Ερωτήματα, αντιπαραθέσεις και διαπιστώσεις για την πανδημία και την αριστερά (α’ μέρος)

Πόλεμος, φόβος, εγκλεισμός και θάνατος, οι λέξεις που μονοπώλησαν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων σχεδόν καθημερινά και στις περισσότερες –αν όχι σε όλες– τις γωνιές του πλανήτη. Πληθώρα ερωτημάτων τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον, το ατομικό, το συλλογικό, το κοινωνικό, το οικονομικό, το διεθνές.

Η πανδημία μας βυθίζει στα καθημερινά ζητήματα επιβίωσης, αλλά ταυτόχρονα μας εξαναγκάζει να σκεφτούμε πώς θα είναι ο κόσμος μετά, αν θα υπάρξει νέα «ισορροπία», πότε, πώς και ποια θα είναι αυτή. Ποιο είναι και ποιο μπορεί να γίνει το κεντρικό κοινωνικό αίτημα ή αιτήματα, ποιες αλλαγές-ανατροπές κυοφορούνται, ποιες κοινωνικές δυνάμεις ηγεμονεύουν και ποιες υποβαθμίζονται…

Είναι ευνόητο και καθόλου υπερβολικό να ισχυριστούμε το ότι το 2020 και η πανδημία αποτελούν μια καμπή στην ανθρώπινη ιστορία. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα σκοντάφτουν τόσο στην οικονομική κρίση όσο και στην πανδημία και στις αναταράξεις που δημιούργησαν και δημιουργούν και τα δύο αυτά γεγονότα.

Όσοι είναι στρατευμένοι ή πιστεύουν στην «ουτοπία του σοσιαλισμού» αντιλαμβάνονται τις αλλαγές με βάση την κατάσταση κίνησης – δράσης – ηγεμονίας των κοινωνικών δυνάμεων. Αναζητούν το ιστορικό διεθνές αίτημα της εποχής και πασχίζουν για το πρόγραμμα και την πράξη των πολιτικών δυνάμεων που μπορούν να θέσουν αξιόπιστα το ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό αίτημα της περιόδου, που δοκιμάζουν να το απλώσουν πλατιά, οργανωμένα και μεθοδικά και να το συζεύξουν με το διεθνές ιστορικό αίτημα της εποχής.

Να μην αθωωθεί το σύστημα, η φιλοσοφία του, το μοντέλο ζωής, οι πολιτικές του

Στην αρχή της πανδημίας, εμφανίστηκε ένα πλήθος ανορθολογικών, συνωμοσιολογικών, αντιεπιστημονικών απόψεων, οργίασε η φαντασία και η προπαγάνδα διαφόρων κυβερνητών παγκόσμιας εμβέλειας (κυρίως του δυτικού κόσμου), θρησκευτικών ιεραρχών (χριστιανικού και αραβικού κόσμου) και των κάθε λογής παπαγάλων ή κενόδοξων φανφαρόνων, ακόμα και πανεπιστημιακής κοπής, για την προέλευση της πανδημίας. Μετά κυριάρχησε παγκόσμια η γραμμή της ατομικής ευθύνης. Έτσι, μέρα με τη μέρα οικοδομήθηκε η απόκρυψη του βασικού υπεύθυνου για την τραγική εξέλιξη της πανδημίας, η απόσειση ευθυνών από πρόσωπα και πολιτικές, στοχεύοντας να αθωωθεί:

1. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και η οργάνωση της σύγχρονης καθημερινής ζωής σε ανταγωνιστική σχέση με τη φύση και τις μορφές ζωής που υπάρχουν σ’ αυτήν.

Η βίαιη και ανεξέλεγκτη διατάραξη της ισορροπίας της φύσης από τον καπιταλισμό και την τεχνολογία του, διευκολύνει τη μεταφορά ιών στο ανθρώπινο είδος, με αρκετές, επικίνδυνες μεταλλάξεις. Η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση του αέρα, του εδάφους, των υδάτων, οι βίαιες αλλαγές χρήσης γης (είτε για να στεγαστούν πυκνοί ανθρώπινοι πληθυσμοί, είτε τροποποιώντας τη γεωργική παραγωγή ή και καλλιεργώντας μεταλλαγμένα είδη, είτε για τη δημιουργία κάθε είδους βιομηχανιών χωρίς έλεγχο, σεβασμό στο περιβάλλον και όρια), υποσημειώνουν δραματικά την άγρια και επικίνδυνη μεταμόρφωση της φύσης.

2. Η ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση των ανοιχτών συνόρων, των γρήγορων και παγκόσμιων μεταφορών, των τεράστιων ροών και κίνησης κεφαλαίων, προϊόντων, ανθρώπων προς όφελος των πολυεθνικών, της «παγκόσμιας αγοράς», σε τελική ανάλυση της σχέσης κεφάλαιο. Η πανδημία έδειξε ότι όσο περισσότερο παγκοσμιοποιημένες είναι οι περιοχές, τα κράτη, οι χώρες, οι αγορές τους, τόσο ταχύτερη, διευρυμένη και ανεξέλεγκτη γίνεται η διάδοση του ιού. Ο περιορισμός κίνησης ανθρώπων και εμπορευμάτων είναι μέτρο που δεν επιτράπηκε από τις κυβερνήσεις της Δύσης, ιεραρχώντας τις ανοιχτές ροές κεφαλαίων, ανθρώπων και εμπορευμάτων πιο πάνω από τη δημόσια υγεία. Οι μακράν χειρότερες επιδόσεις της κατά τα άλλα πλούσιας, αναπτυγμένης και ισχυρής Δύσης στην αντιμετώπιση της πανδημίας, κατά ένα μέρος, οφείλονται στην αδυναμία – απροθυμία της να βάλει φρένο στην αχαλίνωτη παγκοσμιοποίηση των αγορών της.

Το σύγχρονο καπιταλιστικό μοντέλο και τρόπος ζωής που επιβλήθηκε και που ενσωμάτωσε μεσαία και μικροαστικά στρώματα και που προβάλλεται σαν η κυρίαρχη ιδεολογία που καθοδηγεί το σύνολο των ανθρώπων, οδηγεί σε έναν τρόπο ζωής και σκέψης, σε ένα νέο τύπο ανθρώπου που καθοδηγείται από τον εγωκεντρικό ατομισμό. Η αποκλειστική του θρησκεία είναι η αγορά, η κατανάλωση, τα «ατομικά δικαιώματα», η «ατομική ελευθερία», η πάση θυσία αναζήτηση του ευδαιμονισμού, του ηδονισμού, της επιβεβαίωσης και του κύρους. Είναι αυτονόητη η γενικευμένη ανευθυνότητα και αδιαφορία για τις συλλογικές ανάγκες και δικαιώματα, για την κοινωνική αναφορά και ταυτότητα. Κονιορτοποιήθηκε το ψέμα της παγκόσμιας αλληλεγγύης και συνεργασίας που φέρνει η παγκοσμιοποίηση, που στην πανδημία αντικαταστάθηκε από την πραγματικότητα του «ο καθένας μόνος του και εναντίον των υπολοίπων». Αυτή η κακοχωνεμένη, καθυστερημένη και εξατομικευμένη μετάφραση της κληρονομιάς του ευρωπαϊκού διαφωτισμού αποκλειστικά ως ανθρώπινο και ατομικό δικαίωμα και καθόλου ως συλλογική και κοινωνικό πρόοδο, είναι ένας ακόμα λόγος για την παταγώδη αποτυχία των ισχυρότερων χωρών της Δύσης στην πανδημία. Η συλλογική ανάγκη ιεραρχήθηκε και ιεραρχείται πολύ χαμηλότερα από το ατομικό δικαίωμα. Αυτός ο homo homini lupus, ο άνθρωπος που είναι λύκος για τον συνάνθρωπό του, δεν ήταν μια συμπεριφορά της στιγμής, αλλά αποτέλεσμα μιας κατεργασίας δεκαετιών υπό την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και της πιο κυνικής εκδοχής του καπιταλισμού.

3. Το σύστημα αξιών και ηθικής καθορίζεται από την αγορά και το κέρδος. Πάνω απ’ όλα είναι αυτό το δίπτυχο. Καθόλου τυχαία για παράδειγμα, η πολιτική των ακραίων νεοφιλελεύθερων αγγλοσαξώνων Τραμπ και Τζόνσον, αλλά και του φασίστα Μπολσονάρο, που στην αρχή της πανδημίας φλέρταραν με την ανοσία της αγέλης, προφανώς δεν την κατάφεραν, αλλά γι’ αυτούς παρέμεινε η οικονομία τους να είναι πάνω από την ανθρώπινη ζωή. (Ο Τραμπ για να υποσκελίσει την τότε δοκιμαζόμενη Κίνα, ο Τζόνσον για να ρεφάρει και να διασκεδάσει το BREXIT απέναντι στην ΕΕ). Από την άλλη, προκαλεί τουλάχιστον ερωτηματικά η στάση του ΠΟΥ και προσωπικά του προέδρου του, για τη δίμηνη καθυστέρηση κήρυξης της πανδημίας. Όταν κηρύχθηκε πανδημία στις 11 Μαρτίου 2020, είχε ξεπεραστεί το σημείο καμπής και ελέγχου του ιού, είχαμε ήδη 118.000 κρούσματα σε 114 χώρες. Η παγκοσμιοποιημένη αγορά και ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός έχουν βάλει το χέρι τους, (ή μάλλον έχουν βάλει στο χέρι τους) τον ΠΟΥ, ο οποίος άλλωστε χρηματοδοτείται απ’ αυτούς. Τα μέτρα που πάρθηκαν για τον γεωγραφικό περιορισμό –με αφορμή την Ιταλία– άργησαν κατά πολύ και ο λόγος γι’ αυτό δεν ήταν η δημοκρατία και ελευθερία, αλλά η αγορά και η παραγωγή.

4. Δεν υπήρξε καμιά κρατική προετοιμασία και φροντίδα. Αντίθετα, προνομοποιούνταν διαρκώς και παγκοσμίως η διάλυση και η συρρίκνωση των δημόσιων συστημάτων υγείας. Κι αν αυτό συνέβαινε στον λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο σε Δύση κι Ανατολή, στον υπόλοιπο κόσμο είναι άγνωστη έννοια η δημόσια υγεία, και ίσως περισσότερο άγνωστη η λέξη υγεία.

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική επί 40 και πλέον χρόνια ξήλωνε και ξηλώνει το όποιο κοινωνικό κράτος κατακτήθηκε υπό τον φόβο του κομμουνισμού και από τη δύναμη και τις κατακτήσεις των εργατικών αγώνων και κινημάτων, ενισχύοντας μια εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση της υγείας. Ενίσχυση του κράτους σημαίνει για τους ιθύνοντες θωράκιση των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού, τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες για εξοπλισμούς (αυτό μοιάζει παράλογο, αλλά αυτός είναι ο καπιταλισμός), σημαίνει ολοένα και πιο αυταρχικά θεσμικά, νομικά και τεχνολογικά πλαίσια ελέγχου, παρακολούθησης, καταστολής, πειθάρχησης, τιμωρίας όσων αντιστέκονται ή διεκδικούν.

Η πρόληψη δεν φέρνει κέρδη στον καπιταλισμό, τα δημόσια συστήματα επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, η ιδιωτικοποίηση υγείας, πρόνοιας και ασφάλισης αποτελούν αστείρευτες κερδοφόρες πηγές για το σύστημα, η έρευνα και η τεχνολογία έχει υπαχθεί στα μονοπώλια και τις πολυεθνικές… Γι’ αυτό και προνομοποιείται η αντιμετώπιση της πανδημίας με εμβόλια και φάρμακα για να υπάρχει μια αέναη «νόμιμη» κερδοφορία (τόσο στην πραγματική οικονομία, όσο και στα χρηματιστήρια).

5. Η ανισότητα απέναντι στην πανδημία. Αποδείχτηκε για άλλη μια φορά πως στην εποχή του ιμπεριαλισμού απέναντι στις κρίσεις και τις καταστροφές δεν είμαστε όλοι ίσοι. Δεν είναι ίσες οι χώρες και οι λαοί, δεν είναι ίσοι οι άνθρωποι. Η επικινδυνότητα και η διασπορά του ιού είναι ταξικό ζήτημα. Καθορίζεται από την αντίθεση πλούσιων/φτωχών λαών και ανθρώπων. Πολλές και διαφορετικές οι αποδείξεις. Η πυκνότητα πληθυσμού (Ν. Υόρκη, Βραζιλία, Ινδία κ.ά.), οι φαβέλες, τα γκέτο φτωχών, μαύρων, λατίνων, μεταναστών. Οι εργαζόμενοι στα μεγάλα εργοστάσια, στα ορυχεία, στις νέες υπηρεσίες όπου συνυπάρχει μαζικά το νέο προλεταριάτο, στις υπηρεσίες τουρισμού και εστίασης (όποτε λειτουργήσουν), στις κατασκευές… Οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, κυρίως νοσηλευτές, βοηθητικό προσωπικό και γιατροί χαμηλής βαθμίδας. Επιπλέον, είναι γνωστές και παρούσες οι «συνήθεις» διακρίσεις πρόσβασης στην υγεία και στη θεραπεία ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Και στην πανδημία έπαιξαν το ρόλο τους. Το παράδειγμα της Β. Ιταλίας στην πρώτη φάση της πανδημίας με τα ανοιχτά εργοστάσια και τα μέσα μεταφοράς να μοιάζουν με ανθρώπινες κονσέρβες, τα λέει όλα. Είναι αυτονόητο ότι χωρίς μέτρα υγιεινής και προστασίας στους τόπους και χώρους παραγωγής, οι τελευταίοι θα γίνονταν βόμβες επέκτασης και διασποράς κρουσμάτων και θανάτων.

Όλοι, μπορεί να κολλήσουν τον ιό. Αλλά δεν είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στον ιό. Δεν είναι ίσος ο πλούσιος και ισχυρός που θα βρει αμέσως κλίνη ΜΕΘ σε άρτια στελεχωμένο νοσοκομείο με τον αδύναμο και φτωχό που θα ξεψυχήσει περιμένοντας τη διακομιδή. Δεν ίση η οικογένεια που θα περάσει την πανδημία σε ένα στριμωγμένο διαμέρισμα χωρίς φως και αέρα, με την οικογένεια που θα περάσει την πανδημία στην άνετη μονοκατοικία ή βίλα της. Δεν είναι ίσος ο Ευρωπαίος πολίτης που ήδη εμβολιάζεται, με τον Αφρικανό που θα κάνει -ίσως- το εμβόλιο στα τέλη του 2022. Δεν είναι ίσοι οι εργαζόμενοι που χάνουν την εργασία τους και το εισόδημά τους με τα στελέχη που εξακολουθούν να διευθύνουν το ίδιο καλά εξ αποστάσεως.

Ελλάδα: Αλαζονεία χωρίς στρατηγική. Επικοινωνιακή αισιοδοξία μπροστά σε σκοτεινό ορίζοντα. Ένδεια ανεξάρτητης πολιτικής διεξόδου.

Χωρίς να έχουμε φτάσει στο τέλος της πανδημίας και μετρώντας αρκετές χιλιάδες νεκρούς, υπάρχουν αρκετά συμπεράσματα και ερωτήματα τόσο για το παρόν όσο και για την επόμενη μέρα μετά την πανδημία.

1. Η κυβερνητική πολιτική κινήθηκε πάνω στα μνημονιακά και νεοφιλελεύθερα ερείπια του δημόσιου συστήματος υγείας, πάνω σε μια ανύπαρκτη πρωτοβάθμια περίθαλψη, έχοντας δεδομένο τον χαρακτήρα μιας οικονομίας υπηρεσιών με λοκομοτίβα τον τουρισμό. Με ανοιχτά και οξυμένα τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο μεταναστευτικό. Με οικονομικές πληγές μιας 10ετούς κρίσης που είχαν σαν αποτέλεσμα να υπάρχει ένα ποσοστό φτώχειας και ανεργίας πάνω από 20%. Με δραματική υποβάθμιση και συρρίκνωση των μικροαστικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στρωμάτων. Το θλιβερό παράδειγμα της Ιταλίας οδήγησε την κυβέρνηση να ακολουθήσει τη γραμμή του lockdown, αποφεύγοντας το ολικό κλατάρισμα και σώζοντας πολιτικά τον εαυτό της. Η επιτυχία διαχείρισης του πρώτου κύματος που πολλαπλασιαζόταν από την αγοραία πρωτοφανή υποστήριξή της από τα ΜΜΕ και που οφείλεται κυρίως στην τύχη και καθόλου στην οργάνωση, ενίσχυσε και ανέπτυξε την υπάρχουσα αλαζονεία της «άριστης» φυλής που νόμιζε ότι η τύχη θα συνεχιστεί. Το δεύτερο κύμα προέκυψε κυρίως από το άνοιγμα των συνόρων λόγω τουριστικής βιομηχανίας, κατ’ επιταγή διεθνών και ντόπιων συμφερόντων, χωρίς την παραμικρή προετοιμασία ενίσχυσης της πρόληψης και της αντιμετώπισης της πανδημίας (πρωτοβάθμια, υγειονομικό προσωπικό, ΜΕΘ, τεστ, κεντρική και περιφερειακή οργάνωση…) και χωρίς αυτονόητα και αποδεδειγμένα μέτρα επιδημιολογικής επιτήρησης (γρήγορα τεστ, αντιδραστήρια, μηχανήματα, έλεγχος ιχνηλασίας, βαθμός διασποράς κλπ). Η αλλοπρόσαλλη γραμμή –λόγω ανικανότητας αλλά και ομηρίας από διαφορετικά συμφέροντα– του «βλέποντας και κάνοντας» με εναλλαγές μερικού και ολικού lockdown, υπηρέτης αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων που την στηρίζουν, καθώς και η αναμενόμενη αποτυχία της στο δεύτερο κύμα, γέννησε μια πλατιά δυσαρέσκεια και εμφάνισε όρους φθοράς της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

2. Η επιδοματική πολιτική-σε αναντιστοιχία με μια πολιτική ανασυγκρότησης- που ακολούθησε και συνεχίζει να ακολουθεί η κυβέρνηση αντιμετωπίζοντας προσωρινά την οικονομική καταστροφή εργαζομένων και μικρομεσαίων στον τομέα της αγοράς καταναλωτικών προϊόντων και στην εστίαση/τουρισμό κλπ, δεν μπορεί να κρύψει το πραγματικό πρόβλημα που είναι ο προσανατολισμός και οι βάσεις της οικονομίας της Ελλάδας. Για άλλη μια φορά ακόμα αποδείχτηκε πως οι οικονομίες που στηρίζονται στις υπηρεσίες θα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες συνέπειες στις κρίσεις (οικονομικές, υγειονομικές ή φυσικές καταστροφές και γεωπολιτικές αναταραχές) από τις οικονομίες που στηρίζονται στον δευτερογενή και τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας. Επίσης, πρέπει να προστεθεί ότι σε τέτοιου είδους κρίσεις πιο ανθεκτική είναι μια οικονομία του μεγέθους και των ορίων της ελληνικής όταν έχει περισσότερο εσωστρεφή παρά εξωστρεφή προσανατολισμό. Από την ένταξη στην ΕΕ/ΕΟΚ και ακολουθώντας με πλήρη υποταγή τις επιλογές, εντολές, οδηγίες, προσανατολισμούς για την ελληνική οικονομία και τον χαρακτήρα της, απουσιάζει μια πολιτική εγχώριας παραγωγής και στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που έτσι κι αλλιώς αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, αύξησης των δημόσιων επενδύσεων στο χώρο των υποδομών και της δημιουργίας ικανών μονάδων πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής. Αλλά για να ανοίξει η συζήτηση για μια τέτοια πολιτική, απαιτείται να την ανοίξει ή να την επιβάλει σοβαρά και αξιόπιστα κάποια πολιτική ή κοινωνική δύναμη ξεπερνώντας το δόγμα μιας πολιτικής που αρχίζει και τελειώνει με το ευρώ και την ΕΕ. Με αυτή την οπτική, τα ζητήματα της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της διεύρυνσης του δημόσιου και κοινωφελούς χώρου και της κοινωνικής οργανωμένης αλληλεγγύης θα έπρεπε να τεθούν σαν πρώτη προτεραιότητα.

3. Η σιωπή της αντιπολίτευσης, ο λήθαργος του ΣΥΡΙΖΑ, οφείλεται στο αμαρτωλό παρελθόν αλλά και στο υποταγμένο παρόν του στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και πολιτικές. Παλινδρόμησε μεταξύ της γραμμής του lockdown, της επιδοματικής πολιτικής (πάρτε λεφτά από το μαξιλάρι), του ανοίγματος του τουρισμού και των επιχειρήσεων. Σεβάστηκε τα μνημονιακά όρια και δεσμά, υπηρέτησε μια επιδοματική πολιτική αντί μιας παραγωγικής και οικονομικής ανασυγκρότησης, άφησε αβοήθητους στα πελάγη του χρέους τους μικρομεσαίους, και τελείωσε τη δυνατότητα και την προσδοκία μιας εναλλακτικής λύσης και διεξόδου βυθίζοντας στην απογοήτευση τον κόσμο που τον εμπιστεύτηκε, και προβοκάροντας από «τα μέσα» την έννοια και τις αξίες της αριστεράς. Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που ομοίως με τη ΝΔ είχε μια αλλοπρόσαλλη πολιτική που τον καθιστούσε ακόμα πιο ανίκανο και αφερέγγυο από τη ΝΔ για να αντιμετωπίσει την πανδημία, που από τον Μάιο φώναζε για το άνοιγμα του τουρισμού και της οικονομίας, ο ίδιος που τώρα φωνάζει για τις συνέπειες της πανδημίας. Καθοδηγείται μόνο από τον στόχο της εναλλαγής στην κυβέρνηση προσπαθώντας να συγκροτήσει ένα αντιδεξιό-αντιΜητσοτακικό μέτωπο για την υλοποίηση αυτού του στόχου. Η στρατηγική του εξαντλείται στην αναμονή συσσώρευσης δυσαρέσκειας προς τη ΝΔ που θα αναγκάζει ψηφοφόρους να την αποδοκιμάζουν χωρίς ωστόσο να επιδοκιμάζουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η άμεση ταχτική του αφορά στην επανασύσταση του κεντρώου χώρου διεμβολίζοντας ή συμπράττοντας με το υπό διπλή λεηλάτηση ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ. Δικομματισμός των ομοίων. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στο ίδιο πλαίσιο με αυτό που υπηρετεί η ΝΔ και η αστική τάξη της χώρας. Αδυνατεί ή και αρνείται να αντιληφθεί τις παγκόσμιες αλλαγές που προκαλούνται από την πανδημία και την οικονομική κρίση. Δεν βλέπει στις επερχόμενες αναταραχές την ευκαιρία να τεθεί το ερώτημα η πρόκληση και η ανάγκη για μια ριζική αλλαγή της πορείας της χώρας και της τύχης του λαού της. Παρά τις φραστικές οξύνσεις, στην Ελλάδα έχουμε δύο, όχι ίδια, αλλά πάντως όμοια κόμματα.

Πώς μια ταινία αναπτέρωσε τον φασισμό στην Αμερική και βοήθησε στην εκλογή του Τραμπ

Το antapocrisis αναδημοσιεύει το παρακάτω άρθρο γιατί ανεξάρτητα από την εκτίμηση για την καλλιτεχνική και φιλοσοφική αξία μιας ταινίας, επιχειρεί να ερμηνεύσει την υλική βάση του Τραμπισμού πολύ ευρύτερα και μάλλον ουσιαστικότερα από την περιοριστική εικόνα του αμόρφωτου Αμερικανού του καθυστερημένου Νότου. Ως τέτοιο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εξηγεί το βάθος και την έκταση του φαινομένου καθώς και τις ρίζες του στο “τέλος της ιστορίας”.

Τι θα απαντούσατε στο ερώτημα για το ποια ταινία είχε την μεγαλύτερη επιρροή στον 21ο αιώνα μέχρι τώρα; Και μιλώ για πραγματική, απτή επιρροή. Επιρροή που βιώνουμε κάθε μέρα. Η ταινία στην οποία αναφέρομαι, κυκλοφόρησε το 1999. Αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα που κουράζεται από το κενό νόημα του κόσμου. Μιλώ φυσικά για το Fight Club.

Κατά το γράψιμο αυτού του άρθρου, το Fight Club κατατάσσεται στην 11η θέση στις αγαπημένες ταινίες όλων των εποχών στη λίστα του IMDB. Όταν κυκλοφόρησε, οι κριτικοί ήταν πολύ διχασμένοι και η ταινία απέτυχε να ενθουσιάσει το κοινό της. Από τότε όμως, έχει γίνει αντικείμενο λατρείας, κυρίως από νεαρούς λευκούς άντρες που αναζητούν σκοπό στη ζωή τους.

Για μένα, η ταινία έμοιαζε πάντα σαν φασιστικός ψευδο-πνευματισμός τυλιγμένος σε περιττή βία. Ο Ρότζερ Έμπερτ καταλάβαινε καλύτερα τη ματαιοδοξία της ταινίας, όταν έγραψε ότι το Fight Club είναι «ένας συναρπαστικός περίπατος μεταμφιεσμένος σε φιλοσοφία» και μία από τις «πιο ειλικρινείς και χαρούμενες φασιστικές ταινίες μεγάλων αστέρων». Οι υποστηρικτές της ταινίας ισχυρίζονται ότι είναι μια κριτική του φασισμού, του καταναλωτισμού και της τοξικής αρρενωπότητας. Λένε ότι ο Aφηγητής, σκοτώνοντας τον Τάιλερ, αποδεικνύει την ειρωνική του πρόθεση. Είναι ο τρόπος του να πει «ήταν απλώς μια φάρσα». Διαφωνώ εντελώς.

Το Fight Club δεν είναι κριτική. Είναι μια αδιάκοπη απολογία. Ο Aφηγητής, που σκοτώνει τον Τάιλερ, δεν απαλλάσσεται από αυτό που έχει κάνει. Δεν αποδεικνύει επίσης ότι έχει μάθει κάτι ή ότι έχει γίνει καλύτερο άτομο. Ενώ κάποιοι βλέπουν λύτρωση στη δολοφονία-αυτοκτονία, εγώ βλέπω αποδοχή. Ο Aφηγητής δεν χρειάζεται πια ένα alter ego. Έχει πλέον εσωτερικεύσει αυτό που αρχικά πρόβαλε στον Tyler. Η τελική σκηνή, στην οποία κοιτάζει ασταμάτητα και δίχως συναισθήματα να ξετυλίγεται η τρομοκρατική συνωμοσία, είναι περαιτέρω απόδειξη ότι έχει γίνει πλέον Tyler.

Αυτή η συζήτηση θα είχε μικρή σημασία εάν περιοριζόταν στη συζήτηση της καλλιτεχνικής και φιλοσοφικής αξίας μιας ταινίας. Ωστόσο, το ζήτημα είναι ότι το Fight Club και η «φιλοσοφία» που υποστηρίζει, έχουν φτάσει πολύ πέρα ​​από τα σαλόνια των κριτικών της ταινίας. Η ταινία συνέβαλε στην ψυχολογική μιζέρια μιας ολόκληρης γενιάς και αναζωογόνησα πολλές τοξικά και επικίνδυνα ρεύματα που τελικά οδήγησαν στην εναλλακτική ακραία δεξιά (alt-right) και εξέλεξαν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Για εκείνους που είναι αρκετά μεγάλοι για να θυμούνται, η δεκαετία του ’90 ήταν μια χαμένη δεκαετία που ορίστηκε από το παράξενο συναίσθημα ότι είχαμε φτάσει στο «τέλος της ιστορίας», αυτό που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν ιστορικό κενό. Ο 20ος αιώνας είχε τελειώσει τον Δεκέμβριο του 1991 με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Ο 21ος αιώνας ξεκίνησε την Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2001. Δέκα χρόνια έμειναν ξεκρέμαστα ανάμεσα σε δύο αιώνες, χάθηκαν ανάμεσα σε δύο χιλιετίες, περιπλανώμενα στο χρόνο.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κομπτ-Σπονβίλ, σε ένα δοκίμιο του 2004, υποστήριξε ότι η πτώση του κομμουνιστικού ανατολικού μπλοκ άφησε την καπιταλιστική Δύση χωρίς σαφή συνείδηση του εαυτού της. Από τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, εμείς στον «πρώτο κόσμο» ορίσαμε τον εαυτό μας βάζοντάς τον σε αντίθεση με τον δεύτερο και τον τρίτο κόσμο. Οι εθνικές μας επιστημολογίες και οι μεταφυσικές βασίστηκαν σε αντίθεση και σύγκριση με τους Άλλους. Όταν ο Μεγάλος Άλλος εξαφανίστηκε, δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε πια ποιοι είμαστε.

Ταινίες από τη δεκαετία του ’90 περικλείουν αυτό το αίσθημα απελπισίας, εγκατάλειψης, έλλειψης σκοπών. Μόνο το 1999 μας έδωσε το Matrix, το Office Space, το Fight Club, το American Beauty και το Eyes Wide Shut. Οι πρωταγωνιστές όλων αυτών των ταινιών είναι λευκοί άντρες που αισθάνονται ότι η ζωή τους (προσωπική, επαγγελματική, σεξουαλική) βρίσκεται σε αδιέξοδο και προσπαθούν να δημιουργήσουν νόημα σε ένα παράλογο κόσμο μέσα από την εξέγερση, τη βία και το σεξ.

Όταν τελικά ήρθε ο 21ος αιώνας, ξεκίνησε μέσα στη βία και στο χάος. Μας υποσχέθηκαν ιπτάμενα αυτοκίνητα και έναν καλύτερο, ειρηνικό κόσμο. Το μόνο που πήραμε ήταν συντριβή αεροπλάνων στους Δίδυμους Πύργους, φόβο και άνοδο του αυταρχισμού. Ως κοινωνία, χρειαζόμαστε έναν Μεγάλο Άλλο για να μας κάνει να νιώθουμε σαν να είμαστε εμείς οι καλοί. Τον βρήκαμε πολύ εύκολα. Οι ισλαμιστές έγιναν οι νέοι κομμουνιστές. Το μεγάλο χάσμα μετακινήθηκε από τις κοινωνικοοικονομικές πολιτικές σε μια πολύ πιο απλοϊκή διχοτόμηση ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς. Είμαστε Εμείς και απέναντι ο άξονας του Κακού. Ο Ντικ Τσένι χαρακτήρισε τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας ως «υπαρξιακή σύγκρουση».

Η μελαγχολία της δεκαετίας του ’90 μετατράπηκε σε υπαρξιακό φόβο κατά τη δεκαετία του 2000. Με την αρρενωπότητα και τις παραδοσιακές δυτικές αξίες να δέχονται επίθεση, τα χειρότερα πνευματικά κινήματα επανεμφανίστηκαν σε ένα εξαιρετικά εύφορο έδαφος, ενισχυμένα από νέα παγκόσμια εργαλεία επικοινωνίας: το Διαδίκτυο και, σύντομα, τα κοινωνικά δίκτυα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όλες αυτές οι κινήσεις θα βρίσκουν στο Fight Club, την τέλεια έκφραση των βασικών αρχών τους. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άνθρωποι που προσηλυτίστηκαν σε αυτά τα ρεύματα, θα λατρέψουν αυτήν την ταινία και θα την κρατήσουν ως Ευαγγέλιο.

Το Fight Club δοξάζει τον ανδρισμό, τον μηδενισμό, την έλλειψη πίστης και τον φασισμό. Εξυψώνει τον λευκό νεαρό άνδρα που βρίσκει νόημα στην επιβολή της ανδρικότητάς του, μεταχειρίζεται τις γυναίκες σαν θηράματα προς κυνήγι, απορρίπτοντας κοινωνικούς κανόνες, αρνούμενος τις παραδοσιακές αξίες, φλερτάροντας με το μηδέν.

Είναι συναρπαστικό να βλέπουμε πώς το Fight Club έχει γίνει μια φιλοσοφική αναφορά και, σε κάποιο βαθμό, μια εξιδανικευμένη εκδοχή της ζωής, για τους ακτιβιστές των δικαιωμάτων των ανδρών, για όσους θεωρούν ότι το σεξ με τις γυναίκες είναι αποτέλεσμα επιστημονικού σχεδιασμού (pick-up artists), για όσους δεν βρίσκουν γυναίκα παρόλο που το επιδιώκουν (incels), για τους νέους άθεϊστές, για τις ομάδες πολιτοφυλακών όπως το Fraternal Order of Alt-Knights ή τους Proud Boys, για τον Steve Bannon και το Breitbart, και για μισογυνιστές όπως ο Jordan Peterson.

Όλες αυτές οι ομάδες και οι άνθρωποι ζουν σε έναν κόσμο όπου οι λευκοί άντρες είναι καταπιεσμένοι:

Από τις γυναίκες που τους αρνούνται το σεξ που τάχα τους οφείλουν, αναγκάζοντάς τους να μην έχουν σεξουαλική ζωή, παρά το ότι την επιδιώκουν.

Από κάποιον άλλο άνδρα που επιτυγχάνει σεξουαλικά με τις γυναίκες, κλέβοντάς τες από τους «καλούς» στους οποίους υποτίθεται ότι ανήκουν οι ίδιοι.

Από την κοινότητα LGBTQ+, από ακτιβιστές κοινωνικών δικαιωμάτων, και από αυτό που αποκαλούν «ιδεολογία της αφύπνισης», σύμφωνα με την οποία όλοι οι άλλοι συνωμοτούν για να μειώσουν τα δικαιώματα των λευκών ανδρών για να αυξήσουν τα δικά τους.

Από αλλοδαπούς φυσικά, στη διαδικασία που αποκαλούν Μεγάλη Αντικατάσταση.

Και, φυσικά, όλες αυτές οι ομάδες έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό που είναι τώρα γνωστό ως alt-right (Εναλλακτική Δεξιά). Αρτίστες του σεξουαλικού πεσίματος, νέοι αθεϊστές, σκεπτικιστές, ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ανδρών, αποτελούν πλέον τον πυρήνα αυτής της νέας ακροδεξιάς, φασιστικής ιδεολογίας της οποίας ηγέτης είναι ο Ντόναλντ Τραμπ και Βίβλος είναι το Fight Club.

Με πολλούς τρόπους, ο Τραμπ προσωποποιεί όλα αυτά που εκτιμούν αυτοί οι άντρες στον Τάιλερ του Fight Club. Ο Τραμπ είναι απροκάλυπτα μισογύνης, αγκαλιάζει με υπερηφάνεια τις απόψεις της Λευκής Ανωτερότητας, είναι εντελώς ρατσιστής, δεν δείχνει σεβασμό στις κλασικές αξίες ή στο πρωτόκολλο, είναι ομοφοβικός που επαινεί την τοξική αρρενωπότητα. Είναι ανοιχτά αυτό που ελπίζουν οι ίδιοι να είναι κρυφά.

Το Fight Club βοήθησε στη γέννηση μιας νέας φυλής φασισμού στην Αμερική. Αποκρυσταλλώνει τον φόβο των νέων λευκών αντρών και τους έδωσε έναν χάρτη πορείας για να βρουν νόημα στην λύπηση προς τον εαυτό τους και στο μίσος προς τους άλλους. Μας έδωσε την ακροδεξιά και τον Ντόναλντ Τραμπ.

Το Fight Club είναι πιθανώς η πιο καταστροφική ταινία που έγινε ποτέ.

Πηγή: Medium

Μετάφραση: antapocrisis

Ρέπουν οι νέοι μας προς τον κομμουνισμό;

Στις αρχές Νοέμβρη το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) δημοσίευσε μια έρευνα του αναφορικά με τις αντιλήψεις των νέων της Ελλάδας για τον κομμουνισμό, 31 χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Το ΚΕΦΙΜ είναι ένα think tank που στόχο έχει τη διάδοση των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων απόψεων. Στο ΚΕΦΙΜ συμμετέχουν η Μιράντα Ξαφά, ο Πέτρος Δούκας κ.α. ενώ πρόεδρος είναι ο κ. Σκούρας με ισχυρές σχέσεις με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα στις ΗΠΑ.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, που μεταξύ άλλων φρίκαραν το ακραία φιλελεύθερο think tank, έδειξαν ότι περίπου το 60% των νέων της χώρας εκτιμά σήμερα ότι η πορεία της Ελλάδας θα ήταν καλύτερη αν βρισκόταν στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης.

Ας ξεκινήσουμε με το προφανές. Γιατί να απασχολεί τους φιλελεύθερους της χώρας σήμερα η αντίληψη των νέων για τον «κομμουνισμό» 30 χρόνια μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού; Γιατί τόση ανησυχία για κάτι που κατέρρευσε 30 χρόνια πριν;

Τη στιγμή μάλιστα που στην ιστοσελίδα τους υπερηφανεύονται ότι το σύστημα της οικονομίας της αγοράς πατάει πάνω σε πλάτες γιγάντων γιατί έχει αποδείξει την υπεροχή του; Μήπως δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι που διατείνονται παντού και σε όλους τους τόνους ότι ο κομμουνισμός είναι αποτυχημένο σύστημα και ανήκει στο παρελθόν; Δεν είναι εκείνοι που είναι βέβαιοι ότι ο καπιταλισμός είναι το σύστημα εκείνο που εξασφαλίζει την ευημερία, την ειρήνη και την ανάπτυξη; Γι’ ακόμη μια φορά οι κύριοι του ΚΕΦΙΜ και οι ιδεολογικοί τους φίλοι δεν είναι εκείνοι που δηλώνουν με αυταρέσκεια ότι ο καπιταλισμός είναι το βέλτιστο δυνατό κοινωνικό σύστημα και δεν απειλείται από τίποτα; Δεκαετίες τώρα έχουν όλα τα μέσα (μίντια, ντοκιμαντέρ και ταινίες, εκπαίδευση) και ξαναγράφουν την ιστορία του 20ου αιώνα, ώστε να νομίζει ο κόσμος ότι ο φασισμός νικήθηκε στο Περλ Χάρμπορ και στη Νορμανδία και ότι ο Στάλιν κάθε μήνα έσφαζε κάποια εκατομμύρια αντιφρονούντες. Έχουν όλα τα μέσα (καταναλωτισμός, πολιτιστικά σκουπίδια, χειραγωγούμενα social media) για να χειραγωγούν τις συνειδήσεις, ειδικά των νέων. Δεν έχουν αντίπαλο. Τι φοβούνται; Γιατί τόση πρεμούρα;

Την έρευνα μονοπωλούν ερωτήματα του στυλ: «Ήταν ίδια η αγοραστική δύναμη Ελλάδας-Βουλγαρίας μετά το 1990;» ή «Ποια από τα ακόλουθα προϊόντα μπορούσε να αγοράσει ο μέσος πολίτης ελεύθερα στην Σοβιετική Ένωση το 1985 και να παραλάβει την ίδια μέρα;» και στη λίστα συμπεριλαμβάνονται τα… καλσόν.

Με τέτοιου είδους ερωτήματα προσπαθεί η «έρευνα» να εκμαιεύσει την απάντηση που θέλει. Ότι δηλαδή ο κομμουνισμός είναι ένα αποτυχημένο σύστημα και ο καπιταλισμός το πιο αποτελεσματικό σύστημα. Ακόμα όμως και με στημένες ερωτήσεις δεν τους βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα. Κι αυτό γιατί πέρα από τις στημένες ερωτήσεις, υπάρχει και η ωμή πραγματικότητα. Οι νέοι, στους οποίους απευθύνονται τα ερωτήματα, ίσως παίρνουν μισθούς πείνας. Ίσως είναι υποχρεωμένοι να ζουν με τους γονείς τους ως τα 40. Ίσως είναι άνεργοι. Ίσως να μπορούν να αγοράσουν ένα καλσόν, αλλά η ζωή τους να είναι διαρκώς βουλιαγμένη στο οικονομικό αδιέξοδο. Ίσως να μη στήνονται στην ουρά για ένα τζήν, αλλά να ζουν για να δουλεύουν και όχι να δουλεύουν για να ζουν.

Στην έρευνα υπάρχουν αρκετά ερωτήματα με σαφή προσανατολισμό. Πατάνε πάνω στα αδιέξοδα του υπαρκτού σοσιαλισμού, στην ύστερη μεταβατική πορεία του προς την παλινόρθωση του καπιταλισμού, κυρίως στην οικονομία και στον τομέα των αγαθών. Οι ίδιοι φιλελεύθεροι που το 1988 πανηγύριζαν για την Περεστρόικα, σήμερα βάζουν την ερώτηση «ποια ήταν η διαφορά στην αγοραστική δύναμη μεταξύ των πολιτών ΗΠΑ και ΕΣΣΔ το 1992». Δηλαδή οι ίδιοι που έλεγαν τότε ότι η λύση είναι η παλινόρθωση του καπιταλισμού, διατυπώνουν το ερώτημα γιατί η λύση που πρότειναν δεν ήταν τελικά λύση. Βεβαίως δε συζητάμε κάποια πιο σοβαρή μελέτη, ότι για παράδειγμα οι καπιταλιστικές σχέσεις (κίνητρο του κέρδους, ανταγωνισμός, μαύρη αγορά) που είχαν διευρυνθεί δεκαετίες πριν στην οικονομία του υπαρκτού σοσιαλισμού, φταίνε για τα αδιέξοδα που δημιουργήθηκαν. Για το ΚΕΦΙΜ το ερώτημα αφορά που έβρισκες πιο εύκολα καλσόν και αυτοκίνητα BMW το 1992. Στις ΗΠΑ ή στην ΕΣΣΔ; Σοβαρό think tank.

Από την άλλη απουσιάζουν εκκωφαντικά ερωτήσεις που θέτουν άλλες προτεραιότητες. Αν πραγματικά τα think tank των φιλελευθέρων υπερασπίζονται τον «ελεύθερο» διάλογο και την ανοιχτότητα, γιατί δεν υπάρχει καμία ερώτηση για την παιδεία, την υγεία, τον πολιτισμό, το δικαίωμα στη στέγη ή το δικαίωμα στα αξιοπρεπή γηρατειά; Όπως για παράδειγμα, υπήρχαν άστεγοι στην ΕΣΣΔ; Σε μια πανδημία πόσο κόστιζε στον ασθενή η περίθαλψη στη σοσιαλιστική Βουλγαρία, συγκριτικά με τα 35 χιλ δολάρια που κοστίζει σήμερα στις ΗΠΑ; Ποιο ποσοστό του πληθυσμού είχε πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ και ποιο στην ΕΣΣΔ και με ποια κριτήρια; Που ήταν τα μεγαλύτερα ποσοστά αναλφαβητισμού, αλκοολισμού, σχετικού και απόλυτου κοινωνικού αποκλεισμού; Στην καπιταλιστική Βραζιλία ή στη σοσιαλιστική Κούβα; Πιστεύετε ότι σε μια πανδημία η διαχείριση σε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα με άλλες προτεραιότητες θα είχε σαν αποτέλεσμα εκατομμύρια νεκρούς και εκατοντάδες εκατομμύρια πεινασμένους, ανέργους και με ψυχολογικά προβλήματα; Κανένα τέτοιο ερώτημα δεν υπάρχει. Γιατί τότε τα συμπεράσματα θα ήταν… ασυμμάζευτα.

Αυτό που δείχνει έμμεσα η έρευνα του ΚΕΦΙΜ πρέπει ωστόσο να μας απασχολεί. 31 χρόνια μετά την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ το φάντασμα του κομμουνισμού στοιχειώνει τους φιλελεύθερους αυτής της χώρας παρ’όλες τις παρόλες τους για το αντίθετο. Γιατί διαφορετικά δε θα είχαν λόγο να ασχοληθούν μαζί του. Γιατί το αύριο προμηνύεται σκοτεινό για τη νεολαία και καμία καπιταλιστική φόρμουλα δεν το σώζει κι αυτό οι κύριοι και οι κυρίες των φιλελεύθερων think tank το γνωρίζουν παρά τις αγκυλώσεις τους.

Το πρόβλημα τους δεν είναι η ΕΣΣΔ του Μπρέζνιεφ και του Γκορμπατσόφ. Το πρόβλημα είναι να μην τεθούν ως  βασικές προτεραιότητες μιας κοινωνίας η υγεία και η παιδεία και όχι τα… καλσόν. Ξέρουν ότι σε αυτό το γήπεδο θα χάσουν από έναν ανώτερο αντίπαλο. Το Σοσιαλισμό.

Οι μη-υποδειγματικές ζωές

Πρόσφατα διάβασα, μάλλον τυχαία παρά σχεδιασμένα, σύντομες αναφορές στις ζωές ορισμένων σύγχρονων οικονομολόγων. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν η κενότητά τους. Οι ζωές τους έμοιαζαν με βιογραφικά. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε σχεδόν καμία διαφορά μεταξύ των βιογραφικών τους και της ζωής τους (στο βαθμό δηλαδή που μπορούσα να καταλάβω).

Οι ζωές (δηλ. τα βιογραφικά τους) συνήθως πήγαιναν ως εξής: Αποφοίτησε από ένα πολύ διάσημο πανεπιστήμιο ως ο/η καλύτερος/η στην τάξη τους. Είχε πολλές προσφορές από εξίσου αναγνωρισμένα πανεπιστήμια. Έγινε βοηθός καθηγητής στο Χ, έγινε αναπληρωτής καθηγητής στο Υ, έκανε μια ιδιαίτερα επιδραστική δημοσίευση στο Z θέμα όταν ήταν στο W πανεπιστήμιο. Υπηρέτησε σε μια ή δύο κυβερνητικές θέσεις. Μετακόμισε σε ένα άλλο διάσημο πανεπιστήμιο. Έκανε μια άλλη επιδραστική δημοσίευση. Στη συνέχεια έγραψε ένα βιβλίο. Και μετά… έκανε αυτό και αυτό και εκείνο και το άλλο. Θα μπορούσατε να δημιουργήσετε ένα μόνο πρότυπο, και απλώς να εισάγετε το όνομα του συγγραφέα και τους τίτλους των δημοσιεύσεων με μερικές ίσως μόνο μικρές διαφορές στην ηλικία του καθενός.

Αναρωτιόμουν: πώς μπορούν άνθρωποι που είχαν ζήσει τόσο βαρετές ζωές, αποκλειστικά σε μία ή δύο χώρες, με γνώση το πολύ δύο γλωσσών, έχοντας διαβάσει βιβλιογραφία αποκλειστικά σε μία μόνο γλώσσα, ταξίδεψαν μόνο από τη μία πανεπιστημιούπολη στην άλλη και ίσως από ένα θέρετρο πεζοπορίας σε ένα άλλο, να έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν για τις κοινωνικές επιστήμες, με όλον τον αγώνα, τη διαφθορά, την πάλη, τον πόλεμο, την προδοσία και την εξαπάτηση που παρατηρούμε στα κοινωνικά φαινόμενα. Αν ήταν φυσικοί ή χημικοί, δεν θα είχε σημασία. Δεν χρειάζεται να ζήσετε μια ενδιαφέρουσα ζωή για να καταλάβετε πώς κινούνται τα άτομα, αλλά ίσως είναι προϋπόθεση για να καταλάβετε τι κινεί τους ανθρώπους.

Μπορείτε να ζείτε μια βαρετή ζωή και να είστε πρώτης τάξεως κοινωνικός επιστήμονας; Σε ένα βαθμό, πιθανώς. Μπορείτε να είστε πολύ έξυπνοι και να καταλάβετε πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι κάτω από συνθήκες που δεν έχει βιώσει ποτέ ο εαυτός σας – ούτε κάποιος που γνωρίζετε. Δεν μπορώ να πω ότι είναι αδύνατο. Νομίζω όμως ότι δεν είναι πιθανό: γιατί είναι στην ανθρώπινη φύση, όσο έξυπνοι κι αν είμαστε, να μπορούμε να κατανοούμε ορισμένα πράγματα ή να εξετάζουμε διαφορετικές και νέες πτυχές ενός ζητήματος, μόνο όταν αντιμετωπίζουμε κι εμείς οι ίδιοι το πρόβλημα. Νομίζω ότι όλοι το έχουμε βιώσει αυτό. Αντιμετωπίζοντας θεωρητικά ένα δεδομένο πρόβλημα, μπορούμε να παρέχουμε μια απολύτως λογική και συνεκτική απάντηση και ίσως ακόμη και να εξηγήσουμε καλά τις διαθέσιμες επιλογές. Αλλά μετά, εάν αντιμετωπίσουμε το ίδιο πρόβλημα στην πραγματική ζωή μας, θα ανακαλύψουμε γρήγορα ότι μια τέτοια καλά αιτιολογημένη απάντηση ήταν μόνο εν μέρει σωστή. Απέτυχε να λάβει υπόψη μια σειρά από δευτερεύοντα ζητήματα, πολλούς όρους και περιορισμούς του προβλήματος, τους οποίους στην αφηρημένη περίπτωση, είτε αγνοήσαμε, είτε τους αφήσαμε μακριά, είτε πιθανά δεν σκεφτήκαμε, ούτε φανταστήκαμε ποτέ.

Η τακτοποιημένη και ίσως βαρετή ζωή είναι προνόμιο των πλούσιων και τακτοποιημένων κοινωνιών. Όλοι, (εκτός κι αν ίσως είμαστε 25), θέλουμε να ζήσουμε μια τέτοια ζωή. Αλλά είναι επίσης μια πολύ περιορισμένες ζωή: το εύρος των συναισθημάτων και των επιλογών που τυχόν θα βιώσουμε είναι πολύ στενό. Μπορεί να θέλουμε να έχουμε ως καθηγητές μας στις κοινωνικές επιστήμες άτομα που πίνουν κώνειο για να επιχειρηματολογήσουν για ένα σημαντικό ζήτημα (Σωκράτης), άτομα που φυλακίστηκαν ή βασανίστηκαν (Μακιαβέλι), ή άτομα που εκτελέστηκαν με εντολή Εθνοσυνέλευσης (Κοντορσέ), ή εξορίστηκαν και σκοτώθηκαν από αυταρχικά καθεστώτα (Κοντράτιεφ), ή άτομα που έπρεπε να αποδράσουν από τη χώρα τους και να ανακαλύψουν τον εαυτό τους (Μαρξ), ή να μετακινηθούν σε προκλητικές πολιτικές (Βέμπερ), ή να μεταναστεύσουν σε άλλη ήπειρο (Σουμπέτερ, Χάγιεκ, Κουζνέτς, Λεοντίεφ), ή να ζήσουν τη συγκίνηση των απαγορευμένων απολαύσεων (Κέινς).

Αλλά αν η ζωή μας είναι απλώς ένα βιογραφικό, μπορούμε να κατανοήσουμε τις ανθρώπινες επιλογές και την ανθρώπινη φύση (προϋπόθεση για να είμαστε σπουδαίοι κοινωνικοί επιστήμονες); Υποβάλλοντας αυτήν την ερώτηση, δεν ρωτάμε αν τα τακτοποιημένα άτομα σε εύρυθμες και πλούσιες κοινωνίες μπορούν πραγματικά να παράγουν κάτι το καινοτόμο στις κοινωνικές επιστήμες; Ή αν τα μαθήματά τους θα παραμείνουν εγκλωβισμένα αποκλειστικά σε εύρυθμες και πλούσιες κοινωνίες και σε τακτοποιημένους και βαρετούς ανθρώπους και δεν θα αφορούν τον υπόλοιπο κόσμο;

Με άλλα λόγια, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Πλούταρχου, χρειαζόμαστε υποδειγματικές ζωές για να πετύχουμε σπουδαία πράγματα στις κοινωνικές επιστήμες;

Πηγή: Global Inequality

Μετάφραση: antapocrisis 

Και μετά τη δίκη τι;

Η άγρια χαρά που νιώσαμε όλοι την Τετάρτη, στα ελάχιστα λεπτά πριν την πνίξει σε δακρυγόνα ο Χρυσοχοΐδης και σε νέφη συναίνεσης το μιντιακό συνονθύλευμα που για πεντέμισι χρόνια είχε πνίξει στη σιωπή την ελληνική Νυρεμβέργη, έχει ήδη δώσει τη θέση της σε περίσκεψη και συνοφρύωση. Οσο κι αν αδικεί τον Μπρεχτ να τον τσιτάρουμε ακατάσχετα κι απλουστευτικά, μου είναι αδύνατο να αποφύγω τη μυριοστή του επανάληψη: «Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό». Το είπε την κατάλληλη στιγμή, ακριβώς πάνω στην άγρια χαρά της αντιφασιστικής νίκης, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που ήταν η αρχή του Ψυχρού Πολέμου. Τον άγριο οίστρο της σκύλας τον ένιωσε προσωπικά, περνώντας από τις μακαρθικές διώξεις στις ΗΠΑ, όπου ο τρόμος και η αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ είχαν δώσει τη θέση τους στην υστερία και στη βαρβαρότητα του αντικομμουνισμού.

Επ' ευκαιρία, η μοναδική "χολιγουντιανή" ταινία του Μπέργκαν, παραμένει ό,τι καλύτερο έχει γυριστεί ως μυθοπλασία, ως κοινωνικό ψυχογράφημα του ναζισμού στο λυκαυγές του...

Επ’ ευκαιρία, η μοναδική “χολιγουντιανή” ταινία του Μπέργκαν, παραμένει ό,τι καλύτερο έχει γυριστεί ως μυθοπλασία, ως κοινωνικό ψυχογράφημα του ναζισμού στο λυκαυγές του…

Ο Μπρεχτ μάς συνιστά την επαγρύπνηση, μας καρφώνει στο μυαλό το ερώτημα «και μετά, τι;», καλώντας μας να θυμηθούμε το: «και πριν, πώς;». Τώρα, που «όλοι δικοί μας είμαστε», τώρα που οι χαζοχαρούμενοι συνομιλητές ή παρ’ ολίγον συνεργάτες των νεοναζί επιδίδονται σε χαρακίρια ειλικρίνειας και καλούν «να ξεριζώσουμε τους χρυσαυγίτες που έχουμε μέσα μας» (τι λες τώρα!), τώρα που η κυβερνώσα Δεξιά προσπαθεί να απαλλοτριώσει τη νίκη του αντιφασιστικού κινήματος, τώρα είναι η στιγμή να θυμηθούμε τα στοιχειώδη για να προλάβουμε τα επόμενα τερατώδη. Γιατί όλες οι πρώτες ύλες για μια επανάληψη του φασιστικού φαινομένου, στην απροσδιόριστη και ιστορικά μοναδική εκδοχή που έχει κάθε φορά, είναι ήδη εδώ.

Το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα ένα ποσοστό πολιτών (έως 20%, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Prorata) αισθάνεται οικείες τις «ιδέες» της Χρυσής Αυγής, αν «καθαριστούν» από εγκληματικές δραστηριότητες, είναι η πιο πρόσφατη επιβεβαίωση ότι η σκύλα δεν είναι απλώς σε οίστρο, αλλά είναι ήδη γκαστρωμένη. Ή -για να συνεχίσουμε την κατάχρηση των σχημάτων λόγου που αδικούν το ζωικό βασίλειο- ότι τα αυγά του φιδιού είναι έτοιμα να ξανασκάσουν.

Τι ακριβώς έγινε το 2010, όταν οι «φασίστες που έκρυβαν κάποιοι μέσα τους» βγήκαν έξω κι έγιναν η πρώτη εκλογική έκπληξη στην Αθήνα; Τι μεσολάβησε μέχρι το 2012, στο πρώτο πανελλαδικό εκλογικό άλμα, και μέχρι το 2014, στον φασιστικό θρίαμβο των ευρωεκλογών; Τι γέννησε τα ακροδεξιά και ρατσιστικά μορφώματα που διέτρεξαν την Ευρώπη την προηγούμενη δεκαετία, στις εκδοχές του «φασισμού των πλουσίων» του Βορρά, που πίστεψαν ότι απειλούνται από τους τεμπέληδες του Νότου, και του «φασισμού των φτωχών» του Νότου, που τους έφταιξαν οι ακόμα φτωχότεροι, οι «εισβολείς» της εξαθλιωμένης Αφρικής και της διαλυμένης Μέσης Ασίας;

Για να μην ξεχνιόμαστε: το υλικό υπόστρωμα, ο παγκόσμιος κοινωνικο-οικονομικός καμβάς της ναζιστικής ή φασίζουσας αναγέννησης ήταν η χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση χρέους στην Ευρώπη, η ανοιχτά ρατσιστική διαχείρισή της από το γερμανικό ράιχ στην Ε.Ε., η μετατροπή της Ελλάδας σε ζώνη οικονομικής καραντίνας για την προστασία της ευρωζώνης και των τραπεζών της, η βίαιη επιβολή των μνημονίων, η μαζική φτωχοποίηση του πληθυσμού, η προλεταριοποίηση μικροαστικών στρωμάτων που έπεσαν απότομα από τα σύννεφα της δανεικής ευημερίας τους, η εκτίναξη της ανεργίας, η επιβολή καθεστώτος πολιτικής επιτροπείας στη χώρα, η τοκογλυφική συμπεριφορά των δανειστών, η παντελής αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί την κρίση και η συνακόλουθη χρεοκοπία του, η κονιορτοποίηση και ανασύνθεση του κομματικού συστήματος, τα κρυφά και φανερά φλερτ μέρους της ελληνικής επιχειρηματικής ελίτ με τους νεοναζί, των οποίων η πολιτική εκτίναξη προφανώς δεν συντελέστηκε χωρίς χρηματοδότηση.

Το πώς όλα αυτά μετασχηματίστηκαν σε σκέψη, κουλτούρα και συμπεριφορά των ανοήτων που έγιναν εκτελεστές, πραιτοριανοί, ακόλουθοι, μέλη ή απλοί οπαδοί και ψηφοφόροι των νεοναζί είναι υπόθεση πολλών επιστημών, συμπεριλαμβανομένης της ψυχιατρικής. Ομως, το βέβαιο είναι ότι το φαινόμενο που ως μετά Χριστόν προφήτες όλοι σήμερα αποδοκιμάζουν έχει συνενόχους και χορηγούς: τις ευρωπαϊκές ηγεσίες που διαχειρίστηκαν με κυνισμό και βαρβαρότητα την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, την πολιτική γραφειοκρατία που θεσμοποίησε τη λιτότητα, την τραπεζοκρατία και τη χρεοκρατία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα που ενθυλάκωσε τους ποταμούς χρήματος που τύπωναν οι κεντρικές τράπεζες, τους υπερπλούσιους που μετέτρεψαν σε ακόμα περισσότερο πλούτο τα κρατικά χρέη και την εξαθλίωση των ήδη φτωχών. Γι’ αυτούς δικαστήριο δεν έγινε, ούτε προβλέπεται.

Δεν ξέρω αν το αισθάνεστε, αλλά είμαστε ακριβώς στην επανεκκίνηση του φαινομένου, με τους ιστορικά μοναδικούς όρους που δημιουργεί η πανδημία του κορονοϊού. Τα κρατικά χρέη αυξάνονται ξανά – είναι μονόδρομος για τις κυβερνήσεις, έστω κι αν είναι βέβαιο ότι σε ένα-δυο χρόνια από μας θα ζητήσουν τον λογαριασμό. Η ύφεση που προκαλεί η πανδημία καταστρέφει μια ώρα αρχύτερα μεγάλο μέρος της «παλιάς οικονομίας», αλλά απογειώνει τη «νέα», ετοιμάζοντας έναν βαθύτατο, ευρύτατο και παγκόσμιο μετασχηματισμό του καπιταλισμού. Κι ενώ κατά εκατομμύρια εργαζόμενοι και φτωχά μεσαία στρώματα χάνουν εισόδημα, θέσεις εργασίας και τζίρους, οι δισεκατομμυριούχοι του πλανήτη (τα γράφει καθημερινά σ’ αυτή την εφημερίδα ο Μπάμπης Μ.) μπαζώνουν μερικά ακόμα τρισεκατομμύρια στα χαρτοφυλάκιά τους, καθιστώντας την πανδημία μηχανισμό αβυσσαλέας διεύρυνσης των ανισοτήτων. Η αγαπησιάρικη ρητορεία των ελίτ για «την πανδημία που θα μας βοηθήσει να χτίσουμε έναν πιο δίκαιο κόσμο» δίνει και παίρνει, αλλά δουλεύουν ακάματα ακριβώς για το αντίθετο. Οι ανισότητες, η επισφάλεια, η αποξένωση, η εισοδηματική υποβάθμιση, ο ανταγωνισμός της επιβίωσης σε έναν κόσμο που όχι απλά δεν τον ελέγχεις, αλλά δυσκολεύεσαι ακόμη και να τον κατανοήσεις, αποτελούν το υπόστρωμα των εκρήξεων του μέλλοντος. Καλοδεχούμενες, όταν υπάρχει δεξαμενή δημιουργικής εκτόνωσής τους στον δρόμο της ουτοπίας. Ολέθριες, όταν εγκλωβίζονται στην ολοκληρωτική δυστοπία, στον αυταρχισμό, στους «σωτήρες», στον φασισμό. Ο φασισμός δεν είναι απλά ξενιστής στο άσπιλο σώμα του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Είναι η βαρβαρότητα στην οποία προσφεύγει ένα πλέγμα οικονομικής κυριαρχίας όταν το μονοπώλιό του δεν μπορεί πια να προστατευτεί παρά μονάχα με την ανοιχτή βία. Κι είναι και ο εκβαρβαρισμός των ανθρώπων που αδυνατούν να καταλάβουν τι και ποιος φταίει για την εξαθλίωσή τους. Ο Μπρεχτ είχε απόλυτο δίκιο.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Ένας μαύρος μαρξιστής ακαδημαϊκός θέλησε να μιλήσει για την φυλή. Προκάλεσε την οργή.

Ο Άντολφ Ριντ, είναι γέννημα θρέμμα του φυλετικά κατακερματισμένου Νότου, ντόπιος της Νέας Ορλεάνης, ο οποίος οργάνωνε φτωχούς, μαύρους και αντιμιλιταριστές στρατιώτες στα τέλη του 60 και έγινε ένας σπουδαίος μαρξιστής ακαδημαϊκός σε τρία κορυφαία πανεπιστήμια.

Στην πορεία απέκτησε την πεποίθηση, η οποία είναι υπό αμφισβήτηση σήμερα, ότι η Αριστερά είναι πολύ επικεντρωμένη στην φυλή και ελάχιστα επικεντρωμένη στην τάξη. Κατά την άποψη του, οι σημαντικές νίκες επιτεύχθηκαν, όταν η εργατική τάξη και οι φτωχοί κάθε χρώματος παλέψαν πλάι-πλάι για τα δικαιώματα τους.

Στα τέλη Μαΐου, ο καθηγητής, 73 χρόνων πλέον και ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας, ήταν καλεσμένος να μιλήσει  στην τοπική οργάνωση των Δημοκρατών Σοσιαλιστών της Αμερικής (DSA) στη Νέα Υόρκη. Το ταίριασμα φαινόταν φυσικό. Με κοφτερό πνεύμα, ο άνδρας που έκανε εκστρατεία για τον Γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς και στηλίτευσε τον Πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα ως έναν άνδρα «ανίδεο αναφορικά με την κατασταλτική νεοφιλελεύθερη πολιτική», θα απευθυνόταν στην μεγαλύτερη οργάνωση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής οι οποίοι ανέδειξαν στην Βουλή των Αντιπροσώπων την Αλεσάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και μια νέα γενιά αριστερού ακτιβισμού.

Το θέμα που επέλεξε ήταν σκληρό: Σκόπευε να επιχειρηματολογήσει ότι η έντονη επικέντρωση της Αριστεράς στον δυσανάλογο αντίκτυπο του κορωνοϊού στους μαύρους, υπομονεύει την πολυφυλετική οργάνωση, την οποία βλέπει ως το κλειδί στη δημόσια υγεία και στην οικονομική δικαιοσύνη.

Η θερμοκρασία ανέβηκε και ο θυμός ξέσπασε. Τα μέλη του DSA αναρωτιούνταν «πως γίνεται να έχουμε προσκαλέσει να μιλήσει κάποιον που υποβαθμίζει τον ρατσισμό σε μια εποχή πανδημίας αλλά και διαμαρτυρίας;». Η ομάδα των Αφροσοσιαλιστών και των Έγχρωμων Σοσιαλιστών της οργάνωσης δήλωσε ότι το να μιλήσει ήταν «αντιδραστικό, μειωτικό και στην καλύτερη εντελώς αδιάφορο».

«Δεν μπορούμε να φοβόμαστε να συζητήσουμε για τη φυλή και το ρατσισμό, διότι θα μπορούσε κάτι τέτοιο να παραποιηθεί από ρατσιστές. Είναι δειλία και υποχώρηση μπροστά στους ρατσιστές».

Εν μέσω της φήμης ότι οι αντίπαλοι μπορεί να έριχναν την ομιλία του από το διαδίκτυο ο καθηγητής Ριντ και οι επικεφαλής του DSA συμφώνησαν να την ακυρώσουν, μια εντυπωσιακή στιγμή καθώς ίσως η πιο ισχυρή σοσιαλιστική οργάνωση της Αμερικής αρνήθηκε την ομιλία ενός μαύρου μαρξιστή καθηγητή λόγω της άποψής του για τις φυλές.

«Κύριε ελέησον, ο Άντολφ είναι ο πιο σπουδαίος δημοκρατικός θεωρητικός της γενιάς του», είπε ο Κορνέλ Γουέστ, καθηγητής φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ και επίσης σοσιαλιστής. « Έχει υιοθετήσει κάποιες μη δημοφιλείς θέσεις για τις πολιτικές ταυτοτήτων, αλλά έχει πίσω του ένα ιστορικό μισού αιώνα. Αν παραιτηθείς από την συζήτηση, το κίνημα σου κινδυνεύει να στενέψει».

Η απόφαση να φιμωθεί ο καθηγητής Ριντ ήρθε την στιγμή όπου οι Αμερικανοί αντιπαρατίθενται για τον ρόλο της φυλής και του ρατσισμού στην αστυνόμευση, στην Υγεία, τα Μ.Μ.Ε και τις εταιρείες. Συχνά από αυτή την συζήτηση αποκλείονται εκείνοι οι αριστεροί και οι προοδευτικοί που υποστηρίζουν ότι υπάρχει μεγάλη επικέντρωση στην φυλή και όχι στην τάξη, ενώ ζούμε σε μια τόσο άνιση κοινωνία. Ο καθηγητής Ριντ είναι μέρος εκείνων των ιστορικών, πολιτικών επιστημόνων και διανοούμενων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το οικοδόμημα της φυλής είναι υπερτιμημένο.

Αυτή η αντιπαράθεση είναι ιδιαίτερα ισχυρή, αφού πολλοί αγωνιστές αισθάνονται ότι υπάρχει η μοναδική ίσως ευκαιρία εδώ και χρόνια να σημειωθεί πρόοδος σε θέματα που αφορούν από την αστυνομική βία και τις υπερβολικές και μαζικές φυλακίσεις, έως την υγεία και την κοινωνική ανισότητα. Αυτή όμως η ευκαιρία αναδύεται όπως ο σοσιαλισμός στην Αμερική – κυρίως ως ένα λευκό κίνημα που προσελκύει νεότερους οπαδούς από διαφορετικά στρώματα και κατηγορίες.

Πολλοί αριστεροί και φιλελεύθεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι οι τρέχουσες ανισότητες στην υγεία, την αστυνομική βαρβαρότητα και την ανισότητα του πλούτου οφείλονται κυρίως στην αμερικανική ιστορία του ρατσισμού και της λευκής υπεροχής. Το ζήτημα της φυλής είναι η πρωταρχική πληγή της Αμερικής, λένε, και οι Μαύροι, μετά από αιώνες δουλείας και φυλετικού διαχωρισμού, πρέπει να βρεθούν στην πρώτη γραμμή ενός πολυφυλετικού αγώνα για να το διαλύσουν. Το να ακυρώσουμε αυτή τη μάχη κυνηγώντας απλά μια εφήμερη ταξική αλληλεγγύη είναι παράλογο, υποστηρίζουν.

«Ο Άντολφ Ριντ και οι άλλοι του είδους του, πιστεύουν ότι αν μιλήσουμε πάρα πολύ για την φυλή θα απομακρύνουμε πάρα πολλούς και αυτό θα μας εμποδίσει να οικοδομήσουμε ένα κίνημα», δήλωσε η Κιάνγκα Γιαμάχτα Τέιλορ, καθηγήτρια αφρικανικών-αμερικανικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον στο Νιου Τζέρσεϋ και σοσιαλίστρια που έδωσε ομιλίες στους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) και είναι εξοικειωμένη με αυτές τις συζητήσεις. «Δεν το θέλουμε αυτό – θέλουμε να κερδίσουμε την κατανόηση των λευκών για το πώς ο ρατσισμός τους έχει διαστρεβλώσει θεμελιωδώς τη ζωή των Μαύρων».

Μια αντίθετη άποψη προσφέρεται από τον καθηγητή Ριντ και ορισμένους εξέχοντες μελετητές και ακτιβιστές, πολλοί από τους οποίους είναι μαύροι. Βλέπουν την τρέχουσα έμφαση στον πολιτισμό στην πολιτική που βασίζεται στη φυλή ως αδιέξοδη. Η τάση αυτή περιλαμβάνει τον Δρ Γουέστ, τους ιστορικούς Μπάρμπαρα Φιλντς του Πανεπιστημίου της Κολούμπια και τον Τουρέ Ριντ – γιο του Άντολφ – της πολιτείας του Ιλινόις  και τον Μπασκάρ Σανκάρα, ιδρυτή του Jacobin, ενός σοσιαλιστικού περιοδικού.

Όλοι αυτοί αποδέχονται φυσικά την ωμή πραγματικότητα της φυλετικής ιστορίας της Αμερικής και του ρατσισμού. Υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει τώρα την Αμερική – όπως η ανισότητα του πλούτου, η αστυνομική βαρβαρότητα και οι μαζικές φυλακίσεις – επηρεάζουν τους μαύρους και ισπανόφωνους Αμερικανούς, αλλά και έναν μεγάλο αριθμό της εργατικής τάξης και  των φτωχών λευκών Αμερικανών.

Τα πιο ισχυρά και προοδευτικά κινήματα, λένε, ριζώνουν στην πάλη για παγκόσμια προγράμματα.

Αυτό ισχύει για τους νόμους που ενδυνάμωσαν την οργάνωση της εργασίας και καθιέρωσαν προγράμματα μαζικής απασχόλησης κατά τη διάρκεια του Νιου Ντηλ, και ισχύει για τους τρέχοντες αγώνες για δωρεάν δίδακτρα δημόσιων κολεγίων, υψηλότερο κατώτατο μισθό, εκδημοκρατισμένες αστυνομικές δυνάμεις και δημόσια υγειονομική περίθαλψη.

Αυτά τα προγράμματα θα βοηθούσαν κατεξοχήν τους Μαύρους, Λατίνους και Ιθαγενείς Αμερικανούς, οι οποίοι κατά μέσο όρο έχουν λιγότερο οικογενειακό πλούτο και υποφέρουν από κακή υγεία σε ποσοστά που ξεπερνούν αυτά των λευκών Αμερικανών, θεωρεί ο καθηγητής Ριντ και οι υποστηρικτές του. Το να επιμείνεις στην φυλή, ενέχει το ρίσκο να διχάσεις μια εν δυνάμει ισχυρή συμμαχία και να πέσεις στα χέρια των συντηρητικών.

«Η εμμονή με τις ανισότητες της φυλής έχει αποικίσει τη σκέψη των αριστερών και φιλελεύθερων», μου είπε ο καθηγητής Ριντ. «Υπάρχει αυτή η επιμονή ότι η φυλή και ο ρατσισμός είναι θεμελιώδεις καθοριστικοί παράγοντες της ύπαρξης όλων των Μαύρων».

Αυτές οι μάχες δεν είναι καινούργιες: Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Σοσιαλιστές αγωνίστηκαν με τον δικό τους ρατσισμό και συζήτησαν το βαθμό στον οποίο πρέπει να προσπαθήσουν να οικοδομήσουν μια πολυφυλετική οργάνωση. Ο Γιουτζίν Ντεμπς, ο οποίος έθεσε υποψηφιότητα για πρόεδρος πέντε φορές, ήταν επιβλητικός στην επιμονή του ότι το κόμμα του υποστηρίζει τη φυλετική ισότητα. Παρόμοιες ερωτήσεις θόλωσαν τα πολιτικά δικαιώματα και τα κινήματα της Μαύρης εξουσίας της δεκαετίας του 1960.

Αλλά η συζήτηση έχει ξαναρχίσει από την εξάπλωση του θανατηφόρου ιού και τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στη Μινεάπολη από αστυνομικό. Και έχει υιοθετήσει έναν διχαστικό τόνο ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, καθώς ο σοσιαλισμός – που στη δεκαετία του 1980 σε μεγάλο βαθμό έλκυε αριστερούς μιας κάποιας ηλικίας – προσελκύει σήμερα πολλούς νέους ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να ανασυστήσουν οργανώσεις όπως οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA), η οποία υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές από τη δεκαετία του 1920. (Μια δημοσκόπηση στα τέλη του περασμένου έτους διαπίστωσε ότι ο σοσιαλισμός είναι τώρα τόσο δημοφιλής, όσο και ο καπιταλισμός, μεταξύ των ατόμων ηλικίας 18 έως 39 ετών).

Οι DSA τώρα έχουν πάνω από 70.000 μέλη σε όλη την χώρα και 5.800 στην Νέα Υόρκη- και η μέση ηλικία τους κυμαίνεται κοντά στα 30. Η οργάνωση έχει γίνει μια αναπάντεχη εκλογική δεξαμενή, που τροφοδοτεί τις νίκες των υποψηφίων του Δημοκρατικού Κόμματος όπως της Οκάζιο-Κορτέζ και του Τζαμάαλ Μπάουμαν, οι οποίοι επικράτησαν εναντίον του μακροχρόνιου δημοκρατικού κατεστημένου στις προκριματικές εκλογές του Ιουνίου.

Τα προηγούμενα χρόνια, οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής είχαν υποδεχτεί τον καθηγητή Ριντ ως ομιλητή. Όμως τα νεότερα μέλη, κουρασμένα από την απομόνωση λόγω Covid-19, ρίχτηκαν στην μάχη του «Defund Police» (να μειωθεί η χρηματοδότηση της Αστυνομίας) και των αντι-Τραμπ διαδηλώσεων και εξοργίστηκαν από την πρόσκληση που του δόθηκε.

«Τα μέλη έχουν πολύ έντονες ανησυχίες», δήλωσε ο Τσι Ανούα, από τους επικεφαλής της οργάνωσης της Νέας Υόρκης του DSA σε μια διαδικτυακή κλήση. «Η συζήτηση ήταν πολύ περιφρονητική για τις φυλετικές ανισότητες σε ένα πολύ τεταμένο χρονικό διάστημα για την αμερικανική ζωή».

Η καθηγήτρια Τέιλορ του Πρίνστον, είπε ότι ο καθηγητής Ριντ θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η προγραμματισμένη συζήτησή του για το Covid-19 και δεδομένης της εμμονής για τις φυλετικές ανισότητες θα καταγραφόταν ως «πρόκληση. Ήταν αρκετά εμπρηστικό».

Τίποτα από αυτά δεν εξέπληξε τον Καθηγητή Ριντ, ο οποίος σαρδόνια το χαρακτήρισε ως «μια σταγόνα στον ωκεανό». Κάποιοι στην Αριστερά, είπε, «πολεμούν ενάντια στο να σκεφτούν αναλυτικά».

O καθηγητής Ρίντ είναι ένας μάχιμος διανοούμενος, ο οποίος απολαμβάνει ιδιαίτερα να στηλιτεύει φιλελεύθερους τους οποίους θεωρεί πολύ «φιλικούς» με τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Έγραψε ότι ο Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον και οι φιλελεύθεροι οπαδοί του έδειξαν «προθυμία να θυσιάσουν τους φτωχούς και να το χαρακτηρίσουν ως σκληρή συμπόνια» και περιέγραψε τον πρώην αντιπρόεδρο Τζόζεφ Ρ. Μπάιντεν ως έναν άνθρωπο του οποίου «η τρυφερή ευσπλαχνία περιορίζεται στις χρηματοπιστωτικές βιομηχανίες».

Βρίσκει κάποιο χιούμορ όταν δέχεται επίθεση σχετικά με το θέμα της φυλής.

«Δεν έχω αρχίσει ποτέ παρουσιάζοντας τη βιογραφία μου, καθώς αυτό συχνά γίνεται μέσο επίδειξης». «Αλλά όταν οι αντίπαλοί μου λένε ότι δεν αποδέχομαι ότι ο ρατσισμός είναι πραγματικός, σκέφτομαι: Εντάξει, αρκετά, φτάσαμε πλέον σε ένα περίεργο σημείο».

Ο καθηγητής Ριντ και άλλοι σύντροφοί του πιστεύουν ότι η αριστερά συχνά παγιδεύεται σε μάχες για φυλετικά σύμβολα, από τα αγάλματα μέχρι τη γλώσσα, αντί να παρακολουθεί τις θεμελιώδεις οικονομικές αλλαγές.

«Αν σου έλεγα: είσαι άνεργος, αλλά καταφέραμε να μετονομάσουμε το Γέιλ με το όνομα ενός άλλου λευκού», θα με κοίταζες σαν να είμαι τρελός», είπε ο κ. Σανκάρα, συντάκτης του Jacobin (σ.μ. Το Πανεπιστήμιο του Γέιλ πήρε το όνομά του από τον Ελάιχου Γέιλ, έμπορο, φιλάνθρωπο, χρηματοδότη του Πανεπιστημίου και εμπόρου σκλάβων).

Καλύτερα, υποστηρίζουν, να μιλήσουμε για κοινότητα συμφερόντων. Ενώ υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα πλούτου μεταξύ των Μαύρων και των Λευκών Αμερικανών, οι φτωχοί και οι λευκοί εργαζόμενοι της εργατικής τάξης είναι σε εξαιρετικά όμοια κατάσταση με τους φτωχούς και τους εργαζόμενους μαύρους της εργατικής τάξης όσον αφορά το εισόδημα και τον πλούτο, δηλαδή διαθέτουν πολύ λίγα και από τα δύο. Οι πολιτικοί του Δημοκρατικού Κόμματος, υποστηρίζει ο καθηγητής Ριντ και οι υποστηρικτές του, χειρίζονται το φυλετικό πρόβλημα ως ελιγμό για να αποφύγουν την ενασχόληση με μεγάλα οικονομικά ζητήματα που έχουν βαθιές ρίζες, όπως η ανακατανομή πλούτου, καθώς αυτό θα αναστάτωνε τους πλούσιους δωρητές τους.

«Οι φιλελεύθεροι χρησιμοποιούν την πολιτική ταυτότητας και τη φυλή ως έναν τρόπο για να αντιμετωπίσουν τις εκλήσεις για αναδιανεμητικές πολιτικές», σημείωσε ο Τουρέ Ριντ, του οποίου το βιβλίο «Toward Freedom: The Case Against Race Reductionism» ασχολείται με αυτά τα θέματα.

Μερικοί από τα αριστερά υποστηρίζουν ότι ο καθηγητής Ριντ και οι σύμμαχοί του αγνοούν ότι η έντονη έμφαση στη φυλή δεν είναι μόνο καλή πολιτική αλλά και κοινή λογική.

«Οι Μαύροι δεν υφίστανται μόνο ταξική καταπίεση», δήλωσε η καθηγήτρια Τέιλορ του Πρίνστον, «υποφέρουν επίσης από τη φυλετική καταπίεση. Είναι ουσιαστικά πιο περιθωριοποιημένοι από τους λευκούς».

«Πώς χτυπάμε την πόρτα τους, χωρίς να μιλάμε για φυλή και ρατσισμό;»

Έθεσα αυτήν την ερώτηση στον καθηγητή Ριντ. Γιος μετακινούμενων, ριζοσπαστών ακαδημαϊκών, πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας στη Νέα Ορλεάνη. «Είμαι γέννημα θρέμμα του Νότου και του συστήματος φυυλετικών διαχωρισμών και έχω ιδιαίτερο μίσος για αυτό το σύστημα», είπε.

Ωστόσο, ακόμη και αν ευχαριστήθηκε καθώς πρόσφατα η Νέα Ορλεάνη αφαίρεσε μνημεία της παλιάς, δουλοκτητικής Συνομοσπονδίας των Πολιτειών του Νότου, προτιμούσε έναν διαφορετικό συμβολισμό. Θυμήθηκε, που ως μικρό αγόρι ταξίδεψε σε μικρές πόλεις της Νέας Αγγλίας και περπατούσε μέσα από νεκροταφεία βλέποντας ταφόπλακες καλυμμένες με βρύα να δείχνουν πού αναπαύτηκαν όσοι νέοι λευκοί πέθαναν στην υπηρεσία της Ένωσης.

«Ένιωσα ένα ζεστό συναίσθημα διαβάζοντας αυτούς τους τάφους, “Ο τάδε και ο τάδε πέθαναν ώστε όλοι οι άνθρωποι να μπορούν να είναι ελεύθεροι”. Υπήρχε κάτι πολύ συγκινητικό σε αυτό».

Πηγή: New York Times

Μετάφραση: antapocrisis

Η αγορά αντιπολιτεύεται την αγορά

Διονύσης ΜαρούδαςΜέλος της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ, αρθρογραφεί για το antapocrisis

Γιατί ο καπιταλισμός παράγει δουλειές του κώλου

Το antapocrisis αναδημοσιεύει από τον ιστότοπο koinoi-topoi.gr τον πρόλογο του βιβλίου του συγγραφέα David Graeber “Για το φαινόμενο των δουλειών του κώλου”, καθώς και το εισαγωγικό σημείωμα της μετάφρασης. Ο David Graeber που άφησε την τελευταία του πνοή στις 2/9/2020 ήταν καθηγητής ανθρωπολογίας στο LSE, ακτιβιστής και συγγραφέας. Το 2013 δημοσίευσε στο περιοδικό Strike ένα ομώνυμο άρθρο που πραγματευόταν το φαινόμενο των άχρηστων εργασιών που παράγει ο καπιταλισμός. Το άρθρο έκανε εξαιρετική αίσθηση και μετεξελίχθηκε σε βιβλίο.

Την άνοιξη του 2013, άθελά μου, ξεκίνησα μια μικρή διεθνή αναταραχή.

Όλα ξεκίνησαν όταν μου ζητήθηκε να γράψω ένα κείμενο για ένα νέο ριζοσπαστικό περιοδικό ονόματι “Strike!”. Ο εκδότης του με ρώτησε αν είχα κάτι προκλητικό, το οποίο κανείς άλλος δεν προσφέρεται να δημοσιεύσει. Συνήθως, έχω μία ή δύο τέτοιες ιδέες πρόχειρες οπότε έφτιαξα ένα προσχέδιο και του το παρουσίασα με τον τίτλο «Γιατί ο καπιταλισμός παράγει άχρηστες δουλειές».

Το κείμενο βασιζόταν σε ένα προαίσθημα. Όλοι μας γνωρίζουμε το είδος εκείνο των εργασιών οι οποίες δεν μοιάζουν, στους τρίτους, να προσφέρουν επί της ουσίας το παραμικρό: σύμβουλοι ανθρώπινου δυναμικού, υπεύθυνοι επικοινωνίας, υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων, οικονομικοί σύμβουλοι, εταιρικοί δικηγόροι ή το είδος εκείνο των (εξαιρετικά γνώριμων στο ακαδημαϊκό περιβάλλον) ανθρώπων που περνούν τον χρόνο τους στελεχώνοντας επιτροπές που διαβουλεύονται πάνω στο πρόβλημα της ύπαρξης περιττών επιτροπών. Η λίστα φαινόταν ατελείωτη. Κι αν -αναρωτήθηκα- αυτές οι δουλειές είναι πράγματι άχρηστες, και εκείνοι που τις ασκούν έχουν επίγνωση αυτού του πράγματος; Όλοι μας, που και που, συναντούμε ανθρώπους οι οποίοι φαίνεται να αισθάνονται πως η δουλειά τους είναι άχρηστη και περιττή. Θα μπορούσε να υπάρξει τίποτα πιο αποθαρρυντικό από το να έχεις να ξυπνήσεις τις πέντε από τις επτά ημέρες κάθε βδομάδας της ενήλικης ζωής σου προκειμένου να εκτελέσεις ένα καθήκον που σιωπηρά κάποιος θα πίστευε ότι είναι περιττό – ότι απλούστατα είναι χάσιμο χρόνου ή πόρων, ή ακόμη και ότι κάνει τον κόσμο μας χειρότερο; Δεν θα ήταν ένα φρικτό ψυχικό τραύμα που θα διαπερνούσε την κοινωνία μας; Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, ήταν κάτι για το οποίο κανένας δεν φαινόταν να μιλάει. Υπήρχαν δεκάδες έρευνες γύρω από το αν οι άνθρωποι ήταν χαρούμενοι στη δουλειά τους. Δεν υπήρχε καμία, απ’ όσο ήμουν σε θέση να γνωρίζω, έρευνα σχετικά με το αν ένιωθαν ότι η δουλειά τους είχε οποιονδήποτε πραγματικό λόγο να υπάρχει.

Το ενδεχόμενο η κοινωνία μας να περιλαμβάνει πλήθος από άχρηστες δουλειές για τις οποίες κανένας δεν θέλει να μιλήσει φαινόταν αρκετά πιθανό. Το ζήτημα της εργασίας βρίθει από ταμπού. Ακόμη και το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν απολαμβάνει τη δουλειά της και θα απολάμβανε μια δικαιολογία προκειμένου να μην πάει στη δουλειά, θεωρείται ως κάτι που δεν μπορεί, στην πραγματικότητα, να ομολογήσει κανείς στην τηλεόραση – σίγουρα, πάντως, όχι στις ειδήσεις, ακόμη κι αν γίνεται κάποια περιστασιακή μνεία σε ντοκιμαντέρ και σε αστεία stand-up κωμικών. Είχα προσωπική εμπειρία από τα εν λόγω ταμπού: κάποια στιγμή είχα υπάρξει εκπρόσωπος τύπου για μια ομάδα ακτιβιστών που φημολογείτο ότι σχεδίαζε μια καμπάνια πολιτικής ανυπακοής προκειμένου να διακοπεί η λειτουργία του συστήματος μεταφορών της Ουάσιγκτον, ως μέρος των γενικότερων κινητοποιήσεων ενάντια σε μια παγκόσμια οικονομική διάσκεψη που θα λάμβανε χώρα στην πόλη. Αν έμοιαζες με αναρχικό, τις ημέρες που προηγήθηκαν, μετά βίας μπορούσες να πας οπουδήποτε χωρίς κάποιος ευδιάθετος δημόσιος υπάλληλος να σε πλησιάσει και να σε ρωτήσει αν ήταν πράγματι αλήθεια ότι δεν θα μπορούσε να πάει στη δουλειά του τη Δευτέρα. Παρόλα αυτά, την ίδια στιγμή τα τηλεοπτικά επιτελεία κατάφεραν με υπευθυνότητα να πάρουν συνεντεύξεις από δημοτικούς υπαλλήλους της πόλης -και δεν θα με εξέπληττε αν κάποιοι από αυτούς ήταν οι ίδιοι υπάλληλοι που με σταμάταγαν στον δρόμο- οι οποίοι σχολίαζαν πόσο απαράδεκτο θα ήταν να μην μπορούν να πάνε στη δουλειά τους, αφού γνώριζαν τι θα σήμαινε το να βγουν στην τηλεόραση. Κανένας δεν φαίνεται να νιώθει ελεύθερος να πει τι πραγματικά νιώθει για τέτοιου είδους ζητήματα – τουλάχιστον δημόσια.

Φάνταζε πιθανό, αλλά δεν ήμουν κι απολύτως σίγουρος. Κατά κάποιον τρόπο, έγραψα το κείμενο σαν ένα είδος πειραματισμού. Με ενδιέφερε να δω τι είδους αντιδράσεις θα προκαλούσε.

Ιδού τι έγραψα για το ζήτημα τον Αύγουστο του 2013:

Γιατί ο καπιταλισμός παράγει άχρηστες δουλειές

Το 1930 ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς προέβλεψε ότι, έως το τέλος του αιώνα, η τεχνολογία θα είχε προχωρήσει τόσο πολύ ώστε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία ή οι ΗΠΑ θα πετύχαιναν την καθιέρωση μόλις 15 ωρών εργασίας την εβδομάδα. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι είχε δίκιο. Με τεχνολογικούς όρους, είμαστε πράγματι ικανοί για κάτι τέτοιο. Και, παρόλα αυτά, κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Αντ’ αυτού, η τεχνολογία χρησιμοποιείται προκειμένου να βρίσκει τρόπους για να μας κάνει να δουλεύουμε περισσότερο. Προκειμένου να το πετύχει, έπρεπε να δημιουργηθούν δουλειές που, στην ουσία, είναι άχρηστες. Ολόκληρες στρατιές ανθρώπων, πρωτίστως στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, αναλώνουν το σύνολο του εργασιακού τους βίου εκτελώντας καθήκοντα που μέσα τους πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να εκτελούν. Η ηθική και πνευματική ζημία που απορρέει από αυτή την κατάσταση είναι βαθύτατη. Είναι μια πληγή στον συλλογικό μας ψυχισμό. Και, παρόλα αυτά, κανένας δεν μιλάει γι’ αυτό.

Γιατί η υποσχόμενη ουτοπία του Κέυνς -ήδη πολυαναμενόμενη από τη δεκαετία του ‘60- δεν πραγματώθηκε ποτέ; Η συνήθης σημερινή απάντηση είναι ότι ο Κέυνς δεν υπολόγισε την τεράστια αύξηση του καταναλωτισμού. Ανάμεσα στο δίλημμα λιγότερων ωρών εργασίας ή περισσότερων παιχνιδιών και απολαύσεων, διαλέξαμε συλλογικά το δεύτερο. Πρόκειται για ένα όμορφο ηθικοπλαστικό παραμύθι· αρκεί, ωστόσο, μια στιγμή σκέψης προκειμένου να αποδειχθεί ότι δεν στέκει κάτι τέτοιο. Πράγματι, από τη δεκαετία του ‘20, έχουμε γίνει μάρτυρες της δημιουργίας ενός πελώριου αριθμού νέων θέσεων και κλάδων εργασίας· εντούτοις, η παραγωγή και η διανομή σούσι, iPhones ή φανταχτερών αθλητικών παπουτσιών αφορά ελάχιστους.

Οπότε σε τι ακριβώς συνίστανται αυτές οι νέες δουλειές; Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ που συνέκρινε την εργασία στις ΗΠΑ μεταξύ 1910 και 2000 μάς δίνει μια ξεκάθαρη εικόνα (εικόνα που -υπογραμμίζω- αντανακλάται και στο Ηνωμένο Βασίλειο). Κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, ο αριθμός των εργατών που ασχολούνται με τα οικιακά, τη βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα έχει υποστεί δραματική ύφεση. Την ίδια στιγμή, νέου τύπου «επαγγελματίες» όπως managers, υπάλληλοι, πωλητές και «εργαζόμενοι παροχής υπηρεσιών» έχουν τριπλασιαστεί, αυξανόμενοι, πλέον, «από το ένα στα τρία τέταρτα του συνολικού αριθμού απασχολουμένων». Με άλλα λόγια, όπως ακριβώς είχε προβλεφθεί, οι παραγωγικές δουλειές έχουν αυτοματοποιηθεί σε τρομακτικά μεγάλο βαθμό (ακόμη κι αν συνυπολογίσει κανείς τους βιομηχανικούς εργάτες που υπάρχουν παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης της στρατιάς ανθρώπων που μοχθούν στην Ινδία και στην Κίνα, τέτοιου τύπου εργάτες δεν αγγίζουν ούτε μετά βίας ένα υπολογίσιμο ποσοστό του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού, όπως συνέβαινε παλαιότερα).

Αλλά αντί η συγκεκριμένη εξέλιξη να οδηγήσει σε μια δραστική μείωση των ωρών εργασίας, απελευθερώνοντας τον πληθυσμό του πλανήτη προκειμένου να ασχοληθεί με τις προσωπικές του ασχολίες, τις απολαύσεις, τα οράματα και τις ιδέες του, αυτό που συναντούμε είναι η υπερδιόγκωση, όχι τόσο του τομέα των «υπηρεσιών», όσο του διοικητικού τομέα, έως το σημείο που δημιουργεί ολόκληρες νέες βιομηχανίες όπως αυτή των οικονομικών υπηρεσιών ή του telemarketing, ή την άνευ προηγουμένου επέκταση τομέων όπως το εταιρικό δίκαιο, η διοίκηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και της υγείας, του ανθρωπίνου δυναμικού και των δημοσίων σχέσεων. Και αυτοί οι αριθμοί δεν αντανακλούν καν όλους εκείνους τους ανθρώπους των οποίων η δουλειά είναι να παρέχουν διοικητική και τεχνική υποστήριξη ή ασφάλεια σε αυτές τις βιομηχανίες, ή, πολύ πιο πέρα από αυτά, μια πλειάδα υποστηρικτικών υπηρεσιών (κομμωτήρια σκύλων, ολονύκτιες διανομές πίτσας) που υπάρχουν μόνο και μόνο επειδή όλοι οι υπόλοιποι ξοδεύουν τόσο πολύ χρόνο στη δουλειά τους.

Είναι αυτές που αποκαλώ «δουλειές του κώλου».

Είναι σαν κάποιος εκεί έξω να επινοεί άσκοπες δουλειές μόνο και μόνο για να μας κρατάει όλους απασχολημένους. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το μυστήριο. Στον καπιταλισμό, αυτό ακριβώς είναι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Ασφαλώς, στα παλιά και αναποτελεσματικά σοσιαλιστικά κράτη όπως η Σοβιετική Ένωση, όπου η εργασία αποτελούσε όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και ιερό καθήκον, το σύστημα δημιουργούσε όσες θέσεις εργασίας χρειαζόταν (γι’ αυτό και στα σοβιετικά πολυκαταστήματα χρειάζονταν τρεις υπάλληλοι για να πουλήσουν ένα κομμάτι κρέας). Προφανώς, όμως, αυτό ακριβώς είναι το είδος του προβλήματος που ο ανταγωνισμός της αγοράς υποτίθεται ότι πρέπει να επιλύσει. Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, το τελευταίο πράγμα που θα έκανε μια εταιρεία που στοχεύει στο κέρδος, θα ήταν να ξοδέψει χρήματα σε εργαζόμενους που δεν της χρειάζονται. Ωστόσο, κατά κάποιον περίεργο τρόπο, αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει.

Παρόλο που οι εταιρείες μπορεί να επιδίδονται σε αδίστακτες μειώσεις προσωπικού, οι απολύσεις και η εντατικοποίηση των ωραρίων επιβαρύνουν, χωρίς εξαίρεση, την τάξη των ανθρώπων που επί της ουσίας φτιάχνουν, κινούν, επιδιορθώνουν και διατηρούν τα πράγματα σε τάξη. Με κάποια παράξενη αλχημεία την οποία κανείς δεν μπορεί ακριβώς να εξηγήσει, ο αριθμός των έμμισθων χαρτογιακάδων δείχνει τελικά να διογκώνεται, ενώ ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι βρίσκονται -σχεδόν όπως και στη Σοβιετική Ένωση, στην πραγματικότητα- να δουλεύουν 40 ή ακόμα και 50 ώρες την εβδομάδα – τουλάχιστον στα χαρτιά, καθώς στην πραγματικότητα δουλεύουν μόλις 15 ώρες, όπως ακριβώς ο Κέυνς προέβλεψε, ενώ ο υπόλοιπος χρόνος τους αναλώνεται στην οργάνωση ή παρακολούθηση σεμιναρίων ψυχικής ενδυνάμωσης, στην ενημέρωση του προφίλ τους στο Facebook ή στο κατέβασμα τηλεοπτικών σειρών.

Η απάντηση δεν είναι οικονομικής φύσεως: είναι ξεκάθαρα ηθική και πολιτική. Η άρχουσα τάξη έχει καταλάβει ότι ένας ευτυχισμένος και παραγωγικός πληθυσμός με ελεύθερο χρόνο αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο (σκεφτείτε μόνο την κατάσταση που προέκυψε όταν κάτι αντίστοιχο άρχισε απλώς να συμβαίνει, κατά τη δεκαετία του ‘60). Και, από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια εξαιρετικά βολική ιδέα γι’ αυτούς η αίσθηση ότι η εργασία αποτελεί μια ηθική αξία καθαυτή, και ότι οποιοσδήποτε δεν προτίθεται να υποβάλλει τον εαυτό του σε κάποιο είδος εντατικής εργασιακής πειθαρχίας για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του, δεν δικαιούται απολύτως τίποτα.

Κάποια στιγμή, καθώς μελετούσα την ατελείωτη, προφανώς, ραγδαία αύξηση των διοικητικών καθηκόντων στα βρετανικά ακαδημαϊκά τμήματα, βρέθηκα μπροστά σε μια πιθανή εκδοχή της κόλασης. Η κόλαση είναι μια συγκέντρωση ατόμων που περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους δουλεύοντας σε ένα αντικείμενο που δεν τους αρέσει και στο οποίο δεν είναι και ιδιαίτερα καλοί. Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι κάποιοι προσελήφθησαν επειδή ήταν εξαιρετικοί επιπλοποιοί, και στη συνέχεια ανακαλύπτουν ότι θα πρέπει να ξοδεύουν ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τους τηγανίζοντας ψάρια. Ούτε καν η ίδια η διαδικασία δεν χρειάζεται να πραγματοποιηθεί – αν μη τι άλλο, υπάρχει ένας πολύ περιορισμένος αριθμός ψαριών που πρέπει να τηγανιστούν. Ωστόσο, με κάποιο τρόπο, όλοι αποκτούν μια μνησίκακη εμμονή στη σκέψη ότι κάποιοι από τους συναδέλφους τους θα μπορούσαν να ξοδεύουν περισσότερο χρόνο φτιάχνοντας έπιπλα, αντί να επωμίζονται το μερίδιό τους στο τηγάνισμα ψαριών, έτσι ώστε, σχετικά σύντομα, ατελείωτες στοίβες από άχρηστα κακοτηγανισμένα ψάρια να συσσωρεύονται στο εργαστήριό τους, αποτελώντας το μόνο τους πραγματικό επίτευγμα.

Πιστεύω ότι αυτή είναι μια αρκετά ακριβής περιγραφή της ηθικής δυναμικής της σύγχρονης οικονομίας.

Ξέρω ότι οποιοδήποτε τέτοιο επιχείρημα αίρει άμεσες αντιρρήσεις: «Ποιος είσαι εσύ που θα μάς πεις ποιες δουλειές είναι πραγματικά “απαραίτητες”; Και τι σημαίνει τελικά πως κάτι είναι ή δεν είναι απαραίτητο; Είσαι ένας καθηγητής ανθρωπολογίας, ποια η “χρησιμότητα” σ’ αυτό;» (και, πράγματι, πολλοί αναγνώστες κουτσομπολίστικων εφημερίδων θα έπαιρναν την ύπαρξη του επαγγέλματός μου ως τον ορισμό της κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος). Και, σ’ ένα βαθμό, αυτά τα επιχειρήματα είναι καταφανώς αληθή. Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικό μέτρο της κοινωνικής αξίας.

Δεν θα τολμούσα να πω σε κάποιον που είναι πεπεισμένος πως έχει μια ουσιώδη συνεισφορά στο κοινωνικό σύνολο ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Αλλά τι γίνεται με αυτούς που είναι πεπεισμένοι ότι τα επαγγέλματά τους είναι άσκοπα; Πρόσφατα ξαναβρέθηκα με έναν φίλο από το σχολείο τον οποίο είχα να δω από 15 χρονών. Έμεινα έκπληκτος όταν ανακάλυψα ότι στο μεσοδιάστημα είχε γίνει πρώτα ποιητής και κατόπιν τραγουδιστής μιας indie ροκ μπάντας. Είχα ακούσει κάποια από τα τραγούδια του στο ραδιόφωνο, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα ότι ο τραγουδιστής ήταν κάποιος που τελικά γνώριζα. Ήταν καταφανώς έξυπνος, ευρηματικός, και η δουλειά του είχε χωρίς αμφιβολία κάνει τις ζωές ανθρώπων σε ολόκληρο τον πλανήτη πιο φωτεινές και πιο όμορφες. Κι όμως, μετά από μερικά ανεπιτυχή άλμπουμς, έχασε το συμβόλαιό του, και, βυθισμένος στα χρέη και με μια νεογέννητη κόρη, κατέληξε, όπως το έθεσε, «να ακολουθήσει την πεπατημένη επιλογή τόσων άλλων ματαιόδοξων τύπων: τη Νομική». Πλέον είναι δικηγόρος σ’ ένα διακεκριμένο δικηγορικό γραφείο της Νέας Υόρκης. Ήταν ο πρώτος που παραδέχτηκε ότι η δουλειά του ήταν εντελώς ανούσια· ότι δεν προσέφερε το παραμικρό στον κόσμο και ότι, κατά τη δική του άποψη, στην πραγματικότητα το επάγγελμά του δεν θα έπρεπε να υπάρχει.

Πολλά ερωτηματικά ανακύπτουν, με πρώτο και κύριο τι σημαίνει για την κοινωνία μας το γεγονός ότι δείχνει να παράγει μια εξαιρετικά περιορισμένη ζήτηση για ταλαντούχους νέους ποιητές – μουσικούς, αλλά αντίθετα παράγει μια εμφανώς απεριόριστη ζήτηση για ειδικούς στο εταιρικό δίκαιο; (Απάντηση: αν το 1% του πληθυσμού ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου πλούτου, αυτό που αποκαλούμε «η αγορά», αντανακλά αυτό που εκείνοι πιστεύουν ότι είναι χρήσιμο ή σημαντικό – κανείς άλλος). Πέραν αυτού, δείχνει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με άχρηστες δουλειές έχουν τελικώς επίγνωση της κατάστασής τους. Για την ακρίβεια, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι έχω ποτέ συναντήσει κάποιον εταιρικό δικηγόρο που να μη θεωρεί ότι η δουλειά του είναι παντελώς άχρηστη. Το ίδιο ισχύει και για όλες σχεδόν τις νέες βιομηχανίες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Υπάρχει μια ολόκληρη τάξη έμμισθων επαγγελματιών που, αν τους συναντήσει κανείς σε πάρτυ και βρουν τη δουλειά του ενδιαφέρουσα (το να είναι κανείς ανθρωπολόγος, για παράδειγμα), θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να μην αναφερθούν στη δική τους δουλειά. Δώστε τους μερικά ποτά και θα ξεκινήσουν τους εξάψαλμους για το πόσο άχρηστη και βλακώδης είναι στην πραγματικότητα.

Υπάρχει μια βαθιά ψυχολογική βία εδώ. Πώς μπορεί κάποιος ακόμη και να ξεκινήσει να μιλά για αξιοπρέπεια στη δουλειά, όταν ενδόμυχα πιστεύει ότι η δουλειά του δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει; Πώς μπορεί να μην προκαλείται βαθιά οργή και μνησικακία; Κι όμως, όπως είδαμε στο παράδειγμα με τα τηγανητά ψάρια, η σύγχρονη κοινωνία έχει μια ιδιάζουσα ικανότητα να στρέφει την οργή των ανθρώπων με άχρηστες δουλειές όχι προς την ελίτ αλλά, αντιθέτως, προς εκείνους που στην ουσία καταφέρνουν να κάνουν δουλειές με νόημα. Για παράδειγμα: στην κοινωνία μας, φαίνεται ότι υπάρχει ένας γενικός κανόνας που λέει πως όσο πιο προφανές είναι ότι η δουλειά κάποιου ανθρώπου ωφελεί το κοινωνικό σύνολο, τόσο χειρότερα αμειβόμενη είναι. Και πάλι, ένα αντικειμενικό μέτρο είναι δύσκολο να βρεθεί, αλλά ένας εύκολος τρόπος για να το καταλάβουμε είναι να αναρωτηθούμε: τί θα γινόταν αν ολόκληρη αυτή η τάξη ανθρώπων εξαφανιζόταν; Πείτε ό,τι θέλετε για τις νοσοκόμες, τους οδοκαθαριστές ή για τους τεχνίτες· είναι φανερό ότι αν γινόταν ξαφνικά καπνός, τα αποτελέσματα θα ήταν άμεσα και καταστροφικά. Ένας κόσμος χωρίς δασκάλους ή λιμενεργάτες πολύ γρήγορα θα είχε προβλήματα· ακόμη κι ένας κόσμος χωρίς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας ή μουσικούς σκα θα ήταν αναμφισβήτητα φτωχός. Δεν είναι καθόλου σαφές το πόσο θα υπέφερε η ανθρωπότητα αν εξαφανίζονταν διαμιάς όλοι οι CEOs, οι λομπίστες, οι δημοσιοσχεσίτες, οι λογιστές, οι τηλεπλασιέ, οι δικαστικοί επιμελητές ή οι νομικοί σύμβουλοι (πολλοί υποπτεύονται ότι θα την βελτίωνε θεαματικά)1. Πλην ορισμένων κραυγαλέων εξαιρέσεων (όπως οι γιατροί), ο κανόνας παραμένει όλως παραδόξως εν ισχύ.

Ακόμη πιο διεστραμμένη είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι τα πράγματα θα έπρεπε να είναι πράγματι έτσι. Αυτή είναι μια από τις συγκεκαλυμμένες δυνάμεις του δεξιού λαϊκισμού. Μπορείτε να τη δείτε όταν οι εφημερίδες εξαπολύουν επιθέσεις ενάντια στους εργαζομένους του μετρό για το ότι παραλύουν το Λονδίνο όταν απεργούν: το ίδιο το γεγονός ότι οι εργάτες του μετρό μπορούν να παραλύσουν το Λονδίνο αποδεικνύει ότι η δουλειά τους είναι στην πραγματικότητα απαραίτητη, αλλά αυτό είναι ακριβώς που φαίνεται να ενοχλεί τον κόσμο. Στην περίπτωση των ΗΠΑ έγινε ακόμα σαφέστερο, με την αξιοσημείωτη επιτυχία των Ρεπουμπλικάνων να κινητοποιήσουν τη μνησικακία εναντίον των δασκάλων και των εργατών στις αυτοκινητοβιομηχανίες (και όχι, κατά κύριο λόγο, εναντίον των διευθυντών των σχολείων ή των διοικητικών στελεχών της βιομηχανίας αυτοκινήτων οι οποίοι, στην πραγματικότητα, προκάλεσαν το πρόβλημα) για τους υποτιθέμενα παχυλούς μισθούς και τα προνόμιά τους. Είναι σαν να τους λένε «Μα διδάσκετε παιδιά! Ή φτιάχνετε αμάξια! Έχετε αληθινές δουλειές! Και έχετε από πάνω το θράσος να ζητάτε παχυλές συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη;».

Αν κάποιος σχεδίαζε ένα εργασιακό καθεστώς πλήρως προσαρμοσμένο στο να διατηρεί τη δύναμη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, είναι δύσκολο να σκεφτούμε πώς θα μπορούσε να είχε κάνει καλύτερη δουλειά.

Οι πραγματικά παραγωγικοί εργάτες υφίστανται πραγματική πίεση και εκμετάλλευση. Όσοι απομένουν, χωρίζονται σε ένα τρομοκρατημένο (και διεθνώς επικρινόμενο) στρώμα ανεργίας και ενός μεγαλύτερου στρώματος ανθρώπων που βασικά πληρώνονται για να μην κάνουν τίποτα, σε θέσεις που είναι σχεδιασμένες ώστε να τους κάνουν να ταυτίζονται με τις προοπτικές και τις ευαισθησίες της άρχουσας τάξης (managers, διευθυντές κ.λπ.) -και κυρίως με τα οικονομικά της avatars- ενώ, την ίδια στιγμή, υιοθετούν μια αναβράζουσα μνησικακία εναντίον οποιουδήποτε έχει μια δουλειά της οποίας η αξία είναι κοινωνικά καθαρή και αναντίρρητη. Είναι προφανές, το σύστημα αυτό δε συνιστά προϊόν συνειδητού σχεδιασμού, αλλά αναδύθηκε σταδιακά, μέσα από έναν αιώνα λαθών και πειραματισμών. Αυτή είναι η μόνη εξήγηση στο γιατί, παρά τις τεχνολογικές μας δυνατότητες, δεν δουλεύουμε όλοι μας 3 με 4 ώρες την ημέρα.

Vladimir Polivanov – Window cleaning, 2017

Vladimir Polivanov – Window cleaning, 2017

Αν ποτέ η επιβεβαίωση κάποιας υπόθεσης καθορίστηκε από την υποδοχή που επιφύλαξε το αναγνωστικό κοινό, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η περίπτωση αυτή. «Το φαινόμενο των δουλειών του κώλου» προκάλεσε έκρηξη.

Η ειρωνεία έγκειται στο ότι οι δύο εβδομάδες που ακολούθησαν την έκδοση του κειμένου ήταν οι ίδιες δύο εβδομάδες που η σύντροφός μου κι εγώ είχαμε αποφασίσει να περάσουμε ολομόναχοι, με μόνη συντροφιά μερικά βιβλία, σε μια καλύβα στην εξοχή του Κεμπέκ. Ψάξαμε επί τούτου για ένα μέρος που θα ήταν εκτός της εμβέλειας οποιουδήποτε wi-fi δικτύου, πράγμα που με ανάγκασε να παρακολουθώ τις αντιδράσεις που προκάλεσε το κείμενό μου αποκλειστικά και μόνο από τη σύνδεση του κινητού. Το κείμενο έγινε viral σχεδόν αμέσως. Μέσα σε λίγες εβδομάδες είχε μεταφραστεί σε τουλάχιστον μια ντουζίνα ξένων γλωσσών, περιλαμβανομένων των Γερμανικών, Νορβηγικών, Σουηδικών, Γαλλικών, Τσέχικων, Ρουμάνικων, Ρωσικών, Τουρκικών, Λεττονικών, Πολωνικών, Ελληνικών, Εσθονικών, Καταλανικών και Κορεάτικων, ενώ είχε αναδημοσιευθεί σε εφημερίδες από την Ελβετία έως την Αυστραλία. Η αρχική σελίδα του Strike! ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο επισκέψεις και κατέρρευσε επανειλημμένως λόγω της μεγάλης επισκεψιμότητας. Blogs ξεφύτρωσαν· χώροι σχολιασμού γέμισαν με εξομολογήσεις από υπαλλήλους και εξειδικευμένους επαγγελματίες· άνθρωποι μού έγραψαν ζητώντας συμβουλές ή για να μου πούνε ότι τους ενέπνευσα να παραιτηθούν από τις δουλειές τους ώστε να βρούνε κάτι ουσιαστικότερο. Ιδού μια ενθουσιώδης απάντηση (έχω κρατήσει εκατοντάδες) από τον χώρο σχολιασμού της ιστοσελίδας της αυστραλιανής εφημερίδας Canberra Times:

Πέτυχες διάνα! Είμαι δικηγόρος (στον τομέα του φορολογικού δικαίου, για να είμαι ακριβής). Δεν συνεισφέρω απολύτως τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο και είμαι σε διαρκή και απόλυτη δυστυχία. Δυσανασχετώ όταν άνθρωποι βρίσκουν το θάρρος να μου πούνε «Γιατί το κάνεις, τότε;», διότι καταφανώς δεν είναι κάτι τόσο απλό. Για την ώρα είναι ο μόνος τρόπος ώστε να παρέχω τις υπηρεσίες μου στο περίφημο 1% του κόσμου, το οποίο με τη σειρά του θα με ανταμείψει με ένα σπίτι στο Σύδνεϋ ώστε να μεγαλώσω τα παιδιά μου… Η τεχνολογία μάς επιτρέπει πλέον να κάνουμε σε δύο μέρες όσα παλαιότερα κάναμε σε πέντε. Αλλά χάρη στην απληστία και κάποιου είδους συνδρόμου της εργατικής μέλισσας, μας ζητείται να παραμείνουμε σκλάβοι χάριν του κέρδους άλλων, ενώπιον ανεκπλήρωτων φιλοδοξιών. Είτε πιστεύεις στον ευφυή σχεδιασμό2 είτε στη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης, οι άνθρωποι δεν φτιάχτηκαν για να δουλεύουν – επομένως, για ‘μένα, όλα αυτά είναι απλώς απληστία, υποβασταζόμενη από παραφουσκωμένες τιμές αναγκαίων αγαθών3.

Κάποια στιγμή, δέχτηκα ένα μήνυμα από κάποιον ανώνυμο φαν ο οποίος μου είπε πως ήταν μέρος μιας άτυπης ομάδας που κυκλοφόρησε το κείμενο μέσα στους κύκλους των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· είχε δεχτεί πέντε emails με το κείμενο μόνον εκείνη τη μέρα (αδιαμφισβήτητο δείγμα ότι μεγάλο μέρος όσων δουλεύουν στον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών δεν έχει να κάνει και πολλά). Όλα αυτά βέβαια δεν απαντούν στο ερώτημα αναφορικά με το πόσοι πραγματικά ένιωθαν έτσι για τη δουλειά τους -σε αντίθεση, π.χ., με την προώθηση του άρθρου μου στους άλλους συναδέλφους ως κίνηση με σαφή υπονοούμενα- ωστόσο, πολύ σύντομα, τα στατιστικά στοιχεία έκαναν την εμφάνισή τους.

Στις 5 Ιανουαρίου του 2015, έναν περίπου χρόνο μετά τη δημοσίευση του κειμένου, την πρώτη Δευτέρα του νέου έτους -τη μέρα, δηλαδή, που οι περισσότεροι Λονδρέζοι επιστρέφουν στις δουλειές τους από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές- κάποιος αφαίρεσε αρκετές εκατοντάδες διαφημίσεων από το τα βαγόνια του μετρό στο Λονδίνο, αντικαθιστώντας τις με μια σειρά από αφίσες οι οποίες περιείχαν φράσεις του αρχικού κειμένου. Ιδού μερικές που επέλεξαν:

– Ολόκληρες στρατιές ανθρώπων αναλώνουν το σύνολο του εργασιακού τους βίου εκτελώντας καθήκοντα που ενδόμυχα πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να εκτελούνται.
– Είναι σαν κάποιος εκεί έξω να επινοεί άσκοπες δουλειές μόνο και μόνο για να μας κρατάει όλους απασχολημένους.
– Η ηθική και πνευματική ζημία που απορρέει από αυτή την κατάσταση είναι βαθύτατη. Είναι μια πληγή στον συλλογικό μας ψυχισμό. Και, παρόλα αυτά, κανένας δεν μιλάει γι’ αυτό.
– Πώς μπορεί κάποιος ακόμη και να ξεκινήσει να μιλά για αξιοπρέπεια στη δουλειά, όταν ενδόμυχα πιστεύει ότι η δουλειά του δεν θα έπρεπε να υπάρχει;

Το αποτέλεσμα της εν λόγω καμπάνιας ήταν ένας καταιγισμός συζητήσεων στα μέσα (εμφανίστηκα για λίγο έως και στο Russia Today), που είχαν ως συνέπεια η δημοσκοπική εταιρεία YouGov να αναλάβει τη διερεύνηση της υπόθεσης στη Βρετανία, διεξάγοντας μια δημοσκόπηση η οποία χρησιμοποιούσε απευθείας τις φράσεις του κειμένου: για παράδειγμα, «Έχει η δουλειά σας κάποια ουσιώδη συνεισφορά στον κόσμο»; Όλως παραδόξως, πάνω από το ένα τρίτο -37%- απάντησε αρνητικά (όταν το 50% ήταν καταφατικό, και ένα 13% εμφανιζόταν αβέβαιο).

Ήταν σχεδόν διπλάσιο αυτού που ανέμενα – φανταζόμουν ότι το ποσοστό των άχρηστων δουλειών κυμαινόταν πιθανώς κάπου γύρω στο 20%. Συμπληρωματικά προς αυτά, μια μεταγενέστερη δημοσκόπηση στην Ολλανδία είχε σχεδόν πανομοιότυπα ευρήματα: στην πραγματικότητα, λίγο πιο αυξημένα, καθώς το 40% των Ολλανδών εργαζομένων ανέφερε ότι οι δουλειές τους δεν είχαν κανέναν πραγματικό λόγο ύπαρξης.
Επομένως, όχι απλώς η υπόθεση επιβεβαιώθηκε από τις δημόσιες αντιδράσεις, είχε (επι)πλέον επιβεβαιωθεί και από στατιστικές έρευνες.

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός σημαντικότατου κοινωνικού φαινομένου, το οποίο δεν έχει λάβει παρά ελάχιστης προσοχής. Και μόνο το γεγονός πως κάποιος άρχισε να μιλά γι’ αυτό, υπήρξε για πολλούς λυτρωτικό. Ήταν σαφές ότι μια εκτενέστερη διερεύνηση εκκρεμούσε. […]

Το κείμενο του 2013 ήταν για ένα περιοδικό σχετικό με την επαναστατική πολιτική, και έδινε έμφαση στις πολιτικές διαστάσεις του προβλήματος. Στην πραγματικότητα, το κείμενο ήταν μόνο το πρώτο από μια σειρά επιχειρημάτων που επεξεργαζόμουν εκείνη την περίοδο αναφορικά με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία περί «ελεύθερης αγοράς» η οποία, έχοντας επικρατήσει στον κόσμο από την εποχή της Θάτσερ και του Ρήγκαν, ήταν στην πραγματικότητα το ακριβώς αντίθετο αυτού που ισχυριζόταν ότι είναι· ήταν ένα βαθύτατα πολιτικό πρόταγμα μεταμφιεσμένο σε οικονομικό.

Είχα καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα καθώς φαινόταν να αποτελεί τη μόνη δυνατή ερμηνεία αναφορικά με το πως πραγματικά συμπεριφέρονται οι άνθρωποι που κατέχουν την εξουσία. Ενώ η νεοφιλελεύθερη ρητορική περιστρεφόταν πάντοτε γύρω από μια μυθική απελευθέρωση των αγορών, τοποθετώντας την οικονομική αποδοτικότητα πάνω από κάθε άλλη αξία, η συνολική επίδραση των πολιτικών της ελεύθερης αγοράς έχει να κάνει με το ότι οι δείκτες οικονομικής μεγέθυνσης έχουν επιβραδυνθεί περίπου παντού, με εξαίρεση την Ινδία και την Κίνα· η επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη είχε λιμνάσει· και, στις πιο πλούσιες χώρες, η νεότερη γενιά μπορεί, για πρώτη φορά στους αιώνες, να περιμένει να ζήσει μια λιγότερο ευκατάστατη ζωή από τους γονείς της. Κι όμως, παρατηρώντας αυτές τις συνέπειες, οι υπέρμαχοι της ιδεολογίας των αγορών απαντούν πάντοτε με καλέσματα για ακόμη πιο γερές δόσεις του ίδιου φαρμάκου, και οι πολιτικοί νομοθετούν αναλόγως. Αυτό με αφήνει εμβρόντητο. Αν μια ιδιωτική εταιρεία προσλάμβανε έναν σύμβουλο προκειμένου να της παρουσιάσει ένα επιχειρηματικό πλάνο, και κατέληγε σε μια κάθετη πτώση των κερδών, ο εν λόγω σύμβουλος θα απολυόταν πάραυτα. Στην καλύτερη περίπτωση, θα του είχε ζητηθεί να παρουσιάσει ένα διαφορετικό πλάνο. Με τις μεταρρυθμίσεις της ελεύθερης αγοράς αυτό δεν φάνηκε να συμβαίνει ποτέ. Όσο περισσότερο αποτύγχαναν, τόσο περισσότερο ακολουθούνταν. Το μόνο λογικό συμπέρασμα ήταν ότι οι οικονομικές επιταγές δεν ήταν αυτές που στην πραγματικότητα καθόριζαν τις αποφάσεις.

Τι συνέβαινε λοιπόν; Απ’ ό,τι φάνηκε, η απάντηση έπρεπε να αναζητηθεί στις αντιλήψεις της πολιτικής τάξης. Σχεδόν όλοι όσοι παίρνουν καθοριστικές αποφάσεις είχαν πάει σε πανεπιστήμια της δεκαετίας του 1960, όταν τα κάμπους ήταν στο επίκεντρο της πολιτικής αναταραχής, και ένιωσαν, με έντονο τρόπο, ότι τέτοια πράγματα δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν. Ως εκ τούτου, παρόλο που μπορεί να βρέθηκαν αντιμέτωποι με αρνητικούς οικονομικούς δείκτες, διαπίστωσαν με χαρά ότι ο συνδυασμός παγκοσμιοποίησης, περιστολής της δύναμης των συνδικάτων και η δημιουργία ενός επισφαλούς και εξαντλημένου εργατικού δυναμικού -από κοινού με τα επιθετικά καλέσματα σε ηδονιστική προσωπική απελευθέρωση (ό,τι έγινε γνωστό ως «απελευθερωμένα ήθη, δημοσιονομική αυστηρότητα»)- είχε σαν αποτέλεσμα την ταυτόχρονη μετακίνηση ολοένα και περισσότερου πλούτου και δύναμης στους πλούσιους, καταστρέφοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τα θεμέλια οργανωμένης αμφισβήτησης της εξουσίας τους. Μπορεί να μην λειτούργησε τόσο καλά σε επίπεδο οικονομικό, ωστόσο σε επίπεδο πολιτικό λειτούργησε ονειρεμένα. Αν μη τι άλλο, είχαν ελάχιστα κίνητρα να εγκαταλείψουν τέτοιου είδους πολιτικές. Το μόνο που έκανα στο εν λόγω κείμενο ήταν να αναλύσω αυτό που ήταν προφανές: όταν βρίσκεις κάποιον ο οποίος κάνει κάτι στο όνομα της οικονομικής αποδοτικότητας, το οποίο οικονομικά φαντάζει πλήρως παράλογο (όπως, ας πούμε, το να πληρώνεις με υπερβολικά πολλά λεφτά ανθρώπους οι οποίοι δεν κάνουν απολύτως τίποτα), θα πρέπει κανείς να διερωτηθεί, όπως οι αρχαίοι Ρωμαίοι το έκαναν, “Qui bono?” -Ποιος ωφελείται;- και πως.

Δεν πρόκειται τόσο για μια θεωρία συνομωσίας όσο για το αντίθετό της, μια θεωρία αντισυνομωσιολογική. Αναρωτιόμουν γιατί κανείς δεν έκανε τίποτα. Οι οικονομικές τάσεις εμφανίζονται για όλους τους λόγους του κόσμου, αλλά αν προκαλούν προβλήματα στους πλούσιους και στους ισχυρούς, αυτοί οι ίδιοι είναι που θα ασκήσουν πιέσεις στους θεσμούς προκειμένου να παρέμβουν και να κάνουν κάτι σχετικά με το ζήτημα. Γι’ αυτό, άλλωστε, αμέσως μετά την οικονομική κρίση του 2008-2009, μεγάλες επενδυτικές τράπεζες διασώθηκαν αλλά καθημερινοί ομολογιούχοι όχι. Η ραγδαία εξάπλωση των δουλειών του κώλου συνέβη για μια σειρά από λόγους. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί κανένας δεν παρενέβη («συνωμότησε», αν το προτιμάτε) προκειμένου να γίνει κάτι για το ζήτημα αυτό.

1. Νιώθω πραγματική αποστροφή για τους λογιστές και, πλέον, νομίζω ότι υπήρξα άδικος μαζί τους. Είναι γεγονός ότι ορισμένες πτυχές της λογιστικής έχουν πραγματική συνεισφορά. Παραμένω, ωστόσο, πεπεισμένος ότι οι υπόλοιπες θα μπορούσαν να εκλείψουν χωρίς την οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια.

2. Σ.τ.μ.: Πρόκειται για ψευδο-επιστημονική θεωρία που ισχυρίζεται ότι η πολυπλοκότητα του πλανήτη μας σχεδιάστηκε και προέκυψε από έναν αόρατο νου με ευφυΐα, θέση βαθύτατα θεολογική και προερχόμενη από συντηρητικές δεξαμενές σκέψης των ΗΠΑ. Παρότι αρνείται τον αναγωγισμό και την παραδοσιακή εξελιξιαρχία, είναι περιττό (όσο και αδιάφορο) να υπογραμμίσουμε την προδηλότητα του ετερόνομου χαρακτήρα της.

3. David Graeber, “The Modern Phenomenon of Bullshit Jobs”, Canderra (Australia) Times online, τελευταία πρόσβαση στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.


Εισαγωγικό σημείωμα της μετάφρασης

David Graeber, “Preface: On the Phenomenon of Bullshit Jobs”, Bullshit Jobs: A Theory, Μεγάλη Βρετανία, Allen Lane, 2018, σσ. xiii-xxv. Πρόκειται για τον πρόλογο του βιβλίου που αποτέλεσε την επεξεργασμένη μετεξέλιξη του άρθρου “Why capitalism creates pointless jobs” [Γιατί ο καπιταλισμός παράγει άχρηστες δουλειές] (άρθρο-έναυσμα για μια συνολικότερη θεωρία την οποία πραγματεύεται το ομώνυμο βιβλίο). Παρά την εκ των υστέρων τροποποίηση, για λόγους ιστορικότητας διατηρήθηκε ο τίτλος του αρχικού άρθρου (που, άλλωστε, υπάρχει αυτούσιο εντός του αποσπάσματος-προλόγου που μεταφράζουμε εδώ). On the Phenomenon of Bullshit Jobs: ανάμεσα από μια σειρά από όρους («σκατοδουλειές», «κωλοδουλειές», «άχρηστες δουλειές»), επιλέχθηκε η -οικεία στην ελληνική γλώσσα- έκφραση «δουλειές του κώλου» για την απόδοση του φαινομένου που ο Graeber περιγράφει ως “bullshit jobs”. Καθόλου τυχαία, στον κόσμο μας υπάρχει μια παράδοξη αντιστροφή της πραγματικότητας βάσει της οποίας οι δουλειές που προσφέρουν κοινωνικό έργο, αμειβόμενες, ωστόσο, πενιχρά, χαρακτηρίζονται ως «δουλειές του κώλου» (δεν θα μπορούσε, πιθανώς, να υπάρχει τυπικότερο παράδειγμα από αυτό των οδοκαθαριστών). Επιλέγουμε, υπό αυτή την έννοια, την εν λόγω απόδοση με τη βαθιά πεποίθηση ότι συμβάλλουμε, έστω μερικώς, σε μια διαυγέστερη κατανόηση της πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας όπου ως δουλειές του κώλου θα έπρεπε να νοούνται μια σειρά από σύγχρονες μορφές απασχόλησης (τις οποίες το κείμενο πραγματεύεται εν εκτάσει): managers, γραφειοκράτες, δημοσιοσχεσίτες και ούτω καθεξής (με την αμέριστη συμπάθειά μας σε όλες και όλους όσους, δυστυχώς, αναγκάζονται να τις ασκούν).


Μετάφραση: Σταύρος Πασχαλάκης – Επιμέλεια: Νίκος Μάλλιαρης

Πηγή: koinoi-topoi.gr

Επικίνδυνος ψηφιακός δούρειος ίππος

Μου προκαλούν τρόμο τα εγκώμια που αυτές τις εβδομάδες, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, πλέκουν οι επικεφαλής της ψηφιακής πραγματικότητας και της τηλεκπαίδευσης. Είναι ένας επικίνδυνος δούρειος ίππος, που, εκμεταλλευόμενος την πανδημία, επιδιώκει με ύπουλο τρόπο να εξαφανίσει τα τελευταία προπύργια της προσωπικής μας ζωής και της διά ζώσης διδασκαλίας.

Ωστόσο, ανάμεσα στις τόσες αβεβαιότητες που μας κατακλύζουν, αναδύθηκε μέσα μου μία βεβαιότητα: μόνο η συνάντηση με τους φοιτητές, στην αίθουσα, μπορεί να νοηματοδοτήσει αληθινά τη διδασκαλία και την ίδια τη ζωή του διδάσκοντος.

Δεν μου είχε ποτέ συμβεί, στα τριάντα χρόνια διδακτικού έργου, να φανταστώ ότι θα γίνονταν μαθήματα, εξετάσεις και ορκωμοσίες μέσα από μια ψυχρή οθόνη. Κι ενώ ορισμένοι συνάδελφοι εκθειάζουν την εκπαίδευση του μέλλοντος, εγώ αισθάνομαι την αμηχανία κάποιου που ζει σε έναν κόσμο που του είναι πλέον άγνωστος.

Δεν μιλώ για την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που δημιουργήθηκε – είναι αναπόφευκτο τώρα να προσαρμοστούμε στην ψηφιακή πραγματικότητα, για να μην πάει στράφι το ακαδημαϊκό έτος. Αναφέρομαι σε όσους εν χορώ εξυμνούν την πρόοδο, στους καθηγητές-μάνατζερ της τηλεματικής και στα εξ αποστάσεως πανεπιστήμια, που, από τον Μάρτιο, κατακλύζουν με διαφημίσεις τις εφημερίδες και τα κανάλια της τηλεόρασης.

Υπάρχουν αυτοί που ζητωκραυγάζουν θεωρώντας τον κορωνοϊό σαν ευκαιρία για να συντελεστεί το πολυπόθητο άλμα προς τα εμπρός και η πολυαναμενόμενη αναβάθμιση και αυτοί που, αντιθέτως, σκέφτονται με λύπη πως δεν είναι δυνατόν να διδάξουν χωρίς την παρουσία των φοιτητών τους. Γι’ αυτόν το λόγο νιώθω μια τρομερή θλίψη στο ενδεχόμενο να κάνω πάλι χρήση της ψηφιακής πλατφόρμας, όταν ξαναρχίσουν τα μαθήματα το φθινόπωρο.

Πώς μπορώ να στερηθώ το θεμελιώδες τελετουργικό που, επί δεκαετίες, έχει τροφοδοτήσει τη διδασκαλία μου και μου έχει προσφέρει τόσες χαρές; Πώς θα μπορέσω να διαβάσω έναν κλασικό συγγραφέα χωρίς να κοιτάζω κατάματα τους φοιτητές μου, χωρίς να μπορώ να βλέπω να διαγράφονται στα πρόσωπά τους εκφράσεις αποδοκιμασίας ή χαμόγελα συνενοχής; Μια πονηρή ερώτηση είναι αρκετή για να σε βοηθήσει να σκεφθείς τι δεν έχεις κάνει καλά. Γιατί και οι καθηγητές είναι μαθητές, και μαθαίνουν και αυτοί. Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, χωρίς τη ζωντανή παρουσία μαθητών και δασκάλων, θα γίνουν άδειοι χώροι, χωρίς ζωτική ενέργεια και πνοή.

Ποτέ άλλοτε όπως στη διάρκεια αυτών των μηνών του εγκλεισμού δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τόσο καλά ότι οι ανθρώπινες σχέσεις –οι αληθινές, όχι οι εικονικές– γίνονται ολοένα και περισσότερο μια πολυτέλεια. Το είχε αναφέρει προφητικά ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ όταν προέβλεπε ότι «μία μόνο πολυτέλεια υπάρχει, οι ανθρώπινες σχέσεις».

Ψευδαισθήσεις

Τώρα, είμαστε όντως σε θέση να υπολογίσουμε αποτελεσματικά τη διαφορά ανάμεσα στην κανονικότητα και στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Αν σε συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, όπως στην πανδημία, οι βιντεοκλήσεις, το Facebook, το WhatsApp και άλλα παρόμοια εργαλεία αποτέλεσαν τη μοναδική μορφή επικοινωνίας για να διατηρήσουμε ζωντανές τις διαπροσωπικές σχέσεις μας, καθώς ήμασταν έγκλειστοι στα σπίτια μας, με την επιστροφή στην κανονικότητα τα ίδια αυτά εργαλεία μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες πηγές ψευδαισθήσεων.

Είναι τετριμμένη η σκέψη ότι κάνοντας κλικ σε ένα κοινωνικό προφίλ έχεις κάνει έναν νέο φίλο. Ακριβώς όπως το να κάνεις chat στο Διαδίκτυο δεν σημαίνει πως καλλιεργείς φιλίες. Μια αληθινή σχέση έχει ανάγκη από τη σωματική, τη ζωντανή επαφή. Το ίδιο ισχύει και για τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων, οι οποίοι, κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο, σκέφτονται να συνάψουν σχέσεις μέσα από έναν υπολογιστή ή ένα τάμπλετ: μια συνεχής σύνδεση με τους άλλους στο τέλος καλλιεργεί μια νέα μορφή τρομακτικής μοναξιάς.

Δεν μπορούμε να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς Ιντερνετ ή χωρίς τηλέφωνα. Η τεχνολογία όμως, όπως ένα φάρμακο, μπορεί να θεραπεύσει ή να δηλητηριάσει: εξαρτάται από τις δόσεις που θα πάρεις! Στους New York Times, η Nellie Bowles αναφέρει ότι στην Αμερική η χρήση συσκευών παρουσιάζει μειωτική τάση στις πλούσιες οικογένειες και αυξητική στους φτωχούς και στη μεσαία τάξη.

Οι πλούσιοι και οι άλλοι

Οι ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία που πριμοδοτούν τις ανθρώπινες σχέσεις αντί την τεχνολογία. Ετσι, στο μέλλον, οι γόνοι των πλουσίων οικογενειών θα κατέχουν ολοένα και περισσότερο το αγαθό της ανθρώπινης διάδρασης, ενώ η ψηφιακή πραγματικότητα θα προορίζεται για την εκπαίδευση των λιγότερο προνομιούχων. Οι λίγοι που θα μπορούν να πληρώνουν καλά έναν δάσκαλο με σάρκα και οστά και μια παιδεία υψηλού επιπέδου, φτιαγμένη ειδικά γι’ αυτούς, και όλοι οι άλλοι που δεν θα έχουν τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο και θα πρέπει να αρκεστούν σε εικονικά ολογράμματα, που θα παρέχουν απλώς μια τηλεματική τυποποιημένη εκπαίδευση. Θα ήθελα να θυμίσω στους υποστηρικτές των πολυεθνικών της ψηφιακής τεχνολογίας –οι οποίες επιδιώκουν εδώ και χρόνια να κατακτήσουν μια μεγάλη μερίδα της παγκόσμιας αγοράς, αποτελούμενης από εκατομμύρια εκπαιδευόμενων και καθηγητών– ότι καμία εικονική πλατφόρμα δεν θα μπορέσει ποτέ να αλλάξει τη ζωή ενός φοιτητή. Από τον Σωκράτη μέχρι και πριν από την πανδημία, μόνον οι καλοί καθηγητές μπόρεσαν να το κάνουν.

Πηγή: Καθημερινή

Από τον Χομπς στο παγκόσμιο λοκ νταουν: Γιατί χρειάζεται να κοιτάξουμε προσεκτικά την Κίνα και το πείραμα του Covid-19

Στον Λεβιάθαν (1651) ο Χομπς μας ταξιδεύει στην εποχή που ονομάζει «φυσική κατάσταση». Κλειδί στο επιχείρημά του είναι ότι η φυσική κατάσταση, λόγω έλλειψης κεντρικής εξουσίας που να κρατά τους ανθρώπους σε τάξη, θα καταλήγει στην πάλη, στον πόλεμο και «το χειρότερο απ’ όλα, στον συνεχή φόβο και στον κίνδυνο του βίαιου θανάτου. Και η ζωή του ανθρώπου θα ήταν μοναχική, φτωχή, μοχθηρή και σύντομη». Έτσι, οδηγούμενοι από τον φόβο και την απέχθεια για αυτό το χάος, οι άνθρωποι δημιουργούν κυβερνήσεις που μπορούν να τους εξασφαλίσουν συγκεκριμένα δικαιώματα με αντάλλαγμα την αρχή του εξουσιαστή, του Λεβιάθαν. Ο Χομπς πιστεύει πως η κοινωνία και η φύση, ως ανεξέλεγκτα στοιχεία, καθιστούν αναγκαία την θυσία μερικών από τα ατομικά δικαιώματα των ανθρώπων, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ισχυρή, κεντρική εξουσία που έχει ως βασικό της ρόλο την διατήρηση της ειρήνης. Αυτή η συμφωνία διακυβέρνησης είναι αυτό που οι πολιτικοί φιλόσοφοι ονομάζουν «κοινωνικο συμβόλαιο» και σημαίνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να συνυπάρξουν στην κοινωνία με βάση ορισμένους ηθικούς και πολιτικούς κανόνες συμπεριφοράς, προκειμένου να αποφύγουν αυτό που ο Χομπς περιγράφει ως «διαρκή πόλεμο κάθε ανθρώπου ενάντια στον γείτονά του».

Από την εποχή των θεωριών των κοινωνικών συμβολαίων του Χομπς και του Λοκ, οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να κατανοήσουν γιατί ένα ορθολογικό υποκείμενο θα συναινούσε εθελοντικά στο να εγκαταλείψει την ελευθερία του με αντάλλαγμα την πολιτική τάξη. Δεν υπάρχει καλύτερη ευκαιρία να δούμε πως μια τέτοια ανταλλαγή ελευθερίας και ασφάλειας είναι αναγκαία, καθώς ο Covid-19 απειλεί τις ζωές εκατοντάδων εκατομμυρίων ηλικιωμένων και ομάδων υψηλού κινδύνου.

Πολλοί από μας στη δύση, όμως, είμαστε ανίκανοι να υπακούσουμε στον νόμο και να τηρήσουμε το δικό μας μέρος του κοινωνικού συμβολαίου. Μάθαμε για την σοβαρότητα του ιού μέσω των μιντιακών αναφορών του Guardian τον Φεβρουάριο που έγραψε για «Δρακόντεια μέτρα του Πεκίνου για να τεθεί υπό έλεγχο η εξάπλωση του ιού» και πως οι «Ιταλικές αρχές επιβάλλουν δρακόντεια μέτρα». Πιο πρόσφατες αναφορές των μέσων ομοίως χρησιμοποιούν τον όρο «δρακόντεια» για να αναφερθούν σε κάτι κυρίως πολιτικό παρά πρακτικό. Σε τελική ανάλυση, οι περισσότεροι επιδημιολόγοι συμφωνούν πως για να ξεφορτωθούμε τον κορονοϊό πρέπει να γίνουμε ιδιαίτερα αυστηροί στο πώς εφαρμόζουμε την κοινωνική αποστασιοποίηση και το λοκ νταουν. Υπάρχει άλλος τρόπος να νικήσουμε μια παγκόσμια πανδημία που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες εκλεπτυσμένων κύκλων διαλογισμού;

Πράγματι όλη αυτή η κουβέντα περί «δρακόντειων μέτρων» για τον έλεγχο της εξάπλωσης του κορονοϊού με ανάγκασε κατά την πέμπτη εβδομάδα του εγκλεισμού μου, να σκεφτώ γιατί τόσο πολλά ασιατικά κράτη τα κατάφεραν και εμείς εδώ στην Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, όχι. Δεν είναι μόνο οι «covidiots» [1]  που βρίσκονται σε αφθονία στα σόσιαλ μίντια και στα προφίλ αυτών που δηλώνουν περήφανοι «covidiots» και γλείφουν ράφια σουπερμάρκετ, τουαλέτες και χερούλια λεωφορείων. Ούτε οι τουρίστες που περνούν τις εαρινές διακοπές τους στη Φλόριντα παρά την κατάσταση της επιδημίας. Αντιμετωπίζουμε μια διαγενεακή απόρριψη των αρχών που εκλέξαμε για να προσέχουν την φυσική ασφάλεια όλων μας. Και όμως ο ρόλος μας στο κοινωνικό συμβόλαιο είναι να υπακούουμε στο νόμο, αλλά οι δυτικοί αποτυγχάνουν παταγωδώς.

Μπροστά στην πανδημία, για την πιθανότητα της οποίας οι επιστήμονες μας είχαν προειδοποιήσει εδώ και δεκαετίες και για την οποία η Κίνα και άλλες ασιατικές χώρες υπήρξαν πιο προετοιμασμένες λόγω της επιδημίας του SARS το 2002-2003, τα δυτικέ ΜΜΕ ασχολήθηκαν με το να σχολιάζουν ποιές από τις χώρες αυτές έχουν ξεπεράσει τα όρια καταπάτησης της ανθρώπινης ελευθερίας και της λειτουργίας της αγοράς. Αλλά ενώ αναρωτιόμαστε στη δύση με το γιατί βάζουμε την ατομική ελευθερία πάνω από την επιβίωση όλων, η κινεζική κυβέρνηση και κοινωνία το κατάλαβαν γρήγορα, όπως κατάλαβαν και την ανάγκη για λοκ ντάουν και να ακολουθήσουν τις εντολές. Ένας βασικός λόγος γιατί η χώρα δείχνει να έχει νικήσει τον κορωνοϊό μέχρι τώρα – μαζί με τους ελέγχους, τα τεστ θερμοκρασίας, τις νέες κλινικές – είναι επειδή οι κάτοικοι της ανατολικής Ασίας γνωρίζουν πως να ακολουθούν κανόνες για πολλούς λόγους.

Πρώτον, οι Κινέζοι είναι χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Σε μέρη σαν τη Σιγκαπούρη και την Ταϊβάν πολλοί είναι και μετανάστες. Και στις δύο περιπτώσεις οι ιστορίες επιβίωσης και δυσπραγίας αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της κουλτούρας τους, ιστορίες, αν όχι των γονιών, τότε των παππούδων που αντιμετώπισαν πολλά οικονομικά εμπόδια κατά τη μετανάστευσή τους σε άλλες περιοχές. Έτσι, η κοινωνική νοοτροπία της κινεζικής κουλτούρας θυσιάζει τα ατομικά θέλω για το καλό της κοινωνίας, κατανοώντας ότι οι άλλοι έχουν υποφέρει τις ίδιες δυσκολίες. Εκεί όπου η Θάτσερ έκανε κυρίαρχο το «δεν υπάρχουν κοινωνίες», η κινεζική κοινωνία λειτουργεί με την αρχή της περιορισμένης αξίας του ατόμου.

Δεύτερον, που έρχεται να συμπληρώσει το πρώτο, στους κινέζους δεν αρέσει να μιλούν για δυσκολίες, όπως εξηγεί ο Hwee Yee Chua, κάτοικος της Σιγκαπούρης. Προτιμούν να επικεντρώνονται στις μελλοντικές υποσχέσεις πλουτισμού και ευτυχίας, συνεχίζει ο Chua, με το να ακολουθούν κανόνες στο τώρα. Για τους κατοίκους της ανατολικής Ασίας, το να υπομένει κανείς σήμερα είναι καλύτερο από το να λογαριάζεται με το παρελθόν, με έναν τέτοιο τρόπο που όταν εμφανίζονται καταστάσεις σαν τον SARS και τον COVID-2, η κουλτούρα τους ορίζει ότι όλοι πρέπει να «φάνε πίκρα». Το «τρώω πίκρα» αποτελεί κινεζικό ρητό που μεταφράζεται σε «χαμογέλα και προχώρα» ή «ξεπέρασέ το», διάλεξτε την μεταφορά που προτιμάτε. Ο Chua εξηγεί παραπέρα την ιδέα πίσω από την αντίληψη αυτή. «Είναι μια κινεζική παθογένεια. Εαν μπορεί κανείς να υποκαταστήσει την μνήμη της μιζέριας με το να ακολουθεί κανόνες στο σήμερα για να ξεφύγει στο μέλλον, τότε μπορεί να αρνείται το παρόν».

Ο Χομπς ήταν ξεκάθαρος πως χρειαζόμαστε τον «τρόμο κάποιας εξουσίας» για να εξασφαλίσουμε την επιβίωσή μας, αλλιώς οι άνθρωποι δεν πρόκειται να τηρήσουν τον νόμο της αμοιβαιότητας. Πρέπει ίσως οι δυτικοί να μάθουν από τους Κινέζουν να «τρώνε πίκρα» και να εγκαταλείψουν το αντιπαραγωγικό τους αντανακλαστικό, να επιδεικνύουν τον εαυτό τους.

Ο κορωνοϊός έχει δείξει πως ο ατομισμός αυτή τη στιγμή της ιστορίας μας καταστρέφει και πως πρέπει να βασιστούμε στις κοινές μας προσπάθειες για να ξεκινήσουμε απ’ την αρχή. Σε τελική ανάλυση, θα υπάρχει πάντα χρόνος να γλείψουμε τουαλέτες, καλυπτόμενοι από την ιδιωτικότητα του λογαριασμού μας στο Ιnstagram, όταν όλα αυτά τελειώσουν.

[1] Νεολογικός όρος που αναφέρεται στους αρνητές των περιοριστικών μέτρων κατά την πανδημία του κορωνοϊού ή σε αυτούς που συμπεριφέρονται αντικοινωνικά στην πανδημία.

Πηγή: CounterPunch

Μετάφραση: antapocrisis