο καφές, βεβαίως, θα παραμείνει αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής καθημερινότητας και πολιτισμού. Η ελληνική οικονομία, όμως, χρειάζεται να ξεφύγει από το υφιστάμενο μοντέλο της «καφετέριας» και να υιοθετήσει ένα πιο βιώσιμο και παραγωγικό αναπτυξιακό υπόδειγμα.

Πηγή: Καθημερινή

Να καταλάβουμε πως αναπτύσσεται η ελληνική οικονομία για να αλλάξουμε το μοντέλο της

Από την «καταπληκτική ποιότητα ζωής που προσφέρει η χώρα μας» του πρωθυπουργού μέχρι τους Έλληνες που «δεν είναι φτωχοί αλλά νιώθουν φτωχοί» του Άδωνι Γεωργιάδη είναι εμφανές ότι η κυβέρνηση νιώθει την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις σχετικά με το βιοτικό μας επίπεδο και την πορεία της οικονομίας.

Υπάρχουν διάφορα εργαλεία με τα οποία μπορεί κάποιος να αναλύσει την πορεία της οικονομίας αλλά η κυβέρνηση έχει επιλέξει τρία βασικά: την αύξηση του ΑΕΠ σαν μέτρο της ανάπτυξης και την μείωση της ανεργίας σε συνδυασμό με τις αυξήσεις στους κατώτερους μισθούς.

Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την αλήθεια πίσω από τους αριθμούς:

Ανάπτυξη- αύξηση του ΑΕΠ

Η κυβέρνηση μετράει την ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ από τότε που ανέλαβε το 2019 το οποίο παρουσιάζει αυξήσεις μεγαλύτερες συγκρινόμενο με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτήν την εικόνα η οποία εκ πρώτης μοιάζει εντυπωσιακή, είναι όμως;

Διάγραμμα 1 ΑΕΠ Ελλάδας 2019-2023 ($) πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα

Η αλήθεια είναι ότι η εικόνα αυτή είναι μια απατηλή πρόσληψη της πραγματικότητας- μια εικονική πραγματικότητα στην οποία μας καλεί να συμμετέχουμε ο Μητσοτάκης και το μιντιακό κατεστημένο. Αυτό που ταχυδακτυλουργικά αποκρύπτεται είναι  ότι η οικονομία της Ελλάδας είχε συμπιεστεί όσο σχεδόν καμία άλλη την προηγούμενη δεκαετία και αναπόφευκτα πλέον, αποσυμπιέζεται. Η εικόνα είναι μαγική γιατί δεν παίρνει υπόψη το πού ήταν η Ελλάδα δεκαπέντε χρόνια πριν. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια εικόνα ψεύτικης ευφορίας.  Αν ξεζουμάρουμε το παραπάνω διάγραμμα και συγκρίνουμε πραγματικά που είμασταν και που φτάσαμε η εικόνα δεν είναι πλέον τόσο ρόδινη. Με σταθερές τιμές του 2015 – έχοντας βγάλει δηλαδή έξω την επίδραση του πληθωρισμού- το ΑΕΠ έχει υποχωρήσει από τα 350δις $ του 2008 στα 244δις $ το 2023, πτώση 30% δηλαδή.

Διάγραμμα 2  ΑΕΠ Ελλάδας 2006- 2023 ($) πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα

Μετά από μια τόσο τρομακτική υποχώρηση λόγω της κρίσης και των μνημονίων που έφεραν ΝΔ- ΠΑΣΟΚ- ΣΥΡΙΖΑ, που έχει συγκριθεί με καταστροφή σε καιρό πολέμου, είναι αναπόφευκτο η οικονομία να αποσυμπιεστεί. Για να το πούμε με απλά λόγια εάν ένα μαγαζί εστίασης έκλεισε εν μέσω καραντίνας, ενώ προσωπικό και ιδιοκτήτης λάμβαναν τις επιδοτήσεις, και αυτό ξαναλειτούργησε μετά την  πανδημία αυτό δεν είναι ούτε ανάπτυξη, ούτε επέκταση της οικονομίας αλλά επαναλειτουργία. Φανταστείτε τώρα ότι από τις 10 τέτοιες μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 2008, μόνο οι 7 είναι ανοιχτές το 2024.

Εδώ αξίζει να πούμε ότι όταν μια οικονομία απομακρύνεται από το σημείο ισορροπίας της, δεν είναι περίεργο να παρουσιάζει ασύγκριτα μεγάλους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ. Αυτός είναι ο λόγος που αναπτυσσόμενες χώρες (Κινα, Ινδία, Μπαγκλαντές, Τουρκία) παρουσιάζουν ετήσια αύξηση του ΑΕΠ 5, 6 ή και 7% ενώ ανεπτυγμένες χώρες ρυθμούς ανάπτυξης 0,5- 1,5%. Η Ελλάδα διαρκώς διολισθαίνει σε μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά «αναπτυσσόμενης» χώρας που είναι ευάλωτη και επιπλέον παρουσιάζει εξαιρετική αστάθεια.

Τη δεκαετία του 1990- 2000 η Ελλάδα συναγωνιζόταν με την Πορτογαλία για το ποια δεν θα είναι η φτωχότερη  στην ΕΕ των 12 αλλά σήμερα στην ΕΕ των 27 είναι προτελευταία σε ΑΕΠ/κάτοικο και στην τελευταία 5άδα των φτωχότερων χωρών με βάση τον δείκτη που μετράει την αγοραστική δύναμη. Η θέση της Ελλάδας έχει δραματικά υποβαθμιστεί αν συγκριθεί με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες – όχι πλέον της Βόρειας ή της Δυτικής Ευρώπης – αυτές είναι εκτός σύγκρισης για τη σημερινή Ελλάδα, αλλά με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και πλέον, και των Βαλκανίων.

Διάγραμμα 3 Πραγματική εγχώρια κατανάλωση ΕΕ Πηγή: Eurostat

Επιπλέον, αξίζει να αναλογιστούμε ότι ένας βασικός πυλώνας που στήριξε την «ανάπτυξη» τα τελευταία χρόνια ήταν η ιδιωτική κατανάλωση. Αυτό έγινε με χρήματα τα οποία συσσωρεύτηκαν την περίοδο των μνημονίων αλλά και την περίοδο της πανδημίας σε ένα περιβάλλον μηδενικού πληθωρισμού. Τα χρήματα αυτά σε μεγάλο βαθμό έχουν καταναλωθεί ή όσα δεν έχουν τοποθετηθεί αλλού (σπίτια κλπ.) τα τρώει ο πληθωρισμός. Ενδεικτικά σήμερα η εικόνα που δίνουν οι πολίτες σχετικά με την αποταμίευση παρουσιάζεται στο διάγραμμα από κάτω.

Διάγραμμα 4 Αποταμιεύσεις νοικοκυριών

Συχνά γίνεται λόγος για το ότι την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τροφοδοτούν οι επενδύσεις. Και δώστου κίνητρα για επενδύσεις και ξανά ταξίδια του υπουργού για να φέρει επενδυτές. Όσο σανό και να μας ταΐσουν τα στοιχεία είναι πεισματάρικα. Οι επενδύσεις είναι στο 15,2% του ΑΕΠ ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 22%. Και εδώ λοιπόν όχι μόνο δεν ξεπεράσαμε τους Ευρωπαίους αλλά δεν έχουμε φτάσει καν τον μέσο όρο. Η εικόνα είναι ακόμα πιο ζοφερή αν αναλύσουμε τι είδους είναι αυτές οι επενδύσεις. Δεν είναι κρυφό ότι τα λεφτά στην ελληνική οικονομία πάνε είτε στο real estate, είτε στον τουρισμό και τα τελευταία χρόνια και στα αμυντικά εξοπλιστικά προγράμματα. Όμως η κατασκευή (πολυτελών και ακριβών) κατοικιών δεν δημιουργεί παρά προσωρινές θέσεις εργασίας και κανένα μελλοντικό έσοδο για το δημόσιο, ενώ ο τουρισμός δημιουργεί εποχικές θέσεις εργασίας στις υπηρεσίες (εστίαση, κλπ.) που όμως υπάρχει η πίεση για «φτηνή» εργασία. Αντίθετα, απουσιάζουν τελείως επενδύσεις σε παραγωγικές μονάδες, σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Ενδεικτικά η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης που δεν έχει ούτε 1 εργοστάσιο παραγωγής αυτοκινήτων, ενώ για χώρα που ξοδεύει τόσα πολλά για την άμυνα (3η στο ΝΑΤΟ σε ποσοστό του ΑΕΠ) η εγχώρια αμυντική βιομηχανία της είναι υπό διάλυση. Ίδια παραμένει η εικόνα αν ψάξουμε να βρούμε που ναυπηγούνται τα πλοία του πρώτου στον κόσμο εμπορικού στόλου.

Συμπερασματικά, μόνο η ανάπτυξη ως μέγεθος και όχι ως ποιοτικά χαρακτηριστικά δεν λέει τίποτα από μόνη της. Όσο δεν γίνονται παραγωγικές επενδύσεις ιδιαίτερα σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας τότε ούτε η «σύγκλιση» με την Ευρώπη θα έρθει ποτέ, ούτε θα υπάρξει έξοδος από τη σημερινή συνθήκη μιας οικονομίας και κοινωνίας «μειωμένων προσδοκιών».

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών

Ένα οικονομικό μέγεθος που χαρακτηρίζει ποιοτικά την ελληνική οικονομία είναι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αν το ισοζύγιο είναι θετικό (πλεόνασμα), σημαίνει ότι η χώρα εξάγει περισσότερα από όσα εισάγει. Αν είναι αρνητικό (έλλειμμα), σημαίνει ότι η χώρα καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει ή κερδίζει μέσω των εξαγωγών. Αυτό το μέγεθος μαζί με το χρέος ήταν αυτά που σε μεγάλο βαθμό δημιούργησαν τις αιτίες που οδήγησαν στην υπερδεκαετή κρίση που πέρασε η χώρα. Δηλαδή η εγχώρια παραγωγή έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ -κυρίως σε πρωτογενή και δευτερογενή τομέα- που η χώρα είναι ασφυκτικά εξαρτημένη από τις εισαγωγές προϊόντων και μέσων παραγωγής για να λειτουργήσει την οικονομία της. Αυτό οδηγεί σε διαρροή εξειδικευμένων- και υψηλής τεχνικής κατάρτισης εργαζομένων που πλεονάζουν και δεν μπορούν να απορροφηθούν από μια οικονομία σε μαραζμό.

Σε πλήρη αντίθεση με το αφήγημα περί «επενδύσεων που τονώνουν τις εξαγωγές» με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 11μηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου, αύξηση 18,7% σημείωσε το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας καθώς καταγράφηκε ποσοστιαία αύξηση των εισαγωγών και μείωση των εξαγωγών. Το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Νοεμβρίου, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου ανήλθε σε 31,5 δισ. ευρώ έναντι 28,67 δισ. ευρώ κατά το ίδιο διάστημα του έτους 2023, παρουσιάζοντας αύξηση 9,9%. Σε αυτό προσθέστε τις αναταράξεις από τους δασμούς 25% που αναμένεται να  εφαρμόσει ο Τραμπ και εύκολά μπορεί κανείς να καταλάβει ότι οι λίγες ελληνικές επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό θα πληγούν περαιτέρω από την επιβολή δασμών και ως εκ τούτου θα πληγεί και το ΑΕΠ της χώρας διευρύνοντας περαιτέρω το εμπορικό έλλειμμα και άρα την καθαρή εκροή πόρων από την οικονομία.

Και ενώ συμβαίνουν αυτά ο βαθμός στον οποίο η Ευρώπη έχει χάσει έδαφος έναντι των ΗΠΑ όσον αφορά την οικονομική ανταγωνιστικότητα από το 2000 και μετά κόβει την ανάσα. Το χάσμα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, για παράδειγμα, έχει αυξηθεί κατά 30%, κυρίως λόγω της χαμηλότερης αύξησης της παραγωγικότητας στην ΕΕ. Επιπλέον, οι ΗΠΑ έχουν αφήσει πίσω την ΕΕ σε βασικές τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι ημιαγωγοί, ενώ έχουν εθίσει την Ευρώπη σε υγροποιημένο φυσικό αέριο αμερικάνικης προέλευσης ναρκοθετώντας αλλά και ελέγχοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.

Κόστος στέγασης

Όπως δείξαμε πριν η ανάπτυξη είναι κυρίως το αποτέλεσμα της εκτόνωσης μια πολύ συμπιεσμένης οικονομίας όμως αυτή πανηγυρίζεται σαν ένα εκπληκτικό κατόρθωμα ενώ αυτό που αποκρύπτεται είναι που  ξοδεύεται το εισόδημα των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Ένα έξοδο το οποίο όλοι έχουν είναι το κόστος στέγασης. Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται το κόστος στέγασης στην ΕΕ ως ποσοστό του εισοδήματος. Οι τιμές των κατοικιών στην περίπτωση της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης έχουν αυξηθεί 90% και 85% αντίστοιχα από το 2017 έως το 2024 συμπαρασύροντας προφανώς και τις τιμές των ζητούμενων ενοικίων. Είναι εξόφθαλμο λοιπόν ποιοι επωφελούνται από την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στο real estate και ποιοι χάνουν όταν το κόστος ενοίκιού για μια 4μελή οικογένεια στην Αθήνα ανέρχεται στα 1.000€ και αυτό επανακαθορίζεται μονομερώς κάθε 2 χρόνια.

Γράφημα 1 Κόστος στέγασης ως ποσοστό του εισοδήματος (στοιχεία Eurostat 2023)

Υπάρχει ελπίδα- υπάρχει προοπτική;

Προφανώς και δεν είναι αντικειμενική η θέση και ο βαθμός ανάπτυξης της οικονομίας αλλά αποτέλεσμά ενός βαθιά ταξικού συσχετισμού δύναμης που σε αυτήν την φάση έχει την σφραγίδα της νίκης των δυνάμεων του κεφαλαίου και της αστικής τάξης. Ενός συσχετισμού δύναμης που εγκλωβίζει σε ένα ζοφερό παρών και επιφυλάσσει ένα δυστοπικό μέλλον στην νεολαία και τους εργαζόμενους αυτής της χώρας από την μία ενώ μεγιστοποιεί τα κέρδη της αστικής τάξης από την άλλη. Τα μεγάλα αφεντικά (όμιλοι…) της χώρας που περιέργως τα καταφέρνουν καλά σε όλους τους τομείς των δραστηριοτήτων τους καθώς  οι ίδιοι πάνω κάτω ασχολούνται με κατασκευές- παραγωγή ρεύματος- μεταλλουργία- «ενημέρωση»- διοίκηση αθλητικών ομάδων έχουν ενσωματώσει στο λειτουργικό τους κόστους την συναλλαγή με την κυβέρνηση (πάντα με τριγωνικό τρόπο), έχουν καρτελοποίησει του κλάδου τους, ενώ διοικούν τις επιχειρήσεις τους με μηδενικό ρίσκο αφού η κυβέρνηση είναι πάντα εκεί για να τους βοηθήσει σε κάθε κρίση «για να μην χαθούν θέσεις εργασίας». Διπλά σε αυτούς προσθέστε το σάπιο τραπεζικό σύστημα το οποίο θα έπρεπε να ανήκει στο δημόσιο αφού αυτό έχει πληρώσει και εγγυηθεί για την διάσωση του την περίοδο της κρίσης και θα έπρεπε να εξυπηρετεί τις ανάγκες του λαού σε φτηνά στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια. Όχι μόνο δεν συμβαίνει αυτό αλλά το δημόσιο πουλάει σε «επενδυτές» το πλειοψηφικό σε ορισμένες περιπτώσεις μερίδιο του και μάλιστα με χασούρα έναντι της αρχικής επένδυσης. Αυτό ονομάζεται εξορθολογισμός που θα τονώσει των ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών σε όφελος μας. Οι διοικήσεις των τραπεζών τώρα αφού πούλησαν με τις ευλογίες της ΕΚΤ τα κόκκινα δάνεια στους καρχαρίες των εισπρακτικών συνεχίζουν απρόσκοπτα να αρπάζουν τα σπίτια του κόσμου, ενώ έχουν από τα μικρότερα επιτόκια καταθέσεων και από τα υψηλότερα επιτόκια δανείων στην ΕΕ και τις ακριβότερες προμήθειες για ενδοτραπεζικές συναλλαγές. Την ίδια στιγμή απρόσκοπτα συνεχίζουν την χρηματοδότηση των «μεγάλων έργων» τον ομίλων που περιγράψαμε παραπάνω, των κομμάτων και των εφοπλιστών με τα κριτήρια προφανώς σε αυτές τις χορηγήσεις να είναι πολύ ευνοϊκότερα από τι συμφωνίες που κάνει με τον κοσμάκη. Δίπλα σε αυτούς προσθέστε την ευγενή τάξη των εφοπλιστών που είναι ιστορικά «πυλώνας» στήριξης της ελληνικής οικονομίας αλλά και μέγας φιλάνθρωπος που χτίζει σχολεία, νοσοκομεία και έργα πολιτισμού αφού έχει πνίξει κόσμο και κοσμάκη στα σαπιοκάραβα της, κάνει λαθρεμπόριο σε κάθε ευκαιρία, δεν πληρώνει φόρους στο κράτος και έχει κάνει το ταξίδι στα ελληνικά νησιά απλησίαστα για τον μέσο Έλληνα. Τώρα έχετε μια καλύτερη εικόνα για το ποιοι είναι οι μεγάλοι εργοδότες αυτής της χώρας. Για ποιους δουλεύουμε όλοι εμείς.

Αξίζει να ψάξετε ποιοι είναι οι πλουσιότεροι άνθρωποι της Ελλάδας και να τους συγκρίνετε με τους πλουσιότερους ανθρώπους μια άλλης καπιταλιστικής χώρας της Δυτικής Ευρώπης για να γίνει κατανοητό γιατί η ελληνική οικονομία είναι μια εξαρτημένη οικονομία, καρτελοποιημένη, που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον χρηματοδοτικό και προστατευτικό ρόλο του κράτους.

Είναι δυνατός ο μετασχηματισμός ή ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι;

Αντιστοιχεί όμως σήμερα απλά να αποδομούμε τα επιχειρήματα της κυβέρνησης καταγγέλλοντας την πολιτική που ακολουθείται; Αρκεί απλά να αποκαλύψουμε την απάτη περί προόδου της οικονομίας, της οποίας τάχα τους καρπούς θα δρέψουμε όλοι μαζί; Μπορεί να γίνει κάτι σε χρόνο ενεστώτα; Πόσο γρήγορα; Υπάρχουν ρεαλιστικές λύσεις ή μόνο ωραία λόγια και ιδέες που δεν έχουν εφαρμογή;

Πολλά από τα παραπάνω ερωτήματα τίθεται και από την μεριά της κυβέρνησης προκειμένου να εκβιάσουν τις απαντήσεις και να εμπεδώσουν ακόμα περισσότερο στην συλλογική μας συνείδηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Παρόλα αυτά είναι σημαντικό να απαντηθούν με τρόπο όχι αμυντικό αλλά προοπτικά.

Φταίνε οι ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ -με τσόντα και την Αριστερά- που κυβέρνησαν την χώρα τα τελευταία 50 χρόνια που ο χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας είναι μεταπρατικός. Βασίζεται κυρίως στη διαμεσολάβηση και την εμπορική διανομή αγαθών, χωρίς να έχει παραγωγική δραστηριότητα. Σε μια μεταπρατική οικονομία, οι επιχειρήσεις και τα άτομα επικεντρώνονται στη μεταπώληση αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή στη διαχείριση της διανομής και του εμπορίου τους, αντί για την παραγωγή τους από την αρχή. Αυτό δεν ήταν μια αντικειμενική εξέλιξη αλλά πολιτική επιλογή που υλοποιήθηκε συστηματικά και είχε ορόσημα (ΕΟΚ, ΚΑΠ, Μαστριχτ, Ευρώ, Μνημόνια) και έβαλε την Ελλάδα στην θέση που θέλανε οι Ευρωπαίοι στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και όχι σε αυτήν που είχε ανάγκη ο λαός της. Σαν να μην έφτανε η βίαιη αποβιομηχάνιση της δεκαετίας του 80, το ξήλωμα εγχώριας παραγωγής ακόμα και προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας που ερήμωσε ολόκληρες περιοχές, επιπλέον διέλυσαν και την αγροτική παραγωγή μέσω των «επιδοτήσεων» φτάνοντας την σήμερα να αποτελεί το 4% του ΑΕΠ σε μια παραδοσιακά αγροτική χώρα. Όλα τα παραπάνω φυσικά προς όφελος των «υπηρεσιών» και για να μπούμε στο κλαμπ των αναπτυγμένων χωρών, άλλωστε είναι ξεπερασμένο στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό μια χώρα να έχει εργάτες και αγρότες αλλά πρέπει να έχει ιδιωτικούς υπαλλήλους και χείριστες ΗΥ. Μόνο γέλιο (ή κλάμα) προκαλεί το γεγονός ότι σε αντιστοιχία με την αποδιάρθρωση μετασχηματίστηκε και το λεξιλόγιο της εργασίας.

Σε μια εποχή που η παγκόσμια οικονομία ασθμαίνει φαίνεται ότι οι χώρες οι οποίες μπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα και επιδεικνύουν μεγαλύτερες αντοχές είναι αυτές που έχουν κρατήσει σημαντικό κομμάτι της βιομηχανίας τους εντός αποφεύγοντας να την «παγκοσμιοποιήσουν» ή επαναπατρίζοντας την. Σε συνδυασμό και με το ενδεχόμενο να έχουμε έναν ή πολλούς εμπορικούς πολέμους (δασμοί κλπ.) μεταξύ «συμμάχων» γίνεται εμφανές γιατί κρίσιμοι τομείς της οικονομίας πρέπει να είναι εγχώριοι ενώ οι βασικές υποδομές στον έλεγχο του κράτους.

Πρέπει να μας απαντήσει η κυβέρνηση γιατί μετά από 30 χρόνια σύγκλισης δεν γίναμε Βέλγιο, Σουηδία ή Αυστρία; Φταίει το κακό μας το κεφάλι ή το μεσογειακό μας ταπεραμέντο ή μήπως ποτέ δεν ήταν αυτός ο στόχος;

Φυσικά όσα χτίζουνε τα τελευταία 40- 50 χρόνια δεν ξεγίνονται από την μία μέρας στην άλλη όμως βασικά δεν ξεγίνονται από αυτές τις κυβερνήσεις που υπηρετούν μια εξαρτημένη αστική τάξη. Χρειάζεται πολιτική αλλαγή για να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο και τελικά οι ζωές μας, η αλλαγή της κατάστασης θα πάρει μερικά χρόνια όμως μπορεί να αρχίσει να αποδίδει καρπούς εντός μιας δεκαετίας σε αντίθεση με την παρακμή που ζούμε τώρα. Δείτε το παράδειγμα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες εκμεταλλευόμενες το ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό τους, την φτηνή ηλεκτρική ενέργεια και τους χαμηλούς μισθούς προσέλκυσαν τις παραγωγικές μονάδες προσφέροντας στους πολίτες τους δουλειές και εξέλιξη. Είναι εμφανώς σε καλύτερη θέση τώρα από αυτήν που ήταν πριν 15 χρόνια, εμείς; Ένα κοινό που σίγουρα έχουμε είναι οι χαμηλοί μισθοί.

Από που να αρχίσουμε;

Η αναγνώριση της κατάστασης ορίζει και το σημείο από το οποίο χρειάζεται να ξεκινήσουμε. Πρώτον, σύγκρουση με το κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο του τουρισμού ακόμα και αν στεναχωρηθούν κάποιοι μικροί ιδιοκτήτες που ψήλωσαν αλλά που μακροπρόθεσμα θα τους κουρέψουν οι μεγάλοι του κλάδου. Δεύτερον, χρειάζεται να λυθεί το θέμα κυρίως της στέγης και  της υγείας κοντά στους χώρους εργασίας. Τρίτον, πρέπει με συγκεκριμένες πολιτικές να αντιστραφεί η συρρίκνωση του ντόπιου πληθυσμού και μέσω της μετανάστευσης να μεγαλώσει. Και για τα δύο χρειάζονται συγκεκριμένες κατευθύνσεις και πλαίσιο που θα στηρίζουν την οικογένεια, θα προστατεύουν την θέση της γυναίκας στη κοινωνία, στην εργασία, στο σπίτι, θα εμπεδώνουν την ισότητα μεταξύ των φύλων, θα εντάσσουν τους μετανάστες που θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα στην κοινωνία χωρίς να τους γκετοποιούν και δίνοντας τους κίνητρα για να δουλέψουν και να στείλουν τα παιδία τους στο σχολείο σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Τέταρτον, τίποτα καλό δεν προέκυψε από την ιδιωτικοποίηση/ απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας που είναι κρίσιμος πόρος της παραγωγικής διαδικασίας. Το μίγμα ηλεκτρικής παραγωγής και η τιμολόγηση να ελέγχεται από το κράτος με γνώμονα το συμφέρον του τελικού καταναλωτή. Δεν γίνεται να προκαλείται ενεργειακή φτώχεια με πρόσχημα την πράσινη μετάβαση, την στιγμή που οι περιβαλλοντικές καταστροφές όχι μόνο δεν προλαμβάνονται αλλά οι υπηρεσίες πολιτικής προστασίας είναι διαρκώς υποστελεχωμένες με περιορισμένους πόρους και πενιχρά μέσα στην διάθεση τους. Πέμπτο, αξιοπρεπείς συντάξεις και όχι ελεημοσύνης. Δεν γίνεται να φροντίσεις για την εργασία σήμερα χωρίς να έχεις εξασφαλισμένο το μέλλον των συνταξιούχων- όχι στην κοροϊδία των συντάξεων 400- 500 ευρώ. Εθνική σύνταξη για όλους συνδεδεμένη με τον πληθωρισμό και στο επίπεδο των λαϊκών αναγκών- όχι στο πέταμα των απόστρατων της εργασίας. Έκτο, εθνική ανεξαρτησία για να μπορέσει να αξιοποιήσει η χώρα μας τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την γεωγραφική της θέση στο κέντρο μεταξύ 3 ηπείρων. Το πλεονέκτημα λόγω των θαλάσσιων μεταφορών αλλά και τον πλούτο του υπεδάφους της χωρίς τον φόβο της ψωροκώσταινας που θα την συνθλίψουν οι εχθροί της ή οι «σύμμαχοί» της.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν επίκληση σε ένα ιδεατό μέλλον αλλά δρόμο πάνω στον οποίο πρέπει να βαδίσουμε άμεσα με όπλο ένα σύγχρονο πολιτικό πρόγραμμα μαζί με ένα κοινωνικό μέτωπο δυνάμεων της ζωντανής εργασίας. Η πορεία αυτή θα χρειαστεί μεγάλους μετασχηματισμούς και ανατροπές που όμως θα φέρουν λίγο κοντινότερα την διέξοδο ενώ θα αρχίζουν να χρωματίζουν με φωτεινότερα χρώματα το μέλλον των παιδιών που δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα.

Οι Ευρωπαϊκές ελίτ μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης

Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα της ευρωπαϊκής συγκυρίας πολύ λίγο απασχολεί τα ΜΜΕ κάθε ιδεολογικής κατεύθυνσης τις μέρες μας: Αυτό της χρηματοδότησης της συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία. Κάποια επιμέρους στοιχεία της μεγάλης αμφιθυμίας και των διλημμάτων που κατακλύζουν τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ της ΕΕ φτάνουν στην επιφάνεια, αλλά δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό από τους ‘θεατές’ του δράματος η σημασία της σύγκρουσης.

Έτσι, από τη μία έχουμε αποσπάσματα από ομιλίες της προέδρου της Κομισιόν (π.χ. αυτή για την “Κατάσταση της Ένωσης” που δόθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο στις 10 Σεπτεμβρίου) σύμφωνα με τις οποίες αναζητείται νόμιμη διαδικασία ουσιαστικά κατάσχεσης των αποθεμάτων της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας (CBR) που βρίσκονται δεσμευμένα στην Ευρώπη—τα περισσότερα από αυτά (περίπου 200 δις ευρώ) στο Euroclear του Βελγίου—χωρίς όμως να ομολογείται ότι αυτά «κατάσχονται», καθώς η «κατάσχεση» εκτός από παράνομη ανοίγει και τεράστια προβλήματα για την ευστάθεια του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος και του ίδιου του ευρώ*.

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τους προτεινόμενους μηχανισμούς “νόμιμης” κατάσχεσης—και μόνο η πολυπλοκότητά τους αποδεικνύει όχι μόνο την πρόθεση της παρανομίας αλλά και την γνώση από τους ίδιους τους αυτουργούς ότι παρανομούν. Παρόλ’ αυτά, στο ίδιο μήκος κύματος με την κα Ούρσουλα, και ο καγκελάριος της Γερμανίας Μερτς συμφώνησε με το σχέδιο της Κομισιόν σε άρθρο γνώμης στους Financial Times της 25ης Σεπτεμβρίου.

Διερωτάται κανείς γιατί αυτή η μανία να κατασχεθούν τα ρωσικά αποθεματικά από τους πολεμοχαρείς ‘Ευρωπαίους’ ηγέτες που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εξίσου μεγάλη μανία τους να κλιμακωθεί η πολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη. Στόχος αυτού του άρθρου είναι να εισχωρήσει σε κάποιες βαθύτερες αιτίες αυτών των μανιακών συμπεριφορών καταδεικνύοντας την κοινή προέλευσή τους.

Το μέγεθος της οξύτητας της συζήτησης, που διεξάγεται με ιδιαίτερη ένταση μέσα στους κύκλους των πολιτικών και οικονομικών ελίτ των Ευρωπαϊκών χωρών, αφήνουν να διαφανεί κάποιες άλλες τοποθετήσεις που βγαίνουν σποραδικά στην επιφάνεια. Για παράδειγμα, παράγοντες όπως π.χ. ο πρωθυπουργός του Βελγίου Bart De Wever—ιδιαίτερα σημαντικός στη συζήτηση καθώς στην χώρα του εδρεύει το Euroclear όπου βρίσκονται τα διαθέσιμα της CBR—στο περιθώριο της ΓΣ του ΟΗΕ δήλωσε με γλαφυρή γλώσσα ότι οι ιδέες της ‘κατάσχεσης’ των αποθεματικών της CBR εκθέτουν σε τεράστιο κίνδυνο τη χώρα του: «[Θέλετε] να πάρουμε τα χρήματα του Πούτιν και να αφήσουμε τους κινδύνους στη Βέλγιο. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, ας είμαι πολύ σαφής σε αυτό».

Αλλά ποιοι είναι οι κίνδυνοι που τρομοκρατούν τον Βέλγο πρωθυπουργό; Πρώτα-πρώτα είναι ανοικτό το ενδεχόμενο τα ένδικα μέσα που θα ασκήσει η Ρωσία να υποχρεώσουν την ΕΕ να αποκαταστήσει τα αποθεματικά, πράγμα ακατόρθωτο αν τους έχει βάλει χέρι και τα έχει στείλει στο Κίεβο. Μια τέτοια απόφαση θα επιβαρύνει το Βέλγιο οδηγώντας το στην χρεοκοπία, πράγμα που εξηγεί την κάθετη τοποθέτηση του Βέλγου πρωθυπουργού. Δεύτερο, είναι πολύ πιθανό να προκληθεί αλυσιδωτή αντίδραση από τρίτες χώρες που θα αποσύρουν τα αποθεματικά τους από την Ευρώπη προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο ευρώ—ήδη η Σαουδική Αραβία έχει προειδοποιήσει για πωλήσεις ευρωπαϊκών ομολόγων σε μια τέτοια περίπτωση. Πολλές και πλούσιες χώρες δεν θα αισθάνονται πλέον ασφαλείς καθώς πολιτικές διαμάχες με την «Δύση» θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατασχέσεις περιουσιακών τους στοιχείων—π.χ. τι θα συμβεί αν η κατάσταση στο θέμα της Ταϊβάν οξυνθεί στο μέλλον όπως όλοι προβλέπουν. Και τρίτο, στην εξίσωση μπαίνει και το ζήτημα των βέβαιων ρωσικών αντιποίνων που θα πλήξουν περιουσιακά στοιχεία της Δύσης που παραμένουν εγκλωβισμένα στη Ρωσία.

Το ζήτημα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ανησυχεί και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθώς οι αναταράξεις μιας κατάσχεσης των ρωσικών αποθεματικών, με όποιο πρόσχημα και αν αυτή πραγματοποιηθεί, και κυρίως τα ενδεχόμενα παρεπόμενα αν αναγκαστεί κάποτε η ΕΕ να αναστρέψει την απόφαση, τρομοκρατούν τους επικεφαλής της. Είναι χαρακτηριστική η παρέμβαση της επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ στο Στρασβούργο στις 6 Οκτωβρίου καθώς απαιτεί πλήρη ευθυγράμμιση με το διεθνές δίκαιο και πλήρη συμφωνία όλων των μερών σε οποιαδήποτε σχετική απόφαση ληφθεί.

Αλλά από πού προκύπτει η εμμονή της κατάσχεσης των ρωσικών αποθεματικών αν οι κίνδυνοι είναι τόσο σοβαροί; Κάποιος μπορεί να νομίσει ότι πρόκειται απλά για εκδίκηση από την Κομισιόν κατά της Ρωσίας ή για κάποια παρανοϊκή προσπάθεια περαιτέρω όξυνσης. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι ιδιαίτερα άμεσοι και σοβαροί υλικοί και πιεστικοί λόγοι ωθούν την Κομισιόν στην επικίνδυνη για το μέλλον της ΕΕ ακροβασία.

Το άρθρο που ακολουθεί είναι κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερα σημαντικό στην αποσαφήνιση των κινήτρων για την κατάσχεση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Αναφέρεται στις εκτιμήσεις του Timothy Ash, ο οποίος είναι υποστηρικτής του καθεστώτος του Κιέβου και υποστηρικτής της κατάσχεσης σύμφωνα με μια ψυχρή εξέταση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της ΕΕ λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Timothy Ash είναι ο ανώτερος στρατηγικός αναλυτής της BlueBay Asset Management–του επενδυτικού βραχίονα της RBC (Royal Bank of Canada) εκτός Β. Αμερικής–ειδικός σε θέματα Ρωσίας και Ουκρανίας. Ο Ash προειδοποιεί ότι πλησιάζει χρηματοπιστωτική καταιγίδα, καθώς η Ουκρανία ενδέχεται να εξαντλήσει τα χρήματά της και βλέπει σαν μόνη και προφανή λύση την κατάσχεση των ρωσικών αποθεματικών καθώς, κατά την άποψή του, οι κίνδυνοι αν δεν συμβεί αυτό είναι ακόμη μεγαλύτεροι για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ.

Το άρθρο είναι σαφές και καλογραμμένο, με ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς μας κάνει να σκεφτούμε την ουσία του βασικότερου διλήμματος που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ευρωπαϊκές ελίτ, και το οποίο δεν είναι ευρέως αντιληπτό: Πώς θα χρηματοδοτηθεί η εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία από τη Δύση καθώς καμία από τις δυνατές επιλογές δεν είναι επιλέξιμη;

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές ελίτ έχουν παγιδευτεί σε εξελίξεις που εκθέτουν σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο όλο το εγχείρημα της «Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η πορεία και οι ριψοκίνδυνες ακροβασίες που βλέπουμε τόσο στον πολιτικό τομέα, με την εμφανή σε όλους απόπειρα να εμπλακούν άμεσα οι ΗΠΑ στον πόλεμο, όσο και στον οικονομικό τομέα, με την αυτό-τοποθέτηση του οικονομικού μέλλοντος της ΕΕ μεταξύ σφύρας και άκμονος, είναι κοινή απόρροια ενός άγριου αγώνα επιβίωσης που δεν θα είχε ποτέ υπάρξει αν είχαν αναγνωριστεί τα λογικά συμφέροντα της Ρωσίας και δεν είχε επιδιωχτεί η συρρίκνωση και εν τέλει διάλυσή της.


 

ΣΧΟΛΙΟ: Η επερχόμενη οικονομική καταιγίδα στην Ουκρανία

του Ben Aris από το Βερολίνο
16 Σεπτεμβρίου 2025

«Μια κρίση πλησιάζει όλο και περισσότερο. Θα ξεσπάσει στην Ουκρανία, αλλά δεν θα ξεκινήσει στα μέτωπα, όπου οι κουρασμένες από τις μάχες ταξιαρχίες της χώρας συνεχίζουν να επιφέρουν σκληρό κόστος στον ρωσικό εισβολέα. Η επερχόμενη κρίση κυοφορείται στη Δύση, όπου η απόσυρση των ΗΠΑ και η διστακτικότητα της Ευρώπης απειλούν πλέον με μια χρηματοπιστωτική καταστροφή», έγραψε ο Timothy Ash, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής της BlueBay Asset Management στο Λονδίνο, σε σημείωμα για το Κέντρο Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPA) στις 16 Σεπτεμβρίου.

Όπως έχει αναφέρει το bne IntelliNews, η Ουκρανία κινδυνεύει να πέσει σε οικονομικό γκρεμό φέτος. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση έχει έλλειψη 8-19 δισ. δολαρίων για να καλύψει το προβλεπόμενο έλλειμμα φέτος. Το Υπουργείο Οικονομικών [της] προειδοποιεί εδώ και πάνω από ένα χρόνο ότι η Ουκρανία χρειάζεται περισσότερη βοήθεια από τους δυτικούς συμμάχους της για να πληρώσει για τον πόλεμο. Έχει έλλειμμα περίπου 50 δισ. δολαρίων ετησίως και το προβλεπόμενο μη χρηματοδοτούμενο έλλειμμα για το 2026 είναι 37,5 δισ. δολάρια, αλλά η ομάδα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που βρίσκεται αυτή την εβδομάδα στο Κίεβο για συνομιλίες χρηματοδότησης, δήλωσε ότι θεωρεί ότι το Κίεβο χρειάζεται επιπλέον 10-20 δισ. δολάρια το επόμενο έτος: Η Ουκρανία ξόδεψε 97 δισ. δολάρια το 2025, αλλά αναμένεται να ξοδέψει 120 δισ. δολάρια το 2026.

 

Ο Timothy Ash, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής της BlueBay Asset Management και ειδικός σε θέματα Ουκρανίας, προειδοποιεί ότι πλησιάζει χρηματοπιστωτική καταιγίδα, καθώς η Ουκρανία ενδέχεται να εξαντλήσει τα χρήματά της. / bne IntelliNews

 

Από πού θα προέλθουν αυτά τα χρήματα; Η συγκέντρωσή τους από τους συμμάχους της Ουκρανίας έχει καταστεί σχεδόν αδύνατη, τώρα που οι ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά αποσύρει κάθε υποστήριξη προς την Ουκρανία. Όπως ανέφερε το bne IntelliNews, η Ευρώπη δεν μπορεί να αναλάβει μόνη της το βάρος της υποστήριξης της Ουκρανίας, καθώς οι περισσότερες χώρες της ΕΕ βρίσκονται είτε σε ύφεση είτε πλησιάζουν σε κρίση. Η αύξηση του χρέους των χωρών του G7 έχει ήδη προκαλέσει αναταραχή στην αγορά ομολόγων, ενώ η γαλλική κυβέρνηση κατέρρευσε την περασμένη εβδομάδα υπό το βάρος ενός δυσεπίλυτου δημοσιονομικού ελλείμματος 5,7% του ΑΕΠ. Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Γαλλία βρίσκονται κοντά σε δικές τους κρίσεις χρέους, οι οποίες ενδέχεται να καταλήξουν σε μια ελληνικού τύπου διάσωση από το ΔΝΤ. Το να συγκεντρωθούν επιπλέον 58 δισ. δολάρια το επόμενο έτος για την Ουκρανία από τα ταμεία της ΕΕ δεν είναι πλέον δυνατό.

«Τα μηνύματα του ΔΝΤ υποδηλώνουν ότι τα προηγούμενα συμπεράσματά του ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες του ακαθάριστου προϋπολογισμού και του ισοζυγίου πληρωμών της Ουκρανίας κατά την τετραετή διάρκεια του προγράμματος ήταν μόλις 150 δισ. δολάρια ήταν υπερβολικά αισιόδοξα», λέει ο Ash. “Η διαθέσιμη σήμερα χρηματοδότηση είναι ανεπαρκής για να καλύψει τις επερχόμενες ανάγκες της Ουκρανίας. Απαιτείται ταχεία αλλαγή πορείας, εάν πρόκειται να αποτραπεί ένας χρηματοπιστωτικός κατακλυσμός“.

Η Ευρώπη έχει δεσμεύσει κάτι λιγότερο από 170 δισ. δολάρια για την Ουκρανία από την έναρξη του πολέμου – περισσότερα από τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν δαπανήσει κάτι λιγότερο από 100 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο Volodymyr Zelenskiy. Στα χαρτιά είναι περισσότερα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίστηκε νωρίτερα φέτος ότι οι ΗΠΑ έχουν δεσμεύσει πάνω από 350 δισ. δολάρια, αλλά μετά τον έλεγχο των αριθμών από την Bankova** οι επίσημες χορηγήσεις από το Κογκρέσο ανέρχονταν σε 196 δισ. δολάρια, αλλά τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια από αυτά δεν έφτασαν ποτέ, δήλωσε ο Zelenskiy τον Μάρτιο. Και από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει στείλει σχεδόν τίποτα.

«Το μακροοικονομικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο του Ταμείου στηριζόταν στην υπόθεση ότι ο πόλεμος θα άρχιζε να μειώνεται φέτος και, ως εκ τούτου, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας θα μειώνονταν επίσης σημαντικά», αναφέρει ο Ας.

Κανένα τέλος του πολέμου στον ορίζοντα

Αυτό είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να συμβεί. Οι συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός που ξεκίνησαν στο Ριάντ στις 18 Φεβρουαρίου δεν έχουν καταλήξει πουθενά, αφού ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν προέβαλε απίθανες αξιώσεις και ο Τραμπ έκανε στροφή 180 μοιρών ως προς τη μορφή της πιθανής ειρηνευτικής συμφωνίας. Όπως εκτίμησε η bne IntelliNews, υπάρχουν δύο ομάδες τοποθετήσεων σε εξέλιξη: η κυβέρνηση Τραμπ απείλησε τη Ρωσία με ακραίες δευτερογενείς κυρώσεις, αλλά ταυτόχρονα κράτησε ανοιχτή την πόρτα για την ελάφρυνση των κυρώσεων και για επιχειρηματικές συμφωνίες με στόχο την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της Ρωσίας.

Από την πλήρη εισβολή, η Ουκρανία έχει δημοσιονομικά ελλείμματα που αντιστοιχούν σε 3 δισ. έως 4 δισ. δολάρια το μήνα, τα περισσότερα από τα οποία έχουν καλυφθεί από το ΔΝΤ και τη δυτική χρηματοδότηση. Υποθέτοντας ότι ο πόλεμος θα τελείωνε ουσιαστικά το 2025, το Ταμείο είχε υποθέσει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα και οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα μειώνονταν περίπου στο μισό το 2026 και στη συνέχεια θα έπεφταν σε ένα κλάσμα αυτού το 2027. «Ήταν μια ηρωική υπόθεση και ήταν λάθος», λέει ο Ας.

Το πρόβλημα αυτό είναι εμφανές εδώ και αρκετό καιρό, ωστόσο το ΔΝΤ δεν έχει ακόμη αναπροσαρμόσει το μοντέλο του που καθορίζει την ατζέντα για το μέγεθος του χρηματοδοτικού του προγράμματος.

Γίνεται όλο και πιο προφανές ότι το Κρεμλίνο δεν ενδιαφέρεται για ειρηνευτικές συνομιλίες, καθώς συνεχίζει να σημειώνει σταθερή, αν και αργή, πρόοδο στο πεδίο της μάχης. Ταυτόχρονα, μετά από τρία χρόνια μεγάλων επενδύσεων, η στρατιωτική του παραγωγή παράγει πλέον περισσότερο υλικό από ό,τι χρειάζεται, έτσι ώστε να έχει ξεκινήσει η διαδικασία ανανέωσης των αποθεμάτων, καθώς η Ρωσία αρχίζει να ξαναχτίζει τη στρατιωτική της ικανότητα. Οι προσπάθειες για ειρηνευτικές συνομιλίες έλαβαν οριστικό τέλος την περασμένη εβδομάδα, όταν ο εκπρόσωπος του προέδρου Ντμίτρι Πεσκόφ στις 12 Σεπτεμβρίου έθεσε επισήμως σε αναστολή τις συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός.

Οι προσδοκίες κινούνται τώρα προς έναν μακροχρόνιο πόλεμο, ο οποίος συνεπάγεται πολύ υψηλότερες μακροπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες, λέει ο Ash. Στις 11 Σεπτεμβρίου, η επικεφαλής των εξωτερικών υποθέσεων της ΕΕ Kaja Kallas δήλωσε ότι αναμένει ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για τουλάχιστον άλλα δύο χρόνια. Άλλοι εικάζουν ότι ο Πούτιν θα συνεχίσει απλώς μέχρι να καταρρεύσει εντελώς η Ουκρανία ή να συνθηκολογήσει ο Ζελένσκι, όσος χρόνος και αν χρειαστεί. Ο χρόνος είναι με το μέρος του.

Μεγάλη προσοχή έχει δοθεί στα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας, τα οποία επιδεινώνονται, αλλά με τον πληθωρισμό – το βασικό μακροοικονομικό πρόβλημα – να μειώνεται πολύ ταχύτερα από το αναμενόμενο χάρη στο ανορθόδοξο σχέδιο της διοικητού της CBR Elvira Nabiullina για την τεχνητή ψύξη της οικονομίας, η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί φέτος πριν αρχίσει να ανακάμπτει το επόμενο έτος, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της CBR.

Το Κρεμλίνο έχει επίσης έλλειψη χρημάτων. Το έλλειμμα του φετινού προϋπολογισμού διογκώνεται, αλλά η κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει συζήτηση για την αύξηση του ΦΠΑ και διαθέτει επίσης περίπου 20 τρισεκατομμύρια ρούβλια σε ρευστότητα του τραπεζικού τομέα που μπορεί να αξιοποιήσει για να καλύψει ένα έλλειμμα έως και 5 τρισεκατομμύρια ρούβλια που τώρα αναμένεται για φέτος. Εν ολίγοις, το Κρεμλίνο έχει πρόσβαση σε αρκετά χρήματα για να συνεχίσει τον πόλεμο για αρκετά ακόμη χρόνια.

Το σωρευτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ρωσίας, ετήσιο, σε δισεκατομμύρια ρούβλια

 

Το σωρευτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ρωσίας, ετήσιο, σε δισεκατομμύρια ρούβλια

 



Η εθελοτυφλούσα προσέγγιση του ΔΝΤ

Το ΔΝΤ αναγνώρισε ότι η προηγούμενη εκτίμησή του ήταν λανθασμένη. Λέει τώρα ότι θα χρειαστούν επιπλέον 10-20 δισ. δολάρια από την Διευρυμένη Χρηματοδοτική Διευκόλυνσή του (EFF) μέχρι το τέλος του 2027. Το υπουργείο Οικονομικών της Ουκρανίας ανεβάζει τον αριθμό στα 37 δισ. δολάρια. «Και τα δύο θα μπορούσαν να αποδειχθούν σημαντικές υποεκτιμήσεις», λέει ο Ash.

Ο Ash υποστηρίζει ότι τόσο η [Ουκρανική] κυβέρνηση όσο και το ΔΝΤ ακολουθούν μια «εθελοτυφλούσα» προσέγγιση στην εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών της Ουκρανίας. Επικεντρώνονται μόνο στις απαιτήσεις του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου πληρωμών. Αυτό εξαιρεί την ευρύτερη, αλλά απαραίτητη, στρατιωτική στήριξη. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία από το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, ο Ash εκτιμά ότι το ετήσιο κόστος του πολέμου για την υποστήριξη της Ουκρανίας από τη Δύση προσεγγίζει τα 100 δισ. δολάρια ετησίως – υπερδιπλάσιο των εκτιμήσεων του ΔΝΤ.

Η εξεύρεση νέας χρηματοδότησης από το ΔΝΤ για την Ουκρανία θα πρέπει να ξεπεράσει αρκετά εμπόδια. Θα πρέπει να λάβει διαβεβαίωση ότι μπορεί να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή της χρηματοδότησής της για να πάρει την υπογραφή των μετόχων.

«Με άλλα λόγια,[την διαβεβαίωση] ότι οι αριθμοί βγαίνουν. Ακόμα και μόνο για να ανταποκριθεί το ΔΝΤ στη στενή εστίαση στις ανάγκες χρηματοδότησης του προϋπολογισμού, η Δύση θα πρέπει να βρει 20- 37 δισ. δολάρια σε νέα χρηματοδότηση, μόνο και μόνο για να μπορέσει η χώρα να φτάσει μέχρι το τέλος του προγράμματος τον Μάρτιο του 2027», λέει ο Ας, και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπολογιστεί ότι θα ξοδευτούν 100 δισ. δολάρια για τουλάχιστον άλλα τρία χρόνια.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν κάλυπτε περίπου το 40% των χρηματοδοτικών αναγκών της Ουκρανίας, αλλά με την κυβέρνηση Τραμπ να έχει πλέον βγει από το παιχνίδι, αυτή η πολύ σημαντική ετήσια χρηματοδοτική απαίτηση θα πέσει εξ ολοκλήρου στην Ευρώπη.

«Η Ευρώπη δεν είναι σε θέση και δεν θα αναλάβει αυτόν τον λογαριασμό», λέει ο Ash. «Η σκληρή πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα σε ολόκληρη την ήπειρο σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα να λάβει η Ουκρανία μια τέτοια μακροπρόθεσμη δέσμευση χρηματοδότησης. Η Ευρώπη παλεύει με αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα, υποτονική ανάπτυξη, αντικρουόμενες απαιτήσεις για την άμυνα και τις κοινωνικές ανάγκες και ένα λαϊκιστικό ρεύμα που απαιτεί δαπάνες στο εσωτερικό των χωρών της. Η κατάσταση είναι πλέον σοβαρή».

Ο Ash εικάζει ότι οι μέτοχοι του ΔΝΤ ενδέχεται να απορρίψουν οποιαδήποτε πρόταση για αύξηση της χρηματοδότησης ακόμη και κατά άλλα 20 δισ. δολάρια βραχυπρόθεσμα, γεγονός που θα επισπεύσει ταχύτατα μια κρίση. Και θα δημιουργούσε αμέσως αμφιβολίες για την ικανότητα της Ουκρανίας να συνεχίσει την άμυνά της έναντι των ρωσικών επιθέσεων.

«Η Ευρώπη χρειάζεται ένα σχέδιο Β, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι τώρα στην πραγματικότητα το σχέδιο Α. Για περισσότερα από τρία χρόνια, η Ευρώπη έχει αγνοήσει την πολύ προφανή λύση στο πρόβλημά της», λέει ο Ash.

Τα χρήματα της CBR

Ο Ash, και πολλοί άλλοι, υποστηρίζουν εδώ και αρκετά χρόνια να κατασχεθούν τα 300 δισ. δολάρια των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας (CBR) και να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή του πολέμου. Η ιδέα επανήλθε πρόσφατα στη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στην Κοπεγχάγη την 1η Σεπτεμβρίου, αλλά τελικά απορρίφθηκε. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen το έθεσε επίσης κατά τη διάρκεια της ομιλίας της για την κατάσταση της ΕΕ (βλ. βίντεο, βλ. απομαγνητοφώνηση) στις 10 Σεπτεμβρίου, αλλά δήλωσε ότι η ιδέα έχει πλέον αποσυρθεί από το τραπέζι.

Το πρόβλημα είναι ότι τα χρήματα έχουν μεν δεσμευτεί, αλλά τεχνικά εξακολουθούν να ανήκουν στην Τράπεζα της Ρωσίας. Η κατάσχεσή τους – η ανάληψη της κυριότητας και η δαπάνη τους – σε αντίθεση με την απλή δέσμευσή τους, θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη τόσο στο ευρώ όσο και στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, λένε οι επικριτές – κάτι που οι κεντρικοί τραπεζίτες στην Ευρώπη δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν. Εν τω μεταξύ, η φον ντερ Λάιεν πρότεινε ότι τα χρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιο “δημιουργικά” και να επενδυθούν σε κάποιου είδους “ομόλογα νίκης” για τη δημιουργία περισσότερων εσόδων. Τα κέρδη από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για να στηρίξουν ένα δάνειο ύψους 50 δισ. δολαρίων της G7 για την Ουκρανία, το πρόγραμμα έκτακτης επιτάχυνσης των εσόδων (ERA), αλλά το δάνειο αυτό έχει ήδη καταβληθεί σχεδόν πλήρως ***.

Ενώ οι ηγέτες της ΕΕ αισθάνονται πολύ δυσάρεστα σχετικά με την κατάσχεση των χρημάτων της CBR, μπροστά στην προοπτική μιας ρωσικής στρατιωτικής νίκης στην Ουκρανία, η πίεση για την αρπαγή αυτών των κεφαλαίων θα αυξάνεται σταθερά.

«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν πίσω στο ζήτημα της δέσμευσης, κατάσχεσης και χρήσης των περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας (CBR) ύψους 330 δισ. δολαρίων που βρίσκονται σε Δυτικές δικαιοδοσίες», λέει ο Ash. «Τα χρήματα αυτά θα χρηματοδοτούσαν επαρκώς τις αμυντικές ανάγκες της Ουκρανίας για έναν μακροχρόνιο πόλεμο και θα έστελναν ένα ισχυρό μήνυμα ότι η Ουκρανία μπορεί να ανταπεξέλθει στο μακροχρόνιο πολεμικό σενάριο του Πούτιν και στη δική του προβληματική οικονομία. Αυτό θα αύξανε το ρίσκο του Κρεμλίνου ως προς τη συνέχιση του επιθετικού του πολέμου και πολύ πιθανόν θα το ανάγκαζε να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

«Οι αντίπαλοι της ανάγκης κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων της CBR της Ρωσίας έχουν ένα οπλοστάσιο δικαιολογιών, αν και καμία δεν είναι πολύ πειστική. Τέτοια επιχειρήματα είναι, ούτως ή άλλως, λιγότερο αποτελεσματικά όσο χειροτερεύει το χρηματοδοτικό δίλημμα της Ουκρανίας», υποστηρίζει ο Ash, υπογραμμίζοντας το δίλημμα που αντιμετωπίζει τώρα η Ευρώπη. «Και ενώ αυτοί οι επικριτές βάζουν ως στόχο να εξηγήσουν τι πιστεύουν ότι δεν θα λειτουργήσει, δεν υπάρχουν προτάσεις [από αυτούς] για το τι θα λειτουργήσει».

Έρχεται κρίση

Μια κρίση πλησιάζει. Η εξάρτηση από τη συνδρομή των ευρωπαίων φορολογουμένων δεν είναι πλέον βιώσιμη. Οι πολιτικές επιπτώσεις από την αφαίμαξη των ευρωπαϊκών οικονομιών και την εκτίναξη των ελλειμμάτων και του χρέους είναι ήδη ορατές, τροφοδοτώντας μια λαϊκή αντίδραση και την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη. Το AfD («Alternative für Deutschland») της Γερμανίας μόλις τριπλασίασε το ποσοστό του στις περιφερειακές εκλογές στη Γερμανία αυτό το Σαββατοκύριακο, λαμβάνοντας το 15% των ψήφων στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, το κρατίδιο καταγωγής του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Το AfD προηγείται πλέον στις εθνικές δημοσκοπήσεις. Παρόμοια πράγματα συμβαίνουν και στην υπόλοιπη ΕΕ.

«Και παρόλα αυτά, η εναλλακτική λύση της ουκρανικής χρεοκοπίας και ήττας είναι ένα τρομακτικό φάντασμα για την ήπειρο», λέει ο Ash. «Αν συμβεί αυτό, η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλά, πολλά εκατομμύρια Ουκρανών που θα μετακινηθούν προς τη Δύση, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό της ιστό. Οι συνέπειες γίνονται χειρότερες όσο πιο προσεκτικά εξετάζονται».

Ο Ash συνεχίζει ζωγραφίζοντας μια ζοφερή εικόνα για το πώς θα έμοιαζε η Ευρώπη αν η Ουκρανία χάσει: Τα δύο μεγαλύτερα στρατιωτικά βιομηχανικά συγκροτήματα της Ευρώπης θα πέσουν στα χέρια του Κρεμλίνου, οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες θα πρέπει να αυξηθούν αμέσως στο 5% του ΑΕΠ, τα ελλείμματα του προϋπολογισμού και οι ανάγκες δανεισμού θα εκτοξευθούν, τα επιτόκια σε όλη την Ευρώπη θα αυξηθούν, και η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί.

«Οι πολέμιοι της κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων της CBR, ιδίως το Βέλγιο, η Euroclear και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), πρέπει να περιγράψουν λεπτομερώς το ακριβές σχέδιό τους για την άμυνα της Ευρώπης, εάν τα δισεκατομμύρια της Ρωσίας μείνουν ανεκμετάλλευτα», λέει ο Ash. «Προς το παρόν, το μόνο που βλέπουμε είναι αμήχανα πρόσωπα – δεν έχουν κανένα σχέδιο».

Το πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι υποθέτει ότι η μόνη λύση είναι να χρηματοδοτηθεί η Ουκρανία για να συνεχίσει τον πόλεμο με την εξίσου μάταιη ελπίδα ότι η ρωσική οικονομία θα καταρρεύσει τελικά ή ότι ο Τραμπ θα μπει ξανά στο παιχνίδι και θα επιβάλει τόσο σκληρές κυρώσεις στη Ρωσία, ώστε ο Πούτιν θα αναγκαστεί να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων – ένα εξίσου απίθανο σενάριο.

Βραχυπρόθεσμα, το μόνο άμεσα διαθέσιμο σενάριο που μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο είναι ότι ο Ζελένσκι θα αποδεχθεί τους όρους που έχει θέσει το Κρεμλίνο στους διάφορους γύρους συνομιλιών φέτος κατά το πρότυπο της αποτυχημένης ειρηνευτικής συμφωνίας της Κωνσταντινούπολης το 2022. Πρόκειται ουσιαστικά για τη φινλανδοποίηση της Ουκρανίας, όπου παραδίδει το 20% του εδάφους της, επιστρέφει στην ουδετερότητα και υπόσχεται να μην ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ. Υπάρχουν κάποιες δύσκολες επιλογές μπροστά μας και καμία από τις εναλλακτικές λύσεις δεν είναι ιδιαίτερα εύπεπτη.

Πηγή: bne IntelliNews

 

*Η συζήτηση για το πώς μπορούν να κατασχεθούν τα ρωσικά διαθέσιμα, χωρίς αυτό να θεωρηθεί κατάσχεση από τα δικαστήρια, κρατά τρία χρόνια τώρα. Το τελευταίο σχέδιο, που όμως δεν είναι ευρέως αποδεκτό και δεν εγκρίθηκε στην τελευταία συνάντηση των υπουργών εξωτερικών της ΕΕ στην Κοπεγχάγη (1 Σεπτεμβρίου) όπου συζητήθηκε, προβλέπει την «επένδυση» των ρωσικών χρημάτων σε zero-coupon ομόλογα που θα εκδώσει η Κομισιόν υπό την εγγύηση των κυβερνήσεων των κρατών-μελών και την μεταφορά των χρημάτων στη συνέχεια στο Κίεβο ως δάνειο που θα παράσχει η Κομισιόν. Δεδομένου ότι, όπως όλοι αντιλαμβάνονται, το δάνειο αυτό ποτέ δεν πρόκειται να αποπληρωθεί, επιδιώκεται η σύνδεσή του με «πολεμικές αποζημιώσεις» που θα υποχρεωθεί—κατά το σχέδιο—να καταβάλει η Ρωσία, δηλαδή ουσιαστικά να πληρώσει η Ρωσία ως αποζημιώσεις προς το Κίεβο τα χρήματα που θα λάβει για την αποπληρωμή του δανείου, επομένως να μη λάβει πίσω τίποτα—έτσι κι αλλιώς τα χρήματα θα έχουν φαγωθεί. Το ρίσκο εδώ είναι μεγάλο για τις εγγυήτριες κυβερνήσεις, διότι, πέρα από ενδεχόμενη δικαστική κατάπτωση του όλου κόλπου, πιθανότατα το Κίεβο να υποχρεωθεί, λόγω της έκβασης του πολέμου, να αποποιηθεί των υποτιθέμενων ‘πολεμικών αποζημιώσεων’ στις οποίες υπολογίζει (στα χαρτιά) η Κομισιόν, οπότε και πάλι υπόλογες για την αποπληρωμή του δανείου θα είναι οι κυβερνήσεις των χωρών μελών, δηλαδή οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Χωρίς υπερβολή, στην κατάσταση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή η ΕΕ, μια τέτοια εξέλιξη πιθανότατα θα σημάνει το τέλος της.

**Με τον όρο Bankova αναφέρεται συνήθως το προεδρικό γραφείο της Ουκρανίας από το όνομα του δρόμου στον οποίο βρίσκεται.

***Οι τόκοι από ομόλογα κ.λπ. στα οποία ήταν τοποθετημένα τα διαθέσιμα της CBR έχουν χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση εξασφάλισης του δανείου των 50 δις δολαρίων σε μια αμφιλεγόμενη κίνηση τόσο ως προς τη νομιμότητά της όσο και ως προς την πραγματική εξασφάλιση που δίνουν οι τόκοι μερικών δις δολαρίων σε δάνειο ύψους 50 δις.

Ποια μπορεί να είναι η απάντηση της Κίνας στον πόλεμο δασμών του Τραμπ;

Ο Wang Huiyao, πρόεδρος της CCG (Center for China and Globalization – σ.μτφ. πρόκειται για το Κέντρο για την Κίνα και την Παγκοσμιοποίηση, ένα think tank που εδρεύει στην Κίνα), μιλάει στο Associated Press για το πώς θα επηρεάσει ο πόλεμος δασμών που ξεκίνησε ο Τραμπ το εμπόριο και τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ. Η συζήτηση έγινε στις 4 Απριλίου, όταν οι ανακοινωθέντες δασμοί ήταν ακόμα στο 54% (σήμερα έχουν φτάσει στο 125%) και πριν ο Τραμπ ανακοινώσει την αναστολή δασμών για όλο τον υπόλοιπο κόσμο για 90 ημέρες, πλην αυτών προς την Κίνα. Η συζήτηση διατηρεί ωστόσο τη χρησιμότητά της καθώς δείχνει πλευρές της οπτικής των Κινέζων.

Οι βασικές εκτιμήσεις του Wang Huiyao είναι ότι η απόφαση του Τραμπ να αυξήσει δραστικά τους δασμούς σε χώρες που εκτείνονται σε όλο τον κόσμο είναι «αυτοκαταστροφική», ότι θα προκαλέσουν βαρύτατες επιβαρύνσεις σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Ασίας, ενώ εκτιμούν ότι πρόκειται για έναν εμπορικό πόλεμο με όλο τον κόσμο. Αντίθετα, η στρατηγική της Κίνας είναι να εμπορεύεται περισσότερο με τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική, με την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Εκτιμά τέλος ότι η Κίνα θα γίνει το μεγαλύτερο εμπορικό έθνος και ότι η οικονομία της θα συναλλάσσεται περισσότερο με άλλα έθνη με τις ΗΠΑ … να απομονώνονται περισσότερο.

AP

Τι πιστεύετε – ποια στρατηγική μπορεί να ακολουθήσει η Κίνα έναντι των δασμών που ανακοίνωσε ο Πρόεδρος Τραμπ;

Henry Huiyao Wang

Λοιπόν, υπάρχουν πολλά πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, ο νέος εμπορικός δασμός του Τραμπ είναι αντιπαραγωγικός και πιθανότατα και αυτοκαταστροφικός, επειδή οι ΗΠΑ υπολογίζουν μόνο το έλλειμμα αγαθών που έχουν. Δεν υπολογίζουν το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα υπηρεσιών που έχουν. Ξέρετε, έχουν 300 δισεκατομμύρια δολάρια ή και περισσότερα στο εμπορικό πλεόνασμα υπηρεσιών. Έτσι, αν το αφαιρέσετε αυτό από το έλλειμμα αγαθών, αυτό μειώνει τρομερά το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών των ΗΠΑ. Το εμπόριο υπηρεσιών των ΗΠΑ είναι πάντα πλεονασματικό.

Και στη συνέχεια, έχετε ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα εμπορικών πληρωμών σε δολάρια ΗΠΑ, και οι ΗΠΑ έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα έχοντας αυτά τα δολάρια. Επίσης, προσελκύουν όλες τις επενδύσεις στις ΗΠΑ. Έτσι, υπάρχει μια τεράστια ροή κεφαλαίων προς τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Έτσι, μπορείτε να δείτε ότι έχουν πολλά οφέλη, όχι μόνο από το έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών. Έχουν πλεόνασμα στο εμπόριο υπηρεσιών. Έχουν πλεόνασμα στη χρηματοδότηση. Έχουν πλεόνασμα στις επενδύσεις. Έχουν πλεόνασμα στη συγκέντρωση του ταλέντου. Ξέρετε, οι ΗΠΑ απλώς συγκεντρώνουν από παντού, εκτός από το εμπόριο αγαθών, επειδή το εμπόριο αγαθών είναι βαρέων καθηκόντων, εντάσεως εργασίας, βρώμικης παραγωγής και μη φιλικό προς το περιβάλλον. Αυτό οι ΗΠΑ το έχουν εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό, ή ίσως να το έχουν εγκαταλείψει σκόπιμα. Δεν θα πρέπει να θεωρείται κάτι κακό.

Επομένως, πρόκειται για ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Η Κίνα και η Ινδία έχουν πολλά εργατικά χέρια. Η ASEAN έχει πολλά εργατικά χέρια. Έτσι, όλα τα πράγματα έντασης εργασίας βρίσκονται σε αυτές τις χώρες. Τώρα οι ΗΠΑ λένε: «Ω, θα μεταφέρουμε πίσω όλη την παραγωγή έντασης εργασίας ή κάτι τέτοιο». Δεν νομίζω ότι αυτό θα συμβεί. H αυτοκινητοβιομηχανία και ορισμένες άλλες βιομηχανίες, παρόλο που υπάρχει κάποια αυτοματοποίηση, εξακολουθούν να είναι αρκετά ενεργοβόρες. Νομίζω ότι η στρατηγική που χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ δεν είναι σωστή.

Όσον αφορά τα κινεζικά αντίμετρα, βλέπουμε τις ΗΠΑ να ξεκινούν τον εμπορικό πόλεμο σε αυτή τη θητεία, αλλά θυμηθείτε ότι οι ΗΠΑ έβαζαν ήδη δασμούς από την πρώτη θητεία Τραμπ. Αλλά είναι πραγματικά αντιπαραγωγικό, διότι το εμπόριο της Κίνας με τις ΗΠΑ συνήθιζε να φτάνει περίπου στο 20% του συνολικού εμπορίου της Κίνας. Μετά τον εμπορικό πόλεμο κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, έφτασε περίπου στο 11% ή 10%. Ήταν σχεδόν μειωμένο κατά το ήμισυ. Ωστόσο, το εμπόριο των ΗΠΑ με την Κίνα, από τότε που ο Τραμπ ξεκίνησε τον εμπορικό πόλεμο στην πρώτη θητεία, αυξήθηκε κατά 20%. Δεν μειώθηκε. Μπορείτε να δείτε ότι δεν επηρέαζε πραγματικά την Κίνα τόσο πολύ.

Αλλά αυτή τη φορά, με τον νέο γύρο δασμών, όχι μόνο στην Κίνα, τώρα με στόχο όλο τον κόσμο, αυτό θα επηρεάσει πραγματικά όχι μόνο την Κίνα, αλλά την ΕΕ, τον Καναδά, το Μεξικό, τη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή και την ASEAN, πολλές χώρες. Αυτό θα ωθήσει όλα αυτά τα έθνη – τα άλλα 80 ή 75% του παγκόσμιου ΑΕΠ – να ανταλλάξουν περισσότερα εμπορεύματα μεταξύ τους. Να ξεχάσουν τις ΗΠΑ ή ίσως να συναλλάσσονται λιγότερο με τις ΗΠΑ. Αυτό είναι πραγματικά κακό για την αμερικανική οικονομία μακροπρόθεσμα.

Ίσως θα μπορούσαν να κερδίσουν βραχυπρόθεσμα, αλλά νομίζω ότι ακόμη και βραχυπρόθεσμα, μπορεί να διαταράξει σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια αγορά και να δημιουργήσει αβεβαιότητες. Ξέρετε, στις επιχειρήσεις αρέσει η βεβαιότητα. Θέλουν να επενδύουν σε ένα σταθερό περιβάλλον. Έτσι, τώρα όλοι κρατούν τα χρήματά τους σφιχτά στη τσέπη τους, και τότε κανείς δεν πρόκειται να επενδύσει ή ίσως ακόμη και να υπάρξει αποεπένδυση. Αυτό θα είναι πολύ κακό.

Επειδή η Κίνα αγοράζει πολύ λιγότερα από τις ΗΠΑ τώρα, δεν νομίζω ότι μπορεί να κάνει πολλά στα εμπορικά μέτρα. Για παράδειγμα, όταν ο πρόεδρος Τραμπ εισήγαγε δασμούς 10% και πρόσθεσε άλλο ένα 10% σε όλες τις κατηγορίες κινεζικών προϊόντων, η Κίνα εισήγαγε αντίμετρα μόνο σε περίπου 100 κατηγορίες – όχι σε όλες τις κατηγορίες, μόνο σε 100 κατηγορίες.

Βλέπετε, λοιπόν, ότι η στρατηγική της Κίνας είναι να εμπορεύεται περισσότερο με την ASEAN και τη Λατινική Αμερική, και βλέπω ότι το εμπόριο Κίνας-ΕΕ θα γνωρίσει μια ακόμη έκρηξη. Η Κίνα εμπορεύεται επίσης περισσότερο με τις χώρες της Ζώνης (BRI – Belt and Road Initiative). Τώρα, το ήμισυ του εμπορίου της Κίνας είναι με τις χώρες της Ζώνης και το 70% του εμπορίου της Κίνας είναι με χώρες εκτός των G7. Επίσης, ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας είναι η ASEAN.

Προσπαθώ να είμαι αρκετά προσεκτικός αλλά και προσγειωμένος. Νομίζω ότι η Κίνα θα περάσει αυτή την εμπορική διαταραχή που προκαλείται από την αμερικανική κυβέρνηση και νομίζω ότι το πιθανό αποτέλεσμα είναι ότι η Κίνα θα γίνει το μεγαλύτερο εμπορικό έθνος με περισσότερες χώρες και οι ΗΠΑ μπορεί να υποφέρουν στο τέλος, να απομονωθούν περισσότερο και ίσως να ξαναζήσουν ακόμη και την ύφεση του 1927 που επηρέασε ολόκληρο τον κόσμο. Θέλω να πω, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφή.

Έτσι, είναι πολύ σημαντικό για την Κίνα να μην ακολουθήσει αυτόν τον εμπορικό πόλεμο, να μην απαντήσει τρέχοντας σε ένα καθοδικό δρόμο. Ας τρέξει προς την κορυφή. Ενώ οι ΗΠΑ αυξάνουν τους δασμούς σε μια σειρά από χώρες, η Κίνα έχει μειώσει τους δασμούς στο μηδέν για 43 χώρες. Ας τρέξουμε λοιπόν προς την κορυφή. Η Κίνα το κάνει αυτό. Νομίζω ότι, στο τέλος, αυτό θα αποδώσει για την Κίνα.

AP

Νομίζω ότι η Κίνα πρέπει να κάνει κάτι ως απάντηση. Πιστεύετε ότι τα αντίμετρα θα υπερβούν το πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής;

Henry Huiyao Wang

Είναι λίγο παράλογο για τη σημερινή κυβέρνηση των ΗΠΑ να δρομολογήσει αυτού του είδους την καταστροφική κίνηση στην παγκόσμια εμπορική πρακτική και το εμπορικό σύστημα. Το «Make America Great Again», ξέρετε, ουσιαστικά επιστρέφει στο νόμο της ζούγκλας, με τον καθένα να προστατεύει μόνο τα δικά του συμφέροντα. Δεν είναι το Make the World Great Again, αλλά απλά το Make America Great Again. Αυτό θα έχει πραγματικά τεράστιο αντίκτυπο στον υπόλοιπο κόσμο.

Πιστεύω ότι η Κίνα μπορεί ακόμα να κάνει ως προς τον εμπορικό πόλεμο μερικά πράγματα επιλεκτικά. Αλλά κυρίως, αυτό που μπορεί να κάνει η Κίνα είναι να διαφοροποιήσει το εμπόριο της Κίνας με πολλές άλλες χώρες, όπως κάνει ήδη η Κίνα, και αυτό θα ωθήσει τις κινεζικές εταιρείες να γίνουν παγκόσμιες πριν από το χρονοδιάγραμμα. Ξέρετε, στο μέλλον, δεν θα είναι Made in China-θα είναι Made in the World, για την Κίνα, για τον κόσμο.

Ένα άλλο πράγμα είναι ότι από τις δύο συνόδους που μόλις ολοκληρώσαμε τον περασμένο μήνα, είναι σαφές ότι η Κίνα πρόκειται να κάνει περισσότερα για την εγχώρια κατανάλωση και την εγχώρια κυκλοφορία. Επιπλέον, η Κίνα κάνει πολλά στην τεχνητή νοημοσύνη, στις νέες ποιοτικές παραγωγικές δυνάμεις και στη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια. Αυτό θα φέρει την Κίνα σε πιο ευνοϊκή θέση.

Έτσι, νομίζω ότι μια Κίνα που τα πηγαίνει καλά στον κόσμο είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστούν αυτοί οι εμπορικοί δασμοί και ο εμπορικός πόλεμος.

AP

Πώς θα επηρεάσει αυτό τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ;

Henry Huiyao Wang

Νομίζω ότι αυτό θα επηρεάσει τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ διότι, τελικά, η Κίνα και οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες και οι δύο μεγαλύτερες γεωπολιτικές δυνάμεις στον κόσμο.

Βλέπω ότι ο πρόεδρος Τραμπ εδραιώνει τη θέση του στη Βόρεια Αμερική. Κάνει περισσότερα με τον Καναδά, το Μεξικό, τη Γροιλανδία, τον Παναμά – βασικά, η Βόρεια Αμερική εδραιώνεται – και μάλιστα κάνει μια μεγάλη ένωση της Βόρειας Αμερικής. Αυτό δεν είναι δημοφιλές στην Ευρώπη.

Βλέπω επίσης ότι η Κίνα θα βελτιώσει σημαντικά τις σχέσεις της με την ΕΕ, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ινδία – ξέρετε, όλες αυτές τις γειτονικές χώρες…

AP

Υπάρχει μια εικασία ότι ο Τραμπ ξεκίνησε αυτόν τον δασμό κατά της Κίνας επειδή θέλει να έχει περαιτέρω διαπραγματεύσεις με την Κίνα. Ο κόσμος θα πίστευε ότι ο Τραμπ θα ήθελε να χρησιμοποιήσει τους δασμούς ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Συμφωνείτε με αυτή την ιδέα;

Henry Huiyao Wang

Απολύτως. Ο Τραμπ είναι επιχειρηματίας και είναι πολύ της διαπραγμάτευσης, πράγμα που είναι καλό. Θέλω να πω, αν ένας επιχειρηματίας διοικεί τη χώρα, το να είναι πιο πολύ διαπραγματευτής, είναι απολύτως κατανοητό. Ξεκινώντας τον εμπορικό πόλεμο, ελπίζω ότι αυτό δεν θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά και θα βάλει τους ανθρώπους πίσω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό έκανε στην πρώτη θητεία του. Θυμάμαι ότι ο Lighthizer, ο Mnuchin και ο αντιπρόεδρος Liu He ταξίδευαν συχνά μεταξύ των δύο χωρών για την επίτευξη της εμπορικής συμφωνίας, της συμφωνίας της πρώτης φάσης. Ας συνεχίσουμε λοιπόν τη δεύτερη φάση, την τρίτη φάση.

Έτσι, νομίζω ότι, σίγουρα, οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ μπορούν να βελτιωθούν. Βλέπουμε τον Πρόεδρο Τραμπ να προσκαλεί τον Πρόεδρο Σι στην ορκωμοσία του. Ο Κινέζος αντιπρόεδρος Χαν Ζενγκ πήγε εκεί και στη συνέχεια ο πρόεδρος Τραμπ είπε ότι ήθελε να έχει μια τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρόεδρο Σι ή να προσκαλέσει τον πρόεδρο Σι στις ΗΠΑ, κάτι που είναι σπουδαίο. Βλέπουμε πολλές ευκαιρίες, είτε πρόκειται για τη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου είτε για την 80ή επέτειο της ειρήνης του ΟΗΕ για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, η Κίνα θα γιορτάσει, στις 3 Σεπτεμβρίου, την 80ή επέτειο της νίκης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατά της ιαπωνικής εισβολής. Είμαι βέβαιος ότι πολλοί παγκόσμιοι ηγέτες θα έρθουν γι’ αυτό. Εάν ενδιαφέρεται ο Πρόεδρος Τραμπ, είμαι βέβαιος ότι θα είναι επίσης ευπρόσδεκτος. Έτσι, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου πιστεύω ότι οι δύο πρόεδροι μπορούν να συναντηθούν και η διπλωματία των αρχηγών κρατών είναι πάντα η καλύτερη πρακτική για τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ. Και, αν όχι, του χρόνου έχουμε τη σύνοδο κορυφής του APEC στην Κίνα. Είμαι βέβαιος ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα έρθει και πάλι. Έτσι, υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τη βελτίωση των διμερών σχέσεων.

AP

Λέτε λοιπόν ότι η Κίνα είναι πρόθυμη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ποιο είναι το συναίσθημα που εισπράτετε από την κινεζική κυβέρνηση; Ποια είναι η προσέγγιση της Κίνας απέναντι στους εμπορικούς δασμούς;

Henry Huiyao Wang

Όπως είπα, η κινεζική κυβέρνηση κάνει πολλά πράγματα. Δεν ασκεί μόνο μία πολιτική. Για παράδειγμα, η Κίνα έχει επιλέξει ορισμένους στόχους αντιποίνων, όπως έκανε με τους δασμούς 20% στο παρελθόν. Θα μπορούσε, φυσικά, να επιλέξει μερικούς ακόμη. Νομίζω ότι υπάρχουν πάντα διαθέσιμα εργαλεία για να το κάνει αυτό. Αλλά φυσικά, η Κίνα δεν βασίζεται σε αυτό. Η Κίνα βασίζεται επίσης στην τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης, στην ενίσχυση της οικονομικής αυτοδυναμίας και στις συναλλαγές με άλλα έθνη, όπως έχει ήδη γίνει. Και στη συνέχεια, οι κινεζικές εταιρείες μπορούν να εξάγουν προϊόντα στον κόσμο τώρα – στην Ευρώπη, την ASEAN, τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική. Έτσι, αυτός ο δασμός θα ωθήσει τις κινεζικές εταιρείες να γίνουν παγκόσμιες νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα.

Νομίζω ότι η Κίνα έχει έναν συνδυασμό διαφοροποίησης του εμπορίου, στηριζόμενη στην εγχώρια οικονομία και, φυσικά, στοχεύοντας σε μερικούς τομείς όπου η Κίνα μπορεί να έχει αντίκτυπο στις ΗΠΑ, όπως οι σπάνιες γαίες, οι οποίες εξακολουθούν να είναι τα πιο περιζήτητα αγαθά της Κίνας σε όλο τον κόσμο. Η Κίνα εξακολουθεί να έχει κυρίαρχη θέση σε αυτόν τον τομέα. Έτσι, υπάρχουν πολλά, πολλά μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η Κίνα για να αντισταθμίσει αυτόν τον δασμό.

AP

Θα μπορούσατε να αναλύσετε περισσότερο, εστιάζοντας στις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ;

Henry Huiyao Wang

Νομίζω ότι οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ στη δεύτερη θητεία του Τραμπ πιθανώς θα βελτιωθούν. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι, αυτή τη θητεία, ο Τραμπ δεν στοχεύει μόνο στην Κίνα – στοχεύει στον κόσμο. Τώρα, ονόμασε την 2η Απριλίου «Ημέρα Απελευθέρωσης» και λέει ότι ο κόσμος έχει εκμεταλλευτεί τις ΗΠΑ. Επιδιώκει αυτό που αποκαλεί «αμοιβαία μεταχείριση» για τον υπόλοιπο κόσμο- η Κίνα είναι απλώς μέρος αυτού.

Στην πρώτη του θητεία, επικεντρώθηκε πραγματικά στην Κίνα και δημιούργησε μια συναίνεση για την Κίνα. Αλλά από την εκλογή του, ο Τραμπ έχει πει 30 με 40 φορές καλά πράγματα για την Κίνα -ο πρόεδρος Σι είναι καλός φίλος, έχουμε καλή σχέση με την Κίνα, το εκπαιδευτικό σύστημα της Κίνας είναι καλύτερο από το δικό μας- όλα αυτά τα καλά πράγματα. Και δεν ακούει κανείς πάρα πολλά αρνητικά πράγματα. Έτσι, πιστεύω ότι, όπως είπε ο Πρόεδρος Τραμπ, «η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν από κοινού να λύσουν όλα τα προβλήματα του κόσμου».

Νομίζω ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται επίσης την Κίνα. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ παίζουν τώρα βασικό ρόλο σε αυτόν τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας και τώρα έχουν ειρηνευτικές συνομιλίες. Οι ΗΠΑ έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα στείλουν στρατεύματα στο έδαφος της Ουκρανίας και ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ είπε ότι πρέπει να λάβουν μέρος στη διευθέτηση τα ευρωπαϊκά στρατεύματα και τα μη ευρωπαϊκά στρατεύματα. Τον άκουσα να το λέει αυτό στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Αν λοιπόν μιλάμε για μη ευρωπαϊκά στρατεύματα, ποια είναι αυτά; Έχετε την Ινδία, έχετε τη Βραζιλία και στη συνέχεια έχετε την Κίνα.

Νομίζω ότι ίσως θα έπρεπε να επιστρέψουμε στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Είμαι σίγουρος ότι η Ρωσία δεν θέλει ξανά ευρωπαϊκά στρατεύματα του ΝΑΤΟ στα σύνορα, γιατί αυτός είναι ο λόγος που ξεκίνησε τον πόλεμο. Αν έχουμε μια ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ εκεί, με δυνάμεις από τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία, τότε θα έχετε μια εγγύηση όχι μόνο από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, αλλά και από τις χώρες BRICS – την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία. Αυτό θα ήταν πιο αποδεκτό και από τις δύο πλευρές και θα μπορούσε να επιτευχθεί ειρήνη.

Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε κατά την εναρκτήρια ομιλία του ότι θέλει να είναι ειρηνοποιός και ενοποιητής. Οι άνθρωποι λένε ότι θέλει να πάρει το Νόμπελ Ειρήνης. Νομίζω ότι αυτός είναι ο στόχος του -δεν θέλει να ξεκινήσει στρατιωτικούς πολέμους. Μειώνει το προσωπικό του Πενταγώνου και εξορθολογίζει την αμερικανική κυβέρνηση. Θέλει να κάνει πολλές μεταρρυθμίσεις.

Στο εσωτερικό μέτωπο, κάνει μεταρρυθμίσεις για να προσελκύσει ξένες επενδύσεις, μειώνοντας τους φόρους έως και 15%. Είπε ότι καλωσορίζει τις κινεζικές εταιρείες να επενδύσουν στις Η.Π.Α. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένας άλλος τρόπος αντιμετώπισης των εμπορικών δασμών – κινεζικές εταιρείες που πηγαίνουν στις Η.Π.Α. και επενδύουν εκεί, όπως έκαναν οι ιαπωνικές εταιρείες τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, γεγονός που γρήγορα ηρέμησε τα παράπονα των Η.Π.Α..

Έτσι, βλέπω ότι η Κίνα και οι ΗΠΑ έχουν τεράστιες ευκαιρίες συνεργασίας. Αν ο Τραμπ θέλει να είναι ένας πρόεδρος της ειρήνης για τον κόσμο, χρειάζεται πραγματικά την Κίνα για να παράσχει την τελική διευθέτηση στον πόλεμο Ουκρανίας-Ρωσίας. Η Ρωσία είπε επίσης ότι χρειάζεται τον ΟΗΕ, οπότε η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ θα ήταν ο ιδανικός τρόπος για να λυθεί αυτό το ζήτημα.

Υπάρχουν και άλλα ζητήματα – η Παλαιστίνη και το Ισραήλ, το Ιράν, οι Χούτι και η Βόρεια Κορέα. Αν ο Τραμπ θέλει να λύσει ή να περιορίσει αυτά τα ζητήματα, χρειάζεται την Κίνα, όπως η Κίνα μεσολάβησε για μια ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας.

Έτσι, νομίζω ότι αυτό είναι πιθανώς αυτό που θέλει ο Τραμπ να είναι η Κίνα – ένας σπουδαίος εταίρος σε όλα αυτά τα παγκόσμια ζητήματα. Αν είναι έτσι, τότε η Κίνα και οι ΗΠΑ θα έχουν πιο σταθερές σχέσεις.

Οι άνθρωποι μιλούν για το φαινόμενο Νίξον, όπου η Ρωσία μπορεί να έρθει πιο κοντά στις ΗΠΑ και να στραφεί εναντίον της Κίνας. Πραγματικά πιστεύω ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, επειδή η Ρωσία έχει ένα τεράστιο χάσμα και δυσπιστία με τις δυτικές χώρες περισσότερο από ποτέ, εδώ και 80 χρόνια από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τώρα, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, αυτή η δυσπιστία θα βαθύνει για άλλα 5, 10 ή ακόμη και 20 χρόνια. Δεν νομίζω ότι θα συμφιλιωθούν γρήγορα και ότι θα έρθουν κοντά.

Επίσης, η οικονομία της Ρωσίας, στην οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις από όλες τις δυτικές χώρες, βασίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα. Το 2024, η αύξηση του ΑΕΠ της Ρωσίας έφτασε το 4,1%, το οποίο είναι πολύ υψηλό για τα τελευταία χρόνια – σε μεγάλο βαθμό λόγω του κανονικού εμπορίου με την Κίνα. Έτσι, νομίζω ότι η Ρωσία εξαρτάται από την Κίνα ακόμη περισσότερο τώρα, και η δυσπιστία και το χάσμα της με τη Δύση έχουν βαθύνει πολύ, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Δεν νομίζω ότι θα ενωθούν γρήγορα και θα κάνουν συμμαχία εναντίον της Κίνας. Αυτό είναι πραγματικά ευσεβής πόθος.

Από πολλές απόψεις, οι ΗΠΑ χρειάζονται την Κίνα περισσότερο από ό,τι η Κίνα χρειάζεται τις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Τραμπ θέλει να ενοποιήσει τη Βόρεια Αμερική και οι Ευρωπαίοι είναι αντίθετοι σε αυτό. Η Κίνα επίσης δεν συμφωνεί με τη θέση των ΗΠΑ σε αυτό. Επίσης, η Διώρυγα του Παναμά – η Κίνα έχει θέσει την πώληση σε αναμονή, ή τουλάχιστον βρίσκεται σε εξέλιξη μια επανεξέταση. Έτσι. οι ΗΠΑ πρέπει να κάνουν συμφωνίες με την Κίνα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να συζητηθούν.

Πιστεύω ότι η φαιντανύλη είναι ένα ζήτημα που είναι πολύ μικρότερο σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα θέματα παγκόσμιας ειρήνης, όπου η Κίνα και οι ΗΠΑ μπορούν να διαδραματίσουν πολύ θετικό ρόλο. Όπως μου είπε ο Γκράχαμ Άλισον στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια, στην εκδήλωσή μου, μέχρι τον επόμενο Φεβρουάριο, σε ένα χρόνο από τώρα, οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ θα είναι καλύτερες από τη σημερινή κατάσταση.

AP

Ποια είναι όμως η στάση της Κίνας μέχρι στιγμής;

Henry Huiyao Wang

Η Κίνα στέκεται με αυτοπεποίθηση και σταθερότητα. Η Κίνα είναι στο πλευρό της πλειοψηφίας του κόσμου – κατά του εμπορικού πολέμου, κατά του απομονωτισμού, προστατεύοντας και προωθώντας το ελεύθερο εμπόριο. Η Κίνα υποστηρίζει τα Ηνωμένα Έθνη, καλύπτοντας πάνω από το 20% του σχεδίου δαπανών τους. Η Κίνα υποστηρίζει τον ΠΟΕ, τον ΠΟΥ και τις προσπάθειες για την κλιματική αλλαγή. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών και ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών μόλις την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσαν ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν τη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή.

Έτσι, μπορείτε να καταλάβετε πόσο σημαντικό είναι να συνεργάζονται η Κίνα, η ΕΕ και ο υπόλοιπος κόσμος για να αντιμετωπίσουν κάποια κακή συμπεριφορά των ΗΠΑ που αποσταθεροποιεί το πολυμερές σύστημα.

AP

Νομίζω ότι αυτές είναι ουσιαστικά όλες οι ερωτήσεις μου. Υπάρχει κάτι που θέλετε να προσθέσετε που δεν ρώτησα, αλλά θεωρείτε ότι είναι σημαντικό;

Henry Huiyao Wang

Σε γενικές γραμμές, είμαι επίσης συγκρατημένα αισιόδοξος επειδή οι ΗΠΑ θέλουν να επιτύχουν τόσα πολλά πράγματα – παγκόσμια ειρήνη, περιορισμό της φαιντανύλης και άλλα ζητήματα – ιδιαίτερα παγκόσμια ειρήνη επειδή βρισκόμαστε στα πρόθυρα πολέμου σε πολλά μέρη. Εάν οι ΗΠΑ προωθούν πραγματικά την ειρήνη, η Κίνα μπορεί να είναι ένας ισχυρός εταίρος.

Έτσι, νομίζω ότι, υπό αυτή την έννοια, ως οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, έχουν κοινά συμφέροντα. Δεν μπορούν να αφήσουν τον κόσμο να διαλυθεί εξαιτίας συγκρούσεων μεταξύ διαφορετικών χωρών. Έχουν τεράστιο συμφέρον να συνεργαστούν για να λειτουργήσει αυτός ο νέος πολυπολικός κόσμος, να διατηρήσουν, να βελτιώσουν και να ενισχύσουν το νέο πολυμερές σύστημα και να διατηρήσουν παγκόσμιους θεσμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, ο ΠΟΥ και ο ΠΟΕ.

Έτσι, νομίζω ότι υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον για τη συνεργασία των ΗΠΑ και της Κίνας.

Πηγή: The East is Read

Μετάφραση: antapocrisis

Ο οικονομικός υπεύθυνος του Τραμπ εξηγεί την οικονομική πολιτική του Τραμπ

Είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι οι δασμοί που επέβαλε ο Τραμπ είναι παιδιάστικες και βλακώδεις παρορμήσεις ενός γελοίου Προέδρου. Δεν συμφωνούμε με αυτή την επιδερμική αντίληψη. Ο κόσμος αλλάζει, και αλλάζει γρηγορότερα από τα ερμηνευτικά σχήματα που κυριαρχούν στη φιλελεύθερη Δύση και κατ’ επέκταση και στη δυτική διανόηση.

Η οικονομική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης, ανεξάρτητα από το αν θα πετύχει ή όχι τους στόχους της, έχει βαθύτερες αιτίες και είναι σημείο της νέας εποχής: Του τέλους της παγκοσμιοποίησης όπως τη γνωρίσαμε εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια, της αναδιάταξης των παγκόσμιων ισορροπιών εις βάρος της Δύσης, της ανάδυσης ενός πολυπολικού κόσμου με την Κίνα να απειλεί σοβαρά την ηγεμονία των ΗΠΑ. Η οικονομική πολιτική των δασμών (και όχι μόνο) συναρτάται απόλυτα από αυτές τις νέες καταστάσεις. Κεντρικό σημείο της είναι οι φραγμοί που επιχειρούν να στήσουν οι ΗΠΑ στον έλεγχο των εμπορικών ροών και της εφοδιαστικής αλυσίδας που ήδη έχει πετύχει η Κίνα, καθώς και το μοίρασμα του κόστους που αναπόφευκτα έχει η διατήρηση της αμερικανικής ηγεμονίας σε όλες τις σύμμαχες χώρες των ΗΠΑ. Αυτός ο διπλός στόχος εξηγεί τον πόλεμο δασμών στον οποίο επιδίδεται η διακυβέρνηση Τραμπ.

Για πληρέστερη ενημέρωση και βαθύτερη κατανόηση της πολιτικής του πολέμου δασμών που κήρυξαν οι ΗΠΑ, αναδημοσιεύουμε την παρακάτω παρέμβαση του Stephen Miran, προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του Τραμπ, ο οποίος θεωρείται από πολλούς ο ιθύνων νους της συγκεκριμένης πολιτικής που εξήγγειλε και εφαρμόζει η Ουάσινγκτον. Το παρακάτω κείμενο είναι από τη συζήτηση που έγινε στο Hudson Institute στις 7 Απριλίου 2025.

Joel Scanlon:

Είμαι ο Joel Scanlon, εκτελεστικός αντιπρόεδρος εδώ στο Ινστιτούτο Hudson. Είμαστε ευγνώμονες σε όσους από εσάς ήρθατε μαζί μας αυτοπροσώπως σε αυτό το υπέροχο ανοιξιάτικο απόγευμα, και ευχαριστώ και όσους παρακολουθούν διαδικτυακά. Είμαστε ιδιαίτερα ευγνώμονες στον Dr. Stephen Miran που είναι εδώ σήμερα για τις παρατηρήσεις του και τη συνομιλία του με τον συνάδελφό μου Tom Duesterberg. Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν είναι εύκολο να ξεφύγεις από τις καθημερινές απαιτήσεις του Λευκού Οίκου. Αλλά σε μια εποχή που νομίζω ότι είναι δίκαιο να αποκαλέσουμε αβέβαιη οικονομική συγκυρία, τόσο για την αμερικανική όσο και για την παγκόσμια οικονομία, υπάρχουν λίγες περιστάσεις για να εξηγήσουμε την οικονομική ατζέντα του προέδρου Τραμπ, αυτό που ο πρόεδρος έχει αποκαλέσει οικονομική επανάσταση, το μείγμα των πολιτικών που θα αποτελέσουν τη βάση της προσέγγισής του και τους δεσμούς μεταξύ της οικονομικής και της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Ο Δρ Μίραν υπηρέτησε επιτυχώς το Υπουργείο Οικονομικών και στην πρώτη κυβέρνηση του Προέδρου Τραμπ. Ενώ εξακολουθούσε να βρίσκεται στον ιδιωτικό τομέα ως ανώτερος στρατηγικός σύμβουλος της Hudson Bay Capital το περασμένο φθινόπωρο, συνέγραψε το επιδραστικό και ευρέως διαβασμένο εγχειρίδιο «Οδηγίες χρήσης για την αναδιάρθρωση του παγκόσμιου συστήματος συναλλαγών». Τώρα υπηρετεί ως 32ος πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του Προέδρου. Κύριε Πρόεδρε, σας ευχαριστώ πολύ που βρίσκεστε εδώ στο Hudson. Το βήμα είναι δικό σας.

Stephen Miran:

Σας ευχαριστώ όλους για την παρουσία σας εδώ. Σήμερα θα ήθελα να συζητήσω για την παροχή από τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτού που οι οικονομολόγοι αποκαλούν παγκόσμια δημόσια αγαθά για ολόκληρο τον κόσμο. Πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν μια ομπρέλα ασφαλείας που δημιούργησε τη μεγαλύτερη εποχή ειρήνης που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Δεύτερον, οι ΗΠΑ παρέχουν το δολάριο και τα αποθεματικά περιουσιακά στοιχεία των κρατικών τίτλων που καθιστούν δυνατό το παγκόσμιο εμπορικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο έχει υποστηρίξει τη μεγαλύτερη εποχή ευημερίας που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Και τα δύο αυτά μας κοστίζουν ακριβά. Από την πλευρά της άμυνας, οι ένστολοι άνδρες και γυναίκες μας αναλαμβάνουν ηρωικά σειρά κινδύνων για να κάνουν το έθνος μας στον κόσμο ασφαλέστερο, διατηρώντας τις ελευθερίες μας από γενιά σε γενιά. Και φορολογούμε σκληρά εργαζόμενους Αμερικανούς για να χρηματοδοτήσουμε την παγκόσμια ασφάλεια. Στον οικονομικό τομέα, η αποθεματική λειτουργία του δολαρίου έχει προκαλέσει επίμονες νομισματικές στρεβλώσεις και έχει συμβάλει μαζί με άλλες χώρες με αθέμιτους εμπορικούς φραγμούς σε μη βιώσιμα εμπορικά ελλείμματα.

Αυτά τα εμπορικά ελλείμματα έχουν αποδεκατίσει τον μεταποιητικό μας τομέα και πολλές οικογένειες της εργατικής τάξης στις κοινότητές τους, μόνο και μόνο για να διευκολύνουν τους μη Αμερικανούς να συναλλάσσονται μεταξύ τους. Επιτρέψτε μου να διευκρινίσω ότι με τον όρο αποθεματικό νόμισμα εννοώ όλες τις διεθνείς λειτουργίες του δολαρίου, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών αποταμιεύσεων και του εμπορίου. Έχω χρησιμοποιήσει συχνά το παράδειγμα ότι όταν οι ιδιωτικοί παράγοντες σε δύο διαφορετικές ξένες χώρες συναλλάσσονται μεταξύ τους, αυτό συνήθως γίνεται σε δολάρια λόγω της ιδιότητας του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος. Αυτό το εμπόριο συνεπάγεται αποταμιεύσεις που εκφράζονται με τίτλους σε δολάρια, συχνά σε ομόλογα του Δημοσίου. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, οι Αμερικανοί πληρώνουν για την ειρήνη και την ευημερία, όχι μόνο των ίδιων, αλλά και των μη Αμερικανών. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα ανέχεται πλέον να κάνουν άλλα έθνη δωρεάν χρήση του αίματος, του ιδρώτα και των δακρύων μας, είτε πρόκειται για την εθνική ασφάλεια είτε για το εμπόριο. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη από τις πρώτες εκατό ημέρες της κινηθεί δυναμικά για να αναπροσανατολίσει τις αμυντικές και εμπορικές μας σχέσεις, ώστε να δημιουργήσει για τους Αμερικανούς ένα πιο δίκαιο καθεστώς.

Ο Πρόεδρος έχει υποσχεθεί να ανοικοδομήσει τη διαλυμένη βιομηχανική μας βάση και να επιδιώξει εμπορικούς όρους που θα βάζουν τους Αμερικανούς εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις σε προτεραιότητα. Είμαι οικονομολόγος και όχι στρατιωτικός αναλυτής, οπότε θα σταθώ περισσότερο στο εμπόριο παρά στην άμυνα, αλλά τα δύο είναι βαθιά συνδεδεμένα. Για να καταλάβετε πώς λειτουργεί αυτό, φανταστείτε δύο ξένα έθνη, ας πούμε την Κίνα και τη Βραζιλία, που συναλλάσσονται μεταξύ τους. Καμία από τις δύο χώρες δεν έχει ένα νόμισμα που να είναι αξιόπιστο, ρευστοποιήσιμο και μετατρέψιμο, γεγονός που καθιστά τις συναλλαγές μεταξύ τους δύσκολες. Ωστόσο, επειδή μπορούν να συναλλάσσονται σε δολάρια ΗΠΑ που υποστηρίζονται από αμερικανικά ομόλογα, είναι σε θέση να συναλλάσσονται ελεύθερα μεταξύ τους και να ευημερούν. Τέτοιου είδους συναλλαγές μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο λόγω της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ που διασφαλίζει την οικονομική μας σταθερότητα και την αξιοπιστία του δανεισμού μας. Η στρατιωτική και οικονομική μας κυριαρχία δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη και η κυβέρνηση Τραμπ είναι αποφασισμένη να τις διατηρήσει. Αλλά η οικονομική μας κυριαρχία έχει κόστος. Ενώ είναι αλήθεια ότι η ζήτηση για δολάρια έχει διατηρήσει τα επιτόκια δανεισμού μας σε χαμηλά επίπεδα, έχει επίσης όμως διατηρήσει τις αγορές συναλλάγματος στρεβλές.

Αυτή η διαδικασία έχει επιβαρύνει αδικαιολόγητα τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους μας, καθιστώντας τα προϊόντα και την εργασία τους μη ανταγωνιστικά στην παγκόσμια σκηνή και αναγκάζοντας τη μείωση του εργατικού δυναμικού μας στον τομέα της μεταποίησης κατά περισσότερο από το ένα τρίτο από το υψηλότερο σημείο που έφτασε ποτέ, και ταυτόχρονα τη μείωση του μεριδίου μας στην παγκόσμια μεταποίηση κατά 40%. Πρέπει να είμαστε σε θέση να κατασκευάζουμε πράγματα σε αυτή τη χώρα, όπως είδαμε κατά τη διάρκεια του COVID, όταν πολλές από τις αλυσίδες εφοδιασμού μας δεν μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς να εξαρτώνται από τον μεγαλύτερο αντίπαλό μας, την Κίνα. Είναι σαφές ότι δεν πρέπει να βασιζόμαστε στον μεγαλύτερο αντίπαλό μας για εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για την ασφάλεια και την προστασία των πληθυσμών μας. Ούτε θα πρέπει να επιτρέπεται στον μεγαλύτερο αντίπαλό μας να επωφελείται τόσο πολύ από μια διεθνή αρχιτεκτονική ασφάλειας και χρηματοδότησης που χρηματοδοτούμε. Υπάρχουν και άλλες ατυχείς παρενέργειες από την παροχή αποθεματικών περιουσιακών στοιχείων. Άλλοι μπορεί να αγοράσουν τα περιουσιακά μας στοιχεία για να χειραγωγήσουν το δικό τους νόμισμα για να διατηρήσουν τις εξαγωγές τους φθηνές. Με τον τρόπο αυτό, καταλήγουν να διοχετεύουν τόσα πολλά χρήματα στην οικονομία των ΗΠΑ που τροφοδοτούν οικονομικές αδυναμίες και κρίσεις.

Για παράδειγμα, κατά τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης του 2008, η Κίνα μαζί με πολλά ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αύξησαν τις συμμετοχές τους σε ενυπόθηκα δάνεια των ΗΠΑ, γεγονός που συνέβαλε στην τροφοδότηση της φούσκας των ακινήτων, προωθώντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια πίστωσης στον τομέα των ακινήτων χωρίς να ληφθεί υπόψη αν οι επενδύσεις είχαν νόημα. Η Κίνα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία για να ανακάμψουμε, έως ότου ο πρόεδρος Τραμπ μάς επανέφερε στο σωστό δρόμο κατά την πρώτη του θητεία. Κατά την άποψή μου, για να συνεχιστεί η παροχή αυτών των δίδυμων παγκόσμιων δημόσιων αγαθών, πρέπει να βελτιωθεί η κατανομή των βαρών σε παγκόσμιο επίπεδο. Εάν άλλα έθνη θέλουν να επωφεληθούν από τη γεωπολιτική και οικονομική ομπρέλα των ΗΠΑ, πρέπει να σηκώσουν το βάρος τους και να πληρώσουν το μερίδιο που τους αναλογεί. Το κόστος δεν μπορεί να επιβαρύνει αποκλειστικά τους καθημερινούς Αμερικανούς που έχουν ήδη δώσει τόσα πολλά. Το καλύτερο αποτέλεσμα είναι εκείνο στο οποίο η Αμερική συνεχίζει να δημιουργεί παγκόσμια ειρήνη και ευημερία και να παραμένει ο εφεδρικός πάροχος, και οι άλλες χώρες όχι μόνο συμμετέχουν στην αποκόμιση αυτών των οφελών, αλλά συμμετέχουν και στην ανάληψη του κόστους.

Βελτιώνοντας την κατανομή των βαρών, μπορούμε να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητα, να διατηρήσουμε τα παγκόσμια συστήματα ασφάλειας και εμπορίου, να παραμείνουμε ο εφεδρικός πάροχος για πολλές δεκαετίες στο μέλλον. Επιπλέον, είναι κρίσιμο όχι μόνο για τη δικαιοσύνη αλλά και για την ικανότητα. Βρισκόμαστε υπό πολιορκία από εχθρικούς αντιπάλους που προσπαθούν να διαβρώσουν τη μεταποιητική και αμυντική βιομηχανική μας βάση και να διαταράξουν το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα. Δεν θα είμαστε σε θέση να παράσχουμε ούτε αμυντικά ούτε αποθεματικά περιουσιακά στοιχεία εάν η μεταποιητική μας ικανότητα αποψιλωθεί. Ο πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονται να παραμείνουν ο πάροχος αποθεματικών, αλλά ότι το σύστημα πρέπει να γίνει δικαιότερο. Πρέπει να ανοικοδομήσουμε τις βιομηχανίες μας για να προβάλλουμε τη δύναμη που απαιτείται για να διατηρήσουμε το εφεδρικό καθεστώς, και πρέπει να είμαστε σε θέση να πληρώνουμε τους λογαριασμούς μας για να το κάνουμε αυτό. Ποιες μορφές μπορεί να πάρει αυτή η κατανομή των βαρών; Υπάρχουν πολλές επιλογές. Ακολουθούν μερικές ιδέες.

Πρώτον, οι άλλες χώρες μπορούν να δεχθούν δασμούς στις εξαγωγές τους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς αντίποινα. Παρέχοντας έσοδα στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών για τη χρηματοδότηση της παροχής παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Τυχόν αντίποινα θα επιδεινώσουν παρά θα βελτιώσουν την κατανομή των βαρών. Αυτό μπορεί να καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη τη χρηματοδότηση των παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Δεύτερον, θα μπορούσαν να σταματήσουν τις αθέμιτες και επιβλαβείς εμπορικές πρακτικές ανοίγοντας τις αγορές τους και αγοράζοντας περισσότερο από την Αμερική. Τρίτον, θα μπορούσαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες και τις προμήθειες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αγοράζοντας περισσότερα προϊόντα αμερικανικής κατασκευής και αποφορτίζοντας τα μέλη των υπηρεσιών μας και δημιουργώντας θέσεις εργασίας εδώ. Τέταρτον, μπορούν να επενδύσουν και να εγκαταστήσουν εργοστάσια στην Αμερική. Δεν θα αντιμετωπίσουν δασμούς εάν κατασκευάζουν τα προϊόντα τους σε αυτή τη χώρα. Πέμπτον, θα μπορούσαν απλώς να γράψουν επιταγές στο Υπουργείο Οικονομικών, που θα μας βοηθούσαν να χρηματοδοτήσουμε και τα παγκόσμια δημόσια αγαθά. Οι δασμοί αξίζουν λίγη επιπλέον προσοχή. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι και ορισμένοι επενδυτές απορρίπτουν τους δασμούς ως αντιπαραγωγικούς στην καλύτερη περίπτωση και καταστροφικά επιζήμιους στη χειρότερη. Κάνουν μεγάλο λάθος.

Ένας λόγος για τον οποίο η οικονομική συναίνεση σχετικά με τους δασμούς είναι τόσο λανθασμένη είναι ότι σχεδόν όλα τα μοντέλα που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι για να μελετήσουν το διεθνές εμπόριο υποθέτουν είτε ότι δεν υπάρχουν καθόλου εμπορικά ελλείμματα είτε ότι τα ελλείμματα είναι βραχύβια και διορθώνονται γρήγορα μέσω νομισματικών προσαρμογών. Σύμφωνα με τα συνήθη μοντέλα, τα εμπορικά ελλείμματα θα προκαλέσουν την αποδυνάμωση του δολαρίου, η οποία μειώνει τις εισαγωγές και ενισχύει τις εξαγωγές, εξαλείφοντας τελικά το εμπορικό έλλειμμα. Εάν συμβεί αυτό, οι δασμοί μπορεί να είναι περιττοί, επειδή το εμπόριο θα εξισορροπηθεί από μόνο του με την πάροδο του χρόνου. Και κατά την άποψη αυτή η παρέμβαση με δασμούς μπορεί μόνο να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Ωστόσο, η άποψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών εδώ και πέντε δεκαετίες, και αυτά έχουν διευρυνθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, πηγαίνοντας από περίπου 2% του ΑΕΠ στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, σε ένα υψηλό επίπεδο σχεδόν 4% του ΑΕΠ στην κυβέρνηση Μπάιντεν. Και όλα αυτά συνέβησαν ενώ το δολάριο ανατιμήθηκε και όχι υποτιμήθηκε, όπως μπορεί να σας λένε αυτά τα μοντέλα. Η μακροχρόνια περίοδος είναι εδώ και τα μοντέλα κάνουν λάθος. Ένας λόγος για τον οποίο κάνουν λάθος είναι ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους την παροχή από τις ΗΠΑ των παγκόσμιων αποθεματικών περιουσιακών στοιχείων. Το καθεστώς των αποθεματικών έχει σημασία, και επειδή η ζήτηση για το δολάριο ήταν ακόρεστη, ήταν πολύ ισχυρή για να ισορροπήσουν οι διεθνείς ροές ακόμη και σε διάστημα πέντε δεκαετιών.

Πιο πρόσφατες οικονομικές αναλύσεις επιτρέπουν την πιθανότητα επίμονων εμπορικών ελλειμμάτων που αντιστέκονται στην αυτόματη επανεξισορρόπηση, και αυτό ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα που έχουν βιώσει οι ΗΠΑ. Δείχνουν ότι με την επιβολή δασμών κατά των εξαγωγικών χωρών, οι ΗΠΑ μπορούν να βελτιώσουν τα οικονομικά αποτελέσματα, να αυξήσουν τα έσοδα και να επιβάλουν τεράστιες απώλειες για το κράτος που επιβάλλει δασμούς, ακόμη και με πλήρη αντίποινα. Υπό αυτή την έννοια, η ανάλυση αυτού που οι οικονομολόγοι αποκαλούν επίπτωση των δασμών δείχνει ότι ένα μεγάλο μερίδιο και βάρος των δασμών πληρώνεται από τη χώρα στην οποία εφαρμόζουμε τους δασμούς. Οι χώρες που έχουν μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα είναι αρκετά άκαμπτες. Δεν μπορούν να βρουν άλλες πηγές ζήτησης για να υποκαταστήσουν τη ζήτηση της Αμερικής. Αντιθέτως, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εξάγουν. Και η Αμερική είναι η μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά στον κόσμο. Αντίθετα, η Αμερική έχει πολλές επιλογές υποκατάστασης. Μπορούμε να φτιάξουμε πράγματα στην πατρίδα μας ή μπορούμε να αγοράσουμε από χώρες που μας φέρονται καλά, που μας φέρονται δίκαια, αντί από χώρες που μας εκμεταλλεύονται.

Αυτή η διαφορά στη μόχλευση σημαίνει ότι άλλες χώρες καταλήγουν να επωμίζονται το κόστος των δασμών. Μπορούμε να ανακατανείμουμε τη ζήτησή μας πέρα από τα σύνορα πιο εύκολα από ό,τι άλλες χώρες μπορούν να μεταφέρουν τα εργοστάσιά τους πέρα από τα σύνορα. Το 2018 2019, η Κίνα επωμίστηκε το κόστος των ιστορικών δασμών του προέδρου Τραμπ μέσω ενός πιο αδύναμου νομίσματος, πράγμα που σημαίνει ότι οι πολίτες της έγιναν φτωχότεροι με λιγότερη αγοραστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Τα έσοδα από τους δασμούς που πλήρωσε η Κίνα χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των φορολογικών περικοπών του προέδρου Τραμπ για τους Αμερικανούς εργαζόμενους και τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Αυτή τη φορά, οι δασμοί θα βοηθήσουν στην πληρωμή τόσο των περικοπών φόρων όσο και της μείωσης του ελλείμματος. Οι χαμηλότεροι φόροι για τους Αμερικανούς που χρηματοδοτούνται εν μέρει από έσοδα που παρέχονται από τους ξένους θα δημιουργήσουν οικονομική ανάπτυξη, δυναμισμό και ευκαιρίες, που όμοιες τους δεν έχει δει ποτέ η χώρα μας, εγκαινιάζοντας τη νέα χρυσή εποχή του Προέδρου Τραμπ. Η μείωση του ελλείμματος θα συμβάλει στη μείωση των επιτοκίων του Δημοσίου και με τα επιτόκια των ενυπόθηκων δανείων και τα επιτόκια των καταναλωτικών πιστωτικών καρτών τονώνοντας μια οικονομική έκρηξη.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ, ότι οι δασμοί δεν επιβάλλονται απλώς για να εισπράξουν έσοδα. Για παράδειγμα, οι αμοιβαίοι δασμοί του προέδρου έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση δασμολογικών και μη δασμολογικών φραγμών και άλλων μορφών εξαπάτησης, όπως η χειραγώγηση του νομίσματος, το ντάμπινγκ και οι επιδοτήσεις για την απόκτηση αθέμιτου πλεονεκτήματος. Τα έσοδα είναι μια ωραία παρενέργεια, και αν χρησιμοποιηθούν εν μέρει για τη μείωση των φόρων, μπορούν να συμβάλουν στην υπερτροφοδότηση της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και στην τόνωση των αμερικανικών εξαγωγών. Η κατανομή των βαρών μπορεί να επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίσουν να ηγούνται του ελεύθερου κόσμου για πολλές δεκαετίες. Είναι απαραίτητο όχι μόνο για λόγους δικαιοσύνης αλλά και για λόγους σκοπιμότητας. Εάν δεν ανασυγκροτήσουμε τον κατασκευαστικό μας τομέα, θα καταπονηθούμε στην παροχή της ασφάλειας που χρειαζόμαστε για την ασφάλειά μας, την ασφάλεια του κόσμου και για να στηρίξουμε τις χρηματοπιστωτικές μας αγορές και τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο κόσμος μπορεί να εξακολουθήσει να έχει την αμερικανική αμυντική ομπρέλα και το εμπορικό σύστημα και τα αποθεματικά περιουσιακά στοιχεία, αλλά θα πρέπει να αρχίσει να πληρώνει το δίκαιο μερίδιό του γι’ αυτά. Σας ευχαριστώ, και είμαι ευτυχής να δεχτώ κάποιες ερωτήσεις.

Thomas Duesterberg:

Για την ολοκληρωμένη εξήγηση της υπερδομής, ή αν θέλετε, της πολιτικής που έχει αναλάβει η κυβέρνησή σας. Ήθελα να ξεκινήσω με την αποσαφήνιση ενός από τα μεγάλα μυστήρια της πρόσφατης εποχής, που είναι ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε για την ανακοίνωση του ύψους των αμοιβαίων δασμών την περασμένη εβδομάδα. Δεν βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στους δασμολογικούς συντελεστές. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε από πού προήλθε αυτός ο τύπος και πώς εντάσσεται στη συνολική σκέψη σχετικά με τον τρόπο επίλυσης των προβλημάτων που διατυπώσατε;

Stephen Miran:

Ευχαριστώ, Τομ. Ναι, αυτή η φόρμουλα έχει οδηγήσει κάποιες συζητήσεις πρόσφατα. Το CEA συμμετείχε στον υπολογισμό διαφόρων μέσων, στην εκτίμηση προσεγγίσεων για τη σκέψη σχετικά με τα μη δασμολογικά εμπόδια, και εξετάστηκαν διάφορες προσεγγίσεις. Στο τέλος της ημέρας, ο πρόεδρος επέλεξε να ακολουθήσει μια φόρμουλα σχετικά με το κλείσιμο των εμπορικών ελλειμμάτων, που πρότεινε κάποιος άλλος στην κυβέρνηση, και αυτή ήταν η προσέγγιση που αποφασίστηκε να ακολουθηθεί. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο πρόεδρος κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε σχέση με τα εμπορικά ελλείμματα. Το εκτελεστικό διάταγμα αφορούσε τα εμπορικά ελλείμματα. Και έτσι, φυσικά, τα εμπορικά ελλείμματα θα εμπλέκονταν σε μεγάλο βαθμό στον υπολογισμό των δασμολογικών συντελεστών, διότι αυτή ήταν η βάση για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Και έτσι είναι απολύτως λογικό να χρησιμοποιείτε μια τέτοια προσέγγιση αν προσπαθείτε να προσαρμόσετε τα εμπορικά ελλείμματα.

Thomas Duesterberg

Εντάξει. Λοιπόν, ας προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα. Πολλές χώρες έχουν παρουσιάσει ιδέες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν διατυπωθεί και οι δασμοί έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Εσείς, στην εναρκτήρια ομιλία σας και ο πρόεδρος όταν ανακοίνωσε τη νέα πολιτική, μιλήσατε για μια σειρά από διαφορετικά προβλήματα που έχουμε. Η χειραγώγηση του νομίσματος, ένα από αυτά. Οι επιδοτήσεις είναι ένα άλλο. Η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ένα άλλο. Για να βοηθήσετε τόσο την επιχειρηματική κοινότητα όσο και τους εμπορικούς μας εταίρους να καταλάβουν τι είναι αυτό που πρέπει να κάνουν οι ίδιοι ή οι εμπορικοί μας εταίροι, υπάρχει ένας γενικός τρόπος να σκεφτούμε για τη στάθμιση των διαφόρων παραγόντων, όπως η μείωση των επιδοτήσεων, η μείωση των δασμών, η μείωση της χειραγώγησης του νομίσματος; Πώς θα συνδυαστούν αυτοί οι διάφοροι παράγοντες ώστε η κυβέρνησή σας να λάβει την απόφαση ότι αυτό είναι αρκετό, ότι συμβάλλουμε ικανοποιητικά στη συνολική επανεξισορρόπηση;

Stephen Miran:

Αυτή είναι μια σπουδαία ερώτηση. Υποθέτω ότι, επιτρέψτε μου να πω, ότι δεν κέρδισα μια σαρωτική νίκη στις εκλογές, ο πρόεδρος ήταν αυτός που κέρδισε, και έτσι ο πρόεδρος θα αποφασίσει στο τέλος της ημέρας ποιο πακέτο, αν υπάρχει, θέλει να δεχτεί ως συμφωνία.

Ο πρόεδρος φημίζεται για τη διαπραγματευτική του ικανότητα και φημίζεται για την ικανότητά του να δημιουργεί συμφωνίες όταν κανείς δεν πιστεύει ότι αυτό είναι δυνατό. Έτσι, θα ενθάρρυνα τους ανθρώπους σε άλλες χώρες να πλησιάσουν με προσφορές. Νομίζω ότι όλα αυτά που είπατε θα ήταν ευπρόσδεκτα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διοίκηση και ο πρόεδρος έχουν καταστήσει σαφές ότι επιθυμούμε αυξημένη πρόσβαση σε ξένες αγορές που θα ενισχύσει τις εξαγωγές μας. Υπάρχουν πολλές αγορές στις οποίες τα αμερικανικά προϊόντα είτε δεν επιτρέπονται είτε υπάρχουν σαθροί κανονισμοί που έχουν σχεδιαστεί για να προστατεύουν τους τοπικούς κατεστημένους φορείς. Και αυτοί οι κανονισμοί μπορεί να σχετίζονται με περίεργες απαιτήσεις υγείας που είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που έχουμε εδώ, ή με περιβαλλοντικές απαιτήσεις ή οτιδήποτε άλλο που κρατάει τα προϊόντα μας μακριά. Και μερικές φορές μπορεί να είναι και δασμολογικοί συντελεστές. Θα μπορούσαν να είναι επιδοτήσεις. Θα μπορούσαν να είναι η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχουν όλων των ειδών τα εμπόδια για τις αμερικανικές εξαγωγές σε όλο τον κόσμο. Και μπορώ μόνο να φανταστώ ότι ο πρόεδρος θα καλωσόριζε πραγματικά την άρση των εμποδίων στις αμερικανικές εξαγωγές που θα καθιστούσαν την αμερικανική παραγωγή τόσο ανταγωνιστική όσο θα έπρεπε, αντί να κρατείται τεχνητά εκτός ξένων αγορών.

Thomas Duesterberg:

Διηύθυνα επί 12 χρόνια μια εμπορική ένωση που ήταν αφιερωμένη στην προώθηση του μεταποιητικού τομέα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και οι παρατηρήσεις σας και οι παρατηρήσεις του προέδρου τονίζουν πολύ την ανάγκη να επιστρέψει ή να αναπτυχθεί η αμερικανική μεταποίηση. Αλλά αναρωτιέμαι αν δεν υπάρχει ένας ευρύτερος τρόπος να το σκεφτούμε αυτό, διότι αυτό που βλέπουμε στο μέλλον είναι προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, αλλά και πράγματα όπως το λογισμικό, το κοινωνικό, το ψηφιακό εμπόριο του ενός ή του άλλου είδους, τα κοινωνικά μέσα. Όλα αυτά τα πράγματα είναι σημαντικά για την οικονομία μας και ένας από τους επιταχυντές της ανάπτυξης στην οικονομία μας είναι η ψηφιακή οικονομία. Και υπάρχουν εμπόδια για τους Αμερικανούς παρόχους, ιδίως από την Ευρώπη και την Κίνα για τους ψηφιακούς μας παρόχους. Είναι αυτό ένα σημαντικό μέρος αυτού που θα σκεφτείτε ότι πρέπει να διορθωθεί μέσω της διαδικασίας διαπραγμάτευσης;

Stephen Miran:

Πιστεύω λοιπόν ότι αυτά τα πράγματα είναι σημαντικά. Και νομίζω ότι η κατασκευαστική δύναμη είναι σημαντική, νομίζω ότι η ψηφιακή δύναμη είναι σημαντική και νομίζω ότι η δύναμη των υπηρεσιών είναι σημαντική. Νομίζω ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι σημαντικά. Νομίζω ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι έχουμε χάσει λίγο την ισορροπία μας έναντι της μεταποίησης σε σχέση με αυτά τα πράγματα που έχουν σημασία. Και η ισορροπία χάθηκε σε τέτοιο βαθμό που γίνεται απειλή για την εθνική ασφάλεια, διότι πρέπει να είσαι σε θέση να παράγεις πράγματα αν πρόκειται να αμυνθείς. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου με αλγόριθμους διαφήμισης. Και έτσι αυτά είναι σημαντικά. Οι υπηρεσίες είναι σημαντικές. Δεν θέλω να πω ότι οι υπηρεσίες δεν είναι σημαντικές ή ότι δεν πρέπει να παράγουμε υπηρεσίες. Νομίζω ότι είναι επίσης σημαντικό να έχουμε μια διαφοροποιημένη οικονομία και μια επαρκώς διαφοροποιημένη βιομηχανική βάση, ώστε αν χρειαστεί να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, να είμαστε σε θέση να το κάνουμε.

Thomas Duesterberg:

Εντάξει. Στο σημαντικό έγγραφό σας, A User’s Guide to Restructuring Global Trading System, συζητάτε τρόπους αντιμετώπισης της υπερτίμησης του δολαρίου. Και ο πρόεδρος το έχει επισημάνει αυτό, και ο υπουργός Bessent το έχει επισημάνει. Ο πρόεδρος και οι σύμβουλοί του έχουν υποστηρίξει σταθερά ότι μέρος των μέσων για την επίτευξη της επανεξισορρόπησης του παγκόσμιου εμπορίου είναι να αντιστραφεί η επί δεκαετίες πορεία του υπερτιμημένου δολαρίου. Πώς σκέφτεστε να το πετύχετε αυτό; Και η απλουστευμένη ερώτηση που τίθεται συχνά σε αξιωματούχους όπως εσείς είναι: «Είμαστε πραγματικά υπέρ ενός ισχυρού δολαρίου;».

Stephen Miran:

Σας ευχαριστώ. Πρώτα απ’ όλα, επιτρέψτε μου να διευκρινίσω μερικά πράγματα σχετικά με αυτό το κομμάτι. Πρώτον, δεν είναι σημαντικό. Το έγραψα πριν αναλάβω τον ρόλο που έχω σήμερα ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής. Δεν αντικατοπτρίζει την πολιτική της διοίκησης. Πολλοί άνθρωποι έχουν υποθέσει ότι ακολουθούμε κρυφά κάποια πολιτική πορεία που περιγράφεται σε αυτό το έγγραφο. Τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Ο Πρόεδρος είναι πολύ διαφανής εδώ και μήνες σχετικά με το τι σκόπευε να κάνει και συνεχίζει να εκπληρώνει τις υποσχέσεις που έδωσε κατά την προεκλογική εκστρατεία, και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα συνεχίσουμε να το κάνουμε.

Δεύτερον, αυτό το κομμάτι είχε πραγματικά δύο στοιχεία. Το ένα ήταν η διάγνωσή μου για το πρόβλημα, την οποία μόλις ανέπτυξα. Η διάγνωσή μου για το πρόβλημα που κρύβεται πίσω από τη μεταποίηση και τα εμπορικά ελλείμματα είναι κατά κάποιο τρόπο μια επεξεργασία των όσων εξέθεσα σε εκείνο το κομμάτι. Αλλά πέρα από τη διάγνωση του προβλήματος, το κομμάτι αυτό έχει ως στόχο να παρέχει ένα βιβλίο συνταγών. Εδώ είναι τα διάφορα εργαλεία στην εργαλειοθήκη και τι μπορείτε να κάνετε με αυτά. Ορισμένες συνταγές είναι εύκολο να γίνουν. Κάποιες είναι δύσκολο να γίνουν. Κάποιες είναι ένα θρεπτικό, ωραίο γεύμα και κάποιες άλλες θα σας κάνουν να πεινάσετε ξανά σε μισή ώρα. Κάποιες μπορεί να σας κάνουν να αρρωστήσετε λίγο. Το κομμάτι αυτό επιχειρεί να αξιολογήσει τους πιθανούς κινδύνους και τα οφέλη που συνδέονται με κάθε πολιτική. Δεν υποστηρίζει καμία από αυτές. Και νομίζω ότι έχει υπάρξει ένας τεράστιος όγκος γραπτών που έχει παρερμηνεύσει τον εαυτό μου ως υποστηρικτή οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, οποιασδήποτε συγκεκριμένης συνταγής. Δεν είμαι ο σεφ. Υπάρχει ένας σεφ και αυτός είναι ο πρόεδρος και αυτός αποφασίζει τι θα φτιάξει.

Εγώ τι πιστεύω; Νομίζω ότι η λύση είναι η καλύτερη κατανομή των βαρών. Και νομίζω ότι τα έσοδα από τους δασμούς είναι ένα θαυμάσιο μέσο για τη βελτίωση της κατανομής των βαρών, διότι μας επιτρέπει να χρηματοδοτήσουμε την παροχή παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Μας επιτρέπει να ελαφρύνουμε τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών μας για την παροχή αυτών των παγκόσμιων δημόσιων αγαθών, να ελαφρύνουμε το πρόβλημα των διεθνών ροών για την παροχή αυτών των παγκόσμιων δημόσιων αγαθών, και αυτό είναι το κλειδί για την ανθεκτικότητα και για τη διατήρηση του συστήματος ως έχει για πολλές δεκαετίες στο μέλλον, σε αντίθεση με το να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου οι Αμερικανοί θα εκφράζουν πολιτική απογοήτευση για το σύστημα αυτό.

Thomas Duesterberg:

Ένας άλλος στόχος που έχει διατυπώσει η κυβέρνηση και σχετίζεται με την επανεξισορρόπηση είναι να διατηρηθούν τα επιτόκια αρκετά χαμηλά και ίσως ακόμη και να μειωθούν στο μακρύτερο άκρο της κλίμακας, έτσι ώστε το εθνικό χρέος που έχουμε να μην εκτοπίζει τις αμυντικές δαπάνες αφενός, αλλά και να μην αποτελεί τέτοιο βάρος μακροπρόθεσμα. Έτσι, εσείς, σε μια άλλη εργασία που κάνατε, και λυπάμαι που επιστρέφω στην ακαδημαϊκή σας καριέρα, αλλά κάνατε μια εργασία με τον Nouriel Roubini που σημείωνε ότι η κυβέρνηση Biden είχε εμπλακεί σε μια μορφή κρυφής ποσοτικής χαλάρωσης για να αντισταθμίσει εν μέρει τη σύσφιξη της Fed και να συμβάλει στην επίμονη διατήρηση του πληθωρισμού. Η τακτική αυτή περιλαμβάνει τη στρέβλωση της έκδοσης κρατικού χρέους προς τα έντοκα γραμμάτια αντί για τα ομόλογα. Θέλω να πω, είχε επίσης ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιτοκίων για το τεράστιο χρέος των ΗΠΑ. Είναι αυτού του είδους η πολιτική κάτι που θα σκεφτόταν η κυβέρνησή σας για να κρατήσει τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα;

Stephen Miran:

Ναι, εννοώ, νομίζω ότι ο Nouriel και εγώ ήμασταν αρκετά σαφείς σε αυτό το έγγραφο ότι αυτή δεν ήταν μια πολιτική που πιστεύαμε ότι ήταν υγιής για τη χώρα ή για τα οικονομικά της χώρας μακροπρόθεσμα. Η προσαρμογή των αλλαγών, στην πραγματικότητα, επιτρέψτε μου να κάνω ένα βήμα πίσω και να πω, πρώτα απ’ όλα, ότι αυτή η ερώτηση θα πρέπει να απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών. Δεν είναι οι δικές μου μετοχές. Δεν ελέγχω την έκδοση του χρέους του Υπουργείου Οικονομικών ή την πολιτική. Αλλά παρ’ όλα αυτά, μιλώντας για λίγο για τα οικονομικά, είναι ορθόδοξη πολιτική έκδοσης να ανταποκρίνεται κανείς σε μια ξαφνική έξαρση των χρηματοδοτικών αναγκών με την έκδοση εντόκων γραμματίων. Αν υπάρχει πόλεμος, αν υπάρχει ύφεση, το έλλειμμα θα επεκταθεί δραματικά, δεν θέλετε πραγματικά να διαταράξετε τις χρηματοπιστωτικές αγορές για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος, οπότε εκδίδετε βραχυπρόθεσμο χρέος αντί για μακροπρόθεσμο χρέος, επειδή έτσι αποφεύγεται η διαταραχή των αγορών.

Αυτή είναι η ορθόδοξη πολιτική, και παραμένει κατάλληλη όταν έχετε μια αιχμή χρηματοδότησης. Αυτή είναι η σωστή προσέγγιση. Αλλά όχι, γενικά, θεωρούσα τις αποκλίσεις, και νομίζω ότι ο Nouriel θα συμφωνούσε με αυτό, θεωρούσαμε ότι οι αποκλίσεις από την ορθόδοξη πολιτική έκδοσης δεν ήταν απαραίτητα υγιείς για τη χώρα ή για τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Thomas Duesterberg:

Μακροπρόθεσμα;

Stephen Miran:

Μακροπρόθεσμα, ναι. Αλλά για να γίνω σαφής, αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρώ ότι το Υπουργείο Οικονομικών είναι υποχρεωμένο να διαλύσει αμέσως τα κατά κάποιο τρόπο παρελθοντικά, κατά την άποψή μου, λάθη του προηγούμενου Υπουργείου Οικονομικών. Και νομίζω ότι επειδή επισημαίνω ότι κάποιος κατασκευάζει μια ωρολογιακή βόμβα δεν υποχρεώνει κανέναν να πέσει πάνω της για να την εξουδετερώσει και έτσι δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το Υπουργείο Οικονομικών θα διατηρήσει τα οικονομικά μας σε ασφαλή και υγιή βάση.

Thomas Duesterberg:

Εντάξει. Και είστε βέβαιος, σύμφωνα με την οικονομική σας ανάλυση, ότι με την ποικιλία των πολιτικών που έχετε θέσει σε εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένης της απορρυθμιστικής κατεύθυνσης της πολιτικής σας, της πολιτικής υπέρ της ενέργειας, ότι μπορούμε να διατηρήσουμε τον πληθωρισμό υπό έλεγχο; Διότι η Fed φαίνεται να ανησυχεί ότι η συσσώρευση πολιτικών μας οδηγεί ενδεχομένως προς την κατεύθυνση ενός λίγο μεγαλύτερου πληθωρισμού;

Stephen Miran:

Ναι, εννοώ, το πιστεύω. Νομίζω ότι η ρυθμιστική πλευρά της οικονομίας είναι ένας από τους σημαντικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες της πλευράς της προσφοράς της οικονομίας γενικά, τόσο για τη δυνητική αύξηση του ΑΕΠ, όσο και για τις τιμές. Και οι οικονομολόγοι, νομίζω, το υποτιμούν επειδή είναι δύσκολο να μελετηθεί. Οι φόροι είναι αρκετά εύκολο να μελετηθούν. Κάποιος έχει οριακό φορολογικό συντελεστή 28% ή 34%, και είναι αρκετά απλό, όπως το πώς να το σκεφτεί κανείς αυτό.

Αντιμετωπίζετε όμως ένα διαφορετικό ρυθμιστικό περιβάλλον ανάλογα με το είδος της επιχείρησης που έχετε, το πόσο παλιά είναι η επιχείρησή σας, πόσο μεγάλη είναι η επιχείρησή σας, πόσους υπαλλήλους έχετε, σε ποια δικαιοδοσία δραστηριοποιείστε, πόσο φιλικοί είστε με τις τοπικές ρυθμιστικές αρχές, τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Το ρυθμιστικό περιβάλλον που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις είναι πολύπλοκο, πολυδιάστατο και απίστευτα λεπτομερειακό και απίστευτα μη μετρήσιμο. Ως αποτέλεσμα, είναι δύσκολο για τους οικονομολόγους να το μελετήσουν, και νομίζω ότι εδώ έχουμε ένα κλασικό πρόβλημα, όπου οι οικονομολόγοι υποτιμούν τον ρυθμιστικό αντίκτυπο στην οικονομία. Και αν πιστεύετε ότι οι υψηλές τιμές οφείλονται στο ότι δεν υπάρχουν αρκετά πράγματα για να καλύψουν τη ζήτηση των καταναλωτών, η ευκολότερη προσέγγιση είναι να φτιάχνουμε περισσότερα πράγματα. Και ο τρόπος για να φτιάξουμε περισσότερα πράγματα είναι να βγάλουμε από τη μέση την κυβερνητική ρυθμιστική αρχή, να αφήσουμε τις εταιρείες να προσαρμόσουν την προσφορά τους στα μεταβαλλόμενα πρότυπα ζήτησης, να αφήσουμε τις εταιρείες να παράγουν περισσότερο, δεν θα έπρεπε να χρειάζονται τρία χρόνια για να πάρουν τις άδειες ή περισσότερο για να πάρουν τις άδειες για να χτίσουν ένα εργοστάσιο ή να εισέλθουν σε μια συγκεκριμένη αγορά. Αυτό θα έπρεπε να γίνεται πολύ πιο γρήγορα. Και έτσι νομίζω ότι αυτό είναι κρίσιμης σημασίας για να σκεφτούμε τις τιμές. Και υπό αυτή την έννοια, νομίζω ότι η Fed έχει έναν πολύ καλύτερο εταίρο όσον αφορά τον πληθωρισμό από ό,τι η προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτή η κυβέρνηση θα λάβει μέτρα για να διευρύνει την πλευρά της προσφοράς, να διευρύνει την ικανότητα της αμερικανικής οικονομίας να παράγει πράγματα που επιθυμούν οι καταναλωτές.

Thomas Duesterberg:

Θέλω να αλλάξω ελαφρώς ταχύτητα εδώ και να επικεντρωθώ λίγο περισσότερο στην Κίνα. Αναφέρατε στις εισαγωγικές σας παρατηρήσεις ότι η κλασική οικονομική θεωρία υποδηλώνει ότι τα εμπορικά ελλείμματα αυτορυθμίζονται όσον αφορά τις κινήσεις των νομισμάτων.

Stephen Miran:

Τα υποθέτει. Η κλασική οικονομική θεωρία απλά υποθέτει, το ονομάζουν συνθήκη εγκάρσιας μεταβολής. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό που κάνουν είναι να κάνουν υποθέσεις για το πρόβλημα.

Thomas Duesterberg:

Λοιπόν, ξέρουμε ότι δεν λειτούργησε. Και μέρος του λόγου που δεν λειτούργησε στην πραγματικότητα είναι επειδή μερκαντιλιστικές χώρες όπως η Κίνα, οι οποίες παραβιάζουν σχεδόν κάθε κανόνα του οικονομικού εγχειριδίου των ελεύθερων αγορών, επιδοτήσεις, κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, υπερπαραγωγή, κλείσιμο της δικής τους αγοράς. Έτσι, πολλοί αναλυτές έχουν υποστηρίξει ότι η αδύναμη οικονομία της Κίνας τα τελευταία χρόνια συγκρατείται μόνο από τις υπερεπενδύσεις σε παραγωγική ικανότητα και τις εξαγωγές που προκύπτουν από την παραγωγή αγαθών από τις υπερεπενδύσεις τους.

Αυτό έχει παρατηρηθεί ξανά και ξανά σε βιομηχανίες όπως ο χάλυβας, τα ηλιακά πάνελ, τα κρίσιμα ορυκτά, τα ηλεκτρικά οχήματα, μεταξύ άλλων. Και εξαρτώνται από την πρόσβασή τους στις ξένες αγορές προηγμένων οικονομιών όπως η δική μας, οι οποίες είναι περισσότερο προσανατολισμένες στην κατανάλωση. Αλλά το ερώτημα είναι, αν η Κίνα έχει πραγματικά μια αδύναμη και εξασθενημένη οικονομία και εξαρτάται από τις εξαγωγές, η δασμολογική πολιτική που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση και η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική έναντι της Κίνας. Επομένως, η ερώτησή μου είναι αν η ανάλυσή σας σχετικά με το πού κατευθύνεται η κινεζική οικονομία συμφωνεί με την ιδέα ότι είναι πραγματικά αποδυναμωμένη και είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις ενέργειες που λαμβάνει η κυβέρνησή σας στον τομέα των δασμών και του κλεισίματος κάποιας πρόσβασης στις αγορές μας;

Stephen Miran:

Πιστεύω ότι οι Κινέζοι είναι ευάλωτοι στο να βιώσουν σημαντική οικονομική πίεση ως αποτέλεσμα της ιστορικά τολμηρής δράσης που έχει αναλάβει ο πρόεδρος. Και έχουν περιορισμένη ικανότητα να απορροφήσουν αυτόν τον πόνο. Αυτό που βλέπετε από την Κίνα είναι ότι τείνει να εναλλάσσεται μεταξύ διαφορετικών κινητήριων μοχλών της αναπτυξιακής της μηχανής με βάση το τι αισθάνεται ότι μπορεί να αντέξει ανά πάσα στιγμή. Και τείνουν να έχουν αυτούς τους “από πάνω προς τα κάτω” στόχους για το ΑΕΠ και στη συνέχεια, εντάξει, τι μπορούμε να κάνουμε για να επιτύχουμε αυτόν τον στόχο για το ΑΕΠ; Και τη μια στιγμή είναι οι εξαγωγές προς την Αμερική, την επόμενη είναι η διόγκωση της φούσκας των ακινήτων, και μετά οι εξαγωγές προς άλλες χώρες. Και έτσι, τον τελευταίο χρόνο περίπου, βρίσκονται σε μια νέα κατάσταση όπου προσπαθούν να εξάγουν την επιπλέον παραγωγική τους ικανότητα σε όλο τον κόσμο. Αλλά στο τέλος της ημέρας, δεν υπάρχει υποκατάστατο της αμερικανικής ζήτησης.

Και έτσι δεν ξέρω αν θα είναι τόσο επιτυχημένη η προσπάθειά τους να βρουν μια εναλλακτική λύση. Και αυτό είναι μέρος του γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μόχλευση και άλλες χώρες όχι. Μπορούμε να μιλήσουμε για περιστατικά; Θα με ρωτήσετε ή μπορώ να το αναφέρω τώρα;

Thomas Duesterberg:

Βέβαια.

Stephen Miran:

Νομίζω λοιπόν ότι η συχνότητα εμφάνισης των δασμών είναι ένα από τα πιο σημαντικά. Έτσι, οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν τη λέξη επίπτωση για να αναφερθούν στο ποιος επωμίζεται το κόστος ή το όφελος οποιασδήποτε οικονομικής πολιτικής, είτε πρόκειται για δασμό, είτε για επιδότηση, είτε για φόρο, είτε για ρύθμιση, είτε για οτιδήποτε άλλο. Είναι το ποιος βιώνει πραγματικά τις συνέπειες. Και ένα από τα βασικά αποτελέσματα της οικονομικής επιστήμης είναι ότι το πρόσωπο που επωμίζεται το οικονομικό κόστος ή όφελος δεν είναι στην πραγματικότητα συνάρτηση του ποιος πρέπει να καταβάλει την πληρωμή στην κυβέρνηση. Είναι συνάρτηση των σχετικών ελαστικοτήτων, που βασικά είναι ευκολότερο να σκεφτούμε ως το ποιος είναι πιο ευέλικτος και ποιος είναι άκαμπτος. Και το παράδειγμα που μου αρέσει να χρησιμοποιώ με τους ανθρώπους είναι οι φόροι ακίνητης περιουσίας, επειδή πιστεύω ότι είναι κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να συσχετίσουν.

Φανταστείτε ότι αγοράζετε ένα σπίτι και ξαφνικά η πόλη στην οποία θέλετε να αγοράσετε ένα σπίτι λέει: «Εντάξει, αυξάνουμε τους φόρους ακίνητης περιουσίας κατά 300% και ο λογαριασμός του φόρου ακίνητης περιουσίας σας δεν θα είναι 10.000 δολάρια το χρόνο, αλλά 30.000 δολάρια το χρόνο». Αυτό είναι ένα μεγάλο άλμα, σωστά; Και έτσι αν είστε πολύ ευέλικτοι, (ένας οικονομολόγος θα έλεγε ελαστικός), αν είσαι λοιπόν πολύ ευέλικτος, μπορεί να αποφασίσεις, ε, θα πάω να κοιτάξω την επόμενη πόλη, γιατί θα μπορούσα να ζήσω τρία μίλια πιο κάτω και να είμαι σε παρόμοια κοινότητα. Και θα ήταν μια χαρά. Μπορείτε να μετακινήσετε τη ζήτησή σας πέρα από τα σύνορα. Το άτομο που πουλάει το σπίτι δεν μπορεί να μετακινήσει το σπίτι του πέρα από τα σύνορα. Το σπίτι είναι κολλημένο σε αυτή την πόλη, σωστά; Έτσι, επειδή είστε ευέλικτοι, μπορείτε να προσαρμόσετε τη συμπεριφορά σας για να αποφύγετε το βάρος του φόρου. Το άτομο που πουλάει το σπίτι δεν μπορεί να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του. Το σπίτι είναι κολλημένο εκεί που είναι κολλημένο. Οπότε πρέπει να ρίξει την τιμή πώλησής του επειδή η ζήτηση για το σπίτι αυτό εξαφανίστηκε. Σωστά; Και έτσι αυτή η χαμηλότερη τιμή πώλησης είναι πλέον ξεκάθαρη.

Οι οικονομολόγοι της αγοράς θα έλεγαν ότι η επίπτωση του φόρου ακίνητης περιουσίας έπεσε στον ιδιοκτήτη του σπιτιού, όχι στον αγοραστή του σπιτιού. Ο αγοραστής του σπιτιού αλλάζει συμπεριφορά για να αποφύγει τον φόρο. Ο πωλητής του σπιτιού δεν ήταν σε θέση να αλλάξει τη συμπεριφορά του για να αποφύγει τον φόρο. Σωστά; Τώρα, όταν το σκέφτεστε αυτό με τα τιμολόγια, λέτε, εντάξει, ποιος είναι ευέλικτος και ποιος είναι άκαμπτος; Μπορούμε να ανακατανείμουμε τη ζήτησή μας στα σύνορα. Τα εργοστάσια που έχουν ήδη κατασκευαστεί δεν μπορούν να μετακινηθούν. Είναι κολλημένα εκεί που είναι. Η Κίνα έχει αναπτύξει εργοστάσια για την πώληση στην καταναλωτική αγορά των ΗΠΑ. Έχουν εκπαιδεύσει εργάτες για να πουλήσουν στην αμερικανική καταναλωτική αγορά. Μπορούμε να μετακινήσουμε τη ζήτησή μας πέρα από τα σύνορα. Αυτά τα εργοστάσια και οι πολίτες δεν μπορούν να μετακινηθούν. Έχουν κολλήσει εκεί που βρίσκονται. Και έτσι η επίπτωση θα πέσει πάνω τους. Ακριβώς όπως στο παράδειγμα του φόρου ακίνητης περιουσίας. Σωστά;

Τώρα, αυτό συμβαίνει αυτόματα την πρώτη μέρα; Όχι. Αλλά θα συμβεί με την πάροδο του χρόνου; Απολύτως. Αυτή είναι απλώς η βασική οικονομική θεωρία της επίπτωσης στα δημόσια οικονομικά. Και αν η επίπτωση πέφτει σε άλλες χώρες επειδή είναι άκαμπτες, οι Κινέζοι πρέπει τώρα να βρουν κάποιο άλλο μέρος για να απορροφήσουν τη ζήτησή τους, να απορροφήσουν την πλεονάζουσα προσφορά τους. Και μαντέψτε τι; Δεν υπάρχει πουθενά αλλού να απορροφήσει την πλεονάζουσα προσφορά τους. Ποιος θα αγοράσει όσο οι Αμερικανοί καταναλωτές; Κανείς, σωστά; Δεν υπάρχει κανένα άλλο μέρος να απορροφήσει την πλεονάζουσα προσφορά τους. Προμηθεύουν άκαμπτα την παγκόσμια αγορά. Και αυτή η ανελαστικότητα, όπως θα έλεγαν οι οικονομολόγοι, η ανελαστικότητα, σημαίνει ότι επωμίζονται το βάρος, επωμίζονται την επίπτωση των δασμών. Και γι’ αυτό οι δασμοί αντιπροσωπεύουν έσοδα για το Δημόσιο των Ηνωμένων Πολιτειών που χρηματοδοτούνται από τις χώρες στις οποίες επιβάλλουμε δασμούς.

Thomas Duesterberg:

Λοιπόν, αν μου επιτρέπετε να αντιπαρατεθώ λίγο σε αυτό, διότι υπάρχει καταναλωτική ζήτηση εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών. Ας πάρουμε τα ηλεκτρικά οχήματα, η οποία είναι η τελευταία κινεζική βιομηχανία που αναπτύσσεται. Και ειλικρινά, δεν μπορούμε να τους ανταγωνιστούμε. Κανείς άλλος δεν μπορεί να τους ανταγωνιστεί στην τιμή που βρισκόμαστε τώρα. Έτσι, μπορούν να πωλούν στη Νοτιοανατολική Ασία και κυριαρχούν σε αυτή την αγορά. Προσπαθούν να εισέλθουν στην Ευρώπη. Η Ευρώπη μάλλον δεν θα τους αφήσει να το κάνουν αυτό.

Αλλά υπάρχουν και άλλες αγορές σε όλο τον κόσμο στην Κεντρική Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, στις οποίες εργάζονται οι Κινέζοι. Και υπάρχουν ορισμένοι τομείς, και θέλω να αναφέρω τις σπάνιες γαίες ως έναν από αυτούς όπου η κινεζική στρατηγική δεν είναι μόνο να είναι παραγωγός χαμηλού κόστους, αλλά και να θέσει εκτός αγοράς όλους τους άλλους που θα μπορούσαν να τους ανταγωνιστούν. Και το έχουν κάνει αυτό αποτελεσματικά με τις σπάνιες γαίες. Έτσι, το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από αυτό είναι ότι πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο προσεκτικοί για να αναπτύξουμε υποστήριξη από τους συμμάχους μας, ή από εκείνους που ελπίζουμε ότι θα είναι σύμμαχοί μας για να αντισταθούμε στην Κίνα. Υπήρξαν και κάποιες επικρίσεις σχετικά με την προσέγγιση των οριζόντιων δασμών, που στην πραγματικότητα μας οδηγούν σε λάθος κατεύθυνση. Επειδή οι αρνητικές αντιδράσεις, ιδίως από τους Ευρωπαίους, από άλλους, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας περισσότερο την ανάγκη να έχουμε συμμάχους και να αντιδράσουμε στην Κίνα καθώς βαθμολογούμε αυτή την πληθώρα δασμών που θέτουμε σε εφαρμογή;

Stephen Miran:

Επιτρέψτε μου πρώτα να αναφερθώ στο ειδικό σημείο των ηλεκτρικών οχημάτων, το οποίο είναι ότι δεν εισάγαμε κανένα από αυτά αρχικά από την Κίνα. Σωστά; Και έτσι καμία από τις επιπτώσεις δεν πέφτει πάνω μας εξ ορισμού, επειδή ο δασμολογικός συντελεστής για τα εν λόγω αγαθά δεν αλλάζει. Αλλά νομίζω ότι το ευρωπαϊκό παράδειγμα είναι… . Χαίρομαι που το αναφέρατε, διότι ούτε οι Ευρωπαίοι θέλουν να είναι ο προορισμός για την κινεζική ικανότητα εξόδου, σωστά; Και έτσι, θα περίμενα ότι και άλλες χώρες θα αποφάσιζαν τελικά το ίδιο πράγμα. Δεν θέλουμε οι δικές μας βιομηχανίες να καταστραφούν από αυτή την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας. Και πολλές άλλες αγορές θα αποφασίσουν τελικά πιθανότατα το ίδιο πράγμα, το οποίο οδηγεί στην έλλειψη εναλλακτικών λύσεων, σωστά; Και καταλήγει στην έλλειψη ευελιξίας στην ανακατανομή της προσφοράς.

Το ευρύτερο θέμα της πολιτικής έναντι της Κίνας, κοιτάξτε, στο τέλος της ημέρας ο πρόεδρος κέρδισε τις εκλογές και ο πρόεδρος θα διαπραγματευτεί ή όχι με διάφορες χώρες για ένα σύνολο ενός είδους πακέτου, σωστά; Και αμφιβάλλω ότι οποιοδήποτε πακέτο θα επικεντρωθεί σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο. Φαντάζομαι ότι θα έχουν πολλά στοιχεία, όπως συζητήσαμε προηγουμένως, δασμούς και μη δασμολογικά εμπόδια, επιδοτήσεις, αγορές, οτιδήποτε, σωστά; Πιθανώς θα υπάρχει μια ποικιλία από στοιχεία σε κάθε θεωρητικό αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης. Η συμβουλή μου θα ήταν ότι κάποια από αυτά τα πράγματα που περιγράψατε θα ήταν καλό να συμπεριληφθούν σε οποιοδήποτε τελικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, ο πρόεδρος είναι αυτός που θα λάβει αυτές τις αποφάσεις.

Thomas Duesterberg:

Εντάξει. Πριν περάσουμε στις ερωτήσεις του ακροατηρίου, αυτή η τελευταία ερώτηση σχετίζεται εν μέρει με την Κίνα, αλλά θα διατυπώσω τον ισχυρισμό ότι δεδομένων όλων όσων συνέβησαν στον κόσμο του εμπορίου τα τελευταία 20 χρόνια, την άφιξη μιας μεγάλης μερκαντιλιστικής χώρας στη σκηνή, την ακαμψία του συστήματος κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, την αλλαγή των κανόνων αυτού του οργανισμού, ότι ο ΠΟΕ είναι ουσιαστικά σχεδόν νεκρός. Και από την άλλη πλευρά, οι Κινέζοι, με διάφορα μέσα, όπως η προσπάθεια υπονόμευσης του δολαρίου, η δημιουργία του δικού τους συστήματος χρηματοδότησης, το σύστημα Belt and Road, το made in China 2025, τους BRICS, προσπαθούν να οικοδομήσουν μια εναλλακτική οικονομική σφαίρα, αν θέλετε. Αυτό μας αποκλείει. Θα πρέπει να σκεφτόμαστε ή η κυβέρνησή σας να σκέφτεται το επόμενο βήμα για την ανοικοδόμηση μιας τάξης βασισμένης σε κανόνες; Ίσως αποκλείοντας την Κίνα, αλλά όχι απαραίτητα, αν και πιθανότατα δεν πρόκειται να αλλάξει την κατεύθυνση προς την οποία βαδίζει. Θα πρέπει να σκεφτόμαστε το επόμενο στάδιο ενός παγκόσμιου εμπορικού συστήματος βασισμένου σε κανόνες;

Stephen Miran:

Νομίζω ότι η θέσπιση κανόνων είναι καλό πράγμα. Και είναι κάτι που νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο. Και όπως έχω πει, υπήρξε μια μακρά περίοδος κατά την οποία πολλά άρθρα ειδήσεων έβγαζαν, τη μία ή την άλλη συνταγή από το βιβλίο συνταγών μου και έλεγαν ότι αυτό συμβαίνει. Και δεν μπορούσα να απαντήσω επειδή δεν μπορούσα να μιλήσω δημόσια κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιβεβαίωσης. Αλλά στη συνέχεια, αφού επιβεβαιώθηκα, τότε μπορούσα να πω, όχι, δεν υπάρχει κανένα μυστικό σχέδιο εδώ. Ο Πρόεδρος είναι πολύ σαφής. Επικεντρώνεται σε δίκαιους και αμοιβαίους δασμούς και έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα. Κοιτάξτε, όπως είπα και πριν, ο πρόεδρος είναι ένας φοβερός διαπραγματευτής, σωστά; Ο οποίος διαπραγματεύεται συμφωνίες σε όλη του την καριέρα. Και αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να διαπραγματευτεί για να δημιουργήσει ένα καλύτερο εμπορικό σύστημα για την Αμερική και τον κόσμο, αυτός είναι ο Πρόεδρος Τραμπ. Και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αν κάποιος μπορεί να το κάνει, αυτός μπορεί. Και έτσι η συμβουλή μου προς κάθε ξένη κυβέρνηση που μπορεί να το θέλει είναι ότι καταλαβαίνω ότι το τηλέφωνο χτυπάει ασταμάτητα σε διάφορα σημεία του Λευκού Οίκου. Συνεχίστε να καλείτε στο τηλέφωνο τον Λευκό Οίκο.

Thomas Duesterberg:

Εντάξει. Το κοινό, πολύ υπομονετικό. Και θέλω να περάσω στις ερωτήσεις. Θέλω να ξεκινήσω με τον κ. Stein από την Washington Post, νομίζω. Είστε ακόμα εδώ;

Στάιν:

Ναι, φυσικά. Προφανώς, λοιπόν, έχετε μιλήσει εδώ αρκετά για το παγκόσμιο εμπορικό έλλειμμα, το οποίο νομίζω ότι πολλοί οικονομολόγοι συμφωνούν ότι είναι ένα σοβαρό θέμα που πρέπει να συζητηθεί. Η κριτική βέβαια ήταν ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος την περασμένη εβδομάδα μπορεί να μην φαίνονται να ανταποκρίνονται σε αυτό το παγκόσμιο ζήτημα, αλλά αντίθετα να στοχεύουν αρκετά αυστηρά χώρες για τις οποίες υπάρχει ελάχιστη ένδειξη ότι συμβάλλουν στο πρόβλημα που περιγράψατε εδώ σήμερα. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε για παράδειγμα γιατί στο Λεσότο επιβάλλονται δασμοί 50%; Ποια είναι η συμβολή του Λεσότο στο πρόβλημα που εντοπίσατε για την κυριαρχία του δολαρίου; Και έτσι υποθέτω ότι η γενικότερη ερώτηση είναι ότι ανάμεσα στο πρόβλημα που εντοπίσατε εδώ και των μέτρων για το εμπορικό έλλειμμα που ανακοίνωσε ο πρόεδρος υπάρχει ένα χάσμα. Σας ευχαριστώ λοιπόν που είστε εδώ και που δεχτήκατε την ερώτηση.

Stephen Miran:

Σας ευχαριστώ. Επιτρέψτε μου κατ’ αρχάς να πω ότι δεν νομίζω ότι η κυριαρχία του δολαρίου αποτελεί πρόβλημα. Νομίζω ότι η κυριαρχία του δολαρίου είναι ένα σπουδαίο πράγμα. Έχει κάποιες παρενέργειες που μπορεί να είναι προβληματικές και θα ήθελα να βρω τρόπους να βελτιώσω τις παρενέργειες ώστε η κυριαρχία του δολαρίου να μπορεί να συνεχιστεί για δεκαετίες στο διηνεκές. Νομίζω ότι αυτό θα ήταν υπέροχο.

Η διάγνωσή μου για τα προβλήματα αυτών των παρενεργειών είναι ένα είδος γενικής διάγνωσης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το διεθνές εμπόριο και η διεθνής χρηματοδότηση. Οι αμοιβαίοι δασμοί που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα είναι μια συγκεκριμένη πολιτική που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των αθέμιτων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών. Υπάρχουν και άλλες πολιτικές που έχει ανακοινώσει ο πρόεδρος. Υπάρχουν άλλοι δασμοί έναντι της USMCA, της φαιντανύλης, των αυτοκινήτων. Υπάρχουν και άλλες μελέτες σε εξέλιξη. Το πλαίσιό μου δεν προκάλεσε άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τους αμοιβαίους δασμούς. Είναι ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα που στοχεύει στη συγκεκριμένη εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης των εμπορικών ελλειμμάτων. Επειδή η εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι τα εμπορικά ελλείμματα, η μορφή αποκατάστασης της εθνικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης έπρεπε να σχετίζεται με τα εμπορικά ελλείμματα. Και αυτό είναι ένα μέρος του λόγου για τον οποίο οι δασμολογικοί συντελεστές υπολογίστηκαν με τον τρόπο που υπολογίστηκαν. Δεν μπορώ να μιλήσω συγκεκριμένα για κάποια συγκεκριμένη χώρα, αλλά γνωρίζω ότι αν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι τα εμπορικά ελλείμματα, τότε τα εμπορικά ελλείμματα θα πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη σκέψη για το πώς θα διορθωθεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Gavin Bade:

Πρόεδρε, ο Gavin Bade από την Wall Street Journal. Ήθελα να ρωτήσω σχετικά με το θέμα των διαπραγματεύσεων. Είστε εδώ πάνω και λέτε, «Σηκώστε το τηλέφωνο και καλέστε συνέχεια». Μόλις είδαμε την είδηση, ενώ εσείς μιλούσατε, ότι ο Υπουργός Οικονομικών θα ηγηθεί των διαπραγματεύσεων με την Ιαπωνία, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα έχουμε ένα άρθρο στους Financial Times από τον Peter Navarro που λέει πολύ ξεκάθαρα, και παραθέτω, «Αυτό δεν είναι διαπραγμάτευση. Και οι χώρες που έχουν στήσει εμπορικά εμπόδια εδώ και δεκαετίες και απευθύνονται σήμερα στον Λευκό Οίκο δεν θα πρέπει απλώς να πιστεύουν ότι αν μειώσετε τους δασμούς, θα τους μειώσουμε κι εμείς». Γιατί, λοιπόν, υπάρχουν αντικρουόμενες αφηγήσεις από την κυβέρνηση όσον αφορά το αν πρόκειται για διαπραγμάτευση ή όχι; Και πολύ συγκεκριμένα, μπορούμε να περιμένουμε κάποια συμφωνία πριν από την έναρξη ισχύος των αμοιβαίων δασμών στις 9 Απριλίου; Αν θα μπορούσατε να απαντήσετε συγκεκριμένα και σε αυτό, θα ήταν υπέροχο. Σας ευχαριστώ.

Stephen Miran:

Σίγουρα. Και αυτό είναι μια χαρά. Η διαφωνία είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορείτε να ενισχύσετε τα επιχειρήματά σας και να αποφύγετε την ομαδική σκέψη και νομίζω ότι αυτό είναι πολύ υγιές. Δεν μπορώ να μιλήσω για το αν θα υπάρξει συμφωνία ή όχι. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αυτή η επιλογή θα παραμείνει τελικά στον πρόεδρο, όπως συνέβαινε πάντα. Και να επισημάνω σε όλους, όπως έκανα και πριν, την ιστορία της ικανότητας του προέδρου να δημιουργεί συμφωνίες όταν κανείς δεν πίστευε ότι ήταν δυνατόν. Κανείς δεν πίστευε ότι η συμφωνία της πρώτης φάσης με την Κίνα θα γινόταν το 2019, και όμως έγινε, επειδή ο πρόεδρος είναι τόσο ταλαντούχος διαπραγματευτής. Και αυτή η συμφωνία της πρώτης φάσης θα παρείχε μια ποικιλία παραχωρήσεων από την Κίνα σε όλο το φάσμα των σημαντικών διαστάσεων του εμπορίου, της πνευματικής ιδιοκτησίας, της πρόσβασης στην αγορά, του νομίσματος, της αγοράς γεωργικών προϊόντων. Και νομίζω ότι θα ήταν φανταστική αν οι Κινέζοι την είχαν τηρήσει.

Δυστυχώς, οι Κινέζοι εγκατέλειψαν τη συμφωνία της πρώτης φάσης και η κυβέρνηση Μπάιντεν αποφάσισε να την αγνοήσει. Δώσαμε στην κυβέρνηση Μπάιντεν ένα υπέροχο εμπορικό αποτέλεσμα και μετά αποφάσισαν να το πετάξουν στα σκουπίδια χωρίς κανέναν λόγο. Και νομίζω ότι αυτό ήταν εξαιρετικά ατυχές. Και θα ήταν ωραίο για την Κίνα να προσπαθήσει να ανταποκριθεί σε αυτό σε οποιοδήποτε σημείο των τελευταίων ετών, των τελευταίων μηνών. Επομένως, δεν μπορώ να σας πω τι πρόκειται να συμβεί ή τι δεν πρόκειται να συμβεί, παρά μόνο να πω ότι ο πρόεδρος είναι ο μόνος που θα το αποφασίσει. Αλλά μπορώ να σας δείξω την ιστορία του και η ιστορία του στα θέματα της δημιουργίας συμφωνιών είναι αρκετά μεγάλη.

Gavin Bade:

Αν μου επιτρέπετε, κύριε, η συμβουλή που δίνετε στον πρόεδρο σχετικά με το αν θα πρέπει να κάνει μια συμφωνία ή όχι είναι διαφορετική από αυτή που του έδινε π.χ. ο Peter Navarro;

Stephen Miran:

Λοιπόν, δεν βρίσκομαι ανάμεσα στους δύο στις συνομιλίες που κάνουν. Ωστόσο, νομίζω ότι είμαι αρκετά ξεκάθαρος ότι πιστεύω ότι η Αμερική αξίζει καλύτερους εμπορικούς όρους. Με τι ακριβώς μοιάζει αυτό, έχω περιγράψει ότι δεν επικεντρώνομαι σε κάποια διάσταση των καλύτερων εμπορικών όρων. Και έτσι η γνώμη μου είναι ότι υπάρχει μια ποικιλία βελτιώσεων που θα μπορούσαν να γίνουν, αλλά στο τέλος της ημέρας, ο πρόεδρος είναι ο αποφασίζων και αυτός θα αποφασίσει.

Thomas Duesterberg:

Νομίζω ότι έχουμε χρόνο για μια ακόμη γρήγορη ερώτηση.

Patrick Wilson:

Καλησπέρα. Είμαι ο Πάτρικ Γουίλσον. Εργάζομαι για την MediaTek. Είμαστε μια ταϊβανέζικη εταιρεία ημιαγωγών, οπότε προφανώς παρακολουθούμε στενά, αλλά επενδύουμε και συνεχίζουμε να επενδύουμε στις ΗΠΑ Η ερώτησή μου αφορά το εργατικό δυναμικό. Διηύθυνα επίσης μια εμπορική ένωση στον τομέα της μεταποίησης. Και το νούμερο ένα ζήτημα των τελευταίων 11 ετών για τους αμερικανούς κατασκευαστές ήταν η έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων. Οι θέσεις εργασίας μένουν ακάλυπτες για πολλούς μήνες κάθε φορά. Η ανεργία στους μεταποιητικούς κλάδους είναι χαμηλότερη από ό,τι στη γενική οικονομία. Κατά την πρώτη θητεία του προέδρου, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν το Συμβούλιο του Προέδρου για την πολιτική του εργατικού δυναμικού. Και όπως ακριβώς είπατε, η κυβέρνηση Μπάιντεν αγνόησε πολλές από αυτές τις σπουδαίες συστάσεις που προέκυψαν από την πολιτική εργατικού δυναμικού του Προέδρου Τραμπ. Αναρωτιέμαι, προφανώς αυτό αποτελεί μέρος της στρατηγικής για την ανανέωση της μεταποίησης στις ΗΠΑ, πώς εντάσσεται σε αυτό το θέμα το εργατικό δυναμικό και υπάρχει κάποιος τρόπος να δράσουμε κατά κάποιον τρόπο βάσει αυτών των σπουδαίων συστάσεων που έδωσαν οι σύμβουλοι του προέδρου την προηγούμενη φορά;

Stephen Miran:

Συμφωνώ ότι θα ήταν πολύ καλό να επανέλθει αυτό το θέμα. Και νομίζω ότι η άποψή μου είναι ότι η επένδυση στους Αμερικανούς είναι μια από τις πιο επωφελείς επενδύσεις που θα μπορούσατε να κάνετε. Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει σημασία, οι άνθρωποί μας, το μέλλον μας, και πρέπει να επενδύσουμε σε αυτούς. Και συμφωνώ απόλυτα με αυτό. Επιτρέψτε μου όμως να το γυρίσω σε εσάς και να σας κάνω μια ερώτηση. Γιατί οι εταιρείες δεν επενδύουν περισσότερο στην εκπαίδευση των εργαζομένων;

Patrick Wilson:

Θυμάμαι ότι στις ΗΠΑ οι εταιρείες ξοδεύουν σχεδόν πέντε φορές περισσότερα δολάρια για τα δικά τους προγράμματα κατάρτισης από ό,τι όλες οι πολιτειακές και τοπικές και ομοσπονδιακές κυβερνήσεις μαζί. Είναι μια αναλογία πέντε προς ένα. Έτσι, σίγουρα οι εργοδότες είναι πολύ αφοσιωμένοι στην εκπαίδευση των εργαζομένων τους. Νομίζω όμως ότι το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός για σπουδαίες θέσεις εργασίας στην οικονομία μας. Και έτσι οι ίδιες οι θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης που θέλουμε να επαναφέρουμε, πολλές από αυτές είναι λιγότερο ελκυστικές για τους Αμερικανούς εργαζόμενους από τις άλλες θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης, όπως ίσως η εργασία σε ένα εργοστάσιο ημιαγωγών, η οποία είναι μια πολύ ελκυστική θέση εργασίας και έχει πολλούς υποψήφιους. Αλλά κάποια άλλα πράγματα, όπως η εργασία συναρμολόγησης, για παράδειγμα, είναι λιγότερο ελκυστικά για τους Αμερικανούς εργαζόμενους.

Stephen Miran

Μου αρέσει αυτή η απάντηση, διότι μπορώ να απαντήσω λέγοντας ότι αν βελτιώσουμε τη ζήτηση για τα αμερικανικά προϊόντα ανοίγοντας τις ξένες αγορές στα προϊόντα μας και καταργώντας τους άδικους ασύμμετρους εμπορικούς άξονες και τους άδικους ασύμμετρους εμπορικούς όρους, όλοι οι κατασκευαστές μας θα είναι πιο ανταγωνιστικοί, όλοι οι κατασκευαστές μας θα έχουν πολύ περισσότερες επιχειρήσεις και πολύ μεγαλύτερη ζήτηση. Και θα είναι σε θέση να πληρώνουν τους μισθούς που απαιτούνται για την πρόσληψη εργαζομένων και θα είναι πολύ πιο ελκυστικό να εργάζεται κανείς σε μία από αυτές τις επιχειρήσεις που αναφέρετε σε σχέση με τους άλλους εργαζόμενους.

Thomas Duesterberg

Πρόεδρε, σας ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις σας. Αναρωτιέμαι, ξέρω ότι πρέπει να επιστρέψετε στον πραγματικό κόσμο, ο οποίος είναι αρκετά πολυάσχολος αυτές τις μέρες, αλλά μήπως υπάρχει κάτι που δεν έχουμε καλύψει και για το οποίο θα θέλατε να μιλήσετε πριν κλείσουμε το θέμα;

Stephen Miran:

Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχει, αλλά δεν μπορώ να το σκεφτώ τώρα. Αλλά ίσως το κάνουμε στο μέλλον.

Thomas Duesterberg:

Εντάξει. Σας ευχαριστώ πολύ.

Stephen Miran:

Σας ευχαριστώ.

Πηγή: Hudson Institute

Μετάφραση: antapocrisis

Οι «αμοιβαίοι δασμοί» του Τραμπ κλιμακώνουν τον οικονομικό πόλεμο

Το παρακάτω άρθρο του Nick Beams δημοσιεύτηκε στο World Socialist Web Site (WSWS)  και επιχειρεί να εξηγήσει την πολιτική δασμών που εξαγγέλθηκε και άρχισε να εφαρμόζεται από τη διακυβέρνηση Τραμπ. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι οι δασμοί θα αυξήσουν τις τιμές των εισαγόμενων στις ΗΠΑ προϊόντων, άρα θα προκαλέσουν ακρίβεια και πληθωρισμό, ενώ η εγχώρια αμερικανική παραγωγή στην πράξη είναι δύσκολο να ανασυγκροτηθεί καθώς ένα σύγχρονο προϊόν συναρμολογείται από τμήματα που μπορεί να παράγονται σε δεκάδες διαφορετικές χώρες. Θέτει επίσης τη βασική αντίφαση της οικονομικής πολιτικής Τραμπ: από τη μια να ρίξει την ισοτιμία του δολαρίου ώστε να μειωθεί το έλλειμμα ισοζυγίου και να αυξηθούν οι εξαγωγές αμερικανικών προϊόντων, αλλά από την άλλη να διατηρηθεί το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, πράγμα που αντιφάσκει με τυχόν διολίσθησή του.

Η πολιτική δασμών του Τραμπ προκαλείται από δύο αλληλένδετους στόχους. Στο οικονομικό μέτωπο, επιδιώκει να αποσπάσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια από αυξήσεις δασμών, που τελικά θα πληρωθούν από τις αμερικανικές εταιρείες και τους καταναλωτές, για να στηρίξει την ολοένα επιδεινούμενη εμπορική και οικονομική θέση των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα αποδυναμώνει τους παγκόσμιους οικονομικούς αντιπάλους ιδίως την Κίνα, για να βελτιώσει την εμπορική θέση των ΗΠΑ.

Επίσης, στοχεύει στην ενίσχυση της στρατιωτικής ικανότητας των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας δασμούς για να αναγκάσει τις εταιρείες, ξένες και εγχώριες, να αυξήσουν το επίπεδο των δραστηριοτήτων τους στο αμερικανικό έδαφος, μεγάλο μέρος των οποίων είναι απαραίτητο για τον εφοδιασμό του στρατού.

Σύμφωνα με το νέο καθεστώς, οι ΗΠΑ θα επιβάλλουν «αμοιβαίους δασμούς» σε μια σειρά από χώρες. Ο δασμός δεν καθορίζεται από τον δασμό που άλλες χώρες επιβάλλουν στις αμερικανικές εξαγωγές.

Αντίθετα, έχει αποδοθεί ένας αριθμός σε κάθε μία από τις εμπλεκόμενες χώρες. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο τον δασμό που επιβάλλεται στις αμερικανικές εξαγωγές, αλλά και όλα τα μέτρα, όπως οι επιδοτήσεις, οι κανονισμοί, τα μέτρα βιοασφάλειας για τα γεωργικά προϊόντα και η αξία του νομίσματος, πράγματα τα οποία οι ΗΠΑ θεωρούν ότι έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με έναν δασμό ως διάκριση εις βάρος των ΗΠΑ.

Ο αμοιβαίος δασμός που θα επιβληθεί έχει οριστεί στο μισό αυτού του αριθμού. Έτσι, για την Κίνα, βασικό στόχο του νέου καθεστώτος, ο αριθμός που της αποδίδουν οι οικονομικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ είναι 67 και ο ανταποδοτικός δασμός θα είναι 34%. Αυτό θα προστεθεί στον δασμό 20% που έχει ήδη επιβληθεί στα κινεζικά προϊόντα, με αποτέλεσμα το συνολικό επίπεδο δασμών να ανέλθει στο 54%.

Μία από τις άμεσες επιπτώσεις της αύξησης των δασμών, που θα τεθεί σε ισχύ στις 9 Απριλίου, θα είναι μια σημαντική αύξηση των τιμών για ένα ευρύ φάσμα αγαθών που κατασκευάζονται στην Κίνα και αγοράζονται από τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία ο Τραμπ έχει καταγγείλει ως έναν οργανισμό που έχει συσταθεί για να «πηδάει» τις ΗΠΑ, έχει λάβει τον αριθμό 39 και η δασμολογική επιβάρυνση θα είναι 20 τοις εκατό.

Οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας -αρκετές από τις οποίες έχουν γίνει κέντρο παραγωγικών δραστηριοτήτων για πολλές εταιρείες που επιδιώκουν να αποφύγουν τις επιπτώσεις των εμπορικών απαγορεύσεων στην Κίνα- θα πληγούν ακόμη περισσότερο. Ο δασμός για την Ταϊλάνδη θα είναι 36 τοις εκατό, για τη Μαλαισία 24 τοις εκατό και για το Βιετνάμ 46 τοις εκατό.

Ο δασμός για τη Νότια Κορέα, η οποία έχει ήδη πληγεί από τον δασμό 25 τοις εκατό για τα «ξενόφερτα» αυτοκίνητα, θα είναι 25 τοις εκατό. Και ο κατάλογος συνεχίζεται.

Σε όλες τις χώρες που δεν θα πληγούν με «αμοιβαίο δασμό» θα επιβληθεί δασμός 10% στις εξαγωγές τους, σε ένα μέτρο που αποσκοπεί, εν μέρει, στο να αποτρέψει τις εταιρείες από το να μεταφέρουν κάποιες από τις δραστηριότητές τους σε χώρες που δεν έχουν στοχοποιηθεί ειδικά από τις ΗΠΑ.

Ο Τραμπ ξεκίνησε την παρουσίαση του νέου δασμολογικού καθεστώτος στον Λευκό Οίκο με το συνηθισμένο πλέον παραλήρημά του κατά του υπόλοιπου κόσμου.

«Για δεκαετίες, η χώρα μας λεηλατήθηκε, λεηλατήθηκε, βιάστηκε και λεηλατήθηκε από έθνη κοντά και μακριά, τόσο από φίλους όσο και από εχθρούς», είπε, σημειώνοντας αργότερα ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι φίλοι ήταν χειρότεροι από τους εχθρούς.

Για χρόνια, οι σκληρά εργαζόμενοι Αμερικανοί πολίτες αναγκάστηκαν να κάθονται στο περιθώριο, καθώς άλλα έθνη γίνονταν πλούσια και ισχυρά, σε μεγάλο βαθμό εις βάρος μας, αλλά τώρα είναι η σειρά μας να ευημερήσουμε.

Ωστόσο, οι επανειλημμένοι ισχυρισμοί του Τραμπ ότι τα δασμολογικά μέτρα θα δημιουργήσουν μια νέα χρυσή εποχή για τις ΗΠΑ είναι μια μυθοπλασία. Δεν θα μειώσουν τον πληθωρισμό, αλλά θα αυξήσουν τις τιμές σε ένα ευρύ φάσμα αγαθών. Οι δασμοί στα αυτοκίνητα θα αυξήσουν τις τιμές των αυτοκινήτων από 3.000 έως 10.000 δολάρια.

Χιλιάδες θέσεις εργασίας θα χαθούν, και όποια νέα εργοστάσια δημιουργηθούν στις ΗΠΑ θα είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοματοποιημένα, με μικρό εργατικό δυναμικό για να μειωθεί το κόστος.

Επιπλέον, το λεγόμενο προϊόν «αμερικανικής κατασκευής» είναι ανύπαρκτο. Κάθε αυτοκίνητο στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, είναι προϊόν ενός πολύπλοκου διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Για παράδειγμα, το φορτηγό Ford F-150 pickup, ένα από τα πρότυπα του θεωρούμενου ως «αμερικανικού» αυτοκινήτου, αποτελείται από χιλιάδες εξαρτήματα που εισάγονται από όλο τον κόσμο.

Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι το νέο δασμολογικό καθεστώς είναι μια μαγική πανάκεια που θα αποπληρώσει τόσο το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ όσο και το εμπορικό έλλειμμα.

Όμως οι εκτιμήσεις για τα αναμενόμενα έσοδα από τους δασμούς, σύμφωνα με την Capital Economics, είναι ότι το πολύ-πολύ να αποφέρουν περίπου 800 δισεκατομμύρια δολάρια.

Μόνο ο λογαριασμός των τόκων για το αμερικανικό χρέος, που σήμερα ανέρχεται σε περίπου 36 τρισεκατομμύρια δολάρια και αυξάνεται, ανέρχεται σε 1 τρισεκατομμύριο δολάρια κάθε χρόνο, καθώς γίνεται γρήγορα το μεγαλύτερο κονδύλι του προϋπολογισμού.

Οι εμπορικές πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ είναι εσωτερικά αντιφατικές. Από τη μία πλευρά, θέλει να διευρύνει τις εξαγωγικές αγορές των ΗΠΑ αποδυναμώνοντας την αξία του δολαρίου ΗΠΑ, καθιστώντας έτσι τα αμερικανικά προϊόντα φθηνότερα στις παγκόσμιες αγορές. Αλλά η διατήρηση του καθεστώτος του αποθεματικού νομίσματος, το οποίο ο Τραμπ θεωρεί υπαρξιακό ζήτημα για τις ΗΠΑ -η απώλειά του, όπως έχει πει, θα ήταν ισοδύναμη με την απώλεια ενός πολέμου- εξαρτάται από ένα ισχυρό δολάριο.

Επιπλέον, όσο κι αν ο Τραμπ αναπολεί τον πρόεδρο Γουίλιαμ ΜακΚίνλεϊ και το δασμολογικό του καθεστώς στις αρχές του 20ού αιώνα, η αμερικανική οικονομία έχει προ πολλού ξεπεράσει τα εθνικά της σύνορα και εξαρτάται από μια επεκτεινόμενη παγκόσμια οικονομία.

Αλλά η παγκόσμια οικονομία, που ήδη βιώνει κάποιους από τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων δεκαετιών, πρόκειται τώρα να δεχτεί άλλο ένα σημαντικό πλήγμα. Σύμφωνα με υπολογισμούς που δημοσιεύθηκαν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα στους Financial Times, το συνολικό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να είναι της τάξης των 1,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων εάν, όπως είναι προφανές, υπάρξουν αντίποινα (σ.μτφ. ήδη όλες οι εμπλεκόμενες χώρες ανακοίνωσαν κόντρα δασμούς στους δασμούς Τραμπ).

Συν τοις άλλοις, υπάρχει αυξανόμενη νευρικότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές -που βρίσκονται ήδη σε εύθραυστη κατάσταση λόγω της αύξησης του παγκόσμιου χρέους τόσο των κυβερνήσεων όσο και των επιχειρήσεων.

Αυτό εκφράστηκε στην επιστολή του Larry Fink, του διευθύνοντος συμβούλου της BlackRock, της μεγαλύτερης εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στον κόσμο, προς τους μετόχους αυτή την εβδομάδα. Είπε ότι «ο προστατευτισμός έχει επιστρέψει δυναμικά» και ότι στις συζητήσεις του, οι άνθρωποι ήταν «πιο ανήσυχοι για την οικονομία από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην πρόσφατη ιστορία».

Η πρόσφατη ιστορία, πρέπει να σημειωθεί, περιλαμβάνει την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τη χρηματοπιστωτική κρίση του Μαρτίου του 2020, η οποία είδε το πάγωμα της αγοράς ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου.

Ο Τραμπ επιβάλλει το σαρωτικό δασμολογικό καθεστώς βάσει του νόμου περί διεθνών οικονομικών εξουσιών έκτακτης ανάγκης του 1977, ο οποίος ψηφίστηκε επί δημοκρατικής κυβέρνησης Κάρτερ και του δίνει την εξουσία να κηρύξει εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης εάν υπάρχει μια «ασυνήθιστη και έκτακτη» απειλή από το εξωτερικό των ΗΠΑ που επηρεάζει την εθνική ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική ή την οικονομία.

Το λεγόμενο ενημερωτικό δελτίο που εξέδωσε ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι η εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης ήταν αποτέλεσμα του μεγάλου και επίμονου εμπορικού ελλείμματος. Ήταν 918 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, μια αύξηση 17% από το προηγούμενο έτος.

Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου κατέστησε σαφές ότι οι στρατιωτικές σκοπιμότητες αποτελούν κεντρική κινητήρια δύναμη του νέου δασμολογικού καθεστώτος. Οι «αμοιβαίοι δασμοί» στρέφονται κατά των χωρών «με τις οποίες οι ΗΠΑ έχουν τα μεγαλύτερα εμπορικά ελλείμματα», αλλά σχεδόν κάθε φορά που θίγονται οικονομικά θέματα στο έγγραφο, συνδέονται με στρατιωτικά ζητήματα.

Το έγγραφο αναφέρει ότι οι «ολέθριες» οικονομικές πολιτικές και πρακτικές των εμπορικών εταίρων υπονομεύουν την ικανότητα των ΗΠΑ να παράγουν αγαθά για το κοινό «και τον στρατό, απειλώντας την εθνική ασφάλεια».

Το ‘Made in America’, διακήρυττε, δεν είναι απλώς ένα σλόγκαν – είναι μια οικονομική προτεραιότητα και προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας αυτής της κυβέρνησης.

Τα αμερικανικά αποθέματα στρατιωτικών αγαθών ήταν «πολύ χαμηλά για να είναι συμβατά με τα συμφέροντα της εθνικής άμυνας» και οι εξελίξεις στη βιοκατασκευή, τις μπαταρίες και τη μικροηλεκτρονική πρέπει να υπάρξουν, «για την υποστήριξη των αμυντικών αναγκών».

Εξηγώντας την εστίαση στους μη δασμολογικούς φραγμούς, ιδίως όσον αφορά την Κίνα, ανέφερε ότι αυτοί όχι μόνο υπονόμευσαν την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ, αλλά και απείλησαν «την οικονομική και εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ αυξάνοντας την εξάρτησή μας από τις ελεγχόμενες από το εξωτερικό αλυσίδες εφοδιασμού για κρίσιμες βιομηχανίες, καθώς και για καθημερινά αγαθά».

Το ενημερωτικό δελτίο περιέγραφε τον κεντρικό πυρήνα του οικονομικού πολέμου.

“Το σημερινό διάταγμα περιέχει επίσης εξουσία τροποποίησης, η οποία επιτρέπει στον Πρόεδρο Τραμπ να αυξήσει τους δασμούς εάν οι εμπορικοί εταίροι προβούν σε αντίποινα ή να μειώσει τους δασμούς εάν οι εμπορικοί εταίροι λάβουν σημαντικά μέτρα για την αποκατάσταση των μη αμοιβαίων εμπορικών ρυθμίσεων και την ευθυγράμμιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε θέματα οικονομίας και εθνικής ασφάλειας”.

Με άλλα λόγια, μπείτε στη σειρά ή θα χτυπηθείτε -και μάλιστα πιο σκληρά αν κουνήσετε το δάχτυλο.

Τα δασμολογικά μέτρα δεν είναι απλώς μια προετοιμασία για πόλεμο – είναι σίγουρα αυτό, και σε παλαιότερες εποχές θα μπορούσαν να θεωρηθούν πράξη πολέμου. Σήμερα, τα όρια μεταξύ των καταστάσεων πολέμου και ειρήνης είναι θολά, καθώς ο πόλεμος στο οικονομικό μέτωπο συνδέεται άμεσα με την επεκτατική προσπάθεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού – οι απειλές να γίνει ο Καναδάς το 51ο κράτος, οι συνεχιζόμενες επιχειρήσεις για την κατάληψη της Γροιλανδίας και οι αυξημένοι βομβαρδισμοί των Χούθι στην Υεμένη, είναι μερικές μόνο εικόνες αυτής της επεκτατικής προσπάθειας.

Πηγή: World Socialist Web Site

Μετάφραση: antapocrisis

Πίσω από τον κλιμακούμενο δασμολογικό πόλεμο του Τραμπ: Μια συνέντευξη με τον μαρξιστή οικονομολόγο Michael Roberts

Σε αυτή τη συνέντευξη με τον Federico Fuentes για το Διεθνές Περιοδικό Σοσιαλιστικής Ανανέωσης LINKS, ο Roberts δίνει την άποψή του για την πρόσφατη δέσμη δασμών που ανακοίνωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump στις 2 Απριλίου, την οποία ο Trump ονόμασε «Ημέρα Απελευθέρωσης», αλλά η Wall Street Journal τη χαρακτήρισε ως «τον πιο ηλίθιο εμπορικό πόλεμο στην ιστορία». Ο Roberts περιγράφει πώς οι δασμοί εντάσσονται στο ευρύτερο σχέδιο του Trump για την επαναβεβαίωση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ και πώς θα μπορούσε να συγκροτηθεί μια αριστερή απάντηση.

Θα μπορούσατε να εξηγήσετε τη σημασία και τα κίνητρα των νέων δασμών του Τραμπ; Είναι πιθανό να επιτύχουν αυτό που θέλει ο Τραμπ;

Οι αυξήσεις των δασμών του Τραμπ στις εισαγωγές αγαθών των ΗΠΑ είναι οι μεγαλύτερες εδώ και περισσότερα από 130 χρόνια, αυξάνοντας τον πραγματικό μέσο δασμολογικό συντελεστή σε πάνω από 25%. Αυτό θα πλήξει σοβαρά τις εξαγωγές αγαθών προς τις ΗΠΑ από φτωχές χώρες του «Παγκόσμιου Νότου», οι οποίες δεν εξαιρούνται. Αντιθέτως, μια χώρα όπως το Βιετνάμ αντιμετωπίζει αύξηση δασμών κατά 45%, ενώ η Κίνα αντιμετωπίζει αύξηση δασμών κατά 59%. Όλες οι χώρες δέχονται αύξηση των δασμών κατά 10%, ακόμη και αν οι ΗΠΑ δεν έχουν εμπορικό έλλειμμα μαζί τους.

Η κυβέρνηση Τραμπ ισχυρίζεται ότι αυτές οι αυξήσεις δασμών είναι απαραίτητες για να τερματιστεί η «ληστεία» της αμερικανικής παραγωγής από άλλες χώρες μέσω «κακών πρακτικών», άδικων φόρων, ποσοστώσεων και επιδοτήσεων. Στόχος είναι να μειωθεί ή να εξαλειφθεί το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ και να αναγκαστούν οι ξένοι κατασκευαστές να επενδύσουν και να πωλούν απευθείας στις ΗΠΑ. Ο στόχος είναι επίσης να δοθεί η δυνατότητα στους εγχώριους κατασκευαστές των ΗΠΑ να αντικαταστήσουν τα ξένα προϊόντα με προϊόντα αμερικανικής κατασκευής – και έτσι να «κάνουν την Αμερική μεγάλη ξανά».

Αυτό είναι ανοησία. Οι ΗΠΑ άρχισαν να εμφανίζουν εμπορικό έλλειμμα με άλλες χώρες τη δεκαετία του 1980, επειδή η αμερικανική μεταποίηση μετέφερε τις δραστηριότητές της στον Παγκόσμιο Νότο και τον Καναδά, προκειμένου να επωφεληθεί από το φθηνό εργατικό δυναμικό και την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Μεγάλο μέρος των αγαθών που εξάγονται στις ΗΠΑ προέρχεται από αμερικανικές εταιρείες με έδρα το Μεξικό, τον Καναδά, την Κίνα κ.λπ. Το Βιετνάμ εξάγει εκατομμύρια παπούτσια στις ΗΠΑ, τα οποία κατασκευάζονται σε 59 εργοστάσια της Nike που ανήκουν στις ΗΠΑ εκεί. Η Tesla κατασκευάζει τα περισσότερα από τα ηλεκτρικά της αυτοκίνητα στην Κίνα. Το κόστος παραγωγής των ΗΠΑ στο εσωτερικό είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι στο εξωτερικό, όχι μόνο επειδή η εργασία είναι ακριβότερη, αλλά επειδή η παραγωγικότητα στο εξωτερικό αυξάνεται πολύ ταχύτερα με τις νέες τεχνολογίες, ιδίως στην Κίνα.

Αυτό που θα κάνουν αυτοί οι δασμοί είναι, πρώτον, να μειώσουν τις εισαγωγές αναγκαίων αγαθών για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ, ή/και να αυξήσουν τις τιμές τους. Έτσι, η οικονομία των ΗΠΑ θα πληγεί. Δεύτερον, αν υπάρξουν αντίποινα – όπως και ήδη υπάρχουν- τότε οι αμερικανικές εξαγωγές θα υποφέρουν ανάλογα, με αποτέλεσμα να μην αλλάξει σχεδόν καθόλου το έλλειμμα ισοζυγίου των ΗΠΑ. Ένας σπειροειδής εμπορικός πόλεμος θα μειώσει την ανάπτυξη, θα αυξήσει τον πληθωρισμό και θα οδηγήσει σε ύφεση τις ΗΠΑ και άλλες οικονομίες που βρίσκονται ήδη στο χείλος του γκρεμού.

Υποστηρίζουν οι καπιταλιστές των ΗΠΑ τους δασμούς του Τραμπ;

Η άρχουσα ελίτ του χρηματοπιστωτικού τομέα και των μεγάλων επιχειρήσεων βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Ήλπιζαν ότι ο Τραμπ θα χρησιμοποιούσε απλώς τις αυξήσεις των δασμών ως όπλο για να διαπραγματευτεί παραχωρήσεις στο εμπόριο, τις επενδύσεις και την τεχνολογία. Αυτό ισχύει μόνο εν μέρει. Τώρα συνειδητοποιούν ότι αυτοί οι δασμοί είναι πιθανό να παραμείνουν. Ως αποτέλεσμα, το αμερικανικό χρηματιστήριο κατέρρευσε. Οι τιμές των μετοχών των κορυφαίων εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης και τεχνολογίας – των λεγόμενων Magnificent Seven (Apple, Microsoft, Google, Amazon, Nvidia, Meta (Facebook) και Tesla) – έπεσαν ακόμη περισσότερο, ενώ ακόμη και το δολάριο ΗΠΑ υποχώρησε. Οι οικονομολόγοι της επικρατούσας τάσης καταδικάζουν σχεδόν ομόφωνα τους δασμούς του Τραμπ.

Αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν γίνει πολιτικές κινήσεις από την άρχουσα ελίτ εναντίον του, παρόλο που οι δημοσκοπήσεις είναι αρνητικές προς τον Τραμπ. Φοβούνται τις ομάδες των Τραμπιστών. Οι Δημοκρατικοί σιωπούν, οι επενδυτικές τράπεζες είναι ήσυχες και οι πετρελαϊκές εταιρείες είναι ενθαρρυντικές. Μόνο οι Αμερικανοί αγρότες θρηνούν για το φόβο των αντιποίνων της Κίνας και άλλων χωρών στις αγροτικές εξαγωγές των ΗΠΑ. Εδώ, ο Τραμπ έχει αφήσει υπονοούμενα για ένα πακέτο διάσωσης. Έχει επίσης αποφύγει τους δασμούς κατά του Καναδά και του Μεξικού για τις εισαγωγές αυτοκινήτων (καθώς μεγάλο μέρος αυτών προέρχεται από αμερικανικές εταιρείες που εδρεύουν στην άλλη πλευρά των συνόρων). Προς το παρόν, η άρχουσα ελίτ έχει παραλύσει.

Πώς εντάσσονται αυτοί οι δασμοί στην ευρύτερη εξωτερική πολιτική του Τραμπ, ιδίως στην αυξανόμενη αντιπαράθεση με την Κίνα;

Υπάρχει κάποια μέθοδος στην τρέλα του Τραμπ. Θέλει να διατηρήσει τις ΗΠΑ ως ηγεμονική δύναμη στον κόσμο, αλλά όχι πλέον προσπαθώντας να «αστυνομεύσει» τον κόσμο, όπως έκαναν οι Δημοκρατικοί. Ο Τραμπ θέλει να επιστρέψει στο Δόγμα Μονρόε. Το 1823, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζέιμς Μονρό πρότεινε στους Ευρωπαίους αποίκους να μείνουν μακριά από τη Λατινική Αμερική και να αφήσουν το δυτικό ημισφαίριο στις ΗΠΑ. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, η Λατινική Αμερική είχε γίνει η «πίσω αυλή» της. Στη συνέχεια, οι ΗΠΑ επέκτειναν τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες τους στον Ειρηνικό μέχρι τις Φιλιππίνες και τα έβαλαν με την ανερχόμενη Ιαπωνία, γεγονός που τελικά οδήγησε στο Περλ Χάρμπορ και στην είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σήμερα, ο Τραμπ θέλει να παρατήσει την Ευρώπη και να την αφήσει να ασχοληθεί με τη Ρωσία, ενώ επιτρέπει στο Ισραήλ να φροντίσει τη Μέση Ανατολή και να ασχοληθεί με το Ιράν. Ο στόχος είναι να επιτρέψουν στις ΗΠΑ να επικεντρωθούν στην εντατικοποίηση των προσπαθειών να στραγγαλίσουν την κινεζική οικονομία και να επιβάλουν μια ενδεχόμενη «αλλαγή καθεστώτος» για να μετατρέψουν την Κίνα σε μαριονέτα των ΗΠΑ, όπως έγινε η Ιαπωνία. Δυστυχώς για τον ίδιο και αυτό το Δόγμα Μονρόε+, μπορεί να είναι πολύ αργά για να σταματήσει η άνοδος της Κίνας, ακόμη και με αυξήσεις δασμών κατά 60%.

Για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων δεκαετιών, οι ΗΠΑ ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτό που συχνά αποκαλείται «παγκοσμιοποίηση», η οποία επιδίωξε να μειώσει τους εμπορικούς φραγμούς. Μήπως αυτοί οι δασμοί σημαίνουν το τέλος της «παγκοσμιοποίησης»;

Το κύμα παγκοσμιοποίησης των δεκαετιών του 1990 και του 2000 έληξε με τη Μεγάλη Ύφεση του 2008-9. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010, το παγκόσμιο εμπόριο ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ παρέμεινε στάσιμο, ιδίως το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών. Οι δασμοί του Τραμπ θα το επιδεινώσουν αυτό. Κατά τις δεκαετίες της παγκοσμιοποίησης, οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες μετέφεραν την παραγωγή τους στο εξωτερικό και τσέπωναν τα κέρδη τους σε σκόπιμα κατασκευασμένους φορολογικούς παραδείσους. Οι ροές κεφαλαίου επιταχύνθηκαν μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, αλλά αύξησαν επίσης την εκμετάλλευση του Παγκόσμιου Νότου. Αλλά στη μακρά ύφεση της δεκαετίας του 2010 και στη δεκαετία του 2020, οι ροές κεφαλαίων έχουν επίσης υποχωρήσει.

Εάν οι δασμοί του Τραμπ δείχνουν προς την κατεύθυνση της περαιτέρω οικονομικής αποσύνδεσης, θα μπορούσε αυτό να δημιουργήσει χώρο για τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου να ακολουθήσουν πιο αυτόνομες στρατηγικές ανάπτυξης;

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η «αποσύνδεση» -δηλαδή η σχετική μείωση των εμπορικών και κεφαλαιακών ροών μεταξύ των χωρών του Παγκόσμιου Νότου και των ιμπεριαλιστικών χωρών του πυρήνα- θα επιτρέψει στις μεγάλες χώρες του Παγκόσμιου Νότου να εισαγάγουν πιο προοδευτικές οικονομικές «βιομηχανικές στρατηγικές», να ξεφύγουν από τη μέγγενη του ιμπεριαλισμού και να αρχίσουν να «καλύπτουν τη διαφορά». Είμαι επιφυλακτικός. Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ έχει αποδυναμωθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό εξηγεί εν μέρει την άνοδο του Τραμπ. Αλλά οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη οικονομική δύναμη (το δολάριο εξακολουθεί να κυριαρχεί) και η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο. Εξακολουθούν να έχουν την υποστήριξη (ως επί το πλείστον) των άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών.

Η εναλλακτική ομάδα BRICS [υπό την ηγεσία της Βραζιλίας, της Ρωσίας, της Ινδίας, της Κίνας και της Νότιας Αφρικής] είναι ποικιλόμορφη πολιτικά και οικονομικά και δεν έχει πραγματική οικονομική ή στρατιωτική επιρροή. Οι περισσότερες χώρες BRICS διοικούνται από αυταρχικές δικτατορίες (Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Σαουδική Αραβία) ή αδύναμα νεοφιλελεύθερα καπιταλιστικά καθεστώτα (Νότια Αφρική, Ινδία) που δεν εκπροσωπούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Η ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και η επιδίωξη μιας ανεξάρτητης οικονομικής ανάπτυξης θα απαιτούσε δημόσια ιδιοκτησία στους κύριους τομείς αυτών των οικονομιών, προγραμματισμένες κρατικά καθοδηγούμενες επενδύσεις, δημοκρατία της εργατικής τάξης και μια διεθνιστική εξωτερική πολιτική, κάτι που δεν υπάρχει, ούτε καν στην Κίνα. Αντίθετα, οι ηγέτες των BRICS αντιτίθενται σθεναρά σε τέτοιες πολιτικές.

Ο Τραμπ έχει εμφανίσει τους δασμούς του ως έναν τρόπο για να «φέρει πίσω τις θέσεις εργασίας» και να «προστατεύσει τους εργαζόμενους των ΗΠΑ». Ποια θέση πρέπει να πάρουν οι δυνάμεις της εργατικής τάξης απέναντι σε αυτούς τους δασμούς και στη συζήτηση για ανταποδοτικούς δασμούς από άλλες χώρες, είτε στον Παγκόσμιο Βορρά είτε στον Νότο;

Πολλοί συνδικαλιστικοί ηγέτες των ΗΠΑ υποστηρίζουν τους δασμούς με την πεποίθηση ότι αυτό θα προσφέρει περισσότερες θέσεις εργασίας και θα αναζωογονήσει τις εγχώριες βιομηχανίες. Αυτό είναι λάθος, διότι οι δασμοί θα μειώσουν μόνο τις αμερικανικές εξαγωγές, θα επιταχύνουν τον πληθωρισμό και θα οδηγήσουν τις ΗΠΑ προς την ύφεση. Επιπλέον, ο Τραμπ ετοιμάζει τεράστιες φοροελαφρύνσεις για τους πλούσιους, οι οποίες θα πληρωθούν με τεράστιες περικοπές στις κρατικές υπηρεσίες, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την πρόνοια.

Οι εργατικοί ηγέτες των ΗΠΑ θα πρέπει: να αντιταχθούν σε όλες τις περικοπές υπηρεσιών, να απαιτήσουν υψηλότερους φόρους στους πλούσιους και τις μεγάλες επιχειρήσεις και να ζητήσουν την εξαγορά των τραπεζών και των Magnificent Seven, μαζί με την ανάπτυξη ενός επενδυτικού σχεδίου υπό την ηγεσία του κράτους για την ενίσχυση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας. Οι ηγέτες των εργαζομένων θα πρέπει να αντιταχθούν στις εθνικιστικές, προστατευτικές και αντιμεταναστευτικές πολιτικές και να επιδιώξουν τη δημιουργία συμμαχιών και τη χάραξη κοινών πολιτικών με τους εργαζόμενους σε άλλες χώρες.

Στον Παγκόσμιο Νότο, οι ηγέτες των εργαζομένων θα πρέπει όχι μόνο να αντιταχθούν στους δασμούς αλλά και να απαιτήσουν το τέλος του καπιταλιστικού ελέγχου των οικονομιών τους. Θα πρέπει να συνδεθούν με τις οργανώσεις των εργαζομένων στον Παγκόσμιο Βορρά για να καθιερώσουν κοινές πολιτικές για το ελεύθερο εμπόριο, τον τερματισμό των καταπιεστικών χρεών και αποτελεσματικά μέτρα για τον έλεγχο του κλίματος, καθώς η υπερθέρμανση του πλανήτη ήδη αποδεκατίζει περιοχές σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πηγή: LINKS

Μετάφραση: antapocrisis

Γερμανία: το τέλος της ηγεμονίας στην ΕΕ;

Το παρακάτω άρθρο του οικονομολόγου Michael Roberts γράφηκε πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών στη Θουριγγία και τη Σαξονία όπου η ακροδεξιά “Εναλλακτική για τη Γερμανία” κατέκτησε την πρώτη και δεύτερη θέση αντίστοιχα ενώ τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού υπέστησαν συντριβή. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τη βασική εκτίμηση του άρθρου, ότι η Γερμανία διέρχεται βαθιά οικονομική κρίση που παράγει πολιτικές ανατροπές και κρίση ηγεμονίας στην ΕΕ. Ανεξάρτητα από επιμέρους εκτιμήσεις στις οποίες μπορεί κανείς να διατηρεί επιφυλάξεις, ο Roberts θέτει επί τάπητος τη βασική πλευρά της κρίσης σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως στη Γερμανία και στη Γαλλία που δεν είναι άλλος από την οικονομική στασιμότητα. Τόσο η πανδημία, όσο και κυρίως ο πόλεμος στην Ουκρανία, έχουν κοστίσει ανυπολόγιστα στην Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία που ως χώρα παραγωγός λυγίζει κάτω από την ενεργειακή ακρίβεια την οποία επέβαλαν οι βλέψεις της Ουάσινγκτον στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Σήμερα (στμ 1/9/2024) διεξάγονται εκλογές σε δύο μεγάλα επαρχιακά κρατίδια (Lander) στην ανατολική Γερμανία Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι προηγούνται τα ευρωσκεπτικιστικά, αντιμεταναστευτικά, ρωσόφιλα κόμματα, τόσο της ακροδεξιάς όσο και της νέας αριστεράς. Τα κόμματα του σημερινού ομοσπονδιακού συνασπισμού των Σοσιαλδημοκρατών, των Πρασίνων και των λεγόμενων Ελεύθερων Δημοκρατών αποδεκατίζονται σε σημείο ανυπαρξίας σε αυτά τα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Τα τρία ανατολικά κρατίδια μαζί φιλοξενούν περίπου 8,5 εκατομμύρια ανθρώπους, αποτελώντας το 10% του πληθυσμού της Γερμανίας. Αλλά δεν είναι μόνο σε αυτά τα κρατίδια που το «κέντρο» της γερμανικής πολιτικής καταρρέει. Τα τρία κόμματα της κυβέρνησης συνασπισμού του καγκελάριου Σολτς είδαν το συνδυασμένο ποσοστό τους να πέφτει από πάνω από το 50% στα τέλη του 2021, σε λιγότερο από το ένα τρίτο σήμερα.

Σε αυτές τις εκλογές στο κρατίδιο, το δεξιό ισλαμοφοβικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) αναμένεται να συγκεντρώσει ποσοστό άνω του 30% στη Θουριγγία και τη Σαξονία, με την προοπτική να κερδίσει την εξουσία στην πρώτη. Ο Bjorn Höcke, ο οποίος έχει ήδη καταδικαστεί δύο φορές για τη χρήση απαγορευμένων ναζιστικών συνθημάτων, είναι ο ηγέτης του AfD στη Θουριγγία. Αλλά και ένα νέο αριστερό κόμμα, με το ομώνυμο όνομα Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW), αναμένεται να λάβει έως και 15-20% των ψήφων.

Η Γερμανία αντιμετωπίζει μια έξαρση της μετανάστευσης, καθώς ο αριθμός των αιτήσεων ασύλου έφτασε τις 334.000 το 2023. Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το 56% των Γερμανών δήλωσε ότι φοβάται ότι μπορεί να κατακλυστεί από τη μετανάστευση. Φαίνεται λοιπόν ότι η μετανάστευση και ο ρατσισμός είναι οι κινητήριοι μοχλοί της ανόδου του ακροδεξιού AfD. Αλλά η ειρωνεία είναι ότι η ψήφος του AfD βελτιώθηκε κυρίως σε περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας όπου η μετανάστευση ήταν σχετικά χαμηλή -είναι ο φόβος και όχι η πραγματικότητα που οδηγεί σε τέτοιες προκαταλήψεις και αντιδράσεις.

Εξάλλου, οι Γερμανοί έχουν συνηθίσει τους μετανάστες. Η Γερμανία είναι ο δεύτερος πιο δημοφιλής μεταναστευτικός προορισμός στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ. Πάνω από ένας στους πέντε Γερμανούς (ή περίπου 18,6 εκατομμύρια) έχει τουλάχιστον εν μέρει ρίζες εκτός της χώρας. Αλλά το ζήτημα της μετανάστευσης έγινε τεράστιο ζήτημα στη Γερμανία λόγω της καταστροφής στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία που οδήγησε σε μαζική και γρήγορη εισροή προσφύγων, περίπου 2 εκατ. τα τελευταία δύο χρόνια στη Γερμανία. Οι περισσότεροι από αυτούς τους πρόσφυγες τοποθετήθηκαν στις φτωχότερες περιοχές της ανατολικής Γερμανίας, που ήδη βρίσκονται υπό την πίεση της φτωχότερης στέγασης, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών υπηρεσιών.

Η άλλη ειρωνεία είναι ότι η συμπρόεδρος του AfD δεν είναι φτωχή λαϊκίστρια προερχόμενη από τον λαό, αλλά αντίθετα η Alice Weidel είναι πρώην οικονομολόγος της Goldman Sachs και σύμβουλος χρηματοοικονομικών – σαν τον άλλον μεταρρυθμιστή «λαϊκιστή» ηγέτη του Ηνωμένου Βασιλείου Nigel Farage, ο οποίος είναι χρηματιστής. Αυτοί οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου δεν έχουν καμία σχέση με τους απλούς ψηφοφόρους τους, αλλά προσπαθούν να ανέλθουν στην εξουσία με βάση την προκατάληψη και την ψευδολογία. Το φαινόμενο των «λαϊκιστικών» δεξιών εθνικιστικών κομμάτων δεν περιορίζεται στη Γερμανία. Στη Γαλλία υπάρχει ο Εθνικός Συναγερμός, στο Ηνωμένο Βασίλειο το κόμμα της Μεταρρύθμισης και στην Ιταλία έχουμε τους Αδελφούς της Ιταλίας που βρίσκονται πραγματικά στην εξουσία. Πράγματι, σχεδόν σε όλα τα κράτη της ΕΕ, υπάρχουν κόμματα αντίδρασης που συγκεντρώνουν γύρω στο 10-15% των ψήφων, όπως επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες εκλογές της Συνέλευσης της ΕΕ.

Για μένα, όλα αυτά είναι προϊόν της Μακράς Κρίσης στις μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες μετά το τέλος της Μεγάλης Ύφεσης του 2008-9, η οποία έχει πλήξει τους φτωχότερους και λιγότερο οργανωμένους πληθυσμούς της εργατικής τάξης, μαζί με τις μικρές επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολούμενους. Έχουν στραφεί στον «εθνικισμό» για μια απάντηση, θεωρώντας ότι οι αιτίες της κατάρρευσής τους είναι οι μετανάστες, οι ελεημοσύνες προς άλλες χώρες της ΕΕ και οι μεγάλες επιχειρήσεις – με αυτή τη σειρά.

Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί περισσότερο στη Γερμανία εξαιτίας των επακόλουθων επιπτώσεων της πανδημικής ύφεσης και του πολέμου στην Ουκρανία. Η μεγάλη παραγωγική δύναμη της Ευρώπης, η Γερμανία, έχει ακινητοποιηθεί μετά την πανδημία. Και οι ψήφοι για τα παραδοσιακά κόμματα έχουν καταποντιστεί μαζί της.

Η κατάρρευση της γερμανικής οικονομίας αποκάλυψε το υποκείμενο ζήτημα της «διπλής αγοράς εργασίας» με ένα ολόκληρο στρώμα προσωρινών εργαζομένων μερικής απασχόλησης για τις γερμανικές επιχειρήσεις με πολύ χαμηλούς μισθούς. Περίπου το ένα τέταρτο του γερμανικού εργατικού δυναμικού λαμβάνει σήμερα μισθό «χαμηλού εισοδήματος», σύμφωνα με τον κοινό ορισμό, ο οποίος είναι μικρότερος από τα δύο τρίτα του μέσου όρου, ποσοστό που είναι υψηλότερο και από τις 17 ευρωπαϊκές χώρες, εκτός από τη Λιθουανία. Αυτό το φθηνό εργατικό δυναμικό, συγκεντρωμένο στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας, βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό με τον τεράστιο αριθμό προσφύγων που καταφθάνουν τα τελευταία δύο χρόνια. Έτσι πολλοί ψηφοφόροι της ανατολικής Γερμανίας πιστεύουν ότι το πρόβλημα είναι η μετανάστευση.

Αλλά κάτω από τη βιτρίνα βρίσκεται η επιδείνωση της γερμανικής οικονομίας, που πλήττει ιδιαίτερα την ανατολική χώρα. Η Γερμανία είναι το πολυπληθέστερο κράτος της ΕΕ και η βασική οικονομική της δύναμη, καθώς αντιπροσωπεύει πάνω από το 20% του ΑΕΠ του μπλοκ. Η μεταποίηση εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το 23% της γερμανικής οικονομίας, σε σύγκριση με το 12% στις ΗΠΑ και το 10% στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και η μεταποίηση απασχολεί το 19% του γερμανικού εργατικού δυναμικού, έναντι 10% στις ΗΠΑ και 9% στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αλλά αυτή η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης βρίσκεται σε ύφεση. Το πραγματικό ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2024 μειώθηκε κατά 0,1% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2024 και κατά το ίδιο ποσό σε σύγκριση με το δεύτερο τρίμηνο του 2023. Πράγματι, το πραγματικό ΑΕΠ της Γερμανίας δεν παρουσίασε καμία αύξηση για πέντε συνεχόμενα τρίμηνα και έχει πραγματικά μείνει στάσιμο τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Η γερμανική κυβέρνηση ακολούθησε δουλοπρεπώς τις πολιτικές της δυτικής συμμαχίας του ΝΑΤΟ και τερμάτισε την εξάρτησή της από τη φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία –μάλιστα συμφώνησε ακόμη και με την ανατίναξη του ζωτικού αγωγού φυσικού αερίου Nordstream. Το ενεργειακό κόστος έχει εκτοξευθεί στα ύψη για τα γερμανικά νοικοκυριά.

Πράγματι, οι πραγματικοί μισθοί στη Γερμανία εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τα προ της πανδημίας επίπεδα, όπως και σε πολλές χώρες της ΕΕ.

Αλλά πιο σημαντικό για το γερμανικό κεφάλαιο είναι το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος για τους κατασκευαστές. Το Γερμανικό Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο (DIHK) σχολιάζει: “Οι υψηλές τιμές της ενέργειας επηρεάζουν επίσης τις επενδυτικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων και συνεπώς την ικανότητά τους να καινοτομούν. Περισσότερο από το ένα τρίτο των βιομηχανικών επιχειρήσεων δηλώνουν ότι είναι σε θέση να επενδύσουν σήμερα λιγότερο σε βασικές επιχειρησιακές διαδικασίες λόγω των υψηλών τιμών ενέργειας. Το ένα τέταρτο δηλώνει ότι μπορεί να ασχοληθεί με την προστασία του κλίματος με λιγότερους πόρους και το ένα πέμπτο των βιομηχανικών εταιρειών πρέπει να αναβάλει τις επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία». «Εκτός από τη σχεδιαζόμενη μετεγκατάσταση της παραγωγής, αυτό αποτελεί άλλη μια οξεία απειλή για τη Γερμανία ως βιομηχανική τοποθεσία», προειδοποιεί ο Achim Dercks (DIHK). «Εάν οι ίδιες οι εταιρείες δεν επενδύουν πλέον στις βασικές τους διαδικασίες, αυτό θα ισοδυναμεί με σταδιακή αποσύνθεση».

Το περασμένο καλοκαίρι, το ΔΝΤ υπολόγιζε ότι αυτό το αυξανόμενο κόστος θα μείωνε τη δυνητική οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας έως και 1,25% ετησίως, «ανάλογα με την τελική
μέγεθος του σοκ των ενεργειακών τιμών και το βαθμό στον οποίο η αυξημένη ενεργειακή απόδοση μπορεί να το μετριάσει».

Τα τελευταία τρία χρόνια, η μεταποιητική δραστηριότητα έχει καταρρεύσει.

Επίσης, η ανάκαμψη της κερδοφορίας για το γερμανικό κεφάλαιο από την αρχή του ευρώ, η μετεγκατάσταση βιομηχανικού δυναμικού στα ανατολικά της ΕΕ και οι χαμηλοί μισθοί για μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού έχουν τελειώσει. Η κερδοφορία του γερμανικού κεφαλαίου άρχισε να μειώνεται στη Μεγάλη Ύφεση και μέσω της Μακράς Κρίσης της δεκαετίας του 2010. Αλλά η μεγαλύτερη πτώση ήρθε στην πανδημία και η κερδοφορία βρίσκεται τώρα σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο.


Πηγή: EWPT 7.0 και βάση δεδομένων AMECO.

Ακόμη χειρότερα, η μάζα των κερδών έχει επίσης αρχίσει να μειώνεται, καθώς το αυξανόμενο κόστος παραγωγής (ενέργεια, μεταφορές, εξαρτήματα) κατατρώει τα έσοδα. Και όταν τα συνολικά κέρδη μειώνονται, θα ακολουθήσει κατάρρευση των επενδύσεων και ύφεση.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου (ένα υποκατάστατο των επενδύσεων) συρρικνώνεται.

Αυτό με φέρνει στα επιχειρήματα που προβάλλουν οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι ότι η κατάντια της Γερμανίας οφείλεται στην έλλειψη καταναλωτικής ζήτησης και στην «υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα». Υποστηρίζεται ότι το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας (εξαγωγές έναντι εισαγωγών) δείχνει μια «ανισορροπία» στην οικονομία που θα πρέπει να διορθωθεί με την αύξηση της κατανάλωσης.

Αυτό όμως είναι ανοησία. Αν εξετάσουμε τις συνιστώσες του γερμανικού πραγματικού ΑΕΠ από την έναρξη της πανδημικής ύφεσης το 2020, μπορούμε να δούμε ότι η ύφεση της Γερμανίας δεν ήταν αποτέλεσμα της ύφεσης της κατανάλωσης (αύξηση 1%), αλλά των επενδύσεων. Η πτώση της κερδοφορίας και των κερδών οδήγησε σε πτώση των επενδύσεων (πτώση 7%).

Επίσης, η Γερμανία δεν «πλημμυρίζει» τον κόσμο με τις εξαγωγές της. Το εμπορικό πλεόνασμα με τον υπόλοιπο κόσμο είναι σχεδόν αμετάβλητο στα 20 δισ. ευρώ ετησίως, όπως και στα χρόνια της δεκαετίας του 2010.

Οι εξαγωγές αγαθών είναι λίγο πολύ σταθερές- οι εισαγωγές είναι αυτές που μειώθηκαν μετά την πανδημία, καθώς οι Γερμανοί κατασκευαστές περιόρισαν την παραγωγή και τη χρήση πρώτων υλών και εξαρτημάτων.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν απότομα για να προσπαθήσουν να μετριάσουν τον αντίκτυπο της απώλειας θέσεων εργασίας και μισθών. Αλλά μόλις τελείωσε αυτό, η κυβέρνηση συνασπισμού εφάρμοσε μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας, υποτίθεται για να συμμορφωθεί με τις αυστηρές επιταγές της Επιτροπής της ΕΕ και το γερμανικό σύνταγμα που ορίζει ότι το κράτος «μπορεί να ξοδεύει μόνο όσα χρήματα κερδίζει».

Η κυβέρνηση πάγωσε τα σχέδια χρηματοδότησης για το κλίμα και τον εκσυγχρονισμό και κάλυψε με μέτρα λιτότητας μια «τρύπα» 17 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό της. Αυτό περιελάμβανε την κατάργηση της επιδότησης ντίζελ για τα γεωργικά οχήματα, η οποία προκάλεσε οργισμένες διαμαρτυρίες των αγροτών. Τρακτέρ εισέβαλαν σε πόλεις και απέκλεισαν αρκετούς κόμβους αυτοκινητοδρόμων. Η αναστάτωση για εκατομμύρια μετακινούμενους επιδεινώθηκε από την απεργία των μηχανοδηγών στο υπό διάλυση ιδιωτικοποιημένο σιδηροδρομικό σύστημα.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ, ο οποίος είναι ο ηγέτης του μικρού νεοφιλελεύθερου κόμματος της «ελεύθερης αγοράς» FDP, επιμένει στην περικοπή των κοινωνικών δαπανών (πλήττοντας ιδιαίτερα τις χώρες της ανατολικής Γερμανίας). Ο Λίντνερ θέλει να περικόψει τις κρατικές δαπάνες έως και κατά 50 δισεκατομμύρια ευρώ!

Αυτό που δείχνουν όλα αυτά είναι ότι ακόμη και ο γερμανικός καπιταλισμός, η πιο επιτυχημένη προηγμένη καπιταλιστική οικονομία στην Ευρώπη, δεν μπορεί να ξεφύγει από τις διχαστικές δυνάμεις της Μακράς Ύφεσης. Αλλά δείχνει επίσης ότι η δουλοπρεπής παρακολούθηση των συμφερόντων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού από τη γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού στο όνομα της «δυτικής δημοκρατίας» για την Ουκρανία και το Ισραήλ καταστρέφει την ηγεμονία του γερμανικού κεφαλαίου και το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων πολιτών της. Δεν είναι περίεργο που οι φωνές του εθνικισμού και της αντίδρασης κερδίζουν έδαφος.

Πηγή: The Next Recession

Μετάφραση: antapocrisis

“Αποκάλυψη Τώρα” ή αργότερα; Τι σημαίνει η κατάρρευση των χρηματιστηρίων και τι φοβάται περισσότερο η Κεντρική Τράπεζα (Fed) των ΗΠΑ.

Η αμερικανική οικονομία είναι υπερβολικά χρηματιστικοποιημένη για να αντέξει οποιαδήποτε διαρκή πτώση στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων

Στις αγορές επικρατεί μακελειό και τα πράγματα κινούνται με τη δύναμη ενός τσουνάμι.

Ο ιαπωνικός Nikkei 225 έπεσε πάνω από 12% τη Δευτέρα[1], στη μεγαλύτερη πτώση μιας ημέρας από τη «Μαύρη Δευτέρα» του 1987[2]. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Dow έχει πέσει περίπου 1.000 μονάδες, ενώ ο Nasdaq έχει καταρρεύσει σχεδόν 4% σε αυτό που έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο ξέσπασμα της αγοράς[3].

Τα ερεθίσματα που πυροδότησαν το ξεπούλημα είναι αρκετά ξεκάθαρα και έχουν καλυφθεί επαρκώς από τα οικονομικά μέσα ενημέρωσης. Η απογοητευτική έκθεση της Παρασκευής για την απασχόληση στις ΗΠΑ πυροδότησε φόβους για ύφεση στις ΗΠΑ. Το άλλοτε φλογερό, αλλά υπερβολικά μοχλευμένο[4] και υπερτιμημένο trading[5] σε εταιρείες ‘Τεχνητής Νοημοσύνης’ (ΑΙ) πήγε κατά διαόλου, γεγονός που οδήγησε σε λουτρό αίματος για τις μετοχές της τεχνολογίας.

Για την τελευταία εξέλιξη ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το σπάσιμο του μαζικού carry-trade[6] μεταξύ δολαρίου και γεν – όπου οι επενδυτές δανείζονταν φθηνά σε γεν και επένδυαν σε περιουσιακά στοιχεία των ΗΠΑ με υψηλότερη απόδοση. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί περίπου ως ένα μεγάλο αρμπιτράζ επιτοκίων: Δανεισμός με χαμηλά επιτόκια και δανειοδότηση (επένδυση) με υψηλότερα επιτόκια. Αλλά όταν η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε τα επιτόκια στις 31 Ιουλίου και, ίσως ακόμη πιο σημαντικό, σηματοδότησε ότι θα ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις, επακολούθησε μια μαζική παραίτηση από αυτές τις θέσεις carry-trade. Αυτό αντηχεί στις αγορές και οδήγησε σε πολλά margin calls[7]. Και δεδομένου ότι οι επενδυτές συχνά πρέπει να πουλήσουν άλλα περιουσιακά στοιχεία για να ανταποκριθούν στα margin calls, αυτό δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις πωλήσεων.

Η πρόβλεψη για το πού μπορεί να κατευθυνθούν οι αγορές τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα που δεν θα αποτολμήσω. Πολλοί επενδυτές προσπαθούν βέβαια να πιάσουν το παροιμιώδες ‘μαχαίρι που πέφτει’—δηλαδή να αγοράσουν κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μια απότομη πώληση. Ορισμένοι αναλυτές λένε ήδη ότι ο πανικός είναι υπερβολικός και ότι τα πράγματα θα σταθεροποιηθούν σύντομα. Αν είχα μεγάλη βεβαιότητα για το πώς θα διαμορφωθούν τα πράγματα βραχυπρόθεσμα, θα έκανα απλά συναλλαγές στην αγορά, και δεν θα έγραφα γι’ αυτήν.

Αντί λοιπόν να ψάχνουμε στο σκοτάδι με μια πρόβλεψη, ας προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπο να σκεφτούμε για όσα συμβαίνουν. Και είναι πάντα καλό να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να προσπαθούμε να βρούμε την άποψη «από ψηλά» μέσα στην τρικυμία. Πρώτον, έχουμε το προφανές: Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια αρκετά κλασική περίπτωση απεμπλοκής θέσεων και όχι για μια αντίδραση σε οικονομικό σοκ. Πολλοί επενδυτές μετοχών είχαν μπλέξει πολύ βαθιά κυνηγώντας τη φούσκα των μετοχών τεχνολογίας – και πολλοί από αυτούς τους άτυχους ανθρώπους δανείζονταν φθηνά σε ιαπωνικά γεν για να το κάνουν αυτό (βλ. παραπάνω για το carry trade). Υπάρχουν πολλά margin calls σε εξέλιξη, πολλές αναγκαστικές ρευστοποιήσεις σε μοχλευμένες θέσεις—και πιθανότατα πολλές σύζυγοι που ασφαλίζουν τα παράθυρα στα ψηλά κτίρια[8].

Υποθέτοντας ότι αυτό δεν θα ξεθυμάνει γρήγορα, αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό να δούμε είναι πώς εξελίσσεται η αντίληψη της αγοράς για τα επόμενα βήματα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ—και στη συνέχεια ποια θα είναι αυτά τα βήματα. Αυτό δεν συμβαίνει τόσο επειδή η Fed είναι παντοδύναμη, αλλά επειδή εδώ είναι το σημείο όπου το χάος της στιγμής διασταυρώνεται με ορισμένα από τα βαθιά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής οικονομίας.

Η Fed διατήρησε τα επιτόκια σε αναμονή στη συνεδρίαση του Ιουλίου, ενώ άφησε έντονα υπονοούμενα για μείωση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ καθυστέρησε πάρα πολύ να μειώσει τα επιτόκια μετά τη σειρά των αυξήσεων που ακολούθησαν την πανδημία με στόχο την ανάσχεση του πληθωρισμού. Οι προσδοκίες της αγοράς για τις επερχόμενες μειώσεις των επιτοκίων είχαν κινηθεί έντονα υψηλότερα ακόμη και πριν από τα πρόσφατα γεγονότα.

Ωστόσο, η κατάρρευση της αγοράς έχει ωθήσει αυτή τη συζήτηση σε υπερδιέγερση. Εάν μόλις την περασμένη Τετάρτη τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης[9] που συνδέονται με το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων έδειχναν 87% πιθανότητα μείωσης κατά 25 μονάδες βάσης—τη μικρότερη δυνατή κίνηση—τον Σεπτέμβριο, οι επενδυτές τώρα εκτιμούν ότι θα υπάρξει χαλάρωση κατά 55 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου και κατά 100 μονάδες βάσης μέχρι τη συνεδρίαση του Νοεμβρίου. Με άλλα λόγια, η αγορά βλέπει περίπου 20% πιθανότητα μιας κατεπείγουσας μείωσης του βασικού επιτοκίου.

Θα μπορούσε η δυσμενής έκθεση για την απασχόληση της Παρασκευής να αποτελεί στ’ αλήθεια μια τόσο μεγάλη ανατροπή για την αμερικανική οικονομία; Σίγουρα μετακίνησε τη βελόνα, αλλά δύσκολα μπορεί να εξηγήσει μια τόσο ριζική μεταβολή. Αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από μια τέτοια τιμολόγηση—για να μην αναφέρουμε τις εκκλήσεις για έκτακτη [άμεση] μείωση—είναι μια αντίληψη ότι η Fed πρέπει να παρέμβει και να σώσει τις αγορές.

Αυτό λέει πολλά για το πώς θεωρείται ότι η Fed έχει, εκτός από την επίσημη εντολή της για σταθερότητα των τιμών και πλήρη απασχόληση, και μια σιωπηρή εντολή για σταθερότητα της [χρηματιστηριακής] αγοράς. Αυτή η κρυφή τρίτη εντολή έχει ακόμη και όνομα: “Fed put”.

Στα χρηματοοικονομικά, το «put» είναι ένα συμβόλαιο που δίνει στον ιδιοκτήτη του το δικαίωμα να πουλήσει κάτι—όπως μια μετοχή, ένα ομόλογο ή ένα εμπόρευμα—σε μια προκαθορισμένη τιμή, ανεξάρτητα από την τιμή της αγοράς. Σκεφτείτε το ως εγγύηση—ανεξάρτητα από το πόσο έχει πέσει η αγορά, μπορείτε να ξεφορτωθείτε το περιουσιακό σας στοιχείο στην καθορισμένη τιμή.

Όμως, ο όρος έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται με μια πιο γενική έννοια. Εφαρμοσμένος στην περίπτωση της Fed, σημαίνει ότι υπάρχει η πεποίθηση ότι όποτε η οικονομία ή οι αγορές στραφούν προς τα κάτω, η Fed θα επέμβει και θα μειώσει τα επιτόκια ή θα τυπώσει χρήμα για να δώσει τόνωση. Μια τέτοια πολιτική, φυσικά, διαψεύδεται επισήμως, αλλά πολλοί επενδυτές πιστεύουν ότι υπάρχει ένα κατώτατο όριο που στηρίζει τις αγορές, με τον ίδιο τρόπο ακριβώς όπως υπάρχει για ένα περιουσιακό στοιχείο για το οποίο διαθέτουμε δικαίωμα «πώλησης» [put option[10]]. Αυτό αποτελεί μια σημαντική εστία της φαινομενικά αβάσιμης και αδιατάρακτης εμπιστοσύνης στην αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά, η οποία επικρατεί με ελάχιστες εξαιρέσεις από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Πράγματι, η Fed έχει δείξει επανειλημμένα ότι είναι έτοιμη να παρέμβει με διάφορους τρόπους—άμεσα ή αδιαφανώς—όποτε απειλείται η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Όλες οι αφηγήσεις που βλέπουμε γύρω από τη Fed τις τελευταίες 48 ώρες μιλάνε για μια σθεναρή πεποίθηση ότι κάποια εκδοχή του «Fed put» παραμένει σε ισχύ. Αν και η Fed είναι απίθανο να προχωρήσει πραγματικά τόσο μακριά ώστε να συγκαλέσει έκτακτη συνεδρίαση για τη μείωση των επιτοκίων—κάτι τέτοιο θα αποτελούσε απροκάλυπτη επίδειξη πανικού—είναι πολύ πιθανό να πείσει με επιθετικό τρόπο τις αγορές να απομακρυνθούν από τον γκρεμό, με κάθε τρόπο, σχεδόν υποσχόμενη γενναίες μειώσεις επιτοκίων για το υπόλοιπο του έτους. Και αν τα πράγματα πραγματικά εκτροχιαστούν στις αγορές, μια πιο δυναμική παρέμβαση είναι σχεδόν εγγυημένη.

Ας προχωρήσουμε λοιπόν ένα βήμα παραπέρα και ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτή την αόρατη αφοσίωση [της Fed] στις αγορές. Μήπως πρόκειται απλά για μια κοινότοπη διαφθορά από την πλευρά των μελών της επιτροπής της Fed που κατέχουν μετοχές; Όχι. Δεν είναι αυτός ο τρόπος που λειτουργεί το σύστημα.

Αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από όλα αυτά είναι ότι η Fed απλώς ανταποκρίνεται σε μια βαθιά διαρθρωτική στρέβλωση της οικονομίας που είναι σε κοινή θέα αλλά συχνά δεν εκτιμάται επαρκώς. Η αμερικανική οικονομία είναι τόσο χρηματιστικοποιημένη και τόσο μοχλευμένη και τόσοι πολλοί Αμερικανοί (ιδίως οι άρχουσες τάξεις) εξαρτώνται τόσο πολύ από τις τιμές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για την εξασφάλιση του πλούτου τους, ώστε μια διαρκής και μακροπρόθεσμη πτώση των αγορών θα ήταν απλώς καταστροφική. Εάν ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ συνδέεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, οι κινήσεις στις αγορές αποκτούν μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τις περιουσίες των παικτών της Wall Street.

Για να βρεθεί μια μάλλον αξιοσημείωτη απεικόνιση αυτού του γεγονότος, δεν έχετε παρά να δείτε το βαθμό στον οποίο ακόμη και η φορολογική βάση εξαρτάται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το 2023 ήταν ένα αρκετά καλό έτος για την οικονομία, είτε κρίνεται από την αγορά εργασίας είτε από τα στοιχεία ανάπτυξης. Παρ’ όλα αυτά, οι συνολικές εισπράξεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ήταν μειωμένες κατά περίπου 7% σε σχέση με το 2022. Πώς είναι δυνατόν αυτό να συμβαίνει σε ένα έτος κατά το οποίο όχι μόνο η οικονομία αναπτύχθηκε, αλλά και το προσωπικό εισόδημα αυξήθηκε στην πραγματικότητα; Η απάντηση: Οι εισπράξεις από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων στην πραγματικότητα μειώθηκαν παρά την αύξηση των εισοδημάτων, επειδή οι πραγματοποιήσεις κεφαλαιακών κερδών από το προηγούμενο έτος ήταν χαμηλότερες (οι πραγματοποιήσεις κεφαλαιακών κερδών είναι απλώς τα κέρδη από επενδύσεις που πωλούνται). Ο λόγος για τη μείωση των κεφαλαιακών κερδών είναι ότι το 2022 οι αμερικανικές μετοχές είχαν τη χειρότερη χρονιά τους από το 2008.

Η αστάθεια της αγοράς είναι επομένως το μοναδικό πράγμα που φοβάται πάνω απ’ όλα η Fed—καθώς και οι δυνάμεις εξουσίας στην Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη. Θα αποδεχτούν κάθε είδους βραχυπρόθεσμη σκέψη, θα εισάγουν κάθε ηθικό κίνδυνο και θα φουσκώσουν και θα ξαναφουσκώσουν κάθε φούσκα για να κρατήσουν τις αγορές σε έξαρση. Αν το τίμημα αυτού είναι ο πληθωρισμός ή ακόμη πιο διαστροφικές στρεβλώσεις στην οικονομία, τότε ας γίνει έτσι.

Εν τω μεταξύ, οι μετοχές έχουν αποτελέσει ένα κρίσιμο όπλο στο οπλοστάσιο των πλουσιότερων τάξεων της Αμερικής για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του πληθωρισμού. Ενώ οι άνθρωποι με σταθερό εισόδημα ή εκείνοι των οποίων οι μισθολογικές αυξήσεις δεν συμβαδίζουν με την αύξηση των τιμών βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να διαβρώνεται, η τάξη των επενδυτών είναι σε θέση να νικήσει τον πληθωρισμό μέσω των υψηλών τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Τι σημασία έχει μια αύξηση 10% στο παντοπωλείο, αν το χαρτοφυλάκιό σας έχει αυξηθεί κατά 20%; Αυτό συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην εξήγηση της αυξανόμενης διχοτόμησης της αμερικανικής οικονομίας μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων.

Ό,τι κι αν προκύψει από την τρέχουσα αστάθεια, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι η ‘Αποκάλυψη’ δεν είναι κοντά. Όταν τελικά φτάσει ο λογαριασμός για όλα αυτά τα παιχνίδια και το φούσκωμα των τιμών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό δεν θα συμβεί με μια κατάρρευση των χρηματιστηρίων. Οι χρηματιστηριακές αγορές, άλλωστε, μπορούν πάντα να ξαναφουσκώσουν μέσω της εκτύπωσης χρήματος, και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη Fed να μένει απαθής ενώ οι αγορές κατρακυλούν στη λήθη. Οι αγορές, οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα της τάξης των προνομιούχων που επωφελούνται από την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, θέλουν εύκολο χρήμα προκειμένου να συνεχίσουν να ανεβαίνουν. Και αυτοί οι άνθρωποι τείνουν να παίρνουν αυτό που θέλουν για περισσότερο χρόνο από ό,τι οποιαδήποτε λογική θα υπαγόρευε ότι θα έπρεπε.

Σε ονομαστικούς όρους, οι χρηματιστηριακές αγορές μπορούν να ανεβαίνουν επ’ άπειρον, με τις περιστασιακές αναποδιές να εξομαλύνονται με περισσότερη ρευστότητα. Το ερώτημα είναι απλώς—με ποιο κόστος; Θα εξακολουθήσει να υπάρχει μια λειτουργική αγορά ομολόγων; Πού θα βρίσκεται ο πληθωρισμός; Θα κουβαλάμε τα χαρτονομίσματα με καροτσάκια;

Αυτό που είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε τις επόμενες εβδομάδες και μήνες είναι πόσο σοβαρά παίρνει η Fed τα όσα συμβαίνουν στις αγορές και πόσο την κρατά όμηρο η αγορά για να δράσει. Δεν θα υπάρξουν δηλώσεις από το κτίριο Eccles[11] που θα λένε ότι οι αγορές πρέπει να διασωθούν, αλλά οι πράξεις μιλάνε πάντα πιο δυνατά από τα λόγια. Και το πώς θα ενεργήσει η Fed θα αποκαλύψει πού βρίσκονται οι πραγματικές προτεραιότητές της.

 

[1] Δείκτης του χρηματιστηρίου του Τόκιο

[2] Στις 19 Οκτωβρίου του 1987, ημέρα Δευτέρα, οι παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές κατέρρευσαν απροσδόκητα με τα από μια περίοδο ‘υπερθέρμανσης’

[3] Dow Jones και δείκτης Nasdaq: Δείκτες των αμερικανικών χρηματιστηρίων.

[4] Μόχλευση είναι ο δανεισμός μέσω σύγχρονων τεχνικών (παράγωγα) που πολλαπλασιάζει τα κέρδη ως ποσοστό των επενδυμένων κεφαλαίων, αλλά—αν τα πράγματα στραβώσουν—οδηγεί σε ολοκληρωτικές απώλειες κεφαλαίου. Από τεχνική άποψη τα ‘παράγωγα προϊόντα’ διευκολύνουν την διαχείριση χαρτοφυλακίων επιτρέποντας την χρήση προχωρημένων μαθηματικών μεθόδων για την ποσοτική ανάλυση.

[5] Trading: Οι αγοραπωλησίες κερδοσκοπικού χαρακτήρα

[6] Carry Trade: Ένα είδος arbitrage, όπου ο κερδοσκόπος δανείζεται ‘φθηνά’ για να αγοράσει αξίες με καλύτερες αποδόσεις από το επιτόκιο δανεισμού του—συνήθως αφορά δυνατότητες που παρουσιάζονται στις αγορές συναλλάγματος

[7] Margin-call: Όταν ο κερδοσκόπος χάνει στις μοχλευμένες θέσεις του, εάν αυτές δεν καλύπτονται πλέον από τα κεφάλαιά του, η χρηματιστηριακή εταιρία θα του ζητήσει να βάλει επιπλέον χρήματα στον λογαριασμό του. Αυτό είναι το margin-call. Συχνά, λόγω έλλειψης ρευστότητας, τα χρήματα πρέπει να προκύψουν από υποχρεωτική πώληση περιουσιακών στοιχείων, που συνεπάγεται πιέσεις και επίταση της κρίσης στις τιμές.

[8] Ως γνωστόν, κατά το κραχ του 1929, πολλοί τραπεζίτες και πτωχευμένοι επενδυτές αυτοκτονούσαν πέφτοντας από υψηλά κτίρια.

[9] Τα ‘Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης’ (ΣΜΕ) είναι ένα παράγωγο προϊόν σύμφωνα με το οποίο ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει να παραδώσει εντός ενός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα κάποιο προϊόν σε ορισμένη τιμή στον άλλο συμβαλλόμενο. Στην περίπτωση των ομολόγων, τα ΣΜΕ αντανακλούν τις προσδοκίες της αγοράς για την μελλοντική πορεία του βασικού επιτοκίου.

[10] Όταν κάποιος αγοράζει ένα put option σημαίνει ότι εξασφαλίζει ότι η τιμή πώλησης του αντίστοιχου περιουσιακού του στοιχείου δεν θα πέσει χαμηλότερα από την τιμή που ορίζει το put option. Το θέμα με το Fed put είναι ότι οι επενδυτές θεωρούν (και αυτό επιβεβαιώνεται από την εμπειρία), ότι η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ δεν θα επιτρέψει κατάρρευση των τιμών κάτω από κάποιο ‘φράγμα’. Δεδομένου ότι αυτό ειδικά το put option δεν αγοράζεται στην ελεύθερη αγορά, η πεποίθηση για την ύπαρξή του οδηγεί σε ένταση της κερδοσκοπίας, αφού η κεντρική τράπεζα θεωρείται ότι θα παρέμβει για να ‘σώσει’ τζάμπα τους κερδοσκόπους. Έχουμε εδώ το φαινόμενο του λεγόμενου ‘ηθικού κινδύνου’ (moral hazard). Φυσικά, όλα αυτά επιτείνουν τον δυνητικό κίνδυνο στις χρηματαγορές καθώς μεταθέτουν για το μέλλον τη λύση των πραγματικών προβλημάτων τα οποία μεγεθύνονται συν τω χρόνω.

[11] Το Marriner S. Eccles Federal Reserve Board Building στεγάζει τα κεντρικά γραφεία του Συμβουλίου Διοικητών του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος (Federal Reserve System) των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πηγή: Russia Today

Μετάφραση – επιμέλεια: Κ. Μηλολιδάκης

Ακρίβεια εναντίον πληθωρισμού, αλήθεια εναντίον μούφας

Τώρα που οι καταναλωτές, ξεπαραδιασμένοι από τη λιτή ευωχία και γαστριμαργία των γιορτών, επιστρέφουν στην άπληστη ρουτίνα των οφειλών, με τις δόσεις της Εφορίας, του ΕΝΦΙΑ, των τραπεζικών δανείων, τα τέλη κυκλοφορίας και τα νέα, «φθηνά» τιμολόγια ρεύματος να περιμένουν να πάρουν το αίμα τους πίσω μέχρι τα τέλη Φλεβάρη, ίσως έχει ενδιαφέρον να παραλλάξουμε τη σαρκαστική παροιμία της μνημονιακής εποχής: «Γιατί στο τέλος του μισθού μένει τόσος μήνας;». Και η παραλλαγή που προτείνω είναι η εξής: «Γιατί στο τέλος του πληθωρισμού μένει τόση ακρίβεια;»

Η πληθωριστική κρίση της τελευταίας διετίας, εκτός του ότι άδειασε τις τσέπες δισεκατομμυρίων ανθρώπων και γέμισε τα ταμεία μερικών χιλιάδων επιχειρηματικών ομίλων και των ιδιοκτητών τους (πληθωρισμός κερδών, για να μην ξεχνιόμαστε, ονομάστηκε το φαινόμενο ακόμη και από τους καθωσπρέπει κεντρικούς τραπεζίτες), αποκάλυψε κάτι μυστηριώδες: ο πληθωρισμός μπορεί να φεύγει, αλλά η ακρίβεια να μένει. Το στατιστικό μέγεθος που μετρούν οι κυβερνήσεις και οι «ανεξάρτητες» (και αυτές!) στατιστικές αρχές μπορεί να συρρικνώνεται, αλλά οι τιμές να μένουν εκεί που αναρριχήθηκαν ή και να αυξάνονται. Με λίγα λόγια, άλλο πληθωρισμός και άλλο ακρίβεια.

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Νοέμβριο έκλεισε μόλις στο 3%, από το διψήφιο ποσοστό που είχε εκτοξευτεί πριν από δύο χρόνια. Αλλά αυτό δεν μας κατέστησε κατά τι πλουσιότερους ή εν πάση περιπτώσει πιο «βιώσιμους». Αυτό που αποκαλείται τελευταία από Αμερικανούς αναλυτές «λαϊκός πληθωρισμός» (people’s inflation), δηλαδή οι τιμές των βασικών αγαθών και υπηρεσιών για τροφή και στέγαση, εξακολουθεί και ξεκοκαλίζει τουλάχιστον το 50% του μέσου εισοδήματος μισθωτών και άλλων βιοποριζόμενων με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Δεν θέλει και καμιά σοφία, ούτε ειδική επιστημονική γνώση να καταλάβει κανείς το γιατί. Ας πάρουμε το απλούστερο παράδειγμα. Την τιμή του ψωμιού, του χωριάτικου, τύπου 70%, που λένε. Το 2021 η ταπεινή φραντζολίτσα στον φούρνο ετιμάτο περίπου 80 λεπτά. Σήμερα δεν τη βρίσκεις κάτω από 1,20. Η ΕΛΣΤΑΤ μπορεί να μετράει τον ετήσιο πληθωρισμό του ψωμιού στο 10% ή 15%, αλλά η πραγματική ανατίμησή του από το 2021 είναι 50%. Πόσο αυξήθηκε ο μέσος μισθός το ίδιο διάστημα; Ακόμη και με βάση τους φτιασιδωμένους κυβερνητικούς υπολογισμούς, η συνολική αύξησή του από το 2019 δεν ξεπερνά το 13%. Το ίδιο μετράει άλλωστε η ΕΛΣΤΑΤ για το μέσο διαθέσιμο εισόδημα: αύξηση 13,4% στην τετραετία. Αν βάλεις δίπλα και τον στατιστικό πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, περίπου 14,5%, βγαίνει μία η άλλη. Βολικό, έτσι; Αλλά τι σχέση έχει αυτό το ποσοστό με τις αθροιστικές ανατιμήσεις 50% έως 100% στο ψωμί, στο λάδι, στα φρούτα, στα λαχανικά, στα ζυμαρικά, στο γάλα, στα νοίκια, στο ρεύμα, αλλά και στο ίδιο το χρήμα (το κόστος δανεισμού), δηλαδή σε όλα αυτά από τα οποία εξαρτάται η επιβίωση των ανθρώπων; Καμία.

Ετσι, την ώρα που οι κεντρικοί τραπεζίτες βαυκαλίζονται ότι με τις αυξήσεις επιτοκίων τιθασεύουν το τέρας, επαναφέρουν τον πληθωρισμό όλο και πιο κοντά στον ιερό στόχο του 2% και διατηρούν την ευρωστία των νομισμάτων τους στις αγορές, τα δικά μας νομίσματα και χαρτονομίσματα, σε φυσική ή άυλη εκδοχή, είναι σκοροφαγωμένα, πληθωριστικά και με υπονομευμένη αγοραστική δύναμη. Γιατί σημασία δεν έχει ποια είναι η τιμή ενός αγαθού, αλλά αν μπορείς να το αγοράσεις με τα λεφτά που έχεις στην τσέπη ή στην πιστωτική σου. Αν η στατιστική, η οικονομική και νομισματική πολιτική προσγειώνονταν στο επίπεδο των φτωχότερων και μέσων νοικοκυριών θα σταματούσαν να μετράνε το μυστικιστικό και ανώφελο για την πλειονότητα μέγεθος και θα μετρούσαν τα δύο άλλα, που αποτυπώνουν την ταξική άβυσσο του οικονομικού πολιτισμού μας: τον «λαϊκό πληθωρισμό» και τον «πληθωρισμό των κερδών».

Η προσήλωση της πολιτικής, οικονομικής και τεχνοκρατικής ελίτ στον στατιστικό πληθωρισμό είναι ένα απατηλό τρικ που οδηγεί σε ακραίες πλάνες. Ας πάρουμε δύο παραδείγματα. Στην Αργεντινή του φασίζοντος Μιλέι ο πληθωρισμός είναι 161% και στην Τουρκία του Ερντογάν 64%. Στο Νότιο Σουδάν ο πληθωρισμός είναι αρνητικός, -3,3% κατέγραψε η τελευταία μέτρηση, αλλά δεν βγήκαν να πανηγυρίσουν από χαρά οι 10,5 εκατ. κάτοικοί του, που ζουν με κατά κεφαλήν ΑΕΠ 1.700 δολάρια τον χρόνο. Ο πληθωρισμός πράγματι διαβρώνει το εισόδημα των ανθρώπων, το ίδιο και η εξασθένηση του εθνικού νομίσματος, όχι όμως ως στατιστικό μέγεθος, αλλά ως πραγματική μείωση της αγοραστικής δύναμης και των μισθών τους. Ο αρνητικός πληθωρισμός (αποπληθωρισμός) του Ν. Σουδάν δεν καθιστά τους κατοίκους του 50 φορές πλουσιότερους από τους Αργεντίνους ή 20 φορές από τους Τούρκους.

Αλλωστε, για να μην πάμε τόσο μακριά, σε άλλες ηπείρους, ας ρίξουμε μια ματιά στα νέα τιμολόγια ρεύματος, που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη «φθήνια» τους, λέει και έχουμε φάει τόσους λωτούς που δεν θυμόμαστε ούτε ότι τους φάγαμε. Μετά τη διετία τρόμου με τη ρήτρα αναπροσαρμογής και τις αναγκαστικές κρατικές επιδοτήσεις, έσκασαν μύτη τιμολόγια περίπου 14 λεπτά την κιλοβατώρα (στα πράσινα). Σαμπάνιες! Οι πάροχοι ανακοίνωσαν χρεώσεις κάτω από τις αναμενόμενες. «Σ’ ευχαριστώ, ω εταιρεία, εν αφθονία μού παρέχεις σπίτι, τροφή και κιλοβατώρες!». Η πρώην δημόσια ΔΕΗ λίγο φθηνότερη, οι βασικοί ανταγωνιστές της ελάχιστα ακριβότεροι, άρα πρέπει να κάνουμε τουμπεκί, γιατί και ο πληθωρισμός του ρεύματος ελέγχεται. Πλάκα μάς κάνουν; Το αληθινό μέτρο, όμως, είναι το εξής: Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019, η υπό κατάρρευση (κατά Χατζηδάκη) ΔΕΗ χρέωνε 9,4 λεπτά την κιλοβατώρα και 7 το νυχτερινό. Πόση αύξηση είναι μέχρι τα 14 λεπτά; 35%; Περίπου. Τόσο, λοιπόν, πρέπει να πέσουν κι οι τιμές του ρεύματος για να καταλάβει ο μέσος άνθρωπος ότι έπεσε και ο «πληθωρισμός της ενέργειας». Κι άλλο τόσο και περισσότερο πρέπει να ψαλιδιστεί ο «πληθωρισμός των κερδών», που τελικά αποδεικνύεται η βασική, αν όχι η μόνη εκδοχή πληθωρισμού, όπως αποδεικνύει το πάρτι κερδοφορίας και μερισμάτων στους μετόχους, που με τη μέγιστη αλαζονεία προβάλλουν από τρίμηνο σε τρίμηνο οι επιχειρηματικοί όμιλοι που έχουν τον έλεγχο της πείνας και της επιβίωσής μας.

Ο πληθωρισμός μάς έκανε γενικά φτωχότερους, αλλά μας έκανε λίγο πλουσιότερους σε γνώση και κατανόηση. Μάθαμε τουλάχιστον να ξεχωρίζουμε τον πληθωρισμό από την ακρίβεια και την αλήθεια από τη μούφα.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών