Η ανολοκλήρωτη θύελλα της δεκαετίας του 1960

Εισαγωγή των εκδόσεων Α/συνεχεια στο βιβλίο «68 ντοκουμέντα μιας γενιάς που άλλαξε τον κόσμο».

Η δεκαετία του 1960, αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν, έχουν καταγραφεί στη συνείδηση πολλών ανθρώπων σαν μια περίοδος ξεχωριστή, που συνδέεται με την αμφισβήτηση, την ανάπτυξη κινημάτων, την εξέγερση ενάντια στην εκμετάλλευση και στην καταπίεση κάθε είδους. Δεν ονομάστηκε τυχαία «περίοδος των ανολοκλήρωτων επαναστατικών θυελλών». Η υφήλιος ολόκληρη, σε κάθε πλευρά της, συνταράχθηκε τα χρόνια εκείνα. Ο σοσιαλισμός, ο ιμπεριαλισμός, οι αποικίες, τα κινήματα αλλά και οι συνειδήσεις ταρακουνήθηκαν από μικρούς και μεγάλους αγώνες που δοκίμασαν τους πάντες – από στρατόπεδα και κινήματα μέχρι στρατηγικές και πολιτικές.

Μιλώντας όσο πιο συνοπτικά γίνεται, δύο πράγματα μπορούν να ειπωθούν για τους αγώνες εκείνης της περιόδου: Πρώτο, το κύμα των επαναστατικών θυελλών των δεκαετιών 1960-1970, αν και ανολοκλήρωτο, άφησε πίσω του έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον «παλιό» κόσμο των προηγούμενων δεκαετιών. Με αρνητικούς συσχετισμούς, αλλά και πλουσιότερο σε συνείδηση και πείρα. Με υπαρκτές κατακτήσεις, που ακόμα προσπαθεί να πάρει πίσω το κεφάλαιο με το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού. Με ένα μεγάλο ιδεολογικό και πολιτικό οπλοστάσιο που μπορεί να βοηθήσει, όποιον θελήσει να το αξιοποιήσει, στην ανάπτυξη νέων αγώνων.Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διαπίστωση, που δεν αναιρεί σε τίποτα την αξία και τις παρακαταθήκες της ηρωικής και ορμητικής «εφόδου στον ουρανό» τεράστιων μαζών απ’ άκρη σ’ άκρη της γης: Η τελική έκβαση εκείνων των αγώνων σημαδεύτηκε από την προετοιμασία και το «θρίαμβο» της αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού συστήματος, και έκλεισε με την κατάρρευση, και τυπικά, του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ήδη το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 σφραγίστηκε από την αντεπίθεση του ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης και η πορεία αυτή συνεχίστηκε, σε συνθήκες οικονομικής αλλά και κοινωνικής κρίσης, με την περιθωριοποίηση όσων κινούνταν έξω από τις ράγες της αναδιάρθρωσης και της «Νέας Τάξης Πραγμάτων».

Οι λόγοι των αρνητικών εξελίξεων θα πρέπει να αναζητηθούν στην τεράστια δύναμη που κινητοποίησε ο ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός, αλλά και στην καθοριστική βοήθεια που του έδωσε η πανικοβλημένη από τα αλλεπάλληλα και «ανεξέλεγκτα» επαναστατικά κύματα νέα, τότε, ηγεσία της ΕΣΣΔ. Γιατί όσο κι αν φτιασιδωθεί η ιστορία, δεν μπορεί να αποκρυφτεί η αλήθεια: Εκείνη την περίοδο στη μια πλευρά των χαρακωμάτων βρέθηκαν οι εξεγερμένοι λαοί, η ξεσηκωμένη νεολαία, η αγωνιζόμενη παγκόσμια εργατική τάξη και η αγροτιά, και το τμήμα εκείνο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος που εμπνεύστηκε από την προσπάθεια των Κινέζων κομμουνιστών και του Μάο να καταπολεμήσουν αποφασιστικά τόσο την επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού όσο και τον καπιταλιστικό δρόμο. Και από την άλλη πλευρά βρέθηκε κάθε παλιά, αντιδραστική, συντηρητική δύναμη, από την παγκόσμια αστική τάξη και το δυτικό ιμπεριαλισμό με επικεφαλής τις ΗΠΑ ως τους νέους ηγέτες του ΚΚΣΕ, οι οποίοι είχαν ήδη πάρει τον κατήφορο που τελικά οδήγησε στη διάβρωση και διάλυση ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Τότε δεν δίστασαν να καταγγείλουν ως «προβοκάτορες», «πολεμοκάπηλους», «επικίνδυνους» τα εκατομμύρια των μαχητών που ρίχνονταν στη σύγκρουση, κι έφτασαν συχνά σε συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό και τους αντιδραστικούς για την κατάπνιξη των κινημάτων.

Αφού αυτό ειπώθηκε, πρέπει να επισημανθεί άλλη μια αλήθεια: Οι αιτίες της τελικά αρνητικής έκβασης θα πρέπει να αναζητηθούν και στις καθυστερήσεις, τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες του επαναστατικού κινήματος, και κυρίως των Κινέζων κομμουνιστών και του διεθνούς μαρξιστικού-λενινιστικού ρεύματος, που εκείνη την περίοδο σήκωσε στους νεαρούς ώμους του το κύριο βάρος της αντιπαράθεσης με τους τεράστιους και πολύμορφους μηχανισμούς καταστολής και ενσωμάτωσης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το τρίτο επαναστατικό κύμα

Η περίοδος για την οποία μιλάμε σημαδεύτηκε από μια τεράστια κινητοποίηση μαζών, μια επαναστατική θύελλα που ξέσπασε και αγκάλιασε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Δεν υπήρξε σχεδόν καμιά χώρα που να μη συγκλονίστηκε από αναταραχές, κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις. Επί δέκα και πλέον χρόνια η πραγματικότητα χρωματίστηκε από μαζικά ριζοσπαστικοποιημένα κινήματα, λαϊκές εξεγέρσεις, ένοπλους ξεσηκωμούς και επαναστάσεις – και ταυτόχρονα βάφτηκε κόκκινη από το αίμα εκατομμυρίων αγωνιστών που βίωσαν στο πετσί τους κάθε είδους κινήσεις καταστολής, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, βρώμικους πολέμους και γενοκτονίες. Ο Μαξ Ελμπάουμ, στέλεχος του βορειοαμερικάνικου αριστερού ριζοσπαστικού κινήματος από τα χρόνια του 1960, γράφει σχετικά:

Ο αντιρατσισμός και ο αντιιμπεριαλισμός ήταν η εμπροσθοφυλακή της νέας ριζοσπαστικής συνείδησης. Η κύρια διεθνής έμπνευση ερχόταν από τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που φαίνονταν να διαλύουν καθημερινά την έννοια του ανίκητου των ΗΠΑ. Ήταν η στιγμή που η Βιετναμέζικη και η Κουβανέζικη Επανάσταση, η Λαϊκή Κίνα και τα μαρξιστικά ένοπλα κινήματα στη Λατινική Αμερική, την Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή φαίνονταν να αλληλοσυνδέονται σε έναν ασταμάτητο χείμαρρο.

Εξερευνώντας τη δεκαετία του 1960 ανακαλύπτουμε ένα σημαντικό βάθεμα και άπλωμα της ταξικής πάλης σε όλο τον κόσμο και σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Μια πανστρατιά λαϊκών δυνάμεων, εργαζόμενων και νεολαίας, αλλά και αντίστοιχα τεράστια κινητοποίηση των δυνάμεων και των μηχανισμών της αντεπανάστασης. Μια επαναστατική θύελλα. Μπορούμε σήμερα να επαναλάβουμε ότι ο 20ός αιώνας γνώρισε τρεις επαναστατικές θύελλες:

Η πρώτη ξέσπασε με την Oκτωβριανή Επανάσταση και τα επαναστατικά κινήματα που την ακολούθησαν και συγκλόνισαν όλο τον κόσμο. Η θύελλα αυτή «ολοκληρώθηκε» αφήνοντας πίσω της ένα σημαντικό τμήμα του πλανήτη έξω από το σύστημα της παγκόσμιας αγοράς που είχε εγκαθιδρύσει ο ιμπεριαλισμός, με τη δημιουργία και οικοδόμηση της ΕΣΣΔ, της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας.

Η δεύτερη ήταν ο αντιφασιστικός αγώνας των λαών κατά τη διάρκεια του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ενός ηρωικού και αιματηρού αγώνα που αγκάλιασε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου και επίσης «ολοκληρώθηκε» με τη δημιουργία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και τη νικηφόρα, το 1949, Κινεζική Επανάσταση.

Η τρίτη επαναστατική θύελλα ήταν αυτή που ξέσπασε τη δεκαετία του 1960 και, παρόλο που αγκάλιασε όλο τον πλανήτη και ταρακούνησε τα θεμέλια του ιμπεριαλιστικού και καπιταλιστικού συστήματος, δεν μπόρεσε να δώσει αποτελέσματα ανάλογα με αυτά των προηγούμενων δύο θυελλών. Αντίθετα, το επαναστατικό κίνημα ανακόπηκε από την πολύμορφη και συνδυασμένη καταστολή και χειραγώγηση και τις ίδιες τις αδυναμίες του. Γι’ αυτό και την αποκαλούμε «ανολοκλήρωτη θύελλα».

Η αντιπαράθεση που προηγήθηκε του διεθνούς ξεσηκωμού

Το τρίτο αυτό επαναστατικό κύμα, που συχνά περιγράφεται με τη μάλλον περιοριστική φράση «ο Μάης του 1968», σφραγίστηκε από τη μεγάλη αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει ανοιχτά πια στις αρχές της δεκαετίας του 1960 στους κόλπους του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ήταν χρόνια υπόκωφου αναβρασμού, και τα πιο ανήσυχα πνεύματα μπορούσαν κιόλας να οσμιστούν ότι μπροστά τους ανοιγόταν μια νέα, πρωτόγνωρη περίοδος. Η νίκη της Κουβανικής Επανάστασης το 1959 και η εδραίωσή της κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, οι αγώνες που δυνάμωναν στις αποικίες και στις εξαρτημένες χώρες, οι εργατικές κινητοποιήσεις που πολλαπλασιάζονταν στα «ανεπτυγμένα» κράτη, προκάλεσαν τα πρώτα κύματα νέας ελπίδας σε έναν ολόκληρο κόσμο που την επαύριο κιόλας της αντιφασιστικής νίκης ζεματίστηκε από τη διάψευση των προσδοκιών για ένα μέλλον ειρηνικό, δημοκρατικό και δίκαιο. Κι επίσης, ας μην το ξεχνάμε, ζεματίστηκε εξίσου από το εκ των ένδον γκρέμισμα του σοβιετικού θρύλου από το «νέο πνεύμα» (και πολύ πόθο για να απολαύσει επιτέλους κι αυτή τα αγαθά του καπιταλισμού) της ρωσικής ηγεσίας.

Γίνεται πια φανερό ότι το κύμα των αγώνων στη Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική ολοένα και φουσκώνει, οδηγώντας αναπότρεπτα σε σύγκρουση με τις ιμπεριαλιστικές και αποικιακές δυνάμεις που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν τον έλεγχο των χωρών και των λαών που ποθούν την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Σ’ αυτό το κλίμα ξεκινά η δημόσια αντιπαράθεση στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Η νέα ηγεσία της ΕΣΣΔ επιδιώκει την ευθυγράμμιση του κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου με τα κρατικά της συμφέροντα και την «καινοτόμο» πολιτική οικονομικών μεταρρυθμίσεων, ποντάροντας στη συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό που τάχα «εκλογικεύεται» και γίνεται «φιλειρηνικός». Η μαοϊκή Κίνα από την άλλη σηκώνει το γάντι και επιλέγει να ταχθεί ενεργητικά με την πλευρά της αντίστασης στον αναθαρρημένο ιμπεριαλισμό και τις αντιδραστικές δυνάμεις, μιας αντίστασης που δυναμώνει και σημειώνει τις πρώτες της επιτυχίες.

Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Όταν, μετά την τελευταία στην ιστορία κοινή διεθνή διάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων (Μόσχα 1960), το ΚΚΣΕ θα κάνει κουρελόχαρτο τις κοινές αποφάσεις πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι τους, η ιδεολογική και πολιτική ρήξη θα ολοκληρωθεί και οργανωτικά. Και θα απελευθερώσει έτσι σε δεκάδες χώρες τις επαναστατικές δυνάμεις που μέχρι τότε ασφυκτιούσαν στα «θεσμοποιημένα» πλέον κομμουνιστικά κόμματα. Αυτές οι δυνάμεις, αποτελούμενες στην πλειοψηφία τους από νεολαίους κι επικουρούμενες από «αμετανόητους» βετεράνους κομμουνιστές, θα επωμιστούν τεράστιες ευθύνες και θα αποτελέσουν τις βασικότερες ταξιαρχίες κρούσης του νέου κύματος των θυελλών σε παγκόσμιο επίπεδο. Όπως επισημαίνει και ο Ελμπάουμ:

Το πνεύμα τους ήταν πολύ περισσότερο συντονισμένο με τις ευαισθησίες της δεκαετίας του 1960 από ό,τι η ιδιοσυγκρασία των κομμάτων της πιο προσεχτικής Παλιάς Αριστεράς – ορθόδοξων (φιλοσοβιετικών) κομμουνιστών, τροτσκιστών και σοσιαλδημοκρατών. […] Κόμματα και ηγέτες, από τον Μάο και τον Τσε Γκεβάρα στον Χο Τσι Μινχ και τον Αμίλκαρ Καμπράλ, αποδείκνυαν ότι «η δύναμη του λαού είναι μεγαλύτερη από την τεχνολογία».

Μια αναγκαία παρένθεση

Για εκείνη τη ρήξη υπάρχουν σημαντικά διεθνή ντοκουμέντα, και πρώτα απ’ όλα οι ανοιχτές επιστολές που αντάλλαξαν τα κομμουνιστικά κόμματα της Κίνας και της Σοβιετικής Ένωσης το 1963-1964 (κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά από τις Ιστορικές Εκδόσεις). Πρόκειται για ντοκουμέντα που πρέπει να μελετήσει κάθε αγωνιστής που ενδιαφέρεται για τις αιτίες της ρήξης και για τις θέσεις κάθε πλευράς, πόσο μάλλον που αυτή η αντιπαράθεση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο ξέσπασμα και την εξέλιξη των επαναστατικών θυελλών της δεκαετίας του 1960. Σε αυτά γίνεται σαφής η ουσία της αντιπαράθεσης. Το ΚΚΣΕ, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν αλλάξει και πλέον είναι υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης (ενώ η πραγματικότητα βοά για το αντίθετο), συκοφαντεί τους Κινέζους κομμουνιστές ότι, στηρίζοντας ενεργητικά τους εθνικοαπελευθερωτικούς και επαναστατικούς αγώνες των λαών, «θέλουν να προκαλέσουν ένα παγκόσμιο πυρηνικό πόλεμο»…

Παραπέρα, το ΚΚΣΕ υποστηρίζει ότι «η εξάλειψη του αποικισμού μπήκε πια στην τελική φάση» και άρα «ο πολιτικός αγώνας πρέπει να αντικατασταθεί από τα οικονομικά καθήκοντα», πόσο μάλλον που «οι τοπικοί πόλεμοι είναι πολύ επικίνδυνοι» και γι’ αυτό «θα εργαστούμε επίμονα για το σβήσιμο των σπινθήρων». Και πράγματι αυτό έκαναν, αντιμετωπίζοντας με εχθρότητα την επανάσταση στην Αλγερία, βοηθώντας τη Δύση να πνίξει στο αίμα την επανάσταση στο Κονγκό, επιχαίροντας για τη γενοκτονία των Ινδονήσιων κομμουνιστών, αφήνοντας για χρόνια αβοήθητους τους Βιετναμέζους. Κι όταν η Κίνα τάχθηκε αποφασιστικά με τους λαούς της Λατινικής Αμερικής, της Ασίας και της Αφρικής, το ΚΚΣΕ έφτασε σε παραληρηματικές επιθέσεις ρατσιστικού τύπου, μιλώντας για «κίτρινο κίνδυνο» και παρομοιάζοντας την επαναστατική πολιτική του Μάο με την «απειλή του Τζενγκίς Χαν»!

Η τοτινή κεφαλή του κομμουνιστικού κινήματος δήλωνε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ότι «ο κομμουνισμός θα ξεπεράσει τον καπιταλισμό» – και ταυτόχρονα υιοθετούσε τις καπιταλιστικές συνταγές, ανάγοντας το κέρδος και το ατομικό κίνητρο σε καθοδηγητική αρχή της οικονομίας, και επιβάλλοντας το «σοσιαλιστικό καταμερισμό εργασίας» σε βάρος των υπόλοιπων μελών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Μετά τα μέσα της δεκαετίας η κατρακύλα συνεχίστηκε με τον Μπρέζνιεφ να διακηρύττει το «δόγμα περιορισμένης κυριαρχίας των σοσιαλιστικών χωρών», δηλαδή πλήρους υποταγής τους στη Μόσχα, που κατέληξε στην εισβολή των ρωσικών τανκς στην Πράγα, προκαλώντας σοκ στην παγκόσμια προοδευτική κοινή γνώμη και συμβάλλοντας στην κατασυκοφάντηση του κομμουνισμού. Αυτή η κατάσταση χειροτέρεψε κι άλλο με τις προκλήσεις και αψιμαχίες του ρωσικού στρατού στα σύνορα με την Κίνα και άλλες εξίσου ασύμβατες με οποιαδήποτε έννοια διεθνισμού εχθρικές ενέργειες της Μόσχας. Γράφει σχετικά ο Ελμπάουμ:

Καθώς μια νέα γενιά γινόταν επαναστατική, η Σοβιετική Ένωση φερόταν σαν κάτι τελείως διαφορετικό από μια δύναμη ειρήνης και απελευθέρωσης. Η σοβιετική απάντηση στην Άνοιξη της Πράγας και στο «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», μαζί με την καχυποψία και την εχθρότητα ακόμη με την οποία έβλεπε το μεγαλύτερο μέρος της Αριστεράς του ’60, οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος των νέων ριζοσπαστών να κοιτάξουν αλλού για στρατηγικές και μοντέλα.

Ο ρόλος του Μάο και των κομμουνιστών

Σήμερα, στα σαράντα χρόνια από το Μάη του 1968, είναι αδύνατο να αποσιωπηθεί ο ρόλος του Μάο και του μαρξιστικού-λενινιστικού ρεύματος στην προετοιμασία, στήριξη και προώθηση του τρίτου επαναστατικού κύματος στην ιστορία του 20ού αιώνα. Με τη γενική γραμμή που πρόβαλαν, σε αντίθεση με τον πυροσβεστικό ρόλο της Μόσχας, το Κ.Κ. Κίνας και ο Μάο προσωπικά κατέστησαν πρωτεργάτες των επαναστατικών θυελλών και ήταν η μοναδική «επίσημη» σημαντική δύναμη του κομμουνιστικού κινήματος που τάχθηκε αναφανδόν με την πλευρά της παγκόσμιας εξέγερσης. Ταυτόχρονα, με την εξαπόλυση της Πολιτιστικής Επανάστασης, οι Κινέζοι κομμουνιστές ξεσήκωσαν το λαό και τη νεολαία ενάντια στις «μισοτελειωμένες δουλειές» και τις ελεεινότητες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, χτυπώντας ανοιχτά τις δεξιές δυνάμεις και τα νέα αστικά στρώματα που έσπρωχναν σε «ομαλοποίηση», δηλαδή στον καπιταλιστικό δρόμο. Η έμπρακτη καταπολέμηση της άποψης ότι «η ταξική πάλη δεν υφίσταται πλέον στο σοσιαλισμό» και η ανοιχτή απεύθυνση στις λαϊκές μάζες να πρωταγωνιστήσουν στην πάλη εναντίον της δεξιάς αποτελεί τεράστια συμβολή του Μάο στη θεωρία και την πράξη της επανάστασης. Δεν επρόκειτο για σύγκρουση μηχανισμών, αλλά για πρωταγωνιστική, θαρραλέα, πρωτότυπη και πρωτόβουλη δράση δεκάδων εκατομμυρίων ενάντια στο «γενικό επιτελείο της αστικής τάξης μέσα στο κόμμα και το κράτος», που είχε γίνει βρόγχος για το λαό και εμπόδιζε το βάθεμα της επανάστασης.

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της «βλάσφημης» και «εμπρηστικής» γραμμής, ο Μάο και η Πολιτιστική Επανάσταση αντιμετώπισαν το μίσος και τη συκοφαντία τόσο της παγκόσμιας αστικής τάξης όσο και όλων των πτερύγων (ανανεωτικών και ορθόδοξων) της καθεστωτικής αριστεράς. Οποιαδήποτε αναφορά σ’ αυτούς καταγγέλλεται και ξαποστέλνεται στο πυρ το εξώτερον και βασικές πλευρές των επαναστατικών θυελλών συσκοτίζονται και αποσιωπούνται, ενώ υπερπροβάλλονται οι πιο ανώδυνες για το σύστημα. Καλλιεργείται μια σκόπιμη σύγχυση και ταύτιση των «ολοκληρωτισμών» με στόχο την προώθηση του αντικομμουνισμού και την προληπτική θωράκιση απέναντι στη μόλυνση από το μικρόβιο της επανάστασης. Έχουν δίκιο να φοβούνται οι σύγχρονοι απολογητές του συστήματος που με γενοκτονίες, χειρισμούς και εξοντωτικές αναδιαρθρώσεις κατάφερε να βγει σώο από τα αλλεπάλληλα κύματα εξεγέρσεων της δεκαετίας του 1960: Η σύνδεση του νέου κύκλου αγώνων που δυναμώνουν σήμερα με τις καλύτερες παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος και το μπόλιασμά τους με το αντάρτικο πνεύμα του «1968» συνιστά τον πιο μεγάλο κίνδυνο για τις αντιδραστικές δυνάμεις, και την πιο μεγάλη ελπίδα για τους λαούς, τους εργαζόμενους και τη νεολαία.

Ο Μάης ανατρέπει τους σχεδιασμούς του αντιπάλου

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η παγκόσμια αστική τάξη και ο ιμπεριαλισμός προσπαθούσαν με επεμβάσεις, χειρισμούς και υπονομεύσεις να αντεπεξέλθουν τα πρώτα νικηφόρα χτυπήματα των αντιαποικιακών αγώνων. Με το νεοαποικισμό έστησαν χώρες-μπανανίες, αδύναμες και καθολικά υποταγμένες στα συμφέροντά τους. Η χωρίς μεγάλες κρίσεις μεταπολεμική ανάπτυξη του καπιταλισμού και η έκρηξη του καταναλωτισμού, σε συνδυασμό με την ιδεολογική και πολιτική υποχώρηση ενός κομμουνιστικού κινήματος ζαλισμένου από τη «νέα» γραμμή του ΚΚΣΕ, έκαναν την άρχουσα τάξη να ελπίζει ότι θα ξεπεράσει εύκολα την όποια αναταραχή. Ποντάριζαν σε μια «εύρυθμη» πορεία και ανέμεναν ότι θα καταφέρουν να εμποδίσουν τις εξεγέρσεις, ώστε να μην φτάσουν στην καρδιά των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων, κρατώντας την εργατική τάξη και ιδίως τη νεολαία ήσυχη και πειθαρχημένη, γοητευμένη από τη λεγόμενη κοινωνία της αφθονίας και τον καριερισμό. Η θύελλα των κινημάτων που, σε πείσμα της επώδυνης για τους λαούς «ειρηνικής συνεργασίας», φύσηξε σε όλο τον πλανήτη έκανε σκόνη αυτούς τους σχεδιασμούς και, παρόλο που δεν ολοκληρώθηκε, άλλαξε τον κόσμο.

Έτσι φτάνουμε στο «Μάη του 1968». Η γαλλική εκδοχή του Μάη, δηλαδή μια επιμέρους πλευρά που δεν μπορεί να ειδωθεί ξεκομμένη από το γενικότερο πλαίσιο της περιόδου των θυελλών, ήταν παρ’ όλα αυτά αυτή που καταγράφηκε ως το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Έτσι, αξίζει να δούμε τι λέει σήμερα για το Γαλλικό Μάη σε μια συνέντευξή του ο Αλέν Μπαντιού – ένας από τους λίγους Γάλλους διανοούμενους που δεν μετάνιωσε επειδή πήρε ενεργά μέρος σε εκείνους τους αγώνες, και μάλιστα μέσα από τις γραμμές του νεαρού μαοϊκού κινήματος:

Ο Μάης του 1968 είναι το σύνολο τεσσάρων φαινομένων, ετερογενών και αναμεμειγμένων. Υπήρξε ένας πρώτος «Μάης του ’68», μια εξέγερση της νεολαίας που ήταν με τη σειρά της μέρος ενός παγκόσμιου νεολαιίστικου ξεσηκωμού, ο οποίος εκδηλώθηκε και στη Γερμανία, στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία. Ήταν λοιπόν μια εξέγερση της νεολαίας ενάντια στο γερασμένο κόσμο. Υπήρξε ένας δεύτερος «Μάης», που ήταν μια εργατική γενική απεργία, μια απεργία των μισθωτών με κάποια χαρακτηριστικά πολύ κλασικά, με έναν όχι μικρό έλεγχο από τις κλασικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά ταυτόχρονα με πολύ μεγάλη μαζικότητα, με μια πλευρά που τελικά θύμιζε το Λαϊκό Μέτωπο του 1936. Υπήρξε ένας τρίτος «Μάης», που ήταν ελευθεριακός, αναρχίζων, και αφορούσε την σεξουαλική επανάσταση, την ελευθεριότητα των ηθών, νέες καλλιτεχνικές μορφές, τα χάπενινγκ, τις γιορτές, το σύνθημα «κάτω από τα πεζοδρόμια βρίσκεται η παραλία» κ.λπ. Τέλος, υπήρξε και ένας τέταρτος «Μάης», που ήταν η αναζήτηση νέων, καινοτόμων μορφών πολιτικής δράσης.

Ακόμη κι αν περιοριστούμε στη γαλλική εκδοχή του Μάη, από αυτό το σύνολο των ετερογενών και αναμεμειγμένων φαινομένων είθισται σήμερα να κρατά και να πουλά ο καθένας ό,τι θέλει… Ο Αλέν Μπαντιού επισημαίνει:

Πιστεύω ότι η αντίσταση αυτών των τεσσάρων φαινομένων στην εμπορευματοποίηση είναι άνιση. Είναι δηλαδή καθαρό ότι ο ελευθεριακός «Μάης» είναι και ο πιο εμπορεύσιμος, ο πιο συνδεδεμένος με φαινόμενα μόδας, κι έχει ακόμα ενός είδους επικαιρότητα. Δεν έχω κάτι εναντίον του, αυτή η ελευθεριακή διάσταση είναι μέρος του Μάη, αλλά επικοινωνεί με την κοινωνία της κατανάλωσης. Ο «Μάης» της εργατικής απεργίας της CGT είναι ωστόσο ο πιο αρχαϊκός. Είναι περισσότερο το τέλος ενός φαινομένου παρά η αρχή του. Ο «Μάης» των νέων πολιτικών μορφών, ο λιγότερο γνωστός, είναι κατά τη γνώμη μου ο λιγότερο εμπορεύσιμος. Δεν είναι μια ιδέα που μπορεί να πουληθεί.

Αυτήν ακριβώς την πλευρά του Μάη, που ήταν πρωταγωνιστική αν η περίοδος εξεταστεί σε διεθνές επίπεδο, προσπαθούν να αποκρύψουν, να διαστρεβλώσουν, εν ανάγκη να προσαρμόσουν στα μέτρα τους, όλοι αυτοί που τότε βρίσκονταν στην άλλη πλευρά των οδοφραγμάτων, με το μέρος «του νόμου και της τάξης», ενάντια στους «ανεύθυνους προβοκάτορες» και τους «εμπρηστές της ειρήνης». Αστοί και επίγονοι των επίσημων πτερύγων της αριστεράς, που τότε δούλεψαν χέρι-χέρι για την κατάπνιξη και τη συκοφάντηση του Μάη, σήμερα τον «γιορτάζουν» δίχως ίχνος αυτοκριτικής. Ακόμη κι αυτό όμως είναι κατά κάποιο τρόπο μια νίκη του «Μάη του 1968», μιας θύελλας που νίκησε ακόμη κι όταν ηττήθηκε, αφού άνοιξε νέους δρόμους κι εγγράφηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο των λαών και της νεολαίας σαν θετική κι ελπιδοφόρα παρακαταθήκη.

Για να απαντήσει στο Μάη, να τον ξεδοντιάσει και να τον συντρίψει η άρχουσα τάξη αναγκάστηκε να επιστρατεύσει κάθε δυνατό μέσο και ν’ αλλάξει και η ίδια. Η τεράστια αναδιάρθρωση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, η γιγάντωση των κάθε είδους μηχανισμών χειραγώγησης και νάρκωσης, ο ακόμη μεγαλύτερος εκβαρβαρισμός του κράτους σε Ανατολή και Δύση, η ενεργοποίηση και εξάπλωση των παρακρατικών μηχανισμών, η τεθωρακισμένη «δημοκρατία» των νόμων έκτακτης ανάγκης, η εξαγορά ηγετών, η αγαστή συνεργασία των επίσημων κεφαλών των «δύο αντιτιθέμενων κόσμων», η φυσική εξόντωση εκατομμυρίων αγωνιστών… και τι δεν χρησιμοποιήθηκε για να ηττηθεί το τρίτο επαναστατικό κύμα και να κυριαρχήσει η αντεπανάσταση!

Κόντρα στο αδιέξοδο των «ρεαλιστικών» επιλογών

Τα κινήματα της δεκαετίας του 1960 στάθηκαν ενάντια στην επανάληψη, στον εφησυχασμό του έτοιμου και στη ρομαντική αναπόληση για το παλιό, για περασμένα μεγαλεία. Προσπάθησαν να ανοίξουν, και τα κατάφεραν, νέους δρόμους, νέες προοπτικές, ανταποκρινόμενα σε νέα προβλήματα και συνθήκες όπως αυτά ξεπρόβαλαν στον «ειρηνικά συνυπάρχοντα» διπολικό κόσμο. Αν υπάρχει ένα νήμα που ενώνει όλα τα διαφορετικά πεδία των μαχών που δόθηκαν τότε, αυτό είναι ακριβώς η κριτική των κατεστημένων πρακτικών και δομών του καπιταλιστικού συστήματος, τόσο στο δυτικό όσο και στο ανατολικό μπλοκ.

Το δίλημμα ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», ή καλύτερα το δυτικό και ανατολικό μπλοκ κυριαρχίας, απορρίφθηκε και αντικαταστάθηκε από το «καπιταλισμός ή επανάσταση». Το κάλεσμα του Μάο για «επανάσταση μέσα στην επανάσταση», όπως και του Τσε για «δύο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ», βρίσκονταν ακριβώς στον αντίποδα της γραμμής για «τέλος της ταξικής πάλης» στο σοσιαλισμό και ειρηνική συνύπαρξη με τον καπιταλισμό από τις αρχές του 1960 και μετά, συμπυκνώνοντας έτσι τους στόχους για επέκταση και βάθεμα της επανάστασης κόντρα στο κάθισμα και το συντηρητισμό των ηγετικών κέντρων. Γράφει χαρακτηριστικά ο Αντρέ Γκορζ για την εξοργισμένη απόγνωση της δυτικής άρχουσας τάξης μπροστά στην «παράλογη» αμφισβήτησή της από τη νεολαία και την εργατική τάξη (αναδεικνύοντας παράλληλα το πρόβλημα της έλλειψης ενός επαναστατικού κόμματος, ιδίως σε χώρες όπως η Γαλλία):

«Πέστε μας επιτέλους τι ακριβώς θέλετε», ούρλιαζαν οι φιλελεύθεροι αστοί προς τους αμφισβητίες φοιτητές και εργάτες. Πώς όμως μπορούσαν να το πουν; Το κίνημα από την ίδια του τη φύση ήταν η μόνη γλώσσα που διέθεταν, και η γλώσσα αυτή δεν μπορούσε να οργανωθεί σε λόγο. Για να μπορέσουν να πουν αυτό που ήθελαν, έπρεπε να μπορούν να συνενωθούν, να οργανωθούν, να αναλύσουν την κατάσταση, να καθορίσουν από κοινού αυτό που μπορούσαν να θέλουν: δηλαδή, με ποιο πρόγραμμα ριζοσπαστικών μετασχηματισμών μπορούσαν να συνθέσουν την ποικιλομορφία των ιδιαίτερων μορφών δράσης και διεκδικήσεων, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα την αυτονομία τους. Μόνο ένα επαναστατικό κόμμα που θα συμμετείχε στο κίνημα μπορούσε να εξασφαλίσει αυτή τη σύνθεση κι αυτή την πολιτική έκφραση των ιδιαίτερων μορφών δράσης και διεκδικήσεων, να καθορίσει μία στρατηγική και να υποκινήσει μία διαδικασία επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Ο πραγματισμός λέει πως η επανάσταση νικήθηκε. Πράγματι. Αλλά οι πραγματισμοί στα κινήματα είναι το όπλο όσων δεν θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα. Όσων θέλουν τη στασιμότητα, το τέλμα. Οι επαναστάτες προβάλλουν ένα διαφορετικό πραγματισμό, αυτόν που ανατρέπει συσχετισμούς και αλλάζει τη μορφή του κόσμου υπέρ των λαών και της επανάστασης. Τα κινήματα μπορούν να είναι νικηφόρα όταν έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τις προκλήσεις που θέτει κάθε φορά ο αντίπαλος και όταν δεν φοβούνται να ανοίγουν δρόμους και να δίνουν τις κατάλληλες απαντήσεις.

«Να τολμάμε να αγωνιζόμαστε, να τολμάμε να νικάμε», έλεγε ο Μάο. «Να είμαστε ρεαλιστές, να ζητάμε το αδύνατο», ήταν ένα σύνθημα του Μάη. Και τα δύο αποτελούν την κληρονομιά της δεκαετίας του 1960, κληρονομιά που ανήκει σε κάθε επαναστατική πολιτική και κοινωνική δύναμη που σήμερα σηκώνει ξανά ψηλά τη σημαία του αγώνα, προετοιμάζοντας τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα.

Οι κερασιές δεν ανθίζουν μόνο στη Γαλλία – Οι κερασιές δεν ανθίζουν μονάχα μια φορά. Για τον Μάη του 68.

Δεκαπέντε χρόνια μετά το Μάη του ’68, η εξέγερση πέρασε στην παράδοση, ενσωματώθηκε στην από καθέδρας κοινωνιολογία της Δύσης σαν «νεανικά σκιρτήματα» ή σαν απόδειξη, για τους σοσιαλίζοντες α λα Μιτεράν ή Παπανδρέου, πως η νεολαία δε νοιάζεται για τις «ποσοτικές» διεκδικήσεις, αλλά για τις «ποιοτικές» όπως λ.χ. συνδιοικήσεις-συμμετοχές, με δύο λόγια για «θεσμικές» αλλαγές και διεκδικήσεις.

Για την «Ανατολή» καταχωρήθηκε σαν μια απόδειξη της χρεοκοπίας του αυθορμητισμού, του αριστερισμού, του ανέφικτου μικροαστικού ριζοσπαστισμού και της αναπόφευκτης συμμαχίας του με τη CIA, και τους πράκτορες του διεθνούς ιμπεριαλισμού.Για τους «πολεμιστές που κουράστηκαν», από τους «νέους φιλόσοφους» της Γαλλίας μέχρι τους «επίγονους» υποστηριχτές του σεβασμού του υπαρκτού συσχετισμού δυνάμεων, πρόκειται για μια ιστορία που σαν ιστορία έχει περάσει στα μουσειακά αξιοπερίεργα.

Να μιλήσεις για το Μάη του ‘68 στην Ελλάδα το 1983 σημαίνει πως κατέχεσαι από αθεράπευτη ρομαντική νοσταλγία ή πως ανήκεις στην κατηγορία των «παράξενων» και «ιδιόμορφων» περιπτώσεων. Σ’ αυτήν κατατάσσονται όλοι όσοι δεν δέχονται να υποταχθούν στους κανόνες του συμφωνημένου παιχνιδιού, όσοι δεν καθορίζουν τα ενδιαφέροντά τους από τις κάθε φορά μόδες, με δύο λόγια όσοι δεν δέχονται πως το μέλλον του κόσμου αναγκαστικά είναι διπλής κατεύθυνσης, είτε στο δρόμο των Ρίγκαν, Θάτσερ και των παραλλαγών τους, είτε στο δρόμο του Αφγανιστάν, της Καμπότζης και της Βαρσοβίας,

Τελικά, δεν ενοχλούμαστε να μας λένε «ιδιόμορφες» «παράξενες» περιπτώσεις κλπ κλπ, γιατί στο κάτω-κάτω στον κόσμο της ισοπέδωσης, της «εξάλειψης κάθε πρωτοτυπίας και ατομικότητας» κι αυτά τα λέει ο εορταζόμενος και σκυλευόμενος Μαρξ, η «εξαίρεση» επιβεβαιώνει τον κανόνα. Και τούτο σημαίνει πως ο κόσμος αυτός πρέπει ν’ αλλάξει! Εκτός αν οι υμνητές του Μαρξ θεωρούν πως ο τέτοιος κόσμος είναι ο καλύτερος, που θα μπορούσε να υπάρξει. Και δεν έχει σημασία αν στη θέση του «καλύτερου» μπαίνει η γνωστή κατευναστική για να μη πούμε ναρκωτική καραμέλα του μοναδικού «εφικτού» κόσμου.

Όταν αναφερόμαστε στο Μάη του ’68 δεν περιοριζόμαστε στο Γαλλικό Μάη μονάχα. Περικλείνουμε στην έννοια αυτή το σύνολο των κινημάτων, που συγκλόνισαν τον κόσμο σε Δύση και Ανατολή, στα χρόνια της δεκαετίας του 1960 και των αρχών του 1970. Εντάσσουμε στο «Μάη του ’68» κινήματα όπως της ιαπωνικής νεολαίας του 1960, της αμερικάνικης νεολαίας του τέλους του 1960, της κινέζικης νεολαίας, της γαλλικής, της ιταλικής και της γερμανικής.

Και αυτά ενδεικτικά μονάχα. Εντάσσουμε σ’ αυτό το «Μάη του ’68» τα μεγάλα απεργιακά κινήματα και τις κινητοποιήσεις της γαλλικής και της ιταλικής εργατικής τάξης, την παγκόσμια κινητοποίηση κατά του βρώμικου πολέμου στο Βιετνάμ αλλά και όλες τις ιδεολογικές και πολιτιστικές διεργασίες που αναμόχλευσαν όλη τη μέχρι τότε ομοιομορφία, και την υποτιθέμενη αδρανούσα «σταθερή παράδοση» Δύσης και Ανατολής. Γι’ αυτό πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα: τους αντικειμενικούς όρους που καθόρισαν τα ξεσπάσματα, τις εξεγέρσεις και τις κινητοποιήσεις από το ένα μέρος και τη στάση που πήραν απέναντι σ’ όλα αυτά, εξουσίες, κόμματα, μηχανισμοί κ.λπ. σε Δύση και Ανατολή. Γιατί είτε το θέλουν είτε όχι ο κόσμος δεν είναι ο ίδιος όπως ήταν πριν το «Μάη του ’68». Όλοι αναπροσαρμόσθηκαν, άλλαξαν ρούχα, κοστούμια, γλώσσα, καμώματα, επιστρατεύθηκαν μηχανισμοί που αδρανούσαν, δημιουργήθηκαν νέοι, από την πλευρά των εξουσιών. Όσον αφορά τις «μάζες» και μ’ αυτό εννοούμε το πραγματικό «υποκείμενο» των κοινωνικών μετασχηματισμών, είτε αποκαλούνται «περιθωριακές» είτε «βασικές» —και τούτο όχι με την έννοια βέβαια του Μάο Τσετούνγκ— δεν είναι πια οι ίδιες. Το γεγονός πως στο χειριστικό οπλοστάσιο το ισχυρότερο όπλο είναι η επίκληση του «εφικτού» ή «μη εφικτού» στόχων, ιδεών, προγραμμάτων κ.λπ. αποτελεί την καλύτερη απόδειξη.

Ο «Λόρδος Μπάιρον του 20ου αιώνα» —όπως αυτάρεσκα υπέβαλλε να τον ονομάζουν, ο Αντρέ Μαλρώ, υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση Ντε Γκωλ το Μάη του ’68 μίλησε τότε για «κρίση του πολιτισμού» προσπαθώντας να κρατήσει την εικόνα του πάντα ανοιχτού στις ιδέες και τα γεγονότα διανοούμενου-σταυροφόρου από την υπαρκτή ιδιότητα του υπουργού που συγκρούονταν άμεσα με τους ταραξίες, θα συμφωνήσουμε με τον χαρακτηρισμό αυτό αλλά με «κάποιους» περιορισμούς και προεκτάσεις μαζί: Τη λέξη «πολιτισμός» την αντικαθιστούμε με τη λέξη «κόσμος». Δηλ. το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων Δύσης και Ανατολής. Από τότε και στη χώρα μας ακόμα επιστρατεύεται ο Μαλρώ, και έχουμε άφθονη φιλολογία γύρω από την κρίση αυτή σε προπόσεις επίσημων γευμάτων, σε άρθρα και διαλέξεις όπου επιστρατεύεται ο Αριστοτέλης, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και όλη η γνωστή φιλολογία που έχει γίνει μόδα δεξιά και «αριστερά» για επιστροφές στις «ρίζες», στη «φύση» για να υπερνικηθεί αυτή η κρίση.

Όμως επειδή το συγκεκριμένο είναι πάντα σύνθεση πολλών προσδιορισμών, υπήρξαν συγκεκριμένες αιτίες και στο πεδίο του αντικειμενικού και του υποκειμενικού που προσδιόρισαν τα ξεσπάσματα και την έκταση και την ορμή των κυμάτων αυτού που ονομάζεται «νεανικό σκίρτημα» όπως και την υποχώρησή τους.

κάθε ρεφορμισμός χαρακτηρίζεται
από τον ουτοπισμό της στρατηγικής του
και τον οπορτουνισμό της ταχτικής του

Η δεκαετία του 1950 σφραγίσθηκε από γεγονότα, όπως το πέρασμα από τον «ψυχρό πόλεμο» στην «ύφεση» με το γνωστό πρώτο στάδιο της πολιτικής της αμερικανοσοβιετικής συνεργασίας. Επιχειρήθηκε τότε να υπαχθούν στη συνεργασία αυτή όλα τα υπαρκτά και ορατά προβλήματα: από το μοίρασμα των ζωνών επιρροής μέχρι την κατάργηση της ταξικής πάλης, είτε αυτή εκφραζόταν άμεσα είτε μέσω εθνικών ή άλλων κινημάτων. Η θεωρία της «κατάσβεσης των σπινθήρων».

Η συνεργασία αυτή προϋπόθετε ορισμένες παραδοχές, έστω κι αν αυτές διακηρύχνονταν ανοιχτά ή όχι.

Μια από τις παραδοχές αυτές ήταν πως η «Ανατολή» μετά το «λιώσιμο των πάγων» στέκονταν εκστατική μπροστά στα «θαύματα» της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης και αναδιάρθρωσης είτε εκφράζονταν με το «γερμανικό θαύμα» των Αντενάουερ – Ερχάρτ, είτε με το «ιταλικό θαύμα» της κεντροαριστεράς. Πάνω απ’ όλα βέβαια το «μεγάλο θαύμα» της αμερικάνικης μαζικής παραγωγής καταναλωτικών ειδών απαραίτητων, χρήσιμων ή μη και της αμερικάνικης τεχνολογίας.

Η παραδοχή αυτή ήταν απόρροια μιας κεντρικής παραδοχής. Το πρότυπο που «εξάγονταν», προβάλλονταν, διακηρύχνονταν δεν ήταν πια μια κοινωνία μεταβατική που πασχίζει να μετασχηματισθεί, αλλά μια κοινωνία που πρέπει να πασχίσει να προσαρμοσθεί. Άλλοθι για την προσαρμογή: ο κίνδυνος από τα ατομικά και πυρηνικά όπλα, οι «συνέπειες της προσωπολατρίας» που πίσω από την «εγκληματολογία» αποκαλύπτονταν η ιδεολογία της εδραιωμένης πια πολυκέφαλης τεχνοκρατίας, που με παραμορφωτικούς φακούς πρόβαλλε πλευρές της πράξης της μετάβασης όπως λ.χ. τη μη μαζική παραγωγή καταναλωτικών ειδών χρήσιμων ή μη, την καθυστέρηση της γεωργίας κ.ά. με δύο λόγια «ξανάχυνε», στα δικά της μέτρα και ανάγκες στερέωσης της κυριαρχίας της, την ιστορία της μετάβασης και έβγαζε τα δικά της πραχτικά συμπεράσματα.

Αρχικά μέσα από τις τυμπανοκρουσίες και τους θορύβους, τον άφθονο βερμπαλισμό, όπου ανακατεύονταν «θαψίματα του καπιταλισμού», «ειρηνικοί ανταγωνισμοί», «κουμπιά που έβαζαν σε κίνηση πυραύλους και διέλυαν τους αντίπαλους σε λίγα λεπτά», μαζί με επιστροφή σε γνήσιους λενινισμούς, σε εργατισμούς, σε επίκληση μεγάλων πνευμάτων του παρελθόντος και άγνωστων μορφών του μέλλοντος. Όμως το όνειρο της συνεργασίας σε αγαστή σύμπνοια των Δύο Μεγάλων για την επιβολή της τάξης και της ηρεμίας στον κόσμο διαλύθηκε σαν καπνός. Και επειδή συνέβηκε αυτό χρειάστηκε το πέρασμα στη δεύτερη φάση ή στάδιο, που συνέπεσε, όχι τυχαία, με το πρώτο κύμα των εκρήξεων των κινημάτων που αποτέλεσαν τον προπομπό του «Μάη του ’68».

Στον ίδιο τον καπιταλιστικό κόσμο το μεταπολεμικό «μπουμ», τα θαύματα πέρα και δώθε του Ατλαντικού προσδιόρισαν μια άλλη αιτία διάλυσης των ελπίδων και της στρατηγικής της αμερικανοσοβιετικής ηγεμονίας. Οι συνεταίροι πρώην υποτελείς, της Ευρώπης, στον «ψυχρό πόλεμο» αρχίζουν να διεκδικούν και να ανησυχούν. Οι ηττημένες και οι συννικήτριες δυνάμεις ανταγωνίζονται την πέρα του Ατλαντικού ηγεμονική δύναμη.

Η ολοκλήρωση της ανασυγκρότησης απαιτεί μια αναδιάρθρωση. Έτσι οι βρώμικοι πόλεμοι, συνοδεύουν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που εμφανίσθηκε με εκείνο που ονομάζεται πολυεθνικές. Από την άλλη πλευρά το διεθνές οικονομικό σύστημα που δημιουργήθηκε στα χρόνια του πολέμου μπαίνει στην πρώτη μεγάλη κρίση του σαν έκφραση του τέλους της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού.

Όπως ήταν επόμενο στα χρόνια αυτά καταδείχθηκε η αναντιστοιχία ανάμεσα στις απαιτήσεις και ανάγκες της νέας πραγματικότητας, που αναπήδησε από τις μεγάλες συγκρούσεις του 1940-50, και στην απάντηση που έδινε σ’ αυτές το τοτινό παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Μια από τις τέτοιες αναντιστοιχίες ήταν πως για πρώτη φορά, ύστερα από ολόκληρες δεκαετίες, αναπτύχθηκαν αγώνες και κινήματα έξω από την τροχιά του κομμουνιστικού κινήματος. Κάτι περισσότερο: το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα εκχώρησε το ρόλο του σε άλλες δυνάμεις είτε με την «άγνοια» των τέτοιων κινημάτων, αν όχι και με την καταδίκη τους, είτε με καιροσκοπικές αναγορεύσεις σαν αυθεντικών σοσιαλιστικών, πολιτικών κινημάτων, και κοινωνικών ομάδων που σφετερίσθηκαν την ηγεσία ορισμένων από τα κινήματα αυτά.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αλγερινής Επανάστασης για τον πρώτο τύπο στάσης, η στάση απέναντι στον αραβικό εθνικισμό για το δεύτερο τύπο. Θεωρητικά η σύγκλιση παρά τη φαινομενική διαφωνία των απόψεων του Τολιάττι για τον «επαναστατικό ρόλο» της αστικής τάξης, της σοσιαλδημοκρατίας και των «θέσεων» των σοβιετικών για τον «μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης».

Οι τέτοιες στάσεις που υποτίθεται πως έδιναν απαντήσεις στα νέα προβλήματα θα αποτελέσουν τον πρόλογο για την αμαλγαμοποίηση του πραξικοπηματισμού και του «μαρξισμού», κύριο χαρακτηριστικό του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των επόμενων δεκαετιών της σοβιετικής πολιτικής.

Έτσι γεννήθηκε ένα υποκατάστατο του επαναστατικού μαρξισμού, του προλεταριακού διεθνισμού, μια «προλεταριακή» έκδοση της «επανάστασης από τα πάνω», που μετατρέπει τα «κάτω», τις μάζες των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων σε εξάρτημα των «φωτισμένων» αστικών στοιχείων, που κατά τις περιστάσεις βαφτίζονται σοσιαλιστές, επαναστάτες ριζοσπάστες, προοδευτικά και εθνικά πατριωτικά στοιχεία, που πραγματώνουν εκείνο που θα έπρεπε να πραγματώνουν οι μάζες, αλλά αυτό που πραγματώνουν βέβαια, κάθε άλλο παρά έχει σχέση με τις επιθυμίες και τις ανάγκες των μαζών. Η προσαρμογή των εθνικοαπελευθερωτικών και εθνικοδημοκρατικών κινημάτων ακολουθεί την προσαρμογή της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής προοπτικής, όπως είναι επόμενο, στην τροχιά άσκησης «παγκόσμιας πολιτικής».

Αυτοί οι επαναπροσδιορισμοί όπως θα λέγαμε σήμερα του περιεχομένου του κοινωνικού μετασχηματισμού προκάλεσαν διαφοροποιήσεις, συγκρούσεις, ανακατατάξεις στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος.

Κορυφαία στιγμή στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ήταν αυτό που ονομάσθηκε σινοσοβιετική διένεξη. Ύστερα από διαδοχικές φάσεις εσωτερικών συγκρούσεων, προσωρινών συμφωνιών και συμβιβασμών η αντιπαράθεση θα αναπτυχθεί για να φτάσει στη μεγαλύτερη όξυνση στα χρόνια ’68-’69 κι όχι τυχαία. Είναι η πρώτη μεγάλη απόπειρα, γιατί ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει προεξοφλώντας το μέλλον, πως ήταν και η τελευταία, να επαναπροσδιορισθεί η πείρα του σοσιαλισμού και του κομμουνιστικού κινήματος, όχι με την έννοια της προσαρμογής, αλλά με την έννοια της προώθησης «κατά κύματα», της επίθεσης με την πιο πλήρη έννοια για την «κατάχτηση του ουρανού». Αν και αυτά μυρίζουν λίγο «παλαιοντολογικά» βέβαια. Ο Μάο είναι στον τάφο του και βασιλεύει η γνωστή μετριοκρατία-τεχνοκρατία κι αυτό όχι τυχαία. Όταν το 1957 ο Μάο Τσετούνγκ δήλωνε στη Μόσχα πως ο «ανατολικός άνεμος είναι δυνατότερος από το δυτικό άνεμο» έδινε και μια τελευταία μάχη για να περάσει ενωμένο ολόκληρο το τότε «αναδομημένο» κομμουνιστικό κίνημα σ’ αυτή την έφοδο κατά κύματα: για την κατάχτηση στόχων που θα το έφερναν κοντά στο τελικό σκοπό·για τελευταία φορά σε τέτοιου είδους συναθροίσεις μέσα στο «παλιό» πνεύμα των κομμουνάρων του Παρισιού και των πρωτοπόρων του Οχτώβρη προσδιορίσθηκε το πνεύμα του «συσχετισμού δυνάμεων». Όχι γιατί διαθέτουμε μονάχα τόσα όπλα και τόσες μηχανές, αλλά κύρια και πρωταρχικά γιατί έχουμε μαζί μας τόσα και τόσα εκατομμύρια ανθρώπων, τόσες και τόσες μάζες καταπιεζόμενων, και απέναντί μας έχουμε έναν διαιρεμένο αντίπαλο που μπορούμε να τον διαιρέσουμε ακόμα περισσότερο. Αβυσσαλέα απόσταση χωρίζει εκείνη την αντίληψη με αυτή, που αποτελεί τον κεντρικό άξονα της έννοιας των συσχετισμών που στέκεται στη βάση αυτού που χθες ήταν μπρεζνιεφισμός με Μπρέζνιεφ και σήμερα μπρεζνιεφισμός με Αντρόπωφ.

Και ακριβώς αυτός ο «ανατολικός άνεμος» φύσηξε στη Δύση, από τις Ενωμένες Πολιτείες μέχρι τη Δυτική Γερμανία και από τη Νότια Αμερική μέχρι την Ιαπωνία και αντίστροφα στα χρόνια αυτά. Μετά την περίοδο εγκλωβισμού της νεολαίας και πρώτα απ’ όλα της φοιτητικής, στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, στα πανεπιστημιακά γκέτο-κάμπους, με τους μακαρθισμούς στις ΕΠΑ, το κυνήγι των υπόπτων στη Δ. Γερμανία του «θαύματος», γεγονότα και «μακρινά» και «κοντινά», από την εξέγερση της ιαπωνικής φοιτητικής νεολαίας, της νεολαίας της Ν. Κορέας, της Τουρκίας, το 1960. Από το ξεπούλημα του αλγερινού λαού από την ηγεσία του «Κ.Κ. Γαλλίας», τις καταδίκες και τις μανούβρες των σοβιετικών για να καθίσουν ήσυχα οι βιετναμέζοι, μέχρι το ξέσπασμα της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, ο «ανατολικός άνεμος», σαρώνει κάθε γωνιά και των Μητροπόλεων και των πρώην αλλά και των τότε αποικιών. Σε κάθε χώρα παίρνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά παίρνει η κοινή προσπάθεια της κατάπνιξής του. Αλλά οι παρανομαστές είναι κοινοί και στη μια πλευρά και στην άλλη.

Νάσαι νέος
και σώπα!

Η ιθύνουσα ή οι ιθύνουσες τάξεις στις μητροπόλεις του καπιταλισμού και στις διάμεσες χώρες στα χρόνια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης 1945-1960 υιοθετώντας τα υπερατλαντικά πρότυπα, αναδιάρθρωσαν και την παιδεία συνολικά, αλλά και πιο ιδιαίτερα τη λεγόμενη Ανώτατη Παιδεία. Πανεπιστημιακά κάμπους α λα Ναντέρ στο Παρίσι, «Πανεπιστημιουπόλεις» α λα Κουπόνια –Ζωγράφου στην Ελλάδα, την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Οι φοιτητές στις άκρες των πόλεων ή κι έξω από τις πόλεις. Υπάρχουν τα γκέτο για τους μαύρους, υπάρχουν τα γκέτο για τους ευαίσθητους, ανήσυχους έστω, φοιτητές. Η επιδρομή των πολυεθνικών, η ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού, οι ανταγωνισμοί σε κρατικούς ή μη κρατικούς τομείς, η επέκταση της «επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας», η αναδιάρθρωση της παραγωγικής-τεχνολογικής βάσης, μέσα κι έξω από το εργοστάσιο, η μεγάλη ανακάλυψη των σύγχρονων χειρισμών της περιβόητης «συναίνεσης», επέβαλαν και καθόρισαν αυτή την κούρσα στην εξειδίκευση, στην «ταιηλοροποίηση» της πανεπιστημιακής ή μετα-πανεπιστημιακής παραγωγής. Η Ναντέρ, καμάρι και καρπός συνδυασμένων προσπαθειών γαλλικών και εξωγαλλικών εγκεφάλων, θα ήταν το εργαστήρι παραγωγής ψυχολόγων, κοινωνιολόγων κ.λπ., έτσι που το παν/μιο να απαντήσει στις ανάγκες της αναδιάρθρωσης. Επιχειρήθηκε άλλωστε και πιο πριν, κύρια μετά την προσαρμογή της δεκαετίας του 1950 η χρησιμοποίηση του «μαρξισμού της προσαρμογής» για την ικανοποίηση των αναγκών του καπιταλισμού. Αυτό δε συνέβηκε μονάχα στη Ναντέρ, αλλά στα περισσότερα παν/μια των μητροπόλεων και τούτο άμεσα με τη συνεργασία στις περισσότερες περιπτώσεις των «φορέων» του μαρξισμού.

Μαρξιστές ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι άρχισαν από τότε να δουλεύουν για να ικανοποιούν συγκεκριμένες ανάγκες επιχειρήσεων, κρατών. Και σήμερα αυτό θεωρείται απόλυτα φυσικό και θετικό: «Ο μαρξισμός διαβρώνει από τα μέσα τον καπιταλισμό». Η εξέγερση στη Ναντέρ πέρα από την προβολή άλλων αιτημάτων ή και μέσα από τέτοια αιτήματα, ανεξάρτητα αν είχε συνειδητοποιηθεί και πόσο, αποτελούσε μια εκδήλωση καταδίκης αυτής της τερατογονίας.

Κι εδώ εκδηλώθηκε ακόμα μια «τομή» θα λέγαμε σε σχέση με το παρελθόν. Η «τομή» αυτή σχετίζεται με το ότι για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση στις καπιταλιστικές μητροπόλεις έπαιξαν το ρόλο καταλύτη σε γενικότερα ξεσηκώματα, κινήματα νεολαίας και ιδιαίτερα φοιτητικής νεολαίας. Στο παρελθόν εκτός από την τσαρική Ρωσία στις αρχές του αιώνα μας, στις αποικιακές, ημιαποικιακές και εξαρτημένες χώρες οι κινητοποιήσεις της σπουδαστικής νεολαίας είχαν ιδιαίτερο βάρος και τούτο είχε υπογραμμισθεί, ιδιαίτερα στη δεκαετία 1920-30 από το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής –και τούτο σχετιζόταν με τα άμεσα αντιιμπεριαλιστικά-δημοκρατικά αιτήματα. Η «τομή» βρίσκεται ακόμα και στον άμεσα αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα των τέτοιων κινημάτων, αλλά και στην ουσιαστική ταυτότητα των στόχων των κινημάτων αυτών στις καπιταλιστικές μητροπόλεις με εκείνους της νεολαίας των άλλων περιοχών του κόσμου.

Έτσι όπως ήταν επόμενο τα κινήματα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις πέρα από τους ίδιους γενικούς στόχους χρωματίζονται με ιδιαιτερότητες που δεν υπήρχαν στα κινήματα της Κίνας, της Ιαπωνίας, ή της Λατινικής Αμερικής.

Και γι’ αυτό υπήρξαν πολλοί που ξαφνιάστηκαν για την παρουσία αιτημάτων ανοιχτά πολιτικών, αιτημάτων αδιανόητων για προηγούμενες γενιές φοιτητών, αλλά και νέων γενικά –και γι’ αυτό αναγκαστικά όλοι έδωσαν «εξετάσεις»… Ξεχνούσαν πως είχαν μπροστά τους μια νεολαία που είχε μεγαλώσει με τις προσδοκίες που καλλιεργούνταν, από τη μια, από την αδιάκοπη τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και με την αγωνία και τους φόβους, που θα είχε για το μέλλον τους αυτή η ίδια η ανάπτυξη, που από τα μικρότερα χρόνια τους είχαν γίνει αντικείμενα – αγορά: παιδική αγορά, εφηβική αγορά, «τηνέιτζερς» και Χαλλινταίη, τηλεόραση, αποσμητικά και διεγερτικά, όλοι αυτοί οι τομείς που επενδύονταν κεφάλαια και κεφάλαια, που πρόβαλαν συνταγές, τρόπους περπατήματος, ντυσίματος, ψυχαγωγίας, που υπαγόρευαν μια ορισμένη γλώσσα, ή ακόμα και ορισμένα αισθήματα. Σήμερα αυτά έχουν γίνει κατάσταση, συνήθεια, ρουτίνα, αυτονόητα πράγματα. Αλλά τότε η εξέγερση ήταν εξέγερση ενάντια σ’ αυτά τα πράγματα. Μπορεί η εξέγερση όταν καταλάγιασε να τη διαδέχθηκε η αξιοποίηση ακριβώς της εξέγερσης στα πράγματα εκείνα, που ήταν αξιοποιήσιμα για την αγορά. Όπως η εξέγερση ενάντια στην υποκρισία και τον καθωσπρεπισμό των διαπροσωπικών σχέσεων, της οικογένειας, των ερωτικών δεσμών κ.λπ., όταν υποχώρησαν τα κύματά της, μετασχηματίσθηκε λ.χ. στη μεγάλη αγορά του σεξ, με όλες τις άλλες παρεπόμενες βιομηχανίες και αγορές.

Κι όπως ήταν επόμενο μια εξέγερση και μάλιστα σε καπιταλιστική μητρόπολη αναταράζει από τα βάθη την κοινωνία. Η δυνατότητα έκφρασης των επιθυμιών, των αναγκών, έδωσε την ευκαιρία να εκφρασθούν καταστάσεις, που αξιοποιήθηκαν έντεχνα και για τη δυσφήμιση των κινημάτων αλλά και για την αξιοποίησή τους.

Αυτή ήταν η μία πλευρά. Η άλλη πλευρά αφορά την εξέγερση ενάντια στην «υπαρκτή», εναλλακτική λύση που πρόσφερε στους λαούς ο σοσιαλισμός α λα Χρουτσώφ-Μπρέζνιεφ. Και η εξέγερση αυτή πυροδοτούνταν από την αναπτυσσόμενη στην Κίνα Πολιτιστική Επανάσταση.

Στα χρόνια του «Μάη ’68» είχε καταδειχθεί για τους εξεγερμένους η φενάκη της επιστροφής στο «γνήσιο λενινισμό». Γεγονότα όπως η θυσία του Τσε το 1967 στη Βολιβία και η εγκατάλειψή του το λιγότερο, με τη σε συνέχεια, μεταθανάτια σκύλευσή του από εκείνους που τον εγκατέλειψαν, ήταν πρόσφατα. Όπως η όλη στάση αυτού που γενικότερα αποκαλούνταν κομμουνιστικό κίνημα απέναντι στα εθνικοαπελευθερωτικά και λαϊκά κινήματα.

Έτσι η εξέγερση ενάντια στον καπιταλισμό συνδέονταν αναπόσπαστα με την εξέγερση σ’ αυτό που προβάλλονταν σαν σοσιαλισμός.

Πιο ειδικότερα: η κριτική στο αστικό πανεπιστήμιο και στο «σοσιαλιστικό» παν/μιο εμπνέονταν και από την κριτική του παν/μιου στην Κίνα, από την Πολιτιστική Επανάσταση, αλλά και από την πείρα της ίδιας της σπουδαστικής νεολαίας. Όσο και αν παρουσιάσθηκε και παρουσιάζεται βέβαια και τώρα σαν «άρνηση της γνώσης», και άλλα γνωστά στερεότυπα, αποτελούσε ολότελα «νέο φαινόμενο», «νέο πράγμα». Κι εδώ πέρασε στην επίσημη περί Μάη παράδοση πως οι φοιτητές είχαν δίκιο, για τα όσα καταμαρτυρούσαν ενάντια στο σύστημα των εξετάσεων, ενάντια στην από καθέδρας διδασκαλία, για το ότι δεν παίρνονταν η άποψή τους για τα ζητήματα της διοίκησης αλλά και των προγραμμάτων σπουδών, όπως «πέρασε» πως οι φοιτητές και οι νέοι είχαν δίκιο γιατί δεν τους «αφήσαμε έναν καλύτερο κόσμο» και για τούτο διαμαρτυρήθηκαν για το «βιομηχανικό πολιτισμό». Απ’ αυτά τα «δίκαια» και «λογικά» —που αποτελούν ωστόσο αυτοκαταδίκη για τον δήθεν αφηρημένο αρνητισμό των κινημάτων— πόσα και ποια εφαρμόσθηκαν και στο γαλλικό παν/μιο και στα άλλα παν/μια, όπου στο μάθημα της Κοινωνιολογίας λέγονται αυτά τα «καλά», («να πούμε και του στραβού το δίκιο») για το «Μάη»;

Τότε βέβαια, όχι μονάχα τα παραπάνω ήταν σωστά και δίκαια, αλλά και άλλα πολλά… Το πρόβλημα ήταν να αποδυναμωθεί η κριτική που αγκάλιαζε όλο το σύστημα. Και δίνουμε σήμερα «κάτι» για να το πάρουμε αύριο πίσω. Όπως και έγινε. Κι έτσι βγήκε πως η συνδιοίκηση ήταν βασικό αίτημα του Μάη. Ενώ η συνδιοίκηση ήταν όπλο της παλινόρθωσης με το νόμο Ε. Φόρ…

Έτσι η αξιοποίηση, διαστροφή, προσαρμογή συνθημάτων του Μάη, ιδεών, πραχτικών αφορούσε και αφορά όλες τις πλευρές. Εκτός από μια: που βέβαια είναι η κύρια και που χωρίς αυτήν ο Μάης μετατρέπεται σε εκδήλωση καταναλωτών, σε εκδήλωση μεταρρυθμιστών του εκπαιδευτικού συστήματος, που θέλουν να κάνουν πιο γερά τα πτυχία κλπ κλπ: της ανοιχτής εξέγερσης ενάντια στον καπιταλισμό και στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Αποδείχθηκε έτσι για άλλη μια φορά, και πως το κεφάλαιο δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα για να βγάλει κέρδος, αλλά και πως οι χειρισμοί του, για την ιδιοποίηση και διαστροφή, επομένως, πραγμάτων που κατευθύνονται εναντίον του, είναι ανάλογοι με τη δύναμή του, .την παράδοση του, αλλά και τους δεσμούς ή τις συμμαχίες του, που γίνονται δυνατοί όταν διαμορφώνεται ένας ορισμένος συσχετισμός δυνάμεων. Ιδιαίτερα για τη Γαλλία, ενώ την καθολική σπουδαστική εξέγερση την ακολούθησε καθολική απεργιακή κινητοποίηση με καταλήψεις εργοστασίων, επιστημονικών κέντρων, ακόμα και γραφείων ποδοσφαιρικών εταιρειών, απέναντι σ’ αυτή τη γενική απαίτηση για αλλαγή των πάντων, μεθοδικά, σχεδιασμένα, σε αγαστή σύμπνοια αντιπαρατάχθηκε για πρώτη φορά με τέτοιο κυνικό τρόπο η συνδυασμένη δράση της εξουσίας, του κεφαλαίου και του «αντιπάλου» της από παράδοση, του «κόμματος της εργατικής τάξης» και της ηγεσίας των συνδικάτων. Για να απομονωθεί το σπουδαστικό κίνημα, το νεολαιίστικο κίνημα από το εργατικό κίνημα, με πρωτοβουλία του ίδιου του Πομπιντού γίνεται επειγόντως η δεύτερη συμφωνία του Γκρενέλ που δίνονται «ουσιαστικές αυξήσεις» στις αποδοχές ύστερα από το γιουχάισμα που έφαγαν οι συνδικαλιστές ηγέτες μετά την ,πρώτη συμφωνία που δίνονταν μικροπράγματα. Το κεφάλαιο, η εξουσία κινητοποιούνταν για να δυναμώσουν τη θέση του «αντιπάλου» τους απέναντι στην εργατική τάξη αφού αυτός ο «αντίπαλος» είναι ο βασικός τους σύμμαχος σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Κι έτσι μπορούν μεθοδικότερα να αντιμετωπίσουν έναν-έναν και χωριστά τους πραγματικούς εχθρούς τους. Μετά τον πρώτο αυτό χειρισμό, επιστρατεύονται οι απειλές των τανκς —η ιστορία θα επαναληφθεί εδώ με απόλυτη αντιγραφή με το γνωστό «Καραμανλής ή τανκς»— και σε συνέχεια περνάνε στην επίθεση με την προκήρυξη εκλογών κάτω από την ατμόσφαιρα αυτής της απειλής.

Το χρώμα της θεωρίας είναι γκρίζο
πράσινο είναι, φίλε μου, το δέντρο της ζωής.
Γκαίτε

Ο Γαλλικός Μάης αποτέλεσε ένα πεδίο αντιπαράθεσης, ανεξάρτητα από την έκβαση των πραγμάτων, δύο διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με την πολιτική. Και υπήρξαν δύο διαφορετικές αντιλήψεις έστω κι αν αυτοί που έκφρασαν αρχικά —όσο την έκφρασαν— την αντίθεση με το «καθιερωμένο παιχνίδι» έπεσαν στο τέλος στην τροχιά αυτού του καθιερωμένου παιχνιδιού.

Στην αρχική περίοδο όπως ήταν επόμενο ανταγωνίζονταν, μέσα στο κίνημα ή κι έξω απ’ αυτό, θεωρώντας το «φοιτητικά καμώματα», ομάδες, οργανώσεις και κινήσεις που πάσχιζαν να βάλουν τη σφραγίδα τους ή να το επηρεάσουν, το χαρακτηριστικό του ήταν, πως στηρίζονταν στην ανεξάρτητη δράση των μαζών ενάντια σε όλους τους «καθιερωμένους» πολιτικούς σχηματισμούς.

Την τέτοια πρακτική, που αναπηδούσε από τις ίδιες τις απαιτήσεις των μαζών, την ακολουθούσαν αναγκαστικά —όσο την ακολουθούσαν— οι περισσότεροι απ’ όσους προβλήθηκαν τότε σαν ηγέτες του κινήματος. Και τούτο ακριβώς δείχνει, πως δεν επρόκειτο όπως λεγόταν και λέγεται, για «καμώματα» και «μηχανορραφίες» μικροομάδων. Αφού οι περισσότερες απ’ αυτές αιφνιδιασμένες από το ανεπάντεχο επιστράτευαν κλασικά, από εγχειρίδια βέβαια καθόλου τριτοδιεθνιστικά, όπως λέγεται συχνά, πρότυπα, και μη βρίσκοντας έτοιμο, μονταρισμένο το πρωτοπόρο απόσπασμα που θα καθοδηγούσε το κίνημα αναζήτησαν από την αρχή υποκατάστατο. Τέτοια υποψήφια υποκατάστατα ήταν το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα, τότε του Ροκάρ, που παρίστανε τότε τον υπερτριτοδιεθνιστή Μπολσεβίκο που «έβγαινε από τα αριστερά» στους πάντες, και αργότερα στο πρόσωπο του κ. Μιτεράν που θεώρησε τον εαυτό του βέβαιο πρόεδρο από τότε, αφού διόρισε και πρωθυπουργό τον μακαρίτη Μαντέλ Φρανς. Ένας από τους λόγους της υποχώρησης του κινήματος, είναι και αυτή η προσαρμογή που σημειώθηκε ερήμην των μαζών, εναντίον τους.

Οι περισσότεροι συντριπτικά, απ’ όσους προβλήθηκαν σαν πρωταγωνιστές και ηγέτες του κινήματος, προέρχονταν από την Ένωση Κομμουνιστών Σπουδαστών του «ΚΚΓ», με εμπειρίες από την πολιτική των διωγμών από την ηγεσία αυτού του κόμματος, όταν το 1960 οργάνωσαν και πραγματοποίησαν διαδήλωση ενάντια στο βρώμικο πόλεμο κατά του λαού της Αλγερίας, που χτυπήθηκε χτηνώδικα από την αστυνομία και που τα θύματα τα κάλυψε λήθη και ανάθεμα. Ένα άλλο μέρος προέρχονταν από αριστερές σοσιαλιστικές ομάδες και αναρχικούς σχηματισμούς. Τέλος υπήρχαν οι ηγέτες της Ομοσπονδίας Μαρξιστικών-Λενινιστικών Νεολαιών, που εμπνέονταν από το Κ.Κ. Κίνας και από την Πολιτιστική Επανάσταση αλλά στο μεγαλύτερο μέρος τους και από τον Αλτουσέρ.

Δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί αυτός ο «φορέας», που απαιτούσαν οι καιροί, παρά μονάχα αν «διαβάζονταν» το γεγονός με άλλους από εκείνους τους παραμορφωτικούς φακούς που διέθεταν όλοι αυτοί. Τούτο δε σημαίνει, παρά την κατοπινή στάση αρκετών, πως δεν πάσχισαν να το κάνουν. Και όλος αυτός ο μόχθος και το αίμα δεν πήγαν κι ούτε θα πάνε χαμένα παρά τις ροκάνες και τις σειρήνες της απογοήτευσης και της αποστασίας.

Η βασική παραμορφωτική εκδήλωση ήταν η αδυναμία να μεταφράσουν πραχτικά, δηλαδή δημιουργικά, την ουσία της Πολιτιστικής Επανάστασης στη Γαλλία, θα το επιχειρήσουν οι οργανώσεις «υπόθεση του Λαού» και «Προλεταριακή Αριστερά» μετά το Μάη αλλά με περισσότερο δογματισμό και «πολιτική αλά Γαλλικά».

Ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, η ακινησία, η «σταθερότητα» σε όλους τους τομείς αναστατώθηκαν. Και με τούτο δεν εννοούμε τις παραχωρήσεις της ντεγκωλικής κυβέρνησης σε όλους τους τομείς, που διευκόλυναν βέβαια την παλινόρθωση της τάξης και της συνοχής που είχε αναταραχθεί, αλλά το ίδιο το γεγονός πως η παλινόρθωση χρειάσθηκε να ρίξει στην πλάστιγγα όλες τις δυνάμεις και τις κάθε είδους εφεδρείες στο πολιτικό, κοινωνικό, ιδεολογικό-πολιτιστικό τομέα, για να πετύχει μια «συναίνεση» με το γλυκό τρόπο και το ματσούκι. Γι’ αυτό χρειάσθηκε η γαλλική μεγαλοαστική τάξη να απαλλαγεί κι από το μεγάλο της σύμβολο, τον Ντε Γκωλ, ίσως γιατί σαν σύμβολο μιας άλλης εποχής δεν ήταν πια συνεργάσιμος και προσαρμόσιμος στις μετά το Μάη ανάγκες της. Και πετάχτηκε χωρίς να κινηθούν τα τανκς… Ίσως ήταν κάπως άταχτος, γι’ αυτήν, μέσα στην τάξη που επέβαλε.

Η γενιά του Μάη στη Γαλλία στη μεγάλη της μάζα, όσο κι αν τραγικά αδιέξοδα σφράγισαν τη ζωή πολλών απ’ όσους πάσχισαν να ξανακάνουν το Μάη από άλλους δρόμους, χωνεύει την πείρα και του ίδιου του Μάη και των αποπειρών να ξαναγινεί ο Μάης και τούτο αφορά όχι μονάχα αυτή τη γενιά, αλλά και τη σημερινή. Η κατάθλιψη, η ξεραΐλα και το καφκικό κλίμα που επικρατεί στις κοινωνικές, πολιτικές και πνευματικές σφαίρες της χώρας το υπογραμμίζουν, τα βεντετιλίκια του μεγάλου συνέταιρου του Μιτεράν, και η αποτρόπαια μούχλα και ο σκοταδισμός του πάλαι ποτέ κόμματος που αποτέλεσε την «τιμή και τη συνείδηση της Γαλλίας» Κάποτε οι κερασιές θα ξανανθίσουν…

Μιλάνε πολλοί σήμερα αναφερόμενοι στην Πολωνία με το γνωστό «η τάξη αποκαταστάθηκε στη Βαρσοβία». Αλλά το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο, είναι παγκόσμιο, όταν αναφερθούμε στο παγκόσμιο κίνημα της νεολαίας της δεκαετίας του 1960-70. Η αναταραχή σταμάτησε. Η τάξη αποκαταστάθηκε στον κόσμο. Στην Κεϋλάνη χρειάστηκε να χώσουν στη φυλακή όλους τους νέους. Στην Κίνα, δίπλα στους γνωστούς και επώνυμους της «Συμμορίας των Τεσσάρων», οι μετριοκράτες που διοικούν «αναμορφώνουν» τεράστιες αριθμητικά μάζες νέων, αφού πέρασαν από το ντουφέκι, σύμφωνα με τα δικά τους λεγόμενα, αρκετές εκατοντάδες. Στην Ιταλία οι πολιτικοί κρατούμενοι, ύποπτοι για «μπριγκαντισμό» ή ύποπτοι γενικά ξεπερνούνε τις 5.000. Στη Δυτική Γερμανία οι ίδιες οι αρχές δηλώνουν πως οι φακελωμένοι ηλεκτρονικά είναι 20.000.000. Κι αυτοί «ύποπτοι για τρομοκρατία». Και το δυτικογερμανικό σύστημα έχει γίνει πρότυπο για όλες τις πολιτισμένες χώρες.

Ένα «νεανικό σκίρτημα» και μετά 15 χρόνια χρειάζεται τέτοια μέτρα για να αποτραπεί η επανάληψη του;

Φυσικά κάθε μεγάλο κίνημα στην παγκόσμια ιστορία δεν χαρακτηρίσθηκε παρά μονάχα από κάποια «νεανικά» και όχι «γεροντικά» σκιρτήματα. Επομένως η ουσία δεν βρίσκεται σε κάποιο χάσμα των γενιών αλλά κάπου βαθύτερα. Και όσο επιπόλαιοι είναι εκείνοι που ήθελαν ή θέλουν την επανάληψη με τον ίδιο τρόπο γεγονότων, που από την ίδια τη φύση τους έχουν μια πλευρά που είναι ανεπανάληπτη —κάθε γεγονός ενέχει θα λέγαμε αυτή την πλευρά— άλλο τόσο επιπόλαιοι είναι εκείνοι που θεωρούν σαν μια παρεκτροπή, σαν ένα «σπασμό» αυτό που συνδέεται με το «’68». Ο γνωστός προκλητής δακρύων και ορισμένου είδους σπασμών Αλέξανδρος Δουμάς υιός, συγγραφέας της «Κυρίας με τας καμελίας», είχε χαρακτηρίσει την Κομμούνα του Παρισιού «σπασμό» γενετήσιο της ανικανοποίητης σεξουαλικά «αλητείας» του Παρισιού. Και ο χαρακτηρισμός είχε γίνει της μόδας για κάμποσα χρόνια…

Η προσαρμογή επί το κοσμιότερο δεν είναι και πολύ ουσιαστική. Εξάλλου φαίνεται για τους μαρξιστές θεωρητικούς επί των «σκιρτημάτων» πως τα γεροντικά σκιρτήματα είναι πάντα αποστάγματα πείρας, ωριμότητας και σοφίας και επομένως αυτά είναι θετικά και προωθητικά.

Όμως, για μια διάρκεια δέκα και πάνω χρόνων, εκατομμύρια νέοι σε όλα τα σημεία σχεδόν του κόσμου, αγωνίζονταν όχι μονάχα για δικά τους στενά συμφέροντα, αλλά πρώτα απ’ όλα και κύρια για υποθέσεις, που αφορούσαν μακρινούς λαούς, ενάντια σε συγκεκριμένους πολέμους και τελικά, κι όχι τελευταία, για την αλλαγή του συστήματος κοινωνικών σχέσεων, σε όλες του τις μορφές και εκδηλώσεις. Έξω από τους πρωτοπόρους στην πάλη αυτή κομμουνιστές της Κίνας, ποια δύναμη στον κόσμο τους συμπαραστάθηκε και ποια δεν τους πολέμησε; Τούτο το γεγονός δεν αποτελεί από μόνο του την απόδειξη πως επρόκειτο το λιγότερο για έκφραση μιας θέλησης «να αλλάξει ο κόσμος», που δεν ήταν θέληση μονάχα αυτών των νέων αλλά των μεγάλων μαζών, των «βασικών μαζών» σύμφωνα με την έννοια του Μάο Τσετούνγκ;

Είχαμε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλά τέτοια διεθνούς έκτασης και απήχησης γεγονότα, που συνένωσαν, τόσες τεράστιες μάζες εκατομμυρίων νέων σε τόσα εκτεταμένα μέτωπα πάλης; Και γιατί τότε όλο αυτό το οπλοστάσιο νόμων, ηλεκτρονικών μηχανισμών, μέτρων και διωγμών τόσα χρόνια μετά από το «σπασμό» ή «σκίρτημα» αυτό;

Το δύσκολο είναι αυτό
που μπορεί να γίνει αμέσως.
Το αδύνατο είναι εκείνο
που χρειάζεται περισσότερο χρόνο.

Ο «Μάης ’68» δεν μπορεί να τοποθετηθεί έξω από τη συγκεκριμένη εποχή του. Και αυτό σημαίνει ειδικότερα έξω από την παρατεταμένη αντιπαράθεση μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα στις δεκαετίες 50-70. Το ότι στο Μάη εκφράσθηκαν ή και «ηγεμόνευσαν» σε ορισμένες περιπτώσεις κύκλοι, στοιχεία, ομάδες, που βρίσκονταν έξω από την πολεμική ή τη σύγκρουση αυτή, μια και ήταν επίγονοι της ονομαζόμενης «παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς» ή και έξω απ’ αυτήν, αυτό ήταν συνέπεια συγκεκριμένων συσχετισμών, που είχε δημιουργήσει ήδη αυτή η ίδια η πολεμική και αντιπαράθεση.

Κι όπως ήταν επόμενο η μεθοδολογία, η γενικολογία, η αφηρημένη συνθηματολογία στην πραχτική δραστηριότητα εκείνων που «ηγεμόνευσαν» δεν ήταν απαλλαγμένη από το ιδεολογικό οπλοστάσιο που κουβαλούσαν, αλλά και από πλήθος προκαταλήψεις και συμπλέγματα. Φυσικά υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, που πολλοί απ’ αυτούς ενέργησαν σε αντίθεση με όλα αυτά και ήταν επόμενο να υπάρξουν τέτοια παραδείγματα, αφού είχαν να κάνουν με μια κίνηση μαζών, που παρέσυρε σχήματα και πραγματικά ιδεολογήματα. Γι’ αυτό, εκείνο που ανέδειξε η κίνηση των μαζών πέρασε πάνω και πέρα απ’ όλα αυτά. Έτσι, αν η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, η τελευταία αλλά και η μεγαλύτερη φάση της αντιπαράθεσης στο τοτινό κομμουνιστικό κίνημα στάθηκε ο πυροδότης, που έθεσε σε κίνηση όλα αυτά τα κινήματα, οι ίδιες οι ατέλειές της, ατέλειες που εντάσσονται στους συσχετισμούς δυνάμεων που διαμορφώνονται μέσα στην ίδια την πορεία της, αλλά και σε ιδιαίτερες καταστάσεις, που αποτελούσαν τη διεθνή πλευρά της από την άποψη των συσχετισμών, έδιναν λαβή σ’ ένα πλήθος από ομάδες, οργανώσεις, κύκλους να επιδείχνουν το πιο άκριτο δογματισμό και σουϊβισμό, αντίθετο με το πνεύμα και την ίδια την ουσία της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Έτσι προστιθέμενος ο δογματισμός και ο σουϊβισμός στους παλιούς δογματισμούς, σχήματα, προκαταλήψεις που κουβαλούσαν, όσοι προέρχονταν από την «παλιά κομμουνιστική αριστερά», οδηγούσαν σε γενικολογίες, ψευδαισθήσεις, υπερθεματισμούς, και τα παρόμοια.

Εκείνοι, που αντιπροσώπευαν το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, στις χώρες της καπιταλιστικής μητρόπολης, ασχολούνταν περισσότερο με «χρίσματα», ταξίδια, χαιρετισμούς και διπλωματία, παρά με το να πασχίσουν να αντιληφθούν τη νέα πραγματικότητα. Και πολλά από όσα έκαναν, και έκαναν άνθρωποι που ανήκουν σ’ αυτήν την πλευρά, τα έκαναν πέρα και ενάντια στα καμώματα των «κορυφών» τους. Δε συνέβηκε το ίδιο σε πολλές άλλες χώρες·γι’ αυτό οι γενικεύσεις που τόσο συνηθίζονται στον τόπο μας, είναι γενικεύσεις που τις υπαγορεύουν γνωστές σκοπιμότητες και επίσης γνωστό κληρονομικό μένος εναντίον εκείνων, που αποκαλούνται γενιές τώρα δογματιστές και «σταλινικά αποβράσματα».

Το κίνημα της εξωκοινοβουλευτικής, επαναστατικής, αντιρεφορμιστικής, ριζοσπαστικής και όπως αλλιώς θέλετε να ονομαστεί η Αριστερά, δεν ηττήθηκε στο Πανεπιστήμιο αλλά κυρίως έξω από αυτό στις προσπάθειές του να συνδεθεί μ’ άλλους κοινωνικούς χώρους και να ανοίξει νέους δρόμους.

Τρεις παρατηρήσεις στη μια διαπίστωση.

Πρώτη παρατήρηση: Η υποχώρηση των κινημάτων αυτών ήταν αποτέλεσμα συσχετισμού δυνάμεων σε όλους τους τομείς, ιδεολογικό, πολιτικό, οργανωτικό.

Σαν προδρομικά κινήματα που πρόβαλλαν νέους στόχους, μια νέα ποιότητα, μια νέα αντίληψη που επαναπροσδιόριζε με την έννοια της αποκατάστασης του περιεχομένου του νέου συστήματος κοινωνικών σχέσεων, δεν μπορούσαν να επιβληθούν γιατί τους έλλειπαν τα στοιχεία εκείνα που θα τους έδιναν διάρκεια και σταθερότητα.

Παρατήρηση δεύτερη: Τα κινήματα αυτά είχαν μεγάλη επιρροή μέσα στα πανεπιστήμια και γενικά στον πληθυσμό του εκπαιδευτικού μηχανισμού. Τίθεται το πρόβλημα: ποια τα όρια ανάπτυξης ενός κινήματος σ’ ένα επιμέρους αλλά νευραλγικό χώρο όπως το πανεπιστήμιο σε σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης του επαναστατικού κινήματος. Ή αλλιώτικα: είναι δυνατή η ανάπτυξη και μέχρι ποιου βαθμού του φοιτητικού κινήματος σε αναντιστοιχία με άλλα κινήματα; Τα κινήματα αυτά ήρθαν να καλύψουν ένα κενό στην κοινωνία, να υπογραμμίσουν προβλήματα και όχι να υποκαταστήσουν τις βασικές κοινωνικές δυνάμεις και το ρόλο τους. Η επιρροή λοιπόν αυτών των κινημάτων έφτασε μάλλον σε κάποιο μάξιμουμ μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους. Η πάρα πέρα ανάπτυξή τους ήταν πλέον συνάρτηση της έκβασης της μάχης σε άλλα επίπεδα.

Παρατήρηση τρίτη: Υπήρξε και υπάρχει ως τα σήμερα μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο τι πρόβαλλαν τα ξεσπάσματα αυτά και στις οργανωτικές συγκροτήσεις που τα ακολούθησαν.

Οι οργανωτικές συγκροτήσεις είναι σχεδόν πάντα πιο «κάτω» από τις απαιτήσεις που τα ίδια τα ξεσπάσματα έβαλαν. Δεν μιλάμε καθόλου για κάποιες γκρούπες που είδαν καχύποπτα τα ξεσπάσματα αυτά, ενώ οι λίγες εξαιρέσεις του γενικού κανόνα σχετίζονταν με την υπερδιόγκωση κάποιων στοιχειακών αντιδράσεων που παρατηρούνταν στους κοινωνικούς χώρους. Έλειπε δηλαδή μια συνολικοποίησή της, μια συνολική θεώρηση.

Ενώ οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς μαζικοποιήθηκαν μετά τα ξεσπάσματα αυτά, στον ιδεολογικό εξοπλισμό τους βάρυναν περισσότερο κάποια στοιχεία που προϋπήρχαν χωρίς να κάνουν κάποιο προχώρημα στις απαιτήσεις «για νέα θεωρία, νέα οργάνωση».

Σε γενικές γραμμές τούτα τα κινήματα δεν είχαν συγκεκριμένη συναίσθηση των στόχων που έβαζαν και στηρίζονταν περισσότερο στον αυθορμητισμό των μαζών και λιγότερο στο δικό τους ρόλο σαν φορείς τις επανάστασης. Δηλαδή περίμεναν ο αυθορμητισμός των μαζών να κάνει τη δική τους δουλειά.

Το ότι οι οργανωτικές συγκροτήσεις, από ιδεολογικό εξοπλισμό υστερούσαν και άρα κάθε μια κλεινόταν σε ένα σύστημα απόψεων, δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε αναιρεί την προηγούμενη φράση.

Γιατί συνέβηκε περίπου αυτό το γεγονός: Όσο απομακρυνόμασταν χρονικά από τα διάφορα ξεσπάσματα, σε περιόδους όμως αρκετής ακόμα ευφορίας, παρατηρούνταν ταυτόχρονα η όλο μεγαλύτερη στεγανοποίηση των διάφορων οργανώσεων από τη μια, και η όλο μεγαλύτερη-εντονότερη τάση μεγένθυνσης στοιχειακών – αυθόρμητων αντιδράσεων από την άλλη.

Η διαπίστωση: Τα κινήματα αυτά, σ’ όλη την εικοσάχρονη πορεία τους, ήταν ο μοναδικός πολιτικός χώρος, παρ’ όλες τις αδυναμίες του, που εναντιώθηκε στο σύνολο του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων, που εναντιώθηκε στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση ή τον εκσυγχρονισμό, υπερασπίστηκε τα ιδεολογικά και υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, και κράτησε μια πραγματική διεθνιστική στάση υπεράσπισης όλων των προλεταριακών και απελευθερωτικών αγώνων.

Γι’ αυτό συνάντησε όλη τη λύσσα της αστικής τάξης και των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, των δυνάμεων δηλαδή που στηρίζουν το ενιαίο σήμερα σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Κι όταν λέμε λύσσα κυριολεκτούμε: η τελειοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών, απαραίτητης αναδιάρθρωσης του αστικού κράτους, δοκιμάστηκε πάνω στα κινήματα αυτά.

Γι’ αυτό όση περιφρόνηση και ειρωνεία χρειάζονται όσοι από τα κινήματα αυτά ανακάλυψαν το λάθος τους και είτε παριστάνουν τους νέους φιλόσοφους, είτε τους θεωρητικούς σοσιαλδημοκρατίας και ρεβιζιονισμού, για τους υπόλοιπους και την προσπάθειά τους χρειάζεται τουλάχιστον κάποιος σεβασμός και προσοχή στην κριτική. Οι εύκολες και εκ του ασφαλούς κριτικές, οι φωνασκίες περί «αριστερισμού» καλύτερα να αποφεύγονται. Γιατί αυτός ο χώρος χτυπήθηκε άγρια, διένυσε κάποιες περιπέτειες, και τραγωδίες ακόμα, που αν μη τι άλλο έδειχνε την αφοσίωση χιλιάδων ανθρώπων σ’ αυτήν την υπόθεση. Περισσότερη σεμνότητα λοιπόν. Και η κάθε κριτική, που πρέπει να γίνεται, οφείλει να λαμβάνει υπόψη της και αυτή την πλευρά του ζητήματος.

Η ήττα αυτών των κινημάτων και η υποχώρησή τους, δε σβήνουν το γεγονός πως μ’ αυτήν την ήττα ή υποχώρηση προβλήθηκε ο χαρακτήρας της προσαρμογής των δυνάμεων εκείνων που εμφανίζονται σαν «νικητές». Προσπάθησαν να «εμπεδώσουν» σε μεγάλες μάζες το «αναπόφευκτο» της αιωνιότητας της σχέσης-κεφάλαιο, το «εφικτό» της διατήρησης της ίδιας χαμοζωής που απορρέει από τη σχέση αυτή, και το εφικτό «ρεαλιστικών» στόχων της διαιώνισης των σημερινών κοινωνικών σχέσεων.

Η προσαρμογή επενεργεί και πάνω σε πολλούς που εξακολουθούν να αρνούνται την ένταξή τους στο σύστημα. Η μόδα του αντι-αριστερίστικου πνεύματος (που άλλωστε καλλιεργείται συστηματικά από σοσιαλιστικούς σχηματισμούς στην Ευρώπη και εδώ) μπερδεύει δύο διαφορετικά πράγματα: τις πλευρές εκείνες που εμπόδισαν τα κινήματα αμφισβήτησης να ξεπεράσουν τον προδρομικό χαρακτήρα τους με εκείνα που αποτέλεσαν τον όρο ύπαρξής τους.

Το ζήτημα δεν βρίσκεται στην απόρριψη των τελευταίων. Αλλά στην ανάπτυξή τους.

Γι’ αυτό ο «αριστερισμός» με την έννοια του πραγματικά αληθινού, νέου που πρόβαλλαν στον ιδεολογικό, πολιτικό και μαζικό τομέα, είναι ζωτικά αναγκαίος όσο ποτέ άλλοτε.

Ο «αριστερισμός» που πρέπει να εξαλειφθεί είναι, ανάμεσα σε άλλα, τα παρακάτω:

• Η επιμονή σε αποσπασματική και συχνά καιροσκοπική προβολή γενικών συνθημάτων στη θέση μιας γενικής αντίληψης που να αρθρώνονται τα επιμέρους και να την υπηρετεί. Λ.χ. τα «μίνιμουμ» προγράμματα συχνά είναι στην πράξη μάξιμουμ και αντίστροφα. Οι «μεσολαβήσεις» που απομακρύνουν στο αόρατο μέλλον δεν είναι ίδιες με τις μεσολαβήσεις που υπηρετούν το σκοπό και τον φέρνουν κοντύτερα.

• Η περιφρόνηση της καθημερινής, επίμονης δουλειάς και η προσκόλληση στο θαύμα των λαμπερών εκρήξεων του «αυθορμητισμού». Η έλλειψη σταθερότητας στην επιδίωξη της επίτευξης ενός αποτελέσματος και η εύκολη θεωρητικοποίηση της έλλειψης σταθερότητας.

• Η ευκολία στην «παραγωγή θεωρίας». Η περιφρόνηση της επεξεργασίας της απλής πείρας και η προσκόλληση στην κατασκευή ή στη λειτουργία αφηρημένων εννοιών. Η «παραγωγή θεωρίας» δεν κατευθύνεται έτσι στο «αφαιρετικά συγκεκριμένο». Αυτό προκύπτει σε πολλά επίπεδα. Από το μικρό ως το «μεγάλο».

• Το πνεύμα του «μικρόκοσμου». Αυτό που έχει αξία «ανάμεσά μας» ανάγεται σε γενική αξία. Τα αρχηγιλίκια και τα εύκολα αναθέματα. Το κοίταγμα των μαζών σαν μια ανόργανη ύλη που «εμείς την πλάθουμε» ή αντικείμενο αφ’ υψηλού παρατήρησης κ.λπ. κ.λπ.

Όπως αναφέρεται παραπάνω, στη Γαλλία και την Ιταλία δημιουργήθηκαν οι συσχετισμοί, που έκριναν την έκβαση της μάχης. Ιστορικά, η μάχη στο πεδίο της εργατικής τάξης ήταν αδύνατο να κερδηθεί με τους στόχους που έθετε και με το συγκεκριμένο τρόπο που δόθηκε. Ήταν όμως δυνατό να ριζώσουν μέσα στην εργατική τάξη οι «νέες ανερχόμενες δυνάμεις». Αλλά αυτό προϋπόθετε άλλον ιδεολογικό εξοπλισμό, άλλη προοπτική και επομένως άλλον τρόπο ενέργειας.

Το ότι έγιναν όσα έγιναν από την πλευρά όσων πάλεψαν στη Γαλλία και Ιταλία π.χ., μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης δεν είναι λίγα. Και αποτελούν πολύτιμη πείρα, τόσο με τη θετική, όσο και την αρνητική έννοια.

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Σχετίζεται με την ιστορία της σύγκρουσης στο κομμουνιστικό κίνημα γενικά και με τις ιδιαιτερότητες, που παρουσίασε η σύγκρουση αυτή μέσα στις δύο αυτές χώρες, όπως και με τις εξελίξεις, που είχαν σημειωθεί στην ίδια τη σύνθεση της εργατικής τάξης στη μεταπολεμική περίοδο.

Στα χρόνια του «Μάη», είχε σταθεροποιηθεί ο έλεγχος των Κ.Κ. στις περισσότερες χώρες από τις «αναδομημένες» ιεραρχίες, που προέκυψαν στην πάλη των χρόνων της δεκαετίας 1950-60. Επομένως και από άποψη σύνθεσης, λειτουργίας διαπαιδαγώγησης τα κόμματα αυτά είχαν αλλάξει σημαντικά.

Σαν συνέπεια των «στροφών» της πολιτικής των νέων ιεραρχιών και των νέων συσχετισμών στις χώρες αυτές, τα συνδικάτα είχαν αναγνωρισθεί σαν έγκυροι συνομιλητές των εξουσιών. Η άνοδος «παλιών συνδικαλιστών με αγωνιστικό παρελθόν, αλλά προσαρμοσμένων στο πνεύμα των νέων καιρών», και πολλών νέων, που είχαν αφομοιώσει όλη τη συνδικαλιστική «επιστήμη» από φίλους και «εχθρούς», μαζί με την προβολή παλιών, πραγματικών καταχτήσεων η ικανότητα και από τους πρώτους και από τους δεύτερους σε συνθήκες, που είχαν όχι μονάχα το ελεύθερο να δρουν ανενόχλητα, αλλά και να έχουν «πλάτες», που παλιά δεν υπήρχαν, εκφράστηκε με ένα αποκρουστικό στυλ για τις μάζες των εργατών, που είχαν διαπαιδαγωγηθεί αλλιώτικα και δεν «διαφοροποιούνταν» εύκολα, αλλά ήταν αρεστό σε νέα τμήματα αυτού, που λέγεται γενικά εργατική δύναμη, που είχε αναδείξει τότε η καπιταλιστική αναδιάρθρωση.

Όλα αυτά δεν θα αρκούσαν να κρατηθεί η επιρροή και έλεγχος στους εργαζόμενους, αν προϋπήρχε μια άλλη πραγματική, καθημερινή, αδιάκοπη παρέμβαση που θα στηριζόταν σε μια άλλη καθορισμένη ιδεολογική και πολιτική βάση, που θα έπαιρνε κατά συνέπεια υπόψη της τις αλλαγές στη σύνθεση της εργατικής τάξης, στον τρόπο ζωής, τις συνήθειές της κ.λπ.

Όμως στην ιστορία όλα δεν γίνονται «συμμετρικά»… Αν συνέβαινε αυτό η ζωή θα ήταν πολύ μονότονη…

Τα θέλουμε όλα!

Στην Ιταλία ο «Μάης» ήταν πιο παρατεταμένος.

Η Ιταλία, χώρα του «κουρελή ιμπεριαλισμού» με μια ισχυρή μετά και χάρη στο Μουσολίνι και τη μουσολινική περίοδο κρατική οικονομία δίπλα στις αυτοκρατορίες των Ανιέλλι και λοιπών, με μια παράδοση ακτιβισμού, που ενσωματώθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα στα χρόνια του μεσοπολέμου και της Αντίστασης, πέρασε χάρη στο «ρεαλιστικό» δηλ. κυνικό συμβιβασμό του Σαλέρνο, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα στην περίοδο που χαρακτηρίσθηκε «ιταλικό θαύμα» στα χρόνια 1954-1960. Ο «ιταλικός δρόμος στο σοσιαλισμό», δεύτερη έκδοση της «στροφής του Σαλέρνο», μετά το «λιώσιμο» των πάγων, εξασφάλιζε την ένταξη του «ΚΚΙ» στον «εθνικό κορμό» σε στιγμές προώθησης του σχεδίου για την αμερικανοσοβιετική ηγεμονία. Η πολιτική – εκκρεμές του Τολιάττι, αυτονομία προς τη Σοβ. Ένωση, ανοίγματα στις ΕΠΑ, δηλαδή ο πρόλογος της τρίτης έκδοσης του Σαλέρνο —ιστορικός συμβιβασμός— επέτρεψε στην ιταλική αστική τάξη να πραγματοποιήσει το «θαύμα» της, που στα χρόνια του «Μάη» αποκαλύφθηκε πόσο θαύμα ήταν.

Το ξύπνημα της εργατικής δύναμης του Νότου, που είχε μεταναστεύσει στο Βορρά συναντήθηκε με την έξοδο της σπουδαστικής νεολαίας από τα παν/μια στον ευρύτατο χώρο της ανοιχτής πάλης σε όλα τα μέτωπα. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης που έσπασε στην πρώτη φάση τα πλαίσια των συνδικάτων, δημιούργησαν άμεσο κίνδυνο για την ανατροπή όλων των ισορροπιών που έχτισαν η Χριστιανοδημοκρατία από τη μια, και οι τολιαττικοί και μετατολιαττικοί από την άλλη. Το «Αρχιπέλαγος» των παράλληλων και επάλληλων κέντρων εξουσίας της Ιταλίας στράφηκε ακόμα περισσότερο προς τους χθεσινούς «ταξικούς εχθρούς» για να ανατρέψει το ρεύμα.

Η ταχτική που χρησιμοποιήθηκε ήταν πιο ραφινάτη, αλλά και πιο απροκάλυπτη απ’ ό,τι στη Γαλλία. Η ανοιχτή και σκεπασμένη αστυνομική προβοκάτσια μαζί με την αξιοποίηση του κινδύνου του φασισμού από τη μια, η αντιπαράθεση εργατών και σπουδαστών, η αντιπαράθεση των εργατών του Βορρά προς τους «μαροκινούς» και τους «βρομιάρηδες» του Νότου, η επίσειση ανύπαρκτων και πραγματικών κινδύνων μαζί με τη μέθη του ίλιγγου των ηγεσιών οργανώσεων, που αναδείχθηκαν στα χρόνια αυτά σε μαζικοποιημένες οργανωμένες δυνάμεις, επέτρεψαν την ανατροφή του ρεύματος. Εκφράσθηκε και η παραδοσιακή «διπλή πολιτική» του ιταλικού πολιτικού στρώματος και στο δικό τους επίπεδο. Έτσι εξέχοντες και πασίγνωστοι από τους ηγέτες αυτούς «αποκαλύπτουν» τώρα επαφές και συζητήσεις με τον Λουίτζι Λόγκο, πρόεδρο του «ΚΚΙ», φυσικά πίσω από τις πλάτες των μαζών κι ενώ το κίνημα προχωρούσε, για συνεννοήσεις με τον Μπρούνο Τρεντίν έναν από τους ηγέτες της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών της Ιταλίας σε συνέχεια και πολλά άλλα. Κι αυτό όταν κραύγαζαν οι ίδιοι για «καμιά μεσολάβηση και καμιά εκπροσώπηση». Η επιμονή στην προβολή γενικών, αφηρημένων «γενικών αληθειών», και ο ασυγκράτητος μαξιμαλισμός τους από την άλλη, διευκόλυναν τους χειρισμούς της συνενωμένης εξουσίας και των εντολοδόχων της στο εργατικό και σπουδαστικό κίνημα. Φυσικά χρησιμοποιήθηκαν σε ευρύτερη κλίμακα απ’ αλλού, μακιαβελικότατης έμπνευσης τερτίπια, στησίματος οργανώσεων του τύπου «Σέρβιρε ιλ Πόπολο» πρότυπο του «δικού μας» του ΕΚΚΕ, που συνειδητά γελοιοποιούσαν με τα καμώματά τους, τα μπαλέτα τους, τους κομμουνιστικούς γάμους τους και τα παρόμοια, το κίνημα. Ενώ η στροφή προς τον μπριγκαντισμό σε ανοιχτό ανταγωνισμό προς το υπόλοιπο κίνημα που πάλευε, ανατίναξε όλες τις γέφυρες για τη συσσωμάτωση και την ομοιογενοποίηση του κινήματος, που στην Ιταλία ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί στα χρόνια αυτά από πολλές απόψεις.

Η σκληρή και συχνά τραγική εμπειρία των αναζητήσεων αλλά και «αναζητήσεων», το στυλ που διαγράφηκε πιο πάνω οδήγησε σε μια «αναθεώρηση», «αυτοκριτική» πολλών από όσους είτε μέσα στις φυλακές, είτε έξω έπαιξαν ηγετικούς ρόλους στο πάλαι ποτέ «ένοπλο κόμμα» και στην Αυτονομία. Δίπλα στους «μετανοημένους» που συνεργάζονται με τις αρχές και καρφώνουν αναδρομικά όσους τους ζητούν να καρφώσουν, αναπτύσσονται ποικίλες τάσεις «μετασχηματισμού» της «νέας αριστεράς», επανένταξής της στο κανονικό «πολιτικό παιχνίδι», διαπραγμάτευσης με τις αρχές κ.λπ. κ.λπ. Τα νήματα των «αναθεωρήσεων» αυτών, κρατούνται από μερικές άκρες από επιφανείς παράγοντες του ίδιου του πολιτικού στρώματος που διοικεί την Ιταλία σαράντα χρόνια τώρα, μέσω των διάφορων σοσιαλιστών και ριζοσπαστών ηγετών Κράξι, Πανέλλα και άλλων.

Πραγματικά είναι αναγκαίος ένας μετασχηματισμός. Όχι με την έννοια του πολιτικού «άλλου» παιχνιδιού, που προτείνεται σαν εναλλαχτική λύση από τους ίδιους που ευθύνονται για τα αδιέξοδα που οδήγησαν όσους επηρέαζαν. Και είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να επιχειρήσουν οι ίδιοι έναν τέτοιο μετασχηματισμό. Ο μετασχηματισμός αυτός συνίσταται στην απόρριψη σχημάτων θεωρητικών και πραχτικών τρόπων ενέργειας. Κύρια, απόρριψη της ίδιας της αντίληψης της άσκησης αυτού που υποτίθεται πως ήταν πολιτική με τις μάζες για τις μάζες, ενώ ήταν μια πολιτική διπλή: Μια για τις μάζες και μια για τους ίδιους. Την ίδια στιγμή που απόρριπταν τον ιστορικό συμβιβασμό ή καλούσαν να πιστέψουν οι πάντες πως στην Ιταλία επίκειται η άμεση μετάβαση στον κομμουνισμό «χωρίς καμιά μεσολάβηση» και καμιά αντιπροσώπευση, την πραχτική τους στάση την καθόριζαν πολιτικά παιχνίδια μέσω συμμαχιών, προσπαθειών απόχτησης στηριγμάτων κάπου αλλού, έξω από τους προλετάριους ή «κοινωνικούς εργάτες».

Τελικά, ο τέτοιος μετασχηματισμός είναι το γενικό πρόβλημα και καθήκον όλων όσων θεωρούν τους εαυτούς τους σαν συνεχιστές του «Μάη ’68» ή θεωρούν πως είχαν ή έχουν σχέση με αυτά που συνδέονται με το «Μάη». Στην ουσία πρόκειται για τη συνόψιση και κριτική επεξεργασία όλης της ιστορίας των κινημάτων, που αναπτύχθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, δηλ. την πραγματική ιστορία τριάντα χρόνων, αλλά και όλων, στην άνοδο και την υποχώρησή τους, των εγχειρημάτων και αποπειρών που επιχείρησαν αυτοί, που πήγαν να κάνουν για λογαριασμό των μαζών, «εκείνο που μπορούν να κάνουν μονάχα οι μάζες», ενώ εκχωρούσαν στις μάζες αυτό που έπρεπε να κάνουν οι ίδιοι, σύμφωνα με το Μάο Τσετούνγκ. Κανένας νιτσεϊσμός που «υπερβαίνει» τον μαρξισμό στα τέλη του 20ου αιώνα δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αυτό.

Να είσαστε ρεαλιστές
ζητάτε το αδύνατο

Η αναδρομή στο «Μάη ‘68» δεν αποτελεί επομένως μια ρομαντική νοσταλγία. Γιατί αν η αναδρομή ουσιαστικά στην ιστορία του κόσμου στα τελευταία τριάντα χρόνια αποτελεί ρομαντική νοσταλγία, τότε τι χρειάζεται η ιστορία.

Γιατί ο «Μάης ‘68» με την έννοια που προσδιορίσθηκε στην αρχή, «έγραψε ιστορία». Το ότι αφέθηκε ελεύθερο το πεδίο για διάφορους λόγους στους αντιρομαντικούς αρνητές «ρεαλιστές» κάθε είδους να γράφουν όπως θέλουν αυτοί την ιστορία, αποτελεί μια ακόμα απόδειξη. Επομένως η αναφορά στο «Μάη ‘68» αποτελεί μια υπόμνηση για επιστροφή όχι στις «ρίζες» βέβαια, αλλά στην πραγματική ζωή, στα πραγματικά προβλήματα, στη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας «επικαιρότητα του κομμουνισμού» στις δοσμένες συνθήκες και στις δοσμένες καταστάσεις. Επικαιρότητα του κομμουνισμού σαν κίνημα, επικαιρότητα του κομμουνισμού σαν ανάγκη και διέξοδος από τα αδιέξοδα που ορθώνει ο υποτιθέμενος ιδεολογικός διπολισμός.

Απέναντι στο οπλοστάσιο των χειριστικών μηχανισμών Δύσης και Ανατολής που έδειξαν τη δυνατότητα διαστροφής, αφομοίωσης, προσαρμογής και ιδιοποίησης, μπορούν να ορθωθούν άλλες δυνάμεις που να αποδυναμώσουν και να εξουδετερώσουν όλο αυτό το οπλοστάσιο. Αλλά για να μπορούν να το κάνουν αυτό, χρειάζεται πριν απ’ όλα να απελευθερωθούν από όλη την συσσωρευμένη δύναμη της αδράνειας, της ψευτοπαράδοσης, των προλήψεων και των συνηθειών που αποδέχθηκαν πολλοί σαν δική τους παράδοση, σαν δική τους ιδεολογία, σαν δικό τους πρόσωπο. Από το αν θα γίνει αυτό, από το πόσο γρήγορα ή αργά θα γίνει, θα δειχθεί αν η σημερινή ή η αυριανή γενιά θα ξεπεράσει τα γνωστά ανθρώπινα μέτρα. Κι εδώ βρίσκεται η ουσία. Έτσι αν συνειδητοποιηθεί πως δεν υπάρχουν μεσσιανικές λύσεις, ή πως μπορεί να παρακαμφθεί το πρόβλημα με κάθε είδους υποκατάστατα. Η μέθη του μιτερανικού ή παπανδρεϊκού υποκατάστατου έδειξε και δείχνει πολλά. Όπως η επίκληση σαν υποκατάστατων οικολογικών και άλλων «λύσεων»; το όλο δεν μπορεί να αναχθεί στο μέρος. Αυτό που λέγεται «οικολογικό» πρόβλημα ή ακόμα και «γυναικείο πρόβλημα» ή και άλλα δεν είναι υπερταξικά ή διαταξικά προβλήματα. Η αντίθετη άποψη που υπάρχει και διακηρύχνεται κάνει μια μετατόπιση προς τα πίσω, από τα «αριστερά» ίσως, μπροστά στις δυσκολίες του προσδιορισμού παλιών και νέων φαινομένων και προβλημάτων στην προοπτική του τέλους του 20ου αιώνα, παρά τις διαβεβαιώσεις πως αδράχνει αυτή τη νέα εποχή.

Τη νέα εποχή θα την αδράξουν μονάχα εκείνοι που δεν θα φοβηθούν να διακηρύξουν στα λόγια και στην πράξη πως «ο Μάης του ’68» δεν ήταν παρά μια αρχή και πως η μάχη συνεχίζεται.

Βικτωριανοί του 21ου αιώνα

Η μπουρζουαζία του δέκατου ένατου αιώνα χρησιμοποίησε την ηθική για να επιβεβαιώσει την κυριαρχία της τάξης της – κάτι που εξακολουθεί να κάνει σήμερα η ελίτ.

Η λέξη «Βικτωριανός» τείνει να φέρνει στο μυαλό παλιομοδίτικες ιδέες: οι γυναίκες που στριμώχνονται σε κορσέδες, αυστηροί ρόλοι των φύλων και σεμνοτυφία για όλα τα σεξουαλικά πράγματα. Σε έναν κόσμο όπου ο επιδεικτικός καταναλωτισμός και η έκφραση του εαυτού κυριαρχούν, αυτές οι αντιλήψεις του 19ου αιώνα για αυτοπεριορισμό και ηθική αυστηρότητα φαίνονται απελπιστικά ξεπερασμένες.

Αλλά το βικτωριανό ήθος δεν είναι νεκρό, και μάλιστα κατά πολύ.

Ζει, εκδηλώνεται στη συμπεριφορά της σύγχρονης ανώτερης μεσαίας τάξης. Ενώ κάποιες από τις πτυχές έχουν υποχωρήσει μαζί με τον ενδυματολογικό κώδικα, η πεποίθηση ότι η αστική τάξη κατέχει θέση ηθικής ανωτερότητας σε σχέση με τις άλλες τάξεις παραμένει.

Σήμερα, τα spinclasses (γυμναστική με ποδήλατο), το χειροποίητο φαγητό και η διαδικασία υποβολής αιτήσεων για τα κολλέγια έχουν αντικαταστήσει τους Κυριακάτικους περιπάτους, τις βραδινές διαλέξεις και τα εβδομαδιαία σαλόνια. Αλλά μην κάνετε κανένα λάθος, εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό: μετατρέπουν το προνόμιο της τάξης τους σε ατομική αρετή, ενισχύοντας έτσι την κοινωνική κυριαρχία.

Βικτοριανές Αξίες

Ο ιστορικός Peter Gay χρησιμοποίησε τον όρο “βικτοριανό” για να περιγράψει σε γενικές γραμμές την κουλτούρα των ανώτερων μεσαίων τάξεων της Δυτικής Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών κατά το 19ο αιώνα. Φυσικά, είχαν πολύ πιο περίπλοκες πεποιθήσεις για το σεξ, το φύλο και την οικογένεια από ό, τι νομίζουμε πως είχανε.

Οι Βικτωριανοί μπορεί να έχουν επιβάλει έναν αυστηρό ηθικό κώδικα, αλλά μιλούσαν για το σεξ όλη την ώρα, σχεδόν εμμονικά. Όπως επεσήμανε ο Gay, τα πλούσια ζευγάρια συχνά έγραψαν ερωτικά γράμματα με περισσότερο ‘ατμό’ από έναν κινητήρα Newcomen.

Και παρά τα στερεότυπα αυστηρών, αυταρχικών πατέρων, αυτή η περίοδος εισήγαγε τις σύγχρονες έννοιες της γονικής μέριμνας. Ένας πραγματικός άνδρας όχι μόνο προσέφερε στην οικογένειά του με υλικό τρόπο, αλλά και είχε ενεργό ενδιαφέρον για τη συναισθηματική ευημερία των παιδιών του.

Παρόλο που η ανώτερη μεσαία τάξη του 19ου αιώνα δεν ήταν τόσο σεμνότυφη και αυστηρή όσο φανταζόμαστε, τηρούσε όντως αυστηρούς κώδικες συμπεριφοράς. Αυτοί οι κανονιστικοί κώδικες αντικατόπτριζαν τη μεταβαλλόμενη ταξική δομή της εποχής και την επιθυμία της ανερχόμενης αστικής τάξης να επιβεβαιώσει την ηθική της υπεροχή έναντι της ευγενείας, χρησιμοποιώντας την αρετή για να αμφισβητήσει την θέση της παλιάς αριστοκρατίας στο κέντρο της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Ενώ οι γιοι των ευγενών της υψηλής κοινωνίας κυνηγούσαν και γευμάτιζαν, οι γιοι τραπεζιτών και δικηγόρων εργάζονταν, έφτιαχναν οικογένειες και εκπαιδεύονταν.

Στη Γερμανία, η λέξη κλειδί είναι σχεδόν αμετάβλητη: Bildung, που σημαίνει εκπαίδευση με τη μορφή προσωπικής καλλιέργειας και βελτίωσης. Αυτή η ιδέα, που εκφράζεται σε διαφορετικές γλώσσες σε διαφορετικά έθνη, έδεσε αυτή την ανερχόμενη τάξη με τα εθνικά σύνορα. Η αυτο-βελτίωση τους διαφοροποίησε από το παρακμάζον 1%.

Για παράδειγμα, η ακρόαση μουσικής έγινε μια εκπαιδευτική – παρά ψυχαγωγική – εμπειρία. Η κλασική μουσική δωματίου του 18ου αιώνα λειτουργούσε ως ευχάριστο soundtrack για τις αριστοκρατικά σουαρέ. Σε αίθουσες συναυλιών, οι ευγενείς θα μπορούσαν να ερωτοτροπούν στα κουτιά τους, μισοδίνοντας μόνο προσοχή στους ερμηνευτές.

Αλλά όταν η ανερχόμενη καπιταλιστική τάξη παρευρίσκονταν σε συναυλίες, δεν φλυαρούσε ανάλαφρα: καθόταν ακίνητοι σε απαιτούμενη σιωπή, προκειμένου να συγκεντρωθεί στη μουσική.

Οι Γερμανοί Βικτοριανοί δημιούργησαν τον όρο Sitzfleisch – καθιστή σάρκα – για να περιγράψουν τον έλεγχο των μυών που απαιτείται για να μένουν απολύτως ακίνητοι κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας. Ακόμη και οι βήχες και τα φτέρνισμα έπρεπε να πνιγούν, για να μην σπάσουν τη συγκέντρωση κάποιου και να εκτροχιάσουν από την αυτοβελτίωση.

Η αναζήτηση για Bildung εμπότιζε την καθημερινή ζωή επίσης. Πλούσιες νέες γυναίκες, που δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε  άλλη καριέρα πέρα από το ρόλο της συζύγου και μητέρας, μάθαιναν τουλάχιστον άλλη μία γλώσσα και έκαναν μαθήματα πιάνου και τραγουδιού. Οι άνδρες συχνά περνούσαν τα βράδια τους παρακολουθώντας διαλέξεις ή συμμετέχοντας σε οργανώσεις πολιτών.

Για να αποδώσει αυτή η αφοσίωση, ωστόσο, αυτοί οι πλούσιοι Βικτωριανοί έπρεπε να την επιδείξουν, κάνοντας τη διαφορά τους τόσο από τους πλουσιότερους όσο και από τους φτωχότερους προφανή σε όλους.

Ξόδευαν ένα τρομακτικό ποσοστό των εισοδημάτων τους στη διακόσμηση του σπιτιού για να δείχνει ευημερία, γούστο και σεμνότητα ταυτόχρονα. Ήξεραν ότι τα είχαν καταφέρει μόλις είχαν ένα σαλόνι – ένα δωμάτιο στο σπίτι αφιερωμένο αποκλειστικά στη φιλοξενία επισκεπτών στο οποίο οι κάτοικοι του σπιτιού δεν θα έμπαιναν ποτέ μόνοι τους. Την Κυριακή, ολόκληρη η οικογένεια θα κάνει περίπατο στο πάρκο.

Στην πραγματικότητα, σε ολόκληρη την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πλούσιες οικογένειες πίεζαν για την κατασκευή όλο και περισσότερων δημόσιων πάρκων. Αλλά, σύμφωνα με τις αξίες τους, οι χώροι αυτοί δεν προορίζονταν ως κοινόχρηστοι χώροι που ο καθένας θα μπορούσε να απολαύσει, αλλά ως σκηνή για να αναδείξουν τα καλύτερα κυριακάτικά τους.

Το Central Park της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, απαγόρευσε στο κοινό να περπατά στο χορτάρι ή να παίζει σπορ. Τα παιδιά έπρεπε να αποκτήσουν ένα “πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς” από το σχολείο τους, πριν τους επιτραπεί να μπουν σε παιδικές χαρές. Οι πωλήσεις μπύρας απαγορεύονταν τις Κυριακές.

Το πάρκο δεν ήταν για την αναψυχή της εργατικής τάξης, αλλά για την πειθάρχηση. Εκεί, οι εργάτες έμαθαν να εκτιμούν τον σωστό τρόπο να απολαύσουν το πάρκο: το περίπατο. Το πρώιμο πάρκο του Fredrick Law Olmsted χρησίμευσε ως τεράστιος ναός της βικτοριανής αντίληψης της φύσης ως χώρου βελτίωσης.

Η ηθική του Fitness

Παρότι δεν βλέπουμε συχνά άνδρες με ψηλά καπέλα και γυναίκες με μεσοφόρια να παρελαύνουν με τα παιδιά τους τις Κυριακές, τα πάρκα παραμένουν ένα μέρος για να δείξουν αρετή και πειθαρχία: ο σύγχρονος πολιτισμός του fitness (υγιούς φυσικής κατάστασης και άθλησης) ενσαρκώνει τέλεια το ήθος της δεκαετίας του 19ου αιώνα για βελτίωση και πειθαρχία.

Οι Βικτωριανοί ήταν ισχυρά αντίθετοι στη σωματική δραστηριότητα – που ήταν για τους προλετάριους – και έβλεπαν το επιπλέον βάρος ως δείκτη της τάξης και της αξιοπρέπειας. Η γυμναστική και ο αθλητισμός άρχισαν να διεισδύουν στη ζωή της μεσαίας τάξης στον 20ο αιώνα και σήμερα εξυπηρετούν την ίδια λειτουργία με τον περίπατο.

Αυτή η σκέψη πρώτη φορά με χτύπησε πριν από εννέα χρόνια. Ζούσα στο Grand Rapids του Michigan και απολάμβανα την ποδηλατάδα μου ως έναν τρόπο να εξερευνήσω ένα άγνωστο μέρος. Μια μέρα, αποφάσισα να επισκεφθώ το East Grand Rapids, ένα πολύ πλούσιο προάστιο, επειδή έχει ποδηλατόδρομο γύρω από την λίμνη Reeds.

Μόλις έφτασα, συνειδητοποίησα αμέσως ότι ήμουν το μόνο άτομο που δεν φορούσε ρούχα γυμναστικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι γυμνάζονταν – οι περισσότεροι βγήκαν για μια βόλτα, όπως και οι προκάτοχοί τους – αλλά ήταν ντυμένοι για το γυμναστήριο. Οι άλλοι ποδηλάτες φορούσαν σφιχτά ρούχα spandex, σαν να ήταν στην αφετηρία του Tour de France.

Αυτά τα ρούχα στέλνουν ένα μήνυμα: «Μην κάνετε κανένα λάθος, δεν περπατάμε ή κάνουμε ποδήλατο ως μέσο μεταφοράς. Αυτή είναι η άσκηση». Οι πλούσιοι κάτοικοι του East Grand Rapids μετέτρεψαν τη βόλτα στο πάρκο σε ρουτίνα γυμναστικής. Η αθλητική τους εμφάνιση απεδείκνυε ότι αυτή η δραστηριότητα ήταν μια πράξη προσωπικής ανάπτυξης.

Οι σύγχρονες τάσεις άθλησης, όπως η hotyoga, το spinning και το Cross Fit, επιδεικνύουν όλα μια δέσμευση για αυταπάρνηση και αυτοπειθαρχία, αξίες πολύ επαινεμένες από τους Βικτωριανούς. Η μαραθωνιοδρομία έχει γίνει το απόλυτο σύμβολο: οι αθλητές μπορούν να δημοσιεύουν φωτογραφίες στα social media για να αποδείξουν σε όλους ότι έχουν βασανίσει τα σώματα τους σε μια πολύ ενάρετη – και όχι καθόλου πονηρή – μόδα.

Αυτό διαπερνάει και τις καθημερινές δραστηριότητες. Τα Trader Joe’s και τα Whole Foods είναι γεμάτα με άτομα ντυμένα με ρούχα προπόνησης χωρίς ίχνος ιδρώτα. Αυτή η ενδυμασία σηματοδοτεί τους φέροντες ως το είδος των ανθρώπων που νοιάζονται για το σώμα τους, ακόμα και όταν δεν ασκούνται. Τα παντελόνια γιόγκα και τα αθλητικά παπούτσια δείχνουν την αρετή εξίσου καθαρά με τα γυναικεία φορέματα με κορσέδες του 19ου αιώνα.

Το να είσαι σε καλή φυσική κατάσταση σήμερα είναι ταξικός δείκτης, κατακλύζοντας την κουλτούρα όχι μόνο του fitness αλλά και της διατροφής. Καθώς οι θερμίδες έχουν γίνει φθηνότερες, η παχυσαρκία έχει μετατραπεί από σημάδι πλούτου σε ένδειξη ηθικής αποτυχίας. Σήμερα, η ανθυγιεινή ζωή λειτουργεί ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της απληστίας των φτωχών, με τον ίδιο τρόπο που εξετάζονταν οι σεξουαλικές τάσεις της εργατικής τάξης κατά τον δέκατο ένατο αιώνα.

Και οι δύο τύποι σκέψης υποστηρίζουν ότι οι κατώτερες τάξεις δεν μπορούν να ελέγξουν τον εαυτό τους, γι ‘αυτό αξίζουν ακριβώς αυτό που έχουν και τίποτα περισσότερο. Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη για υψηλότερους μισθούς ή επιδοτούμενη υγειονομική περίθαλψη. Άλλωστε, οι φτωχοί θα τα ξοδέψουν απλώς στα τσιγάρα και τα μπέργκερ.

Τόσο τότε όσο και τώρα, αυτές οι διακηρυγμένες διαφορές υγείας καταγράφουν την αηδία απέναντι στα σώματα των εργατών. Στο βιβλίο Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν, ο George Orwell πραγματεύεται την ύστερη – βικτωριανή ανατροφή του, γράφοντας ότι εκπαιδεύτηκε να πιστεύει «ότι υπήρχε κάτι διακριτικά απωθητικό προς ένα εργατικό σώμα». Στην εποχή του Orwell, το σαπούνι – όχι το γυμναστήριο – έκανε αυτή τη διάκριση. Διδάχθηκε ότι, με τα λόγια του, “οι κατώτερες τάξεις μυρίζουν”.

Στις μέρες μας, το ίντερνετ καταγράφει διαταξικές φρίκες σε ιστοσελίδες όπως το People of Wal-Mart. Αντί να απωθούνται από τις ‘μάζες των απλύτων’, οι σύγχρονοι Βικτωριανοί χλωμιάζουν μπροστά στις ‘μάζες των υπερτροφικών’.

Ενώ η μπουρζουαζία του δέκατου ένατου αιώνα έβλεπε τις φιγούρες των γεματούληδων όχι ως ντροπιαστικές, αλλά ως καθησυχαστικά σημάδια της ευημερίας τους, οι πνευματικοί απόγονοί τους είναι εμμονικοί με τη σωστού είδους διατροφή. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, τα βιολογικά τρόφιμα έχουν περάσει από περιθωριακό φαινόμενο σε απόλυτη αναγκαιότητα.

Σκεφτείτε το κίνημα χωρίς-γλουτένη – μιλώντας για εκείνους που επιλέγουν να αποβάλλουν τη γλουτένη από τη διατροφή τους, όχι για εκείνους που έχουν κοιλιοκάκη και πρέπει να αποφεύγουν πλήρως το σιτάρι. Πριν από μερικά χρόνια, αστειεύθηκα ότι η εύρεση ενός κατοίκου που δεν τρώει γλουτένη στην πατρίδα μου στην αγροτική Nebraska θα ήταν παρόμοια με την εύρεση της συλλογής έργων του Peter Kropotkin στην τοπική βιβλιοθήκη. Τώρα το φαγητό «χωρίς γλουτένη» εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε τοπικό ράφι σούπερ μάρκετ.

Αυτή η διατροφική πειθαρχία είναι μια μορφή ενάρετης αυταπάρνησης που θα έκανε τους Βικτωριανούς περήφανους. Αχ και να ζούσαν οι παππούδες μου αρκετό καιρό για να συνειδητοποιήσουν ότι το να καλλιεργούν δικές τους πατάτες και αγγούρια τους έκανε αστούς κι  όχι μπουρτζόβλαχους.

Αγώνες για Μαμάδες και δηλώσεις για Κολλέγια

Μια παρόμοια δυναμική μπολιάζει την οικογενειακή ζωή σήμερα. Όπως και οι πρόγονοί τους, οι σημερινές ανώτερες μεσαίες τάξεις δίνουν μεγάλη έμφαση στην οικογένεια. Αν και ο απολυταρχισμός του 19ου αιώνα έχει εγκαταλειφθεί, αυτήν η εποχή για πρώτη φορά είδε την παιδική ηλικία ως διακριτή και ξεχωριστή περίοδο της ζωής. Οι γονείς ενεργούσαν αναλόγως, φτιάχνοντας παιδικά δωμάτια στα σπίτια τους για τα παιδιά τους.

Οι πρακτικές ανατροφής των παιδιών καθίστανται πιο κοπιαστικές χρόνο με το χρόνο, απαιτώντας από τους γονείς να ασκούν ακραία πειθαρχία και αυταπάρνηση. Ένα πρόσφατο βιβλίο –  All Joy And No Fun – ακούγεται σαν μουσική στα αυτιά του Βικτοριανού. Τι θα μπορούσε να είναι πιο επιπόλαιη και λιγότερο εκπαιδευτική από τη διασκέδαση; Δεν υπάρχει χρόνος για αυτό εν μέσω των απαιτήσεων της σύγχρονης ανατροφής.

Οι μητέρες πρέπει να θηλάζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, να παρέχουν μόνο βιολογικά τρόφιμα στα παιδιά τους και να κρατούν το χρόνο μπροστά στην οθόνη στο ελάχιστο. Τα διολισθήματα δείχνουν αποτυχία. Αυτό αντιπροσωπεύει ίσως τη σαφέστερη σχέση ανάμεσα στις βικτοριανές αξίες τότε και τώρα: περιορίζουν τις γυναίκες και ενισχύουν την ιεραρχία των φύλων.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι νέες προσδοκίες απαιτούν χρήματα και χρόνο. Μια εργαζόμενη μητέρα που πρέπει να τα βγάζει πέρα με πολλαπλές θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών θα είναι πολύ πιο δύσκολο να θηλάσει στη δουλειά από ό, τι μια γυναίκα που εργάζεται στο γραφείο. (Για να μην αναφέρουμε τη διαφορά στη γονική άδεια μεταξύ των υπαλλήλων και εργατών)

Οι σημερινές ηθικές επιταγές σχετικά με το θηλασμό επιτρέπουν στις γυναίκες της εργατικής τάξης – οι οποίες είναι λιγότερο πιθανό να θηλάσουν – να κριθούν ως ηθικές αποτυχίες. Πράγματι, οι δημόσιες διαμάχες για τους περιορισμούς απέναντι στο θηλασμό σπάνια επεκτείνονται σε απαιτήσεις για καλύτερη πρόσβαση στη γαλουχία για τις γυναίκες της εργατικής τάξης.

Οι εντατικές γονικές προσδοκίες συνεχίζονται και για πολύ μετά το τέλος της βρεφικής ηλικίας. Τα μικρά παιδιά ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε δαπανηρές αθλητικές λέσχες και οι γονείς να εγκαταλείψουν τον ελεύθερο χρόνο τους για να τους υποστηρίξουν. Αυτές οι δραστηριότητες απαιτούν χρόνο και χρήμα, δύο πόρους που οι εργαζόμενοι στερούνται.

Αυτός ο πολλαπλασιασμός των οργανωμένων δραστηριοτήτων αντιπροσωπεύει μια μορφή βελτίωσης: ο ελεύθερος χρόνος του παιδιού υπάγεται πλήρως στο Bildung. Και η ικανότητα να παρέχουν αυτές τις ευκαιρίες στα παιδιά απεικονίζεται ως μια αντανάκλαση της ηθικής μιας οικογένειας και όχι της οικονομικής κατάστασής τους. Ακριβώς όπως οι βικτοριανές γυναίκες έπρεπε να μάθουν να παίζουν το πιάνο και να μιλούν ιταλικά – επιδεικνύοντας μια φινέτσα που δεν είναι διαθέσιμη στα άλλα επίπεδα της κοινωνίας – τα σύγχρονα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο, μαθαίνουν μανδαρινικά και προσφέρουν εθελοντικά σε μια τοπική φιλανθρωπία.

Όμως, η κορωνίδα της σύγχρονης αναζήτησης για Bildung είναι σίγουρα η διαδικασία αίτησης για κολέγιο. Δεν υπάρχει καλή αναλογία με τον 19ο αιώνα για αυτό το γελοίο νέο τελετουργικό, αν και ο Dickens θα ήταν απόλυτα ικανός να σατιρίσει τον εγγενή παραλογισμό: Εκατομμύρια ανθρώπων ενεργούν σαν ένα σύστημα που ενώ βαραίνει πολύ προς το προνόμιο είναι στην πραγματικότητα ένα είδος αξιοκρατίας, κι ότι η αξία του ατόμου μπορεί να κριθεί από το κύρος του σχολείου στο οποίο έχει γίνει δεκτός.

Οι περισσότεροι Αμερικανοί που πηγαίνουν στο κολέγιο κάνουν αιτήσεις μόνο σε μερικά σχολεία. Αλλά τα παιδιά ανώτερης τάξης παρακολουθούν τυποποιημένα μαθήματα προπαρασκευαστικών εξετάσεων, κάνουν πρακτική άσκηση ή ταξιδεύουν το καλοκαίρι για να έχουν υλικό για τα εισαγωγικά τους δοκίμια και συχνά αιτούνται σε δεκάδες σχολεία για να μεγιστοποιήσουν τις πιθανότητές τους να εισαχθούν σε εκείνο με το καλύτερο όνομα. Οι γονείς – ανεξάρτητα από τις πραγματικές πνευματικές ικανότητες των παιδιών τους – μπορούν στη συνέχεια να ξενοιάσουν με τη γνώση ότι είναι καλύτερο από την πλέμπα που παρακολουθούν το Directional State U.

Bildung για όλους!

Η σημερινή ανώτερη μεσαία τάξη διατηρεί το παραμύθι μιας αξιοκρατικής κοινωνίας, όπως και οι Βικτωριανοί. Αυτό το αφήγημα τους επιτρέπει να διατηρήσουν την οικονομική τους θέση πίσω από τις πλάτες των εργαζομένων, οι οποίοι διδάσκονται ότι τα προβλήματα υγείας τους και οι δύσκολες προοπτικές σταδιοδρομίας τους, αντιπροσωπεύουν ατομικά σφάλματα και όχι κάποια δυσλειτουργία του συστήματος.

Φυσικά, η άσκηση, η κατανάλωση βιολογικών προϊόντων και η ώθηση των παιδιών να περνούν χρήσιμα τον ελεύθερο χρόνο τους δεν είναι εγγενώς κακά πράγματα. Ωστόσο, γίνονται δείκτες αστικών αξιών, όταν αυτοί χρησιμοποιούνται για να επιβεβαιώσουν την ηθική υπεροχή μιας τάξης έναντι μιας άλλης και να δικαιολογήσουν την κοινωνική ανισότητα. Ήταν εξίσου ειδεχθές τον δέκατο ένατο αιώνα όπως είναι και σήμερα.

Πρέπει να ενδιαφερόμαστε για την υγεία, τη διατροφή και την εκπαίδευση. Αλλά αντί να τα βλέπουμε ως τρόπους για να στηρίξουμε την ταξική κυριαρχία, θα πρέπει να τα βελτιώσουμε για όλους. Φανταστείτε αν όλη η ενέργεια που χρησιμοποιείται για να μπει ο μέσος γόνος οικογένειας της ανώτερης τάξης σε αναγνωρισμένα κολέγια, ανακατευθύνονταν για να γίνει η τριτοβάθμια εκπαίδευση πιο προσιτή και οικονομική σε όλους τους τομείς. Φανταστείτε εάν η πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα γίνονταν προτεραιότητα έναντι στην επίτευξη κύρους μέσω της αγοράς των πιο παρθένων προϊόντων. Φανταστείτε, εν ολίγοις, τι θα φαινόταν ο κόσμος μας αν σοσιαλιστικές αξίες – όχι Βικτωριανές – κυριαρχούσαν.

Μετάφραση: Παπαδοπούλου Μαρίνα

Δημοσιεύτηκε στο Jacobin

Για τον Οκτώβρη του 1917

Θέσεις της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

1. 100 χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, και έχοντας μια συνολική υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος, η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων προβάλλει με κάθε τρόπο και μέσο ως «μοναδική αντικειμενική δυνατότητα» οργάνωσης της κοινωνίας το καπιταλιστικό σύστημα. Οι νικητές μετά το ορόσημο της τυπικής κατάρρευσης στο 1989 γράφουν ξανά την ιστορία γιατί στοχεύουν στη καθυπόταξη στην επιβολή της ιστορικής λήθης. Διατυμπανίζει με κάθε τρόπο και μέσο τη «ματαιότητα» κάθε απόπειρας ανατροπής του, το «ανέφικτο» μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Η μοιρολατρική αποδοχή αυτής της «ματαιότητας» από τις καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα, από τις νέες γενιές, αποτελεί βασικό όρο για τη διαιώνιση αυτού του συστήματος.

Σήμερα, η υπεράσπιση της επανάστασης και του σοσιαλισμού συνίσταται καταρχήν στην ιδεολογική αντεπίθεση για την καταπολέμηση αυτής της μοιρολατρίας, την ανάκτηση της πεποίθησης για τη δυνατότητα επαναστατικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, τη δυνατότητα των ανθρώπων να ορίζουν τις ζωές τους, την αναγκαιότητα οικοδόμησης ενός άλλου κόσμου.Εχει σημασία η επιστροφή στο μέλλον να γίνεται με την υπεράσπιση της πρώτης εφόδου στον ουρανό και να ξαναφέρει σε αυτή τη συζήτηση τη νέα γενιά που αμήχανα, ατομικά, χωρίς προσδοκίες περπατάει στο μοιραίο και «αντικειμενικό μονόδρομο».Η Οχτωβριανή Επανάσταση ανήκει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν διαγράφεται, δεν παραμερίζεται, δεν αποσιωπάται, δεν ακυρώνεται. Αφορά όσους παλεύουν και υπηρετούν –ή θέλουν να υπηρετήσουν– την επιλογή της επανάστασης, αφορά την εργατική τάξη, τους λαούς, τους καταπιεζόμενους όλου του κόσμου. Δεν αφορά όσους –ομολογημένα ή ανομολόγητα– έχουν αποδεχτεί το «ανέφικτο» και «παρωχημένο» των επαναστάσεων, κυριαρχούνται από ρεφορμιστικές λογικές, ή έχουν ενταχθεί πλήρως στο σύστημα.

2. Το 1917 ήταν και παραμένει τομή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μετέτρεψε την ουτοπία σε πραγματικότητα, και γι’ αυτήν την πραγματικότητα μιλάμε σήμερα. Σύμφωνα με τον Ένγκελς: «Τη θέση της πραγματικότητας που εξαφανίζεται, την κατακτάει μία καινούργια ζωοφόρα πραγματικότητα. Την κατακτάει ειρηνικά, αν η παλιά είναι τόσο φρόνιμη ώστε να πεθάνει χωρίς αντίσταση ή την κατακτάει με τη βία αν αντισταθεί σε αυτήν την πραγματικότητα, καθετί πραγματικό στο πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας αποδείχνεται με τον καιρό παράλογο, δηλαδή με άλλα λόγια καθετί πραγματικό είναι προορισμένο να γίνει παράλογο, κάθετι το πραγματικό είναι καταδικασμένο από πριν να γίνει παράλογο και καθετί το λογικό στο ανθρώπινο κεφάλι είναι προορισμένο να γίνει πραγματικό, οσοδήποτε κι αν συγκρούεται με την υπάρχουσα φαινομενική πραγματικότητα». («Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας»).

Η επανάσταση του Οκτώβρη απέδειξε πως το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι μόνο άδικο και κακό αλλά είναι και ανατρέψιμο, είναι ένα πεπερασμένο σύστημα. Απέδειξε –και γι’ αυτό η απέχθεια και ο φόβος συνάμα– ότι τα πράγματα αλλάζουν, αλλάζουν ριζικά. Ότι οι νόμοι της οικονομίας της αγοράς, του κεφαλαίου, οι νόμοι της εξουσίας έχουν ένα τέλος μπροστά στη θέληση των ανθρώπων να αλλάξουν τη μοίρα τους.

Η ιστορία δίνει υλικό στη θεωρία. Ο Οκτώβρης περιλαμβάνει ένα τεράστιο σώμα απόψεων και πρακτικών. Γι’ αυτό και η μελέτη του θα διαρκεί πάρα πολύ. Η διαρκής μελέτη του, ακόμα κι αν δεν έχουμε πολλές ικανοποιητικές απαντήσεις στα βασανιστικά ερωτήματα του χθες, βοηθάει σε μια ανασύνθεση και προχώρημα της γνώσης, της πολιτικής επιστήμης, του επαναστατικού μαρξισμού, της οργάνωσης των κινημάτων, των εξεγέρσεων και των πολιτικών υποκειμένων… Δίνει υλικό για το σύγχρονο επαναστατικό κίνημα.

Η σύλληψη του νέου θα βοηθιέται από το παλιό, θα «αντιγράφει» δημιουργικά, στοιχεία του παρελθόντος. Η οποιαδήποτε απόπειρα θα αναμετριέται με την ιστορία της, τα νέα υποκείμενα και οι πρωτοπόροι άνθρωποι θα διαβάζουν αναγκαστικά τον Οκτώβρη. Δεν μπορεί να κοπεί το νήμα, όσο κι αν οι «νικητές» αυτό επιδιώκουν. Η συζήτηση για τον Οκτώβρη δεν μπορεί βεβαίως να παραμείνει στο τελετουργικό και νοσταλγικό μέρος. Είναι μία συζήτηση ενεστώτα χρόνου.

3. Ο Οκτώβρης διχάζει. Δικαίως, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους δύο κόσμους, τις δύο βασικές τάξεις. Διχάζει, γιατί φοβίζει για την εποχή που άνοιξε: Την εποχή των προλεταριακών επαναστάσεων. Όμως η επανάσταση του Οκτώβρη και πολύ περισσότερο η συνέχειά της διχάζει και την κομμουνιστική αριστερά. Πέρα από τις ακαδημαϊκές μελέτες και αντιπαραθέσεις, υπάρχει πληθώρα προσεγγίσεων και επεξεργασιών από τους πολυποίκιλους –ισμούς της. Οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα κοινό σημείο ενότητας, ταυτότητας και αφετηρίας. Η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν ανήκει σε όλους, ανήκει όμως στη θεωρία και πολύ περισσότερο στην πράξη και στην ιστορία των σοσιαλιστικών αποπειρών. Ήταν η πρώτη γνήσια και νικηφόρα επανάσταση, συνέχεια και τομή των πρώτων αποπειρών του 1848 και της Κομμούνας του Παρισιού. Η επανάσταση του Οκτώβρη του ’17 αποτελεί το σημείο αναφοράς της απελευθερωτικής θεωρίας και πραχτικής, την αρχή του τέλους του καπιταλισμού.

4. Η επανάσταση, η κοινωνική επανάσταση, είναι η υψηλότερη μορφή της ταξικής πάλης. Αφορά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, το πέρασμά της από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια μιας άλλης. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό που πεθαίνει και το καινούργιο που γεννιέται, είναι μια ριζική βαθιά αλλαγή της υπάρχουσας κοινωνικής κατάστασης. Η επανάσταση του Οκτώβρη είναι το συνταίριασμα της ωρίμανσης των αντικειμενικών συνθηκών και της ετοιμότητας-ικανότητας του υποκειμενικού παράγοντα. Είναι μία πραγματική επανάσταση που αφορά «τη σύμπτωση της μεταβολής των συνθηκών και της μεταβολής της ανθρώπινης δραστηριότητας» (Κ. Μαρξ, Τρίτη θέση για το Φόυερμπαχ).

Στη Ρωσία του ’17 συσσωρεύονται εκρηκτικές αντιθέσεις, επικρατεί επαναστατική κατάσταση: οι «από κάτω» δεν θέλουν να κυβερνηθούν όπως πριν – οι «από πάνω» δεν μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια και ανυπακοή λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου, η πείνα, οι ελλείψεις βασικών αγαθών και οι συνέπειες του πολέμου στις λαϊκές μάζες, η μη επίλυση του ζητήματος της γης, η πολιτική κρίση και η δυαδική εξουσία μετά την ανατροπή του τσαρισμού κάνουν τη Ρωσία αδύναμο κρίκο του συστήματος. Η ύπαρξη και δράση συγκροτημένης συνειδητής πρωτοπορίας –των μπολσεβίκων– που βάζει το ζήτημα της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας κάνει εφικτό το σπάσιμο αυτού του κρίκου.

5. Οι «δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» ήταν αποτέλεσμα πολύπλευρης προετοιμασίας και επίπονης γέννας. Πολύχρονη θεωρητική μελέτη, συγκεκριμένη ανάλυση για την κατάσταση στη Ρωσία, για το χαρακτήρα του παγκόσμιου πολέμου, για το πέρασμα του καπιταλισμού στο ανώτατο στάδιό του, τον ιμπεριαλισμό και το τι σηματοδοτεί η εποχή του ιμπεριαλισμού για το επαναστατικό κίνημα, χάραξη στρατηγικής και τακτικής που να αντιστοιχεί σε κάθε δεδομένη στιγμή, καθορισμός καθηκόντων που αντιστοιχούν σε κάθε δεδομένη στιγμή, καθορισμός των συμμαχιών της εργατικής τάξης, αποτίμηση των προηγούμενων αποπειρών και θεωρητικά προχωρήματα για το κράτος και την προλεταριακή εξουσία, οργάνωση της τάξης και του πρωτοπόρου αποσπάσματός της, του κόμματος νέου τύπου. Με δυο λόγια, η Οχτωβριανή Επανάσταση ήταν αποτέλεσμα αυτού που ονομάζεται λενινισμός.

Η στρατηγική και ταχτική της επανάστασης περιλάμβανε πρόγραμμα με άμεσα συνθήματα Ψωμί-Γη-Ειρήνη. Πρόγραμμα ικανό να κερδίσει τις μάζες, που έφερε τους μπολσεβίκους απο μειοψηφία στα σοβιέτ και λίγες χιλιάδες μέλη στις αρχές του ’17, στο να κατακτήσουν την πλειοψηφία των σοβιέτ και να έχουν 250.000 μέλη τις παραμονές της επανάστασης.

Η ταχτική περιλάμβανε συμμαχίες και αντιπαραθέσεις. Η επανάσταση του Οκτώβρη οφείλεται στην πρωτοβουλία των μπολσεβίκων. Πρωτοβουλία που είναι η βάση της ηγεμονίας τους. Ηγεμονία που καταχτιέται υπομονετικά στη λογική του αγώνα για να κερδίσουμε την πλειοψηφία του προλεταριάτου μέσα από τη συνειδητή βούληση και δράση του. Ηγεμονία που κερδίζεται σε όλους τους χώρους, με όλους τους τρόπους. Η έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα είναι το αποφασιστικό, το κρίσιμο πλην όμως το «στιγμιαίο» τμήμα της επαναστατικής διαδικασίας. Ο Γκράμσι αποτυπώνει θεωρητικά σωστά και διαλεκτικά αυτή τη διαδικασία, συνθέτοντας και διαβάζοντας ορθά τα κρίσιμα πολιτικά κείμενα του Λένιν. Στην επανάσταση του Οκτώβρη είχαμε για πολλά χρόνια τον πόλεμο θέσεων ή τον πόλεμο φθοράς κατά Κάουτσκι και διαλεκτικά δεμένος με αυτόν τον πόλεμο ήταν ο πόλεμος κινήσεων-ελιγμών-χαρακωμάτων, με τις συγκρούσεις, τις εξεγέρσεις και την τελική έφοδο που σήμαινε την ανατροπή και το πάρσιμο της εξουσίας.

Η στιγμή της ανατροπής της κυβέρνησης φαίνεται να είναι μια στιγμή, μια μέρα, όμως η επανάσταση δεν σταμάτησε στις 7/11/1917. Η επανάσταση του Οχτώβρη είναι το πέρασμα της εξουσίας από τα χέρια της αστικής τάξης στα χέρια του προλεταριάτου, είναι μια βαθιά ριζική αλλαγή σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής. Οι θιασώτες της θεωρίας για το «πραξικόπημα των μπολσεβίκων» ξεχνούν ότι τα πραξικοπήματα ανατρέπουν τις κυβερνήσεις, όχι την ταξική κυριαρχία, όχι τον τρόπο παραγωγής. Τα πραξικοπήματα δεν στηρίζονται στις μάζες, δεν έχουν την υποστήριξη των μαζών.

6. Οι επαναστάσεις δεν γίνονται με παραγγελία. Δεν γίνονται από την επιθυμία κάποιου ηγέτη ή μιας οργάνωσης. Οι επαναστάσεις δεν γίνονται κάθε μέρα. Η αναγκαιότητα και οι συνθήκες θέτουν στην «ημερήσια διάταξη» την επανάσταση. Ο Οκτώβρης δεν θα υπήρχε αν οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες. Ώριμες συνθήκες όχι μόνο στη Ρωσία που ήταν ο αδύναμος κρίκος και μπορούσε να παίξει το ρόλο του πυροκροτητή των προλεταριακών επαναστάσεων. Μέσα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τα εκατομμύρια των νεκρών, η διεθνής και μαζική ανάγκη για ειρήνη ταυτίστηκε με την αναζήτηση ενός νέου κόσμου και με την επιθυμία για την κοινωνική επανάσταση. Και όπως πάντα, ο τοκετός ούτε ανώδυνος είναι, ούτε αναίμακτος. Αυτές τις συσπάσεις του νέου κόσμου εκπροσωπούσαν τότε τα σοσιαλδημοκρατικά μαρξιστικά κόμματα. Δεν ήταν έκπληξη ούτε η ανατροπή του τσάρου τον Φλεβάρη του ’17, ούτε η επανάσταση του Οκτώβρη του ’17.

Σε τελική ανάλυση, είναι ο συσχετισμός δύναμης, ή πιο «ξύλινα», η ταξική πάλη σε όλες τις εκφράσεις της και η δυναμική που αυτή έχει, για τη φορά που θα πάρει η πορεία της ανθρωπότητας. Τα καθοριστικά στοιχεία για το συσχετισμό δύναμης ήταν: α) μια γενικευμένη αντιπολεμική συνείδηση, μια διάχυτη αυξανόμενη λαϊκή αγανάκτηση, μια εκρηκτική αναταραχή που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος. β) οι κυρίαρχες αστικές τάξεις είχαν διασπαστεί, βρίσκονταν σε οξεία αντιπαράθεση και είχε συρρικνωθεί η κοινωνική τους έκφραση. γ) τα παλαιά πολιτικά και οικονομικά συστήματα είχαν φθαρεί και όλο αυτό δημιουργούσε όρους πολιτικής κρίσης – κατάρρευσης και εθνικής επαναστατικής κρίσης. δ) υπήρχαν σημαντικά αντίπαλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που εκπροσωπούσαν την εργατική τάξη και τα συμφέροντά της και οραματίζονταν έναν άλλο κόσμο. ε) ο κόσμος (περισσότερο ενστικτώδικα και λιγότερο συνειδητά) συνέλαβε την επανάσταση του ’17 σαν τον καταλύτη και το σήμα για μια νέα κατάσταση στην Ευρώπη, σαν το παράδειγμα-υπόδειγμα για την αναζήτησή του. στ) στη Ρωσία η εξουσία «ήταν στους δρόμους» και οι μπολσεβίκοι αποφάσισαν να την πάρουν, έχοντας απέναντι μία απελπισμένη, υπό κατάρρευση κυβέρνηση. Ο συσχετισμός δύναμης και η δυναμική διαμόρφωσής του είναι καθοριστικός παράγοντας για το ποια καθήκοντα, ποιες συμμαχίες, ποιοι στόχοι μπορεί και πρέπει να τεθούν.

7. Η επανάσταση είναι μία πρωτότυπη κατάσταση. Δεν αντιγράφεται. Κάθε επανάσταση έχει τις ιδιομορφίες της, τις ιδιαιτερότητές της. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αντλούσαν υλικό από τις προηγούμενες επαναστατικές απόπειρες. Η ίδια η ταξική πάλη καθορίζει αυτές τις ιδιομορφίες. Η επανάσταση του Οκτώβρη καθορίστηκε από δύο ιδιομορφίες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο και στην εδραίωση και πολύ περισσότερο στην εξέλιξή της. Η πρώτη αφορά τους εσωτερικούς όρους γέννησης. Ο Οκτώβρης στηρίχτηκε στη συμμαχία της εργατικής τάξης και των τεράστιων εργαζόμενων μαζών της αγροτιάς. Οι μπολσεβίκοι υιοθετούν το πρόγραμμα των αγροτικών σοβιέτ (υπό εσέρικη ηγεμονία) ενσωματώνοντάς το στο «Διάταγμα για τη Γη». Το κόμμα που εκπροσωπούσε την εργατική τάξη ήταν το μόνο κόμμα που μπορούσε να δώσει λύση στο οξύτατο πρόβλημα των αγροτών.Οι μπολσεβίκοι σωστά επέλεξαν αυτή την τακτική. Χωρίς την απόσπαση των πλατιών μαζών της αγροτιάς από την αστική τάξη, η επανάσταση θα χανόταν. Αυτός εξάλλου ήταν ένας βασικός λόγος που χάθηκαν και οι επαναστάσεις του 1848 και του 1871. Η δεύτερη ιδιομορφία αφορά τη διεθνή κατάσταση και περίγυρο. Η επανάσταση των μπολσεβίκων ήταν η μοναδική που νίκησε, ενώ οι υπόλοιπες σοσιαλιστικές επαναστάσεις που ξέσπασαν ηττήθηκαν. Ήδη στα 1916 ο Λένιν εκτιμά και γράφει ότι «η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από εδώ βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του προλεταριάτου στην αρχή σε μερικές ή και σε μία μονάχα χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα». Ο Λένιν θεμελίωσε τη θεωρία της επανάστασης σε μία χώρα στην εποχή του ιμπεριαλισμού και «απάντησε» στην τροτσκιστική θεωρία της διαρκούς επανάστασης που έψαχνε τη λύση «μονάχα σε διεθνή κλίμακα στο στίβο της παγκόσμιας επανάστασης του προλεταριάτου» (Τρότσκυ 1922). Ο Οκτώβρης για αρκετά χρόνια έμεινε μόνος. Η δικτατορία του προλεταριάτου στη Ρωσία έπρεπε να θεμελιωθεί σε σύγκρουση με έναν καπιταλισμό όχι τόσο ανεπτυγμένο και σε ένα διεθνή περίγυρο περισσότερο ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών.

8. Ένας νέος κόσμος δημιουργήθηκε το 1917. Η μπολσεβίκικη επανάσταση του ’17 σήμανε τεράστιες ανατροπές, βαθιές αλλαγές, μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα είναι η πρώτη προλεταριακή επανάσταση του 20ου αιώνα. Εγκαινιάζει την εποχή των επαναστάσεων στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Η Οκτωβριανή Επανάσταση και οι πρωταγωνιστές της θεωρούσαν πως η ίδια ήταν περισσότερο ένα διεθνικό γεγονός και λιγότερο ένα εθνικό. Η επανάσταση είχε τεράστια διεθνή σημασία, εμβέλεια και αντίκτυπο. Και τούτο διότι: α) Θρυμματίστηκε το ενιαίο του καπιταλιστικού κόσμου, τροποποιήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα ο ταξικός συσχετισμός δύναμης. Πράγμα που εκφράστηκε ενιαία και οργανωμένα από το 1919 με την ίδρυση της Γ’ Διεθνούς. β) Ο κόσμος χωρίστηκε στα δύο, από τη μία η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της και από την άλλη ο κόσμος του κεφαλαίου, του πλούτου, της εκμετάλλευσης. γ) Αποδείχτηκε έμπρακτα ότι υπάρχει τέλος στον καπιταλισμό, ότι ο καπιταλισμός είναι τρωτός και ανατρέψιμος, ότι οι άνθρωποι μπορούν να καθορίζουν τη ζωή τους. δ) Δημιουργήθηκε ένα τεράστιο εκπληκτικά οργανωμένο επαναστατικό κίνημα, το κομμουνιστικό κίνημα, που διαρκώς αναπτυσσόταν σε όλο τον κόσμο. ε) Εξανάγκασε τον καπιταλισμό σε παραχωρήσεις και υποχωρήσεις σύμφωνα με τις ανάγκες, τις απαιτήσεις, τα αιτήματα των εκμεταλλευόμενων. Μία σειρά κατακτήσεις και δικαιώματα της εργατικής τάξης, των γυναικών κλπ, θεμελιώνονται πάνω στο φόβο της επανάστασης και της ανατροπής του καπιταλισμού. στ) Ο 20ος αιώνας σηματοδοτήθηκε από εξεγέρσεις, επαναστάσεις, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. η) Κινητοποίησε εκατομμύρια κόσμου σε όλο τον πλανήτη, ώθησε τις τέχνες και τον πολιτισμό να ανακαλύψουν νέες μορφές έκφρασης, να διαμορφώσουν άλλα πρότυπα και αξίες. Και τέλος, ξεκίνησε το πρώτο μεγάλο πείραμα να χτιστεί μια κοινωνία μετάβασης που στοχεύει να αλλάξει τη μοίρα της ανθρωπότητας, μία οικονομία, μία κοινωνία, ένας άλλος τύπος ανθρώπου που να περνάει από την εποχή του καπιταλισμού στην εποχή του κομμουνισμού.

9. Το κρίσιμο βασανιστικό και διαρκές δίλημμα, κατάρρευση ή επικράτηση της επανάστασης, έπρεπε από την επόμενη της εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα να απαντηθεί σε ενεστώτα διαρκείας. Δεν ήταν τυχαίοι οι δημόσιοι πανηγυρισμοί του Λένιν μία μόλις μέρα μετά την συμπλήρωση των πρώτων αντίστοιχων ημερών έως την πτώση της Κομμούνας του Παρισιού. Το ερώτημα δεν ήταν θεωρητικό, ήταν άμεσο και αποφασιστικό. Ήταν το κρίσιμο ερώτημα της ταξικής πάλης για πολλά χρόνια. Τα ερωτήματα δεν απαντιούνται με θεωρητικά σχήματα και μοντέλα, ούτε με τα μάτια και την ασφάλεια μιας ιστορικής απόστασης δεκαετιών. Ο επαναστατικός μαρξισμός αφορά πρώτα από όλα την υιοθέτηση μίας ταξικής θέσης μέσα σε μία συγκεκριμένη κατάσταση. Η συγκεκριμένη κατάσταση στα 1917-1923 ήταν η θεμελίωση-επικράτηση της επανάστασης και της νέας εξουσίας. Σε αυτή την επαναστατική πενταετία οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις είναι πολλές. α) Η συνέχιση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου β) Η άθλια οικονομική κατάσταση, η πείνα, η έλλειψη τροφοδοσίας των πόλεων και του Κόκκινου Στρατού, γ) Ο εμφύλιος πόλεμος σε όλο το εσωτερικό της Ρωσίας δ) Η στρατιωτική απειλή και εισβολή με στρατιωτικά συντάγματα 11 χωρών που πολέμησαν δίπλα στους λευκούς αντεπαναστάτες. Η επίλυση των αντιθέσεων προς όφελος του λαού και η διατήρηση της νέας σοβιετικής εξουσίας επέβαλε περισσότερο συμβιβασμούς παρά αλματώδη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ήταν ή όχι απαραίτητοι αναγκαίοι οι συμβιβασμοί; Ήταν ή όχι προς όφελος της επικράτησης της επανάστασης η συμφωνία Μπρεστ-Λιτόφσκ; (Μία συμφωνία με βαρύτατους όρους και τεράστιο κόστος). Η ταξική θέση των Λένιν-Στάλιν (και κόντρα σε Μπουχάριν-Τρότσκι) ήταν η υπογραφή της συμφωνίας υπολογίζοντας: α) τον κίνδυνο της κατάρρευσης από τα μέσα αλλά και της εξωτερικής επέμβασης, και β) το τι ήθελαν οι στρατιώτες, το τι πραγματικά επιζητούσε ο λαός. Ταξική θέση που έχει να κάνει με την ικανότητα του Λένιν και των μπολσεβίκων να αναγνωρίζουν το τι ήθελαν οι μάζες. Καλή η επαναστατική λογοκοπία, ακόμα καλύτερη η θεμελίωση ενός επαναστατικού καθεστώτος. Πάνω στα συγκεκριμένα και ιστορικά προσδιορισμένα διλήμματα διαμορφώνεται ο επαναστατικός μαρξισμός. Απέναντι στην πείνα και στην έλλειψη ανεφοδιασμού των πόλεων λόγω της άρνησης των αγροτών, λόγω της αναρχίας που έχει δημιουργηθεί, ήταν ή όχι αναγκαίος ο πολεμικός κομμουνισμός; Ήταν ή όχι ταξική πρακτική απόφαση η επίταξη του πλεονάσματος της αγροτικής παραγωγής; Ο πολεμικός κομμουνισμός ήταν μια αναγκαία επιλογή για την επικράτηση του σοβιετικού καθεστώτος και την αντιμετώπιση του εμφυλίου πολέμου. Η κόκκινη τρομοκρατία απέναντι στους αντεπαναστάτες, «η συστηματική τρομοκρατία κατά της αστικής τάξης και των συμμάχων της» ήταν αναγκαιότητα για το στέριωμα της επανάστασης. Ήταν μία ταξική θέση. Όπως και οι αποφάσεις του 10ου συνεδρίου του κόμματος των Μπολσεβίκων για την ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική). Οι αναγκαίοι συμβιβασμοί αφορούσαν το προτσές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το πρόβλημα δεν είναι οι αποφάσεις. Το πρόβλημα είναι η διάρκεια των αποφάσεων, οι μετασχηματισμοί, οι ανατροπές. Το αναγκαίο βεβαίως σε μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή δεν μπορεί να γίνεται μόνιμο και διαρκές. Η πορεία οικοδόμησης της μεταβατικής κοινωνίας είναι μια διαδικασία όπου οι αναγκαιότητες και οι επιλογές καθορίζονται από τη συγκεκριμένη ιστορία της πάλης των τάξεων που διεξάγεται στη διάρκεια 1917-1924.

10. Η «συνεισφορά» του Λένιν δεν ήταν συνεισφορά. Ήταν ο επαναστατικός μαρξισμός στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης. Ο Λένιν συγκρούστηκε με τους τότε πάπες της ορθοδοξίας του μαρξισμού (Κάουτσκι, Μπερνσταιν κ.ά.) και η απάντηση που έδωσε δεν ήταν η υπεράσπιση της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας, αλλά η γέννηση ενός σύγχρονου ρεύματος, η προσπάθεια να απαντηθούν τα νέα ζητήματα. Στην πρώτη μεγάλη αναθεώρηση του μαρξισμού, ο Λένιν αντιπαρατέθηκε προχωρώντας το μαρξισμό σε θεωρία και πράξη. Πολλοί θεωρούν τον λενινισμό σαν ρώσικο πολιτικό φαινόμενο, που δεν παίρνει υπόψη του τη διαφορά μεταξύ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και της αγροτικής Ρωσίας. Τα ίδια όμως τα γραπτά-συνεισφορές (Κράτος και επανάσταση, ιμπεριαλισμός, το εθνικό ζήτημα, ο αριστερισμός, η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι) ανατρέπουν αυτή τη θεώρηση. Ο Λένιν σαν συνεισφορά-προχώρημα του μαρξισμού αντιλαμβάνεται την εποχή του ιμπεριαλισμού, αναλύοντας τις καθοριστικές τάσεις εξέλιξης του σύγχρονου καπιταλισμού –το υπόδειγμά του δεν είναι η Ρωσία- γνωρίζοντας το σύνολο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Διακρίνει την επανάσταση που έρχεται και την επικαιρότητά της, την ίδια στιγμή που οι «ορθόδοξοι μαρξιστές» την παραπέμπουν στο μέλλον. Η θεμελιώδης σκέψη και επιμονή του Λένιν είναι η πραγματοποίησή της. Απαντά θετικά ότι μπορεί να γίνει η επανάσταση και μελετά-δοκιμάζει από το 1903 τους τρόπους που θα πραγματοποιηθεί. Η αντιπαράθεση στο 2ο συνέδριο με τον Μάρτοφ αλλά και με την Λούξεμπουργκ και τους άλλους μαρξιστές της εποχής αφορά το ποιο είναι το κόμμα που χρειάζεται σε αυτές τις συνθήκες για να προετοιμαστεί και πραγματοποιηθεί η επανάσταση. Ο Λενινισμός θεωρητικά δεν περιορίζεται μόνο στο γενικό. Εκφράζεται πάνω στην πολιτική και πρακτική επίλυση των ιδιαίτερων προβλημάτων. Αντιλαμβάνεται και αναδεικνύει τις έννοιες της επαναστατικής κρίσης, της εθνικής κρίσης, των συμμαχιών εργατικής τάξης και αγροτιάς. Αντιλαμβάνεται πως οι ταξικοί τους στόχοι είναι διαφορετικοί, αλλά η οικονομική και κοινωνική διάρθρωση έχουν δημιουργήσει τις αντικειμενικές βάσεις για την εργατοαγροτική συμμαχία. Αντιλαμβάνεται ότι «όποιος περιμένει μια καθαρή κοινωνική επανάσταση δε θα την δει ποτέ του. Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει αληθινή επανάσταση» και «η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά το ξέσπασμα της μαζικής πάλης όλων των καταπιεσμένων και δυσαρεστημένων».

11. Ο σοσιαλισμός μεταμόρφωσε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση. Κατόρθωσε μέσα σε δύο δεκαετίες να προωθήσει μετασχηματισμούς στην παραγωγή και σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής, που άλλες χώρες χρειάστηκαν αιώνες για να τους φτάσουν. Με την Οκτωβριανή Επανάσταση καταδείχτηκαν και απλώθηκαν οι δυνατότητες οικοδόμησης μιας διαφορετικής κοινωνίας, όταν σπάσουν τα δεσμά της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Μία αχανής καθυστερημένη χώρα κι ένας λαός βυθισμένος στην εξαθλίωση, στην αμάθεια και το σκοταδισμό, μεταμορφώθηκαν μέσα σε δύο δεκαετίες, την ώρα που ο καπιταλιστικός κόσμος βυθιζόταν σε μία βαθύτατη κρίση. Η πεποίθηση ότι εμείς φτιάχνουμε τις τύχες και τις ζωές μας, ότι η δουλειά μας συνεισφέρει στο κοινό καλό και όχι στα κέρδη του αφεντικού, κινητοποίησε χιλιάδες σοβιετικούς πολίτες για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και οι αντιξοότητες και να υλοποιηθεί αυτή η μεταμόρφωση – να «βιαστούν» οι αντικειμενικές συνθήκες.

Αναπτύχθηκαν και αξιοποιήθηκαν οι παραγωγικές δυνάμεις στη βάση μίας σχεδιοποιημένης οικονομίας με τα πεντάχρονα πλάνα και φτιάχτηκαν βιομηχανικές μονάδες, σταθμοί παραγωγής ενέργειας, εξηλεκτρίστηκε όλη η χώρα, εκμηχανίστηκε η αγροτική παραγωγή, αναπτύχθηκαν οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και οι επικοινωνίες, μέχρι τα ακρότατα της Σιβηρίας. Εξασφαλίστηκε στέγη, τροφή, είδη πρώτης ανάγκης, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλο τον πληθυσμό. Μεταμορφώθηκαν οι πόλεις και τα χωριά με τεχνικές υποδομές, σχολεία, παιδικούς σταθμούς, ιατρεία, θέατρα, κινηματογράφους, βιβλιοθήκες, χώρους πολιτισμού.

Άνοιξαν οι δρόμοι της μόρφωσης και εξαλείφθηκε ο αναλφαβητισμός για όλους τους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης. Προωθήθηκε η επιστημονική έρευνα σε όλους τους τομείς με οδηγό τη μαρξιστική υλιστική αντίληψη, δίνοντας σημαντικά επιτεύγματα. Άνθισε η τέχνη και ο πολιτισμός δίνοντας σημαντικά έργα και δημιουργούς και προωθώντας τα αγαθά του πολιτισμού από τις μεγάλες πόλεις μέχρι τα πιο απομονωμένα χωριά, από τη διανόηση μέχρι τους νομαδικούς λαούς της Κεντρικής Ασίας. Οι συνθήκες που έγινε αυτός ο μεγάλος αγώνας ήταν πολύ δύσκολες και έμοιαζε ακατόρθωτο και βολονταριστικό αυτό που επιχειρήθηκε. Μία χώρα καθυστερημένη, με ρημαγμένο το εσωτερικό από τον εμφύλιο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση 12 χωρών, τη γενική εχθρότητα όλων των αντιδραστικών εντελώς μόνη και χωρίς «θεωρία» αλλά και εμπειρία οικοδόμησης, έπρεπε να βάλει τις βάσεις μιας σύγχρονης βαριάς βιομηχανίας και να πραγματοποιήσει ένα συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Απέδειξε ότι η επανάσταση είναι νόμος της προόδου και πέρα από τις συκοφαντίες και τις «κριτικές» εκ του μακρόθεν και εκ των υστέρων, τα κατάφερε καλά, έχοντας σήμερα εμείς ένα τεράστιο πλούσιο υλικό και παρακαταθήκη για το μέλλον.

12. Το βασικό σημείο στο οποίο ο αντίπαλος βυσσοδομεί είναι η δημοκρατία και η κατάργησή της από τους μπολσεβίκους και τη σοβιετική εξουσία. Κατά το 1989-1991 και τις κραυγές για το «τέλος του κομμουνισμού» η δημοκρατία υιοθετείται σαν εξω-ιστορική αξία από τον κόσμο της αγοράς και γίνεται η σημαία της αστικής τάξης, ενάντια στο διχασμό που γέννησε ο Οκτώβρης του 1917. Ξεχνιέται ότι η δημοκρατία δεν είναι αιώνια αξία αλλά παίρνει συγκεκριμένες μορφές κάτω από τις ιστορικές συνθήκες, το πραγματικό πλαίσιο και την ταξική πάλη. Η γαλλική επανάσταση που εκθειάζεται στα σχολικά βιβλία και στα ακαδημαϊκά εγχειρίδια έχυσε ποτάμια αίματος για να εδραιώσει την αστική εξουσία της, ενώ καρατόμησε τους «ελέω Θεού» βασιλείς. Λίγο πριν πάρουν την εξουσία οι μπολσεβίκοι, η «αστική δημοκρατία» του Κερένσκι τους κυνηγούσε, τους φυλάκιζε, τους δολοφονούσε. Και την ίδια πάνω κάτω περίοδο με τον Οκτώβρη, άνθιζαν τα φασιστικά και ναζιστικά πραξικοπήματα στον καπιταλιστικό κόσμο, αλλά και τα ιδιώνυμα, οι απαγορεύσεις, οι διώξεις και οι εξορίες στις παλιές αστικές δημοκρατίες. Για το μαρξισμό και τους κομμουνιστές η δημοκρατία δεν είναι αιώνια θρησκευτική αξία, έξω από το ερώτημα της εξουσίας. Η ιστορία άλλωστε αποδεικνύει ότι η ίδια η αστική δημοκρατία δεν σεβάστηκε το δεύτερο συνθετικό της (τη δημοκρατία) όταν κινδύνευσε το πρώτο (η αστική κυριαρχία). Για το κομμουνιστικό κίνημα το κεντρικό ζήτημα είναι αυτό της εξουσίας, δηλαδή ποια τάξη κυριαρχεί απέναντι σε ποια. Η λενινιστική συνεισφορά (Κράτος και Επανάσταση) έφερε στην επιφάνεια το γεγονός ότι το κράτος αποτελεί όργανο ταξικής κυριαρχίας μια τάξης έναντι των υπολοίπων. Η υπεράσπιση επομένως της σοβιετικής εξουσίας, της εξουσίας, δηλαδή των σοβιέτ των εργατών και αγροτών, της κοινωνικής πλειοψηφίας που στο όνομα της οποίας έγινε η Οκτωβριανή Επανάσταση, δεν γίνεται από μια σκοπιά αφηρημένης δημοκρατίας ή εκλογικής πλειοψηφίας. Η μάχη για την εξουσία είναι μάχη επιβίωσης της δυνατότητας της μία τάξης να επιβάλλεται στην άλλη. Αυτό έπραξαν οι μπολσεβίκοι όταν υπεράσπισαν το εργατοαγροτικό κράτος εξαπολύοντας την κόκκινη τρομοκρατία και αφού είχαν υποστεί σειρά επιθέσεων, δολοφονιών και προβοκατσιών που έθεταν σε κίνδυνο την νεαρή σοβιετική εξουσία.

13. Η ανθρωπότητα χρωστάει τη συντριβή του φασισμού στη Σοβιετική Ένωση και στο κομμουνιστικό κίνημα που οδήγησε τα αντιστασιακά κινήματα της Ευρώπης. Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι ονομασίες περιοχών και μετρό Στάλινγκραντ στην καρδιά του Παρισιού. Ο φασισμός σαν «η ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφάλαιου», αναπτύχθηκε και πέρασε σε επίθεση με το ξέσπασμα της γενικής οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού και την παράλληλη άνοδο του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ο φασισμός και η συνέχειά του, ο ναζισμός, ήταν η απάντηση στην επανάσταση του Οκτώβρη.

Ενώ ο φασισμός έδειχνε τα δόντια του από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 και ιδιαίτερα μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, οι βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ) όχι μόνο δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν την άνοδο του ναζιφασισμού, αλλά τον υπέθαλψαν, τον ενίσχυσαν και τον χρησιμοποίησαν σαν δύναμη κρούσης για να ανακόψουν το ογκούμενο κομμουνιστικό και επαναστατικό κίνημα. Ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος ήταν προϊόν της γενικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, της επιθυμίας των επιθετικών δυνάμεων του Άξονα να ηγεμονεύσουν και να ξαναμοιράσουν τον κόσμο, αλλά και της κοινής επιθυμίας όλου του καπιταλιστικού κόσμου να χτυπηθεί η Σοβιετική Ένωση και το κομμουνιστικό κίνημα.

Εκτιμώντας από το 1925 πως «οι προκαταρκτικοί όροι του πολέμου ωριμάζουν» και «ο πόλεμος μπορεί να γίνει αναπόφευκτος», ο Στάλιν έλεγε πως: «… η σημαία της ειρήνης είναι η σημαία μας. Αλλά αν ξεσπάσει ο πόλεμος δε θα μπορέσουμε να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Θα πρέπει να πάρουμε μέρος σ’ αυτόν αλλά θα πρέπει να είμαστε οι τελευταίοι που θα πάρουμε μέρος. Και θα μπούμε σ’ αυτόν τον πόλεμο για να ρίξουμε στη ζυγαριά το αποφασιστικό βάρος, το βάρος που θα κάνει τη ζυγαριά να γείρει». Η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν η τελευταία, αλλά από τις πρώτες χώρες που αντιμετώπισε τις χιτλερικές ορδές. Η είσοδός της στον πόλεμο του προσέδωσε έναν αντιφασιστικό απελευθερωτικό χαρακτήρα, και ήταν αυτή που έριξε το αποφασιστικό βάρος στη ζυγαριά. Οι αήττητες μέχρι τότε στρατιές του Χίτλερ αποκρούστηκαν και ηττήθηκαν χάρη στον αποφασιστικό μέχρις εσχάτων αγώνα του σοβιετικού λαού.

Η γεμάτη αυταπάρνηση καθολική αντίσταση του σοβιετικού λαού αποτελεί μια εποποιία που μόνο το κομμουνιστικό κίνημα μπορούσε να δημιουργήσει. Οι σοβιετικοί πολίτες και στρατιώτες, μη λογαριάζοντας θυσίες, αγωνίζονταν για την ελευθερία της σοσιαλιστικής πατρίδας τους εμπνεόμενοι από τα ιδανικά του κομμουνισμού. Έδωσαν 20 εκατομμύρια νεκρούς για να νικήσουν το τέρας του φασισμού. Αυτή η εποποιία καθοδηγήθηκε από το ΚΚΣΕ και τον Στάλιν που συσπείρωσε και ενέπνευσε το σοβιετικό λαό. Η συγκρότηση και γιγάντωση του κομμουνιστικού κινήματος στη δεκαετία του ’30, η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, η μπολσεβικοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων και η σφυρηλάτηση της ενότητας θέλησης και δράσης έθεσαν τις βάσεις για τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου.

14. Γενικά και στην περίπτωση της Σοβιετικής Ενωσης συγκεκριμένα, υπάρχουν δύο «φάσεις» της επαναστατικής διαδικασίας. Το πάρσιμο της εξουσίας, και η συνολική πορεία ανατροπής των σχέσεων και του συσχετισμού δύναμης σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Η πρώτη αφορά τη «στιγμή» και η δεύτερη αφορά μια μακρόχρονη διαδικασία. Η μακροχρόνια διαδικασία έχει να κάνει με τη μεταβατική περίοδο, που είναι «μία περίοδος πάλης ανάμεσα στον ετοιμοθάνατο καπιταλισμό που νικήθηκε, αλλά δεν καταστράφηκε, και τον κομμουνισμό που γεννήθηκε αλλά όμως είναι ακόμα πολύ αδύναμος» (Λένιν, Οικονομία και πολιτική στην εποχή της διχτατορίας του προλεταριάτου).

Δυστυχώς σήμερα εμφανίζονται και ανθούν βιαστικές κριτικές στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Μερικές επηρεάζονται τόσο από τον πραγματισμό και την έννοια του αποτελέσματος που κρίνει τα πάντα, όσο -και μάλλον περισσότερο- από την κυριαρχία και την πίεση που ασκούν τρεις και πλέον δεκαετίες οι αστικές θεωρίες και ιδεολογίες περί του τέλους του κομμουνισμού και της ιστορίας, περί της μεγάλης ουτοπίας. Περίπου οι περισσότερες κριτικές της Οκτωβριανής επανάστασης σήμερα γίνονται –γιατί 40 χρόνια πριν ήταν διαφορετικές– από τους ίδιους ανθρώπους ή ρεύματα. «Τελειώνουν» την επανάσταση στο 1928, στο 1924 ή στο 1921. Γιατί όχι και ακόμα νωρίτερα… Βέβαια, προϋπήρχαν φωνές σαν του Μπερλινγκουέρ του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος, αλλά και άλλων ρευμάτων που έκαναν αναφορά στην εξάντληση της προωθητικής δύναμης της επανάστασης από το 1921 (10ο συνέδριο των μπολσεβίκων – «το τέλος των φραξιών»).

Το φαινόμενο όμως είναι πιο πλούσιο, πιο πολύμορφο, πιο πολύπλοκο από τη θεωρία, το φαινόμενο είναι λιγότερο καθαρό από τη σχολαστικιστική αναζήτηση ορισμένων.

Στη δεκαετία 1920-1930 το ερώτημα κατάρρευση ή σταθεροποίηση παραμένει κυρίαρχο. Η αντίθεση και ανισομετρία πολιτικής και οικονομικής δύναμης για το σοβιετικό καθεστώς δημιουργεί τους αναγκαστικούς όρους (συνθήκες) για την ισχυροποίηση του σοβιετικού κράτους και κόμματος και την προσωρινή περαστική ισορροπία και υποχώρηση της ΝΕΠ.

«Η πολυσυζητημένη δεκαετία του 1930-1940 σημαδεύεται από τη μία από το ‘βολονταρισμό’ του Στάλιν για εκβιομηχάνιση-κολλεκτιβοποίηση και από την άλλη από το μεγάλο κραχ του 1929 και την ύφεση του 1938. Η μεγάλη κρίση του καπιταλισμού του 1929-33 ανέδειξε την έφοδο του ‘σταλινικού βολονταρισμού’ σε πολύ μεγάλης σημασίας γεγονός που αντικαθρέπτιζε ‘δύο κόσμους’. Από τη σύγκρουση των δύο γραμμών τότε το δίκιο βρισκόταν όχι με το μέρος του Μπουχάριν αλλά με το μέρος του Στάλιν. Η υιοθέτηση της μπουχαρινικής γραμμής σήμαινε καταδίκη σε λιμό του σοβιετικού λαού, έφοδο των αστικών στοιχείων που αναπόφευκτα ανέδειξε η ΝΕΠ, ένταξη της ΕΣΣΔ στη γενική κρίση και υποστολή της σημαίας του κομμουνισμού στον κόσμο» (Γιάννης Χοντζέας Το «τέλος του κομμουνισμού»).

Για τον υπόλοιπο κόσμο τότε της δύσης εκφράστηκε ή όχι η σύγκριση μεταξύ Σοβιετικής Ενωσης και καπιταλισμού; Είχε προωθητική δύναμη η επανάσταση του 1917 και η οικοδόμηση της μεταβατικής κοινωνίας και μάλιστα στη διεθνιστική απελευθερωτική της έκφραση ή όχι; Επιπλέον, οι αλλαγές και η επαναστατική ώθηση από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στη Γ’ Διεθνή συγκρότησαν και ανέπτυξαν το κομμουνιστικό κίνημα παγκόσμια. Δεν συμφωνούμε πως όλα ήταν μάταια είτε από το 1921, είτε από το 1930 και μετά. Δεν συμφωνούμε η πορεία της Επανάστασης του Οκτώβρη να εμφανίζεται σαν μια πορεία προσώπων (Στάλιν, Μπουχάριν, Τρότσκι κλπ) και πολύ περισσότερο σαν ιστορία αντιπαράθεσης ψυχοσυνθέσεων. Η ιστορία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αφορά τα πραγματικά ερωτήματα που έθετε η ταξική πάλη, πώς απαντήθηκαν, και αν απαντήθηκαν. Αφορά το τι γεννούσε η κάθε απάντηση μέσα στον συγκεκριμένο και ιστορικά προσδιορισμένο ταξικό και διεθνή συσχετισμό δύναμης. Οι μπολσεβίκοι θα περάσουν από τις σκληρές δοκιμασίες της υποχώρησης του 1921 και της ΝΕΠ. Πρέπει να προετοιμαστούν για τον επερχόμενο πόλεμο, να δώσουν διεθνή ώθηση στα επαναστατικά κινήματα και τα κομμουνιστικά κόμματα, να έρθουν σε βίαιη ρήξη με το νόμο της αξίας στο εσωτερικό της χώρας. Εκτέθηκαν άλλα σχέδια; Υπήρξαν συνολικές συνεισφορές για το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης; Για παράδειγμα, τι πραγματικά έλεγε ο Μπουχάριν για την οικονομία της ΕΣΣΔ τότε; Έθετε κάποιο άλλο πρόγραμμα-δρόμο, που θα οδηγούσε διαφορετικά τα πράγματα; Γιατί πολλοί σημερινοί προφήτες που θαυμάζουν τις «αντιπολιτεύσεις» στο «σταλινισμό» δεν τοποθετούνται πάνω σε αυτό; Υπήρχε συνολικό αριστερό πρόγραμμα και σχέδιο; Πότε, πού από ποιους εκτέθηκε, με ποιους πραγματικούς υλικούς και πολιτικούς όρους; Γνωρίζουμε ότι πολλές φορές οι «αντιπολιτεύσεις» και οι διασπάσεις είναι αντιπολιτεύσεις χωρίς διαφορετικότητα, με μόνο στόχο την «κατάληψη της εξουσίας».

Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν υποχωρήσεις, και προσαρμογές. Δεν υπήρξε όμως αντιστροφή της πορείας ούτε είχε χαθεί ο επαναστατικός προσανατολισμός. Το ζήτημα είναι αν και κατά πόσο ήταν απαραίτητες αυτές οι προσαρμογές δεδομένων των συνθηκών της περιόδου: οικοδόμηση σε μία μόνο χώρα – ιμπεριαλιστική περικύκλωση – επερχόμενος πόλεμος. Το βασικό σημείο κριτικής είναι ότι ενώ –σωστά– δόθηκε βάρος στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, υποτιμήθηκε το ζήτημα των παραγωγικών σχέσων. Θεωρήθηκε ότι αφού δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές τάξεις και την εξουσία την έχει η εργατική τάξη, δεν υπάρχει ταξική πάλη – υπάρχουν εχθρικά στοιχεία προς το σοσιαλισμό που μπορούν να αντιμετωπιστούν με διοικητικές μεθόδους.

Μεταπολεμικά, υπάρχει ένας τελείως διαφορετικός συσχετισμός δύναμης: Ένα νικηφόρο κομμουνιστικό κίνημα, ένας παγκόσμιος θαυμασμός προς το σοσιαλισμό, νίκη της κινέζικης επανάστασης, νέες σοσιαλιστικές χώρες, Ομως, ενώ υπάρχουν ευνοϊκοί όροι για το βάθαιμα της επανάστασης, για την παραπέρα επαναστατικοποίηση της διαδικασίας οικοδόμησης, εμφανίζεται ένα «κάθισμα», ένα πάγωμα της επανάστασης, σπέρματα του οποίου βρίσκονται στην προηγούμενη περίοδο. Ετσι διαμορφώνονται οι όροι για την αντιστροφή της μέχρι τότε πορείας, την επικράτηση του ρεβιζιονισμού και την παλινόρθωση του καπιταλισμού μέχρι και την τυπική κατάρρευση του ’89.

15. Είναι η ίδια η πραγματικότητα, είναι η ιστορία που δεν θέλησε να δώσει ομαλά, ήσυχα, εύκολα και απλά έναν «ολοκληρωμένο σοσιαλισμό». Γιατί σε τελική ανάλυση κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Το τιτάνιο έργο του περάσματος της ανθρωπότητας από τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες -και μάλιστα από την πιο περίπλοκη όπως ο καπιταλισμός- σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, δε μπορεί να γίνει χωρίς ισχυρή αντίσταση καταρχήν από τις εκμεταλλεύτριες τάξεις. Όμως έχουμε την άποψη-θέση ότι στην πρώτη ανολοκλήρωτη προσπάθεια για το σοσιαλισμό, τη μεταβατική κοινωνία προς το κομμουνισμό, το κομμουνιστικό κίνημα ανταποκρίθηκε μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Η θέση μας προσδιορίζεται σαν θέση υπεράσπισης και υποστήριξης –με τις κριτικές μας- στο σοσιαλισμό που οικοδομήθηκε για περίπου σαράντα χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Η εύκολη αναφορά στον Οκτώβρη από αρκετές δυνάμεις της κομμουνιστικής Αριστεράς, περιλαμβάνει από τη μία την υπεράσπιση έως και αποθέωση του 1917 και της «στιγμής» της Επανάστασης, από την άλλη την απόρριψη και τον αγχώδη διαχωρισμό από ό,τι ακολούθησε. Ο διαχωρισμός μπορεί να φτάνει σε διαγκωνισμό για το πόσο γρήγορα «σταμάτησε» η Επανάσταση ή επικράτησε η «αντεπανάσταση» και η «γραφειοκρατία». Σβήνονται μονοκονδυλιά ο αναντικατάστατος ρόλος της ΕΣΣΔ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και όλες οι κατακτήσεις της οικονομικής εκτίναξης, της κοινωνικής αναγέννησης, της μορφωτικής και πολιτιστικής επανάστασης, της κολλεκτιβοποίησης και της εκβιομηχάνισης των δεκαετιών 20 και 30. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί κανείς να υπερασπίζει τον Οκτώβρη, χωρίς να υπερασπίζει, έστω κριτικά, αυτό που δημιούργησε ο Οκτώβρης: Το πρώτο εργατικό σοβιετικό κράτος, με προβλήματα και αντιφάσεις, με δύσκολες αποφάσεις και τρομακτικές προκλήσεις, που όμως κατάφερε σε γενικές γραμμές να ανταπεξέλθει και να αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητας. Το ορόσημο του 1917 δεν απέδειξε μόνο ότι ο παλιός κόσμος, ο κόσμος του καπιταλισμού, είναι ανατρέψιμος. Απέδειξε επίσης ότι ο νέος κόσμος, αυτός της μετάβασης από το καπιταλιστικό στο σοσιαλιστικό σύστημα, είναι ασύγκριτα ανώτερος και προτιμότερος από τον προηγούμενο.

16. Το δίπολο σχέση-αντίθεση επανάστασης/αντεπανάστασης είναι ενεργό σε όλη την εποχή της μεταβατικής περιόδου, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η ταξική πάλη συνεχίζεται το ίδιο άγρια και μέσα στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ακριβώς αυτή η σχέση παίζει σημαντικό ρόλο στην άλλη αντιθετική σχέση μετάβασης-παλινόρθωσης.

Σε όλη τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δημιουργούνται οι υλικοί και πολιτικοί όροι παλινόρθωσής της. Όμως για να προσδιοριστεί η τομή και η συνέπειά που αυτή έχει, χρειάζεται να προσδιοριστεί το πώς και πότε ανατράπηκε η κυρίαρχη γραμμή, το πώς και πότε υποστάλθηκε η σημαία του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το πώς και πότε το εθνικό υποσκελίζει και τελειώνει με το διεθνιστικό καθήκον, το πώς και πότε εκθειάζεται το κέρδος, επεκτείνεται ο ρόλος του νόμου της αξίας, κλπ, ζητήματα που καθορίζουν την καθημερινή ζωή των Σοβιετικών. Σύνολο μικρών ανατροπών (ποσοτικές αλλαγές) δημιουργούν μία ποιοτική ανατροπή, τη μεγάλη ανατροπή-παλινόρθωση, που πολιτικά εκφράζεται και θεμελιώνεται την περίοδο της δεκαετίας του 1950.

Όλη η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος είναι αγώνας για το προχώρημα της θεωρίας και της πραχτικής στη σύγχρονη πραγματικότητα, είναι πάλη ενάντια στην αναθεώρηση του συστήματος αξιών και αρχών που έχει θεμελιώσει ο επαναστατικός μαρξισμός, είναι αγώνας-πάλη ανάμεσα σε γραμμή-κατεύθυνση που οδηγεί είτε στην ενίσχυση της κομμουνιστικής επιλογής είτε στη γενική υποχώρηση και στον γενικό συμβιβασμό με το σύστημα. Η αναθεώρηση υποστηρίζει το δεύτερο πρόγραμμα, η επανάσταση το πρώτο. Πέρα όμως από τις σχηματοποιήσεις, υπάρχει η πραγματικότητα. Η κριτική στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» έγινε από τα αριστερά και από τα «έξω» από την «ορθοδοξία», και βασικά από την κινέζικη πολιτιστική επανάσταση και οικοδόμηση και από τον Μάο, ενώ η υποστήριξη και κατά συνέπεια η δυσφήμιση του σοσιαλισμού έγινε από τα «μέσα». Το τότε θεωρούμενο ως κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας, το λεγόμενο ΚΚΕ, για δεκαετίες υποστήριζε και ακολουθούσε άκριτα τη γραμμή της Σοβιετικής Ενωσης. Σήμερα, μετά από 60 και πλέον χρόνια και χωρίς καμιά αυτοκριτική, με το γνωστό γενικόλογο τρόπο ανακατεύει τα πάντα μιλώντας για «ήττα», «ανακαλύπτει» το 20ο συνέδριο και την πορεία παλινόρθωσης, αλλά τονίζει την αντεπανάσταση του 1989-91. Η πολιτική «γενικεύω και τα λέω όλα» για να μην πω τίποτα και να αποφύγω 60 τουλάχιστον χρόνια ευθυνών για την πορεία αποκομμουνιστικοποίησης στην Ελλάδα και διεθνώς, μαζί με μια επαναστατική φρασεολογία, είναι προσφιλής και αποδοτική μέθοδος για να εμφανίζομαι στα μέλη μου και στον κόσμο ως γνήσιο κομμουνιστικό κόμμα. Αποτελεί γραμμή για εκλογική επιβίωση χωρίς προοπτική και στόχο κοινωνικής ανατροπής. Η πολύχρονη δυσφήμιση που έγινε στην έννοια του σοσιαλισμού βοήθησε τα μάλα στη σημερινή της φθορά, την έκανε απωθητική στις νέες γενιές που οδηγήθηκαν στην ανακάλυψη του νέου φιλελεύθερου καπιταλιστικού κόσμου.

17. Η αποκομμουνιστικοποίηση είχε τραγικές συνέπειες για τους λαούς στις πρώην λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες. Έπληξε την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους στο λεγόμενο δυτικό κόσμο, με το χτύπημα των δικαιωμάτων και κατακτήσεων, με τη μονοκρατορία του νεοφιλελευθερισμού, με τη συρρίκνωση της δημοκρατίας, με τη διάλυση του συνδικαλισμού. Η αποκομμουνιστικοποίηση έβλαψε την αριστερά και τα κινήματά της ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά. Ιδεολογικά δημιουργήθηκαν καταστάσεις αγνωστικισμού και αναθεωρητισμού, πολιτικά δημιουργήθηκαν καταστάσεις περιθωρίου και ενσωμάτωσης, και οργανωτικά ηγεμόνευσε ο διαλυτισμός, ο κατακερματισμός και η ιδιώτευση.

Η αποκομμουνιστικοποίηση και το «τέλος των ιδεολογιών», δυστυχώς σήμανε την αποδοχή των πλαισίων του συστήματος, του «μη πεπερασμένου» του καπιταλισμού. Σήμανε δηλαδή την άρνηση των επαναστάσεων και των μεγάλων ανατροπών, τη διάλυση αλλά και την άρνηση οικοδόμησης των πολιτικών και οργανωτικών σχεδίων αυτών που στοχεύουν πέρα από τον καπιταλισμό. Αυτή η πολυετής προσαρμογή άφησε υλικά ίχνη και αποτυπώματα στον τρόπο σκέψης και δράσης του συνόλου της σημερινής αριστεράς. Δημιουργήθηκε μια ασυνέχεια μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, μεταξύ της ιστορίας και των νέων γενιών. Πάνω απ’ όλα, δημιούργησε μια παράλυση της θέλησης για την αλλαγή, μια παράλυση της υπαρκτής και αποδεδειγμένης ικανότητας των ανθρώπων να αλλάζουν τη ζωή τους. Οι έννοιες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού τραυματίστηκαν σχεδόν θανάσιμα.

18. Απο πού ν’ αρχίσουμε; Τι να κάνουμε; Πρόκειται για τα βασικά ερωτήματα όλων όσων επιμένουν να βλέπουν ότι η μόνη εναλλακτική λύση είναι ο κομμουνισμός. Στο ενιαίο πλέον σύστημα κοινωνικών σχέσεων στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης, απουσιάζει ο εναλλακτικός δρόμος. Εναλλαχτική πρόταση που σε διεθνή-παγκόσμια κλίμακα θα έχει συγκεκριμένη αντίθεση και στόχευση σε πολιτικές, θεσμούς και οργανισμούς προώθησης της παγκοσμιοποίησης και θα προβάλλεται σε εθνικά πλαίσια με λαϊκό πρόγραμμα υπεράσπισης και διεύρυνσης δικαιωμάτων των εργαζομένων και απελευθέρωσής τους από το ντόπιο και διεθνικό κεφάλαιο. Σκεφτόμαστε εθνικά και διεθνιστικά σημαίνει πως καταχτάμε και προβάλλουμε μια γενική γραμμή που φιλοδοξεί να συγκροτεί μια διεθνή αντιιμπεριαλιστική αντιπαγκοσμιοποιητική και αντινεοφιλελεύθερη ενότητα. Γενική γραμμή που θα αναζητά τους εναλλακτικούς δρόμους γνωρίζοντας πως η μεταρρύθμιση σήμερα γίνεται ολοένα και πιο αδύνατη. Το τέλος της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί την ηχηρή απόδειξη της αδυναμίας μεταρρυθμίσεων. Όσο όμως αναδεικνύονται τα όρια του αδύνατου είτε θα στρέφεται ο κόσμος σε λύσεις και αναζητήσεις συγκρούσεων είτε σε ολοκληρωτικές καταστάσεις επιπέδου φασισμού και δεξιού εθνικισμού. Σήμερα η εργατική τάξη μπορεί να συμμαχήσει με τους νεοεισερχόμενους «ριγμένους» και καταπιεσμένους της παγκοσμιοποίησης, όχι για διαπραγματευτούν καλύτερους όρους αλλά για να την γκρεμίσουν. Συσσωρεύονται συνεχώς οι όροι ανατίναξης του συστήματος, οι όροι γέννησης κινημάτων, εκρήξεων, εξεγέρσεων, επαναστάσεων. Και τούτο διότι: 1) η πρόσφατη χρεοκοπία του καπιταλισμού με την κρίση του απο το 2008 δείχνει να μην ξεπερνιέται, και πλέον πολύ περισσότερο απο το παρελθόν αναδεικνύει τα όρια του, 2) εντείνεται ο αναταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε περισσότερες πλέον περιοχές του πλανήτη και απειλούνται πολεμικά επεισόδια μεγάλης κλίμακας, 3) οι κυρίαρχες τάξεις δεν είναι τόσο ενωμένες και στεγανές όσο στο παρελθόν, ούτε σχηματίζουν εύκολα στρατόπεδο, καθώς η επιλογή της παγκοσμιοποίησης εμφανίζεται μεν κυρίαρχη αλλά συγκεντρώνει εχθρούς και μέσα απο το αστικό στρατόπεδο, 4) δοκιμάζεται από σημαντικές ρωγμές η συμμαχία-συναίνεση αστικών και μεσαίων στρωμάτων που αποτελεί σημαντικό όρο για πολιτικές κρίσεις σε εθνικές κλίμακες, 5) ο αυταρχισμός, η κρατική θωράκιση,ο εθνικισμός και φασισμός εμφανίζονται σαν επιλογές στα ελλείμματα της εναλλακτικής λύσης και των μεταρρυθμίσεων, όμως δημιουργούν νέα προβλήματα και οξύνουν τις αντιφάσεις 6) αναπτύσσεται ένα μεγάλο πολιτιστικό και κοινωνικό έλλειμμα που είναι σε θέση να γεννήσει αναζητήσεις υπόγεια και ενστικτώδικα σήμερα, συνειδητά και φανερά αύριο.Το μοντέλο του ατομικοποιημένου ανθρώπου, του εξειδικευμένου ανίκανου, που μαθαίνει διαρκώς να αναθέτει, που νιώθει και είναι όλο και πιο μόνος, θα βρεθεί υπό αναίρεση.

Ζούμε συγκυριακά σε αμήχανες στιγμές, όμως ζούμε ιστορικά σε εποχές που εγκυμονούν νέες καταστάσεις. Στις μέρες μας δυο καθήκοντα είναι ορφανά. Το ένα είναι η ύπαρξη διεθνούς γενικής γραμμής που σε εθνική-ελλαδική κλίμακα να υποστηρίζεται και να προβάλλεται απο ενα λαϊκό πρόγραμμα άμεσων διεκδικήσεων ανατροπής της νέας κανονικότητας-ισορροπίας που δημιουργησε το μνημονιακό καθεστώς, αμφισβητώντας έμπρακτα την ευρωπαική μορφή της παγκοσμιοποίησης. Το άλλο καθήκον αφορά στην κάλυψη του ελλείμματος της πολιτικής αξιοπιστίας. Μορφές, σχήματα, πρόσωπα, φθάρθηκαν μεσα στη μνημονιακή περίοδο και την δήθεν αριστερά της πρώτης φοράς. Η ανασυγκρότηση κινημάτων η δημιουργία μικρών γεγονότων μεσα απο πρωτότυπες δοκιμασίες, η ανάδειξη νέων προσώπων, μορφών πάλης και οργανωτικών σχημάτων, θα συμβαδίζει με την επίμονη προσπάθεια για ενότητα ανα χώρο ανα αίτημα, ανά θέμα… Θέση μας αποτελεί επίσης οτι είναι απαραίτητος όρος να δοθεί χρόνος, χώρος και προτεραιότητα –σε σχέση με τους μοναχικούς οργανωτικούς δρόμους που δεν δικαιολογούν την ύπαρξή τους- στην ανασύνθεση και συγκρότηση της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Σήμερα η επανάσταση είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Σύμφωνα με τα λόγια του Λένιν: «εμείς αρχίσαμε αυτό το έργο. Πότε ακριβώς, σε πόσο χρονικό διάστημα οι προλετάριοι ποιανού έθνους θα αποτελειώσουν το έργο αυτό δεν είναι το ουσιαστικό ζήτημα. Το ουσιαστικό είναι ότι ο πάγος έσπασε, ότι ο δρόμος χαράχτηκε».

Η Δύση είναι τελειωμένη – αλλά γιατί;

Παρά κάποιες οικονομικές και κοινωνικές καθυστερήσεις και προβλήματα, η δυτική αυτοκρατορία τα πάει αρκετά καλά, αν μετρήσουμε, δηλαδή, την επιτυχία με την ικανότητα ελέγχου του κόσμου, επηρεασμού της σκέψης των ανθρώπων σε όλες τις ηπείρους και συντριβής  σχεδόν όλων των ουσιωδών διαφωνιών, εντός και εκτός των χωρών της.

Αυτό που έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη ζωή σε μέρη όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο ή το Παρίσι είναι η απλή ανθρώπινη χαρά, που είναι τόσο οφθαλμοφανής όταν υπάρχει. Παραδόξως, στα ίδια τα κέντρα εξουσίας, οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν αγωνιώδη, άδεια σχεδόν τρομακτική ζωή.

Όλο αυτό κάπως δεν ταιριάζει. Δεν θα έπρεπε οι πολίτες των κατακτητικών χωρών του κόσμου, του νικηφόρου καθεστώτος, να είναι τουλάχιστον βέβαιοι για τον εαυτό τους και αισιόδοξοι;

Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί λόγοι που δεν είναι και κάποιοι φίλοι μου ήδη έχουν περιγράψει με λεπτομερή και παραστατική γλώσσα τις βασικές, τουλάχιστον, αιτίες για την κατάθλιψη και την έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή που στην κυριολεξία καταβροχθίζουν ζωντανούς εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Η κατάσταση αναλύεται κυρίως από κοινωνικο-οικονομική σκοπιά.  Ωστόσο, πιστεύω ότι οι πιο σημαντικές αιτίες της παρούσας κατάστασης πραγμάτων είναι πολύ πιο απλές: η Δύση και οι αποικίες της κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τα πιο ουσιαστικά ανθρώπινα ένστικτα: την ικανότητα των ανθρώπων να ονειρεύονται, να είναι παθιασμένοι, να εξεγείρονται και να «ανακατεύονται» – να συμμετέχουν.

Η προσήλωση, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η αθωότητα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.  Όμως αυτά ακριβώς είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που πάντα κινούσαν προς τα εμπρός τους ανθρώπους.

***

Παρά αυτά που σήμερα πιστεύουν συνήθως στη Δύση, δεν είναι η «γνώση» ούτε απόλυτα η «επιστήμη» που βρίσκονταν πίσω από τα μεγαλύτερα άλματα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Πάντα υπήρχε ένας βαθύς και ενστικτώδης ανθρωπισμός, συνοδευόμενος από πίστη (δεν μιλώ για κάποια θρησκευτική πίστη)  και τεράστια αφοσίωση και  αφιέρωση στο σκοπό. Χωρίς αθωότητα, χωρίς απλοϊκότητα, δεν θα μπορούσε ποτέ να  επιτευχθεί  τίποτε μεγάλο.

Η επιστήμη πάντα υπήρχε και ήταν σημαντική για τη βελτίωση πολλών πρακτικών πλευρών της ανθρώπινης ζωής, αλλά δεν ήταν ποτέ η βασική κινητήρια δύναμη  μιας χώρας προς μια δίκαιη, εξισορροπημένη και «αξιοβίωτη» κοινωνία.  Όταν χρησιμοποιήθηκε από κάποιο φωτισμένο σύστημα, η επιστήμη έπαιξε σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου, αλλά ποτέ αντίστροφα.

Η πρόοδος  πάντα τροφοδοτούνταν και προκαλούνταν από τα ανθρώπινα συναισθήματα, από φαινομενικά παράλογα και μη επιτεύξιμα όνειρα, από ουτοπίες, από την ποίηση και από μια ευρεία κλίμακα παθών που φλόγιζαν τις καρδιές.  Οι πιο ωραίες ιδέες για τη βελτίωση του πολιτισμού συχνά δεν φαίνονταν καν λογικές, γεννήθηκαν απλά από κάποια ευγενικά ανθρώπινα ένστικτα, εμπνεύσεις και επιθυμίες (η λογική εφαρμόστηκε αργότερα, όταν έπρεπε να προχωρήσουν στις πρακτικές λεπτομέρειες).

Τώρα, η «γνώση», η ορθολογικότητα και η «λογική» , τουλάχιστον στη Δύση, σπρώχνουν τις ανθρώπινες υπάρξεις στη γωνία.  Η «λογική» παίρνει τη θέση των παραδοσιακών θρησκειών – γίνεται κάτι σαν θρησκεία. Η εμμονή με τα «γεγονότα», με την «κατανόηση» των πάντων, γίνεται παράλογα ακραία, δογματική, ακόμη και φονταμενταλιστική.

Όλη αυτή η φανατική συλλογή γεγονότων συχνά μοιάζει εξωπραγματική, «μεταλλική», ψυχρή και εντελώς αφύσικη για πολλούς από εκείνους που έρχονται «απέξω» (γεωγραφικά ή πνευματικά).

Ας μην ξεχνούμε ότι τα «γεγονότα» που καταναλώνουν οι μάζες, ακόμη και οι σχετικά μορφωμένοι Δυτικοί, προέρχονται κατά κανόνα από τις ίδιες πηγές. Χρησιμοποιείται ο ίδιος τύπος λογικής και εφαρμόζονται αρκετά κοινά εργαλεία ανάλυσης. Η κατανάλωση υπερβολικής ποσότητας ειδήσεων, «γεγονότων» και «αναλύσεων» συνήθως δεν οδηγεί στην σε βάθος κατανόηση ή σε αληθινά κριτικές σκέψεις, το αντίθετο – στην πραγματικότητα σκοτώνει την ικανότητα να εξετάσουμε ολοκληρωτικά νέες έννοιες και ειδικά να εξεγερθούμε ενάντια στα διανοητικά κλισέ και στερεότυπα. Έτσι δεν εκπλήσσει το ότι η μεσαία τάξη των Ευρωπαίων και των Βορειοαμερικανών περιλαμβάνει τους πιο κομφορμιστές ανθρώπους στη Γη.

Η συλλογή βουνών από «δεδομένα» και «πληροφορίες» δεν οδηγεί πουθενά, στις περισσότερες περιπτώσεις. Για εκατομμύρια ανθρώπους είναι απλώς ένα χόμπι, όπως κάθε άλλο, όπως τα βιντεοπαιχνίδια και το PlayStation. Κρατά ένα άτομο «στην αιχμή των γεγονότων», έτσι ώστε να μπορεί να εντυπωσιάζει τους γνωστούς ή απλά να ικανοποιεί μια νευρωτική ανάγκη συνεχούς κατανάλωσης ειδήσεων.

Και το χειρότερο είναι ότι  οι περισσότεροι Δυτικοί (και σχεδόν όλοι οι εκδυτικισμένοι ξένοι) είναι μονίμως κλειδωμένοι  σε έναν περίπλοκο ιστό «πληροφοριών» και προσλήψεων, με τα μέλη της οικογένειάς τους, τους φίλους και τους συνεργάτες. Υπάρχει συνεχής πίεσης προσαρμογής σε ένα χώρο πολύ μικρό και σχεδόν καμιά ανταμοιβή για το αληθινό πνευματικό θάρρος ή αυθεντικότητα.

***

Τα καθεστώτα έχουν ήδη καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να τυποποιήσουν τη «γνώση» αξιοποιώντας κυρίως την ποπ κουλτούρα και κατηχώντας τους ανθρώπους μέσα από τους «εκπαιδευτικούς» θεσμούς.

Οι άνθρωποι κλείνονται εκούσια επί χρόνια στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, χάνοντας το χρόνο τους, πληρώνοντας τα χρήματά τους, φορτώνονται ακόμη και με χρέη, προκειμένου να διευκολύνουν το σύστημα να τους κατηχεί και να τους μετατρέπει σε καλούς και υπάκουους  υποτελείς της αυτοκρατορίας.

Ήδη, εδώ και δεκαετίες, το σύστημα παράγει επιτυχώς ολόκληρες γενιές συναισθηματικά νεκρών και τελούντων εν συγχύσει ατόμων.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο κατεστραμμένοι που δεν μπορούν να παλέψουν για τίποτε πια (εκτός, μερικές φορές, για τα δικά τους προσωπικά και ιδιοτελή συμφέροντα). Δεν μπορούν να πάρουν θέση και δεν μπορούν ούτε να αναγνωρίσουν τους δικούς τους σκοπούς και επιθυμίες. Προσπαθούν μονίμως (και αποτυγχάνουν) «να βρουν κάτι που να έχει νόημα» και να «εκπληρώσουν» αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν στη ζωή τους. Πάντα ψάχνουν να βρουν κάτι, όχι να ενωθούν σε αγώνες που έχουν νόημα ή να επινοήσουν κάτι τελείως νέο για χάρη της ανθρωπότητας. Συνεχίζουν να «επιστρέφουν στο σχολείο», να φωνάζουν για «χαμένες ευκαιρίες», επειδή «δεν σπούδασαν αυτό που νόμιζαν ότι έπρεπε να σπουδάσουν πραγματικά» (ανεξάρτητα από το τι  πραγματικά σπουδάζουν ή κάνουν στο σχολείο της ζωής, αισθάνονται ανικανοποίητοι, ούτως ή άλλως).

Πάντα φοβούνται ότι θα τους απορρίψουν, τρομοκρατούνται με τη σκέψη ότι η άγνοια και η ανικανότητά τους να κάνουν κάτι με αληθινό νόημα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί και να γελοιοποιηθεί (πολλοί αντιλαμβάνονται πόσο άδεια είναι η ζωή τους).

Είναι δυστυχισμένοι, κάποιοι σε άθλια κατάσταση, ακόμη και αυτοκτονικοί. Όμως η απελπισία τους δεν τους ωθεί στη δράση. Οι περισσότεροι δεν εξεγείρονται ποτέ, δεν αντιμετωπίζουν στα ίσα το καθεστώς, δεν αμφισβητούν το άμεσο περιβάλλον τους.

Αυτές οι εκατοντάδες εκατομμύρια τσακισμένοι και αδρανείς άνθρωποι (εκ των οποίων αρκετοί είναι ευφυείς) αποτελούν μια τρομακτική απώλεια για τον κόσμο. Αντί να σηκώνουν οδοφράγματα, να γράφουν οργισμένα διηγήματα και να γελοιοποιούν ανοικτά αυτή τη δυτική φαρσοκωμωδία, υποφέρουν σιωπηλά, υποκύπτουν στην κακοποίηση ή σκέφτονται την αυτοκτονία.

Εάν φανεί η ευκαιρία να αλλάξουν πραγματικά τη ζωή τους δεν μπορούν να την αναγνωρίσουν πια. Δεν μπορούν να την αρπάξουν. Γιατί δεν μπορούν να αγωνιστούν. Έχουν «εξημερωθεί» από την πολύ νεαρή ηλικία, από το σχολείο.

Έτσι ακριβώς θέλει το σύστημα τους πολίτες του. Είναι όπου τους πήγε.

Είναι σοκαριστικό το ότι κανείς δεν λέει αυτό τον εφιάλτη με το πραγματικό όνομά του – τερατώδες έγκλημα!

***

Οι άνθρωποι αγοράζουν βιβλία για να βγάλουν κάποιο νόημα για το τι συμβαίνει, αλλά δεν καταφέρνουν να τα διαβάσουν μέχρι το τέλος. Είναι πολύ απασχολημένοι, τους λείπει η συγκέντρωση και η αποφασιστικότητα. Ούτως ή άλλως, τα περισσότερα βιβλία που βρίσκονται στα ράφια δεν δίνουν ουσιαστικές απαντήσεις.

Κι όμως, πολλοί προσπαθούν: αναλύουν και αναλύουν και αναλύουν, άσκοπα. «Δεν καταλαβαίνουν και θέλουν να μάθουν». Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό το μονοπάτι της συνεχούς σκέψης, εφαρμόζοντας τα προκαθορισμένα εργαλεία ανάλυσης, είναι μια τεράστια παγίδα.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτε για να κατανοηθεί.  Από τους ανθρώπους έχουν κλέψει τη ζωή, τα φυσικά ανθρώπινα αισθήματα, τη ζεστασιά, το πάθος ακόμη και την αγάπη (αυτό που αποκαλούν «έρωτα» συχνά είναι ένα υποκατάστατο και τίποτε άλλο).

Όλα αυτά δεν αναφέρονται ούτε καν στα βιβλία φαντασίας, εκτός αν διαβάζει κανείς στα ισπανικά ή τα ρωσικά. Η επιτυχία της αυτοκρατορίας στην παραγωγή υπάκουων, φοβισμένων και στερημένων φαντασίας υπάρξεων είναι τώρα πλήρης.

Οι μεγάλες εταιρείες προκόβουν, οι ελίτ μαζεύουν τεράστια λεία, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στη Δύση χάνει σταδιακά την ικανότητά της να ονειρεύεται και να αισθάνεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, δεν είναι δυνατή η εξέγερση. Η έλλειψη φαντασίας, μαζί με τη συναισθηματική αναισθητοποίηση αποτελεί  τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στασιμότητας, ακόμη και οπισθοδρόμησης.

Γι’ αυτό η Δύση είναι τελειωμένη.

***

Η γκροτέσκα εμμονή με την επιστήμη, με τις ιατρικές πρακτικές και με τα «γεγονότα» συντελούν στο να αποσπάται η προσοχή από τα πραγματικά και τρομακτικά θέματα.

Οι συνεχείς συζητήσεις, αναλύσεις και το να «δούμε τα πράγματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες» δεν οδηγούν παρά μόνο στην παθητικότητα. Το να δρα κανείς είναι πολύ τρομακτικό και οι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι να παίρνουν μεγάλες αποφάσεις πια ή ακόμη και  να κάνουν δραματικές χειρονομίες.

Η κατάσταση αυτή  οδηγεί επίσης στο  ότι, στη Δύση, κανείς σχεδόν δεν είναι πλέον έτοιμος να στρατευθεί κάτω από μια ιδεολογική σημαία ή να ενστερνιστεί με όλη του την καρδιά αυτά που αποκαλούνται υποτιμητικά «ταμπέλες».

Επί χιλιετίες, οι άνθρωποι συμμετείχαν αυθόρμητα σε διάφορα κινήματα, πολιτικά κόμματα και ομάδες. Καμιά σημαντική αλλαγή δεν έγινε ποτέ από μεμονωμένα άτομα  (αν και κάποιος ισχυρός ηγέτης επικεφαλής ενός κινήματος, κόμματος ή ακόμη και κυβέρνησης θα μπορούσε να πετύχει πολλά πράγματα).

Το να είναι κανείς μέρος κάποιου σημαντικού ή επαναστατικού κινήματος συμβόλιζε συχνά το αληθινό νόημα της ζωής. Οι άνθρωποι ήταν (και σε πολλά μέρη του κόσμου είναι ακόμη) αφοσιωμένοι, δεσμευμένοι  σε σημαντικούς και ηρωικούς αγώνες. Προσπαθώντας να χτίσουν έναν καλύτερο κόσμο, να αγωνιστούν για έναν καλύτερο κόσμο, ακόμη και να πεθάνουν γι’ αυτό το σκοπό: αυτό συχνά θεωρούνταν το πιο τιμητικό που θα μπορούσε να πράξει ένας άνθρωπος στη διάρκεια της ζωής του.

Στη Δύση, αυτή η αντίληψη είναι νεκρή, βαθιά κατεστραμμένη. Εκεί βασιλεύει ο κυνισμός. Πρέπει να αμφισβητείς τα πάντα, να μην εμπιστεύεσαι τίποτα και να μην αφοσιώνεσαι σε τίποτα.

Το αναμενόμενο είναι να μην εμπιστεύεσαι καμιά κυβέρνηση. Να πρέπει να γελοιοποιείς όποιον πιστεύει σε κάποιο σκοπό, ιδίως αν κάτι είναι αγνό και ευγενικό. Πρέπει να διασύρεις και να λασπώνεις κάθε μεγάλη προσπάθεια να βελτιωθεί ο κόσμος, είτε αυτή γίνεται στο Εκουαδόρ, στις Φιλιππίνες, στην Κίνα, στη Ρωσία ή στη Νότια Αφρική.

Η επίδειξη συμπάθειας προς κάποιον ηγέτη, πολιτικό κόμμα ή κυβέρνηση χώρας που ακόμη έχει αγωνιστικό πάθος αντιμετωπίζεται με λοιδορία και σαρκασμό σε μέρη όπως το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη: «Είμαστε όλοι κλέφτες και άρα όλες οι κυβερνήσεις είναι ίδιες», αυτή είναι η θανάσιμα τοξική «σοφία».

Βεβαίως: όταν ξοδεύονται ώρες επί ωρών για να αναλύεται κάποιος φλογερός ηγέτης ή κίνημα για παράδειγμα στη Λατινική Αμερική, κάποια «βρομιά» θα βγει στο τέλος, καθώς κανένας άνθρωπος και καμιά ομάδα δεν είναι τέλεια. Αυτό δίνει στους Δυτικούς το θαυμάσιο άλλοθι να μη συμμετέχουν σε τίποτα.  Ιδού πώς είναι το σχέδιο: «Χάνοντας την ελπίδα για έναν τέλειο κόσμο σημαίνει απλά ότι δεν μπορείς να πιστέψεις σε τίποτα πλέον και άρα πήγαινε να λικνιστείς σε κανένα κλαμπ στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη». Μετά, γύρνα στο σχολείο ή κάνε την  ανούσια δουλειά σου. Ή μαστούρωσε.

Αυτό είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς σκληρά να σώσεις τον κόσμο ή τη χώρα σου. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να διακινδυνεύεις τη ζωή σου και να αγωνίζεσαι για τη δικαιοσύνη. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς να σκεφτείς πραγματικά, να επινοήσεις κάτι νέο για τον φοβισμένο κόσμο μας.

***

Μια παλιά ρωσική μπαλάντα λέει «Είναι τόσο δύσκολο να αγαπάς … και τόσο εύκολο να φεύγεις…»

Η επανάσταση, τα κινήματα, οι αγώνες, ακόμη και οι κυβερνήσεις που υποστηρίζεις μοιάζουν πολύ με την αγάπη. Την αγάπη ποτέ δεν την εξετάζεις λεπτομερώς, δεν την αναλύεις πλήρως, αλλιώς δεν είναι αγάπη. Δεν υπάρχει τίποτε και δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα ορθολογικό και μόνο όταν πεθαίνει αρχίζεις να την αναλύεις, ψάχνοντας δικαιολογίες για να κλείσεις πίσω σου την πόρτα.

Όταν όμως υπάρχει, είναι ζωντανή, θερμή και παλλόμενη, το να εφαρμόζουμε την «αντικειμενικότητα» στο άλλο πρόσωπο θα ήταν βάρβαρο και ασεβές, θα ήταν κατά κάποιο τρόπο προδοσία.

Μόνοι οι «νέοι Δυτικοί» μπορούν να κάνουν τέτοιες καρικατούρες, αναλύοντας τον έρωτα, γράφοντας «οδηγούς» για το πώς να αντιμετωπίζει κανείς τα ανθρώπινα αισθήματα, πώς να μεγιστοποιεί τα κέρδη από τις συγκινησιακές του επενδύσεις.

Πώς θα μπορούσε ένας άνδρας που αγαπά μια γυναίκα να κάτσει σ’ ένα καναπέ και να αναλύει: «Την αγαπώ, αλλά θα πρέπει να το σκεφτώ δυο φορές, διότι η μύτη της είναι πολύ μεγάλη και τα οπίσθιά της πολύ φαρδιά». Αυτό είναι μια απόλυτη ανοησία. Η γυναίκα που αγαπά κανείς  αληθινά είναι η ομορφότερη στον κόσμο.

Το ίδιο και ο αγώνας.

Αλλιώς, χωρίς αφοσίωση τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ ούτε να βελτιωθεί.

Ας μην ξεχνάμε όμως – η αυτοκρατορία δεν θέλει να αλλάξει ο κόσμος της ούτε κατά κεραία. Γι’ αυτό διασπείρει τον απεριόριστο κυνισμό και μηδενισμό. Γι’ αυτό σπιλώνει κάθε αγνό και φυσικό, εμφυτεύοντας αλλόκοτα «μοντέλα τελειότητας», έτσι ώστε ο κόσμος πάντα να συγκρίνει με βάση αυτά, να κρίνει με βάση αυτά, να έχει αμφιβολίες και να απέχει από τη σοβαρή δράση.

Η αυτοκρατορία θέλει να σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά με τον τρόπο που τους προγραμματίζει. Θέλει να αναλύουν, αλλά μόνο χρησιμοποιώντας τις δικές της μεθόδους. Και θέλει να περιφρονούν, ακόμη και να απορρίπτουν τα φυσικά ένστικτα και τα συναισθήματά τους.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές: ατομισμός, ιδιοτέλεια, σύγχυση, διαλυμένες κοινωνίες, κατάρρευση σχέσεων και  γενική απέχθεια για τις  υψηλές προσδοκίες.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τα μαρξιστικά ή επαναστατικά πολιτικά κόμματα, τις εξεγέρσεις ή τους διεθνιστικούς, αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

Έχετε παρατηρήσει πόσο ρηχές, πόσο ασταθείς έχουν γίνει οι μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις στη Δύση; Κανείς δεν θέλει να «εμπλέκεται» πραγματικά. Οι άνθρωποι δοκιμάζουν ο ένας τον άλλο. Συνεχώς σκέφτονται, δύσκολα αισθάνονται. Τα μεγάλα πάθη καταλαγιάζουν (τα συναισθηματικά ξεσπάσματα θεωρούνται «μη αξιοπρεπή» ακόμη και ντροπιαστικά): τώρα αίφνης όλα περιστρέφονται γύρω από το «αισθάνομαι καλά», πάντα «ήρεμα», αλλά παραδόξως κανείς δεν αισθάνεται καλά ούτε είναι ήρεμος πια σ’ αυτή τη «νέα Δύση».

Όλα μεταλλάσσονται στο ακριβώς αντίθετο από αυτό που κάποτε ήταν είτε η αγάπη είτε το αληθινά επαναστατικό έργο (πολιτικό ή καλλιτεχνικό) και απλώς να θυμίσω ότι αυτό ήταν το πιο όμορφο, η πιο τρελή αναταραχή , η απόλυτη απομάκρυνση από τη ζοφερή κανονικότητα.

Στη Δύση, δεν γράφεται πλέον μεγάλη ποίηση, ούτε μελωδίες που στοιχειώνουν, ούτε στίχοι.

Ξαφνικά, η ζωή έγινε ρηχή, προβλέψιμη και προγραμματισμένη.

Αν κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει με πάθος, να έχει δοτικότητα, να κάνει θυσίες χωρίς όρους, δεν μπορεί να γίνει μεγάλος επαναστάτης.

Βεβαίως, στην απαθή Δύση με την εμμονή σ’ εκείνον τον τύπο της γνώσης που δεν φωτίζει, με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και τον βαθιά ριζωμένο εγωκεντρισμό, δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για μεγάλα πάθη και άρα πιθανότητα για αληθινή επανάσταση.

“Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», έλεγε πολύ σωστά ο Αλμπέρ Καμί.

Η συλλογική εξέγερση κορυφώνεται στην επανάσταση. Χωρίς την επανάσταση ή τη μόνιμη προσδοκία γι’ αυτήν, δεν υπάρχει ζωή.

Η Δύση έχασε την ικανότητα να αγαπά και να εξεγείρεται.

Και γι΄αυτό είναι τελειωμένη.

***

Υπάρχει μια εύστοχη ρήση: «Δεν μπορείς να καταλάβεις τη Ρωσία με το νου. Μπορείς μόνο να πιστεύεις σ’ αυτήν». Το ίδιο ισχύει για την Κίνα, την Ιαπωνία και για πολλά άλλα μέρη.

Είναι πραγματικά τρελό να πάει κανείς στην Ασία ή τη Ρωσία και ν’ αρχίσει να τις περιηγείται προσπαθώντας να τις «καταλάβει».  Δεν υπάρχει λόγος να το κάνει ούτε η πιθανότητα να το πετύχει σε λίγους μήνες, ακόμη και σε χρόνια.

Η νευρωτική και βαθιά δυτική αντίληψη περί συνεχούς προσπάθειας «κατανόησης» των πάντων με το νου μπορεί να τα καταστρέψει όλα και  δια παντός απ’ την αρχή. Ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσεις να κατανοείς την Ασία είναι με την απορρόφηση, αφήνοντας να σε οδηγούν ευγενικά άλλοι, βλέποντας, αισθανόμενος, αγνοώντας όλες τις προκαταλήψεις και τα κλισέ. Η κατανόηση δεν έρχεται απαραιτήτως μέσω της λογικής. Στην πραγματικότητα, δεν έρχεται καν μέσω αυτής. Έχει να κάνει με τις αισθήσεις και τις συγκινήσεις και συνήθως έρχεται ξαφνικά, απροσδόκητα.

Η επανάσταση, και όλοι οι έντιμοι αγώνες επίσης προετοιμάζονται επί πολύ καιρό και επίσης έρχονται απροσδόκητα, ξεπηδώντας κατευθείαν από την καρδιά

Όταν έρχομαι στη Νέα Υόρκη, αλλά ιδίως στο Λονδίνο ή το Παρίσι και όταν συναντώ εκείνους τους γνωστούς «θεωρητικούς αριστερούς», χαμογελάω με πικρία ακούγοντας τις άνευ ουσίας, μακροσκελείς συζητήσεις τους για κάποια θεωρία που είναι πλήρως διαχωρισμένη από την πραγματικότητα. Και αφορά αποκλειστικά τους ίδιους: είναι τροτσκιστές, και γιατί. Ή πιθανώς είναι αναρχοσυνδικαλιστές, και γιατί. Ή μαοϊκοί … Ό,τι και να είναι, πάντα αρχίζουν σ’ έναν καναπέ ή στα σκαμνιά του μπαρ και εκεί τελειώνουν, αργά το βράδυ.

Στην περίπτωση που μόλις έχεις έλθει από τη Βενεζουέλα ή τη Βολιβία, όπου οι άνθρωποι δίνουν πραγματικές μάχες επιβίωσης των επαναστάσεών τους, αυτή είναι μια εμπειρία που σοκάρει. Οι περισσότεροι άνθρωποι στο Altiplano δεν έχουν ακούσει ποτέ για τον  Τρότσκι ή τον αναρχοσυνδικαλισμό. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι βρίσκονται σε πόλεμο, αγωνίζονται για όλους μας, για έναν πολύ καλύτερο κόσμο και χρειάζονται άμεση και συγκεκριμένη υποστήριξη: οικονομική βοήθεια, διαδηλώσεις, στελέχη. Και το μόνο που παίρνουν είναι λόγια. Δεν παίρνουν σχεδόν τίποτε από τη Δύση και δεν θα πάρουν ποτέ.

Διότι δεν είναι αρκετά καλοί για τους Βρετανούς και τους Γάλλους. Είναι πολύ «πραγματικοί», όχι «αρκετά αγνοί». Κάνουν λάθη. Είναι πολύ ανθρώπινοι, δεν είναι αποστειρωμένοι και «δεν συμπεριφέρονται καλά». «Παραβιάζουν πού και πού κάποια δικαιώματα». Είναι πολύ συναισθηματικοί. Είναι αυτό ή εκείνο, και τελικά «δεν μπορεί κανείς να ρίξει όλο του το βάρος  για να τους υποστηρίξει».

Κάνουν λάθη από «επιστημονικής απόψεως». Αν κάποιος κάθεται δέκα ώρες στην παμπ ή στο σαλόνι συζητώντας γι’ αυτούς, τελικά θα υπάρξουν αρκετά επιχειρήματα γι να μην τους δοθεί καμιά στήριξη. Το ίδιο ισχύει για τους επαναστάτες και για τις επαναστατικές αλλαγές στις Φιλιππίνες και σε τόσους άλλους τόπους.

Μ’ αυτό τον τρόπο σκέψης, η Δύση δεν μπορεί να συνδεθεί. Δεν βλέπει τον παραλογισμό στη δική της συμπεριφορά και τη στάση. Έχει χάσει το πνεύμα της, την καρδιά της, τα αισθήματα, από τη δεξιά μέχρι και την αριστερά.  Αντί γι’ αυτά το μυαλό; Υπάρχει άραγε κάτι πολύ σημαντικό που να έρχεται μόνο απ’ αυτό;

Και γι’ αυτό είναι τελειωμένη.

Οι άνθρωποι της Δύσης δεν είναι πρόθυμοι να στρατευθούν σε κάτι πραγματικό. Να στρατευθούν σε κάποια αληθινή επανάσταση, κίνημα, κυβέρνηση, εκτός αν αυτά είναι όμοια με εκείνες τις πλαστικές τοξικές γυναίκες από τα φανταχτερά μαγαζιά μόδας: τέλειες για τους άνδρες που έχουν χάσει όλη τη φαντασία και την ατομικότητά τους, αλλά εντελώς βαρετά προϊόντα μαζικής παραγωγής για όλους τους υπόλοιπους.


* Ο Andre Vltchek είναι φιλόσοφος, διηγηματογράφος, γυρίζει ταινίες και υπηρετεί την ερευνητική δημοσιογραφία.
Έχει καλύψει πολέμους και συγκρούσεις σε δεκάδες χώρες.

Πηγή: Counterpunch

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Ο αρχιτέκτονας του ευρώ εξομολογείται

Ο Χανς Τιτμαγερ ήταν ο τελευταίος πρόεδρος της Γερμανικής κεντρικής τράπεζας Bundesbank επέβλεψε τη μετάβαση στο ευρώ και είναι αυτονόητο πως συνέβαλε καθοριστικά στην ΟΝΕ. Πέθανε στις 28 Δεκέμβρη του 2016. Το antapocrisis αναδημοσιεύει την απομαγνητοφώνηση μιας ομιλίας του Pierre Bourdieu που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί πολλές συζητήσεις στη Γερμανία και δόθηκε στις γαλλο-γερμανικές πολιτιστικές συναντήσεις στο Φράιμπουργκ τον Οκτώβριο του 1996.

Του Pierre Bourdieu, Κοινωνιολόγου, καθηγητή στο College de France.

Μια συνέντευξη αποκαλύπτει έναν κόσμο ολόκληρο. Όταν ο Τύπος μεταφέρει τα λόγια αυτών που «λαμβάνουν τις αποφάσεις», των οποίων κάθε εξομολόγηση μπορεί να κλονίσει νομίσματα, δεν δίνουμε πάντα σημασία στο τεράστιο ποσό όσων δεν λέγονται και όσων υπονοούνται στο λόγο τους. Οπλισμένοι με την «ανεξαρτησία» τους, κεκτημένη μέσω της πολιτικής εξουσίας, οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών έχουν πλέον τη δύναμη να αλλάξουν την πορεία των εθνών. Ποιο είναι το όραμά τους για την κοινωνία; Και, για παράδειγμα, ποιό είναι αυτό του κ Hans Tietmeyer, του μεγάλου αρχιτέκτονα του ευρώ;

Έχοντας διαβάσει στο αεροπλάνο τη συνέντευξη του Προέδρου της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Hans Tietmeyer, που παρουσιάζεται ως ο «αρχιερέας του γερμανικού μάρκου» – τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο – θα ήθελα να επιδοθώ σ’ ένα είδος ερμηνευτικής ανάλυσης κατάλληλο για τα ιερά κείμενα: «η πρόκληση σήμερα είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη και για την –εδώ είναι η λέξη κλειδί– εμπιστοσύνη των επενδυτών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ελέγχουμε τους δημόσιους προϋπολογισμούς».

Δηλαδή – θα γίνει πιο σαφής στις παρακάτω φράσεις – να ταφεί το συντομότερο δυνατόν το κράτος πρόνοιας και, μεταξύ άλλων, τις δαπανηρές κοινωνικές και πολιτιστικές πολιτικές, για τον καθησυχασμό των επενδυτών που θα προτιμούσαν την προσωπική ενασχόληση – με τις δικές τους πολιτιστικές επενδύσεις. Είμαι βέβαιος ότι όλοι αυτοί αγαπούν τη ρομαντική μουσική και την ιμπρεσιονιστική ζωγραφική και είμαι πεπεισμένος, χωρίς να γνωρίζω τίποτα για τον πρόεδρο της Bundesbank ότι, στον ελεύθερό του χρόνο, όπως και ο διευθυντής της Τράπεζας της Γαλλίας Jean-Claude Trichet, διαβάζει ποίηση και ασχολείται με τη φιλανθρωπία.

«Είναι συνεπώς αναγκαίος, ο έλεγχος των δημόσιων προϋπολογισμών, η μείωση του επιπέδου των φόρων για να υπάρξει ένα βιώσιμο επίπεδο μακροπρόθεσμα.»

Τι καταλαβαίνουμε εδώ: Ότι πρέπει να μειωθούν οι φόροι των επενδυτών μέχρι να γίνουν υποφερτοί από αυτούς, ώστε να μην ενθαρρύνονται να μεταφέρουν αλλού τις επενδύσεις τους. Συνεχίζοντας το διάβασμα: «Πρέπει να (…) μεταρρυθμίσουμε το σύστημα κοινωνικής ασφάλειας». Δηλαδή, δις επαναλαμβάνει, να ταφεί το κράτος πρόνοιας και οι πολιτικές κοινωνικής προστασίας, η επιτυχία των οποίων είναι πολύ πιθανό να καταστρέψει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, να προκαλέσει νόμιμη δυσπιστία, εφ’ όσον είναι βέβαιοι ότι τα οικονομικά τους κεκτημένα – αφού μιλάμε για κοινωνικές κατακτήσεις, μπορούμε άνετα να μιλήσουμε και για οικονομικά οφέλη – δηλαδή τα κεφάλαιά τους, δεν είναι συμβατά με τις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων και ότι αυτά τα οικονομικά οφέλη θα πρέπει φυσικά να διαφυλαχθούν με κάθε κόστος , ακόμη και καταστρέφοντας τα πενιχρά οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελλόντων πολιτών της Ευρώπης, αυτούς τους οποίους, τον Δεκέμβριο του 1995, περιγράφαμε ως «έχοντες», ως «προνομιούχους».

Ο Hans Tietmeyer είναι πεπεισμένος ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις των επενδυτών, δηλαδή τα οικονομικά τους κέρδη, δεν θα επιβιώσουν μιας διαιώνισης του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Αυτό, λοιπόν, είναι το σύστημα που θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί επειγόντως, επειδή τα οικονομικά κέρδη των επενδυτών δεν μπορούν να περιμένουν. Και ο Hans Tietmeyer, ύψιστος στοχαστής, που συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση της γερμανικής φιλοσοφίας στον ιδεαλισμό, συνεχίζει:

«Πρέπει, συνεπώς, να ελεγχθούν οι δημόσιοι προϋπολογισμοί, να μειωθεί το επίπεδο των φόρων μέχρι ν’ αποκτήσουν ένα μακροπρόθεσμα βιώσιμο επίπεδο, να μεταρρυθμιστεί το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, να εξουδετερωθούν οι δυσκαμψίες στην αγορά εργασίας, έτσι ώστε – (αυτό το “έτσι ώστε” θα άξιζε ένα μακροσκελές σχόλιο) – να έχουμε μια νέα φάση ανάπτυξης (…) η οποία δεν θα επιτευχθεί παρά μόνο αν εμείς κάνουμε μια προσπάθεια – το «εμείς κάνουμε» είναι μαγευτικό – για ευελιξία στην αγορά εργασίας.»

Μια απειλή παρόμοια με εκβιασμό

Να ‘μαστε. Τα μεγάλα λόγια έπεσαν στο τραπέζι, και ο Hans Tietmeyer δίνει ένα θαυμάσιο παράδειγμα της ευφημιστικής ρητορικής που επικρατεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο ευφημισμός είναι απαραίτητος για να αυξηθεί με βιώσιμο τρόπο η εμπιστοσύνη των επενδυτών – η οποία, όπως έχει ήδη γίνει κατανοητό, είναι το άλφα και το ωμέγα του συνόλου του οικονομικού συστήματος, το θεμέλιο και ο απώτερος στόχος, το Τέλος της Ευρώπης του μέλλοντος – αποφεύγοντας, συνάμα, να προκαλέσει τη δυσπιστία και την απελπισία των εργαζομένων, οι οποίοι, παρ ‘όλα αυτά, πρέπει επίσης να ληφθούν υπ’ όψιν, αν θέλουμε να έχουμε αυτή τη νέα φάση της ανάπτυξης. Επειδή από αυτούς αναμένεται αυτή η προσπάθεια, αν και ο κ Hans Tietmeyer, σίγουρα μετρ του ευφημισμού, λέει επίσης: «(Θα μπορούμε να) καταργήσουμε τις δυσκαμψίες στις αγορές εργασίας, έτσι ώστε μια νέα φάση ανάπτυξης να επιτευχθεί και πάλι, αν κάνουμε μια προσπάθεια ευελιξίας στην αγορά εργασίας».

Θεσπέσια ρητορική της εργασίας, η οποία μπορεί να μεταφραστεί και ως: «Κουράγιο εργαζόμενοι! Όλοι μαζί κάνουμε την προσπάθεια ευελιξίας που απαιτείται από εσάς!».

Αντί να θέσει, ατάραχος, μια ερώτηση σχετικά με την εξωτερική ισοτιμία του ευρώ, ο δημοσιογράφος θα μπορούσε να έχει ζητήσει από τον κ Hans Tietmeyer την έννοια που δίνει στις λέξεις-κλειδιά της ξύλινης γλώσσας των επενδυτών: «ακαμψία στην αγορά εργασίας» και « ευελιξία στην αγορά εργασίας.» Οι εργαζόμενοι, πάλι, θα καταλάβαιναν αμέσως: νυχτερινή εργασία, εργασία τα σαββατοκύριακα, ακανόνιστα χρονοδιαγράμματα, αυξημένη πίεση, άγχος, κ.λπ.

Βλέπουμε ότι το «στην αγορά εργασίας» λειτουργεί ως ένα είδος ομηρικού επιθέτου που μπορεί να συνδεθεί με ένα εύρος λέξεων, και θα μπορούσε κανείς να μπει στον πειρασμό, για να μετρήσει την ευελιξία της γλώσσας του Hans Tietmeyer, να μιλήσει για παράδειγμα για την ευελιξία ή την ακαμψία στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η παραδοξότητα αυτής της χρήσης στην ξύλινη γλώσσα του Hans Tietmeyer επιτρέπει την υπόθεση ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία στο μυαλό του, για τη “διάλυση της δυσκαμψίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές» ή την «πραγματοποίηση μιας προσπάθειας για την ευελιξία στις χρηματοπιστωτικές αγορές». Αυτό μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι, σε αντίθεση με ό, τι μπορεί να προτείνει το «εμείς» του «αν κάνουμε μια προσπάθεια» του Hans Tietmeyer, μόνο από τους εργαζόμενους ζητείται αυτή η προσπάθεια ευελιξίας και σε αυτούς επίσης απευθύνεται η απειλή, εκβιασμός σχεδόν, το οποίο εμπεριέχεται στη φράση: «έτσι ώστε μια νέα φάση ανάπτυξης να επιτευχθεί και πάλι, αν κάνουμε μια προσπάθεια ευελιξίας στην αγορά εργασίας».

Με λίγα λόγια: απαρνηθείτε τα κοινωνικά σας οφέλη σήμερα, για να αποφευχθεί η καταστροφή της εμπιστοσύνης των επενδυτών, στο όνομα της ανάπτυξης που θα μας φέρει το αύριο. Μία πολύ γνωστή λογική στους εργαζόμενους στους οποίους απευθύνεται, οι οποίοι, για να χαρακτηρίσουν την πολιτική συμμετοχή που τους πρόσφερε στο παρελθόν ο γκωλισμός, έλεγαν: «Μπορείτε να μου δώσετε το ρολόι σας, και θα σας δώσω το χρόνο».

Ας διαβάσουμε για τελευταία φορά τα λόγια του Hans Tietmeyer

«Η πρόκληση σήμερα είναι να δημιουργηθούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάπτυξη και για την εμπιστοσύνη των επενδυτών, πρέπει συνεπώς … (παρατηρήσετε το” συνεπώς “) … να ελέγχονται οι δημόσιοι προϋπολογισμοί, να μειωθεί το επίπεδο των φόρων μέχρι να υπάρξει ένα μακροπρόθεσμα βιώσιμο επίπεδο, να μεταρρυθμιστούν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, να εξουδετερωθούν οι δυσκαμψίες στις αγορές εργασίας, έτσι ώστε μια νέα φάση της ανάπτυξης να επιτευχθεί και πάλι, αν κάνουμε μια προσπάθεια για ευελιξία στις αγορές εργασίας»

Εάν ένα τόσο εξαιρετικό κείμενο, τόσο εξαιρετικά εξαιρετικό, ήταν ικανό να περάσει απαρατήρητο και να γνωρίσει τη μοίρα των καθημερινών λεγόμενων των καθημερινών φυλλάδων, οι οποίες απορρίπτονται σαν τα νεκρά φύλλα, είναι γιατί ήταν τέλεια προσαρμοσμένα στον «ορίζοντα αναμονής» για τη συντριπτική πλειοψηφία των καθημερινών αναγνωστών εφημερίδων που είμαστε. Αλλά αυτός ο ορίζοντας είναι προϊόν της κοινωνικής εργασίας. Αν τα λόγια της ομιλίας του κ Hans Tietmeyer περνάνε τόσο εύκολα είναι γιατί λέγονται παντού. Βρίσκονται παντού, σε κάθε στόμα. Τρέχουν σαν κοινός τόπος, τα δεχόμαστε χωρίς δισταγμό, όπως ένα νόμισμα, ένα σταθερό και ισχυρό νόμισμα, βεβαίως, τόσο σταθερό όσο και αξιόπιστο, πιστευτό, όπως το γερμανικό μάρκο, “Βιώσιμη ανάπτυξη”, “εμπιστοσύνη των επενδυτών”, “δημόσιοι προϋπολογισμοί”, “σύστημα κοινωνικής πρόνοιας”, “ακαμψία”, “αγορά εργασίας”, “ευελιξία”, στα οποία θα έπρεπε να προστεθούν, “παγκοσμιοποίηση”, “πρόσθετη ευελιξία”, “μείωση των επιτοκίων “- χωρίς να προσδιορίζεται ποια από αυτά – “ανταγωνιστικότητα”, “παραγωγικότητα” κ.λπ.

Αυτή η καθολική πίστη, η οποία δεν προκύπτει καθόλου από μόνη της, πως εξαπλώθηκε; Μια σειρά κοινωνιολόγων, Βρετανών και Γάλλων κυρίως, σε μια σειρά από βιβλία και άρθρα, έχουν ανακατασκευάσει την αλυσίδα σύμφωνα με την οποία παράγεται και μεταδίδεται αυτός ο νεοφιλελεύθερος λόγος, τα οποία έχουν γίνει ιδεολογία, μια αδιαμφισβήτητη και αδιάσειστη πραγματικότητα. Με μια σειρά ολόκληρη αναλύσεων των κειμένων, των τόπων δημοσίευσης, των χαρακτηριστικών των συγγραφέων αυτών των ομιλιών, των συμποσίων στα οποία συγκεντρώνονται για να τα παράξουν κλπ, φάνηκε πως, στη Βρετανία και τη Γαλλία, έχει πραγματοποιηθεί μια σταθερή δουλειά, με τη συμμετοχή διανοουμένων, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, σε περιοδικά που έχουν σταδιακά επιβληθεί ως έγκυρα, για να καθιερωθεί ως δεδομένο ένα νεοφιλελεύθερο όραμα που, στην ουσία, ντύνει με οικονομικές εκλογικεύσεις τις πιο κλασικές απαιτήσεις της συντηρητικής σκέψης όλων των εποχών και όλων των χωρών.

Η ικανοποίηση που προέρχεται από τη μοιρολατρία

Αυτός ο λόγος οικονομικής αίγλης δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει πέρα ​​από τον κύκλο των υποστηρικτών του παρά μόνο με τη συνεργασία ενός πλήθους ανθρώπων, πολιτικών, δημοσιογράφων, απλών πολιτών, οι οποίοι έχουν ένα φαινομενικά επαρκές υπόβαθρο στην οικονομία για να μπορούν να συμμετάσχουν στην γενικευμένη κυκλοφορία κακώς βαθμονομημένων λέξεων της οικονομικής βαρβαρότητας. Ένα παράδειγμα αυτής της συνεργασίας είναι οι ερωτήσεις του δημοσιογράφου αυτού που, κατά κάποιο τρόπο, ξεπερνάει τις προσδοκίες του Hans Tietmeyer: είναι τόσο γνώστης εκ των προτέρων των απαντήσεων, που θα μπορούσε να τις δώσει ο ίδιος. Είναι μέσα από κάποιες τέτοιες παθητικές συνενοχές που σταδιακά ήρθε να επιβληθεί το επονομαζόμενο νεοφιλελεύθερο όραμα, στην πραγματικότητα συντηρητικό, που βασίζεται σε μια πίστη άλλης εποχής στο ιστορικό αναπόφευκτο, το οποίο βασίζεται στην υπεροχή των παραγωγικών δυνάμεων. Και ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου έχουν περάσει εύκολα από μια μαρξιστική μοιρολατρία σε μία νεοφιλελεύθερη μοιρολατρία: και στις δύο περιπτώσεις, ο οικονομισμός αποποιείται των ευθυνών και αποστρατεύει, ακυρώνοντας την πολιτική και επιβάλλοντας μια σειρά από αδιαμφισβήτητους στόχους, τη μέγιστη ανάπτυξη, την επιτακτική ανάγκη ανταγωνιστικότητας, την επιτακτική ανάγκη της παραγωγικότητας, και ως εκ τούτου ένα ανθρώπινο ιδεώδες, που θα μπορούσε να ονομαστεί το ιδανικό του ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε το νεοφιλελεύθερο όραμα, χωρίς να αποδεχόμαστε όλα αυτά που το συνοδεύουν, τον τρόπο ζωής του γιάπη, τη βασιλεία του ορθολογικού υπολογισμού ή του κυνισμού, τον αγώνα δρόμου για το χρήμα ως καθολικό μοντέλο. Η αντίληψη του προέδρου της Bundesbank ως υπόδειγμα σκέψης, δείχνει την αποδοχή μιας τέτοιας φιλοσοφίας.

Αυτό που μπορεί να εκπλήξει είναι ότι το μοιρολατρικό αυτό μήνυμα δίνεται ως μήνυμα απελευθέρωσης, με μια σειρά από λεξιλογικά παιχνίδια γύρω από την ιδέα της ελευθερίας, της απελευθέρωσης, της απορρύθμισης, κλπ, μέσα από μια σειρά ευφημισμών, ή διπλού παιχνιδιού με τις λέξεις – της μεταρρύθμισης για παράδειγμα – η οποία έχει ως στόχο να παρουσιάσει την παλινόρθωση ως επανάσταση, σύμφωνα με τη λογική όλων των συντηρητικών επαναστάσεων.

Εάν αυτή η συμβολική δράση ήταν τόσο επιτυχημένη ώστε να γίνει μια καθολική πεποίθηση είναι εν μέρει μέσω μιας συστηματικής και οργανωμένης χειραγώγησης των μέσων ενημέρωσης.

Αυτή η συλλογική εργασία τείνει να παράγει μια σειρά ολόκληρη από μυθολογίες, «βασικές ιδέες» που δουλεύουν και σε ωθούν να δουλέψεις, επειδή χειρίζονται τις πεποιθήσεις: είναι για παράδειγμα ο μύθος της «παγκοσμιοποίησης» και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις του στις εθνικές οικονομίες ή ο μύθος των νεοφιλελεύθερων «θαυμάτων» αμερικάνικων ή αγγλικών. Στη μυθολογία σύμφωνα με την οποία οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες θα μειωθούν στις ΗΠΑ, μπορεί κανείς να αντιτάξει το έργο ενός κοινωνιολόγου, του M. Loïc Wacquant, το οποίο δείχνει ότι στις ΗΠΑ το «φιλανθρωπικό κράτος», βασισμένο σε μια ηθικολογική αντίληψη της φτώχειας, τείνει να χωριστεί σε ένα κράτος πρόνοιας που εξασφαλίζει τη μικρότερη δυνατή ασφάλιση για τις μεσαίες τάξεις και ένα κράτος όλο και πιο κατασταλτικό για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της βίας που συνδέεται με τις επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης της συντριπτικής μάζας του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένου του μαύρου. Έτσι, η πολιτεία της Καλιφόρνια, η οποία για κάποια χρονική περίοδο παρουσιαζόταν από ορισμένους Γάλλους κοινωνιολόγους ως παράδεισος όλων των ελευθεριών, ξοδεύει τώρα για τις φυλακές της ένα σημαντικά υψηλότερο προϋπολογισμό απ’ ότι για όλα τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που υπάρχουν στην πολιτεία, παρότι αυτά είναι από τα πιο αναγνωρισμένα ιδρύματα του πλανήτη.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, που μας λένε κάθε μέρα ότι έχει λύσει το πρόβλημα της ανεργίας, ενώ στην πραγματικότητα έχει αυξηθεί η επισφαλής εργασία, και οι Βρετανοί εργαζόμενοι ανακαλύπτουν με το φθόνο τα κοινωνικά επιτεύγματα που ακόμα επιβιώνουν στη Γαλλία. Αυτό, παραδόξως, την ίδια στιγμή που λέγεται στους Γάλλους σε ποιο βαθμό οι εργαζόμενοι στη Βρετανία είναι ευχαριστημένοι με την ατυχία τους.

Ίσως είμαστε μάρτυρες ενός φαινομένου υποστροφής του κράτους το οποίο συγκροτήθηκε ιστορικά με τη διαδοχική συγκέντρωση της φυσικής δύναμης (αστυνομίας και στρατού), του πολιτιστικού κεφαλαίου (το σύστημα μέτρησης για παράδειγμα) και του συμβολικού κεφαλαίου. Μία από τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης φιλοσοφίας, η οποία δεν είναι παρά η μάσκα της παλιάς συντηρητικής φιλοσοφίας, είναι να οδηγήσει σε μια υποχώρηση του κράτους προς την ελάχιστή του κατάσταση, απολύτως συνεπή με το ιδανικό των Κυρίαρχων, κοινώς ελαχιστοποιημένο μόνο στις δυνάμεις καταστολής, όπως αποδεικνύεται από την αύξηση των δαπανών για την αστυνομία.

Εμπιστοσύνη της αγοράς ή εμπιστοσύνη του λαού;

Ας επιστρέψουμε τελικά στη φράση-κλειδί της ομιλίας του κ Hans Tietmeyer, την «εμπιστοσύνη της αγοράς». Έχει το πλεονέκτημα να φέρνει στο φως την ιστορική επιλογή, ενώπιον της οποίας έχουν τοποθετηθεί όλες οι εξουσίες: μεταξύ της εμπιστοσύνης των αγορών και της εμπιστοσύνης του λαού, πρέπει να επιλέξουμε. Η πολιτική η οποία έχει ως στόχο να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών, χάνει την εμπιστοσύνη του λαού.

Σε μια πρόσφατη έρευνα σχετικά με τη στάση των ερωτούμενων απέναντι στους πολιτικούς, τα δύο τρίτα τους θεωρούν ανίκανους ν’ ακούσουν και να λάβουν υπ’ όψιν αυτό που οι σκέφτονται Γάλλοι, κατηγορία ιδιαίτερα συχνή μεταξύ των υποστηρικτών του Εθνικού Μετώπου (FN) – του οποίου επίσης αποδοκιμάζουμε την ακαταμάχητη άνοδο, ξεχνώντας για μια στιγμή για να κάνουμε τη σύνδεση μεταξύ Εθνικού Μετώπου και ΔΝΤ.

Πρέπει να συσχετίσουμε την εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών ή των επενδυτών – την οποία θα πρέπει να σώσουμε με κάθε κόστος – με τη δυσπιστία των πολιτών. Η οικονομία είναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μια αφηρημένη επιστήμη βασισμένη στον απολύτως αδικαιολόγητο διαχωρισμό μεταξύ του οικονομικού και του κοινωνικού, το οποίο και καθορίζει τον οικονομισμό. Αυτός ο διαχωρισμός είναι η αρχή της αποτυχίας της κάθε πολιτικής που δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλο σκοπό εκτός από την προστασία της «οικονομικής τάξης και της σταθερότητας», δηλαδή, του γερμανικού μάρκου, αυτού του νέου απόλυτου το οποίο ο κ Hans Tietmeyer εξυπηρετεί…

Πηγή: Le Monde Diplomatique
Μετάφραση: Μαλβίνα Ανδρώνη

“Δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξεις τον κόσμο χωρίς να αλλάξεις τις ιδέες σου”, συνέντευξη του David Harvey

[Σημείωση των Συντακτών του Left East: Η πρωτότυπη συνέντευξη έγινε από τους εγκαταστημένους στην Κωνσταντινούπολη Ιμρέ Αμέζ και Γκαγιέ Γκιουνάι, στο πλαίσιο των γυρισμάτων ενός ντοκιμαντέρ για την παγκόσμια οικονομία. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην τουρκική γλώσσα το Δεκέμβριο του 2016, στην τουρκική έκδοση του Express Magazine. Περιλαμβάνει μία βαθιά ανάλυση των δυνατοτήτων κινητοποίησης που έχει σήμερα η Αριστερά, εντός του συγκεκριμένου αυτού κοινωνικού σχηματισμού που έκανε την εκλογή του Trump δυνατή].

1. Οι αρχαίοι πολιτισμοί στο Μάτσου Πίτσου, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και αλλού επίσης υπέφεραν επίσης από κοινωνικές ανισότητες, εκμετάλλευση και μια εμμονή με την κατασκευή κτισμάτων, που ως στόχο είχαν την επίδειξη του πλούτου τους. Οι Μάγια και οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν επίσης την παραγόμενη στις κοινωνίες τους υπεραξία για να κατασκευάζουν μαυσωλεία και πυραμίδες. Οπότε, τι έχει αλλάξει σήμερα;

David Harvey (DH): Νομίζω πως η διαφορά έγκειται στο ότι το κεφάλαιο σήμερα συστηματικά παράγει πλεονάσματα. Παράγει πλεονάσματα χρηματικού κεφαλαίου, παράγει πλεονάσματα εμπορευμάτων, οπότε [αποδεικνύεται ότι] δεν απαιτείται πολιτική οργάνωση για να γίνει αυτό. Το πρόβλημα, από μια πολιτική οπτική γωνία, είναι πώς να απορροφήσουμε όλα αυτά τα πλεονάσματα που παράγονται και τα πλεονάσματα εργασίας και τα πλεονάσματα κεφαλαίου και τα πλεονάσματα ύλης και εμπορευμάτων κ.λπ. Ένα μέρος της επιχειρηματολογίας μου είναι ότι ολοένα και περισσότερο, η απορρόφηση αυτού του πλεονάσματος που συνοδεύει την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής, επενδύεται στην οικοδομική ανάπτυξη των πόλεων. Θα έλεγα ότι περίπου το ¼ της ανάπτυξης σε όλον τον κόσμο σχετίζεται αυτή τη στιγμή κατά κάποιον τρόπο με την αστικοποίηση. Σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου, όπως η Κίνα, τα στοιχεία που έχουμε δείχουν για παράδειγμα ότι 25% της ανάπτυξης προκύπτει μόνο από την οικοδόμηση κατοικιών. Και περίπου 50% προκύπτει από την οικοδόμηση πόλεων και την κατασκευή υποδομών που συνδέουν και εξυπηρετούν τις πόλεις, όπως δρόμων, σιδηροδρομικών δικτύων υψηλής ταχύτητας, συστημάτων ύδρευσης κ.λπ. Οπότε, θα εκτιμούσα ότι περίπου το 50% της κινεζικής οικονομίας είναι πράγματι αφιερωμένο στην αστικοποίηση.

2. Όταν αναφέρεστε στο ¼ της οικονομικής ανάπτυξης, υπάρχει μία διαφορά μεταξύ ανάπτυξης και συσσώρευσης. Όταν λέμε ότι το ¼ της οικονομικής ανάπτυξης βρίσκεται στις πόλεις, πώς συνδέονται τα τρία κυκλώματα ροών κεφαλαίου (νομισματικό κύκλωμα, κύκλωμα εμπορευμάτων, παραγωγικό κύκλωμα);

harvei2

From D. Harvey’s “The urban process under capitalism: a framework for analysis” (IJURR, 1978)

DH: Νομίζω πως η παραγωγή δεν παράγει αξία αν δεν υπάρχει κάποιος να καταναλώσει αυτό που παράγεται. Συνεπώς υπάρχει μια σχέση μεταξύ της παραγωγής κεφαλαίου και της πραγμάτωσης του κεφαλαίου στην αγορά. Τώρα, η πραγμάτωση του κεφαλαίου συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό μέσα από την αστικοποίηση. Είναι οι άνθρωποι που αγοράζουν σπίτια και αγαθά και η καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Σκεφτείτε για παράδειγμα πως η «προαστειοποίηση» στις ΗΠΑ καλλιεργεί ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και μετά οι άνθρωποι, προκειμένου να ζήσουν στα προάστεια χρειάζονται ένα αυτοκίνητο, αυτοκινητόδρομους, σπίτια ενός συγκεκριμένου τύπου, εμπορικά κέντρα, μηχανές του γκαζόν, χρειάζονται ένα σωρό πράγματα συνυφασμένα με αυτόν τον τρόπο ζωής. Το κεφάλαιο, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό παράγει νέες ανάγκες μέσω της κατασκευής νέων τύπων περιβάλλοντος, στους οποίους οι άνθρωποι θα πρέπει να προσαρμώσουν την κατανάλωσή τους προκειμένου να επιβιώσουν. Υπάρχει λοιπόν σχέση μεταξύ της παραγωγής και της πώλησης, αυτό που ο Μαρξ ονομάζει «πραγμάτωση του κεφαλαίου». Και υπάρχει μια πολιτική σχετικά με την πραγμάτωση κεφαλαίου, με αποτέλεσμα στην ιστορία του καπιταλισμού να βρίσκει κανείς την παραγωγή νέων επιθυμιών και αναγκών, που αποτέλεσε κεντρική πτυχή της ουσίας του καπιταλισμού. Αν δεν παράγεις νέες επιθυμίες και ανάγκες, δεν έχεις νέες αγορές κι αν δεν έχεις νέες αγορές, τότε η παραγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει να διευρύνεται με τον ίδιο τρόπο. Τώρα, η πραγμάτωση του κεφαλαίου σημαίνει τη μετατροπή του από την μορφή του εμπορεύματος στη μορφή του χρήματος.

Και μετά το χρήμα διανέμεται. Οπότε, το ποιός παίρνει τότε το χρήμα έχει επίσης ένα συγκεκριμένο αντίκτυπο. Μέρος του χρήματος περιέρχεται στις τράπεζες, που παίρνουν το χρήμα και το επιστρέφουν στην παραγωγή. Τότε ολοκληρώνεται η διαδικασία της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, όπου τα τρία αυτά κυκλώματα ροής κεφαλαίου, τα οποία αναφέρατε, ενσωματώνονται το ένα στο άλλο και το καθένα από αυτά παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στο να ανακατευθύνει τις ροές του κεφαλαίου προς την αστικοποίηση. Παραδείγματος χάριν, ελεύθερο χρήμα βρίσκεται στις τράπεζες και θα πρέπει να αποφασίσουν τι θα το κάνουν. Αναζητούν ανθρώπους να το δανειστούν για συγκεκριμένα σχέδια. Όμως, όλο και περισσότερο, παρατηρούμε ότι οι τράπεζες είναι ιδιαίτερα προσανατολισμένες στο να κατευθύνουν το χρήμα στην παραγωγή αστικοποίησης και στην πραγματοποίηση της αστικοποίησης. Έτσι, παρατηρούμε ότι οι τράπεζες χρηματοδοτούν το παραγόμενο προϊόν την ίδια στιγμή που χρηματοδοτούν στεγαστικά δάνεια που επιτρέπουν στους ανθρώπους να αγοράζουν το παραγόμενο προϊόν. Με αυτόν τον τρόπο, οι τράπεζες αρχίζουν να παίζουν καίριο ρόλο στην κατεύθυνση χρηματικού κεφαλαίου στην διαδικασία της αστικοποίησης.

3. Ποια είναι η επίδραση του νεοφιλελευθερισμού πάνω σε αυτήν την εικόνα; Τι έχει αλλάξει από τη δεκαετία του ’70 σε αυτόν το μηχανισμό, που επιτάχυνε τη διαδικασία;

atlanta 768x454

Atlanta hosted the Summer Olympics in 1996. The Atlanta-Fulton County Stadium was used for baseball, but was demolished in 1997. Thespacewasturnedinto 4,000 parkingspaces. (REUTERSPhotography)

DH: Ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια πραγματικά μακροοικονομική αλλαγή στη φιλοσοφική βάση που καλλιεργεί ο καπιταλισμός προκειμένου να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του. Συνεπώς, η ουσία του νεοφιλελευθερισμού έγκειται σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας «προσωπικής ευθύνης», με αποτέλεσμα η ταξική αλληλεγγύη που διατηρούνταν στις κοινωνίες μέσα από τα συνδικάτα και τα λοιπά να έχει στην ουσία καταστραφεί τα τελευταία 30 με 40 χρόνια. Αλλά ταυτόχρονα με αυτό, όλο και περισσότερα χρήματα κατευθύνονται στη διαδικασία αστικοποίησης. Και συγκεκριμένα βλέπουμε κάθε πτυχή της αστικοποίησης που έχει αλλάξει. Για παράδειγμα, βλέπουμε ότι δίνεται πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο αστικό θέαμα. Και το πλεονέκτημα του αστικού θεάματος είναι ότι καταναλώνεται ταχέως. Έχεις μία Ολυμπιάδα και μετά, πολύ σύντομα έχεις μια άλλη Ολυμπιάδα. Και όλα αυτά είναι μια πολύ εφήμερη κατανάλωση. Αν το κεφάλαιο κατασκεύαζε μόνο πράγματα που να διαρκούν για 100 χρόνια θα είχε πεθάνει εδώ και πολύ καιρό. Συνεπώς, επικεντρώνει όλο και περισσότερο την προσοχή του στο να παράγει κάτι εφήμερο, χωρίς μεγάλη διάρκεια, αναλώσιμο στη στιγμή, ώστε παράγει προϊόντα που είναι ακαριαία αναλώσιμα και φυσικά το θέαμα είναι ένα προϊόν στιγμιαίας κατανάλωσης. Η παραγωγή του δεν είναι στιγμιαία, αλλά η κατανάλωσή του είναι. Η αστικοποίηση λοιπόν, έχει γίνει όλο και πιο πολύ όχημα για την καλλιέργεια του θεάματος.

4. Η αλλαγή που είδαμε τη δεκαετία του 1970, την οποία πολλοί άνθρωποι αποδίδουν στην πετρελαϊκή κρίση, αλλά εσείς λέτε ότι ήταν κάτι περισσότερο από αυτό, ότι προϋπήρχε μια κρίση ιδιοκτησίας …τι μπορούμε να μάθουμε από την ιστορία της αστικής κρίσης και τις αλλαγές της δεκαετίας του ’70;

DH: Στις μελέτες μου για την αστικοποίηση και την ιστορία του καπιταλισμού, αυτό που βλέπετε ξανά και ξανά είναι ότι μια κατάσταση ξεσπάει εκεί που τα πλεονάσματα που παράγονται από το κεφάλαιο δυσκολεύονται πολύ να βρουν έναν χώρο για κερδοφόρα δραστηριότητα. Έτσι λοιπόν, όταν μια υπάρχει μια τέτοιου είδους κατάσταση, όλο και περισσότερο από το πλεόνασμα τείνει να επενδύεται σε μακροχρόνια σχέδια στον τομέα του δομημένου περιβάλλοντος και συγκεκριμένα της αστικοποίησης. Τώρα, το πλεονέκτημα με τα μακροχρόνια σχέδια είναι ότι δεν γνωρίζεις αν θα είναι βιώσιμα μέχρι 5, 10 χρόνια αργότερα. Οπότε, απορροφάς πολύ από το πλεόνασμα, αλλά δεν γνωρίζεις εάν θα είναι κερδοφόρο ή αν πρόκειται να συμβάλλει στην παραγωγικότητα παρά μόνο κάποιο καιρό αργότερα.
Έπειτα, αυτό που συχνά συμβαίνει είναι ότι η μετακίνηση σε τέτοιου είδους επενδύσεις είναι πάντα κερδοσκοπική. Και η κερδοσκοπία απογεινώνεται και πολύ συχνά παρουσιάζεται λες και αυτό που συμβαίνει είναι πολύ καλό, οπότε όλο και περισσότερο χρήμα επενδύεται σε αυτό και ξαφνικά υπάρχει υπερπαραγωγή δομημένου περιβάλλοντος. Το αποτέλεσμα είναι η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων ή ο τερματισμός της διεύρυνσής της. Για παράδειγμα, στην Κίνα πρόσφατα, τα τελευταία 2-3 χρόνια, υπάρχει μια τεράστια έκρηξη της αστικοποίησης, η οποία όμως είχε ένα ιδιαίτερα σοβαρό σταμάτημα και ως αποτέλεσμα η κινεζική οικονομία έχει αρκετά σκαμπανευάσματα τα τελευταία 2-3 χρόνια, πράγμα που έχει παγκόσμια επίδραση, επειδή τα πλεονάσματα δεν μπορούν πια να απορροφηθούν στα κινέζικα σχέδια αστικοποίησης και έτσι πολλές χώρες που εφοδιάζουν την Κίνα με πρώτες ύλες για την κατασκευή σπιτιών ή υποδομών έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν οικομικές δυσκολίες. Αυτό, λοιπόν, που παρατηρεί κανείς ξανά και ξανά είναι μία «κυματοειδής» κίνηση μία ροής κεφαλαίου σε ένα μέρος, έπειτα καταρρέει, επιστρέφει σε άλλες ασχολίες και μετά ξανανεβαίνει. Οπότε, παρατηρούμε αυτά τα «μεγάλα κύματα»,μερικές φορές υπήρχαν ακόμα και στο 19ο αιώνα αυτές οι περίοδοι που αποκαλούνταν «οικοδομικοί κύκλοι» και ήταν διάρκειας 17-18 χρόνων, οπότε μπορούσε να δει κανείς αυτές τις μακροχρόνιες τάσεις να εξελίσσονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

harvei3

Ένα από τα χαρακτηριστικά που έγιναν κυρίαρχα ήταν ο βαθμός στον οποίο το κεφάλαιο και η τάξη των καπιταλιστών επιτίθεντο στις δυνάμεις της εργασίας από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά και τελικά κατάφεραν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 να τσακίσουν την ισχύ του εργατικού κινήματος. Στο βαθμό που το πέτυχαν αυτό, σήμαινε ότι οι μισθοί μειώνονταν και το μέρισμα της εργατικής τάξης στο εθνικό εισόδημα άρχιζε να ελαττώνεται. Αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, το αποτέλεσμα είναι ότι η οικονομική ζήτηση αρχίζει να μειώνεται, καθώς οι εργαζόμενοι έχουν όλο και λιγότερα χρήματα για να ξοδέψουν σε αγαθά και υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός προβλήματος πραγμάτωσης της αξίας στην αγορά. Το κεφάλαιο, λοιπόν, βρέθηκε αντιμέτωπο με το εξής δίλημμα: πώς να διατηρήσει ζωντανή την οικονομία την ίδια στιγμή που μείωνε το μισθολογικό κόστος. ‘Ελυσε το πρόβλημα με το να πει σε όλους: «πάρτε τις δικές σας πιστωτικές κάρτες!». ‘Ετσι, σκαρφίστηκε την κουλτούρα των ΑΤΜ και της πιστωτικής κάρτας. Και η οικονομία του χρέους υπήρξε όντως πολύ σημαντική στην επίλυση αυτής της αντίθεσης. Επιλύοντας, όμως, αυτήν την αντίθεση, δημιούργησε μιαν άλλη αντίθεση, που ήταν το αυξανόμενο χρέος. Όλο και μεγαλύτερο τμήμα του πληυθυσμού υπερχρεωνόταν, οι κυβερνήσεις υπερχρεώνονταν, με αποτέλεσμα, όταν φτάσαμε στο 2008 το χρέος να έχει γίνει τόσο σημαντικό και τόσο δύσκολα διαχειρίσιμο, ώστε επήλθε μια έκρηξη κρίσεων, που περιστρέφονται εν μέρει γύρω από το γεγονός ότι το χρέος κατέστη μη βιώσιμο, ιδιαίτερα στην αγορά ακινήτων, ιδιαίτερα στον τομέα της αστικοποίησης.

5.Κάτι ακόμη συνέβη τη δεκαετία του ’70, καθώς πριν το 1973 όλο το χρήμα έπρεπε να καλύπτεται από απόθεμα χρυσού. Αυτό άλλαξε το 1973. Ήταν αυτή η αρχή του πλασματικού χρήματος;

harvei4

DH: Στην πραγματικότητα ο χρυσός δεν έχει υπάρξει σοβαρό στοιχείο στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα μετά το 1939. Είχε έναν ονομαστικό ρόλο από το 1939 μέχρι το 1973, οπότε και εγκαταλείφθηκε εντελώς ο κανόνας του χρυσού. Όμως, μετά το 1973 έγινε εμφανές ότι οι κύριοι παράγοντες για τη σταθεροποίηση του νομισματικού συστήματος θα ήταν οι παγκόσμιες κεντρικές τράπεζες. Βλέπετε βέβαια ότι το FederalReserve [κεντρικό τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ] και η Τράπεζα της Αγγλίας και η Bundesbank στη Γερμανία γίνονται πολύ σημαντικές, υποκατέστησαν το ρόλο του κανόνα του χρυσού. Αυτό που κατανοήσαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ήταν ότι, αν δεν εφάρμοζαν πολύ σκληρή πειθαρχία, θα υπήρχε τεράστιος πληθωρισμός. Υπήρξε ένα τεράστιο κύμα πληθωρισμού στις ΗΠΑ, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 που άγγιξε το 19-20%. Αμέσως ακολούθησαν τριγμοί στο πιστωτικό σύστημα, καθώς το ύψος των επιτοκίων ανέβαινε παράλληλα με τον πληθωρισμό. Εργατικό δυναμικό έμεινε άνεργο, με αποτέλεσμα την κρίση τα πρώτα χρόνια του ’80. Έτσι προέκυψε ξανά ο προβληματισμός: πού πηγαίνει όλο το πλεονάζον χρήμα, που λιμνάζει στην παγκόσμια οικονομία; Τότε ξεκίνησαν να το δανείζουν στις αναπτυσσόμενες χώρες. Έτσι, αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Βραζιλία, το Μεξικό, ακόμα και η Πολωνία άρχιζαν να δανείζονται πάρα πολύ. Κι αυτό έγινε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του τρόπου που ξεκίνησε να λειτουργεί η νεοφιλελεύθερη οικονομία στη δεκαετία του ’80. Ήταν μια οικονομία βασισμένη στο χρέος που ωθούνταν πάρα πολύ. Και πάλι, επαφίεται εξολοκλήρου στην τακτική και την πολιτική των Κεντρικών Τραπεζών το τι συμβαίνει στο σύστημα προσφοράς χρήματος.

Ένα αξιοσημείωτο γεγονός συνέβη στο διάστημα 1973-75, η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων κι έπειτα επηρέασε τη χρεοκωπία του δήμου της Νέας Υόρκης, που τότε είχε το 10ο μεγαλύτερο δημόσιο προϋπολογισμό στον κόσμο. Και δεν ήταν μόνο η Νέα Υόρκη, καθώς και άλλες πόλεις των ΗΠΑ γνώρισαν παρόμοια οικονομική δυσπραγία. Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία ήταν το πρόβλημα της επίλυσης της κρίσης του προϋπολογισμού. Στο παρελθόν, όταν κάτι τέτοιο συνέβαινε συνήθως πλήττονταν οι επενδυτές. Έτσι, δεν θα ήταν μόνο η πολιτεία της Νέας Υόρκης που θα πληττόταν, αλλά και οι επενδυτές. Τα δεινά της κρίσης μοιράζονταν οι επενδυτές, που έχαναν κάποια από τα χρήματά τους, και ο πληθυσμός που έχανε μέρος των παροχών.

harvei5

Όμως, αυτό που έγινε στην περίπτωση της Νέας Υόρκης αρχικά, ήταν ότι η κυβέρνηση αρνήθηκε να τους διασώσει οικονομικά. Σε δεύτερο χρόνο, η φιλοσοφία που προέκυψε από αυτό ήταν ότι οι επενδυτές δεν πρέπει να χάνουν τίποτα απολύτως. Τώρα, αν οι επενδυτές μπορούν να επενδύουν ελεύθερα και να μην ευθύνονται αν η επένδυση αποτύχει ούτε να έχουν απώλειες, τότε δεν υπάρχει κανένα απολύτως ρίσκο που να συνδέεται με την επένδυση. Οπότε προέκυψε αυτό που αποκαλούνταν «ηθικός κίνδυνος» στο οικομικό σύστημα, που σήμαινε ότι η κακή συμπεριφορά εντός του οικονομικού συστήματος δεν τιμωρούνταν ποτέ, καθώς το κράτος πάντα θα διέσωζε όσους παραβίαζαν τους κανόνες. Έτσι, προέκυψε ένα πολύ διαφορετικό οικονομικό σύστημα, που δεν θα ήταν ποτέ υπόλογο για τίποτα. Αυτό το έχουμε δει ξανά και ξανά να συμβαίνει. Ακόμα και πολύ πρόσφατα στη Λατινική Αμερική είδαμε αυτά τα hedgefunds που δεν υποχωρούν και επιμένουν ότι η Αργεντινή πρέπει να αποπληρώσει το σύνολο του χρέους της και ότι δεν πρόκειται να επιτρέψουν κανενός είδους κούρεμα στην αξία των ομολόγων που έχουν στην κατοχή τους. Βλέπουμε πολλές πλευρές αυτής της κοροϊδίας. Τώρα που το Πουέρτο Ρίκο βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, διεξάγεται μια μεγάλη καμπάνια για να μην διασωθεί. Επειδή τα hedgefunds υφίστανται κάποια απώλεια όταν προσφέρουν πακέτα διάσωσης. Δεν είναι, λοιπόν, προετοιμασμένα να το κάνουν. Ένα, λοιπόν, από τα χαρακτηριστικά της νεοφιλελεύθερης περιόδου είναι ότι ο ηθικός κίνδυνος μπήκε στο παιχνίδι και οι κεφαλαιούχοι ποτέ δεν θα χάνουν τα χρήματά τους σε ό,τι κι αν επενδύσουν.

6. Το ξεκίνημα του νεοφιλελευθερισμού στη Νέα Υόρκη και οι ιδιωτικοποιήσεις και το κίνημα της Wall Street ενάντια στα συνδικάτα εκείνη την περίοδο στη Νέα Υόρκη… Είχαν όλα αυτά κάποια ειδική σχέση με την αγορά ακινήτων;

DH: Υπήρχε μια ειδική σχέση παγκοσμίως. Διότι, αυτό που συνέβη μετά το 1982, λίγο μετά από αυτό, ήταν η κατάρρευση και η διάσωση της Νέας Υόρκης, που τελικά διασώθηκε από το κράτος. Οι πολιτικές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έγιναν, σαν αποτέλεσμα, οι πολιτικές που είχαν εφαρμοστεί πειραματικά στην χρεοκοπία της Ν.Υόρκης, που σημαίνει ότι το Δ.Ν.Τ. θα έβρισκε μία χώρα που ήταν χρεωμένη, που θα είχε ανάγκη τη βοήθειά του, έπειτα θα έλεγε «λοιπόν, πρέπει να υποστείτε όλες τις επιπτώσεις, ώστε να μην υποφέρουν οι επενδυτικές τράπεζες στη Ν. Υόρκη». Η πρώτη φορά που συνέβη αυτό ήταν στο Μεξικό. Έτσι, το 1982 υπήρξε διαρθρωτική αναπροσαρμογή στο Μεξικό, το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού μειώθηκε κατά 25% μέσα σε 3 χρόνια για να αποπληρωθεί το χρέος. Και οι επενδυτικές τράπεζες υπέστησαν εξαιρετικά μικρή ζημιά. Αυτό που προκλήθηκε τότε σαν αποτέλεσμα ήταν ότι επετράπη να ρέει χρήμα στις αγορές ακινήτων με τεράστια ευκολία. Έτσι, στη δεκαετία του ’80 είχαμε μια ροή χρήματος να καταλήγει στις αγορές ακινήτων. Κι έπειτα, την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων το 1988. Και στη δεκαετία του ’90 η αγορά ακινήτων στη Σουηδία αντιμετώπισε προβλήματα και ξεκίνησαν να διαφαίνονται προβλήματα και στην αγορά ακινήτων της ΝΑ Ασίας. Στις ΗΠΑ, μετά την κατάρρευση της χρηματιστηριακής αγοράς το 2001, υπήρχε πολύ πλεονάζον χρήμα και οι άνθρωποι έψαχναν πού να το επενδύσουν. Το FederalReserve μείωσε τα επιτόκια και έκανε πολύ δελεαστικό το να επενδυθούν απλά στην αστικοποίηση και να χτιστούν κατοικίες και τα λοιπά. Αυτή είναι η αιτία που το χρήμα έρρευσε με τόσο μαζικό τρόπο στην αγορά ακινήτων από το 2001 και μετά και φυσικά τόσο πολύ χρήμα κατέληξε εκεί ώστε επήλθε, όπως προαναφέρθηκε, η κρίση του 2007-2008. Η ιστορία αυτή, είναι λοιπόν μια συνεχής ιστορία πλεονάζοντος χρήματος που επενδύεται στις αγορές ακινήτων, συχνά με την ενθάρρυνση δημόσιων πολιτικών και κρατικών ενισχύσεων, και έπειτα παίρνει υπερβολική διάσταση και επέρχεται μια κρίση.

Γνωρίζεις ότι θα επέλθει κρίση στην αγορά ακινήτων. Το ενδιαφέρον είναι ότι από το 2007-08 πολύ χρήμα επενδύεται ακόμη στις αγορές ακινήτων. Κατευθύνθηκε, βέβαια, στηνΚίνα. Πολύ μαζικά στην Κίνα.

harvei6

Composite House Sales Price Index (June 2007=100) in Turkey (Source: Reidin- Gayrimenkul Bilgi Servisi)

Αλλά υπάρχουν κι άλλες χώρες που συνέβη το ίδιο. Στην Τουρκία, για παράδειγμα, υπήρξε πολύ μεγάλη επένδυση στην ανάπτυξη ιδιοκτησίας και στα κτήρια του Οργανισμού Διαχείρισης Οικιστικής Ανάπτυξης της Τουρκίας (TOKI). Αστικοποίηση, μεγάλα αστικά σχέδια, κατασκευή της νέας γέφυρας του Βοσπόρου, κατασκευή νέου αεροδρομίου. Όλα αυτά ήταν μια τυπική απάντηση στην ερώτηση «πού θα επενδύσουμε τα πλεονάσματα». Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία επέδειξε πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αυτά τα χρόνια, όπως και η Κίνα. Πιο πρόσφατα βέβαια παρατηρείται υπερανάπτυξη και δυσκολίες στην αγορά ακινήτων και η τουρκική οικονομία αρχίζει να υποχωρεί. Το ίδιο και η οικονομία της Κίνας. Συνεπώς, αυτές είναι οι εξελίξεις που βλέπουμε να συμβαίνουν παγκοσμίως. Κι όμως τώρα η αγορά ακινήτων σε μεγάλες πόλεις, όπως το Λονδίνο, η Ν.Υόρκη, η Σανγκάη και κάθε πρωτεύουσα που γνωρίζω στη Λατινική Αμερική έχει εκτοξευθεί.

Κι αν δείτε τι συμβαίνει στα κράτη του Κόλπου, στο Ντουμπάι, το Κατάρ κ.λπ., βλέπετε ότι η οικοδόμηση συνεχίζεται εκεί και τεράστιο ποσό πλεονάζοντος κεφαλαίου καταλήγει σε τρελά σχέδια αστικής ανάπτυξης. Αν παρατηρήσετε την αστικοποίηση στο Ντουμπάι, είναι αρκετά γελοία. Αυτό είναι το κομμάτι του κόσμου που αναζητά απεγνωσμένα ένα σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης που θα απορροφήσει πολλούς ανθρώπους και τις παραγωγικές τους δραστηριότητες και το μόνο που μπορούν να σκεφτούν είναι να χτίζουν εκείνους τους τερατώδεις ουρανοξύστες, με πίστες για σκι μέσα στα ξενοδοχεία και άλλα παρόμοια. Αυτό εννοώ λοιπόν όταν λέω ότι έχουμε πια φτάσει στο παρανοϊκό στάδιο της αστικοποίησης, όπου δεν κατασκευάζουμε πραγματικά κάτι, δεν κατασκευάζουμε πόλεις για να ζήσουν οι άνθρωποι. Κατασκευάζουμε πόλεις για να επενδύσουν οι άνθρωποι. Και υπάρχει τεράστια διαφορά, κατά την άποψή μου, στις δομές της αστικοποίησης σήμερα σε σχέση με τις δομές που υπήρχαν τις δεκαετίες του ΄60-΄70, για παράδειγμα, που δινόταν πολύ μεγαλύτερη σημασία στην κατασκευή πόλεων όπου θα ζούσαν οι άνθρωποι, όχι στην κατασκευή πόλεων όπου θα επένδυαν. Φυσικά, οι επενδυτές είναι υπερβολικά πλούσιοι και αυτό που βλέπουμε στην ουσία είναι μια έκρηξη στην αγορά ακινήτων, επειδή οι υπερβολικά πλούσιοι δεν μπορούν να σκεφτούν άλλο μέρος να αποθέσουν τα χρήματά τους και πολλοί τα αποθέτουν στην ιδιωτική περιουσία.

Θα ήθελα να προσθέσω κάτι ακόμη. Εδώ, στη Ν.Υόρκη έχουμε μία κρίση προσιτής οικονομικά στέγασης. Περίπου το μισό του πληθυσμού ζει με λιγότερα από 30.000$ ετησίως. Κι όμως, υπάρχει τεράστια οικοδομική έκρηξη εδώ και αφορά στο σύνολό της την κατασκευή πολυτελών ρετιρέ για τους εξαιρετικά πλούσιους. Οι εξαιρετικά πλούσιοι έρχονται από όλον τον κόσμο για να αγοράσουν περιουσία στη Ν.Υόρκη. Οι κατασκευαστές περνούν υπέροχα, υπάρχει μαζική ανάπτυξη, αλλά αν προσπαθούσε κανείς να προσφέρει προσιτή οικονομικά στέγαση σε αυτούς που βγάζουν 30.000$ το χρόνο, αυτό θα σήμαινε ότι το ανώτατο ενοίκιο που θα μπορούσαν να πληρώνουν θα ήταν 800-1000$ το μήνα. Στην πραγματικότητα, όμως, οι μόνοι που μπορούν να ζήσουν με αυτό το ποσό είναι οι φοιτητές, που καταφέρνουν να βρουν ένα δωμάτιο με 800$. Αυτό μπορεί να βρει κανείς με 800$ το μήνα.

Για μια τετραμελή οικογένεια που προσπαθεί να ζήσει με 30.000$, αυτή είναι μια τρομακτική κρίση ανεύρεσης οικονομικά προσιτής στέγης. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένας τρόπος για το καπιταλιστικό σύστημα να οργανώσει την προσφορά της στέγασης εκείνης που χρειάζεται ο πληθυσμός. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις ΗΠΑ, ισχύει παγκοσμίως. Σχεδόν σε κάθε μεγάλη πόλη που γνωρίζω υπάρχει μια κρίση οικονομικά προσιτής κατοικίας και την ίδια στιγμή υπάρχουν τεράστια κατασκευαστικά σχέδια, διαμερίσματα για τους πολύ πλούσιους και πολύ συχνά σχεδόν κανείς δεν ζει σε αυτά, επειδή κατά βάση αποτελούν έναν τρόπο για να αποθηκεύουν τον πλούτο τους οι πλούσιοι. Σε πολλά μέρη του κόσμου το ίδιο κάνει και η μεσαία τάξη. Το έχω δει στη Ραμάλα, το έχω δει και στην Τουρκία. Είναι, συνεπώς, ένα από τα παγκόσμια προβλήματα αυτή τη στιγμή.

harvei7

7. Στο βιβλίο σας «Μια Σύντομη Ιστορία του Νεοφιλελευθερισμού», ένα διάγραμμα τράβηξε την προσοχή μου. Δείχνει το μερίδιο του εθνικού πλούτου που κατείχε το 0.1% των πλουσιότερων του πληθυσμού στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατείχαν περίπου το 12% του ΑΕΠ. Και μέσα από τους δύο παγκόσμιους πολέμους το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε περίπου 2.5%. Από το 1945 μέχρι τη δεκαετία του ’70 παρέμεινε σχετικά σταθερό και από το ’70 και μετά άρχισε να ανεβαίνει ξανά με μεγάλους ρυθμούς. Δεν γνωρίζω το σημερινό ποσοστό, αλλά δεν θα με εξέπληττε αν είχε επανέλθει στο 12%. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτό το διάγραμμα;

DH: Πρώτα από όλα, ευθύνεται η πολιτική επίθεση που εξαπολύθηκε στη δεκαετία του ΄70 ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί. Διότι μόνο μέσα από το τσάκισμα των δυνάμεων της εργασίας θα μπορούσε να κανείς να κερδίσει εξουσία πάνω στους πολιτικούς θεσμούς, εξουσία που θα γεννούσε μια Μάργκαρετ Θάτσερ κι έναν Ρόναλντ Ρίγκαν, οι οποίοι ευνόησαν τόσο πολύ τις ανώτερες τάξεις, ώστε όταν ανήλθε στην εξουσία ο Ρίγκαν το ανώτατο ποσοστό φορολογίας ήταν περίπου 80% και το μείωσε στο 32%. Συνεπώς, η αιτία είναι απλά η μείωση της φορολογίας. Και ιστορικά υποτίθεται πως η φορολογία πρέπει να είναι προοδευτική, να αναδιανέμει πλούτο από τους πλουσιότερους στους πιο φτωχούς. Όμως, από το ’70 και μετά οι φορολογικές πολιτικές που εφαρμόζονται από τις κυβερνήσεις, ακόμα και από σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, έγιναν σταδιακά αντιστρόφως προοδευτικές, που σημαίνει ότι παίρνουν πλούτο από τους πολύ φτωχούς και τον συγκεντρώνουν στις ανώτερες τάξεις. Η θεωρητική βάση σε αυτό είναι ότι αν δώσεις πολύ πλούτο στις ανώτερες τάξεις, αυτές θα τον κατευθύνουν στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά όπως προείπα, δεν το κάνουν. Απλά παίρνουν τα χρήματα, τα επενδύουν σε αγαθά και κερδοσκοπούν σε σχέση με την αξία τον αγαθών αυτών. Κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο, κερδοσκοπούν στις αγορές γης, εμπορευμάτων, στη στέγαση και την ιδιοκτησία και σε όλους τους σχετικούς τομείς. Έτσι, δημιουργείται μία όλο και πιο κερδοσκοπική οικονομία.

Στην πραγματικότητα αυτό είναι ένα από τα στοιχεία εκείνα που είχαν τεράστια επίδραση στον τρόπο που λειτουργούν οι ανώτερες τάξεις. Την ίδια στιγμή συγκεντώνουν όλο και περισσότερο πλούτο· σήμερα βλέπουμε τέτοιες καταστάσεις όχι μόνο σε αυτή τη χώρα αλλά και αλλού· όπου ισχύει αυτό μια ολιγαρχία ελέγχει την πολιτική διαδικασία, τη δικαιοσύνη, τα μίντια και ως αποτέλεσμα δεν υπάρχει σχεδόν καμία αντίθεση σε όσα επιθυμούν να κάνουν. Και δεν φημίζονται για τη μεγάλη κατανόησή τους για τις συνθήκες ζωής των κατώτερων τάξεων. Εδώ έρχεται η νεοφιλελεύθερη ηθική και λέει «είστε φτωχοί γιατί δεν επενδύσατε στα ταλέντα σας όπως εγώ. Εγώ πηγαίνω στα καλύτερα σχολεία, αγοράζω την καλύτερη εκπαίδευση». Γίνομαι ειρωνικός τώρα, αλλά σε γενικές γραμμές δεν έχουν καμία απολύτως συμπόνια για τον φτωχό πληθυσμό. Έχουν οργανώσει ένα πολιτικό σύστημα που αναδιανέμει πλούτο από τους φτωχούς στους πλούσιους.

Για παράδειγμα στην στεγαστική κρίση, την απώλεια περιουσίας μεταξύ των φτωχών πληθυσμών αυτής της χώρας, κυρίως των Ισπανόφονων και των Αφροαμερικανών, που έχασαν περίπου τα 2/3 των περιουσιών τους μέσα σε 1 χρόνο το 2007-08. Πού πήγαν όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία; Τους τα κατέσχεσαν, τους πέταξαν από τα σπίτια τους, μεγάλα hedgefunds έρχονται και αγοράζουν τα σπίτια τους για ψίχουλα. Τώρα τα μισθώνουν. Πρόκειται για μια τεράστια μεταφορά πλούτου από το ένα μέρος του πληθυσμού στο άλλο. Κι αυτό συνέβαινε για 2-3 χρόνια κι ακόμη συμβαίνει. Με αυτόν τον τρόπο λειτουγεί η οικονομία. Λειτουργεί για να παράγει ακόμη μεγαλύτερο πλούτο για την ολιγαρχία.

Βλέποντας λοιπόν το γράφημα, δείχνει ότι από τη δεκαετία του ΄70 και μετά ο πλούτος κινείται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το μέρισμα στον εθνικό πλούτο κινείται κατ’ αυτόν τον τρόπο και θα συνεχίσει να κινείται έτσι αν δεν υπάρξει κάποια πολιτική διαδικασία που να το σταματήσει. Σταμάτησε το 1939, στη δεκαετία του ’30 εν μέρει από τον Ρούσβελτ, αλλά όχι με ισχυρό τρόπο. Σταμάτησε εξαιτίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της ισχύος της εργατικής τάξης μετά από αυτόν. Συνεπώς, είχαμε ένα μεσοδιάστημα που απειλήθηκε η εξουσία της τάξης των καπιταλιστών μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Από τη δεκαετία του ’70 κι έπειτα, η τάξη των καπιταλιστών ασκεί σχεδόν απόλυτη εξουσία, ολοκληρωτική ηγεμονία και το κάνει αυτό ακόμα και σε κάποιες από τις χώρες που εντάχθηκαν πρόσφατα στο καπιταλιστικό σύστημα. Για παράδειγμα, εντάσσεται η Ρωσία και λίγο μετά βλέπουμε μερικούς ολιγάρχες ναι ελέγχουν κατά βάση ολόκληρη την οικονομία. Εντάσσεται η Κίνα. Νομίζω πως σήμερα στην Κίνα υπάρχουν τόσοι δισεκατομμυριούχοι όσοι και στις ΗΠΑ. Επαναλαμβάνω, το πρόβλημα της διανομής του πλούτου αποτελεί σήμερα παγκόσμιο ζητούμενο, καθώς υπάρχει για παράδειγμα ένας τεράστιος αριθμός ανερχόμενων δισεκατομμυριούχων στην Ινδία, την Κίνα κ.ά. Το Μεξικό έχει περισσότερους δισεκατομμυριούχους από τη Σαουδική Αραβία. Συνεπώς, δεν υπάρχει πλέον μια τάξη δισεκατομμυριούχων που βρίσκεται στις ΗΠΑ και σε κάποια τμήματα της Ευρώπης. Πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο και μάλιστα υπάρχει μια παγκόσμια ολιγαρχία που αναδύεται σε τούτη ακριβώς την εποχή.

harvei8

8. Αυτό που πραγματικά με ελκύει όταν διαβάζω τα βιβλία σας, είναι ότι δεν κάνετε απλώς μια στείρα ανάλυση, αλλά αναζητάτε και μια λύση για αυτήν την κατάσταση. Τι είδους εργαλεία μπορούμε να δώσουμε στους ανθρώπους που βρίσκονται κατά κάποιον τρόπο παγιδευμένοι μέσα σε όλο αυτό το σύστημα, για να μπορέσουν να δώσουν ένα νόημα στις δομές, στις φυσικές δομές όπου ζουν, όπως η πόλη;

DH: Δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστέυουν ότι οι ιδέες καθαυτές μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Πιστεύω όμως ότι δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξεις τον κόσμο, αν δεν αλλάξεις τις ιδέες σου. Συνεπώς, θα έλεγα ότι ένα από τα καθήκοντα σε αυτήν τη συγκυρία θα ήταν να προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να κατανοήσουν τη φύση αυτής της κοινωνίας που παράγει έναν κόσμο δυσαρέσκειας, απογοήτευσης και αγανάκτησης. Κατ’ εμέ η προσπάθεια δημιουργίας ενός πλαισίου κατανόησης, εντός του οποίου οι άνθρωποι θα μπορούν να εντοπίσουν ποια είναι η φύση του προβλήματος, αποτελεί σημαντικό μέρος του πολιτικού αγώνα. Αυτό που βλέπουμε σήμερα γύρω μας είναι πολλές λανθασμένες αντιλήψεις. Αν λοιπόν υπάρχει απογοήτευση, ευθύνονται δήθεν οι μετανάστες ή ευθύνονται οι φτωχοί ή ευθύνεται ο οποιοσδήποτε πέρα από το κεφάλαιο.

Το κεφάλαιο έχει περίτεχνους τρόπους να απομακρύνει την ένταση από το ίδιο και να την στρέφει κάπου αλλού. Στο βαθμό που ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης, ελέγχει την πολιτική, ελέγχει το δημόσιο διάλογο και μπορεί να ξεφύγει. Υπάρχει, λοιπόν, ένας μεγάλος αγώνας που πρέπει να δοθεί από όσους ενδιαφέρονται να αλλάξουν τα πράγματα ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση. Αυτό θα σήμαινε αγώνα ακόμα και μέσα στα πανεπιστήμια, καθώς αυτά καταλαμβάνονται όλο και περισσότερο από νεοφιλελεύθερες, επιχειρηματικές αντιλήψεις. Και θα πρέπει να έχουμε μια κριτική απέναντι σ’ αυτές τις αντιλήψεις και νομίζω πρέπει να την προετοιμάσουμε.

Πιστεύω, ακόμη, ότι το κεφάλαιο δεν πρόκεται να αυτοκαταστραφεί. Υπάρχει μια διαστρεβλωμένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο Μαρξ πίστευε ότι η πτώση του κεφαλαίου θα ερχόταν ως αποτέλεσμα των ίδιων των εσωτερικών του αντιθέσεων. Δεν το πιστεύω καθόλου αυτό. Πιστεύω ότι πρέπει να του ασκηθεί πίεση, ότι χρειάζεται ισχυρή κοινωνική και πολιτική οργάνωση για να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε πορεία και να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε ένα επαναστατικό κίνημα που θα αλλάξει ριζικά την καθημερινή ζωή και θα ξεριζώσει την πηγή των προβλημάτων και πολλή από τη δυσαρέσκεια που υπάρχει σήμερα.

9. Διαφέρετε, δηλαδή, από την κλασική μαρξιστική οπτική με την έννοια ότι δεν εστιάζετε μόνο στην παραγωγική πλευρά της δημιουργίας της υπεραξίας, αλλά μελετάτε και άλλες πτυχές που είναι πιο συνυφασμένες με την αστική ζωή.

DH: Αποδέχομαι τη θεμελιώδη πρόταση του Μαρξ που είναι ότι η αξία δημιουργείται στην παραγωγή και πουθενά αλλού. Αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο πού δημιουργείται η αξία και στο πού πραγματώνεται. Και αυτό που υποστήριζε ο Μαρξ ήδη στο τέλος του πρώτου τμήματος του Κεφαλαίου ήταν: Αν ένας καπιταλιστής παράγει ένα εμπόρευμα που κανείς δεν θέλει, χρειάζεται ή επιθυμεί, τότε δεν υπάρχει αξία.
Στην πραγματικότητα λοιπόν, η πολιτική που διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι επιθυμούν και χρειάζονται εμπορεύματα είναι απολύτως θεμελιώδης για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Που σημαίνει ότι η ιστορία του καπιταλισμού αφορά σε μεγάλο βαθμό την δημιουργία, την αδιάκοπη δημιουργία νέων επιθυμιών και αναγκών. Αυτό παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο να ορίσουμε τι κάνει τελικά η ζωή στην πόλη. Αυτό που κάνει είναι να οργανώνει τις ανάγκες και τις επιθυμίες. Και το κάνει αυτό με τέτοιο τρόπο, ώστε στην πραγματικότητα οι άνθρωποι να μην έχουν επιλογή. Για παράδειγμα, μπορεί να μην θέλω, να μην χρειάζομαι ή να μην λαχταρώ ένα αυτοκίνητο, αλλά εάν το μόνο μέρος που μπορώ να ζήσω είναι ένα προάστειο, τότε υποχρεώνομαι να έχω αυτοκίνητο. Και δεν πρέπει να έχω μόνο αυτοκίνητο, αλλά και ένα σπίτι συγκεκριμένου τύπου. Έτσι, ορίζεται στην πραγματικότητα ολόκληρος ο τρόπος ζωής, κι αυτό βρίσκεται σε συνέπεια με αυτό που ο Μαρξ θα αποκαλούσε «ορθολογική κατανάλωση». Αυτό δεν είναι ορθολογικό απαραίτητα από τη σκοπιά των ανθρώπων, αλλά από τη σκοπιά της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Τώρα, αυτή η σχέση ανάμεσα στην παραγωγή της αξίας και την πραγμάτωσή της είναι νομίζω πολύ σημαντική, επειδή η πραγμάτωση της αξίας βρίσκεται συχνά στα χέρια των μεταπρατών καπιταλιστών. Οι μεταπράτες καπιταλιστές μπορούν να πάρουν λίγη από την αξία που παράγεται από τους παραγωγούς και να την πραγματώσουν για τους ευατούς τους στην αγορά. Έτσι, αν δείτε για παράδειγμα έναν υπολογιστή, έναν υπολογιστή της Apple, παράγεται στη Σεντζέν. Η Foxconn, που παράγει τον υπολογιστή της Apple, παίρνει περίπου το 3% ποσοστό κέρδους. Η Apple που πουλάει τον υπολογιστή παίρνει 27% ποσοστό κέρδους. Αυτό που βλέπουμε είναι μια μεταφορά της αξίας από το σημείο παραγωγής της στο σημείο πραγμάτωσής της. Κι αν παρατηρήσετε τη δομή της παγκόσμιας οικονομίας σήμερα, θα δείτε ότι όλες αυτές οι εταιρίες, όπως η Wallmart, η IKEA κ.λπ. είναι όλες μεταπρατικές καπιταλιστικές εταιρίες. Οι Waltons είναι οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο αυτή τη στιγμή και δεν παράγουν τίποτα. Ιδιοποιούνται απλώς την αξία στο σημείο της πραγμάτωσής της. Και μπορούν να πιέσουν απίστευτα τους παραγωγούς να μειώσουν τους μισθούς, ώστε να δημιουργήσουν εξαιρετικά αποτελεσματικά και χαμηλού κόστους παραγωγικά συστήματα, στην πραγματικότητα για να δημιουργήσουν ένα εμπόρευμα που να μπορεί να πουληθεί στις ΗΠΑ με τεράστιο κέρδος. Ο Μαρξ αναφέρεται στον τρόπο με το οποίο η παραγωγή και η πραγμάτωση της αξίας πρέπει να ιδώνονται σε μια διαλεκτική ενότητα. Και η διαφωνία μου έγκειται στο ότι πολύ άνθρωποι επικεντρώνονται στην παραγωγή της αξίας, σαν να μην είχε σημασία η πραγμάτωσή της ή σαν να ήταν δευτερεύον ζήτημα. Όμως δεν είναι. Είναι απόλυτα θεμελιώδες ζήτημα.

harvei9

Market share of major retail companies in the United States in 2015 . (© Statista 2016)

Κι αν θέλει κανείς να κατανοήσει τη δυναμική της αστικής ζωής σήμερα, πρέπει να καταλάβει τις πολιτικές πραγμάτωσης της αξίας κι ό,τι συμβαίνει σε αυτό το πεδίο, επειδή ένα τεράστιο ποσό αξίας αντλείται στο σημείο της πραγμάτωσής της συχνά από ανθρώπους που δεν κάνουν απολύτως τίποτα σχετικό με την παραγωγή. Παραδείγματος χάριν, ένα από τα πιο σκανδαλώδη πράγματα που πρόσφατα συναντήσαμε ήταν ότι ένα hedgefund ανέλαβε τη διαχείριση μιας φαρμακευτικής εταιρίας που πράγματι παράγει ένα φάρμακο για μια συγκεκριμένη ασθένεια. Το φάρμακο πουλιόταν για 12$ ανά χάπι. Αλλά το hedgefund ήρθε, ανέλαβε την εταιρία και είπε ότι «θα πουλάμε αυτό το φάρμακο για 750$ ανά χάπι». Οκ. Δεν υπάρχει τίποτα παράνομο σε αυτό. Αλλά αυτή είναι η ιδιοποίηση της αξίας μέσα από την μεταπρατική δραστηριότητα από τα hedgefunds, από όλους αυτούς τους πλούσιους τύπους που εισέρχονται στο σύστημα χωρίς να παράγουν απολύτως τίποτα. Στην πραγματικότητα, μπορούν να το κάνουν αυτό επειδή υπάρχει ένα μόνο φάρμακο αυτού του είδους, το κατέχουν και μπορούν να το κοστολογούν όσο θέλουν. Αυτό το πράγμα είναι που πρέπει να αντιμετωπίσουμε.

Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους ποια πράγματα τους προκαλούν αγανάκτηση, θα σου πουν πράγματα όπως «Είμαι πολύ οργισμένος με τον εκμισθωτή μου και το ποσό που πρέπει να πληρώνω για το νοίκι. Είμαι αγανακτισμένος και θυμωμένος με την τηλεφωνική εταιρία, για όλες τις επιπλέον χρεώσεις στα τηλέφωνα. Είμαι πολύ οργισμένος με τις τράπεζες και τις εταιρίες πιστωτικών καρτών που χρεώνουν επιπλέον κάποια πράγματα». Συνεπώς, περισσότερη δυσαρέσκεια εντοπίζεται στο σημείο της πραγμάτωσης της αξίας παρά στο πεδίο της παραγωγής της. Και αυτό το υποστηρίζω εδώ και αρκετό καιρό. Είναι πολύ δύσκολο να πείσω τους Μαρξιστές να το αποδεχθούν, λόγω τους δόγματος ότι με τον έναν τρόπο ή τον άλλο το μόνο σημείο που μετράει είναι η παραγωγή και οι ταξικές σχέσεις στην παραγωγή. Και λέω πως όχι, οι κοινωνικές σχέσεις στο σημείο της πραγμάτωσης της αξίας είναι εξίσου σημαντικές.

10. Επομένως, η οικοδόμηση ενός κινήματος με αστικές ρίζες συμπληρώνει αυτό το επιχείρημα…

DH: Λοιπόν, τυχαίνει επίσης αυτό το επιχείρημα να συναντά και το περιεχόμενο όλων των μεγάλων αγώνων που έχουν υπάρξει ανά τον πλανήτη τα τελευταία χρόνια. Τι ήταν το πάρκο του Γκεζί; Ήταν μια εξέγερση της εργατικής τάξης απέναντι στην τάξη των καπιταλιστών; Όχι, σχετιζόταν με τη δυσφορία της αστικής ζωής. Και οι εξεγέρσεις στη Βραζιλία το 2013, περίπου την ίδια περίοδο, όπου η βαθύτερη δυσαρέσκεια αφορούσε την ποιότητα της αστικής ζωής. Αν δείτε μερικά από τα μεγαλύτερα κινήματα που προέκυψαν τα τελευταία 15-20 χρόνια, επρόκειτο στην πραγματικότητα για κινήματα δυσαρέσκειας που βρίσκονταν σε αστικούς χώρους. Και η Αριστερά έχει ανάγκη ένα τρόπο θεώρησης για τη φύση όλης αυτής της δυσαρέσκειας, ώστε να μπορεί να την αντιμετωπίσει με ενοποιημένο τρόπο. Υπάρχει, λοιπόν, κάποιας μορφής συσχετισμός ανάμεσα στο σημείο που οργανώνεται η παραγωγή και στην οργάνωση που αφορά την πραγμάτωση της αξίας.

11. Η μορφή του αντικαπιταλιστικού αγώνα που οικοδομήθηκε στις δεκαετίες του ΄60-’70 από την εργατική τάξη επικεντρωνόταν, όπως είπατε, περισσότερο στην παραγωγή. Αλλά η νέα γενιά εξεγέρσεων είναι περισσότερο εστιασμένη σε αστικά ζητήματα. Πώς λοιπόν θα τις συνενώσουμε; Για παράδειγμα, στο πάρκο Γκεζί δυσκολευτήκαμε πολύ να φέρουμε τα συνδικάτα στον αγώνα. Αντιστρόφως, οι διαδηλωτές στο Γκεζί δεν ενδιαφέρονταν πολύ για τα συνδικάτα. Υπάρχει λοιπόν αυτή η αποσύνδεση.

DH: Το ερώτημα πώς να ενοποιήσουμε τους αγώνες που βρίσκονται στην πλευρά της παραγωγής με αυτούς που βρίσκονται στην πλευρά της πραγμάτωσης της αξίας υπήρχε εξαρχής. Αν δείτε για παράδειγμα κάτι όπως η Παρισινή Κομμούνα, προφανώς επρόκειτο τόσο για αστικό γεγονός όσο και για εργατικό γεγονός. Πάντα μου άρεσε το γεγονός ότι τα πρώτα δύο μέτρα που έλαβε η Παρισινή Κομμούνα ήταν, πρώτα, η αναστολή πληρωμής ενοικίων, που είναι κατά κάποιον τρόπο αστικό ζήτημα, και έπειτα η αναστολή της νυχτερινής εργασίας στα αρτοποιεία, που είναι περισσότερο εργατικό ζήτημα. Η Παρισινή Κομμούνα, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, είχε πολύ σωστή αντίληψη για το πως αυτά τα δύο στοιχεία πάνε μαζί. Και νομίζω ότι δεν θα ήταν πολύ σωστό να πούμε ότι οι μεγάλοι αγώνες της εργατικής τάξης δεν ενσωμάτωναν κάτι που συνέβαινε στις κοινότητες γύρω της. Για παράδειγμα, οι πιο επιτυχημένες απεργίες στις ΗΠΑ στη δεκαετία του ’30 ήταν αυτές στις οποίες οι απεργοί εργάτες είχαν την αλληλεγγύη της κοινότητας. Έτσι, αν δείτε τις απεργίες στις αυτοκινητοβιομηχανίες, τις στήριζε στην πραγματικότητα ολόκληρη η πόλη. Όταν αυτό συμβαίνει, είναι πολύ πιο ισχυρό από ότι η απεργία μόνη της. Έχουν υπάρξει, λοιπόν, στιγμές που έχει συντεθεί η ενότητα των δύο. Αυτό ακόμα συνήθως συμβαίνει. Υπήρξαν, όμως και στιγμές που στοιχεία εντός της εργατικής τάξης, ιδίως μέσα από τα συνδικάτα απέτυχαν σε αυτό. Είναι κάτι πολύ δύσκολο για τα συνδικάτα σήμερα. Λειτουργούν σήμερα τα συνδικάτα όντως για την προαγωγή των συμφερόντων ολόκληρης της εργατικής τάξης ή απλά για το συμφέρον των μελών τους σε έναν συγκεκριμένο κλάδο; Με άλλα λόγια, η συντεχνία των ανθρακορύχων, η συντεχνία των μεταλλορύχων ή κάτι παρόμοιο… Και όταν σκέφτονται με τέτοιους συντεχνιακούς όρους, συχνά δεν στηρίζουν τη μαζική δράση εντός της κοινότητας. Εκτός εάν πιεστούν κατά κάποιο τρόπο από πολιτικές δυνάμεις. Και υπάρχουν ορισμένα συνδικάτα που είναι βαθύτατα εχθρικά απέναντι στις ριζοσπαστικές ανασυνθέσεις που αφορούν μερικούς από εμάς. Για παράδειγμα, τα συνδικάτα στον κατασκευαστικό τομέα. Τα συνδικάτα στον κατασκευαστικό κλάδο λατρεύουν τα μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια στα οποία πολλοί από εμάς ασκούμε δριμεία κριτική. Όταν, λοιπόν, εμφανιζόμαστε και διαδηλώνουμε ενάντια στη κατασκευή κάποιου τεράστιου project, εγκωμιάζουν τους καπιταλιστές και λένε: «Το χρειαζόμαστε πραγματικά αυτό». Κατά συνέπεια, τα συνδικάτα αποτελούν πολλές φορές πρόβλημα στη σχέση αυτήν.

Από την άλλη, το ίδιο ισχύει και για πολλές κοινωνικές οργανώσεις. Υπάρχουν πολύ ριζοσπαστικές κοινωνικές οργανώσεις, υπάρχουν όμως και οργανώσεις που είναι πολύ ελιτίστικες, πολύ μεγαλοαστικές, που απλά θέλουν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους εντός μίας περιφραγμένης κοινότητας. Δεν ισχύει δηλαδή ότι κάθε κοινωνική οργάνωση είναι καλή. Το ίδιο ισχύει και για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Το ζήτημα είναι να βρούμε έναν τρόπο να συνενώσουμε αυτά τα δύο. Υποστηρίζω εδώ και καιρό χωρίς επιτυχία ότι θα πρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα να δώσει μεγάλη σημασία στην οργάνωση σε επίπεδο πόλης. Και στην οργάνωση ολόκληρης της εργατικής τάξης σε μία πόλη κι όχι απλά της εργατικής τάξης σε διαφορετικούς κλάδους. Αν οργανωθεί στο επίπεδο της πόλης, τότε θα προκύψουν διαφορετικές πολιτικές, καθώς στο επίπεδο της πόλης το κίνημα θα έπρεπε να λάβει υπόψη του τις εργασιακές συνθήκες του συνόλου της εργατικής τάξης αντί για τις συνθήκες του στενού εκείνου τμήματός της, που αντιπροσωπεύει το συνδικάτο στην συγκεκριμένη βιομαχανία που παρεμβαίνει. Αυτό είναι λοιπόν για μένα ένα από τα προβλήματα που υπάρχουν στη μορφή της πολιτικής οργάνωσης που κληροδοτήθηκε στην Αριστερά. Πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε. Μπορούμε λοιπόν να συνδέσουμε τις οργανώσεις γειτονιάς με τις οργανώσεις των εργασιακών χώρων και από αυτό θα προκύψει ένα πολύ πιο ισχυρό σχήμα. Για του λόγου το αληθές, υπάρχουν αρκετά πρόσφατα παραδείγματα συγκεκριμένων αγώνων για τους οποίους μπορώ να μιλήσω, σε μέρη όπως το Λος Άντζελες, όπου η επιτυχία του αγώνα βασίστηκε κυρίαρχα σε αυτόν ακριβώς τον συνδυασμό: εργατικά συμφέροντα και κοινωνικά συμφέροντα.

12. Η αυτόνομη συγκρότηση περιοχών, γύρω από τοπικές διοικήσεις θεωρείται κάτι το πολύ επαναστατικό σε ορισμένους αριστερούς κύκλους. Από την άλλη, υπάρχει επίσης η τάση του κεφαλαίου να επωφελείται από τις ανταγωνιστικές περιοχές. Τι πιστεύεται για αυτήν την διττότητα;

DH: Νομίζω ότι αυτή η άνιση γεωγραφική ανάπτυξη είναι πάντοτε ένα όντως βασικό στοιχείο για την οργάνωση κάθε κοινωνίας, αλλά έχει επιταθεί από τη δυναμική της συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό που παρατηρούμε είναι η ανάδυση ενός είδους πολιτικής γύρω από μια άνιση γεωγραφική ανάπτυξη. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σας είπα ότι η οργάνωση σε επίπεδο κοινότητας μπορεί να είναι καλή ή μπορεί να είναι κακή. Νομίζω λοιπόν πως ολόκληρος ο τρόπος σκέψης της Αριστεράς γύρω από την στρατηγική της άνισης γεωγραφικής ανάπτυξης μπορεί να είναι καλός ή να είναι κακός. Για να δώσω ένα παράδειγμα, είμαι υποστηρικτής του κινήματος αυτονόμησης στη Σκωτία, αλλά το υποστήριξα λόγω των πολιτικών που πρότεινε. Αυτό που ήθελαν ήταν να πάρουν διαζύγιο από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του Λονδίνου και να οικοδομήσουν μια εναλλακτική δομή κοινωνικού κράτους. Το να αποκτήσουν την αυτονομία τους ήταν καίριο για ένα τέτοιο σχέδιο. Δεν υποστηρίζω την αυτονόμηση της Καταλονίας, επειδή αφορά την απεμπλοκή της από τις υποχρεώσεις της απέναντι στην υπόλοιπη Ισπανία. Είναι σε μεγάλο βαθμό συντηρητική και στην πραγματικότητα αυτο-μεγαλοποιείται, συνεπώς δεν την στηρίζω. Η άποψή μου σε αυτό το ζήτημα, είναι ότι αν η αυτονόμηση γίνεται στο όνομα του σωστού πράγματος, την στηρίζω. Αν η αυτονόμηση γίνεται στο όνομα λάθος πραγμάτων, δεν την στηρίζω. Το ίδιο αισθάνομαι, για παράδειγμα, και σε σχέση με την οργάνωση σε τοπικό επίπεδο. Στις ΗΠΑ και σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου σήμερα, υπάρχουν πολλές περιχαρακωμένες κοινότητες που αυτοοργανώνονται και λένε «έχουμε κοινά» και καταχρώνται όλη την αριστερίζουσα ρητορεία για να αποκλείσουν όλους τους υπόλοιπους. Αυτό λοιπόν δεν το στηρίζω. Από την άλλη, νομίζω υπάρχουν τρόποι να δημιουργήσουμε ανομοιογενείς χώρους εντός της πόλης, που μπορούν να γίνουν κέντρα πολιτικής οργάνωσης και έπειτα να εξαπλωθούν. Με άλλα λόγια, η Αριστερά που έχει μια γεωπολιτική στρατηγική ή η οποία σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τη γεωγραφική περιοχή σαν βασικό στοιχείο της οργάνωσής της και να σχεδιάσει πώς θα το κάνει αυτό. Με αυτόν το τρόπο βλέπω το ζήτημα.

Τώρα, την περίπτωση των Κούρδων στη νοτιοανατολική Ανατολία την υποστηρίζω. Πιστεύω ότι έχει πολύ σημαντικές συνέπειες. Ο τρόπος διακυβέρνησης με τον οποίο πειραματίζονται είναι κάτι που αξίζει να ερευνήσουμε περαιτέρω. Η συνελευσιακή δομή, δεν γνωρίζω πόσο καλά λειτουργεί, αν λειτουργεί και καθόλου δεδομένης όλης της καταπίεσης από την τουρκική κυβέρνηση. Γνωρίζω ότι είναι κάτι σαν κι αυτό που έχει στηθεί στη Ροζάβα και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Παρομοίως, βρίσκω πολύ ενδιαφέρον αυτό που έκαναν οι Ζαπατίστας στο Μεξικό. Αλλά και πάλι, δεν μπορείς να λες «οκ, τέλειωσε το θέμα». Μέρος του προβλήματος με την Αριστερά σήμερα είναι ότι έχει την τάση να λέει: «Από τη στιγμή που έχουμε τη δική μας γωνιά στον πλανήτη και την οργανώσαμε όπως επιθυμούμε, θα αποσυνδεθούμε από τον υπόλοιπο κόσμο». Αυτό δεν μπορείς να το κάνεις. Σαν τμήμα του αγώνα, παρόλα αυτά, ο γεωπολιτικός αγώνας θα πρέπει να σχεδιαστεί πολύ καλά. Προσφέρει, όντως, ένα μονοπάτι για ένα αντικαπιταλιστικό μέλλον;

13. Στο βιβλίο σας «Εξεγερμένες πόλεις» υποστηρίζετε ότι το δικαίωμα στην πόλη δεν πρέπει να θεωρείται ως δικαίωμα στην πόλη όπως την ξέρουμε. Θα πρέπει να το βλέπουμε ως δικαίωμα να ανακατασκευάσουμε την πόλη με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπηρετεί το κεφάλαιο. Μπορείτε να το αναπτύξετε περισσότερο αυτό; Γράφετε ότι «είναι το δικαίωμα να ξαναχτίσουμε και να ξαναδημιουργήσουμε την πόλη ως ένα σοσιαλιστικό πολιτικό σώμα μέσα σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Μια εικόνα που εξαλείφει τη φτώχεια και την κοινωνική ανισότητα, που θεραπεύει τις πληγές της καταστροφικής περιβαλλοντικής υποβάθμισης».

DH: Πιστεύω πολύ σε αυτήν την αντίληψη. Αν τριγυρίσεις τώρα στη Ν.Υόρκη, μπορείς να αναρωτηθείς «πώς θα μπορούσαμε να προσαρμόσουμε τα πάντα στη Ν.Υόρκη και να την μετατρέψουμε σε σοσιαλιστικό παράδεισο;». Λοιπόν, θα είναι πολύ δύσκλο καθώς η πόλη είναι οικοδομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να μην λειτουργεί καλά ως το εργοτάξιο ενός σοσιαλιστικού παραδείσου. Έχει δημιουργηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε αναγνωρίζει τα δικαιώματα ατομικής ιδιοκτησίας και κάθε λογής δομικούς θεσμούς. Τα κτήρια των πολύ πλούσιων ενάντια στα σπίτια της κοινωνικής στέγασης. Νομίζω λοιπόν ότι πρέπει να το αλλάξουμε αυτό, καθώς με τον ίδιο τρόπο που ο καπιταλισμός έχει κατασκευάει το μοντέλο εκείνο της πόλης που αρμόζει στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων, έτσι και ένα σοσιαλιστικό σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει την ανοικοδόμηση της πόλης με τρόπους πιο ταιριαστούς με τις σοσιαλιστικές κοινωνικές σχέσεις, με τη σοσιαλιστική αναδιανομή του εισοδήματος, με τη σοσιαλιστική αντίληψη για το ποιες είναι οι επαρκείς ανάγκες… οι επιθυμίες και οι ανάγκες που αξίζουν να υπηρετούνται και να εκπληρώνονται. Κατ’εμέ αυτό σημαίνει να κατασκευάσουμε ξανά την πόλη. Και σήμερα νομίζω έχουμε φτιάξει πόλεις που είναι όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθούν και να μετατραπούν σε κάτι που θα είναι πολιτικά λειτουργικό. Αυτές οι συνελευσιακές μορφές διακυβέρνησης είναι, ας πούμε πολύ δύσκολο να εφαρμοστούν σε μια πόλη σαν τη Ν.Υόρκη.

Παλιότερα οι κοινότητες είχαν κοινοτικά συμβούλια. Ακόμα τα έχουμε σε μια πολύ εξασθενημένη μορφή, αλλά στη δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν πολύ ισχυρά. Θα πρέπει, λοιπόν, να αλλάξουμε την πολιτική οργάνωση της πόλης, να αλλάξουμε το δομημένο περιβάλλον στην πόλη, θα πρέπει για παράδειγμα να δημιουργήσουμε νέους δημόσιους χώρους. Στη Ν.Υόρκη είναι πολύ δύσκολο να βρεις δημόσιους χώρους. Τυχαίνει μάλλον να βρισκόμαστε σε έναν τέτοιον χώρο και νομίζω ότι εδώ γύρω υπάρχουν μερικοί πολύ καλοί δημόσιοι χώροι. Αλλά συνολικά τέτοιου είδους χώροι, που μπορούν να θεωρηθούν κοινόχρηστοι για την πόλη, διαβρώνονται πολύ αποτελεσματικά. Χρειάζεται να ανακτήσουμε και να καταλάβουμε τμήματα της πόλης που τα έχει ιδιοποιηθεί το κεφάλαιο ή το καπιταλιστικό κράτος με τέτοιο τρόπο, ώστε οι άνθρωποι να μην μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν με έναν ανοιχτό και πολιτικό τρόπο. Το ερώτημα είναι κατ’ εμέ διττό. Πρώτον, τι είδους πόλη θέλουμε να έχουμε; Αλλά αυτό θα πρέπει νομίζω να ενταχθεί στο ερώτημα τι είδους άνθρωποι θέλουμε να γίνουμε; Γιατί το είδος της πόλης που κατασκευάζουμε λέει πολλά για το είδος του ανθρώπου που μπορούμε να γίνουμε. Τα προάστεια οικοδομούν ένα συγκεκριμένο τύπο χαρακτήρα. Πιστεύω ότι θα πρέπει να αλλάξουμε τα προάστεια και να τα μετατρέψουμε σε κάτι ριζικά διαφορετικό, ώστε να αλλάξει ο χαρακτήρας αυτός και οι άνθρωποι να ασκηθούν στην κοινωνική υπευθυνότητα αντί στον εντελώς απομονωμένο ατομισμό αυτού του είδους που τώρα έχουμε.

harvei10

Νομίζω ότι βασίζεται πάρα πολύ στο πού βρίσκεται ο καθένας. Η κινεζική κυβέρνηση, ας πούμε, αντιμετώπισε το 2008-09 μια τεράστια κατάρρευση της βιομηχανίας εξαγωγών εξαιτίας της κατάρρευσης της καταναλωτικής αγοράς στις ΗΠΑ. Απέκτησαν έναν τεράστιο αριθμό ανέργων. Και σε εκείνη τη φάση το κομμουνιστικό κόμμα ήταν άκρως θορυβημένο για την αναστάτωση που επικρατούσε στον εργαζόμενο πληθυσμό. Οπότε, πήραν κατά βάση μια πολιτική απόφαση να ακολουθήσουν πολιτικές ραγδαίας αστικοποίησης. Επρόκειτο περί πολιτικής απόφασης. Στράφηκαν στις τράπεζες και τους έδωσαν εντολή να δανείσουν. Έπειτα στράφηκαν στους δήμους και τις περιφέρειες και τους είπαν «κατασκευάστε όσο περισσότερο μπορείτε, χτίστε πόλεις και απορροφήστε όσο περισσότερο εργατικό δυναμικό μπορείτε». Όλη η ανεργία που υπήρχε το 2009 απορροφήθηκε μέχρι το τέλος του έτους σε αυτό το τεράστιο σχέδιο αστικοποίησης. Αυτή ήταν συνεπώς μια πολιτική απόφαση διάσωσης του καπιταλισμού από τον ίδιο τον εαυτό του. Η απόφαση για αστικοποίηση στην Κίνα στην ουσία έσωσε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, καθώς ήταν το μοναδικό κέντρο ανάπτυξης στη διάρκεια εκείνων των ετών. Ήταν, επαναλαμβάνω, πολιτική απόφαση. Από την άλλη, εδώ στη Ν.Υόρκη, η αστικοποίηση είναι επίσης πολιτική απόφαση, αλλά η πολιτική είναι σε μεγάλο βαθμό υποδουλωμένη στη δύναμη του επενδυτή. Οι επενδυτές κατ’ουσίαν κυριαρχούν στην πολιτική και το πετυχαίνουν αυτό με συγκεκριμένο τρόπο. Για παράδειγμα, η περίφημη διάσωση των τραπεζών σε αυτή τη χώρα. Έδωσαν πολλά λεφτά στις τράπεζες και ουσιαστικά είπαν στους τραπεζίτες «ελπίζουμε να δώσετε δάνεια». Κι οι τραπεζίτες απάντησαν «δεν πρόκειται να δώσουμε δάνεια, δεν έχουμε όρεξη». Στην ουσία είπαν στον Ομπάμα «να πάει να χαθεί».

Τώρα, αν είσαι Κινέζος τραπεζίτης, δεν μπορείς να πεις στο κομμουνιστικό κόμμα και την κεντρική επιτροπή του «να πάει να χαθεί». Επειδή δεν συμφέρει. Στην ουσία, πρόκειται για μια διαφορετική πολιτική οργάνωση, καθώς στην Κίνα ισχύει ακόμη ότι η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τους μοχλούς της οικονομίας. Αντίθετα, στις ΗΠΑ τους ελέγχουν οι επενδυτές. Υπάρχει μια διάσημη δήλωση του Μπιλ Κλίντον, από την εποχή που ως νεοεκλεγείς συγκροτούσε το οικονομικό του επιτελείο και έπαιρνε συμβουλές για το πως να κινηθεί. Και στην ουσία είπε «Εννοείτε ότι θα πρέπει να σχεδιάσω την οικονομική μου πολιτική στα μέτρα μερικών γαμημένων ομολογιούχων επενδυτών;». Και η απάντηση όλων του των συμβούλων ήταν: «Ναι, αυτό πρέπει να κάνεις». Συνεπώς, η κυβέρνηση σε μεγάλο βαθμό ελέγχεται από τους επενδυτές ομολόγων. Έχουμε δει πολύ ενδιαφέροντες αγώνες ενάντια σε αυτό. Για παράδειγμα, ποιος ελέγχει τις πολιτικές που επιβάλλονται σήμερα στην Ελλάδα; Πρόκειται για αποφάσεις πολιτικών ή μήπως είναι οι επενδυτές σε ομόλογα που κάνουν κουμάντο; Σήμερα παγκοσμίως σε πάρα πολλές περιστάσεις οι επενδυτές ομολόγων είναι οι ισχυρότεροι παράγοντες της οικονομίας. Όμως, σε ορισμένα μέρη του κόσμου, στην Κίνα, ακόμη και στην Τουρκία και μερικές ακόμα χώρες (Σινγκαπούρη, Νότια Κορέα), το κράτος έχει πρωταρχικό ρόλο στο πολιτικό παιχνίδι.

14. Ποιοι είναι αυτοί οι επενδυτές ομολόγων;

DH: Είναι οι μεγάλοι επενδυτές που επενδύουν στο χρηματιστήριο σε μετοχές και ομόλογα. Πρόκειται φυσικά για κυρίαρχες φιγούρες, όπως ο Warren Buffet σε αυτή τη χώρα. Κάποτε τον ρώτησαν «Υπάρχει ταξική πάλη;». Απάντησε «Φυσικά και υπάρχει ταξική πάλη και η τάξη μου κερδίζει». Υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων προφανώς πολύ επιφανών, που παίζουν κυρίαρχο ρόλο στον τρόπο που λειτουργεί η παγκόσμια οικονομία, όπως οι ιδιοκτήτες της Apple ή του Amazon. Αυτό είναι το νέο είδος μεγαλοαστικής εξουσίας που έχει αναδυθεί τα τελευταία 15-20 χρόνια και σε μεγάλο βαθμό ελέγχει τα πράγματα.

15. Υποστηρίζετε ότι το κεφάλαιο βρίσκεται σε πτώση και σε ένα σημείο καμπής. Υποστηρίζετε, ακόμη, ότι αυτές οι κυκλικές κρίσεις του κεφαλαίου είναι εξαιρετικές ευκαιρίες για αντικαπιταλιστικούς αγώνες. Τι μπορείτε να μας πείτε για την επόμενη κρίση και πού θα πρέπει να εστιάσουμε για να προωθήσουμε αυτόν τον αγώνα;

DH: Δεν έχω ιδέα από που θα προκύψει η επόμενη κρίση. Κάτι που ισχύει σήμερα για το κεφάλαιο είναι ότι είναι πολύ ασταθές, οι εξελίξεις είναι ταχύτατες. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις από πού θα προκύψει η επόμενη κρίση. Αλλά βάζω στοίχημα ότι όποια κι αν είναι η επόμενη κρίση, και κατά μία έννοια βρισκόμαστε πολύ κοντά της, πάντα θα υπάρχει ένα στοιχείο της που θα σχετίζεται με την αστική περιουσία. Πώς; Μπορεί να πρόκειται για μικρό ή μεγάλο συνθετικό στοιχείο της επόμενης κρίσης, ποιος ξέρει; Θα μπορούσε να είναι μια περισσότερο γεωπολιτική κρίση. Θα μπορούσε να περιλαμβάνει ακόμα και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις στο πεδίο της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτά τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν πολύ γρήγορα. Πιστεύω, όμως, ότι η Αριστερά θα πρέπει να έχει μια πολύ συνεκτική πολιτική σήμερα. Έναν πολύ συνεκτικό τρόπο σκέψης. Πρόκειται για κάτι πολύ δύσκολο. Πιστεύω, όμως, ότι αυτό που βλέπουμε σήμερα στην πολιτική είναι μια διάθεση να εξετάσουμε επιλογές και δυνατότητες που παλιότερα δεν υπήρχαν. Θα ήταν αδιανόητο πριν από 5-6 χρόνια για μια σημαντική προσωπικότητα να απευθύνεται σε μεγάλα κοινά και να υποστηρίζει ότι χρειαζόμαστε μια πολιτική επανάσταση σε αυτή τη χώρα. Ταυτόχρονα, βέβαια, έχουμε τέτοιο κόσμο και στη δεξιά, οπότε υπάρχει και μια δεξιά εκδοχή του φαινομένου, έχουμε μια σειρά από νεοφασιστικά κινήματα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Υπάρχει αυξανόμενος αυταρχισμός σε πολλά μέρη του πλανήτη: Τουρκία και Βραζιλία, Αυστρία και Ουγγαρία κ.λπ. Πολλές οι δυσκολίες αυτήν την περίοδο. Αλλά η πολιτική όπως την ξέρουμε είναι νεκρή αυτή τη στιγμή και πρέπει να δώσουμε μια μεγάλη μάχη για να ανανοηματοδοτήσουμε την έννοια του πολιτικού σχεδίου. Προσπαθώ πολύ να επιχειρηματολογήσω ότι αυτό θα πρέπει να είναι αντικαπιταλιστικό κι ότι θα πρέπει να έχουμε αντικαπιταλιστική στρατηγική. Είμαι μέρος μιας πολύ μικρής μειονότητας, όμως αυτό δεν με εμποδίζει να επιχειρηματολογώ. Νομίζω όμως ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι το κεφάλαιο δεν διανέμει τα αγαθά με τον τρόπο που θα έπρεπε. Ότι οι δουλειές που μπορεί κανείς να βρει είναι σκατοδουλειές, ότι οι συνθήκες ζωής στις πόλεις γίνονται διαρκώς πιο ανυπόφορες. Όλο και περισσότερα μποτιλιαρίσματα. Μεγαλύτερα δυσκολίας στη μετακίνηση, όλο και περισσότερη μόλυνση. Υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια. Πιστεύω ότι όλα αυτά πρέπει να γίνουν κτήμα μας. Στο βαθμό που οι άνθρωποι αρχίζουν να αναρωτιούνται γιατί όλη αυτή η δυστυχία στο μέσο μιας εποχής με τεράστιες τεχνολογικές δυνατότητες. Και εν μέσω όλων αυτών των υπαρκτών δυνατοτήτων, γιατί δεν οργανώνουμε τα πράγματα με έναν τρόπο που θα οδηγεί σε μια αξιοπρεπή διαβίωση και ένα αξιοπρεπές περιβάλλον για τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού; Αυτό το απλό ερώτημα νομίζω πως μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στο να λειτουργήσουν εντελώς διαφορετικά στο πολιτικό επίπεδο.

16. Πώς βλέπετε τις προοπτικές των νεοαναδυόμενων νησίδων αλληλέγγυας οικονομίας; Θα μπορούσαν να αποτελέσουν την απάντηση για ένα μη καπιταλιστικό μέλλον;

DH: Πολλά πράγματα που συμβαίνουν σε αυτήν την χώρα δεν είναι οργανωμένα εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Υπάρχει ένας ολόκληρος –ένας πολύ μεγάλος- «μη καπιταλιστικός τομέας». Νομίζω ότι αυτός ο μη καπιταλιστικός τομέας μπορεί να διευρυνθεί και να αναπτυχθεί. Το είδος των κοινωνικών σχέσεων που πολλοί άνθρωποι αναζητούν μπορεί να εξελιχθεί μέσα από πειραματικούς σχηματισμούς. Έχω την τάση να λέω αυτόν τον καιρό «λοιπόν, κοιτάξτε πρέπει να πειραματιστούμε». Θα πρέπει να δοκιμάσουμε κάθε λογής πράγματα. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς θα λειτουργήσει. Δεν θα με δείτε να λέω «ε, η αλληλέγγυη οικονομία, όχι αυτό θα αποτύχει, δεν έχει αξία». Τείνω να λέω ότι «Κοιτάξτε, πιστεύω ότι είναι καλό που οργανώνουμε τέτοιες δομές», ακόμα κι αν είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός για το κατά πόσο θα μας οδηγήσουν σε ένα αντικαπιταλιστικό μέλλον. Αλλά ας προχωρήσουμε κι ας δούμε τι μπορούμε να κερδίσουμε από τέτοια πειράματα. Από την άλλη, πιστεύω ότι χρειαζόμαστε κάποιας μορφής πολιτική οργάνωση- αν θα το αποκαλέσουμε κόμμα ή όχι, αυτό είναι άλλη συζήτηση. Και θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει μεγάλη ισχύς εντός του κρατικού συστήματος, που θα πρέπει να κινητοποιηθεί και να οργανωθεί, ώστε κάποια από αυτά τα πειράματα που γίνονται από την πλευρά τις αριστεράς να μπορέσουν να γενικευθούν.

17. Ποια είναι η γνώμη σας για την άνοδο του Μπέρνι Σάντερς;

DH: Συμμετείχε απλώς σε μια προεκλογική καμπάνια ή χρησιμοποιούσε την πολιτική καμπάνια ως ένα μέσο για να κινητοποιήσει ένα κοινωνικό κίνημα; Επειδή έχουμε δει στο παρελθόν τον Jesse Jackson, τον Ralf Nader και άλλους παρόμοιους. Κινητοποιούν τον κόσμο ενόψει προεδρικών εκλογών κι όταν αυτό τελειώνει, εξαφανίζονται. Και το κίνημα εξαφανίζεται μαζί τους. Ήταν προφανές ότι ο Σάντερς δεν θα γινόταν πρόεδρος. Ίσως θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει το Δημοκρατικό Κόμμα σε ένα πολιτικό κόμμα με πραγματικό πολιτικό πρόγραμμα και να οικοδομήσει όντως ένα κοινωνικό κίνημα που θα κυριαρχήσει εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, κατά τον ίδιο τρόπο που η τάξη των καπιταλιστών κυριάρχησε εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στα τέλη του ’70 και άρχισε να το χρησιμοποιεί σαν όργανο της δικής της πολιτικής.

18. Κι έπειτα σας αποκαλούν ρεφορμιστή…

DH: Ναι, φυσικά και με αποκαλούν ρεφορμιστή όταν το λέω αυτό [γέλια]. Κατά την άποψή μου, σήμερα υπάρχει μηδενική επαναστατική προοπτική. Κι όπως μου είπε κάποτε ένας καλός φίλος, η διαφορά ανάμεσα σε έναν επαναστάτη κι έναν ρεφορμιστή είναι ότι μπορούν να κάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα και να συνεργάζονται 100% σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, κάνοντάς τα όμως με εντελώς διαφορετικά κίνητρα στο μυαλό τους.

19. Ενάντια στην κυρίαρχη άποψη, είπατε ότι ο Τραμπ είχε μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει και επιβεβαιωθήκατε. [η συνέντευξη είχε γίνει το καλοκαίρι του 2016]

DH: Στο βιβλίο μου «Οι 17 αντιθέσεις και το τέλος του Καπιταλισμού», είχα γράψει για την αύξηση του φαινομένου που αποκαλούσα καθεστώς Παγκόσμιας Αποξένωσης και για τους κινδύνους που απέρρεαν από αυτό το πολιτικό καθεστώς. Η εποχή ήταν σε κάθε περίπτωση επικίνδυνη. Ο Τραμπ μπόρεσε να παρουσιαστεί σαν κάποιος που έβγαλε πολλά χρήματα από τις επιχειρήσεις και που ήταν έτοιμος να τα ξοδέψει προς όφελος όλων εκείνων των αποξενωμένων και δυσαρεστημέρων ανθρώπων, που δεν είχαν επωφεληθεί από τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος και που απεχθάνονταν την ισχύ των ελίτ, που άρμεγαν το σύστημα προς ίδιον όφελος. Η Κλίντον θα μπορούσε να περιγραφεί σαν κάποια που μπήκε στην πολιτική και έγινε μέρος της ελίτ, με σκοπό να βγάλει λεφτά και με το να βγάζει τα τελευταία χρόνια λόγους στη Goldman Sachs για 270.000$ ανά ομιλία δεν θα μπορούσε εμπνεύσει την εμπιστοσύνη ότι θα κάνει κάτι για το καλό των ανθρώπων. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους, ποιον θα διάλεγε ο μέσος, αλλά αποξενωμένος, εργάτης σε ένα μπαρ στην πόλη Muncie της Indiana;

20. Πόσο ρεαλιστικές είναι οι υποτιθέμενες θέσεις για την οικονομική πολιτική που έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής;

DH: Κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά θα κάνει ο Τραμπ. Χρειάζεται να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και ίσως να το κάνει μέσω ενός κεϋνσιανιστικού προγράμματος επενδύσεων στις υποδομές, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να χρηματοδοτήσει το έλλειμμα, γεγονός που δεν θα ευχαριστήσει του Ρεπουμπλικανούς και πιθανώς να χρειαστεί την στήριξη των Δημοκρατικών για να το πράξει. Αν το σχέδιο είναι αρκετά μεγαλεπίβολο, μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Από την άλλη, ίσως να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα που θα είναι μια απάτη προς όφελος των επενδυτών στον τομέα των υποδομών, για να βγάλουν εύκολο χρήμα σε βάρος του κράτους. Δεν μπορεί να επαναφέρει στις ΗΠΑ θέσεις εργασίας μέσω του προστατευτισμού και της επιστροφής στα ορυκτά καύσιμα. Η μετανάστευση θα αποτελέσει μεγάλο ζήτημα, αλλά και πάλι το τι έχει πει και το τι θα πιθανώς θα κάνει είναι δύο διαφορετικά ζητήματα.

21. Πώς θα διαμορφωθεί το μέλλον του αντικαπιταλιστικού αγώνα στις ΗΠΑ και παγκοσμίως υπό την προεδρεία του Τραμπ;

DH: Είναι μια ευκαιρία για την καθιέρωση ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού σχεδίου, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν θα συμβεί αν τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον Τραμπ. Απολαμβάνει την προσοχή και είναι εξαιρετικός στο να στρέφει τη δυσαρέσκεια υπέρ του και προς πολιτικό του όφελος. Η Αριστερά θα πρέπει να τον αγνοήσει και οργανωθεί στην κατεύθυνση συγκρότησης μιας εναλλακτικής απέναντι στο κεφάλαιο, όχι απέναντι στον Τραμπ.

Μετάφραση: Ειρήνη Τσαλουχίδη

Πηγή: LeftEast

25 χρόνια από την υποστολή της Σοβιετικής σημαίας στο Κρεμλίνο. Λήθη, θλίψη, αυτοκριτική ή κάτι περισσότερο;

Το παρακάτω σύντομο άρθρο δημοσιεύθηκε στις 26/12/2016 ως σχόλιο του antapocrisis για την επέτειο της αποκαθήλωσης της κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο, στις 26 Δεκεμβρίου 1991. Πέντε χρόνια μετά, η επέτειος των 30 χρόνων από το τυπικό τέλος της ΕΣΣΔ, λίγα καινούρια πράγματα έχει να προσφέρει στο δημόσιο προβληματισμό. Ενώ η πανδημία δείχνει με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο τα όρια και τις εγγενείς αδυναμίες των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών να αντιμετωπίσουν την υγειονομική απειλή, και η πορεία του κόσμου διόλου δεν δικαιώνει τους κήρυκες του “τέλους της ιστορίας”, από την άλλη μεριά, η σοβαρή και αυτοκριτική αποτίμηση της πτώσης της ΕΣΣΔ, δεν κάνει βήματα προς τα μπρος. Κυριαρχεί μια ρετρό, απλουστευμένη και ακίνδυνη νοσταλγία για την εποχή που η κόκκινη σημαία κυμάτιζε στο Κρεμλίνο. Αυτή η νοσταλγία αδυνατεί να εξηγήσει για ποιο λόγο το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, που έβγαινε με τεράστιο κύρος και πρωτοφανή δύναμη από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, σαράντα χρόνια μετά ήταν απωθητικό, δίχως λαϊκή υποστήριιξη, με τους πρωτοστάτες του να αλλαξοπιστούν εν μία νυκτί και να γίνονται γενίτσαροι, παραδιδόμενο στη χλεύη των αντιπάλων του.
Αλλά για όλα αυτά, το antapocrisis θα επανέλθει.

Σαν σήμερα, 26 Δεκεμβρίου 1991, η σοβιετική σημαία κυμάτισε για τελευταία φορά πάνω από το Κρεμλίνο. Είχε προηγηθεί το βράδυ των Χριστουγέννων του 1991 το διάγγελμα Γκορμπατσόφ με το οποίο ανακοίνωνε την τυπική πλέον διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, αναγνωρίζοντας το πρωτόκολλο της Άλμα-Άτα που λίγες μέρες νωρίτερα είχε κηρύξει τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Επί δύο περίπου χρόνια είχε προηγηθεί μια φαντασμαγορική διαδικασία αποσυγκρότησης του μπλοκ του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά, πολλά μπορεί κάποιος να σημειώσει. Από τον χαρακτήρα των μαζικών αλλά ταυτόχρονα αντιδραστικών κινητοποιήσεων ενάντια στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, μέχρι την απροκάλυπτη εμπλοκή της Δύσης και τις στημένες τηλεοπτικές υπερβολές που έφτιαχναν το απαραίτητο κλίμα για την «κατάρρευση σε ζωντανή μετάδοση» του τείχους του Βερολίνου, του καθεστώτος Τσαουσέσκου, του πραξικοπήματος του Αυγούστου κοκ. Παρόλα αυτά, τρία είναι τα βασικά σημεία στα οποία 25 χρόνια μετά, αξίζει κανείς να σταθεί:

Πρώτον στη μαζική νοσταλγία των λαών της Ανατολικής Ευρώπης για τα παλιά καθεστώτα. Όσο έντονη ήταν η αποστροφή προς οτιδήποτε θύμιζε σοσιαλισμό λίγες δεκαετίες νωρίτερα, τόσο βαθιά είναι σήμερα η διάψευση των προσδοκιών για τον υπαρκτό καπιταλισμό των στερήσεων, της ανεργίας, της φτώχειας. Και όσο και αν τα κέντρα μελετών προσπαθούν να μειώσουν τη σημασία των ευρημάτων τους, κάθε έρευνα δίνει συντριπτικά και αδιάψευστα στοιχεία για αυτό που όλοι υποψιαζόμαστε, αλλά κανείς δεν τολμά να πει φωναχτά: Οι λαοί τότε ζούσαν καλύτερα, και αφού γεύτηκαν το όνειρο της ελεύθερης αγοράς, μπορούν πλέον να συγκρίνουν. Οι προπαγανδιστές του ακραίου κέντρου και της ελεύθερης οικονομίας μπορεί να βυσσοδομούν για τα αίσχη του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά θα μας επιτρέψουν να πιστέψουμε αυτούς που έζησαν στο πετσί τους και την παλιά και τη νέα κατάσταση. Ασφαλή συμπεράσματα από τη σύγκριση του υπαρκτού σοσιαλισμού και του υπαρκτού καπιταλισμού, μπορούν να βγάλουν οι λαοί από την ίδια τους την πείρα και όχι οι κρατικοδίαιτοι αεριτζήδες που μασάνε ΕΣΠΑ με δέκα μασέλες.

Δεύτερον στην ηχηρή διάψευση των προσδοκιών του υπόλοιπου κόσμου για την κοινωνία της δημοκρατίας και της ελευθερίας που θα ερχόταν με το τέλος του κομμουνισμού και του ψυχρού πολέμου. Επί εικοσιπέντε έτη δεν υπάρχει ούτε μια αλλαγή με θετικό και προοδευτικό πρόσημο. Από τις αντεργατικές ανατροπές και μεταρρυθμίσεις μέχρι την έκρηξη των πολεμικών αναμετρήσεων, των περιφερειακών συγκρούσεων και των σφαγών. Σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους τομείς, τα πράγματα για την κοινωνική πλειοψηφία έγιναν χειρότερα. Η ζωή μας έγινε πιο εντυπωσιακή, πιο γρήγορη, τεχνολογικά πολύ πιο εύκολη, αλλά κοινωνικά και οικονομικά πολύ πιο δύσκολη. Η μακρά πορεία υποχώρησης και τελικής κατάρρευσης του σοσιαλιστικού στρατοπέδου σήμαινε και την έκλειψη του αντίπαλου δέους στον καπιταλισμό. Το ξεσάλωμα του νεοφιλελευθερισμού την τελευταία εικοσιπενταετία στηρίχτηκε στην πτώση του μισητού αντιπάλου. Και ανεξάρτητα με το πόσο κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί με τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι η ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, ακόμη και υπό καπιταλιστικό καθεστώς, βελτιώθηκε με κατακτήσεις που παραχωρήθηκαν υπό τον φόβο της ΕΣΣΔ και του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Τρίτον στην επιφανειακή και λειψή αυτοκριτική και ανασκόπηση της κομμουνιστικής Αριστεράς για την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τις αιτίες της. Τα απλοϊκά σχήματα για τον προδότη Γκορμπατσόφ και τα τελευταία μόνο άσχημα χρόνια, δεν κρύβουν τον βαθμιαίο επί δεκαετίες μετασχηματισμό των σοσιαλιστικών καθεστώτων σε κάτι απωθητικό ή και αποκρουστικό, αντιδημοκρατικό και γραφειοκρατικό. Η κινέζικη κριτική και το εγχείρημα της Πολιτιστικής Επανάστασης αποτελούν μια αναξιοποίητη ακόμα συμβολή με έκταση και βάθος ανεκμετάλλευτα. Τα σύγχρονα εγχειρήματα της κομμουνιστικής Αριστεράς του 21ου αιώνα οφείλουν να αντλούν κριτικές συνεισφορές από ιστορικά ρεύματα και πολλαπλές συμβολές, και ανάμεσά τους η κινέζικη εμπειρία είναι η βασικότερη.

Είναι απαραίτητο η τολμηρή και ειλικρινής διαπίστωση ότι «τότε οι λαοί ζούσαν καλύτερα» (που πλέον πρέπει να γίνεται φωναχτά), να πηγαίνει μαζί με μια βαθιά και όχι επιφανειακή αυτοκριτική του κομμουνιστικού κινήματος, για τις αναπηρίες, τα σακατιλίκια, τις ασχήμιες και τα όρια της πρώτης απόπειρας. Μια τέτοια αυτοκριτική οφείλει να είναι τολμηρή, απολογιστική αλλά ταυτόχρονα επιθετική και όχι απολογητική.

Η υποστολή της σοβιετικής σημαίας – και ανεξάρτητα από το τι αυτή έφτασε να συμβολίζει τα τελευταία χρόνια- κόστισε ανυπολόγιστα στους λαούς και τα έθνη. Η σημερινή βαρβαρότητα σε όλη τη γη, και στην Ελλάδα, έχει στενή σχέση με αυτό που αποτυπώθηκε στον ιστό του Κρεμλίνου εικοσιπέντε χρόνια πριν. Και η πραγματικότητα παραστάσεων που χτίστηκε επιδέξια από εχθρούς και «φίλους» δεν μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα που βιώνει σήμερα η κοινωνική πλειοψηφία.

Εικοσιπέντε χρόνια είναι λίγα ή πολλά για να γιατρευτούν οι πληγές που άφησε η πρώτη απόπειρα και να αντιστραφεί ο συσχετισμός δύναμης που κληρονομήθηκε από το κλείσιμο του εικοστού αιώνα; Η απάντηση δεν αφορά τον χρόνο καθαυτό, εικοσιπέντε χρόνια μπορεί να είναι πάρα πολλά ή και πολύ λίγα. Ο χρόνος εξαρτάται από πυκνότητα, την ποιότητα, το βάθος που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα εγχειρήματα της κομμουνιστικής Αριστεράς. Και εδώ οι ελλείψεις είναι πολλές και η δουλειά που πρέπει να γίνει ακόμη περισσότερη.

Ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική: Βάθεμα και συνεχής διεύρυνση της δυαδικής κοινωνίας

… υπάρχει ένα μεγάλο γεγονός, που χαρακτηρίζει το 19ο αιώνα μας, ένα γεγονός που κανένα κόμμα δεν τολμά να το αρνηθεί. Από τη μία μεριά, γεννήθηκαν βιομηχανικές επιστημονικές δυνάμεις που δεν τις είχε ποτέ υποπτευθεί καμία εποχή από την προηγούμενη ιστορία της ανθρωπότητας. Από την άλλη μεριά υπάρχουν συμπτώματα κατάπτωσης που επισκιάζουν με το παραπάνω τις φρίκες που διηγούνται για τα τελευταία χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Στις μέρες μας το καθετί φαίνεται να εγκυμονεί το αντίθετό του. Οι μηχανές, οι προικισμένες με την θαυμάσια δύναμη να συντομεύουν και να κάνουν πιο καρποφόρα την ανθρώπινη εργασία, βλέπουμε να καταδικάζουν την τελευταία στην πείνα και την υπερεργασία. Οι καινούριες πηγές πλούτου, από κάποια παράδοξη κατάρα της μοίρας, μετατρέπονται πηγές της στέρησης. Οι νίκες της τεχνικής φαίνονται να εξαγοράζονται με το χάσιμο του χαρακτήρα. Στον ίδιο βαθμό που η ανθρωπότητα δαμάζει την φύση, ο άνθρωπος φαίνεται να σκλαβώνεται σε άλλους ανθρώπους ή στην ίδια του την ποταπότητα. Ακόμα και το καθαρό φως της επιστήμης φαίνεται να μη μπορεί να φωτίσει παραπάνω στο σκοτεινό φόντο της αμάθειας. Όλες οι εφευρέσεις και οι πρόοδοι μας φαίνονται να έχουν σαν αποτέλεσμα να προικίζουν τις υλικές δυνάμεις με διανοητική ζωή και να υποβιβάζουν την ανθρώπινη ζωή στο επίπεδο μιας υλικής δύναμης…

Καρλ Μαρξ

Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, η μεταφορά των βιομηχανικών μονάδων σε ζώνες χαμηλότερου εργατικού κόστους, οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν νέα δεδομένα στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, της εργασίας και της κοινωνίας.

Η “πλήρης απασχόληση” δεν αποτελεί παρά μία παλιά ανάμνηση για τους περισσότερους εργαζόμενους κι η οποία δεν εμφανίζεται πια σε κανένα πρόγραμμα καμίας ευρωπαϊκής κυβέρνησης ή κόμματος. Το “κράτος-πρόνοια” που αναπτύχθηκε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο στην Ευρώπη έχει μπει στο “κρεβάτι του Προκρούστη”, ενώ η φτώχεια, η ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός παρουσιάζονται σαν φυσική και παραδεκτή κατάληξη μιας οικονομικής ανάπτυξης που επιβάλλουν οι ιθύνοντες του Διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο λεγόμενος κοινωνικός διάλογος αποτελεί μία στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης, για να εξασφαλίσει την όσο δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση για τα μέτρα που θα παρθούν στην πορεία σύγκλισης με στόχο την υπογραφή ενός νέου “κοινωνικού συμβολαίου”. Όμως, το να μιλάει κανείς με συνδικαλιστές, των οποίων η ευρύτητα της εκπροσώπησης και της κοινωνικής απήχησης είναι αμφίβολες, δε σημαίνει ότι μιλάει με τους εργαζόμενους, την κοινωνία. Αντίθετα, οι άνεργοι της Goodyear, της Softex κλπ, μαζί με αυτούς που θα επακολουθήσουν, τους νέους που είναι χωρίς δουλειά, όλοι αυτοί που κυνηγάνε το μεροκάματο από το πρωί μέχρι το βράδυ, συγκροτούν ένα κοινωνικό στρώμα που δεν εκπροσωπείται σε κανένα διάλογο και που χρόνια τώρα, αγνοείται προκλητικά από όλες τις κυβερνήσεις, τα κόμματα και τα συνδικάτα.

Η πορεία σύγκλισης των χώρων της ΕΕ επιβάλλει μία “νέα κοινωνική πολιτική”. Το σημείωμα που ακολουθεί πραγματεύεται την ανατίναξη στη μεταΜΑΑΣΤΡΙΧΤ εποχή ολοκλήρου του “μεταπολεμικού κοινωνικού οικοδομήματος”.

Η νέα ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική

Η οικονομική και κοινωνική κρίση που μαστίζει πάνω από μια 20ετία τις χώρες της ΕΕ προκαλεί αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής, όσο και στην αναδιανομή του παραγόμενου προϊόντος. Η κρίση της υπερσυσσώρευσης σημαίνει την αδυναμία του κεφαλαίου να πετύχει ικανοποιητικούς όρους επένδυσης που να προσφέρουν ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους.

Η οικονομική μεγένθυση της μεταπολεμικής περιόδου – “τα 30 ένδοξα χρόνια του καπιταλισμού” – υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνει η επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των χώρων της ΕΕ.

Η αναδιάρθρωση της οικονομίας των χώρων της Ευρώπης δεν αφορά μόνο τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και την ίδια τη φύση και τον ρόλο της εργασίας. Η ευλυγισία – ευελιξία του κεφαλαίου εκδηλώνεται προς δύο κατευθύνσεις : στην οργάνωση της παραγωγής με την επέκταση του ευλύγιστου εργαστηρίου, και δεύτερον, στη μείωση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος με αιχμή τη συμπίεση της ζωντανής εργασίας.

Η μακροχρόνια ανεργία, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, η αύξηση του ποσοστού της απόλυτης εξαθλίωσης και της φτώχειας, ο κοινωνικός αποκλεισμός αποτελούν ορισμένα από τα νέα χαρακτηριστικά του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, τα οποία είναι τα νέα δεδομένα της “μεταβιομηχανικής εποχής”.

Η κρίση του “ κράτους-πρόνοιας” – και, κατ’ επέκταση της κοινωνικής ασφάλισης και πολιτικές – θέτει μία σειρά από ερωτήματα. Μπορεί να υπάρξει κοινωνική πολιτική στη μεταΜΑΑΣΤΡΙΧΤ εποχή; Ποιος θα ασχοληθεί με τα προβλήματα της φτώχειας, της μακροχρόνιας ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού; Ποιος θα αναλάβει το κόστος συντήρησης και ποιος θα κατορθώσει να αντιμετωπίσει τα προαναφερόμενα προβλήματα; Μήπως η νεοφιλελεύθερη πολιτική ή η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της; Μήπως η κρατική ή ιδιωτική κερδοσκοπική δραστηριότητα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης;

Αφού διάφορες πλευρές τίθεται το ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ και της ανάληψης πρωτοβουλιών αντιμετώπισης των προβλημάτων της φτώχειας, της μακροχρόνιας ανεργίας κλπ. Η κυβέρνηση φαίνεται να υιοθετεί τη λεγόμενη “κοινωνική αλληλεγγύη” για μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων, επιστρέφοντας πολλές δεκαετίες πίσω, στην πρώτη περίοδο της κοινωνικής ασφάλισης, στα γνωστά “ταμεία αλληλοβοήθειας”. Όμως, κατά πόσο είναι δυνατή μία “νέα κοινωνική πολιτική” ανάλογη με αυτή του “κράτους-πρόνοιας” της μεταπολεμικής περιόδου σε μία περίοδο διεθνών οικονομικών, τεχνολογικών, κοινωνικών αλλαγών και ανακατατάξεων όπου το στοιχείο της δυαδικοποίησης των κοινωνιών καθίσταται εντονότερο παρά ποτέ, κι οι οποίες κοινωνικές πολιτικές για περιορισμό της κοινωνικής διχοτόμησης καθίστανται ολοένα και πιο αναποτελεσματικές!

Στη Διακυβερνητική Διάσκεψη των 15 της ΕΕ – που συγκλήθηκε τον Ιούνιο του ‘96 στην Φλωρεντία – οι ιθύνοντες αποφάσισαν να επανεκτιμήσουν τη στρατηγική τους για την απασχόληση και την ανεργία. Γιατί, η χαλάρωση στη εφαρμογή των κριτηρίων σύγκλισης του Μάαστριχτ οδηγεί σε αποκλίσεις αφού τους στόχους και φυσικά δεν ψάχνουν να βρουν τρόπους για την εξάλειψη της ανεργίας, αλλά μοναδικό τους μέλημα είναι να αποφύγουν τις επερχόμενες κοινωνικής εκρήξεις. Στην ουσία πρόκειται για ένα “νέο κύμα” τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της Λευκής Βίβλου, μιας πιο άγριας επίθεσης ενάντια στους λαούς της Ευρώπης.

Η Λευκή Βίβλος ήταν μία ιδιαίτερη στιγμή στην προσπάθεια για τη μέγιστη ευελιξία στην αγορά εργασίας : η δημιουργία μιας δεύτερης αγοράς εργασίας, με μειωμένο ή μεταβλητό ωράριο εργασίας, με μερική απασχόληση και με μειωμένες αμοιβές και κοινωνικής εισφορές. Μία “στιγμή” που εγκαινίασε την επίθεση του κεφαλαίου στη “νέα εποχή” και που υπαγορεύθηκε από τα σημαντικά προβλήματα στους βασικές καπιταλιστικές χώρες. Η όλη “φιλολογία” για το κόστος της κοινωνικής πολιτικής, το υψηλό εργατικό κόστος κλπ, όλα αυτά, βρίσκονται στην υπηρεσία του κεντρικού στόχου, που είναι, για άλλη μια φορά, η αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το “νέο κύμα” δεν μπορεί να εξαπολυθεί με την ωμότητα, τον κυνισμό και την “αναισθησία” άλλων εποχών, αλλά είναι απαραίτητο μαζί με τους εκβιασμούς να “χρυσωθεί το χάπι” και να παρουσιασθεί σαν εκδήλωση “κοινωνικής ευαισθησίας ή αλληλεγγύης” στη μάχη ενάντια στην ανεργία.

Το κείμενο που παρουσιάσθηκε στη συνοδό κορυφής της ΕΕ στη Φλωρεντία, τον Ιούνιο του ‘96, για συζήτηση, έχει τίτλο “Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Εμπιστοσύνης για την Απασχόληση” και κινείται σε 4 άξονες :

  • Τη σύνταξη νέων οικονομικών προγραμμάτων σύγκλισης
  • Την επιτάχυνση στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς
  • Αλλαγές στην αγορά εργασίας
  • Την υιοθέτηση νέων κατευθύνσεων για τα Διαρθρωτικά Ταμεία με προσανατολισμό δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Στο “Σύμφωνο Εμπιστοσύνης για την Απασχόληση” υπάρχουν προτάσεις που αφορούν θέματα ανταγωνισμού, ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, εκπαίδευση και επανεκπαίδευση των εργαζομένων, αναπροσανατολισμός των Διαρθρωτικών Ταμείων κλπ. Όμως, αυτό που αναμένεται στο εγγύς μέλλον είναι η τελική επίθεση του Διευθυντηρίου της ΕΕ που δεν αφορά μόνο την καταπολέμηση της ανεργίας μέσω της εξάπλωσής της, δηλαδή να μοιραστεί σε περισσότερους εργαζόμενους και να γενικευθεί η υποαπασχόληση και η φτώχεια – με τις κλασικές πια υποσχέσεις για νέες θέσεις εργασίας, αλλά και την κατεδάφιση ολόκληρου του “μεταπολεμικού κοινωνικού οικοδομήματος” που θεωρείται κι ο μεγάλος ένοχος για τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το “κράτος-πρόνοια” σαν μηχανισμός αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας επικεντρώνει τους στόχους του στη διατήρηση, αναπαραγωγή και ενίσχυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παρεμβαίνει και ρυθμίζει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, συμβάλλοντας στην άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων. Αποτελεί μία συγκεκριμένη μορφή κράτους μία δεδομένη χρονική περίοδο, που πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 1920 και μορφοποιήθηκε ολοκληρωμένα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ την τελευταία 20ετία αποτελεί αντικείμενο σοβαρών αμφισβητήσεων. Ο ρόλος του “κράτους-πρόνοιας” αμφισβητείται όλο και περισσότερο και ταυτόχρονα υιοθετούνται πολιτικές που απονεκρώνουν τα όποια “επιτεύγματά” του και συρρικνώνονται δραστηριότητές του, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η κρίση και στην κοινωνική πολιτική.

Η κοινωνική πολιτική και ειδικότερα η κοινωνική ασφάλιση δεν αποτελούν απλές λειτουργίες του “κράτους-πρόνοιας” αλλά τα συστατικά μέρη του. Η γέννηση του, στις αρχές του 20ου αιώνα, συμπίπτει με τη βιομηχανική επανάσταση. Η ανάγκη εξεύρεσης εργασιών χεριών, αλλά και η αντίσταση των αγροτικών πληθυσμών να προλεταριοποιηθούν, αποτελούσαν εμπόδιο στην αναπαραγωγή και σταθεροποίηση του εργατικού δυναμικού.

Σε κάθε καθεστώς συσσώρευσης αντιστοιχεί ένας ορισμένος τρόπος οργάνωσης της παραγωγής αλλά και ένας συγκεκριμένος τύπος μισθωτής σχέσης. Η ύπαρξη διαφορετικού τύπου μισθωτής σχέσης εκφράζει μία διαφορετική σχέση ανάμεσα στην κοινωνική ασφάλιση, την αναπαραγωγή και τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Τα τελευταία περίπου 20 χρόνια, που ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής είναι σε κρίση, η μισθωτή σχέση διαφοροποιείται. Η οργάνωση της παραγωγής, η ιεράρχηση των ειδικεύσεων, η κινητικότητα των εργαζομένων, ο τρόπος καθορισμού των μισθών και ο τρόπος χρήσης του μισθού, που αποτελούν τα πέντε συστατικά στοιχεία του τόπου της μισθωτής σχέσης, έχουν υποστεί σημαντικές μεταβολές.

Η ευελιξία – ευλυγισία χαρακτηρίζει το νέο καθεστώς ανάπτυξης και της μισθωτής σχέσης. Η ευλυγισία πλήττει την οργάνωση της εργασίας, επεκτείνει τις μορφές μερικές και εποχιακής απασχόλησης, αυξάνει την ευελιξία των μισθών και αλλάζει τον τρόπο καθορισμού τους. Από συλλογικές συμβάσεις ανάμεσα σε εργαζόμενους, κράτος, εργοδοσία, οδηγούμαστε σε διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο συγκεκριμένο εργοδότη και το συγκεκριμένο εργαζόμενο. Δηλαδή η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και της μισθωτής σχέσης πραγματοποιείται στο επίπεδο της επιχείρησης, όπως και η κοινωνική ασφάλιση σταδιακά συρρικνώνεται προς όφελος της ιδιωτικής.

Η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στη διαμόρφωση μισθωτών πολλαπλών ταχυτήτων, με την κατηγορία των μισθωτών που συνεχώς διευρύνεται να χαρακτηρίζεται από τον ευέλικτο τύπο μισθωτής εργασίας. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του τόπου μισθωτής εργασίας είναι η μερική απασχόληση, η σύνδεση μισθού με παραγωγικότητα, η ερπετών έλλειψη παροχών κοινωνικής ασφάλισης κλπ. Η διάσπαση αυτή της μισθωτής εργασίας που παρατηρείται σήμερα στην παραγωγική διαδικασία επηρεάζει αρνητικά και την όποια κοινωνική ασφάλιση, ενισχύει ανισότητες που οι πολιτικές αντιμετώπισής τους επικεντρώνονται σε “λύσεις” μερικές και αποσπασματικές.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα, το “κράτος-πρόνοια” δεν υπήρξε με την μορφή που συναντάται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μία στοιχειώδης μορφή του παρουσιάσθηκε, πολύ αργότερα, μετά τη μεταπολίτευση. Το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης, η περιορισμένη συγκέντρωση κεφαλαίου, το χαμηλό ποσοστό της μίσθωσης εργασίας, η οικογενειακή αλληλεγγύη εμπόδισαν την ανάπτυξή του. Σε ότι αφορά την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και της μισθωτής σχέσης, οι διαφορές είναι αρκετά σημαντικές σε σχέση με άλλες χώρες. Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από μεγάλη αστάθεια, οι μισθωτοί αποτελούν μέχρι τις αρχές του ‘80 τη μειοψηφία του εργατικού δυναμικού και οι αμοιβές είναι καθηλωμένες μέχρι το ‘74 και γενικά αποσυνδεδεμένες από το κόστος ζωής και παραγωγικότητας. Στην Ελλάδα κυριαρχεί η μικρομεσαία επιχείρηση και η αυτοαπασχόληση σε σχέση με τη μισθωτή εργασία.

Η κοινωνική ασφάλιση αναπτύσσεται αποσπασματικά και δίχως σχεδιασμό. Αναπτύσσεται πολύ αργά σε σχέση με άλλες χώρες και δεν καλύπτει μέχρι το 1980 το σύνολο των εργαζομένων. Τα αίτια αυτής της καθυστέρησης θα πρέπει να αναζητηθούν στον τρόπο ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας μεταπολεμικά, στις συνθήκες συσσώρευσης του κεφαλαίου και στην έλλειψη του “κράτους-πρόνοιας”.

Οι δαπάνες για την κοινωνική προστασία αποτελούνται από τα έξοδα των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης για συντάξεις, υγεία και πρόνοια. Οι κύριες πηγές των εσόδων είναι κυρίως οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και εργοδοτών. Σε ότι αφορά τις δαπάνες, το μεγαλύτερο ποσοστό είναι δαπάνες για τη σύνταξη και ακολουθούν οι αντίστοιχες για ασθένεια.

Στα διάφορα προγράμματα σύγκλισης, το ασφαλιστικό έχει ανακηρυχθεί σε πρωταρχικό πρόβλημα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ. Η αύξηση των ελλειμμάτων στον τομέα της ασφάλισης, σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, θέτει ως στόχο για την επίτευξη της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) με τη μείωση της κοινωνικής ασφάλισης. Η αυστηρή εφαρμογή της λιτότητας, η επεξεργασία νέων σκληρότερων πολιτικών “δημοσιονομικής πειθαρχίας”, η κατεδάφιση των κοινωνικών κατακτήσεων και εταιρειών δικαιωμάτων αποτελούν τα κύρια θέματα συζήτησης στη Διακυβερνητική Διάσκεψη.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ, η μείωση των ελλειμμάτων αποτέλεσαν ένα από τα τρία κριτήρια για την επίτευξη των στόχων της σύγκλισης των χώρων της ΕΕ. Το δημογραφικό πρόβλημα (γήρανση, μετανάστες) προβάλλεται από τους ιθύνοντες σε πρωταρχικό παράγοντα της κρίσης, με αποτέλεσμα η μόνη δυνατή πηγή αύξησης των εσόδων να είναι η αύξηση των ασφαλίστρων και των ορίων συνταξιοδότησης. Η κοινωνική πολιτική θεωρείται κόστος και τροχοπέδη στη δυνατότητα ανταγωνισμού των χώρων της ΕΕ και για αυτό θα πρέπει να μειωθεί μέχρι την πλήρη κατάργησή της.

Στη δεκαετία του ‘80, το “κράτος-πρόνοια” θα εισέλθει σε περίοδο κρίσης. Η έμφαση που δίδεται στα διάφορα προγράμματα σύγκλισης είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού, ενώ η όποια αναφορά σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής απουσιάζει παντελώς από τις αποφάσεις της ΕΕ. Οι φωνές που ακούγονται για τη δημιουργία του ευρωπαϊκού κοινωνικού χώρου και οι συζητήσεις για την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική στις Διακυβερνητικές συνδιασκέψεις έχουν στο στόχαστρο τις “συντεχνίες” που αρνούνται να δώσουν κάτι από τα ”κεκτημένα”υπέρ των “μη εξασφαλισμένων” και να επιχειρηθεί να παρουσιασθεί το ζήτημα σαν κόντρα “βολεμένων” και ανέργων, κι όλα αυτά με “κοινωνικό διάλογο”, “κοινωνική ευαισθησία”, προσκλήσεις για”νέα κοινωνικά συμβόλαια”.

Η Λευκή Βίβλος, όπως και το “Σύμφωνο Εμπιστοσύνης για την Απασχόληση” δεν αναφέρονται καθόλου σε κοινωνικά ζητήματα, αλλά αποσκοπούν κύρια στην απελευθέρωση των εμποδίων στην αγορά εργασίας. Γιατί, σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατεί, η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται μόνο από το εργατικό κόστος. Η λογική των ιθυνόντων δεν οριοθετεί μόνο τον τρόπο που θα επιτευχθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά καθορίζει και ένα νέο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Η αύξηση της ανεργίας, η αύξηση του ποσοστού φτώχειας, το τρίτο μεταναστευτικό ρεύμα επιφέρουν αρνητικές συνέπειες για τους εργαζόμενους και τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, οδηγώντας προς μία “κοινωνία των ⅔”.

Από τα σημαντικότερα προβλήματα της “μεταβιομηχανικής κοινωνίας” είναι τι πρόβλημα της ανεργίας. Οι προοπτικές αντιμετώπισής του για το μέλλον δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξες. Τα ποσοστά ανεργίας αυξάνουν συνεχώς, η “πλήρης απασχόληση” όπως αυτή υπήρξε την μεταπολεμική περίοδο συρρικνώνεται, ενώ η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών δεν απαιτεί πλέον ολόκληρη την προσφερόμενη εργασία. Η ζωντανή εργασία αντικαθίστατο από τη νεκρά εργασία και η ανεργία εκτός από μόνιμο πλέον φαινόμενο, αποκτά και διαρθρωτικό χαρακτήρα. Στην τωρινή φάση συσσώρευσης, η χρήση των νέων τεχνολογιών αποτελεί σημαντικό παράγοντα αύξησης της παραγωγικότητας και όχι τόσο το φθηνό εργατικό κόστος. Η επίτευξη των κριτηρίων της ΟΝΕ θα επιφέρει το αμέσως επόμενο διάστημα σημαντικές αλλαγές – ειδικότερα στις νότιες χώρες της ΕΕ, στον τομέα της εργασίας και της κοινωνικής πολιτικής. Γιατί, χώρες σαν την Ελλάδα θα στηρίξουν όλη την προσπάθεια για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας στη μείωση του εργατικού κόστους, υποβαθμίζοντας ακόμα περισσότερο το ήδη χαμηλό επίπεδο των παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών.

Η “επίλυση” του προβλήματος της ανεργίας αποτελεί έναν από τους “αόρατους στόχους” της ΟΝΕ, δηλαδή μέσω της επίτευξης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας, της ευελιξίας των μισθών και της πλήρους κινητικότητας της παραγωγικής δύναμης. Οι επιπτώσεις από την ΟΝΕ στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα επιδεινωθούν τα επόμενα χρόνια στην πορεία προς τη σύγκλιση των κρατών-μελών. Η ανεργία θα πάρει εκρηκτικές διαστάσεις και θα συμβάλει στο σταδιακό μετασχηματισμό της μορφής και του περιεχομένου των εργασιακών σχέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, έχουν αυξηθεί οι θέσεις μερικής απασχόλησης.

Η επέκταση της μερικής απασχόλησης, μέσα από τη μείωση του αριθμού των εργαζομένων σε συνθήκες “πλήρους απασχόλησης”, δημιουργεί πλέον τις προϋποθέσεις ύπαρξης εργαζόμενων πολλαπλών ταχυτήτων και, ενώ μέχρι σήμερα η φτώχεια συνέπιπτε με την έλλειψη εργασίας, στο άμεσο μέλλον θα συμπίπτει και με την ύπαρξη εργασίας μερικής απασχόλησης.

Η επίτευξη των κριτηρίων σύγκλισης θα επαυξήσει τα φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού. Η μακροχρόνια ανεργία, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση θα επιδράσουν αρνητικά και στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Η οικοδόμηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού χώρου σαν συμπλήρωμα του οικονομικού, στην πραγματικότητα σημαίνει αναπαραγωγή και συνεχή διεύρυνση της δυαδικής κοινωνίας.

Το “κράτος-πρόνοια” που αναπτύχθηκε σε μία συγκεκριμένη περίοδο ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Σήμερα, σε διαφορετικές συνθήκες από αυτές των “30 ενδόξων χρόνων” του κεφαλαίου, διακρίνουμε μία νέα φάση οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών που χαρακτηρίζονται από τη διαμόρφωση νέων συνθηκών ανταγωνισμού μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο τεχνολογικό πλαίσιο στην παραγωγική διαδικασία.η αύξηση της ανεργίας δεν οδηγεί στην προλεταριοποίηση μόνο ανειδίκευτους εργάτες αλλά και ειδικευμένους, επιστήμονες, ακόμα και στελέχη επιχειρήσεων. Η ανεργία μακράς διάρκειας, μετατρέπεται σε “ανεργία αποκλεισμού”, δηλαδή στην κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο άνεργος περνάει οριστικά στο περιθώριο, οπότε και οι όποιες πολιτικής αδυνατούν να τον επανεντάξουν στην παραγωγή.

Η κοινωνική πρόνοια που διαμορφώθηκε στη βάση της μισθωτής εργασίας, της “πλήρους απασχόλησης” των 8ωρων εργασίας βρίσκεται “υπό διωγμό” και αμφισβήτηση. Στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές ανακατατάξεις, από την αύξηση της απόλυτης εξαθλίωσης, τη διεύρυνση της μακροχρόνιας ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού, οι διαφοροποιήσεις δεν είναι μόνο ποσοτικές αλλά και ποιοτικές. Η αύξηση της ανεργίας δεν είναι μόνο αποτέλεσμα κάποιων οικονομικών συγκυριών, αλλά κυρίως είναι το παράγωγο αποτέλεσμα του μετασχηματισμού στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και της ίδιας της εργασίας.

Η άποψη που προβάλλεται από Διεθνείς Οργανισμούς και υιοθετείται από εργοδοτικές ενώσεις και συνδικάτα υποταγμένα στο κεφάλαιο είναι το “μοίρασμα της εργασίας” μέσα από τη μείωση των ωρών εργασίας με παράλληλη μείωση των αποδοχών με στόχο την “καταπολέμηση” της ανεργίας μέσα από την εξάπλωσή της. Αποδεικνύεται ολοένα και πιο καθαρά, ότι η νέα ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική στη αυγή του 21ου αιώνα είναι η διεύρυνση της δυαδικής κοινωνίας.

Το κείμενο γράφτηκε το Μάιο του 1997 στη Θεσσαλονίκη

“Η σύγχρονη αδυναμία μας. Το ελληνικό σύμπτωμα: χρέος, κρίση και η κρίση της Αριστεράς”

Ξεκινώ με μια αίσθηση, μια πρόσληψη, που πιθανώς είναι προσωπική, πιθανώς αδικαιολόγητη, την οποία ωστόσο διαμορφώνω με βάση τις πληροφορίες που έχω στη διάθεσή μου: μια αίσθηση γενικής πολιτικής αδυναμίας. Αυτό που σήμερα συμβαίνει στην Ελλάδα μοιάζει με συμπύκνωμα αυτής της αίσθησης.

Θαυμάζω βεβαίως την ευγλωττία του φίλου και συντρόφου μου Κώστα Δουζίνα, που στήριξε την δεδηλωμένη αισιοδοξία του με ακριβείς αναφορές σε όσα θεωρεί καινούργια πολιτικά στοιχεία της λαϊκής αντίστασης στην Ελλάδα, όπου διέκρινε επίσης την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Αλλά δεν πείστηκα.

Βεβαίως, το κουράγιο και η επινοητικότητα του προοδευτικού και αντιφασιστικού κινήματος όσον αφορά την τακτική προκαλεί ενθουσιασμό. Επιπλέον, τέτοιες αντιδράσεις είναι εξαιρετικά αναγκαίες. Είναι όμως κάτι καινούργιο; Καθόλου. Αποτελούν τα ίδια και απαράλλακτα στοιχεία κάθε πραγματικά μαζικού κινήματος: εξισωτισμός, δημοκρατία των πολλών, επινόηση συνθημάτων, γενναιότητα, ταχύτητα αντιδράσεων … Τα ίδια είδαμε και με την ίδια ενεργητικότητα –χαρούμενη και λίγο αγωνιώδη– τον Μάη του ’68 στη Γαλλία. Τα είδαμε πιο πρόσφατα στην Πλατεία Ταχρίρ της Αιγύπτου. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά υπήρχαν και στις εποχές του Σπάρτακου ή του Τόμας Μίντσερ. […] Όμως τα νέα πολιτικά στοιχεία και ένα νέο πολιτικό υποκείμενο είναι κάτι άλλο: η ζωτικότητά τους απαιτεί την ύπαρξη κινήματος, αλλά δεν μπορεί ποτέ να συγχέεται μ’ αυτό.

Ας ξεκινήσουμε όμως, προσωρινά, από μια άλλη αφετηρία. Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολύ μακρόχρονη ιστορία, πλανητικής σημασίας. Είναι μια χώρα η αντίσταση της οποίας σε διαδοχικά καταπιεστικά καθεστώτα και κατοχικές δυνάμεις έχει μια ιδιαίτερη ιστορική πυκνότητα. Είναι μια χώρα που το κομμουνιστικό κίνημα, και με τη μορφή του ένοπλου αγώνα, ήταν πολύ ισχυρό. Μια χώρα που η νεολαία της ακόμη και σήμερα δημιουργεί ένα παράδειγμα με τις μαζικές και πεισματικές εξεγέρσεις. Μια χώρα όπου οι κλασικές αντιδραστικές δυνάμεις αναμφίβολα είναι πολύ καλά οργανωμένες και όπου υπάρχουν επίσης μεγάλα και θαρραλέα λαϊκά κινήματα. Μια χώρα όπου υπάρχουν επίφοβες φασιστικές οργανώσεις, αλλά και ένα αριστερό κόμμα με μια φαινομενικά στέρεα εκλογικά και μαχητική βάση.

Κι όμως, ό,τι συμβαίνει σήμερα σ’ αυτή τη χώρα μοιάζει σαν να μην μπορεί να σταματήσει την ακραία κυριαρχία του αχαλίνωτου από τη δική του κρίση καπιταλισμού. Μοιάζει σαν να μην έχει η χώρα, υπό τη διεύθυνση των δουλικών κυβερνήσεων και της τρόικας, καμιά άλλη εναλλακτική λύση εκτός από το να ακολουθεί τα βάρβαρα αντιλαϊκά διατάγματα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Πράγματι, όσον αφορά τα ζητήματα που τίθενται και τις ευρωπαϊκές “λύσεις” τους, το κίνημα αντίστασης μοιάζει περισσότερο να ακολουθεί μια τακτική καθυστέρησης παρά να γίνεται σημαιοφόρος μιας αυθεντικής πολιτικής εναλλακτικής λύσης.

Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα των καιρών, που μας καλεί όχι μόνο να υποστηρίξουμε με όλη μας τη δύναμη τον θαρραλέο ελληνικό λαό, αλλά να στοχαστούμε από κοινού γύρω από ιδέες και πρακτικές ώστε αυτό το κουράγιο που επιδεικνύει να μην αχρηστευθεί από απελπισία.

Διότι αυτό που εντυπωσιάζει –στην Ελλάδα πάνω απ’ όλα αλλά και αλλού επίσης, ιδίως στη Γαλλία– είναι μια έκδηλη αδυναμία των προοδευτικών δυνάμεων να επιβάλουν ακόμη και την ελαχιστότατη υποχώρηση των οικονομικών και κρατικών εξουσιών που επιδιώκουν να υποτάξουν το λαό ανεπιφύλακτα στον νέο (αν και μακροχρόνιο επίσης, και θεμελιακό) νόμο του ακραιφνούς φιλελευθερισμού.

Όχι μόνο δεν έχουν σημειώσει κανένα προχώρημα οι προοδευτικές δυνάμεις, όχι μόνο δεν έχουν καταφέρει ακόμη και μια περιορισμένη επιτυχία, αλλά οι δυνάμεις του φασισμού επεκτάθηκαν και στη βάση του ψευδαισθητικού φόντου ενός ξενοφοβικού και ρατσιστικού εθνικισμού διεκδικούν σήμερα να γίνουν η ηγετική δύναμη αντίθεσης στα διατάγματα της ευρωπαϊκής διοίκησης.

Η αίσθησή μου είναι πως η βαθύτερη αιτία αυτής της αδυναμίας δεν είναι η αδράνεια του κόσμου, η έλλειψη κουράγιου ή το ότι οι περισσότεροι υποστηρίζουν τα “αναγκαία κακά”. Πολλές μαρτυρίες δείχνουν ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για σθεναρή και μαζική λαϊκή αντίσταση στην Ελλάδα. Ακόμη και στη Γαλλία, με τις δράσεις κατά τη συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του Σαρκοζί … είδαμε ότι μεγάλα τμήματα του λαού επέδειξαν την ικανότητά τους για πεισματική αντίσταση και υιοθέτησαν τις γνωστές μορφές του κινηματικού κομμουνισμού , κυρίως τη χρήση μη συμβατικών μορφών απεργίας και συνελεύσεις που αφαίρεσαν την ηγεμονία από τον επίσημο συνδικαλισμό. Εντούτοις, από όλες αυτές τις προσπάθειες δεν έχει εμφανιστεί σε μαζική κλίμακα νέα πολιτική σκέψη, ούτε έχει εμφανιστεί ένα νέο λεξιλόγιο από τη ρητορική της διαμαρτυρίας, και τα αφεντικά των συνδικάτων κατάφεραν τελικά να πείσουν τους πάντες ότι έπρεπε να περιμένουν τις … εκλογές.

Νομίζω ότι αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι ότι οι περισσότεροι αγωνιστές πολλών πολιτικών κατηγοριών στέκονται σε μεγάλο βαθμό αμήχανοι αντί να προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη σκέψη τους και να μετασχηματίσουν την τρέχουσα κατάσταση.

Μετά τα σαρωτικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και 1970, κληρονομήσαμε μια μακροχρόνια αντεπαναστατική περίοδο, οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά. Αυτή η αντεπανάσταση έχει καταστρέψει σε βάθος την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη που κάποτε μπορούσαν να εμποτίζουν τη λαϊκή συνείδηση με τις πιο στοιχειώδεις λέξεις της πολιτικής της χειραφέτησης – λέξεις όπως, για να παραθέσω κάποιες τυχαία, “ταξικός αγώνας”, “γενική απεργία”, “επανάσταση”, “δημοκρατία των μαζών”, “εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση”, “παράνομη δράση”, “συμμαχία εργατών-φοιτητών”, “εθνική απελευθέρωση”, ”δικτατορία του λαού”, “προλεταριακό κόμμα” και πολλές άλλες. Η λέξη-κλειδί “κομμουνισμός”, που κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή από τις αρχές του 19 ου αιώνα, περιορίστηκε σε ένα είδος ιστορικού στίγματος, διότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ιστορική αφήγηση την οποία δέχεται ακόμη και η προοδευτική κοινή γνώμη υπαγορεύεται πλήρως από τον αντίπαλο. Το ότι η εξίσωση “κομμουνισμός ίσον ολοκληρωτισμός” θα κατέληγε να εμφανιστεί ως κάτι το φυσικό και ομόφωνα αποδεκτό αποτελεί μια ένδειξη του βάθους της αποτυχίας των επαναστατών κατά τη δεκαετία του 1980. Βεβαίως, δεν μπορούμε επίσης να αποφύγουμε μια διεισδυτική και σοβαρή κριτική των σοσιαλιστικών κρατών και των κομμουνιστικών κομμάτων που πήραν την εξουσία, ιδίως στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά αυτή η κριτική πρέπει να είναι δική μας. Πρέπει να θρέφει τις δικές μας θεωρίες και πρακτικές , να τις βοηθά να αναπτυχθούν και να μην οδηγεί σε ένα είδος μελαγχολικής αποκήρυξης που πετάει και το μωρό μαζί με τα νερά. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια εκπληκτική κατάσταση: όσον αφορά ένα ιστορικό γεγονός κεφαλαιώδους σημασίας για εμάς, έχουμε υιοθετήσει, πρακτικά χωρίς περιορισμό, την άποψη του εχθρού. Και εκείνοι που δεν έχουν κάνει αυτό το πράγμα απλά επιμένουν στην παλιά θλιμμένη ρητορική, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε.

Από όλες τις νίκες των αντιπάλων μας, – στις γραμμές των οποίων θα πρέπει να κατατάξουμε τη νέα φρουρά των μαντρόσκυλων της σύγχρονης ιδεολογικής τάξης πραγμάτων που όλοι σχεδόν ήταν λιποτάκτες των κινημάτων του 1968–αυτή η συμβολική νίκη είναι η πιο σημαντική. Όχι μόνο επιτρέψαμε να δυσφημιστεί και να γελοιοποιηθεί το λεξιλόγιό μας , αν δεν χρησιμοποιείται απλά σαν εγκληματικό, αλλά και οι ίδιοι χρησιμοποιούμε τις αγαπημένες λέξεις των αντιπάλων σαν να ήταν δικές μας. Αυτό ισχύει ιδίως για την κατάσταση που μας ενδιαφέρει με τις λέξεις “δημοκρατία”, “οικονομία”, “Ευρώπη” και αρκετές άλλες. Ακόμη και το νόημα μάλλον ουδέτερων εκφράσεων, όπως ο “λαός” εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δημοσκοπήσεις και τα ΜΜΕ και ενσωματώνεται σε ανόητες φράσεις όπως “ο λαός πιστεύει ότι …”

Τις εποχές των παλιών κομμουνισμών, συνηθίζαμε να περιγελούμε αυτή που ονομάζαμε γλώσσα των χιλιοειπωμένων λέξεων, τη γλώσσα-κλισέ – τα άδεια λόγια και τα πομπώδη επίθετα.

Βεβαίως, βεβαίως. Όμως η ύπαρξη μιας κοινής γλώσσας δηλώνει μια κοινή ιδέα. Η αποτελεσματικότητα των μαθηματικών στις επιστήμες –και δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς ότι τα μαθηματικά είναι μια θαυμάσια γλώσσα-κλισέ– έχει να κάνει αποκλειστικά με το ότι σχηματοποιεί την επιστημονική ιδέα. Με την ικανότητα να σχηματοποιούμε γρήγορα την ανάλυση μιας κατάστασης και τις τακτικές συνέπειες αυτής της ανάλυσης. Αυτή η ικανότητα δεν είναι λιγότερο απαραίτητη στην πολιτική. Είναι ένα σημάδι στρατηγικής ζωτικότητας.

Σήμερα, μία από τις μεγάλες δυνάμεις της επίσημης δημοκρατικής ιδεολογίας είναι ακριβώς το ότι έχει στη διάθεσή της μια γλώσσα-κλισέ που την εκπέμπει κάθε μέσο και κάθε κυβέρνηση χωρίς εξαίρεση. Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι όροι όπως “δημοκρατία” , “ελευθερίες”, “οικονομία της αγοράς”, “ανθρώπινα δικαιώματα”, “ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί”, “εθνική προσπάθεια”, “γαλλικός λαός”, “ανταγωνιστικότητα” “μεταρρυθμίσεις” κοκ δεν είναι τίποτε άλλο παρά στοιχεία μιας πανταχού παρούσας γλώσσας-κλισέ; Εμείς, οι αγωνιστές χωρίς στρατηγική χειραφέτησης, είμαστε (και ήμαστε επί αρκετό χρονικό διάστημα) οι πραγματικοί αφασικοί! Και δεν πρόκειται να μας σώσει η συμπαθητική και αναπόφευκτη γλώσσα της κινηματικής δημοκρατίας. “Κάτω αυτό ή εκείνο”, “Όλοι μαζί θα νικήσουμε”, “Έξω”, “αντίσταση!”, “το δικαίωμα στην εξέγερση” … Όλα αυτά είναι ικανά για να συσπειρώνουν στιγμιαία τις συλλογικές συγκινήσεις και , τακτικά, είναι πολύ χρήσιμα – αλλά αφήνουν παντελώς άλυτο το ζήτημα μιας ευανάγνωστης στρατηγικής. Είναι μια πολύ φτωχή γλώσσα για μια στρατηγικής σημασίας πραγμάτευση του μέλλοντος των πράξεων χειραφέτησης.

Βεβαίως το βασικό στοιχείο της πολιτικής επιτυχίας είναι η δύναμη της εξέγερσης, το εύρος και το θάρρος της. Αλλά επίσης βασικά στοιχεία είναι η πειθαρχία και η ικανότητα να προβαίνει σε διακηρύξεις – οι διακηρύξεις σχετίζονται με το θετικό στρατηγικό μέλλον και αυτό αποκαλύπτει μια νέα δυνατότητα που έχει μείνει αόρατη εν μέσω της προπαγάνδας των εχθρών. Αυτό θα όφειλαν να εκμαιεύσουν οι οργανωμένοι αγωνιστές ενός κινήματος από όσα λέγονται και γίνονται. Αυτό θα όφειλαν να μορφοποιήσουν και να το φέρουν στην ευρύτερη συζήτηση στη λαϊκή βάση του κινήματος. Γι’ αυτό και η ύπαρξη μεγάλων λαϊκών κινημάτων, αν και αποτελεί ένα μεγάλο ιστορικό φαινόμενο, δεν μπορεί αφ’ εαυτής να διαμορφώσει πολιτικό όραμα. Εκείνο που δένει σφιχτά ένα κίνημα στη βάση των ατομικών συγκινήσεων είναι πάντα κάτι που έχει αρνητικό χαρακτήρα: είναι κάτι που προέρχεται από αφηρημένες αρνήσεις, όπως “κάτω ο καπιταλισμός” ή “να σταματήσουν οι απολύσεις” ή “όχι στη λιτότητα” ή “έξω η τρόικα” που δεν έχουν αυστηρά άλλο αποτέλεσμα παρά να συγκολλούν προσωρινά το κίνημα μέσω της αρνητικής αδυναμίας των συναισθημάτων του. Όσον αφορά δε πιο συγκεκριμένες αρνήσεις, εφόσον ο στόχος τους είναι ακριβής και συσπειρώνουν διαφορετικά στρώματα του πληθυσμού, όπως το “Κάτω ο Μουμπάρακ” κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, μπορούν όντως να επιτύχουν ένα αποτέλεσμα, αλλά δεν μπορούν να οικοδομήσουν την πολιτική αυτού του αποτελέσματος, όπως βλέπουμε σήμερα στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, όπου αντιδραστικά θρησκευτικά κόμματα δρέπουν τους καρπούς ενός κινήματος με το οποίο δεν έχουν πραγματική σχέση.

Διότι κάθε πολιτική είναι η οργανωμένη έκφραση αυτού που βεβαιώνει και προτείνει και όχι αυτού που αρνείται και απορρίπτει. Η πολιτική είναι μια ενεργή και οργανωμένη πεποίθηση, μια σκέψη εν δράσει που δείχνει τις μη ορατές δυνατότητες. Λέξεις κλειδιά όπως “αντίσταση!” είναι κατάλληλες να συνενώνουν άτομα, αλλά κινδυνεύουν να δημιουργήσουν μια συσπείρωση που δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά ένα χαρούμενο και ενθουσιώδες μείγμα ιστορικής ύπαρξης και πολιτικής αδυναμίας, για να γίνει πικρός αναδιπλασιασμός και στείρα επανάληψη της αποτυχίας , αν ο εχθρός (που είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένος πολιτικά, ιδεολογικά και έχει κυβερνητική ισχύ) τελικά νικήσει.

Δεν είναι λοιπόν η μετάδοση της αρνητικής επιρροής της αντίστασης αυτό που πρέπει να ανακαλύψουμε, το στοιχείο που μας χρειάζεται για να επιβάλουμε μια σοβαρή υποχώρηση των αντιδραστικών δυνάμεων που σήμερα επιδιώκουν να αποσυνθέσουν κάθε μορφή σκέψης και δράσης που αρνείται να τις ακολουθήσει. Είναι μια κοινή ιδέα και η αυξανόμενη χρήση μιας ομογενοποιητικής γλώσσας.

Η αναδημιουργία μιας τέτοιας γλώσσας αποτελεί κρίσιμη επιταγή. Γι’ αυτό το σκοπό επιδίωξα να εισαγάγω ξανά, να επαναπροσδιορίσω και να αναδιοργανώσω όλα όσα αρθρώνονται με τη λέξη “κομμουνισμός”. Η λέξη “κομμουνισμός” υποδηλώνει τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, την αναλυτική παρατήρηση σύμφωνα με την οποία στις σύγχρονες κυρίαρχες κοινωνίες , η ελευθερία , με τον δημοκρατικό φετιχισμό της οποίας είμαστε όλοι εξοικειωμένοι, στην πραγματικότητα διέπεται καθ’ ολοκληρίαν από την ιδιοκτησία. “Ελευθερία” δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ελευθερία να αποκτάς κάθε εμπόρευμα χωρίς κανένα όριο και η δύναμη να κάνεις “ό,τι θέλεις” μετριέται αυστηρά με το βαθμό αυτής της δυνατότητας απόκτησης. Όποιος έχει χάσει τη δυνατότητα απόκτησης δεν έχει, λοιπόν, καμιά ελευθερία, όπως βλέπουμε καθαρά , π.χ., στους “αλήτες” που οι Άγγλοι φιλελεύθεροι εκτελούσαν με απαγχονισμό χωρίς κανένα δισταγμό. Γι’ αυτό ο Μαρξ στο “Μανιφέστο” διακηρύσσει ότι όλα τα μέτρα του κομμουνισμού μπορούν , με μια έννοια, να αναχθούν σε ένα: στην κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Δεύτερον, ο κομμουνισμός σηματοδοτεί την ιστορική υπόθεση σύμφωνα με την οποία η ελευθερία δεν διέπεται αναγκαία από την ιδιοκτησία ούτε οι ανθρώπινες κοινωνίες πρέπει να διευθύνονται από μια ολιγαρχία ισχυρών επιχειρηματιών και των υπηρετών τους στην πολιτική, την αστυνομία, το στρατό και τα ΜΜΕ. Υπάρχει η δυνατότητα για μια κοινωνία που ο Μαρξ ονόμαζε “κοινωνία των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών”, όπου η παραγωγική εργασία είναι συλλογική, όπου μπορεί να επιτευχθεί η κατάργηση των μεγάλων μη εξισωτικών αντιθέσεων (μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, μεταξύ πόλης και χωριού, μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ διευθυντών και εργαζομένων κ.λπ) και όπου οι αποφάσεις που αφορούν όλους είναι υπόθεση όλων. Θα έπρεπε να μεταχειριζόμαστε αυτή την εξισωτική δυνατότητα ως αρχή σκέψης και δράσης και να μην την αφήνουμε στην άκρη.

Τέλος, ο “κομμουνισμός” υπογραμμίζει την ανάγκη για ένα διεθνή πολιτικό οργανισμό. Αυτή η οργάνωση ξεκινά με τη συνάντηση ανάμεσα σε [θεωρητικές] αρχές και στην αποτελεσματική δράση των λαϊκών μαζών. Σ’ αυτή τη βάση προσπαθεί να θέσει σε κίνηση την επινοητική σκέψη των ανθρώπων, να οικοδομήσει, με έναν τρόπο ανόθευτο από τον υπάρχον καθεστώς, μια δύναμη εσωτερική σε κάθε δεδομένη κατάσταση. Ο στόχος αυτής της δύναμης είναι να έχει την ικανότητα να στρίβει το πραγματικό προς την κατεύθυνση που ορίζεται από το συνδυασμό των θεωρητικών αρχών με την ενεργή υποκειμενικότητα όλων όσοι έχουν τη θέληση να μετασχηματίσουν την δεδομένη κατάσταση.

Η λέξη “κομμουνισμός” ορίζει συνεπώς μια πλήρη διαδικασία με την οποία η ελευθερία απελευθερώνεται από τη μη εξισωτική υποταγή της στην ιδιοκτησία. Το ότι αυτή είναι μια λέξη που οι εχθροί μας την πολεμούν τόσο πεισματικά σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν μπορούν να αντέξουν αυτή τη διαδικασία που θα κατέστρεφε την ελευθερία τους, ο κανόνας της οποίας είναι άρρηκτα δεμένος με την ιδιοκτησία. Αν λοιπόν αυτό είναι που απεχθάνονται περισσότερο απ’ όλα οι εχθροί μας, εμείς οφείλουμε να αρχίσουμε ακριβώς από την ανακάλυψή του ξανά.

Μας έχουν φέρει άραγε αυτές οι λεκτικές ασκήσεις μακριά από την Ελλάδα και την συγκεκριμένη επείγουσα κατάστασή της; Ίσως. Ωστόσο η πολιτική είναι πάντα μια συνάντηση ανάμεσα στην επιστήμη των ιδεών και στην έκπληξη των περιστάσεων. Επιθυμία μου είναι να γίνει για όλους μας η Ελλάδα ο παγκόσμιος τόπος μιας τέτοιας συνάντησης.

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Αποσπάσματα από άρθρο που έχει δημοσιευτεί στο Radical Philosophy (Σεπτέμβριος / Οκτώβριος 2013).