Υπήρξε καλός ναζί στα Καλάβρυτα το 1943;

Σύμφωνα με δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, η νέα ταινία για το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων με τίτλο: «Καλάβρυτα 1943» έχει ξεσηκώσει σοβαρές αντιδράσεις με αφορμή μια αμφιλεγόμενη σκηνή που αναπαράγεται στο διαφημιστικό της τρέιλερ. Αναλυτικότερα, η επίμαχη αυτή σκηνή δείχνει έναν ναζί στρατιώτη να απελευθερώνει τα εγκλωβισμένα γυναικόπαιδα από το φλεγόμενο σχολείο των Καλαβρύτων, γεγονός που δεν επιβεβαιώνεται από καμία σωζόμενη μαρτυρία ούτε και από την ιστορική έρευνα. Μιλάμε λοιπόν απλά για μια αστοχία στο σενάριο της ταινίας ή το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο;

Για να γίνουμε πιο σαφείς, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων πραγματοποιήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1943 από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής ως αντίποινα για την εκτεταμένη αντάρτικη δράση του ΕΛΑΣ στις επαρχίες Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, που μέσα σε λίγους μόνο μήνες έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τόσο τις ιταλικές όσο και τις γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις του Άξονα. Αρχής γενομένης από τη μάχη στο Πυργάκι Αιγιαλείας (14.4.1943) ο ΕΛΑΣ πιέζει τους φασίστες και ναζί κατακτητές σε έναν ολοένα και εντεινόμενο ανταρτοπόλεμο αρχικά στα σύνορα των επαρχιών Αιγιαλείας και Καλαβρύτων και στη συνέχεια όλο και νοτιότερα σε σύνδεση με το αντάρτικο της κεντρικής Πελοποννήσου. Οι μάχες στο Κακοχώρι-Δάφνες Αιγιαλείας (11.5.1943), στην Κέρτεζη των Καλαβρύτων (25.6.1943) και η ταπείνωση των ιταλικών δυνάμεων κατοχής στη μάχη της Γουρζούμισσας Λεοντίου στο Παναχαϊκό Όρος (16-17.7.1943) είναι ενδεικτικά μόνο στιγμιότυπα της διαρκούς κλιμάκωσης του ανταρτοπόλεμου του ΕΛΑΣ που από τη μία στηριζόταν στην πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού και από την άλλη αποδέσμευε από τον έλεγχο του Άξονα ευρείες ορεινές ζώνες της βόρειας Πελοποννήσου. Αποκορύφωμα αυτής της δυναμικής εξέλιξης του αντιστασιακού-απελευθερωτικού κινήματος στάθηκε η νίκη του ΕΛΑΣ έναντι των ναζιστικών στρατευμάτων στο χωριό Κερπινή των Καλαβρύτων στις 16-17 Οκτωβρίου 1943 όπου από μια δύναμη 110 ναζί στρατιωτών (5ος λόχος του  749 Συντάγματος της 117ης Μεραρχίας της Βέρμαχτ υπό τον λοχαγό Schober) αιχμαλωτίστηκαν πάνω από 80 και περίπου 10-15 κατάφεραν να διαφύγουν. Ενώ ο ΕΛΑΣ διαπραγματεύεται την ανταλλαγή των αιχμαλώτων με κρατούμενους αντιστασιακούς στην Πάτρα και αλλού, η γερμανική αεροπορία βομβαρδίζει τις θέσεις των ανταρτών στο Σκεπαστό (Βυσοκά) Καλαβρύτων λίγο μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων.

Προς τις αρχές του Δεκέμβρη 1943 με εντολή του Χίτλερ και του στρατάρχη Κάιτελ η 117η μεραρχία της Βέρμαχτ υπό τον αντιστράτηγο Karl von Le Suire κατακλύζει την επαρχία Καλαβρύτων από την Τρίπολη, την Πάτρα και το Διακοπτό. Οι αντάρτες, που είναι λιγότεροι και δεν διαθέτουν τον καλύτερο δυνατό οπλισμό, αποσύρονται μαζί με τους αιχμαλώτους στα ορεινά-δυσπρόσιτα σημεία της επαρχίας Καλαβρύτων και ζητούν από τον ντόπιο πληθυσμό να απομακρυνθεί από τα Καλάβρυτα και τα μικρότερα χωριά για να αποφύγει τα αντίποινα. Ενώ οι ναζί αιχμάλωτοι είναι ακόμα ζωντανοί και οι Άγγλοι σύνδεσμοι που βρίσκονται στο Παναχαϊκό διαβεβαιώνουν τους Καλαβρυτινούς προύχοντες ότι οι Γερμανοί δεν θα προχωρήσουν σε αντίποινα (εν αντιθέσει με όσα έλεγε ο ΕΛΑΣ), ο Karl von Le Suire υπογράφει στις 10 Δεκεμβρίου 1943 την εντολή για την πλήρη καταστροφή των Καλαβρύτων και των Μαζέικων (Κλειτορία) όπως και τη σφαγή των πληθυσμών τους, κίνηση που έμεινε γνωστή ως «επιχείρηση Καλάβρυτα». Έχει ήδη προηγηθεί η σφαγή αμάχων και ο εμπρησμός ολόκληρων χωριών όπως στο Δάρα και τους Ρωγούς κατά την προέλαση της 117ης Μεραρχίας.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Στις 13 Δεκεμβρίου 1943 τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής συγκεντρώνουν όλους τους άνδρες άνω των 13 ετών των Καλαβρύτων και αφού τους οδηγούν λίγο πιο έξω, στο λόφο του Καπή, τους εκτελούν με πυροβόλα. 441 Καλαβρυτινοί θερίστηκαν εκεί από τα πολυβόλα ή τη χαριστική βολή και μόνο 13 κατάφεραν να γλιτώσουν αυτή την τελευταία. Όσο εκτυλίσσονται τα παραπάνω, τα γυναικόπαιδα των Καλαβρύτων κλείνονται στο σχολείο της κωμόπολης την ίδια ώρα που οι ναζί έχουν βάλει φωτιά στη στέγη του και πυρπολούν όλα τα σπίτια, τις εκκλησίες, τα καταστήματα και τα δημόσια κτίρια. Την ίδια τύχη θα έχουν δεκάδες χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων ανεβάζοντας συνολικά τον αριθμό των δολοφονημένων και εκτελεσθέντων από 700 ως 1400 απλούς πολίτες, συνθέτοντας το μεγαλύτερο ναζιστικό ολοκαύτωμα που γνώρισε η κατοχική Ελλάδα.

Και αφού τα εκθέσαμε όλα αυτά ας πάμε στο προκείμενο.

Βρέθηκε όντως κάποιος ναζί στρατιώτης που ενώ φυλούσε την πύλη του φλεγόμενου σχολείου των Καλαβρύτων, εντέλει λυπήθηκε τα γυναικόπαιδα και τα άφησε να δραπετεύσουν για να «εκτελεστεί μετά από τους ορκισμένους ναζί»;

-Με βάση τις δοσμένες μαρτυρίες των επιζώντων κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ αλλά αντίθετα τα γυναικόπαιδα έσπασαν μόνα τους την πύλη και κατάφεραν να δραπετεύσουν. Μάλιστα πάνω στον πανικό αυτό ποδοπατήθηκε και η μόνη Καλαβρυτινή που σκοτώθηκε εκείνη τη μέρα, η Κρίνα Τσαβαλά (née Κρίνα Αγγελοπούλου από το Μοστίτσι Καλαβρύτων). Επομένως η συγκεκριμένη ιστορία είναι πλαστή.

Ή μήπως οι ναζί προχώρησαν στα αντίποινα αυτά επειδή τάχα οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είχαν ήδη εκτελέσει τους αιχμαλώτους από την μάχη της Κερπινής;

-Η εκτέλεση των αιχμαλώτων ναζί από τον ΕΛΑΣ σύμφωνα με την μαρτυρία του Κομνηνού Πυρομάγλου που συμμετείχε στην αντίσταση από τις γραμμές του ΕΔΕΣ (και όχι του ΕΛΑΣ)  έγινε το βράδυ μετά το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων στην περιοχή Μάζι του όρος Χελμός ενώ υπάρχουν και γερμανικές μαρτυρίες που θέλουν την εκτέλεση των ναζί να πραγματοποιείται λίγες μέρες αργότερα, στις 17 Δεκεμβρίου. Πράγμα που σημαίνει ότι και σ’ αυτή την περίπτωση μιλάμε για ψέμα και εκ των υστέρων δικαιολόγηση της ναζιστικής θηριωδίας.

Για όλη αυτήν όμως την μυθοπλασία περί αντιποίνων λόγω της «πρότερης εκτέλεσης των ναζί αιχμαλώτων» ευθύνεται η συγκεκριμένη ταινία ή μήπως οι ρίζες της  βρίσκονται βαθύτερα;

-Οι πρώτες επίσημες από ελληνικής πλευράς αναφορές για την πρότερη σφαγή των ναζί αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ, που έδωσαν τάχα το πάτημα στη Βέρμαχτ να ασκήσει αντίποινα σκοτώνοντας αμάχους, ανήκουν στο κόμμα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ) δια στόματος του Αχαιού βουλευτή Παναγιώτη Κανελλόπουλου στις συζητήσεις της Βουλής που διεξήχθησαν στις 20, 21 και 22 Οκτωβρίου 1959. Μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο που «έκανε αντίσταση» από τη Μέση Ανατολή και μετά έπαιζε «τον φίλο» στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατά την απελευθέρωση για να ταυτιστεί πλήρως με τα αγγλικά συμφέροντα από τα Δεκεμβριανά και μετά. Ας μην εκπλησσόμαστε όμως. Ο αρχηγός του ίδιου κόμματος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, λίγο νωρίτερα, στις αρχές του 1959 είχε προωθήσει μέσω της κυβέρνησης του το νομοσχέδιο «περί αναστολής διώξεως εγκληματιών πολέμου» προκειμένου να πέσουν στα μαλακά και να απελαθούν στη Δυτική Γερμανία πρώην εγκληματίες πολέμου, όπως ο ναζί αξιωματικός Μαξ Μέρτεν που είχε βαρύ ιστορικό εγκλημάτων πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Με βάση αυτό το νόμο ο Μέρτεν αποφυλακίζεται και αποστέλλεται στη Δυτική Γερμανία το Νοέμβριο του 1959, όπου και αφέθηκε εντέλει ελεύθερος. Ο ίδιος μάλιστα λίγο αργότερα, προέβη σε «αποκαλύψεις» για το βρώμικο, δηλαδή το δωσίλογο, παρελθόν τόσο του Κων/νου Καραμανλή όσο και του υπουργού Εξωτερικών Μακρή στον δυτικογερμανικό τύπο.

Κατόπιν όλων αυτών αξίζει να δει κανείς την ταινία «Καλάβρυτα 1943» ή όχι;

Αν θέλετε τη γνώμη μου, αξίζει να δούμε κάθε ταινία, παρά τη σκόπιμη ή άστοχη μυθοπλασία που μπορεί να περιλαμβάνει με πιθανή πρόθεση την “ανάδειξη της ανθρωπιάς” ακόμα και μέσα στα ναζιστικά στρατεύματα. Να τη δούμε γιατί μιλάει για μια ανοιχτή πληγή του λαού μας, που κοντά 80 χρόνια μετά δεν έχει κλείσει. Να την δούμε γιατί ο καθένας από εμάς πρέπει να έχει μια εικόνα της φρίκης του ναζιστικού ολοκαυτώματος αλλά και της απανθρωπιάς του ναζιστικού κτήνους. Να τη δούμε γιατί μέχρι σήμερα το γερμανικό κράτος δεν έχει προχωρήσει στην αποπληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων για όσα εγκλήματα έκαναν οι ναζί προπάτορες του στα Καλάβρυτα, το Κομμένο, το Δίστομο, την Κάνδανο, το Χορτιάτη και αλλού. Να τη δούμε γιατί το δηλητήριο του ναζισμού και του φασισμού κοχλάζει στην ελληνική κοινωνία, πατώντας πάνω στην ιστορική λήθη και την στοχευμένη προσπάθεια του κεφαλαίου να μας δείξει ως εχθρό τον ξένο και τον αδύναμο για να μη το τσακίσουμε όπως του αξίζει. Αλλά να μη μείνουμε μόνο σε μια ταινία για να κατανοήσουμε όλα τα παραπάνω.

Και κάτι τελευταίο. Το 1943 η μάνα της μάνας μου, από το χωριό Σιγούνι των Καλαβρύτων, ήταν 6 χρονών. Η πλειοψηφία των χωριανών της και η οικογένεια της άκουσε ευτυχώς τους αντάρτες και δεν έμεινε στο χωριό αλλά ανέβηκε στη ράχη του Χαμάκου που χωρίζει σχεδόν στα δυο τον κάμπο των Λουσών – νότια των Καλαβρύτων. Εκεί έμειναν 3-4 μέρες κι από εκεί είδαν τους ναζί να καίνε τα χωριά του κάμπου (Σιγούνι, Ντούνισα, Σουδενά), να πλιατσικολογούν τα αγροτόσπιτα και να εκτελούν κάθε χωρικό που είχε πειστεί ότι δεν θα πειραχτεί από την 117η Μεραρχία στα πλαίσια της επιχείρησης «Καλάβρυτα».

Κάπως έτσι γλίτωσαν από το μακελειό των ναζί και δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των θυμάτων του ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων σήμερα.

Και δεν τους γλίτωσε κανένας ναζί που τάχα μετάνιωσε, γιατί τέτοιος ναζί στα Καλάβρυτα δεν υπήρξε. Όπως δεν υπήρξε κι εκείνος που τάχα γλίτωσε τα γυναικόπαιδα στην πύλη του δημοτικού σχολείου Καλαβρύτων.

Η μεγάλη ιστορική παράχαραξη βέβαια δεν αφορά τέτοια ή αντίστοιχα περιστατικά. Γιατί ακόμα και αν στα Καλάβρυτα δεν βρέθηκε κανείς ναζί στρατιώτης να συγκινηθεί από το ολοκαύτωμα και να ανοίξει την πόρτα του σχολείου, αλλού μπορεί να βρέθηκε. Η παραχάραξη αφορά το ελεεινό δόγμα του ιστορικού αναθεωρητισμού ότι η Αντίσταση προκάλεσε τα ναζιστικά αντίποινα και τις θηριωδίες. Ότι αν δεν υπήρε αντάρτικο, ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, οι Γερμανοί δεν θα έκαιγαν πόλεις και χωριά. Δεν θα έκαναν εκτελέσεις.

Το δόγμα του ιστορικού αναθεωρητισμού εμφανίζει τους κατακτητές αμυνόμενους και τους κατακτημένους θύτες. Εμφανίζει την ιστορία αναποδογυρισμένη, κομμένη και ραμένη στα μέτρα όσων θέλουν να θολώσουν τις σκοτεινότερες στιγμές που έζησε η ανθρωπότητα στον 21ο αιώνα. Αλλά και να μειώσουν τη μοναδική και ανεπανάληπτη συμβολή των κινημάτων Αντίστασης σε όλη την Ευρώπη στην ήττα του Άξονα και τον πρωτοπόρο ρόλο των κομμουνστών σε αυτήν.

Αυτή η ιστορική παραχάραξη, προσφιλής στη μετεμφυλιακή Ελλάδα όπου οι αντιστασιακοί πέρασαν από φωτιά, μαχαίρι, εξορίες και εκτελέσεις και οι συνεργάτες των Γερμανών τιμούνταν από το κράτος, είναι και η πιο επικίνδυνη. Όχι απλά γιατί κηρύσσει ότι η δίκαιη αντίσταση είναι μάταιη και πιθανώς επιζήμια, αλλά γιατί – ακόμα χειρότερα-  δικαιώνει σήμερα το ναζισμό και το φασισμό!

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Βασίλης Κ. Λάζαρης (2014), Η Αχαΐα στην Κατοχή 1941 – 1944, Πάτρα: Διαπολιτισμός.

Ευάγγελος Μαχαιράς (2001), 50 χρόνια μετά, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Περικλής Ροδάκης (2001), ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 1941-1944 Η Αντίσταση στην επαρχία, Το Ολοκαύτωμα, Αθήνα: Παρασκήνιο.

Χέρμαν-Φρανκ Μάγερ (2003), Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα-Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Αθήνα: Εστία.

Χρήσιμες πληροφορίες για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων με πλούσιο αρχειακό υλικό διαθέτει και το επίσημο site του μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος https://www.dmko.gr/episkepsi/

Ο εθνικός διχασμός του ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου

Το ΟΧΙ συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια να εμφανίζεται με τον μανδύα της ενότητας και της ομοψυχίας. Ενωμένοι οι Έλληνες κάνουν θαύματα και λοιπά κλισέ. Ωστόσο η 28η Οκτωβρίου του 1940 ήταν η εναρκτήρια στιγμή ενός οργανικού και βαθύτατου διχασμού που όρισε την ελληνική κοινωνία με οξύ τρόπο σε όλη τη δεκαετία του 40 με τις τρεις ένοπλες εξεγέρσεις (Αντίσταση, Δεκέμβρης, Εμφύλιος) και τη χαρακτήρισε για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. 

Πώς γίνεται το “εθνικό”, “ομόψυχο”, “ενωτικό” ΟΧΙ του 1940 να οδηγεί σε τόσο βαθύ διχασμό;

Δεν θα μας το απαντήσουν ούτε τα σχολικά βιβλία, ούτε οι σημερινές πανηγυρικές δηλώσεις των παραγόντων της πολιτικής και της πολιτείας. 

Το 1940 η αστική τάξη της χώρας και ο πολιτικός της κόσμος είναι βαθιά διχασμένοι ανάμεσα στις εκλεκτικές τους συγγένειες με το φασιστικό άξονα και στην υποχρέωσή τους να ενταχθούν στο γεωστρατηγικό και πολεμικό στρατόπεδο της μεγάλης προστάτιδας δύναμης, της Αγγλίας. Οι επιλογές έχουν γίνει ήδη εκατό χρόνια και πλέον νωρίτερα. Η ελληνική άρχουσα τάξη θα βρίσκεται στο πλευρό της Μεγάλης Βρετανίας και αυτή η κατεύθυνση δεν πρόκειται να αμφισβητηθεί ποτέ, ακόμα και τότε που σημαντική  μερίδα της εξουσίας (Παλάτι) θελήσει να αλλάξει τον προσανατολισμό οδηγώντας στον Εθνικό Διχασμό του 1915-1917. Το καθεστώς Μεταξά μπορεί να ανακαλύπτει τη γοητεία του Μουσολίνι ή του Χίτλερ, αλλά δεν παύει να είναι δικτατορία της αστικής τάξης και δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει τις στρατηγικές της επιλογές. 

Η αστική τάξη θα πει ΟΧΙ στον φασιστικό άξονα, αλλά θα το πει έτοιμη να συνθηκολογήσει στη νέα πραγματικότητα της πανευρωπαϊκής κυριαρχίας του Τρίτου Ράιχ, βουτηγμένη στο χυδαίο πραγματισμό της δικής της επιβίωσης, ανεξαρτήτως της επιβίωσης της χώρας. Η ευκαμψία και η προσαρμοστικότητά της να υπηρετεί κάθε είδους μεγάλη δύναμη, ανεξαρτήτως αρχών και πεποιθήσεων, είναι παροιμιώδης. 

Το ΟΧΙ της άρχουσας τάξης αφορά τα οικονομικά και κοινωνικά της συμφέροντα, ευθυγραμμίζεται με την προστάτιδα δύναμή της, την Αγγλία που ως εκείνη τη στιγμή είναι ο βασικός αντίπαλος του Άξονα. Έχει κυρίως να  να κάνει με τον γεωπολιτικό της προσανατολισμό και όχι με τις αξίες της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. 

Από τη μια λοιπόν η ελληνική αστική τάξη, ο πολιτικός της κόσμος, το Παλάτι και το καθεστώς Μεταξά, λένε το ΟΧΙ. Δηλαδή δεν λένε ακριβώς ΟΧΙ, καθώς, παρά την εθνική μυθολογία της 28ης Οκτωβρίου, η απάντηση του Μεταξά ήταν το παθητικό συμπέρασμα που διατυπώνει ένας παρατηρητής των γεγονότων: “alors, c’est la guerre”.

Από την άλλη, το ΚΚΕ, δια στόματος του γραμματέα του, Ν.Ζαχαριάδη, έγκλειστου στις φυλακές της Κέρκυρας, διατρανώνει λίγες ώρες αργότερα, ένα στεντόρειο και ισχυρό ΟΧΙ. “O κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα”: η διατύπωση στο περίφημο γράμμα του Ζαχαριάδη κρύβει πολύ μεγαλύτερη δύναμη, αποφασιστικότητα, εθνική αξιοπρέπεια και βούληση για αγώνα και αντίσταση από την ξεψυχισμένη αντίδραση της αστικής τάξης. 

Το τσακισμένο από τις συλλήψεις, τις εξορίες, τον χαφιεδισμό και τα βασανιστήρια, ΚΚΕ, έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα να προσανατολιστεί σωστά, να συμβαδίσει με το λαϊκό αίσθημα, να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα, την εθνική και λαϊκή κυριαρχία της χώρας. Ακόμα και τότε, που η ΕΣΣΔ είναι ακόμα αμέτοχη στον πόλεμο, τηρώντας το σύμφωνο μη επίθεσης Μολότοφ – Ρίμπεντροπ για να κερδίσει χρόνο μπροστά στην αναπόφευκτη χιτλερική εισβολή, οι Έλληνες κομμουνιστές ζητούν από την πρώτη μέρα του πολέμου, μέσα από τις φυλακές και από τις εξορίες να σταλούν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Και όταν, μήνες αργότερα, με τη γερμανική πλέον εισβολή, το μέτωπο καταρρέει, οι κομμουνιστές θα πάρουν τη θέση τους στην ηγεσία του λαού, επικεφαλής, εμπνευστές, πρωτεργάτες της Εθνικής Αντίστασης, χύνοντας ποταμούς αίματος για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της χώρας, την ώρα που η “φυσική ηγεσία” της χώρας, το Παλάτι και ο αστικός πολιτικός κόσμος παριστάνουν την κυβέρνηση από το Κάιρο. 

Η 28η Οκτωβρίου μπορεί να αποτυπώνει έναν παλλαϊκό κι πανεθνικό ξεσηκωμό υπεράσπισης της πατρίδας από τη φασιστική εισβολή, αλλά την ίδια στιγμή καταγράφει τη διαφορετική ποιότητα και βάθος του ΟΧΙ που είπε η άρχουσα τάξη και του ΟΧΙ που είπε το κομμουνιστικό κίνημα. 

Αυτή ακριβώς η διαφορετική ποιότητα εξηγεί τις αποκλίνουσες πορείες της Αριστεράς και της Δεξιάς κατά τη δεκαετία του 40. 

Το ένα ΟΧΙ οδηγεί στην εποποιία της Εθνικής Αντίστασης, στο ΕΑΜ, στον ΕΛΑΣ, στην ΕΠΟΝ. 

Το άλλο ΟΧΙ οδηγεί στη συνθηκολόγηση, στη λιποταξία, στη δραπέτευση στη Μέση Ανατολή ή και στη συνεργασία με τον κατακτητή.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και ο πόλεμος

Το antapocrisis.gr αναδημοσιεύει ένα αναλυτικό άρθρο του Γιάννη Σκαλιδάκη για τη στάση του ΚΚΕ κατά τον αντιφασιστικό πόλεμο, με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Το κείμενο αυτό αναδεικνύει τις διεθνείς και ελλαδικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε η θέση του ΚΚΕ για την ιταλική εισβολή, που ήταν και η απαρχή της εποποιίας του ΕΑΜ και της Εθνικής Αντίστασης. 

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας στάθηκε συνεπές στην πάλη του ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο από την αρχή της εμφάνισης του φασιστικού φαινομένου μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και φυσικά κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της χώρας. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου συντάχθηκε με τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη μετωπική δράση ενάντια στο φασισμό και σταδιακά προσάρμοσε τη γραμμή του και τη δράση του προς αυτήν την κατεύθυνση κάνοντας βασικό στοιχείο της πολιτικής του τη δημιουργία ενός παλλαϊκού μετώπου. Η έλευση της δικτατορίας Μεταξά απέβη σκληρό χτύπημα για το ΚΚΕ με αποδιοργάνωση των οργανώσεών του σε όλα τα επίπεδα, πολιτικά όμως κατάφερε να παραμείνει σε μια σωστή γραμμή υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας, με απόληξη την κατεύθυνση που έδινε το γράμμα Ζαχαριάδη για τη στάση απέναντι στην ιταλική επίθεση, στάση που οδήγησε και στη δημιουργία του ΕΑΜ στην Κατοχή. Και αυτό παρά τις απίστευτες αντιξοότητες που προκάλεσε η διάβρωση του κόμματος από τις υπηρεσίες ασφαλείας της δικτατορίας αλλά και τις στροφές στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της οποίας τμήμα παρέμενε το ΚΚΕ, στροφές που οφείλονταν στην επιλογή της Σοβιετικής Ένωσης να συνάψει σύμφωνο μη επίθεσης με τη χιτλερική Γερμανία το καλοκαίρι του 1939. Κατά κάποιο τρόπο, η εσωτερική κρίση του ΚΚΕ και το βραχυκύκλωμα των διαύλων επικοινωνίας του με την Διεθνή το προστάτευσε πολιτικά, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι, από την γενικότερη κρίση που μάστισε τα κομμουνιστικά κόμματα παγκοσμίως την περίοδο 1939-1941.

Στηριγμένο στις πρότερες εκτιμήσεις της Διεθνούς εναντίον του φασισμού, που είχαν γίνει για χρόνια κτήμα των στελεχών του, το ΚΚΕ και ειδικά ο γενικός του γραμματέας Νίκος Ζαχαριάδης κατάφεραν να προσανατολιστούν σωστά στη θυελλώδη πρώτη περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και αυτό παρά τις αντιφάσεις και τις διαφορετικές αποχρώσεις στις εκτιμήσεις που έβγαιναν από τα διάφορα κατακερματισμένα καθοδηγητικά κέντρα του κόμματος. Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να εξιστορήσουμε την πορεία αυτή του ΚΚΕ κυρίως από τα επίσημα κείμενά του και τη στάση των καθοδηγητικών στελεχών του. Δεν θα πρέπει όμως να διαφύγει στον αναγνώστη πως πέρα από την «επίσημη» αυτή ιστορία, υπήρχε η ζωντανή ιστορία των αγώνων και θυσιών των μελών και οπαδών του κόμματος που κράτησαν ψηλά τη σημαία της αντίστασης στο φασισμό και στην εγχώρια εκδοχή του δικτατορικού καθεστώτος Μεταξά-Γεωργίου Β΄, συνέπλευσαν και στήριξαν το λαϊκό αίσθημα απόκρουσης της επίθεσης του ιταλικού φασισμού και εντέλει πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του μεγαλειώδους κινήματος Αντίστασης ενάντια στην κατοχή της χώρας από τον Άξονα.

Η πολιτική του ΚΚΕ στο μεσοπόλεμο ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο

Το ξετύλιγμα του μίτου της μετωπικής πολιτικής του ΚΚΕ ξεκινά από την 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1934. Σε αυτήν πήραν μέρος, εκτός από τον Νίκο Ζαχαριάδη, και οι σημαντικότεροι πρωταγωνιστές του μετέπειτα εαμικού εγχειρήματος, μεταξύ άλλων οι Γιάννης Ζέβγος, Γιάννης Ιωαννίδης, Μήτσος Παρτσαλίδης, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Πέτρος Ρούσος, Γιώργης Σιάντος, Χρύσα Χατζηβασιλείου. Το σώμα αυτό έμεινε γνωστό για την ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας και τον καθορισμό του χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα ως «αστικοδημοκρατικού χαραχτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση». Έμπαινε δε ως καθήκον της πολιτικής δράσης του κόμματος η πάλη ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο.[1]

Ο Χίτλερ βρισκόταν ήδη στην εξουσία από τις αρχές του 1933 και ο φασισμός σε άνοδο στην Ευρώπη, όταν προσδιορίστηκε ως «ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο σωβινιστικών, πιο αντιδραστικών και πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου» από την 13η Ολομέλεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς το φθινόπωρο του 1933. Στο 14ο συνέδριο του ΚΚΣΕ τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1934 επισημάνθηκε ο κίνδυνος για την ειρήνη από την άνοδο του φασισμού ενώ στις αρχές Φεβρουαρίου μαζικές συγκρούσεις έλαβαν χώρα σε Παρίσι και Βιέννη ανάμεσα σε σοσιαλιστές και κομμουνιστές εργάτες ενάντια στις προσπάθειες φασιστικού πραξικοπήματος και στις δυνάμεις του Ντόλφους αντίστοιχα.[2]

Μέσα σε αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ βαθμιαία και με αντιφάσεις θα προσπαθήσει να εφαρμόσει στην πράξη τακτικές μετωπικής πολιτικής, που αρχικά θα έρθουν σε αντίθεση με τη στρατηγική του, που παρέμενε η εργατοαγροτική επανάσταση στην Ελλάδα και η δημιουργία εργατοαγροτικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το σύνθημα του 5ου συνεδρίου του ΚΚΕ που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1934.[3] Η πορεία προς τον φασισμό στην Ελλάδα και η ανάγκη οργάνωσης ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου τονίζονταν στις αποφάσεις του συνεδρίου.[4] Η τακτική του ενιαίου μετώπου έπρεπε να γίνει «από τα κάτω», μέσα στα συνδικάτα και με τη διάλυση «της μαζικής βάσης του σοσιαλφασισμού».[5] Μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορεί να ερμηνευτεί και η καθαρή αλλαγή της θέσης του ΚΚΕ όσον αφορά τα εθνικά ζητήματα, κυρίως με την εγκατάλειψη του συνθήματος περί ανεξάρτητης Μακεδονίας και την προβολή της θέσης για εθνική ισοτιμία των μειονοτήτων. Το εθνικό ζήτημα θα γινόταν έκτοτε βασική παράμετρος της πολιτικής του ΚΚΕ μέσα από την προβολή της εθνικής ανεξαρτησίας. Ο δε Νίκος Ζαχαριάδης στις Θέσεις του για την ιστορία του ΚΚΕ, το 1939, δεν θα διστάσει να κάνει λόγο για την ανάγκη Εθνικού Μετώπου.

Το ΚΚΕ, έχοντας υπόψη του και το σύμφωνο ενότητας δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας που υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1934, άρχισε σταδιακά να αλλάζει τη ρητορική του που μέχρι τότε καθοριζόταν από την αντιπαράθεση με τη σοσιαλδημοκρατία («σοσιαλφασισμός») και τις μεταρρυθμιστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ήδη, πριν το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η Εκτελεστική της Επιτροπή είχε επικροτήσει την πολιτική του ΚΚ Γαλλίας και προσανατόλιζε τα κομμουνιστικά κόμματα προς μια διεύρυνση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου. Μια αρχική συμφωνία ανάμεσα στο ΚΚΕ (Μ. Τατασόπουλος), το Αγροτικό Κόμμα (Α. Τανούλας, Α. Βογιατζής, Ε. Παγούρας), το Σοσιαλιστικό Κόμμα (Στρ. Σωμερίτης), το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Γ. Πυρπασόπουλος), τη ΓΣΕΕ (Ι. Καλομοίρης), την Ενωτική ΓΣΕΕ (Γ. Σιάντος) και τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα (Γ. Λάσκαρης) επιτεύχθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1934. Προέβλεπε δε κοινό αγώνα μέσω κοινών συγκεντρώσεων ενάντια σε κάθε φασιστικό πραξικόπημα, αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών τους σε περίπτωση φασιστικής επίθεσης αλλά και την προετοιμασία μιας γενικής απεργίας.

Την 1η Μαρτίου 1935 θα εκδηλωθεί το στρατιωτικό πραξικόπημα Πλαστήρα. Το ΚΚΕ, που είχε καταγγείλει το πραξικόπημα μέσω του Ριζοσπάστη, με απόφαση της 3ης Ολομέλειας στις 23 Μαρτίου, επέμενε στην αναγκαιότητα του ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου αλλά κατήγγειλε τους μέχρι τότε συμμάχους του ότι υποστήριξαν άλλοι το κίνημα Πλαστήρα και άλλοι τη «φασιστική τριανδρία Κονδύλη, Μεταξά, Δουσμάνη».[6] Μετά την κατάπνιξη του κινήματος, η κυβέρνηση των Λαϊκών προέβη σε μεγάλης έκτασης διώξεις που περιλάμβαναν τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ καθώς και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ΚΚΕ περιχαρακώθηκε και πάλι. Ενόψει των εκλογών της 9ης Ιουνίου 1935, προέβαλε το «Ενιαίο Μέτωπο Εργατών και Αγροτών» (ΕΜΕΑ) με σύνθημα όμως τη «Σοβιετική Ελλάδα» και απέρριψε αυτή τη φορά το ίδιο προτάσεις προεκλογικής συνεργασίας τόσο από τον Κώστα Γαβριηλίδη του ΑΚΕ όσο και από τον Γεώργιο Παπανδρέου.[7] Στις εκλογές αυτές, από τις οποίες απείχαν τα βενιζελικά και δημοκρατικά κόμματα, το ΕΜΕΑ πήρε 98.699 ψήφους (9,59%) αλλά λόγω εκλογικού συστήματος δεν εξέλεξε βουλευτές.

Μετά τις εκλογές αυτές, το ΚΚΕ έθεσε το ζήτημα δημιουργίας αντιφασιστικού-δημοκρατικού συνασπισμού. Η Κεντρική Επιτροπή στη σχετική απόφαση ανέφερε πως «το Κόμμα πρέπει θαρραλέα να προχωρήσει στην πραγματοποίηση [του συνασπισμού] χτυπώντας κάθε σεχταρισμό που στο όνομα της “αριστερής” αδιαλλαξίας και με πρόσχημα της προφύλαξης του Κόμματος από τον οπορτουνισμό το εμποδίζει να σταθεί η πρωτόβουλη και ηγεμόνα δύναμη στην αντιφασιστική-δημοκρατική συγκέντρωση των δυνάμεων του λαού».[8] Στις 5 Ιουλίου με ανοιχτό γράμμα προς τις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, το Σοσιαλιστικό και το Αγροτικό Κόμμα, άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και επιτροπές, το ΚΚΕ ζήτησε την άμεση συγκρότηση πανελλαδικού Δημοκρατικού Συνασπισμού ενάντια στον φασισμό και τη μοναρχική παλινόρθωση.[9]

Το έβδομο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Το έβδομο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα από τις 25 Ιουλίου έως τις 21 Αυγούστου 1935 με 510 αντιπροσώπους, 371 με αποφασιστική ψήφο και 139 με συμβουλευτική ψήφο.[10] Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ αποτελέστηκε από τους Στυλιανό Σκλάβαινα (επικεφαλής), Γιάννη Ιωαννίδη, Γιάννη Μιχαηλίδη, Μιχάλη Τυρίμο, Μιχάλη Σινάκο, Δημήτρη Σακαρέλο, Νίκο Πλουμπίδη και Ανδρέα Τσίπα.[11] Το συνέδριο αυτό ασχολήθηκε με το φαινόμενο του φασισμού και έδωσε την κλασική διατύπωση για τη φύση του:

Ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου […] Ο γερμανικός φασισμός παρουσιάζεται σαν η πολεμική γροθιά της διεθνούς αντεπανάστασης, σαν ο κύριος εμπρηστής του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Το Συνέδριο προώθησε τη δημιουργία Λαϊκών Αντιφασιστικών Μετώπων, που ήταν πιθανό σε ορισμένες χώρες να φτάσουν στην εξουσία. Αναπτύχθηκε η αντίληψη της «αμοιβαίας σχέσης της πάλης υπέρ της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού» και γινόταν η εκτίμηση ότι η επαναστατική διαδικασία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες δεν θα προχωρούσε με άμεση σοσιαλιστική επανάσταση αλλά μέσω του σταδίου της αντιφασιστικής πανδημοκρατικής πάλης.[12]

Όσον αφορά τον πόλεμο, τονίστηκε ότι αυτός από τον χαρακτήρα του θα ήταν ιμπεριαλιστικός και λόγω της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης θα μετατρεπόταν σε αντεπαναστατικό, αντισοβιετικό πόλεμο:

Για κανένα δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι ο ετοιμαζόμενος πόλεμος ακόμα και αν αρχίσει σαν πόλεμος μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, είτε σαν πόλεμος κάποιας μεγάλης δύναμης εναντίον μιας μικρής χώρας, αναπότρεπτα θα έχει την τάση να οδηγηθεί και αναπότρεπτα θα εξελιχθεί σε πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[13]

Η ανάλυση της κατάστασης στην Ευρώπη καθόριζε την τακτική του κομμουνιστικού κινήματος και, όπως σημείωνε ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, για τις μικρές χώρες αλλά και υπό ορισμένες συνθήκες και για μεγάλες δυνάμεις όπως η Γαλλία, «το καθήκον της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας ενάντια στη φασιστική επιδρομή προτάσσεται του καθήκοντος της χρησιμοποίησης της πολεμικής κρίσης για την πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης». Όπως το διατύπωνε η Διεθνής:

Συγκεντρώνουμε τα πυρά μας ενάντια στο γερμανικό φασισμό που αποτελεί τον κύριο εμπρηστή του πολέμου στην Ευρώπη. Προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε όλες τις διαφορές που υπάρχουν στις θέσεις ορισμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οφείλουμε να τις χρησιμοποιήσουμε έντεχνα προς το συμφέρον της ειρήνης, χωρίς να ξεχνούμε ούτε λεπτό την αναγκαιότητα να κατευθύνουμε το χτύπημα ενάντια στον εχθρό στη δική μας χώρα, ενάντια στο «δικό μας» ιμπεριαλισμό.[14]

Οι προσπάθειες για Παλλαϊκό Μέτωπο

Μετά την ολοκλήρωση του 7ου συνεδρίου της Διεθνούς, συνήλθε η 4η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στις 27 και 28 Σεπτεμβρίου 1935. Το σώμα αυτό ενέκρινε τις θέσεις του 7ου συνεδρίου και προσάρμοσε τις θέσεις του όσον αφορά την αντιμετώπιση του φασισμού. Προκρίθηκε η αποκατάσταση του ενιαίου μετώπου όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών εργατικών οργανώσεων. Το φασισμό και τη μοναρχία θα απέτρεπε η δημιουργία ενός παλλαϊκού μετώπου «της ελευθερίας και δημοκρατίας», στο οποίο χωρούσαν πλέον όχι μόνο τα σοσιαλιστικά και αγροτικά κόμματα και οργανώσεις αλλά και όλα τα άλλα κόμματα, όπως οι Φιλελεύθεροι, που αναφέρονται συγκεκριμένα, σε μια «ελάχιστη δημοκρατική-αντιφασιστική βάση». Το ΚΚΕ θα υποστήριζε μια δημοκρατική-αντιφασιστική κυβέρνηση στην ελάχιστη βάση της αποκατάστασης όλων των λαϊκών δημοκρατικών ελευθεριών, του χτυπήματος του φασισμού και μοναρχισμού, της γενικής αμνηστίας και της προκήρυξης ελεύθερων εκλογών με αναλογική.[15]

Όσον αφορά το ζήτημα της φασιστικής απειλής, το ΚΚΕ διακήρυττε πως «μπροστά στον άμεσο κίνδυνο φασιστικής ιταλικής επιδρομής, είτε άλλης μεγαλοϊμπεριαλιστικής (λ.χ. από την πλευρά της χιτλερικής Γερμανίας), απειλής κατά της εθνικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας, θέτει σαν υπέρτατο καθήκον του την υπεράσπιση της εθνικής ελευθερίας και θα παλέψει με όλες του τις δυνάμεις, για να κατακτήσει αυτό την ηγεμονία της πάλης […]. Το ΚΚΕ στον αγώνα αυτόν θα συνεργαστεί με όλες τις οργανώσεις και κόμματα, που θα παλαίψουν πραγματικά για την εθνική ακεραιότητα και ανεξαρτησία».[16]

Πράγματι, το ΚΚΕ απευθύνθηκε σε όλα τα δημοκρατικά κόμματα πριν το δημοψήφισμα-παρωδία του Κονδύλη προτείνοντας τη μεταξύ τους συνεννόηση και τη συγκρότηση κοινής πανελλαδικής επιτροπής αγώνα.[17] Μάλιστα, μετά και τις εξελίξεις του Σεπτεμβρίου οπότε η χώρα κυβερνιόταν ουσιαστικά δικτατορικά από τον Κονδύλη με παραμερισμό του πρωθυπουργού Τσαλδάρη και η παλινόρθωση φαινόταν να είναι επί θύραις, οι αρχηγοί των δημοκρατικών κομμάτων αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αντιμοναρχικό μέτωπο με τον τίτλο Πανδημοκρατική Ένωση. Ωστόσο τα γεγονότα πρόλαβαν το υπό σχηματισμό μέτωπο αυτό καθώς στις 10 Οκτωβρίου ο Τσαλδάρης ανατράπηκε και σχηματίστηκε κυβέρνηση Κονδύλη με πραξικοπηματική κατάργηση της Δημοκρατίας, επαναφορά του Συντάγματος του 1911 και προκήρυξη δημοψηφίσματος για την παλινόρθωση στις 3 Νοεμβρίου.[18]

Τις εξελίξεις στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο ερμήνευε από τη σκοπιά του ο «αντιβασιλιάς» Κονδύλης στο όνομα του «βενιζελοκομμουνισμού», προχωρώντας σε ευρείας κλίμακας καταστολή με διώξεις και εκτοπίσεις, εκβιάζοντας την αποχή των δημοκρατικών κομμάτων από το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου, το οποίο με εξόφθαλμη νοθεία επανέφερε το Γεώργιο με ποσοστό 98%.[19] Στο ενδιάμεσο διάστημα όμως προχώρησαν οι μετωπικές πολιτικές του ΚΚΕ που δεν απέτρεψαν μεν την παλινόρθωση αλλά το έφεραν πιο κοντά πολιτικά με τα αστικά δημοκρατικά κόμματα διαμορφώνοντας και τα όρια που θα καθορίσουν και τις πολιτικές συνεργασίες που θα αποτυπωθούν στην Κατοχή με το ΕΑΜ και την ΠΕΕΑ. Το ΚΚΕ πρότεινε τη δημιουργία αντιδικτατορικού μετώπου που θα συμπεριλάμβανε και το τμήμα του Λαϊκού Κόμματος που ακολουθούσε τον Τσαλδάρη και τους 22 βουλευτές του που τάσσονταν κατά της μοναρχίας. Έγιναν διαπραγματεύσεις με το Φιλελεύθερο και το Προοδευτικό Κόμμα και σχηματίστηκε συντονιστική επιτροπή με τη συμμετοχή του Καφαντάρη για το Προοδευτικό Κόμμα και του Ν. Ασκούτση, που θα στελεχώσει αργότερα την ΠΕΕΑ, για τους Φιλελεύθερους. Συμμετείχαν επίσης ο Γ. Παπανδρέου και ο Παπαναστασίου καθώς και το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα δύο Αγροτικά Κόμματα (Τανούλα-Βογιατζή και Σοφιανόπουλου-Γαβριηλίδη).[20] Το ΚΚΕ, κατά την εφαρμογή της πολιτικής αυτής, είχε να αντιμετωπίσει τις συνεχείς υπαναχωρήσεις των συμμάχων του, ειδικά εκείνων από το χώρο των Φιλελευθέρων που όψιμα είχαν αποκτήσει επικοινωνία με το ΚΚΕ. Αυτοί δέχονταν και τις πιο έντονες πιέσεις από τον υπόλοιπο αστικό κόσμο που έπαιζαν το χαρτί του αντικομμουνισμού. Με βάση αυτή τη ρητορική, η συνεργασία με το ΚΚΕ ήταν εθνική προδοσία, «βενιζελοκομμουνιστική συνομωσία».

Το ΚΚΕ επέμεινε στη νέα γραμμή του, την οποία επαναβεβαίωσε και στο 6ο Συνέδριο του που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1935. Στο συνέδριο αυτό τονιζόταν ο άμεσος κίνδυνος του πολέμου που απειλούσε την Ελλάδα, κυρίως από την Ιταλία και τονιζόταν πως:

Το Κόμμα μας αν και πιστεύει ότι μια τελική εξάλειψη κάθε κινδύνου πολέμου μπορεί να γίνει μόνο με τη συντριβή της εξουσίας του κεφαλαίου, που αποτελεί την πηγή των πολέμων, εν τούτοις πάνω στη βάση της πάλης για την ειρήνη και την υπεράσπιση της χώρας από κάθε ιμπεριαλιστική επέμβαση και κατάχτηση, πρωτοστατεί στην πραγματοποίηση ενιαίου μετώπου με όλα τα κόμματα και οργανώσεις που δέχονται τη βάση της πάλης αυτής.[21]

Λίγες ημέρες πριν την κήρυξη της δικτατορίας Μεταξά, στις 22 Ιουλίου 1936 υπογράφηκε συμφωνητικό για τη δημιουργία Λαϊκού Μετώπου πάλης εναντίον του φασισμού, για την υπεράσπιση και ανάπτυξη της δημοκρατίας, ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο Αγροτικό Κόμμα υπό τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο.[22] Η δικτατορία Μεταξά θα ανέκοπτε βίαια την πολιτική ζωή και θα καταδίωκε ιδιαίτερα τον προοδευτικό χώρο και ειδικά τους κομμουνιστές. Οι μετέπειτα συναγωνιστές στο ΕΑΜ θα συνευρίσκονταν πλέον στις εξορίες και τις φυλακές μέχρι την κήρυξη του πολέμου.

Η δικτατορία Μεταξά και η πρόσληψη του πολέμου από το ΚΚΕ

Η δικτατορία Μεταξά προέβη σε πρωτοφανείς, ακόμα και για την Ελλάδα του μεσοπολέμου, πολιτικές διώξεις που εκτείνονταν σε όλο το πολιτικό φάσμα. Την τιμητική του είχε φυσικά το ΚΚΕ. Με τις διαβόητες μεθόδους του Μανιαδάκη, – φυλακές και εξορίες, ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, ρετσινόλαδο και πάγος– εξαπολύθηκε ένα πογκρόμ όχι μόνο ενάντια στα στελέχη και τα μέλη του κόμματος με τις οικογένειες τους αλλά και στους οπαδούς, φίλους και συμπαθούντες. Το περίφημο εύρημα του πολυμήχανου υπουργού Ασφαλείας ήταν οι δηλώσεις μετανοίας, με τις οποίες προσδοκούσε να διαλύσει τον οργανωτικό ιστό του ΚΚΕ και να εξευτελίσει τα θύματά του. Ο υπερβάλλων ζήλος βέβαια των οργάνων του καθεστώτος οδήγησε σε μια βιομηχανία δηλώσεων, που παρουσίαζε ένα ΚΚΕ στελεχωμένο με δεκάδες χιλιάδες μέλη, πράγμα που δεν ήταν στις αρχικές επιδιώξεις του εμπνευστή τους. Το αποτέλεσμα πάντως ήταν μια πραγματική λαίλαπα για το ΚΚΕ με το σύνολο σχεδόν των στελεχών του στα χέρια της δικτατορίας. Η καρδιά του κόμματος θα χτύπαγε πλέον στην Ακροναυπλία, στον Άη Στράτη, στις φυλακές και τους υπόλοιπους τόπους εξορίας.

Ως τον Νοέμβριο του 1936 είχαν συλληφθεί πάνω από 1.000 μέλη και στελέχη και ανάμεσά τους ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Γιώργος Σιάντος (που θα δραπετεύσει και θα ξανασυλληφθεί), ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο Κώστας Θέος. Άλλα στελέχη που κατόρθωσαν να διαφύγουν, συνελήφθησαν τον Απρίλιο του 1938 –ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Βασίλης Νεφελούδης, ο Στυλιανός Σκλάβαινας και άλλα 80 μέλη και στελέχη, ανάμεσά τους και ο γραμματέας της ΟΚΝΕ Χρήστος Μαλτέζος που θα πεθάνει από τα βασανιστήρια στη φυλακή της Κέρκυρας. Με το τελευταίο αυτό χτύπημα άρχισε και η πλήρης αποδιοργάνωση του ανώτερου επιπέδου του κόμματος που θα καταλήξει σε δύο διαφορετικές καθοδηγήσεις με διαφορετικές γραμμές σκορπίζοντας σύγχυση στη βάση. Από την καθοδήγηση που απέμεινε και αποτελούνταν από ένα μόνο μέλος του Πολιτικού Γραφείου, τον Σιάντο και τρία μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, τους Νίκο Πλουμπίδη, Γρηγόρη Σκαφίδα και Δημήτρη Παπαγιάννη, θα συλληφθούν επίσης όλοι εκτός από τον τελευταίο, ο Πλουμπίδης τον Μάιο και οι Σιάντος-Σκαφίδας τον Νοέμβριο του 1939. Οι εποχές όμως είχαν αλλάξει επίσης. Στις 23 Αυγούστου 1939 είχε υπογραφεί το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης και την 1η Σεπτεμβρίου είχε ξεκινήσει ο πόλεμος στην Ευρώπη με την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία.

Μέσα στη δικτατορία πραγματοποιήθηκαν τρεις ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, η 3η τον Φεβρουάριο του 1937, η 4η τον Αύγουστο του 1937 και η 5η τον Φεβρουάριο του 1939. Ανάμεσα στα σώματα αυτά και ειδικά ανάμεσα στα δύο πρώτα και στο τρίτο η πορεία προς τον πόλεμο ήταν ραγδαία στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Τον Μάρτιο του 1938 θα πραγματοποιηθεί η βίαιη προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους θα υπογραφεί η Συμφωνία του Μονάχου ανάμεσα στη Γερμανία και τις Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία, με την οποία οι δεύτερες έδιναν τη συγκατάθεσή τους για την κατάληψη μέρους της Τσεχοσλοβακίας από τον Χίτλερ. Τον Φεβρουάριο του 1939 οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας θα αναγνωρίσουν το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο και θα διακόψουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με τη δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας.

Από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά, το ΚΚΕ συμπέραινε πως η Ελλάδα είχε προσδεθεί στο άρμα του γερμανικού φασισμού. Η 3η Ολομέλεια ανέφερε πως η δικτατορία είχε μετατρέψει τη χώρα σε στρατηγικό στήριγμα του φασισμού και είχε αναλάβει να παίξει το ρόλο του χιτλερικού χωροφύλακα στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.[23] Προέτασσε δε την ανάγκη συγκρότησης Λαϊκού Μετώπου για το διώξιμο της δικτατορίας Μεταξά και πρότεινε το σχηματισμό προσωρινής αντιδικτατορικής κυβέρνησης για την αποκατάσταση των λαϊκών ελευθεριών και τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών. Λίγους μήνες μετά, η 4η Ολομέλεια ήταν στην ίδια γραμμή αλλά σε αυτήν έμπαινε πιο επιτακτικά το πρόβλημα του πολέμου. Το διώξιμο του Μεταξά και η αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας ήταν επίσης «εγγύηση για την ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Ελλάδας». Όπως σημειώνει ο Θανάσης Χατζής, οι αναλύσεις της εποχής επηρεασμένες από το εξωτερικό τυπικό της δικτατορίας και τις οικονομικές σχέσεις του καθεστώτος με τη Γερμανία, τοποθετούσαν μονόπλευρα τον Μεταξά στο πλευρό του Χίτλερ και του Μουσολίνι παραβλέποντας τις σχέσεις με τον βρετανικό παράγοντα.[24] Πράγματι στο Μανιφέστο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ μετά την 4η Ολομέλεια αναλυόταν με τον τρόπο αυτό η στάση «ουδετερότητας» που διατυμπάνιζε το καθεστώς Μεταξα:

Πρέπει να πάσχει κανείς από αθεράπευτη πολιτκή μυωπία είτε από πλήρη άγνοια των πραγματικών γεγονότων για να μη δει το ξεπούλημα και το οριστικό δέσιμο της Ελλάδας στον άξονα Βερολίνου-Ρώμης και το γκρεμό όπου σέρνεται με μαθηματική ακρίβεια ο τόπος. Οι διαβεβαιώσεις του Μεταξά ότι η Ελλάδα δεν απομακρύνεται απ’ τις πατροπαράδοτες φιλίες της, έχουν τόση αξία, όση αξία είχαν και οι δηλώσεις του ότι δε θα παρεκλίνει απ’ τον κοινοβουλευτισμό στις παραμονές του πραξικοπήματός του κατά της λαϊκής κυριαρχίας. Ούτε η πολιτική της ουδετερότητας που ετοιμάζεται να λανσάρει η δικτατορία είναι δυνατό ν’ απατήσει κανένα. Κάτω από τη μάσκα της “ουδετερότητας” κρύβεται η ίδια χιτλερομουσσολινική πολιτική του Μεταξά, που σήμερα ακόμα δεν τολμάει ανοιχτά να εκδηλωθεί κατά της Αγγλίας και της Γαλλίας.[25]

Όταν συνήλθε η 5η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1939, η απειλή του πολέμου ήταν πολύ πιο άμεση. Στην απόφαση της Ολομέλειας καταδικαζόταν η Συμφωνία του Μονάχου, ότι «εκφράζει τη θέληση του μεγάλου αγγλογαλλλικού κεφαλαίου να συμβιβαστεί με το φασιστικό άξονα αφίνοντας σ’ αυτόν ελεύθερο πεδίο δράσης σε βάρος των μικρών κρατών και της Σοβιετικής Ένωσης». Μπροστά στη γενικευμένη απειλή του παγκοσμίου πολέμου, το ΚΚΕ διακήρυττε πως αγωνιζόταν για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας. Έβαζε όμως μια παράμετρο, που θα προκαλούσε την αντίδραση της Κομμουνιστικής Διεθνούς –διακήρυττε πως ο μεγαλύτερος εχθρός της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας βρισκόταν στην Αθήνα και ήταν η «μοναρχοφασιστική δικτατορία».[26]

Ο άμεσος όμως κίνδυνος του πολέμου που έγινε χειροπιαστός με την εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939 έκανε πιο επιτακτική την ανάγκη του ΚΚΕ για συγκεκριμένες θέσεις και έδειξε τα κενά στα συμπεράσματα της 5ης Ολομέλειας. Στις 10 Απριλίου, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εξέδωσε προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό και το στρατό. Σε αυτήν τονιζόταν πως η ανεξαρτησία και η ακεραιότητα της χώρας κινδύνευαν άμεσα, αλλά επέμενε πως ο μεγαλύτερος εχθρός ήταν η «βασιλομεταξική δικτατορία» και καλούσε τους εφέδρους να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους εναντίον της. Ο Σιάντος στην 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1942 αποκάλυψε πως ο Ζαχαριάδης είχε στείλει μήνυμα από τις φυλακές της Κέρκυρας στην καθοδήγηση του κόμματος παρατηρώντας πως για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας το ΚΚΕ μπορούσε να συμπράξει και με αυτόν ακόμα τον Μεταξά ζητώντας ορισμένες προϋποθέσεις (λαϊκές ελευθερίες) που θα βοηθούσαν στην ενότητα και μαχητικότητα του λαού. Αλλά, σύμφωνα με ένα άλλο μέλος του Πολιτικού Γραφείου, τον Δημήτρη Παπαγιάννη, και ο ίδιος ο Σιάντος, πριν την υπόδειξη του Ζαχαριάδη και τις οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που θα δούμε παρακάτω, είχε αποφασίσει πως έπρεπε να αλλάξει η γραμμή του κόμματος. Όπως παρατήρησε ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, αυτήν την αντίληψη ανέπτυξε περαιτέρω ο Ζαχαριάδης στις «Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ» που συνέταξε τον Ιούνιο του 1939, στον πρόλογο των οποίων ανέφερε:

Ο φασισμός είναι άμεσος εχθρός μας εξωτερικά, γιατί απειλεί την ακεραιότητα και ανεξαρτησία, και εσωτερικά, γιατί μας θέλει είλωτες, δηλαδή μας θέλει και μας κάνει ανίκανους να υπερασπίσουμε τη λευτεριά μας εσωτερικά και εξωτερικά.

Και ο λαός θα είχε σαρώσει την πανούκλα της τετάρτης Αυγούστου, αν η απειλή του Μουσολίνι-Χίτλερ δε συγκέντρωνε όλη την προσοχή του. Περνάμε στιγμές δύσκολες. Και τις δυσκολίες αυτές μπορεί να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μόνο ένα εθνικό μέτωπο.

Το εθνικό μέτωπο θα συγκεντρώσει όλους που καταλαβαίνουν ότι μόνο μια πραγματική εσωτερική ενότητα θα επιτρέψει την πανελλαδική παλλαϊκή πανστρατιά, που με τη βοήθεια του παγκόσμιου αντιφασισμού, θα χαλάσει τα σχέδια του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Μια τέτοια εσωτερική ενότητα είναι δυνατή μονάχα αν αποκατασταθεί εσωτερικά η λαϊκή λευτεριά και αν εξυπηρετηθεί το πραγματικό λαϊκό συμφέρον.

Σύμφωνα με τον Παπαπαναγιώτου, αυτές οι διατυπώσεις ήταν το προανάκρουσμα του γράμματος Ζαχαριάδη και κατέτασσαν το ΚΚΕ στις πιο προωθημένες δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος ως προς την αντίληψη του εθνικού μετώπου για την αντιμετώπιση του φασισμού.[27]

Οι σχέσεις Κομμουνιστικής Διεθνούς και ΚΚΕ

Το ΚΚΕ από τα πρώτα βήματά του συνδέθηκε με την Κομμουνιστική Διεθνή και από το 1924, στο 3ο (έκτακτο) συνέδριό του μετονομάστηκε από «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (Κομμουνιστικό)» σε «Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας – Ελληνικό Τμήμα Κομμουνιστικής Διεθνούς» (ΚΚΕ – ΕΤΚΔ). Όντως η Διεθνής έλεγχε και καθοδηγούσε το κόμμα, με πιο γνωστή περίπτωση παρέμβασης την Έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ τον Νοέμβριο του 1931 «Προς τα μέλη του ΚΚΕ» για το σταμάτημα της εσωκομματικής κρίσης και τον ορισμό νέου Πολιτικού Γραφείου με τριμελή γραμματεία από τους Νίκο Ζαχαριάδη, Νίκο Κωνσταντινίδη-Ασημίδη και Γιάννη Μιχαηλίδη. Οι σχέσεις όμως της Κομμουνιστικής Διεθνούς με το ελληνικό τμήμα της δεν ήταν γενικά και τόσο στενές, αν συγκριθούν π.χ. με τα αντίστοιχα βαλκανικά κόμματα. Οικοδομήθηκε σταδιακά μια αντίληψη ότι το ελληνικό κόμμα ήταν υποδεέστερο και υποτιμήθηκε ο ρόλος του στα πλαίσια των οργάνων της Διεθνούς. Η επικοινωνία μεταξύ της Διεθνούς και του ελληνικού της τμήματος δεν ήταν άμεση αλλά περνούσε μέσα από τη διαμεσολάβηση της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και αργότερα των υπόλοιπων βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων. Στα καθοδηγητικά όργανα της Διεθνούς (Εκτελεστική Επιτροπή, Γραμματεία, Προεδρείο) δεν συμμετείχαν ποτέ Έλληνες ως μόνιμα μέλη αλλά μέλη του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ έπαιρναν μέρος διαδοχικά ως αντιπρόσωποι του ΚΚΕ στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ.[28]

Η επιβολή της δικτατορίας Μεταξά και τα απανωτά χτυπήματα στο καθοδηγητικό επίπεδο του ΚΚΕ έκαναν ακόμη πιο δύσκολη, έως απαγορευτική, την επαφή του κόμματος με τη Διεθνή και γενικότερα με το εξωτερικό. Η επαφή του ΚΚΕ με την Διεθνή την περίοδο εκείνη γινόταν μέσω της αντιπροσωπεία της Διεθνούς στο Παρίσι. Το μέλος του ΚΚΕ Δημήτρης Σακαρέλος (Ζωγράφος), που βρισκόταν στο Παρίσι από το 1934, αφότου δραπέτευσε από τις ελληνικές φυλακές, ορίστηκε στα τέλη του 1938 από την ΚΔ προσωρινός εκπρόσωπος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για την επαφή μεταξύ των δύο μερών.

Το καλοκαίρι του 1939 η ανασυγκροτημένη Κεντρική Επιτροπή από τους Σιάντο-Θέο πήρε ένα έγγραφο με οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με ημερομηνία αποστολής 29 Ιουλίου 1939 (ένα περίπου μήνα πριν το γερμανικοσοβιετικό σύμφωνο) στάλθηκαν στον Σακαρέλο οι υποδείξεις της Διεθνούς. Σε αυτό το κείμενο, που λάμβανε υπόψη του τις αποφάσεις της 5ης Ολομέλειας, γινόταν κριτική διότι «τα συνθήματα του ΚΚΕ που προβάλλονται στην τωρινή κατάσταση, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗ, δεν συμβάλλουν στην κινητοποίηση ενός πλατιού εθνικού μετώπου άμυνας εναντίον της ενισχυμένης απειλής επίθεσης εκ μέρους της Ιταλίας και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά λάθη». Η Διεθνής προσπάθησε να μετατοπίσει το κύριο βάρος των πυρών του ΚΚΕ από το καθεστώς Μεταξά στην φασιστική Ιταλία: «Ο βασικός εχθρός είναι ο άξονας Βερολίνο-Ρώμη, που στην Ελλάδα δρα κυρίως με την ιταλική πτέρυγα. Ο Μουσολίνι είναι ο σπουδαιότατος εχθρός, εναντίον του οποίου πρέπει να κινητοποιηθεί ο ελληνικός λαός. Αλλά από το κομμάτι της απόφασης του ΚΚΕ, όπου τίθεται το ζήτημα της συμπεριφοράς των κομμουνιστών σε περίπτωση επιστράτευσης, προκύπτει ότι το ΚΚΕ θεωρεί “κύριο εχθρό της χώρας” τη δικτατορία, χωρίς να παίρνει υπόψη του την εξωτερική πολιτική του Μεταξά, τη στάση του προς τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ». Η κατάληξη των υποδείξεων προοιωνίζονταν το γράμμα Ζαχαριάδη: «Αν συμβεί να επιτεθούν κατά της Ελλάδας οι φασίστες επιδρομείς (Μουσολίνι, Χίτλερ) ενώ στην εξουσία βρίσκεται η δικτατορική κυβέρνηση του Μεταξά, δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για να στρέψουμε εναντίον της τα όπλα, εάν αυτή θα αντισταθεί στους επιδρομείς. Εμείς θα μαχόμαστε με όλες τις δυνάμεις εναντίον του κύριου εχθρού, των φασιστικών στρατευμάτων που εισέβαλλαν στην Ελλάδα».[29] Όταν όμως συνέβη το ενδεχόμενο που αναφερόταν στις οδηγίες, είχε προηγηθεί το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο και είχε αλλάξει η γραμμή της Διεθνούς.

Το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης και το κομμουνιστικό κίνημα

Το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, συνθήκη μη επίθεσης ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση ήταν ένα γεγονός που συντάραξε την Ευρώπη, παρά τις επαφές των δύο κρατών και τις έμμεσες προειδοποιήσεις των Σοβιετικών προς τους Δυτικούς για το ενδεχόμενο αυτό. Το κύριο ζήτημα για τη Σοβιετική Ένωση ήταν η πάση θυσία αποφυγή σύναψης μιας οποιασδήποτε μορφής συμμαχίας μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης εναντίον της. Δεν ήταν αυτό ένα απίθανο ενδεχόμενο, αντιθέτως σε πολλές ευκαιρίες εκπρόσωποι των αρχουσών τάξεων των αστικών δημοκρατιών έδειχναν πως προτιμούσαν τη συνεννόηση με τη ναζιστική Γερμανία παρά με τους επάρατους μπολσεβίκους. Το ιδανικό σενάριο για αυτούς τους κύκλους ήταν μια επίθεση του Χίτλερ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.

Η Σοβιετική Ένωση είχε προσπαθήσει μάταια για μεγάλο χρονικό διάστημα να συνάψει συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία εναντίον του Χίτλερ. Ακόμα όμως και μετά την παραβίαση της Συμφωνίας του Μονάχου από τους Γερμανούς, με την κατάληψη ολόκληρης της Τσεχίας και την ανεξαρτητοποίηση της Σλοβακίας, οι Αγγλογάλλοι δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να συγκρουστούν με τον Χίτλερ, τον οποίο ακόμα έβλεπαν σαν ένα αποδεκτό ανάχωμα στον κομμουνισμό. Σταθμίζοντας τα δεδομένα αυτά, οι Σοβιετικοί προχώρησαν σε συμφωνία με τους Γερμανούς καταφέρνοντας τουλάχιστον να καθυστερήσουν την εμπλοκή τους στον πόλεμο. Επιτρέποντας δε στον Χίτλερ να επιτεθεί στην Πολωνία, ενέπλεκαν αμετάκλητα τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία σε έναν πόλεμο που εκείνες ήθελαν να στραφεί αποκλειστικά στην Ανατολή.[30] Η απόφαση αυτή των Σοβιετικών δεν ήταν χωρίς κόστος. Αλλά με βάση τις εκτιμήσεις τους για τις πιθανές εξελίξεις του πολέμου, ήταν διατεθειμένοι για να πετύχουν το βασικό τους στόχο, να υποστούν τις –δευτερεύουσες για εκείνους– συνέπειες.

Ένα μεγάλο ζήτημα που ανέκυψε ήταν η στάση της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε σχέση με τις κρατικές επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης. Εξαρχής ήταν δεδομένο πως η υπεράσπιση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, του κέντρου του κομμουνιστικού κινήματος ήταν η προτεραιότητα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και φυσικά της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν κεντρικό σύνθημα των κομμουνιστικών κομμάτων όλου του κόσμου. Αυτή η αντίληψη όμως συνεπαγόταν την απόλυτη συμφωνία της Διεθνούς με τις επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης και συνέπλεκε με αυτόν τον τρόπο τα καθήκοντα του κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια με τις επιλογές ενός συγκεκριμένου κράτους. Όπως ανέλυσε ο Γιάννης Χοντζέας, σταδιακά δημιουργήθηκε ένα «σύστημα», δηλαδή ένα σύνολο, άγραφων κατά κύριο λόγο, κανόνων και παραδόσεων που ρύθμιζαν τις σχέσεις ανάμεσα στα τμήματα της Διεθνούς και στο ουσιαστικό κέντρο που ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Το «σύστημα» αυτό, που αρχικά βοήθησε την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια, εξελίχτηκε σε μια παραμόρφωση της έννοιας της μονολιθικότητας σε υποταγή άνευ όρων σε ένα κέντρο, με οργανωτικές και πολιτικές παρενέργειες.[31]

Στην περίπτωση του γερμανοσοβιετικού συμφώνου το αποτέλεσμα ήταν ότι μια αλλαγή στην πολιτική της Σοβιετικής, αλλαγή που σαφώς έπρεπε να έχει τα στοιχεία της πρωτοβουλίας άρα και του αιφνιδιασμού, έπρεπε να αλλάξει την πολιτική γραμμή και συνθηματολογία όλων των κομμουνιστικών κομμάτων. Και αυτό σε συνθήκες ουσιαστικά πολέμου, με ανοιχτά τα ζητήματα τακτικής και συμμαχιών. Οπωσδήποτε επρόκειτο για μια εξαιρετική δύσκολη κατάσταση, που θα περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο με την επίσημη κήρυξη του πολέμου. Η ευθυγράμμιση των κομμουνιστικών κομμάτων δεν θα γινόταν δίχως απώλειες και αποπροσανατολισμούς.

Μέχρι το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο ακολουθείτο η γραμμή του 7ου συνεδρίου της Διεθνούς δηλαδή υποστηριζόταν η δημιουργία ενός μετώπου ειρήνης ενάντια στη χιτλερική Γερμανία και για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο τόνος ήταν ξεκάθαρα εναντίον του φασισμού ως εμπρηστή του πολέμου, της ναζιστικής Γερμανίας ενώ υπήρχε η εκτίμηση πως ο πόλεμος των μικρών ευρωπαϊκών χωρών θα είχε εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα. Στις 15 Ιουλίου 1939, με αφορμή την επικείμενη επέτειο των 25 χρόνων από τη κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΕΕΚΔ) έστειλε οδηγίες με αυτό το πνεύμα προς τα κομμουνιστικά κόμματα:

Είναι απαραίτητο να αξιοποιηθεί η 1η Αυγούστου, 25η επέτειος του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, για μια εκστρατεία κατά των φασιστών επιδρομέων, για την καταγγελία της διπρόσωπης πολιτικής της αγγλικής και της γαλλικής κυβέρνησης, οι οποίες παρατείνουν τις συνομιλίες με την ΕΣΣΔ, με στόχο την προετοιμασία νέας συνθηκολόγησης, ενός δευτέρου Μονάχου. Είναι αναγκαίο να ξεδιπλωθεί μια ανελέητη κριτική κατά των συνθηκολόγων από τη Β΄ και τη Διεθνή του Αμστερνταμ, που βοηθούν το φασισμό να στραγγαλίσει την Ισπανική Δημοκρατία, να διαμελίσει και να καταλάβει την Τσεχοσλοβακία, που διεξάγουν αντισοβιετική εκστρατεία και διασπούν το ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης και την ενότητα του αντιφασιστικού κινήματος. Είναι αναγκαίο με κάθε δύναμη να υπογραμμισθεί η σημασία της παραπέρα πάλης για τη δημιουργία ενιαίου εργατικού και λαϊκού μετώπου για μια παγκόσμια εργατική συνδιάσκεψη. Είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστεί στις μάζες η θέση της εργατικής τάξης απέναντι στο σημερινό πόλεμο σε διάκριση προς εκείνον του 1914-18. Είναι αναγκαίο να τονισθούν οι ιδέες του προλεταριακού διεθνισμού, η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, της πατρίδας των εργαζομένων όλων των χωρών.[32]

Ακόμα και τις παραμονές της σύναψης του συμφώνου, στις 22 Αυγούστου, η Γραμματεία της ΕΕΚΔ, μη γνωρίζοντας προφανώς ποια έκβαση θα είχαν οι γερμανοσοβιετικές συνομιλίες, δεν είχε αλλάξει τη γραμμή της προσπαθώντας όμως παράλληλα να προβάλλει θετικά μια ενδεχόμενη συμφωνία. Έτσι, χωρίς να αποκλείει ακόμη τη συμφωνία της Σοβιετικής Ένωσης με τη Βρετανία και τη Γαλλία εναντίον της Γερμανίας υποδείκνυε στα κομμουνιστικά κόμματα «να συνεχίσουν με ακόμη μεγαλύτερη ενεργητικότητα τη μάχη κατά των επιδρομέων, ιδίως εναντίον του γερμανικού φασισμού». Από την άλλη, υποστήριζε ότι η ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας θα ακύρωνε τα σχέδια των Δυτικών να στραφεί η επίθεση εναντίον της πρώτης, θα διαιρούσε τους εισβολείς (Γερμανούς και Ιάπωνες) και θα ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο υπέρ της γενικής ειρήνης. Αλλά ακόμα και η σύναψη συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας δεν απέκλειε «τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα της συμφωνίας μεταξύ της Αγγλίας, της Γαλλίας και της ΕΣΣΔ για κοινή απόκρουση των εισβολέων». [33]

Το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, παρά τα αναμφισβήτητα οφέλη για τη Σοβιετική Ένωση, είχε τρομερό αντίκτυπο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, στις οποίες διαμορφωνόταν η αντιφασιστική ιδεολογία και είχε ανέβει το κύρος της Σοβιετικής Ένωσης και ακόμα μεγαλύτερο στα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα. Πανευρωπαϊκά το σύμφωνο έγινε καταλύτης για μια μεγάλη πολιτική επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και των κομμουνιστικών κομμάτων σε κάθε χώρα. Στη Γαλλία, ελάχιστο διάστημα μετά τη διακυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, το Κομμουνιστικό Κόμμα συνταραζόταν από εσωτερικές συγκρούσεις λόγω του συμφώνου ενώ μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Πολωνία, κηρύχτηκε παράνομο και τα στελέχη του κυνηγήθηκαν και φυλακίστηκαν. Σε πολλές χώρες η αποδοχή του συμφώνου από τα κομμουνιστικά κόμματα δεν ήταν χωρίς αντιδράσεις σε κάθε επίπεδο. Η κατάσταση αυτή περιπλέχτηκε περαιτέρω με την κήρυξη του πολέμου την 1η Σεπτεμβρίου 1939.

Τα κομμουνιστικά κόμματα, ακολουθώντας τις προγενέστερες γενικές οδηγίες της Διεθνούς τάχθηκαν υπέρ της υπεράσπισης της Πολωνίας και της αποφασιστικής αντίστασης στους φασίστες εισβολείς. Σε Γαλλία και Βρετανία, τα κομμουνιστικά κόμματα υπερθεμάτιζαν στις πολεμικές προετοιμασίες των χωρών τους εναντίον της Γερμανίας. Την κατάσταση αυτή θα προσπαθούσε να αλλάξει η Σοβιετική Ένωση για να ευθυγραμμίσει την πολιτική των κομμάτων αυτών με τη νέα τακτική της που οριζόταν από το σύμφωνο μη επίθεσης. Στις 7 Σεπτεμβρίου, σε συζήτηση του Στάλιν με τους Μόλοτοφ και Ζντάνοφ και του Δημητρόφ εκ μέρους της Διεθνούς, η τοποθέτηση του πρώτου ήταν πως με την έναρξη του πολέμου στη συγκεκριμένη του μορφή, δεν ίσχυε πλέον η διάκριση μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού: «Κατά τη διάρκεια του μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών πόλεμου αυτό δεν είναι πια σωστό. Η διάκριση των καπιταλιστικών χώρων σε φασιστικές και δημοκρατικές έχασε την προηγούμενη σημασία της».[34]

Με βάση τη στάση αυτή της σοβιετικής ηγεσίας και τη σχέση Σοβιετικής Ένωσης και Κομμουνιστικής Διεθνούς, άλλαξε και η γραμμή της τελευταίας για τον πόλεμο, σύμφωνα με τις οδηγίες που διαμορφώθηκαν από την προηγούμενη συζήτηση:

Η τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων κατά το παρόν στάδιο του πολέμου σε όλες τις εμπόλεμες χώρες συνίσταται στο να πάρουν θέση κατά του πολέμου, να αποκαλύψουν τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα, να ψηφίσουν, εκεί όπου υπάρχουν κομμουνιστές βουλευτές, κατά των πολεμικών δαπανών, να πουν στις μάζες ότι ο πόλεμος δεν θα τους προσφέρει τίποτε, εκτός από βάσανα και καταστροφές. Στις ουδέτερες χώρες να ξεσκεπασθούν οι κυβερνήσεις, που υπερασπίζονται την ουδετερότητα για τις δικές τους χώρες, αλλά στηρίζουν τον πόλεμο σε άλλες χώρες, με σκοπό το κέρδος, όπως κάνει η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ως προς την Ιαπωνία και την Κίνα. Τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει παντού να περάσουν σε αποφασιστική επίθεση κατά της προδοτικής πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας.[35]

Πλέον δεν ήταν ο φασισμός και ο Άξονας ο κύριος εχθρός αλλά ο πόλεμος αντιμετωπιζόταν ως ενδοϊμπεριαλιστικός και στηλιτεύονταν οι Δυτικοί ως εμπρηστές του πολέμου εξίσου αν όχι παραπάνω από τους Γερμανούς.[36] Στο επίσημο όργανο της Κομμουνιστικής Διεθνούς αναφερόταν πως η Βρετανία και η Γαλλία είχαν κηρύξει τον πόλεμο στον Χίτλερ γιατί αυτός είχε αθετήσει την υπόσχεσή του να επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση. Οι αστικές τάξεις των χωρών αυτών ήθελαν να καταστρέψουν τους ανταγωνιστές τους στην Ιταλία και τη Γερμανία. Η εργατική τάξη δεν έπρεπε να πάρει μέρος αλλά να βάλει τέλος «σε αυτόν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο».[37] Είναι προφανές πως αυτή η γραμμή συντάραξε τα κομμουνιστικά κόμματα ανά τον κόσμο. Τη νέα πολιτική γραμμή δεν αποδέχτηκαν αρχικά τα κομμουνιστικά κόμματα των ΗΠΑ, του Καναδά, του Βελγίου, της Νορβηγίας. Το ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας συνέχισε για αρκετό διάστημα την προηγούμενη γραμμή του για διμέτωπο πόλεμο –εναντίον του γερμανικού φασισμού και εναντίον της κυβέρνησης Τσάμπερλεν.

Από το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο στον ελληνοϊταλικό πόλεμο

Στην Ελλάδα επίσης το σύμφωνο και η ερμηνεία του έγιναν δυσεπίλυτο πρόβλημα για τους κυνηγημένους κομμουνιστές. Ο Παπαγιάννης, μόνος από τον παλιό ηγετικό πυρήνα που ήταν ασύλληπτος στα τέλη του 1939 συγκρότησε ένα νέο καθοδηγητικό κέντρο μαζί με τους Βαγγέλη Κτιστάκη, Χρήστο Κανάκη, Σταματίνα Βιτσαρά και άλλους. Το όργανο αυτό θα μείνει γνωστό ως η «Παλαιά Κεντρική Επιτροπή» (ΠΚΕ). Έχοντας επαφή με τον κρατούμενο στο σανατόριο «Σωτηρία» Νίκο Πλουμπίδη θα προσπαθήσει να αποτελέσει τη συνέχεια της νόμιμης καθοδήγησης του κόμματος. Η ΠΚΕ κρατούσε επαφή με διάσπαρτες κομμουνιστικές ομάδες που δρούσαν πλέον ανεξάρτητα ελλείψει καθοδήγησης, όπως η «Ανεξάρτητη Κομμουνιστική Ομάδα Αθήνας» και το «Μακεδονικό Γραφείο».

Η ΠΚΕ, με βάση το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, ερμήνευε τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό και μάλιστα έστρεφε τα βέλη της κυρίως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία που ήταν οι κύριοι εχθροί της Ελλάδας. Τα καθήκοντα ήταν η ανατροπή της βασιλομεταξικής δικτατορίας που έσπρωχνε τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων, η συγκρότηση ενός Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας που θα οδηγούσε σε συνεργασία με τα άλλα βαλκανικά κράτη για την τήρηση ουδέτερης στάσης υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης.

Μάλιστα, σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση του Βαγγέλη Κτιστάκη, που συμμετείχε στην Παλαιά Κεντρική Επιτροπή, τον Οκτώβριο του 1939 έφτασαν στην Ελλάδα, με την άφιξη μιας ομάδας στελεχών με επικεφαλής τον Μιλτιάδη Τιμογιαννάκη από τη Σοβιετική Ένωση μέσω Γαλλίας, νέες οδηγίες της Διεθνούς που απηχούσαν το πνεύμα μετά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Με βάση αυτές, το ΚΚΕ έπρεπε να παλέψει για τη δημιουργία ενός ειρηνικού συνασπισμού των βαλκανικών κρατών με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που θα επέτρεπε και την αντίσταση κατά της επιβολής της Ιταλίας στα Βαλκάνια και την πάλη εναντίον του ιμπεριαλιστικού πολέμου.[38]

Αυτή τη στάση θα κρατήσει η ΠΚΕ για το επόμενο διάστημα και μέχρι την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Αναπαράγοντας τις θέσεις της Διεθνούς για έναν υποτιθέμενο βαλκανικό συνασπισμό υπό τη Σοβιετική Ένωση απομακρυνόταν από την πραγματικότητα του πολέμου και των καθηκόντων που αυτός έβαζε. Η «Προκήρυξη του ΚΚΕ» που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της 30ης Αυγούστου 1940 ήταν χαρακτηριστική του λαθεμένου προσανατολισμού που οδηγούσε σε τερατολογίες:

Λαέ της Ελλάδας, […] ο πόλεμος όπου η δικτατορία ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά σου […] δεν είναι αγώνας για την πατρίδα μας. Είναι μια άδικη και μάταιη ανθρωποσφαγή για το χατίρι των άγγλων πλουτοκρατών […] Δεν έχει σημασία αν ο πόλεμος αυτός αρχίσει με μια εισβολή των ιταλών φασιστών […] γιατί την ιταλική εισβολή την προκαλεί αυτή τη φορά η τυχοδιωκτική πολιτική της βασιλομεταξικής δικτατορίας που δημιουργεί στη φασιστική Ιταλία ανησυχίες για την ασφάλεια των νώτων της […][39]

Ήταν επόμενο πως αυτές οι θέσεις οδήγησαν την ΠΚΕ στην πλήρη απομόνωσή της από το σώμα των μελών και οπαδών του ΚΚΕ, που από ειρωνεία της τύχης την θεωρούσαν «ασφαλίτικη» και προσέγγιζαν την πραγματικά διαβρωμένη από την Ασφάλεια «Προσωρινή Διοίκηση». Με μεγάλη καθυστέρηση από την κήρυξη του πολέμου, που έδειχνε και την αβεβαιότητα για την ορθότητα των απόψεων της, η ΠΚΕ στις 7 Δεκεμβρίου θα δημοσιεύσει μανιφέστο όπου θα εξαγγείλει ότι «τον πόλεμο τον διέταξαν οι εμπόλεμοι εγγλέζοι πλουτοκράτες» ενώ παρακάτω δηλωνόταν ότι «ο πόλεμος αυτός […] δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδας μας». Με βάση αυτές τις τραγικά εκτός τόπου και χρόνου σε σχέση με το λαϊκό αίσθημα εκτιμήσεις, η ΠΚΕ καλούσε τους στρατιώτες να αρνηθούν να πολεμήσουν πέρα από τα σύνορα αλλά να ανατρέψουν τη βασιλομεταξική δικτατορία και να επιδιώξουν την ουδετερότητα της χώρας υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η γραμμή δεν θα άλλαζε μέχρι τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40]

Εκτός από την Παλαιά Κεντρική Επιτροπή, από τις αρχές του 1940 εμφανίστηκε και ένα δεύτερο καθοδηγητικό κέντρο του ΚΚΕ. Αυτό ήταν άλλη μια έμπνευση και δολοπλοκία της Ασφάλειας του Μανιαδάκη, που είχε κατορθώσει να χρησιμοποιήσει ανώτατα στελέχη του ΚΚΕ που είχαν υπογράψει σταδιακά δήλωση (Τυρίμος, Μανωλέας, Μιχελίδης, Τιμογιαννάκης, κ.ά.) για να δημιουργήσει μια ψεύτικη Κεντρική Επιτροπή, γνωστή ως «Προσωρινή Διοίκηση». Αυτή η ψεύτικη ΚΕ είχε τον δικό της Ριζοσπάστη, δικό της «Εσωτερικό Δελτίο» και καθοδηγούσε οργανώσεις διαβρωμένες από την Ασφάλεια. Αποτέλεσμα και αυτό της οργανωτικής διάλυσης αλλά και της πολιτικής σύγχυσης που επικρατούσε στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα εκείνη την εποχή.

Με απόφαση του έγκλειστου στις φυλακές της Κέρκυρας Νίκου Ζαχαριάδη, και τη σύμφωνη γνώμη των επίσης έγκλειστων μελών του Πολιτικού Γραφείου Μήτσου Παρτσαλίδη και Βασίλη Νεφελούδη, ο συγκρατούμενος τους επίσης μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης έκανε δήλωση για να βγει από τη φυλακή το καλοκαίρι του 1939 και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση στο κόμμα. Πολύ σύντομα όμως ο Μιχαηλίδης έπεσε και ο ίδιος στην παγίδα της «Προσωρινής Διοίκησης». Τον Μιχαηλίδη κατήγγειλαν ως όργανο της Ασφάλειας τα μέλη της καθοδήγησης του ΚΚΕ μετά τη σύλληψη του Νίκου Πλουμπίδη, ο οποίος είχε ραντεβού μαζί του. Στις 22 Νοεμβρίου θα συλληφθούν ο Γιώργης Σιάντος και ο Γρηγόρης Σκαφίδας και θα σχηματιστεί η Παλαιά Κεντρική Επιτροπή από τον Παπαγιάννη.

Στις αρχές του 1940 μεταφέρθηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης από τις φυλακές της Κέρκυρας στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια του Μανιαδάκη να τον φέρει σε επαφή με την «Προσωρινή Διοίκηση» ώστε να της δώσει την υποστήριξή του. Όντως ο Ζαχαριάδης ήταν πεπεισμένος πως η Ασφάλεια κρυβόταν πίσω από την ΠΚΕ με τη μορφή του Δαμιανού Μάθεση, υπεύθυνου για τις στρατιωτικές επαφές του κόμματος. Η «Προσωρινή Διοίκηση», έχοντας στα χέρια της και τα υλικά της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά από τη σύλληψη του Σιάντου, προωθούσε μια γραμμή υπεράσπισης της χώρας χωρίς να κάνει κριτική στο καθεστώς ούτε να επιζητά τη συνεννόηση με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη και την Σοβιετική Ένωση. Σταδιακά κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη πολλών κομματικών οργανώσεων πριν την καταγγείλει ως όργανο της δικτατορίας ο Ζαχαριάδης τον Ιανουάριο του 1941.

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι εκτός από τα βραχυκυκλώματα της κορυφής και τις αλλαγές γραμμής που μικρό αντίκτυπο είχαν σε συνθήκες οργανωτικής διάλυσης, σε όλη την Ελλάδα μέλη και οργανώσεις του κόμματος που δεν είχαν χτυπηθεί από το καθεστώς συνέχιζαν με κάθε τρόπο τη δράση τους. Σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορούσαν να ριζώσουν οι απότομες αλλαγές γραμμής με το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, που συνοδεύονταν μάλιστα από εκατέρωθεν καταγγελίες των καθοδηγητικών οργάνων για χαφιεδισμό. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι η κρίση του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος επικάλυψε τη γενικότερη κρίση που δημιούργησε το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Η ΠΚΕ που υποστήριζε τη νέα πολιτική, έχασε κάθε κύρος σε μια βάση που είχε ταυτιστεί για χρόνια με τα συνθήματα της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της πατρίδας και έβλεπε τον εχθρό κυρίως στον ιταλικό και γερμανικό φασισμό.

Η κήρυξη του πολέμου και το γράμμα Ζαχαριάδη

Με την κήρυξη του πολέμου και πριν προλάβει κάποιο κομματικό κέντρο να βγάλει γραμμή για τη στάση του κόμματος, οι κομμουνιστές και οι οπαδοί του ΚΚΕ έσπευσαν να καταταγούν ακόμα και εθελοντικά για να πολεμήσουν στο μέτωπο ενώ επίσης οι φυλακισμένοι και εξόριστοι κομμουνιστές ζήτησαν στα σταλούν στο μέτωπο. Ήταν αυτή η στάση απόρροια των αντιλήψεων και πεποιθήσεων που περιγράψαμε προηγούμενα και συμβάδιζε φυσικά με το λαϊκό αίσθημα που δεν ταλαντεύτηκε ως προς την υπεράσπιση της πατρίδας από τον φασισμό. Την επόμενη μέρα από την κήρυξη του πολέμου, αντιπροσωπεία των έγκλειστων κομμουνιστών στην Ακροναυπλία, αποτελούμενη από τους Ιωαννίδη-Θέο-Παπαρήγα επέδωσε υπόμνημα στη διοίκηση της φυλακής, στο οποίο χαρακτήριζαν τον πόλεμο ως εθνικοαπελευθερωτικό, αντιφασιστικό και καλούσαν το έθνος να παλέψει για την υπεράσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας του. Υπογράμμιζαν ότι οι κομμουνιστές ήταν έτοιμοι να σταλούν στο μέτωπο για να υπερασπίσουν την πατρίδα και τόνιζαν ότι δεν πρέπει να στηριχθεί η Ελλάδα αποκλειστικά στην Αγγλία αλλά η μοναδική εγγύηση ήταν η βαλκανική συνεννόηση και ο προσανατολισμός προς τη Σοβιετική Ένωση και εσωτερικά η αποκατάσταση της ενότητας του έθνους και η κινητοποίηση όλων των δυνάμεων του. Με αυτό το σκεπτικό ζητούνταν και η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων.[41]

Είδαμε προηγουμένως την αντίληψη που οικοδομούσε ο Ζαχαριάδης για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας, αντίληψη που συμβάδιζε με την προ γερμανοσοβιετικού συμφώνου πολιτική της Διεθνούς. Ο Ζαχαριάδης είχε γνώση της στροφής της Διεθνούς αλλά διέθετε και το πολιτικό αισθητήριο για να αντιληφθεί πως μια γραμμή όπως αυτή που προωθούνταν από την ΠΚΕ, ανεξαρτήτως του αν αυτή η τελευταία ήταν διαβρωμένη ή όχι, ήταν αυτοκτονική πολιτικά για το ΚΚΕ δεδομένης της συγκεκριμένης μορφής που έπαιρνε ο πόλεμος για την Ελλάδα. Με βάση αυτήν την αντίληψη θα προχωρήσει σε συζητήσεις με εκπροσώπους του δικτατορικού καθεστώτος όντας φυλακισμένος στην Κέρκυρα και θα επιδιώξει τη μεταφορά του στην Αθήνα. Εκτιμώντας πως οι υπηρεσίες της δικτατορίας είχαν διαβρώσει και τις δύο αυτόκλητες καθοδηγήσεις του κόμματος (ΠΚΕ και Προσωρινή Διοίκηση), επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην ανάδειξη του πολιτικού στίγματος του ΚΚΕ. Έχοντας καθαρό πως ο πόλεμος θα είναι αμυντικός για την Ελλάδα διαμόρφωνε τη θέση που θα αποκρυσταλλωθεί με το γράμμα του.

Ο Ζαχαριάδης έφτασε στο δικό του συμπέρασμα, το οποίο βασιζόταν στις προγενέστερες αναλύσεις της Διεθνούς για τη θέση των μικρών κρατών στον πόλεμο.[42] Το γράμμα του γράφτηκε με τρόπο ώστε να το καθεστώς Μεταξά να επιτρέψει τη δημοσίευσή του και για αυτό το λόγο έμεινε στο βασικό που ήταν η υπεράσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας του ελληνικού λαού. Το γράμμα αυτό δεν μετέπεισε ούτε καθοδήγησε το κόμμα και το λαό σε μια στάση που του ήταν ξένη, αλλά συμπύκνωσε τη βασική κατεύθυνση και προσανατόλισε για την κύρια γραμμή που θα ακολουθούσε το ΚΚΕ και όλο το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα όχι μόνο για τον πόλεμο αλλά και σε όλη την περίοδο της κατοχής:

Ανοιχτό Γράμμα του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλαίβει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δόσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.

Αθήνα 31 του Οχτώβρη 1940

ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ

Το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στον αθηναϊκό Τύπο στις 2 Νοεμβρίου 1940. Οι έγκλειστοι της Ακροναυπλίας δήλωσαν σύμφωνοι με το γράμμα του Ζαχαριάδη και ζητούσαν να σταλούν στο μέτωπο. Στο υπόμνημά τους ξεπερνούσαν τις προσεκτικές εκφράσεις του Ζαχαριάδη και δήλωναν στον Μεταξά πως: «Εμείς οι κομμουνιστές παίρνουμε τη θέση μας στην πρώτη γραμμή του πυρός κάτω από τας διαταγάς σας, για τη συντριβή των επιδρομέων και την υπεράσπιση της ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της χώρας μας».[43] Με πρότασή τους ζητούσαν να πάει αντιπροσωπεία τους από τους Ιωαννίδη-Θέο στην Αθήνα για διαπραγματεύσεις με σκοπό την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και τη συμμετοχή τους στο μέτωπο. Έγιναν όντως συζητήσεις με αξιωματούχους της δικτατορίας στην Ακροναυπλία χωρίς αποτέλεσμα καθώς το καθεστώς επέμενε πως οι κρατούμενοι κομμουνιστές έπρεπε να κάνουν δήλωση μετανοίας.[44]

Στην Κέρκυρα, όπου ήταν ακόμα φυλακισμένα τέσσερα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής (Παρτσαλίδης, Νεφελούδης, Σιάντος, Ζεύγος) και άλλα στελέχη του κόμματος, διαμορφώθηκε η άποψη πως ο πόλεμος ήταν απελευθερωτικός αντιφασιστικός από την πλευρά του ελληνικού λαού και πως η κυβέρνηση Μεταξά δεν αποτελούσε εγγύηση για τη σωστή και νικηφόρα διεξαγωγή του πολέμου. Η Ελλάδα έπρεπε να επιδιώξει τη σύναψη συμμαχιών με χώρες που δεν είχαν βλέψεις στη χώρα και δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την εθνική της ανεξαρτησία.[45]

Αντιθέτως τα στελέχη της ΠΚΕ έχοντας περιέλθει σε αδιέξοδο προσπαθούσαν μα στηρίξουν θεωρητικά τη θέση τους για τον εκατέρωθεν ιμπεριαλιστικό πόλεμο στις θέσεις του Λένιν για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επιζητούσαν τη συγκρότηση μιας βαλκανικής ένωσης υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης. Όσοι δεν συμφωνούσαν με το γράμμα Ζαχαριάδη πίστευαν πως ήταν πλαστό κατασκεύασμα της δικτατορίας παρά τη φωτοτυπία του χειρόγραφου που είχε κυκλοφορήσει.

Μέσα στον κυκεώνα του πολέμου, της πολιτικής και της διπλωματίας της πρώτης περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το μικρό και υποτιμημένο ΚΚΕ προσανατολίστηκε σωστά συνδέοντας την υπεράσπιση της πατρίδας με την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος για τη χώρα και το λαό της. Το πόσο βαθιά και σωστή ήταν αυτή η κατεύθυνση φάνηκε τόσο από τη μαχητικότητα με την οποία ο ελληνικός λαός υπερασπίστηκε τη χώρα του ενάντια στην ιταλική αλλά και τη γερμανική εισβολή και από το έπος της Αντίστασης. Μέχρι την κατάληψη της Ελλάδας από τον Άξονα σημειώθηκαν και άλλα επεισόδια στην προσπάθεια του ΚΚΕ να ισορροπήσει ανάμεσα στις αξιώσεις της Διεθνούς και ουσιαστικά στα αξιώματα της σοβιετικής πολιτικής και στη στάση που είχε διαμορφώσει με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση στην Ελλάδα και τα καθήκοντα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος που απέρρεαν από τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Μέσα στα επεισόδια αυτά ήταν και τα δύο επόμενα γράμματα Ζαχαριάδη, στα οποία αναθεωρούσε εν μέρει την μέχρι τότε αντίληψή του κάνοντας στροφή προς την πολιτική της Διεθνούς. Αυτά όμως δεν έγιναν ευρύτερα γνωστά εκείνη την περίοδο και ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεγάλη μάζα των Ελλήνων κομμουνιστών που έμειναν πιστοί στο γράμμα και το πνεύμα του πρώτου γράμματος και έγραψαν ιστορία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος (1934-1940), Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1975.

Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1943, 1ος τόμος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1995.

Αλέξανδρος Δάγκας – Γιώργος Λεοντιάδης, Το ελληνικό εργατικό κίνημα έναντι του φασισμού και του πολέμου 1934-1941 – Οι απόψεις Παπαπαναγιώτου, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007.

Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999.

Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις – Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Αθήνα, Θεμέλιο, 1979.

Ναταλία Λεμπεντέβα – Μιχαήλ Ναρίνσκι, Η Κομμουνιστική Διεθνής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004.

Βασίλης Νεφελούδης, Αχτίνα Θ΄, Αθήνα, Ολκός, 1974 [Εστία, 2007].

Δημήτρης Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1987.

Γρηγόρης Φαράκος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και διεθνούς κομμουνιστικού κέντρου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004.

Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000.

Γιάννης Χοντζέας, Για το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, Αθήνα, Α/συνεχεια, 2004.

 

[1] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος (1934-1940), Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1975, σ. 13-34.

[2] Γιάννης Χοντζέας, Το «τέλος» του κομμουνισμού, Αθήνα, Α/συνεχεια, 1993, σ. 180-181.

[3] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 81-82.

[4] Στο ίδιο, σ. 42-45.

[5] Στο ίδιο, σ. 69.

[6] Στο ίδιο, σ. 158-169.

[7] Δημήτρης Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1987, σ. 249.

[8] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 186-188.

[9] Στο ίδιο, σ. 201-204.

[10] V.M. Lejbzon-K.K. Širinja, Il VII Congresso dellInternazionale Comunista, Ρώμη, Editori Riuniti, 1975, σ. 85.

[11] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1943, 1ος τόμος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1995, σ. 280.

[12] Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, Κομμουνιστική Διεθνής – Σύντομη Ιστορική Μελέτη, εκδόσεις «Ελεύθερη Ελλάδα», 1973, σ. 415-417.

[13] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, Το ελληνικό εργατικό κίνημα έναντι του φασισμού και του πολέμου 1934-1941 – Οι απόψεις Παπαπαναγιώτου, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007, σ. 137.

[14] Στο ίδιο, σ. 139-140.

[15] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 242-253.

[16] Στο ίδιο, σ. 249-250.

[17] Στο ίδιο, σ. 262.

[18] Δημήτρης Σάρλης, ό.π., σ. 338-339.

[19] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Μεταξύ δύο πολέμων», στο: Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, 7ος τόμος, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σ. 27.

[20] Δημήτρης Σάρλης, ό.π., σ. 341-342.

[21] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 294-295.

[22] Στο ίδιο, σ. 395-401.

[23] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 153.

[24] Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σ. 158-159.

[25] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 436-437.

[26] Στο ίδιο, σ. 461-463.

[27] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 153-156.

[28] Γρηγόρης Φαράκος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και διεθνούς κομμουνιστικού κέντρου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σ. 88-90.

[29] Στο ίδιο, σ. 341-343. Οι οδηγίες αυτές της Διεθνούς θα παρουσιαστούν από τον Σιάντο στην εισήγησή του στη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1942.

[30] Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Η πορεία της Ευρώπης προς τον πόλεμο», στο: Χρήστος Χατζηιωσήφ-Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Γ1, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2007, σ. 38-42.

[31] Γιάννης Χοντζέας, Για το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, Αθήνα, Α/συνεχεια, 2004, σ. 39-42.

[32] Ναταλία Λεμπεντέβα – Μιχαήλ Ναρίνσκι, Η Κομμουνιστική Διεθνής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σ. 3-4.

[33] Γρηγόρης Φαράκος, ό.π., σ. 161-162. Ναταλία Λεμπεντέβα – Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 5-6.

[34] Ναταλία Λεμπεντέβα – Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 11.

[35] Γρηγόρης Φαράκος, ό.π., σ. 163-164.

[36] Εισήγηση του Μόλοτοφ στη συνεδρίαση του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, στις 31 Οκτωβρίου 1939, βλ. Ναταλία Λεμπεντέβα – Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 17.

[37] Jane Degras (ed.), The Communist International 1919-1943 Documents, 3ος τόμος (1929-1943), Oxford University Press, 1965, σ. 441.

[38] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 213-215.

[39] Στο ίδιο, σ. 239.

[40] Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 297-300. Ο Παπαπαναγιώτου υποστηρίζει πως η λύση της σιωπής της ΠΚΕ έγινε με την αποφασιστική ενθάρρυνση των άμεσων και έγκυρων φορέων της πολιτικής της ΕΣΣΔ και της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Αθήνα, βλ. Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 299.

[41] Θανάσης Χατζής, ό.π., σ. 226.

[42] Επίσης, σύμφωνα με τον Γ. Χοντζέα, ο Ζαχαριάδης, ανεξάρτητα από τις αλλαγές των θέσεων του ΚΚΕ για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, έβλεπε σωστά το προβάδισμα της Μεγάλης Βρετανίας ( η οποία εγκατέλειπε βαθμιαία την πολιτική του Μονάχου), στοιχείο που έδειχνε ότι το καθεστώς θα αντιστεκόταν και δεν θα διευκόλυνε την ιταλική εισβολή, βλ. Γιάννης Χοντζέας, ό.π., 2004, σ. 211-213.

[43] Θανάσης Χατζής, ό.π., σ. 228. Άγγελος Ελεφάντης, ό.π., σ. 305-306.

[44] Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις – Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Αθήνα, Θεμέλιο, 1979, σ. 65-66.

[45] Βασίλης Νεφελούδης, Αχτίνα Θ΄, Αθήνα, Ολκός, 1974, σ. 241.

Πηγή: Ιστοριολόγιο

Η Βουβή Επέτειος. Γιορτή και Λαός

Το παρακάτω άρθρο του Κώστα Βάρναλη δημοσιεύτηκε στις 27 Οκτώβρη του 1947 στο Ρίζο της Δευτέρας, 7 χρόνια μετά το ΟΧΙ, 3 χρόνια μετά την απελευθέρωση. Το ΚΚΕ και η Εαμική Αντίσταση αντιμετωπίζουν την βαθιά τρομοκρατία του κράτους και του παρακράτους που με αιχμή του δόρατος τους πρώην συνεργάτες των κατακτητών, τους ταγματασφαλίτες και τους γερμανοτσολιάδες, βάλθηκε να εξοντώσει τους πρωτεργάτες της αντιστασιακής εποποιίας του ελληνικού λαού. Εξαιτίας της πολιτικής και ιδεολογικής συγγένειας του καθεστώτος Μεταξά με τον ναζισμό και τον φασισμό, αλλά και του μοναρχοφασιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος που εγκαθιδρύουν Άγγλοι και Αμερικάνοι μετά τον Δεκέμβρη του 44, η επέτειος του ΟΧΙ γιορτάζεται “βουβά”.

Η 28 του Οκτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον ελληνικό λαό-και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το «αλβανικό έπος». Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα για να τους φυλάνε, όταν πηγαίνουν στην τελετή-να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού. Το τι νόημα δίνουν στο αλβανικό έπος οι φυγάδες του έπους φαίνεται από το νόημα που δίνουν σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες, όπως π.χ. «απελευθέρωση», «ανεξαρτησία», «δημοκρατία», «αμερικάνικη βοήθεια», «πνευματική ελευθερία» κ.λπ. Το ιστορικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.

Αλλά το νόημα που έδινε η 4η Αυγούστου στο «αλβανικό έπος», μας το εξήγησε τότε με τρόπο επίσημο ο τότε διευθυντής της Ασφάλειας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος, εγκαταλελειμμένος από τους αρχηγούς του χτύπαγε στο μέτωπο και μπροστά του και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι «αρχηγοί» του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού-γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών) αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).

Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του «όχι» μονάχα για τον τύπο, κοίταξε από την πρώτη στιγμή πως θα έσωζε όχι την πατρίδα, παρά το καθεστώς του. Πως θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του χέρια στα ξένα χέρια, χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού ούτε τα κέρδη του απ’ αυτόν. Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν πράξη ανωτέρας βίας, παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβριανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στη σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το «αλβανικό έπος», παρά η συνθηκολόγηση και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς κι έσωζε την ελευθερία του, οι τωρινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα «εθνικού πένθους».

Λοιπόν τότε κι εμείς οι αριστεροί δημοσιογράφοι πήραμε στα σοβαρά όπως κι ο λαός τον πόλεμο κατά των «βάρβαρων επιδρομέων». Και γράφαμε πύρινα άρθρα εναντίον τους, εναντίον του φασισμού. Μα το είπαμε: ο δικός μας ο φασισμός, τέκνο και ομοίωμα του γερμανικού και του ιταλικού, δεν του καλάρεσε να βρίζουμε το «σύστημα». Κι ένα βράδυ (χειμώνας ήτανε) μας μαζέψανε στη Γενική Ασφάλεια τους ξεροκέφαλους αριστερούς, που χαλούσαμε τη «δουλειά». Ήτανε (όσο θυμάμαι) ο Καρβούνης, ο Κορδάτος, ο Κορνάρος, ο Πανσέληνος, ο Μέξης, ο Σπ. Θεοδωρόπουλος. Και ξαφνικά για λίγες ώρες μονάχα, μας φέρανε ωραίον, κομψόν και γόητα, με ύφος υπεράνω όλων μας, τον κ. Καραγάτση. Μα ως το βράδυ τον αφήσανε.

Το άλλο βράδυ μας ξαναπήγανε στην διεύθυνση της Γενικής Ασφάλειας όπου μας παρουσιάσανε στον κ. Παξινό. Εκεί πήραμε το πρώτο «βάπτισμά» μας στο νόημα του «αλβανικού έπους». Ο κ. Διευθυντής κοφτά και μελετημένα, μας είπε να μην κάνουμε τον έξυπνο στα άρθρα μας βρίζοντας το φασισμό (έτσι βρίζαμε έμμεσα και τη 4η Αυγούστου και σ’ αυτό δεν είχε άδικο ο κ. Διευθυντής) και πως δεν φταίει καθόλου ο φασισμός για τον πόλεμο.

Μ’ άλλα λόγια εννοούσε πως έφταιγε ο ιταλικός λαός που μας μισούσε ή που είχε κατακτητικές βλέψεις, λες κι οι λαοί αισθάνονται ή ενεργούνε μοναχοί τους κι είναι υπεύθυνοι αυτοί για ό,τι αγαπούνε, για ό,τι μισούνε και για ό,τι κάνουνε-όπως τα ομαδικά εγκλήματα εναντίον των αμάχων.

Κι αφού μας ενουθέτησε και μας έκανε προσεκτικούς για το μέλλον, μας άφησε ελεύθερους, δηλαδή μας εδέσμευσε τη σκέψη και τη γλώσσα. Έπρεπε δηλαδή κι εμείς να βοηθήσουμε το ξένο φασισμό να κατέβει και να θρονιαστεί άνετα στην Ελλάδα δίπλα στο ντόπιο.

Κάτι ανάλογο μου είπε μια μέρα κι ο διευθυντής της εφημερίδας που εργαζόμουνα τότε. Έγραφα μια ιστορία επί δυόμιση μήνες της διαφθοράς και απανθρωπιάς των πολιτικών παθών της Ρώμης από το Σύλλα και πέρα. Η περίσταση και η πεποίθησή μου με κάνανε να χρωματίζω κάπως ζωηρότερα τα πρόσωπα και τα πράγματα και να τα χαρακτηρίζω με τον ίδιο τρόπο κυρίως την αρπακτικότητα και τη φιλοχρηματία των ισχυρών της «αιώνιας πόλεως»: Σύλλα, Κράσου, Οκταβίου, Κικέρωνα, Σενέκα κ.λπ.

Ο διευθυντής μου λοιπόν με κάλεσε και μου λέγει: «Είπαμε να βρίζεις τους Ρωμαίους, μα όχι και τους πλουτοκράτες. Δυστυχώς ή ευτυχώς οι περισσότεροι αναγνώστες μας (της Κηφισιάς) είναι πλουτοκράτες! -Μα εγώ βρίζω, του απάντησα γελώντας, τους τότε Ρωμαίους πλουτοκράτες, όχι τους τώρα Έλληνες πλουτοκράτες. Εκείνοι ήταν τέρατα, οι δικοί μας είναι εντάξει! Πατριώτες μεγάλοι και καλοί Χριστιανοί!

Με άλλα λόγια οι δύο διευθυντές, της Ασφάλειας και της αστικής εφημερίδας, θέλανε, ο πρώτος να μη βρίζουμε τους εξωτερικούς εχθρούς και ο δεύτερος τους εσωτερικούς. Ας χάνεται η πατρίδα αλλά όχι το σύστημα! Θέλετε τώρα άλλη εξήγηση το τι σημαίνει για αυτούς ο όρος «αλβανικό έπος»; Όταν οι εχθροί του λαού λοιπόν ξηγιούνται με τόση ειλικρίνεια, τότε γιατί ο λαός να μην έχει κι αυτός το δικαίωμα να τους τα λέει από την καλή; Θα πείτε δεν τον αφήνουν! Θα τον αφήσουν! Κι αν τώρα τιμά ο λαός ανεπίσημα αυτή την επέτειο, θα έρθει η μέρα σύντομα, που θα τη γιορτάσει επίσημα κι όπως της αξίζει

Τον Οκτώβρη του 44 οι κομμουνιστές γιόρταζαν με τον λαό την απελευθέρωση. Η αστική τάξη πού ήταν;

Σαν σήμερα, 77 χρόνια πριν, η Αθήνα έβγαινε στους δρόμους γιορτάζοντας την απελευθέρωσή της από το φασιστικό ζυγό. Πρωτοπόροι στον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης οι κομμουνιστές, το ΚΚΕ, με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, έχοντας ήδη δώσει ποτάμια αίματος για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Εκτελέσεις, βασανιστήρια, φυλακές, μάχες στις πόλεις και στα βουνά, είναι ο βαρύς τίτλος τιμής που έφερε και φέρει η παράταξη της Αριστεράς για τη δράση της στη δεκαετία του 40. Ο λαός αναγνώρισε στους κομμουνιστές τους φυσικούς ηγέτες του, τους επικεφαλής των αγώνων και των προσδοκιών του και συμπύκνωσε τις ελπίδες του για την επόμενη μέρα στο αίτημα της λαοκρατίας και της νέας Ελλάδας.

Σε αντίθεση με τους κομμουνιστές, η άρχουσα τάξη, η αστική τάξη της χώρας, ήταν εκκωφαντικά απούσα από τον αγώνα της Αντίστασης. Το πιο ισχυρό τμήμα της βρέθηκε καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής εκτός Ελλάδας, υπό τις προστατευτικές φτερούγες των Άγγλων, στο Κάιρο και στη Μέση Ανατολή. Ο βασιλιάς, οι πολιτικοί της Δεξιάς και του Κέντρου, οι ισχυροί φιλο-αγγλικοί πολιτικοί και επιχειρηματικοι κύκλοι βούτηξαν τα αποθέματα σε χρυσό της Τράπεζας της Ελλάδας και δραπέτευσαν, αφήνοντας το λαό να πεθαίνει από την πείνα και τις κακουχίες.

Ένα άλλο τμήμα της άρχουσας τάξης, βρέθηκε στο πλευρό των Γερμανών, εκδηλώνοντας ανοικτά τον δοσιλογισμό της. Συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, είτε φορώντας την κουκούλα για να καταδώσουν τους αγωνιστές, είτε στελεχώνοντας τον κατοχικό μηχανισμό σε υπουργεία, κεντρική κυβέρνηση, τοπικές διοικήσεις.

Οι εντελώς αναιμικές απόπειρες να εμφανιστεί μια ελάχιστη αντιστασιακή δραστηριότητα από τη μεριά της αστικής τάξης, αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά την προσπάθεια να μην μονοπωλήσει την Αντίσταση το ΚΚΕ. Οι Άγγλοι αντιλήφθηκαν πως “μπροστά στο επαίσχυντο θέαμα το δοσιλογισμού της μεγαλοαστικής τάξης και της παλιάς πολιτικής ηγεσίας, ο λαός θα ξεσηκωνόταν και η Ελλάδα θα έφευγε από τα χέρια τους”. Ωστόσο η ποιότητα της ελληνικής άρχουσας τάξης ήταν τέτοια που δεν αναίρεσε τη γενικευμένη δοσιλογική της εικόνα και έφτασε το πολύ μέχρι τις γκροτέσκο καταστάσεις του Τσιγάντε και των αγγλικών λιρών με τις οποίες επιχειρήθηκε να στηθεί αντιΕαμικό μέτωπο. 

Αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα στο συμμαχικό στρατόπεδο που πριν καλά καλά ηττηθεί οριστικά ο Χίτλερ τον Μάη του 45, ήδη δηλαδή από το 1944, να τιμά, να αποκαθιστά, και να στηρίζεται στους δοσίλογους, στους συνεργάτες των ναζί, στους γερμανοτσολιάδες, στους κουκουλοφόρους προδότες της πατρίδας. 

Ο λόγος ήταν απλός: όσα τμήματα της αστικής τάξης δεν συνεργάστηκαν με τους ναζί κατακτητές, έκαναν διακοπές στο εξωτερικό, περιμένοντας την νίκη των Άγγλων και την αποκατάσταση των ίδιων στην εξουσία, όσο ο λαός πεινούσε και πέθαινε. Μπορεί εκ των υστέρων η Αντίσταση να βαφτίστηκε “Εθνική” αλλά απηχούσε περισσότερο το χαρακτήρα του αγώνα της εθνικής απελευθέρωσης όπως αυτός καθορίστηκε από το ΕΑΜ και τους κομμουνιστές, και καθόλου την πανεθνική συμμετοχή όλων των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων της Ελλάδας. 

Στις 12 Οκτώβρη του 44, γεγονός είναι ότι οι κομμουνιστές ήταν παρόντες και οι αστοί απόντες. 

Σε μια από τις σημαντικότερες εποποιίες του ελληνικού λαού στη νεότερη ιστορία του, η άρχουσα τάξη, είτε κρύφτηκε, είτε στάθηκε απέναντί του.

Έχει σημασία αυτή η αλήθεια 77 χρόνια μετά;

Έχει, για δύο λόγους. 

Ο πρώτος είναι ότι ένα τμήμα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς επιχειρεί και σήμερα να συγκροτηθεί στο όνομα της πατρίδας και του έθνους, κατηγορώντας την Αριστερά ως δύναμη προδοτική και αντεθνική. Ο ανυπόληπτος κατά τα άλλα Μπογδάνος, επικαλέστηκε στη Βουλή τον Γρίβα, τον αρχηγό της προδοτικής φασιστικής οργάνωσης Χ κατα τη ναζιστική κατοχή και μετέπειτα αρχηγό της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β. Έλεγε λοιπόν ο Γρίβας ότι μεγαλύτερος εχθρός, στην περίπτωση της Κύπρου, και από τους Βρετανούς και από τους Τούρκους, ήταν οι κομμουνιστές. Και είχε δίκιο. 

Πράγματι, η Δεξιά, για να μην πέσει η χώρα στα χέρια των κομμουνιστών, συνεργάστηκε με τους ναζιστές Γερμανούς και τους φασίστες Ιταλούς, υιοθετήθηκε από τους Άγγλους, προσέφερε τη χώρα ως φτηνό οικόπεδο στους Αμερικάνους, κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα, παρέδωσε την Κύπρο στον Αττίλα. 

Για να μην χάσει η αστική τάξη την εξουσία δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να συνεργάζεται με όσους επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και την κυριαρχία της χώρας. Επίγονοι αυτής της Δεξιάς στην περίοδο των μνημονίων αναφωνούσαν “Γερούν γερά” και “βάστα Σόιμπλε” κατά την εφαρμογή ενός εξοντωτικού προγράμματος λιτότητας για το οποίο μέχρι και η Μέρκελ δήλωσε αναδρομικά ότι είχε τύψεις. Αυτοί όμως έμειναν αμετανόητοι. 

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το κοσμπολίτικο και εκσυγχρονιστικό τμήμα της Δεξιάς, το ακραίο Κέντρο που θέλει να φέρει φιλελεύθερα παράσημα στο πέτο του, επιχειρεί να πετάξει την ιστορία στη λήθη, να υπερβεί τάχα τους ιστορικούς διχασμούς, ζητά να ενώσει το λαό και να κοιτάξει το μέλλον και όχι το παρελθόν. Και ίσως θα ήταν συγκινητική αυτή η προσπάθεια, αν η ενότητα του λαού δεν πραγματοποιούνταν κάτω από τα οράματα και τα συμφέροντα της τάξης που τον κυβερνά. Η ιστορική λήθη είναι πράγματι βολική για το ξαναβάφτισμα της αστικής τάξης της χώρας στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ. 

Μόνο που η ιστορία δεν είναι τόμοι ξεχασμένοι στη βιβλιοθήκη, ούτε αποκλειστικό αντικείμενο των ιστορικών ερευνών και των ακαδημαϊκών μελετητών. 

Είναι ζώσα πραγματικότητα, που μας θυμίζει και θα μας θυμίζει ότι αυτή τη μέρα, 77 χρόνια πριν, η Αθήνα απελευθερώθηκε με τους κομμουνιστές στην πρώτη γραμμή του αγώνα και των θυσιών και την αστική τάξη απούσα. 

Και ακόμα και αν αυτή η αλήθεια δεν λύνει κανένα πολιτικό αδιέξοδο της Ελλάδας του 21ου αιώνα, δεν παύει να αποκαλύπτει την ποιότητα και την προοπτική και των μεν και των δε. Όσο και αν οι μεν είναι διαλυμένοι, ηττημένοι, σκορπισμένοι, και οι δε φιγουράρουν νικητές, κυρίαρχοι και σίγουροι.

Η 1η Διεθνής και η Παρισινή Κομμούνα

«Στο πεδίο των ιδεών, η Κομμούνα είναι κόρη της Διεθνούς έστω και αν η Διεθνής δεν κούνησε ούτε το μικρό της δαχτυλάκι για να την υποκινήσει.»

Φρίντριχ Έγκελς

Η δημιουργία της «Διεθνούς Ένωσης των Εργατών» (που έμεινε γνωστή σαν 1η Διεθνής) αποφασίστηκε το Σεπτέμβρη του 1864, στη διάρκεια ενός παγκόσμιου εργατικού συνεδρίου, που είχαν οργανώσει στο Λονδίνο τα βρετανικά Τρέιντ Γιούνιονς.

Το πρώτο συνέδριό της πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβρη του 1866 στη Γενεύη. Συμμετείχαν 60 αντιπρόσωποι από τη Γαλλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και την Αγγλία. Τα δύο ιδρυτικά ιδεολογικά της ρεύματα ήταν οι «μουτουαλιστές» (Γάλλοι και Ελβετοί οπαδοί του Προυντόν) και οι «κολλεκτιβιστές» (Άγγλοι και Γερμανοί). Κεντρικές διεκδικήσεις στο πρόγραμμα που ψηφίστηκε ήταν η μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας στις 8 ώρες και το καθολικό εκλογικό δικαίωμα.

Σε ένα γράμμα προς τον Κούγκελμαν, αμέσως μετά το Συνέδριο της Γενεύης, ο Μαρξ  καταχεριάζει τους Γάλλους αντιπροσώπους του συνεδρίου της Γενεύης:

«Οι κύριοι παριζιάνοι είχαν το κεφάλι γεμάτο από κούφιες προυντονικές φράσεις…. Περιφρονούν κάθε επαναστατική δράση που ξεπετιέται κατ’ ευθείαν από την πάλη των τάξεων, κάθε συγκεντρωτικό κοινωνικό κίνημα, άρα επίσης πραγματοποιήσιμο με πολιτικά μέσα (για παράδειγμα τη νόμιμη μείωση των ορών εργασίας) με πρόσχημα την ελευθερία, τον αντικυβερνητισμό ή τον αντιαυταρχικό ατομισμό. Αυτοί οι κύριοι που εδώ και 16 χρόνια υπέστησαν και υφίστανται ήσυχα τον πιο αχρείο δεσποτισμό, εγκωμιάζουν στην πραγματικότητα μια κοινή αστική οικονομία, πασπαλισμένη με προυντονικό ιδεαλισμό.»

Κατά τα τρία πρώτα χρόνια της δράσης της Διεθνούς, υποχωρεί ραγδαία ο προυντονισμός, κυρίως λόγω των συντηρητικών έως αντιδραστικών πλευρών του, όπως η καχυποψία και η επιφυλακτικότητα απέναντι στις μαζικές εργατικές απεργίες και η αντίληψη για το ρόλο της γυναίκας, που δεν πρέπει να εργάζεται αλλά να παραμένει στο σπίτι – θεμέλιο της οικογένειας. (Η προυντονική αντίληψη για τη θέση της γυναίκας αποτυπώθηκε και στις αποφάσεις του Συνεδρίου της Γενεύης, μία από τις διεκδικήσεις του οποίου ήταν η απαγόρευση της παιδικής και της γυναικείας εργασίας). Εις βάρος του προυντονισμού, κερδίζουν έδαφος οι ιδέες κυρίως του Μπακούνιν και δευτερευόντως του Μαρξ. Ο Μπακούνιν είχε προσχωρήσει στη Διεθνή (όπου ενέταξε την «Κοινωνική Δημοκρατική Συμμαχία» του) το 1868, με μια επιστολή του προς τον Μαρξ στην οποία χαρακτήριζε τον εαυτό του «μαθητή» του Γερμανού επαναστάτη.

Κατά τη διάρκεια του 4ου Συνεδρίου, που έγινε στη Βασιλεία το Σεπτέμβρη του 1869, και με βάση τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών, οι ομαδοποιήσεις των αντιπροσώπων και ο μεταξύ τους συσχετισμός δυνάμεων διαμορφώνεται ως εξής: Πάνω από το 60% υποστηρίζει αντικρατικές-κολλεκτιβιστικές προτάσεις μπακουνικής έμπνευσης. Πάνω από το 30% υποστηρίζει τις λεγόμενες «μαρξιστικές»-κολλεκτιβιστικές προτάσεις, ενώ οι προυντονικές απόψεις ουσιαστικά περιθωριοποιούνται, αποσπώντας λίγο πάνω από το 5%, αν και εξακολουθούν να έχουν μεγάλη επιρροή στο Γαλλικό Τμήμα. Οι δύο πρώτες τάσεις συμπίπτουν στην απόφαση για κοινωνικοποίηση της γης, ενώ ομόφωνα αποφασίζεται η οργάνωση των εργατών σε «ενώσεις αντίστασης» (συνδικάτα).

Μετά το Συνέδριο της Βασιλείας αρχίζει η ανοιχτή πολιτική και ιδεολογική διαπάλη μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν η οποία θα οδηγήσει τελικά στην οριστική διάσπαση της Διεθνούς κατά τη διάρκεια του 8ου Συνεδρίου, στη Χάγη, το 1872. Το κρίσιμο σημείο αντιπαράθεσης μαρξιστών-μπακουνιστών, εκείνη την εποχή, ήταν μια θέση που ο Μαρξ είχε επιβάλλει στην απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Λωζάννης, σύμφωνα με την οποία, «Η κοινωνική χειραφέτηση των εργατών, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την πολιτική τους χειραφέτηση».

Κατά τους μαρξιστές, το προλεταριάτο οφείλει να παρεμβαίνει στην πολιτική διαπάλη (με τους δικούς του όρους), να κάνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις σε επίπεδο εθνικής πολιτικής και να προτείνει εργατικές υποψηφιότητες τις οποίες θα αξιοποιεί αποκλειστικά για τη δραστηριοποίηση της εργατικής μάζας. Η πολιτική αποχή είναι ολέθρια. Αντίθετα, για τους μπακουνιστές, κάθε συμμετοχή της εργατικής τάξης στην αστική κυβερνητική πολιτική δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα από την παγίωση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και την παράλυση της σοσιαλιστικής επαναστατικής δράσης του προλεταριάτου. Η κοινωνία μπορεί να μετασχηματιστεί μόνο με τη φεντεραλιστική οργάνωση των εργατών, έξω από κάθε κυβερνητική πολιτική και όχι μέσω εθνικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων.

Το πέμπτο Συνέδριο της Διεθνούς προγραμματίζεται να γίνει στο Παρίσι το Σεπτέμβρη του 1870. Θα το προλάβει ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, η πολιορκία του Παρισιού και η εξέγερση της Κομμούνας.

Το Γαλλικό Τμήμα της Διεθνούς συγκροτήθηκε (νόμιμα) το 1864 και είχε οργανώσεις στο Παρίσι, τη Λυών και τη Ρουέν. Οι μπλανκιστές δεν συμμετέχουν καταλογίζοντάς του συμβιβαστική τακτική και αναβλητικότητα για την επανάσταση. Ο Εντουάρ Βαγιάν και ο Βικτόρ Ντυβάλ, στελέχη της Διεθνούς, ήταν μπλανκιστές αλλά έγιναν τέτοιοι ενώ ανήκαν ήδη στη Διεθνή. Για τη μπλανκίστρια Λουΐζ Μισέλ υπάρχει ένα σημείωμα της αστυνομίας (που την είχε υπό παρακολούθηση), σύμφωνα με το οποίο εντάχθηκε στη Διεθνή το 1869, αλλά καμία άλλη ένδειξη δεν το επιβεβαιώνει.

Το 1868 το αυτοκρατορικό καθεστώς θέτει εκτός νόμου τη δράση της Διεθνούς στη Γαλλία. Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το Σεπτέμβρη του 1870, θα βρει το Τμήμα του Παρισιού σε άσχημη κατάσταση, λόγω της δίχρονης παρανομίας, των διώξεων αλλά και εσωτερικών ιδεολογικών συγκρούσεων. Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο, που αποκαλύπτει την κατάσταση που επικρατούσε, είναι η υπόθεση Τουλαίν. Ο Ανρύ Τουλαίν, μαχητικός προυντονιστής, ιστορικό στέλεχος της Διεθνούς, αντιπρόσωπος στο ιδρυτικό Συνέδριό της, είναι ο μοναδικός βουλευτής που εκλέγει η Διεθνής στις εκλογές του 8 Φλεβάρη. Καταδικάζει την εξέγερση κατά του Θιέρσου, αρνείται να παραιτηθεί από την Εθνοσυνέλευση των «χωρικών», όπως έκαναν όλοι οι άλλοι αριστεροί βουλευτές, και περνά στην ανοικτή προδοσία, καταλήγοντας στις Βερσαλλίες. (Το Ομοσπονδιακό Γραφείο θα αποφασίσει, ομόφωνα, τη διαγραφή του στις 12 Απρίλη.)

Το Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς στο Λονδίνο είναι, πριν το ξέσπασμα της εξέγερσης, αρνητικό απέναντι σε μια εργατική επανάσταση στο Παρίσι. Η σοβαρότερη αναστολή, τουλάχιστον της μαρξιστικής ομάδας, οφείλεται στην πασιφανή έλλειψη μιας επαρκούς επαναστατικής ηγεσίας. Με τον πραξικοπηματισμό του Μπλανκί υπάρχει ήδη ανοιχτή διαπάλη.

Σε ένα γράμμα στις 11 Φλεβάρη του 1870 ο Έγκελς απευθύνεται στον Μαρξ, επισημαίνοντας την απουσία ηγεσίας στο Γαλλικό προλεταριάτο: «Οι “σοβαροί” ηγέτες είναι υπερβολικά σοβαροί. Είναι πράγματι παράξενο. Η προμήθεια μυαλών, με την οποία το προλεταριάτο εφοδίαζε μάλιστα και άλλες τάξεις, φαίνεται ότι έχει στερέψει και μάλιστα σε όλη τη χώρα. Φαίνεται ότι στο εξής οι εργάτες πρέπει όλο και περισσότερο να κάνουν τα πράγματα μόνοι τους.»

Στις 8 Αυγούστου του 1870, λίγες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου, ο Μαρξ σε γράμμα του στον Έγκελς αναρωτιέται αν το Γαλλικό προλεταριάτο είναι προετοιμασμένο να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που θα έβαζε μια επερχόμενη επανάσταση: «Αν μια επανάσταση ξεσπάσει στο Παρίσι, το ερώτημα είναι αν υπάρχουν ηγέτες για να προβάλλουν μια σοβαρή αντίσταση στους Πρώσους. Να μην κρύβουμε ότι τα 20 χρόνια της βοναπαρτιστικής φάρσας έχουν τσακίσει το ηθικό. Δεν έχουμε το δικαίωμα να στηριζόμαστε μόνο στον επαναστατικό ηρωισμό. Τι σκέφτεσαι;»

Στις 1 Μάρτη συνεδριάζει το Ομοσπονδιακό Γραφείο της Διεθνούς στο Παρίσι. Ο Βαρλέν εισηγείται την ένταξη όλων των μελών της Διεθνούς στα τάγματα της Εθνοφρουράς και την επιδίωξη εκλογής όσο το δυνατόν περισσότερων στελεχών της στην Κεντρική Επιτροπή. Ο Φράνκελ (πιο συντεταγμένος με τη «γραμμή» της Διεθνούς) διαφωνεί. Τελικά παίρνεται μια ενδιάμεση απόφαση, να συμμετάσχει μια ολιγομελής ομάδα τεσσάρων στελεχών της στην Κ.Ε. Αποτελείται από τους Βαρλέν, Μπαμπίκ, Ασσί και Αλαβουάν. Η αμφιταλάντευση απέναντι στη δράση της Εθνοφρουράς, εξηγεί το γεγονός ότι, η συμμετοχή των Διεθνιστών στα γεγονότα της 18ης Μαρτίου είναι ανύπαρκτη ή, στην καλύτερη περίπτωση, περιθωριακή.

Στις 24 Μάρτη, η στάση αυτή αλλάζει ριζικά, όταν μια κοινή συνεδρίαση των Εργατικών Ενώσεων και του Ομοσπονδιακού Γραφείου της Διεθνούς αποφασίζει να ενισχύσει με κάθε τρόπο την Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς. Έχει μεσολαβήσει ένα γράμμα των Μπακούνιν-Γκιγιώμ, που χαρακτηρίζει την εξέγερση στο Παρίσι «αρχή της παγκόσμιας κοινωνικής επανάστασης» και το οποίο ασκεί σημαντική επιρροή, παρ’ όλο που ο Βαρλέν διαφωνεί ριζικά με αυτή την εκτίμηση για τα γεγονότα.

Από εκείνη τη στιγμή, οι Διεθνιστές ρίχνουν το κύριο βάρος της δραστηριότητάς τους στο να προσδώσουν στην Κομμούνα ένα κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Η επιλογή των δύο κορυφαίων στελεχών τους, του Βαρλέν και του Φράνκελ να αναλάβουν Επίτροποι Οικονομικών και Εργασίας-Βιομηχανίας, αντίστοιχα, είναι αποκαλυπτική.

Αντίθετα με την επιφυλακτικότητά τους προς την Κ.Ε. της Εθνοφρουράς, οι Διεθνιστές συμμετείχαν (και μάλιστα πρωτοστάτησαν στην ίδρυσή της) στην «Κεντρική Επιτροπή των 20 Διαμερισμάτων», όργανο καθαρά πιο «πολιτικό». Μάλιστα του παραχώρησαν, σαν προσωρινή έδρα, τα γραφεία του Ομοσπονδιακού Γραφείου της Διεθνούς, Ρυ ντε Κορντερί.

15 στελέχη της Διεθνούς εκλέγονται στο Συμβούλιο της Κομμούνας και είναι οι εισηγητές των περισσότερων αποφάσεών του που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων των εργατών, τη δημιουργία κοοπερατίβων, και την αναμόρφωση της Παιδείας. Μειοψηφούν στην ψηφοφορία για το διάταγμα για τους ομήρους, χαρακτηρίζοντάς το «μιλιταριστική ιδέα πρωσικής προέλευσης». Στις 1 Μάη διαφωνούν ριζικά με τη δημιουργία της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας και συγκροτούν μαζί με 10 ακόμα ανεξάρτητους τη «μειοψηφία». Οι Βαγιάν και Φράνκελ, διαχώρισαν τη θέση τους και ψήφισαν υπέρ της δημιουργίας της Επιτροπής. Ο Φράνκελ όμως, λίγες μέρες μετά, θα συνταχθεί με τη μειοψηφία. Στις 20 Μάη πάντως, μια έκτακτη σύγκλιση του Ομοσπονδιακού Γραφείου, απευθύνει έκκληση προς όλα τα μέλη της Διεθνούς να δώσουν όλες τις δυνάμεις τους για τη διατήρηση της ενότητας της Κομμούνας, η οποία είχε απειληθεί άμεσα (μετά τη δημοσίευση της «Διακήρυξης της Μειοψηφίας» στην Κραυγή του Λαού).

Το Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς στο Λονδίνο παρακολουθούσε στενά τη δράση της Κομμούνας. Είχε επαφή με τους εργάτες Ντυπόν και Σεραγιέ οι οποίοι, με τη στήριξη της Διεθνούς, εκλέχτηκαν μέλη του Συμβουλίου της Κομμούνας κατά τις συμπληρωματικές εκλογές στις 16 Απρίλη. Ο Φράνκελ έστελνε συχνά αναφορές, ενώ στις 6 Απρίλη καταφέρνει να φθάσει στο Παρίσι, με εντολή της Διεθνούς, ο Λαφάργκ και να παραμείνει για μερικές ημέρες παίρνοντας, δια ζώσης, πληροφορίες για τις εξελίξεις.

Ο ίδιος ο Μαρξ έχει συχνότατη αλληλογραφία με τους Βαγιάν, Βαρλέν, Βερμορέλ και τον (μετέπειτα γαμπρό του) Λονγκέ, δίνοντας τη γνώμη και τις συμβουλές του. Στις 12 Μάη, σαν ένας άνθρωπος που η ψυχή και το μυαλό του βρίσκεται στο Παρίσι, θα γράψει στον Κούγκελμαν: «Η Παρισινή εξέγερση, έστω και αν ηττηθεί από τους λύκους, τα γουρούνια και τα σκυλιά της παλιάς κοινωνίας, είναι το πιο δοξασμένο κατόρθωμα του κόμματός μας.»

Ελάχιστα από τα γράμματα του Μαρξ προς τους Κομμουνάρους διασώθηκαν. Άλλα γραπτά του όμως δίνουν πληροφορίες για το περιεχόμενο αυτών των γραμμάτων. Από τις 11 Μάη είχε πληροφορήσει την Κομμούνα για τις μυστικές συνομιλίες Φαβρ- Μπίσμαρκ στη Φρανκφούρτη, όπου ο δεύτερος άναψε το πράσινο φως στους Βερσαγιέζους να περάσουν από τις πρωσικές γραμμές και να επιτεθούν και από τα βόρεια στο Παρίσι. Είχε συμβουλεύσει την οχύρωση της Μονμάρτης από βορρά. Είχε δώσει συμβουλές για το χειρισμό ανθρώπων του Συμβουλίου (Πιά, Γκρουσσέ, Βεζινιέ) που θεωρούσε επικίνδυνους. Είχε ζητήσει την άμεση αποστολή στο Λονδίνο κάποιων επιβαρυντικών ντοκουμέντων για το στρατό των Βερσαλλιών. Εξέφραζε συχνά τη λύπη του που οι περισσότερες γνώμες του δεν εισακούονται.

Στον πρόλογο που έγραψε ο Λένιν στην έκδοση των γραμμάτων του Μαρξ προς στον Κούγκελμαν, ο ηγέτης των μπολσεβίκων θα συνοψίσει τη στάση του Μαρξ απέναντι την Κομμούνα:

«Ο Μαρξ, που το Σεπτέμβρη χαρακτήριζε την εξέγερση τρέλα, βλέποντας τον Απρίλη του 1871 την κυβέρνηση των λαϊκών μαζών την θεωρεί, με την ακραία προσοχή του ανθρώπου που συμμετέχει στα μεγάλα κινήματα, σαν μια πρόοδο του διεθνούς επαναστατικού κινήματος.[   ]

[…] Αλλά όταν οι μάζες ξεσηκώθηκαν, ο Μαρξ θέλει να βαδίσει μαζί τους, να διδαχτεί ταυτόχρονα με αυτές στην πορεία του αγώνα και όχι να δώσει γραφειοκρατικά μαθήματα. Κατανοεί ότι κάθε απόπειρα να προεξοφλήσει, με τέλεια ακρίβεια, τις πιθανότητες επιτυχίας του αγώνα, θα ήταν τσαρλατανισμός ή αθεράπευτη σχολαστικότητα. Βάζει πάνω απ’ όλα το γεγονός ότι η εργατική τάξη δημιουργεί ηρωικά, με αυταπάρνηση και πρωτοβουλία, την ιστορία του κόσμου. Ο Μαρξ έβλεπε την ιστορία από την οπτική γωνία αυτών που την δημιουργούν χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να προεξοφλούν υποχρεωτικά τις πιθανότητες επιτυχίας και όχι από την οπτική γωνία του μικροαστού διανοούμενου που έρχεται να κάνει επίπληξη: “θα ήταν εύκολο να προβλεφθεί … δεν θα έπρεπε να παρθεί τέτοιο ρίσκο”…[…]

[…] Ο Μαρξ μπορούσε να διακρίνει επίσης ότι υπάρχουν στιγμές στην ιστορία, όπου ένας απεγνωσμένος αγώνας των μαζών, έστω για ένα στόχο χαμένο εκ των προτέρων, είναι απαραίτητος για τη διαπαιδαγώγηση των ίδιων των μαζών και την προετοιμασία τους για τον επόμενο νικηφόρο αγώνα.»

Η παλιά γραφειοκρατική – στρατιωτική μηχανή πρέπει να τσακιστεί!

Το παρακάτω «διάσημο» απόσπασμα του Μαρξ προέρχεται από γράμμα του στον Λούντβιχ Κούγκελμαν στις 12 Απρίλη του 1871, μεσούσης της Κομμούνας. Ο Μαρξ διατυπώνει την κλασική πλέον φράση για «τσάκισμα» της παλιάς γραφειοκρατικής – στρατιωτικής μηχανής και όχι για «πέρασμά της από το ένα χέρι στο άλλο». Εκφράζει επίσης τον προβληματισμό του για τους «καλοκάγαθους» παριζιάνους συντρόφους που αντί να ανατρέψουν χωρίς δισταγμούς την κυβέρνηση που έφερε τους Πρώσους έξω από το Παρίσι, είχαν ενδοιασμούς συνείδησης ενάντια σε αυτούς που λίγους μήνες μετά οργάνωσαν τη σφαγή τους.

Αν θα κοιτάξεις το τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου «Η 18η Μπρυμαίρ», θα δεις ότι σαν κατοπινή προσπάθεια της Γαλλικής Επανάστασης κηρύχνω: να μην περάσει τη γραφειοκρατική – στρατιωτική μηχανή απ’ το ένα χέρι στο άλλο, όπως γινόταν ως τώρα, αλλά να την τσακίσει (zerbrechen), και τέτοιος ακριβώς είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης στην ήπειρο.

Τέτοια ακριβώς είναι και η προσπάθεια των ηρωικών κομματικών συντρόφων μας του Παρισιού.

Τι ελαστικότητα, τι ιστορική πρωτοβουλία, τι ικανότητα αυτοθυσίας έχουν αυτοί οι παριζιάνοι!

Ύστερα από έξι μηνών λιμοκτονία και καταστροφή, που προκλήθηκε περισσότερο από την εσωτερική προδοσία παρά απ’ τον εξωτερικό εχθρό, ξεσηκώνονται κάτω από τις πρωσικές ξιφολόγχες, σαν να μην είχε γίνει ποτέ πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία και σαν να μη βρισκόταν ακόμα ο εχθρός μπροστά στις πύλες του Παρισιού.

Η ιστορία δεν έχει όμοιο παράδειγμα παρόμοιου μεγαλείου!

Αν υποκύψουν, δεν θα φταίει για αυτό τίποτα άλλο, από την «καλοκαγαθία» τους. Έπρεπε να βαδίσουν αμέσως ενάντια στις Βερσαλλίες, μόλις ο Βινουά, και ύστερα το αντιδραστικό τμήμα της ίδιας της παρισινής εθνοφυλακής είχαν αδειάσει τη γωνιά.

Άφησαν να τους ξεφύγει η κατάλληλη στιγμή από ενδοιασμούς συνείδησης.

Δε θέλανε να αρχίσουν τον εμφύλιο πόλεμο, σα να μην τον είχε κιόλας αρχίσει ο Θιέρσος, το τερατώδικο αυτό έκτρωμα, με την απόπειρά του να αφοπλίσει το Παρίσι!

Δεύτερο λάθος: Η Κεντρική Επιτροπή παραιτήθηκε πολύ νωρίς από την εξουσία της για να κάνει τόπο στην Κομμούνα. Πάλι από πάρα πολύ «έντιμους» ενδοιασμούς! Όπως και να ‘ναι, αυτή η τωρινή εξέγερση του Παρισιού — ακόμα κι αν υποκύψει στους λύκους, τα γουρούνια και τα παλιόσκυλα της παλιάς κοινωνίας — είναι το πιο ένδοξο κατόρθωμα του κόμματός μας υστέρα από την παρισινή εξέγερση του Ιούνη.

Ας συγκρίνει κάνεις μ’ αυτούς τους παρισινούς πού κάνουν έφοδο ακόμα και στον ουρανό, τους δούλους της γερμανο – πρωσικής ιερής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με τις μεταθανάτιες μασκαράτες της, πού μυρίζουν στρατώνα, εκκλησία, επαρχιώτικη αριστοκρατία και πάνω απ’ όλα φιλισταϊσμό.

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία – Εισαγωγή

Ο Φρίντριχ Ένγκελς έγραψε την εισαγωγή στο έργο του Μαρξ “Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία” με αφορμή την εικοστή επέτειο της Κομμούνας το 1891. Στην εισαγωγή του αυτή ο Ένγκελς, δεν αρκέστηκε μόνο στο να υπογραμμίσει την ιστορική σημασία της Παρισινής Κομμούνας και να καταδείξει τη θεωρητική συμβολή του Μαρξ στην εκτίμησή της, αλλά έκανε και αρκετές σημαντικές επισημάνσεις για την ιστορία της και τους πρωταγωνιστές της.

…Στις 28 του Μάη, μπροστά στην υπεροχή των δυνάμεων του εχθρού, υπέκυψαν στις πλαγιές της Μπελβίλ οι τελευταίοι μαχητές της Κομμούνας και μόλις δυο μέρες ύστερα, στις 30 του Μάη, ο Μαρξ διάβασε μπροστά στο γενικό συμβούλιο την εργασία του όπου περιγράφεται η ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού με σύντομες, δυνατές, μα τόσο αδρές και πριν απ’ όλα τόσο αληθινές γραμμές, που δεν τις έφτασε ξανά κανένας σ’ όλη την άφθονη φιλολογία που γράφτηκε γύρω απ’ αυτό το θέμα.

Επίπεδο ανάπτυξης

Χάρη στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της Γαλλίας από το 1789, διαμορφώθηκε εδώ και πενήντα χρόνια μια τέτοια κατάσταση στο Παρίσι, που καμιά επανάσταση δεν μπορούσε να ξεσπάσει σ’ αυτό χωρίς να πάρει προλεταριακό χαρακτήρα, έτσι που το προλεταριάτο που είχε κερδίσει τη νίκη με το αίμα του, εμφανίστηκε ύστερα από τη νίκη με τις δικές του διεκδικήσεις. Αυτές οι διεκδικήσεις ήταν λίγο πολύ ακαθόριστες, ακόμα και μπερδεμένες, ανάλογα με τον κάθε φορά βαθμό ανάπτυξης των παρισινών εργατών. Τελικά όμως όλες έτειναν προς την κατάργηση της ταξικής αντίθεσης ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες και στους εργάτες. Είναι αλήθεια ότι δεν ήξεραν πως έπρεπε να γίνει αυτό, ωστόσο αυτή η διεκδίκηση, όσο ακαθόριστα κι αν ήταν ακόμα διατυπωμένη, έκλεινε μέσα της μια απειλή για το κοινωνικό καθεστώς που υπήρχε. Οι εργάτες που την πρόβαλαν ήταν ακόμη οπλισμένοι. Γι’ αυτό, για τους αστούς που κρατούσαν το τιμόνι του κράτους, πρωταρχική προσταγή ήταν να αφοπλιστούν οι εργάτες. Κι έτσι, ύστερα από κάθε επανάσταση που κέρδιζαν οι εργάτες, ξεσπάει ένας νέος αγώνας που τελειώνει με την ήττα των εργατών.

Μάχες στα οδοφράγματα της Επανάστασης του 1848

Αυτό συνέβηκε για πρώτη φορά στα 1848. Οι φιλελεύθεροι αστοί της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης οργάνωναν συμπόσια για να πετύχουν την εκλογική μεταρρύθμιση που θα εξασφάλιζε την κυριαρχία του κόμματός τους. Στον αγώνα τους με την κυβέρνηση αναγκάζονταν όλο και πιο πολύ να κάνουν έκκληση στο λαό, κι υποχρεώνονταν βαθμιαία να δίνουν το προβάδισμα στα ριζοσπαστικά και δημοκρατικά στρώματα της αστικής τάξης και των μικροαστών. Μα πίσω απ’ αυτούς βρίσκονταν οι επαναστάτες εργάτες, κι οι εργάτες αυτοί είχαν αποχτήσει από το 1830 πολύ μεγαλύτερη πολιτική αυτοτέλεια απ’ ό,τι το εποπτεύονταν οι αστοί κι οι δημοκρατικοί ακόμα. Τη στιγμή της κρίσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, οι εργάτες άρχισαν τη μάχη στους δρόμους. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος εξαφανίστηκε και μαζί του εξαφανίστηκε και η εκλογική μεταρρύθμιση, στη θέση της ξεπρόβαλε η δημοκρατία και μάλιστα μια δημοκρατία που οι ίδιοι νικητές εργάτες τη χαρακτήρισαν «κοινωνική» δημοκρατία, ωστόσο κανένας δεν είχε ξεκαθαρίσει τι σήμαινε αυτή η κοινωνική δημοκρατία, ούτε κι οι ίδιοι οι εργάτες. Όμως τώρα είχαν όπλα και αποτελούσαν μια δύναμη μέσα στο κράτος. Γι’ αυτό οι αστοί δημοκράτες που βρίσκονταν στην εξουσία, μόλις ένιωσαν λίγο πολύ στέρεο το έδαφος κάτω από τα πόδια τους ο πρώτος σκοπός που επιδίωξαν ήταν ν’ αφοπλίσουν τους εργάτες. Αυτό έγινε στην εξέγερση του Ιούνη του 1848, στην οποία τους έσπρωξαν με την άμεση αθέτηση του λόγου τους, με ανοιχτό χλευασμό και την απόπειρα να εξορίσουν τους άνεργους σε μια απόμακρη επαρχία. Η κυβέρνηση είχε φροντίσει να έχει συντριπτική υπεροχή δυνάμεων. Ύστερα από ηρωικό αγώνα, που κράτησε πέντε μέρες, οι εργάτες νικήθηκαν. Και τότες επακολούθησε μια σφαγή των άοπλων αιχμαλώτων, που παρόμοια δεν είχε γίνει από την εποχή των εμφύλιων πολέμων που προετοίμασαν την πτώση της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ήταν η πρώτη φορά που η αστική τάξη έδειχνε σε τι σημείο έξαλλης σκληρότητας μπορεί να φτάσει στην εκδίκησή της, μόλις τολμήσει το προλεταριάτο να ορθωθεί απέναντί της σαν ξεχωριστή τάξη με τις δικές του διεκδικήσεις και τα δικά του συμφέροντα. Κι όμως, το 1848 δεν ήταν παρά παιχνιδάκι μπροστά στη λύσα της αστικής τάξης το 1871.

Η δεύτερη αυτοκρατορία

Η τιμωρία ακολουθούσε κατά πόδι. Αν το προλεταριάτο δεν μπορούσε ακόμα να κυβερνήσει τη Γαλλία, η αστική τάξη δεν μπορούσε πια να την κυβερνά. Τουλάχιστον όχι τότε, που στην πλειοψηφία της ήταν ακόμα μοναρχική κι ήταν χωρισμένη σε τρία δυναστικά κόμματα και σ’ ένα τέταρτο, δημοκρατικό. Οι εσωτερικές της διαμάχες έδωσαν τη δυνατότητα στον τυχοδιώχτη Λουδοβίκο Βοναπάρτη να πάρει στα χέρια του όλα τα κλειδιά της εξουσίας – το στρατό, την αστυνομία, το διοικητικό μηχανισμό – και στις 2 του Δεκέμβρη 1851, να τινάξει στον αέρα το τελευταίο φρούριο της αστικής τάξης, την εθνοσυνέλευση. Άρχισε η δεύτερη αυτοκρατορία, η εκμετάλλευση της Γαλλίας από μια σπείρα πολιτικούς και οικονομικούς τυχοδιώχτες, μα σύγχρονα άρχισε και μια βιομηχανική ανάπτυξη, που ποτέ δεν ήταν δυνατή στο στενόκαρδο και φοβισμένο σύστημα του Λουδοβίκου Φιλίππου, κάτω από την αποκλειστική κυριαρχία μονάχα μιας μικρής μερίδας της μεγαλοαστικής τάξης. Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης αφαίρεσε την πολιτική εξουσία από τους κεφαλαιοκράτες με το πρόσχημα ότι θα τους προστατέψει αυτούς, τους αστούς, από τους εργάτες, και από την άλλη, ότι θα προστατέψει τους εργάτες από τους αστούς. Σε αντάλλαγμα όμως η κυριαρχία του ευνόησε την κερδοσκοπία και τη βιομηχανική δραστηριότητα, με μία λέξη, την ανάπτυξη και τον πλουτισμό ολόκληρης της αστικής τάξης, σε πρωτάκουστο ως τα τότε βαθμό. Είναι αλήθεια ότι σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό αναπτύχθηκε η διαφθορά και η μαζική κλεψιά που κέντρο της ήταν η αυτοκρατορική αυλή, που έβγαζε μεγάλα ποσοστά απ’ αυτόν τον πλουτισμό.

Μα η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν μια έκκληση στο γαλλικό εθνικισμό, ήταν η διεκδίκηση των συνόρων της πρώτης αυτοκρατορίας που χάθηκαν το 1814, τουλάχιστον των συνόρων της πρώτης δημοκρατίας. Μια γαλλική αυτοκρατορία, μέσα στα σύνορα της παλιάς μοναρχίας και μάλιστα μέσα στα πιο κουτσουρεμένα ακόμη σύνορα του 1815 – δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί πολύν καιρό. Απ’ αυτό βγήκε η ανάγκη να χάνει από καιρό σε καιρό πολέμους και η ανάγκη για επέχταση των συνόρων. Καμιά όμως συνοριακή επέκταση δε θάμπωνε τόσο τη φαντασία των Γάλλων εθνικιστών, όσο η επέχταση προς τη γερμανική αριστερή όχθη του Ρήνου. Ένα τετραγωνικό μίλι στο Ρήνο είχε γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από δέκα στις Άλπεις ή οπουδήποτε αλλού. Με τη δεύτερη αυτοκρατορία η διεκδίκηση ν’ αποδοθεί ξανά στη Γαλλία η αριστερή όχθη του Ρήνου, είτε μεμιάς, είτε τμηματικά, δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου. Η ώρα έφτασε με τον πρωσο-αυστριακό πόλεμο του 1866. Οταν ο Βοναπάρτης είδε ότι γελάστηκε και από τον Βίσμαρκ και εξαιτίας της δικής του υπερπανούργας δισταχτικής πολιτικής και δεν πήρε την «εδαφική αποζημίωση» που περίμενε, δεν του έμεινε άλλο τίποτα παρά να κάνει πόλεμο, που ξέσπασε το 1870 και που τον οδήγησε πρώτα στο Σεντάν κι από κει στη Βίλχελμσχέε.

Σαν χάρτινος Πύργος

Αναπόφευκτη συνεπεία ήταν η επανάσταση του Παρισιού στις 4 του Σεπτέμβρη 1870. Η αυτοκρατορία σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος κι ανακηρύχτηκε πάλι η δημοκρατία. Ο εχθρός όμως βρισκόταν έξω από τις πύλες του Παρισιού, οι στρατιές της αυτοκρατορίας είτε ήταν κυκλωμένες στο Μετς χωρίς ελπίδα να ξεφύγουν, ή κρατιούνταν αιχμάλωτες στη Γερμανία. Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση ο λαός επέτρεψε στους βουλευτές του Παρισιού του προηγούμενου νομοθετικού σώματος να εμφανιστούν σαν «κυβέρνηση εθνικής άμυνας». Και το δέχτηκε αυτό τόσο πιο εύκολα που για το σκοπό της άμυνας όλοι οι ικανοί να κρατούν όπλα Παρισινοί είχαν καταταχθεί τώρα στην εθνοφυλακή κι ήταν οπλισμένοι, κι έτσι τώρα οι εργάτες αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει σε σύγκρουση η αντίθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από αστούς, και στο οπλισμένο προλεταριάτο. Στις 31 του Οχτώβρη εργατικά τάγματα κατέλαβαν με έφοδο το δημαρχείο και πιάσανε μερικά από τα μέλη της κυβέρνησης. Η προδοσία, η άμεση αθέτηση του λόγου της από την κυβέρνηση και η παρέμβαση μερικών μικροαστικών ταγμάτων τους απελευθέρωσαν ξανά και οι εργάτες για να μην ανάψουν τον εμφύλιο πόλεμο μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, άφησαν στη θέση της την παλιά κυβέρνηση.

31 Οκτώβρη 1870: Επαναστατημένες μονάδες της Εθνοφυλακής καταλαμβάνουν το κέντρο του Παρισιού

Τέλος, στις 28 του Γενάρη 1871, συνθηκολόγησε το πεινασμένο Παρίσι. Συνθηκολόγησε όμως με τιμές άγνωστες ως τότε στην Ιστορία των πολέμων. Τα φρούρια παραδόθηκαν, η οχυρωματική γραμμή που περιέβαλε το Παρίσι αφοπλίστηκε, ο ταχτικός στρατός και η κινητή φρουρά παράδωσαν τα όπλα τους και θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Η εθνοφυλακή όμως κράτησε τα όπλα και τα κανόνια της κι έκλεισε μόνο ανακωχή με τους νικητές. Οι ίδιοι οι νικητές δεν τόλμησαν να μπουν θριαμβευτικά στο Παρίσι. Το μόνο που τόλμησαν να καταλάβουν ήταν μια μικρή γωνιά του Παρισιού, που κι αυτή αποτελούνταν κατά ένα μέρος από δημόσια πάρκα. Κι αυτά μόνο για λίγες μέρες! Και σ’ όλο αυτό το διάστημα αυτοί, που 131 ολόκληρες μέρες κράτησαν περικυκλωμένο το Παρίσι, βρέθηκαν οι ίδιοι περικυκλωμένοι απ’ τους οπλισμένους εργάτες του Παρισιού που πρόσεχαν καλά να μην περάσει κανένας «Πρώσος» τα στενά όρια της γωνιάς που είχε παραχωρηθεί στους ξένους καταχτητές. Τέτοιος ήταν ο σεβασμός που εμπνέανε οι εργάτες του Παρισιού στο στρατό, που μπροστά του είχαν καταθέσει τα όπλα όλες οι στρατιές της αυτοκρατορίας. Και οι Πρώσοι γιούνκερς που είχαν έρθει να εκδικηθούν στην εστία της επανάστασης, αναγκάστηκαν να σταθούν με σεβασμό και να χαιρετίσουν τούτη ακριβώς την ένοπλη επανάσταση.

Η ώρα της Κομμούνας

Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, οι εργάτες του Παρισιού περιορίστηκαν να ζητούν τη δραστήρια συνέχιση του αγώνα. Τώρα όμως, που με τη συνθηκολόγηση του Παρισιού είχε γίνει ειρήνη, τώρα ο Θιέρσος, ο νέος αρχηγός της κυβέρνησης αναγκάστηκε να καταλάβει ότι η κυριαρχία των κατεχουσών τάξεων – των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κεφαλαιούχων – θα βρισκόταν σε αδιάκοπο κίνδυνο όσο οι εργάτες του Παρισιού κρατούσαν τα όπλα στα χέρια τους. Η πρώτη του πράξη ήταν η απόπειρα να τους αφοπλίσει. Στις 18 του Μάρτη έστειλε δυνάμεις του ταχτικού στρατού με τη διαταγή να αρπάξουν το πυροβολικό που ανήκε στην εθνοφυλακή, το πυροβολικό που είχε κατασκευαστεί στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και που είχε πληρωθεί με δημόσιο έρανο. Η απόπειρα απότυχε, το Παρίσι ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος για να αντισταθεί.

Έτσι κηρύχτηκε ο πόλεμος ανάμεσα στο Παρίσι και τη γαλλική κυβέρνηση, που είχε την έδρα της στις Βερσαλλίες. Στις 26 του Μάρτη έγιναν οι εκλογές της Κομμούνας του Παρισιού και στις 28 την ανακήρυξαν. Η Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής που είχε ασκήσει ως τότε την εξουσία, υπέβαλε την παραίτησή της στην Κομμούνα, αφού πρώτα κατάργησε με διάταγμα τη σκανδαλώδη «αστυνομία ηθών» του Παρισιού. Στις 30, η Κομμούνα κατάργησε τη στρατιωτική θητεία και τον ταχτικό στρατό και ανακήρυξε σα μοναδική ένοπλη δύναμη την εθνοφυλακή, στην οποία θα ανήκαν όλοι οι πολίτες οι ικανοί να κρατούν όπλα. Χάρισε όλα τα νοίκια για τις κατοικίες από τον Οχτώβρη του 1870 ως τον Απρίλη του 1871, συμψηφίζοντας στα ενοίκια της περιόδου που θ’ ακολουθούσε τα ποσά που είχαν ήδη πληρωθεί και ανάστειλε κάθε πώληση ενεχύρων στο δημαρχιακό ενεχυροδανειστήριο. Την ίδια μέρα επικυρώθηκε η εκλογή των ξένων υπηκόων στην Κομμούνα, γιατί «η σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας». Την 1η του Απρίλη αποφασίστηκε, ο μεγαλύτερος μισθός οποιουδήποτε υπαλλήλου της Κομμούνας, συνεπώς και των ίδιων των μελών της, να μην ξεπερνάει τις 6.000 φράγκα (4.800 μάρκα). Την επόμενη μέρα ψηφίστηκε το διάταγμα για το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και για την κατάργηση όλων των κρατικών επιχορηγήσεων για θρησκευτικούς σκοπούς, καθώς και για τη μετατροπή όλων των εκκλησιαστικών χτημάτων σε εθνική ιδιοχτησία. Ύστερα απ’ αυτό διατάχθηκε στις 8 του Απρίλη, κι εφαρμόστηκε σιγά – σιγά, η απομάκρυνση απ’ τα σχολειά όλων των θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων, και η κατάργηση όλων των θρησκευτικών δογμάτων και προσευχών – με μια λέξη «καθετί που ανάγεται στη σφαίρα τις ατομικής συνείδησης». Μπροστά στις καθημερινές εκτελέσεις αγωνιστών της Κομμούνας που πιάνονταν αιχμάλωτοι από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών, εκδόθηκε στις 5 του Απρίλη ένα διάταγμα για τη σύλληψη ομήρων, που ποτέ όμως δεν εφαρμόστηκε. Στις 6 του Απρίλη το 137 τάγμα της εθνοφυλακής έβγαλε τη λαιμητόμο και την έκαψε δημόσια μέσα σε λαϊκό αλαλαγμό. Στις 12 του Απρίλη, η Κομμούνα αποφάσισε να κατεδαφίσει τη στήλη της νίκης στην Πλατεία της Βαντόμ, που είναι χυμένη από το μέταλλο των κανονιών που είχε κυριεύσει ο Ναπολέοντας ύστερα από τον πόλεμο του 1809, γιατί αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς. Το διάταγμα αυτό εκτελέστηκε στις 16 του Μάη. Στις 16 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε μια στατιστική απογραφή των εργοστασίων που τα είχαν κλείσει οι εργοστασιάρχες και την επεξεργασία σχεδίων για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων από τους εργάτες που εργάζονταν πριν σ’ αυτά και που τώρα θα οργανώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς καθώς και για την οργάνωση αυτών των συνεργατικών συνεταιρισμών σε μια μεγάλη Ένωση. Στις 20 του Απρίλη, η Κομμούνα κατάργησε τη νυχτερινή δουλειά για τους αρτεργάτες, καθώς και τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας που από τον καιρό της δεύτερης αυτοκρατορίας τα διαχειρίζονταν μονοπωλιακά ορισμένα υποκείμενα – πρώτης γραμμής εκμεταλλευτές των εργατών – που τα είχε διορίσει η αστυνομία. Τα γραφεία αυτά μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των είκοσι διαμερισμάτων του Παρισιού. Στις 30 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε το κλείσιμο των ενεχυροδανειστηρίων που αποτελούσαν μια ιδιωτική εκμετάλλευση των εργατών, κι έρχονταν σ’ αντίθεση με το δικαίωμα των εργατών στα εργαλεία της δουλειάς τους και με το δικαίωμα να παίρνουν πιστώσεις. Στις 5 του Μάη αποφάσισε να κατεδαφίσει το παρεκκλήσι που είχε χτιστεί σαν εξιλέωση για την εκτέλεση του Λουδοβίκου XVI.

Έτσι από τις 18 του Μάρτη πρόβαλε καθαρά και έντονα ο ταξικός χαρακτήρας του παρισινού κινήματος που, με τον πόλεμο ενάντια στην ξενική επέμβαση, είχε ως τώρα απωθηθεί στο βάθος της σκηνής. Και μια και στην Κομμούνα έπαιρναν μέρος σχεδόν μόνο εργάτες ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι των εργατών, οι αποφάσεις της είχαν αποφασιστικά προλεταριακό χαρακτήρα. Είτε ψήφιζε μεταρρυθμίσεις, που η δημοκρατική αστική τάξη τις είχε παραλείψει μόνο από δειλία, που αποτελούσαν όμως απαραίτητη βάση για τη λεύτερη δράση της εργατικής τάξης, όπως η εφαρμογή της αρχής ότι η θρησκεία είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων στη σχέση τους προς το κράτος, είτε έπαιρνε αποφάσεις που εξυπηρετούσαν άμεσα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και που μερικά έθιγαν βαθιά το παλιό κοινωνικό καθεστώς. Για την πραγματοποίηση όμως όλων αυτών μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη μπορούσαν να γίνουν το πολύ – πολύ τα πρώτα μόνο βήματα. Άλλωστε από τις αρχές του Μάη όλες τις δυνάμεις τους τις απορροφούσε ο αγώνας ενάντια στα στρατεύματα που συγκέντρωνε όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό η κυβέρνηση των Βερσαλλιών.

Οι αιματηρές συγκρούσεις

Στις 7 του Απρίλη, τα στρατεύματα των Βερσαλλιών είχαν καταλάβει το πέρασμα του Σηκουάνα στο Νεγί στο δυτικό μέτωπο του Παρισιού, αντίθετα όμως, στις 11 του Απρίλη σε μια επίθεση του στρατηγού Εντ στο νότιο μέτωπο αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες. Το Παρίσι βομβαρδιζόταν συνεχώς και μάλιστα από τους ίδιους εκείνους ανθρώπους που είχαν στιγματίσει σαν ιεροσυλία το βομβαρδισμό της ίδιας αυτής πόλης από τους Πρώσους. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι εκλιπαρούσαν την πρωσική κυβέρνηση να επιστρέψει γρήγορα τους Γάλλους στρατιώτες που είχε αιχμαλωτίσει στο Σεντάν και στο Μετς, για να ξανακαταλάβουν το Παρίσι για λογαριασμό τους. Η βαθμιαία επιστροφή αυτών των στρατευμάτων έδωσε από τις αρχές του Μάη αποφασιστική υπεροχή στις δυνάμεις των Βερσαλλιών. Αυτό φάνηκε κιόλας στις 23 του Απρίλη, όταν ο Θιέρσος διέκοψε τις διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή, που πρότεινε η Κομμούνα, του αρχιεπισκόπου του Παρισιού και πολλών άλλων παπάδων που κρατιόνταν όμηροι στο Παρίσι, με μόνο τον Μπλανκί, που είχε εκλεγεί δυο φορές στην Κομμούνα, μα ήταν φυλακισμένος στο Κλερβό. Φάνηκε ακόμα περισσότερο στην αλλαγμένη γλώσσα του Θιέρσου. Ως τότε ήταν συγκρατημένος και διφορούμενος, τώρα έγινε ξαφνικά αυθάδης, απειλητικός, βάναυσος. Στις 3 του Μάη οι Βερσαλλιέροι κατέλαβαν το οχυρό του Μουλέν Σακέ, στο νότιο μέτωπο, στις 9 το φρούριο του Ισσί που καταστράφηκε ολότελα απ’ το κανονίδι και στις 14 το φρούριο της Βανβ. Στο δυτικό μέτωπο προχωρούσαν σιγά – σιγά κυριεύοντας τα πολυάριθμα χωριά και τα χτίρια που απλώνονταν ως τα τείχη της πόλης, ώσπου έφτασαν στην κύρια οχυρωματική γραμμή. Στις 21 με προδοσία και από αμέλεια του φυλακίου της εθνοφρουράς στο σημείο αυτό, κατάφεραν να μπουν μέσα στην πόλη. Οι Πρώσοι που κρατούσαν τα βορινά και ανατολικά οχυρά επέτρεψαν στα στρατεύματα των Βερσαλλιών να περάσουν μέσα από την απαγορευμένη, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, ζώνη στο βορινό μέρος της πόλης, κι έτσι να προχωρήσουν και να επιτεθούν σ’ ευρύ μέτωπο που οι Παρισινοί πίστευαν πως καλυπτόταν από τους όρους της ανακωχής και για το λόγο αυτό το φρουρούσαν μόνο με μικρές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν συνέπεια να προβληθεί μικρή μόνον αντίσταση στο δυτικό μισό τμήμα του Παρισιού, στις καθαυτό πλούσιες συνοικίες της πόλης. Οσο τα στρατεύματα του εισβολέα πλησίαζαν στο ανατολικό τμήμα του Παρισιού, στην καθαυτό εργατούπολη, τόσο η αντίσταση δυνάμωνε και γινόταν πιο πεισματική. Μόνο ύστερα από οχταήμερο αγώνα υπέκυψαν στα υψώματα της Μπελβίλ και του Μενιλμοντάν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κομμούνας και τότε έφτασε στο αποκορύφωμά της η σφαγή των άοπλων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η σφαγή που μάνιαζε όλη τη βδομάδα σε διαρκώς αυξανόμενη έκταση. Το τουφέκι δε σκότωνε πια αρκετά γρήγορα, γι’ αυτό οι νικημένοι εκτελούνταν μαζικά κατά εκατοντάδες με τα πολυβόλα. Ο «Τοίχος των Ομοσπόνδων» στο νεκροταφείο του Περ-Λασέζ, όπου έγινε η τελευταία μαζική σφαγή, ορθώνεται ακόμα σήμερα, βουβή μα εύγλωττη μαρτυρία για τη λύσσα που είναι ικανή να φθάσει η κυρίαρχη τάξη, μόλις το προλεταριάτο τολμήσει να παλέψει για το δίκιο του. Ύστερα, όταν αποδείχτηκε ότι ήταν αδύνατο να τους σφάξουν όλους, άρχισαν να χάνουν μαζικές συλλήψεις, να τουφεκίζουν τα θύματα που διάλεγαν αυθαίρετα μέσα από τις γραμμές των αιχμαλώτων και να μεταφέρνουν τους υπόλοιπους σε μεγάλα στρατόπεδα, όπου περίμεναν να δικαστούν από στρατοδικεία. Τα πρωσικά στρατεύματα που περικύκλωναν το βορινό τμήμα του Παρισιού είχαν διαταγή να μην αφήσουν κανένα φυγάδα να περάσει, μα οι αξιωματικοί έκαναν συχνά στραβά μάτια, όταν οι φαντάροι άκουγαν περισσότερο το πρόσταγμα του ανθρωπισμού από τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου. Ιδιαίτερη τιμή ανήκει στο σαξονικό σώμα στρατού που φέρθηκε με πολύ ανθρωπισμό κι άφησε να περάσουν πολλοί που ήταν ολοφάνερο ότι ήταν μαχητές της Κομμούνας.

Διδάγματα από τις παραλείψεις

Αν σήμερα, ύστερα από είκοσι χρόνια, ρίξουμε μια ματιά πίσω στη δράση και στην ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, θα δούμε ότι είναι ανάγκη να κάνουμε μερικές προσθήκες στην περιγραφή της που γίνεται στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία».

Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε την εποχή εκείνη σοσιαλιστές μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στο Βαγιάν που γνώριζε το γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα παρέλειψε αρκετά πράγματα, που κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα βέβαια από όλα μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν επίσης σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας – αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους, θα σήμαινε την πίεση που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα όμως ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα που έκανε η Κομμούνα, μ’ όλο που αποτελούνταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά οι προυντονιστές ήταν κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δυο περιπτώσεις η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε – όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται στην εξουσία οι δογματικοί – να κάνουν και οι δυο το αντίθετο απ’ ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους.

Ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση με θετικό μίσος. Έλεγε γι’ αυτήν ότι περικλείνει περισσότερο κακό παρά καλό, ότι απ’ τη φύση της είναι άγονη, ακόμα και βλαβερή, γιατί αποτελεί ένα είδος δεσμών στην ελευθερία του εργάτη, ότι είναι ένα καθαρά στείρο και οχληρό δόγμα που βρίσκεται σε διάσταση, τόσο με την ελευθερία του εργάτη, όσο και με την οικονομία της εργασίας, ότι τα μειονεκτήματά της μεγάλωναν γρηγορότερα από τα πλεονεκτήματά της, ότι απέναντι σ’ αυτήν ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός της δουλειάς, η ατομική ιδιοκτησία, αποτελούν οικονομικές δυνάμεις. Μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις – όπως τις αποκαλεί ο Προυντόν – της μεγάλης βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως οι σιδηρόδρομοι, έχει θέση η οργάνωση των εργατών (βλέπε: «Idee generale de la revolution», 3eme etude. «Γενική ιδέα της επανάστασης», 3η μελέτη).

Στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ’ αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν’ αποτελεί εξαίρεση που το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως πολύ σωστά λέει ο Μαρξ στον «Εμφύλιο πόλεμο», τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλ. ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας. Και γι’ αυτό η Κομμούνα έγινε επίσης ο τάφος της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Σήμερα η σχολή αυτή έχει εξαφανιστεί από τους γαλλικούς εργατικούς κύκλους. Τώρα σ’ αυτούς επικρατεί αναντίρρητα η θεωρία του Μαρξ, όχι λιγότερο ανάμεσα στους ποσιμπιλιστές2, απ’ ό,τι ανάμεσα στους «μαρξιστές». Μόνο ανάμεσα στη «ριζοσπαστική» αστική τάξη υπάρχουν ακόμα προυντονιστές.

Οι μπλανκιστές δεν είχαν καλύτερη τύχη. Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους μα ακόμα, και με μια δραστήρια και ανελέητη δράση να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα του λαού στην επανάσταση και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό χρειαζόταν πριν απ’ όλα αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Και τι έκανε η Κομμούνα, που στην πλειοψηφία της αποτελούνταν από τέτοιους ακριβώς μπλανκιστές; Σ’ όλες της τις διακηρύξεις προς τους Γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος. Και ίσα-ίσα η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης – στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία – που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που από τότε την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο κάθε καινούρια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι.

Η Κομμούνα αναγκάστηκε αμέσως από την αρχή να αναγνωρίσει ότι όταν η εργατική τάξη έρθει πια στην εξουσία, δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή, ότι η εργατική αυτή τάξη, για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία που μόλις έχει καταχτήσει, πρέπει, από τη μια να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή που ως τότε είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, κι από την άλλη να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, μπορούν ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Ποια ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του ως τα τώρα κράτους; Για την εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων η κοινωνία είχε αρχικά δημιουργήσει δικά της όργανα με τον απλό καταμερισμό της δουλειάς. Τα όργανα όμως αυτά που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν με τον καιρό μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, όπως το βλέπουμε λ.χ., όχι μόνο στην κληρονομική μοναρχία, μα και στην αστική δημοκρατία. Πουθενά οι «πολιτικοί» δεν αποτελούν ένα πιο ξεχωριστό και πιο ισχυρό τμήμα του έθνους, όσο ακριβώς στη Βόρεια Αμερική. Εδώ το καθένα από τα δυο μεγάλα κόμματα, που διαδέχονται το ένα το άλλο στην εξουσία, διευθύνεται με τη σειρά του από ανθρώπους που κάνουν την πολιτική, προσοδοφόρα υπόθεση, που κερδοσκοπούν πάνω στις έδρες της νομοθετικής συνέλευσης τόσο της ομοσπονδίας όσο και των ξεχωριστών πολιτειών ή που ζουν από τη ζύμωση που κάνουν για το κόμμα τους και που όταν το κόμμα τους νικήσει, ανταμείβονται με θέσεις. Είναι γνωστό πως οι Αμερικάνοι τριάντα χρόνια τώρα προσπαθούν ν’ αποτινάξουν το ζυγό αυτό που έγινε αφόρητος και πως, παρ’ όλα αυτά, βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά μέσα στο βάλτο της διαφθοράς. Ακριβώς στην Αμερική μπορούμε να δούμε καλύτερα πώς συντελείται αυτή η ανεξαρτητοποίηση της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία που αρχικά ήταν προορισμένη να γίνει απλό όργανό της. Εδώ δεν υπάρχει καμιά δυναστεία, δεν υπάρχουν ευγενείς, ούτε μόνιμος στρατός, εκτός από τους λίγους άνδρες για την επίβλεψη των Ινδιάνων, δεν υπάρχει ούτε γραφειοκρατία με μόνιμες θέσεις ή με δικαίωμα σύνταξης. Κι όμως, έχουμε εδώ δυο μεγάλες συμμορίες από πολιτικούς κερδοσκόπους που παίρνουν διαδοχικά στα χέρια τους την κρατική εξουσία και την εκμεταλλεύονται με τα πιο διεφθαρμένα μέσα και για τους πιο διεφθαρμένους σκοπούς, ενώ το έθνος είναι ανίσχυρο μπροστά στους δυο μεγάλους αυτούς συνασπισμούς των πολιτικών, που βρίσκονται δήθεν στην υπηρεσία του, μα που στην πραγματικότητα το εξουσιάζουν και το καταληστεύουν.

Ενάντια σ’ αυτή τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, μια μετατροπή που είναι αναπόφευκτη σ’ όλα τα ως τα τώρα κράτη, η Κομμούνα χρησιμοποίησε δυο αλάνθαστα μέσα. Πρώτα, σ’ όλες τις θέσεις – διοικητικές δικαστικές και εκπαιδευτικές – έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερόμενων, και μάλιστα με το δικαίωμα των ίδιων των ενδιαφερόμενων ν’ ανακαλούν τον αντιπρόσωπό τους οποιαδήποτε στιγμή. Και δεύτερο, πλήρωνε στους υπαλλήλους της, στους ανώτερους και στους κατώτερους, μονάχα το μισθό που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός, που γενικά πλήρωνε η Κομμούνα, ήταν 6.000 φράγκα. Έτσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και στον αριβισμό, ακόμα και χωρίς τις δεσμευτικές εντολές που έπαιρναν, χώρια απ’ όλα τ’ άλλα, οι αντιπρόσωποι στα αντιπροσωπευτικά σώματα.

Η δικτατορία του προλεταριάτου…

Αυτό το τσάκισμα της παλιάς κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή της από μια καινούρια, αληθινά δημοκρατική εξουσία, περιγράφεται διεξοδικά στο τρίτο μέρος του «Εμφυλίου Πολέμου». Ήταν όμως απαραίτητο να σταματήσουμε εδώ με συντομία για άλλη μια φορά σ’ ορισμένα χαρακτηριστικά του, γιατί ακριβώς στη Γερμανία η δεισιδαιμονία για το κράτος πέρασε από τη φιλοσοφία στην κοινή συνείδηση της αστικής τάξης, κι ακόμα και σε πολλούς εργάτες. Σύμφωνα με τη φιλοσοφική άποψη, το κράτος είναι η «πραγματοποίηση της Ιδέας» ή η βασιλεία του θεού πάνω στη γη, μεταφρασμένη σε φιλοσοφική γλώσσα, το πεδίο όπου η αιώνια αλήθεια και η δικαιοσύνη πραγματοποιούνται ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Κι από δω πηγάζει ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός προς το κράτος και προς το καθετί που συνδέεται με το κράτος, ένας σεβασμός που ριζώνει τόσο πιο εύκολα, όσο έχουμε συνηθίσει απ’ τα πιο μικρά μας χρόνια να φανταζόμαστε ότι όλες οι υποθέσεις και τα συμφέροντα που είναι κοινά για ολόκληρη την κοινωνία, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν αλλιώς, παρά όπως εξυπηρετούνταν ως τώρα, δηλαδή από το κράτος και τα καλοδιορισμένα όργανά του. Και οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν κιόλας ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα προς τα μπρος όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία κι ορκίζονται στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως, το κράτος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μια μηχανή για την καταπίεση μιας τάξης από μια άλλη και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία απ’ ό,τι γίνεται στη μοναρχία! Και στην καλύτερη περίπτωση, το κράτος είναι ένα κακό που κληροδοτείται στο προλεταριάτο, που νίκησε στον αγώνα για την ταξική κυριαρχία και που τις χειρότερες πλευρές του, όπως το έκαμε η Κομμούνα δεν μπορεί να μην τις περικόψει όσο το δυνατό γρηγορότερα ωσότου μια γενιά, μεγαλωμένη μέσα σε νέες και ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα είναι σε θέση να πετάξει όλα αυτά τα παλιοπράγματα που αποτελούν το κράτος.

Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις: Δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριοι, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.

18 Μάρτη – 28 Μάη 1871: Το Χρονικό της Κομμούνας

Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος – Η καταστροφή του Σεντάν

Τα γεγονότα της Κομμούνας διαδραματίζονται μέσα στο πλαίσιο του γαλλοπρωσικού πολέμου του 1870-71, που φέρνει αντιμέτωπους τη 2η Γαλλική Αυτοκρατορία, υπό τον Ναπολέοντα III, και τον Βορειογερμανικό Σύνδεσμο, συνασπισμό γερμανικών βασιλείων, υπό τον Πρώσο Καγκελάριο Μπίσμαρκ.

Κύρια αιτία του πολέμου είναι η, υπό πρωσική ηγεμονία, προσπάθεια δημιουργίας ενιαίου Γερμανικού κράτους. Η ενοποίηση μοιάζει αναπόφευκτη συνέπεια της αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης των γερμανικών κρατιδίων, στηριγμένης στη βιομηχανία. Το πρώτο βήμα της είχε γίνει το 1867 με τη δημιουργία του «Βορειογερμανικού Συνδέσμου».

“Στους υπερασπιστές του Βερντέν”, Πολιορκία του 1870

Ο πόλεμος αυτός εξυπηρετούσε τους πάντες, εκτός από αυτούς που θα υφίσταντο τα δεινά του: τους Γάλλους και τους Γερμανούς εργαζόμενους.

Εξυπηρετούσε πρώτα τη Γαλλική Μπουρζουαζία που έβλεπε, πανικόβλητη, να δημιουργείται στην άλλη όχθη του Ρήνου, μια πληθυσμιακή και οικονομική υπερδύναμη που θα ανέτρεπε τις ισορροπίες στην Ευρώπη και ήθελε με κάθε τρόπο να ανακόψει την πορεία της Γερμανικής Ενοποίησης.

Εξυπηρετούσε τη Αυτοκρατορική Αυλή του Ναπολέοντα: Η έξαψη του Γαλλικού Σωβινισμού, με σημαία τη διεκδίκηση από τη Γαλλία των συνόρων της 1ης Αυτοκρατορίας που είχαν χαθεί το 1814 ή τουλάχιστον αυτών της 1ης Δημοκρατίας, θα τον διευκόλυνε να συντρίψει το ανερχόμενο εργατικό κίνημα που απειλούσε (μέσα σε μια μεγάλη οικονομική κρίση) με μια τρίτη, νικηφόρα αυτή τη φορά, επανάσταση, μετά τις ήττες του 1831 και του 1848.

Εξυπηρετούσε τέλος τον Μπίσμαρκ και την Πρωσική μπουρζουαζία, που αναζητούσε την ευκαιρία να ολοκληρώσει τη γερμανική ενοποίηση, επιβάλλοντάς την, «εν θερμώ» και στα απρόθυμα κρατίδια, να προσαρτήσει την Αλσατία και τη Λωρραίνη, και να εξασθενίσει τη Γαλλία και πολιτικοστρατιωτικά, αφού οικονομικά την είχε ήδη προσπεράσει.

Με αφορμή την υποψηφιότητα του Πρώσου πρίγκιπα Λεοπόλδου για το χηρεύοντα θρόνο της Ισπανίας, που για τους Γάλλους είναι Casus Belli, οι δύο Ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις, σαν έτοιμες από καιρό, ρίχνονται στην ανθρωποσφαγή στις 2 Αυγούστου του 1870.

Ο πόλεμος εξελίσσεται σε καταστροφή για τους Γάλλους. Στις 2 Σεπτέμβρη στο Σεντάν υφίστανται μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές ήττες της ιστορίας τους. Η περικυκλωμένη στρατιά του Μακ-Μαόν συνθηκολογεί και 90.000 Γάλλοι στρατιώτες συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Ανάμεσά τους είναι και ο ίδιος ο αυτοκράτορας!

Ο Ναπολέων Γ’ (αριστερά) αιχμάλωτος του Μπίσμαρκ (δεξιά)

Το εργατικό κίνημα στο Παρίσι είχε αγωνιστεί ενάντια στον πόλεμο. Στις 12 Ιουλίου τα μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών στο Παρίσι δημοσιεύουν ένα μανιφέστο «Προς τους εργάτες όλων των χωρών» το οποίο συνυπογράφουν δεκάδες εργατικές οργανώσεις και όπου καταγγέλλει τον πόλεμο. Οργανώνει αρκετές εργατικές αντιπολεμικές διαδηλώσεις.

Από τις πρώτες ήττες του Γαλλικού στρατού, ξεσπούν εκδηλώσεις λαϊκής οργής στο Παρίσι. Μάλιστα, στις 14 Αυγούστου ένοπλοι πολιτοφύλακες του Μπλανκί επιχειρούν κατάληψη δημοσίων κτιρίων της πόλης ελπίζοντας να πυροδοτήσουν γενική εξέγερση. Η απόπειρα αποτυγχάνει (ο Μπλανκί θα καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο), αλλά το Παρίσι βράζει. Η ταπείνωση στο Σεντάν θα κινητοποιήσει και την αστική αντιμοναρχική αντιπολίτευση.

Η εξέγερση του Σεπτέμβρη

Στις 4 Σεπτέμβρη ένα μεγάλο πλήθος λαού εισβάλλει στο Παλαί Μπουρμπόν όπου συνεδριάζει η Εθνοσυνέλευση. Ο μπλανκιστής Γκρανζέ, εκπροσωπώντας το πλήθος, απαιτεί από τους βουλευτές την έκπτωση του Ναπολέοντα και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Παρά την αντίθεση της πλειοψηφίας, ο Γκαμπετά, υπό την πίεση του πλήθους, ανακοινώνει την καθαίρεση του αυτοκράτορα. Λίγο αργότερα ο ίδιος, ακολουθούμενος από μια ομάδα αντιμοναρχικών βουλευτών ανακοινώνει, στο κατάμεστο από πολίτες Δημαρχείο, την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, τη συγκρότηση μιας προσωρινής κυβέρνησης «Εθνικής Άμυνας» και τη δημιουργία Εθνοφρουράς για την υπεράσπιση της πρωτεύουσας, που έχει ήδη αρχίσει να απειλείται από τους Πρώσους.

Ο Λεόν Γκαμπετά ανακηρύσσει τη δημοκρατία.

Η προσωρινή κυβέρνηση κυριαρχείται από αστούς αντιμοναρχικούς (Φαβρ, Φερύ, Γκαμπετά, Πικάρ, κ.α.). Συμμετέχουν επίσης οι αριστεροί γιακωβίνοι, Ροσφόρ και Σιμόν. Ο Θιέρσος, μετριοπαθής αντιμοναρχικός, ιστορικός εκπρόσωπος της Δεξιάς της Ορλεάνης, αρνείται να συμμετάσχει.

Στην Εθνοφρουρά κατατάσσονται μαζικά εργάτες. Το ημερήσιο βοήθημα του 1.5 φράγκου που τους παρέχεται είναι κρίσιμο για την επιβίωση των ίδιων και των οικογενειών τους. Ανάμεσά τους, δεκάδες επαναστάτες.

Το επίπεδο οργάνωσης των λαϊκών στρωμάτων του Παρισιού ανεβαίνει κατακόρυφα. Με πρωτοβουλία μπλανκιστών, μελών της Διεθνούς των Εργατών και αντιμοναρχικών διανοούμενων, συνέρχονται λαϊκές συνελεύσεις ανά δημοτικό διαμέρισμα και δημιουργούν τις λεγόμενες «Επιτροπές Επαγρύπνησης». Κάθε μια, εκλέγει τέσσερεις αντιπροσώπους και έτσι συγκροτείται η «Κεντρική Επιτροπή των 20 Διαμερισμάτων». Χρησιμοποιεί, σαν προσωρινή έδρα τα γραφεία της Διεθνούς των Εργατών στο Παρίσι.

Η κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας αποτυγχάνει σε όλους τους τομείς. Στο στρατιωτικό πεδίο οι ήττες συνεχίζονται. Τέλος Σεπτέμβρη, οι Πρώσοι έχουν αρχίσει τον αποκλεισμό του Παρισιού και οι στερήσεις των κατοίκων του μετατρέπονται σε λιμό. Στο πολιτικό πεδίο οι αντιμοναρχικές διακηρύξεις της κυβέρνησης στρογγυλεύονται ή εξαφανίζονται τελείως, στο όνομα μιας πανεθνικής ενότητας που – το κυριότερο – δεν έχει πλέον στόχο την απελευθέρωση του γαλλικού εδάφους αλλά κάποια «αξιοπρεπή» συνθήκη ειρήνη με τους Πρώσους.

Το Παρισινό προλεταριάτο, εμφανίζεται σαν η μόνη τάξη που μπορεί να ηγηθεί του αγώνα για την εθνική απελευθέρωση. Στις 22 Σεπτέμβρη, η Κεντρική Επιτροπή των 20 Διαμερισμάτων ρίχνει, για πρώτη φορά, το σύνθημα:

«Η Κομμούνα, όπως το 1792, να σώσει την πόλη και την πατρίδα!»

Το φάντασμα της Κομμούνας κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του πάνω από το Παρίσι.

Από την κυβέρνηση του Σεπτέμβρη στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών

Οι ελπίδες –και ο ενθουσιασμός- που δημιούργησε η αποκατάσταση της Δημοκρατίας θα σβήσουν οριστικά το Γενάρη του 1871. Σημαντικά γεγονότα σηματοδοτούν αυτό το δραματικό τετράμηνο.

Στις 27 Οκτώβρη στο Μετς η στρατιά του Ρήνου, υπό το βοναπαρτιστή στρατηγό Μπαζέν, παραδίδεται, χωρίς μάχη, στους Πρώσους. 170.000 άνδρες (!) πέφτουν αιχμάλωτοι των Πρώσων.

Επαναστατημένες μονάδες της Εθνοφυλακής καταλαμβάνουν το Δημαρχείο (Hotel de Ville) του Παρισιού

Η προδοσία στο Μετς, ξεσηκώνει πάλι το Παρίσι. Στις 30 Οκτώβρη, δυνάμεις της Εθνοφρουράς, υπό τους Μπλανκί, Φλουράνς, Ντελεκλύζ αποκλείουν την Κυβέρνηση, που είναι υπό κατάρρευση, στο Δημαρχείο και συγκροτούν μια άτυπη επαναστατική επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν μεταξύ των άλλων και οι Ρανβιέ, Βαγιάν και Β. Ουγκώ. Αντί να λειτουργήσουν σαν ντε φάκτο επαναστατική εξουσία, αρχίζουν να διαπραγματεύονται με την πανικόβλητη και σε ομηρεία κυβέρνηση. Αποδέχονται, «το λόγο της τιμής της», να προκηρύξει άμεσα εκλογές για να παραδώσει την εξουσία, την απελευθερώνουν και αποχωρούν. (Οι Μαρξ και Έγκελς θα θεωρήσουν τραγικό λάθος των επαναστατών, που καθόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις, την μη ανατροπή της αιχμάλωτης Κυβέρνησης στις 30 Οκτώβρη).

Η Κυβέρνηση «τηρεί το λόγο» που είχε δώσει στους εξεγερμένους οργανώνοντας, στις 3 Νοέμβρη, ένα δημοψήφισμα-φάρσα με το ερώτημα αν ο λαός δέχεται ή όχι να συνεχίσει να εξασκεί τα καθήκοντά της. Μέσα σε μια πόλη εξουθενωμένη από τον πόλεμο, τον αποκλεισμό και την έλλειψη τροφίμων, οργιάζει η κυβερνητική προπαγάνδα ότι η αμφισβήτηση της Κυβέρνησης υποκινείται από τους Πρώσους. Το δημοψήφισμα δίνει ένα ποσοστό 90% υπέρ της Κυβέρνησης.

Η τελευταία, ενισχυμένη πλέον, τοποθετεί τον αντιδραστικό στρατηγό Τομά διοικητή της Εθνοφρουράς και οργανώνει εκλογές για νέο Δημοτικό Συμβούλιο, στις 5 Νοέμβρη. Από τα 20 Δημοτικά Διαμερίσματα, οι κυβερνητικοί κερδίζουν τα 12 και οι οπαδοί της Κομμούνας τα 8. Ο Τομά αρχίζει συλλήψεις και διώξεις επαναστατών. Συλλαμβάνεται ο Φλουράνς, ενώ ο Μπλανκί διαφεύγει, εγκαταλείπει το Παρίσι και κρύβεται κάπου στην κεντρική Γαλλία. Δεν θα μπορέσει να επιστρέψει, παρά 9 χρόνια αργότερα, λίγο πριν το θάνατό του, σε ένα διαφορετικό πλέον Παρίσι.

Από το Νοέμβρη μέχρι το Γενάρη η στρατιωτική κατάσταση εξακολουθεί να χειροτερεύει, ενώ στο αποκλεισμένο Παρίσι 3.600 άνθρωποι την εβδομάδα (κυρίως γέροι και παιδιά) πεθαίνουν από πείνα. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια της Εθνοφρουράς, υπό το στρατηγό Ντυκρό, να σπάσει τον αποκλεισμό στις 28 Νοέμβρη αποτυγχάνει.

Στις 6 Γενάρη οι τοίχοι του Παρισιού γεμίζουν από μια αφίσα της Κ.Ε. των 20 Διαμερισμάτων που καλεί σε ανατροπή της Κυβέρνησης, συνέχιση του πολέμου με όλα τα μέσα και καταλήγει με το σύνθημα «τόπο στο λαό, τόπο στην Κομμούνα». Έμεινε γνωστή σαν «η κόκκινη αφίσα» και συντάκτες της θεωρούνται οι Βαλές, Βαγιάν και Τριντόν.

Αντιπρόσωποι των 20 διαμερισμάτων του Παρισιού ζητούν: “Τόπο στο λαό , τόπο στην Κομμούνα”. Η διακήρυξη ξεκινά ως εξής: “Η κυβέρνηση που ανέλαβε στις 4 Σεπτέμβρη να οργανώσει την Εθνική Άμυνα, έχει ανταποκριθεί στα καθήκοντά της; Όχι!”

Στις 19 Γενάρη, νέα αποτυχημένη απόπειρα-αυτοκτονία να σπάσει ο αποκλεισμός, οδηγεί σε εκατόμβη με 5.000 νεκρούς εθνοφρουρούς.

Στις 21 και 22 Γενάρη, μεγάλες συγκεντρώσεις των επιτροπών επαγρύπνησης και ενόπλων εθνοφρουρών μπροστά στο Δημαρχείο απαιτούν, μεταξύ των άλλων την άμεση απελευθέρωση των κρατουμένων επαναστατών (μεταξύ των οποίων και ο Φλουράνς), τον εξοπλισμό της Εθνοφρουράς με βαριά όπλα και τη συνέχιση της αντίστασης. Οι κινητοποιήσεις καταλήγουν σε ένοπλη σύγκρουση με 30 νεκρούς.

Ο νέος στρατιωτικός διοικητής Παρισιού, στρατηγός Βινουά, οργανώνει πογκρόμ συλλήψεων στελεχών της Αριστεράς (μεταξύ των οποίων και ο Ντελεκλύζ), απαγορεύει τη λειτουργία όλων των επαναστατικών λεσχών και κλείνει 17 επαναστατικά έντυπα. Η κυβέρνηση αισθάνεται πλέον λυμένα τα χέρια για να προχωρήσει στην ουσιαστική παράδοση της πόλης στους Πρώσους.

Ο Μπίσμαρκ υπαγορεύει τους όρους παράδοσης στον Θιέρσο και στον Φαβρ.

Έτσι, στις 28 Γενάρη ο Φαβρ, υπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας, υπογράφει στις Βερσαλλίες ανακωχή τριών εβδομάδων με τους Πρώσους, με πρόσχημα τη σωτηρία του Παρισιού από το λιμό. Οι Γάλλοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να οργανώσουν εθνικές εκλογές ώστε μια νομιμοποιημένη κυβέρνηση να διαπραγματευθεί τη συνθηκολόγηση. Παραδίδουν όλα τα οχυρά που περιβάλλουν το Παρίσι ενώ οι άνδρες τους αφοπλίζονται. Το Παρίσι θα πληρώσει 200 εκατομμύρια φράγκα σαν λύτρα (αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε ο Μπίσμαρκ) στους Πρώσους. Ο Φαβρ «κερδίζει» από τη διαπραγμάτευση το μη αφοπλισμό της Εθνοφρουράς, το μη αφοπλισμό μιας γαλλικής μεραρχίας που θα είναι επιφορτισμένη με τη δημόσια τάξη και τη χαλάρωση του αποκλεισμού της πόλης για μετακινήσεις ανθρώπων και αγαθών.

Δέκα μέρες νωρίτερα, στις 18 Γενάρη 1871, στο ανάκτορο των Βερσαλλιών που έχουν καταλάβει τα πρωσικά στρατεύματα, ο βασιλιάς της Πρωσίας Γουλιέλμος ανακηρύσσεται «Αυτοκράτορας της Γερμανίας». Είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης της ενιαίας Γερμανίας.

Η Γερμανική κατοχή έχει απέναντί της δύο κατεχόμενα «έθνη»: Αφ’ ενός, το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας, όπου οι Πρώσοι αποφεύγουν να επεκταθούν και όπου αναπτύσσεται ισχυρό φιλομοναρχικό ρεύμα. Ηγεμονεύεται από την αστική τάξη που στρατηγική της είναι η άμεση ειρήνη με τους Πρώσους, με οποιουσδήποτε όρους. Αφ’ ετέρου, το εργατικό και μικροαστικό Παρίσι, που απαιτεί τη συνέχιση της αντίστασης με κάθε μέσο, μέχρι το διώξιμο και του τελευταίου Πρώσου από τη χώρα.

Οι, προβλεπόμενες από τη συνθήκη ανακωχής, εκλογές γίνονται στις 8 Φλεβάρη και τα αποτελέσματά τους είναι αναμενόμενα: με το ένα τρίτο της χώρας υπό κατοχή, την αριστερά υπό διωγμό και το δημοψηφισματικό χαρακτήρα που καλλιεργήθηκε (ειρήνη ή πόλεμος) οι αντιδραστικοί θριαμβεύουν. Από τους 750 βουλευτές, οι 450 είναι μοναρχικοί διαφόρων τάσεων, ενώ οι μαχητικοί αντίπαλοι της συνθηκολόγησης δεν ξεπερνούν το 6%, ποσοστό που το φθάνουν κυρίως λόγω των ψήφων του Παρισιού. Η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση έμεινε στην ιστορία σαν «η Εθνοσυνέλευση των χωρικών».

Σχηματίζεται κυβέρνηση, προϊόν συμβιβασμού μοναρχικών με μετριοπαθείς αντιμοναρχικούς και πρωθυπουργό τον Αδόλφο Θιέρσο, η οποία εγκαθίσταται στο Μπορντώ.

Η Κομμούνα προ των πυλών

Η Κυβέρνηση Θιέρσου κάνει το παν για να προκαλέσει το λαό του Παρισιού.

Απειλεί ότι το Παρίσι θα σταματήσει να είναι πρωτεύουσα (στις 10 Μάρτη η Εθνοσυνέλευση επιλέγει τις, υπό πρωσική κατοχή, Βερσαλίες, σαν έδρα της). Με το νόμο Ντυφώρ ξεπαγώνει τις υποχρεώσεις από ενοίκια ή χρέη, που είχαν παγώσει λόγω του πολέμου και οδηγεί 150.000 εργάτες και μικροβιοτέχνες στα πρόθυρα της έξωσης από σπίτια ή μαγαζιά. Επιβάλλει φόρο (φόρος Πουγιέ-Κερτιέ) επί κάθε αντιτύπου οποιασδήποτε έκδοσης. Τοποθετεί το μισητό Βινουά στη θέση του κυβερνήτη του Παρισιού και τον «αυτοκρατορικό χωροφύλακα» Βαλεντέν στη θέση του διοικητή της Αστυνομίας. Συμφωνεί με τους Πρώσους να παρελάσουν τα Πρωσικά στρατεύματα, ως θριαμβευτές, στα Ηλύσια Πεδία. Συλλαμβάνει το φυγόδικο Μπλανκί και τον φυλακίζει στο νησί-κάτεργο Φορ ντι Τορό στη Βρετάνη. Καταργεί το ημερήσιο βοήθημα στους άνδρες της Εθνοφρουράς.

Αδόλφος Θιέρσος: Ο πολιτικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης που θέλησε να παραδώσει το Παρίσι και το λαό του στον Πρώσο κατακτητή.

Κατά τον Μαρξ, οι προκλήσεις και η βιασύνη του Θιέρσου, εξηγούνται με την επιθυμία του να παραδώσει, στα γρήγορα, το Παρίσι στον Μπίσμαρκ. Αλλά ο σχεδιασμός του Πρώσου καγκελάριου ήταν διαφορετικός: ήθελε η ίδια η Γαλλική αστική τάξη να κάνει τη βρώμικη δουλειά. Γι αυτό απέφυγε την εγκατάσταση των στρατευμάτων του στην πόλη. Πάντως, ο Θιέρσος πέτυχε ότι δεν είχε πετύχει η πολιορκία: τη συμμαχία του προλεταριάτου με την παρισινή μικρομπουρζουαζία.

Η Εθνοφρουρά, ενισχυμένη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, πλησίαζε τον αριθμό των 200.000 ανδρών και είχε στη διάθεσή της αξιόλογο εξοπλισμό. Ένα μέρος του (τα κανόνια) είχε αγοραστεί με έρανο μεταξύ των κατοίκων. Ο Θιέρσος απαιτεί τον αφοπλισμό της, παρ’ όλο που αυτό δεν προβλεπόταν από την ανακωχή. Η Εθνοφρουρά αρνείται κάθε σκέψη αφοπλισμού και στις 24 Φλεβάρη ανασυγκροτείται σε «Ομοσπονδία Ταγμάτων».

Στις 27 Φλεβάρη, λίγες μέρες πριν την προβλεπόμενη είσοδο των Πρώσων στην πόλη, η Εθνοφρουρά συλλέγει 237 κανόνια εγκαταλελειμμένα από το στρατό σε σημεία όπου θα κατελάμβαναν οι Πρώσοι, και τα μεταφέρει ανατολικά και βόρεια, στις εργατικές συνοικίες Μενιλμοντάν, Μπελβίλ, Βιλέτ και Μονμάρτη. Ταυτόχρονα σχεδιάζει ένοπλη αντίσταση κατά την είσοδο των Πρώσων από τα δυτικά, απόφαση που τελικά δεν υιοθετήθηκε.

Την 1η Μάρτη 30.000 Πρώσοι παρελαύνουν στα Ηλύσια Πεδία αλλά την επομένη αποχωρούν.

Στις 3 Μάρτη αντιπρόσωποι 200 ταγμάτων της Εθνοφρουράς ψηφίζουν το νέο καταστατικό της. Η Εθνοφρουρά μετονομάζεται σε «Δημοκρατική Ομοσπονδία της Εθνοφρουράς» και οι εθνοφρουροί είναι πλέον οι «ομόσπονδοι» (fédérés). Εκλέγεται μια Κεντρική και μια ολιγάριθμη Εκτελεστική Επιτροπή. Τα περισσότερα μέλη της είναι άπειροι και «ανώνυμοι» νεαροί επαναστάτες.

Στις 16 Μάρτη, ο Θιέρσος εγκαθίσταται στο Παρίσι για να … ειρηνεύσει την πόλη. Θα παραμείνει μόνο για 2 ημέρες.

Η έναρξη της εξέγερσης – η συγκρότηση της Κομμούνας

H σπίθα που θα προκαλέσει την έκρηξη ανάβει τη νύχτα της 17 του Μάρτη. Στρατιωτικά τμήματα εισβάλλουν στις εργατικές συνοικίες του Παρισιού Μπελβίλ, Μενιλμοντάν και Μονμάρτη, παραβιάζουν τα οπλοστάσια της Εθνοφρουράς και παίρνουν τα 237 πυροβόλα που είχε συγκεντρώσει η Εθνοφρουρά. Στη Μονμάρτη η επιχείρηση, που είναι πρόχειρα οργανωμένη, καθυστερεί και συγκεντρώνεται πλήθος πολιτών και εθνοφρουρών που παρεμποδίζει τη μεταφορά των πυροβόλων. Ο στρατηγός Λεκόντ διατάζει τους στρατιώτες του να ανοίξουν πυρ κατά του πλήθους. Οι στρατιώτες αρνούνται, στασιάζουν και παραδίδουν τον Λεκόντ στους εθνοφρουρούς με τους οποίους συναδελφώνονται. Η είδηση προκαλεί ενθουσιασμό και νέες αυθόρμητες συγκεντρώσεις πολιτών και εθνοφρουρών που αρχίζουν να στήνουν οδοφράγματα για να παρεμποδίσουν την αρπαγή των πυροβόλων. Μέσα στο χάος, πολίτες συλλαμβάνουν και τον στρατηγό Τομά, κυβερνήτη του Παρισιού, που με πολιτικά συντονίζει την όλη επιχείρηση, τον οποίο παραδίδουν επίσης στους εθνοφρουρούς.

Ο Ζωρζ Κλεμανσώ, δήμαρχος του 18ου Διαμερίσματος (Μονμάρτη) και οι Θεόφιλος Φερρέ και Λουίζ Μισέλ, ηγετικά στελέχη της Επιτροπής Επαγρύπνησης της Μονμάρτης, που είναι όλοι τους παρόντες στα γεγονότα, ζητούν από τους Εθνοφρουρούς να διασφαλίσουν τη ζωή των κρατούμενων στρατηγών. Κανείς δεν τους ακούει. Το πλήθος έχει αναγνωρίσει στα πρόσωπα των δύο συλληφθέντων στρατηγών τους υπεύθυνους του αιματοκυλίσματος της εξέγερσης του 1848. Οι δύο στρατηγοί τουφεκίζονται το ίδιο απόγευμα στη Ρυ ντε Ροζιέ, στη Μονμάρτη.

Ο Θιέρσος δίνει εντολή όλες οι μονάδες του στρατού να αποσυρθούν από το Παρίσι, ενώ ο ίδιος φαίνεται ότι το μόνο που τον απασχολεί είναι να σώσει τον εαυτό του. Η Κεντρική Επιτροπή, που έχει βρεθεί να τρέχει πίσω από τα γεγονότα, παρακολουθεί χωρίς να κάνει καμία κίνηση σύλληψης ή παρεμπόδισης των αξιωματικών και των ανώτατων αξιωματούχων, που με τα υπολείμματα των στρατιωτικών μονάδων, εγκαταλείπουν πανικόβλητοι την πόλη.

18 Μάρτη 1871: Η εξέγερση ξεκινά. Εθνοφύλακες καταλαμβάνουν οδόφραγμα στο Παρίσι.

Από τις 18 Μάρτη, όσες κυβερνητικές υπηρεσίες έχουν απομείνει στην πόλη μεταφέρονται στις Βερσαλλίες. Μοναδικός φορέας κρατικής εξουσίας στην πόλη είναι πλέον η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς. Χωρίς ακριβή συνείδηση του ρόλου της, αμήχανη, εκδίδει τρεις ανακοινώσεις: με την πρώτη ευχαριστεί το στρατό που δεν χτύπησε τους πολίτες, με τη δεύτερη καλεί το Γαλλικό Έθνος στην οικοδόμηση μιας Δημοκρατίας, «απαλλαγμένης από επεμβάσεις και εμφυλίους πολέμους». Με την τρίτη προκηρύσσει εκλογές στις 22 Μάρτη για την ανάδειξη νέου Δημοτικού Συμβουλίου στο οποίο βιάζεται να παραδώσει την εξουσία.

Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφυλακής με διακήρυξή της “Προς το λαό” καλεί σε εκλογές για το δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού (19 Μαρτίου 1871)

«Μέσα στην απέχθειά της προς τον εμφύλιο πόλεμο που προκάλεσε ο Θιέρσος με τη νυχτερινή διάρρηξη στη Μονμάρτη, η Κ.Ε. διαπράττει αυτή τη φορά το καθοριστικό λάθος να μην βαδίσει στις εντελώς ανοχύρωτες Βερσαλλίες βάζοντας τέλος στις συνωμοσίες του Θιέρσου και των χωρικών του. Αντί γι’ αυτό, του επιτρέπει για άλλη μια φορά, να δοκιμάσει τη δύναμή του στις κάλπες» θα γράψει ο Μάρξ στο «Εμφύλιο Πόλεμο…»

Τελικά ο Θιέρσος αρνείται τη συμμετοχή στις εκλογές, τις οποίες μποϋκοτάρει. Μάλιστα, οι προσπάθειες να πειστούν οι κυβερνητικοί να συμμετάσχουν οδηγεί σε μια τετραήμερη αναβολή των εκλογών.

Μέσα στην εβδομάδα που ακολουθεί, περίπου 80 χιλιάδες παριζιάνοι των καλών συνοικιών (αστοί, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, ακραίοι μοναρχικοί) εγκαταλείπουν την πόλη.

Στις εκλογές, στις 26 Μάρτη, αντιπαρατίθενται δύο αντίπαλα ρεύματα:

  • Οι συμφιλιωτικοί, που εκφράζονται με τα σχήματα των «απερχόμενων δημάρχων» και των «ριζοσπαστών». Επιδιώκουν την επαναπροσέγγιση με τις Βερσαλλίες για μια κοινή στρατηγική αντιμετώπισης των Πρώσων.
  • Η Αριστερά που εκφράζεται από την «Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς», τη «Κεντρική Επιτροπή των 20 Διαμερισμάτων» και πολλούς ανεξάρτητους.

Η συμμετοχή φτάνει το 48% από τους 485.000 γραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους και είναι μεγάλη στο εργατικό βορειοανατολικό Παρίσι και μικρή στις δυτικές συνοικίες. Η Αριστερά παίρνει 61 έδρες. Μία από αυτές, η έδρα του  Μπλανκί, που εκλέγεται πανηγυρικά επικεφαλής πολλών διαμερισμάτων, παραμένει κενή αφού ο κάτοχός της παραμένει φυλακισμένος στη Βρετάνη. Οι απερχόμενοι δήμαρχοι παίρνουν 15 έδρες, οι Ριζοσπάστες 4 έδρες, ενώ 12 έδρες παραμένουν αδιάθετες, λόγω μη συμπλήρωσης του εκλογικού μέτρου ή άλλων ατελειών του εκλογικού νόμου.

Την επομένη, οι 19 συμφιλιωτικοί σύμβουλοι παραιτούνται ομαδικά και αποχωρούν. Το συμβούλιο συμπληρώνεται από 10 ακόμη επιλαχόντες, ενώ στις 16 Απρίλη θα γίνουν συμπληρωματικές εκλογές (εν μέσω εμφυλίου πολέμου!) οπότε και συμπληρώνεται τελικά ο αριθμός 92.

Στις 28 Μάρτη ο μπλανκιστής Ρανβιέ, νεοεκλεγείς δήμαρχος του 20ού Διαμερίσματος (Μπελβίλ) ανακοινώνει, μπροστά σ’ ένα πλήθος 200.000 ατόμων, τη συγκρότηση του νέου Δημοτικού Συμβουλίου. Το νέο σώμα, σε ανάμνηση της Επαναστατικής Κομμούνας του 1792 που κυριαρχούνταν από τους Αβράκωτους, υπογράφει στο εξής τις αποφάσεις του σαν «Κομμούνα του Παρισιού».

Στις 28 Μάρτη ανακηρύσσεται η Κομμούνα μπροστά στο Δημαρχείο του Παρισιού

Από τα μέλη του Συμβουλίου, 25 είναι εργάτες, οι μισοί περίπου μέλη της Διεθνούς. 18 είναι μικρέμποροι ή μικροβιοτέχνες. Υπάρχουν ακόμη 12 δημοσιογράφοι.

Σχηματικά (αφού δεν υπήρχαν κόμματα) τρία είναι τα πολιτικά ρεύματα του Συμβουλίου της Κομμούνας.

Οι Διεθνιστές (στελέχη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών) είναι γύρω στους 15. Ανάμεσα τους οι Βαρλέν και Φράνκελ (αντιπρόσωποι της Διεθνούς στο Παρίσι) ο Μαλόν, ο Πεντύ, ο Λονγκέ (μετέπειτα γαμπρός του Μαρξ), ο Ντυβάλ, ο Βαγιάν (κατά τον Έγκελς ο μόνος εκ των ηγετών της Κομμούνας που το σοσιαλιστικό του όραμα δεν ήταν «από ένστικτο» αλλά είχε επιστημονικό υπόβαθρο).

Οι Μπλανκιστές, με πιο αναγνωρίσιμους τους Έντ, Ρανβιέ, Ριγκώ, Φερρέ, Φλουράνς.

Οι νεογιακωβίνοι, που αποτελούσαν και την πολυπληθέστερη ομάδα. Ήταν διανοούμενοι (κυρίως δημοσιογράφοι μαχητικών αντιμοναρχικών εντύπων). Άτυπος επί κεφαλής τους ο παλαίμαχος Σαρλ Ντελεκλύζ, που είχε γνωρίσει όλες τις φυλακές και τους τόπους εξορίας του αυτοκρατορικού καθεστώτος.

Υπήρχαν αρκετοί που θα χαρακτηριζόντουσαν «ανεξάρτητοι»: ο συγγραφέας Ζυλ Βαλές (εκδότης της Κραυγής του Λαού), ο ζωγράφος Κουρμπέ, ο δημοσιογράφος Βερμορέλ, ο Κλεμάν κ.α.

Η οριοθέτηση των τριών ρευμάτων είναι ασαφής. Για παράδειγμα, τα μέλη της Διεθνούς Βαγιάν και Ντυβάλ ήταν ταυτόχρονα και μαχητικοί μπλανκιστές. Ο μπλανκιστής Φλουράνς γνώριζε προσωπικά τον Μαρξ, από τον οποίο είχε επηρεαστεί, χωρίς όμως να έχει οργανική σχέση με τη Διεθνή. Ο ανεξάρτητος Βερμορέλ είχε συχνή επαφή με τον Έγκελς.

Μέσα από αυτό το ιδεολογικό μωσαϊκό θα προκύψουν, την 1η του Μάη, οριστικά πια τα δύο διακριτά πολιτικά ρεύματα της Κομμούνας: Η «πλειοψηφία» και η «μειοψηφία». Η πλειοψηφία αποφασίζει (με 45 ψήφους) τη δημιουργία μιας γιακωβίνικου τύπου «Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας», στα πρότυπα της ομώνυμης Επιτροπής του 1792. Θα αποτελέσει το εκτελεστικό όργανο της Κομμούνας, ουσιαστικά την κυβέρνησή της, κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα της ζωής της. Καταψηφίζει μια μειοψηφία 23 μελών.

  • Η πλειοψηφία, ηγεμονεύεται πολιτικά από τους Μπλανκιστές, και περιλαμβάνει ακόμα τους νεογιακωβίνους, δύο στελέχη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών και τους περισσότερους ανεξάρτητους.
  • Η μειοψηφία, προυντονιστικής επιρροής, αποτελείται από τα περισσότερα στελέχη της Διεθνούς και ανεξάρτητους.

Τα δύο πολιτικά ρεύματα αντιστάθηκαν ενωμένα στα οδοφράγματα κατά τη διάρκεια της ηρωικής αντίστασης στους Βερσαγιέζους.

Η Κομμούνα κυβερνά

Στις 29 Μάρτη καταργείται η στρατολόγηση στον Εθνικό Στρατό και αναγνωρίζεται η Εθνοφρουρά σαν η μόνη ένοπλη δύναμη που μπορεί να υπάρχει στο Παρίσι. Όλοι οι ικανοί πολίτες θεωρούνται μέλη της.

Η κόκκινη σημαία καθορίζεται σαν κρατικό έμβλημα της νέας εξουσίας και επαναφέρεται το Επαναστατικό Ημερολόγιο, που είχε καταργήσει η θερμιδοριανή αντεπανάσταση του 1794.

Την ίδια ημέρα διαγράφονται τα χρέη από ενοίκια και εμπορικές πράξεις που δημιουργήθηκαν από τον Οκτώβρη και μετά. Για τα υπόλοιπα καθορίζεται μια περίοδος 3 ετών για την αποπληρωμή τους.

Στις 3 Απρίλη, διαχωρίζεται πλήρως η Εκκλησία από το κράτος, καταργείται ο προϋπολογισμός για τη λατρεία και όλη η εκκλησιαστική περιουσία κηρύσσεται Δημόσια ιδιοκτησία.

Στις 12 Απρίλη, αποφασίζεται η κατεδάφιση της αυτοκρατορικής στήλης της Πλάς Βαντόμ, που η Κομμούνα χαρακτηρίζει «μνημείο βαρβαρότητας» και «διακήρυξη μιλιταρισμού».

Το άγαλμα του Ναπολέοντα στην πλατεία Vendome γκρεμίζεται

Στις 16 Απρίλη, οι βιοτεχνίες ή εργαστήρια που έχουν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους, που χαρακτηρίζονται λιποτάκτες, δημεύονται και προβλέπεται να αποδοθούν σε εργατικές κοοπερατίβες για να τα λειτουργήσουν. (Το μέτρο πρόλαβε να εφαρμοστεί για δύο μόνο επιχειρήσεις.)

Στις 20 Απρίλη, απαγορεύεται η νυχτερινή εργασία στα αρτοποιεία και καταργούνται τα ιδιωτικά γραφεία εύρεσης εργασίας (στην πραγματικότητα ενοικίασης εργατών), που μέχρι τότε άνθιζαν και τα λυμαίνονταν πρόσωπα έμπιστα της Αστυνομίας.

Στις 25 Απρίλη, επιτάσσονται όλες οι κενές κατοικίες για τη στέγαση όσων τα σπίτια είχαν καταστραφεί από τους πρωσικούς βομβαρδισμούς. Το ψωμί μπαίνει σε διατίμηση. Δημιουργούνται δημοτικά μαγαζιά πώλησης πατάτας, δημοτικά κρεοπωλεία και δημοτικές καντίνες με συμβολικές τιμές αγοράς. Διανέμονται δωρεάν κουπόνια σίτισης σε όσους αδυνατούν να αγοράσουν τρόφιμα.

Με απόφαση της 28 Απρίλη, απαγορεύεται κάθε επιβολή προστίμου ή περικοπή μισθού σε εργαζόμενο οποιαδήποτε δημόσιας ή ιδιωτικής επιχείρησης.

Καθιερώνεται ο «ελεύθερος γάμος», με μόνες προϋποθέσεις ελάχιστη ηλικία 16 ετών για τις γυναίκες, 18 για τους άνδρες και αμοιβαία συμφωνία. Όλες οι συμβολαιογραφικές πράξεις (γάμος, διαθήκη, υιοθεσία κλπ) γίνονται δωρεάν.

Κλείνουν τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα – τα περισσότερα ανήκαν στην Καθολική Εκκλησία – και προγραμματίζεται μια μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το σχολείο είναι λαϊκό: απαγορεύεται η ανάρτηση οποιουδήποτε χριστιανικού συμβόλου, η ομαδική προσευχή, η εξομολόγηση των μαθητών. Η επαγγελματική εκπαίδευση γίνεται ισοδύναμη της Α΄Βάθμιας και, για πρώτη φορά, δημιουργούνται επαγγελματικές σχολές θηλέων. Ελάχιστες από τις μεταρρυθμίσεις πρόλαβαν να εφαρμοστούν.

Η Παρισινή Κομμούνα εξέφρασε για δύο μήνες τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων του Παρισιού

Τη διοίκηση των παλιών Υπουργείων έχουν αναλάβει επιτροπές, με επικεφαλής αντίστοιχους Επιτρόπους.

Επίτροπος Οικονομικών ήταν ο Ευγένιος Βαρλέν. Η Κομμούνα, για τις εννέα εβδομάδες που κυβέρνησε και στις οποίες, μεταξύ των άλλων είχε να συντηρήσει την Εθνοφρουρά, ξόδεψε 46 περίπου εκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Μόνο τα 16,5 από αυτά τράβηξε από την Τράπεζα της Γαλλίας. Το υπόλοιπο ποσό εξασφαλίστηκε από άλλες πηγές και κυρίως από τα δημοτικά τέλη. Το ίδιο διάστημα, ο Θιέρσος πήρε από την ίδια Τράπεζα (που ήταν στα χέρια της Κομμούνας) 257 εκατομμύρια! Τα αποθέματα χρυσού της Κεντρικής Τράπεζας έμειναν ανέγγιχτα, από την Επαναστατική Κυβέρνηση!

Επίτροπος Ασφάλειας ήταν ο 25/χρονος μπλανκιστής Ραούλ Ριγκώ. Με βοηθό του το φίλο και συνομήλικό του Θεόφιλο Φερρέ έψαξαν τα αρχεία της Αυτοκρατορικής Αστυνομίας και ξήλωσαν όλο το τεράστιο δίκτυο χαφιέδων του παλιού καθεστώτος. Κατά τη διάρκεια των 70 ημερών της κυβέρνησης της Κομμούνας, το ποινικό έγκλημα στο Παρίσι σχεδόν εξαφανίζεται.

Επίτροπος Παιδείας ήταν ο Βαγιάν.

Επίτροπος Εξωτερικών ο Πασκάλ-Γκρουσέ και αργότερα ο Βαλές.

Επίτροπος Εργασίας, Βιομηχανίας και Εμπορίου ήταν ο Λεό Φράνκελ, που επειδή δεν ήταν Γάλλος πολίτης, η εκλογή του στο Συμβούλιο είχε επικυρωθεί με ειδική απόφαση της Κ.Ε. της Εθνοφρουράς που επικαλέστηκε λόγους διεθνισμού.

Από τη θέση του Επιτρόπου Πολέμου πέρασαν οι Έντ, Κλυζερέ και Ντελεκλύζ. Για ένα μικρό διάστημα η Κομμούνα εμπιστεύτηκε τη θέση στον Λουί Ροσέλ, νεαρό αξιωματικό καριέρας που προσχώρησε στην Επανάσταση, θεωρώντας την Κομμούνα τη μοναδική πατριωτική δύναμη του Έθνους. Ο Ροσέλ παραιτήθηκε γρήγορα, όταν διαπίστωσε ότι οι εισηγήσεις του για την ανασυγκρότηση της Εθνοφρουράς σε τακτικό στρατό αγνοούνταν και ότι το επίπεδο διοίκησης και πειθαρχίας της δεν άφηνε καμία ελπίδα στρατιωτικής νίκης.

Το Συμβούλιο ήταν ένα σώμα ταυτόχρονα νομοθετικό και εκτελεστικό. Για να διευκολυνθεί η εκτελεστική λειτουργία του είχε συγκροτήσει μια ολιγομελή Εκτελεστική Επιτροπή από τους Έντ, Τριντόν, Βαγιάν, Ντυβαλ, Πιά και Μπερζερέ. Από την 1η του Μάη αυτό το ρόλο αναλαμβάνει η Επιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας.

Η διοικητική μηχανή της Κομμούνας αποτελείται από 10.000 υπαλλήλους, αντί για 60.000 που διατηρούσε το προηγούμενο καθεστώς.

Ο εμφύλιος πόλεμος

Στις 2 Απρίλη, οι Βερσαγιέζοι καταλαμβάνουν, με αιφνιδιαστική επιχείρηση, την Κουρμπεβουά απωθώντας την Εθνοφρουρά στο Νεϊγύ. Οι πέντε αιχμάλωτοι εθνοφρουροί εκτελούνται αμέσως από τους Βερσαγιέζους. Αρχίζει ο εμφύλιος.

Αρχικά ο στρατός του Θιέρσου αριθμεί 12.000 άνδρες. Σ’ αυτούς προστίθενται 50.000 οπλίτες 7/ετούς θητείας, κυρίως αγροτόπαιδα, που στρατολογούνται εσπευσμένα και περίπου 60.000 αιχμάλωτοι του Σεντάν και του Μετς που απελευθερώνονται από τον Μπίσμαρκ για να συνδράμουν την κατάπνιξη της Κομμούνας. Ανάμεσά τους ο στρατηγός Μακ-Μαόν, ταπεινωμένος στο Σεντάν και αιχμάλωτος στο Βισμπάντεν, που αναλαμβάνει διοικητής του στρατού των Βερσαλλιών.

Απρίλιος 1871: Ο εμφύλιος ξεκινά. Ο λαός του Παρισιού υπερασπίζει τις κατακτήσεις του ενάντια στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών. Οδόφραγμα στη Rue de Rivoli.

Η Εθνοφρουρά που θεωρητικά διαθέτει περίπου 190.000 άνδρες, έχει μια μάχιμη δύναμη που δεν ξεπερνά σε καμιά στιγμή τους 40.000. Το επίπεδο διοίκησης είναι χαμηλό και η πειθαρχία ανύπαρκτη. Τις ημέρες των μαχών μέσα στο Παρίσι, συχνό είναι το φαινόμενο εθνοφρουροί να επιλέγουν ατομικά το μέρος όπου θα αμυνθούν, αρνούμενοι να πολεμήσουν μακριά από τις συνοικίες τους. Οι αξιωματικοί εκλέγονται, με κριτήριο κυρίως τις πολιτικές απόψεις και όχι τη στρατιωτική γνώση και εμπειρία.

Εκτός από τα εγγενή προβλήματα, στη γρήγορη στρατιωτική ήττα της Κομμούνας συνέβαλε και το ότι, στα μέσα Μάη, ο Μπίσμαρκ επιτρέπει στο στρατό του Θιέρσου να επιτεθεί από τα Βόρεια και τα Ανατολικά. Οι κομμουνάροι είχαν την κύρια δύναμη πυρός τους στραμμένη προς τα νότια-νοτιοδυτικά, όπου αφ’ ενός βρίσκονταν η βάση του κυβερνητικού στρατού και αφ’ ετέρου οι αστικές συνοικίες ήταν ουδέτερες ή φιλικές προς τους εισβολείς.

Αμέσως μετά την επίθεση στην Κουρμπεβουά, ένα πλήθος 50.000 λαού συγκεντρώνεται μπροστά στο Δημαρχείο και με την κραυγή «Στις Βερσαλλίες», απαιτεί από την Κομμούνα άμεση επίθεση στο στρατό του Θιέρσου. Υπό την πίεση του πλήθους, χωρίς καμία σοβαρή προετοιμασία, χωρίς σχέδιο, χωρίς να είναι σαφές ποιος έχει το στρατιωτικό πρόσταγμα, η Εθνοφρουρά, υπό τους Εντ, Φλουράνς και Ντυβάλ, εξορμά, στις 3 Απρίλη, με στόχο τις Βερσαλλίες. Η επιχείρηση είναι καταστροφή. Ο Ντυβάλ συλλαμβάνεται στο Σατιγιόν και μεταφερόμενος στις Βερσαλλίες εκτελείται καθ’ οδόν, στο Πετί Κλαμάρ, με εντολή του Βινουά. Την ίδια μέρα, ο Φλουράνς, επίσης αιχμάλωτος στη Ρυέιγ, οδηγείται δεμένος στον επικεφαλής του αποσπάσματος της χωροφυλακής, κάποιον Ντεμαρέ, ο οποίος τον κομματιάζει με το σπαθί του!

Η απάντηση της Κομμούνας στις ωμότητες των Βερσαγιέζων έρχεται δύο μέρες μετά, με το «Διάταγμα για τους ομήρους»: προβλέπει τη σύλληψη και το χαρακτηρισμό ως «ομήρου του λαού του Παρισιού», οποιουδήποτε προσώπου κατηγορηθεί για συνεργασία με την Κυβέρνηση των Βερσαλλιών. Επίσης για κάθε εκτέλεση αιχμαλώτων κομμουνάρων την άμεση εκτέλεση τριπλάσιου αριθμού κρατουμένων ομήρων που θα καθορίζονται με κλήρωση. Το διάταγμα προκαλεί αντιδράσεις στο εσωτερικό του Συμβουλίου της Κομμούνας. Δεν θα εφαρμοστεί, παρά πολύ αργότερα (και σε ασήμαντη κλίμακα) όταν οι Βερσαγιέζοι έχουν αρχίσει μαζικές εκτελέσεις αιχμαλώτων κομμουνάρων.

Η καταστροφή της 3 Απρίλη οδηγεί την Κομμούνα σε κάποια μέτρα ανασυγκρότησης αλλά λειψά, και κυρίως καθυστερημένα. Η επιχείρηση στις Βερσαλλίες θα είναι η πρώτη και τελευταία επιθετική στρατιωτική κίνηση της Εθνοφρουράς. Έκτοτε μόνο αμύνεται.

Κομμουνάροι πίσω από οδόφραγμα

Μεσολαβούν τρεις εβδομάδες σποραδικών μαχών. Η πιο σημαντική γίνεται στις 11 Απρίλη, όταν η Εθνοφρουρά, υπό τον Εντ, αποκρούει μεγάλη επιχείρηση των κυβερνητικών από το νότο και τους προκαλεί σημαντικές απώλειες.

Οι Βερσαγιέζοι βομβαρδίζουν θέσεις της Εθνοφρουράς, στη δυτική είσοδο, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές και θύματα μεταξύ των αμάχων. Οι βομβαρδισμοί επεκτείνονται βαθμιαία σε ολόκληρο το Παρίσι.

Την 1 Μάη η Κομμούνα τοποθετεί Επίτροπο Πολέμου τον Ροσέλ.

Στις 4 Μάη καταλαμβάνεται από τους Βερσαγιέζους, το οχυρό του Μουλέν-Σακέ στο Βιτρύ και ακολουθούν απίστευτες ωμότητες. Σε αντίποινα, οι κομμουνάροι συλλαμβάνουν το προσωπικό της γειτονικής Εκκλησιαστικής Σχολής των Δομινικανών της Αρκέιγ, σαν συνεργούς των Βερσαγιέζων.

Στις 8 Μάη ο Θιέρσος απευθύνει τελεσίγραφο παράδοσης, που απορρίπτεται από την Κομμούνα.

Στις 9 Μάη βομβαρδίζεται το οχυρό του Ισσύ και εγκαταλείπεται από τους υπερασπιστές του. Την επομένη, η Εθνοφρουρά ανακαταλαμβάνει το οχυρό, το οποίο μάλιστα θα κρατήσει μέχρι τις 24 Μαΐου

Στις 10 Μάη παραιτείται ο Ροσέλ, απογοητευμένος από την αποδιοργάνωση της Εθνοφρουράς και την απόρριψη των προτάσεών του για την ανασυγκρότησή της σε τακτικό στρατό. Στελέχη της Κομμούνας τον κατηγορούν για προδοσία και τον παραπέμπουν σε στρατοδικείο. Η δίκη δεν θα γίνει ποτέ, αφού εν τω μεταξύ το Παρίσι θα καταληφθεί και ο Ροσέλ που αρνήθηκε να το εγκαταλείψει (υπομένοντας την καχυποψία των κομμουνάρων και την επιτήρησή του από την Επιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας) θα πέσει σαν ήρωας στο εκτελεστικό απόσπασμα των Βερσαγιέζων. Τον Ροσέλ αντικαθιστά ο Σαρλ Ντελεκλύζ.

Στις 10 Μαΐου, υπογράφεται από τον Θιέρσο η συνθήκη της Φρανκφούρτης που τερματίζει το Γαλλογερμανικό πόλεμο. Η Γαλλία παραχωρεί το μεγαλύτερο μέρος της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Ενάμισι περίπου εκατομμύριο εκτάρια, που αντιστοιχούν σε 1.600.000 κατοίκους, 1700 δήμους και κοινότητες και το 20% των ορυχείων και της σιδηρουργίας της. Την επομένη η Κομμούνα καταγγέλλει την επαίσχυντη συνθήκη και κατεδαφίζει το σπίτι του Θιέρσου στο Παρίσι.

Στις 13 Μαΐου πέφτει, μετά από σκληρές μάχες το οχυρό της Ενθοφρουράς στη Βανβ, στα νότια του Παρισιού.

Στις 14 Μαΐου, η Κομμούνα προτείνει στις Βερσαλλίες την ανταλλαγή του αρχιεπισκόπου Νταρμπουά, που κρατά σαν όμηρο, με τον φυλακισμένο Μπλανκί. Ο Θιέρσος αρνείται.

Η σημαία της Κομμούνας

Στις 15 Μαΐου ξεσπά κρίση στο εσωτερικό της Κομμούνας. Στην «Κραυγή του Λαού», δημοσιεύεται η «Διακήρυξη της Μειοψηφίας», ένα μανιφέστο που υπογράφουν 22 μέλη του Συμβουλίου. Σε αυτό διατυπώνουν τη διαφωνία τους με «ακρότητες», όπως το διάταγμα για τους ομήρους, και καταγγέλλουν υπερβάσεις της νομιμότητας από την Επιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας. Εμπνευστής του θεωρείται ο Βαλές.

Στις 18 Μάη, η Επιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας κλείνει τις αντεπαναστατικές εφημερίδες, που μέχρι τότε κυκλοφορούσαν ελεύθερα.

Περιμένοντας την εισβολή των Βερσαγιέζων, εθνοφρουροί και πολίτες στήνουν οδοφράγματα. Περίπου 900 οδοφράγματα στήνονται στην πόλη με μεγάλη πυκνότητα στις εργατικές συνοικίες. Η διάταξή τους είναι άναρχη, χωρίς κεντρικό αμυντικό σχεδιασμό και χωρίς καμία πρόνοια για τον ανεφοδιασμό τους.

Η αιματοβαμμένη εβδομάδα

Την Κυριακή 21 Μαίου, οι Βερσαγιέζοι μπαίνουν στο Παρίσι από την Πορτ ντε Σαιν-Κλου. Όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, υπήρξε προδοσία. Ο εργάτης Ντυκατέλ που είχε υπηρεσία στο 24ο φυλάκιο, στο Πουάν ντι Ζουρ, πέρασε τους Βερσαγιέζους από τις γραμμές των αμυνομένων. Ο Ντυκατέλ συνελήφθη την ίδια μέρα, αλλά λίγο πριν εκτελεστεί έφτασαν κυβερνητικά στρατεύματα και τον διέσωσαν. Λίγο καιρό αργότερα, και ενώ η Κομμούνα έχει συντριβεί, ο διευθυντής της Φιγκαρό Βιλμεζάν οργανώνει στην εφημερίδα του καμπάνια οικονομικής ενίσχυσης του Ντυκατέλ, για την «υπηρεσία που προσέφερε στο έθνος», που του αποφέρει 125.000 γαλλικά φράγκα.

Η εβδομάδα 21 με 28 Μαΐου, που έμεινε στην ιστορία σαν «αιματοβαμμένη εβδομάδα», χαρακτηρίζεται από τον ηρωισμό των εξεγερμένων (εθνοφρουρών, γυναικών, ανήλικων παιδιών) που μάχονται απεγνωσμένα και πέφτουν ηρωικά στα οδοφράγματα. Δίπλα τους μάχονται και πέφτουν και οι ηγέτες τους.

Οι υπερασπιστές της Κομμούνας μέχονται ηρωικά μέχρι το τέλος.

Ο ηρωισμός των τελευταίων δεν αναιρεί τις ευθύνες τους για την ήττα. Η συγκρότηση ενός πολιτικοστρατιωτικού επιτελείου για το συντονισμό της άμυνας είναι έξω από την προβληματική τους, ακόμα και τη στιγμή που ο εχθρός είναι μέσα στην πόλη. Είναι γνωστό ότι στις 18 Μάη (τρεις ημέρες πριν την είσοδο των Βερσαγιέζων στο Παρίσι) ένα από τα … κρίσιμα θέματα στη συνεδρίαση του Συμβουλίου της Κομμούνας είναι ο αριθμός των τάξεων που θα έχει το Δημοτικό σχολείο! Ο Ντελεκλύζ, όταν πληροφορείται την είσοδο των Βερσαγιέζων στο Παρίσι και πιέζεται από τους εθνοφρουρούς να τους δώσει ένα σχέδιο άμυνας θα αναφωνήσει (σύμφωνα με τον Λισαγκαρέ): «Αρκετά με τον μιλιταρισμό! Τόπο στους μαχητές με τα γυμνά χέρια!». Έτσι αντιμετώπιζε την άμυνα, σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου, ο Επίτροπος Πολέμου! Το τέλος του (ουσιαστικά αυτοκτόνησε ξεπροβάλλοντας ακάλυπτος από ένα οδόφραγμα στην Πλας ντι Σατώ ντ’ ώ) αποκαλύπτει το πνεύμα που διακατείχε τους περισσότερους από τους ηγέτες της Κομμούνας, ειδικά τις τελευταίες μέρες.

Την Τρίτη, 23 Μάη, πέφτει η Μονμάρτη. 300 κομμουνάροι εκτελούνται ομαδικά στη Μαντλέν. Σε αντίποινα, εθνοφρουροί εκτελούν στις φυλακές της Ροκέτ τον αρχιεπίσκοπο Νταρμπουά, τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου Μπονζάν, τον εφημέριο της Μαντλέν Ντεγκερύ και 3 ακόμη ιησουίτες παπάδες. Είναι η πρώτη εφαρμογή του «διατάγματος για τους ομήρους». Προσπαθώντας να αναχαιτίσουν την προέλαση των εισβολέων, κομμουνάροι υψώνουν πύρινα φράγματα, πυρπολώντας οικοδομικά τετράγωνα. Καίγεται το Ανάκτορο του Κεραμικού και το Υπουργείο Οικονομικών.

Την Τετάρτη 24 Μάη, πέφτει η ευρύτερη περιοχή του Καρτιέ Λατέν. Ακολουθούν μαζικές εκτελέσεις αιχμαλώτων κομμουνάρων στους Κήπους του Λουξεμβούργου. Καταστρέφονται από πυρκαγιές το Μέγαρο της Δικαιοσύνης και το κεντρικό κτίριο της Αστυνομίας. Μετά την πτώση του οδοφράγματος που υπεράσπιζε το Πάνθεον, συλλαμβάνεται από τους Βερσαγιέζους ο Ραούλ Ριγκώ, τον οποίο εκτελούν με μια σφαίρα στο κεφάλι. Το σώμα του εκτίθεται στο πεζοδρόμιο της οδού Ρουαγιέ Κολλάρ, όπου μία αγέλη έξαλλων κυριών αναλαμβάνει τη γύμνωση και τη βεβήλωσή του. Ένα μήνα μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του, η Κυβέρνηση Θιέρσου δεν είχε πρόβλημα να τον καταδικάσει ερήμην σε θάνατο (!), γιατί υπήρχαν αμφιβολίες αν το εγκαταλελειμμένο στο πεζοδρόμιο και χωρίς κανένα ταυτότητας σώμα, ανήκε πράγματι στον Ριγκώ.

Στο νότο, ο κύριος θύλακας άμυνας είναι στη Μπυτ ω Κάιγ. Η Εθνοφρουρά, υπό τον πολωνό επαναστάτη Βαλερύ Βρομπλέφσκι δίνει τη μεγαλύτερη μάχη σε παράταξη μέσα στο Παρίσι, ενάντια σε 23.000 στρατιώτες υποστηριζόμενους από 50 κανόνια.

Στην Πλας ντ’ Ιταλί, εθνοφρουροί εκτελούν, 13 από τους κρατούμενους της Σχολής των Δομινικανών της Αρκέιγ. Η έδρα της Κομμούνας μεταφέρεται στο Δημαρχείο του 11ου Διαμερίσματος. Ο Πεντύ, φρούραρχος του Δημαρχείου του Παρισιού, το πυρπολεί για να μην πέσει στα χέρια των εισβολέων.

Την Πέμπτη 25 Μάη, ο Θιέρσος σπεύδει να ανακοινώσει ότι το Παρίσι «εκτός από ένα μικρό μέρος του» έχει καταληφθεί. 424 κομμουνάροι εκτελούνται ομαδικά στη Μονμάρτη και το Παρκ Μονσώ. Σε οδόφραγμα της Πλας ντι Σατώ ντ’ ώ πέφτει ο Ντελεκλύζ. Τρία χρόνια αργότερα, καλού κακού, καταδικάζεται ερήμην σε θάνατο(!), γιατί υπήρχαν φήμες ότι είναι ζωντανός. Στο ίδιο οδόφραγμα, τραυματίζεται βαριά και συλλαμβάνεται ο Βερμορέλ. Οδηγείται στο στρατόπεδο του Σατορύ στις Βερσαλλίες, όπου εγκαταλείπεται αιμόφυρτος και αβοήθητος και πεθαίνει την επομένη. Όσα μέλη του Συμβουλίου της Κομμούνας δεν έχουν σκοτωθεί ή συλληφθεί, εγκαταλείπουν προσωρινά τα οδοφράγματα για να συνεδριάσουν στο δημαρχείο του 20ού Διαμερίσματος. Είναι η τελευταία συνεδρίαση. Στους παρόντες περιλαμβάνονται σίγουρα οι Ρανβιέ, Βαγιάν, Βαρλέν, Βαλές, Μαλόν, Ζουρντ και Τρινκέ.

Την Παρασκευή 26 Μάη, πέφτει το Φομπούρ Σαιν Αντουάν, στο 11ο Διαμέρισμα. Οι συνεχιζόμενες θηριωδίες των Βερσαγιέζων προκαλούν αιματηρή απάντηση των εθνοφρουρών της Μπελβίλ: στη Ρυ Αξό, εκτελούν 48 ομήρους (11 κληρικούς, 35 χωροφύλακες και 2 χαφιέδες της Αστυνομίας του Ναπολέοντα).

Το Σάββατο 27 Μάη, τα οδοφράγματα που αντιστέκονται ακόμα περιορίζονται στο 11ο και το 20ό Διαμέρισμα. Το απόγευμα πέφτουν οι λοφίσκοι  Σωμόν στη βόρεια Μπελβίλ.

Την Κυριακή 28 Μάη γράφεται ο επίλογος. Το πρωί καταδίδεται από έναν παπά και συλλαμβάνεται στη οδό Λαφαγέτ ο Βαρλέν. Τον περιφέρουν δεμένο στη Μονμάρτη και, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ένα εξαχρειωμένο πλήθος μοναρχικών τον κακοποιεί βάρβαρα. Στους βασανιστές του απαντά με ζητωκραυγές για την Κομμούνα. Ημιθανή και με βγαλμένο το ένα μάτι, τον σέρνουν στο σημείο της εκτέλεσης των στρατηγών όπου τον εκτελούν δεμένο σε μια καρέκλα, για να μην τον πυροβολήσουν ξαπλωμένο κατάχαμα. Ο λοχαγός Σίκρ, επικεφαλής των εκτελεστών, του παίρνει το ρολόι, ενώ οι υπόλοιποι μοιράζονται ότι βρήκαν στις τσέπες του. Λέγεται ότι ήταν 148 φράγκα. Αυτά ήταν τα χρήματα του Επιτρόπου Οικονομικών της Κομμούνας, που επί 2 μήνες διαχειριζόταν σημαντικά ποσά.

Στις 2 το απόγευμα πέφτει το τελευταίο οδόφραγμα, στη Ρυ Ραμπονώ. Μια ώρα αργότερα, στην ανατολική πλευρά της μάντρας που περιβάλλει το κοιμητήριο Περ Λασαίζ, εκτελούνται ομαδικά οι τελευταίοι 147 κομμουνάροι, που έχουν συλληφθεί ένοπλοι. (Ένα τμήμα της μάντρας, ο «τοίχος των ομόσπονδων» – mur des fédérés αποτελεί σήμερα το μνημείο της Κομμούνας.)

Η σφαγή

Οι κομμουνάροι που έπεσαν στις μάχες από τις 2 Απρίλη μέχρι και τις 28 Μάη, υπολογίζονται σε 3.000 έως 4.000. Οι επίσημες απώλειες των κυβερνητικών είναι 877 άνδρες. Αλλά το μακελειό δεν είχε αρχίσει ακόμα.

Τα στρατεύματα των Βερσαλλιών επιδίδονται σε ένα πρωτοφανές δολοφονικό όργιο. Διαπρέπει ο διαβόητος για την ωμότητά του στρατηγός Ντε Γκαλιφέ, ένας από τους ατιμασμένους του Σεντάν, που μέχρι το τέλος της ζωής του θα αποδεχόταν με υπερηφάνεια τον τίτλο του «χασάπη της Κομμούνας».

Η αγριότητα ενάντια στους εξεγερμένους εργάτες του Παρισιού είναι πρωτοφανής. Οι σφαγές συνεχίζονται αδιακρίτως επί μία εβδομάδα. Η αστική τάξη θα ανακαταλάβει το Παρίσι μετά από δύο μήνες εργατικής εξουσίας.  

Οι ομαδικές εκτελέσεις, που είχαν ήδη αρχίσει κατά τη διάρκεια της αιματοβαμμένης εβδομάδας, γίνονται τώρα εκατοντάδες. Όποιος εργάτης συλλαμβάνεται οδηγείται αμέσως για εκτέλεση, αρκεί ο επικεφαλής αξιωματικός να ανιχνεύσει ίχνη μπαρουτιού στα χέρια του ή σημάδι από υποκόπανο όπλου στον ώμο του, «απόδειξη» ότι λίγο πριν ήταν ένοπλος. Αν οι προς εκτέλεση ξεπερνούν τους δέκα, χρησιμοποιούνται πολυβόλα αντί τουφέκια, για επιτάχυνση της διαδικασίας. Τα πτώματα στην αρχή ρίχνονται στη λίμνη Σωμόν και στο Σηκουάνα. Μετά, για λόγους υγιεινής, σε ομαδικούς τάφους. Για πολλά χρόνια (μέχρι και μετά το 2ο Παγκόσμιο πόλεμο!) αποκαλύπτονταν, τυχαία, ομαδικοί τάφοι κομμουνάρων. Μόνο στον ομαδικό τάφο που βρέθηκε το 1897, στη Σαρόν, μετρήθηκαν 800 σωροί κομμουνάρων!

Με βάση τα στοιχεία των δημοτικών υπηρεσιών, που προκύπτουν από ενταφιασμούς, ο αριθμός των δολοφονημένων, μετά τις 28 Μάη, ήταν 17.000. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ περισσότεροι. Μετριοπαθείς υπολογισμοί τον ανεβάζουν στους 25.000. Έτσι ο συνολικός αριθμός των νεκρών της Κομμούνας αγγίζει τους 30.000! (Η μεγάλη εξέγερση του 1848, είχε 3.000 νεκρούς.)

Οι συλληφθέντες φτάνουν τους 50.000 (σύμφωνα με τα στοιχεία των διωκτικών αρχών το 84% από αυτούς είναι εργάτες ή τεχνίτες) Κάθε φτωχοντυμένη ή απεριποίητη γυναίκα συλλαμβάνεται σαν «πετρολέζ» (πυρπολήτρια).

Από τον Μάη του 1871 μέχρι το Δεκέμβρη του 1874, λειτουργούν αδιάκοπα 24 έκτακτα στρατοδικεία, τα οποία εκδίδουν 13.450 καταδικαστικές αποφάσεις.

  • 95 καταδικάστηκαν σε θάνατο. Εκτελέστηκαν οι 25. Ανάμεσά τους οι Φερρέ και Ροσέλ, στις 28 Νοέμβρη του 1871. Ο Φερρέ υπήρξε ο μοναδικός εκ των ηγετών της Κομμούνας που είχε το προνόμιο δίκης πριν οδηγηθεί στο απόσπασμα (στη δίκη του αρνήθηκε να απολογηθεί, δηλώνοντας ότι δεν αναγνωρίζει το δικαστήριο των Βερσαγιέζων).
  • 251 καταδικάστηκαν σε πολυετή καταναγκαστικά έδρα.
  • 586 σε ισόβια ή πολύχρονη εξορία (κυρίως στη Νέα Καληδονία).
  • 606 σε φυλάκιση.
  • Οι υπόλοιποι σε μικρότερες ποινές.

Από τους κρατούμενους, 1.000 περίπου πεθαίνουν τις πρώτες ημέρες της κράτησής τους (από ασιτία ή ασθένεια λόγων των άθλιων συνθηκών υγιεινής) ή εκτελούνται σε «απόπειρες απόδρασης».

657 παιδιά βρέθηκαν αιχμάλωτα πολέμου των Βερσαγιέζων (43 από αυτά ήταν κάτω των 13 ετών!) 55 παιδιά στάλθηκαν σε αναμορφωτήρια ενώ εκατοντάδες άλλα, των οποίων οι γονείς σκοτώθηκαν, δολοφονήθηκαν ή φυλακίστηκαν, έμειναν στους δρόμους.

Το Παρίσι είναι για μερικά χρόνια μια πόλη κοινωνικά και παραγωγικά νεκρή, λόγω της ασύλληπτου μεγέθους ανθρωπιστικής καταστροφής. Λείπουν από την παραγωγή 100.000 εργάτες. Μερικοί κλάδοι (υποδηματοποιία, κατασκευή επίπλων) εξαφανίζονται τελείως, λόγω έλλειψης εργατών. Η αστική τάξη είχε την υπομονή να περιμένει την επόμενη γενιά προλετάριων για να επανέλθει η παραγωγή. Τώρα προείχε η θεραπεία της κοινωνίας από τη σοσιαλιστική μόλυνση. Ο Θιέρσος, αυτός ο «αιμοδιψής νάνος», είχε φέρει σε πέρας την δουλειά με πολύ καλύτερα αποτελέσματα από ότι θα είχε ο στρατός του Μπίσμαρκ.

Στη μνήμη της Κομμούνας

Έχουν περάσει σαράντα χρόνια απ’ την ανακήρυξη της παρισινής Κομμούνας. Σύμφωνα με την παράδοση, οι γάλλοι εργάτες τιμούν τη μνήμη των ανδρών και γυναικών της επανάστασης της 18ης Μάρτη 1871 με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Στο τέλος του Μάη θα ξανακαταθέσουν στεφάνια στους τάφους των Κομμουνάρων που εκτελέστηκαν, θύματα της φοβερής “Εβδομάδας του Μάη”, και πάνω απ’ τους τάφους τους θα ξαναορκιστούν να παλέψουν άκοπα μέχρις ότου θριαμβεύσουν οι ιδέες τους και εκπληρωθεί πλήρως ο σκοπός που κληρονόμησαν.

Γιατί τιμά τους άνδρες και τις γυναίκες της παρισινής Κομμούνας ως προγόνους του το προλεταριάτο, όχι μόνο στην Γαλλία αλλά και σε όλο τον κόσμο; Και ποιά είναι η κληρονομιά της Κομμούνας;

Η Κομμούνα αναδύθηκε αυθόρμητα. Δεν την προετοίμασε κανείς με οργανωμένο τρόπο. Ο αποτυχημένος πόλεμος με τη Γερμανία, οι στερήσεις στις οποίες περιήλθε ο λαός κατά την πολιορκία, η ανεργία μέσα στο προλεταριάτο και η καταστροφή των κατώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης· η οργή των μαζών ενάντια στις υψηλότερες τάξεις και ενάντια στις αρχές, που είχαν επιδείξει απόλυτη ανικανότητα, η ασαφής αίσθηση ανησυχίας μέσα στην εργατική τάξη, η οποία ήταν δυσαρεστημένη με την θέση της και αγωνιζόταν για ένα διαφορετικό κοινωνικό σύστημα· η αντιδραστική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, η οποία ξύπνησε ανησυχίες για τη μοίρα της δημοκρατίας — όλα αυτά και πολλά άλλα συνδυάστηκαν για να οδηγήσουν τον πληθυσμό του Παρισιού σε επανάσταση στις 18 Μάρτη, πράγμα που, απροσδόκητα, έφερε την ισχύ στα χέρια της Εθνικής Φρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και των μικροαστών που πήραν το μέρος της.

Ήταν ένα συμβάν χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή, η εξουσία βρισκόταν κατά κανόνα στα χέρια των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, δηλαδή στα χέρια των έμπιστων πρακτόρων τους που απάρτιζαν την ούτως καλούμενη κυβέρνηση. Μετά την επανάσταση της 18ης Μάρτη, όταν η κυβέρνηση του κυρίου Thiers είχε φύγει απ’ το Παρίσι μαζί με το πεζικό της, την αστυνομία της και τους αξιωματούχους της, ο λαός έγινε κύριος της κατάστασης, και η εξουσία πέρασε στα χέρια του προλεταριάτου. Αλλά στη σύγχρονη κοινωνία, το προλεταριάτο, υποδουλωμένο οικονομικά στο κεφάλαιο, δεν μπορεί να κυριαρχήσει πολιτικά αν δεν σπάσει τις αλυσίδες που το δένουν με το κεφάλαιο. Για αυτό και το κίνημα της Κομμούνας ήταν αναγκασμένο να πάρει σοσιαλιστική απόχρωση, δηλαδή, να προσπαθήσει να ανατρέψει την αστική εξουσία, την εξουσία του κεφαλαίου, και να καταστρέψει τα ίδια τα θεμέλια της σύγχρονης κοινωνικής τάξης.

Στην αρχή, το κίνημα αυτό ήταν τρομερά ασαφές και συγκεχυμένο. Στις τάξεις του είχαν εισχωρήσει πατριώτες που ήλπιζαν η Κομμούνα να ανανεώσει τον πόλεμο με τους Γερμανούς και να τον φέρει σε πέρας με επιτυχία. Είχε την υποστήριξη των μικρομαγαζατόρων, που απειλούνταν με καταστροφή αν δεν προέκυπτε αναβολή πληρωμών για χρέη και ενοίκια (η κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει αυτή την αναβολή, αλλά οι μικρομαγαζάτορες την πήραν απ’ την Κομμούνα). Τέλος, είχε αρχικά την συμπάθεια των δημοκρατών αστών, που φοβόντουσαν ότι η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση (οι “επαρχιώτες”, οι άγριοι γαιοκτήμονες), θα επανέφερε τη μοναρχία. Αλλά ήταν φυσικά οι εργάτες (και κυρίως οι τεχνίτες του Παρισιού), ανάμεσα στους οποίους είχε διενεργηθεί ενεργή σοσιαλιστική προπαγάνδα κατά τα τελευταία χρόνια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, και πολλοί απ’ τους οποίους ανήκαν μάλιστα και στην Διεθνή, που έπαιξαν τον κύριο ρόλο σ’ αυτό το κίνημα.

Μόνο οι εργάτες παρέμειναν πιστοί στην Κομμούνα ως το τέλος. Οι δημοκράτες αστοί και οι μικροαστοί διαχώρισαν γρήγορα τη θέση τους: οι πρώτοι φοβήθηκαν τον επαναστατικό-σοσιαλιστικό, προλεταριακό χαρακτήρα του κινήματος· οι δεύτεροι αποσχίσθηκαν όταν κατάλαβαν ότι ήταν καταδικασμένο σε αναπόφευκτη ήττα. Μόνο οι γάλλοι προλετάριοι στήριξαν την δική τους κυβέρνηση άφοβα και άκοπα, μόνο αυτοί πολέμησαν για αυτή και πέθαναν για αυτή — δηλαδή, για τον στόχο της χειραφέτησης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον για όλους τους ανθρώπους του μόχθου.

Εγκατελειμμένη από τους πρώην συμμάχους της και αφημένη χωρίς στήριξη, η Κομμούνα ήταν καταδικασμένη να ηττηθεί. Ολόκληρη η μπουρζουαζία της Γαλλίας, όλοι οι γαιοκτήμονες, οι μεσίτες, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι ληστές, μεγάλοι και μικροί, όλοι οι εκμεταλλευτές, ένωσαν τις δυνάμεις τους εναντίον της. Αυτή η αστική συμμαχία, με την στήριξη του Βίσμαρκ (ο οποίος αποδέσμευσε εκατό χιλιάδες γάλλους αιχμαλώτους πολέμου για να βοηθήσει την συντριβή του επαναστατικού Παρισιού) κατάφερε να ξεσηκώσει τους αμόρφωτους χωριάτες και μικροαστούς της επαρχίας ενάντια στο προλεταριάτο και να δημιουργήσει έναν χαλύβδινο δακτύλιο γύρω απ’ το μισό Παρίσι (το άλλο μισό πολιορκούνταν απ’ τον γερμανικό στρατό). Σε μερικές απ’ τις μεγαλύτερες πόλεις της Γαλλίας (τη Μασσαλία, τη Λυόν, το Σεντ Ετιέν, την Ντιζόν, κλπ), οι εργάτες προσπάθησαν επίσης να πάρουν την εξουσία, να ανακηρύξουν την Κομμούνα και να καταφθάσουν σε βοήθεια του Παρισιού. Αλλά οι προσπάθειες αυτές ήταν βραχύβιες. Το Παρίσι, που είχε πρωτοσηκώσει το λάβαρο της προλεταριακής εξέγερσης, αφέθηκε στις δικές του δυνάμεις και καταδικάστηκε στον βέβαιο όλεθρο.

Δύο τουλάχιστον συνθήκες είναι απαραίτητες για μια νικηφόρο κοινωνική επανάσταση: ο μεγάλος βαθμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και ένα προλεταριάτο που να έχει επαρκή προετοιμασία για αυτή. Όμως το 1871 έλειπαν και οι δύο αυτές συνθήκες. Ο γαλλικός καπιταλισμός εξακολουθούσε να είναι φτωχά αναπτυγμένος, και η Γαλλία τον καιρό εκείνο ήταν κυρίως μικροαστική χώρα (τεχνίτες, χωρικοί, μαγαζάτορες, κλπ). Από την άλλη πλευρά, δεν υπήρχε εργατικό κόμμα, η εργατική τάξη δεν είχε περάσει μέσα από ένα μακροχρόνιο σχολείο πάλης και ήταν απροετοίμαστη, και δεν μπορούσε καν, ως επί το πλείστον, να δει μπροστά της τα καθήκοντά της και τις μεθόδους που ήταν απαραίτητες για να τα εκπληρώσει. Δεν υπήρχε σοβαρή πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου, ούτε ισχυρά συνδικάτα και συνεργατικές κοινότητες…

Όμως το βασικό πράγμα που η Κομμούνα δεν είχε ήταν χρόνος — δεν είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει την κατάσταση και να ξεκινήσει την εκπλήρωση του προγράμματός της. Δεν είχε καν χρόνο να ξεκινήσει να εργάζεται όταν η κυβέρνηση που εδραιώθηκε στις Βερσαλίες και που υποστηρίχτηκε από ολόκληρη την μπουρζουαζία άρχισε τις εχθροπραξίες σε βάρος του Παρισιού. Η Κομμούνα έπρεπε να επικεντρωθεί κυρίως στην αυτοάμυνα. Μέχρι το τέλος, στις 21-28 Μάη, δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί σοβαρά για οτιδήποτε άλλο.

Παρ’ όλα αυτά, παρά τις μη ευνοϊκές αυτές συνθήκες, παρά την σύντομή της ύπαρξη, η Κομμούνα κατάφερε να προάγει ορισμένα μέτρα τα οποία είναι επαρκή για να χαρακτηρίσουν την πραγματική της σημασία και τους στόχους της. Η Κομμούνα κατήργησε τον επαγγελματικό στρατό, αυτό το τυφλό όπλο στα χέρια της άρχουσας τάξης, και όπλισε όλο τον λαό. Διακήρυξε τον χωρισμό κράτους και εκκλησίας, κατήργησε τις κρατικές πληρωμές στα θρησκευτικά σώματα (πχ, τους κρατικούς μισθούς για τους ιερείς), έκανε την λαϊκή εκπαίδευση καθαρά κοσμική, και με τον τρόπο αυτό κατάφερε ένα τεράστιο πλήγμα στους αστυνόμους με τα ράσα. Στην καθαρά κοινωνική σφαίρα, η Κομμούνα κατάφερε πολύ λίγα, αλλά και αυτά τα λίγα αποκαλύπτουν, παρ’ όλα αυτά, τον χαρακτήρα της ως λαϊκής εργατικής κυβέρνησης. Απαγορεύτηκε η νυχτερινή δουλειά στα αρτοποιεία· καταργήθηκε το σύστημα των προστίμων, το οποίο αντιπροσώπευε την νομιμοποιημένη ληστεία των εργατών. Τέλος, υπήρχε η διάσημη διαταγή όλα τα εργοστάσια και εργαστήρια που εγκαταλείφθηκαν ή έκλεισαν απ’ τους ιδιοκτήτες τους να παραδοθούν στον έλεγχο εργατικών ενώσεων ώστε να ξαναρχίσουν αυτές την εργασία. Επίσης, σαν για να δώσει έμφαση στον χαρακτήρα της ως πραγματικά δημοκρατικής, προλεταριακής κυβέρνησης, η Κομμούνα ανακήρυξε πως οι μισθοί όλων των αξιωματούχων της διοίκησης και της κυβέρνησης, ανεξαρτήτως βαθμού, δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τους φυσιολογικούς μισθούς ενός εργάτη, και σε καμία περίπτωση τα 6.000 φράγκα τον χρόνο (ή λιγότερα από 200 ρούβλια το μήνα).

Όλα αυτά τα μέτρα έδειξαν ξεκάθαρα ότι η Κομμούνα ήταν θανάσιμη απειλή για τον παλιό κόσμο που εδραιώθηκε στην υποδούλωση και την εκμετάλλευση του λαού. Για αυτό και η αστική κοινωνία δεν μπορούσε να ησυχάσει όσο η Κόκκινη Σημαία του προλεταριάτου κυμάτιζε πάνω στο Hotel de Ville του Παρισιού. Κι όταν οι οργανωμένες δυνάμεις της κυβέρνησης κατάφεραν τελικά να πάρουν το πάνω χέρι ενάντια στις φτωχά οργανωμένες δυνάμεις της επανάστασης, οι βοναπαρτιστές στρατηγοί που είχαν ηττηθεί απ’ τους Γερμανούς και που έδειξαν θάρρος μόνο στον πόλεμο ενάντια στους ηττημένους συμπατριώτες τους, αυτοί οι Γάλλοι Rennenkampf και Meller-Zakomelsky1, οργάνωσαν μια σφαγή τέτοια που το Παρίσι δεν είχε ξαναδεί. Σχεδόν 30.000 Παριζιάνοι εκτελέστηκαν απ’ το βάναυσο πεζικό, και περίπου 45.000 συνελήφθηκαν, πολλοί εκ των οποίων εκτελέστηκαν αργότερα, ενώ χιλιάδες άλλοι εκτοπίστηκαν ή εξορίστηκαν. Συνολικά, το Παρίσι έχασε περίπου 100.000 απ’ τους καλύτερους ανθρώπους του, περιλαμβανομένων ορισμένων απ’ τους καλύτερους εργάτες σε όλα τα επαγγέλματα.

Η μπουρζουαζία ήταν ικανοποιημένη. “Τώρα, τελειώσαμε με τον σοσιαλισμό για πολύ καιρό” είπε ο ηγέτης της, αυτός ο αιμοβόρος νάνος ονόματι Thiers, όταν αυτός και οι στρατηγοί του είχαν πνίξει στο αίμα το προλεταριάτο του Παρισιού. Αλλά τα αστικά κοράκια έκρωζαν μάταια. Λιγότερα από έξι χρόνια μετά την καταστολή της Κομμούνας, όταν πολλοί από τους υποστηρικτές της σάπιζαν στις φυλακές ή την εξορία, ξεπήδησε ένα νέο εργατικό κίνημα στη Γαλλία. Μια νέα σοσιαλιστική γενιά, που εμπλουτίστηκε από την εμπειρία των προγόνων της και δεν αποθαρρύνθηκε ούτε στο ελάχιστο απ’ την ήττα τους, ανέλαβε το λάβαρο που είχε πέσει απ’ τα χέρια των μαχητών για τον σκοπό της Κομμούνας, και το έφερε μπροστά με θάρρος και αυτοπεποίθηση. Η δική της ιαχή της μάχης ήταν: “Ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση! Ζήτω η Κομμούνα!” Και σε λίγα χρόνια, το νέο εργατικό κόμμα και η καμπάνια αγκιτάτσιας που εξαπέλυσε εξανάγκασε την άρχουσα τάξη να ελευθερώσει τους Κομμουνάρους που συνέχιζαν να είναι φυλακισμένοι απ’ την κυβέρνηση.

Η μνήμη των μαχητών της Κομμούνας δεν τιμάται μόνο απ’ τους γάλλους εργάτες, αλλά από όλο το παγκόσμιο προλεταριάτο. Γιατί η Κομμούνα πάλεψε, όχι για έναν στόχο τοπικό ή στενά εθνικό, αλλά για τη χειραφέτηση όλης της ανθρωπότητας του μόχθου, όλων των ποδοπατημένων και καταπιεσμένων. Ως εξέχων μαχητής για την κοινωνική επανάσταση, η Κομμούνα έχει κερδίσει τη συμπάθεια οπουδήποτε στον κόσμο υπάρχει προλεταριάτο που υποφέρει και που αγωνίζεται. Το έπος της ζωής και του θανάτου της, η εικόνα μιας εργατικής κυβέρνησης η οποία κατέλαβε την πρωτεύουσα του κόσμου και την κράτησε για πάνω από δύο μήνες, το θέαμα της ηρωικής πάλης του προλεταριάτου και των μαρτυρίων που υπέστη μετά την ήττα του — όλα αυτά ανύψωσαν το ηθικό εκατομμυρίων εργατών, ενίσχυσαν τις ελπίδες τους και έφεραν την συμπάθειά τους με το μέρος του σοσιαλισμού. Ο κεραυνός του παρισινού κανονιού ξύπνησε τα πιο οπισθοδρομικά τμήματα του προλεταριάτου απ’ τον βαθύ τους ύπνο, και έδωσε παντού το έναυσμα για την ανάπτυξη της επαναστατικής σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Για αυτό και ο σκοπός της Κομμούνας δεν πέθανε. Ζει ως τα σήμερα, μέσα στον καθένα μας.

Ο σκοπός της Κομμούνας είναι ο σκοπός της σοσιαλιστικής επανάστασης, ο σκοπός της πλήρους πολιτικής και οικονομικής χειραφέτησης των εργατών. Είναι ο σκοπός του παγκόσμιου προλεταριάτου. Και με αυτή την έννοια, είναι αθάνατος.

Σημειώσεις

  1. Στρατηγοί του τσάρου, διαβόητοι για τις βάναυσες κατασταλτικές τους πρακτικές κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1905-1907 στη Ρωσία.

Πηγή: marxists.org