Ιστορία και κομμουνιστικό ιδανικό

«Το φάντασμα του κομμουνισμού διαλύθηκε την αυγή». Μ’ αυτό τον τρόπο παρέφρασε ένας από τους ομιλητές της τελευταίας (1989) συνδιάσκεψης της κομματικής οργάνωσης της Μόσχας την περίφημη φράση των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς: «Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού»[1]. Και, κρίνοντας από την τηλεοπτική αναμετάδοση των εργασιών της συνδιάσκεψης, είτε δεν του πρόβαλλαν αντιρρήσεις, είτε οι όποιες αντιρρήσεις προβλήθηκαν ήταν νωθρές. Η αντίληψη κατά την οποία το κομμουνιστικό ιδανικό[2], ο τελικός στόχος του κομμουνιστικού κινήματος είναι μια χίμαιρα, είναι αρκετά διαδεδομένη και μεταξύ των κομμουνιστών.

Σ’ αυτό το άρθρο δεν πρόκειται να αναφερθώ στα αίτια που οδήγησαν στην κατάσταση να βρίσκονται ακόμα και μεταξύ των μελών του κόμματος ουκ ολίγοι, για τους οποίους — όπως και για τον Μπ. Ν. Γιέλτσιν — ο κομμουνισμός δεν αποτελεί παρά μια ανεδαφική χιμαιρική ελπίδα, είτε, για να το διατυπώσουμε πιο αυστηρά: στείρο αποκύημα της φαντασίας. Η διερεύνηση αυτών των αιτιών θα απαιτούσε μια ειδική εργασία. Νομίζω ότι σήμερα που υπάρχουν και έχουν ριζώσει πλήθος κοινωνικών αυταπατών και παρεμφερών φαινομένων (η διάδοση και η εδραίωση των οποίων αποτελεί, κατά πολύ, «συμβολή» των μέσων μαζικής ενημέρωσης) για τα αίτια της κατάστασης που διαμορφώθηκε, θα ήταν σκόπιμο είτε να μη μιλά κανείς καθόλου, είτε να μιλά εμπεριστατωμένα.

Εδώ όμως θα ήθελα να διαπραγματευτώ εν συντομία το εξής ερώτημα: ‘Έχουν άραγε δίκιο όσοι θέτουν υπό αμφισβήτηση το εφικτό του τελικού στόχου του κομμουνιστικού κινήματος;[3]

Το τελευταίο διάστημα σε κάποιους κύκλους έχουν γίνει πολύ «της μόδας» οι απόψεις του Ε. Μπερνστάιν, και άλλων παραγόντων της II Διεθνούς — οι απόψεις της σοσιαλδημοκρατίας. Και αν οι «θερμόαιμοι» από αυτούς τους κύκλους βεβαιώνουν κατηγορηματικά την ιστορική ορθότητα των απόψεων του Ε. Μπερνστάιν και των λοιπών, οι μετριοπαθείς αμφιβάλλουν: μήπως πράγματι αποδείχθηκε ότι είχαν δίκιο;

Η στάση του Β. Ι. Λένιν απέναντι στον Ε. Μπερνστάιν και τους ομοϊδεάτες του είναι γνωστή. Ο Λένιν επανειλημμένα δήλωνε ότι αναθεωρούν[4] τα συστατικά στοιχεία του μαρξισμού και συνολικά το μαρξισμό.

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα οι αναθεωρητές δεν έθεταν απλώς υπό αμφισβήτηση, αλλά αρνούνταν ρητά και κατηγορηματικά τον τελικό στόχο του κομμουνιστικού κινήματος:

«Φυσικό συμπλήρωμα των οικονομικών και πολιτικών τάσεων του αναθεωρητισμού ήταν η σχέση του προς τον τελικό στόχο του σοσιαλιστικού κινήματος. “Ο τελικός στόχος είναι ένα τίποτα, το παν είναι το κίνημα”, αυτά τα έπεα πτερόεντα του Μπερνστάιν εκφράζουν την ουσία του αναθεωρητισμού καλύτερα από πολλές μακροσκελείς κουβέντες. Από περίσταση σε περίσταση να καθορίζεις τη συμπεριφορά σου, να προσαρμόζεσαι στα γεγονότα της ημέρας, στις τροπές των πολιτικών λεπτομερειών, να ξεχνάς τα θεμελιώδη συμφέροντα του προλεταριάτου και τα βασικά γνωρίσματα του καπιταλιστικού οικοδομήματος στο σύνολο του, ολόκληρης της καπι­ταλιστικής εξέλιξης, να θυσιάζεις αυτά τα θεμελιώδη συμφέροντα για χά­ρη πραγματικών ή υποθετικών κερδών τις στιγμής — να ποια είναι η ανα­θεωρητική πολιτική»[5].

Αλλά μήπως είναι κομμουνιστικό ένα κίνημα που έχει χάσει τον κομμουνιστι­κό του στόχο, την κομμουνιστική προοπτική; Ένα κίνημα χωρίς τελικό στόχο, είτε υπό διάλυση είναι, είτε είναι ήδη διαλυμένο. Οπότε δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για την παραμικρή επαναστατικότητα ενός τέτοιου κινήματος.

Ο Α. Σ. Μακάρενκο μίλησε εύστοχα για τη σημασία της προοπτικής στη ζωή του μεμονωμένου ανθρώπου:

«Αληθινό κίνητρο της ανθρώπινης ζωής είναι η αυριανή χαρά… Το πλέον σημαντικό που συνηθίσαμε να εκτιμούμε στον άνθρωπο είναι η δύναμη και η ομορφιά. Και το μεν και το δε καθορίζονται στον κάθε άνθρωπο απο­κλειστικά σύμφωνα με τον τύπο της σχέσης του προς την προοπτική. Ο πιο αδύναμος άνθρωπος είναι εκείνος που καθορίζει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με την πιο κοντινή προοπτική. Αν ικανοποιείται κάποιος μόνο με τη δική του προοπτική, ακόμα και αν η τελευταία είναι μακρινή, μπορεί να δείχνει δυνατός ωστόσο δε μας προκαλεί την αίσθηση της ομορφιάς της προσωπικότητας και της πραγματικής αξίας της. Όσο ευρύτερη είναι η ομάδα, οι προοπτικές της οποίας είναι για τον άνθρωπο και προσωπικές του προοπτικές, τόσο πιο ωραίος και υψηλός είναι ο άνθρωπος.

Να διαπαιδαγωγήσεις έναν άνθρωπο, σημαίνει να του καλλιεργήσεις δρό­μους με προοπτική»[6].

Όχι μόνο ο άνθρωπος, αλλά και η κοινωνία που χάνει, είτε που έχει ήδη χάσει την απώτερη προοπτική της ανάπτυξης της, είναι μια κοινωνία σε αποσύνθέση. Είναι άραγε δυνατό να αποτελέσει αληθινό κίνητρο της ανθρώπινης ζωής π.χ. το σύνθημα που διακηρύσσει ο Γκ. Ποπόφ και άλλοι «ριζοσπαστικοί» ομοϊδεάτες του: «Είναι καλύτερη η ανισότητα στον πλούτο, από την ισότητα στη φτώχεια»; Σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν αντιπαρατίθεται η κοινωνική ανισό­τητα, δεν είναι ποτέ ικανή να αποτελέσει σύνθημα με προοπτική για μια προο­δευτική κοινωνία. Σε μια κοινωνία που έχει χάσει είτε χάνει την -προοπτική, έστω και για ιστορικά σύντομο χρονικό διάστημα, αναπτύσσονται αναπόφευκτα όλα τα κοινωνικά δεινά: αύξηση της φτώχειας των μεν όταν οι δε πλουτίζουν, αύξηση της εγκληματικότητας, της πορνείας, του αλκοολισμού, των ναρκωτικών κλπ. κλπ. Και δεν είναι φυσικά σε θέση να διορθώσουν ριζικά την κατάσταση τα όποια ψίχουλα από τα κονδύλια των φιλανθρωπικών κινημάτων.

Μια κοινωνία που χάνει ή που έχει χάσει την απώτερη προοπτική της ανάπτυ­ξης είναι τυφλή στη θέα του απώτερου μέλλοντος και η προώθηση της — αν ακόμα πραγματοποιείται — γίνεται με τη μέθοδο της δοκιμής και του σφάλμα­τος.

Είναι ανέφικτη μια συνολική θεωρητική σύλληψη της περεστρόικα, αν χάνε­ται η κομμουνιστική προοπτική. Συνολική και ολοκληρωμένη μπορεί να είναι σ’ αυτή την περίπτωση μόνο η σύλληψη της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Είτε το ένα μπορεί να συμβεί, είτε το άλλο. Οι απόπειρες που παραδέρνουν από εδώ και από εκεί χωρίς κομμουνιστική προοπτική έναν δρόμο προτείνουν σε τελευταία ανάλυση: πίσω στον καπιταλισμό.

Είναι άραγε ρεαλιστική η κομμουνιστική προοπτική;

Είναι αδύνατο να κατανοηθεί επαρκώς και σε βάθος η κομμουνιστική προο­πτική, αν τη βραχυκυκλώσει κανείς μόνο στις δυσκολίες που περνά η χώρα μας είτε οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες. Δεν αρκεί και ο στοχασμός πάνω στην ιστορία των τελευταίων εβδομήντα δύο χρόνων. Δεν αρκεί ακόμα ούτε και η συνολική διερεύνηση των σχέσεων καπιταλισμού και σοσια­λισμού. Εκτός από όλα αυτά πρέπει η προσοχή μας να επικεντρωθεί σε ολόκλη­ρη την πορεία της ιστορίας της ανθρωπότητας. Και αυτό, διότι ο κομμουνισμός διαμορφώνεται σαν αποτέλεσμα ολόκληρης της προηγούμενης ιστορίας της αν­θρωπότητας. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως, παρά μόνο σε συνδυασμό με τη διαδικασία που οδήγησε είτε θα οδηγήσει σε αυτό.

Ο κομμουνισμός προϋποθέτει τον πλήρη μετασχηματισμό όχι μόνο αυτού που είχε και έχει τις ρίζες του στην καπιταλιστική κοινωνία, αλλά και εκείνων των συνθηκών, των σχέσεων, των παραδόσεων, των ηθών κλπ., που κατάγονται ακό­μα από τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες.

Η πεποίθηση που κυριαρχεί σήμερα μεταξύ των μαρξιστών προσανατολίζει σχεδόν αποκλειστικά στη μελέτη της μετάβασης από τον ένα σχηματισμό στον άλλο. Απουσιάζει μια σαφής αντίληψη του γεγονότος ότι η μετάβαση στον κομ­μουνισμό συνιστά τη μετάβαση από την προϊστορία, από ολόκληρη την προγενέ­στερη ιστορία, προς την αυθεντική ιστορία της ανθρωπότητας. Συνεπώς, αυτή η μετάβαση δεν είναι συγκρίσιμη ως προς το βάθος και τη διάρκεια της με την απλή μετάβαση από έναν σχηματισμό σ’ ένα άλλο, π.χ. από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Σ’ αυτή την περίπτωση, η μετάβαση στον κομμουνισμό είναι πολύ μεγαλύτερης διάρκειας και ασύγκριτα πιο περίπλοκη απ’ ό,τι η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Και ο ίδιος ο κομμουνισμός δεν προβάλλει πλέον απλώς σαν ένας σχηματισμός μέσα στην ίδια γραμμή με τους άλλους σχηματισμούς, αλλά σαν ένας ριζικά νέος τύπος ανάπτυξης της κοινωνίας.

Η πορεία που έχει διανύσει η ανθρωπότητα στην ιστορία της — αν ληφθούν υπόψη το τυχαίο, οι παλινωδίες, οι παύσεις, οι διαφορετικές γραμμές της ανάπτυξης… — μπορεί να συγκριθεί με ένα δέντρο, με τον κορμό του, τα κλαδιά και τα φύλλα του. Αν διακρίνουμε όμως τη νομοτελειακή, τη βασική πορεία της ιστορίας, δηλαδή αν στρέψουμε την προσοχή μας στον «κορμό του δέντρου», τότε θα μπορούσε να παρομοιασθεί με σπείρα της έλικας, και η ανθρωπότητα βρίσκεται σήμερα κάπου κοντά στο τέλος αυτής της σπείρας. Συνήθως αυτή η σπείρα (στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα χαρακτηριστικά της) εξετάζεται μέσα από το πρίσμα: προταξική κοινωνία — ταξική κοινωνία — αταξική κοινωνία. Σε μια τέτοια προσέγγιση (η οποία — ειρήσθω εν παρόδω — σε λίγο – πολύ αναπτυγμένη μορφή δεν έχει πραγματοποιηθεί πουθενά), δίνεται έμφαση στην ταξική κοινωνία. Η τελευταία λειτουργεί σαν το σημείο αναφοράς, ενώ οι υπόλοιπες ορίζονται από τη σκοπιά της άρνησης: σαν μη ταξικές (προ- και μεταταξικές) κοινωνίες.

Πιστεύω ότι ωρίμασαν (είτε ωριμάζουν) ιστορικά οι συνθήκες για μια βαθύτερη κατανόηση αυτής της σπείρας της ελικοειδούς ανάπτυξης της ανθρώπινης ιστορίας.

Ας εξετάσουμε αυτή τη σπείρα ξεκινώντας από το χαρακτηρισμό της σχέσης των ανθρώπων προς τη φύση.

Η αφετηριακή σχέση έχει ανακύψει φυσικά. Πραγματοποιείται μια χρησιμοποίηση μέσων επενέργειας, δεδομένων από τη φύση, σε έτοιμη μορφή. Σ’ αυτό το τμήμα της έλικας της ιστορίας, η φύση δρα μόνη της, αυτενεργεί, λαμβάνει χώρα κατ’ εξοχήν μια κατανάλωση αποτελεσμάτων της αυτενέργειας της φύσης. Αυτή η σχέση προς τη φύση δεσπόζει κατά την περίοδο στην οποία δεσπόζει η συλλεκτική οικονομία. Συλλογή είναι η άγρα, ο προσπορισμός, η χρησιμοποίηση έτοιμων αντικειμένων της φύσης, έστω και αν πραγματοποιείται με τη βοήθεια δημιουργημένων μέσων επενέργειας.

Τα δημιουργημένα μέσα επενέργειας εμφανίζονται, εννοείται, με την εμφάνιση του ανθρώπου ως βιολογικού όντος (σχηματίζοντας μια σημαντικότατη «πλευρά» της ανθρωποκοινωνιογένεσης). Κατακτούν όμως για πρώτη φορά την υλική ζωή της κοινωνίας με τη μετάβαση από την οικειοποιούμενη (με τη συλλογή και το κυνήγι) οικονομία στην παράγουσα. Θα χρειαστεί ωστόσο να περάσουν πάρα πολλοί αιώνες μέσα στους οποίους εκτυλίσσεται η διαδικασία διαμόρφωσης του αποφασιστικού ρόλου των τεχνητών, των δημιουργημένων από τους ανθρώπους μέσων επενέργειας. Εδώ δεν πρόκειται να απαριθμήσω και να χαρακτηρίσω τα στάδια αυτής της διαδικασίας, θα αναφέρω μόνο ότι μέχρι τον καπιταλισμό το βασικό μέσο παραγωγής παρέμενε η γη, δηλαδή ένα μέσο παραγωγής δεδομένο κατ εξοχήν σε έτοιμη μορφή. Κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν εδώ η κτηνοτροφία και η γεωργία. Παρ’ όλα αυτά, αν και οι άνθρωποι πέρασαν από την άγρα στην καλλιέργεια φυτών και στην εκτροφή ζώων, ωστόσο θα έλεγε κανείς ότι στην «κατεργασία» τους εξακολουθούσαν να έχουν να κάνουν με αντικείμενα τα οποία ουσι­αστικά περνούσαν στη διάθεση τους ως δώρο της φύσης. Η «επεξεργασία» των αντικειμένων της φύσης γενικά και συνολικά παραμένει επιφανειακή. Συνεπώς, η ανθρωπότητα προς το παρόν γενικά και συνολικά μετασχηματίζει τη φύση εξωτερικά.

Με το σχηματισμό της μεγάλης βιομηχανίας αρχίζουν να δεσπόζουν στην πα­ραγωγή τα τεχνητά μέσα παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι μέσα στη μετασχηματι­στική σχέση των ανθρώπων προς τη φύση, όλο και σημαντικότερη, αποφασι­στικότερη σημασία για τη ζωή τους αποκτά η διείσδυση στην ουσία, στις ενδό­τερες συνάφειες των φυσικών διαδικασιών, των φυσικών μορφωμάτων.

Με τη μετάβαση από τους ανθρωποειδείς πιθήκους, τους προγόνους, προς τον άνθρωπο, οι διαμορφωνόμενοι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν αντικείμε­να της φύσης ως μέσα για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Η συλλογή υλικού για την παραγωγή μέσων εργασίας και η ίδια η παραγωγή μέσων εργασί­ας ήταν κυρίως έργο βαρύ, κοπιαστικό. Αυτό είναι σαφές. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε πολλές γλώσσες οι λέξεις με τις οποίες επισημαίνεται η εργασία είναι συγγενείς, ετυμολογικά, με λέξεις που επισημαίνουν κόπο, μόχθο, δυσκο­λία*. Και όπως είναι φυσικό υπήρχε πάντοτε η τάση για τη διευκόλυνση της εργασίας. (Προς το παρόν κάνω αφαίρεση από την αποτελεσματικότητα της ερ­γασίας).

Σταδιακά γινόταν η μετάβαση από τα μέσα παραγωγικής επενέργειας στη φύ­ση, τα οποία ήταν δεδομένα από τη φύση σε έτοιμη μορφή, σε παραγωγικά μέ­σα επενέργειας, τα οποία απαιτούσαν άμεσες προσπάθειες του ανθρώπου για την παραγωγή και τη χρησιμοποίηση τους, σε αυτενεργά μέσα. Αυτό αποτελεί κατά κάποιο τρόπο επάνοδο στο αφετηριακό σημείο: στην αυτενέργεια (στο αφετηρι­ακό σημείο «αυτενεργεί» η παρθενική φύση), αλλά στην αυτενέργεια πλέον της τεχνητής φύσης.

Στο μεταξύ, με την πάροδο του χρόνου τα αυτενεργά, τα μέσα που ενεργούν αυτόματα, αρχίζουν από μόνα τους να παράγουν τον εαυτό τους. Τα αυτόματα αρχίζουν να δημιουργούν αυτόματα, πραγματοποιείται η αυτοαναπαραγωγή αυτε­νεργών μέσων επίδρασης πάνω στη φύση.

Αυτή η κατά κάποιο τρόπο επάνοδος στο αφετηριακό σημείο έγκειται στο γε­γονός ότι ο άνθρωπος αρχίζει και πάλι να έχει να κάνει με διαδικασίες δημιουρ­γίας αντικειμένων, ικανών να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του οι οποίες (διαδικα­σίες) διεξάγονται σε σημαντικό βαθμό από μόνες τους, αυτόματα, χωρίς την άμεση εργασία. Ωστόσο δεν πρόκειται παρά μόνο για μια κατά κάποιο τρόπο επάνοδο, διότι: 1. Οι τελευταίες διαδικασίες κατάγονται από την εργασία και 2. στην κάθε δεδομένη στιγμή η αυτοματοποιημένη παραγωγή κατευθύνεται, σε τελ­ευταία ανάλυση, από την εργασία των ανθρώπων σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Δηλαδή, η αυτοματοποιημένη παραγωγή παραμένει υποταγμένη στην εργασία, στους ανθρώπους, διατηρείται στη θέση του μέσου παραγωγικής επενέργειας των ανθρώπων στη φύση. Δεν πρόκειται πλέον για ένα μέσο που έχει προκύψει με φυσικό τρόπο, αλλά για ένα μέσο τεχνητό, δημιούργημα των ανθρώπων, το οποίο έχει σε σημαντικό βαθμό μετατραπεί σε αυτενεργό, σε αυτόματο. Στο βαθμό που έχει μετατραπεί σε αυτενεργό, γίνεται και ανεξάρτητο από τους ανθρώπους. Για την ακρίβεια, τα μέρη της αυτοματοποιημένης παραγωγής αποκτούν όλο και με­γαλύτερη σχετική αυτοτέλεια, αν και συνολικά η παραγωγή παραμένει υποταγμέ­νη στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι αποκτούν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν κατά όλο και πιο ευέλικτο τρόπο για τους σκοπούς τους ολόκληρη την παραγω­γή στο σύνολο της και ως όλο.

Κάτι αντίστοιχο, αν και όχι πανομοιότυπο, συμβαίνει με το υλικό που υφίστα­ται την επίδραση. Αρχικά χρησιμοποιείται υλικό δεδομένο από τη φύση σε έτοιμη μορφή. Στη συνέχεια, υλικό το οποίο προκαταβολικά επεξεργάζεται μέσα στη διαδικασία της εργασίας, ωστόσο εξακολουθεί να διατηρεί τις βασικές φυ­σικές ιδιότητες, τις οποίες διέθετε και πριν από την επεξεργασία. Στο τελικό τμήμα αυτής της σπείρας της έλικας δημιουργούνται τεχνητά υλικά με προκαθο­ρισμένες ιδιότητες.

Συνεπώς, από τη μια πλευρά ο άνθρωπος διαθέτει δεδομένο από τη φύση υλικό, χρησιμοποιεί τις φυσικές νομοτέλειες. Από την άλλη πλευρά δεν προσαρμόζεται απλώς στο φυσικό υλικό, αλλά θέτει συνειδητά το καθήκον, το ζητούμενο (να δη­μιουργήσει υλικό με τις ιδιότητες που χρειάζονται στον άνθρωπο) και παράγει τέτοιο υλικό.

Η αλλαγή της σχέσης προς το υλικό καθορίζεται πρώτα απ’ όλα από την ανάπτυξη των μέσων εργασίας.

Όλη η ιστορία που έχει διανύσει η ανθρωπότητα είναι η ιστορία της υπερο­χής της μηχανικής παραγωγής, η ιστορία της χρησιμοποίησης κατ’ εξοχήν (όμως κάθε άλλο παρά αποκλειστικά) της μηχανικής μορφής κίνησης, αν και από τα πρώτα κιόλας στάδια αρχίζουν να χρησιμοποιούνται και άλλες μορφές κίνη­σης της ύλης (αυτό μαρτυρεί π.χ. η φωτιά). Η υπεροχή της χρησιμοποίησης της μηχανικής παραγωγής φέρει τη σφραγίδα της προέλευσης του ανθρώπου από τον ζωικό κόσμο (το χέρι αποτελεί όργανο μηχανικής μετατόπισης). Η εργασία με όλα τα συστατικά της διαμορφωνόταν κατά τη χρησιμοποίηση κατ’ εξοχήν της μηχανικής μορφής κίνησης. Ως προς την ουσία της, η χειρωνακτική εργασία έχει προσαρμοστεί στη μηχανική δραστηριότητα. Με βάση τις ήδη υπάρχουσες τάσεις μπορεί να πει κανείς ότι στο μέλλον όλο και μεγαλύτερο ρόλο θα αποκτά ο μετασχηματισμός διαδικασιών (στη μηχανική παραγωγή μετασχηματίζονται κυρίως πράγματα), ότι ολοένα και μεγαλύτερη σημασία θα αποκτούν οι παρα­γωγές που βασίζονται στη χρησιμοποίηση πιο αναπτυγμένων από τη μηχανική μορφών κίνησης. Σε τελική ανάλυση η παραγωγή, κατά τη γνώμη μου, θα κατα­στεί κατ’ εξοχήν βιολογική. Η βιοτεχνολογία ήδη συνιστά έναν από τους τομείς της επιστήμης και της παραγωγής με τις μεγαλύτερες προοπτικές. Η μετάβαση όμως στη βιο-παραγωγή θα σημάνει την κατοχή από τους ανθρώπους της ουσί­ας ολόκληρου του έμβιου κόσμου και του ανθρώπου ως βιολογικού όντος. Μα­ζί μ’ αυτό ανακύπτουν και αναπτύσσονται δύο αντίθετες δυνατότητες: 1. Η δυνα­τότητα κατάκτησης των βιολογικών νομοτελειών (αναφορικά με τον άνθρωπο — για την εξάλειψη των ασθενειών, για την παράταση της ζωής του ανθρώπου, για την εναρμόνιση του ως βιολογικού όντος) και ταυτόχρονα 2. η δυνατότητα φθο­ράς του ανθρώπου, ολόκληρης της ανθρωπότητας ως συνόλου βιολογικών όντων.

Η παρέμβαση στη βιολογική φύση του ανθρώπου ενέχει τον κίνδυνο να αποκτή­σει οριακά το χαρακτήρα αυτοκτονίας για την ανθρωπότητα. Εδώ παρατηρούμε άλλη μια σπείρα της έλικας: από τη «δημιουργία» του ανθρώπου (ως βιολογικού όντος) από τη φύση στη, βιολογική αυτοδημιουργία (που συνοδεύεται από την ικανότητα για αυτοκαταστροφή) του ανθρώπου από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της σπείρας της έλικας της ιστορίας, μεταβάλλεται ουσιαστικά η αλληλεπίδραση της ανθρωπότητας με τη φύση και από άλλες πλευρές της. Αφετηριακή αλληλεπίδραση (που προσιδιάζει και στα ζώα) με τη φύση είναι η κατ’ εξοχήν προσαρμογή στη φύση. Με το σχηματισμό των αν­θρώπων εμφανίζεται, ως σταθερή διαδικασία, η διαδικασία μετασχηματισμού της φύσης, κατά την οποία η φύση προβάλλει ως μέσο για την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου. Κατά τη διάρκεια των πρώτων φάσεων εμφάνισης της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος αγωνίζεται για τη βιολογική επιβίωση. Αρχικά, γενι­κά και στο σύνολο της, η αποδοτικότητα της δραστηριότητας των ανθρώπων για την εξασφάλιση της ζωής τους ταλαντεύεται κοντά στο ελάχιστο. Δηλαδή, η τα­λάντωση εκτείνεται κοντά σε δείκτες οι οποίοι είναι οι ελάχιστοι απαραίτητοι όροι για τη διατήρηση εν ζωή του ανθρώπινου γένους. Αυτό εκδηλώνεται μεταξύ άλλων και με το γεγονός ότι ο πληθυσμός της γης σ’ αυτή τη φάση της ιστορί­ας αναπτύσσεται με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς (αυτό μαρτυρεί και η χαμηλή διάρκεια ζωής).

Ολόκληρη η περίοδος διαμόρφωσης της ανθρωπότητας από αυτή την άποψη (από την άποψη της δυνατότητας ικανοποίησης των αναγκών) αρχίζει από τη χρονική στιγμή κατά την οποία το ανθρώπινο γένος απέκτησε την ικανότητα να προσπορίζεται και να παράγει μέσα για την ύπαρξη του, τα οποία σε κάποιο βαθμό υπερβαίνουν το ελάχιστο που αναφέραμε. Όμως η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμα κατακτήσει μια παραγωγή η οποία καθιστά δυνατή την ικανοποίηση του βέλτιστου των βιολογικών αναγκών (διατροφής, ένδυσης, υπόδησης, κατοικίας, βιολογικά βέλτιστων συνθηκών εργασίας κλπ.).

Σε όλη τη διάρκεια διαμόρφωσης της ανθρωπότητας διατηρείται (αν και σε διαφορετικό βαθμό) η πάλη των ανθρώπων για την επιβίωση τόσο μεταξύ τους, όσο και με τη φύση. Προς το παρόν θα σταθώ στην τελευταία. Η σχέση προς τη φύση, η μετασχηματιστική επενέργεια σε αυτήν προβάλλει, κατά την περίοδο διαμόρφωσης της ανθρωπότητας, κατ’ εξοχήν ως αγώνας με ένα αμείλικτο απει­λητικό αντίπαλο. Γι’ αυτό σε πρώτο πλάνο προβάλλει η καθυπόταξη της φύσης από τον άνθρωπο, η κυριαρχία του ανθρώπου επάνω στη φύση, η αρπακτική σχέ­ση προς τη φύση (αρπαγή πάση θυσία). Στην αρχή όμως η επενέργεια της αν­θρωπότητας στη· φύση μπορεί να συγκριθεί ως προς την κλίμακα και το βάθος της επίδρασης, με αυτή των ζώων στο περιβάλλον. Η αλήθεια είναι ότι εξυπαρχής οι άνθρωποι, σε αντιδιαστολή με τα ζώα, επενεργούν στη φύση κατ’ εξοχήν με τη βοήθεια παραγωγικών εργαλείων. Και στις απαρχές — περίπου στην περί­οδο κατά την οποία η ικανοποίηση των-αναγκών του ανθρώπινου γένους κυ­μαίνεται γύρω στο ελάχιστο — οι άνθρωποι εξακολουθούν κυρίως να προσαρμό­ζονται σ’ αυτήν. Οι άνθρωποι δεν έχουν επίγνωση ούτε των φυσικών, ούτε των κοινωνικών συνεπειών της επενέργειας τους (ως ανθρωπότητας, ως ανθρώπινου γένους) στη φύση. Αυτή η κατάσταση εξακολουθεί να διατηρείται, αν και σε χαμηλότερο βαθμό, και κατά την περίοδο διαμόρφωσης της ανθρωπότητας.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, η σχέση των ανθρώπων προς τη φύση, τόσο κατά την περίοδο εμφάνισης, όσο και κατά την περίοδο διαμόρφωσης της ανθρωπότητας, από τη μια πλευρά, αντιπαρατίθεται σε αυτή των ζώων (ως μετασχηματίζουσα), ενώ από την άλλη πλευρά παραμένει ζωώδης (αρπακτική, χωρίς να λογαριάζει τις συνέπειες της επενέργειας στη φύση).

Στο βαθμό που εμβαθύνει και διευρύνεται η μετασχηματιστική επενέργεια, η κλίμακα και το βάθος της επενέργειας των ανθρώπων στη φύση, αρχίζει ολοένα και περισσότερο να διαφοροποιείται από αυτή των ζώων. Σταδιακά οι άνθρωποι αρχίζουν να προβλέπουν τις όλο και βαθύτερες και απώτερες συνέπειες της επε­νέργειας τους στη φύση. Και ταυτόχρονα εμβαθύνει και διευρύνεται η αρπακτική σχέση προς τη φύση, η υποταγή της φύσης στον άνθρωπο. Η επενέργεια αυτή ως προς το βάθος και την κλίμακα της καθίσταται τελικά τόσο σημαντική, ώστε καταλαμβάνει ολόκληρο το φυσικό περιβάλλον στο οποίο διαμορφώθηκε η αν­θρωπότητα, δηλαδή ολόκληρη τη Γη, όλη την επιφάνεια και το υπέδαφος της. Και μάλιστα την καταλαμβάνει σε τόσο βάθος ώστε το τεχνητά δημιουργούμενο περιβάλλον αρχίζει να διαπερνά ολόκληρο το κατοικήσιμο περιβάλλον. Μ’ άλλα λόγια, σε μια ευρύτερη και βαθύτερη διατύπωση, η δημιουργημένη με αρπακτικό τρόπο «τεχνητή φύση» αρχίζει να διαπερνά ολόκληρη τη «φυσική φύση». Η ανθρωπότητα αποκτά δυο αντίθετες δυνατότητες: από τη μια πλευρά, τη δυνατό­τητα μετασχηματισμού όλων των γήινων συνθηκών ύπαρξης της σύμφωνα με τις ανάγκες της· από την άλλη, τη δυνατότητα ολοσχερούς καταστροφής της Γης, είτε με πόλεμο, είτε ειρηνικά. Αυτές οι κολοσσιαίες δημιουργικές και ταυτόχρο­να αυτοκαταστροφικές δυνατότητες της ανθρωπότητας τη θέτουν ενώπιον του διλήμματος: είτε θα αποκτήσει συνειδητά τον έλεγχο και την κυριότητα των υπέρογκων δυνατοτήτων της και θα τις χρησιμοποιήσει για το καλό της ανθρω­πότητας ως όλου, είτε θα πεθάνει.

Σήμερα η κατακερματισμένη ανθρωπότητα, στην καλύτερη περίπτωση, είναι ικανή να εξουδετερώσει τις μεν ή τις δε άμεσες, είτε σε ασήμαντο βαθμό τις γενικές επιπτώσεις της αρπακτικής παραγωγικής δραστηριότητας της. Ωστόσο, στο βαθμό που διαμορφώνονται οι παγκόσμιοι παραγωγικοί δεσμοί και εμβαθύ­νει η παραγωγική επενέργεια, η καταστροφική επίδραση στον πλανήτη μας κα­θίσταται όλο και πιο βαθιά, σφαιρική και ολόπλευρη.

Μόνο η συνένωση της ανθρωπότητας και η συνειδητή ενοποιημένη παναν­θρώπινη ανάπτυξη, που θα είναι σχεδιοποιημένη στην κλίμακα της ανθρωπότη­τας, θα διανοίξει ριζικά νέες προοπτικές για την εξάλειψη των αρνητικών συνε­πειών της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πορεία της ιστορίας, υπό την απειλή του θανάτου της ανθρωπότητας, ωθεί αναγκαστικά σε μια νέα σχέση προς τη φύση, σε μια σχέση η οποία θα αποτελεί κατά κάποιο τρόπο επάνοδο στο αφε­τηριακό σημείο. Σε ένα τέτοιο μετασχηματισμό της φύσης που θα συνιστούσε κατά κάποιο τρόπο προσαρμογή, κατά κάποιο τρόπο διατήρηση της φύσης σε παρθενική μορφή, δηλαδή σε ένα μετασχηματισμό που θα λάμβανε υπόψη τις απώτερες συνέπειες της επενέργειας στη φύση στο σύνολο τους.

Παρ’ όλα αυτά, η παραγωγή αυτή θα είναι τόσο σημαντική και βαθιά, ώστε με την πληρέστερη χρησιμοποίηση του λόγου, της επιστήμης, θα οδηγήσει στο μετασχηματισμό όλης της Γης (του εδάφους και του υπεδάφους της), και κατά συνέπεια, στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος της ανθρωπότητας, το οποίο δεν θα είναι πλέον φυσικό, αλλά τεχνητό. Η ανάπτυξη των δυνατοτήτων της ανθρωπό­τητας για τη δημιουργία τεχνητού περιβάλλοντος, η ανάπτυξη των δυνατοτήτων της αυτοματοποίησης και της δημιουργίας τεχνητών υλικών σημαίνουν ότι θα δημιουργηθούν προϋποθέσεις για την έξοδο της ανθρωπότητας από τα πλαίσια του φυσικού περιβάλλοντος της, για την υπέρβαση των. ορίων του αποκλειστικά γήινου πολιτισμού και τη μετάβαση στο διαστημικό, κοσμικό πολιτισμό. Η ανα­γκαιότητα αυτού του κοσμικού πολιτισμού υπαγορεύεται μεταξύ άλλων και από τα όρια των αποθεμάτων πρώτων υλών για την παραγωγή, χώρου για την ανά­πτυξη της παραγωγής και του πληθυσμού (πιστεύω ότι η δημιουργία αφθονίας υλικών αγαθών θα επιφέρει μια νέα δημογραφική έκρηξη).

Έτσι λοιπόν, ο πολιτισμός που έχει αναπτυχθεί στην ιστορία και εξακολου­θεί να αναπτύσσεται σήμερα συνιστά τη σπείρα της έλικας του γήινου πολιτι­σμού, τον οποίο ήδη έρχεται να αντικαταστήσει — καθίσταται πλέον αναγκαιό­τητα — ο κοσμικός πολιτισμός. Μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μετάβαση στον τελευταίο είναι η ενοποίηση της ανθρωπότητας. Χωρίς την ενο­ποίηση της, η ανθρωπότητα δεν θα μπορέσει ούτε να επιβιώσει, ούτε και να συγκεντρώσει τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες για μια ευρεία προσπέλαση στο διάστημα (από σήμερα κιόλας μεγάλα διαστημικά προγράμματα μπορούν να πραγματοποιούνται είτε από τα ισχυρότερα κράτη, είτε από μερικά κράτη που συνενώνουν τις δυνάμεις τους).

Δεν είναι μόνο τα μέσα της παραγωγικής επενέργειας στη φύση και τα χρησι­μοποιούμενα στην παραγωγή υλικά που αναπτύσσονται ελικοειδώς, αλλά και και ο ίδιος ο άνθρωπος. Από την αρχή η εργασία αποτελεί τον καθοριστικό παράγο­ντα της εμφάνισης και της περαιτέρω ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Όμως στην πρωτόγονη κοινωνία δεν υπερτερεί η παραγωγή αλλά η συλλογή, ο πορισμός έτοιμων αγαθών. Αντίστοιχα και οι άνθρωποι — από τη σκοπιά της δραστηριό­τητας που υπερτερεί — δεν είναι παραγωγοί αλλά «συλλέκτες». Αντίστοιχα οι «τεχνικές» και οι δεξιότητες τους είναι κατ’ εξοχήν «τεχνικές» και δεξιότητες για τη χρησιμοποίηση μέσων επενέργειας (δημιουργημένων είτε παρμένων σε έτοιμη μορφή από τη φύση) μέσα στη διαδικασία της άγρας, της συλλογής, οι δε γνώσεις τους απορρέουν κατ’ εξοχήν από την άμεση παρατήρηση. Εφ’ όσον δε η συλλογή με τη βοήθεια μέσων επενέργειας, δεδομένων σε έτοιμη μορφή από τη φύση είτε δημιουργημένων από την εργασία, αποτελεί ανηρημένη ζωώδη σχέση προς τη φύση, στη συνείδηση των ανθρώπων υπερτερεί η συνειδητοποίηση της ζωώδους σχέσης προς τη φύση, δηλαδή η συνείδηση της ζωντανής συγκεκριμέ­νης συνάφειας με ό,τι τους περιβάλλει και των μεταξύ τους δεσμών. Με τη μετά­βαση στην υπεροχή της παραγωγής, στην παράγουσα οικονομία οι άνθρωποι καθίστανται κατ’ εξοχήν παραγωγοί. Όμως στην παραγωγή για ένα παρατεταμέ­νο χρονικό διάστημα βασικά μέσα παραγωγής παραμένουν τα μέσα παραγωγής που έχουν προκύψει με φυσικό τρόπο: η γη και τα ζώα. Απ’ εδώ απορρέει και η παρατεταμένη επικράτηση της άμεσης σχέσης προς τη φύση: ο ίδιος ο παραγωγός προβάλλει άμεσα είτε σε σημαντικό βαθμό ως φυσικό σώμα, ως δεδομένο από τη φύση μέσο παραγωγής, δηλαδή ο ίδιος ο παραγωγός στον ένα ή στον άλλο βαθμό δεν έχει ακόμα αποσπαστεί από τα μέσα παραγωγής, αποτελεί και ο ίδιος μέσο παραγωγής. Ο διαχωρισμός μέσων παραγωγής και παραγωγών, η διάκριση των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής, πραγματοποιείται στο βαθμό της ανάπτυξης και διάδοσης των δημιουργημένων από την εργασία μέσων παρα­γωγής. Μεταξύ των δημιουργημένων από την εργασία μέσων παραγωγής αρχικά υπερτερούν τα μέσα εργασίας, τα οποία τίθενται σε λειτουργία από την ατομική εργασία.

Η διάδοση της χειρωνακτικής εργασίας (με, είτε χωρίς καταμερισμό εργασίας) αντιστοιχεί στην εναρκτήρια φάση διείσδυσης στην ουσία διαδικασιών και φαι­νομένων. Ωστόσο η διείσδυση αυτή συνειδητοποιείται με τη μορφή της μοναδι­κότητας, είτε της ιδιαιτερότητας, δηλαδή με μορφή που αντιφάσκει με την ου­σία. Στο βαθμό που καταβάλλονται προσπάθειες για τη γνώση της ουσίας σε καθαρή μορφή, η γνώση αυτή υπάρχει σαν εικασία, περιπλεγμένη με αρκετή δόση φαντασίας. Στη βάση της ανάπτυξης της χειρωνακτικής εργασίας, ανα­πτύσσεται σε τελευταία ανάλυση το χάσμα μεταξύ φυσικής και διανοητικής ερ­γασίας, καθώς και μεταξύ εμπειρικής και θεωρητικής γνώσης και μάλιστα παρα­γωγική σημασία έχει η εμπειρική και όχι η θεωρητική γνώση.

Με την ανάπτυξη της παραγωγής με μηχανές και τη μετατροπή της σε αποφα­σιστικό είδος της παραγωγής επικρατέστερη καθίσταται η μηχανική, η φυσική εργασία για τη χρησιμοποίηση των μηχανών. Ταυτόχρονα η τελειοποίηση, και περισσότερο η δημιουργία μηχανών απαιτεί, σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, όχι μόνο εμπειρικές αλλά και θεωρητικές γνώσεις (η ίδια η εμπειρία σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό κατευθύνεται και μετατρέπεται σε πείραμα). Η θεωρητική και η πειραματική γνώση αποκτά άμεσα παραγωγική σημασία. Η μηχανική παραγω­γή προετοιμάζει το έδαφος για την κατάργηση του χάσματος μεταξύ φυσικής και διανοητικής εργασίας, μεταξύ εμπειρικής και θεωρητικής γνώσης, οδηγώντας το ως το ακραίο όριο του. Ωστόσο το έδαφος αυτό ετοιμάζεται πλήρως με την ανα­πτυγμένη αυτοματοποίηση, οπότε η εργασία για την ανάπτυξη της αυτοματοποι­ημένης παραγωγής και η γενική διεύθυνση αυτής της παραγωγής αρχίζουν να υπερτερούν έναντι της απλής χρησιμοποίησης μηχανών.

Με την ανάπτυξη της απλής μηχανικής παραγωγής και στη συνέχεια της αυ­τοματοποιημένης παραγωγής, αναπτύσσεται και ο κοινωνικός χαρακτήρας της ερ­γασίας.

Η ιστορική ανάπτυξη του χαρακτήρα της εργασίας διεξαγόταν με ελικοειδή μορφή. Αφετηριακό σημείο ήταν η εργασία που είχε συλλογικό χαρακτήρα, ο οποίος ανέκυψε με φυσικό τρόπο. Ο χαρακτήρας αυτός καθοριζόταν από την αναγκαιότητα επιβίωσης του ανθρώπινου γένους σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, από το ανέφικτο της μοναχικής ζωής. Η εκδίωξη από την ομάδα, όταν μάλιστα ήταν αδύνατο να εισχωρήσει ο εξοστρακισμένος σε κάποια άλλη ομάδα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων σήμαινε θάνατο.

Στη συνέχεια αναπτύσσεται όλο και πιο πολύ η ατομική χειρωνακτική εργα­σία. Οι κεφαλαιοκρατικές παραγωγικές σχέσεις ανέκυψαν πρωταρχικά ακριβώς πάνω στη βάση της χειρωνακτικής εργασίας και οδήγησαν στη συνεργασία, στο συντονισμό αυτής της εργασίας. Μέσα στη διαδικασία της συνεργασίας και του καταμερισμού, είτε του επιμερισμού και της συνεργασίας της χειρωνακτικής ερ­γασίας πραγματοποιείται η μετάβαση στη μηχανική εργασία, Ακριβώς η μετά­βαση στην εργασία με μηχανές αποτέλεσε και το πέρασμα στον καθ’ εαυτό κοι­νωνικό χαρακτήρα της εργασίας, δηλαδή πραγματοποιείται μια κατά κάποιο τρό­πο επάνοδος στο αφετηριακό σημείο: στην ενοποιημένη εργασία.

Η ανάπτυξη διάνυσε το δρόμο από τη διαδικασία λήψης αντικειμένων κατανά­λωσης, κατά την οποία διεξάγεται κατ’ εξοχήν άμεση παρατήρηση, στη διείσ­δυση στην ουσία των χρησιμοποιούμενων διαδικασιών, στη διάκριση της ουσίας σε καθαρές μορφές, στη θεωρία και στην εμπειρία η οποία βασίζεται στη χρησι­μοποίηση της θεωρίας (στο πείραμα), στην επιστήμη ως παραγωγική δύναμη. Η χρησιμοποίηση της επιστήμης ως παραγωγικής δύναμης σημαίνει πλέον χρησι­μοποίηση της θεωρίας και του πειράματος ως κοινωνικού όλου στην πρακτική, στην παραγωγή, σημαίνει κίνηση από τη θεωρία στην πρακτική ως κοινωνικό φαινόμενο, δηλαδή στην επιστήμη και την πρακτική της κοινωνίας. Από τη δρα­στηριότητα για τη χρησιμοποίηση (με τη βοήθεια οργάνων του σώματος) κατ’ εξοχήν δεδομένων από τη φύση μέσων παραγωγής, προς την επικράτηση της ερ­γασίας για τη χρησιμοποίηση δημιουργημένων μέσων παραγωγής και από αυτή στην επικράτηση της εργασίας για τη δημιουργία και χρησιμοποίηση αυτενερ­γών μέσων παραγωγής.

Με ελικοειδή τρόπο αναπτύσσονταν επίσης και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώ­πων. Η ανάπτυξη προχώρησε από τους συλλογικούς δεσμούς φυσικής προέλευ­σης προς τη διάλυση αυτών των δεσμών, προς τη διάκριση των ανθρώπων από τις τέτοιου είδους ομάδες και τη διαμόρφωση δεσμών των μεμονωμένων ατόμων, ενοποιημένων από το γεγονός ότι όλοι οι υπόλοιποι προβάλλουν για το άτομο μόνο ως μέσο για την υποστήριξη της δικής του ύπαρξης και από αυτούς τους δεσμούς στους αυθεντικά κοινωνικούς δεσμούς των ανθρώπων ως προσωπικοτή­των. Εν τω μεταξύ, ενώ οι αφετηριακές ομάδες ήταν ολιγάριθμες και αποκομμέ­νες μεταξύ τους, στο τέλος αυτής της σπείρας της έλικας ομάδα θα είναι ολό­κληρη η ενοποιημένη ανθρωπότητα. Και ποια είναι η βάση αυτής της ανάπτυ­ξης; Η ανάπτυξη της παραγωγικής αμοιβαίας, σχέσης με τη φύση. Σχηματοποι­ώντας σχετικά τα πράγματα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όσο κυριαρχούν στην παραγωγική αλληλεπίδραση με τη φύση μέσα παραγωγής τα οποία έχουν προκύ­ψει από τη φύση και στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις κυριαρχούν οι φυσικής προέλευσης δεσμοί των ανθρώπων. Όταν όμως κυριαρχούν τα δημιουργημένα μέσα παραγωγής στην παραγωγική αλληλεπίδραση με τη φύση, μεταξύ των αν­θρώπων κυριαρχούν οι καθαυτό κοινωνικοί δεσμοί. Η γενική πορεία ανάπτυξης των δημιουργημένων μέσων παραγωγής οδηγεί από τα ατομικά μέσα τα οποία ενεργοποιούνται με τη χειρωνακτική εργασία, στα μέσα παραγωγής τα οποία έχουν καθαυτό κοινωνικό χαρακτήρα. Ο καθαυτό κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας με την εμφάνιση και ανάπτυξη της μηχανικής παραγωγής καθίσταται πλέον τεχνική αναγκαιότητα. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας είναι που οριοθετεί την ενοποίηση των ανθρώπων, την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Ο βαθμός ανάπτυξης του οριοθετεί σε τελευταία ανάλυση και το βαθμό της πραγματικής (σ’ αντιδιαστολή με την τυπική) κοινωνικοποίησης. Η ανάπτυξη των σχέσεων παραγωγής, πάνω στη βάση και στην ενότητα της με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προχωρά: από την ιδιοκτησία των γενών, των φυλών και της κοινότητας προς την ιδιωτική ιδιοκτησία (ας σημειώσουμε ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία αντιστοιχεί πλήρως στα χειρωνακτικά μέσα εργασίας) και από αυτή στην κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

Είναι πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι αρχικά παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής ταυτίζονται άμεσα μεταξύ τους. Φυσικά εδώ δεν πρόκειται για μια απόλυτη ταύτιση, διαφορές μεταξύ τους υπάρχουν από την εμφάνιση κιόλας του ανθρώπου. Στη συνέχεια, κατά την περίοδο διαμόρφωσης της ανθρώπινης κοινωνίας, όλο και περισσότερο προβάλλει σε πρώτο πλάνο η ουσιώδης διαφορά μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Ωστόσο και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (της διαμόρφωσης της ανθρώ­πινης κοινωνίας) δεν εξαλείφεται πλήρως η άμεση ταύτιση τους.

Στους προκαπιταλιστικούς ανταγωνιστικούς σχηματισμούς αυτό είναι κατά τη γνώμη μου δεδομένο με σαφή και εξόφθαλμο τρόπο: ο δούλος και εν μέρει ο φεουδαρχικά εξαρτημένος αγρότης ταυτίζονται με τα μέσα παραγωγής. Στον κα­πιταλισμό η άμεση ταύτιση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να διατηρείται σε λανθάνουσα κατάσταση: η εργατική δύναμη είναι πράγμα, το οποίο υφίσταται αγοραπωλησία, δηλαδή σ’ αυτή τη σχέση εξισώνεται με οποιοδήποτε εμπόρευ­μα, με οποιοδήποτε αντικείμενο. Ως αγορασμένο από τον καπιταλιστή για την παραγωγική χρησιμοποίηση του, το «πράγμα» εργατική δύναμη εξισώνεται σ’ αυτή τη σχέση με τα μέσα παραγωγής.

Το επόμενο στάδιο είναι η αποκατάσταση της ταύτισης παραγωγικών δυνάμε­ων και σχέσεων παραγωγής. Πρόκειται όμως εδώ για μια διαφορετική ταύτιση που εδράζεται σε νέα βάση: ο άνθρωπος απελευθερώνεται σταδιακά από την άμεση εργασία για τη χρησιμοποίηση των αυτοματοποιημένων μέσων παραγω­γικής επενέργειας στη φύση.

Στα αφετηριακά στάδια λαμβάνει χώρα μια διαβίβαση των φυσικών ενεργειών του ανθρώπου σε τεχνητά μέσα παραγωγής επενέργειας στη φύση, στη συνέχεια δε όλο και πιο περίπλοκων διανοητικών λειτουργιών. Η κατεύθυνση αυτής της τάσης έγκειται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος όλο και περισσότερο απωθείται (με τα αυτόματα μέσα παραγωγικής επενέργειας στη φύση) από τη σφαίρα της ερ­γασίας. Ο όγκος της ζωντανής εργασίας τον οποίο έχει ανάγκη η κοινωνία, σε τελευταία ανάλυση, έχει την τάση να μειώνεται. Η διατηρούμενη εργασία συνδέ­εται με ολοένα και πιο διαμεσολαβημένο τρόπο με το τελικό προϊόν και στην εργασία διατηρούνται οι πλέον περίπλοκες λειτουργίες του, οι οποίες διατη­ρούνται κάτω από την πίεση «της επέλασης των μηχανών στην εργασία». Φυσι­κά η τάση αυτή ούτε σε καθαρή μορφή πραγματοποιείται, ούτε και ακολουθεί μια ευθεία ανοδική γραμμή. Είναι γνωστό π.χ. ότι η αυτοματοποίηση σε ορισμένα αφετηριακά στάδια οδηγεί στην αύξηση της εργασίας που απαιτεί χαμηλή κατάρ­τιση.

Τα αυτόματα μέσα παραγωγικής επενέργειας στη φύση δημιουργούν, σε τελευ­ταία ανάλυση, τις προϋποθέσεις για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου (ο οποίος είναι απαραίτητος για την αναπαραγωγή του δεδομένου ατόμου, της οικογένειας του, για τις κοινωνικές ανάγκες), για τη μείωση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας, για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Διανοίγουν προοπτικές για την επίτευξη συνθηκών, κατά τις οποίες οι προσπάθειες που αναλώνουν τα άτο­μα κατά τη διάρκεια του γενικού αναγκαίου εργάσιμου χρόνου να αποτελούν το μικρότερο μέρος των παραγωγικών προσπαθειών για τις οποίες είναι ικανός ο άνθρωπος: Αυτό θα άνοιγε τη -δυνατότητα για μια ελεύθερη πραγμάτωση του μεγαλύτερου μέρους αυτών των προσπαθειών ολοκληρωτικά (είτε κατά κύριο λόγο) σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα των ατόμων.

Η διαβίβαση φυσικών λειτουργιών του ανθρώπου στις μηχανές προκάλεσε την ανάγκη για την ανάπτυξη της φυσικής αγωγής. Αν η εργασία κατευθύνεται κατ’ εξοχήν σε ένα αντικείμενο εξωτερικό ως προς τον άνθρωπο, η φυσική αγωγή έχει τον άνθρωπο ως αυτοσκοπό. Στο βαθμό που θα διαβιβάζονται στις μηχανές διανοητικές λειτουργίες, θα αυξάνεται και η ανάγκη των ατόμων για διανοητική αγωγή. Η ίδια η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής δημιουργεί τη δυνατότητα, η δε φύση του ανθρώπου ως κοινωνικό – φυσικού όντος απαιτεί τη φυσική και διανοητική αγωγή και ανάπτυξη. Έτσι, αν ο άνθρωπος θέλει (σε συνθήκες δια­βίβασης στις μηχανές φυσικών και διανοητικών λειτουργιών) να μη είναι ασθε­νής, να ζει μια άρτια ζωή, τότε η φυσική και η διανοητική αγωγή αποβαίνουν αναγκαιότητα, δηλαδή καθίσταται αναγκαιότητα η φυσική και η διανοητική ανά­πτυξη των ατόμων ως αυτοσκοπός. Και μ’ αυτή την αναγκαιότητα δηλώνει την παρουσία της και μια άλλη τάση. Η ίδια η βιολογική ζωή, ως ενότητα και αντί­θεση ζωής και θανάτου, απαιτεί μια διαρκή πάλη με το θάνατο για τη ζωή. Η εργασία, η οποία ανέκυψε ως μέσο διατήρησης της φυσικής ύπαρξης, διαμόρ­φωσε το βιολογικό είδος του ανθρώπου και ταυτόχρονα δεν απέβη μόνο κάτι από το οποίο προσπαθούν να απαλλαγούν, αλλά και κάτι, χωρίς το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει όχι μόνο ως ιδιότυπο ανθρώπινο όν (σ’ αντιδιαστολή με τα ζώα), αλλά ακόμα και ως βιολογικό ον ειδικού γένους. Μ’ άλλα λόγια η εργασία δεν συνιστά μόνο επαχθές φορτίο, αλλά και ανάγκη. Πρόκειται για μια ανάγκη η οποία είναι, κατά τη γνώμη μου, από τη μια πλευρά κοινωνικό – φυσι­κή, ενώ από την άλλη καλλιεργείται με τη διαπαιδαγώγηση. Η ανάγκη για εργα­σία είναι η ανάγκη του υγιούς ανθρώπινου οργανισμού για εργασιακή ένταση. Και στο βαθμό που θα αίρεται η υπέρμετρη εντατικότητα και η διάρκεια της εργασίας, στο βαθμό της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας, προωθείται σε πρώτο πλάνο η ανάγκη για εργασία (συγκριτικά με την ανάγκη αποφυγής της εργασίας).

Ο κομμουνισμός, ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης, αποτελεί την άρνηση της άρνη­σης της προγενέστερης ιστορίας. Ο κομμουνισμός είναι ο νέος τύπος ανάπτυξης της ανθρωπότητας, ο οποίος όταν φτάσει στην ωριμότητα του θα έχει, κατά τα φαινόμενα, και ο ίδιος διάφορα στάδια ανάπτυξης. Μόνο η κομμουνιστική, η αυθεντικά ενοποιημένη ανθρωπότητα θα είναι σε θέση να αποτρέψει τελειωτικά την απειλή της πολεμικής εξόντωσης της και της θανάτωσης της από τις ανεξέ­λεγκτες δευτερογενείς επιπτώσεις της παραγωγής, να κατευθύνει ορθολογικά την ανάπτυξη των ατόμων (συμπεριλαμβανομένης και της τελειοποίησης της βιολο­γικής τους φύσης), της κοινωνίας, να μετασχηματίζει σύμφωνα με τις ανάγκες του ολόκληρη τη Γη και τον κοντά στη Γη χώρο, να εγκατασταθεί οριστικά έξω από τα όρια της Γης, να περάσει ολοκληρωτικά στον κοσμικό πολιτισμό, διατη­ρώντας τη Γη ως Μέκκα του κοσμικού τουρισμού.

Μία είναι κατά τη γνώμη μου η εναλλακτική λύση που απορρέει από τη νομοτελειακή πορεία της ιστορίας: είτε ο θάνατος της ανθρωπότητας, είτε σε τελευταία ανάλυση, η αυθεντική ενοποίηση της ανθρωπότητας και η συνειδητή διεύθυνση των κοινωνικών δυνάμεων, οι οποίες έχουν κατακτήσει είτε κατα­κτούν φονική ισχύ.

Πηγή: Διεθνής Σχολή “Λογική της Ιστορίας” 

Μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο: Δημήτρης Πατέλης

[1] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Έργα., τόμ. 4, σελ. 423 (ρωσ. εκδ.).

[2] Η λέξη ιδανικό χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια του ύψιστου στόχου στον οποίο κατατείνουμε.

[3] Για μια εκτενέστερη διαπραγμάτευση του ζητήματος βλ. Β. Α. Βαζιούλιν, Η λογική της ιστορί­ας. Ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας, Μόσχα, 1988.

[4] Τι σημαίνει λοιπόν η λέξη αναθεώρηση; Αν ο δογματικός πασχίζει να διατηρήσει παρωχημένες θέσεις του μαρξισμού, ο αναθεωρητής απορρίπτει τις θέσεις εκείνες του μαρξισμού που δεν πάλιωσαν, αλλά εξακολουθούν να διατηρούν τη σημασία τους και για τη σύγχρονη εποχή. Επομένως, τόσο ο δογματικός, όσο και ο αναθεωρητής (εφόσον παραμένουν τέτοιοι) αποδεικνύονται ανίκανοι να έχουν μια δημιουργική σχέση με τον μαρξισμό.

[5] Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 17, σελ. 24 (ρωσ. έκδ.).

[6] Α. Σ. Μακάρενκο, Για τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας, Μόσχα 1951, σελ. 199.

* Στα ρωσικά η λέξη τρούντ (εργασία) έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη τρούντνο (δύσκολα)· στην ελ­ληνική η λέξη δουλειά προέρχεται προφανώς απ’ τη δουλεία κλπ. (Σ.τ.μ.).

Τέσσερις διαλέξεις για τη Ρωσική Επανάσταση

Το antapocrisis αναδημοσιεύει το δελτίο τύπου για την κυκλοφορία του βιβλίου του Βασίλη Λιόση “Τέσσερις διαλέξεις για τη ρωσική επανάσταση”. Μπορείτε να το προμηθευτείτε από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

Έχουμε υπερβεί τον έναν αιώνα από τη ρωσική επανάσταση, το κομμουνιστικό κίνημα είναι βυθισμένο σε μία πολυετή κρίση αλλά παρόλα αυτά το 1917 συνεχίζει να εγείρει ζωηρές συζητήσεις.

Το ανά χείρας βιβλίο δεν κάνει απλώς μία ταξινόμηση των ιστορικών γεγονότων. Υπάρχουν άλλα πονήματα που αυτό το έχουν ήδη κάνει.

Κυρίως διερευνά τέσσερα ειδικά ζητήματα-ερωτήματα:

α) Ποια η σημασία της επανάστασης του 1905;
β) Ποιο το περιεχόμενο της θεωρητικής διαμάχης Λένιν-Τρότσκι για τον χαρακτήρα της ρωσικής επανάστασης;
γ) Το 1917 συνιστούσε μία πραγματική επανάσταση ή ήταν ένα πραξικόπημα των μπολσεβίκων;
δ) Πώς επέδρασε η ρωσική επανάσταση στην αστική σκέψη και πολιτική;

Οι απαντήσεις των ερωτημάτων αυτών δεν προσβλέπουν σε άγονες ιδεολογικές συγκρούσεις αλλά θέλουν να συνδεθούν με το μέλλον, όσο κι αν αυτό φαίνεται να έχει ξηρασία, όπως λέει ο ποιητής.

Η Οικονομική Βάση του Σύγχρονου Ιμπεριαλισμού | Εκδήλωση

Το ΙΚΕ Δημήτρης Μπάτσης διοργανώνει την τηλε-εκδήλωση με τίτλο: «Η Οικονομική Βάση του Σύγχρονου Ιμπεριαλισμού»η οποία θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 18 Μαΐου 2022, ώρα 19:00.

Εισηγητής στην εκδήλωση θα είναι ο Κώστας ΛαπαβίτσαςΚαθηγητής ΟικονομικώνSchool of Oriental and African Studies, University of London, UKκαι The New School, NYC, USA.

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Ιωάννης Θεοδοσίου, Καθηγητής Οικονομικών, University of AberdeenUΚ, και Αντιπρόεδρος του ΙΚΕ Δημήτρης Μπάτσης.

Για την παρακολούθηση και τη συμμετοχή στη ζωντανή τηλε-συζήτηση που θα ακολουθήσει, επιλέξτε τον ακόλουθο σύνδεσμο zoom:

https://authgr.zoom.us/j/92153714117?pwd=M1ZvbnZ2ek13ZE02YjhCWlBnTUQvUT09  

Meeting ID: 921 5371 4117

Passcode: 189127

Η παρακολούθηση της τηλε-εκδήλωσης είναι ελεύθερη.

Με το ΚΚ Κούβας ή με το ΚΚ Ελλάδος θα πάμε στον πόλεμο;

*Ότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένα ως παράθεμα, και δεν περικλείεται σε εισαγωγικά, αποτελεί – προφανώς – προσωπική άποψη ή/και ερμηνεία. Το ίδιο προσωπικοί είναι και οι διάφοροι τονισμοί στα παραθέματα με έντονα γράμματα.

Ο Λένιν:

  1. …για το ποιες είναι οι «μεγάλες» ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, πως να τις εντοπίζουμε σε κάθε ιστορική εποχή, αλλά και τον σοσιαλσωβινισμό:

[…] αν όλοι οι σοσιαλιστές των ‘μεγάλων’ Δυνάμεων, δηλαδή των Δυνάμεων που διαπράττουν μεγάλες ληστείες, δεν υπερασπίζουν αυτό το ίδιο δικαίωμα [σημ ΔΠ, της αυτοδιάθεσης] προκειμένου για τις αποικίες, αυτό γίνεται ακριβώς γιατί και μόνο γιατί στην πραγματικότητα είναι ιμπεριαλιστές και όχι σοσιαλιστές.[1]

  1. …για την πόλωση των λαών από τη μια σε εργατική αριστοκρατία και μικροαστισμό, και από την άλλη σε υπερεκμεταλλευόμενη εργασία, στη βάση της ιμπεριαλιστικής ληστείας και των μονοπωλιακών υπερκερδών:

Σημασία δεν έχει αν πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση θα απελευθερωθεί το 1/50 ή το 1/100 των μικρών εθνών, σημασία έχει ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή, εξαιτίας αντικειμενικών αιτιών, το προλεταριάτο χωρίστηκε σε δύο διεθνή στρατόπεδα, από τα οποία το ένα έχει διαφθαρεί με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι της κεφαλαιοκρατίας των μεγάλων Δυνάμεων – ανάμεσα στ’ άλλα και από τη διπλή ή τριπλή εκμετάλλευση των μικρών εθνών – ενώ το άλλο δεν μπορεί να απελευθερωθεί το ίδιο, χωρίς να απελευθερώσει τα μικρά έθνη, χωρίς να διαπαιδαγωγεί τις μάζες με αντισωβινιστικό πνεύμα […].[2]

Από τη μια μεριά, οι γιγάντιες διαστάσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και δημιουργεί ένα αφάνταστα πλατύ και πυκνό δίχτυ σχέσεων και δεσμών, που υποτάσσει στο κεφάλαιο τη μάζα όχι μονάχα των μεσαίων και μικρών, αλλά και των πάρα πολύ μικρών καπιταλιστών και νοικοκυραίων, και από την άλλη, η οξυμένη πάλη με τις άλλες εθνοκρατικές ομάδες των χρηματιστών για το μοίρασμα του κόσμου και για την κυριαρχία πάνω στις άλλες χώρες – όλα αυτά προκαλούν το γενικό πέρασμα όλων των εύπορων τάξεων με το μέρος του ιμπεριαλισμού.[3]

  1. …για την παγκόσμια, διεθνιστική οπτική των κομμουνιστών στα εθνικά, δημοκρατικά ζητήματα και στους εθνικούς ανταγωνισμούς:

Οι διάφορες διεκδικήσεις της δημοκρατίας, μαζί και η αυτοδιάθεση, δεν είναι κάτι το απόλυτο, αλλά ένα μέρος του πανδημοκρατικού (σήμερα: πανσοσιαλιστικού) παγκόσμιου κινήματος. Μπορεί σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις το μέρος να έρχεται σε αντίθεση με το όλο και τότε πρέπει να απορρίπτεται. Μπορεί σε κάποια χώρα το δημοκρατικό κίνημα να είναι απλώς όργανο των κληρικών ή χρηματιστικών μοναρχικών ραδιουργιών των άλλων χωρών· τότε εμείς δεν πρέπει να υποστηρίζουμε αυτό το δοσμένο, συγκεκριμένο κίνημα, θα ήταν όμως γελοίο να πετάξουμε γι’ αυτό το λόγο το σύνθημα της δημοκρατίας από το πρόγραμμα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας.[4]

  1. …για τον αγώνα των κομμουνιστών για την ήττα του «δικού τους» ιμπεριαλιστή:

Σ’ έναν αντιδραστικό πόλεμο μια επαναστατική τάξη δεν μπορεί παρά να εύχεται την ήττα της κυβέρνησής της.

Αυτό είναι αξίωμα. Και το αξίωμα αυτό το αμφισβητούν μόνο οι συνειδητοί οπαδοί ή οι ανίκανοι υπηρέτες των σοσιαλσοβινιστών.

[…] Επαναστατική δράση, όμως, ενάντια στην κυβέρνησή σου στη διάρκεια του πολέμου σημαίνει, αναμφισβήτητα, αναντίρρητα, όχι μόνο να εύχεσαι να ηττηθεί η κυβέρνησή σου αλλά και να συμβάλεις έμπρακτα σ’ αυτήν την ήττα.

[…] Επανάσταση σε καιρό πολέμου σημαίνει εμφύλιος πόλεμος, η μετατροπή, όμως του πολέμου των κυβερνήσεων σε εμφύλιο πόλεμο, από το ένα μέρος, διευκολύνεται από τις στρατιωτικές αποτυχίες (από την ‘ήττα΄) των κυβερνήσεων, ενώ, από το άλλο μέρος, είναι αδύνατο, τείνοντας στην πράξη προς μιας τέτοια μετατροπή να μη συμβάλεις έτσι στην ήττα.

[…] Το να παραιτείται κανείς από το σύνθημα της ήττας σημαίνει να μετατρέπει την επαναστατικότητά του σε κούφια φρασεολογία είτε σε καθαρή υποκρισία.

Και με τι μας προτείνουν να αντικαταστήσουμε το ‘σύνθημα’ της ήττας; Με το σύνθημα ‘ούτε νίκη, ούτε ήττα’. […] [5]

  1. Ένα δείγμα από το πως διαπράττεται σήμερα η ιμπεριαλιστική ληστεία, και για το πως μπορεί κάλλιστα να «ανεβαίνει το ΑΕΠ ή το εμπορικό πλεόνασμα» μιας χώρας, και ωστόσο αυτή να ληστεύεται το ίδιο ή και περισσότερο:

Ένα παράδειγμα της παγκοσμιοποιημένης ιεραρχικής εξειδίκευσης που εξετάζεται από τους συγγραφείς των ΔΑΑ (Σ.τ.Μ., Διεθνείς Αλυσίδες Αξίας, Global Value ChainsGVC) […] είναι η σχέση μεταξύ της Apple και των εργολάβων της. Η Apple, με έδρα την Καλιφόρνια, είναι μια μη κατασκευαστική εταιρεία που συχνά κατατάσσεται ως η πιο κερδοφόρα πολυεθνική εταιρεία στον κόσμο. Αναθέτει την άμεση παραγωγή ως επί το πλείστον στη Foxconn, μια γιγαντιαία εταιρεία με έδρα την Ταϊβάν. Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα έρευνας για ένα προϊόν της Apple, οι Milberg και Winkler δείχνουν ότι το 2010, η Apple εισήγαγε ολοκληρωμένα iPhones προς 179 δολάρια το καθένα από την Foxconn στην Κίνα και τα πωλούσε προς 600 δολάρια στη λιανική αγορά των ΗΠΑ. Συνολικά οι εξαγωγές iPhone από την Κίνα προς τις ΗΠΑ το 2009 ήταν 2 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το εισόδημα που έλαβαν η κινεζική εργασία και το κινεζικό κεφάλαιο από το σύνολο αυτό ήταν μόλις 73,3 εκατομμύρια δολάρια ή 3,6%.

Εξετάζοντας την αντίστοιχη κερδοφορία των δύο εταιρειών, μέχρι το 2014 η Foxconn κέρδισε 3,6 δισ. δολάρια κέρδη για περιουσιακά στοιχεία ύψους 78 δισ. δολαρίων (4,6% απόδοση του ενεργητικού –RoA, Σ.τ.Μ., Return on Assets). Τα κέρδη 37 δισ. δολαρίων της Apple εκείνο το έτος προήλθαν από 207 δισεκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία – 18% RoA – τέσσερις φορές υψηλότερο από ό,τι η Foxconn. Η Foxconn απασχολούσε περίπου 1,3 εκατομμύρια εργαζόμενους το 2014, δίνοντάς της κέρδος 2.768 δολάρια ανά εργαζόμενο που απασχολούσε. Οι 80.000 εργαζόμενοι της Apple απέφεραν στην εταιρεία 463.000 δολάρια κέρδος ανά εργαζόμενο, ή περίπου 167 φορές περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για κέρδος της εταιρείας ανά εργαζόμενο. Το πολύ διαφορετικό εισόδημα των ίδιων των εργαζομένων της Foxconn και της Apple αντιπροσωπεύει μια ακόμη τεράστια διαφορά.[6]

Ο πόλεμος και η κρίση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα

Ο πόλεμος στην Ουκρανία μας φέρνει μπροστά στο ενδεχόμενο ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που μέχρι στιγμής εκτυλισσόταν πιο συγκαλυμμένα, «διά αντιπροσώπων», αλλά πλέον αυξάνεται ο κίνδυνος να εξελιχθεί σε ανοιχτό, ίσως και πυρηνικό, πόλεμο.

Σε κάθε προηγούμενη ανάλογη στιγμή της ιστορίας, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα  (δΚΚ στο εξής) γνώρισε μεγάλες διαμάχες, και διασπάσεις, όπως τη «χρεωκοπία» της Β΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς, στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και τις ταλαντεύσεις προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες δεν επέτρεψαν το δΚΚ να εμποδίσει αποτελεσματικά την άνοδο του φασισμού/ναζισμού, και των οποίων η διόρθωση οδήγησε τελικά στην ήττα του, και στην εξάπλωση του σοσιαλισμού σε μεγάλο μέρος του κόσμου.

Η σημερινή συγκυρία βρίσκει το δΚΚ σε ιστορική κρίση. Επομένως, δε θα περίμενε κανείς να είναι η κατάσταση καλύτερη. Αυτό φαίνεται με μια ματιά στις ανακοινώσεις των κομμουνιστικών κομμάτων για τον εν εξελίξει πόλεμο. Δεν λείπουν ορισμένες ακραίες φωνές ως προς το μονοδιάστατο ή άνισο της κριτικής έναντι της Ρωσίας, όπως και μερικές αντίθετες, οι οποίες εστιάζουν στο δίκαιο της Ρωσίας ως προς κάποιες από τις πλευρές του πολέμου.

Η πλειοψηφία, ωστόσο, των ανακοινώσεων στην ιστοσελίδα solidnet.org αποτελούν μια παραλλαγή μιας θέσης, η οποία

  • έχει ως κοινό τόπο την ανοιχτή καταδίκη της ρωσικής επέμβασης
  • και την απαίτηση για την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων από την Ουκρανία,
  • και για μια ειρηνική/διπλωματική λύση,
  • ή την αναφορά στη σοσιαλιστική επανάσταση ως μόνη λύση,
  • ενώ διαφέρουν στον βαθμό που αναφέρονται στις ευθύνες του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού για την κλιμάκωση των «ανταγωνισμών», και γενικότερα, στο πως μοιράζουν την ευθύνη αυτή, με την αντίστοιχη του ρωσικού αστικού εθνικισμού.

Άλλοτε το αίτημα της ρωσικής απόσυρσης από την Ουκρανία στέκεται μόνο του, χωρίς αναφορά στους όρους της ειρήνης, στην ουσία στηρίζοντας απροκάλυπτα τη νατοϊκή πλευρά, και άλλοτε έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους προτεινόμενους όρους της ειρήνης, που – τυχαία; – αντιστοιχούν λίγο – πολύ στις ρωσικές αιτιάσεις, κυρίως αυτές για ουδετερότητα της Ουκρανίας και της μη ένταξής της στο ΝΑΤΟ!

Θα χαρακτηρίσουμε αυτή τη θέση ως «κεντριστική», διότι πατάει σε δύο βάρκες:

  • Από τη μια, είναι η βάρκα της πραγματικότητας της εξάπλωσης του ΝΑΤΟ, των συνεχών πολέμων του ευρωατλανικού ιμπεριαλισμού για την εγκαθίδρυση της «νέας τάξης πραγμάτων» από το 1990 μέχρι σήμερα, αλλά και της ίδιας της πρόσφατης ιστορίας στην Ουκρανία με το πραξικόπημα του 2014, τον πόλεμο και την εθνική καταπίεση εναντίον των ανατολικών – ρωσόφωνων κατά πλειοψηφία – περιοχών, την ενσωμάτωση του ναζισμού ως επίσημη κρατική ιδεολογία και πρακτική των σωμάτων ασφαλείας της χώρας αυτής, την αθέτηση των συμφωνιών του Μινσκ από την ουκρανική πλευρά, ενώ φτάνουν οι θέσεις αυτές να παραδέχονται ότι όλα αυτά είναι μέρος μιας στρατηγικής περικύκλωσης, περιορισμού ή και ηγεμόνευσης, έως και καθυπόταξης, ή και διαμελισμού των χωρών της Ευρασίας (αρχικά της Ρωσίας, στη συνέχεια του Ιράν, της Συρίας κοκ, με τελικό στόχο την Κίνα).
  • Από την άλλη βάρκα, στο ερώτημα του τελικά «ποιας πολιτικής συνέχεια είναι αυτός ο πόλεμος», που οδηγεί στον χαρακτηρισμό του πολέμου αυτού ως «ιμπεριαλιστικού και άδικου και από τις δύο πλευρές», όλα αυτά ξεχνιούνται, ή χαρακτηρίζονται ως «προσχήματα». Στη θέση τους μπαίνουν άδειες, γενικές φράσεις περί «ενδο-ιμπεριαλιστικών/καπιταλιστικών ανταγωνισμών», «(ξανα)μοιράσματος σφαιρών επιρροής», «σχεδίων αποκατάστασης της ρωσικής αυτοκρατορίας», με αόριστες αναφορές στον πλούτο της Ουκρανίας, ή στον εθνικιστικό λόγο εκπροσώπων της ρωσικής αστικής τάξης. Ακόμη περιμένουμε μια σοβαρή ανάλυση που να καταδεικνύει ποιοι τέτοιοι στόχοι εξηγούν την επιλογή της Ρωσίας για μια τέτοιας έκτασης αντιπαράθεση με όλον τον δυτικό κόσμο, τη διάρρηξη των σχέσεών της με την ΕΕ, την ακύρωση του αγωγού Nord Stream 2 που ήταν έτοιμος να λειτουργήσει, την απομόνωσή της από τις παγκόσμιες αγορές λόγω των κυρώσεων στο βαθμό – βέβαια – που αυτές θα πετύχουν τον σκοπό τους, κοκ…

Πατώντας στις δύο αυτές βάρκες, το τελικό αίτημα ή σύνθημα για την έκβαση ή τερματισμό του πολέμου, ή για τη στάση των κομμουνιστών απέναντί του, πέφτει σε μια θάλασσα αντιφάσεων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια πολιτική που είναι «συμβατή» τελικά με την κυρίαρχη ιδεολογία και τη στρατηγική των ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων των χωρών μας, δηλ. των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Ας σκεφτούμε πόσο διαφορετικά είναι τα πρακτικά πολιτικά αποτελέσματα καθεμιάς από τις παρακάτω τρεις εναλλακτικές εκδοχές:

  • Η αιτία του πολέμου, η «πολιτική της οποίας αποτελεί συνέχεια ο πόλεμος», είναι η στρατηγική του ευρω-ατλαντικού ιμπεριαλισμού περικύκλωσης, περιορισμού ή και ηγεμόνευσης, έως και καθυπόταξης ή και διαμελισμού των χωρών της Ευρασίας.

Η΄

Η αιτία του πολέμου είναι (εξίσου, ή σε συνδυασμό, ίσως, με την παραπάνω) η προσπάθεια της Ρωσίας να αναδιατάξει/ανακτήσεις σφαίρες επιρροής της, ώστε να αναδειχθεί/επιβεβαιωθεί ως (νέα) ιμπεριαλιστική δύναμη, να καταπιέσει τους Ουκρανούς, και να ληστεύσει τον πλούτο της Ουκρανίας.

  • Οφείλουμε, ως κομμουνιστές, να αγωνιστούμε για την ήττα του «δικού μας» ιμπεριαλιστή, ακολουθώντας την προτροπή του Λένιν (ότι και να είναι/κάνουν οι άλλες δυνάμεις, βλ. παράθεμα 4).

Η΄

«Δε διαλέγουμε ιμπεριαλιστικό πόλο/άξονα ή το ‘μικρότερο κακό’». Δε μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα του πολέμου. Απλά αγωνιζόμαστε ενάντια στον ιμπεριαλιστή που μας έτυχε στα πλαίσια ενός γεωγραφικού/εθνικού καταμερισμού.

  • Δείτε τι κάνουν οι Ρώσοι στους Ουκρανούς (άμαχους), τη βαρβαρότητα του πολέμου που εξαπέλυσαν εναντίον τους (στο οποίο εύκολα η αστική τάξη θα προσθέσει ότι χρειαζόμαστε την προστασία του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, πχ., στην Ελλάδα, ενάντια στην αντίστοιχη «βαρβαρότητα» των Τούρκων, που είναι κι αυτοί «ανατολίτες»…).

Η΄

Δείτε τι παθαίνει ένας λαός, όταν ανέχεται μια άκρως εθνικιστική, ή και ναζιστική κυβέρνηση, η οποία τον μετατρέπει σε ΝΑΤΟϊκό προτεκτοράτο, και αιχμή του δόρατος της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. Να γιατί η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η υποταγή στους σχεδιασμούς του αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο και για τον δικό μας λαό!

Πέρα από το κατά πόσο αντιστοιχεί στην πραγματικότητα η κάθε εναλλακτική εκδοχή, κάτι για το οποίο χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, και όχι αοριστίες, οι πολιτικές διαφορές είναι εμφανείς.

Μάλιστα, ζούμε σε μια εποχή που η κατάσταση του αντιιμπεριαλιστικού, λαϊκού κινήματος στις χώρες μας δεν επιτρέπει προσδοκίες για νίκες με άμεσο αντίκρισμα για τους λαούς της Ουκρανίας. Πχ. πολιτικοί στόχοι όπως η έξοδος από το ΝΑΤΟ ή η διάλυσή του, ή ακόμη και η απεμπλοκή της χώρας μας από τον πόλεμο, ακούγονται πιο πολύ ως ακίνδυνα ευχολόγια σήμερα, παρά ως άμεσες δυνατότητες. Οι χώρες μας έμπρακτα υποστηρίζουν και καθοδηγούν τους Ουκρανούς να πολεμήσουν «μέχρι τελευταίας σταγόνας» του αίματός …τους…, ενώ εμείς αποτυγχάνουμε να τις εμποδίσουμε. Οπότε, η πολιτική ζύμωση της μιας ή της άλλης εκδοχής από τις παραπάνω, το κατά πόσο συμπλέουμε με ή αντιπαλεύουμε την κυρίαρχη προπαγάνδα, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, και αναδεικνύεται σε όρο ανασυγκρότησης του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στις χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Σε κάθε περίπτωση, για να εξηγηθεί η στάση του κάθε κόμματος πρέπει να συνεκτιμηθούν:

  • η θέση της αντίστοιχης χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα διακρατικών σχέσεων εκμετάλλευσης και καταπίεσης,
  • η κατάσταση της ταξικής πάλης στο εσωτερικό της κάθε χώρας,
  • και η σχετική δύναμη του κάθε κόμματος,
  • το πως όλα αυτά, εν τέλει, καθορίζουν τους περιορισμούς, τις θέσεις και τα πολιτικά καθήκοντα κάθε κόμματος.

Δεν μπορούμε να αναφερθούμε αναλυτικά και ανά χώρα στους παράγοντες αυτούς στο παρόν άρθρο. Σε κάθε περίπτωση, απουσιάζει, δυστυχώς, μια σύγχρονη Κομμουνιστική Διεθνής, η οποία να μπορεί να ενοποιήσει τις επιμέρους οπτικές με βάση το συμφέρον του διεθνούς προλεταριάτου.

Εργατική αριστοκρατία, μικροαστισμός και οπορτουνισμός στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα των ιμπεριαλιστικών χωρών (και σε κάποια προτεκτοράτα τους…)

Ωστόσο, ιδιαίτερη κοινωνικοπολιτική, αλλά και ηθική, διάσταση αποκτά το ζήτημα αυτό, στις περιπτώσεις που ο κεντρισμός, ή και η μονομερής καταδίκη της Ρωσίας, συμπλέουν – έστω έμμεσα – με τη στρατηγική της εκάστοτε εθνικής αστικής τάξης, ιδιαίτερα των ιμπεριαλιστικών χωρών και των προτεκτοράτων τους, όπως καταδείξαμε παραπάνω. Τότε, στην ουσία αποτελούν έκφραση ενός – κεκαλυμμένου, ίσως, μέσα από γενικόλογες πασιφιστικές ή «επαναστατικές» εκφράσεις – σοσιαλσωβινισμού (δηλ. σοσιαλιστικού εθνικισμού, ή εθνικισμού με σοσιαλιστικό μανδύα, βλ. παράθεμα 1 παραπάνω).

Ο τελευταίος, όπως και κάθε είδος οπορτουνισμού, ως ρεύμα στο δΚΚ, έχει την υλική του βάση στην εργατική αριστοκρατία και τον μικροαστισμό, που μπορούν και αναπτύσσονται κυρίως στις πιο πλούσιες χώρες του κόσμου. Πρόκειται για σχετικά μαζικό πολιτικό φαινόμενο επίδρασης της κυρίαρχης ιδεολογίας στις γραμμές του λαϊκού κινήματος, «μεταμφιεσμένης» με αριστερή, πασιφιστική ή κομμουνιστική φρασεολογία. Εκτυλίσσεται σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα, ως θέσεις που εμφανίζονται ως «επαναστατικές», αλλά στην πραγματικότητα οδηγούνε σε στάσεις πιο «βολικές», οι οποίες αποφεύγουν να έρθουν σε ευθεία αντίθεση με την αστική πολιτική.

Οι χώρες με μαζικά κοινωνικά φαινόμενα εργατικής αριστοκρατίας και μικροαστισμού δεν μπορούν παρά να είναι οι ιμπεριαλιστικές χώρες, και οι σύμμαχοί τους, ή «ιμπεριαλιστές – κουρελούδες», δηλ. όσες χώρες διαθέτουν και το πλεόνασμα εκείνο που μπορεί να αφεθεί να πέσει σαν «ψίχουλα από το τραπέζι» της ιμπεριαλιστικής ληστείας (βλ. το παράθεμα 2). Αυτό ισχύει είτε είναι «μεγάλες» δυνάμεις, και καθορίζουν την παγκόσμια ιμπεριαλιστική στρατηγική, είτε απλά ακολουθούν και πλουτίζουν από αυτήν.

Το «μεγάλο» εδώ, αναφέρεται σε μεγάλες ληστείες, όπως κάνει σαφές ο Λένιν στο παράθεμα 1, κι όχι γενικά και αόριστα σε μεγάλες χώρες. Αντίθετα, μερικές από τις μεγαλύτερες χώρες στον κόσμο αποτελούν και τους τόπους όπου διαπράττονται οι «μεγάλες» αυτές ληστείες, εις βάρος της πλειοψηφίας των λαών του κόσμου, δηλ. είναι τα θύματα της ληστείας. Χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, η Βραζιλία, το Μεξικό, η Αργεντινή, και η Ν. Αφρική, έχουν μεγάλη έκταση και πληθυσμό, λίγο – πολύ αντίστοιχα μεγάλο κρατικό μηχανισμό και στρατό, ενώ 4 από αυτές κατέχουν και πυρηνικά όπλα. Τα εθνικά τους μονοπώλια – σε μεγάλο βαθμό κρατικά στη Ρωσία και στην Κίνα –  επίσης είναι μεγάλα, ακόμη και αν δρουν κυρίως, ή και αποκλειστικά, στην εσωτερική τους αγορά, καθώς η τελευταία είναι αντίστοιχη με το μέγεθος των χωρών αυτών. Ωστόσο, σε έναν κυρίως καπιταλιστικό – πλέον – κόσμο, χωρίς αποικίες ή «μισοφεουδαρχικές» αυτοκρατορίες, όπως η Ρωσία της εποχής του Λένιν, ο όρος «εκμετάλλευση» σχετίζεται με τον τρόπο που παράγεται, κυκλοφορεί και διανέμεται η υπεραξία στη διεθνή αγορά, κι εκεί, όλες αυτές οι χώρες πληρώνουν «φόρο υποτέλειας» με τη μια ή την άλλη μορφή προς τις πραγματικά ιμπεριαλιστικές χώρες.

Ενδεικτικά, ας συγκρίνει ο αναγνώστης δύο παγκόσμιους χάρτες. Αυτόν του κατά κεφαλήν εισοδήματος για το 2018, από τη Wikipedia, και αυτόν με τις χώρες που έχουν επιβάλλει κυρώσεις στην Ρωσία σήμερα, λόγω του πολέμου (Εικόνα 1 από το πολύ καλό ρεπορτάζ του Μ. Παναγιωτάκη στο Κοσμοδρόμιο), και ως μέρος ενός οικονομικού πολέμου εναντίον της. Η ομοιότητα των χωρών που επιτίθενται στη Ρωσία, είτε με την έμμεση συμμετοχή τους στον πόλεμο στην Ουκρανία, είτε με τον οικονομικό πόλεμο των κυρώσεων, με τις πλουσιότερες και ισχυρότερες χώρες του κόσμου, είναι πασιφανής.

 

Εικόνα 1. Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα κατά κεφαλήν για το 2018 σε δολάρια ΗΠΑ (Wikipedia).

Εικόνα 2. Χάρτης των χωρών (μπλε) που έχουν επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία (κόκκινο).

Περαιτέρω στοιχεία για το ποιες είναι οι ιμπεριαλιστικές χώρες σήμερα θα αναφέρουμε σύντομα σε μελέτη, η οποία αξιοποιεί στοιχεία από το διεθνές εμπόριο, τους μισθούς, και τις ροές κεφαλαίων, μέσα από μελέτες μαρξιστών επιστημόνων της πολιτικής οικονομίας, από διαφορετικές ιδεολογικές σχολές, που στηρίζονται σε διαφορετικές παραδοχές και μεθοδολογίες [7]. Όλοι οι συγγραφείς συγκλίνουν στο ότι ούτε η Ρωσία, ούτε η Κίνα είναι τέτοιες χώρες, διότι, πολύ απλά, μια συγκεκριμένη ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεών τους με τις άλλες χώρες του κόσμου, αποδεικνύει ότι όχι μόνο – γενικά μιλώντας – δεν καταπιέζουν εθνικά άλλους λαούς, κράτη και εθνότητες, προκειμένου να τους εκμεταλλευτούν οικονομικά, ή – εν πάσει περιπτώσει – δεν το κάνουν στον βαθμό του «μεγάλου ληστή του κόσμου», αλλά είναι και οι ίδιες – κυρίως – εκμεταλλευόμενες από τις ιμπεριαλιστικές χώρες (ειδικά η Κίνα, βλ. και το παράθεμα 5).

Αυτό αναγνωρίζεται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, από εκείνους τους λαούς, κυβερνήσεις, και αντίστοιχα κομμουνιστικά κόμματα, που δίνουν έμπρακτα τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και ειδικότερα από την Επαναστατική Κυβέρνηση της Κούβας, στην οποία θα επικεντρώσουμε.

Το συμφέρον των λαών του κόσμου, όπως αντικατοπτρίζεται στη θέση της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας

Στο παρόν, καλούμε τον αναγνώστη απλά να συγκρίνει την κεντριστική θέση, όπως πχ αυτή εκφράζεται σήμερα από τις μεγαλύτερες ελληνικές κομμουνιστικές οργανώσεις και κόμματα (ΚΚΕΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ), με τη θέση που εξέφρασε η Επαναστατική Κυβέρνηση της Κούβας.

Συγκεκριμένα, στη δήλωση της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας, αλλά και σε άρθρο γνώμης («γραμμής»;), και τα δύο από το επίσημο όργανο του ΚΚ Κούβας, την Granma (τα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου), γίνονται σαφή – με δικά μας λόγια –  τα εξής:

  • υπάρχει αναφορά σε καπιταλιστικές δυνάμεις που δε δέχονται την παγκόσμια ηγεμονία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, και όχι σε «ενδο-ιμπεριαλιστικές» αντιθέσεις, δηλ. αντιθέσεις ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις,
  • υπάρχει αναφορά στους σύγχρονους «αντιαποικιακούς» αγώνες των λαών,
  • υπάρχει αναλυτική αναφορά στις δίκαιες πλευρές του πολέμου από την πλευρά της Ρωσίας, με έμφαση στο ζήτημα της εθνικής της ασφάλειας από την επέκταση του ΝΑΤΟ,
  • καθίσταται η επέκταση του ΝΑΤΟ και η πολιτική των ΗΠΑ, ως η «πολιτική της οποίας η συνέχεια είναι αυτός ο πόλεμος»,
  • γίνεται ήπια κριτική στην Ρωσία για έναν πόλεμο που θα μπορούσε να αποφευχθεί, και για την καταπάτηση του διεθνούς δικαίου, με την επισήμανση ότι η Κούβα υποστηρίζει το διεθνές δίκαιο, διότι αποτελεί εργαλείο άμυνας των μικρών και αδύναμων χωρών ενάντια στην εθνική καταπίεση,
  • υποστηρίζεται μια ειρηνική, διπλωματική λύση, τις βασικές πλευρές της οποίας καθορίζει, όμως, όλη η προηγούμενη τοποθέτηση.

Εδώ, λοιπόν, προκύπτει ένα αβίαστο ερώτημα: ποια είναι η επαναστατική θέση και ποια η οπορτουνιστική/σοσιαλσωβινιστική; Του ΚΚ Κούβας, ή η κεντριστική του ΚΚΕ και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, πόσο μάλλον των κομμάτων που αναφέρονται μονομερώς ενάντια στον «πόλεμο του Πούτιν», κυρίως αυτών από τις ιμπεριαλιστικές χώρες; Ποια εκφράζει καλύτερα τα συμφέροντα του διεθνούς προλεταριάτου και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για το δΚΚ στον επερχόμενο Γ΄ ΠΠ, όπως και αν αυτός εκδηλωθεί, με τη μία ή την άλλη μορφή;

Από τη μια, έχουμε κόμματα που αποτελούν μέρος του προβλήματος της κρίσης του δΚΚ, και της κατάστασης διάλυσης του εργατικού κινήματος, στη βάση μαζικών πολιτικών (οπορτουνισμός) και κοινωνικών (εργατική αριστοκρατία – μικροαστισμός) φαινομένων, όπως τα περιγράψαμε παραπάνω. Από την άλλη, έχουμε ένα κόμμα, μιας επαναστατικής κυβέρνησης, η οποία εξαναγκάζεται σε έναν συνεχή πόλεμο με τον ιμπεριαλισμό, και καταφέρνει να αντέχει, διατηρώντας την ενότητα του λαού της.

Θα μπορούσε να κάνει κανείς κριτική στη δήλωση της επαναστατικής αυτής κυβέρνησης. Θα μπορούσε, πχ να πει, και δικαιολογημένα, ότι η Κούβα έχει ανάγκη την υποστήριξη της Ρωσίας, αλλά και της Κίνας, για να ανταπεξέλθει στον πόλεμο που της κάνουν οι ΗΠΑ, η ΕΕ, και οι άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Ενώ, αντίθετα, κόμματα όπως το ΚΚΕ δεν έχουν τέτοιες «εξαρτήσεις»… Πράγματι, χωρίς αυτές τις «εξαρτήσεις» του …πραγματικού αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, το ΚΚ Κούβας θα μπορούσε να κάνει πιο σκληρή κριτική στον ρωσικό αστικό εθνικισμό, και στις δικές του επιδιώξεις, οι οποίες πιθανόν ξεφεύγουν των όποιων δίκαιων επιδιώξεων εντοπίζει το ΚΚ Κούβας.

Στην ουσία, όμως, ένα τέτοιο επιχείρημα αποκαλύπτει τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, επί της οποίας συζητάμε: η Κίνα και η Ρωσία δεν απειλούν την εθνική ανεξαρτησία της Κούβας, οι σχέσεις τους μαζί της είναι πολύ πιο ισότιμες από ότι οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ, την ΕΕ, και τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες (αν και όχι απαραίτητα απόλυτα ισότιμες, και σχεδόν σίγουρα όχι στη βάση της διεθνιστικής αλληλεγγύης). Η Κούβα δε σχετίζεται με την Ρωσία και την Κίνα με όρους ιμπεριαλιστικής ληστείας και καταπίεσης, άσχετα από τις φιλοδοξίες, τα «όνειρα», ή τους όποιους σχεδιασμούς των κυρίαρχων τάξεων ή στρωμάτων της καπιταλιστικής Ρωσίας και της – σε οπισθοδρομική μετάβαση προς τον καπιταλισμό – Κίνας. Για την Κούβα, η επιλογή της δεν είναι «επιλογή ιμπεριαλιστή», ή του «μικρότερου κακού», αλλά του «μεγαλύτερου καλού» για την επανάσταση στη νησιωτική αυτή χώρα, όχι «υπό ξένη σημαία», αλλά υπό τη σημαία της επανάστασης αυτής!

Ας κάνουμε τον κόπο τώρα να περιδιαβούμε τον κόσμο ολόκληρο, και ας μετρήσουμε τα θύματα του ιμπεριαλισμού, και πόσες χώρες έχουν να κερδίσουν από οποιαδήποτε ήττα του, αδυνάτισμά του, βάθεμα της χρονίζουσας σήψης και κρίσης του. Τότε θα δούμε ότι σαν την Κούβα, μάλλον, πρέπει να σκέφτονται και οι λαοί στη Βενεζουέλα, στη Βολιβία, στην Κολομβία, στη Χιλή, στο Εκουαδόρ, στην Συρία, στο Ιράν, στη Λιβύη, στα Βαλκάνια, στην Παλαιστίνη, στο Ιράν, στην Υεμένη, γιατί όχι και στη χώρα μας, στην Ελλάδα της κρίσης, των μνημονίων, της νατοϊκής χούντας, και της εθνικής τραγωδίας της Κύπρου.

Ας δούμε, αντίθετα, πόσοι και ποιοι λαοί αντιλαμβάνονται σήμερα ως κίνδυνο, ως ληστές και καταπιεστές, τη Ρωσία και την Κίνα, πόσοι και ποιοι ανησυχούν για μια τέτοια προοπτική στο άμεσο ή κοντινό μέλλον… Γενικά, μιλώντας, οι λαοί, όταν τουλάχιστον δεν τρώνε από τα «ψίχουλα», ή δεν έχουν πέσει θύματα του μαζικού εκφασισμού και εθνικισμού, νιώθουν στο πετσί τους την ιμπεριαλιστική καταπίεση και ληστεία, και ξέρουν να την αναγνωρίζουν.

Αν τα κάνουμε αυτά, εν τέλει, θα καταλάβουμε ποιο είναι το συμφέρον του διεθνούς προλεταριάτου, και ποια κομμουνιστικά κόμματα το εξυπηρετούν, και ποια το προδίδουν με «επαναστατικές», πασιφιστικές, ή άλλες γενικές φρασούλες.

Μερικά πολιτικά συμπεράσματα

Και η Ουκρανία; Ο Ουκρανικός λαός; Αξίζει λιγότερο από τον λαό της Κούβας, ή της Συρίας κοκ;

Πέρα από το παραπάνω παράθεμα 3 του Λένιν, το οποίο μας υπενθυμίζει από ποια παγκόσμια σκοπιά κρίνουμε και τα διάφορα εθνικά κινήματα των καταπιεσμένων λαών, και στην ειδική περίπτωση της Ουκρανίας χρειάζεται μια πιο λεπτομερής, συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, την οποία αναβάλουμε για επόμενη δημοσίευση.

Προς το παρόν, από μια «παγκόσμια» οπτική, έχουμε να πούμε ότι στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών δεν συμπεριλαμβάνουμε την «ελεύθερη» – δήθεν – «επιλογή», για ένταξη στο ΝΑΤΟ, και δημιουργία ενός προτεκτοράτου, ως αιχμή του δόρατος της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού για ξεπέρασμα της κρίσης του μέσω της υποταγής της Ευρασίας, και εν τέλει, ολόκληρου του κόσμου. Πρόκειται για  την ολοκλήρωση του σχεδίου του ιμπεριαλισμού για τη «νέα τάξη πραγμάτων» (να μια φράση που ξεχάστηκε από τον «Ριζοσπάστη» εδώ και αρκετά χρόνια…), το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή με την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ανατολική Ευρώπη. Το ίδιο θα λέγαμε και για το «δικαίωμα ένταξης» στον ναζιστικό/φασιστικό άξονα προ του Β΄ ΠΠ.

Εννοείται, επίσης, ότι η δημοκρατία δεν εξάγεται, και κανείς λαός δεν θα απελευθερωθεί από τους καπιταλιστές. Αυτό ισχύει ακόμη και για τους καπιταλιστές πχ της Βενεζουέλας, οι οποίοι μπορεί να ανέχονται ή να συμμαχούν με την μπολιβαριανή κυβέρνηση, ενάντια στη φιλο-ιμπεριαλιστική βενεζουελάνικη αστική τάξη. Ισχύει ακόμη περισσότερο για τη ρωσική, σε μεγάλο βαθμό μονοπωλιακή και παρασιτική, αστική τάξη.

  • Η κοινωνική απελευθέρωση, και ταυτόχρονα πλήρης εθνική απελευθέρωση, είναι υπόθεση των λαών, και ιδίως της εργατικής τάξης. Αυτοί είναι οι μόνοι αντιιμπεριαλιστές, με τη στρατηγική έννοια, αυτοί που στρέφονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό γενικά, δηλ. ενάντια στον σύγχρονο καπιταλισμό.
  • Η πάλη των αστικών τάξεων για εθνική αυτοδιάθεση/ανεξαρτησία είναι πάντα μερική, και πάντα αφορά το «δικαίωμα κάθε αστικής τάξης να εκμεταλλεύεται η ίδια – κι όχι οι ιμπεριαλιστές – τη ‘δική της’ εργατική τάξη».
  • Η – πραγματικά ανεξάρτητη – στρατηγική, όμως, δεν εμπόδιζε ποτέ τους κομμουνιστές να έχουμε και μια σωστή τακτική που να εξυπηρετεί αυτήν τη στρατηγική, ώστε να εκμεταλλευόμαστε όλες αυτές τις επιμέρους αντιθέσεις του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Αλήθεια, σήμερα, η στρατηγική ανεξαρτησία των κομμουνιστών των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ από ποιον κινδυνεύει; Από τους «πράκτορες των Ρώσων και των Κινέζων», ή από την επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας στις γραμμές μας; Ενδεικτικά, η κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, την οποία κομίζει στο εργατικό κίνημα «μεταμφιεσμένη» σε πασιφισμό ο οπορτουνισμός, κοντεύει – στην «καθαρή» αστική της εκδοχή –  να απαγορεύσει μέχρι και τον …Τσαϊκόφσκι. Εξάλλου, μια άποψη σαν αυτή που κατατίθεται εδώ είναι ήδη παράνομη σε κάποιες χώρες της ΕΕ, στα πλαίσια της προετοιμασίας των λαών για τον Γ΄ ΠΠ, ακριβώς διότι εκλαμβάνεται ως «φιλορωσική προδοσία» από τις (φιλο-)ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις… Αυτά ασκούν ασυνείδητη πίεση σε όλους μας, καλύτερη από τη δουλειά οποιουδήποτε «ρώσου ή κινέζου πράκτορα»…

Η θέση του Συλλόγου μας

Ευτυχώς, ο Σύλλογος Μαρξ. Σκέψης «Γ. Κορδάτος» μπορεί να ισχυρίζεται ότι σε αυτά τα διλήμματα έχει κρατηθεί από τη σωστή πλευρά του «Ρουβικώνα». Στη σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου μας αναφέρουμε χαρακτηριστικά (οι τονισμοί και υπογραμμίσεις είναι πάντα του υπογράφοντος):

«[…] Η ευθύνη για τις εξελίξεις αυτές βαραίνει κατά κύριο λόγο τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό, και ιδιαίτερα την ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη των ΗΠΑ και την περί αυτής συμμαχία του ΝΑΤΟ. Στις συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και όξυνσης του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, η ευθύνη αυτή συνίσταται στη δική τους στρατηγική οικονομικής απομόνωσης και στρατιωτικής περικύκλωσης των χωρών της Ευρασίας που δεν υποτάσσονται στην ισχύ τους ή που θέλουν να διεκδικήσουν ηγετική θέση στο σύστημα του ιμπεριαλισμού. Η στρατηγική αυτή αποτελεί έκφραση της μακρόχρονης υφεσιακής και κρισιακής κατάστασης στην οποία βρίσκεται το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα τα τελευταία χρόνια. Ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να καθυποτάξει και να εκμεταλλευτεί το σύνολο του κόσμου ως μια διέξοδο από την κρίση αυτή.

[…] Η καπιταλιστική Ρωσία δεν είναι άμοιρη ευθυνών για τις εξελίξεις αυτές.

Από τη μια, οι ενέργειές της, και ιδιαίτερα η, αρχικά κεκαλυμμένη, και πλέον ανοιχτή, ολομέτωπη, στρατιωτική εμπλοκή, που ακολούθησε την πρόσφατη αναγνώριση της απόσχισης των «Λαϊκών Δημοκρατικών» του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ, αλλά και η προηγούμενη ενσωμάτωση της Κριμαίας, μπορούν να δικαιολογηθούν στα πλαίσια της άμυνας και ασφάλειας της επικράτειάς της, σε μια εποχή που η στρατιωτική τεχνολογία επιδεινώνει απειλές που μπορεί να προέρχονται και έξω από τα σύνορα ενός κράτους, από γειτνιάζουσες περιοχές. Ούτε μπορεί κανείς να παραβλέψει την κατάσταση στην οποία έζησε ο ρωσικός λαός τα πρώτα χρόνια μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, όταν παραδόθηκε η κρατική εξουσία στους ολιγάρχες και στα μονοπώλια των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Επίσης, δεν μπορεί να παραγνωρίζεται, ότι εδώ που φτάσανε τα πράγματα, οι ενέργειες αυτές μάλλον βρίσκουν μια ισχυρά πλειοψηφική υποστήριξη από τους λαούς των περιοχών της ανατολικής Ουκρανίας (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το αποτέλεσμα του σχετικού δημοψηφίσματος στην Κριμαία). Οι λαοί αυτοί βρίσκονταν υπό τον κίνδυνο, είτε εθνικής καταπίεσης από το φιλο-ναζιστικό ακροδεξιό καθεστώς της δυτικής Ουκρανίας, αν δεν εξεγείρονταν και δεν αντιστέκονταν, είτε υπό θανάσιμο κίνδυνο αντιμετωπίζοντας έναν ουκρανικό στρατό σημαντικά ενισχυμένο από νατοϊκούς εξοπλισμούς, μισθοφόρους και νεοναζιστικά εθελοντικά τάγματα. Ούτε μπορεί να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η στρατιωτική -και ενίοτε οικονομική- συμμαχία με τη Ρωσία επιτρέπει μια σειρά αδύναμων χωρών (Συρία, Βενεζουέλα κοκ) να αντιστέκονται στον ιμπεριαλισμό με σχετική επιτυχία, διατηρώντας σε κάποιο βαθμό την εθνική τους ανεξαρτησία.

Από την άλλη, οι ενέργειες αυτές της ρωσικής ολιγαρχίας δεν αποτελούν μέρος του αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα και της διεθνιστικής αλληλεγγύης των λαών. Ο στρατηγικός σκοπός της ρωσικής ολιγαρχίας είναι η όσο το δυνατόν πιο ισότιμη συμμετοχή στη διεθνή, καπιταλιστική αγορά. Ειδικότερα, η εξάρτηση από τη ρωσική εξουσία πιθανόν θα βάλει τέλος σε οποιαδήποτε προοπτική κοινωνικής απελευθέρωσης των λαών της ανατολικής Ουκρανίας άνοιξε η εξέγερσή τους στα πρώτα της στάδια.

Επιπλέον, η ιστορία θα δείξει κατά πόσο εξαντλήθηκαν από όλες τις πλευρές οι πιθανότητες μιας ειρηνικής, διπλωματικής λύσης, όπως αυτή που προκαθόριζαν οι συμφωνίες του Μινσκ, […]

Άλλωστε, ενώ το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα είναι από θέση αρχής υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών που υπόκεινται σε εθνική καταπίεση, λαμβάνει κριτική θέση υπέρ ή κατά κάθε συγκεκριμένης εφαρμογής του δικαιώματος αυτού, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα του διεθνούς αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και υπέρ του σοσιαλισμού. Από αυτήν την άποψη, οι σημερινές εξελίξεις πρέπει να ιδωθούν και από την σκοπιά της ιστορικής αδυναμίας του διεθνούς αντιιμπεριαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος να επιβάλλει μια άλλη λύση, πιο ειρηνική, και πιο συμβατή με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των λαών της περιοχής και ευρύτερα.

Σε κάθε περίπτωση, η νίκη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και η προοπτική του σοσιαλισμού, περνά αναγκαστικά μέσα από την ήττα της στρατηγικής του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος ηγεμονεύει σήμερα στον κόσμο, και ειδικότερα στην Ευρώπη και στην ίδια τη χώρα μας, η οποία βρίσκεται υπό στενή εξάρτηση από αυτόν.

[…]

»

Το ζητούμενο είναι ακριβώς αυτή η κατάληξη του παραθέματος από την ανακοίνωση του Συλλόγου μας, και καθορίζει ως κύριο καθήκον για τους κομμουνιστές της Ελλάδας να εργαστούν για την ήττα της νατοϊκής στρατηγικής και στην Ουκρανία και παντού. Συνεπώς, δεν μπορούμε να στεναχωριόμαστε ιδιαίτερα αν αυτό σημαίνει, δυστυχώς – με βάση τον συσχετισμό των δυνάμεων, εθνικών και ταξικών, παγκόσμια στη σημερινή εποχή – τυχόν ενδυνάμωση του ρωσικού αστικού εθνικισμού (κάτι το οποίο δε διαφαίνεται μέχρι στιγμής άλλωστε από την εξέλιξη του πολέμου).

Αυτό το καθήκον, για τον ελληνικό λαό, περνάει καταρχήν μέσα από την πάλη για την απεμπλοκή του από τον πόλεμο, για την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, την απομάκρυνση των νατοϊκών βάσεων, και γενικότερα την ήττα και διάλυση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Αντίστοιχες προϋποθέσεις πρέπει να έχει και η θέση μας για την ειρήνη, και για τις όποιες διπλωματικές λύσεις είναι δυνατές σε κάθε χρονική στιγμή, θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε.

Το καθήκον αυτό, η ήττα του ιμπεριαλισμού, είναι το κεντρικό, σύγχρονο καθήκον του δΚΚ. Αυτό θα ανοίξει και το ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας για την κοινωνική απελευθέρωση των λαών, και του δικού μας, με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Επιπλέον, μόνο πάνω σε αυτό μπορεί να θεμελιωθεί η ανασυγκρότησή του κομμουνιστικού κινήματος, τόσο διεθνώς, όσο και στη χώρα μας, μια αναγκαιότητα την οποία έχει ήδη επισημάνει ο Σύλλογός μας με ανακοίνωσή του, και στην οποία αναφερθήκαμε αναλυτικότερα σε προηγούμενη αρθρογραφία μας (βλ. εδώεδώ κι εδώ).

Διαφορετικά, όσοι είναι ικανοποιημένοι με τη θέση του ΚΚΕ ή/και του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε κάτι τόσο βασικό (ποιος είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός/ιμπεριαλισμός, με ποια στρατηγική θα τον ανατρέψουμε;) όπως αποκαλύπτεται από τη θέση των οργανώσεων αυτών για τον πόλεμο, μάλλον δεν παραδέχονται και το επείγον αυτής της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, και δεν επιθυμούν να εργαστούν ολόψυχα γι’ αυτήν.

Στη συνέχεια, αφήνουμε τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από τη σχετική τοποθέτηση των Κουβανών συντρόφων που ακολουθεί παρακάτω (είμαστε υπεύθυνοι για τη μετάφραση από την αγγλική γλώσσα και για τους τονισμούς).

 

[1] Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Το ζήτημα της ειρήνης, σελ. 97.

[2] Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την εθνική αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Μαρξισμός ή Προυντονισμός, σελ. 145-146.

[3] Λένιν ΒΙ. (2009). Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (εκλαϊκευτική μελέτη). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. σελ. 127.

[4] Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την εθνική αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Μαρξισμός ή Προυντονισμός, σελ. 143-144.

[5] Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. σελ. 82 – 86.

[6] King ST. (2018). Lenin’s Theory of Imperialism Today: The Global Divide between Monopoly and Non-Monopoly Capital. Doctor of Philosophy Centre for Strategic Economic Studies, Victoria University, Melbourne

[7] Ενδεικτικά:

Roberts M. (2019). HM2 – The economics of modern imperialism.

Roberts M. (2022). The wealth of nations.

Carchedi, G., & Roberts, M. (2021). The Economics of Modern Imperialism, Historical Materialism, 29(4), 23-69. https://doi.org/10.1163/1569206X-12341959

Cope, Z. (2019). The wealth of (some) nations: imperialism and the mechanics of value transfer. Review of Economics and Economic Methodology Volume IV, Issue 1, Summer 2020, 157.

Feng, Z. (2018). International value, international production price and unequal exchange. Economic growth and transition of industrial structure in East Asia, 73-96.

 

«

Η Κούβα υποστηρίζει μια λύση που εγγυάται την ασφάλεια και την κυριαρχία όλων

Δήλωση της Επαναστατικής Κυβέρνησης της Κούβας.

28 Φεβρουαρίου, 2022

Η αποφασιστικότητα των ΗΠΑ να συνεχίσουν την προοδευτική επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας επέφερε ένα σενάριο με επιπτώσεις απρόβλεπτης εμβέλειας, το οποίο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Οι στρατιωτικές κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ προς τις περιοχές που γειτνιάζουν με τη Ρωσική Ομοσπονδία τους τελευταίους μήνες είναι γνωστές και προηγήθηκε η παράδοση σύγχρονων όπλων στην Ουκρανία, τα οποία μαζί συνιστούν στρατιωτική πολιορκία.

Είναι αδύνατο να γίνει μια αυστηρή και ειλικρινής εξέταση της σημερινής κατάστασης στην Ουκρανία, χωρίς να εκτιμηθούν προσεκτικά τα δίκαια αιτήματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟκαθώς και οι παράγοντες που οδήγησαν στη χρήση βίας και στη μη τήρηση των νομικών αρχών και των διεθνών κανόνων, τους οποίους η Κούβα υποστηρίζει σθεναρά και, αποτελούν, ιδιαίτερα για τις μικρές χώρες, βασικό πόρο αντίστασης στην ηγεμονία, την κατάχρηση εξουσίας και την αδικία.

Η Κούβα είναι μια χώρα που υπερασπίζεται το Διεθνές Δίκαιο και είναι προσηλωμένη στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Κούβα θα υπερασπίζεται πάντοτε την ειρήνη και θα αντιτίθεται στη χρήση βίας, και στις απειλές για χρήση βίας, εναντίον οποιουδήποτε κράτους.

Λυπούμαστε βαθύτατα για την απώλεια αθώων αμάχων στην Ουκρανία. Ο κουβανικός λαός είχε και συνεχίζει να έχει πολύ στενή σχέση με τον ουκρανικό λαό.

Η ιστορία θα καταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες υπεύθυνες για τις συνέπειες ενός όλο και πιο επιθετικού στρατιωτικού δόγματος πέρα από τα σύνορα του ΝΑΤΟ, το οποίο απειλεί τη διεθνή ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα.

Η ανησυχία μας έχει επιδεινωθεί με την πρόσφατη απόφαση του ΝΑΤΟ να ενεργοποιήσει, για πρώτη φορά, τη Δύναμη Αντίδρασης.

Ήταν λάθος να αγνοηθούν οι τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με τις εγγυήσεις ασφαλείας επί δεκαετίες και να υποθέσουμε ότι η Ρωσία θα παραμείνει ανυπεράσπιστη μπροστά σε μια άμεση απειλή για την εθνική της ασφάλεια. Η Ρωσία έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Η ειρήνη δεν μπορεί να επιτευχθεί με την τοποθέτηση πολιορκιών ή την περικύκλωση κρατών.

Το σχέδιο ψηφίσματος για την κατάσταση στην Ουκρανία που δεν εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 25 Φεβρουαρίου, το οποίο θα υποβληθεί στη Γενική Συνέλευση, δεν προοριζόταν ως πραγματική συμβολή στην επίλυση της τρέχουσας κρίσης.

Αντιθέτως, πρόκειται για ένα ανισόρροπο κείμενο, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη τις νόμιμες ανησυχίες όλων των εμπλεκόμενων μερών. Δεν αναγνωρίζει ούτε την ευθύνη εκείνων που υποκίνησαν ή ανέλαβαν επιθετικές ενέργειες που οδήγησαν στην κλιμάκωση αυτής της σύγκρουσης.

Καλούμε για μια σοβαρή, εποικοδομητική και ρεαλιστική διπλωματική λύση της τρέχουσας κρίσης στην Ευρώπη, με ειρηνικά μέσα, διασφαλίζοντας την ασφάλεια και την κυριαρχία όλων, καθώς και την περιφερειακή και διεθνή ειρήνη, σταθερότητα και ασφάλεια.

Η Κούβα απορρίπτει την υποκρισία και τα διπλά πρότυπα. Υπενθυμίζεται ότι το 1999 οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ εξαπέλυσαν μια μεγάλη επίθεση στη Γιουγκοσλαβία, μια ευρωπαϊκή χώρα που είχε κατακερματιστεί με υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές, για την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων, αγνοώντας τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και αρκετοί από τους συμμάχους τους έχουν χρησιμοποιήσει βία σε πολλές περιπτώσεις. Έχουν εισβάλει σε κυρίαρχα κράτη για να επιφέρουν αλλαγή καθεστώτος και να παρέμβουν στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων εθνών που δεν υποτάσσονται στα συμφέροντα της κυριαρχίας τους, υπερασπιζόμενοι την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία τους.

Είναι επίσης υπεύθυνοι για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων, τους οποίους χαρακτηρίζουν ως “παράπλευρες απώλειες”, εκατομμύρια εκτοπισμένους και εκτεταμένες καταστροφές σε ολόκληρο τον πλανήτη μας στους λεηλατικούς πολέμους τους.

Αβάνα, 26 Φεβρουαρίου 2022

»

Πέρα από τη σύγκρουση στην Ουκρανία

Ernesto Estévez Rams

4 Μαρτίου, 2022

Πέρα από τα γεγονότα που οδήγησαν στις σημερινές συγκρούσεις, αυτό που βλέπουμε, για άλλη μια φορά, είναι ένας πόλεμος στον οποίο οι απώλειες σημειώνονται σε χώρες που χαρακτηρίζονται ως περιφερειακές από τις παγκόσμιες δυνάμεις.

Ζούμε την τελευταία μάχη της καπιταλιστικής Δύσης που αγωνίζεται να διατηρήσει την παγκόσμια ηγεμονία που διατηρεί από την εποχή της αποικιοκρατικής κατάκτησης της Ασίας, της Αφρικής και του Νέου Κόσμου. Βλέπουμε την ανάδυση άλλων δυνάμεων που δεν είναι πρόθυμες να αποδεχτούν αυτή την επιβαλλόμενη τάξη πραγμάτων. Η πλειοψηφία του κόσμου, με αποικιοκρατικό παρελθόν, πιέζει για έναν πλανήτη που δεν θα είναι πεδίο μάχης για πολέμους που ξεκινούν άλλοι.

Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη στιγμή για την ανθρωπότητα. Βρισκόμαστε εδώ και πολύ καιρό σε έναν ανώνυμο τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική καμπή, που θα καθορίσει το τι θα ακολουθήσει. Πρέπει να ξεπεράσουμε τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, μια μονοπολική πραγματικότητα που βασίζεται στον εκβιασμό των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, υποχρεώνοντας τους υπόλοιπους να αποδεχτούν την κυριαρχία τους, μια κατάσταση που είναι απλά μη βιώσιμη και αυτοκτονική για όλους.

Είναι όλο και πιο προφανές ότι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα είναι να νικήσει τον ηγεμονικό, ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό. Η μάχη για την ειρήνη είναι μια αναγκαιότητα, αν θέλουμε να έχουμε χρόνο να οικοδομήσουμε έναν καλύτερο κόσμο για όλους.

Τίποτα από όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία δεν πρέπει να κάνει κανέναν ευτυχισμένο. Πέρα από τα γεγονότα που οδήγησαν στις σημερινές μάχες, αυτό που βλέπουμε, για άλλη μια φορά, είναι ένας πόλεμος στον οποίο οι απώλειες υφίστανται σε χώρες που χαρακτηρίζονται ως περιφερειακές από τις παγκόσμιες δυνάμεις.

Στον δυτικό καπιταλιστικό ηγεμονικό κόσμο, κάθε πράξη πολέμου απεικονίζεται μεμονωμένα και όχι σε συνδυασμό με άλλες. Η διαίρεση της Γιουγκοσλαβίας, η απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το ISIS, η Συρία, το Πακιστάν, η Παλαιστίνη, η Λιβύη και η Υεμένη έχουν όλα κάτι κοινό: τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Για κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα, ο ιδεολογικός μηχανισμός του “νατοϊκού” ιμπεριαλισμού δημιούργησε μια αφήγηση όπου ο ένοχος, ο επιτιθέμενος, ήταν κάποιος άλλος.

Ας μην εξαπατούμε τους εαυτούς μας, χωρίς να δικαιολογούμε την επιθετικότητα που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, και είμαι πεπεισμένος ότι ο σημερινός πόλεμος ήταν δυνατόν να αποφευχθεί, αυτό το τελευταίο επεισόδιο είναι ένα ακόμη στις αυτοκρατορικές προσπάθειες του ΝΑΤΟ να καθυστερήσει την απώλεια της ηγεμονίας του σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ακυβέρνητος.

Τα λόγια του Φιντέλ είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρα, όταν είπε: “Ο κόσμος δεν θα μπορούσε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τον πόλεμο: “Εξαλείψτε τη φιλοσοφία της λεηλασίας και η φιλοσοφία του πολέμου θα εξαφανιστεί”.

Πηγή: Σύλλογος Γιάννης Κορδάτος

Το κόμπλεξ του να είσαι Έλληνας

Ο πρόσφατα αποθανών Χρήστος Σαρτζετάκης, λοιδορήθηκε ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας από πολλούς, και αμφισβητήθηκε από ακόμη περισσότερους. Αλλά, αν και η θητεία του άφησε μικρή κληρονομιά, ο χαρακτηρισμός, εκ μέρους του, του ελληνισμού ως «έθνος ανάδελφον», παρέμεινε ως κοινόχρηστη έκφραση.

Όπως άλλες νεοελληνικές ρήσεις («στην Ελλάδα ό,τι δηλώσεις είσαι», «στη χώρα αυτή είμαστε όλοι τραγικά αυτοδίδακτοι», «άλλος γαμάει, άλλος πληρώνει», κ.α.), έμεινε, επειδή εκφράζει με δυο λέξεις, μια ιστορική αλήθεια: η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας εθνών, όπως αποτελούν τα σλαβικά, τα λατινογενή, τα νορδικά, και άλλα έθνη.

Ορισμένοι, βέβαια, ισχυρίζονται ότι «ανήκομεν στη Δύση», και έχουν δίκιο, αλλά με τρόπο ο οποίος δεν αναιρεί το «ανάδελφον». Η «απέραντη παράγκα» που στήσαμε «ανήκει στη Δύση» με την ίδια έννοια που και η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά ανήκε στο αφεντικό του (και όχι, πάντως, με την έννοια της οικογένειας).

Το περίεργο είναι ότι πολλοί από όσους απορρίπτουν τον χαρακτηρισμό περί «ανάδελφου έθνους» ως έκφραση εθνικιστικής υπεροψίας, υιοθετούν ταυτόχρονα με ενθουσιασμό την ίδια ακριβώς ιδέα με ανεστραμμένο πρόσημο. Ισχυρίζονται δηλαδή πως ασφαλώς και είμαστε ανάδελφο έθνος ― αλλά μόνο σε ό,τι αφορά τα κουσούρια μας.

Ο οικτιρμός τους, δε, των εθνικών κουσουριών εκφράζεται πολλαπλώς. Από το θρήνο για την Ελλάδα που «δεν πέρασε Διαφωτισμό» (άραγε η Ιαπωνία πέρασε;), έως τον κοπετό για φαινόμενα που «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν» (αλλά που, περιέργως, ήρθαν εισαγόμενα), και από τις συνεχείς προτροπές να «γίνουμε ευρωπαίοι», έως το (εξίσου συνεχές) αυτομαστίγωμα επειδή δεν γίναμε ακόμα.

Ορισμένοι, που είτε δεν ταξίδεψαν ποτέ εκτός της Ελληνικής επικράτειας, είτε πήγαν, γύρισαν, ή ακόμα και σπούδασαν έξω, αλλά παρόλα αυτά δεν πήραν χαμπάρι γρυ, θεωρούν ότι κάθε είδους δεινό του ελληνικού βίου είναι μοναδικό ελληνικό φαινόμενο. Ακόμα και αν πρόκειται για χούγια εμφανώς εισαγόμενα.

Για παράδειγμα, ο χουλιγκανισμός, ο οποίος με αφορμή το πρόσφατο αποτρόπαιο συμβάν, αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως δείγμα μιας ιδιαίτερης ελληνικής οπισθοδρόμησης, ενώ όχι μόνο είναι παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά έχει ευρωπαϊκά τόσο ταυτιστεί με την Αγγλία, ώστε να χαρακτηρίζεται πανευρωπαϊκά ως η «Αγγλική ασθένεια».

Αντίστοιχα, αν διαβάσει κανείς το ελληνικό «μέτωπο της λογικής», θα συμπεράνει πως εδώ εφευρέθηκαν οι θεωρίες συνωμοσίας. Ενώ, βέβαια, από τους «ψεκασμούς» και τα «UFO» (ΗΠΑ), έως τους Illuminati και τα «Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» (Γαλλία), όλες οι θεωρίες που κυκλοφορούν στην συνωμοσιολογική πιάτσα είναι προϊόντα εισαγωγής.

Και αν τα προηγούμενα παραδείγματα ήταν σχετικά ακίνδυνα, οι παρεξηγήσεις φτάνουν σε πολύ μεγαλύτερο βάθος απαξιώνοντας μέγα μέρος της ιστορίας μας και της αυτοεκτίμησης μας, ή ακόμα και επηρεάζοντας τη χάραξη εξωτερικής πολιτικής (ή έστω, θα την επηρέαζε, αν αυτή δεν προαποφασίζονταν στην Ουάσιγκτον και το Βερολίνο).

Ο περίφημος ελληνικός «εθνικισμός», για παράδειγμα, ο οποίος στιγματίζεται ως δείγμα «βαλκανικού βαρβαρισμού», δεν ήταν παρά η υιοθέτηση ενός καθαρά ευρωπαϊκού ιδεώδους (και μάλιστα του Διαφωτισμού) από μια υπόδουλη εθνότητα. Και βέβαια, δεν δημιούργησε αποικίες, δεν ξεκίνησε παγκόσμιους πολέμους, ούτε προχώρησε σε γενοκτονίες σαν τους λιμούς των Βρετανών στην Ινδία ή το ναζιστικό Ολοκαύτωμα. Όλα αυτά προϊόντα της πολιτισμένης Δύσης ήταν.

Αυτό δεν σημαίνει πως εδώ γίνονται όλα σωστά, ή πως για όλα τα λάθη μας φταίει ο «ξένος δάκτυλος». Απλά ότι η Ελλάδα δεν έκανε βαθύτερα λάθη από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και ότι σε πολλές περιπτώσεις ― εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας μας, της ιστορίας μας, αλλά και της αδυναμίας και μικρού μεγέθους μας, υπήρξαμε πολύ ανθρωπινότεροι.

Από τα πρώτα μετεπαναστατικά κόμματα (τα επονομαζόμενα και ως το «γαλλικό», το «αγγλικό», και το «ρωσικό» ― το καθένα με βάση τη ξένη δύναμη τα συμφέροντα της οποίας υπηρετούσε), έως το σχέδιο Μάρσαλ, το μετεμφυλιακό κράτος και τα σύγχρονα μνημόνια, οι σοβαρότερες παθολογίες μας αποτελούν προϊόντα εξάρτησης. Κάτι που ισχύει σε όλες τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, και τα κράτη-δορυφόρους.

Τα δε σύγχρονα δεινά, από την πολιτική διαφθορά και τα fake news, εώς τις αποβλακωτικές εκπομπές τύπου Survivor και την καταστροφή του περιβάλλοντος, δεν αφορούν κάποια ειδική ελληνική παθογένεια, ή την άλλη καραμέλα της εγχώριας «έλλειψης παιδείας». Όχι γιατί δεν υπάρχει έλλειψη παιδείας, αλλά γιατί και αυτά τα εισάγαμε ― από τις ίδιες τις χώρες που οι κήνσορες μας θαυμάζουν για την παιδεία τους.

Το αντίθετο θα ήταν το περίεργο ― ένα μικρό και ασήμαντο σε επιρροή κράτος όπως το νεοελληνικό να έχει εφεύρει πράγματα που εξαπλώθηκαν παγκόσμια. Όπως στην Αμερική δεν βλέπουν Άγριες Μέλισσες, ούτε ακούνε Τερλέγκα, αλλά εμείς βλέπουμε Game of Thrones και ακουμε Johnny Cash, έτσι και τα σύγχρονα κουσούρια μας τα εισάγουμε μάλλον, παρά τα εξάγουμε. Μαζί εισάγουμε και τις σύγχρονες συνταγές ενάντια σε αυτά ― οι οποίες είναι συχνά χειρότερες των ίδιων των κουσουριών.

Πατριάρχης της σχετικής αυτο-μαστιγωτικής κλάψας (τον οποίο οι σημερινοί θεράποντες της αναγνωρίζουν άλλωστε ως ιδεολογικό τους πρόγονο) υπήρξε ασφαλώς ο Εμμανουήλ Ροϊδης, που εξέφρασε, όχι χωρίς ταλέντο, το Πλατωνικό ιδεώδες του ανθρώπου που εκστρατεύει να διορθώσει αυτό τον τόπο χωρίς πρώτα να τον καταλάβει ― πόσο μάλλον να τον αγαπήσει.

Έκτοτε, οι αυτόκλητοι ή και θεσμικά ορισμένοι σωτήρες δεν θα λείψουν ποτέ από τον δημόσιο λόγο, χάρη σε μια συνεχή φωστήρων που εντυπωσιασμένοι από όσα φοβερά είδαν στας Ευρώπας, έρχονται αποφασισμένοι να μας τα μεταλαμπαδεύσουν. Ο (γερμανο-σπουδαγμένος) Νίκος Δήμου έπαιξε τέλεια αυτό το ρόλο τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες, με την σχετική αρθρογραφία του και βιβλία όπως «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας».

Καθώς όμως οι ΗΠΑ γίνονται πιο προσιτές και τα προγράμματα «μαλακής ισχύος» εξαπλώνονται, η Αμερική αρχίζει να επικρατεί ως χώρα εξαγωγής πολιτισμικών προτύπων προς κατανάλωση ημών των κάφρων.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, προειδοποιούσε ήδη από το μακρινό 1988, για τη δημοσιογραφική, διανοητική, και καλλιτεχνική «πρωτοπορία» του εκσυγχρονισμού (διάβαζε «ξεβλαχέματος») της χώρας, η οποία επί Κοσκωτά είχε βρει τον πρώτο μεγάλο της χορηγό:

«(…) μοντέρνοι δημοσιογράφοι, κριτικοί κινηματογράφου, σοβαροί επιχειρηματίες, ψευτοσοσιαλιστές πολιτικοί, νεαροί γιάπις, όλη αυτή ή αφρόκρεμα της φαντασίας που πιστεύει βαθύτατα ότι η Ελλάδα δεν είναι αντάξιά της κι ότι αυτός εδώ ο τόπος πρέπει να γίνει πεζόδρομος στον οποίο θα εξαφανιστούν ακόμα και τα περίπτερα».

Προσθέτοντας, μάλιστα, προφητικά:

«Μόλις καταλαγιάσει το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης Κοσκωτά θα γεμίσουμε με αναλύσεις που θα αποδεικνύουν ότι φταίει η Ελλάδα για τον απατεώνα. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος έφυγε από την πλατεία Κολιάτσου και πήγε στην Αμερική. Αλλά κι όταν γύρισε έστελνε τα περιοδικά του στον Νίκολας Γκέητζ ζητώντας του συμβουλές για τη βελτίωσή τους. Το διαφημιστικό της Τράπεζας Κρήτης μοιάζει μάλλον με γερμανικό φιλμάκι που μας προετοιμάζει για την έλευση υπερανθρώπων και το Τέταρτο δεν έχανε ευκαιρία για να τονίσει πόσο ξεπερασμένος είναι ο Καζαντζίδης ή πόσο γύφτος είναι ο Χριστοδουλόπουλος. Η εφημερίδα του ήταν αντιγραφή μιας ανάλογης αμερικάνικης κι ο σταθμός του που ακούει στο όνομα Sky περιέθαλψε τον πρώην διευθυντή του επίσης ξενόγλωσσου ΤΟΡ ΡΜ ο οποίος ήρθε από το Βέλγιο. Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος δεν είχε καμία σχέση με την «ελληνική μιζέρια», όπως ο θαυμαστός καινούργιος Ολυμπιακός δεν έχει καμία σχέση με τη θρυλική ομάδα που πριν να γίνει πολυεθνική εξέφραζε τον κόσμο του Πειραιά. Το σκηνικό που έστησε ο Κοσκωτάς είναι ξένων προδιαγραφών και αποτελεί προπομπό ανάλογων σκηνικών που θα στηθούν στο αμέσως προσεχές μέλλον.»

Πράγματι, από την Αμερική θα έρθουν, από το 1989 και μετά, οι πλέον επιτυχημένες προσπάθειες «εκσυγχρονισμού» της ντόπιας πραγματικότητας. Και, πράγματι, οι σχετικές εκστρατείες ξεβλαχέματος, θα ακολουθήσουν τις πατέντες που εισήγαγε ο Κοσκωτάς, στοχεύοντας σε κάθε πτυχή της ελληνικής κοινωνίας, και λαμβάνοντας την αντίστοιχη μορφή.

Έτσι, έχουμε π.χ. την λαϊκή και lifestyle εκδοχή (ΚΛΙΚ, ΝΙΤΡΟ, MAX, STATUS), τη χιψτερο-νεανική εκδοχή (01, LIFO), τη φιλελέ εκδοχή (Protagon, Athens Voice), την «καλλιτεχνική» εκδοχή (από τις επιλογές προγράμματος μουσικών μεγάρων εκδοτών και πολιτιστικών ιδρυμάτων εφοπλιστών, έως το Greek Review of Books), κ.α.

Μαζί, φυσικά, με αρκετές μεμονωμένες μορφές («μουρλοκακομοίρες» είναι η λέξη που έρχεται κατά νου) που υπηρετούν το ίδιο εγχείρημα ως ατομικές περιπτώσεις: από τις νουθεσίες της Σώτης Τριανταφύλλου (η οποία ανέλυσε πρόσφατα στο Δημήτρη Δανίκα τις «19 παθογένειες του Έλληνα»), και την ευρατλαντική παλινωδία του Στέλιου Ράμφου, έως το ιστορικό ρεβιζιονισμό του Στάθη Καλύβα.

Αφήνοντας πίσω τους τον Κοσκωτά, οι «βελτιωτές» του ελληνισμού θα πρωτοστατήσουν σε κάθε νέα εθνική εποποιία, όσο πιο βρώμικη και επιζήμια για την χώρα, τόσο το καλύτερο.

Έτσι, Θα ξεκινήσουν καριέρες στα κανάλια και τα περιοδικά που θα στήσουν τα «νέα τζάκια», θα σηκώσουν τα φλάμπουρα του σημιτικού εκσυγχρονισμού, θα πιάσουν τα πόστα σε υπηρεσίες και οργανισμούς, θα υμνήσουν επιχειρηματίες σαν τον Λαυρεντιάδη, τον Φλώρο, τον Κουτσολιούτσο, και το Χριστοφοράκο, θα καλοφάνε στις  «πολιτιστικές πρωτεύουσες», θα χαιρετίσουν την είσοδο της χώρας στο ευρώ, θα λειτουργήσουν ως γραφεία τύπου της Τρόικας, και, όταν το προηγούμενο πολιτικό προσωπικό «καεί», θα στελεχώσουν τη ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ, το (πάλαι ποτέ) ΠΟΤΑΜΙ, και το ΚΙΝΑΛ.

Ταυτόχρονα, με αστείρευτη ενέργεια και ελβετό-ψυχη συνέπεια, δεν θα πάψουν να μαστιγώνουν τους ανάξιους τους (και ανάξιους της «μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας») ιθαγενείς, στηλιτεύοντας όλα τα κακά που «μόνο στην Ελλάδα» συμβαίνουν ― και που, επομένως, απαιτούν την εξιλέωση μας μέσω Μνημονίων, την μεταμόρφωση μας μέσω μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, και την μετεκπαίδευση μας μέχρι να γίνουμε άνθρωποι ή «μέχρι να σβήσει ο ήλιος» (ό,τι έρθει πρώτο).

Αν το ελληνικό έθνος είναι όντως «ανάδελφον» σηκώνει συζήτηση. Ένα όμως είναι σίγουρο: τα κόμπλεξ και οι νουθεσίες των επίδοξων βελτιωτών του δεν είναι καθόλου ανάδελφα.

Στην γενική τους μορφή θα τα συναντήσει κανείς σε πολλές χώρες, αλλά με την ένταση και το βάθος που έχουν στην Ελλάδα, θα τα βρει ειδικά σε αποικίες και πρώην αποικίες. Είναι εκεί όπου η υποτέλεια και ο εξευτελισμός, μετατρέπονται σε αυτο-περιφρόνηση, αλλά και εκεί όπου οι ξενο-σπουδαγμένοι γόνοι των ντόπιων κοτζαμπάσηδων και γενίτσαροι από τις λαϊκές τάξεις, επιστρέφουν για να βοηθήσουν να εμπεδώσουν οι ιθαγενείς την ιδεολογία, την κοσμοθεωρία, και τα συμφέροντα των ξένων αφεντικών. Αφού, πρώτα, βέβαια, τα εμπέδωσαν οι ιδιοι.

Δεν είναι ασφαλώς όλες οι περιπτώσεις ίδιες.

Αν επιτρέπετε μια μαγειρική παρομοίωση, ορισμένοι ορέγονται  πλέον μόνο κασουλέ ― η φασολάδα δεν τους λέει τίποτα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι περισσότεροι της «αστικής παιδείας» ― συμπεριλαμβανομένων αριστερών όπως ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο οποίος άκουγε κλασική αλλά σνόμπαρε το μπουζούκι.

Άλλοι πάλι, δέχονται τα εδώ, ή ακόμα και τα υμνούν αφηρημένα, αλλά χωρίς να τα νιώθουν σε βάθος, και, πάντως, ζητούν να γίνουν ορισμένες βελτιώσεις ― να βάλουμε ας πούμε λίγο σούσι στη χωριάτικη. Σε αυτή την κατηγορία ανήκαν πολλοί από την «γενιά του ΄30».

Άλλοι, τέλος, βλέπουν στα McDonalds την κορυφή της παγκόσμιας κουζίνας. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι περισσότεροι σήμερα, (συμπεριλαμβανομένου του Στέλιου Ράμφου, ο οποίος εξύμνησε την Αμερικανική κοινωνία λίγο πριν πετύχει το ναδίρ της, με το ίδιο πάθος που κάποτε ο Μίμης Ανδρουλάκης έγραφε στο Ριζοσπάστη ενθουσιώδεις ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις για την ΕΣΣΔ που «κτίζει το νέο άνθρωπο», λίγα χρόνια πριν αυτή πάει άκλαφτη).

Το άρθρο του Χρήστου Βακαλόπουλου που παραθέσαμε νωρίτερα, κλείνει με μια προειδοποίηση:

«Οι κάθε είδους μεταμοντέρνοι μας το κοπανάνε συνεχώς: ζείτε σε μια άθλια χώρα, κινητοποιηθείτε και καταστρέψτε την πραγματική σας ζωή, πουληθείτε στις οργανωμένες φαντασιώσεις για να γλιτώσετε από τον εαυτό σας. (…) Αν συμφιλιωθούμε μ’ αυτό που είμαστε ήδη, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνουμε κάτι. Διαφορετικά θα ξοδεύουμε λεφτά μόνο και μόνο για να φανταζόμαστε ότι υπάρχουμε».

Σήμερα, περιφρονούμε ακόμα περισσότερο τη χώρα μας ως άθλια ― όσοι δεν την έχουμε εγκαταλείψει, και κάνουμε ακόμη ό,τι μπορούμε για να καταστρέψουμε όσα απέμειναν από την πραγματική μας ζωή. Εξακολουθούμε, δε, να «φανταζόμαστε ότι υπάρχουμε», αλλά τα λεφτά τα έχουμε ήδη ξοδέψει. Πλέον το κάνουμε με δανεικά.

Πηγή: The Press Project

Ο Ζούκερμπεργκ θέλει να κερδοσκοπήσει από όλη σας την ύπαρξη

Συνδέεστε και μαζεύεστε σε ένα ψηφιακό μπαρ για να ακούσετε το αφεντικό σας να λέει αστεία. Παράλληλα, ένα μεσιτικό γραφείο πουλά υπερτιμημένα ακίνητα σε ένα ψηφιακό Λονδίνο, και οι gamers συναγωνίζονται για «μη ανταλλάξιμες μάρκες» (non-fungible tokens – NFTs). Καλώς ήρθατε στο «Σύμπαν του Ζούκερμπεργκ» — ένα μέρος το οποίο κανείς δε ζήτησε, αλλά στο οποίο μπορεί σύντομα όλοι μας να περνάμε πολύ χρόνο.

Την Πέμπτη η εταιρεία Facebook άλλαξε το όνομά της σε Meta, τμήμα μιας ευρύτερης στροφής στο αποκαλούμενο «μετασύμπαν» (metaverse) — ένα δίκτυο αλληλοσυνδεδεμένων εμπειριών μερικώς προσβάσιμων μέσω συσκευών εικονικής (VR) και ενισχυμένης πραγματικότητας (AR). Με τα λόγια του ίδιου του Ζούκερμπεργκ, «μπορείτε να φανταστείτε το metaverse ως ένα ενσωματωμένο διαδίκτυο, όπου αντί απλά να βλέπετε περιεχόμενο, είστε μέσα του». Τα πιο αναγνωρίσιμα παραδείγματα είναι οι εικονικές συναντήσεις γραφείου με γυαλιά VR, το να παίζει κανείς παιχνίδια σε ένα εκτεταμένο διαδικτυακό σύμπαν, και η πρόσβαση σε ένα ψηφιακό επίπεδο τοποθετημένο πάνω στον πραγματικό κόσμο μέσω AR.

Ως ιδιοκτήτης των Facebook, Instagram, WhatsApp και της εταιρείας εικονικής πραγματικότητας Oculus, η μητρική εταιρεία που πλέον ονομάζεται Meta σχεδιάζει να δημιουργήσει έναν διασυνδεδεμένο κόσμο στον οποίο η εργασία, η ζωή και ο ελεύθερος χρόνος μας λαμβάνουν χώρα στις δικές της υποδομές — δημιουργώντας έσοδα από κάθε πτυχή των ζωών μας. Προς ώρας, αυτό είναι μονάχα αντικείμενο φαντασίας. Όμως είναι η φαντασία ενός από τους ισχυρότερους ανθρώπους στον κόσμο — και γι’ αυτόν τον λόγο, αξίζει την προσοχή μας.

Σε μία έκθεσή του, ο επενδυτής κεφαλαίου Μάθιου Μπολ γράφει, «το Metaverse θα είναι ένα μέρος όπου θα επενδύονται και θα χτίζονται σωστές αυτοκρατορίες και όπου αυτές οι πλούσια κεφαλαιοποιημένες επιχειρήσεις θα μπορούν να έχουν πλήρως υπό την ιδιοκτησία τους έναν πελάτη, να ελέγχουν τη Διασύνδεση Προγραμματισμού Εφαρμογών και τα δεδομένα, τα οικονομικά στοιχεία κλπ.». Κάτι που ακούγεται λίγο ανατριχιαστικό…

Η Meta ελπίζει πως, φτιάχνοντας ντόρο γύρω από το σχέδιο της, θα ενθαρρυνθούν κι άλλοι να την ακολουθήσουν στη δημιουργία του. Είναι σαν να χτίζεις ένα ταχυδρομείο κι ένα μαγαζί και να το αποκαλείς «πόλη». Η ελπίδα είναι να δεχτούν αρκετές εταιρείες να συμμετάσχουν στο σχέδιο ώστε, σύντομα, να το χρησιμοποιούμε όλοι — είτε μας αρέσει είτε όχι.

Headsets για όλους

Το metaverse δεν είναι μπλόφα. Θα ήταν λάθος να το δει κανείς ως απλά ένα κόλπο για να διασπαστεί η προσοχή από τον ορυμαγδό κρίσεων που αντιμετωπίζει η εταιρεία. Ούτε είναι απλά μια μετονομασία για να πάρει η εταιρεία ένα «βαψιματάκι», όπως έκανε η Philip Morris το 2003 μετονομαζόμενη σε Altria Group.

Η εταιρεία του Ζούκερμπεργκ έχει επενδύσει μεγάλα ποσά στον εξοπλισμό VR, και επιθυμεί να γίνει ο κυρίαρχος παίκτης στην αγορά headsets (συστήματα ακουστικών και γυαλιών εικονικής πραγματικότητας). Στοιχηματίζει πως η γραμμή της με VR ακουστικά και AR γυαλιά θα είναι εν τέλει τόσο πανταχού παρούσα όσο τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα. Υπάρχουν εκτιμήσεις πως η εταιρεία έχει ήδη πουλήσει πέντε με έξι εκατομμύρια VR headsets, στην τιμή των 300 δολαρίων, δηλαδή συνολικά γύρω στα δύο δισ. δολάρια. Αλλά δεν βγάζει ακόμα χρήματα από αυτό το κομμάτι. Υπολογίζεται πως με περίπου δέκα χιλιάδες άτομα να εργάζονται πάνω στις συσκευές VR, η εταιρεία χάνει μεταξύ 5,4 και 6,4 δισ. δολαρίων σε λειτουργικά έξοδα.

Υπάρχει πραγματικό ρίσκο όλο αυτό να αποτύχει. Οι καταναλωτές άργησαν να υιοθετήσουν την τεχνολογία VR και, σε μερικα΄ χρόνια, μπορεί να είναι μόνο ο Ζούκερμπεργκ, ο επικεφαλής επικοινωνίας του Facebook Νικ Κλεγκ, και η Γενική Διευθύντρια Σέριλ Σάντμπεργκ που θα συναντιούνται σε ένα κατά τα άλλα άδειο metaverse. Όμως η Goldman Sachs έχει προβλέψει πως η βιομηχανία VR & AR θα μπορούσε να φτάσει σε αξία τα 80 δισ. δολάρια ανά έτος το 2025, με σωρευτικό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 40 με 80 τοις εκατό. Σύμφωνα με τέτοιες εκτιμήσεις, το metaverse θα είναι κάτι παραπάνω από μια ανούσια άσκηση δημοσίων σχέσεων για να πουληθούν περισσότερα γυαλιά.

Η ζωή σου ως υπηρεσία

Οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η δουλειά μας, η κοινωνική μας ζωή και η διασκέδασή μας αυξανόμενα λαμβάνουν χώρα σε ψηφιακά πλαίσια, έτοιμα για τη δημιουργία εσόδων. Η υποκείμενη ιδέα του metaverse είναι να επεκτείνει τον ορίζοντα της απαλλοτρίωσης της ανθρώπινης σε ζωής σε κάθε πτυχή της ύπαρξής μας. Η Meta θέλει να επεκτείνει την εμβέλειά της από ένα απλό μέσο κοινωνικής δικτύωσης, και να γίνει η ψηφιακή υποδομή της καθημερινής μας ζωής.

Το 2005, ο Ζούκερμπεργκ φαντάστηκε το Facebook ως έναν «διαδικτυακό κατάλογο» που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για «να ψάξεις ανθρώπους και να βρεις πληροφορίες για αυτούς». Το Facebook ήταν ουσιαστικά μία βάση δεδομένων για ανθρώπους, στην οποία μπορούσε κανείς να βρει πληροφορίες. Αλλά η εταιρεία έχει επίσης δηλώσει μια κοινωνική αποστολή, που υποτίθεται πως έχει να κάνει με τη διαφάνεια: ο Ζούκερμπεργκ περιέγραψε πώς «όλη η πρόσθετη πρόσβαση σε πληροφορίες και κοινή χρήση αναπόφευκτα θα δημιουργούσε αλλαγές στον “μεγάλο κόσμο”».

Κατά τα επόμενα χρόνια, το Facebook δεν παρουσιαζόταν πλέον ως ένα ψηφιακό εργαλείο, αλλά ως ένας τρόπος για τους ανθρώπους να συνδε΄ονται, να μοιράζονται εμπειρίες, και συναντώνται. Έπειτα από τις πολιτικές αναταράξεις του 2016, ο Ζούκερμπεργκ άρχισε να μιλά για το Facebook με όρους εποχής, ως παροχή της παγκόσμιας υποδομής επικοινωνίας για μια κοσμοϊστορική διαδικασία: «Αυτή είναι η μάχη του καιρού μας. Οι δυνάμεις της ελευθερίας, της διαφάνειας και της παγκόσμιας κοινότητας ενάντια στις δυνάμεις του αυταρχισμού, του απομονωτισμού και του εθνικισμού».

Στις 27 Ιουνίου 2017, στο πρώτο Συνέδριο Κοινοτήτων του Facebook, ο Ζούκερμπεργκ ανακοίνωσε μια αλλαγή στη «δήλωση αποστολής» του Facebook: από τη σύνδεση ανθρώπων στη δημιουργία μια παγκόσμιας κοινότητας. Η στροφή του προς το metaverse είναι το επόμενο λογικό βήμα σε αυτό το σχέδιο. Τότε, ο Ζούκερμπεργκ μίλησε για την παροχή ψηφιακής υποδομής για την κοινωνική ζωή του 21ου αιώνα μέσω των ομάδων του Facebook. Αυτή τη φορά, η Meta θέλει ένα προβάδισμα έναντι των αντιπάλων της στην ιδιοκτησία της επόμενης γενιάς υποδομών του ενσωματωμένου ίντερνετ.

Ο τελικός στόχος για τη Meta είναι να μην είναι πλέον μια υπηρεσία που χρησιμοποιείτε, αλλά αντίθετα, η υποδομή πάνω στην οποία ζείτε.

Η Meta ανήκει στη βιομηχανία της κατασκευής κόσμων

Σαν το νερό για το ψάρι, η Meta θέλει να γίνει το ανεπαίσθητο μέσο που διαποτίζει ολόκληρη την ύπαρξή μας. Δεν θα είναι πλέον μία επιλογή που κάνετε, αλλά ο χώρος μέσα στον οποίο οι επιλογές σας είναι διαθέσιμες. Με άλλα λόγια, δεν είναι η εταιρεία που σπονσοράρει την εκδήλωση, αλλά το στάδιο στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα. Η ιδέα είναι πως η Meta θα γίνει η εταιρεία που θα είναι υπεύθυνη για ένα ακμάζον οικοσύστημα διασυνδεδεμένων προϊόντων και υπηρεσιών, όλες τους ανεπαίσθητα ενσωματωμένες σε έναν υβριδικό κόσμο που θα μπορεί χωρίς κόπο να εξάγει κέρδος σε κάθε σημείο του συστήματος.

Θα μπορείτε να παίξετε παιχνίδια, να κατεβάσετε περιεχόμενο και να εγγραφείτε σε υπηρεσίες, και όλα θα αφαιρούνται αυτόματα από τον λογαριασμό σας. Τραπεζικά και επενδυτικά προϊόντα θα είναι ενσωματωμένα στον κόσμο του metaverse ώστε ένα τμήμα του μισθού σας να μεταφέρεται αυτόματα στο νόμισμα αυτού του κόσμου.

Πολλές εταιρείες θα διαγωνίζονται για μια φέτα από αυτόν τον κόσμο, αλλά θα υπάρχει και ένα ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο για κάθετα και οριζόντια μονοπώλια. Οι εταιρείες θα βάζουν φραγμούς στις διαλειτουργικές υπηρεσίες — και θα είναι πιο βολικό για τους πελάτες να παραμένουν σε έναν περιφραγμένο κήπο όπου τα πάντα θα είναι μεταφερόμενα και συνδεδεμένα.

Η ιδέα πως οι πλατφόρμες είναι ουδέτεροι μεσάζοντες που διευκολύνουν τις συναλλαγές ήταν πάντοτε παραπλανητική. Όμως τώρα ακόμα κι αυτή προσποίηση θα είναι παρελθόν, καθώς οι εταιρείες του metaverse θα παίζουν έναν πιο ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό της ψηφιακής αρχιτεκτονικής ψηφιακών κόσμων. Ακόμα κι οι σημερινές ψηφιακές πλατφόρμες είναι πολύπλοκα κοινωνικά και οικονομικά περιβάλλοντα που έχουν αναπτυχθεί μέσω δεκαετιών έρευνας στην κοινωνική ψυχολογία. Αλλά σε αυτούς τους νέους κόσμους, οι βαρόνοι της τεχνολογίας θα θεσπίσουν τους κανόνες και θα δημιουργήσουν τεράστια συστήματα που θα ωθούν τους χρήστες σε συμπεριφορά κερδοφόρα για την εταιρεία.

Μετασυμπαντικός Καπιταλισμός

Οι πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις στον ψηφιακό καπιταλισμό ήταν επί της ουσίας διαφημιστικές εταιρείες. Η Apple κατάφερε να ξεφύγει πουλώντας υψηλής ποιότητας καταναλωτικά προϊόντα. Όμως το επιχειρηματικό μοντέλο εποπτικού καπιταλισμού της Google και της Facebook προσπάθησε να προσφέρει στους ανθρώπους δωρεάν υπηρεσίες, με αντάλλαγμα τα δεδομένα τους, τα οποία έπειτα θα αναλύονταν και θα πωλούνταν.

Ο μετασυμπαντικός καπιταλισμός θα δει τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας να στρέφονται περισσότερο προς τον εξοπλισμό και τις υποδομές, καθώς η ιδιοκτησία του πλαισίου εντός του οποίου μπορούν να προσφερθούν υπηρεσίες θα γίνεται ολοένα πιο προσοδοφόρα. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη συλλογή δεδομένων, αλλά με την ιδιοκτησία των σέρβερ και των ψηφιακών κόσμων. Έχουμε ήδη δει την Big Tech να ξεκινά να ξοδεύει μεγάλα ποσά για υποθαλάσσια καλώδια ίντερνετ και κέντρα δεδομένων ώστε να μειωθεί το κόστος μεταφοράς δεδομένων. Η Alphabet (μητρική της Google) και η Amazon έχουν ξοδέψει κοντά στα 100 δισ. δολάρια η καθεμιά, επενδύοντας σε υποδομές και άλλα περιουσιακά στοιχεία σταθερής αξίας. Όλο και περισσότερο, η ιδέα των εταιρειών τεχνολογίας ως λιτών επιχειρηματικών μοντέλων που ακολουθούν στα βήματα της Nike και άλλων εταιρειών εξωτερικής ανάθεσης, γίνεται παρωχημένη.

Μια δεύτερη θεμελιώδης αλλαγή είναι η διαφοροποίηση των πηγών εσόδων και η αποκέντρωση του ρόλου των δεδομένων και της διαφήμισης. Στο πρώτο τρίμηνο του 2021, το 97,2% των συνολικών εσόδων του Facebook δημιουργήθηκε μέσω της διαφήμισης. Το metaverse παρέχει μια ευρύτερη γκάμα ροών εσόδων, από τον εξοπλισμό στον οποίο λειτουργεί μέχρι τα παιχνίδια, τις υπηρεσίες και το περιεχόμενο εντός του. Η Meta μπορεί να ξεκινήσει να προσφέρει περιεχόμενο που βασίζεται σε συνδρομές· μπορεί να πουλήσει ψηφιακή περιουσία κι εμπειρίες· και μπορεί να χρεώνει άλλες εταιρείες για πρόσβαση στον κόσμο της. Η διοχέτευση δεδομένων προς διαφήμιση θα συνεχίσει να υπάρχει, αλλά θα είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων.

Οι εταιρείες που πρόσφεραν μία και μοναδική υπηρεσία, θα είναι τώρα πιο πιθανό να επεκταθούν στην προσφορά ενός φάσματος υπηρεσιών σε έναν συνδεδεμένο κόσμο. Το πώς θα κατανεμηθεί το metaverse μεταξύ των ανταγωνιστικών εταιρειών τεχνολογίας μένει να φανεί. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως η Meta θα είναι πρόθυμη να αφήσει τους ανταγωνιστές της να στήσουν μαγαζάκι στο δικό της κομμάτι μετασύμπαντος ή να ανταγωνιστεί μαζί τους επί ίσοις όροις.

Οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνολογία VR & AR θα δημιουργήσουν επίσης μία μεγαλύτερη ανάγκη για επισφαλείς και κακοπληρωμένους «μικρο-εργάτες» για την εκπαίδευση αλγορίθμων. Η μηχανή του metaverse θα είναι ο απτός και πολύ αληθινός κόσμος της εκμεταλλευτικής εργασίας — κυρίως εργαζομένων στον Παγκόσμιο Νότο. Όπως υποστήριξε πρόσφατα ο Φιλ Τζόουνς στο «Εργασία Χωρίς τον Εργάτη», το «κρυμμένο σπίτι του αυτοματισμού» είναι στην πραγματικότητα «ένα παγκόσμια διασκορπισμένο σύμπλεγμα προσφύγων, κατοίκων παραγκουπόλεων, και θυμάτων κατοχής, αναγκασμένων μέσω της εξαθλίωσης, ή αλλιώς του νόμου, να τροφοδοτούν τη μηχανική μάθηση εταιρειών όπως η Google, η Facebook και η Amazon».

Εταιρική Υπερβολή

Θα χτιστεί το metaverse με υπευθυνότητα; Φυσικά όχι. Αντίθετα, θα χτιστεί με οποιονδήποτε τρόπο φαντάζει πιο προσοδοφόρος στη Meta. Όποια προβλήματα προκύψουν θα αντιμετωπιστούν ως ζητήματα Δημοσίων Σχέσεων, καθώς η εταιρεία θα βγάζει χρήματα σε ρυθμό ρεκόρ. Ποιος νοιάζεται για τις χειραψίες των πολιτικών όταν έχεις στην ιδιοκτησία σου όχι μόνο τις ψηφιακές υποδομές αυτού του κόσμου αλλά ολόκληρο το μετασύμπαν;

Το «metaverse» του Ζούκερμπεργκ είναι ένας κόσμος στον οποίο οι χρήστες κινούνται ανεπαίσθητα από το ένα εταιρικό περιβάλλον στο άλλο. Ο ιδρυτής του Facebook έχει διαβεβαιώσει το κοινό πως το τελευταίο του καλαμπούρι θα χτιστεί υπεύθυνα και σε συνεργασία με άλλους. Όμως υπό τη χιονοστιβάδα αποδείξεων για αδικήματα που αποκαλύφθηκε από τη Φράνσις Χάουγκεν, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως ακόμα και οι πιο κοντινοί σύμμαχοι του Ζούκερμπεργκ εμπιστεύονται αυτό το αφήγημα.

Πηγή: Jacobin

Αναδημοσίευση από info-war.gr

Μετάφραση – επιμέλεια Ανδρέας Κοσιάρης

Καπιταλισμός και Ψυχική Υγεία

Μια κρίση ψυχικής υγείας σαρώνει τον πλανήτη. Πρόσφατες εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας δείχνουν ότι περισσότεροι από τριακόσια εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από κατάθλιψη παγκοσμίως. Επιπλέον, είκοσι τρία εκατομμύρια λένε ότι εμφανίζουν συμπτώματα σχιζοφρένειας, ενώ περίπου οκτακόσιες χιλιάδες άτομα αυτοκτονούν κάθε χρόνο.1 Στα μονοπωλιακά καπιταλιστικά έθνη, οι διαταραχές ψυχικής υγείας είναι η κύρια αιτία μείωσης του προσδόκιμου ζωής αμέσως μετά τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τον καρκίνο.2 Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 27% του ενήλικου πληθυσμού ηλικίας μεταξύ δεκαοκτώ και εξήντα έχουν αντιμετωπίσει επιπλοκές ψυχικής υγείας.3 Επιπλέον, στην Αγγλία, η κακή ψυχική υγεία σταδιακά επιδεινώθηκε μέσα στις δύο τελευταίες δεκαετίες. Η πιο πρόσφατη Έρευνα Ψυχιατρικής Νοσηρότητας Ενηλίκων της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας (National Health Service Adult Psychiatric Morbidity Survey) δείχνει ότι το 2014, το 17,5% του πληθυσμού άνω των δεκαέξι ετών έπασχε από διάφορες μορφές κατάθλιψης ή άγχους, έναντι 14,1% το 1993. Επιπλέον, ο αριθμός των ατόμων των οποίων οι δυσκολίες ήταν αρκετά σοβαρές για να δικαιολογείται παρέμβαση αυξήθηκε από 6,9% σε 9,3%.4

Στην καπιταλιστική κοινωνία, οι βιολογικές εξηγήσεις κυριαρχούν στην κατανόηση της ψυχικής υγείας, εμποτίζοντας τόσο την επαγγελματική πρακτική όσο και την ευαισθητοποίηση του κοινού. Εμβληματική είναι η θεωρία των χημικών ανισορροπιών στον εγκέφαλο – εστιάζοντας στη λειτουργία νευροδιαβιβαστών όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη – η οποία έχει κυριαρχήσει στη λαϊκή και την ακαδημαϊκή συνείδηση, ​​παρά το γεγονός ότι παραμένει σε μεγάλο βαθμό αστήρικτη.5 Επιπλέον, εκφράζοντας τη δημοτικότητα του γενετικού αναγωγισμού μέσα στις βιολογικές επιστήμες, έγινε μια προσπάθεια να εντοπιστούν οι γενετικές ανωμαλίες ως άλλη αιτία διαταραχών ψυχικής υγείας.6 Ωστόσο, οι εξηγήσεις που βασίζονται στο γονιδίωμα έχουν επίσης αποτύχει να δημιουργήσουν πειστικές αποδείξεις.7 Ενώ προσφέρουν δυνητικά διαφωτιστικές ιδέες για την κακή ψυχική ευημερία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι βιολογικές ερμηνείες δεν είναι καθόλου επαρκείς από μόνες τους. Αυτό που είναι απόλυτα σαφές είναι η ύπαρξη σημαντικών κοινωνικών προτύπων που εξηγούν την αδυναμία υποβάθμισης της κακής ψυχικής υγείας σε βιολογικό ντετερμινισμό.8

Η στενή σχέση μεταξύ ψυχικής υγείας και κοινωνικών συνθηκών αποκρύπτεται σε μεγάλο βαθμό, με τις κοινωνικές αιτίες να ερμηνεύονται μέσα σε ένα βιο-ιατρικό πλαίσιο και να συγκαλύπτονται με επιστημονική ορολογία. Οι διαγνώσεις συχνά ξεκινούν και τελειώνουν με το άτομο, προσδιορίζοντας τις βιo-ουσιαστικές αιτίες σε βάρος της εξέτασης κοινωνικών παραγόντων. Ωστόσο, η κοινωνική, πολιτική και οικονομική οργάνωση της κοινωνίας πρέπει να αναγνωριστεί ως σημαντικός παράγοντας για την ψυχική υγεία των ανθρώπων, με ορισμένες κοινωνικές δομές να είναι πιο συμφέρουσες για την εμφάνιση της ψυχικής ευημερίας από άλλες. Ως βάση πάνω στην οποία στηρίζεται το κοινωνικό εποικοδόμημα, ο καπιταλισμός είναι κύριος καθοριστικός παράγοντας της κακής ψυχικής υγείας. Όπως υποστήριξε ο μαρξιστής καθηγητής κοινωνικής εργασίας και κοινωνικής πολιτικής Iain Ferguson, «είναι το οικονομικό και πολιτικό σύστημα κάτω από το οποίο ζούμε-ο καπιταλισμός-που είναι υπεύθυνο για τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα προβλημάτων ψυχικής υγείας που βλέπουμε στον κόσμο σήμερα». Η άμβλυνση της ψυχικής δυσφορίας είναι δυνατή μόνο «σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση»9.Στο κείμενο που ακολουθεί, σκιαγραφώ εν συντομία την κατάσταση της ψυχικής υγείας στον προηγμένο καπιταλισμό, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη Βρετανία και κάνοντας χρήση του ψυχαναλυτικού πλαισίου του μαρξιστή Erich Fromm, το οποίο τονίζει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ορισμένες ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν για να εξασφαλιστεί η βέλτιστη ψυχική υγεία. Ενισχύοντας τον ισχυρισμό του Ferguson, υποστηρίζω ότι ο καπιταλισμός είναι καθοριστικός για τον προσδιορισμό της εμπειρίας και της επικράτησης της ψυχικής ευημερίας, καθώς οι λειτουργίες του είναι ασυμβίβαστες με την πραγματική ανθρώπινη ανάγκη. Αυτή η σκιαγράφηση θα περιλαμβάνει μια απεικόνιση της πολιτικά συνειδητής κίνησης των χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας που εμφανίστηκε στη Βρετανία τα τελευταία χρόνια για να αμφισβητήσει τις βιολογικές εξηγήσεις της κακής ψυχικής υγείας και να εντοπίσει την ανισότητα και τον καπιταλισμό στην καρδιά του προβλήματος.

Ψυχική Υγεία και Μονοπωλιακός Καπιταλισμός

Στα τελευταία κεφάλαια του Monopoly Capital, οι Paul Baran και Paul Sweezy έκαναν σαφείς τις συνέπειες του μονοπωλιακού καπιταλισμού για την ψυχολογική ευημερία, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα αποτυγχάνει «να παρέχει τα θεμέλια μιας κοινωνίας ικανής να προάγει την υγιή και ευτυχισμένη ανάπτυξη των μελών της».10 Εξηγώντας μέσα από παραδείγματα τον εκτενή παραλογισμό του μονοπωλιακού καπιταλισμού, απεικόνισαν την εξευτελιστική φύση του. Μόνο για μια τυχερή μειοψηφία η εργασία μπορεί να θεωρηθεί ευχάριστη, ενώ για την πλειοψηφία είναι μια απόλυτα μη ικανοποιητική εμπειρία. Στην προσπάθεια να αποφύγει κανείς την εργασία πάση θυσία, ο ελεύθερος χρόνος συχνά δεν προσφέρει καμία παρηγοριά, και ταυτόχρονα καθίσταται χωρίς νόημα. Αντί να είναι μια ευκαιρία να κυνηγήσει κανείς το πάθος του, οι Baran και Sweezy υποστήριξαν ότι ο ελεύθερος χρόνος έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό συνώνυμος με την αδράνεια. Η επιθυμία να μην κάνουμε τίποτα αντανακλάται στην ποπ κουλτούρα, με τα βιβλία, την τηλεόραση και τις ταινίες να προκαλούν μια κατάσταση παθητικής απόλαυσης παρά να απαιτούν πνευματικές ενέργειες.11 Ο σκοπός τόσο της εργασίας όσο και του ελεύθερου χρόνου, ισχυρίστηκαν, συνδυάζεται σε μεγάλο βαθμό με την αύξηση της κατανάλωσης. Τα καταναλωτικά αγαθά που δεν καταναλώνονται πλέον για τη χρήση τους, έχουν γίνει καθιερωμένοι δείκτες κοινωνικού κύρους, με την κατανάλωση ως μέσο έκφρασης της κοινωνικής θέσης του ατόμου. Ο καταναλωτισμός, ωστόσο, γεννά τελικά δυσαρέσκεια καθώς η επιθυμία να αντικατασταθούν τα παλιά προϊόντα με νέα μετατρέπει την προσπάθεια διατήρησης της κοινωνικής θέσης του ατόμου σε μια αέναη επιδίωξη ενός ανέφικτου προτύπου. «Ενώ πληρούν τις βασικές ανάγκες επιβίωσης», υποστήριξαν οι Baran και Sweezy, τόσο η εργασία όσο και η κατανάλωση «χάνουν όλο και περισσότερο το εσωτερικό τους περιεχόμενο και νόημα»12. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από κενό και υποβάθμιση. Με ελάχιστη πιθανότητα η εργατική τάξη να υποκινήσει επαναστατική δράση, η δυνητική πραγματικότητα αποτελεί συνέχεια της «τρέχουσας διαδικασίας φθοράς, με τις αντιφάσεις μεταξύ των καταναγκασμών του συστήματος και των στοιχειωδών αναγκών της ανθρώπινης φύσης να γίνονται όλο και πιο ανυπόφορες», με αποτέλεσμα «την εξάπλωση ολοένα και πιο σοβαρών ψυχικών διαταραχών»13. Στη σημερινή εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, αυτή η αντίφαση παραμένει τόσο έντονη όσο ποτέ. Η σύγχρονη μονοπωλιακή-καπιταλιστική κοινωνία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ασυμβίβαστο μεταξύ, αφενός, της αδίστακτης επιδίωξης του καπιταλισμού για κέρδος και, αφετέρου, των βασικών αναγκών των ανθρώπων. Ως αποτέλεσμα, οι συνθήκες που απαιτούνται για τη βέλτιστη ψυχική υγεία υπονομεύονται βίαια, με τη μονοπωλιακή-καπιταλιστική κοινωνία να μαστίζεται από νευρώσεις και σοβαρότερα προβλήματα ψυχικής υγείας.

Erich Fromm: Ψυχική Υγεία και Ανθρώπινη Φύση

Η προσέγγιση των Baran και Sweezy για τη σχέση μεταξύ του μονοπωλιακού καπιταλισμού και του ατόμου επηρεάστηκε σημαντικά από την ψυχανάλυση. Πρώτον, έκαναν αναφορές στην κεντρικότητα των λανθάνουσων ενεργειών, όπως οι λιμπιντικές ορμές, και στην ανάγκη ικανοποίησης τους. Επιπλέον, δέχθηκαν τη φροϋδική αντίληψη ότι η κοινωνική τάξη απαιτεί την καταστολή των λιμπιντινικών ενεργειών και την μετουσίωση τους για κοινωνικά αποδεκτούς σκοπούς.14 Ο ίδιος ο Baran έχει γράψει για την ψυχανάλυση. Είχε συνεργαστεί με το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών στη Φρανκφούρτη στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και επηρεάστηκε άμεσα από το έργο των Eric Fromm και Herbert Marcuse.15 Μέσα σε αυτό το ευρύ πλαίσιο μπορεί να προσδιοριστεί μια θεωρία για την ψυχική υγεία στην ανάλυση των Baran και Sweezy, με τις αντιφάσεις μεταξύ του καπιταλισμού και της ανθρώπινης ανάγκης να εκφράζονται κυρίως μέσω της καταστολής των ανθρώπινων ενεργειών.  Κυρίως ο Fromm ήταν  αυτός ο οποίος ανέπτυξε μια μοναδική μαρξιστική ψυχαναλυτική θέση που παραμένει επίκαιρη για την κατανόηση της ψυχικής υγείας στη σημερινή εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού.  Και από αυτή τη συγκεκριμένη θέση επρόκειτο να αντλήσει ο Baran.16

Ενώ έκανε ρητή τη σημασία του Sigmund Freud, ο Fromm αναγνώρισε το μεγαλύτερο χρέος του προς τον Karl Marx, θεωρώντας τον ως τον κατεξοχήν διανοούμενο.17 Παρότι αποδέχεται τη φροϋδική υπόθεση του ασυνείδητου και την καταστολή και τροποποίηση των ασυνείδητων ορμών, ο Fromm αναγνώρισε την αποτυχία του ορθόδοξου φροϋδισμού να ενσωματώσει μια βαθύτερη κοινωνιολογική κατανόηση του ατόμου στην ανάλυσή του. Στρεφόμενος στον μαρξισμό, κατασκεύασε μια θεωρία του ατόμου του οποίου η συνείδηση ​​διαμορφώνεται από την οργάνωση του καπιταλισμού, με ασυνείδητες ορμές καταπιεσμένες ή κατευθυνόμενες προς την αποδεκτή κοινωνική συμπεριφορά. Ενώ ο Μαρξ δεν δημιούργησε ποτέ επίσημη ψυχολογία, ο Fromm θεώρησε ότι τα θεμέλια του ατόμου βρίσκονταν στην έννοια της αλλοτρίωσης. 18 Για τον Μαρξ, η αλλοτρίωση ήταν μια απεικόνιση του φοβερού σωματικού και ψυχικού αντίκτυπου του καπιταλισμού στους ανθρώπους.19 Στην ουσία του, η αλλοτρίωση δείχνει την αποξένωση που αισθάνονται τόσο από τον εαυτό τους όσο και από τον κόσμο γύρω τους, συμπεριλαμβανομένων των συνανθρώπων τους. Συγκεκριμένα η αξία της αλλοτρίωσης για την κατανόηση της ψυχικής υγείας έγκειται στην απεικόνιση της διάκρισης που εμφανίζεται στον καπιταλισμό μεταξύ της ανθρώπινης ύπαρξης και ουσίας. Για τον Μαρξ, ο καπιταλισμός διαχωρίζει τα άτομα από την ουσία τους ως συνέπεια της ύπαρξής τους. Αυτή η αρχή διαπέρασε το ψυχαναλυτικό πλαίσιο του Fromm, το οποίο υποστήριζε ότι, κάτω από τον καπιταλισμό, οι άνθρωποι αποχωρίζονται από τη φύση τους.

Η ανθρώπινη φύση, υποστήριξε ο Μαρξ, αποτελείται από διπλές ιδιότητες και πρέπει «πρώτα να ασχοληθούμε γενικά με την ανθρώπινη φύση και μετά με την ανθρώπινη φύση όπως τροποποιήθηκε σε κάθε ιστορική εποχή».20 Υπάρχουν ανάγκες σταθερές, όπως η πείνα και οι σεξουαλικές επιθυμίες, και έπειτα υπάρχουν σχετικές επιθυμίες που προέρχονται από την ιστορική και πολιτιστική οργάνωση της κοινωνίας.21 Εμπνευσμένος από τον Μαρξ, ο Fromm υποστήριξε ότι η ανθρώπινη φύση είναι εγγενής σε όλα τα άτομα, αλλά ότι η ορατή εκδήλωσή της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικό πλαίσιο. Είναι αστήρικτο να υποθέσουμε ότι «η ψυχική σύσταση του ανθρώπου είναι ένα λευκό χαρτί, πάνω στο οποίο η κοινωνία και ο πολιτισμός γράφουν το κείμενό τους και το οποίο δεν έχει τη δική του εγγενή ποιότητα.… Το πραγματικό πρόβλημα είναι να συμπεράνουμε ποιος είναι ο πυρήνας που είναι κοινός για ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή  και να το ξεχωρίσουμε από τις αναρίθμητες εκδηλώσεις της ανθρώπινης φύσης»22 Ο Fromm αναγνώρισε τη σημασία των βασικών βιολογικών αναγκών, όπως η πείνα, ο ύπνος και οι σεξουαλικές επιθυμίες, ως συνιστώσες της ανθρώπινης φύσης που πρέπει να ικανοποιηθούν πριν από όλα τα άλλα.23 Ωστόσο, καθώς οι άνθρωποι εξελίχθηκαν, έφτασαν τελικά σε ένα σημείο υπέρβασης, από ζώο στη μοναδικότητα του ανθρώπου.24 Καθώς οι άνθρωποι βρίσκουν όλο και πιο εύκολο να ικανοποιήσουν τις βασικές βιολογικές τους ανάγκες, σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας τους στη φύση, ο επείγων χαρακτήρας της ικανοποίησής τους έγινε σταδιακά λιγότερο σημαντικός, με την εξελικτική διαδικασία να επιτρέπει την ανάπτυξη περισσότερο πολύπλοκων πνευματικών και συναισθηματικών ικανοτήτων.25 Ως εκ τούτου, οι σημαντικότερες ορμές ενός ατόμου δεν είχαν πλέον τις ρίζες τους στη βιολογία, αλλά στην ανθρώπινη κατάσταση.26

Θεωρώντας επιτακτική την ανάγκη να οικοδομήσουμε μια κατανόηση της ανθρώπινης φύσης βάσει της οποίας θα μπορούσε να αξιολογηθεί η ψυχική υγεία, ο Fromm προσδιόρισε πέντε κεντρικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατάστασης. Το πρώτο είναι η «συγγένεια». Γνωρίζοντας ότι είναι μόνοι στον κόσμο, οι άνθρωποι προσπαθούν έντονα να δημιουργήσουν δεσμούς ενότητας. Χωρίς αυτό, είναι ανυπόφορο να υπάρχει κανείς ως άτομο.27 Δεύτερον, η κυριαρχία των ανθρώπων στη φύση επιτρέπει την ευκολότερη ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών και την εμφάνιση ανθρώπινων ικανοτήτων, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας. Οι άνθρωποι ανέπτυξαν την ικανότητα έκφρασης μιας δημιουργικής νοημοσύνης, μετατρέποντάς τη σε ένα βασικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό που απαιτεί εκπλήρωση. Τρίτο, οι άνθρωποι, ψυχολογικά, απαιτούν ρίζες και αίσθηση ότι ανήκουν. Με τη γέννηση να διακόπτει τους δεσμούς με το ανήκειν στη φύση, τα άτομα συνεχώς αναζητούν ρίζες για να αισθάνονται ενωμένοι με τον κόσμο. Για τον Fromm, μια πραγματική αίσθηση του ανήκειν θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο σε μια κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη.29 Όλα τα άτομα πρέπει να δημιουργήσουν μια αίσθηση του εαυτού τους και μια επίγνωση ότι είναι ένα συγκεκριμένο άτομο.30 Πέμπτον, είναι ψυχολογικά απαραίτητο για τους ανθρώπους να αναπτύξουν ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο θα βρίσκουν νόημα για τον κόσμο και τις δικές τους εμπειρίες.31

Αντιπροσωπεύοντας αυτό που ο Fromm υποστήριζε ως μια παγκόσμια ανθρώπινη φύση, η ικανοποίηση αυτών των ορμών είναι απαραίτητη για τη βέλτιστη ψυχική ευημερία. Όπως υποστήριξε, «η ψυχική υγεία επιτυγχάνεται εάν ο άνθρωπος αναπτυχθεί σε πλήρη ωριμότητα σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά και τους νόμους της ανθρώπινης φύσης. Η ψυχική ασθένεια έγκειται στην αποτυχία μιας τέτοιας ανάπτυξης»32. Απορρίπτοντας μια ψυχαναλυτική κατανόηση που τονίζει την ικανοποίηση της λίμπιντο και άλλων βιολογικών κινήσεων, η ψυχική υγεία, ισχυρίστηκε, συνδέεται εγγενώς με την ικανοποίηση αναγκών που θεωρούνται μοναδικά ανθρώπινες. Στον καπιταλισμό, ωστόσο, η πλήρης ικανοποίηση της ανθρώπινης ψυχής ανατρέπεται. Για τον Fromm, η προέλευση της κακής ψυχικής υγείας εντοπίζεται στον τρόπο παραγωγής και τις αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές δομές, των οποίων η οργάνωση εμποδίζει την πλήρη ικανοποίηση των έμφυτων ανθρώπινων επιθυμιών. 33 Οι επιπτώσεις αυτού στην ψυχική υγεία, υποστήριξε ο Fromm, είναι ότι «εάν ένα από τα βασικά είδη ανάγκης δεν καλύπτεται, το αποτέλεσμα είναι η παραφροσύνη. αν καλύπτεται αλλά με μη ικανοποιητικό τρόπο… η νεύρωση… είναι η συνέπεια.» 34

Δουλειά και Δημιουργική καταπίεση

Όπως ο Μαρξ, ο Φρομ υποστήριξε ότι η ενστικτώδης επιθυμία να είσαι δημιουργικός είχε τη μεγαλύτερη ευκαιρία ικανοποίησης μέσω της εργασίας. Στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, ο Μαρξ ισχυρίστηκε έντονα ότι η εργασία θα έπρεπε να είναι μια ικανοποιητική εμπειρία, επιτρέποντας στα άτομα να εκφράζονται ελεύθερα, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να σχετίζονται με τα προϊόντα της εργασίας τους ως νοηματοδοτημένες εκφράσεις της ουσίας και της εσωτερικής τους δημιουργικότητας. Η εργασία στον καπιταλισμό, ωστόσο, είναι μια αλλοτριωτική εμπειρία που αποξενώνει τα άτομα από τη διαδικασία. Η εργασία είναι αλλοτριωμένη, υποστήριξε ο Μαρξ, όταν «είναι εξωτερική για τον εργαζόμενο, δηλαδή δεν ανήκει στην ουσιώδη ύπαρξή του… επομένως, δεν επιβεβαιώνει τον εαυτό του αλλά αρνείται τον εαυτό του, δεν αισθάνεται ευχαριστημένος αλλά δυστυχισμένος, δεν αναπτύσσει ελεύθερα σωματική και ψυχική ενέργεια, αλλά απονεκρώνει το σώμα του και καταστρέφει το μυαλό του» 35. Στον καπιταλισμό, γίνονται μεγάλες προσπάθειες για να διαβεβαιωθεί ότι η ανθρώπινη ενέργεια διοχετεύεται στην εργασία, παρότι είναι συχνά μίζερη και ανιαρή. 36 Αντί να ικανοποιεί την ανάγκη για δημιουργική έκφραση, συνήθως την καταπιέζει μέσω της μονότονης και εξαντλητικής υποχρέωσης της μισθωτής εργασίας.37

Στη Βρετανία, υπάρχει ευρεία δυσαρέσκεια για την εργασία. Μια πρόσφατη έρευνα εργαζομένων που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 2018 υπολόγισε ότι το 47% θα σκεφτόταν να αναζητήσει μια νέα δουλειά κατά το επόμενο έτος. Από τους λόγους που αναφέρθηκαν, ήταν εμφανής η έλλειψη ευκαιριών για εξέλιξη της σταδιοδρομίας, μαζί με την έλλειψη απόλαυσης από τη δουλειά και την αίσθηση ότι δεν κάνουν κάποια διαφορά. 38 Πολλοί άνθρωποι βιώνουν ότι  η εργασία τους έχει μικρή σημασία και δε δίνει  ευκαιρίες προσωπικής εκπλήρωσης και έκφρασης.

Από τέτοια στοιχεία, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στη Βρετανία-όπως σε πολλά μονοπωλιακά καπιταλιστικά έθνη- ένα σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού αισθάνεται αποσυνδεδεμένο από τη δουλειά του και δεν το θεωρεί δημιουργική εμπειρία. Για τον Fromm, η συνειδητοποίηση των δημιουργικών αναγκών είναι απαραίτητη για να είναι κανείς ψυχικά υγιής. Καθώς είναι προικισμένοι με λογική και φαντασία, οι άνθρωποι δεν μπορούν να υπάρξουν ως παθητικά όντα, αλλά πρέπει να λειτουργούν ως δημιουργοί.39 Ωστόσο, είναι σαφές ότι η εργασία στον καπιταλισμό δεν το επιτυγχάνει. Σημαντικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η εργασία δεν είναι επωφελής για την ψυχική υγεία, αλλά είναι πραγματικά επιζήμια για αυτήν. Παρόλο που τα ακριβή στοιχεία είναι πιθανό να παραμένουν άγνωστα λόγω του άυλου τέτοιων εμπειριών, μπορεί να συναχθεί ότι, για πολλά μέλη του εργατικού δυναμικού, είναι σύνηθες φαινόμενο η εργασία να προκαλεί γενική δυστυχία, δυσαρέσκεια και απελπισία. Επιπλέον, πιο σοβαρές καταστάσεις ψυχικής υγείας, όπως το άγχος, η κατάθλιψη και το στρες, εμφανίζονται όλο και περισσότερο ως συνέπειες της δυσαρέσκειας στην εργασία. Το 2017-18, τέτοιες συνθήκες αποτελούσαν το 44% όλων των ασθενειών που σχετίζονται με την εργασία στη Βρετανία και αφορούσαν το 57 % όλων των εργάσιμων ημερών χάθηκαν από κακή υγεία. Μια ακόμη έρευνα το 2017 υπολόγισε ότι το 60% των Βρετανών εργαζομένων είχαν βιώσει κακή ψυχική υγεία σχετικά με τη δουλειά μέσα τον τελευταίο χρόνο, με την κατάθλιψη και το άγχος να είναι μερικές από τις πιο συχνές εκδηλώσεις.41

Αντί για πηγή απόλαυσης, η φύση και η οργάνωση της εργασίας στον καπιταλισμό σαφώς δεν λειτουργεί ως ικανοποιητικό μέσο για την εκπλήρωση της δημιουργικότητας ενός ατόμου. Όπως υποστήριξαν οι Baran και Sweezy, «ο εργαζόμενος δεν μπορεί να βρει ικανοποίηση σε αυτό που επιτυγχάνει με τον κόπο του»42. Αντ’ αυτού, η εργασία αποξενώνει τα άτομα από μια θεμελιώδη πλευρά της φύσης τους, και κάνοντας το αυτό, προκαλεί την ανάδυση διάφορων αρνητικών καταστάσεων της ψυχικής υγείας. Με το ήμισυ περίπου του εργατικού δυναμικού στη Βρετανία να έχει αντιμετωπίσει προβλήματα ψυχικής υγείας που σχετίζονται με την εργασία, και έχοντας μεγάλη πιθανότητα να αισθάνεται μια γενική αίσθηση απελπισίας, επιβεβαιώνει αυτό που ο Fromm αποκάλεσε κοινωνικά προτυποποιημένο ελάττωμα.43 Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η επιδείνωση της ψυχικής ευημερίας είναι μια τυπική απάντηση στην μισθωτή εργασία στις μονοπωλιακές-καπιταλιστικές κοινωνίες. Τα αρνητικά συναισθήματα γίνονται συνηθισμένα και, σε διαφορετικό βαθμό, αναγνωρίζονται ως φυσιολογικές αντιδράσεις στην εργασία. Με εξαίρεση τις σοβαρές διαταραχές ψυχικής υγείας, πολλές μορφές ψυχικής δυσφορίας που αναπτύσσονται ως αντίδραση θεωρούνται δεδομένες και δεν θεωρούνται σοβαρό πρόβλημα. Ως εκ τούτου, η υποβάθμιση της ψυχικής ευημερίας κανονικοποιείται.

Ουσιαστική σύνδεση και μοναξιά

Για τον Fromm, υπάρχει μια εγγενής σχέση μεταξύ θετικής ψυχικής υγείας, σημαντικών προσωπικών σχέσεων με τη μορφή αγάπης και φιλίας, και εκφράσεων αλληλεγγύης. Έχοντας απόλυτη επίγνωση της «μοναξιάς» τους στον κόσμο, τα άτομα προσπαθούν να ξεφύγουν από την ψυχολογική φυλακή της απομόνωσης.44 Ωστόσο, η λειτουργία του καπιταλισμού είναι τέτοια που συχνά εμποδίζει την ικανοποιητική ικανοποίηση αυτής της ανάγκης. Η ανεπάρκεια των κοινωνικών σχέσεων εντός των μονοπωλιακών-καπιταλιστικών κοινωνιών εντοπίστηκε από τους Baran και Sweezy. Υποστήριξαν ότι στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής αλληλεπίδρασης έχει επικρατήσει μία ελαφρότητα, καθώς τυποποιήθηκε από την επιφανειακή συζήτηση και την ψευδή τερπνότητα. Οι συναισθηματικές δεσμεύσεις που απαιτούνται για τη φιλία και οι πνευματικές προσπάθειες που απαιτούνται για συνομιλία απουσίαζαν σε μεγάλο βαθμό καθώς η κοινωνική αλληλεπίδραση γινόταν όλο και περισσότερο εστιασμένη σε απλές γνωριμίες και ψιλή κουβέντα.45 Ο σύγχρονος μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρότι οι δυσκολίες μέτρησης της ύπαρξης και της φύσης της μοναξιάς είναι πολλές, αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις πιο διαδεδομένες νευρώσεις που μαστίζουν τον σημερινό καπιταλισμό. Θεωρείται όλο και περισσότερο μια σημαντική ανησυχία για τη δημόσια υγεία, και έγινε ίσως συμβολικά πιο εμφανής με την ίδρυση Υπουργείου Μοναξιάς το 2018 από τη βρετανική κυβέρνηση.

Ως νεύρωση, η μοναξιά έχει εξουθενωτικές συνέπειες. Τα άτομα μπορούν να καταφύγουν σε κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών για να ανακουφίσουν τη δυστυχία τους, ενώ η επίμονη εμπειρία αυξάνει την αρτηριακή πίεση και το στρες, και επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία του καρδιαγγειακού και του ανοσοποιητικού συστήματος. 46 Μια κατάσταση ψυχικής δυσφορίας από μόνη της, η μοναξιά επιδεινώνει πρόσθετα προβλήματα ψυχικής υγείας και είναι συχνά η βασική αιτία της κατάθλιψης.47 Το 2017, εκτιμήθηκε ότι το 13% των ατόμων στη Βρετανία δεν είχαν στενούς φίλους, ενώ ένα επιπλέον 17 % είχε φιλίες μέτριας έως κακής ποιότητας. Επιπλέον, το 45 % ισχυρίστηκε ότι αισθάνθηκε μοναξιά τουλάχιστον μία φορά τις προηγούμενες δύο εβδομάδες, με το 18 % να αισθάνεται συχνά μοναξιά. Παρόλο που μια στενή σχέση αγάπης λειτουργεί ως εμπόδιο στη μοναξιά, το 47% των ανθρώπων που ζουν με έναν σύντροφο ανέφεραν ότι αισθάνονται μοναξιά τουλάχιστον μερικές φορές και το 16% το νιώθει συχνά.48 Αντανακλώντας τις κυρίαρχες επιστημονικές κατασκευές της ψυχικής υγείας, υπάρχουν πρόσφατες προσπάθειες για τον εντοπισμό γενετικών αιτιών της μοναξιάς, με τις περιβαλλοντικές συνθήκες να επιδεινώνουν την προδιάθεση ενός ατόμου σε αυτήν.49 Ωστόσο, ακόμη και οι πιο βιολογικά ντετερμινιστικές αναλύσεις παραδέχονται ότι οι κοινωνικές συνθήκες είναι σημαντικές για την ανάπτυξή της. Παρ ‘όλα αυτά, ελάχιστες μελέτες προσπαθούν να απεικονίσουν σοβαρά τον βαθμό στον οποίο ο καπιταλισμός είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στο πρόβλημα.

Ο ατομικισμός κυριαρχούσε πάντα ως αρχή πάνω στην οποία οικοδομείται η ιδανική καπιταλιστική κοινωνία. Η ατομική προσπάθεια, το να βασίζεσαι μόνο στον εαυτό σου και η ανεξαρτησία εγκρίνονται ως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καπιταλισμού. Όπως γίνεται κατανοητό σήμερα, η έννοια του ατόμου έχει τις ρίζες του στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής και η έμφαση στις μεγαλύτερες κολεκτιβιστικές μεθόδους εργασίας – όπως μέσα στην οικογένεια ή το χωριό – παραδόθηκε στον καταναγκασμό των ατόμων, τα οποία πρέπει να είναι ελεύθερα να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στην αγορά. Πριν από τον καπιταλισμό, η ζωή συντελούνταν περισσότερο ως μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας, ενώ με η μετάβαση στον καπιταλισμό ανέπτυξε και επέτρεψε την εμφάνιση του απομονωμένου, ιδιωτικού ατόμου και της πυρηνικής, όλο και πιο ιδιωτικοποιημένης οικογένειας. 50 Ο Fromm υποστήριξε ότι η προώθηση και ο εορτασμός των ατομικών αρετών σηματοδοτεί ότι τα μέλη της κοινωνίας αισθάνονται πιο μόνα στον καπιταλισμό παρά σε προηγούμενους τρόπους παραγωγής.51 Η εξύψωση του ατόμου από τον καπιταλισμό γίνεται πιο εμφανής από την ισχυρή αντίθεσή του ανάμεσα στα ιδανικά της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, και την προτίμηση και το κίνητρο για τον ανταγωνισμό. Τα άτομα, λέγεται, πρέπει να ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε γενική βάση για να ενισχύσουν την προσωπική τους ανάπτυξη. Πιο συγκεκριμένα, ο ανταγωνισμός είναι, από οικονομική άποψη, μία από τις βάσεις στις οποίες λειτουργεί η αγορά και, ιδεολογικά, αντιστοιχεί στην ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, για να είναι κανείς επιτυχημένος, πρέπει να ανταγωνίζεται με άλλους για λιγοστούς πόρους. Συνέπεια του ανταγωνισμού είναι ότι διχάζει και απομονώνει τα άτομα. Τα άλλα μέλη της κοινωνίας δεν θεωρούνται πηγές υποστήριξης, αλλά μάλλον εμπόδια στην προσωπική πρόοδο. Συνεπώς, οι δεσμοί κοινωνικής ενότητας αποδυναμώνονται σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, η μοναξιά είναι ενσωματωμένη στη δομή κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα του συστήματος αξιών της.

Όχι μόνο η μοναξιά είναι αναπόσπαστο μέρος της καπιταλιστικής ιδεολογίας, αλλά επιδεινώνεται επίσης από την ίδια τη λειτουργία του καπιταλισμού ως συστήματος. Ως αποτέλεσμα της αμείλικτης προσπάθειας του καπιταλισμού για αυτο-επέκταση, η ανάπτυξη της παραγωγής είναι ένα από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του. Έχοντας γίνει μια αξιωματική έννοια, σπάνια αμφισβητείται η ιδέα της διευρυμένης παραγωγής. Το ανθρώπινο κόστος αυτού είναι ανατριχιαστικό, καθώς η εργασία προηγείται της επένδυσης σε κοινωνικές σχέσεις. Επιπλέον, οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις άφησαν πολλούς εργαζόμενους με όλο και πιο επισφαλείς θέσεις εργασίας και λιγότερη προστασία, εγγυημένα οφέλη και ώρες απασχόλησης – όλα αυτά επιδείνωσαν τη μοναξιά. Ενισχύοντας την προλεταριοποίηση του εργατικού δυναμικού, με όλο και περισσότερους εργαζόμενους που βρίσκονται σε κατάσταση ανασφάλειας και αυξημένης εκμετάλλευσης, η κεντρικότητα της εργασίας έχει γίνει μεγαλύτερη, καθώς η απειλή του να μην έχει δουλειά ή να μην μπορεί να εξασφαλίσει επαρκές βιοτικό επίπεδο, έχει γίνει πραγματικότητα για πολλούς σε μια «ευέλικτη» αγορά εργασίας.52 Τα άτομα δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στην εργασία σε βάρος της δημιουργίας ουσιαστικών σχέσεων.

Η αυξανόμενη προσοχή που δίνεται στην εργασία μπορεί να απεικονιστεί σε σχέση με τις πρακτικές εργασίας. Παρά το γεγονός ότι η μέση διάρκεια της εβδομάδας εργασίας αυξήθηκε στη Βρετανία μετά την οικονομική κρίση της περιόδου 2007–09, η ευρύτερη εικόνα τις τελευταίες δύο δεκαετίες ήταν επίσημα πτωτική. Ωστόσο, οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης έχουν δει τον αριθμό των ωρών εργασίας τους να αυξάνεται, μαζί με τον αριθμό των θέσεων μερικής απασχόλησης. Επιπλέον, μεταξύ 2010 και 2015, σημειώθηκε αύξηση κατά 15% του αριθμού των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης που εργάζονται περισσότερο από σαράντα οκτώ ώρες την εβδομάδα (το νόμιμο όριο · επιπλέον ώρες πρέπει να συμφωνηθούν μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου).53 Επιπλέον, το 2016, μια έρευνα εργαζομένων έδειξε ότι το 27% εργάστηκε περισσότερο από όσο θα ήθελε, επηρεάζοντας αρνητικά τη σωματική και ψυχική του υγεία και το 31% θεώρησε ότι η εργασία τους παρεμβαίνει στην προσωπική τους ζωή. Σημαντικό να σημειώσουμε ότι η μοναξιά δεν είναι απλά χαρακτηριστικό της ζωής εκτός εργασίας, αλλά μια κοινή εμπειρία κατά τη διάρκεια της εργασίας. Το 2014, εκτιμήθηκε ότι το 42% των Βρετανών υπαλλήλων δεν θεωρούσαν κανέναν συνάδελφο ως στενό φίλο και πολλοί ένιωθαν απομονωμένοι στο χώρο εργασίας.

Η μεγαλύτερη ενασχόληση με παραγωγικές δραστηριότητες σε βάρος προσωπικών σχέσεων χαρακτηρίστηκε ως «λατρεία της απασχόλησης» από τους ψυχίατρους Jacqueline Olds και Richard Schwartz (cult of buzyness).55 Παρότι εύστοχα αναγνωρίζουν αυτήν την τάση, κατά τα άλλα το αντιμετωπίζουν με όρους σαν οι εργαζόμενοι να επιλέγουν αυτή τη ζωή. Αυτό εξαλείφει κάθε σοβαρή κριτική για τον καπιταλισμό και την πραγματικότητα ότι η «λατρεία της απασχόλησης» ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της εγγενούς ανάγκης του οικονομικού συστήματος για αυτο-επέκταση. Επιπλέον, οι Olds και Schwartz αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν αυτήν την τάση ως αντανάκλαση της δομικής οργάνωσης της αγοράς εργασίας, η οποία καθιστά την περισσότερη εργασία αναγκαία και όχι επιλογή. Η αποφυγή της μοναξιάς και η αναζήτηση ουσιαστικών σχέσεων είναι θεμελιώδεις ανθρώπινες επιθυμίες, αλλά ο καπιταλισμός καταστέλλει την ικανοποιητική εκπλήρωσή τους, μαζί με τις ευκαιρίες να σχηματίσουν κοινούς δεσμούς αγάπης και φιλίας, να εργαστούν και να ζήσουν με αλληλεγγύη. Σε απάντηση, όπως υποστήριξαν οι Baran και Sweezy, ο φόβος της μοναξιάς οδηγεί τους ανθρώπους να αναζητήσουν λιγότερο ικανοποιητικές κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες τελικά έχουν ως αποτέλεσμα αισθήματα μεγαλύτερης δυσαρέσκειας.

Ο υλισμός και η αναζήτηση ταυτότητας και δημιουργικότητας

Για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, η κατανάλωση είναι μια ζωτικής σημασίας μέθοδος  απορρόφησης της υπεραξίας. Στην εποχή του ανταγωνιστικού καπιταλισμού, ο Μαρξ δεν μπορούσε να προβλέψει πώς οι προσπάθειες πωλήσεων θα εξελιχθούν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά για να γίνουν εξίσου σημαντικές για την οικονομική ανάπτυξη. 57 Η διαφήμιση, η διαφοροποίηση προϊόντων, η προγραμματισμένη απαξίωση και η καταναλωτική πίστη είναι όλα βασικά μέσα για την τόνωση της καταναλωτικής ζήτησης.  Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει έλλειψη ατόμων πρόθυμων να καταναλώσουν. Παράλληλα με την αποδοχή της εργασίας, ο Fromm προσδιόρισε την επιθυμία κατανάλωσης ως αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ζωής στον καπιταλισμό, υποστηρίζοντας ότι ήταν ένα σημαντικό παράδειγμα των χρήσεων στις οποίες οι ανθρώπινες ενέργειες κατευθύνονται για να υποστηρίξουν την οικονομία. 58 Με τα καταναλωτικά αγαθά να αποτιμώνται για την επιδεικτικότητά τους, και όχι για την επιδιωκόμενη λειτουργία τους, οι άνθρωποι έχουν μεταβεί από τις αξίες χρήσης σε συμβολικές αξίες. Η απόφαση να ασχοληθεί κανείς με την ποπ κουλτούρα και να αγοράζει ένα είδος αυτοκινήτου, μια μάρκα ρούχων ή τεχνολογικού εξοπλισμού, μεταξύ άλλων αγαθών, βασίζεται συχνά στο τι υποτίθεται ότι υπονοεί το προϊόν για τον καταναλωτή. Συχνά, ο καταναλωτισμός αποτελεί την κύρια μέθοδο μέσω της οποίας τα άτομα μπορούν να οικοδομήσουν μια προσωπική ταυτότητα. Οι άνθρωποι επενδύονται συναισθηματικά στις έννοιες που σχετίζονται με τα καταναλωτικά αγαθά, με την ελπίδα ότι οι όποιες άυλες ιδιότητες λέγεται ότι διαθέτουν αυτά, θα μεταφερθούν σε αυτούς μέσω της ιδιοκτησίας. Υπό τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, ο καταναλωτισμός αφορά περισσότερο την κατανάλωση ιδεών και λιγότερο την ικανοποίηση των εγγενών βιολογικών και ψυχολογικών αναγκών. Ο Fromm υποστήριξε ότι «η κατανάλωση πρέπει να είναι μια συγκεκριμένη ανθρώπινη πράξη στην οποία εμπλέκονται οι αισθήσεις μας, οι σωματικές ανάγκες, η αισθητική μας προτίμηση… η ενέργεια της κατανάλωσης πρέπει να είναι μια ουσιαστική…εμπειρία. Στον πολιτισμό μας, υπάρχουν ελάχιστα από αυτά. Η κατανάλωση είναι ουσιαστικά η ικανοποίηση των τεχνητά διεγερμένων φαντασιώσεων».59

Η ανάγκη για ταυτότητα και δημιουργική εκπλήρωση ενθαρρύνει μια ακόρεστη όρεξη για κατανάλωση. Ωστόσο, κάθε αγορά συνήθως δεν ανταποκρίνεται στην υπόσχεσή της. Σπάνια η ικανοποίηση επιτυγχάνεται πραγματικά μέσω της κατανάλωσης, γιατί αυτό που καταναλώνεται είναι μια τεχνητή ιδέα και όχι ένα προϊόν που εμποτίζει την ύπαρξή μας με νόημα. Σε αυτή τη διαδικασία, ο καταναλωτισμός ως μορφή αποξένωσης γίνεται εμφανής. Αντί να καταναλώνουν ένα προϊόν που έχει σχεδιαστεί για να ικανοποιεί τις εγγενείς ανάγκες, τα καταναλωτικά προϊόντα αποτελούν παράδειγμα της συνθετικής τους φύσης μέσω των κατασκευασμένων εννοιών και συμβολισμών τους, τα οποία έχουν σχεδιαστεί για να διεγείρουν και να ικανοποιήσουν μια προσχεδιασμένη απάντηση και ανάγκη.60 Η ταυτότητα που μπορεί ένα άτομο να επιθυμεί ή να νιώθει ότι έχει αποκτήσει από την κατανάλωση ενός προϊόντος, καθώς και κάθε μορφή δημιουργικότητας που επικαλείται ένα καταναλωτικό αγαθό ή είδος ποπ κουλτούρας, είναι ψευδής.

Αντί να καλλιεργεί τη χαρά, η οικονομική ευημερία των μονοπωλιακών-καπιταλιστικών εθνών έχει προκαλέσει μια γενική ευρεία δυσαρέσκεια καθώς αποδίδεται μεγάλη αξία στη συγκέντρωση κτήσεων-περιουσίας. Ενώ ο καταναλωτισμός ως αξία υπάρχει σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, σε εκείνες με μεγαλύτερη ανισότητα – με τη Βρετανία να παρουσιάζει μεγαλύτερες ανισότητες πλούτου από τις περισσότερες άλλες χώρες – η επιθυμία κατανάλωσης και απόκτησης συμβάλλει σημαντικά στην εμφάνιση νευρώσεων, καθώς η προσπάθεια διατήρησης της κοινωνικής θέσης και μίμησης των ατόμων που βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνίας, γίνεται μία έντονη πίεση. Ο αντίκτυπος αυτού έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει τις βρετανικές οικογένειες τα τελευταία χρόνια. Το 2007, η UNICEF αναγνώρισε ότι η Βρετανία έχει το χαμηλότερο επίπεδο ευημερίας των παιδιών ανάμεσα στα 21 πιο εύπορα κράτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Σε απάντηση αυτών των αποτελεσμάτων, πραγματοποιήθηκε μια έρευνα για τις βρετανικές οικογένειες το 2011, συγκρίνοντάς τις με αυτές στην Ισπανία και τη Σουηδία, χώρες που κατατάχθηκαν στην πρώτη πεντάδα για την ευημερία των παιδιών.61

Από τα τρία έθνη, η κουλτούρα του καταναλωτισμού ήταν μεγαλύτερη στη Βρετανία, καθώς επικρατούσε σε όλες τις οικογένειες ανεξάρτητα από το επίπεδο οικονομικής ευμάρειας. Οι Βρετανοί γονείς θεωρήθηκαν πιο υλιστές από τους Ισπανούς και Σουηδούς ομολόγους τους και συμπεριφέρονταν με τον ανάλογο τρόπο στα παιδιά τους. Αγόρασαν τα πιο σύγχρονα, επώνυμα καταναλωτικά προϊόντα, κυρίως επειδή πίστευαν ότι θα εξασφάλιζε το στάτους του παιδιού τους μεταξύ των συνομηλίκων τους. Αυτή ήταν μια αξία που μοιράζονταν και τα ίδια τα παιδιά, με πολλά να αποδέχονται ότι το κοινωνικό κύρος τους βασίζεται στην ιδιοκτησία επώνυμων καταναλωτικών αγαθών, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία, συνέβαλε στην εμφάνιση ανησυχίας και άγχους, ειδικά για παιδιά από φτωχότερα νοικοκυριά που αναγνώριζαν το μειονέκτημά τους. Ενώ ένας καταναγκασμός για αγορά συνεχώς νέων προϊόντων για τους ίδιους και τα παιδιά τους εντοπίστηκε μεταξύ των Βρετανών γονέων, πολλοί εντούτοις ένιωθαν επίσης την ψυχολογική πίεση της προσπάθειας να διατηρήσουν έναν υλιστικό τρόπο ζωής και ενέδιδαν σε αυτές τις πιέσεις. Και στις τρεις χώρες, τα παιδιά αναγνώρισαν ότι οι ανάγκες για τη δική τους ευημερία συνίστανται σε ποιοτικό χρόνο που περνούν με γονείς και φίλους και ευκαιρίες να απολαύσουν τη δημιουργικότητά τους, ειδικά μέσω υπαίθριων δραστηριοτήτων. Παρ ‘όλα αυτά, η έρευνα έδειξε ότι, στη Βρετανία, πολλοί δεν ικανοποιούσαν τέτοιες ανάγκες. Οι γονείς δυσκολεύονταν να περάσουν αρκετό χρόνο με τα παιδιά τους λόγω εργασιακών δεσμεύσεων και συχνά τα αποθάρρυναν να συμμετάσχουν σε υπαίθριες δραστηριότητες λόγω ανησυχίας για την ασφάλεια τους. Στη συνέχεια, οι γονείς το αντιστάθμιζαν με καταναλωτικά αγαθά, τα οποία σε μεγάλο βαθμό δεν ικανοποιούσαν τις ανάγκες των παιδιών τους. Ως εκ τούτου, οι ανάγκες των βρετανών παιδιών να σχηματίσουν και να συμμετάσχουν σε ουσιαστικές σχέσεις και να δράσουν δημιουργικά καταπιέζονται και οι προσπάθειες να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες μέσω του καταναλωτισμού δεν τους έφεραν ευτυχία.

Αντίσταση ως ταξική πάλη

Αν και δεν αρνούμαστε την ύπαρξη βιολογικών αιτιών, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η δομική οργάνωση της κοινωνίας ότι έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των ανθρώπων. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός λειτουργεί με τρόπο που εμποδίζει πολλούς να βιώσουν ψυχική ευεξία. Παρ ‘όλα αυτά, το ιατρικό μοντέλο συνεχίζει να κυριαρχεί, ενισχύοντας μια ατομικιστική αντίληψη για την ψυχική υγεία και αποκρύπτοντας τις βλαβερές συνέπειες του παρόντος τρόπου παραγωγής. Αυτό καταπιέζει τους χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας υποτάσσοντάς τους στην κρίση των ιατρών. Το ιατρικό μοντέλο ενθαρρύνει επίσης την αναστολή και τον περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων των ατόμων σε περίπτωση ψυχικής δυσφορίας, συμπεριλαμβανομένης της νομιμοποίησης της παραβίασης της εκούσιας δράσης τους και του αποκλεισμού τους από τη λήψη αποφάσεων. Για όσους υποφέρουν από ψυχική δυσφορία, η ζωή στον καπιταλισμό χαρακτηρίζεται συχνά από καταπίεση και διάκριση.

Έχοντας επίγνωση της καταπίεσής τους, οι χρήστες και οι επιζώντες των υπηρεσιών ψυχικής υγείας αμφισβητούν τώρα την ιδεολογική κυριαρχία του ιατρικού μοντέλου και την απόκρυψη του ψυχολογικού αντίκτυπου του καπιταλισμού. Επιπλέον, συσπειρώνονται όλο και περισσότερο και προβάλλουν ως εναλλακτική λύση την ανάγκη αποδοχής του κοινωνικού μοντέλου ψυχικής υγείας, εμπνευσμένου από το μαρξισμό. Το κοινωνικό μοντέλο αναπηρίας προσδιορίζει τον καπιταλισμό ως εργαλείο για την κατασκευή της κατηγορίας αναπηρίας, που ορίζεται ως μειονεκτήματα που αποκλείουν τα άτομα από την αγορά εργασίας. Υιοθετώντας μια ευρέως υλιστική οπτική, ένα κοινωνικό μοντέλο ψυχικής υγείας αντιμετωπίζει τα υλικά μειονεκτήματα, την καταπίεση και τον πολιτικό αποκλεισμό ως σημαντικές αιτίες ψυχικών ασθενειών.

Το 2017 στη Βρετανία, η ομάδα δράσης για την ψυχική υγεία National Survivor User Network απέρριψε κατηγορηματικά το ιατρικό μοντέλο και έθεσε την κοινωνική δικαιοσύνη στο επίκεντρο της εκστρατείας της. Στο πλαίσιο της έκκλησής της για κοινωνική προσέγγιση της ψυχικής υγείας, η ομάδα καταγγέλλει ρητά τον νεοφιλελευθερισμό, υποστηρίζοντας ότι η λιτότητα και οι περικοπές στην κοινωνική ασφάλιση έχουν συμβάλει στην αύξηση των ατόμων που υποφέρουν από κακή ψυχική υγεία καθώς και στην επιδείνωση της υπάρχουσας ψυχικής υγείας. Αναγνωρίζοντας την κοινωνική ανισότητα ως συντελεστή στην εμφάνιση κακής ψυχικής υγείας, το National Survivor User Network υποστηρίζει ότι η πρόκληση που θέτουν οι χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας πρέπει να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης καταγγελίας ενάντια στη γενική ανισότητα στην κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι « τα μέτρα λιτότητας, οι επιζήμιες οικονομικές πολιτικές, οι κοινωνικές διακρίσεις και οι διαρθρωτικές ανισότητες είναι βλαβερές για τους ανθρώπους. Πρέπει να αμφισβητηθούν ως μέρος μιας ευρύτερης ατζέντας κοινωνικής δικαιοσύνης»62. Επιπλέον, η ομάδα δράσης Recovery in the Bin τοποθετεί τον εαυτό της και το ευρύτερο κίνημα ψυχικής υγείας μέσα στην ταξική πάλη, πιέζοντας για ένα κοινωνικό μοντέλο που αναγνωρίζει τον καπιταλισμό ως σημαντικό καθοριστικό παράγοντα της κακής ψυχικής υγείας. Επιπλέον, εκπροσωπώντας τις εθνοτικές μειονότητες, το Kindred Minds εκστρατεύει δυναμικά  με την προσέγγιση ότι η ψυχική δυσφορία είναι λιγότερο αποτέλεσμα βιολογικών χαρακτηριστικών και περισσότερο συνέπεια κοινωνικών προβλημάτων όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η οικονομική ανισότητα και έτσι «παθολογούνται ως ψυχικές ασθένειες». 63 Για το Kindred Minds, ο καταλύτης για την επιδείνωση της ψυχικής υγείας είναι η καταπίεση και οι διακρίσεις, με τις εθνικές μειονότητες να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα επίπεδα κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας και προκαταλήψεων.

Ο καπιταλισμός δεν θα μπορέσει ποτέ να προσφέρει τις συνθήκες που ευνοούν περισσότερο την επίτευξη ψυχικής υγείας. Η καταπίεση, η εκμετάλλευση και η ανισότητα καταστέλλουν σε μεγάλο βαθμό την πραγματική συνειδητοποίηση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Η αντίσταση στη βιαιότητα του αντίκτυπου του καπιταλισμού στην ψυχική ευημερία πρέπει να είναι κεντρική για την ταξική πάλη, καθώς ο αγώνας για τον σοσιαλισμό δεν είναι ποτέ μόνο για αυξημένη υλική ισότητα, αλλά και για την ανθρωπότητα και μια κοινωνία στην οποία βρίσκονται όλες οι ανθρώπινες ανάγκες ικανοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων των ψυχολογικών. Όλα τα μέλη της κοινωνίας επηρεάζονται από την απάνθρωπη φύση του καπιταλισμού, αλλά, αργά και αποφασιστικά, ο αγώνας διεξάγεται πιο ρητά από τους πιο καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους. Η πρόκληση που τίθεται πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος της ευρύτερης ταξικής πάλης, ως ένα μέτωπο μεταξύ πολλών, στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, οικονομική ισότητα, αξιοπρέπεια και σεβασμό.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. World Health Organization, Fact Sheets on Mental Health (Geneva: World Health Organization, 2017), http://who.int.
  2. World Health Organization, Data and Resources (Geneva: World Health Organization, 2017), http://euro.who.int/en.
  3. World Health Organization, Data and Resources.
  4. Sally McManus, Paul Bebbington, Rachel Jenkins, and Traolach Brugha, Mental Health and Wellbeing in England: Adult Psychiatric Morbidity Survey 2014 (Leeds: NHS Digital, 2016).
  5. Brett J. Deacon and Dean McKay, “The Biomedical Model of Psychological Problems: A Call for Critical Dialogue,” Behavior Therapist 38, no. 7 (2015): 231–35. Pharmaceutical companies who have identified it as a market opportunity have been the primary beneficiaries of this approach, exemplified by the proliferation of anti-depressants as illustrated by Brett J. Deacon and Grayson L. Baird, “The Chemical Imbalance Explanation of Depression: Reducing Blame at what Cost?,” Journal of Social and Clinical Psychology 28, no. 4 (2009): 415–35.
  6. As exemplified by Jordan W. Smoller et al., “Identification of Risk Loci with Shared Effects on Five Major Psychiatric Disorders: A Genome-Wide Analysis,” Lancet 381, no. 9875 (2013): 1371–79. In this study, five of the most common mental-health disorders, including schizophrenia, bipolar disorder, and depression, were associated with genetic variations.
  7. Deacon and McKay, “The Biomedical Model of Psychological Problems,” 233.
  8. Social class is one of the most significant indicators of mental health, as evidenced by research within the social sciences dating back to the earlier part of the twentieth century. The first most notable study of this kind is Robert E. L. Farris and Henry W. Dunham, Mental Disorders in Urban Areas (Chicago: Chicago University Press, 1939), which identified higher rates of mental disorders in the poorest districts of Chicago. This was followed by, among others in both Britain and the United States, August B. Hollingshead and Frederick C. Redlich, Social Class and Mental Illness (New York: John Wiley, 1958); Leo Srole, Thomas S. Langer, Stanley T. Michael, Marvin K. Opler, and Thomas A. C. Rennie, Mental Health in the Metropolis: The Midtown Manhattan Study (New York: McGraw-Hill, 1962); and John J. Schwab, Roger A. Bell, George J. Warheit, and Ruby B. Schwab, Social Order and Mental Health: The Florida Health Study (New York: Brunner-Mazel, 1979).
  9. Iain Ferguson, Politics of the Mind: Marxism and Mental Distress (London: Bookmarks, 2017), 15–16.
  10. Paul Baran and Paul Sweezy, Monopoly Capital (New York: Monthly Review Press, 1966), 285.
  11. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 346–47.
  12. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 346.
  13. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 364.
  14. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 354–55.
  15. Paul A. Baran, The Longer View (New York: Monthly Review Press, 1969), 92–111; Paul M. Sweezy, “Paul A. Baran: A Personal Memoir,” in Paul A. Baran: A Collective Portrait (New York: Monthly Review Press, 32–33. The unpublished chapter of Baran and Sweezy’s Monopoly Capital, entitled “The Quality of Monopoly Capitalist Society II,” drafted by Baran, had included an extensive section on mental health. That chapter, however, was not included in the book because it was still unfinished at the time of Baran’s death. Nevertheless, some elements of the mental-health argument were interspersed in other parts of the book. When “The Quality of Monopoly Capitalism II” was finally published in Monthly Review in 2013, almost sixty years after it was drafted by Baran, the section on mental health was excluded due to its incomplete character. See Paul A. Baran and Paul M. Sweezy, “The Quality of Monopoly Capitalist Society: Culture and Communications” Monthly Review 65, no. 3 (July–August 2013): 43–64. It is worth noting that the treatment of mental health in Monopoly Capital did not go unnoticed and was subject to criticism by Robert Heilbroner in a review in the New York Review of Books, to which Sweezy responded in a letter, defending their analysis in this regard. See Robert Heilbroner, Between Capitalism and Socialism (New York: Vintage, 1970), 237–46; Paul M. Sweezy, “Monopoly Capital” (letter), New York Review of Books, July 7, 1966, 26.
  16. The influence of Fromm is evident in Baran’s work and correspondence. He studied Fromm’s The Sane Society, together with Marcuse’s Eros and Civilization and One Dimensional Man (in manuscript form). He was undoubtedly familiar with the wider body of work by both thinkers. While Baran was not in complete agreement with the details of Marcuse’s analyses, he openly acknowledged the importance and significance of his work, identifying Eros and Civilizationas having great relevance to U.S. society and recognizing a psychoanalytical analysis as vital to understanding monopoly-capitalist society. See Nicholas Baran and John Bellamy Foster, The Age of Monopoly Capital: Selected Correspondence of Paul A. Baran and Paul M. Sweezy, 1949–1964 (New York: Monthly Review Press, 2017), 127, 131. See also the “Baran-Marcuse Correspondence,” Monthly Review Foundation, https://monthlyreview.org.
  17. Erich Fromm, Beyond the Chains of Illusion: My Encounter with Freud and Marx(London: Continuum, 2009), 7.
  18. Fromm, Beyond the Chains of Illusion, 35.
  19. Bertell Ollman, Alienation: Marx’s Conception of Man in a Capitalist Society (Cambridge: Cambridge University Press, 1977), 131.
  20. Karl Marx, Capital, vol. 1 (1867; repr. London: Lawrence and Wishart, 1977), 571.
  21. Erich Fromm, Marx’s Concept of Man(London: Bloomsbury, 2016), 23–24.
  22. Erich Fromm, The Sane Society(London, Routledge, 2002), 13.
  23. Fromm, The Sane Society, 65.
  24. Fromm, The Sane Society, 22.
  25. Fromm, Beyond the Chains of Illusion, 27.
  26. Fromm, The Sane Society, 27.
  27. Fromm, The Sane Society, 28–35.
  28. Fromm, The Sane Society, 35–36.
  29. Fromm, The Sane Society, 37–59.
  30. Fromm, The Sane Society, 59–61.
  31. Fromm, The Sane Society, 61–64
  32. Fromm, The Sane Society, 14.
  33. Fromm, The Sane Society, 76.
  34. Fromm, The Sane Society, 66.
  35. Karl Marx, Economic and Philosophic Manuscripts of 1844(1932; repr. Radford, Virginia: Wilder Publications, 2011).
  36. Fromm, Beyond the Chains of Illusion, 63.
  37. Fromm, The Sane Society, 173.
  38. Investors in People, Job Exodus Trends: 2018 Employee Sentiment Poll(London: Investors in People, 2018), http://investorsinpeople.com.
  39. Fromm, The Sane Society, 35.
  40. Health and Safety Executive, Work Related Stress, Depression or Anxiety Statistics in Great Britain, 2018(Bootle, UK: Health and Safety Executive, 2018), 3, http://hse.gov.uk.
  41. Business in the Community, Mental Health at Work Report 2017(London: Business in the Community, 2017), http://bitc.org.uk.
  42. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 345.
  43. Fromm, The Sane Society, 15.
  44. Fromm, The Sane Society, 29.
  45. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 347–48.
  46. Jo Griffin, The Lonely Society?(London: Mental Health Foundation, 2010), 6–7.
  47. Griffin, The Lonely Society?, 4
  48. David Marjoribanks and Anna Darnell Bradley, You’re Not Alone: The Quality of the UK’s Social Relationships(Doncaster: Relate, 2017), 17–18.
  49. Luc Goossens, Eeske van Roekel, Maaike Verhagen, John T. Cacioppo, Stephanie Cacioppo, Marlies Maes, and Dorret I. Boomsma, “The Genetics of Loneliness: Linking Evolutionary Theory to Genome-Wide Genetics, Epigenetics, and Social Science,” Perspectives on Psychological Science 10, no 2 (2015): 213–26.
  50. Michael Oliver, The Politics of Disablement(Basingstoke, UK: Macmillan Press, 1990); Eli Zaretsky, Capitalism, the Family, and Personal Life (London: Pluto Press, 1976).
  51. Fromm, The Fear of Freedom, 93.
  52. See Ricardo Antunes, “The New Service Proletariat,” Monthly Review69, no. 11 (April 2018): 23–29, for an analysis of the evolving insecurity of labor markets within the advanced capitalist nations and the hardening of proletarian divisions.
  53. Trade Union Congress, “15 Per Cent Increase in People Working More than 48 Hours a Week Risks a Return to ‘Burnout Britain’, Warns TUC,” September 9, 2015; Josie Cox, “British Employees are Working More Overtime than Ever Before—Often for No Extra Money,” Independent, March 2, 2017.
  54. David Marjoribanks, A Labour of Love—or Labour Versus Love?: Our Relationships at Work; Relationships and Work(Doncaster: Relate, 2016).
  55. Jacqueline Olds and Richard Schwartz, The Lonely American: Drifting Apart in the Twenty-First Century(Boston: Beacon Press, 2009).
  56. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 347–48.
  57. Baran and Sweezy, Monopoly Capital, 115.
  58. Fromm, Beyond the Chains of Illusion, 63.
  59. Fromm, The Sane Society, 129-130.
  60. Robert Bocock, Consumption(London: Routledge, 2001), 51.
  61. United Nations Children’s Fund, Innocenti Report Card 7: Child Poverty in Perspective: An Overview of Child Well-Being in Rich Countries(Florence: UNICEF Innocenti Research Centre, 2007), http://unicef-irc.org.
  62. National Survivor User Network, NSUN Manifesto 2017: Our Voice, Our Vision, Our Values, (London: National Survivor User Network, 2017), http://nsun.org.uk.
  63. Raza Griffiths, A Call for Social Justice: Creating Fairer Policy and Practice for Mental Health Service Users from Black and Minority Ethnic Communities(London: Kindred Minds, 2018).

Πηγή: Monthly Review

Μετάφραση: antapocrisis

Από τον Αισχύλο ως τον Μίκη και από τον Μαραθώνα ως τον Δεκέμβρη του 44

Σε ένα από τα κορυφαία ποιήματά του ο Καβάφης συζητά με τον πιο διαλεκτικό τρόπο τι έχει τελικά σημασία στη ζωή ενός δημιουργού: Τα δημιουργήματά του, ή οι συνθήκες οι οποίες τα γέννησαν; Οι «νέοι της Σιδώνος» ερμηνεύονται είτε έτσι, είτε αλλιώς, ακόμα και από τους αφοσιωμένους μελετητές του Καβάφη.

Γράφει λοιπόν ο ποιητής:

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·
κι είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.
Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει»
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «ἀλκήν δ’ εὐδόκιμον», το «Mαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε·

«Α δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες
Δώσε – κηρύττω – στο έργον σου όλην την δύναμή σου
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό –
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας – και για μνήμη σου να βάλεις
μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη.»

Ο αρωματισμένος νέος, ο φανατικός για γράμματα, 850 χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου ποιητή, διαμαρτύρεται για την επιλογή του να βάλει για μνήμη του μόνο ότι μαζί με τον «σωρό» των υπολοίπων πολέμησε κι αυτός στον Μαραθώνα.

Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά τον θάνατο του Αισχύλου, ο θάνατος του Μίκη Θεοδωράκη έφερε στην επικαιρότητα την παλιότερη δήλωσή του «Στον τάφο μου να γραφεί: Πολέμησε το Δεκέμβρη». Στους «δρόμους του Αρχάγγελου», περιγράφοντας τα βασανιστήρια στη Μακρόνησο, χρησιμοποιεί την ίδια – φαινομενικά υποτιμητική λέξη: «Ήμουν ένας από τον σωρό», αναφερόμενος στους χιλιάδες συντρόφους του.

Τα έργα του Αισχύλου τα γνωρίζουν πολύ περισσότεροι από όσους γνωρίζουν ότι ο τραγωδός ήταν Μαραθωνομάχος. Καθόρισαν το θέατρο για τις επόμενες χιλιετίες, εδραίωσαν ως κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού το δίκαιο, την ηθική, το χρέος, ακόμα και την αντίσταση στον άδικο νόμο. Και αντί ο Αισχύλος να μνημονεύσει στο μνήμα του τους Πέρσες, τους Επτά επί Θήβας, τον Προμηθέα Δεσμώτη, διάλεξε τη μνεία του Μαραθωνομάχου.

Τα έργα του Θεοδωράκη επίσης τα γνωρίζουν πολύ περισσότεροι από όσους γνωρίζουν ότι πολέμησε 19 χρονών ως διμοιρίτης του ΕΛΑΣ στη μάχη του Δεκέμβρη του 44. Από τον Επιτάφιο, το Άξιον Εστί, το Κάντο Χενεράλ, το Μαουτχάουζεν, επιλέγει ο ίδιος ο Μίκης να μνημονεύεται ως μαχητής του Δεκέμβρη και να πεθάνει ως κομμουνιστής.

Ο νέος της Σιδώνας μπορεί να είναι σε θέση να εκτιμήσει φιλολογικά το έργο του αρχαίου τραγωδού, αλλά έχει χάσει την ιστορία. Έχει χάσει δηλαδή τις συνθήκες που έκαναν τον Αισχύλο να γράψει όσα έγραψε και να πει όσα είπε.

Η ελληνική άρχουσα τάξη και τα συστημικά ΜΜΕ, στα αφιερώματα και τις εθιμοτυπικές δηλώσεις τους, έχουν επίσης χάσει την ιστορία. Έχουν αφαιρέσει τις συνθήκες που γέννησαν τον Μίκη και το έργο του: τη φοβερή δεκαετία του 40, τον αγώνα και τις θυσίες των κομμουνιστών. Αυτή ήταν η μήτρα των δημιουργιών του Θεοδωράκη. Αυτή η μήτρα, στον συστημικό επικήδειο λόγο για τον Μίκη, σβήνεται συνειδητά.

Κι αν ο επιτύμβιος στίχος του Αισχύλου «δικαιολογείται», καθώς η μάχη του Μαραθώνα έγινε ορόσημο για τον δυτικό κόσμο και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, η επιθανάτια αναφορά του Μίκη είναι αιτία πολέμου για την άρχουσα τάξη.

Για αυτό και αφρίζουν και ξερνούν χολή για την πολιτική του διαθήκη να πεθάνει σαν κομμουνιστής και -ακόμα περισσότερο- για την επιτύμβια παραγγελία «πολέμησε τον Δεκέμβρη». Γιατί ένας κομμουνιστής μπορεί ίσως να συγχωρεθεί, ακόμα και να αγκαλιαστεί από την άρχουσα τάξη και να επιδεικνύεται ως ατραξιόν σε τσίρκο, αν προπαγανδίζει ότι πήρε τη ζωή του λάθος και «ευτυχώς που δεν νίκησε».

Δεν μπορεί όμως να συγχωρεθεί αν στη δύση της ζωής του επιμένει να λέει ότι τα ομορφότερα χρόνια, οι ωραιότερες στιγμές και οι καλύτεροι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, βρέθηκαν κάτω από την κόκκινη σημαία του κομμουνιστικού κινήματος.

Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να συγχωρεθεί αν επιλέγει ως ορόσημο την αναφορά στον Δεκέμβρη. Γιατί ο φοβερός Δεκέμβρης του 44 ήταν η απόδειξη ότι ο δρόμος που τράβηξε μεταπολεμικά η Ελλάδα δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των πολιτών της αλλά συνέπεια στυγνού πολιτικοστρατιωτικού εκβιασμού. Με τα όπλα και τις κανονιοφόρους των Άγγλων, με τη δικαίωση (αντί για την τιμωρία) των ταγματασφαλιτών και των γερμανοτσολιάδων, και την ολοκληρωτική και ρεβανσιστική επαναφορά μιας αστικής τάξης η οποία την ώρα που ο λαός πέθαινε από την πείνα στην Ελλάδα, αυτή στρογγυλοκάθονταν και καλοπερνούσε στο Κάιρο. Την ώρα που οι κομμουνιστές έσωζαν την τιμή και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας οργανώνοντας την Αντίσταση, η άρχουσα τάξη -αν δεν συνεργάζονταν με τον ναζί κατακτητή- απουσίαζε και μηχανορραφούσε για την επαναφορά της από απόσταση ασφαλείας.

Ο Δεκέμβρης είναι η ζωντανή απόδειξη ότι στην Ελλάδα, η αστική τάξη επιβίωσε μόνο χάρη στην ξένη επέμβαση. Και όσο κι αν ελεεινολογείται πανταχόθεν, η Αντίσταση, ο Δεκέμβρης, ο Εμφύλιος είναι διαρκής και ιστορική υπενθύμιση για την χαμηλή ποιότητα των νικητών και την άφθαστη ανωτερότητα των ηττημένων.

Ο λαός, πένθησε τον Μίκη, όχι γιατί απαραίτητα ταυτίστηκε με κάθε του επιλογή. Αρκετές από αυτές άλλωστε χειροκροτήθηκαν από την άρχουσα τάξη. Ο λαός πένθησε τον Μίκη γιατί το έργο του έκφρασε την απόπειρα να υπάρξει ένας άλλος δρόμος για τη χώρα. Ακόμα και αν αυτή η απόπειρα στέφθηκε από ήττες, αποτυχίες, και στο τέλος, συνθηκολογήσεις και ελεεινότητες.

Ο Θεοδωράκης και το έργο του, μας θύμισαν ότι ο εικοστός αιώνας χαρακτηρίστηκε από τον μεγάλο διχασμό ανάμεσα σε όσους πάσχισαν για την κοινωνική ανατροπή και όσους τελικά επικράτησαν ανεμίζοντας τη σημαία της αντεπανάστασης και της κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Και ο Θεοδωράκης, κρατώντας τα «μεγάλα μεγέθη», ζήτησε να ταφεί ως το σημαντικότερο: Μαχητής του Δεκέμβρη και κομμουνιστής. Όχι απλώς και μόνο ως παγκόσμιας αναγνώρισης, κορυφαίος, δημιουργός.

Κι αν αυτός ο διχασμός ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση βρει ξανά ορίζουσες και διαμορφώσει στρατόπεδα, η επιτύμβια επιθυμία του Μίκη Θεοδωράκη θα είναι δικό μας χρέος να μνημονεύεται.

Δεν καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται

Άσκοπη βία. Είναι η βία που ασκείται από αστυνομικά όργανα ενάντια σε πολίτες και τυχαίνει να έρθει στο φως της δημοσιότητας και να προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις. Αν όμως δεν δει το φως της δημοσιότητας ή ασκηθεί σε «απόκληρους» ή μέσα σε αστυνομικά τμήματα είναι σκόπιμη βία. Αν δεν υπάρχουν πειστήρια είναι αναγκαία βία. Επίσης, η άσκοπη βία προκαλεί ενόχληση στον πρωθυπουργό (ανάλογη ενόχληση του προκλήθηκε όταν χιλιάδες νοικοκυριά έμειναν επί μία βδομάδα χωρίς ρεύμα). Η άσκοπη βία θα εκλείψει όταν απαγορευτεί διά νόμου η βιντεοσκόπηση αστυνομικών εν ώρα δράσης.

Υπέρμετρη βία. Αντίστοιχα, είναι η βία που έρχεται στο φως της δημοσιότητας και έχει ως αποτέλεσμα δολοφονίες διαδηλωτών –Πέτρουλας, Κουμής, Κανελλοπούλου, Καλτεζάς, αλλά και Γρηγορόπουλος… Όταν το αποτέλεσμα είναι μόνο σπασμένα κεφάλια, τότε έχουμε βία με μέτρο. Επίσης, ως αποτέλεσμα υπέρμετρης βίας δεν μπορούν να θεωρηθούν δεκάδες νεκροί απεργοί και διαδηλωτές (Θεσσαλονίκη Μάης 1936, Αθήνα Πρωτομαγιά 1924, Πειραιάς 1923, Τρίκαλα 1925, Αγρίνιο 1926, Καλαμάτα 1934, Ηράκλειο 1935, Λευκάδα 1935, Βόλος 1936…) διότι τότε ήταν άλλες εποχές και δεν υπήρχε η ΕΕ και οι αξίες της. Ούτε πολιτικές δολοφονίες (Ζέβγος, Λαμπράκης…) διότι έγιναν από το παρακράτος και το κράτος δεν είχε ουδεμία ανάμιξη. Ούτε οι εκατοντάδες νεκροί σε φυλακές, εξορίες και τόπους εκτελέσεων μετά το 1945, διότι οι κομμουνιστές ήθελαν να πάρουν την εξουσία και το κράτος ασκούσε εναντίον τους νόμιμη βία και με μέτρο. Και σίγουρα, ούτε ατυχήματα (Σαράφης…), ή αυτοκτονίες (Παπαρήγας…).

Παράνομη βία. Ασκείται από απεργούς που περιφρουρούν την απεργία τους ή νεολαίους και εργαζόμενους που κάνουν κατάληψη. Το κράτος ασκεί μόνο νόμιμη βία (βλ. παραπάνω).

Η βία δεν είναι απάντηση στη βία. Όχι, πρέπει να καθόμαστε να τις τρώμε. Η άσκηση βίας είναι καθήκον των δυνάμεων καταστολής –διαδηλωτές, απεργοί, λαός και νεολαία πρέπει να γυρίζουν και το άλλο μάγουλο. Έτσι αποδείχνουν ότι δεν επιβουλεύονται την καθεστηκυία τάξη. Άλλωστε κάθε τέσσερα χρόνια ψηφίζουμε και έχουμε τους εκπροσώπους μας στο κοινοβούλιο.

Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Ρήση που χρησιμοποιείται για την καταδίκη οποιασδήποτε λαϊκής αντίδρασης ξεφεύγει από τα καθωσπρέπει πλαίσια εκδήλωσης διαμαρτυρίας. Η εκάστοτε κυβέρνηση καλεί την αντιπολίτευση να προβεί στην παραπάνω δήλωση όποτε βρίσκεται ο λαός στους δρόμους, η δε αντιπολίτευση την προτάσσει στο λόγο της επιβεβαιώνοντας τη νομιμοφροσύνη της και αποτάσσοντας τυχόν σπασμένες τζαμαρίες ή τραυματισμούς αστυνομικών. Η ανωτέρω ρήση επ’ ουδενί σχετίζεται με τη βία των δυνάμεων καταστολής.

Σε ό,τι μας αφορά.

Όχι, δεν καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, γενικά κι αόριστα. Υπάρχει η βία που καταπιέζει και η βία που απελευθερώνει. Η βία του επιτιθέμενου και η βία του αμυνόμενου. Η βία του καταχτητή και η βία για την απελευθέρωση από τον κατακτητή. Η βία του ιμπεριαλισμού και η βία για ανεξαρτησία. Η βία της τυραννίας και η βία για την ελευθερία. Η βία της ταξικής πάλης –της άρχουσας τάξης πάνω στους εκμεταλλευόμενους, και των εκμεταλλευόμενων για την αποτίναξη της εκμετάλλευσης. Το ίδιο το κράτος είναι μηχανισμός βίας για να διατηρεί την κυριαρχία της κυρίαρχης τάξης και να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της.

Αντιπαλεύουμε τη βία που διαιωνίζει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Τη βία της κρατικής καταστολής απέναντι σε όσους αντιδρούν και αγωνίζονται. Τη βία του ιμπεριαλισμού απέναντι στις εξαρτημένες χώρες και λαούς. Τη φασιστική βία του δυνατού απέναντι στον αδύναμο. Τη βία του ισχνού μεροκάματου, της λιγοστής σύνταξης, της ανεργίας, της χαμοζωής. Τη βία που στραγγαλίζει τη μόρφωση των νέων παιδιών, την υγεία του λαού, τη ζωή με αξιοπρέπεια. Τη βία της πλύσης εγκεφάλου των ΜΜΕ.

Είμαστε με τη βία που απελευθερώνει ως τη μόνη δυνατή απάντηση στη βία που καταπιέζει. Τη βία του εκμεταλλευόμενου ενάντια στον εκμεταλλευτή. Τη βία για την αποτίναξη κάθε τυραννίας και υποδούλωσης. Άλλωστε, η βία είναι η «μαμή της ιστορίας». Η ανθρωπότητα προχωράει μπροστά μέσα από συγκρούσεις, εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Και «η επανάσταση δεν είναι ούτε ζωγραφική ούτε κέντημα, είναι πράξη βίας» (Μάο). Μια κορυφαία πράξη βίας του ελληνικού λαού, η Επανάσταση του ’21, συμπληρώνει 200 χρόνια από το ξέσπασμά της.

Ο αποχαιρετισμός στο προλεταριάτο και στον μαρξισμό

Η Αριστερά έχει σταματήσει να οραματίζεται μεγάλες λεωφόρους˙ έχει σταματήσει να ασκεί «μεγάλη πολιτική» και να διεκδικεί την πολιτική εξουσία για να αλλάξει ριζικά τον κόσμο. Ο Αλέξης Τσίπρας, το κόμμα του και η κυβέρνησή του μας το εξήγησαν με σαφήνεια επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια, και τώρα η επιδημία μάς το επαναλαμβάνει με ακόμα πιο σκληρό τρόπο, απογυμνώνοντας όλες τις αδυναμίες της Αριστεράς, των οργανώσεών της, του κόσμου της, και των κοινωνικών κινημάτων.

Οι απαρχές της παρακμής βρίσκονται αρκετά πίσω, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, όταν έπεσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, εγκαταλείφθηκαν τα κυβερνητικά πειράματα της Αριστεράς στην Ευρώπη, έσβησε το άστρο των κομμουνιστικών κομμάτων και αναδύθηκαν τα κοινωνικά κινήματα. Έκτοτε, έχουν περάσει τριάντα χρόνια εξημέρωσης των νέων κριτικών θεωριών (από τον πρόδρομό τους Μισέλ Φουκώ έως την Τζούντιθ Μπάτλερ, τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν, τον Φρέντρικ Τζέιμσον και καμιά εικοσαριά άλλους)˙ τριάντα χρόνια περιορισμού του μαρξισμού στο καταστατικό μιας ακόμη θεωρίας στο πλάι τόσων άλλων πιο φρέσκων, μοντέρνων και ελκυστικών, υποτίθεται, θεωρητικών κατασκευών, οι οποίες όμως τελικά ήταν απλώς πιο ανώδυνες επειδή ποτέ δεν είχαν, ούτε διεκδίκησαν άλλωστε, το καταστατικό θεωρίας για την ριζοσπαστική αλλαγή του κόσμου.

Πέρασαν επίσης τριάντα χρόνια αποξένωσης του διογκούμενου προλεταριάτου (1) από τους προοδευτικούς και αριστερούς διανοούμενους, που νόμισαν ότι ο Λένιν έλεγε βλακείες όταν ισχυριζόταν πως το προλεταριάτο δεν είναι σε θέση να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του εκτός και αν αυτή έρθει από έξω, από τους διανοούμενους (2). Ο Keucheyan το περιγράφει αρκετά αναλυτικά στο βιβλίο του Το αριστερό Ημισφαίριο: οι διανοούμενοι σταδιακά άλλαξαν χαρακτήρα, και ενώ παλιά εμπλέκονταν οι ίδιοι, skin in the game, στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες του προλεταριάτου, μετατράπηκαν τώρα σε εμβριθείς πανεπιστημιακούς αποκομμένους (και συνάμα προστατευμένους) από την πραγματικότητα των ταξικών αντιθέσεων (3). Προφανώς υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις μεταξύ τους, αλλά όπως πάντα, οι εξαιρέσεις δεν σχηματίζουν τον κανόνα.

Βρεθήκαμε έτσι σε μια κατάσταση όπου οι νέες κριτικές θεωρίες βαθμιαία και αργόσυρτα υποκατέστησαν τον μαρξισμό. Αυτός, εκτός από επιστημονική θεωρία, ήταν και ιδεολογία μαζών που συγκροτούσε την διαθεσιμότητα των καταπιεσμένων σε συλλογικές δράσεις οι οποίες καθοδηγούνταν από πολιτική στρατηγική (διατυπωμένη από αντίστοιχες πολιτικές οργανώσεις) και είχαν ως σημείο πρόσκρουσης το αστικό κράτος. Οι νέες κριτικές θεωρίες, αντιθέτως, δεν επιτελούν το έργο που επιτελούσε ο μαρξισμός, ούτε αναφέρονται όπως αυτός στο όραμα μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από τα δεινά που επιφέρει ο καπιταλισμός.

Εξέλιπε έτσι η «μεγάλη πολιτική» για τον κομμουνισμό και υποκαταστάθηκε αφενός από την κινηματική αντίσταση στον κανιβαλισμό του καπιταλισμού, και αφετέρου από την αριστερή, αμυντική ή πλήρως υποταγμένη κυβερνητική διαχείριση του καπιταλισμού (ή εναλλακτικά από την απομόνωση οργανωμένων δυνάμεων (4) στο «κάστρο» τους).

Η διαδικασία υποκατάστασης του μαρξισμού ως ιδεολογίας μαζών από τις νέες κριτικές θεωρίες έχει πλέον ολοκληρωθεί˙ είναι πια φανερό ότι έχουν πραγματοποιηθεί τεκτονικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, ακόμη και οι πιο πολιτικοποιημένοι στους κόλπους τους, καταλαβαίνουν τον κόσμο και επομένως δρουν πολιτικά. Οι τρεις σημαντικότερες από αυτές τις αλλαγές είναι οι εξής:

Πρώτον, η έννοια της οικονομικής εκμετάλλευσης έχει εκλείψει και έχει αντικατασταθεί από την έννοια των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων˙ μοιραία, εξέλιπε και η έννοια ότι ο καπιταλισμός είναι ένας τρόπος παραγωγής, και έτσι, κάθε κριτική αναφορά στον χώρο της παραγωγής χάθηκε και αυτή˙ μοιραία εμφανίζεται ως άχρηστο το Κεφάλαιο, αυτό το ίδιο, και βεβαίως, όλα τα έργα της μαρξιστικής βιβλιογραφίας που προέκυψαν από αυτό˙ μοιραία, χάθηκε κάθε συλλογικό όραμα για ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε και παράγουμε, δηλαδή στον τρόπο παραγωγής. Από εκεί και πέρα, τι πιο φυσικό, οι μειωμένες προσδοκίες υποκατέστησαν το όραμα για ριζική αλλαγή της οικονομίας από διεκδικήσεις δικαιωμάτων. Χαμηλές πτήσεις έναντι μεγάλης πολιτικής.

Δεύτερον, η έννοια των κοινωνικών τάξεων και η μαρξιστική θεωρία του κράτους εξέλειπαν˙ ως αποτέλεσμα, εξαφανίστηκαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί σχηματισμοί μάχης που διαθέτουν στρατηγικό σχέδιο ενόψει των συγκρούσεων με τις δυνάμεις της αστικής τάξης και των συμμάχων της, δηλαδή με τον ταξικό συνασπισμό εξουσίας˙ μοιραία, αυτοί οι σχηματισμοί μάχης υποκαταστάθηκαν από την οργανωτική μορφή που προκρίνουν οι νέες κριτικές θεωρίες, δηλαδή από το πλήθος που διαδηλώνει και συγκρούεται χωρίς προοπτική να νικήσει επειδή συγκρούεται με έναν αντίπαλο που διαθέτει ανώτερη οργάνωση και ισχυρή δύναμη κρούσης (βίας και ιδεολογίας).

Τρίτο και χειρότερο: η σημερινή Αριστερά δεν εμπνέεται από τον κομμουνισμό ούτε και από κάποια άλλη εκδοχή του μέλλοντος. Ο κομμουνισμός δεν αποτελεί πλέον ούτε όραμα της Αριστεράς ούτε ιστορικό στάδιο στο βάθος του ορίζοντα ούτε ιστορική τάση ενύπαρκτη στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή μια ιστορική τάση της οποίας τα στοιχεία θα έπρεπε να αναζητούμε μέσα στην σημερινή κοινωνία, να τα προσδιορίζουμε, να τα αναδεικνύουμε και να τους κάνουμε χώρο ώστε να αναπτυχθούν.

Ας μην έχουμε αυταπάτες: οι νέες κριτικές θεωρίες ηγεμονεύουν σήμερα, σιωπηλά, ακόμη και στο εσωτερικό των οργανώσεων που δηλώνουν ρητά μαρξιστικές ή λενινιστικές (5) και άλλοτε υπήρξαν στιβαρά οργανωτικά σχήματα. Τώρα, το πνεύμα των νέων κριτικών θεωριών διαβρώνει την δράση αυτών των οργανώσεων με βάση το πρότυπο του ασύντακτου ή χαλαρά οργανωμένου πλήθους ή της ομάδας που διαμαρτύρεται μπουλουκηδόν, και όποτε του δοθεί η ευκαιρία, παρουσιάζεται και στις κοινοβουλευτικές εκλογές ως συνιστώσα χαλαρών «πλατιών κομμάτων».

Με αυτά τα ελλείμματα και με αυτόν τον τρόπο ύπαρξης, η Αριστερά της εποχής των κοινωνικών κινημάτων και των νέων κριτικών θεωριών, βρέθηκε αντιμέτωπη με την συγκυρία της επιδημίας, η οποία ανέλαβε να απογυμνώσει μία-μία όλες τις ανεπάρκειές της˙ και έτσι, τώρα μια μερίδα της περιμένει υπομονετικά να περάσει η επιδημία όπως ο άλλος περιμένει να περάσει η καταιγίδα˙ μια δεύτερη μερίδα της κολυμπάει στα θολά νερά του κακοχωνεμένου έργου του Φουκώ και των θεωριών του κράτους σαν καταχθόνιας μηχανής˙ και μια τρίτη μερίδα αρκείται στις κριτικές επί του δευτερεύοντος.

Ποτέ άλλοτε μετά το 1990 δεν ήταν τόσο επίκαιρο και τόσο επιτακτικό να επανιδρύσουμε την Αριστερά.

****

(1) Με τον όρο αυτόν, δεν εννοούμε κάποιους ρακένδυτους του 19ου αιώνα, αλλά αυτούς που εννοούσε ο Μαρξ, δηλαδή όσους παράγουν καπιταλιστικά εμπορεύματα και με τον τρόπο αυτόν αξιοποιούν το κεφάλαιο που καταναλώνει τις εργασιακές τους ικανότητες.

(2) Ο Λένιν γράφει ότι η πολιτική συνείδηση έρχεται στο προλεταριάτο από το εξωτερικό των οικονομικών αγώνων, δηλαδή από τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, φερόμενη από το κόμμα. Στα χρόνια εκείνα, όμως, οι διανοούμενοι της Αριστεράς βρίσκονταν και δρούσαν εντός των κομμουνιστικών κομμάτων. Όταν λοιπόν ο Λένιν αναφέρεται στο κόμμα, εν προκειμένω, εννοεί τους οργανικούς διανοούμενους που ούτως ή άλλως ανήκαν σε αυτό. Εξάλλου, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η σχέση των μαρξιστών διανοουμένων με τα κόμματα είχε περιοριστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό (βλ. για το θέμα αυτό την ενδιαφέρουσα περιγραφή του Razmig Keucheyan στο βιβλίο του Αριστερό Ημισφαίριο), αυτοί δεν απώλεσαν την ιδιότητα του οργανικού διανοούμενου: αφενός μεν συμμετείχαν στην χρυσή εποχή της μαρξιστικής θεωρίας της περιόδου 1960-1980, αφετέρου δε, διατήρησαν ζωντανή και ισχυρή σχέση με τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις χωρίς να υπάρχει αναγκαστική διαμεσολάβηση κομμάτων ή πολιτικών οργανώσεων.

(3) «Έκτοτε οι μαρξιστές παράγουν γνώσεις ερμητικά κλειστές, απρόσιτες στους εργάτες, γνώσεις που αναφέρονται σε τομείς χωρίς άμεση σχέση με την πολιτική στρατηγική. Με αυτήν την έννοια, μικρή μόνο σχέση έχουν με το έργο του Κλαούζεβιτς» (Razmig Keucheyan, “Hémisphère gauche”).

(4) Αυτό το άρθρο δεν αφορά στο ΚΚΕ, ούτε σε άλλες αυτο-αναφορικές οργανώσεις της Αριστεράς˙ αυτοί έχουν χάσει επαφή με την μαρξιστική θεωρία προ πολλού, πλην όμως για άλλους λόγους, ακολουθώντας τον δικό τους δρόμο που ανάγεται, σε τελευταία ανάλυση, στην βαριά κληρονομιά του σταλινισμού αλλά και του τρόπου με τον οποίο έγινε η αποσταλινοποίηση (δηλαδή από τα δεξιά).

(5) Διευκρίνιση και πάλι: Εξαιρείται το ΚΚΕ που έχει χάσει τον πολιτικό μπούσουλα προ πολλού για άλλους λόγους.

Πηγή: Commune