Αποδομώντας την ισραηλινή προπαγάνδα – Ο τορπιλισμός της δημιουργίας Παλαιστινιακού κράτους

Η παραπάνω εικόνα αποτελεί μόνο μία από τις δεκάδες με τις οποίες το Ισραήλ κι οι υποστηρικτές του βομβαρδίζουν το διαδίκτυο τους τελευταίους μήνες. Η απόπειρά τους να επηρεάσουν τη διεθνή κοινή γνώμη γίνεται τόσο πιο χοντροκομμένη όσο πιο μη υπερασπίσιμη γίνεται η στυγνή επιβολή της εξουσίας του κράτους-δολοφόνου έναντι ενός ανυπεράσπιστου και χρόνια κατατρεγμένου λαού, η βάναυση επίθεση εναντίον του οποίου φτάνει στα όρια της φυσικής του εξόντωσης.

Αλλά ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για άχαρες και αντιαισθητικές εικόνες, η προπαγάνδα του κράτους τρομοκράτη και πάλι δεν καταφέρνει να αγγίξει κάποια στάνταρ αληθοφάνειας, οσοδήποτε χαμηλά κι αν τα θέσουμε.

Οι ίδιες μανιχαϊστικές τοποθετήσεις που προωθούνται με κιτς γραφικά, προωθούνται και με ανιστόρητο και παραπλανητικό προπαγανδιστικό λόγο, όπως αυτός που κυκλοφορεί ευρέως και αναφέρεται στις «5 φορές που οι Άραβες αρνήθηκαν την ίδρυση Παλαιστινιακού κράτους», ή όποια παραλλαγή αυτού του νευροεκφυλιστικού φληναφήματος μπορεί να συναντήσει κανείς.

Σύμφωνα μ’ αυτό, σε πέντε διαφορετικές περιστάσεις, το 1937, το 1949, το 1967, το 2000 και το 2008, το Ισραήλ, πάντα γαλαντόμο, προσέφερε στους Άραβες (προσοχή: όχι Παλαιστίνιους, αυτοί δεν είναι λαός κι έθνος – σ’ αντίθεση με τους Ισραηλινούς) τη δυνατότητα ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους, αλλά αυτοί οι άσπλαχνοι, φλεγματικά αντισημίτες που δεν έχουν άλλο σκοπό απ’ το να δώσουν τις ζωές των ίδιων και των παιδιών τους μέχρι να πεθάνει ο τελευταίος επί γης Εβραίος, κάθε φορά αρνήθηκαν, διακατεχόμενοι καθώς είναι από άσβεστο, ζωώδες και άλογο μένος κατά των πεφωτισμένων και φιλεύσπλαχνων ηγετών του Ισραήλ και του λαού τους.

Το μεγάλο πρόβλημα βέβαια είναι ότι το Ισραήλ ποτέ δε συναίνεσε στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Ας καταπιαστούμε μ’ αυτό το παιδαριώδες επιχείρημα, ώστε να το αποδομήσουμε και να αναδειχθεί η έκταση της επιχειρούμενης παραπλάνησης.

 1937: Η πρόταση της επιτροπής Πιλ – η πρώτη κατοχύρωση των σιωνιστικών επιδιώξεων

Από το 1922, στον απόηχο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Κοινωνία των Εθνών (πρόδρομος του σημερινού ΟΗΕ) είχε δώσει εντολή στο Ηνωμένο Βασίλειο να διοικεί την Παλαιστίνη προετοιμάζοντας το δρόμο για το σχηματισμό Παλαιστινιακού κράτους. Το ΗΒ είχε στη διάρκεια του Α’ ΠΠ δώσει υποσχέσεις ανεξαρτητοποίησης και εθνικής απελευθέρωσης σ’ όλους τους Άραβες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αν εξεγείρονταν εναντίον των Οθωμανών (όπως φαίνεται απ’ την αλληλογραφία ΜακΜέιχον-Χουσεΐν, βλ. Rashid Khalidi – The Hundred Years’ War on Palestine), τότε μέρος των δυνάμεων του Άξονα (Γερμανία, Αυστρουγγαρία, Βουλγαρία) που αντιμάχονταν τις δυνάμεις της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία κι άλλες). Το πρόβλημα ήταν ότι το ΗΒ είχε επίσης ταχθεί υπέρ του Σιωνιστικού σκοπού (διακήρυξη Μπαλφούρ το 1917) που προέτρεπε τον εποικισμό της Παλαιστίνης (μιας χώρας που κατοικείται από το γηγενή της πληθυσμό αδιάλειπτα για χιλιετίες κι όχι άδειας όπως διατείνεται η ισραηλινή προπαγάνδα) από Εβραίους όλου του κόσμου.

Μετά από δεκαετίες αποικιοκρατικής διαχείρισης, εύνοιας προς τους Σιωνιστές αποίκους και υπόθαλψης ενός εβραϊκού παρακράτους με παράλληλη άρνηση αναγνώρισης αντίστοιχων παλαιστινιακών κρατικών θεσμών, ξεσπά η εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση του παλαιστινιακού λαού το 1936-39. Η βάρβαρη καταστολή της  από τους Άγγλους (με σιωνιστική συνέργεια), συνοδεύτηκε από την πρόταση της βασιλικής επιτροπής υπό τον Λόρδο Πιλ για δημιουργία ισραηλινού κράτους στο 17% του εδάφους της Παλαιστίνης και διατήρηση αγγλικού ελέγχου επί του υπολοίπου ή παραχώρησή του στον βασιλιά της Υπεριορδανίας (μετέπειτα Ιορδανίας), υποχείριου του αγγλικού θρόνου. Σε κάτι που θα καταντούσε ιστορικό μοτίβο, οι εθνικές βλέψεις των Παλαιστίνιων πετάχτηκαν στην άκρη, εξωθώντας τους σε πιο μαχητική αντίσταση. Αυτή η πρόταση μάλιστα φάνταζε συμβιβαστική στους Άγγλους που καθώς περίμεναν ότι η Μέση Ανατολή θα ήταν πεδίο επιχειρήσεων του εκκολαπτόμενου Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ήθελαν να εξασφαλίσουν τη στήριξη των Αράβων σ’ αυτόν.

1947: Το σιωνιστικό όνειρο γίνεται πραγματικότητα

Μετά τη λήξη του Β’ ΠΠ, κι αφού οι Άγγλοι τόσο πολύ απέτυχαν στην εξισορρόπηση των ασυμβίβαστων επιδιώξεών τους που στο μίσος των Αράβων προστέθηκαν τα σαμποτάζ κι οι δολοφονίες Βρετανών αξιωματούχων από εβραϊκές πολιτοφυλακές (η υποτιθέμενη και πολυκαυχημένη αντιαποικιακή αντίδραση των Εβραίων στην Παλαιστίνη), οι βρετανικές αρχές παραδίδουν στον ΟΗΕ την υπόθεση του Παλαιστινιακού. Το 1947 ο ΟΗΕ προτείνει μια λύση δύο κρατών, παραχωρώντας παραπάνω απ’ τη μισή χώρα στους Εβραίους (λιγότερο από 1/3 του πληθυσμού) και το υπόλοιπο στους Παλαιστίνιους. Όπως ήταν λογικό κι αναμενόμενο, οι Παλαιστίνιοι αρνήθηκαν την πρόταση μέσα από μαζικές διαδηλώσεις που παρέλυσαν τη χώρα.

Το 1948 οι Άγγλοι αποσύρονται και οι Σιωνιστές κάνουν την μεγάλη τους κίνηση: με τσακισμένη την Παλαιστινιακή αντίσταση απ’ την καταστολή της εξέγερσης του 1936-39 και εξοπλισμένοι κι εκπαιδευμένοι απ’ τους Άγγλους για δεκαετίες, οι Σιωνιστές καταλαμβάνουν με τη βία σχεδόν το 80% του Παλαιστινιακού εδάφους, σφαγιάζοντας, δολοφονώντας και εκδιώκοντας πάνω από 700.000 Παλαιστίνιους στα γεγονότα που αποτυπώθηκαν στην Παλαιστινιακή μνήμη ως Αλ-Νάκμπα, η Καταστροφή (βλ. Ilan Pappe – The Ethnic Cleansing of Palestine). Οι όποιες μικρές ενισχύσεις στάλθηκαν από γειτονικά νεοϊδρυθέντα αραβικά κράτη προς υποστήριξη των Παλαιστινίων δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις σιωνιστικές παραστρατιωτικές ομάδες σε εκπαίδευση, συντονισμό, εξοπλισμό και διεθνή στήριξη (το ψήφισμα για διχοτόμηση της Παλαιστίνης στηρίχτηκε τόσο από τις ΗΠΑ όσο και τη Σοβιετική Ένωση, σε μια σπάνια στιγμή ψυχροπολεμικής ομοψυχίας). Στις στάχτες των Παλαιστινιακών χωριών και πόλεων, ιδρύεται το κράτος του Ισραήλ.

1967: Επέκταση της κατοχής στο σύνολο της Παλαιστίνης

Το 1967 ξεσπάει ο «περίφημος πόλεμος των 6 ημερών». Σε μια συνθήκη εντεινόμενων συνοριακών τριβών, το Ισραήλ, ανταποκρινόμενο στις εκκλήσεις εποίκων του για κατάληψη των υψιπέδων του Γκολάν (που ανήκαν στη Συρία) τα οποία εποφθαλμιούσαν (με τον Μόσε Νταγιάν, καταξιωμένο στέλεχος της ισραηλινής πολεμικής μηχανής, να δηλώνει αργότερα ότι «ούτε που προσπάθησαν να κρύψουν την απληστία τους για γη»), επιτίθεται στη συριακή ενδοχώρα και καταρρίπτει 6 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Νάσερ, πρόεδρος της Αιγύπτου, απαντάει με κλείσιμο των στενών του Τιράν. Ο Γιτζάκ Ραμπίν, αρχηγός του ισραηλινού γενικού επιτελείου, κάνει σε κυβερνητική σύσκεψη λόγο για «προπαγανδιστική κίνηση κι όχι ακόμα επιθετική, καθώς οι Αιγύπτιοι δεν έχουν μεταφέρει άρματα μάχης στη χερσόνησο [του Σινά]». Αργότερα, το 1968, θα δηλώσει ότι «Δεν νομίζω ότι ο Νάσερ ήθελε πόλεμο. Τα δύο τάγματα που έστειλε στο Σινά δεν θα ήταν αρκετά για να εκκινήσει επιθετικό πόλεμο. Κι αυτός το ήξερε κι εμείς το ξέραμε» (βλ. Ilan Pappe – The Biggest Prison on Earth).

Παρ’ όλ’ αυτά, η Ισραηλινή αεροπορία, σε μια αιφνιδιαστική κίνηση, καταστρέφει ολοσχερώς την αιγυπτιακή πριν καν αυτή κινητοποιηθεί, αφήνοντας τις χερσαίες δυνάμεις ανυπεράσπιστες και προδιαγράφοντας την εύκολη επικράτηση ενός πάνοπλου ισραηλινού στρατού που έχαιρε μοναδικής κι ανεπανάληπτης αεροπορικής υπεροχής (σε πεδία μάχης όπως αυτά στα οποία διεξήχθη ο πόλεμος, δηλαδή τοπία ερημικά, χωρίς δυνατότητες κάλυψης, η αεροπορική υπεροχή είναι καταλυτική, κάτι που αξιοποίησε στο μέγιστο η ισραηλινή αεροπορία εναντίον των στρατών ξηράς των αραβικών κρατών, αποδεκατίζοντάς τους).

Έκτοτε η ισραηλινή προπαγάνδα κάνει λόγο για προληπτικό πόλεμο για να προλάβει μια αραβική επίθεση. Στα πλαίσια του καλπάζοντος ιστορικού του αναθεωρητισμού του κράτους-δολοφόνου όμως, ακόμα κι αυτή η θέση αναθεωρείται υπέρ μιας σύμφωνα με την οποία το Ισραήλ ήταν καθαρά αμυνόμενο, κόντρα σε κάθε καταγεγραμμένο γεγονός και ιστορικό ντοκουμέντο.

Απ’ το 1967 και μετά, το σύνολο των Παλαιστινιακών εδαφών, τόσο τα εδάφη του κράτους του Ισραήλ όσο και η Δυτική Όχθη κι η Λωρίδα της Γάζας, δηλαδή ό,τι είχε απομείνει στους Παλαιστίνιους μετά το 1948, περιέρχονται στον έλεγχο του Ισραήλ.

Το Ισραήλ ποτέ δεν προσφέρθηκε να παραδώσει αυτά τα εδάφη στους Παλαιστίνιους, ποτέ δεν ήταν αυτός ο σχεδιασμός του. Αντιθέτως, ανέκαθεν εποφθαλμιούσε τα εναπομείναντα παλαιστινιακά εδάφη και τα τελευταία χρόνια πριν το 1967 είχε αναπτύξει τα απαραίτητα σχέδια για τη διαχείρισή τους. Το 1967 προκάλεσε τον πόλεμο που θα του επέτρεπε να εφαρμόσει αυτά τα σχέδια και να μετατρέψει τα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη στη μεγαλύτερη ανοιχτή φυλακή ύψιστης ασφαλείας του κόσμου.

Στον απόηχο του πολέμου των 6 ημερών, συγκαλείται Σύνοδος Κορυφής των κρατών της Αραβικής Λίγκας στη Χαρτούμ του Σουδάν, απ’ όπου εξέδωσαν μια διακήρυξη που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι όλα τα κράτη μέλη της Λίγκας δεσμεύονται να μην συνάψουν ειρήνη με το Ισραήλ, να μην το αναγνωρίσουν και να μην διαπραγματευτούν μαζί του (τα περίφημα «3 όχι») και επικυρώνουν την αφοσίωσή τους στην άσκηση των δικαιωμάτων του Παλαιστινιακού λαού στον τόπο του. Δεν έγινε καμία άρνηση προσφοράς ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους που να ‘χει προτείνει το Ισραήλ.

2000: Η σύσκεψη στο Camp David και ο Αμερικάνικος εμπαιγμός

Το 2000 η κυβέρνηση Κλίντον, σε μια τελευταία προσπάθεια να εκμεταλλευτεί το ευνοϊκό γι’ αυτήν διεθνοπολιτικό περιβάλλον της αμερικανικής μονοκρατορίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και για να ευοδώσει το διπλωματικό της έργο για ειρήνευση Παλαιστινίων-Ισραηλινών στην οποία είχε επενδύσει, καλεί τη σύσκεψη στο Camp David, όπου συνευρέθηκαν ο ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ κι ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Γιάσερ Αραφάτ, που παρά τους ενδοιασμούς του δελεάστηκε να παρευρεθεί με υποσχέσεις για ολιστική διευθέτηση των ζητημάτων.

Αυτά που προσέφεραν οι Ισραηλινοί ήταν τραγικά λιγότερα από τις μίνιμουμ διεκδικήσεις των Παλαιστινίων σε ό,τι είχε να κάνει με την πόλη της Ιερουσαλήμ και το δικαίωμα επιστροφής των εκδιωγμένων απ’ το 1948 κι έπειτα Παλαιστίνιων προσφύγων. Ο Αραφάτ αποχωρεί καταγγέλοντας, αποφεύγοντας τον πλήρη διασυρμό του Παλαιστινιακού λαού.

Παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις των Αμερικανών ότι ενδεχόμενη αποτυχία των διαπραγματεύσεων δεν θα χρεωθεί σ’ αυτόν, ο Κλίντον κατηγορεί τον Αραφάτ για την κατάρρευση των συνομιλιών, σε μια περίπτωση που συμπυκνώνει τέλεια τη διαχρονική στάση των Αμερικανών ως διαμεσολαβητών της ειρήνης στη Μέση Ανατολή – μια στάση που χαρακτηρίζεται από διγλωσσία, εμφατική στήριξη του Ισραήλ και των επιδιώξεών του και μονομερή άσκηση πίεσης προς τους Παλαιστίνιους και τους αντιπροσώπους τους ώστε να εγκαταλείψουν κάθε νόμιμη και ηθική εθνική διεκδίκησή τους, ώστε σιωπηλά ν’ αποδεχθούν τη διαγραφή τους από την ιστορία.

Η οργή στους δρόμους βράζει και σύντομα ξεσπά η δεύτερη Ιντιφάντα, που έμελλε να πνιγεί στο αίμα Παλαιστινίων και να οδηγήσει στη δολοφονία του Γιάσερ Αραφάτ, μετά από πολύμηνη πολιορκία του συγκροτήματος όπου έμενε απ’ τον Ισραηλινό στρατό. Ο Αραφάτ, ένας αμφιλεγόμενος αλλά ευρέως αγαπημένος εκπρόσωπος του παλαιστινιακού λαού και της αντίστασής του, βρίσκει το τέλος που είχε προδιαγράψει η αδιέξοδη πολιτική της εγκατάλειψης της αντίστασης, του εκούσιου εγκλεισμού στο κλουβί που είχαν φιλοτεχνήσει οι συμφωνίες του Όσλο του ‘90, της προσπάθειας επίτευξης ανεξαρτησίας μέσω ναρκοθετημένων διαπραγματεύσεων μ’ έναν ανυποχώρητο αντίπαλο ταγμένο στην εξάλειψη του παλαιστινιακού λαού και τον εποικισμό των πατρογονικών εδαφών του, διαμεσολαβούμενων από μια διεφθαρμένη, μεροληπτική, αυτοκρατορική υπερδύναμη.

2007: Παγίωση του νέου τρόπου διαχείρισης: Το «ξύρισμα του γκαζόν»

Το 2007, ο Μαχμούντ Αμπάς, πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, κι ο Εχούντ Ολμέρτ, πρωθυπουργός του Ισραήλ, συνευρίσκονται στη Συνδιάσκεψη για την Ειρήνη στην Ανάπολη των ΗΠΑ, υπό την αιγίδα της κυβέρνησης Μπους. Οι συνομιλίες τελειώνουν μ’ ένα μνημόνιο που καλεί σε εκκίνηση διμερών διαπραγματεύσεων για οριστική διευθέτηση ζητημάτων στο δρόμο προς την ίδρυση Παλαιστινιακού κράτους προς το τέλος του 2008. Σ’ ένα μοτίβο που κρατάει από τη δεκαετία του ’90 ως σήμερα κατά το οποίο ως αντάλλαγμα σε αδικαιολόγητες εκχωρήσεις παλαιστινιακής κυριαρχίας δίνονται ισραηλινές «υποσχέσεις» για διευθέτηση των σοβαρών ζητημάτων (δημιουργία κράτους, επιστροφή προσφύγων του ’48, καθεστώς της Ιερουσαλήμ, κά) σε μελλοντικό χρόνο, αυτές οι διαπραγματεύσεις δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.

Αυτό που όντως υλοποιήθηκε το 2008 είναι δύο διαφορετικές ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, η επιχείρηση «Θερμός Χειμώνας» τέλη Φλεβάρη κι η επιχείρηση «Συμπαγές Μολύβι» (βλ. Tareq Baconi – Hamas Contained), στις οποίες σκοτώθηκαν απ’ τον ισραηλινό στρατό 110 και πάνω από 1400 Παλαιστίνιοι αντίστοιχα.

Για την υπεράσπιση της αλήθειας

Κάθε μία γραμμή σιωνιστικής προπαγάνδας θέλει δέκα για να αποδομηθεί. Για να αποκαλυφθεί το πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα, για να ανδειχθεί η ίδια η αλήθεια που κατακρεουργείται στα χέρια του κράτους-δολοφόνου και των άθλιων παλαμακιστών του. Πρόκειται για την αισχρότερη προπαγάνδα που βασίζεται απλά και μόνο στη γενική άγνοια γύρω από το ζήτημα, το πιο επονείδιστο gaslighting που έχει επιχειρηθεί ποτέ από κράτος, που προσπαθεί να μας πείσει πως ό,τι βλέπουν τα μάτια μας κι ακούν τ’ αυτιά μας είναι λάθος. Η μόνη αλήθεια εκπέμπεται απ’ την μηχανή ψευδών και καταπίεσης, το Ισραήλ. Τέτοιοι οι σκοποί του, τέτοια η εμβρίθεια των επιχειρημάτων του και το ποιόν των υποστηρικτών του.

Αλλά ως εδώ. Εβραίοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι ζούσαν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλο στους Αγίους Τόπους και την ιστορική Παλαιστίνη εδώ και αιώνες (πολύ πιο αρμονικά απ’ ότι στην Ευρώπη με τον διαχρονικό αντισημιτισμό της που κορυφώνεται με το Ολοκαύτωμα). Ο σιωνισμός εκκίνησε την τελευταία ευρωπαϊκή πρωτοβουλία εποικισμού της ιστορικής Παλαιστίνης, μεταστρέφοντας τους προαιώνιους διωγμούς των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης (που όχι, δεν είναι εκδιωγμένοι απ’ τους Ρωμαίους Ισραηλίτες κατά την δεύτερη καταστροφή του Ναού του Σολομώντα, βλ. Shlomo Sand – The Invention of the Jewish People) σ’ ένα εθνικιστικό κι αποικιοκρατικό (σε μια περίοδο που μεσουρανούσαν και τα δύο) πρόγραμμα εκδιωγμού κι εθνοκάθαρσης.

Ο Τέοντορ Χερτσλ, εκ των ιδρυτών του σιωνιστικού κινήματος, έγραφε το 1895: «Πρέπει να απαλλοτριώσουμε ήπια την ατομική ιδιοκτησία στα εδάφη που θα μας παραχωρηθούν. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ωθήσουμε τον άπορο πληθυσμό πέρα απ’ τα σύνορα με το να του βρούμε απασχόληση σε τρίτες χώρες, ενώ θα του την αρνούμαστε στη δική μας. […] Τόσο η απαλλοτρίωση [των περιουσιών και της γης] όσο κι η αφαίρεση των φτωχών πρέπει να γίνουν διακριτικά κι επιφυλακτικά». Παράλληλα δήλωνε με χαρακτηριστικά ευρωπαϊκή αυταρέσκεια ότι ο αποικισμός της Παλαιστίνης από Ευρωπαίους Εβραίους θα ωφελήσει τους ντόπιους. Στα μάτια του εξάλλου, όπως κι όλων των Σιωνιστών, η Παλαιστίνη ήταν ένας έρημος, αναξιοποίητος τόπος κατοικημένους από οπισθοδρομικούς Άραβες.

Ακόμα όμως κι αυτές οι πρώιμες προθέσεις για εθνοκάθαρση έμελλαν να γίνουν πιο ξεκάθαρα γενοκτονικές, καθώς υπέρμαχοι του σιωνισμού όπως ο Ζε’έβ Ζαμποτίνσκι αναγνωρίζουν πως: «Κάθε ιθαγενής πληθυσμός στον κόσμο αντιστέκεται στους αποικιοκράτες όσο υπάρχει η ελάχιστη ελπίδα ότι μπορεί να απαλλαγεί απ’ τον κίνδυνο να εποικιστεί. Αυτό κάνουν οι Άραβες στην Παλαιστίνη», και αλλού γράφει: «Ο σιωνισμός είναι αποικιοκρατικό εγχείρημα κι ως εκ τούτου η επιτυχία του θα κριθεί από τις ένοπλες δυνάμεις» (βλ. Jeff Halper –Decolonizing Israel, Liberating Palestine).

Έκτοτε αποτελεί συμβατική σοφία του Ισραηλινού κράτους ότι ο μόνος τρόπος να συνυπάρξει με τους λαούς που καταπιέζει και γειτνιάζει είναι μέσω ενός «σιδηρού τοίχους» τουφεκιών, επιβαλλόμενο με συντριπτική στρατιωτική ισχύ σε καθετί που προσλαμβάνει ως απειλή (δηλαδή στα πάντα). Διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις την έχουν χρησιμοποιήσει για να επιβληθούν έναντι των Αράβων, και κανένας λαός δεν έχει υποφέρει περισσότερο απ’ αυτή τη στρατηγική του σιωνισμού, κανένας δεν έχει στερηθεί τόσο πολύ των αναφαίρετων και διεθνώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του, απ’ τον Παλαιστινιακό λαό.

Το Ισραήλ, καθ’ όλη τη διάρκεια των σχέσεών του με τους Παλαιστίνιους (τους οποίους δεν αναγνωρίζει ως έθνος την ίδια στιγμή που ορίζει ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση την πλήρη αναγνώριση του ίδιου και του λαού που εκπροσωπεί) και μέσα από την εκτύλιξη των αλλεπάλληλων κι ελάχιστα διαφοροποιούμενων μασκαράδων που εμμονικά αλλά άστοχα ονομάζει «διαπραγματεύσεις», ποτέ δεν προσέφερε στους Παλαιστίνιους τη δημιουργία δικού τους κράτους (λες κι είναι κάτι που είναι δικό του για να το προσφέρει). Στόχος κι αποτέλεσμα αυτών των «διαπραγματεύσεων» από τη μεριά του Ισραήλ, ήταν η ανάλωση των Παλαιστίνιων σ’ αυτές ενόσω αυτό συνεχίζει απρόσκοπτα την παράνομη (και διεθνώς καταδικασμένη) εποικιστική του δραστηριότητα, διαμορφώνοντας τετελεσμένα τα οποία οι Παλαιστίνιοι θα πρέπει να δεχτούν στον εκάστοτε επόμενο γύρο «διαπραγματεύσεων».

Το μόνο που έχει προσφέρει μέχρι τώρα (και που αποτελεί καθεστώς στη Δυτική Όχθη) είναι ένα καθεστώς ανύπαρκτης κυριαρχίας, όπου με αντάλλαγμα τη μερική απόσυρση των ισραηλινών κατοχικών δυνάμεων (από εδάφη που δεν τους ανήκουν, και στα οποία σε κάθε περίπτωση επεμβαίνουν κατά βούληση), έχει μετατρέψει την Παλαιστινιακή Αρχή (το θεσμό που προέκυψε μέσα από τις συμφωνίες του Όσλο και αποτελεί το απόγειο της παλαιστινιακής υποδούλωσης) σε τοποτηρητή του Ισραήλ, απαλλάσσοντας το τελευταίο από την άμεση επιβολή μιας δαπανηρής κατοχής αλλά εξυπηρετώντας απαρέγκλιτα κι ανυπερθέτως τις επιδιώξεις του κράτους-δολοφόνου περί ασφάλειάς του. Ένα καθεστώς που οδηγεί στην κατάπνιξη του όποιου σκιρτήματος παλαιστινιακής αντίστασης από μια Παλαιστινιακή Αρχή, τερματικά διεφθαρμένη κι απελπιστικά απορροφημένη σε μια αδιέξοδη πορεία «διαπραγματεύσεων» για να μπορέσει ν’ αναθεωρήσει.

Για όποιον δε δεν δέχεται αυτή τη μοίρα της αυτο-αστυνόμευσης και της αυτο-καταστολής της δίκαιης παλαιστινιακής αντίστασης, το Ισραήλ του επιφυλάσσει τη μοίρα της Γάζας: μαζικές δολοφονικές στρατιωτικές επιθέσεις έναντι ενός άμαχου πληθυσμού δίχως τακτικό στρατό ή κρατική υπόσταση και προστασία, στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Τελευταίος, λοιπόν, χαιρετισμός προς το κράτος δολοφόνο τους άθλιους απολογητές του: ο καιρός που τα ψέματά σας έγειραν αξιώσεις απ’ την αλήθεια έχει τελειώσει. Ολοένα και περισσότερο οι λαοί του κόσμου αντιλαμβάνονται το μέγεθος της αδικίας που συντελείται. Βασιστείτε όσο ακόμα μπορείτε στα σαθρά δυτικά σας στηρίγματα, αυτούς τους άπληστους ωφελούμενους γενοκτονιών ανά τον κόσμο, έρχεται όμως κι αυτωνών ο καιρός. Τα εγκλήματά σας θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στην ιστορία της ανθρωπότητας, δίπλα στο Ολοκαύτωμα, τη ρίψη ατομικών βομβών στην Ιαπωνία κι όλα τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού.

Η έσχατη προσπάθεια άσκησης έφεσης του Julian Assange

Ο Τζούλιαν Ασάνζ θα ασκήσει αυτή την εβδομάδα την τελευταία του έφεση στα βρετανικά δικαστήρια για να αποφύγει την έκδοσή του. Αν εκδοθεί, αυτό θα σημάνει τον θάνατο των ερευνών του Τύπου για την εσωτερική λειτουργία της εξουσίας

ΛΟΝΔΙΝΟ – Εάν ο Τζούλιαν Ασάνζ δεν λάβει άδεια να ασκήσει έφεση κατά της έκδοσής του στις Ηνωμένες Πολιτείες ενώπιον μιας ομάδας δύο δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου αυτή την εβδομάδα, δεν θα έχει καμία άλλη δυνατότητα προσφυγής στο βρετανικό νομικό σύστημα. Οι δικηγόροι του μπορούν να ζητήσουν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αναστολή της εκτέλεσης βάσει του Κανονισμού 39, το οποίο δίνεται σε «εξαιρετικές περιστάσεις» και «μόνο όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης». Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το βρετανικό δικαστήριο θα συμφωνήσει. Μπορεί να διατάξει την άμεση έκδοση του Τζούλιαν πριν από την έκδοση απόφασης βάσει του Κανονισμού 39 ή μπορεί να αποφασίσει να αγνοήσει [ενδεχόμενο] αίτημα του ΕΔΑΔ να επιτραπεί στον Τζούλιαν να εκδικαστεί η υπόθεσή του από το δικαστήριο.

Η σχεδόν 15ετής δίωξη του Julian, η οποία έχει επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό τη σωματική και ψυχολογική του υγεία, γίνεται στο όνομα της έκδοσής του στις ΗΠΑ, όπου θα δικαστεί για την υποτιθέμενη παραβίαση 17 κατηγοριών του Νόμου περί Κατασκοπείας του 1917, με ενδεχόμενη ποινή κάθειρξης 170 ετών.

Το ‘έγκλημα’ του Τζούλιαν είναι ότι δημοσίευσε απόρρητα έγγραφα, εσωτερικά μηνύματα, εκθέσεις και βίντεο της αμερικανικής κυβέρνησης και του αμερικανικού στρατού το 2010, τα οποία δόθηκαν από την whistleblower του αμερικανικού στρατού Τσέλσι Μάνινγκ. Αυτός ο τεράστιος όγκος υλικού αποκάλυψε σφαγές αμάχων, βασανιστήρια, δολοφονίες, τον κατάλογο των κρατουμένων που κρατούνταν στο Γκουαντάναμο και τις συνθήκες στις οποίες υποβάλλονταν, καθώς και τους κανόνες εμπλοκής στο Ιράκ. Αυτοί που διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα—συμπεριλαμβανομένων των πιλότων ελικοπτέρων των ΗΠΑ που δολοφόνησαν δύο δημοσιογράφους του Reuters και άλλους 10 πολίτες και τραυμάτισαν σοβαρά δύο παιδιά, γεγονότα που καταγράφηκαν εξ ολοκλήρου στο βίντεο Collateral Murder—δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά.

Ο Τζούλιαν αποκάλυψε αυτό που η αμερικανική αυτοκρατορία προσπαθεί να σβήσει από την Ιστορία.

Η δίωξη του Julian είναι ένα δυσοίωνο μήνυμα για τους υπόλοιπους από εμάς. Αψηφήστε το αμερικανικό imperium, αποκαλύψτε τα εγκλήματά του, και όποιος κι αν είστε, από όποια χώρα κι αν έρχεστε, όπου κι αν ζείτε, θα σας κυνηγήσουν και θα σας φέρουν στις ΗΠΑ για να περάσετε το υπόλοιπο της ζωής σας σε ένα από τα πιο σκληρά συστήματα φυλακών στη γη. Αν ο Τζούλιαν κριθεί ένοχος, αυτό θα σημάνει τον θάνατο της ερευνητικής δημοσιογραφίας για τις εσωτερικές λειτουργίες της κρατικής εξουσίας. Η κατοχή, και πολύ περισσότερο η δημοσίευση, διαβαθμισμένου υλικού—όπως έκανα εγώ όταν ήμουν δημοσιογράφος στους New York Times—θα ποινικοποιηθεί. Και αυτό είναι το ζητούμενο, το οποίο κατανοούν οι New York Times, Der Spiegel, Le Monde, El País και The Guardian, οι οποίες εξέδωσαν κοινή επιστολή με την οποία καλούν τις ΗΠΑ να αποσύρουν τις κατηγορίες εναντίον του.

Ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας Άντονι Αλμπανέζε και άλλοι ομοσπονδιακοί νομοθέτες ψήφισαν την Πέμπτη να σταματήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία τον εγκλεισμό του Τζούλιαν, σημειώνοντας ότι αυτός προέκυψε από το ότι «έκανε τη δουλειά του ως δημοσιογράφος» για να αποκαλύψει «στοιχεία για παραπτώματα των ΗΠΑ».

Η νομική υπόθεση εναντίον του Τζούλιαν, την οποία κάλυψα από την αρχή και θα καλύψω ξανά στο Λονδίνο αυτή την εβδομάδα, έχει μια παράξενη ποιότητα του είδους του βιβλίου “Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων“, όπου δικαστές και δικηγόροι μιλούν με σοβαρό ύφος για το νόμο και τη δικαιοσύνη, ενώ ταυτόχρονα γελοιοποιούν τις πιο βασικές αρχές των πολιτικών ελευθεριών και της νομολογίας.

Πώς μπορούν να προχωρούν οι ακροάσεις όταν η ισπανική εταιρεία ασφαλείας της πρεσβείας του Ισημερινού, η UC Global, όπου ο Τζούλιαν αναζήτησε καταφύγιο για επτά χρόνια, παρείχε στη CIA βιντεοσκοπημένη παρακολούθηση των συναντήσεων μεταξύ του Τζούλιαν και των δικηγόρων του, παραβιάζοντας το απόρρητο δικηγόρου-πελάτη; Αυτό και μόνο θα έπρεπε να είχε οδηγήσει στην απόρριψη της υπόθεσης από το δικαστήριο.

Πώς μπορεί η κυβέρνηση του Ισημερινού υπό τον Λένιν Μορένο να παραβιάζει το διεθνές δίκαιο ανακαλώντας το καθεστώς ασύλου του Τζούλιαν και επιτρέποντας στη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου να εισέλθει στην πρεσβεία του Ισημερινού—κυρίαρχο έδαφος του Ισημερινού—για να μεταφέρει τον Τζούλιαν σε ένα αστυνομικό φορτηγάκι που τον περίμενε;

Γιατί τα δικαστήρια αποδέχθηκαν την εισαγγελική θέση ότι ο Τζούλιαν δεν είναι νόμιμος δημοσιογράφος;

Γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία αγνόησαν το άρθρο 4 της Συνθήκης Έκδοσής τους που απαγορεύει την έκδοση για πολιτικά αδικήματα;

Πώς επιτρέπεται να συνεχιστεί η υπόθεση κατά του Julian αφού ο βασικός μάρτυρας των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Sigurdur Thordarson—ένας καταδικασμένος απατεώνας και παιδόφιλος—παραδέχτηκε ότι κατασκεύασε τις κατηγορίες που διατύπωσε κατά του Julian;

Πώς μπορεί ο Τζούλιαν, ένας Αυστραλός πολίτης, να κατηγορηθεί βάσει του νόμου περί κατασκοπείας των ΗΠΑ, όταν δεν συμμετείχε σε κατασκοπεία και δεν είχε την έδρα του στις ΗΠΑ όταν έλαβε τα έγγραφα που διέρρευσαν;

Γιατί τα βρετανικά δικαστήρια επιτρέπουν την έκδοση του Τζούλιαν στις ΗΠΑ, όταν η CIA—εκτός από το να θέσει τον Τζούλιαν υπό 24ωρη βιντεοσκοπημένη και ψηφιακή παρακολούθηση όσο βρισκόταν στην πρεσβεία του Ισημερινού—εξέταζε το ενδεχόμενο απαγωγής και δολοφονίας του, σχέδια που περιλάμβαναν μια πιθανή ανταλλαγή πυροβολισμών στους δρόμους του Λονδίνου με τη συμμετοχή της Μητροπολιτικής Αστυνομίας;

Πώς μπορεί να καταδικαστεί ο Τζούλιαν ως εκδότης όταν δεν απέκτησε και δεν διέρρευσε τα απόρρητα έγγραφα που δημοσίευσε, όπως έκανε ο Ντάνιελ Έλσμπεργκ;

Γιατί η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν κατηγορεί τον εκδότη των New York Times ή του Guardian για κατασκοπεία αφού και αυτές δημοσίευσαν το ίδιο υλικό που είχε διαρρεύσει σε συνεργασία με το WikiLeaks;

Γιατί ο Τζούλιαν κρατείται σε απομόνωση σε φυλακή υψίστης ασφαλείας χωρίς δίκη για σχεδόν πέντε χρόνια, όταν η μόνη τεχνική παράβαση του νόμου είναι η παραβίαση των όρων εγγύησης όταν ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία του Ισημερινού; Κανονικά αυτό θα συνεπαγόταν πρόστιμο.

Γιατί του αρνήθηκαν την εγγύηση αφού τον έστειλαν στις φυλακές Belmarsh;

Αν ο Julian εκδοθεί, το δικαστικό του λιντσάρισμα θα γίνει χειρότερο. Η υπεράσπισή του θα εμποδιστεί από τους αντιτρομοκρατικούς νόμους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου περί Κατασκοπείας και των Ειδικών Διοικητικών Μέτρων (Special Administrative MeasuresSAMs). Θα συνεχίσει να εμποδίζεται να μιλάει στο κοινό—εκτός από σπάνιες περιπτώσεις—και να αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση. Θα δικαστεί από το Περιφερειακό Δικαστήριο των ΗΠΑ για την Ανατολική Περιφέρεια της Βιρτζίνια, όπου οι περισσότερες υποθέσεις κατασκοπείας έχουν κερδηθεί από την αμερικανική κυβέρνηση. Το γεγονός ότι οι ένορκοι προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από άτομα που εργάζονται ή έχουν φίλους και συγγενείς που εργάζονται για τη CIA και άλλες υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας που έχουν την έδρα τους όχι μακριά από το δικαστήριο, αναμφίβολα συμβάλλει σε αυτή τη σειρά δικαστικών αποφάσεων.

Τα βρετανικά δικαστήρια, από την πρώτη στιγμή, έκαναν την υπόθεση διαβόητα δύσκολη στην κάλυψη, περιορίζοντας σημαντικά τις θέσεις στην αίθουσα του δικαστηρίου, παρέχοντας συνδέσεις βίντεο που ήταν ελαττωματικές, και στην περίπτωση της ακρόασης αυτής της εβδομάδας, απαγορεύοντας σε οποιονδήποτε εκτός Αγγλίας και Ουαλίας, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων που είχαν καλύψει στο παρελθόν τις ακροάσεις, να έχει πρόσβαση σε σύνδεσμο για τις υποτιθέμενες δημόσιες διαδικασίες.

Ως συνήθως, δεν ενημερωνόμαστε για τα χρονοδιαγράμματα ή τα ωράρια. Το δικαστήριο θα εκδώσει απόφαση στο τέλος της διήμερης ακροαματικής διαδικασίας στις 20 και 21 Φεβρουαρίου; Ή θα περιμένει εβδομάδες, ακόμη και μήνες, για να εκδώσει μια απόφαση, όπως έχει κάνει στο παρελθόν; Θα επιτρέψει στο ΕΔΑΔ να εκδικάσει την υπόθεση ή θα μεταφέρει αμέσως τον Τζούλιαν στις ΗΠΑ; Έχω τις αμφιβολίες μου για το αν το Ανώτατο Δικαστήριο θα περάσει την υπόθεση στο ΕΔΑΔ, δεδομένου ότι ο κοινοβουλευτικός βραχίονας του Συμβουλίου της Ευρώπης, που δημιούργησε το ΕΔΑΔ, μαζί με τον Επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του, αντιτίθενται στην «κράτηση, έκδοση και δίωξη του Julian», επειδή αποτελεί «επικίνδυνο προηγούμενο για τους δημοσιογράφους». Θα ικανοποιήσει το δικαστήριο το αίτημα του Τζούλιαν να είναι παρών στην ακροαματική διαδικασία ή θα αναγκαστεί να παραμείνει στις φυλακές υψηλής ασφαλείας Belmarsh της Βρετανικής Αστυνομίας στο Thamesmead του νοτιοανατολικού Λονδίνου, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν; Κανείς δεν είναι σε θέση να μας πει.

Ο Τζούλιαν σώθηκε από την έκδοση τον Ιανουάριο του 2021, όταν η περιφερειακή δικαστής Vanessa Baraitser στο δικαστήριο του Westminster αρνήθηκε να εγκρίνει το αίτημα έκδοσης. Στην 132 σελίδων απόφασή της, διαπίστωσε ότι υπήρχε «σημαντικός κίνδυνος» ο Julian να αυτοκτονήσει λόγω της σκληρότητας των συνθηκών που θα υφίστατο κρατούμενος από το σωφρονιστικό σύστημα των ΗΠΑ. Αλλά αυτό ήταν μια λεπτή κλωστή. Η δικαστής αποδέχθηκε ότι όλες τις κατηγορίες που απαγγέλθηκαν από τις ΗΠΑ εναντίον του Τζούλιαν ήταν καλόπιστες. Απέρριψε τα επιχειρήματα ότι η υπόθεσή του είχε πολιτικά κίνητρα, ότι δεν θα είχε δίκαιη δίκη στις ΗΠΑ και ότι η δίωξή του αποτελεί επίθεση στην ελευθερία του Τύπου.

Η απόφαση της Baraitser ανατράπηκε αφού η κυβέρνηση των ΗΠΑ άσκησε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου. Παρόλο που το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε τα συμπεράσματα της Baraitser σχετικά με τον «σημαντικό κίνδυνο» αυτοκτονίας του Julian εάν υποστεί ορισμένες συνθήκες εντός μιας αμερικανικής φυλακής, δέχθηκε επίσης τέσσερις διαβεβαιώσεις που περιέχονταν στο αμερικανικό διπλωματικό σημείωμα αριθ. 74, που δόθηκε στο δικαστήριο τον Φεβρουάριο του 2021, το οποίο υποσχόταν ότι ο Julian θα τύχει καλής μεταχείρισης.

Η αμερικανική κυβέρνηση υποστήριξε στο διπλωματικό σημείωμα ότι οι διαβεβαιώσεις της «απαντούν πλήρως στις ανησυχίες που έκαναν τη δικαστή [στο κατώτερο δικαστήριο] να αποδεσμεύσει τον κ. Ασάνζ». Οι ‘διαβεβαιώσεις’ αναφέρουν ότι ο Τζούλιαν δεν θα υποβληθεί σε SAMs. Υπόσχονται ότι ο Τζούλιαν, Αυστραλός πολίτης, μπορεί να εκτίσει την ποινή του στην Αυστραλία, εάν η αυστραλιανή κυβέρνηση ζητήσει την έκδοσή του. Υπόσχονται ότι θα λάβει επαρκή κλινική και ψυχολογική φροντίδα. Υπόσχονται ότι, πριν και μετά τη δίκη, ο Τζούλιαν δεν θα κρατηθεί στο Διοικητικό Κατάστημα Μέγιστης Ασφάλειας (ADX) στη Florence του Κολοράντο.

Αυτά ακούγονται καθησυχαστικά. Αλλά είναι μέρος της κυνικής δικαστικής παντομίμας που χαρακτηρίζει τη δίωξη του Τζούλιαν.

Κανείς δεν κρατείται προδικαστικά στην ADX Florence. Η ADX Florence δεν είναι επίσης η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας στις ΗΠΑ όπου μπορεί να φυλακιστεί ο Τζούλιαν. Θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε μία από τις άλλες εγκαταστάσεις μας που μοιάζουν με το Γκουαντάναμο, σε μία Μονάδα Διαχείρισης Επικοινωνιών (CMU). Οι CMU είναι εξαιρετικά περιοριστικές μονάδες που αναπαράγουν τη σχεδόν πλήρη απομόνωση που επιβάλλουν οι SAM. Οι ‘διαβεβαιώσεις’ δεν είναι νομικά δεσμευτικές. Όλες συνοδεύονται από ρήτρες διαφυγής.

Εάν ο Julian κάνει «κάτι μετά την προσφορά αυτών των διαβεβαιώσεων που πληροί τις προϋποθέσεις για την επιβολή SAMs ή την αποστολή σε ADX», θα υπόκειται, όπως παραδέχθηκε το δικαστήριο, σε αυτές τις σκληρότερες μορφές ελέγχου. Εάν η Αυστραλία δεν ζητήσει μεταφορά, αυτό «δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία για κριτική προς τις ΗΠΑ ή λόγο για να θεωρηθούν οι διαβεβαιώσεις ανεπαρκείς όσον αφορά την ικανοποίηση των ανησυχιών της δικαστού», αναφέρεται στην απόφαση. Και ακόμη και αν δεν συνέβαινε αυτό, ο Τζούλιαν θα χρειαζόταν 10-15 χρόνια για να ασκήσει έφεση κατά της ποινής του μέχρι [την οριστική εκδίκαση από]το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, χρόνος που θα ήταν υπεραρκετός για να τον καταστρέψει ψυχολογικά και σωματικά. Η Διεθνής Αμνηστία δήλωσε ότι οι «διαβεβαιώσεις δεν αξίζουν το χαρτί στο οποίο είναι γραμμένες».

Οι δικηγόροι του Τζούλιαν θα προσπαθήσουν να πείσουν δύο δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου να του δώσουν άδεια να ασκήσει έφεση στην οποία θα προβάλλει ορισμένα από τα επιχειρήματα κατά της έκδοσης, τα οποία η δικαστής Baraitser απέρριψε τον Ιανουάριο του 2021. Οι δικηγόροι του, αν η άσκηση έφεσης γίνει δεκτή, θα υποστηρίξουν ότι η δίωξη του Julian για τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα συνιστά «σοβαρή παραβίαση» του δικαιώματός του στην ελευθερία του λόγου, ότι ο Julian διώκεται για τις πολιτικές του απόψεις, κάτι που δεν επιτρέπει η συνθήκη έκδοσης μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ, ότι ο Julian κατηγορείται για «καθαρά πολιτικά αδικήματα» και η συνθήκη μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ απαγορεύει την έκδοση υπό τέτοιες συνθήκες, ότι ο Τζούλιαν δεν πρέπει να εκδοθεί για να αντιμετωπίσει δίωξη όπου ο Νόμος περί Κατασκοπείας «επεκτείνεται με πρωτοφανή και απρόβλεπτο τρόπο», ότι οι κατηγορίες θα μπορούσαν να τροποποιηθούν με αποτέλεσμα ο Τζούλιαν να αντιμετωπίσει τη θανατική ποινή και ότι ο Τζούλιαν δεν θα τύχει δίκαιης δίκης στις ΗΠΑ.

Εάν το Ανώτατο Δικαστήριο χορηγήσει στον Τζούλιαν την άδεια να ασκήσει έφεση, θα οριστεί νέα ακροαματική διαδικασία κατά την οποία θα υποστηρίξει τους λόγους της έφεσής του. Εάν το Ανώτατο Δικαστήριο αρνηθεί να χορηγήσει στον Τζούλιαν άδεια έφεσης, η μόνη επιλογή που απομένει είναι να προσφύγει στο ΕΔΑΔ. Εάν δεν μπορέσει να πάει την υπόθεσή του στο ΕΔΑΔ [για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν], θα εκδοθεί στις ΗΠΑ.

Η απόφαση να ζητηθεί η έκδοση του Τζούλιαν, η οποία σχεδιάστηκε από την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα, προωθήθηκε από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ μετά τη δημοσίευση από το WikiLeaks των εγγράφων που είναι γνωστά ως Vault 7, τα οποία αποκάλυψαν τα προγράμματα κυβερνοπολέμου της CIA, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν σχεδιαστεί για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των αυτοκινήτων, των έξυπνων τηλεοράσεων, των web browsers και των λειτουργικών συστημάτων των περισσότερων έξυπνων τηλεφώνων.

Η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος έγινε εξίσου αιμοδιψής με τους Ρεπουμπλικάνους μετά τη δημοσίευση από το WikiLeaks δεκάδων χιλιάδων ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανήκαν στην Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος (DNC) και σε ανώτερα στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του John Podesta, προέδρου της προεκλογικής εκστρατείας της Χίλαρι Κλίντον κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 2016.

Τα ηλεκτρονικά μηνύματα Podesta αποκάλυψαν ότι η Κλίντον και άλλα μέλη της διοίκησης Ομπάμα γνώριζαν ότι η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ—που είχαν και οι δύο δωρίσει εκατομμύρια δολάρια στο Ίδρυμα Κλίντον—ήταν μεγάλοι χρηματοδότες του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και στη Συρία. Αποκάλυψαν απομαγνητοφωνήσεις τριών ιδιωτικών συνομιλιών που έδωσε η Κλίντον στην Goldman Sachs— για τις οποίες πληρώθηκε 675.000 δολάρια—ένα ποσό τόσο μεγάλο που μόνο ως δωροδοκία μπορεί να θεωρηθεί. Η Κλίντον εμφανίζεται στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να λέει στις οικονομικές ελίτ ότι θέλει «ανοιχτό εμπόριο και ανοιχτά σύνορα» και πιστεύει ότι τα στελέχη της Wall Street είναι σε καλύτερη θέση για να διαχειριστούν την οικονομία, δήλωση που έρχεται σε αντίθεση με τις προεκλογικές της υποσχέσεις για οικονομική μεταρρύθμιση. Αποκάλυψαν τη στρατηγική της εκστρατείας της Κλίντον, που η ίδια περιέγραψε ως «Pied Piper», η οποία χρησιμοποιούσε τις επαφές της στον Τύπο για να επηρεάσει τις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικάνων προβάλλοντας αυτούς που αποκαλούσε «πιο ακραίους υποψηφίους», για να εξασφαλίσει ότι ο Τραμπ ή ο Τεντ Κρουζ θα κερδίσουν το χρίσμα του κόμματός τους. Αποκάλυψαν ότι η Κλίντον γνώριζε εκ των προτέρων τις ερωτήσεις σε ένα προκριματικό ντιμπέιτ. Τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εξέθεσαν επίσης την Κλίντον ως έναν από τους αρχιτέκτονες του πολέμου και της καταστροφής της Λιβύης, ενός πολέμου που πίστευε ότι θα έδινε λάμψη στα διαπιστευτήριά της ως υποψήφια πρόεδρος.

[Κάποιοι] δημοσιογράφοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι οι πληροφορίες αυτές, όπως και τα αρχεία καταγραφής του πολέμου, θα έπρεπε να παραμείνουν μυστικές. Αλλά αν το κάνουν, δεν μπορούν να αποκαλούνται δημοσιογράφοι.

Η ηγεσία των Δημοκρατικών, η οποία προσπάθησε να κατηγορήσει τη Ρωσία για την εκλογική της ήττα από τον Τραμπ – σε αυτό που έγινε γνωστό ως Russiagate – κατηγόρησε ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Podesta και οι διαρροές του DNC αποκτήθηκαν από χάκερ της ρωσικής κυβέρνησης, αν και μια έρευνα υπό τον Robert Mueller, τον πρώην διευθυντή του FBI, «δεν συγκέντρωσε επαρκή παραδεκτά στοιχεία ότι το WikiLeaks γνώριζε—ή ακόμη και ότι εθελοτυφλούσε» για οποιοδήποτε υποτιθέμενο χακάρισμα από το ρωσικό κράτος.

Ο Τζούλιαν διώκεται επειδή παρέδωσε στο κοινό τις σημαντικότερες, από την εποχή της δημοσίευσης των Pentagon Papers, πληροφορίες για τα εγκλήματα και την ψευδολογία της αμερικανικής κυβέρνησης. Όπως όλοι οι μεγάλοι δημοσιογράφοι, ήταν αμερόληπτος. Ο στόχος του ήταν η εξουσία.

Δημοσιοποίησε τη δολοφονία σχεδόν 700 αμάχων που είχαν πλησιάσει πολύ κοντά σε αμερικανικές φάλαγγες και σημεία ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων εγκύων γυναικών, τυφλών και κωφών και τουλάχιστον 30 παιδιών.

Δημοσιοποίησε τους περισσότερους από 15.000 αδήλωτους θανάτους ιρακινών πολιτών και τα βασανιστήρια και την κακοποίηση περίπου 800 ανδρών και αγοριών, ηλικίας 14 έως 89 ετών, στο στρατόπεδο κράτησης του Γκουαντάναμο.

Μας έδειξε ότι η Χίλαρι Κλίντον διέταξε το 2009 Αμερικανούς διπλωμάτες να κατασκοπεύουν τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν και άλλους εκπροσώπους του ΟΗΕ από την Κίνα, τη Γαλλία, τη Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο, κατασκοπεία που περιελάμβανε τη λήψη DNA, σαρώσεων ίριδας, δακτυλικών αποτυπωμάτων και προσωπικών κωδικών πρόσβασης.

Αποκάλυψε ότι ο Ομπάμα, η Χίλαρι Κλίντον και η CIA υποστήριξαν το στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουνίου 2009 στην Ονδούρα, το οποίο ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο Μανουέλ Ζελάγια, αντικαθιστώντας τον με ένα δολοφονικό και διεφθαρμένο στρατιωτικό καθεστώς.

Αποκάλυψε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν μυστικά επιθέσεις με πυραύλους, βόμβες και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στην Υεμένη, σκοτώνοντας πλήθη από αμάχους.

Κανένας άλλος σύγχρονος δημοσιογράφος δεν έχει καν πλησιάσει τη σημασία των δικών του αποκαλύψεων.

Ο Τζούλιαν είναι ο πρώτος. Εμείς είμαστε οι επόμενοι.

Πηγή: The Chris Hedges Report

Μετάφραση: Κ. Μηλολιδάκης

Ένα σύντομο ιστορικό των συνεχώς διαψευδομένων αλλά με επιμονή επαναλαμβανομένων ‘προβλέψεων’ περί κατάρρευσης της Ρωσικής Οικονομίας

Το ακόλουθο άρθρο γνώμης περιγράφει τις προβλέψεις περί κατάρρευσης της Ρωσικής οικονομίας (ως αποτέλεσμα των κυρώσεων) που με σοβαρότητα λανσάρονται επί δύο έτη τώρα από–υποτίθεται–σοβαρούς δυτικούς αναλυτές, πολιτικούς, ειδικούς και κάθε είδους ‘σοφούς’. Η κατάσταση αποδεικνύει αυτό που λένε οι μαρξιστές εδώ και διακόσια χρόνια: οι οικονομικές θεωρήσεις και αναλύσεις των αστών επιστημόνων πάντα περνούσαν μέσα από το κόσκινο της ταξικής τους θέσης καταντώντας μια άσκηση πάνω στην προπαγάνδα παρά μια νηφάλια επιστημονική προσέγγιση. Πολύ περισσότερο που στη δεδομένη περίπτωση κάθε ‘επιστημονική’ ανάλυση πρέπει πρώτα να δώσει αποδείξεις ‘πολιτικά ορθής’ οπτικής γωνίας, αλλιώς ‘μαύρο φίδι που έφαγε’ τον διεκπεραιωτή της.

Οι φωτογραφίες, οι λεζάντες τους, όπως επίσης όλες οι παραπομπές τεκμηρίωσης καθώς και τα σχόλια, είναι από τον μεταφραστή.

«Οι κυρώσεις λειτουργούν»: Για δύο χρόνια πολιτικοί και αναλυτές προσφέρουν ζοφερές προβλέψεις που δεν φαίνεται να υλοποιούνται ποτέ

Του Henry Johnston[1], συντάκτη του RT.

Από τότε που ξεκίνησε η στρατιωτική επιχείρηση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας τον Φεβρουάριο του 2022, υπάρχει μια σταθερή ροή προβλέψεων από δυτικούς πολιτικούς, αναλυτές και σχολιαστές σχετικά με την επικείμενη κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας.

Στην πραγματικότητα, οι προβλέψεις ξεκίνησαν ακόμη και πριν από εκείνες τις μοιραίες ημέρες του Φεβρουαρίου. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όταν η συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων στα σύνορα με την Ουκρανία προκαλούσε μια αισθητή ανησυχία στους κόλπους της χρηματοοικονομικής κοινότητας, θυμάμαι να συναντώ στη Μόσχα έναν εκπατρισμένο στη Δύση οικονομικό αναλυτή.

«Αν η Ρωσία ‘εισβάλει’», μου είπε ο συνομιλητής μου, «θα γυρίσουν πίσω στη Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του 1980 – μια πρωτόγονη, εξαθλιωμένη οικονομία με δυτικά αγαθά διαθέσιμα κυρίως στη μαύρη αγορά».

Μιλούσε ως εάν το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα να ήταν ο ομφάλιος λώρος από τον οποίο εξαρτιόταν η οικονομία της Ρωσίας για να διατηρηθεί. Δεν ήταν καθόλου μόνος του σε αυτή την άποψη.

Το αρχικό κύμα των προβλέψεων (αν μπορεί κανείς να αποκαλέσει ‘προβλέψεις’ τις υπερβολικές εξαγγελίες που προέρχονταν από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη εκείνη την εποχή) ήταν θριαμβευτικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση σε τόνο—αλλά και εντελώς αποκαλυπτικό. Η δυτική ελίτ πίστευε πραγματικά ότι είχε στο οπλοστάσιό της ένα οικονομικό όπλο μαζικής καταστροφής και ότι το είχε αναπτύξει με καταστροφικά αποτελέσματα κατά της Ρωσίας.

«Θα προκαλέσουμε την κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας», δήλωσε ωμά ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Bruno Le Maire σε τοπικό ειδησεογραφικό κανάλι λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την έναρξη της σύγκρουσης.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν πέτυχε να διατυπώσει μια ακόμη πιο δυσοίωνη νότα. «Οι κυρώσεις μας αναμένεται να εξαλείψουν τα οικονομικά επιτεύγματα της Ρωσίας των τελευταίων 15 ετών», δήλωσε. «Θα καταπνίξουμε την ικανότητα της Ρωσίας να αναπτύξει την οικονομία της για πολλά χρόνια». Τα σχόλια αυτά ήρθαν μετά τη διάσημη πλέον ειρωνεία του για το ρούβλι ότι έχει μετατραπεί σε “ερείπια”.[2]

Οι σοβαρές ιστορικές συγκρίσεις ήταν πολλές και όχι μόνο από τους πολιτικούς. Η JPMorgan παρομοίασε αυτό που αντιμετώπιζε η Ρωσία με την κρίση του 1998, όταν το ρούβλι έχασε τα δύο τρίτα της αξίας του, οι αποταμιεύσεις εξανεμίστηκαν και η χώρα αθέτησε το χρέος της. Η τράπεζα προέβλεψε πτώση του ΑΕΠ κατά 11% το 2022.

O εικονιζόμενος Γάλλος υπουργός Οικονομικών Bruno Le Maire στις 1 Μαρτίου του 2022 σε συνέντευξή του στο Γαλλικό δημόσιο ραδιοφωνικό δίκτυο France Info δήλωνε: «Θα προκαλέσουμε την κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας. Διεξάγουμε ολοκληρωτικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό πόλεμο κατά της Ρωσίας, του Πούτιν και της κυβέρνησής του, και ας είμαστε σαφείς, ο ρωσικός λαός θα πληρώσει επίσης τις συνέπειες». Όσα είπε συμπληρώθηκαν με μια δήλωση η οποία αποδεικνύει το μέγεθος του διαζυγίου των ευρωπαϊκών ελίτ από την πραγματικότητα: «Η οικονομική και χρηματοπιστωτική ισορροπία δυνάμεων είναι απολύτως υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία βρίσκεται στη διαδικασία ανακάλυψης της δικής της οικονομικής δύναμης», δήλωσε.

Στη φωτογραφία βλέπουμε τον Τζο Μπάιντεν καθώς προβλέπει, κάτω από τις επευφημίες των συνέδρων, ότι μέσα σε ένα χρόνο οι κυρώσεις θα πνίξουν τόσο τις κατακτήσεις της Ρωσικής οικονομίας κατά τα προηγούμενα 15 έτη όσο και την ανάπτυξή της στο μέλλον. «Μόνο μέσα σε ένα χρόνο, οι κυρώσεις μας πιθανότατα θα εξαλείψουν τα οικονομικά κέρδη της Ρωσίας των τελευταίων 15 ετών. Επειδή έχουμε αποκόψει τη Ρωσία από την εισαγωγή τεχνολογιών… θα καταπνίξουμε την ικανότητα της Ρωσίας να αναπτύξει την οικονομία της για πολλά από τα επόμενα χρόνια». Αυτή η ομιλία δόθηκε στο North Americas Building Trades Unions [NABTU] Legislative Conference, Washington, DC, April 6, 2022. Φωτογραφία © Getty Images / Drew Angerer

Προκειμένου να μην μείνει πίσω, ο πολιτικός αναλυτής Maximilian Hess προχώρησε ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι η Ρωσία οδεύει «όχι μόνο πίσω στο χάος της δεκαετίας του 1990, αλλά σε μια ακόμη πιο βαριά κατάσταση που μοιάζει περισσότερο με το 1918».

Η Ρωσία αντιμετώπιζε επίσης αυτό που ένας καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες αποκάλεσε «πλήρη απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο, η οποία αποτελεί πράγματι καταστροφή με πολλούς διαφορετικούς τρόπους». Δεν είναι, βέβαια, σαφές πώς αυτός ο ισχυρισμός συμβάδιζε με το γεγονός ότι χώρες που αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού δεν έχουν επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία.

Ήδη από τις αρχές Απριλίου, ωστόσο, λίγο περισσότερο από ένα μήνα μετά την έναρξη της σύγκρουσης, μπορούσε να εντοπιστεί κάποια μετρίαση της υπερβολής. Η Ρωσία, άλλωστε, δεν είχε ακριβώς καταρρεύσει και μάλιστα ο αρχικός οξύς πανικός είχε υποχωρήσει πολύ γρήγορα. Μεταξύ των πρώτων που σημείωσαν την εκκολαπτόμενη ανθεκτικότητα της Ρωσίας ήταν ο Economist, ο οποίος έγραψε ένα άρθρο στο οποίο έθετε το ερώτημα: «Η στρατηγική της Δύσης εξακολουθεί άραγε να πηγαίνει σύμφωνα με το σχέδιο;»”. Ήταν, προς τιμήν του εντύπου, μια αρκετά ισορροπημένη απεικόνιση του πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα.

Ο εικονιζόμενος, διακεκριμένος οικονομικός αναλυτής, ανώτερος συνεργάτης (fellow) του Foreign Policy Research Institute  και περιζήτητος ‘Ρωσολόγος’ Maximilian Hess, του οποίου το βιβλίο «Οικονομικός πόλεμος: Η Ουκρανία και η παγκόσμια σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης» επιλέχτηκε από τους Financial Times ως ένα από τα «βιβλία που πρέπει να διαβάσετε» κατά το 2023, θεωρούσε ως εξαιρετικά ήπιες τις προβλέψεις του Τζο Μπάιντεν για το είδος της καταστροφής που θα επέφεραν οι οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία. Κατά τον Hess, σε άρθρο του της 4ης Μαρτίου 2022: «Η Ρωσία βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με την επιλογή μεταξύ μιας νέας οικονομικής κρίσης τύπου 1918, 1991 ή 1998. Αν ο Πούτιν δεν αποσυρθεί από την Ουκρανία ή αν ο ρωσικός λαός δεν μπορέσει με άλλο τρόπο να επιβάλει αλλαγή στη στρατηγική του Κρεμλίνου, μια κατάρρευση τύπου 1918 είναι το βασικό σενάριο και οι εκδοχές [κατάρρευσης] όπως αυτές της δεκαετίας του 1990 είναι αισιόδοξες».

Περίπου με την εμφάνιση αυτού του άρθρου σημειώνεται η απαρχή μιας αλλαγής στον τόνο του αφηγήματος «Η—Ρωσία—Καταρρέει» κατά τους επόμενους μήνες. Πλέον οι τέσσερις καβαλάρηδες της αποκάλυψης δεν καλπάζουν προς το Κρεμλίνο. Οι εξωφρενικές ιστορικές συγκρίσεις υποχώρησαν. ‘Αλλά μην τυχόν και κάνετε κανένα λάθος’, διαβεβαίωναν οι δυτικοί αναλυτές, ‘η ρωσική οικονομία βρίσκεται σε κακή κατάσταση—απλώς η κάθοδος αποδείχθηκε λίγο πιο αργή και λιγότερο δραματική από ό,τι αναμενόταν’.

Ένα άρθρο του Atlantic Council από τον Ιούνιο του 2022 ενσαρκώνει αυτή τη μετατόπιση, με τίτλο: «Η επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία είναι ένα μακροχρόνιο παιχνίδι. Να πώς θα κερδίσουμε». Το περιοδικό Foreign Policy συνέχισε να επιμένει στο θέμα της [επικείμενης] κατάρρευσης, αλλά ο τίτλος ενός άρθρου από τον Ιούλιο του 2022 «Κατά βάση, η Ρωσική Οικονομία καταρρέει εκ των έσω» [“Actually, the Russian Economy Is Imploding”] έχει προσθέσει αυτή την πολύ χαρακτηριστική λέξη «κατά βάση» [“actually”]. Μεταφράζεται περίπου ως: ‘υπάρχουν πολλά στοιχεία για το αντίθετο, αλλά εμείς εξακολουθούμε να το υποστηρίζουμε’[3].

Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2022, η ευφορία των πρώτων εβδομάδων είχε δώσει τη θέση της σε μια υφέρπουσα δυσφορία. Το CNN δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Οι ρωσικές κυρώσεις αργούν να δαγκώσουν, καθώς Αμερικανοί αξιωματούχοι παραδέχονται την δυσαρέσκειά τους για τον ρυθμό του πόνου που αυτές προκαλούν στη Μόσχα».

Στο άρθρο, «ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ» δήλωσαν στο CNN ότι υπήρχε απογοήτευση για το γεγονός ότι οι περιορισμοί δεν είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο μέχρι στιγμής, αλλά πίστευαν ότι οι πιο σκληρές επιπτώσεις πιθανώς δεν θα υλοποιούνταν μέχρι τις αρχές του 2023. Οι αρχές του 2023, φυσικά, ήρθαν και παρήλθαν.

Εν τω μεταξύ, μια επιχείρηση διάσωσης των προσχημάτων σχετικά με τον πραγματικό στόχο των κυρώσεων είχε ήδη μπει μπροστά και μπορούσε να γίνει αντιληπτή σε αυτό το άρθρο όπως και σε πολλά άλλα. Ένας άλλος αξιωματούχος δήλωσε στο μέσο ότι εκείνοι που επεξεργάζονταν τις κυρώσεις στην πραγματικότητα «πάντα πίστευαν ότι οι πιο δραστικές επιπτώσεις δεν θα ήταν απαραίτητα και άμεσες», προσθέτοντας ότι «πάντα το βλέπαμε αυτό ως ένα μακροπρόθεσμο παιχνίδι». Με άλλα λόγια, ήξεραν από την αρχή ότι τίποτα δεν επρόκειτο να συμβεί σύντομα. Ίσως κάποιος θα μπορούσε να το είχε πει αυτό στον Μπάιντεν και να τον γλιτώσει από την αμηχανία να μιλάει με λυρισμό για τη διαγραφή των οικονομικών κατακτήσεων των τελευταίων 15 ετών.

Τον Φεβρουάριο του 2023, κυκλοφόρησε μια σειρά από δημοσιεύματα του τύπου ‘οι κυρώσεις ένα χρόνο μετά’. Το γενικό ύφος τους ήταν καθαρά αυτό της αποτροπής της απογοήτευσης μέσω της εστίασης στο μακροπρόθεσμο παιχνίδι. Ο συγγραφέας[4] μιας έκθεσης του Martens Centre για τις κυρώσεις έγραψε: «Μην κοιτάτε το ρολόι κάθε πέντε λεπτά για να δείτε αν οι κυρώσεις λειτουργούν. Ασκήστε στρατηγική υπομονή».

Πράγματι, για το πρώτο μέρος του 2023, το κυρίαρχο ύφος ήταν σε μεγάλο βαθμό μια απρόθυμη αναγνώριση της ανθεκτικότητας της ρωσικής οικονομίας, αναμεμειγμένη με παραμένουσες χαρωπές εμμονές ότι η μέρα της κρίσης για τη Ρωσίας θα έρθει. Εν τω μεταξύ, κατά περίεργο τρόπο, τα άρθρα που άρχισαν να εμφανίζονται στον δυτικό Τύπο έμοιαζαν να έχουν γραφτεί πάνω στο ίδιο καλούπι: αρχίζουν με μια ευθεία παραδοχή ότι η Ρωσία δεν καταρρέει στην πραγματικότητα, πριν ξεκινήσουν μια συζήτηση για το πώς κάτω από την επιφάνεια συσσωρεύονται κάθε είδους προβλήματα.

Τον Αύγουστο, το αφήγημα ‘η Ρωσία καταρρέει’ πήρε λίγο αέρα στα πανιά του όταν το ρούβλι μπήκε σε μια δύσκολη φάση και έσπασε ακόμη και το ψυχολογικά σημαντικό φράγμα των 100 [ρουβλίων] έναντι του δολαρίου. Εκείνη την εποχή είχε υποχωρήσει περίπου 20% σε ετήσια βάση και ήταν μεταξύ των νομισμάτων με τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των αναδυόμενων αγορών. Εμφανίστηκε μια πληθώρα άρθρων που συζητούσαν τα δεινά του ρουβλίου και υποστήριζαν ότι η αποδυνάμωση του νομίσματος ήταν ενδεικτική των πολυαναμενόμενων ρωγμών που επιτέλους είχαν αρχίσει να εμφανίζονται.

Ένα άρθρο γνώμης του Bloomberg που συζητούσε αυτό που αποκαλούσε «άρρωστο ρούβλι» είχε τον υπότιτλο: «Οι κυρώσεις δεν έχουν παραβιάσει το οικονομικό φρούριο της Ρωσίας, αλλά έχουν βάλει ωρολογιακή βόμβα κάτω από τα θεμέλιά του». Αλλά η εισαγωγή του άρθρου διατηρούσε το παραπάνω μοτίβο: «Οι δυτικές χώρες έχουν επιβάλει περισσότερες από 13.000 κυρώσεις στη Ρωσία – αλλά η ρωσική οικονομία δεν δείχνει κανένα σημάδι κατάρρευσης»[5].

Την αμέσως επόμενη ημέρα, ο Timothy Ash, ένας σημαίνων βετεράνος αναλυτής αναδυόμενων αγορών, έγραψε ένα άρθρο που επίσης ξεκίνησε με μια μικρή υποχώρηση. «Ένα παράπονο που ακούγεται συχνά… είναι ότι οι δυτικές κυρώσεις δεν αποδίδουν», αρχίζει το άρθρο. «Ας το αναγνωρίσουμε αυτό από την αρχή – η Ρωσία επιδεικνύει μεγάλη οικονομική ανθεκτικότητα και αντοχή»[6].

Αλλά τελικά φτάνει στο κύριο θέμα, το οποίο είναι ότι το εξασθενημένο ρούβλι είναι ένα «κόκκινο φως που αναβοσβήνει και δείχνει ότι οι κυρώσεις όντως λειτουργούν». Ως απόδειξη αναφέρει ότι «σε καμία χώρα δεν αρέσει να βλέπει το νόμισμά της να υποτιμάται, καθώς αυτό συνεπάγεται οικονομικά προβλήματα, ιδίως αποδυνάμωση της θέσης του ισοζυγίου πληρωμών, και προκαλεί υψηλό πληθωρισμό». Η κεντρική τράπεζα, υποστηρίζει, «δεν θα άφηνε το ρούβλι να διολισθήσει αν δεν βρισκόταν σε δυσχερή θέση». Το πώς ακριβώς η κεντρική τράπεζα ήταν ‘σε δυσχέρεια’ δεν εξηγείται, αλλά κάτι απειλητικό πρέπει να παραμόνευε κάτω από τις σανίδες του πατώματος.

Για να στηρίξει το ρούβλι το περασμένο φθινόπωρο, η Ρωσία έκανε αυστηρότερους τους νομισματικούς ελέγχους και αύξησε τα επιτόκια και έκτοτε το νόμισμα σταθεροποιήθηκε. Βεβαίως, πρόκειται για προσωρινά μέτρα που οι αρχές αναγκάστηκαν να λάβουν ως απάντηση σε μια ανισορροπία. Όμως ο Ash και άλλοι χειροκροτητές των κυρώσεων πίστευαν σαφώς ότι θα επιτυγχάνονταν περισσότερα [στην κατεύθυνση της καταστροφής της ρωσικής οικονομίας] από τη μεταβλητότητα του ρουβλίου.

Με το «κόκκινο φως που αναβοσβήνει» να έχει μειωθεί σε μια αμυδρή λάμψη, η αφήγηση προχώρησε παρακάτω. Δεν έχουμε δει πολλές ιστορίες για το ρούβλι πρόσφατα. Το επόμενο και πιο πρόσφατο θέμα στο οποίο προσκολλήθηκαν οι θιασώτες του ‘η Ρωσία καταρρέει’ είναι η ιδέα ότι η ρωσική οικονομία υπερθερμαίνεται. Μια οικονομία θεωρείται ότι υπερθερμαίνεται όταν επεκτείνεται με μη βιώσιμο ρυθμό που φτάνει στα όρια της ικανότητάς της να καλύψει τη ζήτηση.

Το θέμα της υπερθέρμανσης καθιερώθηκε και, όπως ήταν αναμενόμενο, ακολούθησε ένα κύμα άρθρων. Ο Economist δημοσίευσε ένα άρθρο τον Δεκέμβριο, στο οποίο συζητούσε το αυξημένο ποσοστό πληθωρισμού της Ρωσίας, το υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανάται για την άμυνα και την εκρηκτική έλλειψη εργατικού δυναμικού. Ενώ παραδέχεται ότι «οι προβλέψεις για οικονομική κατάρρευση—που έγιναν σχεδόν ομοιόμορφα από δυτικούς οικονομολόγους και πολιτικούς στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία—αποδείχθηκαν παταγωδώς λανθασμένες»,—το μοτίβο ισχύει!—ισχυρίζεται ότι η ρωσική οικονομία δεν μπορεί να αντέξει τέτοια επίπεδα ανάπτυξης.

Παρόλο που το άρθρο συνεχίζει αναγνωρίζοντας τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για τον μετριασμό των επιπτώσεων αυτής της υπερθέρμανσης, καταλήγει με τις λέξεις: «[αλλά] στη Ρωσία υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα από την οικονομική σταθερότητα», υπονοώντας ότι η ρωσική ηγεσία θυσιάζει την οικονομία για να κερδίσει τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη παρατήρηση καθώς προέρχεται από το δυτικό στρατόπεδο, όπου πολλοί πολιτικοί—σκεφτείτε πρώτα και κύρια τη Γερμανία—έχουν επιδείξει μεγάλη προθυμία να θυσιάσουν την οικονομική σταθερότητα στο βωμό των φαντασιοπληξιών περί Ουκρανίας.

Στον απόηχο του Economist ήρθε ένα μακροσκελές άρθρο στο περιοδικό Foreign Affairs, γραμμένο από την Alexandra Prokopenko, μια ρωσικής καταγωγής ερευνήτρια στο Carnegie Russia Eurasia Center στο Βερολίνο. Με τίτλο “Το μη βιώσιμο όργιο δαπανών του Πούτιν”, ήταν επίσης φτιαγμένο σύμφωνα με το ίδιο πρότυπο, αναγνωρίζοντας ότι η οικονομία της Ρωσίας έχει διαψεύσει τις προβλέψεις πριν προχωρήσει στην ανακοίνωση των κακών ειδήσεων [για τη Ρωσία]. Τα κακά νέα είναι η υπερθέρμανση της οικονομίας. Η άποψή της είναι ότι τα εκπληκτικά ισχυρά στοιχεία ανάπτυξης της Ρωσίας, «αντί να σηματοδοτούν οικονομική υγεία [είναι αντίθετα] σύμπτωμα υπερθέρμανσης».

Παρόμοια με το άρθρο του Economist, η Prokopenko θίγει τις υψηλές κρατικές δαπάνες -ιδιαίτερα για την άμυνα- καθώς και την αύξηση των μισθών λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού και τον υψηλό πληθωρισμό, τα οποία συνθέτουν «μια ψευδαίσθηση ευημερίας». Αναρωτιέται κανείς τι θα είχε να πει η Prokopenko με έδρα το Βερολίνο για τη νέα της υιοθετημένη χώρα, όπου όλα τα ίχνη ευημερίας—απατηλής ή μη—ξεθωριάζουν γρήγορα.

Παρόλο που η Prokopenko επιδίδεται στη συνήθη ρωσοφοβική ρητορική και στις φθαρμένες δυτικές εμμονές, ορισμένες από τις ανησυχίες της για την υπερθέρμανση έχουν εκφραστεί από τις ίδιες τις ρωσικές αρχές. Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος υπερθέρμανσης είναι ένα αναγνωρισμένο ως υπαρκτό πρόβλημα. Τον Σεπτέμβριο, για παράδειγμα, η κεντρική τράπεζα προειδοποίησε ότι η οικονομία μπορεί να έχει αναπτυχθεί πέραν του παραγωγικού της δυναμικού. Ιστορικά, μια ιδιαίτερα επικίνδυνη πτυχή της υπερθέρμανσης αποτελούν οι φούσκες περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες τείνουν να προκαλούν καταστροφές σε μια οικονομία όταν σκάσουν. Η Ρωσία έχει γίνει μάρτυρας μιας πρωτοφανούς ανόδου των τιμών των ακινήτων—γεγονός που, και πάλι, δεν έχει διαφύγει της προσοχής της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία έχει ζητήσει να τερματιστεί ένα γενναιόδωρο κρατικά επιδοτούμενο πρόγραμμα ενυπόθηκων δανείων, ώστε να μην δημιουργηθεί φούσκα.

Πέρα από τις συζητήσεις σχετικά με την υπερθέρμανση, αξίζει να σταματήσουμε για μια στιγμή για να αναλογιστούμε από πού ξεκινήσαμε και πού φτάσαμε. Αυτό που ξεκίνησε ως προβλέψεις για άμεση οικονομική κατάρρευση έχει εξελιχθεί σε συλλογισμούς ότι η ρωσική οικονομία αναπτύσσεται υπερβολικά γρήγορα! Ίσως η τελευταία ελπίδα του κοινού που υποστηρίζει ότι ‘η Ρωσία καταρρέει’ να είναι η ιδέα ότι η ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία θα υπερθερμανθεί και θα πέσει στον γκρεμό.

Μένει να δούμε πού θα πάει η ρωσική οικονομία από εδώ και πέρα, αλλά αν τα τελευταία (σχεδόν) δύο χρόνια είναι ενδεικτικά, θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και να προσαρμόζεται. Εν τω μεταξύ, οι εκπατρισμένοι τραπεζίτες έχουν ως επί το πλείστον περάσει στην ασημαντότητα και εγώ δεν βρέθηκα σε καμία μαύρη αγορά. Παρατηρώντας τους πολυσύχναστους δρόμους από ένα πολύβουο καφέ της Μόσχας, αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι πόσο πεζή είναι η σκηνή. Οι άνθρωποι περνούν μόνοι και σε ομάδες, συνομιλούν, κοιτάζουν τα τηλέφωνά τους, πίνουν καφέ και δεν ακούω καμία κουβέντα για την οικονομία ή το ρούβλι.

Οι δυτικοί ειδήμονες και οι αξιωματούχοι που απαρέγκλιτα ξεφουρνίζουν το τελευταίο αφήγημα περί οικονομικής κατάρρευσης θα συνεχίσουν να γαβγίζουν, αλλά το καραβάνι προχωράει.

Πηγή: RT.com

Μετάφραση – επιμέλεια: Κ. Μηλολιδάκης

[1] Ο Henry Johnston είναι στέλεχος του αγγλόφωνου Russia Today.  Έχει εργαστεί για πάνω από μια δεκαετία στον χρηματοπιστωτικό τομέα και είναι κάτοχος άδειας FINRA Series 7 και Series 24.

[2] Είναι η γνωστή ‘εξυπνάδα/λογοπαίγνιο’ του Μπάιντεν που αναπαράχθηκε ευρύτατα από τα καθεστωτικά δυτικά ΜΜΕ, καθώς ruble=ρούβλι, rubble=ερείπια.

[3] «Οι διεθνείς κυρώσεις και η εθελοντική αποχώρηση των επιχειρήσεων δεν είναι καθόλου αναποτελεσματικές ή απογοητευτικές, όπως πολλοί έχουν υποστηρίξει, αλλά αντίθετα έχουν ασκήσει καταστροφική επίδραση στη ρωσική οικονομία. Η επιδείνωση της οικονομίας λειτουργεί ως ισχυρό, αν και παραγνωρισμένο, συμπλήρωμα του επιδεινούμενου πολιτικού τοπίου που αντιμετωπίζει ο Πούτιν» παρατηρεί το άρθρο.

[4] Συγγραφέας της έκθεσης με τίτλο «Πέρα από τις επικεφαλίδες: Οι πραγματικές συνέπειες των Δυτικών κυρώσεων στη Ρωσία» είναι ο Ρώσος εμιγκρές Vladimir Milov, υποστηρικτής του μακαρίτη ακροδεξιού Αλ. Ναβάλνι, που διετέλεσε μάλιστα και αναπληρωτής υπουργός ενέργειας της Ρωσίας κατά το 2002.

[5] Και σ’ αυτό το άρθρο συγγραφέας είναι μια ακροδεξιά εμιγκρέ, η πρώην σύμβουλος της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας  Alexandra Prokopenko, νυν περιπλανώμενη ανά τα think tanks της Γερμανίας και της Δύσης γενικότερα. Στο άρθρο δίνει πλήθος συμβουλών προς τη Δύση ώστε οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας να καταστούν πιο αποτελεσματικές.

[6] Ο τίτλος του άρθρου είναι χαρακτηριστικός: «Να εγκαταλειφθεί η ελπίδα για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας; Μην το κάνετε», με υπότιτλο: «Δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε πότε οι δυτικές κυρώσεις θα πλήξουν τη ρωσική οικονομία, αλλά υπάρχουν ελπιδοφόρα σημάδια».

Το αδιέξοδο του Ισραήλ, τόσο της ηγεσίας του όσο και της αντιπολίτευσής του

ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΘΕΛΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ

Μεταφράζω εδώ ένα σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, άρθρο του Aluf Benn, αρχισυντάκτη της γνωστής Ισραηλινής αντιπολιτευόμενης εφημερίδας Haaretz. Μην περιμένετε εδώ το είδος των ριζοσπαστικών αναλύσεων και απόψεων καθιερωμένων Εβραίων επικριτών του Ισραήλ, όπως του παλαίμαχου Νόαμ Τσόμσκι ή του Νόρμαν Φινκελστάϊν, του Έιρον Ματέ, του Μαξ Μπλούμενταλ και τόσων άλλων Εβραίων αναλυτών καθώς και απλών ανθρώπων που αρνούνται και παλεύουν με θάρρος την γενοκτονία που συντελείται στο όνομα του Σιωνισμού. Ούτε να περιμένετε μια αντικειμενική και αμερόληπτη εξιστόρηση των επανειλημμένων αποτυχιών των επί πολλά έτη επιχειρουμένων ειρηνευτικών διαδικασιών (για μια τέτοιου είδους εξιστόρηση η καλύτερη πηγή είναι ο Νόρμαν Φινκελστάϊν). Αλλού βρίσκεται η αξία αυτού του άρθρου.

Ο Aluf Benn, όπως και η Haaretz, αντανακλούν τον προβληματισμό μιας μειοψηφούσας (πλέον) μερίδας της Ισραηλινής κοινωνίας που βλέπει το σαφές αδιέξοδο των πολιτικών εθνοκάθαρσης. Όχι μόνο ‘αδιέξοδο’ αλλά και δρόμο προς την καταστροφή του εγχειρήματος “Ισραήλ”. Το ερώτημα είναι τι αντιπαρατάσσει αυτή η μερίδα στις θηριωδίες των σφαγών, της γενοκτονίας και της εθνοκάθαρσης—λέξεις που κατηγορηματικά αρνείται να καταγράψει ο αντιπολιτευόμενος Aluf Benn, αν και με ευκολία χαρακτηρίζει τους Παλαιστίνιους αντιστασιακούς ως τρομοκράτες—ως δυνατότητα επίλυσης του Παλαιστινιακού.

Και επίσης, αν και ο Benn ασκεί κριτική στην υποβάθμιση του παλαιστινιακού από την Ισραηλινή αντιπολίτευση, εν τούτοις μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου του θα δείξει ότι και αυτός, όπως η φιλελεύθερη και κεντρώα αντιπολίτευση, εστιάζει στην ‘εσωτερική’ ρηγμάτωση της Ισραηλινής κοινωνίας που προκαλεί η προσπάθεια της συμμαχίας του ακραίου σιωνιστικού άξονα που κυβερνά τη χώρα να επιφέρει θεμελιακές αλλαγές στα πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του κράτους και των θεσμών της κοινωνίας.

Αν και τελικά και ο Aluf Benn θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ‘μία από τα ίδια’, παρά τις ενδεχομένως καλές του προθέσεις, το ιστορικό που παραθέτει είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τις εξελίξεις μέσα στην ίδια την Ισραηλινή κοινωνία και για την αδυναμία του Ισραήλ να μετεξελιχθεί από κράτος-απαρτχάιντ σε κράτος για όλους τους πληθυσμούς που ζουν υπό την σκέπη του.

Συστήνω θερμά το προσεκτικό διάβασμα του άρθρου του αρχισυντάκτη της Haaretz προκειμένου να αποκτήσουμε γνώση τόσο για τις εσωτερικές εξελίξεις προς την θεοκρατία και τον απολυταρχισμό του Εβραϊκού κράτους όσο και για την αδυναμία της ισραηλινής αντιπολίτευσης να αντισταθεί σε αυτόν τον ταχύτατα εξελισσόμενο εκφασισμό της ισραηλινής κοινωνίας. Ιδιαίτερα οι ανεπάρκειες και η έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου διεξόδου από την αντιπολίτευση, όχι μόνο την κεντρώα και τη φιλελεύθερη, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο ρητά, αλλά και από την κεντροαριστερή που εκφράζει η ίδια η Haaretz, αναδύονται ανάγλυφα μέσα από το προσεκτικό διάβασμα του άρθρου του αρχισυντάκτη της Haaretz.

Δημοσιευμένο στο θεωρούμενο ως το πλέον ‘έγκριτο’ περιοδικό της δυτικής διπλωματίας, το Foreign Affairs, η εμφάνισή του εκεί δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς ο κύριος όγκος των διπλωματικών σωμάτων των Δυτικών χωρών, των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων, εκφράζει την βαθύτατη ανησυχία του για την αξιοπιστία που θα έχει στο μέλλον η δουλειά τους μεταξύ των μη Δυτικών χωρών, μετά την άνευ όρων υποστήριξη της Δύσης στην συντελούμενη γενοκτονία.

Κ. Μηλολιδάκης

————————————————-

Η αυτοκαταστροφή του Ισραήλ – ο Νετανιάχου, οι Παλαιστίνιοι και το τίμημα της αμέλειας

Του Aluf Benn, αρχισυντάκτη της Haaretz

Foreign Affairs, Μάρτιος/Απρίλιος 2024[1]

Δημοσιεύθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2024

Μια φωτεινή μέρα του Απριλίου του 1956, ο Μοσέ Νταγιάν, ο μονόφθαλμος αρχηγός του επιτελείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF), πήγε νότια στο Ναχάλ Οζ, ένα πρόσφατα ιδρυμένο κιμπούτς κοντά στα σύνορα με τη Λωρίδα της Γάζας. Ο Dayan ήρθε για να παραστεί στην κηδεία του 21χρονου Roi Rotberg, ο οποίος είχε δολοφονηθεί το προηγούμενο πρωί από Παλαιστίνιους ενώ περιπολούσε στα χωράφια έφιππος. Οι δολοφόνοι έσυραν το πτώμα του Rotberg στην άλλη πλευρά των συνόρων, όπου βρέθηκε ακρωτηριασμένο, με τα μάτια του βγαλμένα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πανεθνικό σοκ και αγωνία.

Αν ο Νταγιάν μιλούσε στο σημερινό Ισραήλ, θα χρησιμοποιούσε τον επικήδειο λόγο του κυρίως για να κατακεραυνώσει τη φρικτή σκληρότητα των δολοφόνων του Ρότμπεργκ. Αλλά καθώς βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950, η ομιλία του ήταν αξιοσημείωτα συμπαθητική προς τους δράστες. «Ας μην ρίχνουμε την ευθύνη στους δολοφόνους», είπε ο Dayan. «Εδώ και οκτώ χρόνια κάθονται στους προσφυγικούς καταυλισμούς στη Γάζα και μπροστά στα μάτια τους εμείς μετατρέπουμε τα εδάφη και τα χωριά όπου κατοικούσαν αυτοί και οι πατεράδες τους σε δική μας περιουσία». Ο Dayan αναφερόταν στη nakba, που στα αραβικά σημαίνει “καταστροφή”, όταν η πλειοψηφία των Παλαιστινίων Αράβων οδηγήθηκε στην εξορία με τη νίκη του Ισραήλ στον πόλεμο ανεξαρτησίας του 1948. Πολλοί μετεγκαταστάθηκαν βίαια στη Γάζα, συμπεριλαμβανομένων των κατοίκων των κοινοτήτων που τελικά έγιναν εβραϊκές πόλεις και χωριά κατά μήκος των συνόρων.

Ο Dayan κάθε άλλο παρά ήταν υποστηρικτής της παλαιστινιακής υπόθεσης. Το 1950, μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, οργάνωσε την εκτόπιση της εναπομείνασας παλαιστινιακής κοινότητας της συνοριακής πόλης Al-Majdal, τη σημερινή ισραηλινή πόλη Ashkelon. Παρόλα αυτά, ο Dayan συνειδητοποίησε αυτό που πολλοί Εβραίοι Ισραηλινοί αρνούνται να αποδεχτούν: Οι Παλαιστίνιοι δεν θα ξεχνούσαν ποτέ τη nakba ούτε θα σταματούσαν να ονειρεύονται την επιστροφή στα σπίτια τους. «Ας μην πτοούμαστε όταν βλέπουμε την απέχθεια που φουντώνει και γεμίζει τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων Αράβων που ζουν γύρω μας», δήλωσε ο Dayan στον επικήδειό του. «Αυτή είναι η επιλογή της ζωής μας – να είμαστε προετοιμασμένοι και οπλισμένοι, δυνατοί και αποφασισμένοι, ώστε να μην μας πετάξουν το σπαθί από τη γροθιά μας και κοπούν οι ζωές μας».

Στις 7 Οκτωβρίου 2023, η διαχρονική προειδοποίηση του Νταγιάν υλοποιήθηκε με τον πιο αιματηρό τρόπο που ήταν δυνατόν. Ακολουθώντας ένα σχέδιο που καταστρώθηκε από τον Yahya Sinwar, έναν ηγέτη της Χαμάς γεννημένο σε μια οικογένεια που εκδιώχθηκε από την Al-Majdal, Παλαιστίνιοι μαχητές εισέβαλαν στο Ισραήλ σε σχεδόν 30 σημεία κατά μήκος των συνόρων της Γάζας. Πετυχαίνοντας τον απόλυτο αιφνιδιασμό, ξεπέρασαν τις ισχνές άμυνες του Ισραήλ και προχώρησαν σε επιθέσεις σε ένα μουσικό φεστιβάλ, σε μικρές πόλεις και σε περισσότερα από 20 κιμπούτζιμ. Σκότωσαν περίπου 1.200 πολίτες και στρατιώτες και απήγαγαν πολύ περισσότερους από 200 ομήρους. Βίασαν, λήστεψαν, έκαψαν και λεηλάτησαν. Οι απόγονοι των κατοίκων των προσφυγικών καταυλισμών του Dayan, τροφοδοτούμενοι από το ίδιο μίσος και απέχθεια που περιέγραψε ο ίδιος, αλλά τώρα καλύτερα οπλισμένοι, εκπαιδευμένοι και οργανωμένοι, είχαν επιστρέψει για εκδίκηση.

Η 7η Οκτωβρίου ήταν η χειρότερη καταστροφή στην ιστορία του Ισραήλ. Αποτελεί εθνικό και προσωπικό σημείο καμπής για όποιον ζει στη χώρα ή σχετίζεται με αυτήν. Έχοντας αποτύχει να σταματήσει την επίθεση της Χαμάς, οι IDF απάντησαν με συντριπτική δύναμη, σκοτώνοντας χιλιάδες Παλαιστίνιους και ισοπεδώνοντας ολόκληρες γειτονιές της Γάζας. Αλλά ακόμη και καθώς οι πιλότοι ρίχνουν βόμβες και οι κομάντος ξετρυπώνουν τις σήραγγες της Χαμάς, η ισραηλινή κυβέρνηση δεν έχει υπολογίσει την εχθρότητα που προκάλεσε την επίθεση—ή ποιες πολιτικές θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια άλλη. Η σιωπή της οφείλεται στην εντολή του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος αρνήθηκε να παρουσιάσει ένα μεταπολεμικό όραμα ή μια μεταπολεμική τάξη. Ο Νετανιάχου έχει υποσχεθεί να «καταστρέψει τη Χαμάς», αλλά πέρα από τη στρατιωτική βία, δεν έχει καμία στρατηγική για την εξάλειψη της ομάδας και κανένα σαφές σχέδιο για το τι θα την αντικαταστήσει ως de facto κυβέρνηση της μεταπολεμικής Γάζας[2].

Η αποτυχία του να χαράξει στρατηγική δεν είναι τυχαία. Ούτε είναι πράξη πολιτικής σκοπιμότητας που αποσκοπεί στη διατήρηση του δεξιού συνασπισμού του. Για να ζήσει ειρηνικά, το Ισραήλ θα πρέπει επιτέλους να έρθει σε συμφωνία με τους Παλαιστίνιους, και αυτό είναι κάτι στο οποίο ο Νετανιάχου έχει αντιταχθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Έχει αφιερώσει τη θητεία του ως πρωθυπουργός, τη μεγαλύτερη στην ισραηλινή ιστορία, στην υπονόμευση και τον παραγκωνισμό του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος. Έχει υποσχεθεί στο λαό του ότι μπορεί να ευημερήσει χωρίς ειρήνη. Έχει πουλήσει στη χώρα την ιδέα ότι μπορεί να συνεχίσει να κατέχει παλαιστινιακά εδάφη για πάντα με μικρό εσωτερικό ή διεθνές κόστος. Και ακόμη και τώρα, στον απόηχο της 7ης Οκτωβρίου, δεν έχει αλλάξει αυτό το μήνυμα. Το μόνο πράγμα που έχει πει ο Νετανιάχου ότι θα κάνει το Ισραήλ μετά τον πόλεμο είναι να διατηρήσει μια «περίμετρο ασφαλείας» γύρω από τη Γάζα -ένας ελάχιστα καλυμμένος ευφημισμός για μακροχρόνια κατοχή, συμπεριλαμβανομένου ενός κλοιού κατά μήκος των συνόρων που θα φάει ένα μεγάλο κομμάτι της πενιχρής παλαιστινιακής γης.

Όμως το Ισραήλ δεν μπορεί πλέον να παραμένει εθελοτυφλούν σε τέτοιο βαθμό. Οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου απέδειξαν ότι η υπόσχεση του Νετανιάχου ήταν κούφια. Παρά τη νεκρή ειρηνευτική διαδικασία και το φθίνον ενδιαφέρον άλλων χωρών, οι Παλαιστίνιοι κράτησαν ζωντανό τον αγώνα τους. Στα πλάνα που τράβηξαν οι κάμερες σώματος της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, οι εισβολείς ακούγονται να φωνάζουν: «Αυτή είναι η γη μας!» καθώς περνούν τα σύνορα για να επιτεθούν σε ένα κιμπούτς. Ο Sinwar διαμόρφωσε ανοιχτά την επιχείρηση ως πράξη αντίστασης και είχε προσωπικά κίνητρα, τουλάχιστον εν μέρει, από τη nakba. Ο ηγέτης της Χαμάς πέρασε 22 χρόνια σε ισραηλινές φυλακές και λέγεται ότι έλεγε συνεχώς στους συγκρατούμενούς του ότι το Ισραήλ έπρεπε να ηττηθεί για να μπορέσει η οικογένειά του να επιστρέψει στο χωριό της.

Το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου ανάγκασε τους Ισραηλινούς, για άλλη μια φορά, να συνειδητοποιήσουν ότι η σύγκρουση με τους Παλαιστίνιους είναι κεντρικό στοιχείο της εθνικής τους ταυτότητας και απειλή για την ευημερία τους. Αυτή δεν μπορεί να παραβλεφθεί ή να παρακαμφθεί, και η συνέχιση της κατοχής, η επέκταση των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη, η πολιορκία της Γάζας και η άρνηση οποιουδήποτε εδαφικού συμβιβασμού (ή ακόμη και της αναγνώρισης των παλαιστινιακών δικαιωμάτων) δεν θα φέρει στη χώρα διαρκή ασφάλεια. Ωστόσο, η ανάκαμψη από αυτόν τον πόλεμο και η αλλαγή πορείας είναι βέβαιο ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, και όχι μόνο επειδή ο Νετανιάχου δεν θέλει να επιλύσει την παλαιστινιακή σύγκρουση. Ο πόλεμος έπιασε το Ισραήλ ίσως στην πιο διχασμένη στιγμή της ιστορίας του. Στα χρόνια που προηγήθηκαν της επίθεσης, η χώρα ήταν κατακερματισμένη από την προσπάθεια του Νετανιάχου να υπονομεύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της και να τη μετατρέψει σε μια θεοκρατική, εθνικιστική απολυταρχία. Τα νομοσχέδια και οι μεταρρυθμίσεις του προκάλεσαν εκτεταμένες διαμαρτυρίες και διχόνοια που απειλούσαν να διαλύσουν τη χώρα πριν από τον πόλεμο και θα τη στοιχειώνουν και μετά το τέλος της σύγκρουσης. Στην πραγματικότητα, η μάχη για την πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου θα γίνει ακόμη πιο έντονη από ό,τι ήταν πριν από την 7η Οκτωβρίου, καθιστώντας δύσκολη για την χώρα την αναζήτηση της ειρήνης.

Αλλά ό,τι και να συμβεί στον πρωθυπουργό, δεν είναι πιθανό να γίνει μία σοβαρή συζήτηση στο Ισραήλ σχετικά με τη διευθέτηση των σχέσεων με τους Παλαιστίνιους. Η ισραηλινή κοινή γνώμη στο σύνολό της έχει μετατοπιστεί προς τα δεξιά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ασχολούνται όλο και περισσότερο με μια κρίσιμη προεδρική εκλογική αναμέτρηση. Δεν θα υπάρχει πολλή ενέργεια ή κίνητρο για την αναζωπύρωση μιας ουσιαστικής ειρηνευτικής διαδικασίας στο εγγύς μέλλον.

Η 7η Οκτωβρίου εξακολουθεί να αποτελεί σημείο καμπής, αλλά εναπόκειται στους Ισραηλινούς να αποφασίσουν τι είδους σημείο καμπής θα είναι. Αν επιτέλους λάβουν υπόψη τους την προειδοποίηση του Dayan, η χώρα θα μπορούσε να ενωθεί και να χαράξει μια πορεία προς την ειρήνη και την αξιοπρεπή συνύπαρξη με τους Παλαιστίνιους. Αλλά οι ενδείξεις μέχρι στιγμής δείχνουν ότι οι Ισραηλινοί θα συνεχίσουν, αντίθετα, να πολεμούν μεταξύ τους και να διατηρούν την κατοχή επ’ αόριστον. Αυτό θα μπορούσε να καταστήσει την 7η Οκτωβρίου την αρχή μιας σκοτεινής εποχής στην ιστορία του Ισραήλ—μιας εποχής που θα χαρακτηρίζεται από περισσότερη και αυξανόμενη βία. Η επίθεση τότε δεν θα ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά ένα προμήνυμα για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.

 

———————-

ΟΙ ΑΘΕΤΗΜΕΝΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ

Στη δεκαετία του 1990, ο Νετανιάχου ήταν ένα ανερχόμενο αστέρι στη δεξιά σκηνή του Ισραήλ. Αφού έγινε γνωστός ως πρεσβευτής του Ισραήλ στον ΟΗΕ από το 1984 έως το 1988, έγινε ευρέως γνωστός ως επικεφαλής της αντιπολίτευσης στις συμφωνίες του Όσλο, το σχέδιο του 1993 για τη συμφιλίωση Ισραηλινών και Παλαιστινίων που υπογράφηκε από την ισραηλινή κυβέρνηση και την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Μετά τη δολοφονία του πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995 από έναν ακροδεξιό ισραηλινό ζηλωτή και ένα κύμα παλαιστινιακών τρομοκρατικών επιθέσεων σε ισραηλινές πόλεις, ο Νετανιάχου κατάφερε να νικήσει τον Σιμόν Πέρες, βασικό αρχιτέκτονα της ειρηνευτικής συμφωνίας του Όσλο, με οριακή διαφορά στην κούρσα για την πρωθυπουργία το 1996. Μόλις ανέλαβε την εξουσία, υποσχέθηκε να επιβραδύνει την ειρηνευτική διαδικασία και να μεταρρυθμίσει την ισραηλινή κοινωνία «αντικαθιστώντας τις ελίτ», τις οποίες θεωρούσε ‘μαλακές’ και επιρρεπείς στην αντιγραφή των δυτικών φιλελεύθερων προτύπων, με ένα σώμα από θρησκευτικά και κοινωνικά συντηρητικούς.

Οι ριζοσπαστικές φιλοδοξίες του Νετανιάχου, ωστόσο, συνάντησαν τη συνδυασμένη αντίθεση των παλαιών ελίτ και της κυβέρνησης Κλίντον. Στην ισραηλινή κοινωνία, που τότε εξακολουθούσε να υποστηρίζει γενικά μια ειρηνευτική συμφωνία, επίσης γρήγορα ξίνισε η ακραία ατζέντα του πρωθυπουργού. Τρία χρόνια αργότερα, ανατράπηκε από τον φιλελεύθερο Εχούντ Μπαράκ, ο οποίος δεσμεύτηκε να συνεχίσει τη διαδικασία του Όσλο και να λύσει το παλαιστινιακό ζήτημα στο σύνολό του.

Αλλά ο Μπαράκ απέτυχε, όπως και οι διάδοχοί του. Όταν το Ισραήλ ολοκλήρωσε τη μονομερή αποχώρησή του από το νότιο Λίβανο την άνοιξη του 2000, δέχθηκε διασυνοριακές επιθέσεις και απειλήθηκε από μια μαζική οικοδόμηση της Χεζμπολάχ. Στη συνέχεια, η ειρηνευτική διαδικασία κατέρρευσε καθώς οι Παλαιστίνιοι ξεκίνησαν τη δεύτερη ιντιφάντα εκείνο το φθινόπωρο. Πέντε χρόνια αργότερα, η απόσυρση του Ισραήλ από τη Λωρίδα της Γάζας άνοιξε το δρόμο στη Χαμάς για να αναλάβει την εξουσία εκεί. Το ισραηλινό κοινό, που κάποτε υποστήριζε την ειρήνευση, έχασε την όρεξή του να αντιμετωπίσει τους κινδύνους ασφαλείας που την συνόδευαν. «Τους προσφέραμε το φεγγάρι και τα αστέρια και πήραμε ως αντάλλαγμα βομβιστές αυτοκτονίας και ρουκέτες», ήταν ένα κοινό ρεφρέν. (Το αντεπιχείρημα—ότι το Ισραήλ είχε προσφέρει πολύ λίγα και δεν θα συμφωνούσε ποτέ σε ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος—βρήκε μικρή απήχηση). Το 2009, ο Νετανιάχου επέστρεψε στην εξουσία, νιώθοντας δικαιωμένος. Εξάλλου, οι προειδοποιήσεις του κατά των εδαφικών παραχωρήσεων στους γείτονες του Ισραήλ είχαν επαληθευτεί.

Επιστρέφοντας στην εξουσία, ο Νετανιάχου προσέφερε στους Ισραηλινούς μια βολική εναλλακτική λύση στην απαξιωμένη πλέον φόρμουλα ‘γη έναντι ειρήνης’. Το Ισραήλ, υποστήριξε, θα μπορούσε να ευημερήσει ως χώρα δυτικού τύπου—και να προσεγγίσει ακόμη και τον αραβικό κόσμο στο σύνολό του—ενώ παράλληλα θα απωθούσε στο περιθώριο τους Παλαιστίνιους. Το κλειδί ήταν το ‘διαίρει και βασίλευε’. Στη Δυτική Όχθη, ο Νετανιάχου διατήρησε τη συνεργασία για την ασφάλεια με την Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία έγινε ντε φάκτο υπεργολάβος του Ισραήλ για την αστυνόμευση και τις κοινωνικές υπηρεσίες, και ενθάρρυνε το Κατάρ να χρηματοδοτήσει την κυβέρνηση της Χαμάς στη Γάζα. «Όποιος αντιτίθεται σε ένα παλαιστινιακό κράτος πρέπει να υποστηρίξει την παράδοση κονδυλίων στη Γάζα, επειδή η διατήρηση του διαχωρισμού μεταξύ της ΠΑ στη Δυτική Όχθη και της Χαμάς στη Γάζα θα αποτρέψει την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους», δήλωσε ο Νετανιάχου στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του το 2019. Πρόκειται για μια δήλωση που έχει επιστρέψει για να τον στοιχειώσει.

Ισραηλινοί στρατιώτες κοντά στο Sderot, Ισραήλ, Οκτώβριος 2023. Amir Cohen / Reuters

Ο Νετανιάχου πίστευε ότι μπορούσε να κρατήσει τις δυνατότητες της Χαμάς υπό έλεγχο μέσω ενός ναυτικού και οικονομικού αποκλεισμού, των πρόσφατα αναπτυγμένων συστημάτων πυραυλικής και συνοριακής άμυνας και των περιοδικών στρατιωτικών επιδρομών κατά των μαχητών και των υποδομών της ομάδας. Αυτή η τελευταία τακτική, που ονομάστηκε «κούρεμα του γκαζόν», έγινε αναπόσπαστο μέρος του ισραηλινού δόγματος ασφαλείας, μαζί με τη «διαχείριση της σύγκρουσης» και τη διατήρηση του status quo. Η επικρατούσα τάξη, πίστευε ο Νετανιάχου, ήταν ανθεκτική. Κατά την άποψή του, ήταν επίσης βέλτιστη: η διατήρηση μιας πολύ χαμηλού επιπέδου σύγκρουσης ήταν λιγότερο πολιτικά επικίνδυνη από μια ειρηνευτική συμφωνία και λιγότερο δαπανηρή από έναν μεγάλο πόλεμο.

Για πάνω από μια δεκαετία, η στρατηγική του Νετανιάχου φάνηκε να λειτουργεί. Η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική βυθίστηκαν στις επαναστάσεις και τους εμφυλίους πολέμους της Αραβικής Άνοιξης, καθιστώντας την παλαιστινιακή υπόθεση πολύ λιγότερο σημαντική. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις έπεσαν σε νέα χαμηλά επίπεδα και οι περιοδικές πυραυλικές επιθέσεις από τη Γάζα συνήθως αναχαιτίζονταν. Με εξαίρεση έναν σύντομο πόλεμο κατά της Χαμάς το 2014, οι Ισραηλινοί σπάνια χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με Παλαιστίνιους μαχητές. Για τους περισσότερους ανθρώπους, τις περισσότερες φορές, η σύγκρουση ήταν εκτός οπτικού πεδίου και εκτός μυαλού.

Αντί να ανησυχούν για τους Παλαιστίνιους, οι Ισραηλινοί άρχισαν να επικεντρώνονται στο να ζήσουν το δυτικό όνειρο της ευημερίας και της ηρεμίας. Μεταξύ Ιανουαρίου 2010 και Δεκεμβρίου 2022, οι τιμές των ακινήτων υπερδιπλασιάστηκαν στο Ισραήλ, καθώς ο ορίζοντας του Τελ Αβίβ γέμισε με πολυώροφα διαμερίσματα και συγκροτήματα γραφείων. Οι μικρότερες πόλεις επεκτάθηκαν για να φιλοξενήσουν την έκρηξη. Το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά περισσότερο από 60 τοις εκατό, καθώς οι επιχειρηματίες της τεχνολογίας ξεκίνησαν επιτυχημένες επιχειρήσεις και οι εταιρείες ενέργειας βρήκαν υπεράκτια κοιτάσματα φυσικού αερίου στα ισραηλινά ύδατα. Οι συμφωνίες ανοικτής πρόσβασης με άλλες κυβερνήσεις μετέτρεψαν τα ταξίδια στο εξωτερικό, μια σημαντική πτυχή του ισραηλινού τρόπου ζωής, σε φθηνή δραστηριότητα. Το μέλλον φαινόταν λαμπρό. Η χώρα, όπως φαινόταν, είχε ξεπεράσει τους Παλαιστίνιους, και μάλιστα χωρίς να θυσιάσει τίποτα—έδαφος, πόρους, κεφάλαια—προς την κατεύθυνση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Οι Ισραηλινοί μπορούσαν να έχουν και την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο.

Σε διεθνές επίπεδο, η χώρα ευημερούσε επίσης. Ο Νετανιάχου άντεξε στις πιέσεις του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα να αναβιώσει τη λύση των δύο κρατών και να παγώσει τους ισραηλινούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη, εν μέρει σφυρηλατώντας μια συμμαχία με τους Ρεπουμπλικάνους. Αν και ο Νετανιάχου απέτυχε να εμποδίσει τον Ομπάμα να συνάψει πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, η Ουάσινγκτον αποσύρθηκε από το σύμφωνο μετά την επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία. Ο Τραμπ μετέφερε επίσης την αμερικανική πρεσβεία στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ και η κυβέρνησή του αναγνώρισε την προσάρτηση των Υψιπέδων του Γκολάν, που ανήκουν στη Συρία, από το Ισραήλ. Υπό τον Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν το Ισραήλ να συνάψει τις Συμφωνίες του Αβραάμ, ομαλοποιώντας τις σχέσεις του με το Μπαχρέιν, το Μαρόκο, το Σουδάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα -μια προοπτική που κάποτε φαινόταν αδύνατη χωρίς μια ειρηνευτική συμφωνία Ισραήλ-Παλαιστίνης. Φορτία αεροπλάνων με Ισραηλινούς αξιωματούχους, στρατιωτικούς αρχηγούς και τουρίστες άρχισαν να συχνάζουν στα κομψά ξενοδοχεία των σεϊχικών βασιλείων του Κόλπου και στα σουκ του Μαρακές[3].

Καθώς παραμέρισε το παλαιστινιακό ζήτημα, ο Νετανιάχου εργάστηκε επίσης για την αναδιαμόρφωση της εσωτερικής κοινωνίας του Ισραήλ. Αφού κέρδισε μια επανεκλογή έκπληξη το 2015, ο Νετανιάχου συγκρότησε έναν δεξιό συνασπισμό για να αναβιώσει το παλιό του όνειρο να πυροδοτήσει μια συντηρητική επανάσταση. Για άλλη μια φορά, ο πρωθυπουργός άρχισε να καταφέρεται εναντίον των ‘ελίτ’ και ξεκίνησε έναν πολιτισμικό πόλεμο εναντίον του πρώην κατεστημένου, το οποίο θεωρούσε εχθρικό προς τον ίδιο και πολύ φιλελεύθερο για τους υποστηρικτές του. Το 2018, κέρδισε την ψήφιση ενός σημαντικού, αμφιλεγόμενου νόμου που όριζε το Ισραήλ ως «το έθνος-κράτος του εβραϊκού λαού» και διακήρυττε ότι οι Εβραίοι είχαν το «μοναδικό» δικαίωμα να «ασκούν αυτοδιάθεση» στο έδαφός του. Ο νόμος αυτός έδινε προτεραιότητα στην εβραϊκή πλειοψηφία της χώρας και υποβίβαζε τον μη εβραϊκό λαό της[4].

Την ίδια χρονιά, ο συνασπισμός του Νετανιάχου κατέρρευσε. Στη συνέχεια, το Ισραήλ βυθίστηκε σε μια μακρά πολιτική κρίση, με τη χώρα να σέρνεται σε πέντε εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ 2019 και 2022—καθεμία από αυτές ένα δημοψήφισμα για την εξουσία του Νετανιάχου. Η ένταση της πολιτικής μάχης αυξήθηκε από μια υπόθεση διαφθοράς εναντίον του πρωθυπουργού, που οδήγησε στην ποινική παραπομπή του το 2020 και σε μια συνεχιζόμενη δίκη. Το Ισραήλ διχάστηκε μεταξύ των ‘Μπιμπιστών’ και των ‘Απλά όχι Μπιμπιστών’. («Μπίμπι» είναι το παρατσούκλι του Νετανιάχου.) Στις τέταρτες εκλογές, το 2021, οι αντίπαλοι του Νετανιάχου κατάφεραν τελικά να τον αντικαταστήσουν με μια ‘κυβέρνηση αλλαγής’ με επικεφαλής τον δεξιό Ναφτάλι Μπένετ και τον κεντρώο Γιαΐρ Λαπίντ. Για πρώτη φορά, ο [κυβερνητικός] συνασπισμός περιελάμβανε ένα αραβικό κόμμα.

Ακόμα κι έτσι, η αντιπολίτευση κατά του Νετανιάχου δεν αμφισβήτησε ποτέ τη βασική προϋπόθεση της διακυβέρνησής του: ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να ευημερήσει χωρίς να αντιμετωπίσει το παλαιστινιακό ζήτημα. Η συζήτηση για την ειρήνη και τον πόλεμο, παραδοσιακά ένα κρίσιμο πολιτικό θέμα για το Ισραήλ, έγινε είδηση των τελευταίων σελίδων. Ο Μπένετ, ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του ως βοηθός του Νετανιάχου, παρομοίασε την παλαιστινιακή σύγκρουση με “θραύσματα στον πισινό” με τα οποία η χώρα θα μπορούσε να ζήσει. Αυτός και ο Λαπίντ επεδίωκαν να διατηρήσουν το status quo απέναντι στους Παλαιστίνιους και να επικεντρωθούν απλώς στο να μην εκλεγεί ο Νετανιάχου.

Αυτή η διαπραγμάτευση, φυσικά, αποδείχθηκε αδύνατη. Η ‘κυβέρνηση της αλλαγής’ κατέρρευσε το 2022, αφού απέτυχε να παρατείνει σκοτεινές νομικές διατάξεις που επέτρεπαν στους εποίκους της Δυτικής Όχθης να απολαμβάνουν πολιτικά δικαιώματα τα οποία ταυτόχρονα αρνούνταν στους μη Ισραηλινούς γείτονές τους. Για ορισμένα από τα αραβικά μέλη του συνασπισμού, η υπογραφή σε αυτές τις διατάξεις απαρτχάιντ ήταν ένας υπερβολικός [μη αποδεκτός] συμβιβασμός.

Για τον Νετανιάχου, που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δίκη, η κατάρρευση της κυβέρνησης ήταν ακριβώς αυτό που ήλπιζε. Καθώς η χώρα διοργάνωνε ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση, ενίσχυσε τη βάση του από δεξιούς, υπερορθόδοξους Εβραίους και κοινωνικά συντηρητικούς Εβραίους. Για να ξανακερδίσει την εξουσία, απευθύνθηκε ιδιαίτερα στους εποίκους της Δυτικής Όχθης, μια δημογραφική ομάδα που εξακολουθούσε να θεωρεί την ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση ως τον λόγο ύπαρξής της. Αυτοί οι θρησκευόμενοι σιωνιστές παρέμειναν προσηλωμένοι στο όνειρό τους να εβραιοποιήσουν τα κατεχόμενα εδάφη και να τα καταστήσουν επίσημο τμήμα του Ισραήλ. Ήλπιζαν ότι αν τους δινόταν η ευκαιρία, θα μπορούσαν να εκδιώξουν τον παλαιστινιακό πληθυσμό αυτών των εδαφών. Είχαν αποτύχει να αποτρέψουν την εκκένωση των εβραίων εποίκων από τη Γάζα το 2005, όταν ο Αριέλ Σαρόν ήταν πρωθυπουργός, αλλά στα χρόνια που ακολούθησαν, έχουν σταδιακά καταλάβει θέσεις-κλειδιά στον ισραηλινό στρατό, τη δημόσια διοίκηση και τα μέσα ενημέρωσης, καθώς τα μέλη του κοσμικού κατεστημένου είχαν στρέψει την προσοχή τους στην απόκτηση χρημάτων στον ιδιωτικό τομέα.

Οι εξτρεμιστές είχαν δύο βασικές απαιτήσεις από τον Νετανιάχου. Το πρώτο, και πιο προφανές, ήταν η περαιτέρω επέκταση των εβραϊκών οικισμών. Το δεύτερο ήταν να καθιερωθεί μια ισχυρότερη εβραϊκή παρουσία στο Όρος του Ναού, τον ιστορικό χώρο τόσο του εβραϊκού Ναού όσο και του μουσουλμανικού τζαμιού Αλ Άκσα στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ[5]. Από τότε που το Ισραήλ πήρε τον έλεγχο της γύρω περιοχής στον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, έχει δώσει στους Παλαιστίνιους οιονεί αυτονομία στον χώρο, από φόβο ότι η απομάκρυνσή του από την αραβική διακυβέρνηση θα υποκινούσε μια κατακλυσμιαία θρησκευτική σύγκρουση. Αλλά η ισραηλινή ακροδεξιά επιδιώκει εδώ και καιρό να το αλλάξει αυτό. Όταν ο Νετανιάχου εξελέγη για πρώτη φορά το 1996, έδωσε πρόσβαση σε ένα τείχος μέσω μιας υπόγειας σήραγγας σε έναν αρχαιολογικό χώρο δίπλα στο Αλ Άκσα για να εκθέσει λείψανα από την εποχή του Δεύτερου Ναού, προκαλώντας μια βίαιη έκρηξη αραβικών διαδηλώσεων στην Ιερουσαλήμ[6]. Η δεύτερη παλαιστινιακή Ιντιφάντα το 2000 προκλήθηκε ομοίως από μια επίσκεψη στο Όρος του Ναού από τον Σαρόν, τότε ηγέτη της αντιπολίτευσης ως επικεφαλής του κόμματος του Νετανιάχου, του Λικούντ.

Τον Μάιο του 2021, η βία ξέσπασε και πάλι. Αυτή τη φορά, ο κύριος προβοκάτορας ήταν ο Itamar Ben-Gvir, ένας ακροδεξιός πολιτικός που έχει εξυμνήσει δημοσίως τους Εβραίους τρομοκράτες. Ο Ben-Gvir είχε ανοίξει ένα “κοινοβουλευτικό γραφείο” σε μια παλαιστινιακή γειτονιά στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου οι Εβραίοι έποικοι, χρησιμοποιώντας παλιούς τίτλους ιδιοκτησίας, έχουν εκδιώξει ορισμένους κατοίκους, και οι Παλαιστίνιοι πραγματοποίησαν μαζικές διαμαρτυρίες σε απάντηση. Αφού εκατοντάδες διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στο Αλ Άκσα, η ισραηλινή αστυνομία πραγματοποίησε έφοδο στο συγκρότημα του τεμένους. Ως αποτέλεσμα, ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ Αράβων και Εβραίων που γρήγορα εξαπλώθηκαν σε εθνοτικά μικτές πόλεις σε όλο το Ισραήλ. Η Χαμάς χρησιμοποίησε την επιδρομή ως δικαιολογία για να στοχεύσει την Ιερουσαλήμ με ρουκέτες, γεγονός που έφερε ακόμη περισσότερη βία στο Ισραήλ και έναν ακόμη γύρο ισραηλινών αντιποίνων στη Γάζα.

Παρόλα αυτά, οι μάχες εκτονώθηκαν όταν το Ισραήλ και η Χαμάς κατέληξαν σε νέα κατάπαυση του πυρός σε συγκλονιστικά σύντομο χρονικό διάστημα. Το Κατάρ συνέχισε τις πληρωμές του και το Ισραήλ έδωσε άδειες εργασίας σε ορισμένους κατοίκους της Γάζας για να βελτιώσει την οικονομία της λωρίδας και να μειώσει την επιθυμία του πληθυσμού για συγκρούσεις. Η Χαμάς στάθηκε αδρανής όταν το Ισραήλ χτύπησε μια συμμαχική πολιτοφυλακή, την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ, την άνοιξη του 2023. Η σχετική ησυχία κατά μήκος των συνόρων επέτρεψε στις IDF να αναδιατάξουν τις δυνάμεις τους και να μετακινήσουν τα περισσότερα τάγματα μάχης στη Δυτική Όχθη, όπου θα μπορούσαν να προστατεύσουν τους εποίκους από τρομοκρατικές επιθέσεις[7]. Στις 7 Οκτωβρίου, έγινε σαφές ότι αυτές οι αναδιατάξεις ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε o Sinwar.

 

———————–

ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΤΟΥ ΜΠΙ-ΜΠΙ

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2022 στο Ισραήλ, ο Νετανιάχου κέρδισε ξανά την εξουσία. Ο συνασπισμός του κατέλαβε 64 από τις 120 έδρες του ισραηλινού κοινοβουλίου, μια σαρωτική νίκη για τα πρόσφατα δεδομένα. Τα βασικά στελέχη της νέας κυβέρνησης ήταν ο Bezalel Smotrich, ο ηγέτης ενός εθνικιστικού θρησκευτικού κόμματος που εκπροσωπεί τους εποίκους της Δυτικής Όχθης, και ο Ben-Gvir. Σε συνεργασία με τα υπερορθόδοξα κόμματα, ο Νετανιάχου, ο Smotrich και ο Ben-Gvir επινόησαν ένα σχέδιο για ένα αυταρχικό και θεοκρατικό Ισραήλ. Οι κατευθυντήριες γραμμές του νέου υπουργικού συμβουλίου, για παράδειγμα, διακήρυτταν ότι «ο εβραϊκός λαός έχει αποκλειστικό, αναφαίρετο δικαίωμα σε ολόκληρη τη Γη του Ισραήλ» -απορρίπτοντας ευθέως κάθε παλαιστινιακή κατοχή εδαφών, ακόμη και στη Γάζα. Ο Smotrich έγινε υπουργός Οικονομικών και τέθηκε επικεφαλής της Δυτικής Όχθης, όπου ξεκίνησε ένα τεράστιο πρόγραμμα επέκτασης των εβραϊκών οικισμών. Ο Ben-Gvir ορίστηκε υπουργός εθνικής ασφάλειας, έχοντας τον έλεγχο της αστυνομίας και των φυλακών. Χρησιμοποίησε την εξουσία του για να ενθαρρύνει περισσότερους Εβραίους να επισκεφθούν το Όρος του Ναού (Αλ Άκσα). Μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου του 2023, περίπου 50.000 Εβραίοι το επισκέφθηκαν -περισσότεροι από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη αντίστοιχη περίοδο που έχει καταγραφεί. (Το 2022, υπήρχαν 35.000 Εβραίοι επισκέπτες στο Όρος).

Η ακραία νέα κυβέρνηση Νετανιάχου προκάλεσε την οργή των ισραηλινών φιλελευθέρων και κεντρώων. Αλλά παρόλο που ο εξευτελισμός των Παλαιστινίων ήταν κεντρικό θέμα στην ατζέντα τους, οι επικριτές αυτοί συνέχισαν να αγνοούν την τύχη των κατεχομένων εδαφών και του Αλ Άκσα όταν κατήγγειλαν το υπουργικό συμβούλιο. Αντ’ αυτού, επικεντρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις δικαστικές μεταρρυθμίσεις του Νετανιάχου. Οι προτεινόμενοι νόμοι που ανακοινώθηκαν τον Ιανουάριο του 2023, θα περιόριζαν την ανεξαρτησία του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ισραήλ—του θεματοφύλακα των πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια χώρα που δεν έχει επίσημο σύνταγμα—και θα διέλυαν το σύστημα νομικών συμβουλών που παρέχει ελέγχους και ισορροπίες στην εκτελεστική εξουσία. Αν είχαν τεθεί σε ισχύ, τα νομοσχέδια θα διευκόλυναν πολύ περισσότερο τον Νετανιάχου και τους συνεργάτες του να οικοδομήσουν μια απολυταρχία και ίσως τον γλίτωναν ακόμη και από τη δίκη του για διαφθορά.[8]

Τα νομοσχέδια για τη δικαστική μεταρρύθμιση ήταν, χωρίς αμφιβολία, εξαιρετικά επικίνδυνα. Δικαίως προκάλεσαν ένα τεράστιο κύμα διαμαρτυριών, με εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινούς να διαδηλώνουν κάθε εβδομάδα. Αλλά αντιμετωπίζοντας αυτό το πραξικόπημα, οι αντίπαλοι του Νετανιάχου ενήργησαν και πάλι σαν η κατοχή να ήταν ένα άσχετο θέμα. Παρόλο που οι νόμοι συντάχθηκαν εν μέρει για να αποδυναμώσουν την όποια νομική προστασία θα έδινε το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ στους Παλαιστίνιους, οι διαδηλωτές απέφευγαν να αναφέρουν την κατοχή ή τη νεκρή ειρηνευτική διαδικασία από φόβο μήπως συκοφαντηθούν ως αντιπατριώτες. Στην πραγματικότητα, οι διοργανωτές εργάστηκαν για να παραγκωνίσουν όσους από τους διαδηλωτές διαδήλωναν κατά της κατοχής από το Ισραήλ προκειμένου να αποφύγουν την εμφάνιση εικόνων με παλαιστινιακές σημαίες στις διαδηλώσεις. Η τακτική αυτή πέτυχε, εξασφαλίζοντας ότι το κίνημα διαμαρτυρίας δεν θα ‘μολυνθεί’ από την παλαιστινιακή υπόθεση: Οι Ισραηλινοί Άραβες, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού της χώρας, απέφυγαν σε μεγάλο βαθμό να συμμετάσχουν στις διαδηλώσεις. Αυτό όμως δυσκόλεψε την επιτυχία του κινήματος. Δεδομένων των δημογραφικών δεδομένων του Ισραήλ, οι κεντροαριστεροί Εβραίοι πρέπει να συνεργαστούν με τους Άραβες της χώρας, αν θέλουν ποτέ να σχηματίσουν κυβέρνηση. Απονομιμοποιώντας τις ανησυχίες των Ισραηλινών Αράβων, οι διαδηλωτές έδωσαν τροφή ακριβώς στη στρατηγική του Νετανιάχου.

Ο Ben-Gvir καθώς καλεί το Ισραήλ να ανοικοδομήσει τους οικισμούς στη Λωρίδα της Γάζας,
Ιερουσαλήμ, Ιανουάριος 2024. Ronen Zvulun / Reuters

Με τους Άραβες εκτός, η μάχη για τις δικαστικές μεταρρυθμίσεις συνεχίστηκε ως ενδοεβραϊκή υπόθεση. Οι διαδηλωτές υιοθέτησαν τη γαλανόλευκη σημαία με το αστέρι του Δαβίδ και πολλοί από τους ηγέτες και ομιλητές τους ήταν συνταξιούχοι ανώτεροι στρατιωτικοί. Οι διαδηλωτές επιδείκνυαν τα στρατιωτικά τους διαπιστευτήρια, αντιστρέφοντας την πτώση του κύρους που σκίαζε τις IDF από την εισβολή στον Λίβανο το 1982. Οι έφεδροι πιλότοι, οι οποίοι είναι ζωτικής σημασίας για την ετοιμότητα και τη μαχητική ισχύ της πολεμικής αεροπορίας, απείλησαν να αποσυρθούν από την υπηρεσία τους εάν ψηφιστούν οι νόμοι. Σε μια επίδειξη θεσμικής αντίθεσης, οι ηγέτες των IDF απέκρουσαν τον Νετανιάχου όταν αυτός απαίτησε την πειθάρχηση των εφέδρων.

Το γεγονός ότι οι IDF θα έρχονταν σε ρήξη με τον πρωθυπουργό δεν αποτέλεσε έκπληξη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς καριέρας του, ο Νετανιάχου συγκρούστηκε συχνά με τον στρατό και οι ισχυρότεροι αντίπαλοί του ήταν απόστρατοι στρατηγοί που έγιναν πολιτικοί, όπως ο Σαρόν, ο Ράμπιν και ο Μπαράκ – για να μην αναφέρουμε τον Μπένι Γκαντζ, τον οποίο ο Νετανιάχου έκανε μέλος του έκτακτου πολεμικού υπουργικού συμβουλίου του, αλλά μπορεί τελικά να τον αμφισβητήσει και να τον διαδεχθεί στην πρωθυπουργία. Ο Νετανιάχου έχει από καιρό απορρίψει το όραμα των στρατηγών για ένα Ισραήλ που να είναι ισχυρό στρατιωτικά αλλά ευέλικτο διπλωματικά. Έχει επίσης χλευάσει τις προσωπικότητές τους, τις οποίες θεωρεί άτολμες, χωρίς φαντασία και ακόμη και υπονομευτικές. Επομένως, δεν ήταν σοκαριστικό όταν απέλυσε τον ίδιο του τον υπουργό Άμυνας, τον στρατηγό εν αποστρατεία Yoav Gallant, αφού ο Gallant εμφανίστηκε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση τον Μάρτιο του 2023 για να προειδοποιήσει ότι τα ρήγματα που υπάρχουν στο Ισραήλ έχουν καταστήσει τη χώρα ευάλωτη και ότι επίκειται πόλεμος.

Η απόλυση του Gallant οδήγησε σε περισσότερες αυθόρμητες διαμαρτυρίες στους δρόμους και ο Νετανιάχου τον επανέφερε στη θέση του. (Παραμένουν πικροί αντίπαλοι, ακόμη και όταν διευθύνουν μαζί τον πόλεμο.) Αλλά ο Νετανιάχου αγνόησε την προειδοποίηση του Gallant. Αγνόησε επίσης μια πιο λεπτομερή προειδοποίηση που δόθηκε τον Ιούλιο από τον επικεφαλής αναλυτή των στρατιωτικών πληροφοριών του Ισραήλ ότι οι εχθροί θα μπορούσαν να χτυπήσουν τη χώρα. Ο Νετανιάχου προφανώς πίστευε ότι αυτές οι προειδοποιήσεις είχαν πολιτικά κίνητρα και αντανακλούσαν μια σιωπηρή συμμαχία μεταξύ των εν ενεργεία στρατιωτικών αρχηγών στο αρχηγείο των IDF στο Τελ Αβίβ και των πρώην διοικητών που διαμαρτύρονταν στους δρόμους.

Για να είμαστε ακριβείς, οι προειδοποιήσεις που έλαβε ο Νετανιάχου επικεντρώθηκαν κυρίως στο δίκτυο συμμάχων του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή και όχι στη Χαμάς. Παρόλο που το σχέδιο επίθεσης της Χαμάς ήταν γνωστό στις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες, και παρόλο που η ομάδα έκανε ελιγμούς μπροστά από τα παρατηρητήρια των IDF, οι ανώτεροι στρατιωτικοί αξιωματούχοι και οι αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών δεν κατάφεραν να διανοηθούν ότι ο αντίπαλός τους στη Γάζα θα μπορούσε πραγματικά να το πραγματοποιήσει, και έθαψαν τις αντίθετες εισηγήσεις. Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου ήταν, εν μέρει, μια αποτυχία της γραφειοκρατίας του Ισραήλ.

Παρόλα αυτά, είναι αδικαιολόγητο το γεγονός ότι ο Νετανιάχου δεν συγκάλεσε καμία σοβαρή συζήτηση σχετικά με τις πληροφορίες που έλαβε, όπως αδικαιολόγητη είναι και η άρνησή του να συμβιβαστεί σοβαρά με την πολιτική αντιπολίτευση και να θεραπεύσει το ρήγμα που υπάρχει στη χώρα. Αντ’ αυτού, αποφάσισε να προχωρήσει με το δικαστικό πραξικόπημά του, ανεξάρτητα από τις σοβαρές προειδοποιήσεις και τις πιθανές αντιδράσεις. «Το Ισραήλ μπορεί να τα καταφέρει χωρίς μερικές μοίρες της Πολεμικής Αεροπορίας», δήλωσε αλαζονικά, «αλλά όχι χωρίς κυβέρνηση».

Τον Ιούλιο του 2023, ο πρώτος δικαστικός νόμος ψηφίστηκε από το ισραηλινό κοινοβούλιο, σε μια άλλη κορυφαία στιγμή για τον Νετανιάχου και τον ακροδεξιό συνασπισμό του. (Τελικά ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, τον Ιανουάριο του 2024.) Ο πρωθυπουργός πίστευε ότι σύντομα θα εξυψωνόταν ακόμη περισσότερο μετά τη σύναψη ειρηνευτικής συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία, το πλουσιότερο και σημαντικότερο αραβικό κράτος, στο πλαίσιο μιας τριπλής συμφωνίας που περιελάμβανε ένα αμυντικό σύμφωνο ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας. Το αποτέλεσμα θα ήταν η απόλυτη νίκη της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής: μια αμερικανοαραβική-ισραηλινή συμμαχία κατά του Ιράν και των περιφερειακών εντολοδόχων του. Για τον Νετανιάχου, θα ήταν ένα κορυφαίο επίτευγμα που θα τον έκανε αγαπητό στο κατεστημένο[9].

Ο πρωθυπουργός ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του που στις 22 Σεπτεμβρίου ανέβηκε στη σκηνή της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για να προωθήσει έναν χάρτη της «νέας Μέσης Ανατολής», με επίκεντρο το Ισραήλ. Αυτό ήταν ένα σκόπιμο χτύπημα στον εκλιπόντα αντίπαλό του Πέρες, ο οποίος επινόησε αυτή τη φράση μετά την υπογραφή των συμφωνιών του Όσλο. «Πιστεύω ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας ακόμη πιο δραματικής τομής: μιας ιστορικής ειρήνης με τη Σαουδική Αραβία», καυχήθηκε ο Νετανιάχου στην ομιλία του. Οι Παλαιστίνιοι, ξεκαθάρισε, δεν είχαν γίνει παρά μία δεύτερη σκέψη τόσο για το Ισραήλ όσο και για την ευρύτερη περιοχή. «Δεν πρέπει να δώσουμε στους Παλαιστίνιους δικαίωμα βέτο στις νέες ειρηνευτικές συνθήκες», είπε. «Οι Παλαιστίνιοι αποτελούν μόνο το δύο τοις εκατό του αραβικού κόσμου». Δύο εβδομάδες αργότερα, η Χαμάς επιτέθηκε, κάνοντας θρύψαλα τα σχέδια του Νετανιάχου.

 

———————————-

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ

Ο Νετανιάχου και οι υποστηρικτές του προσπαθούν να μεταθέσουν την ευθύνη για την 7η Οκτωβρίου μακριά από τον ίδιο. Ο πρωθυπουργός, υποστηρίζουν, παραπλανήθηκε από τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών που δεν τον ενημέρωσαν για μια προειδοποίηση της τελευταίας στιγμής ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε στη Γάζα (αν και ακόμη και αυτές οι ενδείξεις συναγερμού ερμηνεύτηκαν ως σημάδια μιας μικρής επίθεσης ή απλώς ως ‘θόρυβος’). «Σε καμία περίπτωση και σε κανένα στάδιο δεν προειδοποιήθηκε ο πρωθυπουργός Νετανιάχου για τις πολεμικές προθέσεις της Χαμάς», έγραψε το γραφείο του Νετανιάχου στο Twitter αρκετές εβδομάδες μετά την επίθεση. «Αντιθέτως, η εκτίμηση ολόκληρου του κλιμακίου ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών και του επικεφαλής της Shin Bet, ήταν ότι η Χαμάς είχε τρομάξει και αναζητούσε μια διευθέτηση». (Αργότερα ζήτησε συγγνώμη για την ανάρτηση αυτή).

Αλλά η ανικανότητα του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών, όσο θλιβερή και αν ήταν, δεν μπορεί να προστατεύσει τον πρωθυπουργό από την ενοχή – και όχι μόνο επειδή, ως επικεφαλής της κυβέρνησης, ο Νετανιάχου φέρει την τελική ευθύνη για ό,τι συμβαίνει στο Ισραήλ. Η απερίσκεπτη προπολεμική πολιτική του να διχάζει τους Ισραηλινούς έκανε τη χώρα ευάλωτη, δελεάζοντας τους συμμάχους του Ιράν να χτυπήσουν μια διχασμένη κοινωνία. Ο εξευτελισμός των Παλαιστινίων από τον Νετανιάχου βοήθησε τον ριζοσπαστισμό να ευδοκιμήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι η Χαμάς ονόμασε την επιχείρησή της «Πλημμύρα του Αλ Άκσα» και παρουσίασε τις επιθέσεις ως έναν τρόπο προστασίας του Αλ Άκσα από την εβραϊκή κατάληψη. Η προστασία του ιερού μουσουλμανικού τόπου θεωρήθηκε ως λόγος για να επιτεθούν στο Ισραήλ και να αντιμετωπίσουν τις αναπόφευκτα ολέθριες συνέπειες μιας αντεπίθεσης των IDF.

Το ισραηλινό κοινό δεν έχει απαλλάξει τον Νετανιάχου από την ευθύνη για την 7η Οκτωβρίου. Το κόμμα του πρωθυπουργού έπεσε κατακόρυφα στις δημοσκοπήσεις και η δημοτικότητά του επίσης, αν και η κυβέρνηση διατηρεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η επιθυμία της χώρας για αλλαγή δεν εκφράζεται μονάχα από τις έρευνες της κοινής γνώμης. Ο μιλιταρισμός έχει επιστρέψει κατά μήκος όλης της χώρας. Οι διαδηλωτές κατά του Μπίμπι έσπευσαν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους στην εφεδρεία [του στρατεύματος] παρά τις διαμαρτυρίες, καθώς οι πρώην διοργανωτές των διαδηλώσεων κατά του Νετανιάχου αντικατέστησαν τη δυσλειτουργική ισραηλινή κυβέρνηση στη φροντίδα των ατόμων που εκκενώθηκαν από το νότο και το βορρά της χώρας. Πολλοί Ισραηλινοί έχουν οπλιστεί με πιστόλια και τουφέκια εφόδου, υποβοηθούμενοι από την εκστρατεία του Ben-Gvir για τη χαλάρωση της ρύθμισης των ιδιωτικών φορητών όπλων. Μετά από δεκαετίες σταδιακής μείωσης, ο αμυντικός προϋπολογισμός αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 50 τοις εκατό.

Κόσμος διαδηλώνει κατά της κυβέρνησης Νετανιάχου, Τελ Αβίβ, Ισραήλ,
Ιανουάριος 2024. Alexandre Meneghini / Reuters

Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές, αν και κατανοητές, είναι επιταχύνσεις [της ακολουθούμενης πορείας] και όχι μετατοπίσεις [από την ακολουθούμενη πορεία]. Το Ισραήλ εξακολουθεί να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο στον οποίο το οδηγεί εδώ και χρόνια ο Νετανιάχου. Η ταυτότητά του είναι πλέον λιγότερο φιλελεύθερη και ισόνομη, περισσότερο εθνοτικο-εθνικιστική[10] και μιλιταριστική. Το σύνθημα «Ενωμένοι για τη Νίκη», που βλέπουμε σε κάθε γωνία του δρόμου, δημόσιο λεωφορείο και τηλεοπτικό κανάλι στο Ισραήλ, στοχεύει στην ενοποίηση της εβραϊκής κοινωνίας της χώρας. Στην αραβική μειονότητα του κράτους, η οποία στη συντριπτική της πλειοψηφία υποστήριξε μια γρήγορη κατάπαυση του πυρός και ανταλλαγή κρατουμένων, έχει επανειλημμένα απαγορευτεί από την αστυνομία να πραγματοποιήσει δημόσιες διαμαρτυρίες. Δεκάδες Άραβες πολίτες έχουν παραπεμφθεί νομικά για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους στους Παλαιστίνιους στη Γάζα, ακόμη και αν οι αναρτήσεις δεν υποστήριζαν ή επιδοκίμαζαν τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Πολλοί φιλελεύθεροι Ισραηλινοί Εβραίοι, εν τω μεταξύ, αισθάνονται προδομένοι από δυτικούς ομολόγους τους που, κατά την άποψή τους, έχουν ταχθεί στο πλευρό της Χαμάς. Αναθεωρούν τις προπολεμικές απειλές τους να μεταναστεύσουν μακριά από τη θρησκευτική απολυταρχία του Νετανιάχου και οι ισραηλινές εταιρείες ακινήτων αναμένουν ένα νέο κύμα εβραίων μεταναστών που αναζητούν να ξεφύγουν από τον αυξανόμενο αντισημιτισμό που βιώνουν στο εξωτερικό[11].

Και, όπως συνέβαινε και προπολεμικά, σχεδόν κανένας Ισραηλινός Εβραίος δεν σκέφτεται πώς θα μπορούσε να επιλυθεί ειρηνικά η παλαιστινιακή σύγκρουση. Η ισραηλινή αριστερά, που παραδοσιακά ενδιαφερόταν για την επιδίωξη της ειρήνης, έχει πλέον σχεδόν εκλείψει. Τα κεντρώα κόμματα του Γκαντζ και του Λαπίντ, νοσταλγώντας το παλιό καλό Ισραήλ πριν από τον Νετανιάχου, φαίνεται να αισθάνονται σαν στο σπίτι τους στη νέα μιλιταριστική κοινωνία και δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν την κυρίαρχη δημοτικότητά τους, υποστηρίζοντας τις διαπραγματεύσεις “Γη για Ειρήνη”. Και η Δεξιά είναι πιο εχθρική προς τους Παλαιστίνιους από ποτέ.

Ο Νετανιάχου έχει εξισώσει την Παλαιστινιακή Αρχή με τη Χαμάς και, καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει απορρίψει τις αμερικανικές προτάσεις να την καταστήσει μεταπολεμικό κυβερνήτη της Γάζας, γνωρίζοντας ότι μια τέτοια απόφαση θα αναβίωνε τη λύση των δύο κρατών. Τα ακροδεξιά φιλαράκια του πρωθυπουργού θέλουν να ερημώσουν τη Γάζα και να εξορίσουν τους Παλαιστίνιους της σε άλλες χώρες, δημιουργώντας μια δεύτερη nakba που θα άφηνε τη γη ανοιχτή για νέους εβραϊκούς οικισμούς. Για να εκπληρώσουν αυτό το όνειρο, ο Ben-Gvir και ο Smotrich απαίτησαν από τον Νετανιάχου να απορρίψει κάθε συζήτηση για μια μεταπολεμική ρύθμιση στη Γάζα που θα αφήνει τους Παλαιστίνιους επικεφαλής και απαίτησαν από την κυβέρνηση να αρνηθεί να διαπραγματευτεί για την περαιτέρω απελευθέρωση των ισραηλινών ομήρων. Έχουν επίσης εξασφαλίσει ότι το Ισραήλ δεν θα κάνει τίποτα για να σταματήσει τις νέες επιθέσεις των Εβραίων εποίκων κατά των Αράβων κατοίκων της Δυτικής Όχθης.

Αν το παρελθόν αποτελεί προηγούμενο, η χώρα δεν είναι εντελώς χωρίς ελπίδα. Η ιστορία δείχνει ότι υπάρχει πιθανότητα ο προοδευτισμός να επανέλθει και οι συντηρητικοί να χάσουν την επιρροή τους. Μετά από προηγούμενες μεγάλες επιθέσεις, η ισραηλινή κοινή γνώμη μετατοπίστηκε αρχικά προς τα δεξιά, αλλά στη συνέχεια άλλαξε πορεία και αποδέχθηκε εδαφικούς συμβιβασμούς με αντάλλαγμα την ειρήνη. Ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ το 1973 οδήγησε τελικά στην ειρήνη με την Αίγυπτο- η πρώτη Ιντιφάντα, που ξεκίνησε το 1987, οδήγησε στις συμφωνίες του Όσλο και στην ειρήνη με την Ιορδανία- και η δεύτερη Ιντιφάντα, που ξέσπασε το 2000, έληξε με τη μονομερή αποχώρηση από τη Γάζα.

Αλλά οι πιθανότητες να επαναληφθεί αυτή η δυναμική είναι αμυδρές. Δεν υπάρχει καμία παλαιστινιακή ομάδα ή ηγέτης αποδεκτός από το Ισραήλ με τον τρόπο που υπήρξε η Αίγυπτος και ο πρόεδρός της μετά το 1973. Η Χαμάς είναι προσηλωμένη στην καταστροφή του Ισραήλ και η Παλαιστινιακή Αρχή είναι αδύναμη. Το Ισραήλ, επίσης, είναι αδύναμο: η πολεμική του ενότητα έχει ήδη ραγίσει, και οι πιθανότητες είναι μεγάλες ότι η χώρα θα διασπαστεί περαιτέρω αν και όταν οι μάχες μειωθούν. Οι αντι-Μπιμπιστές ελπίζουν να προσεγγίσουν τους απογοητευμένους Μπιμπιστές και να επιβάλουν πρόωρες εκλογές φέτος. Ο Νετανιάχου, με τη σειρά του, θα υποδαυλίσει τους φόβους και θα στυλώσει τα πόδια. Τον Ιανουάριο, συγγενείς ομήρων εισέβαλαν σε κοινοβουλευτική συνεδρίαση για να απαιτήσουν από την κυβέρνηση να προσπαθήσει να απελευθερώσει τα μέλη των οικογενειών τους, στο πλαίσιο μιας σύγκρουσης μεταξύ των Ισραηλινών για το αν η χώρα θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην ήττα της Χαμάς ή να κάνει μια συμφωνία για την απελευθέρωση των υπόλοιπων αιχμαλώτων. Ίσως η μόνη ιδέα στην οποία υπάρχει ενότητα είναι η εναντίωση σε μια συμφωνία “Γη έναντι Ειρήνης”. Μετά την 7η Οκτωβρίου, οι περισσότεροι Εβραίοι Ισραηλινοί συμφωνούν ότι οποιαδήποτε περαιτέρω παραχώρηση εδαφών θα δώσει στους μαχητές ένα ορμητήριο για την επόμενη σφαγή.

Τελικά, λοιπόν, το μέλλον του Ισραήλ μπορεί να μοιάσει πολύ με την πρόσφατη ιστορία του. Με ή χωρίς τον Νετανιάχου, η «διαχείριση των συγκρούσεων» και το «κούρεμα του γκαζόν» θα παραμείνουν η κρατική πολιτική—πράγμα που σημαίνει περισσότερη κατοχή, εποικισμούς και εκτοπίσεις. Αυτή η στρατηγική μπορεί να φαίνεται ως η λιγότερο επικίνδυνη επιλογή, τουλάχιστον για ένα ισραηλινό κοινό που έχει σημαδευτεί από τη φρίκη της 7ης Οκτωβρίου και είναι κουφό σε νέες προτάσεις ειρήνης. Αλλά θα οδηγήσει μόνο σε περισσότερη καταστροφή. Οι Ισραηλινοί δεν μπορούν να περιμένουν σταθερότητα αν συνεχίσουν να αγνοούν τους Παλαιστίνιους και να απορρίπτουν τις προσδοκίες τους, την ιστορία τους, ακόμη και την παρουσία τους.

Αυτό είναι το μάθημα που θα έπρεπε να έχει πάρει η χώρα από την αρχαία προειδοποίηση του Dayan. Το Ισραήλ πρέπει να προσεγγίσει τους Παλαιστίνιους και ο ένας τον άλλον, αν θέλει μια βιώσιμη και με σεβασμό συνύπαρξη.

[1] Οι φωτογραφίες και οι παραπομπές είναι οι πρωτότυπες του άρθρου. Οι σημειώσεις και τα σχόλια είναι του μεταφραστή.

[2] Ο Νετανιάχου και η συμμαχία του αρνούνται την υπαγωγή της Γάζας στην Παλαιστινιακή Αρχή, που διοικεί την Δ. Όχθη έχοντας λίγο-πολύ αποδεχθεί να λειτουργεί ως πληρεξούσιος του Ισραήλ, παρά τις σχετικές προτάσεις των Αμερικανών, επειδή φοβούνται ότι μια τέτοια ενοποίηση της διοίκησης των Παλαιστινίων θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις διεκδικήσεις για τη λύση ‘των δύο κρατών’.

[3] Τα souk στο Μαρόκο είναι παζάρια πολύ δημοφιλή στους τουρίστες, με σημαντικότερα αυτά του Marrakech

[4] Φυσικά, αυτός είναι ο ορισμός του απαρτχάιντ, έστω και αν ο Aluf Benn δεν θέλει να εκστομίσει τη λέξη.

[5] Ο Εβραϊκός Ναός φυσικά δεν υπάρχει εδώ και σχεδόν δύο χιλιετίες. Αντίθετα, το τζαμί Αλ Άκσα, από τους ιερότερους χώρους των Μουσουλμάνων (τρίτος στην ιεραρχία μετά την Μέκκα και την Μεδίνα), βρίσκεται στο Όρος του Ναού και στην παρούσα του μορφή εδώ και σχεδόν μία χιλιετία.

[6] Το 1996, οι Παλαιστίνιοι ανακάλυψαν ότι το Ισραήλ είχε σκάψει κρυφά μια σήραγγα που οδηγούσε στην αρχαία περιοχή του τείχους Al-Buraq, γεγονός που προκάλεσε συγκρούσεις με τους Παλαιστίνιους με 63 νεκρούς και 600 τραυματίες. Γνωστό στους Εβραίους ως «Δυτικό Τείχος» ή «Τείχος των Δακρύων», το Τείχος Al-Buraq είναι το δυτικό τμήμα του συγκροτήματος του τζαμιού Αλ-Άκσα. Στις 21 Μαΐου του 2023 το υπουργικό συμβούλιο του Ισραήλ με πρωτοβουλία του Νετανιάχου σε μια επίδειξη πρόκλησης συνεδρίασε εντός του τούνελ κάτω από το τζαμί.

[7] Φυσικά αυτοί που πραγματοποιούν τις ‘τρομοκρατικές επιθέσεις’ και απαλλοτριώνουν τους κατοίκους από τη γη τους είναι οι έποικοι. Η ορολογία του διευθυντή σύνταξης της Χααρέτζ είναι χαρακτηριστική των ορίων εκείνων που αντιπολιτεύονται από κεντροαριστερές θέσεις τον Νετανιάχου στο Ισραήλ.

[8] Βλέπουμε και πάλι εδώ ότι για την φιλελεύθερη και κεντρώα αντιπολίτευση τα ουσιώδη ζητήματα ζωής και θανάτου που αφορούν τους Παλαιστινίους και τη σχέση τους με το κράτος-απαρτχάιντ δεν υπάρχουν στην πράξη.

[9] Mainstream στο αγγλικό κείμενο. Πρόκειται για το ‘κοσμικό κατεστημένο’ κατά Aluf Benn, δηλαδή για τις κοινωνικές και πολιτικές ελίτ που έχει παραμερίσει η ‘νέα τάξη’ του Νετανιάχου. Οι διαφορές σχίζουν κάθετα όλη την κοινωνία του Ισραήλ και έχουν να κάνουν και με την χώρα προέλευσης των κατοίκων του—οι προερχόμενοι από αφρικανικές και ασιατικές χώρες, μέχρι πρόσφατα σε περιθωριακή θέση, με τον Νετανιάχου αναλαμβάνουν τα ινία του κράτους από τους εξ Ευρώπης και ΗΠΑ προερχομένους. Με το θέμα έχει ασχοληθεί συστηματικά ο Alastair Crooke.

[10] Ethnonationalist στο πρωτότυπο. Σύμφωνα με την Wikipedia, «o εθνοτικός εθνικισμός, γνωστός και ως εθνο-εθνικισμός, είναι μια μορφή εθνικισμού στην οποία το έθνος και η εθνικότητα ορίζονται με βάση την εθνότητα, με έμφαση σε μια εθνοκεντρική (και σε ορισμένες περιπτώσεις εθνοκρατική) προσέγγιση σε διάφορα πολιτικά ζητήματα που σχετίζονται με την εθνική επιβεβαίωση μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας». Ουσιαστικά, με απλά λόγια, την ισραηλινή εθνικότητα μπορούν να έχουν μόνο οι εθνοτικά Εβραίοι, την ουκρανική εθνικότητα μόνο οι εθνοτικά Ουκρανοί (και όχι οι εθνοτικά Ρώσοι), την ελληνική εθνικότητα μόνο οι εθνοτικά Έλληνες, κ.ο.κ. Πρόκειται για ρατσιστική προσέγγιση που συνεπάγεται την καταστολή των δικαιωμάτων των μη εθνοτικά Εβραίων (απαρτχάιντ).

[11] Είναι ιδιαίτερα κουραστική, αν όχι γελοία, αυτή η συνεχής ταύτιση της κριτικής προς τις γενοκτονικές πολιτικές του Ισραήλ με τον αντισημιτισμό, από την οποία μοιάζει να μην ξεφεύγει ούτε ο αρχισυντάκτης της Haaretz. Είναι περίεργη εμμονή στην προπαγάνδιση αυτών των απόψεων που όλο και περισσότερο απομονώνουν το κράτος-απαρτχάιντ από την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Πηγή: Foreign Affairs

Μετάφραση – επιμέλεια: Κ. Μηλολιδάκης

Οι ‘αντι-συμβατικές ιδέες’ της Ισραηλινής πολιτικής ελίτ για την ανάπτυξη και διατήρηση του καθεστώτος απαρτχάιντ στη χώρα

Το παρόν είναι ένα σημαντικό θεωρητικό άρθρο του πρώην Βρετανού διπλωμάτη Alastair Crooke, με μεγάλο πλούτο ιδεών όσον αφορά τη στρατηγική της σιωνιστικής ανάπτυξης του κράτους του Ισραήλ. Το άρθρο ασχολείται με την κεντρική ιδέα ότι μέσω της ασάφειας στα εκάστοτε όρια και την  θόλωση του καθιερωμένου και οριοθετημένου χώρου γίνεται δυνατός ο αποικιοκρατικός έλεγχος των Παλαιστινιακών πληθυσμών. Η ιδέα αυτή, που αρχικά αποτελούσε στρατιωτικό δόγμα, έχει σταδιακά διεισδύσει στην ισραηλινή πολιτική σφαίρα, γράφει ο Alastair Crooke.

Το άρθρο παρουσιάζει και μεγάλο ενδιαφέρον στο τελικό του συμπέρασμα για την κατά πάσα πιθανότητα, σύμφωνα με τον Crooke, τροπή που θα λάβει η παραδοσιακή πολιτική των ‘ρευστών συνόρων’ από τον Νετανιάχου στην προσπάθεια να διαιωνιστεί η παγίδευση του Παλαιστινιακού λαού σε ένα καθεστώς ‘διαφοροποιημένων δικαιωμάτων’, δηλαδή απαρτχάιντ, το οποίο ταυτίζεται με την αντίληψη της ‘αποκλειστικότητας’ που βρίσκεται στην καρδιά του Σιωνισμού.

Το ρευστό “Τελικό Παιχνίδι” του Νετανιάχου – Δεν είναι τέχνασμα, αλλά επιστροφή σε παλαιότερη σιωνιστική στρατηγική

Του Alastair Crooke, 22 Ιανουαρίου 2024

Ο μακαρίτης Αριέλ Σαρόν, ένας επί μακρόν ισραηλινός στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης, εκμυστηρεύτηκε κάποτε στον στενό του φίλο Uri Dan ότι «οι Άραβες δεν είχαν ποτέ αποδεχτεί πραγματικά την παρουσία του Ισραήλ … και έτσι, μια λύση δύο κρατών δεν ήταν δυνατή – ούτε καν επιθυμητή».

Στο μυαλό αυτών των δύο – όπως και για τους περισσότερους Ισραηλινούς σήμερα – κρύβεται ο ‘γόρδιος δεσμός’ που βρίσκεται στην καρδιά του σιωνισμού: Πώς να διατηρηθούν τα διαφοροποιημένα δικαιώματα σε ένα φυσικό έδαφος που περιλαμβάνει έναν μεγάλο παλαιστινιακό πληθυσμό.

Οι ισραηλινοί ηγέτες πίστευαν ότι με την αντισυμβατική προσέγγιση του Σαρόν για τη “χωρική ασάφεια”, το Ισραήλ βρισκόταν κοντά στην ανάπτυξη μιας λύσης στον γρίφο της διαχείρισης των διαφοροποιημένων δικαιωμάτων μέσα σε ένα κράτος σιωνιστικής πλειοψηφίας, το οποίο περιλαμβάνει σημαντικές μειονότητες. Οι Παλαιστίνιοι, πίστευαν πολλοί Ισραηλινοί (μέχρι πρόσφατα), περιορίζονταν επιτυχώς σε έναν διαγραμμισμένο πολιτικό και φυσικό χώρο – και μάλιστα είχαν ‘εξαφανιστεί’ σε σημασία – για να έρθει η Χαμάς, στις 7 Οκτωβρίου, να τινάξει στον αέρα όλο αυτό το περίτεχνο μοντέλο.

Το γεγονός αυτό πυροδότησε έναν ευρύτατα διαδεδομένο και υπαρξιακό φόβο ότι το σιωνιστικό εγχείρημα θα μπορούσε ενδεχομένως να καταρρεύσει, εάν τα σιωνιστικά θεμέλια της αποκλειστικότητας απορρίπτονταν από μια ευρεία αντίσταση έτοιμη να οδηγήσει το ζήτημα σε πόλεμο.

Το πρόσφατο άρθρο του Αμερικανού δημοσιογράφου Steve Inskeep—Η Έλλειψη Στρατηγικής του Ισραήλ είναι η Στρατηγική—φέρνει στο επίκεντρο το φαινομενικό παράδοξο: Ότι ενώ ο Νετανιάχου είναι πολύ σαφής σχετικά με αυτό που δεν θέλει, την ίδια στιγμή παραμένει πεισματικά αδιαφανής σχετικά με αυτό που θέλει ως μέλλον για τους Παλαιστίνιους που ζουν σε ένα κοινόχρηστο έδαφος.

Για όσους πιστεύουν ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) να είναι ο στόχος του Νετανιάχου, αυτή η αδιαφάνεια εμφανίζεται ως σοβαρό ‘ελάττωμα’ για την επίλυση της κρίσης στη Γάζα. Ωστόσο, αν ο Νετανιάχου (που υποστηρίζεται από το υπουργικό του συμβούλιο και την πλειοψηφία των Ισραηλινών) δεν προσφέρει καμία στρατηγική για την ειρήνη με τους Παλαιστίνιους, τότε ίσως η παράλειψή της να μην είναι ‘ελάττωμα’, αλλά να είναι το χαρακτηριστικό της.

Για να κατανοήσετε το υποκείμενο οξύμωρο, πρέπει να αντιληφθείτε γιατί ο Αριέλ Σαρόν και ο Uri Dan ‘είπαν όσα είπαν’, και να καταλάβετε πώς η στρατιωτική εμπειρία του Σαρόν από τον πόλεμο του 1973 έχει ουσιαστικά διαμορφώσει ολόκληρο το παλαιστινιακό μοντέλο [του Ισραήλ]. Το 2011, έγραψα ένα άρθρο στο Foreign Policy, στο οποίο διατυπώθηκε η άποψη ότι η αντίληψη του Σαρόν περί Παλαιστινιακής Μόνιμης Ασάφειας ήταν -και παραμένει- η βασική απάντηση των Σιωνιστών στο πώς να παρακάμψουν το παράδοξο που ενυπάρχει στον Σιωνισμό. Τριάντα χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να ελλοχεύει σε όλες τις πρόσφατες δηλώσεις του Νετανιάχου (και των ισραηλινών ηγετών όλου του πολιτικού φάσματος).

Ήδη από το 2008, η υπουργός Εξωτερικών (και δικηγόρος), Τζίπι Λίβνι, εξηγούσε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες γιατί «η μόνη απάντηση του Ισραήλ (στο ζήτημα της συντήρησης του Σιωνισμού) ήταν να διατηρήσει τα σύνορα του κράτους απροσδιόριστα – κατέχοντας παράλληλα τους σπάνιους υδάτινους και εδαφικούς πόρους – κρατώντας τους Παλαιστίνιους σε μια κατάσταση μόνιμης αβεβαιότητας, να εξαρτώνται από την καλή θέληση του Ισραήλ».

Και σημείωσα σε ένα ξεχωριστό κείμενο:

«Η Λίβνι έλεγε ότι ήθελε το Ισραήλ να είναι ένα Σιωνιστικό κράτος – βασισμένο στο Νόμο της Επιστροφής[1] και ανοιχτό σε κάθε Εβραίο. Ωστόσο, η εξασφάλιση ενός τέτοιου κράτους σε μια χώρα με πολύ περιορισμένη επικράτεια  σημαίνει ότι η γη και το νερό πρέπει να παραμείνουν υπό Εβραϊκό έλεγχο, με διαφοροποιημένα δικαιώματα για Εβραίους και μη Εβραίους. Δικαιώματα που επηρεάζουν τα πάντα, από τη στέγαση και την πρόσβαση στη γη, μέχρι τις θέσεις εργασίας, τις επιδοτήσεις, τους γάμους και τη μετανάστευση».

Επομένως, η λύση των δύο κρατών, εκ των πραγμάτων, δεν έλυνε το πρόβλημα της διατήρησης του Σιωνισμού, αλλά μάλλον το επιδείνωνε. Το αναπόφευκτο αίτημα για πλήρη ισότητα των Παλαιστινίων όσον αφορά τα δικαιώματά τους θα έφερνε το τέλος των εβραϊκών ‘ειδικών δικαιωμάτων’ και του ίδιου του Σιωνισμού, υποστήριξε η Λίβνι—μια απειλή σχετικά με την οποία συμφωνούν οι περισσότεροι Σιωνιστές.

Η απάντηση του Σαρόν σε αυτό το απόλυτο παράδοξο, ωστόσο, ήταν διαφορετική:

Ο Σαρόν είχε ένα εναλλακτικό σχέδιο για τη διαχείριση μιας μεγάλης μη εβραϊκής ‘εξωτερικής ομάδας’, που θα είχε φυσική παρουσία μέσα σε ένα Σιωνιστικό κράτος διαφοροποιημένων δικαιωμάτων. Η εναλλακτική λύση του Σαρόν κατέληγε στην αποτροπή μιας λύσης δύο κρατών εντός σταθερών συνόρων.

Αυτό υποδήλωνε έναν πολύ διαφορετικό τρόπο σκέψης, σε αντίθεση με ό,τι εδώ και καιρό θεωρούνταν διεθνώς ως γενική συναίνεση: Δηλαδή, ότι η λύση των δύο κρατών θα αναδυόταν τελικά—κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες—επειδή αυτό ήταν προς το απώτερο δημογραφικό συμφέρον του Ισραήλ[2].

Οι ρίζες της ‘εναλλακτικής’ του Σαρόν βρίσκονταν στη ριζικά ανορθόδοξη στρατιωτική του σκέψη για το πώς θα υπερασπιστεί το κατεχόμενο τότε Σινά από τον Αιγυπτιακό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου με την Αίγυπτο το 1973.

Η έκβαση του Ισραηλινο-Αραβικού πολέμου του 1973 δικαίωσε πλήρως το δόγμα του Σαρόν για μια δικτυακή άμυνα που βασιζόταν σε ένα πλέγμα υπερυψωμένων οχυρών σημείων που ήταν διασκορπισμένα σε όλο το βάθος του Σινά – ένα πλαίσιο που λειτουργούσε ως μια εκτεταμένη χωρική ‘παγίδα’ που παρείχε στους Ισραηλινούς υψηλό επίπεδο κινητικότητας, ενώ παρέλυε τον εχθρό που παγιδευόταν μέσα στο πλέγμα των αλληλοσυνδεόμενων οχυρών σημείων.

(Αν ο αναγνώστης παρατηρήσει την ομοιότητα αυτής της προσέγγισης με τους ισραηλινούς στρατηγικούς κόμβους από οικισμούς-‘οχυρά’ που είναι σήμερα διασκορπισμένοι στη Δυτική Όχθη, αυτό δεν είναι τυχαίο!).

Ο Σαρόν οραματιζόταν την έκταση ολόκληρης της Δυτικής Όχθης ως ένα εκτεταμένο, διαπερατό και προσωρινό ‘σύνορο’. Αυτή η προσέγγιση μπορούσε επομένως να αγνοήσει οποιαδήποτε λεπτή γραμμή με μολύβι, που θα σχεδιαζόταν για να υποδηλώσει κάποιο πολιτικό σύνορο. Αυτό το πλαίσιο αποσκοπούσε στο να αφήσει τους Παλαιστίνιους σε μια κατάσταση μόνιμης αβεβαιότητας, εγκλωβισμένους μέσα σε ένα πλέγμα αλληλοσυνδεόμενων οικισμών και υποκείμενους σε Ισραηλινές στρατιωτικές επεμβάσεις κατά την αποκλειστική κρίση του Ισραήλ.

Το 1982, ο Σαρόν επεξεργάστηκε το σχέδιο “Η” ενός πλέγματος οχυρών εποικισμών στη Δυτική Όχθη, στο οποίο θα καθρεπτιζόταν η στρατηγική που είχε ακολουθηθεί στο Σινά. Αυτή η αμυντική στρατηγική, ωστόσο, είχε επίσης ως αποτέλεσμα να προσδώσει νέο σκοπό και νομιμοποίηση στον ‘Εποικιστικό Σιωνισμό’.

Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής οδήγησε έτσι στη μετατροπή της από μια ουσιαστικά στρατιωτική αμυντική δομή (με στόχο την παράλυση των Παλαιστινίων μέσα σε ένα πλέγμα ισχυρών σημείων των IDF[3]) σε μια κεντρική προσέγγιση, στη συνέχεια, για τη διαχείριση των Παλαιστινίων ευρύτερα. Με την πάροδο των ετών, αυτή θα γινόταν πιο κατασταλτική, πιο καταχρηστική και πιο απεχθής. Και τελικά, [αυτή η προσέγγιση] έσπειρε τη λύση απαρτχάιντ των δύο κρατών.[4]

Όταν ο Αριέλ Σαρόν ‘τράβηξε’ τις ίδιες τις άκρες της συνοριακής γραμμής του Ισραήλ και τις ‘έριξε’ εκατέρωθεν της Δυτικής Όχθης, ουσιαστικά έλεγε ότι οι έποικοι της Δυτικής Όχθης είναι η χωρικά διευρυμένη συνοριακή γραμμή της προ του 1967 επικράτειας, όπως ακριβώς είχε επεκτείνει τα σύνορα του Ισραήλ μέσω των πλεγμάτων των οχυρών-σημείων στο Σινά.

Αυτό ακριβώς ήταν το νόημα του οράματός του: Δεν έχει σημασία αν το Ισραήλ βρίσκεται στα προ του 1967 ή στα μετά το 1967 εδάφη—όλα τα σύνορα ήταν ρευστά και μεταβαλλόμενης μορφής, κατά την άποψή του. Τα επεκταμένα, ελαστικά, διαπερατά, με πλέγματα-παγίδες ‘σύνορα’ του Σαρόν ξεκίνησαν έτσι μια διαδικασία—στη στρατιωτική σφαίρα—της θόλωσης των διακρίσεων μεταξύ ενός εσωτερικού πολιτικού χώρου και ενός εξωτερικού. Αυτό, μαζί με την έννοια του Sharon για τον ‘μη σεβαστό’ χώρο, έγινε το καθιερωμένο ισραηλινό στρατιωτικό δόγμα.

«Θέλουμε να αντιπαραθέσουμε στον διαγραμμισμένο χώρο της παραδοσιακής, παλιομοδίτικης στρατιωτικής πρακτικής την ομαλότητα που επιτρέπει την κίνηση στον χώρο, μια κίνηση που διασχίζει ανεμπόδιστα τα όποια σύνορα και εμπόδια. Αντί να περιορίζουμε και να οργανώνουμε τις δυνάμεις μας σύμφωνα με τα υπάρχοντα σύνορα, θέλουμε να κινούμαστε μέσα από αυτά», σημείωνε ένας ανώτερος ισραηλινός αξιωματικός το 2006.[5]

Είναι κρίσιμο ότι η ιδέα του θολώματος του καθιερωμένου και οριοθετημένου χώρου διείσδυσε σταδιακά από την στρατιωτική στην ισραηλινή πολιτική σφαίρα. Επιπλέον, η αρχή της σύγχυσης αυτού που βρίσκεται εντός με αυτό που βρίσκεται εκτός έχει επεκταθεί στον πολιτικό και νομικό χώρο των Κατεχόμενων Παλαιστινιακών Εδαφών. Επέτρεψε τη διαμόρφωση ενός χώρου δύο επιπέδων, υπάγοντας τους Ισραηλινούς Εβραίους και τους Παλαιστίνιους Άραβες σε διαφορετικά συστήματα κινητικότητας και διοικητικής μεταχείρισης.

Οι διαφοροποιημένοι νομικοί και διοικητικοί χώροι παγίωσαν έτσι και τη Σιωνιστική πολιτική αρχή της διαφοροποίησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Αυτό το σύστημα δύο επιπέδων προβλέπει τον πολιτικό αποκλεισμό των Παλαιστινίων, αλλά διατηρεί την εξάρτηση και τη νομική ένταξη των Παλαιστινίων κάτω από τον ισραηλινό μηχανισμό ελέγχου. Το σύστημα αυτό είναι ουσιαστικά ένα σύστημα εξαίρεσης στην κυριαρχία, με το οποίο έχουν ασχοληθεί φιλόσοφοι όπως ο Carl Schmitt και ο Giorgio Agamben.

Ας προχωρήσουμε γρήγορα στη σημερινή εποχή: Μόλις καταστεί σαφές ότι ο πρωταρχικός στόχος είναι αυτός της διατήρησης του Σιωνισμού, τότε όλα όσα κάνει ο Νετανιάχου βγάζουν νόημα. Η ουσία του προβλήματος παραμένει αμετάβλητη: Η εγγενής αντίφαση ενός Σιωνιστικού κράτους εξαιρέσεων που ενσωματώνει μια σημαντική μη εβραϊκή εξω-ομάδα χωρίς δικαιώματα—είτε αυτή βρίσκεται στο περιφραγμένο γκέτο της Γάζας είτε στο ‘πλέγμα οχυρών των εποίκων’ στη Δυτική Όχθη—έχει καταστεί μη βιώσιμη.

Μόλις το ‘σύστημα’ διαχωρισμού του Αριέλ Σαρόν καταρρεύσει (όπως συνέβη στις 7 Οκτωβρίου), ιδέες όπως οι προτάσεις του Μπλίνκεν για την “επόμενη μέρα” στη Γάζα εγείρουν αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του σιωνιστικού σχεδίου καθαυτού. Με απλά λόγια, ο Σιωνισμός θα πρέπει να επανεξεταστεί—ή να εγκαταλειφθεί.

Το ίδιο και οι πολιτικές απαντήσεις της Δύσης θα πρέπει να επανεξεταστούν. Οι καλοπροαίρετες κοινοτοπίες για μια ‘λύση’ δύο κρατών είναι εδώ και χρόνια πολύ πίσω. Πολύ νερό έχει κυλήσει κάτω από τη γέφυρα. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν η Δύση μπορούσε να αρχίσει να εξετάζει τις συνέπειες της ήττας για εκείνους που έχουν αγκαλιάσει τη μία πλευρά σε αυτήν τη σύγκρουση. Είναι περισσότερα από τις σκέτες ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα που βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου στη Χάγη, πολλά άλλα επίσης δικάζονται (από τη σκοπιά του Παγκόσμιου Νότου).

Άραγε θα μπορούσε στ’ αλήθεια να είχε επιτύχει αυτή η ισραηλινή ‘ενσωμάτωση δια του αποκλεισμού’; Το τεχνο-χωροταξικό πολιτικό σύστημα του Σαρόν, παρά την αξίωσή του για φιλοσοφική νομιμοποίηση, τελικά, στη ρίζα του δεν είναι παρά μια εξέλιξη του υποδείγματος που έχει συνδεθεί με έναν βασικό Σιωνιστή θεωρητικό, τον Βλαντιμίρ Γιαμποτίνσκι: δηλαδή ένας διαφορετικός τρόπος για να επιτευχθεί η ‘εξαφάνιση’ των Παλαιστινίων.

Και αν η παλαιστινιακή εξω-ομάδα δεν μπορεί να ‘εξαφανιστεί’ μέσω των τεχνο-χωρικών κατασκευών, δεν θα ήταν έκπληξη αν η λογική της κατάστασης οδηγούσε τον Νετανιάχου και την κυβέρνησή του πίσω στην αρχική στρατηγική του Σαρόν για ριζική έλλειψη σεβασμού του στρατιωτικού χώρου και των πολιτικών συνόρων—να αιφνιδιάσει και να δημιουργήσει μια εκτεταμένη χωρική παγίδα για τους Παλαιστίνιους (όπως έκανε ο Σαρόν με τον αιγυπτιακό στρατό).

«Το Ισραήλ είναι το κράτος του εβραϊκού λαού», υπογράμμισε η Λίβνι το 2008—τονίζοντας τη Σιωνιστική ‘βασική γραμμή’—«και θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι όταν μιλάμε για τον «λαό του», αυτός είναι ο εβραϊκός λαός, με την Ιερουσαλήμ να είναι η ενιαία και αδιαίρετη πρωτεύουσα του Ισραήλ και του εβραϊκού λαού εδώ και 3007 χρόνια».

Πηγή: Strategic Culture

Μετάφραση – επιμέλεια: Κ. Μηλολιδάκης

Οι σημειώσεις στο τέλος είναι του μεταφραστή.

[1] Ο “Νόμος της Επιστροφής” είναι ένας ισραηλινός νόμος, που ψηφίστηκε στις 5 Ιουλίου 1950, ο οποίος δίνει στα άτομα με έναν ή περισσότερους Εβραίους παππούδες και στους συζύγους τους το δικαίωμα να μετεγκατασταθούν στο Ισραήλ και να αποκτήσουν την ισραηλινή υπηκοότητα.

[2] Εδώ υπονοείται ότι με δεδομένη την αυξημένη γεννητικότητα των Παλαιστινιακών πληθυσμών, το Ισραήλ θα δεχόταν τελικά τη λύση των δύο κρατών με διακριτά σύνορα προκειμένου να διατηρήσει την ταυτότητά του.

[3] IDF: Israel Defense Forces (Δυνάμεις Άμυνας του Ισραήλ). Τα αρχικά που χρησιμοποιεί ο Ισραηλινός στρατός. Όλο και περισσότεροι σχολιαστές, δημοσιογράφοι, κ.λπ. χρησιμοποιούν τον όρο IOF: Israel Occupation Forces (Δυνάμεις Κατοχής του Ισραήλ) στα κείμενά τους.

[4] Ο Crooke εννοεί εδώ την παρούσα κατάσταση όπου οι δύο Παλαιστινιακές οντότητες (Δ. Όχθη και Γάζα) δεν διαθέτουν τον έλεγχο σε βασικά δικαιώματα–νερό, ηλεκτρικό, πρόσβαση στον έξω κόσμο, κ.λπ.

[5] Πήρα το θάρρος εδώ και άλλαξα την παραπομπή του συγγραφέα επειδή η σελίδα στην οποία εκείνος παραπέμπει δεν υπάρχει. Υποθέτω όμως ότι παρέπεμπε στην ίδια πηγή, μια διατριβή Master’s στο πανεπιστήμιο Trent του Καναδά η οποία ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με τις θεωρίες του Ισραηλινού απόστρατου ταξίαρχου Shimon Naveh, ο οποίος είναι ο αξιωματικός των IDF στον οποίο αναφέρεται ο Crooke. Μέσα στη διατριβή (την οποία κατεβάζει σε PDF ο σύνδεσμος που παραθέτω) υπάρχει το σχετικό απόσπασμα σε εκτεταμένη μορφή καθώς και παραπομπή στην πρωτότυπη πηγή [Naveh, Shimon, “Between the Striated and the Smooth,” Insecurity. (Issue 22, Summer 2006)].

Το Ισραήλ καταγγέλλει το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης του ΟΗΕ για (σωστά το μαντέψατε) αντισημιτισμό

Το Διεθνές Δικαστήριο απέρριψε την Παρασκευή το αίτημα του Ισραήλ να αποσυρθεί η εκδίκαση της υπόθεσης γενοκτονίας που είχε υποβάλει εναντίον του η Νότια Αφρική, αποφασίζοντας με τεράστια πλειοψηφία[1]  ότι η υπόθεση θα εκδικαστεί στη συνέχεια και δίνοντας εντολή στο Ισραήλ να απέχει από τη δολοφονία και τη βλάβη των Παλαιστινίων στο μεταξύ.

Πολλοί υποστηρικτές της Παλαιστίνης εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για το γεγονός ότι το ΔΔΔ δεν διέταξε ρητά την κατάπαυση του πυρός, ενώ πολλοί άλλοι (συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων της Νότιας Αφρικής) υποστηρίζουν ότι η απόφαση είναι πολύ θετική και ισοδυναμεί με εντολή κατάπαυσης του πυρός, επειδή απαιτεί τον τερματισμό της βλάβης στα μέλη της προστατευόμενης ομάδας.

Τα αυτοκρατορικά μέσα ενημέρωσης τονίζουν επιθετικά την απουσία εντολής κατάπαυσης του πυρός στα πρωτοσέλιδά τους και πολλοί απολογητές του Ισραήλ προπαγανδίζουν την απουσία αυτή ως νίκη για το αγαπημένο τους εθνικιστικό κράτος, αλλά τέτοιου είδους επιδεικτικές θριαμβολογίες υπονομεύονται σοβαρά από τον τρόπο με τον οποίο υψηλόβαθμοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι κατηγορούν σήμερα το ΔΔΔ για αντισημιτισμό και λένε ότι το Ισραήλ πρέπει να αγνοήσει τις αποφάσεις του.

«Το διεθνές δικαστήριο υπερέβη τα εσκαμμένα, όταν έκανε δεκτό το αντισημιτικό αίτημα της Νότιας Αφρικής να συζητηθεί ο ισχυρισμός περί γενοκτονίας στη Γάζα, και τώρα αρνείται να απορρίψει το αίτημα συλλήβδην», κατήγγειλε ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Yoav Gallant σε απάντηση της απόφασης.

«Η απόφαση του αντισημιτικού δικαστηρίου της Χάγης αποδεικνύει αυτό που ήταν ήδη γνωστό: Το δικαστήριο αυτό δεν επιδιώκει τη δικαιοσύνη, αλλά τη δίωξη του εβραϊκού λαού», δήλωσε ο ισραηλινός υπουργός εθνικής ασφάλειας Itamar Ben Gvir.

Ο Ben Gvir έγραψε επίσης στο Twitter «Hague Schmague» αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, κάτι που πιθανότατα θα μείνει στην ιστορία ως το πλέον ισραηλίσιο tweet όλων των εποχών.

Όλοι συζητούν για το αν η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου είναι χρήσιμη ή όχι, και δεν γνωρίζω αρκετά ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά για να είμαι βέβαιη είτε έτσι είτε αλλιώς, αλλά από εκεί που βρίσκονται τα πράγματα αυτή τη στιγμή μου φαίνεται απίθανο ότι οι διαχειριστές της ισραηλινής πολεμικής μηχανής θα φρίκαραν τόσο πολύ και θα ανέσυραν το παλιό, χιλιοπαιγμένο τραγούδι και χορό του “αντισημιτισμού”, αν δεν υπήρχε κάτι ουσιαστικό σε αυτήν.

Ο δικηγόρος για διεθνή θέματα Francis Boyle, ο οποίος κέρδισε προσωρινά μέτρα κατά της Γιουγκοσλαβίας στο ΔΔΔ το 1993, δήλωσε τα εξής για την απόφαση:

«Πρόκειται για μια μαζική, συντριπτική νομική νίκη της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής κατά του Ισραήλ για λογαριασμό των Παλαιστινίων. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ μπορεί τώρα να αναστείλει τη συμμετοχή του Ισραήλ στις δραστηριότητές της, όπως έκανε για τη Νότια Αφρική και τη Γιουγκοσλαβία. Μπορεί να δεχτεί την Παλαιστίνη ως πλήρες μέλος. Και—ειδικά από τη στιγμή που το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι μια φάρσα—μπορεί να δημιουργήσει ένα δικαστήριο για να διώξει τους ανώτατους αξιωματούχους της ισραηλινής κυβέρνησης, τόσο τους πολιτικούς όσο και τους στρατιωτικούς”.[2]

Επομένως, εκτιμήστε την απόφαση του ΔΔΔ σύμφωνα με τον βαθμό που την αξιολογείτε. Σε κάθε περίπτωση η σφαγή στη Γάζα εξακολουθεί να χρειάζεται επειγόντως να τερματιστεί, και μόνο ο χρόνος θα δείξει αν η εξέλιξη της Παρασκευής είχε κάποια σημαντική επίδραση στην έκβαση αυτής της φρίκης.

Αλλά δικέ μου, τι δεν θα έδινα για να ήμουν μύγα στον τοίχο στις συναντήσεις που είχαν στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών την Παρασκευή. Είναι κάτι τέτοιες μέρες που μας θυμίζουν γιατί οι διαχειριστές της αυτοκρατορίας πέρασαν στη χρήση της άνευ νοήματος φράσης «διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες» αντί να μιλούν για “διεθνές δίκαιο”.


[1] Στο θέμα της δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης, στο οποίο ειδικά αναφέρεται εδώ η Caitlin Johnstone, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η απόφαση ήταν ομόφωνη.

[2] Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) δεν πρέπει να μπερδεύεται με το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνη (ICJ). To πρώτο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ΟΗΕ, σε αντίθεση με το δεύτερο. Ο ‘εισαγγελέας’ του ICC Καρίμ Αχμάντ Χαν έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα και με στοιχεία για διαφθορά. Πρόκειται για τον ίδιο που εξέδωσε ένταλμα σύλληψης κατά του Πούτιν ενώ καθυστερεί προσφυγές που έχουν ασκηθεί κατά του Ισραήλ εδώ και πολλά χρόνια.

Πηγή: https://www.caitlinjohnst.one/p/israel-accuses-the-icj-of-you-guessed

Μετάφραση: Κ. Μηλολιδάκης

Ποιος θα ανοίξει την επόμενη φάση του πολέμου; Βρισκόμαστε στο σημείο όπου παίζεται το “πέρασμα του πακέτου”.

Η ισραηλινή στρατηγική κατά της Χαμάς στη Γάζα υπήρξε μια ταπεινωτική αποτυχία: Η Χαμάς παραμένει σε γενικές γραμμές άθικτη, ενώ οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν υποστεί σημαντικές απώλειες σε άνδρες (και γυναίκες), καθώς και σε τεθωρακισμένα οχήματα.

Ενδεχομένως, θα έπρεπε να πούμε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν προσπαθεί απεγνωσμένα να αναχαιτίσει έναν ευρύτερο πόλεμο. Η Washington Post ανέφερε έτσι την Κυριακή – ότι ο Μπάιντεν ανέθεσε στο επιτελείο του να αποτρέψει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο μεταξύ των Ισραηλινών και της Χεζμπολάχ: «Αμερικανοί αξιωματούχοι φοβούνται ότι ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου θα δει την εντατικοποίηση των μαχών στο Λίβανο ως το κλειδί για την πολιτική του επιβίωση», υποστηρίζει η Washington Post.

Όμως, το ρεπορτάζ σαφώς αποτελεί προϊόν διαρροής στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πράγμα που φαίνεται να ήταν μια εσκεμμένη κίνηση, και γι’ αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον δέοντα σκεπτικισμό.

Ο ισραηλινός υπουργός Ασφαλείας Gallant, ενώ δήλωσε αυτό το Σαββατοκύριακο ότι ο «προτιμώμενος τρόπος» των Ισραηλινών για τον τερματισμό των μαχών με τη Χεζμπολάχ είναι η διπλωματία, ωστόσο υπογράμμισε ότι πλησιάζει η στιγμή που η κλεψύδρα για την επίλυση του προβλήματος «θα αναστραφεί». «Πολεμάμε έναν άξονα, όχι έναν ενιαίο εχθρό», προειδοποίησε πριν από λίγες ημέρες ο Gallant.

Ίσως θα έπρεπε να γράφω ότι ο Μπάιντεν ενεργεί υπεύθυνα προσπαθώντας να αποτρέψει έναν ευρύτερο πόλεμο με τη Χεζμπολάχ, αλλά δεν είμαι και πολύ σίγουρος γι’ αυτό. Πρόσφατα είχαμε μια συρροή δολοφονιών: έναν ηγέτη της Χαμάς στη Βηρυτό, έναν πολύ υψηλόβαθμο Ιρανό αξιωματούχο στην κατοικία του λίγο έξω από τη Δαμασκό και τον Abu Takwa, τον επικεφαλής της Kataeb στη Βαγδάτη – μαζί με τη σφαγή αμάχων στο Kerman του Ιράν.[1]

Τι σύμπτωση σφαγών… Ο Al-Arouri και ο Mousawi ήταν σχεδόν σίγουρα ισραηλινές προκλήσεις, αλλά ο Abu Takwa σκοτώθηκε σκόπιμα από τους Αμερικανούς. Οι Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης (PMU) – μέρος των οποίων είναι η Kataeb – είναι επίσημη συνιστώσα των κρατικών δυνάμεων του Ιράκ. Αυτό συνάδει με την ανάσχεση του ευρύτερου πολέμου [που η WaPo ισχυρίζεται ότι επιθυμεί ο Μπάιντεν]; Θα μας πουν, βέβαια, ότι η Αμερική δεν μπορούσε να μείνει άπραγη ενώ οι επιθέσεις στις βάσεις της στο Ιράκ και τη Συρία συνεχίζονταν.

Οι επιθέσεις αυτές, ωστόσο, δεν είναι μεμονωμένα γεγονότα, αλλά συνδέονται άμεσα με τη συνεχιζόμενη σφαγή αμάχων στη Γάζα. Τον περασμένο μήνα, ένας δημοσιογράφος ρώτησε τον Μπάιντεν για τις πιθανότητες κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα: «Καμία», απάντησε ο Μπάιντεν, «Καμία πιθανότητα». Ο Μπάιντεν δεν έδειξε κανένα σημάδι υποχώρησης, γράφει ο Noah Lanard: «Απαιτήθηκε άλλος ένας μήνας και σχεδόν 8.000 ακόμη θάνατοι Παλαιστινίων για να επικρίνει ο Μπάιντεν το Ισραήλ με οποιοδήποτε τρόπο που να βγάζει κάποιο νόημα».

«Μεγάλο μέρος του θαυμασμού του Μπάιντεν προς το Ισραήλ είναι βαθιά προσωπικό. Όπως το έχουν θέσει οι υποστηρικτές του, ταυτίζεται με αυτό το έθνος στα kishkes του – ‘τα σωθικά του’. Αυτό φαίνεται στον ιδιαίτερα συναισθηματικό και γραφικό τρόπο με τον οποίο μίλησε για τα θύματα της επίθεσης της Χαμάς που σφαγιάστηκαν, δέχτηκαν σεξουαλική επίθεση και κρατήθηκαν όμηροι …»

“Ένας πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης Μπάιντεν μοιράζεται μαζί μου μια παρόμοια άποψη: «Ο Πρόεδρος δεν φαίνεται να αναγνωρίζει την ανθρωπιά όλων των μερών που επηρεάζονται από αυτή τη σύγκρουση», είπε το άτομο αυτό. «Έχει περιγράψει τα ισραηλινά δεινά με μεγάλη λεπτομέρεια, ενώ τα παλαιστινιακά δεινά μένουν ασαφή – αν αναφέρονται καθόλου».

«Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Μπάιντεν έχει δώσει προτεραιότητα στην παροχή στο Ισραήλ σε μεγάλο βαθμό ανεπιφύλακτης υποστήριξης και χώρου για να συνεχίσει να πολεμά, παρά την έντονη διεθνή αντίδραση».

Λοιπόν, ο Νετανιάχου (τον οποίο ο Μπάιντεν αντιπαθεί) αντιμετωπίζει δυσκολίες. Η ισραηλινή στρατηγική κατά της Χαμάς στη Γάζα ήταν μια ταπεινωτική αποτυχία: Η Χαμάς παραμένει γενικά ανέπαφη, ενώ οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν υποστεί σημαντικές απώλειες σε άνδρες (και γυναίκες), καθώς και σε τεθωρακισμένα οχήματα. Η στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ δεν είχε καμία λογική και κανέναν σαφή στόχο, εκτός από την εκδίκηση. Και άφησε τον άμαχο πληθυσμό της Γάζας σε μια επιδεινούμενη ανθρωπιστική ρουφήχτρα.

Η ισραηλινή κυβέρνηση – και όχι μόνο ο Νετανιάχου – χρειάζεται έναν αντιπερισπασμό από αυτή την αποτυχία, στον απόηχο των πρόσφατων πισωγυρισμάτων: Οι διαπραγματεύσεις για τους ομήρους έχουν κολλήσει, υπάρχει η κατηγορία για γενοκτονία που δικάζεται από το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης, η καταψήφιση από το Ανώτατο Δικαστήριο [του Ισραήλ] της ανατροπής από το Κνεσέτ της δικαστικής “ρήτρας λογικής”, αλλά πάνω απ’ όλα, η Χαμάς παραμένει αήττητη, η Δυτική Όχθη βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού και οι Ισραηλινοί δεν μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους στο βορρά, επειδή η Χεζμπολάχ την έχει καταστήσει ‘απαγορευμένη ζώνη’ για τους πρώην κατοίκους της.

Ο Μπάιντεν μάλλον ‘το πιάνει’ αυτό. Γνωρίζει επίσης ότι το τραύμα από όσα συνέβησαν στις 7 Οκτωβρίου μετατόπισε την ισραηλινή κοινωνία αποφασιστικά προς τα δεξιά. Τους έκανε να αμφιβάλλουν για τις πιο βασικές αρχές σχετικά με το αν είναι ασφαλείς στα σπίτια τους. Πολλοί στη Δεξιά και ορισμένοι στην Αριστερά είδαν την 7η Οκτωβρίου ως απόδειξη ότι η ειρήνη με τους Παλαιστίνιους είναι αδύνατη. Τα συναισθήματα έχουν σκοτεινιάσει και έχουν φτάσει σε αγχωτικά στρώματα υπαρξιακού φόβου. ‘Έκαναν έφοδο από τη Γάζα για να μας σκοτώσουν’, ‘η Γάζα πρέπει να εκμηδενιστεί‘ είναι μια συνηθισμένη αντίδραση.

Με λίγα λόγια, οι Ισραηλινοί – όχι μόνο ο Νετανιάχου – λαχταρούν την κάθαρση της στρατιωτικής νίκης. Ο Μπάιντεν θα είναι επιφυλακτικός απέναντι στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά μήπως αυτός και οι άλλες μιλιταριστικές φατρίες των ΗΠΑ φρενάρουν πραγματικά τους Ισραηλινούς; Στα τέλη της περασμένης εβδομάδας ο γερουσιαστής Lindsay Graham συναντήθηκε με τον Νετανιάχου. Τι μήνυμα μετέφερε και για λογαριασμό ποιου;

Η Washington Post λέει ότι ο Λευκός Οίκος προσπαθεί απεγνωσμένα να αποτρέψει τον πόλεμο με τη Χεζμπολάχ, ωστόσο μήπως αυτή η διαρροή στην πραγματικότητα αποσκοπούσε περισσότερο στον εμβολιασμό της αμερικανικής κυβέρνησης από τις συνέπειες μιας επερχόμενης σύγκρουσης με τη Χεζμπολάχ;

Πολλοί θεωρούν ότι ο ευρύτερος πόλεμος είναι αναπόφευκτος – το θέμα είναι μόνο το ‘πότε’. Αλλά κανείς δεν θέλει να θεωρηθεί υπεύθυνος ως η πλευρά που τον πυροδότησε. Σίγουρα, μια ‘αφήγηση αυτοσυγκράτησης’ ταιριάζει με τις εκλογικές ανάγκες των ΗΠΑ. Αλλά επίσης ούτε η Χεζμπολάχ ούτε το Ιράν επιθυμούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για το ξέσπασμά του.

Προς το παρόν, η έναρξη του επόμενου σταδίου μοιάζει με το παιδικό παιχνίδι ‘δώσε το πακέτο’ – κανείς δεν θέλει να βρίσκεται στα χέρια του όταν σταματήσει η μουσική. Ποιος έχει λοιπόν την περισσότερη ‘στρατηγική υπομονή’; Ασφαλώς, όχι ο Νετανιάχου και ούτε το πυρετικό ‘Ισραήλ’.

«Σε μια από τις πρώτες συνεντεύξεις που έδωσε ο Μπάιντεν ενώ διεκδικούσε την προεδρία, απέρριψε την πρόταση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αναπτύξουν μια πιο ουδέτερη στάση απέναντι στο Ισραήλ. «Στα 34 χρόνια της καριέρας μου, δεν απομακρύνθηκα ποτέ από την άποψη ότι η μόνες φορές που σημειώθηκε ποτέ πρόοδος στη Μέση Ανατολή ήταν όταν τα αραβικά έθνη αντιλαμβάνονταν ότι δεν υπάρχει σχισμή που να επιτρέπει να περάσει το φως της ημέρας ανάμεσα σε εμάς και το Ισραήλ». [ΣΗΜ. Δηλ. όταν οι Άραβες καταλάβαιναν ότι ΗΠΑ και Ισραήλ είναι αδιάρρηκτα ενωμένες]».

Με άλλα λόγια – ο Noah Lanard παραπέμπει στον καθηγητή Rashid Khalidi που υπογραμμίζει – «μόνο όταν οι Άραβες καταλάβουν ότι είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν ό,τι [ψίχουλα] είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν οι Ισραηλινοί, τότε μόνο θα υπάρξει ειρήνη». Ο καθηγητής Khalidi συνέχισε: “Νομίζω ότι αυτό αντιπροσωπεύει αρκετά τη θέση του [Biden] μέχρι σήμερα. Ειλικρινά δεν πιστεύω ότι αυτός ο άνθρωπος έχει την αίσθηση ότι σε αυτή την τοποθέτηση υπάρχει και η άλλη όψη”.

Πηγή: Al Mayadeen English

Μετάφραση: Κ. Μηλολιδάκης

[1] Στην αρχική φωτογραφία οι τρεις πρόσφατα δολοφονημένοι στρατιωτικοί ηγέτες: Ο Παλαιστίνιος Al-Arouri της Χαμάς, ο Ιρανός στρατηγός Mousawi και ο στρατιωτικός ηγέτης της Ιρακινής εθνοφρουράς Kataeb, Abu Takwa. Η σύνθεση της φωτογραφίας από τον Hadi Dbouk

Η σημασία της προσφυγής κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Δικαστήριο

Στις 30/12/2023, σχεδόν τρεις μήνες από τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου γύρω απ’ τη Γάζα, η Νότια Αφρική προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο (International Court of Justice – ICJ) εναντίον του Ισραήλ καταγγέλοντάς το για εφαρμογή γενοκτονικών πρακτικών. Η τοποθέτηση της Νότιας Αφρικής έγινε την περασμένη Πέμπτη, μ’ αυτή του Ισραήλ να ακολουθεί την επόμενη μέρα.

Είχαν μεσολαβήσει πάνω από τρεις μήνες ανελέητων επιθέσεων των Ισραηλινών στρατιωτικών δυνάμεων εναντίον της Γάζας, που με τη δικαιολογία της καταδίωξης της Χαμάς, εξαπέλυσαν το μεγαλύτερο μακελειό κατά ανθρωπίνων ζωών που έχει καταγραφεί σ’ αυτό τον αιώνα. Επιθέσεις σε καταυλισμούς και νοσοκομεία, οι εκδιωγμένοι Παλαιστίνιοι εκτεθειμένοι στο λιμό, με τις υποδομές και τα σπίτια τους κατεστραμμένα, πρωτόγνωρα πολυάριθμους θανάτους προσωπικού ανθρωπιστικών οργανώσεων και δημοσιογράφων κι όλ’ αυτά παρά τις εκκλήσεις τόσο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ όσο κι άλλων στελεχών του οργανισμού για άμεση κατάπαυση πυρός και τις καταγγελίες τους για γενοκοτονική επίθεση εκ μέρους του Ισραήλ.

Παρά τη συσπείρωση της συντριπτικής πλειονότητας της διεθνούς κοινότητας εναντίον του Ισραήλ, οι δυτικοί υποστηρικτές του έχουν μείνει απαρασάλευτα στο εγκληματικό πλευρό του, διώκοντας απηνώς κάθε ένδειξη υποστήριξης προς τους Παλαιστίνιους στο εσωτερικό τους.

Τ’ ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία είναι δεδομένο πέραν πάσης αμφιβολίας, κι αυτό όχι μόνο γιατί είναι απολύτως πρόδηλο αλλά επειδή ακόμα κι οι ειδικοί επί του διεθνούς δικαίου νομικοί διατείνονται ότι πρόκειται περί «υποδειγματικής περίπτωσης γενοκτονίας» (ενδεικτικά εδώ κι εδώ).

Αλλά η εκδίκαση διακρατικών υποθέσεων ποτέ δεν είναι απλά και μόνο δικαστικά ζητήματα. Ρόλο παίζουν η σχετική ισχύς κάθε χώρας, η δυνατότητά της να επιβάλλει τα συμφέροντά της έναντι άλλων, οι διεθνείς υποστηρικτές της κι οι επιδιώξεις τους, παράγοντες που συντελούν στη διαμόρφωση ενός διεθνούς δικαίου με χαμηλή δεσμευτικότητα και την ύπαρξη ασθενών μηχανισμών εφαρμογής του. Πρόκειται, λοιπόν, για εξόχως πολιτικά ζητήματα, κι ας εκτυλίσσονται σε μια νομική αρένα, όπου αναμετρώνται οι διεθνείς επιδιώξεις πολλών παικτών.

Εν προκειμένω, διακυβεύεται η ικανότητα του Ισραήλ να εφαρμόζει την αποικιοκρατική σιωνιστική πολιτική του εδώ κι έναν αιώνα συστηματικού εκτοπισμού των Παλαιστινίων από τη γη της ιστορικής Παλαιστίνης (ένας δημογραφικός και βίαιος εκτοπισμός παρόμοιος μ’ αυτόν που οι ακροδεξιοί της Δύσης φαντασιώνονται ότι συντελείται στις χώρες τους με τη μετανάστευση των καταπιεσμένων του Παγκόσμιου Νότου – παραγνωρίζοντας πλήρως τη φύση του φαινομένου της σύγχρονης μετανάστευσης υπέρ της εξυπηρέτησης της ρατσιστικής ατζέντας τους – με την διαφορά ότι αυτός που υφίστανται οι Παλαιστίνιοι είναι πραγματικός) και της οικειοποίησης μιας χώρας από αποκλειστικά μία θρησκευτική/εθνική κοινότητα προς αποκλεισμό των υπολοίπων. Απειλείται δηλαδή η δυνατότητά του να κάνει αυτό που οραματιζόταν ο σιωνισμός απ’ την απαρχή του, να δρα δηλαδή το Ισραήλ ως το προκεχωρημένο φυλάκιο των συμφερόντων και των «αξιών» της Δύσης στη «βάρβαρη γη των Αράβων».

H μεγάλη μερίδα της διεθνούς κοινότητας που υποστηρίζει τη Νότια Αφρική στην προσφυγή της, και πόσο μάλλον η ίδια η Νότια Αφρική, κράτος κληρονόμο του μεγάλου αντιαποικιακού αγώνα του ντόπιου μαύρου πληθυσμού εναντίον των απογόνων Ευρωπαίων αποικιοκρατών και του καθεστώτος απαρτχάιντ που είχαν εγκαθιδρύσει για να θωρακίσουν την εξουσία τους, έχουν κάθε λόγο να εξεγείρονται έναντι της συντελούμενης αδικίας εναντίον των Παλαιστινίων, στην οποία βλέπουν να αντικατοπτρίζεται η δική τους ιστορική εμπειρία.

Με τη φθορά των Δυτικών δυνάμεων να γίνεται ολοένα και πιο έκδηλη, τα κράτη των λαών που για αιώνες καταπιέζονταν από την αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική πολιτική της Δύσης βγαίνουν στο προσκήνιο διεκδικώντας μια καλύτερη θέση για τα ίδια. Όσο περισσότερο φθίνει η ακτινοβολία του ευρωατλαντικού κόσμου κι αποδομείται η μονοκρατορία του, τόσο περισσότερο εντείνονται τα αιτήματα για αποκατάσταση ιστορικών αδικιών.

Η απροθυμία όμως της συλλογικής Δύσης να αποδεχθεί την παρακμή της και να μοιραστεί πιο ισότιμα τον παγκόσμιο πλούτο, διακυβεύει ολόκληρη τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος. Βλέποντας την ανάδυση ανταγωνιστών, η Δύση παραβαίνει πολιτικές που υποχρεώνει άλλους να εφαρμόζουν (βλ. ένταση ελέγχων στο διεθνές εμπόριο από Δυτικές χώρες και διεξαγωγή εμπορικών πολέμων, όταν μέχρι πρότινος επέβαλλαν – όπως ορίζει το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο – το ανεμπόδιστο, ελεύθερο εμπόριο, μέχρι τη στιγμή που έπαψαν να είναι οι κύρια ωφελούμενες απ’ αυτό) και παραβιάζει διεθνείς νόμους που η ίδια θέσπισε, μέσα από την περίφημη φιλελεύθερη ανθρωπιστική παράδοσή της, για τη διατήρηση μιας (σχετικά έστω) ειρηνικής τάξης πραγμάτων, με την ίδια βεβαίως ως εγγυήτρια στην κορυφή της.

Η ιστορία δείχνει ότι ποτέ ένα ισχυρό μέρος δεν δέχθηκε την παραίτηση από προνόμια που απολάμβανε αμαχητί, πειθόμενη από λογική κι επιχειρήματα (εξ’ άλλου η εξουσία παράγει και προάγει τη δική της λογική). Πάντα αναγκαζόταν να εκχωρήσει εξουσία όταν η ισχύς της δεν ήταν αρκετή ώστε να τη συντηρήσει.

Έτσι, η ίδια η Δύση, στην απεγνωσμένη προσπάθεια να τηρήσει τα αποκτημένα με βία στο διάβα των αιώνων προνόμιά της, καταστρέφει τις δομές που διασφάλιζαν τη μακροβιότητα και τη σταθερότητα της εξουσίας της. Στο όνομα της επίτευξης βραχυ-μεσοπρόθεσμων τακτικών νικών, στρώνει το δρόμο για την απαξίωσή της, αποκαλύπτοντάς τους θεσμούς που έστησε και που παρουσίαζε ως πομπούς της πεφωτισμένης της δεσποτείας ως τίποτα άλλο από στηρίγματα ενός συστήματος γυμνής βίας κι αδικαιολόγητης υπεξαίρεσης.

Ό,τι κι αν αποφασίσει το Διεθνές Δικαστήριο, δυστυχώς φοβόμαστε πώς το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα κι αναπότρεπτο. Μια καταδικαστική για το Ισραήλ απόφαση δεν θα κάμψει τη δολοφονική του μανία, ούτε θα κλονίσει την αταλάντευτη στήριξη των ΗΠΑ σ’ αυτό (έχουν κι οι δύο επενδύσει πολύ στην υπεράσπιση αυτής της πολιτικής κι απειλούνται πολύ ζωτικά τους συμφέροντα για να το κάνουν αυτό), αναγκάζοντας και τους δύο να προβούν σε μια κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας. Απ’ την άλλη, μια αθωωτική για το Ισραήλ απόφαση θα οδηγήσει στο να απωλέσει το Διεθνές Δικαστήριο το όποιο ψήγμα αξιοπιστίας του είχε απομείνει στα μάτια της παγκόσμιας κοινότητας. Οι αποφάσεις του δεν θα έχουν καμιά αξία και δε θα λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν από κανέναν.

Για να μην παρεξηγηθούμε, φυσικά ευκταίο είναι η αναγνώριση από το Διεθνές Δικαστήριο της γενοκτονικής επίθεσης που υπομένει ο Παλαιστινιακός λαός, σήμερα και διαχρονικά. Αναντίρρητα, μια τέτοια αναγνώριση θα αποτελούσε σημαντικό εφόδιο για τον αγώνα της παλαιστινιακής αντίστασης. Απλώς θέλουμε να καταδείξουμε τη δυσμενή συνθήκη που έχουν διαμορφώσει οι πολιτικές του κεφαλαίου διεθνώς.

Σε κάθε περίπτωση, θα σημειωθεί μια σημαντική τομή στην αποδόμηση των υπερεθνικών θεσμών που είχαν ορίσει μια διεθνή μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας κι η Δύση θα απομονωθεί περαιτέρω έναντι των ανταγωνιστών της απ’ τον Παγκόσμιο Νότο. Μπροστά στο να δεχτεί την ισότιμη συμμετοχή όλων των χωρών του κόσμου, η Δύση είναι διατεθειμένη να τον βυθίσει στην αυξανόμενη ένταση, το χάος του πολέμου και ενδεχομένως τον πυρηνικό όλεθρο.

Αυτή τη στιγμή η Δύση, με προμετωπίδα ασφαλώς τις ΗΠΑ, αποτελεί τον πιο επικίνδυνο εμπρηστή. Είναι πιο αναγκαία από ποτέ η συγκρότηση του στρατοπέδου των λαών όλου του κόσμου, προεξαρχόντων αυτών που έχουν υποστεί τη χρόνια καταπίεση κι εκμετάλλευση των αρχουσών τάξεων της Δύσης, ώστε να γλυτώσει τον κόσμο από την πυρομανία των αδίστακτων αρπακτικών που τρομάζουν με την προοπτική της δύσης της δικής τους κυριαρχίας.

Πηγή: Στο Νησί

Επιβάλλοντας την σιωπή στους αμνούς: πώς λειτουργεί η προπαγάνδα

Η Leni Riefenstahl είχε δηλώσει ότι οι επικές ταινίες της που εξυμνούσαν τους Ναζί βασίζονταν σε ένα “κενό υποταγής” του γερμανικού κοινού. Έτσι λειτουργεί η προπαγάνδα.

Στη δεκαετία του 1970 γνώρισα μια από τις κορυφαίες προπαγανδίστριες του Χίτλερ, τη Leni Riefenstahl[i], της οποίας οι επικές ταινίες δόξασαν τους Ναζί. Έτυχε να μείνουμε στο ίδιο καταφύγιο στην Κένυα, όπου βρισκόταν για μια φωτογραφική αποστολή, έχοντας γλιτώσει τη μοίρα άλλων φίλων του Φύρερ.

Μου είπε ότι τα ‘πατριωτικά μηνύματα’ των ταινιών της δεν εξαρτώνταν από ‘άνωθεν εντολές’ αλλά από αυτό που αποκαλούσε «κενό υποταγής (ενδοτικότητας)» του γερμανικού κοινού.

– Αυτό περιελάμβανε και τη φιλελεύθερη, μορφωμένη αστική τάξη; ρώτησα. «Ναι, ειδικά αυτούς», είπε.

Το σκέφτομαι αυτό καθώς κοιτάζω γύρω μου την προπαγάνδα που κατακλύζει τώρα τις δυτικές κοινωνίες.

Φυσικά, είμαστε πολύ διαφορετικοί από τη Γερμανία της δεκαετίας του 1930. Ζούμε σε πληροφορημένες κοινωνίες Είμαστε παγκοσμιοποιημένοι. Ποτέ δεν ήμασταν πιο συνειδητοποιημένοι, περισσότερο σε επαφή, καλύτερα συνδεδεμένοι.

Ή μήπως στη Δύση ζούμε σε μια κοινωνία των ΜΜΕ όπου η πλύση εγκεφάλου είναι ύπουλη και αδυσώπητη και η αντίληψη φιλτράρεται σύμφωνα με τις ανάγκες και τα ψέματα της κρατικής και εταιρικής εξουσίας;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης του δυτικού κόσμου. Όλες οι 10 κορυφαίες εταιρείες μέσων ενημέρωσης, εκτός από μία, εδρεύουν στη Βόρεια Αμερική. Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – Google, Twitter, Facebook – ανήκουν και ελέγχονται ως επί το πλείστον από τους Αμερικανούς.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ανατρέψει ή έχουν επιχειρήσει να ανατρέψουν περισσότερες από 50 κυβερνήσεις, κυρίως δημοκρατίες. Έχουν παρέμβει σε δημοκρατικές εκλογές σε 30 χώρες. Έχουν ρίξει βόμβες στους λαούς 30 χωρών, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν φτωχοί και ανυπεράσπιστοι. Έχουν αποπειραθεί να δολοφονήσουν τους ηγέτες 50 χωρών. Έχουν αγωνιστεί για την καταστολή των απελευθερωτικών κινημάτων σε 20 χώρες.

Η έκταση και η κλίμακα αυτού του μακελειού παραμένει σε μεγάλο βαθμό χωρίς αναφορά, χωρίς αναγνώριση, και οι υπεύθυνοι συνεχίζουν να κυριαρχούν στην αγγλοαμερικανική πολιτική ζωή.

Ο Χάρολντ Πίντερ έσπασε τη σιωπή

Τα χρόνια πριν πεθάνει το 2008, ο θεατρικός συγγραφέας Χάρολντ Πίντερ[ii] εκφώνησε δύο εξαιρετικές ομιλίες, οι οποίες έσπασαν τη σιωπή.

«Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ», είπε, «ορίζεται καλύτερα ως εξής: Φίλα μου τον κώλο αλλιώς θα σου σπάσω το κεφάλι. Είναι τόσο απλή και τόσο ωμή όσο αυτό. Το ενδιαφέρον είναι ότι είναι τόσο απίστευτα επιτυχημένη. Διαθέτει τις δομές της παραπληροφόρησης, της χρήσης της ρητορικής, της διαστρέβλωσης της γλώσσας, οι οποίες είναι πολύ πειστικές, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα μάτσο ψέματα. Είναι μια πολύ επιτυχημένη προπαγάνδα. Έχουν τα χρήματα, έχουν την τεχνολογία, έχουν όλα τα μέσα για να το καταφέρουν χωρίς συνέπειες, και το κάνουν».

Παραλαμβάνοντας το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο Πίντερ είπε τα εξής:

«Τα εγκλήματα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι συστηματικά, συνεχή, μοχθηρά, ανελέητα, αλλά πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν μιλήσει γι’ αυτά. Πρέπει να το παραδεχτούμε αυτό στην Αμερική. Έχει ασκήσει μια αρκετά κλινική χειραγώγηση της ισχύος παγκοσμίως, υποδυόμενη παράλληλα τη δύναμη του παγκόσμιου καλού. Πρόκειται για μια λαμπρή, ακόμη και πνευματώδη, εξαιρετικά επιτυχημένη πράξη ύπνωσης».

Ο Πίντερ ήταν φίλος μου και ενδεχομένως ο τελευταίος μεγάλος πολιτικός σοφός – εννοώ προτού οι διαφωνούσες πολιτικές ευνουχιστούν. Τον ρώτησα αν η «ύπνωση» στην οποία αναφερόταν ήταν το «κενό υποταγής» που περιέγραψε η Leni Riefenstahl.

«Είναι το ίδιο πράγμα», απάντησε. «Σημαίνει ότι η πλύση εγκεφάλου είναι τόσο διεξοδική που είμαστε προγραμματισμένοι να καταπίνουμε ένα μάτσο ψέματα. Αν δεν αναγνωρίζουμε την προπαγάνδα, μπορεί να την αποδεχτούμε ως φυσιολογική και να την πιστέψουμε. Αυτό είναι το κενό της υποταγής».

Η Leni Riefenstahl και ένα τηλεοπτικό συνεργείο στέκονται μπροστά
από το αυτοκίνητο του Χίτλερ κατά τη διάρκεια
συγκέντρωσης στη Νυρεμβέργη το 1934.
(Bundesarchiv, CC-BY-SA 3.0, Wikimedia Commons)

Στα συστήματά μας της εταιρικής δημοκρατίας, ο πόλεμος είναι μια οικονομική αναγκαιότητα, ο τέλειος γάμος της δημόσιας επιδότησης και του ιδιωτικού κέρδους: σοσιαλισμός για τους πλούσιους, καπιταλισμός για τους φτωχούς. Την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου οι τιμές των μετοχών της πολεμικής βιομηχανίας εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Ερχόταν περισσότερη αιματοχυσία, πράγμα που είναι καλό για τις επιχειρήσεις.

Σήμερα, οι πιο κερδοφόροι πόλεμοι έχουν το δικό τους εμπορικό σήμα. Ονομάζονται “πόλεμοι διαρκείας”—Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Ιράκ, Λιβύη, Υεμένη και τώρα Ουκρανία. Αυτοί όλοι βασίζονται σε ένα μάτσο ψέματα.

Η πιο περιβόητη περίπτωση είναι το Ιράκ, με τα όπλα μαζικής καταστροφής που δεν υπήρχαν. Η καταστροφή της Λιβύης από το ΝΑΤΟ το 2011 δικαιολογήθηκε από μια σφαγή στη Βεγγάζη που δεν συνέβη. Το Αφγανιστάν ήταν ένας βολικός πόλεμος εκδίκησης για την 11η Σεπτεμβρίου, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με τον λαό του Αφγανιστάν.

Σήμερα, οι ειδήσεις από το Αφγανιστάν είναι πόσο κακοί είναι οι Ταλιμπάν – όχι ότι η κλοπή 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τα τραπεζικά αποθεματικά της χώρας από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν προκαλεί εκτεταμένη δυστυχία. Πρόσφατα, το Εθνικό Δημόσιο Ραδιόφωνο [National Public Radio–NPR] στην Ουάσιγκτον αφιέρωσε δύο ώρες στο Αφγανιστάν—και 30 δευτερόλεπτα στον πεινασμένο λαό του.

Στη σύνοδο κορυφής του στη Μαδρίτη τον Ιούνιο, το ΝΑΤΟ, το οποίο ελέγχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, υιοθέτησε ένα έγγραφο στρατηγικής που στρατιωτικοποιεί την ευρωπαϊκή ήπειρο και κλιμακώνει την προοπτική πολέμου με τη Ρωσία και την Κίνα. Προτείνει «πολεμικές επιχειρήσεις σε πολλαπλούς τομείς εναντίον ομότιμων ανταγωνιστών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα». Με άλλα λόγια, πυρηνικό πόλεμο.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Jens Stoltenberg, αριστερά,
και ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Pedro Sánchez στις 28 Ιουνίου στη Μαδρίτη. (ΝΑΤΟ)

Λέει: «Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ υπήρξε μια ιστορική επιτυχία».

Το διάβασα αυτό με δυσπιστία.

Οι ειδήσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν είναι ως επί το πλείστον ειδήσεις, αλλά μια μονόπλευρη λιτανεία αλαζονείας, διαστρέβλωσης, παράλειψης. Έχω κάνει ρεπορτάζ για πολλούς πολέμους και δεν έχω γνωρίσει ποτέ μια τέτοια οριζόντια προπαγάνδα.

Τον Φεβρουάριο, η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία ως απάντηση σε σχεδόν οκτώ χρόνια δολοφονιών και εγκληματικής καταστροφής στη ρωσόφωνη περιοχή του Ντονμπάς στα σύνορά της.

Το 2014, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν προωθήσει ένα πραξικόπημα στο Κίεβο, το οποίο απομάκρυνε τον δημοκρατικά εκλεγμένο, ρωσόφιλο πρόεδρο της Ουκρανίας και εγκατέστησε έναν διάδοχο, τον οποίο οι Αμερικανοί κατέστησαν σαφές ότι ήταν ο άνθρωπός τους.

7 Δεκεμβρίου 2015: Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν συναντάται
με τον Ουκρανό πρόεδρο Πέτρο Ποροσένκο στο Κίεβο. (Πρεσβεία των ΗΠΑ στο Κίεβο, Flickr)

Τα τελευταία χρόνια, αμερικανικοί πύραυλοι ‘υπερασπιστές’ έχουν εγκατασταθεί στην ανατολική Ευρώπη, στην Πολωνία, στη Σλοβενία, στην Τσεχία, με στόχο σχεδόν σίγουρα τη Ρωσία, συνοδευόμενοι από ψευδείς διαβεβαιώσεις που φτάνουν πίσω έως την ‘υπόσχεση’ του Τζέιμς Μπέικερ προς τον σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ τον Φεβρουάριο του 1990 ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί ποτέ πέρα από τη Γερμανία.

Το ΝΑΤΟ στα σύνορα του Χίτλερ

Η Ουκρανία είναι η γραμμή του μετώπου. Το ΝΑΤΟ έχει ουσιαστικά φτάσει στην ίδια την παραμεθόριο περιοχή από την οποία εισέβαλε ο στρατός του Χίτλερ το 1941, αφήνοντας πίσω του περισσότερα από 23 εκατομμύρια νεκρούς στη Σοβιετική Ένωση.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, η Ρωσία πρότεινε ένα εκτεταμένο σχέδιο ασφάλειας για την Ευρώπη. Αυτό απορρίφθηκε, χλευάστηκε ή αποσιωπήθηκε από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης. Ποιος διάβασε τις βήμα προς βήμα προτάσεις του; Στις 24 Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος Βολοντιμίρ Ζελένσκι απείλησε να αναπτύξει πυρηνικά όπλα εκτός αν η Αμερική εξοπλίσει και προστατεύσει την Ουκρανία.[iii]

Την ίδια ημέρα, η Ρωσία εισέβαλε—μια απρόκλητη πράξη εκ γενετής ατιμωτική, σύμφωνα με τα δυτικά μέσα ενημέρωσης. Η προηγούμενη ιστορία, τα ψέματα, οι ειρηνευτικές προτάσεις, οι πανηγυρικές συμφωνίες για το Ντονμπάς στο Μινσκ δεν μέτρησαν καθόλου.

Στις 25 Απριλίου, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Λόιντ Όστιν πέταξε στο Κίεβο και επιβεβαίωσε ότι στόχος της Αμερικής ήταν να καταστρέψει τη Ρωσική Ομοσπονδία—η λέξη που χρησιμοποίησε ήταν «να αποδυναμώσει». Η Αμερική είχε αποκτήσει τον πόλεμο που ήθελε, τον οποίο πραγματοποιούσε ένα χρηματοδοτούμενο και οπλισμένο από τους Αμερικανούς πληρεξούσιο και αναλώσιμο πιόνι.

Σχεδόν τίποτα από αυτά δεν εξηγήθηκε στο δυτικό κοινό.[iv]

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι απερίσκεπτη και ασυγχώρητη. Είναι έγκλημα η εισβολή σε μια κυρίαρχη χώρα. Δεν υπάρχουν “αλλά”—εκτός από ένα.

Πότε ξεκίνησε ο σημερινός πόλεμος στην Ουκρανία και ποιος τον ξεκίνησε; Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, μεταξύ του 2014 και του τρέχοντος έτους, περίπου 14.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο που επέβαλε το καθεστώς του Κιέβου στο Ντονμπάς. Πολλές από τις επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν από νεοναζί.

Παρακολουθήστε ένα δελτίο ειδήσεων του ITV από τον Μάιο του 2014, από τον βετεράνο δημοσιογράφο James Mates, ο οποίος βομβαρδίζεται, μαζί με πολίτες στην πόλη Μαριούπολη, από το τάγμα Azov (νεοναζί) της Ουκρανίας.

Τον ίδιο μήνα, δεκάδες ρωσόφωνοι κάηκαν ζωντανοί ή υπέστησαν ασφυξία σε ένα κτίριο των συνδικάτων στην Οδησσό που πολιορκούνταν από φασίστες κακοποιούς, οπαδούς του συνεργάτη των ναζί και φανατικού αντισημίτη Στεπάν Μπαντέρα. Οι New York Times αποκάλεσαν τους κακοποιούς «εθνικιστές».

«Η ιστορική αποστολή του έθνους μας σε αυτή την κρίσιμη στιγμή», δήλωσε ο Αντρέι Μπιλέτσκι, ιδρυτής του τάγματος Αζόφ, «είναι να οδηγήσει τις Λευκές Φυλές του κόσμου σε μια τελική σταυροφορία για την επιβίωσή τους, μια σταυροφορία ενάντια στους ηγούμενους από τους σημίτες Untermenschen [υπανθρώπους–χιτλερική έκφραση]».

Από τον Φεβρουάριο, μια εκστρατεία αυτοαποκαλούμενων «ελεγκτών ειδήσεων» (που χρηματοδοτούνται κυρίως από Αμερικανικές και Βρετανικές πηγές συνδεδεμένες με τις αντίστοιχες κυβερνήσεις) προσπάθησαν να διατηρήσουν τον παραλογισμό ότι οι νεοναζί της Ουκρανίας δεν υπάρχουν.

O ‘ευπρεπισμός των εικόνων’, που κάποτε συνδεόταν με τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν, έχει γίνει εργαλείο της κυρίαρχης δημοσιογραφίας.

«Έχω κάνει ρεπορτάζ για πολλούς πολέμους και δεν έχω γνωρίσει ποτέ τέτοια εν λευκώ προπαγάνδα»

Σε λιγότερο από μια δεκαετία, η εικόνα της “καλής” Κίνας έχει ευπρεπιστεί και μια “κακή” Κίνα την έχει αντικαταστήσει: από το ‘παγκόσμιο εργαστήρι’ τώρα περάσαμε σε έναν εκκολαπτόμενο νέο Σατανά.

Μεγάλο μέρος αυτής της προπαγάνδας προέρχεται από τις ΗΠΑ και μεταδίδεται μέσω πληρεξουσίων και “δεξαμενών σκέψης”, όπως το διαβόητο Αυστραλιανό Ινστιτούτο Στρατηγικής Πολιτικής, που αποτελεί τη φωνή της βιομηχανίας όπλων, και από δημοσιογράφους όπως ο Πίτερ Χάρτσερ της εφημερίδας The Sydney Morning Herald, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει όσους «διαδίδουν την κινεζική επιρροή» ως «αρουραίους, μύγες, κουνούπια και σπουργίτια»’ και εισηγείται αυτά τα «παράσιτα» να «εξολοθρευτούν».

Ο Andriy Beletsky, διοικητής του ειδικού ουκρανικού νεοναζιστικού αστυνομικού συντάγματος Azov,
με εθελοντές το 2014. (My News24, CC BY 3.0, Wikimedia Commons)

Οι ειδήσεις για την Κίνα στη Δύση αφορούν σχεδόν αποκλειστικά την απειλή από το Πεκίνο. Ευπρεπισμένες είναι οι 400 αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που περικυκλώνουν το μεγαλύτερο μέρος της Κίνας, ένα ένοπλο περιδέραιο που εκτείνεται από την Αυστραλία μέχρι τον Ειρηνικό και τη νοτιοανατολική Ασία, την Ιαπωνία και την Κορέα. Το ιαπωνικό νησί Okinawa και το κορεατικό νησί Jeju λειτουργούν ως όπλα έτοιμα να ρίξουν στοχεύοντας εξ επαφής τη βιομηχανική καρδιά της Κίνας. Ένας αξιωματούχος του Πενταγώνου το περιέγραψε ως «θηλιά αγχόνης».

Η Παλαιστίνη παρουσιάζεται ψευδώς από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Για το BBC, υπάρχει μια «σύγκρουση δύο αφηγήσεων». Η μακροβιότερη, πιο κτηνώδης, παράνομη στρατιωτική κατοχή της σύγχρονης εποχής δεν αναφέρεται.

Ο δοκιμαζόμενος λαός της Υεμένης μόλις και μετά βίας υπάρχει. Είναι μη-άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης. Ενώ οι Σαουδάραβες ρίχνουν βροχή τις αμερικανικές βόμβες διασποράς με Βρετανούς συμβούλους να εργάζονται πλάι-πλάι με τους Σαουδάραβες αξιωματικούς στόχευσης, περισσότερα από μισό εκατομμύριο παιδιά αντιμετωπίζουν την πείνα.

Αυτή η πλύση εγκεφάλου μέσω της παράλειψης δεν είναι καινούργια εφεύρεση. Η σφαγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αποσιωπήθηκε από δημοσιογράφους που στη συνέχεια χρίστηκαν ιππότες για τη συμμόρφωσή τους. Το 1917, ο εκδότης της εφημερίδας The Manchester Guardian, C.P. Scott, εκμυστηρεύτηκε στον πρωθυπουργό Lloyd George: «Αν οι άνθρωποι γνώριζαν πραγματικά [την αλήθεια], ο πόλεμος θα σταματούσε αύριο, αλλά δεν γνωρίζουν και δεν επιτρέπεται να γνωρίζουν».

Η άρνηση να βλέπουμε τους ανθρώπους και τα γεγονότα όπως τα βλέπουν οι άνθρωποι σε άλλες χώρες είναι ένας ιός των μέσων ενημέρωσης στη Δύση, εξίσου εξουθενωτικός με το COVID. Είναι σαν να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από έναν μονόδρομο καθρέφτη, στον οποίο ‘εμείς’ είμαστε ηθικοί και καλοκάγαθοι και ‘αυτοί’ όχι. Είναι μια βαθιά ιμπεριαλιστική άποψη.

Η Ιστορία που αποτελεί μια ζώσα παρουσία στην Κίνα και τη Ρωσία σπάνια εξηγείται και σπάνια γίνεται κατανοητή [στη Δύση]. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο Σι Τζινπίνγκ είναι ο Φου Μαν Τσου. Επικά επιτεύγματα, όπως η εξάλειψη της άθλιας φτώχειας στην Κίνα, είναι ελάχιστα γνωστά. Πόσο διεστραμμένο και ελεεινό είναι αυτό!

«Οι ειδήσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν είναι ως επί το πλείστον ειδήσεις, αλλά μια μονόπλευρη λιτανεία αλαζονείας, διαστρέβλωσης, παράλειψης»

Πότε θα επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να καταλάβουν; Η εκπαίδευση των δημοσιογράφων σε εργοστασιακό στυλ δεν είναι η απάντηση. Ούτε και το θαυμαστό ψηφιακό εργαλείο, το οποίο είναι μέσο και όχι σκοπός, όπως η γραφομηχανή με το ένα δάχτυλο και η λινοτυπική μηχανή.

Τα τελευταία χρόνια, μερικοί από τους καλύτερους δημοσιογράφους έχουν απομακρυνθεί από τα κυρίαρχα μέσα. Η λέξη που χρησιμοποιείται είναι «αποστερημένοι». Οι χώροι που κάποτε ήταν ανοιχτοί για τους ανεξάρτητους, για τους δημοσιογράφους που πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα, τους ανθρώπους που έλεγαν την αλήθεια, έχουν κλείσει.

Η περίπτωση του Τζούλιαν Ασάνζ είναι η πιο συγκλονιστική. Όταν ο Τζούλιαν και τα WikiLeaks πετύχαιναν να κερδίζουν αναγνώστες και βραβεία για τον Guardian, τους New York Times και άλλες αυτάρεσκες «εφημερίδες αναφοράς», τον εξυμνούσαν.

Όταν το σκοτεινό κράτος διαμαρτυρήθηκε και απαίτησε την καταστροφή των σκληρών δίσκων και τη δολοφονία του χαρακτήρα του Τζούλιαν, τον έκαναν δημόσιο εχθρό. Ο αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν τον συνέκρινε με έναν «τρομοκράτη υψηλής τεχνολογίας». Η Χίλαρι Κλίντον ρώτησε: «Δεν μπορούμε απλά να τον εκτελέσουμε με ένα drone αυτόν τον τύπο;».

Η επακόλουθη εκστρατεία κακοποίησης και συκοφάντησης του Τζούλιαν Ασάνζ -ο αρμόδιος εισηγητής του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια την αποκάλεσε «mobbing»[v]– έφερε τον φιλελεύθερο Τύπο στο ναδίρ. Τους γνωρίζουμε αυτούς. Στο μυαλό μου κατατάσσονται στην τάξη των δοσιλόγων: Όπως οι δημοσιογράφοι του Βισύ[vi].

Πότε θα ορθώσουν το ανάστημά τους οι πραγματικοί δημοσιογράφοι; Στο διαδίκτυο κυκλοφορούν ήδη εμπνευσμένα σαμιζντάτ[vii]: Το Consortium News, που ιδρύθηκε από τον σπουδαίο δημοσιογράφο Robert Parry, το The Grayzone του Max Blumenthal, το Mint Press News, το Media Lens, το DeclassifiedUK, το Alborada, το Electronic Intifada, το WSWS, το ZNet, το ICH, το CounterPunch, το Independent Australia, το έργο του Chris Hedges, του Patrick Lawrence, του Jonathan Cook, της Diana Johnstone, της Caitlin Johnstone και άλλων που θα με συγχωρήσουν που δεν τους αναφέρω εδώ.

Και πότε οι συγγραφείς θα ορθώσουν το ανάστημά τους, όπως έκαναν ενάντια στην άνοδο του φασισμού τη δεκαετία του 1930; Πότε οι κινηματογραφιστές θα ορθώσουν το ανάστημά τους, όπως έκαναν ενάντια στον Ψυχρό Πόλεμο τη δεκαετία του 1940; Πότε οι σατυρικοί δημιουργοί θα ορθώσουν το ανάστημά τους, όπως έκαναν πριν από μια γενιά;

Έχοντας μουλιάσει για 82 χρόνια σε ένα βαθύ λουτρό ορθότητας, που είναι η επίσημη εκδοχή του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου, δεν είναι καιρός εκείνοι που υποτίθεται ότι θα κρατούσαν τα πράγματα στη θέση τους, να δηλώσουν την ανεξαρτησία τους και να αποκωδικοποιήσουν την προπαγάνδα; Η επείγουσα ανάγκη είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

———————————————————————————

Το άρθρο αυτό, που αναρτούμε στη μνήμη του, βασίζεται σε ομιλία που εκφώνησε ο συγγραφέας στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ του Τρόντχαϊμ, στη Νορβηγία.

Πηγή: Consortium News

Μετάφραση – επιμέλεια: Κωστής Μηλολιδάκης

[i] Η Έλενα Μπέρτα Αμάλιε “Λένι” Ρίφενσταλ (1902-2003) ήταν Γερμανίδα ηθοποιός, σκηνοθέτης και φωτογράφος, η οποία έγινε διάσημη χάρη στις ταινίες προπαγάνδας που δημιούργησε για λογαριασμό της Ναζιστικής Γερμανίας. Στην αρχική φωτογραφία (1936), που είναι κλασική, την βλέπουμε (στο κέντρο) να τραβά σκηνές με δύο βοηθούς της.

[ii] Ο Χάρολντ Πίντερ (1930-2008) ήταν Άγγλος συγγραφέας θεατρικών έργων και θεατρικός σκηνοθέτης, από τους σημαντικότερους του 20ου αιώνα. Βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2005.

[iii] Βλ. το σχετικό άρθρο του John Pilger https://consortiumnews.com/2022/02/17/war-in-europe-the-rise-of-raw-propaganda/ [Η σημείωση στο πρωτότυπο].

[iv] Διαβάστε: Joe Lauria: «Ο Μπάιντεν επιβεβαιώνει γιατί οι ΗΠΑ χρειάστηκαν αυτόν τον πόλεμο» [Η σημείωση στο πρωτότυπο].

[v] ‘Mob’ είναι η συμμορία, συνήθως της Μαφίας. ‘Mobbing’ είναι λέξη πλασμένη επί τούτου και σημαίνει την άσκηση πρακτικών Μαφίας.

[vi] H ‘Δημοκρατία του Vichy’ ήταν ένα ψευδοκράτος που δημιούργησαν στην κατεχόμενη Γαλλία οι Γερμανοί κατά τον Β’ ΠΠ με επικεφαλής τον στρατάρχη Πεταίν, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο ως δοσίλογος, αλλά δεν εκτελέστηκε, μετά τη λήξη του πολέμου.

[vii] Samizdat: Απαγορευμένα ή μη προωθούμενα προς εκτύπωση έργα που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι στις χώρες του συμφώνου της Βαρσοβίας, κυρίως στην ΕΣΣΔ.

Το Ισραήλ εκβιάζει τις ΗΠΑ καθώς ετοιμάζεται «να αλλάξει θεμελιωδώς τα σύνορα με τον Λίβανο»—Προειδοποιήσεις της Washington Post

Όπως φαίνεται, το Ισραήλ, προκειμένου να υλοποιήσει τα σχέδιά του για το “Μεγάλο Ισραήλ”, είναι αποφασισμένο να ανοίξει δεύτερο μέτωπο προς Λίβανο στην προσπάθειά του να επεκταθεί έως τον ποταμό Λιτάνι. Η ιδέα είναι ότι καθώς θα κινδυνεύει με στρατιωτική συντριβή (ας θυμηθούμε τι συνέβη το 2006) οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να επέμβουν στο πλευρό του και με την πλάτη των Αμερικανών θα πετύχει να υλοποιήσει τα σχέδιά του. Κατά τούτο το Ισραήλ συμπίπτει απολύτως με το άλλο κράτος μαριονέτα των ΗΠΑ, την ελεγχόμενη από το καθεστώς του Κιέβου Ουκρανία, η οποία κάνει ό,τι μπορεί για να σύρει το ΝΑΤΟ άμεσα στον πόλεμο.

Το Ισραήλ δεν θεωρεί ότι ‘ρισκάρει’ στην άσκηση αυτού του εκβιασμού προς τις ΗΠΑ (καθώς περί εκβιασμού πρόκειται) επειδή θεωρεί ως βέβαιο το αποτέλεσμα μετά την άσκησή του. Δηλαδή πιστεύει ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν άλλο δρόμο από το να παρέμβουν αν φοβηθούν ότι η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή για τους σιωνιστές. Όμως, στην πραγματικότητα το στοίχημα αυτό είναι μετέωρο επειδή μπορεί να λειτουργήσουν πολλοί απρόβλεπτοι παράγοντες. Εδώ ισχύει η γνωστή παροιμία ότι όποιος παίζει με τη φωτιά μπορεί να καεί.

Οι αμερικανικές κρατικές υπηρεσίες βλέπουν αυτές τις κινήσεις και δεν αισθάνονται ευτυχείς, αλλά με την παράλυση της Αμερικανικής Διοίκησης από αντίρροπες δυνάμεις, την οποία παρακολουθούμε μέσα από τις ανοικτές διαμαρτυρίες των αμερικανών διπλωματών και τις προειδοποιήσεις των στρατιωτικών υπηρεσιών αφενός αλλά και την ανοιχτή συμπόρευση της κυβέρνησης του προέδρου Μπάιντεν με τους τυχοδιωκτισμούς και τις εθνοκαθάρσεις του Ισραήλ αφετέρου, οι συνθήκες ευνοούν, έστω φαινομενικά, τον νέο τυχοδιωκτισμό του κράτους-απαρτχάιντ. Ας θυμηθούμε ότι δεν είναι πολύς καιρός που ο ημι-ξεμωραμένος αμερικανός πρόεδρος δήλωνε ότι αυτός ανέκαθεν ήταν σιωνιστής ακολουθώντας το παράδειγμα αντίστοιχων προηγούμενων δηλώσεων του υπουργού εξωτερικών Μπλίνκεν. Συμπερασματικά, οι εξελίξεις είναι εντελώς ρευστές.

Χθες Κυριακή 7 Ιανουαρίου, είχαμε μια παρέμβαση από την Washington Post, τον ένα από τους δύο βασικούς εκφραστές του ‘βαθέως κράτους’ των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την εφημερίδα, μια μυστική αξιολόγηση από την Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών (Defense Intelligence Agency – DIA) της Ουάσιγκτον διαπίστωσε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις θα ήταν «δύσκολο να επιτύχουν» σε έναν διμέτωπο πόλεμο εναντίον της Χαμάς στη Γάζα και της Χεζμπολάχ στο Λίβανο. Κατά την WaPo, ήδη ανώτατοι απεσταλμένοι του Μπάιντεν οργώνουν τη Μ. Ανατολή με στόχο να αποτραπεί η έναρξη πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ.

Σήμερα Δευτέρα 8 Ιανουαρίου ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Μπλίνκεν καταφθάνει στο Ισραήλ

Οι Ισραηλινές Δυνάμεις Άμυνας (IDF) έχουν εμπλακεί σε ανταλλαγές πυρών με τους μαχητές της Χεζμπολάχ από την έναρξη του πολέμου με τη Χαμάς τον Οκτώβριο. Όμως η δολοφονία από το Ισραήλ ενός ανώτερου ηγέτη της Χαμάς στη Βηρυτό λίγες ημέρες νωρίτερα, οδήγησε σε αντίποινα της Χεζμπολάχ η οποία σφυροκόπησε με πυραύλους μια βάση των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών το Σάββατο 6 Ιανουαρίου. Αυτά τα γεγονότα θεωρούνται σοβαρή κλιμάκωση στη σύγκρουση Χεζμπολάχ-Ισραήλ.

Συγκεκριμένα, συναγερμοί για εισερχόμενους πυραύλους ακούστηκαν το Σάββατο σε όλο το βόρειο Ισραήλ, καθώς δεκάδες πύραυλοι έπληξαν τη βάση στην κορυφή του όρους Μερόν, την υψηλότερη κορυφή στο ισραηλινό έδαφος εκτός των υψωμάτων του Γκολάν. Η βάση έχει εξαιρετική στρατιωτική σημασία καθώς φιλοξενεί σταθμό ραντάρ και συσκευές επιτήρησης που χρησιμοποιούνται για την καθοδήγηση ισραηλινών πολεμικών αεροσκαφών πάνω από τον Λίβανο και τμήματα της Συρίας και για την υποκλοπή επικοινωνιών και από τις δύο χώρες.

«Στο πλαίσιο της αρχικής απάντησης στο έγκλημα της δολοφονίας του σπουδαίου ηγέτη Σέιχ Σάλεχ αλ-Αρούρι… η Ισλαμική Αντίσταση στόχευσε τη βάση εναέριου ελέγχου του Μερόν με 62 πυραύλους διαφόρων τύπων», ανέφερε σε ανακοίνωσή της η Χεζμπολάχ, η οποία περιέγραψε τη βάση Μερόν ως «το μοναδικό κέντρο διοίκησης, παρακολούθησης και αεροπορικού ελέγχου στο βόρειο τμήμα της σφετεριστικής οντότητας [Ισραήλ]», χωρίς το οποίο το Ισραήλ δεν έχει «καμία βιώσιμη εναλλακτική λύση» [στην καθοδήγηση των επιθέσεων κατά Λιβάνου και Συρίας].

 

*          *          *

Ενώ ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει υποσχεθεί να κάνει μια «θεμελιώδη αλλαγή» στην κατάσταση ασφαλείας κατά μήκος των λιβανικών συνόρων, Αμερικανοί αξιωματούχοι τον έχουν προειδοποιήσει κατ’ ιδίαν να μην ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο, ανέφερε η Washington Post.

«Αν το έκανε, μια νέα απόρρητη αξιολόγηση από την Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών (DIA) διαπίστωσε ότι θα είναι δύσκολο για τις Ισραηλινές Δυνάμεις Άμυνας (IDF) να έχουν επιτυχία, επειδή τα στρατιωτικά μέσα και οι πόροι τους θα ήταν πολύ αραιά κατανεμημένα, δεδομένης της σύγκρουσης στη Γάζα», αναφέρει η WaPo επικαλούμενη δύο ανώνυμους αξιωματούχους και μια απόρρητη έκθεση της DIA.

Πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν στην Washington Post ότι φοβούνται ότι ο Νετανιάχου μπορεί να επιτεθεί στη Χεζμπολάχ προκειμένου να σώσει την πολιτική του καριέρα. Ο Ισραηλινός ηγέτης αντιμετώπιζε εκτεταμένες διαμαρτυρίες πριν από την έναρξη του πολέμου και επικρίθηκε στη συνέχεια επειδή δεν πρόλαβε την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, η οποία άφησε πίσω της περίπου 1.200 νεκρούς Ισραηλινούς.

«Μια σύγκρουση πλήρους κλίμακας μεταξύ του Ισραήλ και του Λιβάνου θα ξεπερνούσε την αιματοχυσία του πολέμου Ισραήλ-Λιβάνου το 2006, λόγω του σημαντικά μεγαλύτερου οπλοστασίου της Χεζμπολάχ σε όπλα μεγάλου βεληνεκούς και ακριβείας», ανέφερε η εφημερίδα, επικαλούμενη αξιωματούχους που προειδοποίησαν επίσης ότι η μαχητική οργάνωση θα μπορούσε να εξαπολύσει πυραυλικές επιθέσεις σε ισραηλινά πετροχημικά εργοστάσια και πυρηνικούς αντιδραστήρες.

Σε μήνυμα που αναρτήθηκε στον λογαριασμό Χ (πρώην Twitter) του Νετανιάχου μετά τη συνάντησή του με τον ειδικό προεδρικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Amos Hochstein στο Τελ Αβίβ την Πέμπτη, επαναλαμβάνεται ότι το Ισραήλ «έχει δεσμευτεί να επιφέρει μια θεμελιώδη αλλαγή στα σύνορά του με τον Λίβανο».

Ο Νετανιάχου φόρεσε το κράνος του και ετοιμάζεται να εκστρατεύσει για το «Μεγάλο Ισραήλ».

Ήδη ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, Νασράλα, προειδοποίησε: «Εάν ο εχθρός σκέφτεται να διεξάγει πόλεμο εναντίον του Λιβάνου, τότε οι μάχες μας θα είναι χωρίς οροφή, χωρίς όρια, χωρίς κανόνες. Και ξέρουν τι εννοώ», δήλωσε ο Νασράλα. «Δεν φοβόμαστε τον πόλεμο. Δεν τον φοβόμαστε. Δεν είμαστε διστακτικοί».

Σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου την Κυριακή, ο Νετανιάχου δήλωσε ότι «εθνικός στόχος» του κράτους του είναι η προστασία των πολιτών του. «Προτείνω στη Χεζμπολάχ να μάθει αυτό που έχει ήδη μάθει η Χαμάς τους τελευταίους μήνες: κανένας τρομοκράτης δεν έχει ανοσία», πρόσθεσε.

«Είμαστε αποφασισμένοι να προστατεύσουμε τους πολίτες μας και να επιστρέψουμε τους κατοίκους του βορρά με ασφάλεια στα σπίτια τους. Αυτός είναι ένας εθνικός στόχος που μοιραζόμαστε όλοι και ενεργούμε υπεύθυνα για να τον πετύχουμε. Αν μπορούμε, θα το κάνουμε με διπλωματικά μέσα, και αν όχι, θα δράσουμε με άλλους τρόπους».

Στην ομιλία του την Κυριακή, ο Νετανιάχου υποσχέθηκε να συνεχίσει να μάχεται, καθώς «ο πόλεμος δεν πρέπει να σταματήσει μέχρι να ολοκληρώσουμε όλους τους στόχους του – την εξάλειψη της Χαμάς, την επιστροφή όλων των ομήρων μας και την υπόσχεση ότι η Γάζα δεν θα αποτελεί πλέον απειλή για το Ισραήλ».

Τόνισε ότι το μήνυμά του απευθύνεται «τόσο στους εχθρούς όσο και στους φίλους μας», απορρίπτοντας έτσι έμμεσα τις αντιρρήσεις του στενότερου συμμάχου του Ισραήλ—των ΗΠΑ—για τη συνεχιζόμενη κλιμάκωση. Με την ευκαιρία να προσθέσουμε ότι ανησυχίες έχει εκφράσει και ο ‘σπινθηροβόλος’ Μπορέλ της ΕΕ—αλλά ποιος τον λογαριάζει αυτόν;—λέγοντας ότι «κανείς δεν θα κερδίσει» αν το Ισραήλ και ο Λίβανος παρασυρθούν σε ανοιχτή σύγκρουση.

Με τον Νετανιάχου να ετοιμάζεται να δώσει ‘τα ρέστα του’ οι ΗΠΑ, που κατά τον Μπάιντεν αποτελούν το «ουσιώδες» κράτος της υφηλίου και κατά την υπουργό οικονομικών Γέλεν μπορούν άνετα να πολεμήσουν ευθέως σε δύο και τρία μέτωπα (λέγε με Ρωσία, Κίνα και Ιράν), βλέπουν τον όλεθρο να πλησιάζει όπως το ζώο που τυφλωμένο από τα φώτα σε μια λεωφόρο, ακινητοποιημένο, περιμένει το αναπόφευκτο.