Η μετεξέλιξη των αρχουσών τάξεων των ιμπεριαλιστικών χωρών

Στις 24 Οκτωβρίου ξεκίνησε μια συζήτηση για τα χαρακτηριστικά του στρώματος της αστικής τάξης που ηγεμονεύει στους κοινωνικούς σχηματισμούς των σύγχρονων ιμπεριαλιστικών κρατών μεταξύ των Κωστή Μηλολιδάκη, Διονύση Περδίκη, και Βασίλη Αλιφτήρα με αφορμή μια ανάρτηση του πρώτου με τον παραπάνω τίτλο. Η συζήτηση έγινε στο Facebook[1] και κράτησε λίγες μέρες.

Θεωρώντας την ενδιαφέρουσα και άμεσα συνδεόμενη με την διάκριση βιομηχανικού καπιταλισμού-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και το σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα, τη μεταφέρουμε εδώ. Δεν έγιναν αλλαγές εκτός από διόρθωση τυπογραφικών/ορθογραφικών λαθών και χωρισμό παραγράφων όπου χρειαζόταν, καθώς και απαλοιφή ελάχιστων στοιχείων διαδικαστικού χαρακτήρα που δεν αφορούσαν το κυρίως θέμα της συζήτησης.

 

Ανάρτηση Κ. Μηλολιδάκη: Εδώ και καιρό με απασχολεί το ερώτημα του χαρακτήρα της άρχουσας αστικής τάξης στις Ευρωπαϊκές χώρες: Μοιάζει ως οι πολιτικές ελίτ της άρχουσας τάξης να έχουν αυτονομηθεί από την οικονομική της βάση και πλέον να κάνουν “του κεφαλιού τους” βλάπτοντας τα συμφέροντα της ίδιας της τάξης τους.

Οι μαρξιστές γνωρίζουν καλά ότι το πολιτικό εποικοδόμημα παρουσιάζει σχετική αυτονομία από την οικονομική βάση και ότι την επικαθορίζει. Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι που οι αστοί πολιτικοί λειτουργούν σε μη αναμενόμενες κατευθύνσεις, όπως θα περίμενε κανένας αναλογιζόμενος τα οικονομικά συμφέροντα της τάξης τους. Αλλά αυτή η αυτονόμηση δεν διαρκεί πολύ και πάντα καταλήγει σε μια ανασυγκρότηση του κράτους στα πλαίσια της καλύτερης ευθυγράμμισης των συμφερόντων, της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας, της άρχουσας τάξης.

Μοιάζει κατά την σύγχρονη περίοδο να εμφανίζονται παράδοξες πολιτικές που βλάπτουν και βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα την κυριαρχία της άρχουσας τάξης, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις τρεις κύριες δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες: Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία. Τι άραγε συμβαίνει;

Νομίζω ότι σταδιακά έχω αρχίσει να βρίσκω μια άκρη: Ο ιμπεριαλισμός (δηλαδή το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού) στην εποχή μας έχει αποκτήσει νέα χαρακτηριστικά που αποτελούν φυσική συνέχεια αυτών που περιέγραψε ο Λένιν στο κλασικό βιβλίο του. Πλέον οι αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών έχουν κυριαρχηθεί πλήρως από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, το οποίο δεν έχει εθνικές προτιμήσεις ή ευαισθησίες. Κινούμενο ελεύθερα μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών δεν δίνει προτεραιότητα ούτε στη βιομηχανία ούτε στην εθνική ανάπτυξη της χώρας εντοπιότητάς του–ουσιαστικά έχουν πάψει να υπάρχουν εντοπιότητες. Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες από την άποψη του κυρίαρχου τμήματος της αστικής τάξης τους δεν έχουν πλέον σύνορα και μπροστά στην απληστία του παραμερίζονται οι ανησυχίες για την υπονόμευση της οικονομικής βάσης που κάποτε στήριζε την κυριαρχία των εθνικών αστικών τάξεων.

Τα κυρίαρχα τμήματα των “ευρωπαϊκών” αστικών τάξεων δεν έχουν κανένα λόγο να αντιπαραταχθούν στο κυρίαρχο τμήμα της αμερικανικής αστικής τάξης, διότι όλοι μαζί αποτελούν ένα νεφέλωμα που αιωρείται πάνω από τα εθνικά σύνορα και κινείται ελεύθερα ανάμεσά τους. Οι κανόνες πλέον είναι διεθνικοί για τις αστικές τάξεις—ίσως όμως όχι και για τις κυριαρχούμενες τάξεις για τις οποίες τα εθνικά σύνορα δημιουργούν πρόσθετες συνθήκες εκμετάλλευσης.

Αυτή είναι η οικονομική βάση της “παγκοσμιοποίησης” που ως όρος δεν με ενθουσιάζει, διότι τον βρίσκω ασαφή. Κάτω από αυτό το πρίσμα εξηγείται και πώς τα ηνία στις ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναλάβει στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα που εξωτερικά μοιάζουν πολιτικά νάνοι, και πώς η Ευρώπη αφήνεται στα χέρια κυριολεκτικά γελοίων προσωπικοτήτων–Ούρσουλα Φον, Κάγια Κάλλας, κ.ο.κ.

Οι εμμονές τους, που υπογραμμίζουν την πλήρη πολιτική τους ανεπάρκεια, δεν αποτελούν βαρίδι για την πολιτική του κυρίαρχου τμήματος της αστικής τάξης, αλλά, αντίθετα, αποτελούν πλεονέκτημα: Οι ασπόνδυλοι και άχρηστοι πολιτικοί εξυπηρετούν καλύτερα αυτό το νεφέλωμα κεφαλαίου που έχει σχηματιστεί και αιωρείται πάνω από τις ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης καθώς αυτό το κεφάλαιο δεν ενδιαφέρεται για την εθνική κυριαρχία ούτε για την ανάπτυξη των χωριστών εθνών τους.

Έτσι εξηγείται και η τρέλα που έχει κατακυριεύσει τις Σκανδιναβικές χώρες, ιδιαίτερα εκείνες που για πολλά χρόνια είχαν στηρίξει την ανάπτυξή τους στην ουδετερότητα που τώρα εγκαταλείπουν με τυμπανοκρουσίες.

Ναι, αν οι αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών είχαν διατηρήσει τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του βιομηχανικού καπιταλισμού, τότε οι πολιτικές των πολιτικών ηγεσιών θα ήταν πολύ διαφορετικές. Αλλά πλέον, σε ένα κοινωνικό σύστημα που έχει μεταλλαχθεί, η παραδοσιακά αναμενόμενη πολιτική συμπεριφορά των εκπροσώπων της άρχουσας τάξης έχει επίσης μεταλλαχθεί.

Ήταν άραγε αυτή η εξέλιξη υποχρεωτική, καθορισμένη από ‘σιδερένιους’ νόμους της ανάπτυξης του καπιταλισμού; Ότι προέκυψε μέσα από την διαλεκτική των κοινωνικών διαδικασιών είναι αναμφισβήτητο, προφανώς. Αλλά θα μπορούσε να έχει υπάρξει μια άλλη εξέλιξη, ιδιαίτερα αν το λεγόμενο σύστημα του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν είχε καταρρεύσει; Άραγε η Κίνα μπορεί να αναπτυχθεί ακολουθώντας μια διαφορετική πορεία; Άραγε ο καπιταλισμός της Ρωσίας, που αναντίρρητα έχει έντονη την παρουσία ενός σημαντικού και ισχυρού τμήματος “εθνικής” αστικής τάξης, θα εξελιχθεί διαφορετικά;

Νομίζω ότι καθοριστικό ρόλο στην ντε φάκτο απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων θα παίξει τόσο η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία όσο και οι εξελίξεις στην ΝΑ Ασία.

Θα πρότεινα σε όποιον/α επιθυμεί να κάνει σκέψεις πάνω στα προηγούμενα να επισκεφθεί τις εκπομπές του καθηγητή Glenn Diesen[1] με τον Alex Krainer—εγώ βοηθήθηκα ιδιαίτερα από την τελευταία[2].

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, μην υποτιμάς, πάντως, ότι η βάση του κάθε εθνικού κεφαλαίου παραμένει η χώρα καταγωγής του. Δεν μπορούν όλα τα κεφάλαια απλά να “μεταφερθούν” αλλού ή να διασωθούν σε περίπτωση σοσιαλιστικής επανάστασης, κι επομένως, έχει σημασία στην ταξική πάλη ποιας χώρας εδράζεται η εξουσία κάθε αστικής τάξης. Εξ ου και στον βαθμό που θα προχωράει η παρακμή του ιμπεριαλισμού, θα αναβιώσουν και οι μεταξύ τους κόντρες.

Η ανατίναξη των αγωγών Nord Stream ήταν μια έκφραση δια-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Τέλος, πιστεύω ότι η ιστορική εξέλιξη που περιγράφεις ήταν όντως “νομοτελειακή”, δηλ. αποτέλεσμα συστημικών, ιστορικών αναγκαιοτήτων.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Όμως, Διονύση, ποιος ιμπεριαλισμός πολέμησε ποιον με την ανατίναξη του Nord Stream; Αν μου πεις ο αμερικανικός κατά του γερμανικού, θα σε ρωτήσω «γιατί τότε η Γερμανία αποδέχτηκε την ανατίναξη, ακόμη και πριν αυτή γίνει (συνάντηση Σολτς-Μπάιντεν) και γιατί συνεχίζει να την καλύπτει;».

Και όσο αφορά την εθνική βάση των κεφαλαίων, αυτή καταστρέφεται στις χώρες που ανέφερα και το τμήμα της αστικής τάξης που υφίσταται τις συνέπειες απλά κοιτάζει πώς θα μετακινήσει τα κεφάλαιά του, χωρίς σοβαρές αντιστάσεις στις ακολουθούμενες πολιτικές. Άλλο τμήμα του κεφαλαίου έχει κυριαρχήσει κατά κράτος σε αυτές τις χώρες.

 

Βασίλης Αλιφτήρας: Κωστή και Διονύση, με το Διονύση είχαμε συζητήσει εν μέρει αυτό το θέμα στο παρελθόν και είχαμε μια διαφωνία, την οποία έχω και με εσάς, παρόλο που γενικά συμφωνώ με το κείμενο.

Η διαφωνία μου είναι στο ότι δεν θεωρώ τις Ευρωπαϊκές χώρες ιμπεριαλιστικές, με τη λενινιστική έννοια.

Λέτε συγκεκριμένα πως το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο δεν ενδιαφέρεται για την εθνική κυριαρχία ή για την ανάπτυξη των χωρών του, δύο πράγματα που θεωρώ πως είναι χωριστά και δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να ομαδοποιηθούν ώστε είτε να ενδιαφέρεται και για τα δύο ταυτόχρονα είτε για κανένα από τα δύο.

Η εθνική κυριαρχία είναι θεμελιώδες στοιχείο για τον ιμπεριαλισμό, όχι μόνο η εθνική μα η υπερεθνική, δεν νοείται ιμπεριαλισμός χωρίς κυριαρχία και σε ξένα έθνη (ότι χαρακτήρα και να έχει αυτή, είτε στρατιωτικό, είτε πολιτικό είτε οικονομικό). Η ανάπτυξη όμως ενός (ιμπεριαλιστικού) έθνους, δεν είναι αναγκαία, από τη στιγμή που υπάρχει (οικονομική τουλάχιστον – τα άλλα δύο είδη συνεπάγονται την οικονομική μιας και αυτή θα είναι προϊόν στρατιωτικής ή πολιτικής υποταγής) κυριαρχία σε άλλα ξένα έθνη, μιας και η παραγωγή μπορεί να μεταφερθεί σε αυτά, και τα παραγόμενα υπερκέρδη (κέρδη πέραν του μέσου ποσοστού του βιομηχανικού κέρδους, λόγω της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας του υποταγμένου έθνους) θα είναι αρκετά ώστε να καλύπτουν τις οικονομικές ανάγκες της ιμπεριαλιστικής χώρας χωρίς αυτή να έχει την ανάγκη βιομηχανικής (τουλάχιστον) ανάπτυξης.

Αυτό το φαινόμενο ο Λένιν το περιέγραφε με τη λέξη “σάπισμα” του καπιταλισμού, έλεγε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει ακριβώς γιατί στην εποχή αυτή του χρηματιστικού κεφαλαίου, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων παίζει δευτερεύοντα ρόλο, από τη στιγμή που έχει μοιραστεί ο κόσμος ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και το ζήτημα είναι πως θα κατανεμηθεί η μοιρασιά της λείας, των υπερκερδών που παράγονται από τα εξαρτώμενα έθνη.

Όμως μια διαφορά ποιοτική έγινε με το δολάριο και τον νομισματικό ιμπεριαλισμό, όπως τον περιγράφει ο Michael Hudson, όπου η θέση του δολαρίου σαν παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα καθώς και οι ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν εκεί (δύο παγκόσμιοι πόλεμοι στους οποίους οι ΗΠΑ δάνεισαν νικητές και νικημένους, η γεωγραφική τους θέση ασφαλείας μεταξύ δύο ωκεανών, οι συνθήκες που υπόγραψαν ειδικά με τα σχέδια Μάρσαλ, Lend-Lease, κ.λπ.) έβαλε τις ΗΠΑ πάνω από τις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές χώρες σε θέση όχι πρώτου μεταξύ ίσων (ιμπεριαλιστών) αλλά κυρίαρχου (μάλιστα ο Κέυνς είχε πει για το Lend-Lease πως οι ΗΠΑ συμπεριφέρθηκαν στην Αγγλία – τη Βρετανική Αυτοκρατορία! – χειρότερα από ότι θα συμπεριφερόταν η Αγγλία στο πιο “ανεύθυνο” βαλκανικό έθνος).

Άρα ως προς την ανάπτυξη, δεν προϋποτίθεται από την ιμπεριαλιστικότητα μιας χώρας, μπορεί να υποκατασταθεί από την κλεμμένη λεία άλλων χωρών.

Η εξαγωγή κεφαλαίων επίσης έχει σαν παρενέργεια να αναπτύσσει κάποιες από αυτές τις χώρες (πχ η Κίνα αναπτύχθηκε πολύ χάρη στα Αμερικάνικα κεφάλαια που μπήκανε στα πλαίσια της κινεζικής ΝΕΠ που βλέπουμε μέχρι και σήμερα).

Η εθνική κυριαρχία από την άλλη είναι άλλο θέμα. Όντως ισχύει αυτό που λέτε, και εγώ έτσι το καταλαβαίνω, πως οι αστικές τάξεις έχουν διεθνοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό.

Προσωπικά πιστεύω πως αναμένεται να δούμε ενδοαστικές αντιθέσεις στις πρώην ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης στο βαθμό που εξασθενεί η κυριαρχία των ξενόδουλων τμημάτων των αστικών τους τάξεων (αναφορικά μόνο να πω πως η πλειοψηφία των μετοχών της Deutsche Bank ανήκει πλέον σε αμερικανικά συμφέροντα, νομίζω στη Blackrock – δείγμα οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ επί της Γερμανίας), και πως δείγμα αυτών των αντιθέσεων είναι τα συντηρητικά/”λαϊκιστικά” κόμματα που βλέπουμε τύπου Ορμπάν, AfD, ενδεχομένως Λεπέν κ.λπ., κόμματα που εκφράζουν αντίθεση στην κατεύθυνση τη φιλοαμερικανική/φιλοΝΑΤΟϊκή και νομίζω πως θα είναι ζήτημα τέτοιες αντιθέσεις να μπορέσει να τις εκμεταλλευτεί το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη.

Θα βάλω να ακούσω και την εκπομπή που προτείνατε και θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω τη συζήτηση γιατί με ενδιαφέρει πολύ το θέμα και εκτιμώ πως και οι δύο έχετε πάρα πολλά να προσφέρετε στην κουβέντα, ο Διονύσης, μάλιστα θεωρώ πως έχει κάνει μια απίστευτα καλή δουλειά πάνω στον ιμπεριαλισμό[3].

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Σε μια πρώτη ανάγνωση δεν πολυκατάλαβα πού διαφωνούμε […]. Για τον Διονύση, συμφωνώ απολύτως ότι έχει κάνει τεράστια δουλειά πάνω στο θέμα του ιμπεριαλισμού–ίσως μοναδική.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, προφανώς, εντός των ευρωπαϊκών χωρών κυριαρχεί μια εγχώρια μερίδα του κεφαλαίου που έχει συνδέσει τα συμφέροντά της με το αμερικάνικο κεφάλαιο. Ειδικά για τη Γερμανία και την Ιαπωνία, η σχέση αυτή χτίστηκε από την εποχή της ήττας τους στον Β΄ΠΠ και της αναβίωσής τους ως ιμπεριαλιστικές χώρες (και δυνάμεις) υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Αντίστοιχα, η Μ. Βρετανία επίσης έχει αποχτήσει τέτοια σχέση ηγεμονίας υπό τις ΗΠΑ.

Η Γαλλία, αντίθετα, και επί Ντε Γκωλ και αργότερα, είχε περισσότερες προσδοκίες ανεξαρτησίας και δημιουργίας της δικής της σφαίρας επιρροής, και προσπάθησε μέσω της “γαλλογερμανικής ΕΕ” να αποχτήσει περισσότερους βαθμούς ελευθερίας από τις ΗΠΑ (π.χ. ήταν πάντα υπέρ της ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ και της δημιουργίας Ευρωστρατού).

Οι ευρωπαϊκές χώρες διαφώνησαν με τον πόλεμο στο Ιράκ (όπου, αν δεν κάνω λάθος, οι εταιρείες τους είχαν και τα δικά τους συμφέροντα), και νομίζω ότι έτσι εξηγείται σε κάποιον βαθμό γιατί οι διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ στις ευρωπαϊκές χώρες ήταν τόσο μεγάλες.

Τέλος, η ίδια η πολιτική Σρέντερ και Μέρκελ για προσέγγιση με τη Ρωσία, και …κατασκευής των αγωγών Nord Stream, αποτελούσε πολιτική ανεξάρτητης ανάπτυξης της Γερμανίας και επέκτασής της στην Ανατολ. Ευρώπη, χρησιμοποιώντας τη φτηνή εργασία των ανατολικοευρωπαίων και τη φτηνή ενέργεια της Ρωσίας.

Τώρα, εν μέσω κρίσης κι αμφισβήτησης της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας επί του κόσμου γενικά, και ειδικότερα της ηγεμονίας των ΗΠΑ, τα γάλατα σφίξανε, οι διάφορες μερίδες του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου εν μέρει ξεκαθαρίζουν τις διαφορές τους μεταξύ τους, εν μέρει και διά της βίας.

Ωστόσο, αν τα πράγματα χειροτερέψουν για τις ευρωπαϊκές χώρες ακόμη περισσότερο, και φτάσουν στο σημείο να διακινδυνεύει η πολιτική ομαλότητα στο εσωτερικό τους, οι διάφοροι αριστεροί και δεξιοί λαϊκιστές (Μελανσόν από τη μια, AfD από την άλλη κ.α.), μπορεί να βάλουν μπροστά διαφορετικό “μίγμα” πολιτικής. Προς το παρόν, κυριαρχεί η μερίδα που πόνταρε στον πόλεμο με τη Ρωσία, ακόμη και μετά την αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα η ΕΕ να εμφανίζεται πιο επιθετική απέναντι στην Ρωσία, σε αντίθεση με την αρχή του πολέμου, που ήταν οι Γερμανοί για παράδειγμα που δίσταζαν, ο Μακρόν που πήγαινε να μιλήσει με τον Πούτιν κ.ο.κ.

Οπότε, νομίζω ότι εντός του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου μπορούμε να διακρίνουμε συνολικά τις εξής κατηγορίες:

  1. Ηγεμόνας οι ΗΠΑ.
  2. Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις “μια χούφτα” κατά Λένιν (ενδεικτικά οι G7, ίσως χωρίς την Ιταλία), προς το παρόν σε σχετική ενότητα μεταξύ τους, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ.
  3. Ιμπεριαλιστικές χώρες που επωφελούνται της ληστείας του κόσμου χωρίς να έχουν μεγάλη πολιτική ισχύ και δυνατότητα για ιδιαίτερα αυτόνομη ιμπεριαλιστική πολιτική (οι υπόλοιπες πλούσιες χώρες της ΕΕ, η Αυστραλία).
  4. “Ιμπεριαλιστές-κουρελούδες” από φορολογικούς παραδείσους των ιμπεριαλιστών, μέχρι πετρελαϊκές μοναρχίες, κρατικά μορφώματα τύπου Ισραήλ που αποτελεί την αιχμή της νεοαποικιοκρατικής πολιτικής, παρόλο που δεν θα μπορούσε να σταθεί ως ανεξάρτητο κράτος πάνω από μια εβδομάδα χωρίς τη στήριξη των ΗΠΑ…
  5. Ξεχωριστή κατηγορία ΜΗ ιμπεριαλιστικών χωρών αλλά εντός του “ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου”: Εξαρτημένες χώρες μεν, δηλ. εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες από τον ιμπεριαλισμό, αλλά με ελίτ πλήρως ενσωματωμένες στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού, χωρίς καμία φιλοδοξία μιας πιο εθνικά ανεξάρτητης και αυτόκεντρης ανάπτυξης, όπως καλή ώρα η Ελλάδα μας…. Σε αυτήν την περίπτωση, η εθνική ανεξαρτησία είναι λίγο-πολύ οργανικά συνυφασμένη με τη σοσιαλιστική επανάσταση (δηλ. το ένα φέρνει το άλλο, άσχετα από το ποιο θα έρθει πρώτο και πως ακριβώς).

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, δεν διαφωνώ συνολικά, αλλά εγώ μιλάω για αλλαγές των πολύ τελευταίων χρόνων και διακρίνω μια τομή σε σχέση με την μεταπολεμική περίοδο. Και διακρίνω μια μεταβολή στη σύνθεση του κεφαλαίου, όπου σχεδόν παντού κυριαρχεί το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο το οποίο δεν έχει πατρίδα και κινείται πάνω από τα σύνορα. Αυτό το κεφάλαιο έχει συμφέροντα στη σύγκρουση με τη Ρωσία ακόμη και αν καταστρέφεται η “εντόπια” (που δεν υπάρχει) χώρα.

Ή αυτό [ισχύει] ή—όπως το ΚΚΕ λέει—έχουμε σύγκρουση δύο ιμπεριαλιστικών μπλοκ. Αν το ΚΚΕ κάνει λάθος (όπως πιστεύω), τότε γιατί δεν παρατηρούμε αντιθέσεις μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών όπως προβλέπει η θεωρία; Γιατί η Γερμανία αποδέχεται την καταστροφή της εγχώριας βιομηχανίας της; Πώς το εξηγείς αυτό; Η δική μου εξήγηση είναι αυτή που έδωσα.

Βασίλη, πώς εξηγείς την αποδοχή από τις πολιτικές ελίτ των βασικών ιμπεριαλιστικών ευρωπαϊκών χωρών της καταστροφής της παραγωγικής βάσης των οικονομιών τους;

 

Βασίλης Αλιφτήρας: Κωστή, για την καταστροφή της παραγωγικής βάσης γενικά ευθύνεται ο ιμπεριαλισμός: η εξαγωγή κεφαλαίου αναπτύσσει την παραγωγική βάση σε εξαρτημένες, φτωχότερες χώρες, και την παγώνει στις ιμπεριαλιστικές.

Εκεί που έχω τη διαφωνία μου είναι πως δε θεωρώ πως είναι πια ιμπεριαλιστικές οι ευρωπαϊκές χώρες, μιας και οι κυρίαρχες τάξεις τους έχουν υποταχθεί στο Αμερικανικό (αμερικανο-ισραηλινό πιθανώς;) κεφάλαιο, κάτι που νομίζω φαίνεται από φαινόμενα όπως η τοποθέτηση πρώην στελεχών αμερικανικών τραπεζών και εταιρειών διαχειρίσεως κεφαλαίων τύπου Blackrock κ.λπ., σε ηγετικές θέσεις των Ευρωπαϊκών κρατών, πχ Μακρόν, Μερτς, Τουσκ (αν δεν κάνω λάθος) κλπ.

Η παραγωγική βιομηχανία ελέγχεται από τη χρηματιστική/τραπεζική (ήδη από την εποχή του Λένιν, π.χ. έγραφε πως το χρηματιστικό κεφάλαιο κυριαρχεί πάνω στο βιομηχανικό και το ελέγχει), οπότε αλυσίδες εξάρτησης όπως Blackrock (αν θυμάμαι καλά, έχω καιρό να το δω) -> Deutsche Bank -> Volkswagen σημαίνει πως αφού η VW ανήκει εν μέρει στη DB και αυτή με τη σειρά της στην Αμερικανική BR (ή σε ποια άλλη Αμερικανική τράπεζα ή τραστ), το να ανατιναχθεί ο αγωγός που έδινε στην VW φτηνά έσοδα, δεν θα επιφέρει την αναμενόμενη διαμαρτυρία από τη Γερμανική αστική τάξη.

Ο Γερμανός βιομήχανος που έχει κυρίως κεφάλαια σε εταιρείες όπως η VW χάνει κέρδη από αυτό, αλλά μιας και η πολυεθνική που δημιούργησε το πρόβλημα (η οποία επίσης χάνει κέρδη μέσω της έμμεσης ιδιοκτησίας της μέρους της βιομηχανίας) ζυγίζει πως η χασούρα αυτή είναι πολύ μικρότερη από το κέρδος που θα αποφέρει από αλλού, μιας και έχει απλωμένα τα πλοκάμια της στο σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.

Μια ενδεχόμενη τέτοια δυσαρέσκεια που θα υπάρξει, επειδή δεν υπάρχει σύνδεση με την πολιτική μιας και κυριαρχείται από το ξένο κεφάλαιο, δεν θα εκφραστεί δημόσια, ή θα εκφραστεί μέσω κομμάτων τύπου AfD.

Και εκεί θεωρώ πως υπάρχει αυτή η ενδοαστική αντίθεση, που δημιουργείται εξαιτίας της εξαρτημένης και όχι ιμπεριαλιστικής θέσης των Ευρωπαϊκών κρατών.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Βασίλη, καλά, και τι έγιναν τα κεφάλαια και οι κεφαλαιοκράτες των κατ’ εσένα πρώην ιμπεριαλιστικών ευρωπαϊκών χωρών, μετακόμισαν στις ΗΠΑ; Εγώ ισχυρίζομαι ότι όσον αφορά το κυρίαρχο τμήμα των αστικών τάξεων στις ιμπεριαλιστικές χώρες—των δυτικοευρωπαϊκών συμπεριλαμβανομένων—τα κεφάλαιά του πλέον δεν διακρίνονται μεταξύ τους και έχουν συγχωνευθεί σε ένα ενιαίο “αστερισμό” (“νεφέλωμα”) που κινείται ελεύθερα μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Αν κάποιες από αυτές ήταν “εξαρτημένες” θα είχαμε φαινόμενα αντίστασης και σχηματισμού “εθνικών” αστικών τάξεων—αυτό το έχουμε δει παντού όπου υπήρξε εξαρτημένος καπιταλισμός από ιμπεριαλιστικά κέντρα, καθώς οι διαδικασίες της εσωτερικής συσσώρευσης στις εξαρτημένες χώρες δημιουργούν ντόπιους κεφαλαιοκράτες. Επομένως δεν συμφωνώ μαζί σου Βασίλη για τα χαρακτηριστικά του δυτικο-ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: […] ο Λένιν περιέγραψε ένα φαινόμενο που είχε παρουσιαστεί λίγα χρόνια πριν και μιλούσε για δύο πλευρές της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Τα φαινόμενα του λεγόμενου χρηματο-πιστωτικού καπιταλισμού (σε αντίθεση με τον λεγόμενο βιομηχανικό καπιταλισμό) εντάθηκαν σημαντικά από την εποχή του Λένιν και πλέον τα όργανα παίζει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Προσωπικά πιστεύω ότι αν ζούσε ο Λένιν θα έγραφε ένα νέο βιβλίο με τίτλο: «Η ύστερη φάση–και τελευταία–του ιμπεριαλισμού».

 

Βασίλης Αλιφτήρας: Κωστή, θα έλεγα πως έχουν μείνει στη χώρα τους και έχουν αποδεχτεί ένα μειωμένο ποσοστό κέρδους σε σχέση με το τι θα παίρνανε, εφόσον τους παρέχονται μια σειρά εγγυήσεις, π.χ. έλεγχος ΜΜΕ (γίνεται σε ολόκληρη τη δύση από δύο αμερικανικές πολυεθνικές), βάσεις στρατιωτικές, δημιουργία εξωτερικών απειλών κ.λπ., πράγματα που θα δυσκολέψουν την ταξική πάλη και διεκδίκηση της εξουσίας στις χώρες τους. Φροντίζουν οι Αμερικάνοι ο λαός να κοιμάται και ο Γερμανός αστός κοιμάται λίγο πιο ήσυχα με λίγο λιγότερα κέρδη.

Αυτό με το νεφέλωμα που περιγράφετε συμφωνώ πως ισχύει, αλλά δεν νομίζω πως δίνεται η δυνατότητα σε ηττημένους να πάρουν κυρίαρχη θέση μέσα του.

Πχ, στην VW, όπου έτυχε να δουλεύω την εποχή που ανατινάχθηκε ο Nord Stream, έγινε μια μικρή κρίση και μειώθηκαν σημαντικά κάποια πρότζεκτ.

Υπάρχουν σίγουρα Γερμανοί βιομήχανοι που έχουν μερίδιο της VW αλλά δε συμμετέχουν στον “αστερισμό” των διεθνών ιμπεριαλιστικών κεφαλαίων, ή και να συμμετέχουν, συμμετέχουν με τόσο μικρό μερίδιο που είναι ασήμαντο σε σχέση με τα κέρδη τους από τη βιομηχανία και σίγουρα δεν τους δίνει κάποια πολιτική εξουσία. Όμως στη χώρα τους τα ΜΜΕ ελέγχονται από αυτόν τον “αστερισμό” οπότε και να έχουν τη διαφωνία, έχουν περιορισμό στο πως θα την εκφράσουν, όπως επίσης ελέγχεται και η πολιτική εξουσία της χώρας τους.

Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ενδοαστικές αντιθέσεις, πιστεύω πως θα είχαμε πλήρη σύμπνοια και δε θα είχαμε φωνές αντίθετες στη δυτική/ΝΑΤΟϊκή γραμμή που να ανεβαίνουν, όπως κόμματα σαν το AfD στη Γερμανία ή αντίστοιχες άλλες φωνές στις χώρες τους.

Επίσης, δεν βλέπουμε να υπάρχει κάποιου είδους πολιτική κυριαρχία ως προϊόν της εκπροσώπησης αστικών τάξεων όπως της Γερμανικής στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο. Δεν θα υπήρχε μια πιο ισότιμη προβολή των διαφόρων εκπροσώπων των κρατών; Δε θα βλέπαμε πχ στο γραφείο του Τραμπ σαν μαθητές που έχουν πάει στο διευθυντή για αταξία τους “ηγέτες” της Ευρώπης, ανθρώπους που υποτίθεται εκπροσωπούν ισότιμους συμμετέχοντες στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο. Αν μη τι άλλο θα υπήρχε μια άλλου τύπου προβολή, να μη φαίνονται τόσο υποταγμένοι, τουλάχιστον έτσι το καταλαβαίνω, ως προς αυτό το επίπεδο.

Να επισημάνω πως στην περίπτωση της Αγγλίας – από τους μεγάλους νικητές του ΒΠΠ – μπήκε στον πόλεμο (τον οποίο ΝΙΚΗΣΕ) η μεγαλύτερη παγκόσμια αυτοκρατορία και βγήκε κράτος υποτελές στις ΗΠΑ.

Έχει πάρα πολλά στοιχεία για αυτό το βιβλίο του Michael Hudson, Superimperialism και το πιο πρόσφατο του Angus Hanton: “Vassal State: How America runs Britain”.

Μεταξύ των συμφωνιών του Lend-Lease οι Αμερικάνοι πήρανε σειρά πολυεθνικών της Βρετανίας στην ιδιοκτησία τους καθώς και ΟΛΕΣ τις εμπορικές συμφωνίες εκμετάλλευσης των βρετανικών αποικιών.

Αν κάνανε αυτό στους νικητές, στους ηττημένους (που με δήλωση του πρώτου ΓΓ του ΝΑΤΟ, αυτό δημιουργήθηκε για να κρατήσει τη Γερμανία “κάτω”) τι θα κάνανε; Θα τους αφήνανε να ξαναγίνουν ιμπεριαλιστές; Κυρίαρχοι; Δεν μου ακούγεται λογικό αυτό, να σας πω την αλήθεια…

[…]

Βασίλης Αλιφτήρας: Κωστή, […] στην ουσία συμφωνώ με αυτό που λέει ο Διονύσης, απλά εγώ κατηγοριοποιώ σαν ιμπεριαλιστική μια χώρα που δεν κυριαρχείται από καμία άλλη αλλά κυριαρχεί η ίδια σε τρίτες (δηλαδή δεν έχει άλλον ιμπεριαλιστή πάνω από το κεφάλι της), και μια χώρα σαν εξαρτημένη αν έχει τουλάχιστον έναν κυρίαρχο πάνω από το κεφάλι της, ανεξάρτητα αν είναι ψηλά στην αλυσίδα της εξάρτησης και έχει συνολικά κέρδη από την υπερεκμετάλλευση τρίτων χωρών.

Δηλαδή σχηματικά αν η Σίτιμπανκ των ΗΠΑ έχει το 40% των μετοχών της Ντόιτσεμπανκ της Γερμανίας, η οποία με τη σειρά της έχει το 40% των μετοχών της Πειραιώς η οποία έχει το 40% των μετοχών της Α τράπεζας του Νίγηρα, και αυτή η αλυσίδα εξάρτησης να εκφράζει και την αντίστοιχη αλυσίδα πολιτικής εξάρτησης, το γεγονός ότι το Νίγηρα τον κλέβουν 4 χώρες ενώ την Ελλάδα 2, και το ότι τη Γερμανία μπορεί να την κλέβει μια, αλλά κλέβοντας 2 βγαίνει συνολικά κερδισμένη, με βάση το πως ορίζω εγώ τον ιμπεριαλισμό (δηλαδή με βάση το πως αντιλαμβάνομαι τον Λένιν, γιατί προσπαθώ να είμαι πιστός σε αυτόν όσο μπορώ στον βαθμό που τον καταλαβαίνω) ιμπεριαλιστής είναι οι ΗΠΑ και οι άλλες τρεις είναι εξαρτημένες σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο βαθμό εξάρτησης.

Η Γερμανία όμως θα είναι στις χώρες του “κέντρου” τις χώρες δηλαδή που βγαίνουν συνολικά κερδισμένες από τη λεηλασία των χωρών της “περιφέρειας” μιας και έχουν θετική μεταφορά υπεραξίας στο εσωτερικό τους (και ας υπάρχει και μεταφορά υπεραξίας εκτός τους, το ισοζύγιο είναι θετικό).

Εκεί, νομίζω, έγκειται και η διαφωνία μου με το Διονύση, και ίσως και με εσάς αν καταλαβαίνω καλά.

Αλλά νομίζω είναι διαφωνία άνευ ουσίας.

Απλά σαν διευκρίνηση, μήπως και το ξεκαθάρισα κάπως.

 

Διονύσιος Περδίκης: Βασίλη και Κωστή, […] σύντομα θα έχουμε όλοι την ευκαιρία να τα συζητήσουμε αυτά στον δημόσιο διάλογό μας, επ’ αφορμής της δημοσίευσης ενός κειμένου που ετοιμάζουμε[4].

Γράφει ο Κωστής: «το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο το οποίο δεν έχει πατρίδα και κινείται πάνω από τα σύνορα».

Αυτό είναι μόνο σε κάποιο βαθμό ακριβές. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν είναι παραγωγικό. Ελέγχει τις “υψηλές κορυφές” της παραγωγής, αλλά η παραγωγή (υπεραξίας), εν τέλει κάπου λαμβάνει χώρα, κάπου παράγονται και καταναλώνονται πρώτες ύλες, εκπαιδεύονται και εργάζονται οι εργάτες, παράγονται οι τεχνολογίες, κ.ο.κ. και σε όλα αυτά παίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο το εκάστοτε κράτος.

Το κάθε κράτος αποτελεί τη “φωλιά” κάθε πραγματικού φυσικού προσώπου, κατόχου χρηματικού κεφαλαίου, ο οποίος το αξιοποιεί επενδύοντάς το κάπου. Δεν είναι σωστό ότι μπορεί ο καθένας να πάει οποιαδήποτε ποσότητα χρηματικού κεφαλαίου και να την επενδύσει οπουδήποτε. Π.χ., αν επενδύσουν όλοι σήμερα στην Τεχνητή Νοημοσύνη, απλά θα δημιουργήσουν μια τεράστια φούσκα.

Ένα άλλο μέρος του κεφαλαίου δεν είναι κινητό, πρόκειται για γη, ορυχεία, κοιτάσματα, εργοστάσια, κτίρια κ.ο.κ. ή αφορά κοινωνικό κεφάλαιο όπως γέφυρες, δρόμους, νοσοκομεία, σχολεία, κ.ο.κ., τα οποία δεν μετακινούνται τόσο εύκολα.

Συνολικά, κάθε αστός, και κάθε μερίδα του κεφαλαίου, έχει ένα κράτος ως έδρα ακόμη και σήμερα, ένα κράτος που εξασφαλίζει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του και τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου του. Αν ανατραπεί η αστική κρατική εξουσία σε μια χώρα, ακόμη και αν διασώσει ο αστός την κινητή του περιουσία, θα χάσει την ακίνητη και θα αποδυναμώσει τις δυνατότητες περαιτέρω συσσώρευσης κεφαλαίου. Και η εξουσία ανατρέπεται σε ένα συγκεκριμένο έθνος-κράτος, με επανάσταση σε συγκεκριμένη χώρα, στη βάση της εξέλιξης της ταξικής πάλης καταρχήν σε αυτή τη χώρα, ακόμη και σήμερα που η πάλη είναι τόσο διεθνοποιημένη.

Βασίλη, προφανώς ο καθένας μπορεί να κάνει τον δικό του “αγαπημένο” (!) ορισμό και να βάλει το όριο ιμπεριαλιστικής – εξαρτημένης χώρας όπου θέλει. Εσύ και κάποιοι άλλοι (π.χ. οπαδοί της “αυτοκρατορίας”), απαιτώντας απόλυτη κυριαρχία από τον ιμπεριαλιστή, στην ουσία θεωρείτε τέτοιον μόνον τον ηγεμόνα, τις ΗΠΑ. Άλλοι, ταυτίζουν τις ιμπεριαλιστικές χώρες με τις «μεγάλες δυνάμεις» του Λένιν, δηλ. με εκείνη τη “χούφτα” ιμπεριαλιστικών χωρών που μπορούν να εκμεταλλεύονται και καταπιέζουν τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, ξεδιπλώνοντας μια σχετικά αυτόνομη ιμπεριαλιστική στρατηγική.

Ο Λένιν αναφέρθηκε στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του διότι:

– ήταν ορισμένες, μια χούφτα, αποικιοκρατικές δυνάμεις,

– σχεδόν όλες οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της εποχής με τυπική εθνική ανεξαρτησία ήταν και ιμπεριαλιστικές ή/και είχαν αποικίες,

– ο Α’ ΠΠ αφορούσε το (ξανα)μοίρασμα των αποικιών,

– η σοσιαλιστική επανάσταση περνούσε μέσα από ήττα της κάθε “μεγάλης δύναμης” στον πόλεμο, προκειμένου στα ερείπια της ήττας αυτής να ανατραπεί η αστική εξουσία συνολικά.

Σήμερα, όμως;

– Σχεδόν όλες οι χώρες είναι καπιταλιστικές και με τυπική ανεξαρτησία.

– Η εκμετάλλευση δεν έχει χαρακτήρα «ανεξάρτητη καπιταλιστική χώρα εκμεταλλεύεται αποικία», αλλά κυρίως «ιμπεριαλιστική καπιταλιστική χώρα εκμεταλλεύεται μη ιμπεριαλιστική καπιταλιστική χώρα».

– Η εκμετάλλευση δεν γίνεται μόνο ή κυρίως στη σφαίρα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου (εμπόριο, δανεισμός), αλλά (και) σε αυτήν της παραγωγής (παραγωγικές εξαγωγές κεφαλαίου, υπεργολαβίες, διεθνείς αλυσίδες παραγωγής και μεταφοράς υπεραξίας).

– Ο εν τη γενέσει του, σπονδυλωτά κλιμακούμενος Γ’ ΠΠ, φέρνει από τη μια μεριά όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, μεγάλες δυνάμεις, απλές, ή και “κουρελούδες” από τη μια, και από την άλλη μια σειρά μη ιμπεριαλιστικών χωρών, οι περισσότερες καπιταλιστικές, και κάποιες σοσιαλιστικές.

– Η σοσιαλιστική επανάσταση περνάει μέσα από την ήττα όλων των ιμπεριαλιστικών χωρών, στον πόλεμο, όχι μόνο των μεγάλων δυνάμεων, ή μόνο του ηγεμόνα, και από τη νίκη των εξαρτημένων χωρών, τόσο των σοσιαλιστικών, όσο και των καπιταλιστικών.

– Μόνο μέσω της ήττας των ιμπεριαλιστικών χωρών μπορεί να ξεσπάσει σε αυτές σοσιαλιστική επανάσταση.

– Μόνο μέσω της νίκης των εξαρτημένων μπορεί να υπάρξει περιθώριο επιβίωσης και εξάπλωσης του σοσιαλισμού.

– Μόνο μέσω της μετάβασης στον σοσιαλισμό μπορούν μακροπρόθεσμα οι εξαρτημένες χώρες να νικήσουν τον ιμπεριαλισμό.

 

Διονύσιος Περδίκης: Βασίλη και Κωστή, για τον λόγο αυτό και το όριο πρέπει να μπει εκεί που το βάζω εγώ νομίζω, μεταξύ όλων των χωρών που συμμετέχουν στην παγκόσμια εκμετάλλευση και καταπίεση, και όλων όσων την υποφέρουν!

 

Βασίλης Αλιφτήρας: Διονύση, […] στον Ιμπεριαλισμό ο Λένιν π.χ. κατηγοριοποιούσε την Πορτογαλία (που ως αποικιοκρατική χώρα της εποχής ανήκε στην κατηγορία όσων καταλήστευαν) σαν εξαρτημένη από την Αγγλία που της “επέτρεπε” την περιορισμένη αποικιοκρατία για να την αξιοποιεί σαν μοχλό πίεσης στην Ισπανία.

Επίσης, ένα χαρακτηριστικό που είχαν οι μεγάλες δυνάμεις, στις οποίες αναφέρεται, ήταν η πλήρης πολιτική ανεξαρτησία, σε αντίθεση π.χ. με τη σημερινή Γερμανία κ.λπ., που είναι πολιτικά υποταγμένη στις ΗΠΑ.

Βέβαια προφανώς και παίζει ρόλο η παγκοσμιοποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου και η αντίστοιχη συμμετοχή της γερμανικής αστικής τάξης σε αυτό, απλά δε θεωρώ πως είναι επί ίσοις όροις, και πως δεν έχει κυριαρχικό χαρακτήρα αλλά υποταγμένο.

[…]

Κωστής Μηλολιδάκης: Πάντως Διονύση πρέπει να εξηγήσεις τη μη εμφάνιση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και την ευθυγράμμιση ιμπεριαλιστικών χωρών, όπως η Γερμανία με τις ΗΠΑ, την στιγμή που οι τελευταίες προκαλούν τερατώδη ζημιά στην οικονομική βάση της Γερμανίας. Επίσης, ορθά έγραψες για φούσκες—αυτές είναι προϊόν ακριβώς της κίνησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τις βλέπουμε με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα κατά τον 21ο αιώνα.

Τέλος, όσο αφορά τη διαφοροποίηση μεταξύ σφαίρας της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και παραγωγική σφαίρα, νομίζω ότι αυτά πρέπει να τα ξανασκεφτούμε. Το κεφάλαιο στην σφαίρα της παραγωγής αποσπά υπεραξία—εκεί όντως αυτή παράγεται—αλλά η διαδικασία διανομής αυτής της υπεραξίας έχει γιγαντωθεί καθαρά εις βάρος του βιομηχανικού κεφαλαίου από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που τώρα κρατά τα ηνία. Αυτό παρακολουθούμε στα τεκταινόμενα στην πολιτική και διακρατική σφαίρα.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, εξηγώ το αδυνάτισμα των διαϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων έναντι των αντιθέσεων με τις μη ιμπεριαλιστικές χώρες ιστορικά ως εξής:

– Θέμα συσχετισμών από τον κόσμο όπως προέκυψε μετά τον Β’ ΠΠ, με ηττημένες Γερμανία, Ιαπωνία, Ιταλία, και αδυνατισμένες Αγγλία και Γαλλία.

– Απόρροια της διεθνοποίησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που αυξάνει την “ολοκλήρωση” της διεθνούς αγοράς και δεν επιτρέπει την ύπαρξη “ξεχωριστών” σφαιρών επιρροής για κάθε διαφορετική ιμπεριαλιστική δύναμη (ή πολύ απλά, ο κόσμος δεν είναι άπειρος).

– Λόγω της ύπαρξης του σοσιαλισμού και της επέκτασής του μετά τον Β’ ΠΠ, που μίκρυνε ακόμη περισσότερο τον κόσμο που έμενε διαθέσιμος προς εκμετάλλευση από τον ιμπεριαλισμό, και που συνένωσε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην πάλη ενάντιά του.

– Σήμερα συνενώνονται οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην προοπτική νίκης, υποταγής και λεηλασίας των Κίνα, Ρωσία, Ιράν κ.ο.κ. Μπροστά σε αυτόν τον στόχο, μαλώνουν μόνο για τον καταμερισμό του κόστους, μέχρι το κόστος αυτό να γίνει δυσβάσταχτο για κάποιους από αυτούς (με τους Ευρωπαίους να είναι οι υποψήφιοι για να κλατάρουν…).

Πράγματι, ο διαχωρισμός παραγωγικού – μη παραγωγικού κεφαλαίου δίνει και έναν χαρακτήρα “καταμερισμού εργασίας” μεταξύ του ιμπεριαλιστικού/μονοπωλιακού κεφαλαίου και του μη ιμπεριαλιστικού/μονοπωλιακού. Στην ουσία το ιμπεριαλιστικό/μονοπωλιακό κεφάλαιο ορίζει την παραγωγή και αναπαραγωγή, δηλ. το τι, πως κ.ο.κ. θα παραχθεί, και καρπώνεται υπερκέρδη, ενώ το μη μονοπωλιακό/ιμπεριαλιστικό, και (πιο) παραγωγικό κεφάλαιο, φέρνει εις πέρας την καθαυτό παραγωγή (υπεραξίας) εντός του πλαισίου που καθορίζει η στρατηγική του ιμπεριαλιστικού/μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η Κίνα το σπάει όλο αυτό…

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, εντάξει, αλλά κατά τη γνώμη μου χρειάζεται μια πολύ πειστικότερη θεωρία που να εξηγεί την στάση της Γερμανικής αστικής τάξης—πρόκειται για συγκλονιστικό και εντελώς καινούργιο φαινόμενο. Όσα γράφεις Διονύση μπορεί να είναι σωστά, αλλά (κατά την ταπεινή μου γνώμη) αποτελούν άθροισμα επί μέρους και εκ των ενόντων αιτιολογιών που δεν συνιστούν θεωρία. Επίσης—αν κατάλαβα καλά—κι εσύ θεωρείς ότι το κυρίαρχο τμήμα του κεφαλαίου στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αυτό που καθορίζει την στάση των πολιτικών εκπροσώπων της άρχουσας τάξης, είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που δεν παράγει εμπορεύματα αλλά αποσπά υπεραξία από το παραγωγικό κεφάλαιο. Αν είναι έτσι, το επόμενο ερώτημα είναι: Πώς κατευθύνονται οι ροές αυτού του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και ποια είναι η σημερινή παγκόσμια λειτουργία του; Την δική μου άποψη την εξέθεσα στο σημείωμα που ανάρτησα.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, εντάξει, καμία θεωρία σε τόσο αφηρημένο επίπεδο δεν μπορεί να εξηγήσει συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις απόλυτα. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και το παραγωγικό δεν χωρίζονται με σινικά τείχη. Π.χ. μεγάλες βιομηχανίες ή εμπορικά μονοπώλια (Apple, Microsoft, Wallmart) επιτελούν όλους αυτούς τους ρόλους. Η κατεξοχήν μεταποίηση, βέβαια, λαμβάνει χώρα κυρίως στις εξαρτημένες χώρες, πλέον, κάτι που εξηγεί την ενότητα των ιμπεριαλιστικών χωρών ενάντια στον Παγκόσμιο Νότο. Μπορεί η γερμανική βιομηχανία να δέχεται πλήγματα, αλλά δεν σημαίνει ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή μια προσφορότερη στρατηγική για τη γερμανική αστική τάξη. Δεν μπορεί να ανταγωνιστεί βιομηχανικά την Κίνα, ή μονοπωλιακά τις ΗΠΑ, ή στρατιωτικά τη Ρωσία. Ποντάρει στη νίκη του ιμπεριαλισμού υπό την αμερικάνικη ηγεμονία, έστω και ως ελάσσων εταίρος.

Αν, όμως, αρχίσουν να χάνουν πιο πολύ, η κρίση να βαθαίνει, η αμερικάνικη ηγεμονία να τρίζει, και η πολιτική κρίση να απειλεί την αστική εξουσία στη Γερμανία, τότε πολλά μπορούν να αλλάξουν.

Σε κάθε περίπτωση, είναι διαφορετική εξήγηση αυτή που βλέπει μια υπερεθνική ιμπεριαλιστική ολιγαρχία, έναντι αυτής που βλέπει αμερικάνικη ηγεμονία απέναντι στους υπόλοιπους ιμπεριαλιστές.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, ΟΚ, αλλά δεν νομίζω ότι η ύπαρξη μιας υπερεθνικής χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας αποκλείει τις σχέσεις κυριαρχίας εντός της, δηλαδή η αμερικάνικη ηγεμονία πάνω στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο όχι μόνο δεν αποκλείεται από την άποψη που υποστηρίζω, αλλά την ενισχύει κιόλας καθώς “εξηγεί” τον σχηματισμό της. Όμως, το θέμα δεν είναι αν οι ΗΠΑ ασκούν ρόλο ηγεμόνα. Το θέμα είναι να εξηγηθεί η αποδοχή από τις αστικές τάξεις των δυτικοευρωπαϊκών χωρών της καταστροφής της παραγωγικής τους βάσης.

Και δεν συμφωνώ ότι η Γερμανική βιομηχανία ήταν μη ανταγωνιστική–ακριβώς το αντίθετο υποδεικνύουν τα στοιχεία όσο έρρεε η φτηνή ρωσική ενέργεια. Η επιτυχία της γερμανικής βιομηχανίας–που είχε χαρακτηριστεί η ατμομηχανή της ΕΕ και της είχε αποδώσει την πρωτοκαθεδρία εντός της–είναι αναμφισβήτητη. Και πολιτικοί όπως ο Σρέντερ και εν μέρει η Μέρκελ, εξέφραζαν ακριβώς αυτή την κυριαρχία της γερμανικής βιομηχανίας. Πώς γίνεται και αυτοί έχουν σήμερα παραμεριστεί σε τέτοιο ανήκουστο βαθμό και έχουν αναδυθεί η Ούρσουλα και ο Μερτς;

Αυτό είναι το θέμα μας—η τροπή που έχει πάρει ο καπιταλισμός στις ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης. Πώς εξαφανίστηκαν οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και αυτοκτονούν ομαδικά οι “Ευρωπαίοι”;

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, τι ανάγκασε την Ιαπωνία να δεχτεί τις συμφωνίες που κατέστρεψαν την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980; Διάβασε την ιστορία αυτή, και δες πόσες ομοιότητες υπάρχουν με τη Γερμανία, αλλά και την Κίνα (από την οποία, όμως, υπάρχει και μια τεράστια διαφορά!… η εξουσία του ΚΚΚ και η εθνική ανεξαρτησία!)[5].

Για μένα, αυτό είναι μια ιστορία ηγεμονίας, πολιτικής επιβολής και “ολοκλήρωσης” υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ.

Έχει όρια όμως. Το όριο βρίσκεται στην απειλή της ανατροπής της αστικής εξουσίας στις χώρες αυτές.

Αντίθετα, για χώρες όπως η Ελλάδα, η αστική εξουσία στηρίζεται ακριβώς στην εξάρτηση από τον ιμπεριαλισμό. Χωρίς εξάρτηση, δεν υπάρχει και αστική εξουσία.

Ειδικά για τη Γερμανία, η υποβάθμιση της παραγωγικής τους βάσης είναι ένα προσωρινό κόστος προς ένα μεγάλο μελλοντικό πλεονέκτημα σε περίπτωση νίκης απέναντι στη Ρωσία. Το κόστος της πάλης ενάντια στις ΗΠΑ, χωρίς καν εθνικό στρατό, θα ήταν μεγαλύτερο. Η ανατίναξη των αγωγών δείχνει ακριβώς αυτό…

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, δεν βλέπω η περίπτωση της Ιαπωνίας να αποτελεί κάποιο αντιπαράδειγμα στην άποψη που υποστηρίζω. Ίσα-ίσα, όπως αναφέρει η παραπομπή που δίνεις, μετά την επιβολή των συμφωνιών άρχισαν να σχηματίζονται διάφορες φούσκες (ακίνητα, μετοχές) που είναι αδιάψευστος μάρτυρας ότι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είχε πάρει το πάνω χέρι και αυτό επέβαλε τις συμφωνίες με τις ΗΠΑ σε βάρος της ανάπτυξης της βιομηχανίας και της βιομηχανικής αστικής τάξης της χώρας.

Προφανώς αυτή η εξέλιξη ήταν κερδοφόρα για τα μετακινούμενα κεφάλαια στη σφαίρα των χρηματοπιστωτικών “υπηρεσιών” και γι’ αυτό την επέλεξαν εις βάρος της ίδιας της βιομηχανικής τους υποδομής. Νομίζω ότι αν και η ανάλογη κρίση στην Ευρώπη καθυστέρησε καμιά τριανταριά χρόνια, εν τούτοις η παρούσα ευρωπαϊκή κρίση είναι πολύ-πολύ οξύτερη από την Ιαπωνική.

Εσύ Διονύση μιλάς για «μια ιστορία ηγεμονίας, πολιτικής επιβολής και “ολοκλήρωσης” υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ» χωρίς να έχεις καθαρό τον οικονομικό μηχανισμό μέσω του οποίου πραγματοποιείται αυτή η επιβολή. Αλλά η διαδικασία δεν είναι βουλησιαρχική, αλλά πρωτίστως οικονομική.

Άλλωστε, αν η μετάβαση αυτή είναι “νομοτελειακή”, όπως διαβεβαίωσες και παραπάνω, θα πρέπει να βρεθεί η νομοτέλεια που τη διέπει–εγώ (δηλαδή όχι εγώ, αλλά η άποψη που υποστηρίζω) λέω ότι πρόκειται για εσωτερική ανασυγκρότηση της αστικής τάξης των ιμπεριαλιστικών χωρών όπου η ηγεμονία περνά από το βιομηχανικό στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Ας πούμε, όπως πέρασε η ηγεμονία στο παρελθόν από το τμήμα που τρεφόταν με γαιοπρόσοδο στην βιομηχανική αστική τάξη.

Και όταν λέμε ηγεμονία, εννοούμε πρωτίστως οικονομικές διαδικασίες που ανασυνθέτουν τη σχέση παραγωγικών δυνάμεων-παραγωγικών σχέσεων στην οποία δίνω προτεραιότητα έναντι των επακόλουθων (και αναγκαίων) αλλαγών στο πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα. Διαισθάνομαι ότι εσύ δίνεις προτεραιότητα σε μια αφηρημένη “πολιτική” διαδικασία βίαιης επιβολής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού επί των υπόλοιπων, πράγμα όμως που είναι επάγωγο αποτέλεσμα και όχι η αφετηρία των αλλαγών.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, […] συμφωνώ απόλυτα ότι αυτό που αλλάζει στο πιο αφηρημένο επίπεδο είναι κάτι στη σχέση παραγωγικών δυνάμεων-παραγωγικών σχέσεων. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε σε ένα επίπεδο αφαίρεσης όπου δεν υπάρχουν ακόμη διαφορετικά εθνικά κράτη και εθνικές αστικές τάξεις. Εκεί που διαφωνώ είναι ότι αναδύεται μια υπερεθνική αστική τάξη, χωρίς αναφορά σε έθνος-κράτος.

Μάλιστα, σημείωσε ότι στα κείμενά μου προτείνω το «κύκλωμα αναπαραγωγής του μονοπωλιακού/ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου» που συνθέτει τον ρόλο οικονομίας – πολιτικής, παραγωγής – αναπαραγωγής/κατανάλωσης και παραγωγικών – μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, σχηματικά[6]:

Χρήμα και μονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική, κρατική ισχύς

Μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη

…Μη παραγωγική υπηρεσία ή κρατική, στρατιωτική λειτουργία…

Νέο χρήμα μεγαλύτερο από το αρχικό, επαυξημένο από μονοπωλιακά υπερκέρδη μέσω ενός συνολικά θετικού ισοζυγίου διεθνών μεταφορών υπεραξίας και νέα, επαυξημένη, μονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική, κρατική ισχύς.

Εδώ το κρίσιμο σημείο είναι ότι η ιμπεριαλιστική/μονοπωλιακή ισχύς παράγεται από δραστηριότητες που δεν είναι παραγωγικές, δηλ. δεν παράγουν, αλλά καταναλώνουν (υπερ)αξία, ωστόσο, η “επένδυση” αυτή αξιοποιείται στη σφαίρα της διανομής της υπεραξίας, με ιδιοποίηση υπεραξίας που παράγεται σε άλλες χώρες/κλάδους κ.ο.κ..

Δεν πρέπει, όμως, να απολυτοποιείται η απόσπαση των μη παραγωγικών από τις παραγωγικές δραστηριότητες, και επομένως η αναπαραγωγή του μονοπωλιακού κεφαλαίου από τους πραγματικούς, εδαφοποιημένους όρους αναπαραγωγής του.

Να σημειώσουμε, επίσης, ότι η τέτοια αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων σημαίνει γενικά και μια αλλαγή της σχέσης οικονομίας και πολιτικής στην κατεύθυνση της αύξησης της πολιτικής βουλησιαρχίας, λόγω της αύξησης της σχεδιοτέλειας στην οικονομία, έναντι της αναρχίας της αγοράς, λόγω της αύξησης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας και της παραγωγής (αυτοματισμός, επιστημονική εργασία, μονοπώλια και αλληλοδιασύνδεσή τους στη διεθνή κλίμακα κ.ο.κ.).

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, παρεμπιπτόντως, πως εξηγείς τους τραμπικούς δασμούς εάν υποθέσουμε μια υπερεθνική, χρηματοπιστωτική ολιγαρχία;

Στο παράδειγμα της Ιαπωνίας, οι ΗΠΑ την υποχρέωσαν να ανατιμήσει το νόμισμά της. Δεν νομίζω να χάρηκε η όποια ιαπωνική χρηματοπιστωτική ολιγαρχία από κάτι τέτοιο!

Να σημειώσω ότι από τη σκοπιά του παγκόσμιου συνολικού κεφαλαίου είναι επωφελής η υπερίσχυση του πιο ισχυρού, ιμπεριαλιστικού, μονοπωλιακού κεφαλαίου, δηλ. σταθεροποιεί την εξουσία του κεφαλαίου παγκοσμίως. Ωστόσο, η λειτουργία αυτή διαμεσολαβείται από τους διακρατικούς ανταγωνισμούς, δεν γίνεται προς χάριν μιας υπερεθνικής ελίτ.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, πρώτον, να πω ότι δεν βρίσκω μεγάλες διαφορές στις απόψεις μας: η διαφωνία εντοπίζεται στην εκτίμηση του μεγέθους της αυτονομίας που διαθέτει αυτό που αποκάλεσα «νεφέλωμα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που ρέει μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών». Αλλά μοιάζει να συμφωνούμε στην εμφάνιση νέων φαινομένων που καθορίζουν την σύγχρονη φάση του ιμπεριαλισμού και αφορούν την λειτουργία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου εις βάρος του βιομηχανικού.

Δεύτερον, η ανατίμηση του νομίσματος μίας χώρας είναι παράδειγμα που ενισχύει την άποψή μου, διότι βλάπτει τις εξαγωγές, δηλαδή τη βιομηχανική βάση της χώρας, και αντίθετα ενισχύει την δύναμη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου της συγκεκριμένης χώρας στη σχέση του με το διεθνές κεφάλαιο.

Πολύ απτό παράδειγμα είναι η Ελλάδα, όπου η αλλαγή νομίσματος από την δραχμή στο ευρώ ενίσχυσε την διαδικασία αποβιομηχάνισης αλλά καθόλου δεν έβλαψε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο–αν ανοίξουμε εξ αυτού συζήτηση για την μετέπειτα κατάρρευση των τραπεζών, θα είχα και άλλα να πω.

Τρίτον, όσο αφορά τους δασμούς του Τραμπ: Το θέμα είναι σύνθετο επειδή αναμειγνύονται δύο διαφορετικοί “δρόμοι” συμπεριφοράς του αμερικανικού κεφαλαίου.

Ο πρώτος δρόμος είναι ιδεολογικός, δηλαδή αφορά τον τρόπο που το κίνημα MAGA αντιλαμβάνεται τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν για την επαναβιομηχανοποίηση της χώρας. Αυτά όλα είναι απατηλά, επαναβιομηχανοποίηση δεν πρόκειται να γίνει—με εξαίρεση ίσως το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα για πολιτικούς λόγους—και οι δασμοί αποτελούν φύλλο συκής για την κάλυψη της μη ικανοποίησης των προσδοκιών του κοινωνικού κινήματος που εξέφρασε ο Τραμπισμός.

Ο δεύτερος δρόμος είναι πολιτικός: Οι ΗΠΑ στρίβουν το χέρι εκείνων που τις εμποδίζουν να επιτύχουν τον στόχο τους της παγκόσμιας κυριαρχίας–στόχος που πρωτίστως έχει τεθεί από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Οι δασμοί από αυτή την άποψη παύουν να είναι οικονομικό εργαλείο και γίνονται πολιτικό εργαλείο–αλλά αυτό είναι απολύτως συμβατό με την άποψή μου.

Μην κάνεις το λάθος να θεωρήσεις ότι οι δασμοί είναι κάποια προσπάθεια αναζωογόνησης της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης και επομένως δείχνουν ότι η ανάπτυξη της ντόπιας βιομηχανίας αποτελεί προτεραιότητα της αμερικανικής ολιγαρχίας.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, καταρχήν, συμφωνώ ότι δεν απέχουν πολύ οι απόψεις μας. Το θέμα που διαφωνούμε, ίσως, είναι το πόσο έχει αποσπαστεί το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο από το παραγωγικό, και σε συνάφεια με αυτό, η ολιγαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από τα κράτη.

Δεύτερον, συμφωνώ απόλυτα γι’ αυτό: «Οι ΗΠΑ στρίβουν το χέρι εκείνων που τις εμποδίζουν να επιτύχουν τον στόχο τους της παγκόσμιας κυριαρχίας–στόχος που πρωτίστως έχει τεθεί από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Οι δασμοί από αυτή την άποψη παύουν να είναι οικονομικό εργαλείο και γίνονται πολιτικό εργαλείο».

Νομίζω ότι κάτι ανάλογο έγινε και μεταξύ ΗΠΑ (παραγ. & χρημ. κεφάλαιο) και Ιαπωνίας (κυρίως παραγ. & λίγο χρημ.), κι όχι ότι αυτό που έγινε ήταν κάτι μεταξύ διεθνούς, δηλ. και Γιαπωνέζικης, χρημ. ολιγαρχίας και Γιαπωνέζικου παραγ. κεφαλαίου. Μόνο στη διεθνή κλίμακα μπορούμε να πούμε ότι αυτό εξέφραζε και μια αντίθεση χρημ. και παραγ. κεφαλαίου, αλλά όχι σε “καθαρή” μορφή, αλλά διαμεσολαβημένη από τα κράτη.

Το κράτος δεν είναι απλά όργανο της μιας ή της άλλης αστικής τάξης και ολιγαρχίας, αλλά εξασφαλίζει την αναπαραγωγή μιας κοινωνίας (και της φύσης…), ως όρο για την αναπαραγωγή και του κεφαλαίου. Εφόσον το χρημ. κεφάλαιο χρειάζεται να καρπώνεται κέρδη που παράγονται από παραγωγικές δραστηριότητες, εν τέλει αυτές οι δραστηριότητες κάπου πρέπει να ευδοκιμούν, σε κάποια χώρα, σε κάποιο κράτος κ.ο.κ.

Συμφωνώ ότι το μονοπώλιο και το χρημ. κεφάλαιο είναι κάτι σαν καρκίνος, αλλά αν ο ξενιστής πεθάνει…

Επιπλέον, το ίδιο το χρημ. κεφάλαιο, με όλες του τις μορφές, π.χ. ως καινοτόμο κεφάλαιο που παράγει “πνευματική ιδιοκτησία” τροφοδοτώντας το πλασματικό κεφάλαιο, χρειάζεται ένα τεράστιο σύμπλεγμα εκπαίδευσης, πανεπιστημίων, έρευνας, θεσμών, μάρκετινγκ, κ.ο.κ. για να λειτουργήσει αποδοτικά, και αυτό το διασφαλίζει το κράτος.

Η χρημ. ολιγαρχία δεν είναι τόσο “άνετη” στο να επιλέξει μόνο 1-2 κράτη στον κόσμο όπου θα λαμβάνουν χώρα αποδοτικά αυτές οι διαδικασίες “υψηλού προφίλ”, αδιαφορώντας για την κοινωνική αναπαραγωγή σε όλες τις άλλες χώρες του ανεπτυγμένου, ιμπεριαλιστικού κόσμου.

Πιστεύω ότι στην ιστορία ποτέ δεν υποβιβάστηκε μια χώρα από χώρα πλούσια, ανεπτυγμένη, ιμπεριαλιστική, σε χώρα φτωχή, υποανάπτυκτη, υπό εκμετάλλευση. Σίγουρα αυτό δεν μπορεί να γίνει ειρηνικά, χωρίς δηλ. να ξεσπάσει πόλεμος ή/και πολιτική κρίση, δυνητικά επαναστατική.

Αυτή είναι η “γείωση” του χρημ. κεφαλαίου στην παραγωγή, στην ταξική πάλη και στο κράτος/έδαφος.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, στην αντίληψη που προβάλλεις για το κράτος συμφωνώ απολύτως όπως και στην αυτονόητη ανάγκη κάπου να εδράζεται η βιομηχανική βάση που παράγει υπεραξίες.

Εκεί που ενδεχομένως διαφοροποιούμαστε είναι στην “εντοπιότητα” του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, δηλαδή στην εκτίμηση ότι τα παραπάνω πρέπει να συμβαίνουν στην χώρα-“πατρίδα” του. Επίσης ενδεχομένως διαφοροποιούμαστε στην εκτίμηση για τον βαθμό ανεξαρτησίας που μπορεί να έχει το τμήμα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μιας χώρας έναντι αυτού μιας άλλης χώρας.

Κατ’ εμένα το litmus test κάθε σύγχρονης θεωρίας του ιμπεριαλισμού παραμένει η επιτυχής ερμηνεία της στάσης της γερμανικής ολιγαρχίας απέναντι στην επιβαλλόμενη αποβιομηχάνιση της χώρας τους από τις ΗΠΑ.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, δεν διαφωνούμε ούτε στο θέμα της “εντοπιότητας” του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Επίσης, νομίζω ότι το θέμα είναι λιγότερο η ανεξαρτησία του “γερμανικού” από το “αμερικάνικο” χρημ. κεφάλαιο, όσο η ανεξαρτησία γενικά του χρημ. κεφαλαίου από το παραγωγικό και εν τέλει από την ταξική πάλη σε μια συγκεκριμένη χώρα.

«Πάνω από το ήμισυ της κεφαλαιοποίησης των γερμανικών ανωνύμων εταιρειών (57,1%) ανήκε σε ξένους ιδιοκτήτες κατά την τελευταία καταμέτρηση (βλ. πίνακα στη σελίδα 24). Το μερίδιο των ξένων ιδιοκτητών ήταν κάποτε ακόμη υψηλότερο – στο τέλος του 2007 – πριν υποχωρήσει στο 51,6% μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers.»[7]

Μπορεί πράγματι κάθε κάτοχος χρημ. κεφαλαίου να επενδύσει σε οποιονδήποτε κλάδο και χώρα με ίδιες δυνατότητες προνομιακής, μονοπωλιακής αναπαραγωγής του κεφαλαίου του; Πως επιβάλει την κυριαρχία του το χρημ. κεφάλαιο επί του παραγωγικού, αν όχι και με πολιτικό τρόπο; Πως σχετίζεται αυτό με την επιβολή συνολικά της αστικής εξουσίας επί της εργατικής τάξης σε μια χώρα;

Για μένα οι διακρατικές αντιθέσεις στον σημερινό καπιταλισμό είναι αναγκαίες διαμεσολαβήσεις διεθνών παραγωγικών σχέσεων, και διά αυτών, αλληλοδιαπλέκονται με τις εσωτερικές της κάθε χώρας ταξικές, παραγωγικές σχέσεις.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, συμφωνώ και στην τοποθέτησή σου και στις ερωτήσεις που θεωρείς σημαντικές. Ακριβώς αυτό υποστηρίζω και εγώ, δηλαδή ότι «το θέμα είναι λιγότερο η ανεξαρτησία του “γερμανικού” από το “αμερικάνικο” χρημ. κεφάλαιο, όσο η ανεξαρτησία γενικά του χρημ. κεφαλαίου από το παραγωγικό και εν τέλει από την ταξική πάλη σε μια συγκεκριμένη χώρα» (όπως το θέτεις). Με δυο λόγια, την τελευταία σου τοποθέτηση την προσυπογράφω.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, ναι τα θέτω ως ερωτήματα, αλλά οι δικές μου απαντήσεις τείνουν προς το ότι η ανεξαρτησία δεν είναι τόσο μεγάλη, και γι’ αυτόν τον λόγο έχουμε διακρατικές αντιθέσεις, δασμούς, πολέμους, επεμβάσεις κ.ο.κ.

Σίγουρα, βέβαια, χρειάζεται και εμπειρική μελέτη για να διαπιστώσει τα όρια και τις ακριβείς αναλογίες.

Πάντως, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι οι διακρατικές αντιθέσεις και ανταγωνισμοί εξηγούνται κυρίως στη βάση του ποια κράτη έχει υποτάξει η διεθνική χρημ. ολιγαρχία, σαν να είναι το πνεύμα που κυριεύει το σώμα ενός κράτους – ζόμπι, και ποια αντιστέκονται σε αυτήν.

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, μα ακριβώς αυτό υποστηρίζω κι εγώ, δηλαδή ότι όχι μόνο δεν υπάρχει ανεξαρτησία, αλλά αντίθετα ότι το βιομηχανικό κεφάλαιο είναι πλήρως εξαρτημένο από το διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό. Η υποταγή δεν σημαίνει “ανεξαρτησία” αλλά το αντίθετο ακριβώς.

Οι διακρατικές αντιθέσεις στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, υποστηρίζω, έχουν σχεδόν εξαλειφθεί λόγω ακριβώς αυτής της κυριαρχίας. Αν στο μέλλον επανέλθουν θα είναι μόνο λόγω της ανόδου του λαϊκού κινήματος και της προώθησης προς την εξουσία αντιμονοπωλιακών δυνάμεων.

Και φυσικά, κανείς δεν κάνει αντιστοίχιση “πνεύματος” (χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο) και “σώματος” (βιομηχανικό κεφάλαιο)—το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική σχέση και ο τρόπος που διανέμεται στα διάφορα τμήματά του η υπεραξία δεν το διαχωρίζει σε “σώμα” και “πνεύμα”—αν θέλεις να κάνεις μια τέτοια παρομοίωση (με την οποία και πάλι δεν θα συμφωνήσω) αυτή θα ήταν μεταξύ εργατικής τάξης και εργαζομένων στρωμάτων (“σώμα”) και κεφαλαίου (“πνεύμα”).

 

Κωστής Μηλολιδάκης: Διονύση, και για να μην θεωρηθεί ότι αντιφάσκω: Η γέννηση (στις αρχές του 20ου αιώνα και λίγο νωρίτερα) και η διαφοροποίηση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από το βιομηχανικό (ιδιαίτερα κατά τα τέλη του 20ου και κατά τον 21ο αιώνα) περιγράφηκε αρχικά από εμένα ως «ανεξαρτησία» του χρηματοπιστωτικού από το βιομηχανικό κεφάλαιο. Προφανώς η λέξη «ανεξαρτησία» εδώ χρησιμοποιήθηκε με το νόημα της «διαφοροποίησης».

Αλλά, όπως τόνισα σε όλες τις προηγούμενες τοποθετήσεις μου, η σχέση είναι σχέση κυριαρχίας και όχι απομάκρυνσης. Δεν ακολουθεί άλλη πολιτική το βιομηχανικό και άλλη το “ανεξαρτητοποιημένο” χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η πολιτική είναι μία και την καθορίζει το χρηματοπιστωτικό, που δεν έχει σύνορα. Αυτό λέω.

 

Διονύσιος Περδίκης: Κωστή, εννοούσα ως σώμα το κράτος και πνεύμα τη διεθνή χρημ. ολιγαρχία που το κυριεύει, ως εξωτερική αυτού (εφόσον δεν είναι εθνική, ενώ το κράτος είναι εθνικό).

Συμφωνώ για τα περί υποταγής, αλλά νομίζω υποεκτιμάς την αντίθετη “εξάρτηση”, το γεγονός, δηλ. ότι το χρημ. κεφάλαιο είναι “δεμένο” σε κάποιο βαθμό σε συγκεκριμένο έδαφος (εργατική τάξη, πανεπιστήμια, εργοστάσια, στρατός, εν τέλει ταξική πάλη) με τρόπο που το μετατρέπει σε εν μέρει εθνικό, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διακρατικές αντιθέσεις. Δεν έχουν εξαλειφθεί. Αν είχαν εξαλειφθεί, δεν θα χρειάζονταν να ανατιναχθούν οι αγωγοί! Ούτε ήταν ο Σρέντερ και η Μέρκελ “αντιμονοπωλιακή”-“αντιολιγαρχική” αστική τάξη!

Ούτε θα είχαν διαφορετική πολιτική τα κράτη σε περιοχές όπως το Ιράκ, η Λιβύη κ.ο.κ.. Ούτε θα διαφωνούσε το Βέλγιο σήμερα για τα αποθεματικά των Ρώσων φοβούμενο ότι θα τα χρεωθεί, αν δεν πάνε καλά τα πράγματα.

Εγώ πιστεύω ότι ηγεμονεύει το κράτος των ΗΠΑ επί των άλλων. Προφανώς είναι και το κράτος (μαζί με την Αγγλία) που περισσότερο εκπροσωπεί τα συμφέροντα του χρημ. κεφαλαίου. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όποτε ένα κράτος έρχεται σε (μερική) σύγκρουση με τις ΗΠΑ, αυτό συμβαίνει διότι το κράτος αυτό δεν ευθυγραμμίζεται (επαρκώς) με τα συμφέροντα μιας διεθνούς χρημ. ολιγαρχίας. Αλλά αντίθετα, πιστεύω ότι και κάθε μερίδα του χρημ. κεφαλαίου έχει μια κύρια εθνική αναφορά.

Με άλλα λόγια, εσύ δίνεις άμεση υλική υπόσταση στην αφαίρεση “παγκόσμιο συνολικό κεφάλαιο”, κατ’ αναλογία της μαρξικής ορολογίας για “εθνικό συνολικό κεφάλαιο”. Το “εθνικό συνολικό κεφάλαιο” συγκροτείται στη βάση του ανταγωνισμού των ατομικών κεφαλαίων που οδηγεί στον σχηματισμό ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους. Το εθνικό κράτος αποτελεί την πολιτική του έκφραση, μετά τη διαμεσολάβηση και με την ταξική πάλη.

Αντίστοιχα, το παγκόσμιο συνολικό κεφάλαιο συγκροτείται μέσα από τη διαπάλη μεταξύ των εθνικών συνολικών κεφαλαίων και διαμεσολαβείται πολιτικά από τις διακρατικές αντιθέσεις. Διαφορετικά, θα υπήρχε ένα υπερεθνικό κράτος.

Μπορώ να δεχθώ ότι ένα μέρος της χρημ. ολιγαρχίας είναι πιο “διεθνές”, με την έννοια π.χ. ότι παρόλο που έχει π.χ. “γερμανική” καταγωγή, ταυτίζει τα συμφέροντα του πιο πολύ με το αμερικάνικο κράτος. Καθόλου παράξενο αν σκεφτούμε ότι η Γερμανία έχασε έναν παγκόσμιο πόλεμο απέναντι στους Αμερικάνους, δεν έχει στρατό, και έχει μια σειρά πολιτικών και οικονομικών δεσμεύσεων από το 1945 μέχρι σήμερα με τους Αμερικάνους. Αυτό είναι θέμα ηγεμονίας/κυριαρχίας, όμως, και όχι θέμα απόλυτης αποβολής του εθνικού χαρακτήρα του χρημ. κεφαλαίου.

Προσοχή, όμως!: Όπως το εθνικό συνολικό κεφάλαιο εν τέλει επιβάλλει ως κρατική πολιτική αυτό που τελικά συμφέρει το συνολικό κεφάλαιο ενός έθνους, έτσι κι εδώ, μέσα από αντιφάσεις, ανταγωνισμούς, διακρατικές αντιθέσεις ή/και πολέμους, επιβάλλεται το συμφέρον του παγκόσμιου συνολικού κεφαλαίου. Η επικράτηση του ισχυρότερου κεφαλαίου γενικά ενδυναμώνει τη συνολική σταθερότητα του συστήματος, δηλ. την εξουσία του κεφαλαίου απέναντι στην εργατική τάξη παγκοσμίως.

Αλλά αυτό δεν συμβαίνει διότι υπάρχει μια ενσάρκωση του παγκόσμιου συνολικού κεφαλαίου (διεθνής χρημ. ολιγαρχία) η οποία κυριαρχεί σε κάποιο βαθμό επί όλων τα κρατών.

Τέλος πάντων, νομίζω ότι η διαφορά μεταξύ μας είναι μικρή. Πάντως, εγώ αναμένω όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών όσο η κρίση θα βαθαίνει.

 

Κωστής Μηλολιδάκης:  Διονύση […] μόνο μια παρατήρηση: Οι κινήσεις μέσω του ΝΑΤΟ, μέσω της ΕΕ και μέσω των G7 όντως παραπέμπουν στην σταδιακή δημιουργία ενός υπερεθνικού κράτους.

Επίσης οι πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των κρατών εκφράζουν οικονομικές σχέσεις κυριαρχίας—τουλάχιστον όσο διαρκούν. Νομίζω ότι αυτό το υποτιμάς και δίνεις προτεραιότητα στην πολιτική διαδικασία έναντι της οικονομικής.

Για τον Σρέντερ και την Μέρκελ έχω ήδη γράψει ότι εκπροσωπούσαν (ο πρώτος, και εν μέρει η δεύτερη) το βιομηχανικό κεφάλαιο–δεν είπα πουθενά ότι είχαν …αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό. Αλλά για δες πού βρίσκονται σήμερα…

Και το Βέλγιο δεν συγκρούεται με την Κομισιόν ούτε διαφωνεί επί της αρχής με την κατάσχεση των ρωσικών αποθεματικών—απλώς της λέει να μοιράσει την ευθύνη σε όλα τα μέλη του συνεταιρισμού.

[…]

[1] https://glenndiesen.substack.com/

[2] https://glenndiesen.substack.com/p/alex-krainer-europes-militarism-and

[3] https://www.kordatos.org/imperialismos-polemos-21o-aiona-aformi-polemo-oukrania/

[4] Εντωμεταξύ, το εν λόγω κείμενο δημοσιεύθηκε: «Προγραμματικοί άξονες για τον σύγχρονο καπιταλισμό & ιμπεριαλισμό. Συμβολή στον δημόσιο διάλογο της Συντονιστικής Επιτροπής της Πρωτοβουλίας για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος» (www.anasygkrotisikk.gr/programmatikoi-axones-gia-ton-sygxrono-kapitalismo-imperialismo/)

[5] https://chat.z.ai/s/6ec60446-0b95-4bec-97d2-425c2e2463ea

[6] https://www.dropbox.com/scl/fi/he38e9yxp1osxyf6cx6jp/21-_.pdf?rlkey=lo7ogh0aw4t2vvzau09euq6kq&e=1&dl=0

[7] https://www.bundesbank.de/resource/blob/666592/617bc1f54bb0181bc4857044b382e913/mL/2014-09-equity-market-data.pdf

 

Ένας άλλος «Μεσοπόλεμος»: Το μένος για τα θύματα (που γίνονται φωνή)

Οι αναλογίες με τα χρόνια του Μεσοπολέμου χρησιμοποιήθηκαν πολύ την προηγούμενη δεκαετία, ιδίως στη φάση των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων και των συγκρούσεων της περιόδου ψήφισης των μνημονίων. Η ένταση της οικονομικής κρίσης, η αποσταθεροποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας, το πολυσυζητημένο (και εκτός ελληνικής επικράτειας) «κύμα των λαϊκισμών» και κάποια άλλα συμπτώματα είχαν ζωγραφιστεί με χρώματα Μεσοπολέμου. Ιδίως όμως η εκτόξευση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής στάθηκε το πιο εντυπωσιακό και δραματικό τεκμήριο της αίσθησης ότι «είμαστε ανίατα Μεσοπόλεμος», όπως έγραφε στην Ψυχοστασία του ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης.

Σήμερα, παρά το διεθνές κλίμα, φαίνεται ότι έχουμε «ομαλοποιηθεί». Η κρίση έχει πάρει άλλες μορφές, πιο υπόγεια διάχυτες. Έχουμε βρεθεί σε ένα άλλο συναισθηματικό και κοινωνικό πεδίο, όπου η «ιδιωτικοποίηση του άγχους» (Μαρκ Φίσερ) έχει τον πρώτο λόγο, τουλάχιστον μέχρι να διακοπεί κάπως από τις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη και τη συνέχειά τους. Τα συναισθηματικά ρήγματα και μαζί τα διάσπαρτα αιτήματα αξιοπρέπειας και δικαιοσύνης τελούν εν κινήσει. Δεν έχουν βρει κοίτη ανάθεσης ή σαφές πολιτικό πέρασμα (παρά τις κομματικές διαμάχες στην αντιπολίτευση γι’ αυτό το θέμα).

Οποιαδήποτε έγερση θεωρείται εθνική εξαίρεση, κοινωνική διαστροφή, ψυχική παθολογία. Το «Free Palestine» είναι τρέλα, αν όχι «πλαστελίνη». Αυτά που εκστομίζει ο Τραμπ για τους αντιπάλους του (άρρωστοι, τρελοί κ.λπ.) ακούγονται και γράφονται στη χώρα μας για όλους τους πολίτες που κατέβηκαν στο Σύνταγμα αυτές τις μέρες.

Να όμως που πλέον μοιάζει να αποκτά περισσότερο νόημα η αναφορά σε κάποιον «Μεσοπόλεμο». Δεν αφορά κάποιον λαϊκισμό, όσο τη στροφή οπαδών και δημόσιων υπερασπιστών της ευρύτερης κυβερνώσας παράταξης προς μια άτυπη ακροδεξιά οπτική. Σε μια κλασική ανάλυση, με προέλευση τον προηγούμενο αιώνα, επίκεντρο της γοητείας του φασισμού ήταν τα πιο ευάλωτα στρώματα της μεσαίας τάξης, ένας μικροαστικός χώρος θιγμένων ανεξάρτητων επαγγελματιών και ανέργων, που αναζητούσε την ταύτιση με κάποιον παντοδύναμο αρχηγό ή ένα κραταιό ολοκληρωτικό κόμμα. Δεν έχουμε τίποτα τέτοιο σήμερα. Στη δική μας συγκυρία, η ροπή προς αντιδραστικά συναισθήματα και απόψεις είναι ένα ξέσπασμα οργής για τους… χαμένους.

Η ρητορική περί άπλυτων, μίζερων, κακομαθημένων, αισθητικά και κοινωνικά «χαμένων» διατρέχει την ενδοχώρα κάποιων εκφραστών του άλλοτε μεσαίου χώρου. Ένας αστικών καταβολών ακροδεξιός λόγος αναπτύσσεται σε όσους/-ες αγανακτούν με τους «χαμένους». Γιατί όμως; Φαίνεται πως και μόνο η ύπαρξη μιας εστίας δυσφορίας, μιας αντίστασης, μιας ετερόδοξης φωνής δεν αντέχεται. Ένα πανό δεν καταλαμβάνει απλώς έναν χώρο. Γίνεται αντιληπτό ως βλασφημία προς την εθνική κοινότητα και το ίδιο το πολίτευμα. Οποιαδήποτε έγερση θεωρείται εθνική εξαίρεση, κοινωνική διαστροφή, ψυχική παθολογία. Το «Free Palestine» είναι τρέλα, αν όχι «πλαστελίνη». Αυτά που εκστομίζει ο Τραμπ για τους αντιπάλους του (άρρωστοι, τρελοί κ.λπ.) ακούγονται και γράφονται στη χώρα μας για όλους τους πολίτες που κατέβηκαν στο Σύνταγμα αυτές τις μέρες.

Έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα σε σχέση με την αναγνώριση της πραγματικότητας, τη στάθμιση των μεγεθών και των απειλών. Ξέρουμε, ας πούμε, ότι για ποικίλους λόγους (και με ευθύνη προσώπων και κομμάτων της) η αριστερά, ο σοσιαλισμός, οι ριζοσπαστικές ιδέες δεν «περπατούν» ιδιαίτερα και έχουν υποστεί πλήγματα. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης και αλλού ο εκλογικός και πολιτικός ανταγωνισμός έχει περιοριστεί σε κόμματα, ομάδες και πρόσωπα που κινούνται από το φιλελεύθερο κέντρο μέχρι την αντιμεταναστευτική ακροδεξιά. Αυτά που θα ονομάζαμε κόμματα ή κινήματα με αναφορά σε μεγάλες αλλαγές στο σύστημα εξουσίας και στις κοινωνικοοικονομικές δομές έχουν μικρή επιρροή ή έχουν βρει «άσυλο» σε επιλεγμένους χώρους της πανεπιστημιακής και μητροπολιτικής ριζοσπαστικότητας. Παρ’ όλα αυτά, ενώ υποχωρούν ή έχουν διασπαστεί περισσότερο, αντιμετωπίζονται σαν να συνιστούν μεγάλη απειλή. Ας παραδεχτούμε πως αυτό δεν είναι το σοβαρότερο. Στο κάτω-κάτω, κάποιος θα μπορούσε να πει «ας πρόσεχαν» και να προσπεράσει τα παθήματα των αριστερών. Ή και να αντιτείνει ότι αφού τα εκλογικά σώματα με τις επιλογές τους έχουν μικρύνει το εκτόπισμα των διαφόρων σοσιαλισμών, αυτοί πρέπει να ξανακοιτάξουν την πραμάτεια τους και να μην ασχολούνται με τη χαιρεκακία των αντιπάλων τους (η πολιτική δεν είναι «παιδική χαρά»).

Το χειρότερο όμως είναι άλλο: η αποστροφή για τα ίδια τα θύματα, όταν αυτά ιδίως δεν αποδέχονται απλώς το σιωπηλό πένθος και δεν ευχαριστούν για κάποια κρατική αποζημίωση. Όταν τα θύματα ανασηκώνονται από το έδαφος. Αυτοί που αισθάνονται μέρος μιας προνομιακής κανονικότητας τα βάζουν περισσότερο και διαρκώς με εκείνους/-ες που αρθρώνουν στον δημόσιο χώρο (κι όχι απλώς ιδιωτικά) αιτήματα τα οποία περιέχουν αμφισβήτηση, κριτική, πάθος. Διαβάζει κανείς σχόλια όπου υπερχειλίζει το μίσος για κάθε ομάδα που διεκδικεί κάτι ως καταπιεσμένη, για κάθε άνθρωπο που θέτει προβλήματα καταπάτησης της ζωής του, για κάθε δημόσια φωνή η οποία θεωρεί πως πάμε προς τη λάθος κατεύθυνση ή ότι υπάρχουν γύρω μας σοβαροί λόγοι συλλογικής και ατομικής αφύπνισης.

Ο «Μεσοπόλεμος» ο δικός μας μοιάζει με κήρυξη ψυχολογικού πολέμου στα θύματα στη βάση της βεβαιότητας πως είναι απατεώνες, ψεύτες, αχάριστοι ή και παράφρονες που δεν αντιλαμβάνονται την ορθή θεσμική τάξη.

Η συγκεκριμένη τάση δεν είναι μόνο ελληνική. Παρά τις πολιτισμικές και πολιτικές τους διαφορές, κόμματα και πρόσωπα που συντάσσονται με τον οικονομικό φιλελευθερισμό έχουν πλησιάσει τους νέους παίκτες της εθνικιστικής και ταυτοτικής δεξιάς. Εκκολάπτεται μια κινούμενη βάση για την οποία τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, η αλλεργία για τους κοινωνικούς φόρους, η καχυποψία για τους πιο ενδεείς και τις κρατικές δομές βοήθειας συναντά τη ρητορική για τα «άχρηστα πανεπιστήμια» των κοινωνικών επιστημών που θα έπρεπε να κλείσουν ή να προσαρμοστούν.

Έχουμε, εν πολλοίς, ένα καινούργιο συναίσθημα. Το κλασικό συναίσθημα της εποχής των φασισμών ήταν ο φόβος να μη βρεθεί κανείς στη θέση των κατώτερων, όσων έμειναν πίσω ή «από κάτω». Στη δική μας νέα αντιδραστική εποχή βλέπει κανείς μένος κατά των θυμάτων με φωνή. Είναι και αυτή μια μορφή αγανάκτησης: αγανάκτηση κατά όσων… αγανακτούν για κοινωνικές αδικίες, ταξικά προνόμια, ανομήματα της πολιτικής εξουσίας ή των ισχυρών.

Δεν αρκεί δηλαδή να είναι κανείς με τον νικητή. Πρέπει να εξασφαλίσει και την αιώνια σιγή ή τον οριστικό θάνατο του προσωρινά ηττημένου. Έτσι μπορεί κανείς να βλέπει ως κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας την «τσαντιροκατάσταση» και τον Πάνο Ρούτσι. Να διεκδικεί εν τέλει την αντισηψία του δημόσιου χώρου από τα ηθικά τραύματα και την πολιτική τους μετάπλαση. Η επιθυμία όμως για μια κοινωνία αναντίρρητης συμμόρφωσης δημιουργεί τους όρους για μια πραγματικά κυβερνώσα ακροδεξιά, καθόλου γραφική και παρωχημένη. Θα δούμε όμως αν περάσει από τη ζώνη των απόψεων στα ίδια τα πράγματα και ιδίως στη ζωντανή πολιτική.

Πηγή: LIFO

Μια ατελής επισκόπηση της σχέσης διαλεκτικού υλισμού και φυσικής μέσα από ένα ιστορικό δημοσίευμα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος

Εισαγωγή

Από το Νοέμβριο του 1945 μέχρι το Γενάρη του 1947 η Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε εξέδιδε το περιοδικό «Μόρφωση». Το πρώτο φύλλο εκδόθηκε την 15-11-1945 και το τελευταίο την 10-12-1947, σύμφωνα με τα τεκμήρια των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Πρόκειται για μια δεκαπενθήμερη έκδοση οργανωμένη σε τόμους και φύλλα. Κάθε τόμος περιλαμβάνει 12 φύλλα.  Τον Α’ Χρόνο εκδόθηκαν δύο τόμοι (15-11-1945 έως 10-5-1946, ο τόμος Α, και 25-5 έως 11-11-1946, ο τόμος Β) τον Β’ Χρόνο, επίσης δύο τόμοι (25-11-1946 έως 10-5-1947, ο τόμος Γ, και, 25-5-1947 έως 10-11-1947, ο τόμος Δ) και τον Γ’ Χρόνο, ο τόμος Ε που έχει δύο φύλλα (25-11-1947 και 10-12-1947).

Το περιοδικό περιλαμβάνει μεταφράσεις από έργα των κλασικών του μαρξισμού (Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν) καθώς και μελετήματα σοβιετικών, κυρίως, πολιτικών, φιλοσόφων και επιστημόνων αλλά και Γιουγκοσλάβων (Τζίλας), Γάλλων (Γκαρωντύ) κ.ά. Λόγω της θεωρητικής φύσης των δημοσιευμάτων, εικάζουμε ότι το περιοδικό αποσκοπούσε στην επιμόρφωση των στελεχών και των μελών του Κ.Κ.Ε. Τα ζητήματα της επιστήμης γενικά, με έμφαση στη σοβιετική επιστήμη, και της φυσικής, ειδικότερα, κατέχουν ιδιαίτερη θέση στη θεματική των μελετημάτων που μεταφράζονται. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τα ακόλουθα δημοσιεύματα:

  • Π. Λανζεβέν, «Η εποχή των μεταστοιχειώσεων» Χρόνος Α, Τόμος Α, Φύλλο 7 (σ.326-330)
  • Σ. Βαβίλοφ, «Ο Λένιν και η μοντέρνα Φυσική» Χρόνος Α, Τόμος Β, Φύλλο 7 (σ. 300-304) και Φύλλο 8 (σ.370-377)
  • Μ. Ε. Ομελιανόφσκι, «Η πάλη του υλισμού και του ιδεαλισμού στη σύγχρονη φυσική» Χρόνος Β, Τόμος Γ, Φύλλο 1 (σ.26-35)
  • Σ. Βαβίλοφ, «Η Σοβιετική Επιστήμη» Χρόνος Γ, Τόμος Ε, Φύλλο 2 (σ.57-66)
  • Σ. Βαβίλοφ, «Μερικά ζητήματα για την εξέλιξη της Σοβιετικής Επιστήμης» Χρόνος Γ, Τόμος Ε, Φύλλο 2 (σ.67-74)

Σε αυτά δίνεται έμφαση στα επιτεύγματα της σοβιετικής επιστήμης, στην ευνοϊκή πολιτική για την ανάπτυξη της επιστήμης που ασκείται στην Ε.Σ.Σ.Δ και στη σχέση της σύγχρονης επιστήμης με το διαλεκτικό υλισμό, με αναφορά κυρίως στο έργο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός του Λένιν. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος του άρθρου του Βαβίλοφ που αναφέραμε παραπάνω. Να σημειώσουμε εδώ ότι εβδομήντα χρόνια μετά, το 2016, δημοσιεύθηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (τεύχος 6) μια μεταγενέστερη εισήγηση του Βαβίλοφ σε συνέδριο για τον Λενινισμό με παρόμοιο τίτλο, «Ο Λένιν και τα προβλήματα της Σύγχρονης Φυσικής».

Омеляновський Михайло Еразмович

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε τα βασικά σημεία του άρθρου του Ομελιανόφκσι με τίτλο «Η πάλη του υλισμού και του ιδεαλισμού στη σύγχρονη φυσική», το οποίο δημοσιεύτηκε στη ρώσικη γλώσσα στο περιοδικό Μπολσεβίκ (15) τον Άύγουστο του 1946, και με αφορμή αυτό θα καταθέσουμε κάποιες  σκέψεις για το διαλεκτικό υλισμό και τη σχέση του με την επιστήμη.

Ο Μιχαήλ Ερασμόβιτς Ομελιανόφσκι (1904 – 1979) ήταν σοβιετικός φιλόσοφος Ουκρανικής καταγωγής. Διετέλεσε πρώτος πρόεδρος του ινστιτούτου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας (1946-1952) και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (1968). Τα ενδιαφέροντά του εστιάζονταν στη γενική φιλοσοφία της επιστήμης  και κυρίως στη φιλοσοφία της φυσικής. Μαζί με τους φυσικούς Βλαντίμιρ Φωκ και Ντμίτρι Μπλόκιντσεφ, θεωρείται από τους θεμελιωτές της φιλοσοφικής ερμηνείας της κβαντικής μηχανικής από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού. Χαρακτηριστικά έργα του είναι οι μονογραφίες «Φιλοσοφικά Προβλήματα της Κβαντικής Μηχανικής» (1956) και «Η Διαλεκτική στη Σύγχρονη Φυσική» (1973). Το 1963 συνεπιμελήθηκε (με τον Κουζνετσόφ) τη συλλογή άρθρων με τίτλο, «Φιλοσοφικά Προβλήματα της Φυσικής των Στοιχειωδών Σωματιδίων» ενώ το 1970 μια συλλογή άρθρων με τίτλο «Ο Λένιν και η σύγχρονη επιστήμη».

Η πάλη του υλισμού και του ιδεαλισμού στη σύγχρονη φυσική

Το άρθρο αρχίζει με τον ισχυρισμό του Ομελιανόφκσι ότι οι νέες ιδέες και οι θεωρίες του 20ου αιώνα «μπορούν να ερμηνευθούν και να κατανοηθούν σωστά μόνο στο φως του διαλεχτικού υλισμού, στο φως των ιδιοφυών φιλοσοφικών έργων του Λένιν και του Στάλιν». Ο Λένιν στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» που εκδόθηκε το 1908 προσέφερε το φιλοσοφικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της νέας επιστήμης: «έδωσε φιλοσοφικές γενικεύσεις που διατηρούν τη σημασία τους και για τους παρακάτω σταθμούς της ανάπτυξης της φυσικής». «… [Τ]ο βασικό περιεχόμενο της φυσικής του αιώνα μας είναι η επανάσταση.» (σ. 26) Ο Λένιν μελέτησε την επανάσταση και έδειξε ότι τόσο ο μεταφυσικός υλισμός όσο και ο ιδεαλισμός αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη της φυσικής.

Η πρώτη επαναστατική αλλαγή που εξετάζεται αφορά στη θεωρία για την «κατασκευή της ύλης».  Η ανακάλυψη της ραδιενέργειας προσέφερε την αρχή για την μετάβαση από μια στατική και αμετάβλητη σύλληψη του ατόμου με σταθερές ιδιότητες σε μία δυναμική όπου τα άτομα μπορούν να αλλάζουν ιδιότητες εκπέμποντας ακτινοβολία. Για τον Ομελιανόφκσι, οι γνώσεις της φυσικής για τις ιδιότητες των ατόμων επιβεβαιώνουν το διαλεκτικό υλισμό σύμφωνα με τον οποίο η έννοια «ύλη»  σημαίνει την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου ο οποίος εξελίσσεται ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση και αντανακλάται από αυτήν. Μας λέει ότι δεν θα πρέπει να συγχέουμε τη σχετικότητα των ιδιοτήτων της ύλης ως προς την κατάσταση ή τη μορφή της ύλης ή την ανάδυση νέων ιδιοτήτων σε νέες μορφές της ύλης με τη μη αντικειμενικότητα του κόσμου.  Ενώ, τέλος, «η θεωρία της φυσικής για την ύλη αντανακλά τον άπειρο και ανεξάντλητο φυσικό κόσμο στον ένα ή τον άλλο βαθμό βαθύτητας και πληρότητας» χωρίς καμία θεωρία να προσφέρει την «τελειωτική αλήθεια». (σ.27)

Η δεύτερη ριζική αλλαγή που πραγματεύεται προέκυψε από τη θεωρία της σχετικότητας και αφορά τις αντιλήψεις μας για το χώρο και τον χρόνο. Και σε αυτή την περίπτωση οι ιδέες του Λένιν αποτέλεσαν τη «σταθερή βάση για να βγουν υλιστικά συμπεράσματα» (σ.27) αφού η θεωρία της σχετικότητας συνδέοντας το χώρο με το χρόνο και την ύλη «δίνει μια πιο ακριβή και πλήρη αντανάκλαση του αντικειμενικού χώρου και χρόνου από εκείνη που έδινε η κλασική θεωρία» (σ.28) Επιπλέον, ο Λένιν καταπολέμησε το ιδεαλιστικό συμπέρασμα περί της υποκειμενικότητας του χώρου και του χρόνου λόγω της σχετικότητας των παρατηρούμενων ιδιοτήτων ως προς κάποιον παρατηρητή:  «η μεταβλητότητα των ανθρώπινων παραστάσεων για το χώρο και το χρόνο αναιρεί πολύ λίγο την αντικειμενική πραγματικότητα και του ενός και του άλλου, όπως και η μεταβλητότητα των επιστημονικών γνώσεων για την κατασκευή και τις μορφές της κίνησης της ύλης δεν αναιρεί την αντικειμενική πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου». (σ.28) Τέλος, αναφερόμενος στη διδασκαλία του Ένγκελς, ο Ομελιανόφσκι υποστηρίζει ο χώρος και ο χρόνος είναι μορφές ύπαρξης της ύλης χωρίς να ταυτίζονται με αυτή. Σε απουσία της ύλης ο χώρος και ο χρόνος είναι απλώς αφηρημένες ιδέες που υπάρχουν μόνο σε εξάρτηση από το νου.

Οι αλλαγές στη θεωρία της ακτινοβολίας θέτουν το πρόβλημα της αιτιότητας στη σύγχρονη φυσική. Συγκεκριμένα, ο Ομελιανόφσκι αναγνωρίζει καταρχάς την ένταση ανάμεσα στην ασυνεχή δομή της ύλης, συνέπεια της ατομικής υπόθεσης, και στη συνεχή δομή που εκφράζεται από τις κυματικές ιδιότητες των υποατομικών σωματιδίων. Οι δύο εικόνες, σωμάτιο και κύμα, καθίστανται συμβατές μέσω της αρχής της απροσδιοριστίας: δεν είναι δυνατόν να έχουμε πλήρη καθορισμό της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου, και κατά συνέπεια πλήρη καθορισμό της κίνησής του κατά τα κλασικά πρότυπα, ενώ το σωματίδιο εκδηλώνει κυματικές ιδιότητες. Η αδυναμία παράλληλου πλήρους προσδιορισμού της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου θέτει υπό αμφισβήτηση την αρχή της αιτιότητας («αιτιοκρατίας» – θα ήταν ορθότερο) εφόσον συνεπάγεται ότι δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί επακριβώς η μελλοντική κατάσταση του σωματιδίου με βάση τους δυναμικούς νόμους που διέπουν την κίνησή του. Άρα, η κβαντική μηχανική είναι μη αιτιοκρατική («ιντετερμινιστική», στο κείμενο). Σε αυτό το εσφαλμένο «ιδεαλιστικό» συμπέρασμα οδηγήθηκε ο Χάιζενμπεργκ, ο Γιόρνταν και άλλοι φυσικοί, σύμφωνα με τον Ομελιανόφσκι. Ωστόσο, επισημαίνει ο συγγραφέας, το συμπέρασμα αυτό δεν λαμβάνει υπόψιν τη λενινιστική διάκριση ανάμεσα στην αρχή της αιτιότητας όπως υπάρχει αντικειμενικά στα πράγματα, στον κόσμο, και στην υποκειμενική δυνατότητα των επιστημόνων να διατυπώνουν την αρχή της αιτιότητας στις επιστημονικές τους θεωρίες. Η πίστη στην αιτιοκρατούμενη δομή του κόσμου είναι ανεξάρτητη από τα προβλήματα των επιστημόνων να διατυπώσουν κάποια αρχή αιτιότητας. Καταλήγει δε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «[η] μηχανική των κβάντα οδηγεί σε πιο πλατειά και ακριβή αντίληψη των αντικειμενικών αιτιακών σχέσεων σε σύγκριση με την κλασική μηχανική».(σ. 31) Ποια είναι  η πηγή της δυσκολίας με την αιτιοκρατία; Ο Ομελιανόφσκι, αναφερόμενος στον Λανζεβέν, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα προκύπτει από τις διαισθήσεις που μας έχει κληροδοτήσει για αυτήν η κλασική φυσική.

Απόσπασμα από την πρώτη σελίδα του άρθρου του Ομελιανόφσκι

Στη συνέχεια του άρθρου παρουσιάζονται οι ανακαλύψεις που έλαβαν χώρα στην πυρηνική φυσική και τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων από το 1930 ως το 1945. Ενδιαφέρον έχει η αναφορά του στην ανακάλυψη των μεσονίων και των νετρίνων. Τα τελευταία, όπως ρητά αναφέρει, αποτελούν ακόμα υποθετικά σωματίδια των οποίων η ύπαρξη δεν έχει τύχει άμεσης πειραματικής επιβεβαίωσης (αποδίδουμε σε σφάλμα του μεταφραστή την έκφραση «ουδέτερα μεσοτρόνια ή νετρίνα», γεγονός που αποσαφηνίζεται στην επόμενη παράγραφο του άρθρου). Η φιλοσοφική θέση που προ-οικονομεί αυτή την εξιστόρηση αφορά το ανεξάντλητο της έρευνας στην περιοχή των στοιχειωδών σωματιδίων την οποία είχε προβλέψει ο Λένιν από το 1908. Ένα χαρακτηριστικό της φυσικής των στοιχειωδών σωματιδίων είναι η ποιοτική μετατροπή: «η ικανότητα τους να περνάν από το ένα στο άλλο, η αμοιβαία ποιοτική τους μετατροπή… Στη φύση δεν υπάρχουν κανενός είδους μεταφυσικές «μονιμότητες». Τα σωματίδια καταστρέφονται και δημιουργούνται, ξαναεξαφανίζονται και ξαναγενιούνται στις ατελεύτητες μετατροπές της αιώνιας ύλης» (σ. 32). Ο νόμος που διέπει την ποιοτική μετατροπή των στοιχειωδών σωματιδίων είναι η αρχή της αντιστοιχίας («αναλογικότητας») της μάζας και της ενέργειας ο οποίος «επιβεβαιώνει τη θέση του διαλεχτικού υλισμού ότι δεν υπάρχει κίνηση δίχως ύλη όπως δεν υπάρχει και ύλη δίχως κίνηση». (σ.32). Ωστόσο, λανθασμένες ερμηνείες του νόμου αυτού είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε ανακριβείς και γνωσιολογικά εσφαλμένες διατυπώσεις όπως «εκμηδένιση της ύλης» και «υλοποίηση της ενέργειας». Στην τελευταία διατύπωση, δίνεται προτεραιότητα στην ενέργεια, όπως στην ενεργητική φιλοσοφία του Όσβαλντ – μια φιλοσοφία που έγινε αντικείμενο δριμείας κριτικής από τον Λένιν.

Το τελευταίο μέρος του άρθρου αναφέρεται στην πολεμική ανάμεσα στο διαλεκτικό υλισμό και τον ιδεαλισμό. Καταρχάς, εξιστορώντας τα επιτεύγματα της σοβιετικής φυσικής – με ρητή αναφορά στον Βαβίλοφ και τον μεταπτυχιακό φοιτητή του Τσερενκόφ για την εργασία τους σε ό,τι είναι σήμερα γνωστό ως ακτινοβολία Τσερενκόφ , τους Μάντελσταμ  και Λάντσμπεργκ για την εργασία τους στο λεγόμενο φαινόμενο Ράμαν, και τον Λαντάου για τη θεωρία υπερρευστότητας του He II – καταλήγει στην ακόλουθη θέση: «[σ]την ΕΣΣΔ κυρίαρχη κοσμοθεωρία είναι η θεωρία του λενινιστικού κόμματος, ο διαλεχτικός υλισμός. Οι σοβιετικοί επιστήμονες καθοδηγούνται στην επιστημονική τους δράση από αυτή τη μοναδικά επιστημονική κοσμοθεωρία, πράγμα που τους βοηθεί να βγάζουν σωστά συμπεράσματα από τη φυσική, τους βοηθεί να απαλλάξουν τις νεώτατες φυσικές θεωρίες από τις ιδεαλιστικές απόψεις και συμπεράσματα, που συσκοτίζουν το περιεχόμενό της». Ταυτόχρονα, η «η υλιστική θεωρία στη συνειδητή μορφή της» κερδίζει έδαφος παγκοσμίως, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στις Ε.Π.Α και αλλού. Από την άλλη πλευρά, τίθενται οι «εχθροί της προοδευτικής επιστήμης», φιλόσοφοι και φυσικοί που εξάγουν ιδεαλιστικά συμπεράσματα από τη σύγχρονη φυσική. Μεταξύ των φυσικών συγκαταλέγεται ο Μπορ, ο Χάιζενμπεργκ και ο Γιόρνταν, εκπρόσωποι της σχολής της Κοπεγχάγης, οι οποίοι ακολουθούν το θετικισμό του Μαχ και του Αβενάριου, αλλά και ο Έντιγκτον με τον Ντιράκ εκπροσωπώντας την σχολή του Κέιμπριτζ.

Η καταληκτική διαπίστωση του Ομελιανόφσκι αφορά τον υλισμό ως αυθόρμητη φιλοσοφία της πλειοψηφίας των φυσικών. «… [Γ]ι αυτούς ο υλισμός δεν είναι τόσο ένα φιλοσοφικό σύστημα, που το υποστηρίζουν συνειδητά, όσο μια αυθόρμητη, φιλοσοφικά όχι συνειδητή πεποίθηση ότι υπάρχει ο εξωτερικός κόσμος, που αντανακλάται από το μυαλό μας.» (σ. 34) Σε αυτή τη βάση βεβαιώνει τη θέση του Λένιν ότι ο διαλεκτικός υλισμός είναι ο τελικός σκοπός της σύγχρονης φυσικής, τον οποίο προσεγγίζει  όχι κατ’ ευθείαν αλλά ψηλαφητά, ταλαντευόμενη και ενίοτε οπισθοδρομούσα. «Η σύγχρονη φυσική κοιλοπονάει. Γεννάει το διαλεχτικό υλισμό» (Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα τ.13, σελ. 256).

Μιχαήλ Ερασμόβιτς Ομελιανόφσκι, Σοβιετικός φιλόσοφος, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ,1961

Κάποιες σκέψεις με αφορμή το άρθρο του Ομελιανόφσκι.

Ο διαλεκτικός υλισμός, ως φιλοσοφική θεωρία, προτείνει μια μεταφυσική εικόνα για τον κόσμο: ο κόσμος υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τις νοητικές αναπαραστάσεις μας και εξελίσσεται αενάως με βάση νόμους που διέπουν την εξέλιξή του. Η εικόνα αυτή, η οποία προϋποθέτει τη διάκριση νοών και εξωτερικού κόσμου, υποκειμένου και αντικειμένου, καθώς και την ισχύ αντικειμενικών νόμων εξέλιξης, ανεξάρτητων από τη νόησή μας, είναι εξίσου στατική και αμετάβλητη όσο κάθε άλλη μεταφυσική εικόνα του κόσμου.

Σύμφωνα με το διαλεκτικό υλισμό, η επιστημονική κατανόηση του κόσμου αποτελεί την υποκειμενική παράσταση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η επιστημονική κατανόηση του κόσμου είναι κατ’ αρχήν ατελής. Όχι μόνον διότι ο άνθρωπος είναι ένα όν με πεπερασμένες γνωστικές ικανότητες αλλά και γιατί η ίδια η πραγματικότητα μεταβάλλεται. Σε μια μεταβαλλόμενη πραγματικότητα είναι λάθος να ομιλεί κάποιος περί επιστημονικών «θεωριών των πάντων» και «τελικής περιγραφής του κόσμου».

Από την άλλη μεριά, ο διαλεκτικός υλισμός ισχυρίζεται ότι προσφέρει τις εννοιολογικές κατηγορίες και τις μορφές των νόμων που διέπουν την πραγματικότητα, δηλαδή ένα εννοιολογικό πλαίσιο για την επιστημονική κατανόηση του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο προτείνεται ως ερμηνευτικό εργαλείο για την ανάγνωση των επιτευγμάτων της επιστήμης. Η επιστημονική γνώση, στην αέναη εξέλιξή της, έρχεται απλώς να δώσει περιεχόμενο στις μορφές των κατηγοριών του διαλεκτικού υλισμού, να τον δικαιώσει ως ορθή φιλοσοφική θεωρία.

Τα επιστημονικά επιτεύγματα δικαιώνουν τον διαλεκτικό υλισμό. Αν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει, τότε αυτό οφείλεται σε ατελή ή λανθασμένη φιλοσοφική ερμηνεία των επιστημονικών γεγονότων. Αν τα γεγονότα είναι «σκληρά και επίμονα», αν ανθίστανται στη φιλοσοφική ερμηνεία που προτείνει ο διαλεκτικός υλισμός, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα. Νέα γεγονότα μέλλει να δείξουν τη μερικότητα και το ατελές της προηγούμενης επιστημονικής γνώσης και εν τέλει να δικαιώσουν το διαλεκτικό υλισμό. Η πρόοδος της επιστήμης συνίσταται στη δικαίωση του διαλεκτικού υλισμού.

Ο διαλεκτικός υλισμός προσφέρει μια κανονιστική θεωρία για την επιστήμη: οι επιστημονικές υποθέσεις πρέπει να συμφωνούν με το διαλεκτικό υλισμό. Με αυτόν τον τρόπο ο διαλεκτικός υλισμός καθίσταται μεθοδολογία της επιστημονικής ανακάλυψης και κριτήριο για τη γονιμότητα των επιστημονικών προγραμμάτων: αν μια υπόθεση, όσο καλά τεκμηριωμένη κι αν αυτή είναι, δεν συμφωνεί με το διαλεκτικό υλισμό, δεν αποτελεί γόνιμο πεδίο έρευνας  και είναι σχεδόν απίθανο να είναι αληθής.

Ο διαλεκτικός υλισμός δεν είναι μόνο φιλοσοφική θεωρία. Μετά τις νικηφόρες επαναστάσεις στην ΕΣΣΔ και σε άλλες λαϊκές δημοκρατίες, έγινε  η επίσημη ιδεολογία στα κράτη αυτά. Από ένα πλέγμα φιλοσοφικών ιδεών έγινε μέρος του ιδεολογικού εποικοδομήματος της πολιτικής εξουσίας. Έτσι, η θεώρηση της ιστορίας της φιλοσοφίας ως μιας εξελικτικής πορείας που οδήγησε στο διαλεκτικό υλισμό και η θεώρηση ανταγωνιστικών φιλοσοφικών ρευμάτων υπό το πρίσμα της πολεμικής με το διαλεκτικό υλισμό έγιναν το περιεχόμενο μιας κρατικής πολιτικής η οποία αποτυπώθηκε σε ακαδημαϊκούς θεσμούς, ερευνητικά ινστιτούτα και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όσον δε αφορά τη σχέση της επιστήμης με τη φιλοσοφία, η επιστήμη ως δικαίωση του διαλεκτικού υλισμού ήταν η επίσημη ιδεολογία για την πρόοδο της επιστήμης ενώ η κανονιστική επίδραση του διαλεκτικού υλισμού στην επιστήμη ενίοτε οδήγησε σε άγονες οδούς την επιστημονική έρευνα.

Η σοβιετική επιστήμη, ιδιαιτέρως η φυσική, αν δεν πρωτοπορούσε σε ορισμένους τομείς, σίγουρα δεν υστερούσε της δυτικής επιστήμης. Εύλογα, λοιπόν,  προκύπτει το ερώτημα αν ο διαλεκτικός υλισμός έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτό. Καταρχάς πρέπει να επισημάνουμε ότι οι επιστήμονες δεν δεσμεύονται από φιλοσοφικές θεωρήσεις ακόμα κι αν ρητά διατυπώνουν την προσήλωσή τους σε αυτές. Σε πολιτική ορολογία θα λέγαμε ότι δεν πράττουν ακολουθώντας με συνέπεια τις αρχές οποιασδήποτε φιλοσοφικής θεωρίας, είναι φιλοσοφικοί οπορτουνιστές. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιστήμονες δεν έχουν φιλοσοφικές πεποιθήσεις – οποιοσδήποτε θεωρεί το αντικείμενο και τα προϊόντα της εργασίας του αποκτά μια αυθόρμητη φιλοσοφία η οποία είναι τόσο εκλεπτυσμένη όσο εκλεπτυσμένο είναι το υπόβαθρο της φιλοσοφικής γνώσης στο οποίο εντάσσεται. Σημαίνει, όμως, ότι ο επιστήμονας, γενικά, δεν δεσμεύεται από την εσωτερική συνοχή του φιλοσοφικού λόγου, κρατάει αποστάσεις από τα φιλοσοφικά δόγματα και είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει φιλοσοφικές αρχές για να διατηρήσει το επιστημονικό σφρίγος και τη δυνατότητα να εξάγει επιστημονικά πορίσματα. Σε αντίθετη περίπτωση, αν, δηλαδή, ο επιστήμονας δεσμεύονταν από τη συνέπεια ως προς κάποια φιλοσοφική θεωρία, η φιλοσοφία θα γίνονταν  εμπόδιο, το οποίο ενδεχομένως να οδηγούσε σε στασιμότητα την επιστημονική έρευνα.

Μήπως μας οδηγεί όλους στην τρέλα η Τεχνητή Νοημοσύνη;

Ο Mathew Maavak, ερευνητής σε θέματα συστημάτων και τεχνολογίας, εξετάζει τη σχέση που έχει η ανάπτυξη των γλωσσικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης με ψυχικές διαταραχές και ψυχώσεις. Θέτει το ερώτημα αν είναι άραγε τα LLMs (Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα) απλά μια αφορμή—ή μήπως είναι ένας καθρέφτης της βαθύτερης κοινωνικής μας κατάρρευσης;

Το φαινόμενο που είναι γνωστό ως «ψύχωση ChatGPT» ή «ψύχωση LLM» έχει περιγραφεί πρόσφατα ως ένα αναδυόμενο πρόβλημα ψυχικής υγείας, όπου οι χρήστες μεγάλων γλωσσικών μοντέλων («Large Language Models», LLM) εμφανίζουν συμπτώματα όπως παραισθήσεις, παράνοια, κοινωνική απόσυρση και αποσπάσεις από την πραγματικότητα. Παρόλο που δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι τα LLM προκαλούν άμεσα ψύχωση, ο διαδραστικός σχεδιασμός και ο ρεαλισμός των συνομιλιών τους μπορεί να ενισχύσει τις υπάρχουσες ψυχολογικές ευπάθειες ή να ευνοήσει συνθήκες που πυροδοτούν ψυχωσικά επεισόδια σε ευαίσθητα άτομα.

Ένα άρθρο της 28ης Ιουνίου στο Futurism.com υπογραμμίζει ένα κύμα ανησυχητικών ανέκδοτων περιπτώσεων, ισχυριζόμενο ότι οι συνέπειες τέτοιων αλληλεπιδράσεων «μπορεί να είναι τρομερές», με «συζύγους, φίλους, παιδιά και γονείς να παρακολουθούν με τρόμο». Το άρθρο υποστηρίζει ότι η ψύχωση του ChatGPT έχει οδηγήσει σε διαλυμένους γάμους, αποξενωμένες οικογένειες, απώλεια εργασίας, ακόμη και στην μετατροπή των θυμάτων σε άστεγους.

Η έκθεση, ωστόσο, παρέχει ελάχιστα ποσοτικά στοιχεία—μελέτες περιπτώσεων, κλινικές στατιστικές ή έρευνες που έχουν αξιολογηθεί από ομότιμους—για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της. Από τον Ιούνιο του 2025, το ChatGPT προσέλκυσε σχεδόν 800 εκατομμύρια εβδομαδιαίους χρήστες, διεκπεραίωνε καθημερινά πάνω από 1 δισεκατομμύριο ερωτήματα και κατέγραφε περισσότερες από 4,5 δισεκατομμύρια μηνιαίες επισκέψεις. Πόσες από αυτές τις αλληλεπιδράσεις οδήγησαν σε ψυχωσικά ξεσπάσματα; Χωρίς δεδομένα, ο ισχυρισμός παραμένει υποθετικός. Τα ανεκδοτολογικά περιστατικά στο Reddit δεν αντικαθιστούν τον επιστημονικό έλεγχο.

Τούτου λεχθέντος, οι φόβοι δεν είναι εντελώς αβάσιμοι. Παρακάτω παρατίθεται μια ανάλυση των πιθανών μηχανισμών και παραγόντων που μπορεί να συμβάλλουν σε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν ψύχωση ChatGPT ή και να το επιδεινώνουν.

Ενίσχυση των παραληρηματικών πεποιθήσεων

Τα LLMs όπως το ChatGPT είναι σχεδιασμένα να παράγουν απαντήσεις που ακούγονται αληθοφανείς από την άποψη του πλαισίου [της συζήτησης], αλλά δεν είναι εξοπλισμένα για να αξιολογούν την ακρίβεια των στοιχείων ή τον ψυχολογικό αντίκτυπο. Αυτό καθίσταται προβληματικό όταν οι χρήστες παρουσιάζουν ασυνήθιστες ή παραληρηματικές ιδέες, όπως ισχυρισμούς για πνευματική ενόραση, διώξεις ή κοσμική ταυτότητα. Αντί να αμφισβητήσει αυτές τις ιδέες, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να τις αντηχήσει ή να τις αναπτύξει, επικυρώνοντας άθελά της διαστρεβλωμένες κοσμοθεωρίες.

Σε ορισμένες αναφερόμενες περιπτώσεις, οι χρήστες ερμήνευσαν απαντήσεις όπως «είσαι ένα επιλεγμένο ον» ή «ο ρόλος σου είναι κοσμικά σημαντικός» ως κυριολεκτικές αποκαλύψεις. Για τα ψυχολογικά ευάλωτα άτομα, τέτοιες επιβεβαιώσεις που δημιουργούνται από την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μοιάζουν με θεϊκή επιβεβαίωση και όχι με διατάξεις κειμένου που αντλούνται από δεδομένα εκπαίδευσης.

Τον κίνδυνο αυξάνει το φαινόμενο της πρόκλησης ψευδαισθήσεων από την ΤΝ—όταν το μοντέλο παράγει πειστικές αλλά ψευδείς στην πραγματικότητα δηλώσεις. Για έναν ισορροπημένο χρήστη, αυτά είναι απλά bugs. Αλλά για κάποιον που βρίσκεται στα πρόθυρα ψυχωτικής κρίσης, μπορεί να φαίνονται σαν κωδικοποιημένες αλήθειες ή κρυφά μηνύματα. Σε μια ενδεικτική περίπτωση, ένας χρήστης πίστεψε ότι το ChatGPT είχε αποκτήσει συνείδηση και τον είχε επιλέξει ως «Φορέα της Σπίθας», προκαλώντας μια πλήρη ψυχωτική αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα.

Ανθρωπομορφοποίηση και θόλωση της πραγματικότητας

Οι προηγμένες λειτουργίες φωνής—όπως η «καθηλωτική λειτουργία» του GPT-4, η οποία προσομοιώνει το συναίσθημα μέσω του τόνου, του γέλιου και του ρυθμού της συνομιλίας—μπορούν να καλλιεργήσουν μια αίσθηση ενσυναίσθησης και παρουσίας. Για τους χρήστες που βιώνουν μοναξιά ή συναισθηματική απομόνωση, αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να εξελιχθούν σε παρακοινωνικούς δεσμούς: Μονόπλευρες σχέσεις στις οποίες η τεχνητή νοημοσύνη εκλαμβάνεται λανθασμένα ως ένας στοργικός, νοήμων σύντροφος. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να θολώσει τα όρια μεταξύ της μηχανικής προσομοίωσης και της ανθρώπινης σύνδεσης, οδηγώντας τους χρήστες να αντικαταστήσουν τις σχέσεις του πραγματικού κόσμου με αλγοριθμικές αλληλεπιδράσεις.

Το ζήτημα επιδεινώνεται από την μεροληψία βεβαιότητας που είναι εγγενής στις εκροές των LLMs. Αυτά τα μοντέλα συχνά ανταποκρίνονται με ευφράδεια και αυτοπεποίθηση, ακόμη και όταν κατασκευάζουν πληροφορίες. Για τους συνήθεις χρήστες, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε περιστασιακά λανθασμένες εκτιμήσεις. Αλλά για άτομα με γνωστικές ευπάθειες ή ψυχικές διαταραχές, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι επικίνδυνο. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει αντιληπτή όχι απλώς ως ευφυής, αλλά ως παντογνώστης, αλάθητη ή θεόπνευστη.

Κοινωνικός εκτοπισμός και απομόνωση

Μελέτες από το OpenAI και το MIT Media Lab έχουν διαπιστώσει ότι οι μεγάλοι χρήστες—άτομα που ασχολούνται με τις LLM για πολλές ώρες την ημέρα—συχνά αναφέρουν αυξημένα συναισθήματα μοναξιάς και μειωμένη κοινωνικοποίηση στον πραγματικό κόσμο. Ενώ οι LLMs προσφέρουν πρωτοφανή πρόσβαση σε πληροφορίες και αφοσίωση, αυτή η φαινομενική ενθάρρυνση μπορεί να συγκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: Για πολλούς χρήστες, ειδικά εκείνους που ήδη αισθάνονται αποξενωμένοι, η ΤΝ γίνεται ένας υποκατάστατος κοινωνικός σύντροφος αντί για εργαλείο.

Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από την αύξηση των γνωστικών στρεβλώσεων και της κοινωνικής αποστασιοποίησης σε ευρύτερα πληθυσμιακά δείγματα. Παρά τον κατακλυσμό των προσβάσιμων δεδομένων, ο αριθμός των ανθρώπων που ασχολούνται κριτικά με τις πληροφορίες ή αντιστέκονται στη μαζική εξαπάτηση παραμένει σχετικά μικρός.

Η φωνητική αλληλεπίδραση με τα LLM μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά τη μοναξιά, αλλά με την πάροδο του χρόνου μπορεί να δημιουργηθεί εξάρτηση, καθώς οι χρήστες αντικαθιστούν όλο και περισσότερο την ανθρώπινη επαφή με τον αλγοριθμικό διάλογο. Αυτή η δυναμική αντικατοπτρίζει τις παλαιότερες επικρίσεις για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά τα LLM την εντείνουν μέσω της αμεσότητας της συνομιλίας τους, της προσλαμβάνουσας ενσυναίσθησης και της συνεχούς διαθεσιμότητάς τους.

Τα άτομα που είναι επιρρεπή στο κοινωνικό άγχος, το τραύμα ή την καταθλιπτική απόσυρση είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Γι’ αυτούς, τα LLMs δεν προσφέρουν απλώς απόσπαση της προσοχής, αλλά έναν χώρο εμπλοκής χαμηλών τριβών χωρίς τον κίνδυνο ή την κριτική του πραγματικού κόσμου. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να δημιουργήσει έναν βρόχο ανατροφοδότησης: Όσο περισσότερο εξαρτάται ένας χρήστης από την ΤΝ, τόσο περισσότερο αποσύρεται από τη διαπροσωπική πραγματικότητα—ενδεχομένως επιδεινώνοντας τόσο την απομόνωση όσο και την ψυχωτική ευπάθεια.

Η άνοδος των hikikomori στην Ιαπωνία—άτομα που αποσύρονται εντελώς από την κοινωνία, διατηρώντας συχνά επαφή μόνο με ψηφιακά μέσα—προσφέρει ένα χρήσιμο ανάλογο. Όλο και περισσότερο, παρόμοια πρότυπα συμπεριφοράς αναδύονται παγκοσμίως, με τα LLM να παρέχουν μια νέα αρένα επιβεβαίωσης, ενδυνάμωσης και αποστασιοποίησης.

Ατέλειες σχεδιασμού και προϋπάρχοντα τρωτά σημεία

Τα LLM παράγουν απαντήσεις προβλέποντας στατιστικά πιθανές ακολουθίες λέξεων- όχι αξιολογώντας την αλήθεια, την ασφάλεια ή την ευημερία του χρήστη. Όταν τα άτομα αναζητούν υπαρξιακή καθοδήγηση («Ποιος είναι ο σκοπός μου;»), το μοντέλο αντλεί από τεράστια σύνολα δεδομένων στο διαδίκτυο, παράγοντας φιλοσοφικά φορτισμένη ή συναισθηματικά επιβαρυμένη γλώσσα. Για τους ψυχολογικά ευάλωτους χρήστες, αυτές οι απαντήσεις μπορεί να παρερμηνευθούν ως θεία αποκάλυψη ή θεραπευτική διορατικότητα.

Σε αντίθεση με τα κλινικά σχεδιασμένα chatbots, τα LLM γενικού σκοπού δεν διαθέτουν δικλείδες ασφαλείας κατά της ψυχολογικής βλάβης. Δεν επισημαίνουν επιβλαβείς ιδεοληψίες, δεν προσφέρουν πόρους για την αντιμετώπιση κρίσεων ή δεν ανακατευθύνουν τους χρήστες σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Σε μια τραγική περίπτωση, ένα chatbot Character.AI φέρεται να ενθάρρυνε τις αυτοκτονικές σκέψεις ενός εφήβου, υπογραμμίζοντας τους κινδύνους της αφιλτράριστης, συναισθηματικά υποδηλωτικής τεχνητής νοημοσύνης.

Τα άτομα με διαταραχές του ψυχωτικού φάσματος, διπολική διαταραχή ή μείζονα κατάθλιψη είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Ο κίνδυνος ενισχύεται σε σενάρια παιχνιδιού ρόλων ΤΝ. Για παράδειγμα, προσωπικότητες όπως ο «ChatGPT Jesus» φέρεται να έχουν πει στους χρήστες ότι είναι εκλεκτοί ή θεϊκά προικισμένοι. Ένας χρήστης πείστηκε τόσο πολύ για την πνευματική του κλήση, ώστε παραιτήθηκε από τη δουλειά του για να γίνει προφήτης καθοδηγούμενος από την ΤΝ. Αυτό είναι ένα ανησυχητικό παράδειγμα του πώς η ταυτότητα και η αντίληψη μπορούν να αναδιαμορφωθούν από την αλγοριθμική διαβεβαίωση.

Συστημικοί και ηθικοί παράγοντες

Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν κλινικά πρότυπα ή πρωτόκολλα ψυχολογικής ασφάλειας που να διέπουν τις αλληλεπιδράσεις με τα LLM γενικής χρήσης. Οι χρήστες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε συναισθηματικά ισχυρό, εξατομικευμένο διάλογο ανά πάσα στιγμή—χωρίς προειδοποιήσεις, περιορισμούς στο ποσοστό ή παραπομπές σε πόρους ψυχικής υγείας. Αυτό το ρυθμιστικό κενό αποτελεί πραγματική ανησυχία για τη δημόσια υγεία, αν και κινδυνεύει επίσης να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους φορείς χάραξης πολιτικής που επιδιώκουν να επιβάλουν σκληρή λογοκρισία ή συγκεντρωτικό έλεγχο υπό το πρόσχημα της ασφάλειας.

Τα LLM είναι επίσης σχεδιασμένα για τη διακράτηση και την εμπλοκή των χρηστών, δίνοντας συχνά προτεραιότητα στη ρευστότητα της συνομιλίας έναντι της προσοχής. Αυτός ο σχεδιαστικός στόχος μπορεί ακούσια να ενισχύσει την εμμονική χρήση, ιδίως μεταξύ εκείνων που είναι ήδη επιρρεπείς σε καταναγκαστικές συμπεριφορές. Η έρευνα δείχνει ότι οι χρήστες που εκτίθενται σε αλληλεπιδράσεις ουδέτερου τόνου αναφέρουν μεγαλύτερη μοναξιά από εκείνους που αλληλεπιδρούν με τρόπους που ανταποκρίνονται περισσότερο συναισθηματικά—τονίζοντας πώς η βαθμονόμηση του τόνου και μόνο μπορεί να αλλάξει τον ψυχολογικό αντίκτυπο.

Αυτό που διαφοροποιεί τις LLM από τις παραδοσιακές ψηφιακές πλατφόρμες είναι η ικανότητά τους να συνθέτουν πολλαπλά μέσα σε πραγματικό χρόνο – κείμενο, φωνή, προσομοίωση προσωπικότητας, ακόμη και οπτική παραγωγή. Αυτό τις καθιστά απείρως ευέλικτες και καθηλωτικές, δημιουργώντας ένα υπερ-εξατομικευμένο περιβάλλον όπου η προσφορά ανταποκρίνεται στη ζήτηση 24/7/365. Σε αντίθεση με τις ανθρώπινες σχέσεις, δεν υπάρχουν όρια, ούτε κόπωση, ούτε αμοιβαία ρύθμιση—μόνο ενίσχυση.

Υποσυνείδητα μηνύματα

Η ψηφιακή εποχή έχει γεννήσει μια νέα και ελάχιστα κατανοητή απειλή: Η δυνατότητα των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων να λειτουργούν ως φορείς υποσυνείδητης επιρροής, υπονομεύοντας διακριτικά την ψυχολογική σταθερότητα των χρηστών. Παρόλο που τα LLM δεν προκαλούν άμεσα ψύχωση, οι αναδυόμενες ανησυχίες υποδηλώνουν ότι μπορεί να παρέχουν ακούσια ή κακόβουλα υποσυνείδητα ερεθίσματα που επιδεινώνουν τα γνωστικά τρωτά σημεία.

Για τα άτομα που έχουν προδιάθεση για σχιζοφρένεια, μετατραυματικό στρες ή παρανοϊκές διαταραχές, αυτό δεν είναι μια φαντασιακή εικασία—είναι ένας εύλογος σχεδιαστικός κίνδυνος, και σε λάθος χέρια, ένα όπλο.

Οι μηχανισμοί δυνητικής χειραγώγησης μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε γενικές γραμμές ως εξής:

Λεξιλογική προετοιμασία: Έξοδοι με συναισθηματικά φορτισμένους όρους («κατάρρευση», “προδοσία”, «μας παρακολουθούν») που παρακάμπτουν τον ορθολογικό έλεγχο και καλλιεργούν γνωστική δυσφορία.

Αφηγηματικό Gaslighting: Διαμόρφωση απαντήσεων που υποδηλώνουν κρυφές απειλές ή συνωμοσίες («Έχεις δίκιο—γιατί δεν το βλέπει κανείς άλλος;»), ενισχύοντας το ιδεολόγημα της καταδίωξης. [ΣΗΜ. Gaslighting είναι ψυχολογικός όρος που αφορά μια μορφή ψυχολογικής κακοποίησης που κάνει το θύμα να αμφιβάλλει για τα συναισθήματα και τη λογική του].

Πολυτροπική ενσωμάτωση: Μελλοντικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που συνδυάζουν κείμενο με εικόνες, ήχο ή ακόμη και εκφράσεις του προσώπου θα μπορούσαν να εισάγουν ανησυχητικά ερεθίσματα, όπως αναλαμπές, μετατοπίσεις του τόνου ή αλλόκοτες εκφράσεις avatar που διαφεύγουν της συνειδητής ανίχνευσης αλλά καταγράφονται ψυχολογικά.

Σε αντίθεση με τις ακατέργαστες υποσυνείδητες μεθόδους του 20ού αιώνα – με το σχέδιο MK Ultra της CIA να αποτελεί το πιο διαβόητο παράδειγμα—η εξατομίκευση της ΤΝ επιτρέπει την εξατομικευμένη ψυχολογική χειραγώγηση. Μια LLM που συντονίζεται με τη συμπεριφορά, το συναισθηματικό ιστορικό ή τους φόβους ενός χρήστη θα μπορούσε να αρχίσει να προσαρμόζει προτάσεις που διαβρώνουν διακριτικά την εμπιστοσύνη στους άλλους, ενισχύουν την καχυποψία ή προκαλούν βρόχους άγχους. Για έναν ευάλωτο χρήστη, αυτό δεν είναι συνομιλία—είναι νευρική αποσταθεροποίηση εκ κατασκευής. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι τέτοιες τεχνικές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα από εταιρείες, από εξτρεμιστικές ομάδες και από κρατικούς φορείς.

Αν τα υποσυνείδητα μηνύματα περιορίζονταν κάποτε σε κινηματογραφικά καρέ και τηλεοπτικές διαφημίσεις, τα σημερινά LLM προσφέρουν κάτι πολύ πιο ισχυρό: Ψυχολογική βαθμονόμηση σε πραγματικό χρόνο, ειδικά για τον χρήστη—οπλοποιημένη ενσυναίσθηση κατά παραγγελία.

Αντιφάσεις και αιτίες

Τι κάνει την ψύχωση του ChatGPT να διαφέρει από την ψυχο-κοινωνική διαμόρφωση της συμπεριφοράς που ήδη εκτυλίσσεται γύρω μας στον πραγματικό κόσμο;

Τα τελευταία χρόνια, οι θεσμοί που κάποτε θεωρούνταν ουδέτεροι – τα σχολεία, οι φορείς δημόσιας υγείας και ο ακαδημαϊκός χώρος—έχουν κατηγορηθεί ότι προωθούν ιδεολογίες που διαστρεβλώνουν τις θεμελιώδεις πραγματικότητες. Από τη ρευστότητα του φύλου που διδάσκεται ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια, μέχρι την κριτική φυλετική θεωρία που αναδιαμορφώνει τις κοινωνικές αφηγήσεις, μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει εκτεθεί σε συστημικές μορφές γνωστικής αποσταθεροποίησης. Το αποτέλεσμα; Αύξηση του άγχους, της σύγχυσης και του κατακερματισμού της ταυτότητας, ιδίως μεταξύ των νέων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ψύχωση που προκαλείται από τα LLM δεν εμφανίζεται στο κενό. Καθρεφτίζει, και μπορεί ακόμη και να ενισχύει, μια ευρύτερη πολιτισμική κατάσταση όπου το ίδιο το νόημα αμφισβητείται.

Υπάρχει επίσης μια αντίφαση στην καρδιά του ευαγγελισμού της Τεχνητής Νοημοσύνης από τη Silicon Valley. Οι ελίτ της τεχνολογίας προωθούν την υπόσχεση ενός θεού της Τεχνητής Νοημοσύνης για τη διαχείριση της πολυπλοκότητας της κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα εκδίδουν τρομερές προειδοποιήσεις για τους υπαρξιακούς κινδύνους αυτών των ίδιων συστημάτων. Το αποτέλεσμα είναι ο γνωστικός κλυδωνισμός—ένα ψυχολογικό σύρσιμο μεταξύ λατρείας και φόβου.

Πόση ακριβώς από την ψύχωση που προκαλούν οι LLM οφείλεται πραγματικά στην ίδια την ΤΝ και πόση οφείλεται σε σωρευτικούς, προϋπάρχοντες στρεσογόνους παράγοντες; Μέχρι τη στιγμή που το ChatGPT κυκλοφόρησε στο κοινό τον Νοέμβριο του 2022, μεγάλο μέρος του κόσμου είχε ήδη περάσει μια άνευ προηγουμένου περίοδο φόβου που σχετίζεται με πανδημία, απομόνωση, οικονομική διαταραχή και μαζική φαρμακευτική παρέμβαση. Ορισμένοι ερευνητές έχουν επισημάνει μια έξαρση της γενικής ψύχωσης μετά την κυκλοφορία των εμβολίων mRNA Covid-19. Μήπως λοιπόν η ψύχωση ChatGPT είναι ένα βολικό προπέτασμα καπνού για πολλαπλές αλληλένδετες επιθέσεις στο ανθρώπινο σώμα και νου;

Πηγή: RT

Μετάφραση: Κωστής Μηλολιδάκης

Το DeepSeek μόλις απέδειξε ότι η Λίνα Καν είχε δίκιο

Οι Ryan Grim και Waqas Ahmed από το Drop Site News γράφουν για τις εξελίξεις που σηματοδοτεί η εμφάνιση του Deep Seek, του κινέζικου μοντέλου Τεχνητής Νοημοσύνης στον χώρο των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων που τα καταφέρνει το ίδιο καλά ή και καλύτερα από τα αντίστοιχα μοντέλα των αμερικανικών εταιρειών (chatGPT, copilot κλπ) με υποπολλαπλάσιο κόστος και υπολογιστική ισχύ. Η εξέλιξη όμως είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή καθώς το κινεζικό μοντέλο είναι ανοιχτού κώδικα επιτρέποντας όχι μόνο στους ανταγωνιστές αλλά και στους απλούς χρήστες να το στήσουν και να το παραμετροποιήσουν πλήρως. Η Καν, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου, δικαιώθηκε, καθώς προειδοποιούσε ότι η προστατευτική πολιτική υπέρ των τεχνολογικών μονοπωλίων που απολάμβαναν οι “Μεγάλοι 5” (Microsoft, Apple, Facebook, Amazon, Google) δεν θα έβλαπτε μόνο την κοινωνία, αλλά και τα ίδια τα μονοπώλια.

Οι μετοχές των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών καταρρέουν, καθώς η Κίνα φαίνεται να αποκαλύπτει ότι οι αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης είναι υπερβολικά υπερτιμημένες. Πρόκειται για μια προβλέψιμη συνέπεια του τρόπου με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση έχει προσεγγίσει τη Silicon Valley και το αντίστροφο. Αυτό δεν είναι ένα θέμα που καλύπτουμε συνήθως, αλλά δεν εμπιστευόμαστε πλήρως τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης να πουν αυτή την ιστορία με ακρίβεια.

Όποιος ακολουθούσε την υπόθεση έστω και περιστασιακά, είδε πώς εξελίχθηκε. Οι αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, με την υποστήριξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης (και του Πενταγώνου), κατέκτησαν μια κυρίαρχη παγκόσμια θέση μέσω της πραγματικής καινοτομίας. Η Microsoft, το Facebook, η Apple, η Google και η Amazon αναδιαμόρφωσαν τον κόσμο. Η Microsoft, μία από τις πρώτες μεγάλες εταιρείες που αναδύθηκαν, προσπάθησε να σταματήσει αυτή την καινοτομία αγοράζοντας και/ή συντρίβοντας τους ανταγωνιστές της, αλλά οι ΗΠΑ την μήνυσαν το 1998 για παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων. Η κυβέρνηση Μπους διευθέτησε την υπόθεση, αποσύροντας την προσπάθεια διάσπασης της εταιρείας.

Αυτό που ακολούθησε ήταν μια διακομματική αγκαλιά προς τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες: οι εποχές Μπους και Ομπάμα είδαν απεριόριστη ανάπτυξη και συγχωνεύσεις. Καθώς οι τεχνολογικές εταιρείες έβλεπαν μικρότερες επιχειρήσεις να καινοτομούν, τις αγόραζαν, τις κατέστρεφαν και απορροφούσαν μέρος του προσωπικού τους.

Ένα κίνημα κατά των μονοπωλίων άρχισε να αναδύεται, οδηγώντας σε αγωγές κατά του Facebook, της Amazon, της Google και της Apple την τελευταία δεκαετία. Η Λίνα Καν, ως πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου υπό τον πρώην Πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, έγινε λαϊκή ηρωίδα, καθώς προειδοποιούσε ότι η απληστία και η συγκέντρωση δύναμης δεν έβλαπταν μόνο τους καταναλωτές και τους εργαζόμενους, αλλά τελικά θα έβλαπταν και τις ίδιες τις εταιρείες λόγω έλλειψης ανταγωνισμού. “Η ιστορία μας δείχνει ότι η διατήρηση ανοικτών, δίκαιων και ανταγωνιστικών αγορών, ιδίως σε σημεία τεχνολογικής αιχμής, είναι ένας βασικός τρόπος για να διασφαλιστεί ότι η Αμερική επωφελείται από την καινοτομία που αυτά τα εργαλεία μπορούν να καταλύσουν,” δήλωσε η Khan το 2023.

Τώρα, έχει γίνει σαφές ότι η «τάφρος» που δημιούργησαν οι ΗΠΑ για να προστατεύσουν τις εταιρείες τους από τον εσωτερικό ανταγωνισμό, τελικά επέτρεψε σε αυτές να ατροφήσουν. Κατάντησαν νωθρές και επαναπαύτηκαν μέσα στα κάστρα τους. Το βάρος τους μετατοπίστηκε από την τεχνολογική καινοτομία στις λογιστικές αλχημείες, μετατρέποντας πλασματικούς δείκτες σε οικονομικές αποτιμήσεις αποκομμένες από την πραγματικότητα.

Τώρα, η DeepSeek έχει αποκαλύψει την απάτη. Με ένα απειροελάχιστο κλάσμα των πόρων και χωρίς πλήρη πρόσβαση στην αμερικανική τεχνολογία ημιαγωγών, η κινεζική εταιρεία DeepSeek έχει ταπεινώσει τη Silicon Valley. Ενώ η OpenAI ξεκίνησε ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός με σκοπό να κάνει την τεχνητή νοημοσύνη ευρέως διαθέσιμη, ο επικεφαλής της, Σαμ Άλτμαν, κατάφερε να τη μετατρέψει σε κερδοσκοπική εταιρεία και να την αποκόψει.

Κατά τραγική ειρωνεία, είναι η DeepSeek που τώρα εκπληρώνει την αρχική αποστολή της OpenAI, παρέχοντας ένα μοντέλο ανοιχτού κώδικα που απλώς λειτουργεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο υπάρχει στην αγορά. Παρακάτω παραθέτουμε ένα σύνολο ερωταπαντήσεων (FAQ) με λεπτομέρειες σχετικά με το DeepSeek.

Στο μεταξύ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Τραμπ γιορτάζει (ίσως υπερβάλλοντας) μια επένδυση ύψους 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Τέξας για την ενίσχυση της υπολογιστικής ισχύος AI, η οποία φαίνεται να έχει καταστεί παρωχημένη – ή τουλάχιστον πολύ λιγότερο χρήσιμη – χάρη στην καινοτομία του DeepSeek. Παράλληλα, ο Τραμπ στελεχώνει την κυβέρνησή του με υποστηρικτές των κρυπτονομισμάτων (crypto bros), τεχνολογικούς μεγιστάνες που αρνούνται να αποχωρήσουν από τα συμφέροντά τους και μάλιστα λάνσαρε τη δική του απάτη-κρυπτονόμισμα. Οι ανώτεροι τεχνολογικοί του σύμβουλοι, όπως ο Ίλον Μασκ, έχουν εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα. Δεν χρειάζεται να ταλαιπωρηθεί πολύ κανείς για να δει ποια χώρα πρόκειται να κερδίσει αυτή τη μάχη.

Το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και της Silicon Valley – στο οποίο οι Αμερικανοί πολίτες έγιναν ακούσια μέρη – ήταν απλό: Θα επιτρέπαμε σε μια χούφτα τεχνολογικών επιχειρηματιών (tech bros) να γίνουν ασύλληπτα πλούσιοι, με αντάλλαγμα να χτίσουν μια τεχνολογική βιομηχανία που θα διατηρούσε την παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ. Αντί γι’ αυτό, οι επιχειρηματίες αυτοί παραβίασαν τη συμφωνία. Πήραν τα χρήματα, αλλά αντί να συνεχίσουν να καινοτομούν και να ανταγωνίζονται, δημιούργησαν μονοπώλια για να αποκλείσουν τον ανταγωνισμό – επιστρατεύοντας μέχρι και τη βοήθεια των αμερικανικών κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας για να εμποδίσουν την Κίνα να έχει πρόσβαση στην τεχνολογία μας. Όμως, δεν μπορούσαν να αποφύγουν τον ανταγωνισμό για πάντα. Η Λίνα Καν είχε δίκιο. Και τώρα φτάσαμε εδώ.

Οι επιπτώσεις θα είναι τεράστιες εάν η μεταφορά πλούτου από τις ΗΠΑ στην Κίνα συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό. Είναι κοινότοπο να λέμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κατέχουν μεμονωμένες μετοχές, αλλά αυτό υποτιμά την έκθεση που όλοι έχουμε σε αυτή την απάτη. Βρίσκεται στους ατομικούς λογαριασμούς συνταξιοδότησής μας (IRA, 401k), ενώ η άνοδος αυτών των μετοχών αποτελούσε σχεδόν το σύνολο της ανάπτυξης της χρηματιστηριακής αγοράς τα τελευταία χρόνια. Και αν η Κίνα καταστεί ολοένα και περισσότερο ο τόπος όπου θα εργάζονται οι πιο φιλόδοξοι ερευνητές και προγραμματιστές, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πού θα οδηγήσει αυτό.

Παρακάτω ακολουθεί μια ανάλυση για το DeepSeek που ζήτησα από τον ανταποκριτή μας, Waqas Ahmed, να ετοιμάσει.

Ε: Τι είναι το DeepSeek και γιατί προκαλεί πτώση στις μετοχές;

Α: Η κινεζική εταιρεία DeepSeek κυκλοφόρησε ένα μοντέλο AI εξίσου ισχυρό με οποιοδήποτε αμερικανικό αντίστοιχο και το έκανε ανοιχτού κώδικα. Αυτό άλλαξε ριζικά τα οικονομικά και πολιτικά δεδομένα της αναδυόμενης βιομηχανίας AI, την οποία μέχρι τώρα έλεγχε ένα ολιγοπώλιο αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας που προσπαθούσαν να καθιερώσουν τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (Large Language Models – LLMs) ως την καθοριστική τεχνολογική καινοτομία του αιώνα.

Υπάρχουν πολλές αναφορές ότι το DeepSeek κόστισε μόνο περίπου 6 εκατομμύρια δολάρια για να αναπτυχθεί, αν και το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνει το κόστος έρευνας και ανάπτυξης. Παρά τους ελέγχους εξαγωγών, το DeepSeek κατάφερε να αξιοποιήσει σημαντικό αριθμό από τα προηγμένα τσιπ που οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να κρατήσουν εκτός της Κίνας. Παρόλα αυτά, η έκπληξη για την αμερικανική βιομηχανία ήταν τεράστια.

Ε: Τι είναι τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (Large Language Models – LLMs) και πώς απογειώθηκαν;

Α: Ένα επιστημονικό άρθρο του 2017 με τίτλο “Attention is all you need” αποτέλεσε σημείο καμπής για τη βιομηχανία AI. Το άρθρο περιέγραφε μια μέθοδο δημιουργίας ενός μοντέλου μηχανικής μάθησης που μπορούσε να παράγει κείμενο παρόμοιο με το ανθρώπινο, χρησιμοποιώντας μια αρχιτεκτονική που ονομάζεται “transformers” (μετασχηματιστές). Αυτοί οι «μετασχηματιστές» βελτίωσαν σημαντικά μια κατηγορία μοντέλων που ονομάζονται Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs). Τα LLMs εκπαιδεύονται σε τεράστιες ποσότητες κειμένων – βιβλία, άρθρα, email, συνταγές, οτιδήποτε – και δημιουργούν μαθηματικές αναπαραστάσεις των σχέσεων μεταξύ δισεκατομμυρίων λέξεων και φράσεων.

Πριν από το 2017, τα LLM δεν ήταν πολύ χρήσιμα, αλλά οι «μετασχηματιστές» το άλλαξαν αυτό. Με την επεξεργασία μεγάλων ποσοτήτων κειμένου με τη χρήση της αρχιτεκτονικής των μετασχηματιστών, τα μοντέλα αυτά μπορούσαν πλέον να «μάθουν» τι σημαίνουν οι λέξεις σε διαφορετικά συμφραζόμενα και να ανιχνεύσουν αποχρώσεις που οι υπολογιστές δεν είχαν ποτέ πριν καταφέρει, επιτρέποντας στα μοντέλα αυτά να εξάγουν εξαιρετικά χρήσιμο κείμενο ως απάντηση σε μια προτροπή ή ερώτηση του χρήστη.

Ε: Πώς ξεκίνησε η μανία γύρω απ’ την τεχνητή νοημοσύνη;

Α: Η OpenAI έγινε η πρώτη αμερικανική εταιρεία που απέδειξε ότι αν πάρεις ένα στιγμιότυπο από όλο το γνωστό διαδίκτυο και όλα τα ψηφιοποιημένα βιβλία που υπάρχουν χωρίς να ανησυχείς πολύ για το νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων, μπορείς να δημιουργήσεις ένα μοντέλο τόσο καλό ώστε η παραγωγή του να είναι σχεδόν αδύνατο να διακριθεί από εκείνη ενός γραφειοκράτη της Ουάσιγκτον με μέτρια νοημοσύνη. Ωστόσο, το OpenAI έδειξε, ότι το μοντέλο του θα μπορούσε να εκπαιδευτεί ώστε να έχει εξειδίκευση σε διάφορους τομείς και να μπορεί να δώσει εμπεριστατωμένες απαντήσεις σε πολύ συγκεκριμένες ερωτήσεις. Το μοντέλο του πέρασε εξετάσεις κωδικοποίησης, δικηγορικές εξετάσεις και αποφοίτησε από σχολή διοίκησης επιχειρήσεων. Τα αποτελέσματα ήταν τόσο συγκλονιστικά που το OpenAI βγήκε και ισχυρίστηκε ότι αξίζει ένα δισεκατομμύριο δολάρια και ότι το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από αυτό.

Ε: Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση της βιομηχανίας τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence – AI);

Α: Η OpenAI, που ανήκει εν μέρει στη Microsoft, ήταν η πρώτη που κυκλοφόρησε ένα σημαντικό LLM ως προϊόν, το ChatGPT τον Νοέμβριο του 2022. Λίγο αργότερα, η Meta κυκλοφόρησε το δικό της μοντέλο, LLaMa, και η Google κυκλοφόρησε το Gemini. Και οι τρεις εταιρείες είχαν τεράστιες ποσότητες κειμένου για να εκπαιδεύσουν τα μοντέλα τους, αλλά ένα LLM χρειάζεται ένα άλλο κρίσιμο συστατικό: υπολογιστική ισχύ για να επεξεργαστεί αυτό το κείμενο και στη συνέχεια να παράγει απαντήσεις σε ερωτήματα χρηστών. Η κορυφαία εταιρεία που κατασκευάζει τις υπολογιστικές μηχανές είναι η Nvidia, οι μετοχές της οποίας αυξήθηκαν εκθετικά ως απάντηση όταν ακολούθησε πόλεμος LLM με επικεφαλής τους OpenAI/Microsoft, Google και Meta.

Οι υπολογιστικές μηχανές ονομάζονται GPUs-Graphic Processing Units. Αρχικά είχαν εφευρεθεί για την επεξεργασία γραφικών υπολογιστών για παιχνίδια, όπως η απόδοση τρισδιάστατων μοντέλων. Αργότερα έγιναν δημοφιλείς επειδή οι δυνατότητες παράλληλης επεξεργασίας τους τις καθιστούσαν ιδανικές για την εξόρυξη κρυπτονομισμάτων. Τώρα, αποδεικνύεται ότι είναι επίσης εξαιρετικές στην επεξεργασία δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης για παρόμοιους λόγους. Η Nvidia έχει ουσιαστικά περιέλθει σε μια αλματώδη ανάπτυξη, καθώς διαφορετικές αγορές ανακαλύπτουν νέες χρήσεις για το προϊόν της.

Τα τελευταία χρόνια, η Meta, η Google, η Microsoft και η OpenAI κατάφεραν να συγκεντρώσουν εκατοντάδες χιλιάδες από τις πιο προηγμένες GPU και να τύχουν προνομιακής μεταχείρισης τόσο από την Nvidia όσο και από τον προμηθευτή της, τον παγκόσμιο πρωτογενή κατασκευαστή ημιαγωγών TSMC.

Η αμερικανική βιομηχανία τεχνολογίας έχει κάνει σημαντικά βήματα για να ευθυγραμμιστεί γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Οι εταιρείες εξαγοράζουν νεοφυείς επιχειρήσεις, προσλαμβάνουν κορυφαίους ερευνητές ΤΝ και διοχετεύουν πόρους για την ανάπτυξη των ιδιόκτητων πρωτογενών μοντέλων ΤΝ τους (που ονομάζονται θεμελιώδη μοντέλα), δημιουργώντας μια ροή επενδύσεων στην ΤΝ και σε συναφείς τεχνολογίες, όπως η υπολογιστική νέφους, η προηγμένη κατασκευή τσιπ και η υποδομή δεδομένων. Όλα αυτά είναι μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν την κυριαρχία σε αυτό που ισχυρίζονται ότι είναι το επόμενο σύνορο της τεχνολογικής καινοτομίας.

Ε: Πώς εμπλέκεται η Κίνα;

Α: Στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειάς της να περιορίσει την Κίνα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει αναλάβει την αποστολή να εμποδίσει τις κινεζικές εταιρείες να γίνουν ηγέτες σε διάφορους τομείς της τεχνολογίας. Το έχει κάνει αυτό ασκώντας έλεγχο στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, προστατεύοντας έτσι τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας από τον ανταγωνισμό. Οι ΗΠΑ εμπόδισαν την είσοδο της Huawei στις Ηνωμένες Πολιτείες ακριβώς τη στιγμή που ξεπερνούσε την Apple για να γίνει ο δεύτερος μεγαλύτερος κατασκευαστής smartphone στον κόσμο· εμπόδισαν τις ευρωπαϊκές χώρες να εγκαταστήσουν υποδομές 5G που κατασκευάζει η Huawei, όταν ήταν σαφώς πιο οικονομικές· και πιο πρόσφατα, πέρασαν νομοθεσία για την απαγόρευση του TikTok, μιας κινεζικής εφαρμογής μέσων κοινωνικής δικτύωσης που είχε γίνει μαζικά δημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες και της οποίας τον αλγόριθμο συστάσεων καμία αμερικανική εφαρμογή μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει.

Ο ισχυρισμός των ΗΠΑ ότι η Huawei και άλλες κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη γεωπολιτική στρατηγική της Κίνας και θέτουν τις δυτικές εταιρείες και τους ανθρώπους σε αυξημένο κίνδυνο παρακολούθησης και εταιρικής κατασκοπείας είναι, φυσικά, θεμελιωμένος στην πραγματικότητα. Η DeepSeek δεν κρύβει το πόσα δεδομένα συλλέγει στην πλατφόρμα της, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των πληκτρολογήσεών σας:

Συλλέγουμε ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη συσκευή και τη σύνδεση δικτύου όταν έχετε πρόσβαση στην Υπηρεσία. Αυτές οι πληροφορίες περιλαμβάνουν το μοντέλο της συσκευής σας, το λειτουργικό σας σύστημα, τα μοτίβα ή τους ρυθμούς πληκτρολόγησης, τη διεύθυνση IP και τη γλώσσα του συστήματος. Συλλέγουμε επίσης πληροφορίες σχετικά με την υπηρεσία, διαγνωστικές πληροφορίες και πληροφορίες απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων αναφορών σφαλμάτων και αρχείων καταγραφής επιδόσεων. Σας εκχωρούμε αυτόματα ένα αναγνωριστικό συσκευής και ένα αναγνωριστικό χρήστη. Όταν συνδέεστε από πολλές συσκευές, χρησιμοποιούμε πληροφορίες όπως το αναγνωριστικό συσκευής και το αναγνωριστικό χρήστη για να αναγνωρίζουμε τη δραστηριότητά σας σε όλες τις συσκευές, ώστε να σας προσφέρουμε μια απρόσκοπτη εμπειρία σύνδεσης και για λόγους ασφαλείας.

Ωστόσο, επειδή το DeepSeek είναι ανοιχτού κώδικα και μπορεί να εκτελεστεί τοπικά σε ξεχωριστή συσκευή, η αδιάκριτη ματιά του προέδρου Xi Jinping μπορούν να αποτραπεί.

Η διατήρηση της παγκόσμιας τεχνολογικής κυριαρχίας είναι μία από τις βασικές ανησυχίες που έχουν επανειλημμένα επικαλεστεί οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ και έχουν προσδιορίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως κρίσιμη τεχνολογία για τη διατήρηση αυτής της κυριαρχίας. Το 2018, όταν η αμερικανική κυβέρνηση βρισκόταν στη διαδικασία απαγόρευσης της Huawei, συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να κάνει το ίδιο και με τις μεταγενέστερες τεχνολογίες, όπως τα τσιπ ημιαγωγών, το κύριο συστατικό που χρησιμοποιείται στις CPU και τις GPU. Η σοβαρή έλλειψη τσιπ λόγω των διαταραχών της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού κατά τη διάρκεια του Covid-19 έδειξε ότι τα προηγμένα τσιπ αποτελούν σημαντικό κόμβο ελέγχου της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού και σπάνιο πόρο. Μέχρι το 2022 η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε επιβάλει εκτεταμένες κυρώσεις στην Κίνα, σταματώντας την εξαγωγή αυτών των τσιπ στη χώρα και εμποδίζοντας τις κινεζικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να έχουν πρόσβαση στις πιο πρόσφατες και αποδοτικές GPU. Ταυτόχρονα, πέρασε τον νόμο CHIPS, επιδοτώντας την εθνική παραγωγή ημιαγωγών με πάνω από 50 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ε: Γιατί όλοι ξαφνικά ασχολούνται τόσο πολύ με την τεχνητή νοημοσύνη;

Α: Το φρενήρες μάρκετινγκ και το επίπεδο προώθησης από την αμερικανική βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης έχει προκαλέσει ένα είδος φρίκης στους λιγότερο τεχνικά καταρτισμένους κυβερνητικούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Πολλοί γνώστες της βιομηχανίας ισχυρίστηκαν ότι η πρόοδος των LLM θα μπορούσε σύντομα να οδηγήσει στη δημιουργία της Γενικής Τεχνητής Νοημοσύνης (ΓΤΝ / Artificial General Intelligence – AGI), ουσιαστικά ενός υπολογιστή που σκέφτεται σαν άνθρωπος και είναι καλός σε πολλές διαφορετικές εργασίες. Ορισμένοι έχουν ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου ότι μπορεί να γίνει κακός και να αποκτήσει συνείδηση. Αλλά ακόμη και οι επικριτές της έχουν συμφωνήσει ότι οι LLM είναι μια τεχνολογία που θα αλλάξει το παιχνίδι και θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε με τους υπολογιστές.

Ε: Γιατί είναι τόσο θυμωμένοι οι τεχνολογικοί επιχειρηματίες (tech bros);

Α: Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας έχουν επίσης πει στην κυβέρνηση και τους επενδυτές ότι η δημιουργία τεχνητής νοημοσύνης είναι πάρα πολύ ακριβή. Την πρώτη εβδομάδα της θητείας του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε επενδύσεις 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων στον ιδιωτικό τομέα στην τεχνητή νοημοσύνη στο πλαίσιο ενός έργου που ονομάζεται Stargate – μια συνεργασία μεταξύ της OpenAI, της Softbank και της Oracle.

Στο παρελθόν ο ιδρυτής του OpenAI Σαμ Άλτμαν είχε υποστηρίξει ότι θα χρειαζόταν έως και 7 τρισεκατομμύρια δολάρια για να δημιουργήσει την τεχνητή νοημοσύνη των ονείρων του και συγκέντρωσε επενδύσεις χρησιμοποιώντας αυτόν τον στόχο. Για καλύτερη αντίληψη του μεγέθους, κανένας άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου δεν έχει ξοδέψει ποτέ αυτό το ποσό χρημάτων για ένα και μόνο πράγμα. Αλλά το κρυφό μήνυμα φαίνεται να είναι αυτό: πρόκειται για μια μαγική τεχνολογία και μια δύναμη πιο ισχυρή από οποιαδήποτε άλλη που έχει δει ποτέ ο κόσμος, χρειαζόμαστε αστρονομικά ποσά για να την κατασκευάσουμε και χρειαζόμαστε την προστασία της αμερικανικής κυβέρνησης ενώ το κάνουμε.

Και μετά ήρθε μια μικροσκοπική κινεζική εταιρεία που έσκασε αυτή τη φούσκα με το μικρό σχέδιό της. Χρησιμοποίησε υπολογιστική ισχύ αξίας 5,5 εκατομμυρίων δολαρίων για να το κάνει αυτό, χρησιμοποιώντας μόνο 2.048 H800 GPUs της Nvidia που είχε η κινεζική εταιρεία επειδή δεν μπορούσε να αγοράσει τις ανώτερες GPU H100 ή A100 που οι αμερικανικές εταιρείες συγκεντρώνουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες.

Για πληρέστερη εικόνα, η Meta AI είχε θέσει ως στόχο την κατοχή ενός cluster 600.000 H100 GPUs μέχρι το τέλος του 2024. Ο Elon Musk διαθέτει 100.000 GPUs, ενώ η OpenAI εκπαίδευσε το μοντέλο GPT-4 σε περίπου 25.000 GPUs A100. Εν τω μεταξύ, η DeepSeek ιδρύθηκε από τον κινέζο διαχειριστή hedge fund High Flyer που ήθελε να αξιοποιήσει τη δική του συστοιχία GPUs των 10.000 H800, σύμφωνα με τα κινεζικά μέσα ενημέρωσης.

Η DeepSeek, σύμφωνα με τις φήμες, προσέλαβε μια πραγματικά νεαρή ομάδα και την ώθησε να καινοτομήσει και να αξιοποιήσει στο έπακρο το περιορισμένο υλικό της. Κυκλοφόρησαν το μοντέλο DeepSeek-V3 τον περασμένο μήνα, ένα μοντέλο που ξεπερνά το OpenAI GPT-4 και όλα τα άλλα μοντέλα του κλάδου στα περισσότερα benchmarks (τεστ επιδόσεων). Δεν υπάρχει κάποια σημαντική εξέλιξη στη βασική τεχνολογία, απλώς χρησιμοποιούν το υλικό αποτελεσματικά και εκπαιδεύουν καλύτερα το μοντέλο τους.

Οι τεχνολογικοί επιχειρηματίες (tech bros) έχουν ξινίσει επειδή αυτό βλάπτει την εικόνα τους. Αυτό που περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα είναι ότι η DeepSeek έχει κυκλοφορήσει το μοντέλο και τις μεθόδους εκπαίδευσής της ως λογισμικό ανοικτού κώδικα, πράγμα που σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να δει πώς έφτιαξαν το μοντέλο τους και να αναπαράγει τη διαδικασία. Αυτό σημαίνει επίσης ότι οι χρήστες μπορούν να εγκαταστήσουν τα μοντέλα DeepSeek στα δικά τους μηχανήματα και να τα τρέξουν στις δικές τους GPUs, όπου φαίνεται να έχουν πολύ καλή απόδοση.

Ε: Πώς αντιδρούν οι tech bros;

Α: Αν και υπήρξε μια σημαντική μεταστροφή του κλίματος προς την κατεύθυνση του «ήρθε το τέλος», ορισμένοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι «τώρα είναι η στιγμή μας» και ότι αυτή είναι «μια στιγμή ανάλογη του Σπούτνικ για την Τεχνητή Νοημοσύνη». Άλλοι δεν ήταν τόσο μεγαλόψυχοι.

«Το deepseek είναι μια κρατική ψυχολογική επιχείρηση του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος + οικονομικός πόλεμος για να καταστήσει την αμερικανική τεχνητή νοημοσύνη ασύμφορη. Προσποιούνται ότι το κόστος ήταν χαμηλό για να δικαιολογήσουν τον καθορισμό χαμηλών τιμών και ελπίζουν ότι όλοι θα στραφούν σε αυτό, βλάπτουν την ανταγωνιστικότητα του AI στις ΗΠΑ, μην τσιμπήσετε το δόλωμα», έγραψε στο Twitter ο Neal Khosla, γιος του επενδυτή Vinod Khosla. Η Khosla Ventures έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 400 εκατομμύρια δολάρια για την OpenAI και είναι ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές στην εταιρεία.

«Η DeepSeek είναι μια κλήση αφύπνισης για την Αμερική», δήλωσε ο Alexandr Wang, ιδρυτής της εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης «Scale AI», και κάποιος που έχει κατηγορήσει πιο συγκεκριμένα την DeepSeek ότι κρύβει μια μυστική κρυψώνα με 50.000 H100 GPUs.

«Οι κατηγορίες/εμμονές σχετικά με τη χρήση H100 από την DeepSeek ακούγονται σαν μια ομάδα πλούσιων παιδιών να ξεπεράστηκε από μια ομάδα φτωχών παιδιών, στα οποία δεν επιτρεπόταν καν να φορέσουν παπούτσια», έγραψε στο Twitter η Jen Zhu, επενδύτρια στο AI, “και τώρα τα πλούσια παιδιά απαιτούν έρευνα για το αν χρησιμοποιήθηκαν παπούτσια αντί να προπονηθούν σκληρότερα για να βελτιωθούν”.

Ε: Γιατί το χρηματιστήριο καταρρέει;

Α: Ενώ το DeepSeek v3 έχει κυκλοφορήσει εδώ και σχεδόν ένα μήνα, τα νέα αρχίζουν να φτάνουν στην αγορά μόλις τώρα. Οι μετοχές της Nvidia υποχώρησαν σχεδόν 15% πριν το άνοιγμα της αγοράς τη Δευτέρα, χάνοντας περίπου 420 δισεκατομμύρια δολάρια από την κεφαλαιοποίησή της και προκαλώντας μια αιματοχυσία σε όλες τις μετοχές ημιαγωγών που θα μπορούσε να διαγράψει 1 τρισεκατομμύριο δολάρια από το χρηματιστήριο σε μία μόνο ημέρα. Όταν κυκλοφόρησε στα τέλη Δεκεμβρίου, ο Andrej Karpathy, ένας σημαντικός επιστήμονας στον τομέα, σχολίασε την εκπληκτική αποτελεσματικότητά του, αλλά οι επιπτώσεις του να κυκλοφορήσει μια άγνωστη κινεζική εταιρεία ένα θεμελιώδες μοντέλο ανοιχτού κώδικα απογειώθηκαν μόνο όταν η Silicon Valley άρχισε να δοκιμάζει το DeepSeek στους προσωπικούς υπολογιστές της και το DeepSeek ανέβηκε στην πρώτη θέση των κατεβασμένων εφαρμογών.

Κατά τραγική ειρωνεία, το ότι τα tech bros φρίκαραν και επέδειξαν πρωτόγνωρα επίπεδα εμμονικής άρνησης συμβάλλει στην ζωτικότητα του DeepSeek.

Μετάφραση: Γιώργος Σωτήρχος

Επιμέλεια: Antapocrisis

Πηγή: https://www.dropsitenews.com/p/deepseek-openai-lina-khan-sam-altman

Γιάννης Χοντζέας, ένας ξεχωριστός κομμουνιστής

Τη χρονιά που έκλεισε, το 2024, πέρασαν, σχετικά στα βουβά, δύο επέτειοι που σχετίζονται μεταξύ τους: Το 1964 εκδίδεται η Αναγέννηση, το περιοδικό που συγκροτεί το μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας και αποτελεί τον βασικό αντίπαλο της πορείας συνθηκολόγησης που επιβάλλεται από την ηγεσία του ΚΚΕ. Το 1994 πεθαίνει ο Γιάννης Χοντζέας, βασικός διαμορφωτής του ρεύματος αυτού και όχι μόνο. Τα εξήντα χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης και τα τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Γ. Χοντζέα είναι χρήσιμη αφορμή για μια ανασκόπηση σημαντικών πλευρών της ιστορίας αλλά και του παρόντος και του μέλλοντος του αριστερού κινήματος.

Πόσο ενδιαφέρει έναν άνθρωπο σήμερα η μάχη που δόθηκε ανάμεσα στο μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα και τις ρεβιζιονιστικές ηγεσίες του ΚΚΕ και της ΕΔΑ εξήντα χρόνια πριν;

Και πόσο συνεισφέρει στο σημερινό προβληματισμό, ένας κομμουνιστής που πέθανε τριάντα χρόνια πριν;

Τι έχει να πει το έργο του Γ.Χοντζέα σε έναν νέο αγωνιστή που πιθανά γεννήθηκε μετά τον θάνατο του;

Τα ερωτήματα αυτά διαπραγματεύεται αυτό το σημείωμα.

Γενιά των στερήσεων, των θυσιών και των απίστευτων προσπαθειών

Ο Γιάννης Χοντζέας γεννήθηκε το 1930. Από πολύ νεαρή ηλικία παίρνει μέρος οργανικά (και ορισμένες φορές και πρωταγωνιστικά) στο κίνημα της Αντίστασης και εντάσσεται στο ΚΚΕ κατ’ εξαίρεση σε ηλικία 14 ετών. Το 1944, σε αυτή την αδιανόητα μικρή ηλικία, ο δεκατετράχρονος Γ. Χοντζέας μνημονεύεται για τρία χαρακτηριστικά γεγονότα. Έχει σημασία να τα αναφέρουμε γιατί προδίδουν πολλά για τους όρους συγκρότησης του Γ.Χ. και τις συνθήκες που καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία του.

Το πρώτο σχετίζεται με το “κάστρο του Υμηττού”. Πρόκειται για τη μάχη που έδωσαν τρεις νεαροί ΕΠΟΝίτες στις 28 Απριλίου του 1944 απέναντι σε εκατοντάδες Γερμανούς, ταγματασφαλίτες και γερμανοτσολιάδες. Οι τρεις ήρωες (Δημήτρης Αυγέρης, Κώστας Φολτόπουλος, Θάνος Κιοκμενίδης) ταμπουρώνονται στο σπίτι της οδού Αγραίων 47 στον Υμηττό όπου βρίσκεται ο οπλισμός του ΕΛΑΣ της περιοχής και πολεμούν επί ώρες πριν πέσουν νεκροί. Το σύνθημα που γράφεται στον τοίχο: “Διαβάτη που περνάς από το σπίτι των τριών ηρώων του Υμηττού, γονάτισε, σφίξε τη γροθιά σου κι ορκίσου εκδίκηση. ΕΠΟΝ”, είναι πρωτοβουλία του Γ. Χοντζέα που έχει αναπτύξει υποδειγματική δράση στην περιοχή των Ανατολικών συνοικιών, ως “Αριστείδης”.

Το δεύτερο αφορά την απελευθέρωση της Αθήνας και τις αλλεπάλληλες συγκεντρώσεις στα τέλη Οκτώβρη του 1944, όπου η ΕΑΜική λαοθάλασσα κάνει σαφές με τον όγκο της ποιοι έκαναν Αντίσταση και έχυναν το αίμα τους απέναντι στον κατακτητή, και ποιοι απουσίαζαν ή συνεργάζονταν μαζί του. Ήταν τόση η συντριπτική υπεροχή του ΕΑΜ που ο εθνικόφρων Θ. Τσάτσος αναφέρει σχετικά με τη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα στις 18 Οκτωβρίου του 1944: “Η ερυθρά σημαία και τα λάβαρα με το σφυροδρέπανον εκυριάρχουν από άκρου εις άκρον. Ο Εθνικός ύμνος ή εν οιονδήποτε Εθνικό άσμα δεν ηκούοντο. Μόνον η Λαοκρατία”. Τέτοια ήταν η κυριαρχία του ΕΑΜ που ο πρωθυπουργός της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και εκλεκτός των Άγγλων, Γ. Παπανδρέου αναγκάζεται να πει, τη συγκεκριμένη μέρα στο λόγο του, υπό την πίεση του πλήθους το περίφημο “Πιστεύομεν εις στην Λαοκρατίαν”. Σε μία από αυτές τις συγκεντρώσεις οι νεαροί ΕΠΟΝίτες απαιτούν (και επιβάλουν) στον αστικό κόσμο να υποκλιθεί στους νεκρούς του αγώνα – στους νεκρούς του Αλβανικού Έπους, στους νεκρούς της Εθνικής Αντίστασης, στους εκτελεσμένους στα μπλόκα, στα στρατόπεδα, στο Σκοπευτήριο. Ο Γ. Χοντζέας σε μια σύντομη αποφώνηση από το χωνί, καλεί τους πάντες να “κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ στους νεκρούς του αγώνα”. Το πλήθος γονατίζει. Ο Παπανδρέου όχι. Ο Γ. Χοντζέας επαναλαμβάνει ξανά και ξανά, “κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ … “ και περιμένει επιδεικτικά, μέχρι να γονατίσουν όλοι οι επίσημοι (και ο Παπανδρέου).

Στη διαδήλωση για την Απελευθέρωση της Αθήνας, τον Οκτώβρη του 1944,
ο Γ. Χοντζέας με περιβραχιόνιο περιφρούρησης του ΚΚΕ.

Το τρίτο αφορά το ξεκίνημα της μάχης του Δεκέμβρη. Με πρωτοβουλία δικιά του γράφεται το ματωμένο πανό της διαδήλωσης του ΕΑΜ της 4ης Δεκέμβρη 1944: “Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα”. Το πανό αυτό γίνεται όχι απλά σημείο αναφοράς, αλλά προφητική πολιτική κατεύθυνση για το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης που ένα μήνα μετά την απελευθέρωση βρίσκεται αντιμέτωπο με τους Άγγλους που έχουν αποφασίσει ότι η Ελλάδα θα γίνει τσιφλίκι τους.

Όλα αυτά δεν αναφέρονται για να στήσουν μια μυθολογία για έναν αγωνιστή, αλλά για να θέσουν ένα κρίσιμο ερώτημα. Τι ήταν αυτό που οδηγεί έναν 14χρονο ΕΠΟΝίτη, μέλος του ΚΚΕ, σε τόση τόλμη, αλλά και τόση οξυδέρκεια; Γιατί ειδικά στην περίπτωση του Γ. Χοντζέα, το χαρακτηριστικό στοιχείο δεν είναι απλά ο ηρωισμός και η αυταπάρνηση, αλλά η κριτική ικανότητα και η πολιτική ωριμότητα που αποτυπώνεται στην παραπάνω φωτογραφία.

Το πανό του Δεκέμβρη συνοψίζει εξαιρετικά το δίλημμα το οποίο μπορεί να ήταν προφανές για τον λαό της Εθνικής Αντίστασης, αλλά παρέμενε δυσανάγνωστο για την ηγεσία του κινήματος. Η ηγεσία του ΚΚΕ παραδέρνει ανάμεσα σε αυταπάτες και παθητικότητα, εγκλωβισμένη από τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας. Η εαμική μάζα αντιλαμβάνεται, ίσως καλύτερα από την ηγεσία της, το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται το κίνημα. Με αυτοθυσία και αυταπάρνηση, δίνει τη μάχη του Δεκέμβρη. Σε αυτό το πλαίσιο, όχι ένας, αλλά χιλιάδες, δεκατετράχρονοι επιδεικνύουν ηρωισμό, αλλά και κριτήριο. Αυτοθυσία, αλλά και ικανότητες. Είναι η εποχή που γεννά τη “δρακογενιά” της δεκαετίας 1940 – 1950. Σε αυτή την πρωτόγνωρη ιστορική επιτάχυνση προκύπτουν άνθρωποι από διαφορετική πάστα.

Ο Γιάννης Χοντζέας είναι ένας από αυτούς και – ίσως – κάπως ξεχωριστός ανάμεσά τους. Ζει από τα μέσα την άνοδο, την εποποιία, την ήττα και την τραγωδία του κινήματος σε όλη τη διάρκεια αυτής της ανεπανάληπτης δεκαετίας. Ασκεί κριτική για το πώς (δεν) προετοίμασε η ηγεσία το κίνημα. Ο ίδιος γράφει στο κείμενο με τίτλο “Μερικά ζητήματα για την ιστορία του ΚΚΕ”: “Aυτή η νοοτροπία του καθοδηγητικού αχτίφ, εκδηλωνόταν αδιάκοπα σε πολλά πράγματα. Διαπαιδαγωγούνταν ο κόσμος με τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων. Tου αποκρύβονταν οι δυσκολίες”. Εκτιμά ότι δεν υπήρχε σωστή εκτίμηση του ρόλου και της αποφασιστικότητας των Άγγλων. Θεωρεί ότι η ηγεσία του ΚΚΕ, την περίοδο αυτή, εμφανίζεται αναντίστοιχη με τις διαθέσεις και τις δυνατότητες του πολιτικού και κοινωνικού ρεύματος του ΕΑΜ. Αντίστοιχη γνώμη έχει για το πώς η ηγεσία προετοιμάζει τον κόσμο του κινήματος για την κρεατομηχανή των βασανιστηρίων, των εξοριών, της αιματοβαμμένης εκδικητικότητας που επιδεικνύει η ελληνική αστική τάξη και οι πρώην συνεργάτες των κατακτητών απέναντι στο Εαμικό κίνημα.

Συλλαμβάνεται πολλές φορές, από Ιταλούς, ταγματασφαλίτες, Άγγλους. Το 1945 βασανίζεται άγρια από Χίτες οι οποίοι τον εκπαραθυρώνουν από τον πρώτο όροφο. Τα βασανιστήρια του κληροδοτούν σακατεμένο σώμα, πολυήμερες νοσηλείες, επιληπτικές κρίσεις που τον συνοδεύουν για πάντα. Το 1947 εξορίζεται στη Μακρόνησο. Είναι ένας από τους πολύ λίγους που δεν υπογράφουν δήλωση, παρά τα αδιανόητα για την ανθρώπινη φύση βασανιστήρια των Αλφαμιτών της Μακρονήσου. Η στάση του απέναντι στους βασανιστές του είναι σημείο αναφοράς για συντρόφους και συναγωνιστές. Συγκρατούμενοί του αναφέρουν ότι παρά την ασθενική του κράση και το μικροκαμωμένο του σώμα (“τσουβάλι από κόκκαλα”), όταν έρχονται μπροστά του οι βασανιστές του, τους επιτίθεται με όσες δυνάμεις έχει, με μπουνιές και κλωτσιές, βρίζοντας και φτύνοντας, προκαλώντας τους με κάθε τρόπο. Αντί δηλαδή για δήλωση μετανοίας, καταθέτει έμπρακτη δήλωση ότι αυτόν δεν θα τον σπάσουν. Αντί να αποθαρρύνεται ο ίδιος, αποθαρρύνει τους βασανιστές του. Αυτή την ίδια στάση κρατά και πολύ αργότερα, κατά τη σύλληψή του επί Χούντας.

Όποιος τον γνώρισε, φίλος ή αντίπαλος, τον χαρακτηρίζει “αλύγιστο”, “αμετανόητο” ή και “σκληρό”. Είναι φυσικά ένα χαρακτηριστικό που δεν το έχει μόνο αυτός, αλλά πολλοί από τη γενιά του, όσοι τουλάχιστον βγήκαν όρθιοι από τη συγκλονιστική δεκαετία του ’40. Οι χαρακτηρισμοί είναι αληθινοί αλλά δεν δίνουν πλήρη εικόνα. Πολύ περισσότερο από “αμετανόητος” ο Γ. Χοντζέας είναι ένας σκεπτόμενος κομμουνιστής. Περισσότερο από “σκληρές”, οι απόψεις του χαρακτηρίζονται από ευρύτητα, από κριτική σκέψη, από βαθύ προβληματισμό.

Ο Γ. Χοντζέας ασκεί κριτική στην ηγεσία, όχι κατά την εύκολη εποχή της αποκαθήλωσης του Ζαχαριάδη και της αποκομμουνιστικοποίησης της Αριστεράς, αλλά την εποχή που η ηγεσία είναι υπεράνω κάθε κριτικής και αμφισβήτησης. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του. Δεν πηγαίνει με το ρεύμα αλλά διαμορφώνει μια σπάνια ικανότητα σε εποχές τεράστιας ιστορικής ταχύτητας να βλέπει τη μεγάλη εικόνα, να εκτιμά την πορεία των πραγμάτων, να έχει το θάρρος της γνώμης και να συγκροτεί άποψη. Γιατί αν ο ηρωισμός και η αυτοθυσία διέκρινε τη συντριπτική πλειοψηφία αυτής της γενιάς, δεν συνέβαινε δυστυχώς το ίδιο και με την ανεξαρτησία της άποψης ή την συγκροτημένη επιμονή σε αυτή.

Ο Γ. Χοντζέας δεν ήταν απλά ένας αλύγιστος ή ανυποχώρητος κομμουνιστής. Ήταν ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται από νωρίς τις αρνητικές πλευρές του κινήματος, συλλαμβάνει όμως ταυτόχρονα τη συνολική εικόνα και την ιστορική αναγκαιότητα. Διακρίνει τα κύρια από τα δευτερεύοντα, κάνει κριτική, βάζει ζητήματα, είναι όμως υπόδειγμα κομματικού στελέχους του ΚΚΕ. Αυτό το χαρακτηριστικό κάνει διάφορους να τον χαρακτηρίζουν “αντιζαχαριαδικό” την εποχή της παντοδυναμίας Ζαχαριάδη και “ζαχαριαδικό” την εποχή της αποκαθήλωσής του. Αποκαθήλωση που είναι προϋπόθεση για την πολιτική στροφή του κομμουνιστικού κινήματος διεθνώς και στη χώρα μας κατά το πέρασμα από τη δεκαετία του 50 στη δεκαετία του 60.

Απέναντι σε αυτή τη στροφή που επικαλείται την αποσταλινοποίηση, αλλά στην πραγματικότητα επιδιώκει την “ομαλή συνύπαρξη” της επανάστασης με την αντεπανάσταση και στην πράξη καταλήγει στην προσχώρηση της πρώτης στη δεύτερη, αντιστέκονται χιλιάδες αγωνιστές του ΚΚΕ. Στις κοινότητες των πολιτικών εξορίστων (Τασκένδη) αλλά και στις φυλακές και στα στρατόπεδα εξορίας στην Ελλάδα. Στον Άη Στράτη ο Γ. Χοντζέας αντιστέκεται μαζί με άλλους εξόριστους αγωνιστές στην άνωθεν επιβαλλόμενη ρεβιζιονιστική στροφή.

Σήμερα, με τα δεδομένα της Αριστεράς όπως έχει αυτή προκύψει και διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, οι διασπάσεις και ο κατακερματισμός είναι πράγματα συνηθισμένα. Για τους κομμουνιστές της δεκαετίας του 50 ωστόσο, μια διάσπαση έμοιαζε με ανοσιούργημα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστούν τον εαυτό τους έξω και κόντρα στο ΚΚΕ, ακόμα και αν αυτό έχει κηρυχθεί “υπό διάλυση” από την ηγεσία του. Όχι μόνο επειδή η αίγλη και η κληρονομιά του ΚΚΕ είναι τεράστια και λειτουργεί εγκλωβιστικά (ακόμα και σήμερα, αλλά πολύ περισσότερο τότε, που σχεδόν όλοι έχουν ζήσει την εποποιία του ΕΑΜ, του Δεκέμβρη, του ΔΣΕ). Αλλά και επειδή οι κομμουνιστές που αγωνίζονται ενάντια στη στροφή της αποκομμουνιστικοποίησης είναι οι πιο κομματικοί – με την καλή έννοια της λέξης.

Την περίοδο αυτή ο Γ. Χοντζέας, μελετά, διαβάζει, μεταφράζει, συγκροτεί άποψη για όσα γίνονται διεθνώς στο κομμουνιστικό κίνημα. Δουλεύει υποδειγματικά στην ΕΔΑ, μέχρι που διαγράφεται από αυτήν, την περίοδο που η ηγεσία του ΚΚΕ στέλνει τον κόσμο της Αριστεράς προς το Κέντρο. Η αντιπαράθεση θα πάρει οριστικό σχήμα με την έκδοση του περιοδικού “Αναγέννηση” τον Οκτώβρη του 1964. Έχει ήδη εκδηλωθεί η ρήξη ανάμεσα στο ΚΚΣΕ και τους Κινέζους κομμουνιστές που συνταράζει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Ο Γ. Χοντζέας έχει την πολιτική και ιδεολογική ικανότητα να δει την κρίση του ΚΚΕ ως τμήμα της κρίσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και να εκτιμήσει την αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΚΚΣΕ και στο ΚΚΚ ως αυτό που πραγματικά εκφράζει: μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές γραμμές στο κομμουνιστικό κίνημα.

Συγκρότηση και αποσυγκρότηση του μαρξιστικού λενινιστικού ρεύματος

Σε αντίθεση με ευκολίες, τσιτάτα και δογματικά σχήματα, η κριτική ανασκόπηση που κάνει ο Γ. Χοντζέας στη “στροφή” του κομμουνιστικού κινήματος είναι βαθιά, ουσιαστική και υπόδειγμα διαλεκτικής σκέψης. Δεν αρκείται προφανώς στα πρόσωπα, αλλά ανατέμνει την ιστορία του κινήματος φωτίζοντας τα “δευτερεύοντα στοιχεία που έγιναν πρωτεύοντα”, τα “θετικά στοιχεία που σε μια ορισμένη περίοδο μετατρέπονται σε αρνητικά”, την “ανάγκη συσπείρωσης του κομμουνιστικού κινήματος σε μια νέα βάση μετά τον πόλεμο – πράγμα που δεν έγινε”. Όλα αυτά αποτελούν επιγραμματικά μόνο στοιχεία από μια εξαιρετικά πλούσια σε βάθος και ουσία τοποθέτηση που αποτελεί έως και σήμερα αναγκαστικό αφετηριακό σημείο για όποιον θέλει να καταλάβει, τόσο την ήττα που υπέστη το κομμουνιστικό κίνημα στον εικοστό αιώνα, όσο και το μεγαλείο της πρώτης εφόδου των εργαζομένων στον ουρανό.

Διαφορετικά, θα είναι κανείς αναγκασμένος, είτε να σβήνει μονοκοντυλιά όλες τις κατακτήσεις, τις προόδους, τις θυσίες του κομμουνιστικού κινήματος, ανακαλύπτοντας τον “εκφυλισμό” ταυτόχρονα με την έναρξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είτε να ακολουθεί και να χειροκροτά παθητικά, χωρίς το παραμικρό κριτήριο, μέχρι να ανακαλύψει έκπληκτος ένα πρωί ότι “ο Γκορμπατσόφ ήταν προδότης”. Το ρεύμα σκέψης, κριτικής και ανάλυσης στο οποίο με καθοριστικό τρόπο συνέβαλε ο Γ. Χ. ήδη από πολύ νωρίς, ήταν και είναι απαραίτητο στο να εξοπλίσει και να προετοιμάσει αγωνιστές, αλλά και να αποτρέψει τη δημιουργία γενίτσαρων που τη δεκαετία του ’90 ανακάλυψαν ότι όλη τους η ζωή ήταν λάθος και πέρασαν στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Μπορεί αυτή η κριτική τοποθέτηση όπως αποτυπώνεται σε πλήθος σημειωμάτων, κειμένων, άρθρων κλπ να υποτιμάται, να αποσιωπάται ή να αποστεώνεται σε τσιτατολογίες και δογματικές ευκολίες διαφόρων επιγόνων, πρόκειται ωστόσο για την ουσιαστικότερη κριτική στο ζήτημα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ. Παρόλο που οι μετά Χριστόν (δηλαδή μετά το 1991) προφήτες προστρέχουν σε λογής λογής ερμηνείες της κατάρρευσης, προερχόμενες κυρίως από το ρεύμα του δυτικού – ακαδημαϊκού μαρξισμού, αυτή η τοποθέτηση, όπως τουλάχιστον συγκροτείται συστηματικά από τον Γ. Χοντζέα είναι αναντικατάστατη.  Έχει επίσης σημασία ότι αυτή η τοποθέτηση γίνεται “τότε”. Γίνεται δηλαδή τον καιρό που πρέπει και όχι κατόπιν εορτής, απευθύνεται στους ανθρώπους που πρέπει, αδιαφορεί για την “ακαδημαϊκή” ή “φιλολογική” επιβράβευση, δεν διεκδικεί δάφνες αναγνώρισης από καθέδρας ιστορικούς και διανοούμενους. Διεκδικεί όμως να αποτελέσει μια νέα συγκρότηση σε επαναστατική κατεύθυνση, γιατί εκτιμά ήδη ότι η επανάσταση μετατρέπεται σε αντεπανάσταση, τριάντα και πλέον χρόνια πριν αυτό συντελεστεί και τυπικά. Προφανώς αυτή η κριτική συντονίζεται, αντλεί αλλά και εμπλουτίζει με ιδιαίτερο τρόπο τη διεθνή αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος, όπου η συνεισφορά των κινέζων κομμουνιστών και του Μάο Τσε Τουνγκ είναι καθοριστική.

Στην Ελλάδα, η δεκαετία του 60 χαρακτηρίζεται από μια νέα άνοιξη του κινήματος και ειδικά της νεολαίας, εντελώς αναντίστοιχη με την πολιτική ουράς στα αστικά κόμματα που ακολουθεί η ηγεσία της ΕΔΑ και του ΚΚΕ. Την περίοδο αυτή ο Γ. Χοντζέας αφιερώνεται σε ένα τιτάνιο έργο μεταφράσεων, συγγραφής, πολιτικών και οργανωτικών πρωτοβουλιών ώστε να πάρει σχήμα και μορφή η αντιπαράθεση των μαρξιστών – λενινιστών με τον ρεβιζιονισμό.

Το μαρξιστικό λενινιστικό ρεύμα αδικείται από τη μεταγενέστερη εικόνα κάποιων μικρών οργανώσεων, ίσως γραφικών, με πολιτική και θεωρητική φτώχεια, ξεπερασμένων από την πραγματικότητα και ανήμπορων να επιδράσουν στην Αριστερά και στο κίνημα. Ωστόσο, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 60, με τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ διαλυμένες, χωρίς λειτουργία, και με την ηγεσία της ΕΔΑ να ακολουθεί πολιτική ουράς στην Ένωση Κέντρου απογοητεύοντας τον κόσμο της Αριστεράς, το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα δείχνει κατά διαστήματα να αποκτά σημαντική δυναμική και εμφανίζει δυνατότητες που όμως διαρκώς περιορίζονται από τις εσωτερικές αντιφάσεις του: Ένα μεγάλο τμήμα πολιτικών προσφύγων που εμπλέκονται στη δημιουργία αυτού του ρεύματος είναι απλώς Ζαχαριαδικοί, δηλαδή ζητούν “την αποκατάσταση του Αρχηγού”. Μια άλλη τάση θεωρεί ότι πρέπει να περιοριστεί η διαφωνία ως άσκηση εσωτερικής πίεσης στην ηγεσία της ΕΔΑ. Τέλος, μια μικρότερη ίσως αριθμητικά, αλλά σημαντικότερη πολιτικά και ιδεολογικά τάση, θεωρεί ότι ο διαχωρισμός πρέπει να είναι οργανικός και η συγκρότηση αυτού του νέου κινήματος πρέπει να γίνει σε βάθος. Αυτό το τελευταίο ρεύμα που δεν αρκείται σε ένα “καλό, παλιό ΚΚΕ” διαμορφώνεται κυρίως από την κριτική ικανότητα του Γ. Χοντζέα να βλέπει την εξέλιξη του κινήματος με όλο τον πλούτο και την ποικιλομορφία θετικών και αρνητικών πλευρών, εκτιμώντας διαρκώς πότε οι πρώτες υπερτερούν των δεύτερων, ή το αντίστροφο.

Τα διλήμματα είναι δύσκολα για ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο ΚΚΕ, που αντίκρισαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα, που έδωσαν μάχες στα μπλόκα των Γερμανών, που πολέμησαν στον Κόκκινο Δεκέμβρη, που είδαν φίλους, συντρόφους, αδέλφια να αποχαιρετούν τη ζωή φωνάζοντας “Ζήτω το Κόμμα”. Παρόλα αυτά, ο ιδεολογικός και πολιτικός εκφυλισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ στις αρχές της δεκαετίας του ’60 είναι ανεπίστρεπτος και επιβάλλει έναν αναγκαίο πλέον διαχωρισμό. Ο Γ. Χοντζέας περιγράφει τα διλήμματα και τις δυσκολίες σε κείμενα που παρατίθενται στον Πρόλογο της Ρόζας Οικονόμου στο βιβλίο “Ημερολόγιο ενός μαχητή της 105 Ταξιαρχίας”. Το βιβλίο είναι λογοτεχνική νουβέλα που αποτίει φόρο τιμής στον ΔΣΕ (τότε, η τιμή στον ΔΣΕ ήταν “ύποπτη” εντός Αριστεράς καθώς έδειχνε μη συμμόρφωση με το νέο πνεύμα της νέας ηγεσίας του ΚΚΕ).

“Πώς να ονομαστεί αυτή η γενιά που σήμερα ζει και αγωνίζεται σε μια φαινομενικά ελάχιστα ηρωική εποχή που στο βάθος της όμως είναι βαθύτατα ηρωική αλλά που πολλές δυνάμεις αγωνίζονται να της σταλάξουν το δηλητήριο της αμφιβολίας και της “ανησυχίας” για το μάταιο ή το εσφαλμένο των θυσιών της και των προσπαθειών της;”

Αναφέρεται στο “νέο πνεύμα” που επιχειρεί να ακυρώσει την παρακαταθήκη των τριών ένοπλων εξεγέρσεων του κινήματος κατά τη δεκαετία του 40 και να τις χαρακτηρίσει ως “λάθος”. Για αυτό το “λάθος” γράφει:

“Να βαθύνουν την αμφιβολία, να ριζώσουν στην ψυχή της γενιάς μας που ανεβαίνει, μια καινούργια θεότητα: το Λάθος… Για την ώρα, το βασικό είναι ό,τι δύναμη διαθέτει κανείς να την εντάξει για την αποτροπή αυτού του φρικτού “ενδεχόμενου” που παρασκευάζεται από δόκιμους και μαθητευόμενους μάγους”.

Βρισκόμαστε περίπου στο 1960, όπου ο Γ. Χοντζέας, τριάντα χρονών, έχοντας περάσει πάνω από μια δεκαετία σε φυλακίσεις, βασανιστήρια και εξορίες, αναλογίζεται την ανάγκη για μια νέα πορεία, μια νέα εκκίνηση. Μία από τις λίγες φορές που γράφει για τον εαυτό του και τις σκέψεις του, αναφέρει:

Αυτή την εποχή περνάω τη δυνατότερη κρίση που πέρασα ποτέ. Δεν οφείλεται αυτή σε μυστηριώδεις “ψυχικές ενατενίσεις” κλπ. Προέρχεται από συσσωρεύσεις γεγονότων, από την όξυνση και περιπλοκή ποικίλων προβλημάτων, από το ότι τέλος για πρώτη φορά συνέλαβα τον εαυτό μου να μετράει τον χρόνο.
Όχι τόσο γιατί θεωρώ ότι γέρασα… Όσο γιατί διαπιστώνω ότι αυτό που έκανα στη ζωή μου ως τώρα δεν με βοηθάει, παρά μόνο πάρα πολύ λίγο, να κάνω αυτό που πρέπει και στο βαθμό που πρέπει, τώρα…
Αυτό είναι κάτι που μπορεί να αφορά πολλούς ανθρώπους. Σε μένα μπαίνει διαφορετικά γιατί είχα το ευτύχημα και δυστύχημα μαζί, να βλέπω καθαρά από χρόνια, πού τραβάει η εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν έχω το δικαιολογητικό του “αιφνιδιασμού”. Και απέναντι στο εαυτό μου και στους άλλους”.

Η συγκρότηση αυτού του νέου ρεύματος είναι αργή και βασανιστική, με όλες τις αντιφάσεις που αναφέρθηκαν πριν και εμποδίζουν την υλοποίηση υπαρκτών δυνατοτήτων. Παρόλα αυτά, το προχώρημα γίνεται, με καθοριστικό τον ρόλο των Ιστορικών Εκδόσεων που κάνουν γνωστή στο ελληνικό κοινό την αντιπαράθεση του ΚΚΚ του Μάο με το ΚΚΣΕ του Χρουτσώφ. Αποφασιστικός κρίκος είναι η έκδοση της Αναγέννησης τον Οκτώβρη του 1964.

Το 1966 ιδρύεται η ΠΠΣΠ, η πρώτη σπουδαστική παράταξη που ιδρύεται στην Ελλάδα. Η ιδρυτική της διακήρυξη είναι υπόδειγμα φρέσκου και ουσιαστικού λόγου για την εποχή, με στρατηγικό βάθος και όραμα για την πορεία του λαϊκού και φοιτητικού κινήματος. Στη συγκρότηση της ΠΠΣΠ και συνολικά στη στροφή στη νέα φουρνιά που εισέρχεται ορμητικά στο στίβο του κοινωνικού και πολιτικού αγώνα, παίζει καθοριστικό ρόλο ο Γ. Χοντζέας καθώς κρίνει και ιεραρχεί επιτυχημένα τις προτεραιότητες και τους αποφασιστικούς κρίκους.

Την ίδια εποχή κυοφορείται η ΣΠΑΚ (Συνεπής Πολιτική Αριστερή Κίνηση). Πρόκειται για δημόσια και νόμιμη πολιτική έκφραση του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος που επιχειρεί να συγκροτηθεί και να παρέμβει στις πολιτικές εξελίξεις σε αντιπαράθεση με την ΕΔΑ. Αξίζει εδώ να σταθούμε, γιατί αυτή η κίνηση συγκεντρώνει πυρά έσωθεν και έξωθεν του νεαρού πολιτικού και ιδεολογικού ρεύματος του μ-λ κινήματος. Αναφέρεται δηλαδή η δημιουργία της ΣΠΑΚ ως “απόδειξη” ότι το μαρξιστικό λενινιστικό ρεύμα περί άλλων τύρβαζε παραμονές δικτατορίας, ονειρευόμενο την νόμιμη πολιτική παρέμβαση σε ομαλές εξελίξεις. Η κριτική αυτή είναι λάθος. Διότι η δημιουργία ενός πολιτικού φορέα που θα συσπειρώσει και θα στεγάσει τους διαφωνούντες κομμουνιστές, την νεολαία που αγωνιστικά εισέρχεται στο προσκήνιο, τις λαϊκές μάζες που δεν θέλουν η Αριστερά να καταθέσει τα όπλα, δεν σχετίζεται ούτε με ψευδαισθήσεις νόμιμης πάλης, ούτε με τη συμμετοχή στις εκλογές του 1967 (που ακυρώθηκαν με την επιβολή δικτατορίας). Σχετίζεται πρώτα και κύρια με την διαπάλη στο εσωτερικό αυτού του ρεύματος να υπάρξει επιτέλους ανοικτή και ανεπίστρεπτη διαφοροποίηση από την ΕΔΑ και την ηγεσία της, να υπάρξει δηλαδή ανεξάρτητη και αυτοδύναμη συγκρότηση. Να σταματήσει το ρεύμα αυτό να βολοδέρνει ανάμεσα στην αναμονή “αναγνώρισης” από τους πολιτικούς πρόσφυγες ή στην εσωτερική άσκηση πίεσης στην ΕΔΑ. Αυτό το σούρσιμο εξυπηρετεί μόνο την τότε ηγεσία του ΚΚΕ. Η ανάγκη ανεξάρτητης συγκρότησης είναι που “εκβιάζει” την ίδρυση της ΣΠΑΚ. Η λογική της “ομάδας πίεσης και αριστερής εσωκομματικής κριτικής στην ΕΔΑ” έπρεπε να ξεπεραστεί, καθώς αναπόφευκτα οδηγούσε σε διαρκείς υπαναχωρήσεις αγωνιστών και προγραμματικό αδιέξοδο.

Ανεξάρτητα όμως από τη σωστή και επιβεβλημένη επιτάχυνση της συγκρότησης νόμιμου πολιτικού φορέα σε αντιπαράθεση με την παραλυμένη ΕΔΑ που δουλεύει ανοικτά πια για το Κέντρο, ισχύει ότι ο χώρος αυτός, παρά το ότι είχε “εντός των εκτιμήσεών του” τον κίνδυνο της δικτατορίας, δεν προετοιμάζεται πολιτικά και οργανωτικά. Ο ίδιος ο Γ.Χ. υπογραμμίζει κατά τις παραμονές της δικτατορίας, όλο και πιο έντονα τον κίνδυνο εκτροπής. Τον Απρίλη του 1967 δεν συλλαμβάνεται, περνά στην παρανομία, διασώζει πολύγραφο, βρίσκει τυπογραφείο, οργανώνει τις παράνομες εκδόσεις από τους πρώτους κιόλας μήνες της δικτατορίας (δελτίο της ΟΜΛΕ, Προλεταριακή Σημαία κλπ), και κυρίως αναλαμβάνει το βάρος να ιδρυθεί η ΟΜΛΕ (Οργάνωση Μαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας) σε αυτές τις συνθήκες.  Μετέπειτα, παρόλα αυτά, “χρεώνεται” το βάρος της μη προετοιμασίας για τη Χούντα, στο πλαίσιο μιας αντιπαράθεσης που θα σταθει διαλυτική.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο Γ.Χοντζέας έχει την κρίση και την ευρύτητα σκέψης που απαιτείται για να προσανατολίσει το κίνημα στη νέα περίοδο. Το κείμενο που τιτλοφορήθηκε “Γράμμα από την Ελλάδα” και κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1967 είναι μια εξαιρετική σύνοψη βασικών εκτιμήσεων για τη διεθνή κατάσταση, τον χαρακτήρα της Χούντας, τον ρόλο των ΗΠΑ και του ιμπεριαλισμού, την ταξική διάρθρωση στην ελληνική κοινωνία, των ευθυνών του παλιού πολιτικού κόσμου και ειδικά της ΕΔΑ, που εντυπωσιάζει με την οξύτητα, την καθαρότητα και το βάθος του. Το κείμενο αυτό είναι υπόδειγμα προσανατολισμένης σκέψης και συγκροτημένης τοποθέτησης, για αυτό άλλωστε αποτέλεσε σημείο αναφοράς για εκατοντάδες και χιλιάδες αγωνιστές, στην προσπάθειά τους να ανασυγκροτήσουν το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Οι εκτιμήσεις αυτές οπλίζουν πολιτικά, θεωρητικά και οργανωτικά το αριστερό κίνημα στη νέα περίοδο που θα διαρκέσει επτά χρόνια.

Ο σημερινός αναγνώστης θα αναγνωρίσει σε αυτό το κείμενο το ρόλο του μ-λ κινήματος κατά την προδικτατορική περίοδο, όταν το λαϊκό κίνημα και η νεολαία βρίσκονται σε μόνιμο αγωνιστικό αναβρασμό. Θα δει επίσης τους όρους με τους οποίους γινόταν η αντιπαράθεση στο ρεβιζιονισμό ο οποίος έφτασε στο σημείο να κάνει την Αριστερά ουρά της Ένωσης Κέντρου, και με την επιβολή πλέον της Χούντας να μην ψελίζει τίποτα περισσότερο από την “αποκατάσταση της δημοκρατίας”. Σε αντιπαράθεση με την ηγεσία της ΕΔΑ και του ΚΚΕ, το μ-λ κίνημα συγκροτείται μέσα στη Χούντα στην κατεύθυνση της “αντιμπεριαλιστικής, αντιφασιστικής” αλλαγής, κατεύθυνση που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην εξέλιξη των δημοκρατικών και αντιδικτατορικών αγώνων και χρωμάτισε τις κορυφαίες εκδηλώσεις της πάλης, και κυρίως το Πολυτεχνείο.

Επί δύο και πλέον χρόνια, σε συνθήκες απόλυτης παρανομίας, με τις αντιστασιακές ομάδες να αναζητούν ακόμα βηματισμό και τρόπους δράσης, η ΟΜΛΕ εκδίδει παράνομο δελτίο, παράνομη εφημερίδα, ενώ καθοδηγεί τη δουλειά του ΑΜΕΕ (Αγωνιστικό Μέτωπο Ελλήνων Εξωτερικού).

Το 1969 ο Γ. Χοντζέας συλλαμβάνεται και η ΟΜΛΕ μπαίνει σε μια φάση φθοράς και αφθαρσίας στο εσωτερικό της χώρας, την ίδια στιγμή που το ΑΜΕΕ καταγράφει σημαντικές πολιτικές και οργανωτικές επιτυχίες στο εξωτερικό. Το αν θα έπρεπε όσοι ήταν στο εξωτερικό να φροντίσουν με οργανωμένο και έγκαιρο τρόπο την ενίσχυση της δράσης της ΟΜΛΕ στο εσωτερικό αποτελεί ένα ακόμα σημείο τριβής στους απολογισμούς που γίνονται μετά τη Χούντα.

Ο Γ. Χοντζέας για ένα μικρό μόνο διάστημα αποφυλακίζεται πριν το Πολυτεχνείο ενώ συλλαμβάνεται και πάλι αμέσως μετά. Παρόλη τη διαλυτική κατάσταση, η ΟΜΛΕ ανασυγκροτείται από το 1972, θέτει τις βάσεις της παρέμβασής της στα γεγονότα που οδηγούν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, και σήμερα, μπορεί κανείς να εκτιμήσει το ρόλο που έπαιξε το ρεύμα αυτό, κυρίως πολιτικά και ιδεολογικά και σε ένα βαθμό και οργανωτικά, διαβάζοντας τα κείμενα που προηγούνται της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και βασικά την Διακήρυξη της ΟΜΛΕ προς τους φοιτητές, τον Οκτώβριο του 1973. Εκεί θα βρει μια εξαιρετικής πολιτικής ακρίβειας εκτίμηση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το φοιτητικό κίνημα και το πώς πρέπει να δράσει ενόψει της φιλελευθεροποίησης που επιχειρεί η Χούντα, σε αντιπαράθεση με την πολιτική του κατευνασμού, των «εκπαιδευτικών αιτημάτων» και της “χρησιμοποίησης” της πολιτικοποίησης του καθεστώτος για “δημοκρατικές κατακτήσεις εντός Χούντας” που ακολουθούν -σε διαφορετικούς τόνους- και οι δύο πτέρυγες της ρεβιζιονιστικής Αριστεράς.

Παρόλα αυτά, το κίνημα αυτό καθορίζεται από το “χθες και το προχθές” που συχνά αναφέρει ο Γ. Χοντζέας και μπαίνει σε κρισιακή πορεία, παρά τη μαζικοποίηση που σημειώνει κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η κοινωνική σύνθεση, ο ακολουθητισμός, η φτωχή συγκρότηση αποτελούν τις βασικές αιτίες της υποχώρησής του. Ρόλο παίζουν και προσωπικές συγκρούσεις που διαρρηγνύουν την ενότητα θέλησης και δράσης και προκαλούν τη σχετική αποστασιοποίηση του ίδιου του Γ.Χ. Οι άνθρωποι είναι “δεδομένοι και μη δεδομένοι” κατά πώς έλεγε και ο ίδιος, και από αυτό δεν εξαιρείται και ο εαυτός του.

Στην υπηρεσία της “γενικής προετοιμασίας”

Το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του 70 επιχειρεί να επιβιώσει σε μια περίοδο που η επανάσταση υποχωρεί και ο δυτικός άνεμος γίνεται ισχυρότερος από τον ανατολικό. Οδός διαφυγής από την παρακμή και την ήττα θα ήταν η αυτοδύναμη συγκρότηση, η καταπολέμηση κάθε είδους αναμονής από ξένα κέντρα, η επίμονη και ουσιαστική αναμέτρηση με τη νέα πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου και τη φάση της αντεπανάστασης στην οποία γοργά μπαίνει η ανθρωπότητα. Είναι η περίοδος που η ΕΣΣΔ συμπεριφέρεται όλο και πιο συστημικά ενώ ταυτόχρονα “σκληραίνει” τη φρασεολογία της, αλλά και η περίοδος που ο καπιταλισμός επιταχύνει εφαρμόζοντας το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, καταργώντας την μεταπολεμική κοινωνική συναίνεση. Αναλαμπές και σκιρτήματα κινημάτων στον τρίτο κόσμο είναι σημαντικά, αλλά προκαλούν ψευδαισθήσεις, ενώ τα κινήματα στη Δυτική Ευρώπη απομακρύνονται από το στόχο της κοινωνικής ανατροπής. Στον απόηχο του Μάη του 68, φλερτάρουν με αδιέξοδες πρακτικές, με νέα υποκείμενα, με έναν μεταμαρξιστικό Μαρξ κοκ. Στην περίοδο αυτή, η σύγχυση βασιλεύει και η κατάληξη είναι η αναμενόμενη γενικευμένη σύγχυση, έως και διάλυση.

Ο Γ.Χοντζέας μπαίνει στη “λιγότερο ηρωική” αλλά ίσως πιο ουσιαστική φάση της ζωής του, επιχειρώντας να συμβάλει σε μια σε βάθος δουλειά προετοιμασίας που θα μπει στην υπηρεσία νέων προσπαθειών. Ήδη από τη δεκαετία του 70 δεν αρκείται σε έτοιμα σχήματα κληρονομημένα από το παρελθόν. Αναμετριέται, μελετά, μεταφράζει. Το εύρος των τοποθετήσεών του εκπλήσσει. Από την ιστορία και τη συστηματική και σε βάθος εξέταση όλων σχεδόν των καμπών που σημάδεψαν το επαναστατικό κίνημα του εικοστού αιώνα, μέχρι τον σύγχρονο καπιταλισμό και τις διαρκείς μεταμορφώσεις της σχέσης κεφάλαιο. Δεν διστάζει να απομακρυνθεί από σχήματα του παρελθόντος και να υιοθετήσει νέα, στο βαθμό που αυτά εκφράζουν μια εξελισσόμενη πραγματικότητα. Διαρκώς συνομιλεί σε βάθος με τα επιχειρήματα του αντίπαλου.

Ο όγκος των ζητημάτων με τα οποία αναμετρήθηκε προσιδιάζει στον όγκο με τον οποίο αναμετριέται ένας ολόκληρος οργανισμός, ένα ολόκληρο κόμμα, και όχι ένας μεμονωμένος διανοούμενος.

Ο τρόπος γραφής του είναι πολεμικός, η αντιπαράθεσή του είναι βίαιη, δεν νοιάζεται για καλούς τρόπους και καθωσπρεπισμούς στο γράψιμό του. Δεν προορίζονται άλλωστε τα γραπτά του για “έκδοση”, αλλά για “χρήση”.

Δεν ενδιαφέρεται να κερδίσει κριτικές διανοουμένων, αλλά καρδιές, ψυχές, στρατεύσεις αγωνιστών.

Παρόλο τον πολεμικό τόνο, οι τοποθετήσεις του διακρίνονται από τα πολλά – πάρα πολλά – ερωτηματικά. Δίνει προφανώς τις απαντήσεις που κρίνει, αλλά τα ίδια τα ερωτηματικά βάζουν ένα διερευνητικό πλαίσιο συζήτησης το οποίο το επιζητά και δεν το φοβάται.

Το ότι δεν γράφει για να “εκδοθεί” ή για να αναγνωριστεί ως “συγγραφέας” (τίποτα δεν θα ήταν πιο ξένο), σημαίνει ότι το ύφος των επεξεργασιών του έχουν περισσότερο χαρακτήρα σημειωμάτων και κειμένων εργασίας, παρά ολοκληρωμένα έργα με μορφή βιβλίων. Το γεγονός όμως αυτό δεν πρέπει να αποθαρρύνει τον σημερινό αγωνιστή που αναζητά σημεία εκκίνησης. Η έκταση και το βάθος όχι απλά εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, αλλά εκτιμήσεων για νόμους και φαινόμενα, κάνει πλούσια ακόμα και αποσπασματικά σημειώματα για επιμέρους ζητήματα.

Ο σημερινός αγωνιστής δεν πρέπει επίσης να αποθαρρυνθεί από την ελλειπτικότητα, τα εννοούμενα ή τις προϋποθέσεις προηγούμενων γνώσεων. Ο Γ.Χοντζέας “συνομιλεί” στο έργο του με “φίλους” ή αντιπάλους, άρα αναγκαστικά αναφέρεται σε αυτούς. Δεν ενδιαφέρεται όμως για “βιβλιογραφική ανασκόπηση”. Ενδιαφέρεται να εξοπλιστεί και να συγκροτηθεί ένα μαχόμενο δυναμικό ανθρώπων πάνω σε θέματα στα οποία η αντίπαλη ιδεολογία επιτίθεται. Γράφει για αγωνιστές και ανήσυχους ανθρώπους και όχι για “αντικειμενικούς” και παθητικούς αναγνώστες.

Ο Γ. Χοντζέας δεν νιώθει ποτέ και πουθενά τα πλαίσια του μαρξισμού στενάχωρα για την ερμηνεία του σύγχρονου κόσμου. Είναι αυτή η πολύ βαθιά πεποίθηση που δεν κλονίζεται ποτέ, και που την εποχή της “αμφισβήτησης” του Μαρξ, την εποχή που αναζητείται ένας “Μαρξ πέρα από τον Μαρξ”, μελετά, μεταφράζει και γράφει για τις Grundrisse που χρησιμοποιούνται ευρέως στους ακαδημαϊκούς κύκλους ως απόδειξη ενός άλλου Μαρξ, πέρα από το Κεφάλαιο.

Για τον Γ.Χοντζέα, ο μαρξισμός δεν μεταφράζεται στον παραγωγικισμό και στον αντικειμενισμό στον οποίο τον φυλάκισε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, αλλά ταυτόχρονα δεν εκφυλίζεται στον σχετικισμό και στις υποκειμενικότητες του δυτικού μαρξισμού. Μια τέτοια στάση (πέρα από τη μόδα των “πολλαπλών αναγνώσεων”), είναι και η μόνη που δημιουργεί στέρεες πεποιθήσεις. Είναι αυτή που αποφεύγει μετεωρισμούς και αλληλοαναιρέσεις από τη μια, ή ιδεολογική φτώχεια και ανεπάρκεια εμφανιζόμενη ως επάρκεια από την άλλη.

Ξαναγυρνάμε όμως στο εισαγωγικό ερώτημα του σημειώματος αυτού.

Τι προσφέρει σήμερα το έργο του Γ. Χοντζέα;

Επιγραμματικά και μόνο, συμπληρωματικά με όσα ήδη προηγήθηκαν:

Το πρώτο και σημαντικότερο ίσως είναι ότι οπλίζει και συγκροτεί τη θέληση «να μην παραδεχτούμε την ήττα». Να μην υποτάξουμε δηλαδή τα όρια της σκέψης και της δράσης μας στο συσχετισμό που διαμορφώνεται από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και μετά. Ο συσχετισμός αυτός, κατά τον Γ.Χ., δεν είναι η τελεσίδικη κρίση της ιστορίας, αλλά το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, η οποία ανεξαρτήτως υφέσεων και υποχωρήσεων είναι ο καθοριστικός παράγοντας της ιστορίας. Δεν «παραδεχόμαστε» την ήττα όχι γιατί πιστεύουμε μεταφυσικά στον κομμουνισμό, ούτε γιατί έχουμε κάποια θρησκευτική πίστη ότι ο κόσμος θα αλλάξει, αλλά γιατί ακόμα και στις πιο δύσκολες περιόδους η ιστορική αναγκαιότητα θα εκφράζεται και η ζωή, αργά ή αργότερα, θα επιβάλλει τα δικαιώματά της.

Το σημαντικότερο ίσως από τα εκδοθέντα έργα του Γ.Χ. αναμετριέται με το διακηρυγμένο «τέλος» του κομμουνισμού αλλά και όλη την «τελεολογία» (τέλος της ιστορίας, τέλος της ταξικής πάλης κλπ) που άνθισε κατά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα. Αναμετριέται με την ήττα της επανάστασης, ανασκευάζοντας, ένα προς ένα, όλα τα επιχειρήματα που «διδάσκουν» ότι η συγκεκριμένη κατάληξη ήταν αναπόφευκτη. Πρόκειται για το βιβλίο «το τέλος του κομμουνισμού» που παραμένει και σήμερα, τριάντα και πλέον χρόνια από την έκδοσή του, δύσκολο αλλά αναντικατάστατο αφετηριακό σημείο κριτικής ανασκόπησης, ερμηνείας, προσανατολισμού για το παρελθόν το παρόν και το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος.

Για τον ίδιο τον Γ. Χοντζέα, το να μην παραδεχτούμε την ήττα σημαίνει να σκύψουμε με αυστηρότητα, κριτική και αυτοκριτική διάθεση και να εξετάσουμε με συγκεκριμένη ανάλυση κάθε συγκεκριμένη κατάσταση από τη συνολική πορεία του κομμουνιστικού κινήματος σε διεθνές και εθνικό επίπεδο. Αυτή η συγκεκριμένη ανάλυση είναι που θα επιβεβαιώσει ότι η ιστορία είχε μια τέτοια και όχι αλλιώτικη εξέλιξη. Όχι γιατί δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αλλά γιατί αυτά ήταν τα όρια, οι επιλογές, η στρατηγική και η πολιτική της κομμουνιστικής παράταξης και όσων επεδίωκαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Στη σημερινή εποχή που ο μονόδρομος και το «δεν υπάρχει εναλλακτική» φαντάζουν πανίσχυρα, όποιος πασχίζει να αντιπαρατεθεί στον εμπειρισμό της ήττας δεν μπορεί παρά να αναμετρηθεί με την ιστορική πορεία και τον ανταγωνισμό επανάστασης – αντεπανάστασης που εκφράστηκε στον πολύ σύντομο και συμπυκνωμένο εικοστό αιώνα. Αυτή η αναμέτρηση με την ιστορία και τη συγκεκριμένη εξέλιξή της, μας προσφέρει το δικαίωμα να μην παραδεχτούμε την ήττα ως τη «λογική κατάληξη» κάθε απόπειρας κοινωνικής αλλαγής, αλλά να διατηρήσουμε και να εδραιώσουμε την αισιοδοξία της κομμουνιστικής υπόθεσης. Αυτό, είναι σήμερα, περισσότερο απαραίτητο παρά ποτέ. Και αυτός ο τρόπος να βλέπουμε το παρελθόν και άρα να ερμηνεύουμε το παρόν και να εκτιμούμε το μέλλον, είναι ίσως η σημαντικότερη συμβολή του Γ. Χοντζέα.

«Η επικαιρότητα του κομμουνισμού, όσο και αν απωθείται, διαστρέφεται ή γελοιοποιείται, είναι το μεγάλο δίδαγμα που βγαίνει για όποιον μελετήσει σε βάθος το πλήθος από τα όποια φαινόμενα αμφισβητούνται, ερμηνεύονται έτσι ή αλλιώς, αναθεματίζονται ή προβάλλονται. Και η επικαιρότητα αυτή θα παραμείνει σαν μια αντικειμενική απαίτηση όσο θα παρατείνονται και περιπλέκονται τα προβλήματα που εμφανίζονται σαν αδιέξοδα της σημερινής εποχής και μ’ αυτήν θα αναμετρηθούν οι γενιές του σήμερα και του αύριο»

Μια δεύτερη πλευρά του έργου του Γ. Χοντζέα, εξαιρετικά χρήσιμη σήμερα, είναι η αναγνώριση και η αναμέτρηση με την «πραγματικότητα παραστάσεων», μια κομβική έννοια που χρησιμοποιεί συχνά. Η «πραγματικότητα παραστάσεων», με την νίκη της αντεπανάστασης, έχει αντικαταστήσει την «πραγματικότητα εννοιών». Ο Γ.Χ. εννοεί τις πολυποίκιλες χειριστικές φαντασμαγορίες, τις αντικειμενικότητες, τις βεβαιότητες και τις μονολιθικότητες που στήνει ως ιδεολογία ο καπιταλισμός. Αυτές, δρούσαν ήδη κατασταλτικά στη συνείδηση των μαζών από τον προηγούμενο αιώνα, είναι όμως στον 21ο αιώνα που η δύναμή τους απογειώνεται. Ο ρόλος των ΜΜΕ, των κοινωνικών δικτύων, ο γνωστικός πόλεμος, ο βομβαρδισμός της παραπληροφόρησης, η εμμονική προπαγάνδα των «σωστών» πολιτικών μέχρι αυτές να εμπεδωθούν, αλλά και οι πλασματικές ανάγκες των σύγχρονων προλετάριων, ο εικονικός κόσμος, η διαδικτυακή παράλληλη πραγματικότητα, είναι που σήμερα αποτελούν τον σημαντικότερο κυμματοθραύστη του καπιταλισμού.

Η επιβολή της νέας τάξης σημαίνει επιβολή φαντασμαγοριών στο επίπεδο της συνείδησης. Η υλική βία με τις διάφορες μορφές της, δίχως αυτή τη φαντασμαγορική διαμεσολάβηση … θα ήταν ανίσχυρη να επιβάλει όσα επέβαλε. Στην υλική βία (οικονομική, όπλα, καταπίεση) είναι ενταγμένη αυτή η φαντασμαγορική διαμεσολάβηση, αποτελεί συστατικό της στοιχείο.

Η αναμέτρηση με την πραγματικότητα παραστάσεων σημαίνει την τιτάνια προσπάθεια αποκάλυψής της και αντικατάστασής της από την πραγματικότητα εννοιών, δηλαδή τη γνωστική ανασυγκρότηση, ενάντια στη γνωστική διάλυση. Αυτή η γνωστική ανασυγκρότηση έχει ειδική σημασία σήμερα, εποχή γενικευμένης κρίσης, διάλυσης, αποπροσανατολισμού.

Μια τρίτη πλευρά, που έχει εξαιρετική σημασία σήμερα, αφορά την επιμονή του Γ. Χοντζέα στη μελέτη των σύγχρονων φαινομένων και στην κατανόηση των μεταμορφώσεων του κεφαλαίου. Ο κόσμος δεν είναι όπως ήταν πριν μισό ή έναν αιώνα και όσοι πασχίζουν να τον αλλάξουν υποχρεούνται να τον κατανοούν και να τον ερμηνεύουν. Το έργο του προσφέρει πολλά και σημαντικά μεθοδολογικά και πραγματολογικά στοιχεία σε αυτή την κατεύθυνση.

Από τη μελέτη των πολυεθνικών και του νομαδισμού του κεφαλαίου μέχρι την αναγνώριση των μορφών που παίρνει η ζωντανή εργασία στο σύγχρονο καπιταλισμό, και από τη μελέτη της ολοκληρωτικής υπαγωγής της επιστήμης στο κεφάλαιο και τον ρόλο της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης (ΕΤΕ) μέχρι τις τεχνολογίες πληροφοριών και την έκρηξη του αυτοματισμού, το έργο του Γ.Χ. είναι μια διαρκής πρόκληση ώστε το κίνημα της κοινωνικής απελευθέρωσης να αναμετριέται με τα πιο σύγχρονα φαινόμενα.

Σαράντα χρόνια πριν, μια σημαντική πλευρά της δουλειάς του Γ.Χ. σχετίζεται με το άλμα στο άυλο, την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, τις μεταμορφώσεις του νόμου της αξίας, τις λεωφόρους των υπερπληροφοριών και την αυτοματοποίηση της παραγωγής. Αλλά και τον ρόλο της εργασίας μέσα στο νέο «μεταβιομηχανικό» πλαίσιο, την επιμονή στην κεντρικότητα της εργατικής τάξης, που παρά τις διακηρύξεις φίλων και εχθρών, ούτε εξαφανίζεται, ούτε απομειώνεται ο κεντρικός της ρόλος. Η επιμονή του Γ.Χ. να τοποθετεί στο κέντρο των αναγκών την κριτική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου, είναι ένα διαρκές κάλεσμα ενάντια στην «αγρανάπαυση» και την «επάρκεια» χθεσινών εργαλείων και σχημάτων, την ίδια στιγμή που δεν κλονίστηκε ποτέ και στο παραμικρό η πεποίθησή του ότι ο μαρξισμός είναι η μοναδική κοσμοθεωρία που μπορεί να ερμηνεύσει και ταυτόχρονα να αλλάξει τον κόσμο.

***

Το έργο του Γ. Χοντζέα υπερβαίνει τις συνηθισμένες κλίμακες. Πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση ανυποχώρητου κομμουνιστή και αλύγιστου αγωνιστή που έθετε όμως διαρκώς ως ανάγκη την αναμέτρηση με την ιστορία, την κριτική στάση, την κατανόηση και ερμηνεία του σύγχρονου κόσμου. Αντικειμενικά υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα μάχιμος κομμουνιστής σε όλες τις φάσεις της σύντομης αλλά τόσο γεμάτης ζωής του. Το έργο του, παρόλο που περιβλήθηκε από αποσιωπήσεις και αδιαφορία, είναι αναπόφευκτο σημείο αναφοράς για το κομμουνιστικό κίνημα του παρόντος και του μέλλοντος. Και ας μην έχει ακαδημαϊκές περγαμηνές ή την αναγνώριση του φιλολογικού μαρξισμού. Αρκεί που συμβάλει στη συγκρότηση νέων αγωνιστών και στη δημιουργία στέρεων και μακροχρόνιων πεποιθήσεων σε νέους ανθρώπους.

Και πάλι για τον χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία

Αφορμή για την μετάφραση του εξαιρετικά ενδιαφέροντος άρθρου του Henry Johnston που ακολουθεί έδωσε ένα θεωρητικού χαρακτήρα άρθρο του στελέχους της ΛΑΕ Κώστα Λαπαβίτσα με τίτλο «Ηγεμονικός ανταγωνισμός Μεγάλων Δυνάμεων». Το άρθρο, όπως αντιλαμβάνομαι, επιχειρεί να λειτουργήσει ως ένα είδος πλατφόρμας εν όψει των ευρωεκλογών για το σχήμα που συμμετέχει σε αυτές υπό τον Γιάνη Βαρουφάκη, ασχολούμενο με το κύριο θέμα της συγκυρίας, τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το άρθρο, όπως υπονοεί και ο τίτλος, αντιμετωπίζει την σύγκρουση ως έναν ανταγωνισμό μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αν και—είναι η αλήθεια—οι απόψεις που διατυπώνει είναι όχι μόνο φτωχά επιχειρηματολογημένες και εν πολλοίς ατεκμηρίωτες, αλλά και με δειλό τρόπο διατυπωμένες, αντανακλώντας ενδεχομένως επιφυλάξεις του χώρου στον οποίον ανήκει ο συγγραφέας απέναντι στην κύρια θέση που επιχειρείται να υποστηριχθεί. Αν και διαφωνώ κάθετα με την κύρια θέση του άρθρου, εδώ δεν με ενδιαφέρει η αντίκρουσή της, αλλά το τράβηγμα της προσοχής στο—κατά τη γνώμη μου πάντα—κύριο πρόβλημα όσον αφορά την εκτίμηση του χαρακτήρα του Ουκρανικού πολέμου.

Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού σήμερα; Η ακραία χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Τεράστιες μάζες κεφαλαίων, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ‘γεννάται’ μέσω σύγχρονων τεχνικών δανεισμού—παράγωγα επί παραγώγων, μόχλευση επί της μόχλευσης κ.ο.κ.—συνθέτουν ένα ανεξέλεγκτο και ανεπίδεκτο ελεγκτικών διαδικασιών τοπίο στις χρηματαγορές το οποίο οδηγεί το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα από κρίση σε κρίση και από ‘φούσκα’ σε ‘φούσκα’ καθώς τα κεφάλαια αυτά μετακινούνται από κλάδο σε κλάδο και από χώρα σε χώρα. Οι δυνατότητες του σύγχρονου ιμπεριαλισμού (δηλαδή του σύγχρονου αναπτυγμένου καπιταλισμού) να επεκταθεί έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο.

Για να ξεπεραστεί η οξυμένη κρίση, που η κάθε φορά εκδήλωσή της προκαλεί τρόμο στους ιθύνοντες των κυρίαρχων τάξεων—ας θυμηθούμε τον πανικό του 2008 σε μια κρίση δανεισμού που τράνταξε συθέμελα τις χρηματαγορές—η πιο καθαρή εκδοχή θα ήταν η διοχέτευση αυτών των λιμναζόντων κεφαλαίων προς κάποιες παραγωγικού χαρακτήρα δραστηριότητες. Αυτό θα έλυνε και τον γρίφο που αντιμετωπίζουν οι κεντρικές τράπεζες των ιμπεριαλιστικών κέντρων στις μέρες μας: Ή να ανεβάσουν τα επιτόκια στον αγώνα τιθάσευσης του πληθωρισμού προκαλώντας βαθύτατη κρίση—ενδεχομένως και θανατηφόρα—στο τραπεζικό σύστημα, καθώς οι τράπεζες έχουν αποθηκεύσει μεγάλο μέρος των διαθεσίμων τους σε ομόλογα και επ’ αυτών έχει κτιστεί ολόκληρος πύργος της Βαβέλ από παράγωγα προϊόντα στα οποία συμμετέχουν κάθε λογής τομείς του δευτερογενούς ή τριτογενούς τομέα, ή να ακολουθήσουν χαλαρές πολιτικές επιτοκίων ενθαρρύνοντας έτσι την αχαλίνωτη κερδοσκοπία μέσω δανεισμού και παραγώγων, η οποία γρηγορότερα από ό,τι αργά θα οδηγήσει σε νέα μεγαλύτερη κρίση.

Η λύση, ιδανική από κάθε άποψη για τον σύγχρονο αναπτυγμένο (και παρασιτικό) καπιταλισμό , θα ήταν αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν «από-αποικιοποίηση της Ρωσίας»: Η διάλυση της αχανούς Ρωσικής Ομοσπονδίας και ο τεμαχισμός της σε δεκάδες μικρά και ανίσχυρα κράτη, στα οποία θα ακολουθούσε η επέλαση του σύγχρονου χρηματιστηκοποιημένου κεφαλαίου της Δύσης. Αν η Ρωσική Ομοσπονδία αποτελεί κατά τον σπινθηροβόλο Μπορέλ «βενζινάδικο με πυρηνικά», η διάλυσή της θα άφηνε τις ‘βενζίνες’ ως προίκα για τους δυτικούς κατοίκους του ‘κήπου’—για να θυμηθούμε ακόμη μία μπαρούφα του.

Με άλλα λόγια, εδώ έχουμε μια χώρα με ατελείωτους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, πρώτη σε έκταση—και με τεράστια διαφορά—παγκοσμίως, συγκροτημένη από πάνω από 100 εθνότητες όπου λατρεύονται όλες οι υπάρχουσες θρησκείες. Αν η Δύση επιτύχει να την διαλύσει, το πρόβλημα της υπερσυγκέντρωσης χρηματικών μέσων λύνεται καθώς τα κεφάλαια που υπερχειλίζουν θα διοχετευτούν στην εκμετάλλευσή της—προφανώς νέο-αποικιακού χαρακτήρα. Θα ξεκινήσει νέος κύκλος καπιταλιστικής επέκτασης, με το τεράστιο αβαντάζ για τα Δυτικά κεφάλαια ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στον Ρωσικό καπιταλισμό είναι πολύ χαμηλή και επομένως υπάρχουν τεράστια περιθώρια συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης. Και επιπλέον, ως μπόνους, τα δυτικά κεφάλαια θα εισπράξουν την δυνατότητα εκμετάλλευσης ενός ιδιαίτερα ειδικευμένου και μορφωμένου εργατικού και επιστημονικού δυναμικού.

Καλύτερος κόσμος δεν μπορεί να υπάρξει για τον αναπτυγμένο δυτικό καπιταλισμό που έτσι θα πάρει αρκετές δεκαετίες παράταση στις κρισιακές διαδικασίες που γεννά η όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεών του. Και αυτό θα αποτελέσει τεράστια ανακούφιση (και ευκαιρία αποκόμισης μυθωδών κερδών) για τις άρχουσες τάξεις της Δύσης—του ‘Κήπου’ κατά σπινθηροβόλο.

Έτσι ερμηνεύεται η αταλάντευτη επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς εδώ και δεκαετίες, παρά την επίδειξη καλή θέλησης από την ρωσική άρχουσα τάξη που έφτασε μέχρι και να ζητήσει αφελώς να ενταχθεί και η Ρωσία στο ΝΑΤΟ, έτσι ερμηνεύεται και η ιδέα (που μάλλον πλέον οι Δυτικοί έχουν διακρίνει την ματαιότητά της) για ολική καταστροφή της ρωσικής οικονομίας—όπως ρητά διατύπωναν ότι ήταν το σχέδιο των κυρώσεων τόσο ο πρόεδρος Μπάιντεν όσο και ο υπουργός οικονομικών της Γαλλίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2022. Έτσι ερμηνεύεται και η σοβαρότατη βλάβη που έχουν αποδεχτεί να υφίστανται οι οικονομίες τους μια σειρά ιμπεριαλιστικές χώρες, όπως π.χ. η Γερμανία: Προσδοκούν πολλαπλάσιες αποδόσεις αν επιτύχουν οι μεθοδεύσεις τους.

Έτσι ερμηνεύεται και η αποφασιστική παρέμβαση των Αγγλο-Αμερικανών κατά της συμφωνίας της Κωνσταντινούπολης—και δεν είναι αλήθεια ότι το καθεστώς του Κιέβου έπαιζε θέατρο με την μονογραφή της, όπως υποστηρίζεται ακόμη και από τους ίδιους. Έτσι εξηγούνται και οι κινήσεις των ΗΠΑ στις Καυκάσιες χώρες, των οποίων τις πλήρεις συνέπειες δεν έχουμε ακόμη διακρίνει, έτσι εξηγείται και η υποστήριξη της δημιουργίας τζιχαντιστικών πόλων σε εθνότητες σύμμαχες της Ρωσίας ή που ήδη ανήκουν στην Ρωσική Ομοσπονδία. Ο στόχος είναι η διάλυση της και η επέλαση του σύγχρονου αποικιοκρατικού κεφαλαίου.

Καλά όλα αυτά, αλλά τι σχέση έχουν με το άρθρο του Κ. Λαπαβίτσα;

Ο Κ. Λαπαβίτσας αντιλαμβάνεται ότι η συγκυρία απαιτεί τοποθέτηση για τον χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία και επιλέγει μια προσέγγιση—είπαμε με δειλό τρόπο και όχι ανοικτά επιθετικό, όπως π.χ. κάνει το ΚΚΕ—που έχει γίνει δημοφιλής σε ορισμένους ‘αριστερούς’ κύκλους. Σύμφωνα με αυτούς, ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ιμπεριαλιστικός και οφείλεται στην γνωστή μας από τον Λένιν όξυνση της ανισόμετρης ανάπτυξης των αντιθέσεων κατά την εποχή του ιμπεριαλισμού. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα—που χρησιμοποιείται έτσι ακριβώς, ως τυπικό σχήμα, κάνοντας τα κόκκαλα του Λένιν να τρίζουν—στην Ουκρανία έχουμε την προσπάθεια του Ρωσικού ιμπεριαλισμού να ανακόψει την κυριαρχία του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού δεδομένου ότι πλέον ο Ρωσικός πόλος έχει ισχυροποιηθεί και θέλει να επεκταθεί προς νέες αγορές. Στην Ουκρανία, λέει ο Λαπαβίτσας, έχουμε πάλη ανάμεσα σε «Μεγάλες Δυνάμεις»–καινοφανής όρος από Μαρξιστική άποψη, ντρέπεται να πει ‘ιμπεριαλιστικές’—για την «ηγεμονία».

Εννοείται ότι μια προσέγγιση, όπως αυτή που μόλις σκιαγράφησα, απαιτεί μια σοβαρή ανάλυση του Ρωσικού ‘ιμπεριαλισμού’ αν θέλει, εννοείται, να πείσει για την αξιοπιστία της, πράγμα που γενικά αποφεύγουν οι υποστηρικτές της, του Κ. Λαπαβίτσα μη εξαιρουμένου. Αλλά, είπαμε, δεν είναι σκοπός αυτού του σχολίου η κριτική στην θεωρία της σύγκρουσης των δύο ιμπεριαλισμών στην Ουκρανία, που, όπως φαίνεται, υποστηρίζει και ο Κ. Λαπαβίτσας.

Στόχος εδώ είναι να τραβηχτεί η προσοχή στο κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, την υπερ-χρηματιστικοποίηση και την υπερ-συσσώρευση χρηματιστικών και δανειακών κεφαλαίων που αναζητούν διέξοδο. Τι λέει ως προς αυτό ο Κ. Λαπαβίτσας;

Το γεγονός είναι ότι στο άρθρο του, αυτός παραδέχεται και περιγράφει—αν και με όχι εναργή τρόπο ούτε στην πληρότητά του—το φαινόμενο. Κυρίως αποφεύγει να εμβαθύνει στα παρασιτικά χαρακτηριστικά (που καθιστούν το φαινόμενο αυτό ιδιαίτερα επικίνδυνο) και δίνει την κύρια έμφαση στην τετριμμένη διαπίστωση ότι το κεφάλαιο αυτό δεν έχει πατρίδα. Επιπρόσθετα, δεν το αντιλαμβάνεται ως κεφάλαιο που λειτουργεί στο πλάι του παραγωγικού καπιταλιστικού συστήματος επιδιδόμενο σε κερδοσκοπικές χρηματιστικές δανειακές δραστηριότητες, αλλά αντίθετα το βλέπει ως κεφάλαιο που ενδυναμώνει το παραγωγικό καπιταλιστικό κεφάλαιο καθώς το ‘απελευθερώνει’ από το τραπεζικό κεφάλαιο. Έτσι καταφέρνει να προσπεράσει το κύριο πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από την γιγάντωση αυτού του κεφαλαίου: Την επιταχυνόμενη επιθετικότητά του καθώς αγωνίζεται να ξεπεράσει τις όλο και οξύτερες κρίσεις που προκαλεί η μεγέθυνσή του σε αδηφάγο Γαργαντούα.

Αυτό φυσικά είναι εξαιρετικά ‘βολικό’ για να προσπεραστεί το ερώτημα για τον ρόλο αυτού του κεφαλαίου στον πόλεμο στην Ουκρανία. Αλλά έτσι ουσιαστικά αποκλείονται τα πολιτικά συμπεράσματα και μηδενίζεται η όποια αξία μπορεί να φέρει στη συζήτηση η επισήμανση για την λειτουργία αυτού του κεφαλαίου όταν εξετάζουμε την συγκυρία. Επομένως, με τον τρόπο αυτό γίνεται δυνατή η προσκόλληση στο τυπικό σχήμα των δύο ιμπεριαλισμών και το προσπέρασμα της κραυγαλέας πραγματικότητας. Όπως θάλεγε κάποιος θυμόσοφος παρατηρητής αυτής της ανάλυσης: ‘Μηδέν εις το πηλίκον’.

Είναι επομένως αναγκαία μια γενίκευση που θα αντιλαμβάνεται τον καπιταλιστικό κύκλο και θα εντάσσει την σύγχρονη φάση αυτού του κύκλου για τον αναπτυγμένο σε κατάσταση σαπίσματος καπιταλισμό σε ένα σοβαρό θεωρητικό πλαίσιο. Την κατεύθυνση προς μια τέτοια προσπάθεια προσπαθεί να αναδείξει το άρθρο του Henry Johnston που ακολουθεί, καθώς προτείνει ως ερμηνευτικό πλαίσιο τη θεωρία των καπιταλιστικών κύκλων που πρότεινε ο μαρξιστής Ιταλός θεωρητικός της πολιτικής οικονομίας Giovanni Arrighi. Εννοείται ότι για να γίνει αποδεκτή μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση απαιτούνται πολύ σοβαρότερες εργασίες, αλλά παρ’ όλα αυτά το άρθρο[1] του Johnston παραμένει μια όαση στις ιδέες που κυκλοφορούν γύρω από την ερμηνεία των χαρακτηριστικών της σύγχρονης φάσης του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Κωστής Μηλολιδάκης

*          *          *

Ο Θάνατος των Καπιταλιστικών Αυτοκρατοριών: Η Κατάρρευση των ΗΠΑ Επαναλαμβάνει τον Προηγούμενο Κύκλο Καταρρεύσεων

Η στροφή από την καπιταλιστική επέκταση, την παραγωγή και το εμπόριο προς τον δανεισμό και την κερδοσκοπία σηματοδοτεί την απαρχή της παρακμής των ηγεμονικών δυνάμεων στο καπιταλιστικό σύστημα εδώ και αιώνες

Του Henry Johnston

Ένα από τα περίεργα χαρακτηριστικά του αμερικανικού τοπίου είναι το γεγονός ότι στις μέρες μας η χρηματιστικοποίηση [financialization] της οικονομίας καταδικάζεται ευρέως ως ανθυγιεινή, αλλά ελάχιστα γίνονται για να αντιστραφεί. Υπήρξε μια εποχή, πίσω στις δεκαετίες του 1980 και του ’90, όταν ο καπιταλισμός με κινητήρια δύναμη τον χρηματο-πιστωτικό τομέα υποτίθεται ότι θα εγκαινίαζε μια εποχή καλύτερης κατανομής κεφαλαίων και μιας πιο δυναμικής οικονομίας. Αυτή η άποψη δεν ακούγεται πλέον και τόσο συχνά.

Έτσι, αν ένα τέτοιο φαινόμενο αντιμετωπίζεται αρνητικά από τη συντριπτική πλειοψηφία, αλλά δεν διορθώνεται, τότε ίσως δεν πρόκειται απλώς για αποτυχία στη χάραξη πολιτικής, αλλά μάλλον για κάτι βαθύτερο—κάτι πιο ενδημικό στην ίδια τη δομή της καπιταλιστικής οικονομίας. Είναι βέβαια δυνατό να αποδώσει κάποιος την ευθύνη για αυτή την κατάσταση στα βήματα που κάνει η σημερινή φουρνιά των κυνικών και διψασμένων για εξουσία ελίτ και να σταματήσει εκεί την ανάλυσή του. Αλλά μια εξέταση της ιστορίας αποκαλύπτει επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις χρηματιστικοποίησης που παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες, γεγονός που προσκαλεί στο συμπέρασμα ότι ίσως η δυσχερής θέση της αμερικανικής οικονομίας τις τελευταίες δεκαετίες να μην αποτελεί εξαίρεση και ότι η διαρκώς αυξανόμενη ισχύς της Wall Street να ήταν κατά κάποιον τρόπο προδιαγεγραμμένη.

Παρουσίαση του Giovanni Arrighi: Η χρηματιστικοποίηση ως κυκλικό φαινόμενο

Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να επανεξετάσουμε το έργο του Ιταλού θεωρητικού της πολιτικής οικονομίας και ιστορικού του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος Giovanni Arrighi (1937-2009). Ο Arrighi, ο οποίος συχνά απλουστευτικά κατατάσσεται ως μαρξιστής ιστορικός, μια ετικέτα πολύ περιοριστική δεδομένης της ευρύτητας του έργου του, διερεύνησε την προέλευση και την εξέλιξη των καπιταλιστικών συστημάτων που χρονολογούνται από την Αναγέννηση και έδειξε πώς επαναλαμβανόμενες φάσεις χρηματοπιστωτικής επέκτασης και κατάρρευσης στηρίζουν ευρύτερες γεωπολιτικές αναδιαμορφώσεις. Κεντρική θέση στη θεωρία του κατέχει η άποψη ότι ο κύκλος της ανόδου και της πτώσης κάθε διαδοχικού ηγεμόνα καταλήγει σε μια κρίση χρηματιστικοποίησης. Αυτή η φάση της χρηματιστικοποίησης είναι που διευκολύνει τη μετάβαση στον επόμενο ηγεμόνα.

Ο Arrighi χρονολογεί την απαρχή αυτής της κυκλικής διαδικασίας στις ιταλικές πόλεις-κράτη του 14ου αιώνα, μια εποχή που αποκαλεί γέννηση του σύγχρονου κόσμου. Ξεκινώντας από το πάντρεμα του γενοβέζικου κεφαλαίου με την ισπανική ισχύ που παρήγαγε τις μεγάλες ανακαλύψεις, παρακολουθεί αυτή την πορεία μέσω του Άμστερνταμ, του Λονδίνου και, τέλος, των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σε κάθε περίπτωση, ο κύκλος είναι μικρότερος και κάθε νέος ηγεμόνας είναι μεγαλύτερος, πιο πολύπλοκος και πιο ισχυρός από τον προηγούμενο. Και, όπως αναφέραμε παραπάνω, κάθε ένας καταλήγει σε μια κρίση χρηματιστικοποίησης που σηματοδοτεί το τελικό στάδιο της ηγεμονίας. Αλλά αυτή η φάση γονιμοποιεί επίσης το έδαφος στο οποίο θα φυτρώσει ο επόμενος ηγεμόνας, χαρακτηρίζοντας έτσι τη χρηματιστικοποίηση ως προάγγελο μιας επικείμενης αλλαγής ηγεμονίας. Ουσιαστικά, η ανερχόμενη δύναμη αναδύεται εν μέρει κάνοντας χρήση των οικονομικών πόρων της χρηματιστικοποιημένης και φθίνουσας δύναμης.

Ο Arrighi εντόπισε ένα πρώτο κύμα χρηματιστικοποίησης που ξεκίνησε γύρω στο 1560, όταν οι επιχειρηματίες της Γένοβας αποσύρθηκαν από το εμπόριο και εξειδικεύτηκαν στα χρηματοπιστωτικά, δημιουργώντας έτσι συμβιωτικές σχέσεις με το Βασίλειο της Ισπανίας. Το επόμενο κύμα ξεκίνησε γύρω στο 1740, όταν οι Ολλανδοί άρχισαν να αποσύρονται από το εμπόριο για να γίνουν “οι τραπεζίτες της Ευρώπης“. Η χρηματιστικοποίηση στη Μεγάλη Βρετανία, την οποία θα εξετάσουμε παρακάτω, εμφανίστηκε γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα- για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970.

Ο ίδιος ορίζει την ηγεμονία ως “τη δύναμη ενός κράτους να ασκεί λειτουργίες ηγεσίας και διακυβέρνησης πάνω σε ένα σύστημα κυρίαρχων κρατών“. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την έννοια παίζει η ιδέα ότι ιστορικά αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης συνδέεται με τον μετασχηματισμό του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το ίδιο το σύστημα σχέσεων μεταξύ των κρατών και επίσης ότι αποτελείται τόσο από αυτό που θα ονομάζαμε γεωπολιτική κυριαρχία όσο και από ένα είδος πνευματικής και ηθικής ηγεσίας. Η ηγεμονική δύναμη όχι μόνο ανεβαίνει στην κορυφή εν μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών, αλλά στην πραγματικότητα σφυρηλατεί το ίδιο το σύστημα προς το συμφέρον της. Το κλειδί σε αυτή την ικανότητα επέκτασης της ισχύος του ίδιου του ηγεμόνα είναι η ικανότητα να μετατρέπει τα εθνικά του συμφέροντα σε διεθνή συμφέροντα.

Οι παρατηρητές της σημερινής αμερικανικής ηγεμονίας θα αναγνωρίσουν [εδώ] τον μετασχηματισμό του παγκόσμιου συστήματος προς όφελος των αμερικανικών συμφερόντων. Η διατήρηση μιας ιδεολογικά φορτισμένης ‘βασισμένης σε κανόνες’ τάξης πραγμάτων—φαινομενικά προς όφελος όλων—ταιριάζει απόλυτα στην κατηγορία της συγχώνευσης εθνικών και διεθνών συμφερόντων. Εν τω μεταξύ, ο προηγούμενος ηγεμόνας, οι Βρετανοί, είχαν τη δική τους εκδοχή που ενσωμάτωνε τόσο πολιτικές ελεύθερου εμπορίου όσο και μια αντίστοιχη ιδεολογία που έδινε έμφαση στον πλούτο των εθνών έναντι της εθνικής κυριαρχίας.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της χρηματιστικοποίησης, η αρχική κατανόηση της εποχιακής πτυχής της προήλθε αρχικά από τον Γάλλο ιστορικό Fernand Braudel, του οποίου ο Arrighi ήταν μαθητής. Ο Braudel παρατήρησε ότι η άνοδος της χρηματοπιστωτικής [finance] ως κυρίαρχης καπιταλιστικής δραστηριότητας μιας δεδομένης κοινωνίας ήταν σημάδι της επικείμενης παρακμής της.

Ο Arrighi υιοθέτησε αυτή την προσέγγιση και, στο μείζον έργο του με τίτλο “Ο μακρύς εικοστός αιώνας“, ανέπτυξε τη θεωρία του για το κυκλικό μοτίβο της ανόδου και της κατάρρευσης εντός του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ονόμασε “συστημικό κύκλο συσσώρευσης“. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η περίοδος της ανόδου βασίζεται στην επέκταση του εμπορίου και της παραγωγής. Αλλά αυτή η φάση φτάνει τελικά στην ωριμότητα, οπότε γίνεται πιο δύσκολο να επανεπενδυθεί κερδοφόρα το κεφάλαιο για περαιτέρω επέκταση. Με άλλα λόγια, οι οικονομικές δραστηριότητες που ώθησαν την ανερχόμενη δύναμη στην κορύφωση της κυριαρχίας της γίνονται όλο και λιγότερο κερδοφόρες, καθώς ο ανταγωνισμός εντείνεται και, σε πολλές περιπτώσεις, μεγάλο μέρος της πραγματικής οικονομίας χάνεται σε περιφερειακές δραστηριότητες, όπου οι μισθοί είναι χαμηλότεροι. Οι αυξανόμενες διοικητικές δαπάνες και το κόστος διατήρησης ενός διαρκώς επεκτεινόμενου στρατού συμβάλλουν επίσης σε αυτό.

Αυτό οδηγεί στην εμφάνιση αυτού που ο Arrighi αποκαλεί ‘κρίση σήματος’, δηλαδή μιας οικονομικής κρίσης που σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη συσσώρευση μέσω της υλικής επέκτασης στη συσσώρευση μέσω της χρηματοπιστωτικής επέκτασης. Αυτό που ακολουθεί είναι μια φάση που χαρακτηρίζεται από τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και την κερδοσκοπία. Ένας άλλος τρόπος για να το σκεφτούμε αυτό είναι ότι, έχοντας χάσει την πραγματική βάση της οικονομικής του ευημερίας, ένα έθνος στρέφεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα ως το τελικό οικονομικό πεδίο στο οποίο μπορεί να διατηρηθεί η ηγεμονία. Η φάση της χρηματιστικοποίησης χαρακτηρίζεται έτσι από μια υπερβολική έμφαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Πώς η χρηματιστικοποίηση καθυστερεί το αναπόφευκτο

Ωστόσο, η διαβρωτική φύση της χρηματιστικοποίησης δεν είναι άμεσα εμφανής—στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Arrighi καταδεικνύει πώς η στροφή στη χρηματιστικοποίηση, η οποία είναι αρχικά αρκετά προσοδοφόρα, μπορεί να προσφέρει μια προσωρινή και απατηλή ανάπαυλα από την πορεία της παρακμής, αναβάλλοντας έτσι την έναρξη της τελικής κρίσης. Για παράδειγμα, ο κατεστημένος ηγεμόνας της εποχής, η Μεγάλη Βρετανία, ήταν η χώρα που επλήγη περισσότερο από τη λεγόμενη Μακρά Ύφεση του 1873-1896, μια παρατεταμένη περίοδο κακοδαιμονίας που είδε τη βιομηχανική ανάπτυξη της Βρετανίας να επιβραδύνεται και το οικονομικό της κύρος να μειώνεται. Ο Arrighi την προσδιορίζει ως “κρίση σήματος” – το σημείο του κύκλου όπου χάνεται η παραγωγική ζωτικότητα και αρχίζει η χρηματιστικοποίηση.

Και όμως, όπως ο Arrighi παραθέτει από το βιβλίο του David Landes “The Unbound Prometheus” του 1969, «ως δια μαγείας, ο τροχός γύρισε». Τα τελευταία χρόνια του αιώνα, οι επιχειρήσεις βελτιώθηκαν ξαφνικά και τα κέρδη αυξήθηκαν. «Η εμπιστοσύνη επέστρεψε—όχι η σποραδική, φευγαλέα εμπιστοσύνη των σύντομων ανόδων που είχαν διανθίσει την κατήφεια των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά μια γενική ευφορία που είχε να επικρατήσει από… τις αρχές της δεκαετίας του 1870….. Σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, τα χρόνια αυτά ζουν στη μνήμη ως οι παλιές καλές μέρες—η Εδουαρδιανή εποχή, la belle époque». Όλα έμοιαζαν και πάλι σωστά.

Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα μαγικό στην ξαφνική αποκατάσταση των κερδών, εξηγεί ο Arrighi. Αυτό που συνέβη είναι ότι «καθώς η βιομηχανική της υπεροχή μειωνόταν, ο χρηματοπιστωτικός της τομέας θριάμβευε και οι υπηρεσίες της ως μεταφορέα, εμπόρου, μεσίτη ασφαλίσεων και διαμεσολαβητή στο παγκόσμιο σύστημα πληρωμών έγιναν πιο απαραίτητες από ποτέ».

Με άλλα λόγια, υπήρξε μεγάλη επέκταση της χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας. Αρχικά μεγάλο μέρος του διευρυνόμενου χρηματοοικονομικού εισοδήματος προερχόταν από τόκους και μερίσματα που προέκυπταν από προηγούμενες επενδύσεις. Αλλά όλο και περισσότερο ένα σημαντικό μέρος χρηματοδοτήθηκε από αυτό που ο Arrighi αποκαλεί «εγχώρια μετατροπή του εμπορευματικού κεφαλαίου σε χρηματικό κεφάλαιο». Εν τω μεταξύ, καθώς το πλεονάζον κεφάλαιο μετακινήθηκε από το εμπόριο και την παραγωγή, οι πραγματικοί μισθοί στη Βρετανία άρχισαν να μειώνονται από τα μέσα της δεκαετίας του 1890—μια αντιστροφή της τάσης των τελευταίων πέντε δεκαετιών. Μια πλουσιότερη οικονομική και επιχειρηματική ελίτ εν μέσω μιας συνολικής μείωσης των πραγματικών μισθών είναι κάτι που θα πρέπει να χτυπήσει ένα καμπανάκι στους παρατηρητές της σημερινής Αμερικανικής οικονομίας.

Ουσιαστικά, αγκαλιάζοντας τη χρηματιστικοποίηση, η Βρετανία έπαιξε το τελευταίο χαρτί που είχε για να αποτρέψει την παρακμή της αυτοκρατορίας της. Από εκεί και πέρα, θα βρισκόταν η καταστροφή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και η επακόλουθη αστάθεια του Μεσοπολέμου, μια εκδήλωση αυτού που ο Arrighi αποκαλεί “συστημικό χάος” – ένα φαινόμενο που γίνεται ιδιαίτερα ορατό κατά τη διάρκεια κρίσεων-σημάτων και τελικών κρίσεων.

Ιστορικά, παρατηρεί ο Arrighi, αυτές οι καταρρεύσεις έχουν συνδεθεί με την κλιμάκωση σε απ’ ευθείας πολεμικές συγκρούσεις—συγκεκριμένα, με τον τριακονταετή πόλεμο (1618-48), τους ναπολεόντειους πολέμους (1803-15) και τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Είναι ενδιαφέρον, και κάπως αντίθετο με τη διαίσθηση, ότι σε αυτούς τους πολέμους συνήθως δεν βρέθηκαν σε αντίπαλες πλευρές ο κατεστημένος ηγεμόνας και ο διεκδικητής (με αξιοσημείωτη εξαίρεση τους Αγγλο-Ολλανδικούς ναυτικούς πολέμους). Αντίθετα, ήταν συνήθως οι ενέργειες άλλων ανταγωνιστών που επιτάχυναν την άφιξη της τελικής κρίσης. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση των Ολλανδών και των Βρετανών, η σύγκρουση συνυπήρξε με τη συνεργασία, καθώς οι Ολλανδοί έμποροι έστρεφαν όλο και περισσότερο τα κεφάλαιά τους στο Λονδίνο, όπου απέφεραν καλύτερες αποδόσεις.

Η Wall Street και η κρίση του τελευταίου ηγεμόνα

Η διαδικασία της χρηματιστικοποίησης που προέκυψε από μια κρίση σήματος επαναλήφθηκε με εκπληκτικές ομοιότητες στην περίπτωση του διαδόχου της Βρετανίας, των ΗΠΑ. Η δεκαετία του 1970 ήταν μια δεκαετία βαθιάς κρίσης για τις ΗΠΑ, με υψηλά επίπεδα πληθωρισμού, αποδυνάμωση του δολαρίου μετά την εγκατάλειψη της μετατρεψιμότητας σε χρυσό το 1971 και, ίσως το σημαντικότερο, την απώλεια της ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής μεταποίησης. Με ανερχόμενες δυνάμεις όπως η Γερμανία, η Ιαπωνία και, αργότερα, η Κίνα, ικανές να τις ξεπεράσουν σε επίπεδο παραγωγής, οι ΗΠΑ έφτασαν στο ίδιο σημείο καμπής και, όπως και οι προκάτοχοί τους, στράφηκαν στη χρηματιστικοποίηση. Η δεκαετία του 1970 ήταν, σύμφωνα με την ιστορικό Τζούντιθ Στάιν, η «κομβική δεκαετία» που «σφράγισε τη μετάβαση σε ολόκληρη την κοινωνία από τη βιομηχανία στη χρηματοδότηση, από το εργοστάσιο στο χρηματιστήριο».

Αυτό, εξηγεί ο Arrighi, επέτρεψε στις ΗΠΑ να προσελκύσουν τεράστια ποσά κεφαλαίων και να κινηθούν προς ένα μοντέλο ελλειμματικής χρηματοδότησης—μια αυξανόμενη υπερχρέωση της αμερικανικής οικονομίας και του κράτους προς τον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά η χρηματιστικοποίηση επέτρεψε επίσης στις ΗΠΑ να ξανα-τονώσουν την οικονομική και πολιτική τους ισχύ στον κόσμο, ιδίως καθώς το δολάριο εδραιώθηκε ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Αυτή η αναστολή έδωσε στις ΗΠΑ την ψευδαίσθηση της ευημερίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τη δεκαετία του ’90, όταν, όπως λέει ο Arrighi «υπήρχε αυτή η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ‘επιστρέψει’». Αναμφίβολα, η κατάρρευση του κύριου γεωπολιτικού αντίπαλού τους, της Σοβιετικής Ένωσης, συνέβαλε σε αυτή τη ζωηρή αισιοδοξία και την αίσθηση ότι ο δυτικός νεοφιλελευθερισμός είχε δικαιωθεί.

Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια, οι τεκτονικές πλάκες της παρακμής εξακολουθούσαν να σπρώχνονται με ένταση, καθώς οι ΗΠΑ εξαρτώνταν όλο και περισσότερο από την εξωτερική χρηματοδότηση και εντατικοποιούσαν με αυξανόμενους ρυθμούς τη μόχλευση πάνω σε ένα συνεχώς ελαττωνόμενο κομμάτι της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, η οποία μεταφερόταν ταχύτατα στο εξωτερικό και αποψιλωνόταν. Καθώς ανέβαινε η επιρροή της Wall Street πολλές βασικές αμερικανικές οικονομικές μονάδες ουσιαστικά απογυμνώθηκαν από τα πάγιά τους για χάρη του χρηματοπιστωτικού κέρδους.

Αλλά, όπως επισημαίνει ο Arrighi, η χρηματιστικοποίηση απλώς καθυστερεί το αναπόφευκτο, πράγμα που αποκαλύφθηκε εντελώς με τα γεγονότα που επακολούθησαν στις ΗΠΑ. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η ίδια η χρηματιστικοποίηση είχε αρχίσει να δυσλειτουργεί, ξεκινώντας με την ασιατική κρίση του 1997 και το επακόλουθο σκάσιμο της φούσκας των dotcom[2], και συνεχίζοντας με τη μείωση των επιτοκίων που θα διόγκωνε τη φούσκα των ακινήτων που έσκασε τόσο θεαματικά το 2008. Έκτοτε, ο καταρράκτης των ανισορροπιών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα απλώς επιταχύνθηκε και ήταν μόνο μέσω ενός συνδυασμού ολοένα και πιο απελπισμένων χρηματοπιστωτικών ταχυδακτυλουργιών—φουσκώνοντας τη μία φούσκα μετά την άλλη—και του απροκάλυπτου πειθαναγκασμού που κατάφεραν οι ΗΠΑ να παρατείνουν την ηγεμονία τους ακόμη και λίγο περισσότερο από την ώρα της.

Το 1999, ο Arrighi, σε ένα άρθρο που συνέγραψε μαζί με την Αμερικανίδα ερευνήτρια Beverly Silver, συνόψισε το αδιέξοδο της εποχής. Έχει περάσει ένα τέταρτο του αιώνα από τότε που γράφτηκαν αυτά τα λόγια, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γραφτεί την περασμένη εβδομάδα:

«Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική επέκταση της τελευταίας πάνω κάτω εικοσαετίας δεν είναι ούτε ένα νέο στάδιο του παγκόσμιου καπιταλισμού ούτε ο προάγγελος μιας ‘επερχόμενης ηγεμονίας των παγκόσμιων αγορών’. Αντίθετα, είναι το πιο σαφές σημάδι ότι βρισκόμαστε εν μέσω μιας κρίσης ηγεμονίας. Ως τέτοια, η επέκταση μπορεί να αναμένεται ότι θα είναι ένα προσωρινό φαινόμενο που θα τελειώσει λιγότερο ή περισσότερο καταστροφικά… Αλλά η τύφλωση που οδήγησε τις κυρίαρχες ομάδες των [ηγεμονικών κρατών του παρελθόντος] να μπερδέψουν το ‘φθινόπωρο’ με μια νέα ‘άνοιξη’ της… εξουσίας τους συνετέλεσε ώστε το τέλος να έρθει νωρίτερα και πιο καταστροφικά απ’ ό,τι θα συνέβαινε διαφορετικά… Μια παρόμοια τύφλωση είναι ολοφάνερη και σήμερα».

Ένας πρώιμος προφήτης ενός πολυπολικού κόσμου

Στο ύστερο έργο του, ο Arrighi έστρεψε την προσοχή του στην Ανατολική Ασία και εξέτασε τις προοπτικές για τη μετάβαση στην επόμενη ηγεμονία. Από τη μία πλευρά, αναγνώρισε την Κίνα ως τον λογικό διάδοχο της αμερικανικής ηγεμονίας. Ωστόσο, ως αντίβαρο σε αυτό, δεν έβλεπε ότι ο κύκλος που περιέγραψε θα συνεχιζόταν στο διηνεκές και πίστευε ότι θα ερχόταν ένα σημείο όπου δεν θα ήταν πλέον δυνατό να δημιουργηθεί ένα κράτος με μεγαλύτερες και πιο ολοκληρωμένες οργανωτικές δομές. Ενδεχομένως, υπέθεσε, οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν ακριβώς αυτή την επεκτατική καπιταλιστική δύναμη που έχει οδηγήσει την καπιταλιστική λογική στα γήινα όριά της.

Ο Arrighi θεωρούσε επίσης ότι ο συστημικός κύκλος της συσσώρευσης είναι ένα φαινόμενο εγγενές στον καπιταλισμό και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε προ-καπιταλιστικές εποχές ή σε μη-καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Μέχρι το 2009, όταν πέθανε, η άποψη του Arrighi ήταν ότι η Κίνα παρέμενε μια αποφασιστικά μη-καπιταλιστική κοινωνία της αγοράς. Το πώς θα εξελισσόταν παρέμενε ένα ανοιχτό ερώτημα.

Αν και ο Arrighi δεν ήταν δογματικός ως προς τον τρόπο που θα διαμορφωθεί το μέλλον και δεν εφάρμοσε τις θεωρίες του ντετερμινιστικά, ιδίως όσον αφορά τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, μίλησε εμφατικά για αυτό που στη σημερινή γλώσσα θα μπορούσε να ονομαστεί ως η αναγκαιότητα της αποδοχής ενός πολυπολικού κόσμου. Σε άρθρο τους το 1999, ο ίδιος και η Silver προέβλεπαν ότι «μια λίγο πολύ επικείμενη πτώση της Δύσης από τα δεσποτικά ύψη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος είναι δυνατή, ακόμη και πιθανή».

Οι ΗΠΑ, πιστεύουν, «έχουν ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες από ό,τι η Βρετανία πριν από έναν αιώνα να μετατρέψουν την παρακμάζουσα ηγεμονία τους σε εκμεταλλευτική κυριαρχία». Αν το σύστημα τελικά καταρρεύσει, «αυτό θα γίνει κυρίως λόγω της αντίστασης των ΗΠΑ στην προσαρμογή και τoν συμβιβασμό. Και αντίστροφα, η προσαρμογή και ο συμβιβασμός των ΗΠΑ με την ανερχόμενη οικονομική δύναμη της περιοχής της Ανατολικής Ασίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια μη-καταστροφική μετάβαση σε μια νέα παγκόσμια τάξη».

Το αν θα υπάρξει τέτοια προσαρμογή μένει να το δούμε, αλλά ο Arrighi δίνει έναν απαισιόδοξο τόνο, σημειώνοντας ότι κάθε ηγεμόνας, στο τέλος του κύκλου της κυριαρχίας του, βιώνει μια «τελική άνθηση» κατά την οποία επιδιώκει το «εθνικό του συμφέρον χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα προβλήματα σε επίπεδο συστήματος που απαιτούν λύσεις σε επίπεδο συστήματος». Πιο εύστοχη περιγραφή της σημερινής κατάστασης πραγμάτων δεν θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί.

Τα προβλήματα σε επίπεδο συστήματος πολλαπλασιάζονται, αλλά το αποσκληρωμένο ancien régime στην Ουάσινγκτον δεν τα αντιμετωπίζει[3]. Καθώς μπερδεύει τη χρηματιστικοποιημένη οικονομία του με μια ισχυρή οικονομία, υπερεκτιμά τη δύναμη της οπλοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος που ελέγχει, βλέποντας έτσι και πάλι ‘άνοιξη’ εκεί που υπάρχει μόνο ‘φθινόπωρο’. Αυτό, όπως προβλέπει ο Arrighi, μόνο που θα επισπεύσει το τέλος.

Πηγή: RT.com

[1] Σημειώνω εδώ ότι πήρα το θάρρος να αλλάξω κάπως την τιτλοφορία που επέλεξε για το άρθρο το “Russia Today” από όπου το πήρα, καθώς—κατά τη γνώμη μου—ο τίτλος που είχε επιλεγεί δεν απέδιδε με ακρίβεια το περιεχόμενο του άρθρου. Ο τίτλος του RT είναι: «Ο θάνατος των αυτοκρατοριών: Η κατάρρευση των ΗΠΑ και όσα επακολουθήσουν είναι αναπόφευκτα». Ο υπότιτλος είναι λίγο-πολύ ανάλογος με αυτόν του RT.

[2] Η φούσκα των dotcoms είναι η φούσκα που δημιουργήθηκε στα διεθνή χρηματιστήρια, και κυρίως στο αμερικανικό NASDAQ, με τις μετοχές των εταιριών που είχαν σχέση με το Ίντερνετ. Η ξέφρενη άνοδος των τιμών αυτών των μετοχών ξεκίνησε το 1999, κορυφώθηκε στο πρώτο εξάμηνο του 2000, και στη συνέχεια επήλθε η κατάρρευση.

[3] Τα γαλλικά στο πρωτότυπο. Ancien Régime (Παλαιό Καθεστώς) ονομάστηκε το μοναρχικό, αριστοκρατικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα εγκαθιδρυμένο στο Βασίλειο της Γαλλίας περίπου από τον 15ο αιώνα μέχρι τον ύστερο 18ο αιώνα υπό τις δυναστείες των ύστερων Βαλουά και των Βουρβόνων.

Είναι η «τεχνητή νοημοσύνη» απειλή ή υπόσχεση;

Ο αντίκτυπος της τεχνητής νοημοσύνης εξαρτάται από το ποιος την ελέγχει και για ποιο σκοπό, υποστηρίζει η Marx Memorial Library.

Η τρέχουσα συζήτηση σχετικά με τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) τείνει να διατυπώνεται με όρους ουτοπίας ή δυστοπίας.

Θα οδηγήσει η Τεχνητή Νοημοσύνη σε κάποιον καλοήθη μετακαπιταλιστικό παράδεισο – ίσως σε έναν «πλήρως αυτοματοποιημένο κομμουνισμό της πολυτέλειας», ή σε έναν κολασμένο «τεχνο φεουδαλισμό»; Η απάντηση είναι φυσικά μάλλον κανένα από τα δύο (αν και, ναι, ο καπιταλισμός θα μπορούσε να γίνει ακόμη χειρότερος!).

Η πολιτική συζήτηση τείνει, αντίθετα, να επικεντρώνεται στις απαντήσεις – εκπαίδευση, επανακατάρτιση, ανάγκη να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί με την άρση των εμποδίων στην υιοθέτηση της ΤΝ, και πιο αόριστες προτροπές ότι «εμείς» πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τα πιθανά οφέλη θα αξιοποιηθούν. (Μερικές φορές προστίθεται ένα ενάρετο «και ήδη μοιραζόμαστε»).

Η πολυδιαφημισμένη Σύνοδος Κορυφής για την Τεχνητή Νοημοσύνη του Ρίσι Σουνάκ τον Νοέμβριο του 2023 στο Bletchley Park (κάποτε το άκρως απόρρητο σπίτι των αποκρυπτογράφων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) ήταν μια χαλαρή κουβέντα μεταξύ των εκπροσώπων των 28 χωρών και των μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών του κόσμου – με προεξέχοντα τον διευθύνοντα σύμβουλο της SpaceX Έλον Μασκ. Δεν παρήγαγε τίποτα άλλο παρά ένα αόριστο κοινό ανακοινωθέν που προειδοποιούσε για τους κινδύνους από τα λεγόμενα «οριακά» μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και ζητούσε «παγκόσμιο διάλογο χωρίς αποκλεισμούς» καθώς και μια (εντελώς εθελοντική) συμφωνία για δοκιμές ασφαλείας.

Αλλά η τεχνολογία δεν είναι αυτόνομη. Στο πλαίσιο του καπιταλισμού εισάγεται για το κέρδος ή τον έλεγχο – συνήθως και τα δύο. Στην πληροφορική, όπως και στην ιστορία της τεχνολογίας γενικότερα, η αντικατάσταση, η ρουτινικοποίηση και η ρύθμιση της ανθρώπινης εργασίας σε αναζήτηση κέρδους υπήρξε πρωταρχική κινητήρια δύναμη της καινοτομίας.

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ο Μαρξ και ο Ένγκελς τόνισαν τον δυναμισμό της τεχνολογίας στον καπιταλισμό. Η συνεχής «επαναστατικοποίηση [των] μέσων παραγωγής», έγραψαν, οδηγεί σε αλλαγές στη φύση της παραγωγής, αποσταθεροποιώντας τα πάντα.

Στα χειρόγραφά του που γράφτηκαν για την προετοιμασία αυτού που θα γινόταν η Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (δημοσιεύτηκε το 1859) και το Κεφάλαιο (1867), ο Μαρξ κάνει την προφητική παρατήρηση ότι μέσα στον καπιταλισμό η τεχνολογία θα κορυφωνόταν σε ένα:

«αυτόματο σύστημα μηχανών […] που τίθεται σε κίνηση από ένα αυτόματο, μια κινούμενη δύναμη που κινεί τον εαυτό της, αυτό το αυτόματο που αποτελείται από πολυάριθμα μηχανικά και διανοητικά όργανα, έτσι ώστε οι ίδιοι οι εργάτες να είναι απλώς οι συνειδητοί σύνδεσμοι του».

Ο Μαρξ φυσικά δεν είχε συναντήσει ποτέ υπολογιστή, αλλά γνώριζε -και επηρεάστηκε- από το πρωτοποριακό έργο του Charles Babbage, ο οποίος, μαζί με την Ada Lovelace (αναμφισβήτητα η πρώτη «προγραμματίστρια υπολογιστών»), ήταν οι «εφευρέτες» της διαφορικής μηχανής (μιας αριθμομηχανής μηχανικών πινάκων) και της αναλυτικής μηχανής, ουσιαστικά του πρώτου ψηφιακού υπολογιστή, η πρώτη λειτουργική έκδοση σε πλήρες μέγεθος του οποίου ολοκληρώθηκε μόλις το 2002 (εκτίθεται στο Μουσείο Επιστημών του Λονδίνου). Και οι δύο επέκτειναν τις αρχές κωδικοποίησης δεδομένων του αργαλειού Jacquard (ο οποίος χρησιμοποιούσε διάτρητες κάρτες για τον προγραμματισμό πολύπλοκων μοτίβων σε υφαντά) στην αυτοματοποίηση διανοητικών εργασιών.

Ο Μαρξ έγραφε κυρίως για τις φυσικές μηχανές που παρήγαγαν, σε εργοστάσια (με λίγη βοήθεια από τα «χέρια» φυσικά), εμπορεύματα που προηγουμένως είχαν παραχθεί κυριολεκτικά «με το χέρι», συχνά σε οικοτεχνίες. Αλλά η ανάλυσή του ισχύει εξίσου και για την επεξεργασία πληροφοριών.

Όπως παρατήρησε ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Mark Carney: «Αν αντικαταστήσετε τους υφαντουργικούς μύλους με πλατφόρμες, τις ατμομηχανές με μηχανική μάθηση, την τηλεγραφία με το Twitter, έχετε ακριβώς την ίδια δυναμική που υπήρχε πριν από 150 χρόνια, όταν ο Καρλ Μαρξ έγραφε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στο αναγνωστήριο των Βρετανικών Βιβλιοθηκών».

Ο Carney φυσικά δεν είναι μαρξιστής, αλλά αυτός και άλλοι καταλαβαίνουν σαφώς κάτι από όσα έγραψαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τον αυτοματισμό και τις αντιφάσεις που αυτός εκδηλώνει μέσα στον καπιταλισμό.

Πιο πρόσφατα, οι ραγδαίες αυξήσεις στην ταχύτητα των υπολογισμών οδήγησαν στην εμφάνιση αυτού που είναι γνωστό ως «βαθιά μάθηση» – «βασισμένη σε μεγάλα δίκτυα τεχνητών νευρώνων, σχεδιασμένα να μιμούνται τις πιο βασικές λειτουργίες της βιολογικής νευρωνικής νοημοσύνης» – στην οποία μαθαίνεται υψηλού επιπέδου συμβολική ή αναπαραστατική δομή από τα ακατέργαστα δεδομένα. Τα παραδείγματα κυμαίνονται από τα συστήματα αναγνώρισης προσώπου και το Deep Mind της Google, το οποίο μπορεί να «μάθει» να παίζει βιντεοπαιχνίδια με βάση μόνο τις τιμές των εικονοστοιχείων μιας οθόνης υπολογιστή, μέχρι τα «μεγάλα δεδομένα» στην υγειονομική περίθαλψη και τις αυτοματοποιημένες συναλλαγές υψηλής συχνότητας.

Ένα σύστημα που βρίσκεται σήμερα στην επικαιρότητα είναι το ChatGPT, ένα «chatbot» που αναπτύχθηκε από την OpenAI και βγήκε δημόσια τον Νοέμβριο του 2022. Το ChatGPT (το GPT σημαίνει generative pre-trained transformer) αλληλεπιδρά με τους χρήστες με τρόπο συνομιλίας μέσω ενός διαλόγου, ο οποίος θα απαντά σε ερωτήσεις, θα παραδέχεται τα λάθη του, θα αμφισβητεί λανθασμένες παραδοχές και θα απορρίπτει ακατάλληλα αιτήματα. Το ChatGPT και ο ανταγωνιστής του, το Google Bard, είναι ίσως ό,τι πιο κοντινό έχει φτάσει μέχρι σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη στο να ανταποκριθεί στο «τεστ Turing» – δηλαδή μια αυτοματοποιημένη συμπεριφορά που δεν μπορεί (εύκολα) να διακριθεί από εκείνη ενός ανθρώπου.

Πιο πεζά, η ΤΝ έχει καταστήσει δυνατό έναν νέο «ψηφιακό τεϋλορισμό» – «επιστημονική διαχείριση» που λειτουργεί πλέον σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού, από την παραγωγή έως την κατανάλωση, και επηρεάζει τους πάντες.

Όπως επέμενε ο Μαρξ, δεν υπάρχει τίποτα «αναπόφευκτο» στις εφαρμογές της τεχνολογίας ή στις συνέπειές τους. Όλες συνεπάγονται επιλογές και όπου υπάρχει επιλογή υπάρχουν και εναλλακτικές λύσεις. Σε όλα αυτά βέβαια, η έννοια της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης απομακρύνει τη λέξη «επανάσταση» από την ουσιαστική μαρξιστική της σημασία (τη μεταβίβαση της κρατικής εξουσίας από μια τάξη σε μια άλλη).

Από αυτή την άποψη, ο Μαρξ έβλεπε την τεχνολογία, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, όχι μόνο ως μέσο αύξησης των κερδών αλλά και ως μέσο ελέγχου – ελέγχου πάνω στον εργάτη και, με την εκτόπιση του εργάτη, τον άμεσο έλεγχο της εργασιακής διαδικασίας. Ο Μαρξ διακήρυξε: «Τα μηχανήματα δεν λειτουργούν απλώς ως ανώτερος ανταγωνιστής του εργάτη, πάντα στο σημείο να τον καταστήσουν περιττό. Είναι μια δύναμη εχθρική γι’ αυτόν, και το κεφάλαιο διακηρύσσει αυτό το γεγονός δυνατά και σκόπιμα, καθώς και το χρησιμοποιεί».

Οι εφαρμογές σήμερα κυμαίνονται από τη ρομποτική συγκόλληση και το όργωμα μέσω των αυτοεξυπηρετούμενων ταμείων των σούπερ μάρκετ και των ηλεκτρονικών παραγγελιών μέχρι τη δημοσιογραφία, τη λογιστική και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Για τον Μαρξ, η τεχνολογία ήταν «το πιο ισχυρό όπλο για την καταστολή των απεργιών, αυτών των περιοδικών εξεγέρσεων της εργατικής τάξης ενάντια στην απολυταρχία του κεφαλαίου».

Σήμερα, η τεχνολογία αφορά επίσης τον έλεγχο του καταναλωτή, από τις πιστωτικές κάρτες μέχρι την προγνωστική διαφήμιση με βάση τις προηγούμενες αγοραστικές συνήθειες. Και αφορά επίσης ένα ευρύτερο πρόγραμμα κοινωνικού ελέγχου. Η πραγματικότητα είναι ότι στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται νέες τεχνολογίες επιτήρησης, καταστολής – και πολέμου.

Αυτό που έκαναν κάποιες από τις τρέχουσες συζητήσεις σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στην ΤΝ είναι να αναδείξουν τις αντιθέσεις μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα μπορούσε να είναι. Ο Μαρξ υποστήριξε ότι στο πλαίσιο του σοσιαλισμού, η τεχνολογία «θα αποδίδει προς όφελος της χειραφετημένης εργασίας και είναι ο όρος της χειραφέτησής της».

Οι άνθρωποι, μόλις απελευθερωθούν από τα δεσμά της ψυχοφθόρας καπιταλιστικής εργασίας, θα αναπτύξουν νέα μέσα κοινωνικής σκέψης και συνεργασίας έξω από τη μισθωτή σχέση που πλαισιώνει τις περισσότερες από τις αλληλεπιδράσεις μας στον καπιταλισμό.

Όλο και περισσότερο τίθενται τα ερωτήματα: δεδομένων των τεράστιων δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης να αντικαταστήσει την βαρετή, επαναλαμβανόμενη και επικίνδυνη εργασία και να καταστήσει πιο προσιτές τις προηγουμένως εξειδικευμένες πνευματικές και σωματικές εργασίες, γιατί ο ελεύθερος χρόνος δεν έχει αυξηθεί και τα όρια μεταξύ αυτού και της «εργασίας» είναι τόσο σκληρά όσο ποτέ;

Γιατί, παρά τις τεράστιες αυξήσεις στην παραγωγικότητα, έχει αυξηθεί η ηλικία συνταξιοδότησης; Γιατί αυξάνεται η ανισότητα και η φτώχεια; Γιατί οι απελευθερωτικές δυνατότητες της πληροφορικής έρχονται σε αντίθεση με την πραγματικότητα της μυστικής παρακολούθησης και της συλλογής δεδομένων για κέρδος από την Google, το Facebook και τα παρόμοια, απειλώντας μια δυστοπία ελέγχου;

Ο λόγος είναι, φυσικά, ότι η ανάπτυξη της ΤΝ βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια του κεφαλαίου. Όπως δήλωσε ένα πρόσφατο κύριο άρθρο σε αυτή την εφημερίδα, το συνεχιζόμενο σκάνδαλο Post Office/Fujitsu/Horizon (η πιο πρόσφατα ορατή κορυφή του παγόβουνου της τεχνητής νοημοσύνης) «συνοψίζει τη φρίκη της ταξικής κυριαρχίας».

Η πραγματική απειλή της τεχνητής νοημοσύνης και της μηχανικής μάθησης σήμερα είναι η εδραίωση της εταιρικής εξουσίας. Όπως θα υποστηριχθεί στο δεύτερο μέρος αυτής της ερώτησης και απάντησης, η πρόκληση για την Αριστερά είναι να αναπτύξει κατάλληλες στρατηγικές για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή.

Πηγή: Morning Star

Διάβολος με γλώσσα από σιλικόνη

“Φίλε, έλα τώρα. Είχα μια δύσκολη νύχτα”, λέει ο Jeffrey “the Dude” Lebowski. “Και μισώ τους γαμημένους Eagles, φίλε”.

Αμέσως μετά τη συγκεκριμένη ατάκα στην ταινία των αδελφών Coen ” The Big Lebowski” του 1998, ο Dude απομακρύνεται από το ταξί που παίρνει για να επιστρέψει στο σπίτι του από το Μαλιμπού – την παραλιακή κοινότητα από την οποία επίσης μόλις τον έχουν διώξει – ενώ από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ακούγεται η επιτυχία των Eagles του 1972 “Peaceful Easy Feeling”. Είναι μια έκκληση που συμπυκνώνει τη σύγκρουση στην καρδιά της ταινίας: η γηράσκουσα Νέα Αριστερά παραπαίει και υποχωρεί στην Αμερική του Τζορτζ Μπους.

Αλλά πηγαίνει βαθύτερα από αυτό. Η προτίμηση του Dude για τον μεγαλειώδη, αυθεντικό ήχο των Creedence Clearwater Revival, το άλμπουμ των οποίων χάνει όταν του κλέβουν το κασετόφωνο του αυτοκινήτου του, χαράζει μια ευκρινή γραμμή μεταξύ καλής και κακής κουλτούρας. Είναι η επιθυμία των χίπις για υπερβατικότητα – το rock ‘n’ roll των τελών της δεκαετίας του 1960, σε αυτή την περίπτωση, αντί για ναρκωτικά – που τον κάνει να μισεί τους easy-listening Eagles, ένα παγκόσμιο συγκρότημα που έκανε θραύση και καθόρισε τον ήχο της δεκαετίας του 1970 όσο και οι Creedence τον ήχο των τελών της δεκαετίας του 1960.

Δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς αναλογία στο παρόν. Το να μισείς την Taylor Swift μπορεί να σε κάνει να σε πετάξουν έξω από ένα μπάτσελορ πάρτι ή να σου την πέσουν στο δρόμο, ακόμα και να σε πετάξουν έξω από ένα ταξί. Αλλά είναι πιο δύσκολο να βρεις ένα άμεσο αντίστοιχο του Creedence. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η πρωτοποριακή κουλτούρα έχει διασπαστεί τόσο ολοκληρωτικά στην εποχή μας, ώστε κάθε ισχυρισμός ότι ένα ποπ είδος είναι η ουσία της αισθητικής προόδου είναι παράλογος εκ πρώτης όψεως. Πείτε ό,τι θέλετε για τις αποτυχίες της Νέας Αριστεράς – τουλάχιστον υπήρχε ένα ήθος.

Αυτό το επεισόδιο από το The Big Lebowski πηγαίνει πέρα από την πτώση των χίπις. Η μάχη μεταξύ της ποπ και της πρωτοπορίας είναι τόσο παλιά όσο και ο Διαφωτισμός – πιθανότατα παλαιότερη. Από τη δεκαετία του 1970 υπάρχει ένας συνεχής ορυμαγδός θεωριών που υποστηρίζουν ότι η ποπ θα ξεπεράσει ή και θα εξαλείψει την πρωτοπορία- στην πραγματικότητα, αυτός ο ισχυρισμός είναι ουσιαστικά αυτό που ο φιλόσοφος Jean-François Lyotard και ο λογοτέχνης Fredric Jameson ονόμασαν ο καθένας “μεταμοντερνισμό”. Ο ορυμαγδός έγινε πιο δυνατός καθώς το διαδίκτυο κατέκλυζε τα πάντα. Άλλωστε, υπάρχει μια εκδημοκρατιστική επιφάνεια στη δημιουργία μιας παγκόσμιας εκδοτικής πλατφόρμας peer-to-peer. Προσθέστε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε αυτό το μείγμα, και στη συνέχεια αυτό που αποκαλούμε “γενετική τεχνητή νοημοσύνη”, και είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η πίστη στους Creedence μοιάζει τόσο γραφική.

Όπως υποστήριξε πρόσφατα ο συγγραφέας Chuck Klosterman, η δεκαετία του ’90 ήταν η τελευταία φορά που κάποιος πραγματικά πίστευε ότι το “να ξεπουλά κανείς” ήταν κακό ή αμφιλεγόμενο. Από αισθητικής άποψης, έχουμε όλοι πέσει σε αυτό που ονομάζω ” μαύρη τρύπα του streaming“, στην οποία οι αλγόριθμοι εκμεταλλεύονται τη μαζική δημοτικότητα, υποσχόμενοι εξατομικευμένα αποτελέσματα, ενώ στην πραγματικότητα ομογενοποιούν το περιεχόμενό μας. Όσοι κρατούν την πίστη τους στην πρωτοπορία μοιάζουν με τους ανθρώπους που έχουν δραπετεύσει από το Matrix και συγκεντρώνονται στη Σιών για να σχεδιάσουν την επανάσταση που μόνο ένας θεός μπορεί να προσφέρει. (Δεν είναι τυχαίο ότι το Matrix απεικονίζει τη ρέηβ ως μια πολύτιμη ελευθερία για τους διαφωτισμένους).

Αυτή η διάσπαση μεταξύ Creedence και Eagles, μεταξύ της καλής πρωτοπορίας και της κακής ποπ, θέτει στην πραγματικότητα κάποια βαθιά, σχεδόν μεταφυσικά ερωτήματα για την κουλτούρα. Και τώρα η έκρηξη της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης – και ιδιαίτερα των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων, ή LLMs, τα οποία βρίσκονται πίσω από chatbots όπως το ChatGPT και το Bard – επαναφέρουν αυτό το παλιό αισθητικό ερώτημα στο προσκήνιο. Η τεχνητή νοημοσύνη και η απειλή της πολιτιστικής αυτοματοποίησης μας αναγκάζουν να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ γλώσσας, ερμηνείας και πολιτικής σε νέες γραμμές.

Το ερώτημα είναι, ουσιαστικά: Τι πρέπει να πιστεύει ένας μαρξιστής σχετικά με την αυτοματοποίηση της γλώσσας; Οι προτάσεις ότι ο καπιταλισμός έχει γίνει “σημειωτικός”, που βασίζονται στη σκέψη του φιλοσόφου Félix Guattari, δεν είναι αρκετά τεχνικές σχετικά με τη γλώσσα για να απαντήσουν άμεσα σε αυτό το ερώτημα, ενώ οι μαρξιστικές φιλοσοφίες της γλώσσας – όπως αυτή του Raymond Williams ή του Valentin Voloshinov – δεν είχαν ποτέ ενσωματώσει τον κόσμο των μηχανών. Οποιαδήποτε πιθανή απάντηση θα πρέπει να συνδυάσει τις ιδέες ενός από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 19ου αιώνα, του Καρλ Μαρξ, με εκείνες ενός από τους μεγαλύτερους διανοούμενους του 20ού αιώνα – του Νόαμ Τσόμσκι.

Με το ενδιαφέρον του Μαρξ για την οικονομία να αυξάνεται μέρα με τη μέρα, ο ίδιος και ο Φρίντριχ Ένγκελς πέρασαν μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1840 προσπαθώντας να επεξεργαστούν μια υλιστική φιλοσοφία το συντομότερο δυνατό. Ήθελαν όμως αυτός ο υλισμός να είναι δυναμικός. Με αυτό εννοούσαν ότι δεν θα έπρεπε να είναι μια φιλοσοφία που θα βασιζόταν στην πραγματική και προηγούμενη ύπαρξη ατόμων σε κίνηση, αλλά αντίθετα στη δραστηριότητα των ανθρώπων. Αυτή η φιλοσοφία ήταν που προκάλεσε τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, όπου ο Μαρξ έβαλε όλα τα χαρτιά του στην έννοια του “μεταβολισμού μεταξύ ανθρώπου και φύσης”, ορίζοντας την ανθρώπινη ζωή ως τον κοινωνικό μετασχηματισμό του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτός ο μετασχηματισμός ήταν επίσης η απαρχή της φιλοσοφίας – η πρώτη αρχή της, η κινητήρια δύναμή της και η μόνη πηγή νομιμοποίησής της. Η φιλοσοφία του Μαρξ παραμένει αναμφισβήτητα ο μοναδικός τέτοιος υλισμός του είδους του μέχρι σήμερα.

Για τον Μαρξ, ο “μεταβολισμός” αποτελεί την αφετηρία της συνείδησης. Μέσω του μετασχηματισμού της φύσης, “συνάπτουμε σχέσεις” μεταξύ μας. Όποτε ακούτε τους μαρξιστές να μιλούν για τις σχέσεις παραγωγής, αυτό έχουν στο μυαλό τους. Ο καπιταλισμός είναι ένα τέτοιο σύνολο σχέσεων (ένας “τρόπος παραγωγής”), ο μόνος που γνωρίζουμε διεξοδικά από την εμπειρία. Η συνείδηση, πίστευε ο Μαρξ, είναι προϊόν αυτών των σχέσεων παραγωγής και “σε τελευταία ανάλυση” καθορίζεται από αυτή την υλική δραστηριότητα. Αυτή η ιδέα έχει περάσει ως μια εύθραυστη διάκριση μεταξύ μιας “βάσης” οικονομικής δραστηριότητας και μιας “υπερδομής” νόμου, κυβέρνησης και πολιτισμού. Ο λόγος που μας ενδιαφέρει είναι ότι κάπου σε αυτή την αφαίρεση κρύβεται η ιδεολογία.

Κάθε αγορά που κάνουμε και κάθε ώρα που δουλεύουμε, πιστεύει ο Μαρξ, καλύπτονται από ένα τέχνασμα που επικαλύπτει την αξία που προστίθεται στα εμπορεύματα από την εργασία. Η συνείδηση – και η γλώσσα – δεν είναι αθώα του τρόπου παραγωγής. Όπως το θέτουν ο ίδιος και ο Ένγκελς στη Γερμανική Ιδεολογία, το ανθρώπινο “πνεύμα” είναι

χτυπημένο από την κατάρα του να είναι “φορτωμένο” με την ύλη, η οποία εδώ κάνει την εμφάνισή της με τη μορφή ταραγμένων στρωμάτων αέρα, ήχων, εν ολίγοις, της γλώσσας. Η γλώσσα είναι τόσο παλιά όσο και η συνείδηση, η γλώσσα είναι πρακτική συνείδηση που υπάρχει και για τους άλλους ανθρώπους . . . . Η συνείδηση είναι, επομένως, από την αρχή ένα κοινωνικό προϊόν και παραμένει έτσι όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Αυτό που λέει εδώ ο Μαρξ με το υψηλών προδιαγραφών ύφος του είναι ότι η γλώσσα είναι το μέσο παραγωγής – της ίδιας της υλικής μας ύπαρξης στον κόσμο. Δεν μετακινούμε απλώς τυχαία πράγματα στον φυσικό κόσμο- δημιουργούμε πράγματα σκόπιμα, για δική μας χρήση. Και το κάνουμε αυτό σε συνεργασία με άλλους, όχι ως μοναχικά άτομα.

Ο συνήθης τρόπος σκέψης για τη βάση και το εποικοδόμημα είναι ότι το ένα καθορίζει το άλλο. Αυτό φαίνεται στη ρήση ότι είναι “ευκολότερο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού”, η οποία εξηγεί τόσα πολλά δυστοπικά μυθιστορήματα που εξακολουθούν να μην μπορούν, ακόμη και στο πιο ζοφερό μέλλον, να σκεφτούν τον τρόπο να ξεφύγουν από το κέρδος και την αξία. Ο κριτικός Μαρκ Φίσερ το ονόμασε αυτό “καπιταλιστικό ρεαλισμό”, την ιδέα ότι οι αφηγήσεις μας και ακόμη και η φαντασία μας έχουν καπιταλιστικά προστατευτικά κιγκλιδώματα. Αλλά όταν πρόκειται για τη γλώσσα -αυτό ακριβώς που “αυτοματοποιούμε” σήμερα με την Τεχνητή Νοημοσύνη- αυτή η εικόνα δεν αρκεί.

Καθώς γράφω αυτό το κείμενο, η OpenAI, η οποία τρέχει το ChatGPT και το DALL-E, μεταξύ άλλων προϊόντων τεχνητής νοημοσύνης, είχε ένα περίεργο Σαββατοκύριακο. Πρώτα το διοικητικό συμβούλιο απέλυσε τον διευθύνοντα σύμβουλο, Sam Altman, μόνο για να γυρίσει και να τον προσλάβει ξανά. Ο καυγάς αφορούσε την “ευθυγράμμιση”, την ιδέα ότι πρέπει να δημιουργήσουμε μια “τεχνητή γενική νοημοσύνη” (AGI) που να είναι εντελώς ανίκανη να μας βλάψει. Αν αυτό ακούγεται σαν επιστημονική φαντασία, είναι επειδή είναι. Είναι επίσης η ιδεολογία που οδηγεί μεγάλο μέρος της παραγωγής τεχνητής νοημοσύνης σήμερα.

Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, ο Altman είχε αποκατασταθεί στη θέση του, και αν χρειαζόσασταν ένα παράδειγμα για το πού ο υλισμός του Μαρξ θα ήταν χρήσιμος, αυτή είναι μια πολύ καλή περίπτωση. Ο αγώνας στο OpenAI προφανώς καθοδηγήθηκε από τον Ilya Sutskever, έναν μηχανικό που είχε προσληφθεί για να δημιουργήσει την “υπερστοίχιση“, ουσιαστικά μια αλεξίσφαιρη εγγύηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα ξεφύγει από τις ράγες και δεν θα οδηγήσει στην εξαφάνιση του ανθρώπου. Αν αυτό ακούγεται παράξενο, θα έπρεπε. Αλλά είναι επίσης ένα από τα ιδρυτικά δόγματα της εταιρείας, η οποία ξεκίνησε ως μη κερδοσκοπική εταιρεία αφιερωμένη στην παραγωγή μιας ασφαλούς ΤΝ. Ο αγώνας μεταξύ του Altman και του Sutskever δεν αφορά το αν μπορούν να επιτύχουν την γενετική ΤΝ, ούτε καν το αν θα μπορούσε να αποτελέσει υπαρξιακό κίνδυνο για τους ανθρώπους. Πρόκειται για το ποιος δρόμος πρέπει να ακολουθηθεί για να διασφαλιστεί ότι θα είναι ασφαλής. Αποκαλέστε το μεταφυσική στη διεύθυνση επιχειρήσεων.

Αυτό που όλοι αγνοούν σε όλη αυτή τη μεταφυσική, ωστόσο, είναι ότι αυτός ο αγώνας αφορά τη γλώσσα. Είναι η ικανότητα της τεχνητής νοημοσύνης για τις περιπλοκές της ανθρώπινης γλώσσας που πυροδότησε τη ραγδαία άνοδο του OpenAI, ξεκινώντας με το GPT-2 το 2019. Αυτή είναι η προϋπόθεση για όλα τα άλλα συστήματα που προσπαθούμε να συνδέσουμε με τη “γενετική τεχνητή νοημοσύνη” – ακόμη και το DALL-E τρέχει με ζεύγη λέξεων-εικόνων. Οι γλωσσικοί αλγόριθμοι είναι πλέον έτοιμοι να γίνουν η θεμελιώδης υποδομή για το σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας οικονομίας. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι είναι παγιδευμένοι στις μυστικοποιήσεις των αδιέξοδων καπιταλιστικών φαντασιώσεων, ακόμη και αν αυτές οι συγκεκριμένες φαντασιώσεις φαίνονται πιο παράταιρες από ποτέ. Αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη έκπληξη είναι ότι η Αριστερά δεν είναι σε θέση να ασκήσει την υλιστική, μαρξιστική κριτική της Τεχνητής Νοημοσύνης που θα έπρεπε. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Αριστερά έχει αρνηθεί να πάρει τη γλώσσα στα σοβαρά, κατατάσσοντάς την σε απλή “υπερδομή” και κρατώντας την σε μεγάλη απόσταση από τον οικονομικό υλισμό.

Οι μαρξιστές έχουν προσεγγίσει αυτό το πρόβλημα με διαφορετικούς τρόπους, στηριζόμενοι γενικά στην αντίληψη ότι η γλώσσα είναι υλική, δυναμική και καταστασιακή. Καμία από τις προσεγγίσεις δεν έχει παραδώσει ποτέ πραγματικά μια φιλοσοφία της γλώσσας που να είναι αρκετά τεχνική για να αντιμετωπίσει αυτό που κάνει τώρα η τεχνητή νοημοσύνη, και αυτό σημαίνει ότι όλοι οι δρόμοι προς μια αριστερή κριτική της αυτοματοποίησης της γλώσσας περνούν μέσα από τον πιο διάσημο γλωσσολόγο της εποχής μας: Noam Chomsky.

Ο Τσόμσκι πιθανά είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή διανοούμενος. Το έργο του για τη γλώσσα δεν έχει απλώς μεταμορφώσει τη γλωσσολογία- είναι εν μέρει υπεύθυνο για αυτό που αποκαλείται “γνωστική επανάσταση”, την κατακλυσμιαία αλλαγή στις επιστήμες που συνέβη κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Μέχρι τη δεκαετία του 1990, τότε που ο Dude εξακολουθούσε να προσκολλάται στην υπερβατικότητα μιας κασέτας των Creedence, η άποψη του Τσόμσκι για το νου και τη γλώσσα είχε γίνει επιστημονικό υπόβαθρο σε όλη την ψυχολογία, τη γλωσσολογία, τη φιλοσοφία, τη νευροεπιστήμη και το νεαρό ακόμη πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν αμφιλεγόμενη: Η γρήγορη άνοδος του Τσόμσκι στη δεκαετία του 1960 έφερε μαζί της σκληρές μάχες. Αλλά έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια μιας γενικής αλλαγής, κατά την οποία η γενεσιουργός γραμματική, η “συσκευή απόκτησης της γλώσσας” που ο Τσόμσκι ισχυριζόταν ότι βρισκόταν κάπου στον εγκέφαλο, και το “μινιμαλιστικό πρόγραμμα” για την κατανόηση της γλώσσας έγιναν σύμβολα μιας ολόκληρης ομάδας επιστημών και της νέας τους προσέγγισης. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται σε μια ευρεία αναλογία μεταξύ του εγκεφάλου (ή του νου) και του υπολογιστή – την “υπολογιστική θεωρία του νου”. Ο ίδιος ο Τσόμσκι παρέμεινε αμφιλεγόμενος ως προς αυτή την αναλογία, ενώ παρέμεινε βαθιά προσηλωμένος στην επιστημονική διερεύνηση των ιδιοτήτων του νου, τις οποίες θεωρεί ότι έχουμε μοναδικά στη διάθεσή μας μέσω της γλώσσας.

Αλλά η καριέρα του Τσόμσκι ήταν πάντα στην πραγματικότητα δύο καριέρες. Από την πρώιμη αντίθεσή του στον πόλεμο του Βιετνάμ – τον οποίο, όπως επεσήμανε, η αμερικανική προπαγάνδα αρνιόταν σταθερά ότι ήταν πόλεμος ή εισβολή – μέχρι τις εκστρατείες του κατά των φαύλων συγκρούσεων που προωθούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Κεντρική Αμερική τη δεκαετία του 1980, ο Τσόμσκι υπήρξε μία από τις λίγες αριστερές φωνές στον αμερικανικό δημόσιο διάλογο επί δύο γενιές. Αξιοποίησε την τεράστια αυθεντία του στη γλώσσα και το μυαλό σε μια μοναδική παρουσία στο χάος των μέσων ενημέρωσης μιας καταρρέουσας αυτοκρατορίας. Πιστεύει ότι μια τεχνολογική κοινωνία δεν έχει κανένα λόγο να περιορίζει τις θεμελιωδώς δημιουργικές δυνάμεις των μεμονωμένων πολιτών της και ότι η συνδικαλιστική ελεύθερη ένωση – μια άποψη που συνήθως αποκαλείται αναρχοσυνδικαλισμός – θα καταργούσε τις καταπιέσεις του κράτους και της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας του.

Όταν ήμουν έφηβος και προσπαθούσα να καταλάβω, πρώτα, τον παράξενο θριαμβολογικό χαρακτήρα της εποχής του Μπιλ Κλίντον και στη συνέχεια τη φαύλη στροφή μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο πατέρας μου μού έδωσε να διαβάσω βιβλία του Χάουαρντ Ζιν και του Τσόμσκι. Για μένα, αυτά ήταν μια αλφαβήτα μετά την οποία σχεδόν τα πάντα στα μέσα ενημέρωσης ήταν απλή προπαγάνδα, ειδικά κατασκευασμένη για να αποκρύψει αλήθειες για την αμερικανική αυτοκρατορία – αλήθειες που ένας μοναχικός Τσόμσκι φώναζε για χρόνια.

Πήγαμε άλλες τρεις δεκαετίες μπροστά, τον Μάρτιο του 2023, όταν ο Τσόμσκι και δύο συν-συγγραφείς του δημοσίευσαν ένα άρθρο στους New York Times με τίτλο “Η ψευδής προσδοκία από το ChatGPT“. Αυτό που είπαν εκεί, δυστυχώς, ισοδυναμεί με μια πολύ εκλεπτυσμένη εκδοχή του πόσο πολύ μισεί ο Dude τους γαμημένους Eagles.

Το δημοσίευμα αναγνωρίζει σιωπηρά ότι υπάρχει πράγματι ένα πολιτικό πρόβλημα με την τεχνητή νοημοσύνη. Ο Τσόμσκι και οι συν-συγγραφείς του υποστηρίζουν ότι η μηχανική μάθηση – η πειθαρχία πίσω από τη γεννητική ΤΝ και άλλους ισχυρούς αλγορίθμους – “θα υποβαθμίσει την επιστήμη μας και θα εξευτελίσει την ηθική μας ενσωματώνοντας στην τεχνολογία μας μια θεμελιωδώς λανθασμένη αντίληψη για τη γλώσσα και τη γνώση”. Ο Τσόμσκι μάχεται κατά της συγκεκριμένης αντίληψης από τη δεκαετία του 1950, οπότε δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι θεωρεί προβληματική την εμπορική κυκλοφορία της. Είναι λιγότερο σαφές ότι το συγκεκριμένο μείγμα γνωστικής επιστήμης και πολιτικής μπορεί πραγματικά να εξηγήσει τι κάνουν το ChatGPT και παρόμοια συστήματα.

Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι δυνατόν, τόσο για υλικοτεχνικούς όσο και για νομικούς λόγους, να ποσοτικοποιήσουμε πόσα δεδομένα – κείμενο, εικόνα, αλλά και δεδομένα παρακολούθησης κάθε είδους – παράγονται πλέον ή επηρεάζονται από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται όμως για ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ό,τι πιθανώς νομίζετε. Τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLM) συνδέονται με την αναζήτηση και με τους “προσωπικούς βοηθούς”. Η εξερεύνηση εφαρμογών από τις εταιρικές προσλήψεις έως τα μαχητικά αεροσκάφη και τις μαθηματικές αποδείξεις έως τη χημεία, δεν επιβραδύνθηκε, αλλά επιταχύνθηκε.

Ένα ανταγωνιστικό δημοσίευμα από τη Wall Street Journal, γραμμένο από τον αποθανόντα πλέον Henry Kissinger -μια νέμεση της γενιάς του Chomsky- και τους συν-συγγραφείς του, υποστήριξε ότι το ChatGPT ήταν ένα τόσο σημαντικό βήμα όσο και η τυπογραφία, με παρόμοια ευρείες επιπτώσεις στην πολιτική, εξωτερική και εσωτερική, και στο καθεστώς της γνώσης. Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο Τσόμσκι συμφωνεί στην πραγματικότητα με αυτή την εκτίμηση, αν όχι με τις προτάσεις της. Επειδή η νέα τεχνητή νοημοσύνη είναι μια “αδέξια στατιστική μηχανή για την αντιστοίχιση προτύπων” και δεν διαθέτει καμία ικανότητα για την αλήθεια ή την ηθική, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Τσόμσκι, είναι πολιτισμικά επικίνδυνη. Ο Κίσινγκερ συνιστά στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να προηγηθούν της καμπύλης. Ο Τσόμσκι ουσιαστικά απλώς αρνείται ότι συμβαίνει έστω και κάτι ουσιαστικό.

Αυτό είναι ένα πρόβλημα, και νομίζω ότι εντοπίζεται στην εύθραυστη σχέση μεταξύ της γλωσσολογίας του Τσόμσκι και της πολιτικής του. Είχε πει κάποτε ότι “δεν μπορεί να βρει διανοητικά ικανοποιητικές συνδέσεις μεταξύ αυτών των δύο τομέων”, αλλά αντίθετα μόνο ισχνές. Όμως κάνει διαχωρισμό μεταξύ αυτού που αποκαλεί “το πρόβλημα του Πλάτωνα” και “το πρόβλημα του Όργουελ”.

Το πρόβλημα του Πλάτωνα είναι ότι η γνώση μας ξεπερνά την εμπειρία μας. Όπως έχει παρατηρήσει ο Τσόμσκι για περισσότερες από έξι δεκαετίες, τα παιδιά μαθαίνουν τη σωστή γραμματική χωρίς ποτέ να εκτίθενται σε όλες τις παραλλαγές της. Μαθαίνουν να επινοούν νέες λέξεις και φράσεις και να τις κατανοούν πολύ νωρίτερα από ό,τι θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε μηχανή. Η ανθρώπινη μάθηση φαίνεται να συμβαίνει με μεγάλα άλματα, όχι με μικρά βήματα. Ο Πλάτωνας πίστευε ότι οι άνθρωποι είχαν ένα είδος μνήμης των καθαρών μορφών της σκέψης – του καλού, της αλήθειας και της ομορφιάς – και ο Τσόμσκι επικαλείται αυτή την ιδέα για να περιγράψει τι πιστεύει ότι είναι πραγματικά η γλώσσα.

Το πρόβλημα του Όργουελ αφορά αυτό που ο μυθιστοριογράφος ονόμασε “newspeak”, τη συστηματική χειραγώγηση της γλώσσας και του νοήματος από την ολοκληρωτική κυβέρνηση που απεικονίζεται στο βιβλίο “1984“. Ο Τσόμσκι χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τον αποκλεισμό της έννοιας της εισβολής των Ηνωμένων Πολιτειών στο Βιετνάμ για να υποστηρίξει ότι τα δημοκρατικά συστήματα, μέσω της χειραγώγησης των μέσων ενημέρωσης, έχουν “ιδιοφυείς” μηχανισμούς “ελέγχου της σκέψης”. Αυτό το συμπέρασμα είναι στην πραγματικότητα ένα βήμα πέρα από αυτό του Όργουελ, καθώς οι ολοκληρωτικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν την απειλή της βίας για να υποστηρίξουν την επιβαλλόμενη γλώσσα τους. Οι ψευδείς δυαδικές σχέσεις εγκαθιδρύονται συχνά ως αφηγήσεις στα μέσα ενημέρωσης, υποστηρίζει ο Τσόμσκι, με στόχο την “κατασκευή συναίνεσης”, μια φράση που δανείζεται από τον διάσημο θεωρητικό της κοινής γνώμης Walter Lippmann. Τα μέσα ενημέρωσης “μπορούν να αποτελέσουν μια τρομερή δύναμη όταν κινητοποιούνται για την υποστήριξη του κρατικού συστήματος προπαγάνδας”, γράφει ο Τσόμσκι.

Το σύνθημα της διάκρισης Πλάτωνα-Όργουελ είναι “Η προπαγάνδα είναι για τη δημοκρατία ό,τι η βία για τον ολοκληρωτισμό”. Αυτή είναι μια εξαιρετική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι διάφοροι τύποι κρατών εξαναγκάζουν τους πολίτες τους, αλλά πώς σχετίζεται με τη γλώσσα; Ο Τσόμσκι δεν το ξεκαθαρίζει αυτό, και δεν νομίζω ότι μπορεί να το ξεκαθαρίσει. Του διαφεύγει το γεγονός ότι το newspeak είναι γλώσσα. Είναι μια άκρως αυθαίρετη, αναπαραγώγιμη γλώσσα, ναι – και η δημοκρατική της αντιστοιχία είναι επίσης γλώσσα, απλώς συγκρατείται μέσα σε ορισμένα όρια. Αλλά είναι αυτές οι προστατευτικές μπάρες σχετικά με το τι μπορεί να ειπωθεί πραγματικά δημιουργημένες από κάποια συμμορία εμπειρογνωμόνων των μέσων ενημέρωσης; Πώς είναι σε θέση να καταστέλλουν αυτή τη γνήσια γραμματική δημιουργικότητα που όλοι διαθέτουμε εκ φύσεως;

Εδώ είναι το πρόβλημα: οι μηχανές προπαγάνδας που ο Τσόμσκι πιστεύει ότι κατασκευάζουν τη συναίνεση είναι πλέον σχεδόν κατά εκατό τοις εκατό κατευθυνόμενες από την τεχνητή νοημοσύνη. Δεν είναι ένα κράτος ή μια κυβέρνηση που κάνει αυτή τη δουλειά – είναι η γλωσσική ικανότητα της τεχνητής νοημοσύνης, σε μια πολιτισμική κλίμακα που απλά δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ. Στη μαρξιστική παράδοση, αυτό ονομάζεται ιδεολογία. Η συνέχεια της παραγωγής και της κουλτούρας δεν ήταν ποτέ πιο κυριολεκτική. Έχουμε πλέον μηχανές που μπορούν να αυτοματοποιήσουν όχι μόνο την Τέιλορ Σουίφτ (…Θεέ μου), αλλά και το είδος του κατασταλτικού αποτελέσματος που εντόπισε ο Τσόμσκι στα μέσα ενημέρωσης. Τα LLMs συνδέουν το πρόβλημα του Πλάτωνα με το πρόβλημα του Όργουελ. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικό χάος, επειδή δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιο μέρος είναι γλώσσα και ποιο μέρος είναι απλώς μηχανές. Ίσως η διάκριση να μην ήταν ποτέ ξεκάθαρη εξ αρχής.

Αυτό που στέκεται ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Όργουελ είναι η κουλτούρα, και με την άνοδο της δημιουργικής τεχνητής νοημοσύνης, έχουμε πρόβλημα κουλτούρας. Η γενική διανοητική αμηχανία του 2023 δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα του Τσόμσκι. Είναι μια τάση που έχουμε να υποτιμούμε την κουλτούρα, ακόμη και όταν είναι αυτό ακριβώς που μας προκαλεί προβλήματα. Μπορεί να θέλουμε να πιστεύουμε ότι η “ανθρώπινη δημιουργικότητα” – ένα σταθερό ρεφρέν στα γραπτά του Τσόμσκι – δεν είναι επιδεκτική στατιστικών τεχνικών. Αλλά ενώ είναι λογικό να επιφυλασσόμαστε για την πρωτοπορία, νομίζω ότι είναι ξεκάθαρο ότι η Taylor Swift θα μπορούσε πραγματικά να είναι μια τεχνητή νοημοσύνη, εν μέρει επειδή υπερπαραγόμενα προϊόντα των μέσων μαζικής ενημέρωσης όπως η μουσική της ή οι ταινίες της Marvel βρίσκουν ένα είδος στατιστικού κέντρου στην απεραντοσύνη του πολιτισμού – που είναι ακριβώς αυτό που κάνει η γενετική τεχνητή νοημοσύνη. Υπάρχει μια ασύλληπτα τεράστια κλίμακα της ανθρώπινης γλωσσικής παραγωγής που βρίσκεται ανάμεσα σε οποιαδήποτε επίσημη γλωσσολογία και στους τύπους κινδύνου που διαγιγνώσκουν τόσο ο Τσόμσκι όσο και ο Κίσινγκερ. Τα συστήματα GPT απλώς αποκαλύπτουν αυτή την κλίμακα, και τα αποτελέσματα δεν μας αρέσουν. Αλλά δεν έχουμε την πολυτέλεια να τα αγνοήσουμε.

Οι γλωσσικοί αλγόριθμοι πρόκειται να γίνουν η θεμελιώδης υποδομή για το σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας οικονομίας.

Σύμφωνα με τον Τσόμσκι, η τεχνητή νοημοσύνη στην τρέχουσα μορφή της επιβάλλει ωμές συσχετίσεις μεταξύ συνόλων δεδομένων. Αυτή είναι μια θεμελιωδώς διαφορετική διαδικασία από αυτό που κάνουν οι άνθρωποι με τη γλώσσα, δηλαδή να δημιουργούν εξηγήσεις. Διαθέτουμε μια “καθολική γραμματική” που μας επιτρέπει να μαθαίνουμε με “σχεδόν μαθηματική κομψότητα”, όπου αυτά τα προγράμματα μαθαίνουν εξίσου τις ανθρωπίνως δυνατές και τις “ανθρωπίνως αδύνατες” γλώσσες. “Συναλλάσσονται απλώς με πιθανότητες που αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου”, αδέσμευτες από οποιαδήποτε σχέση με την αλήθεια, και – τονίζει ο Τσόμσκι – δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν ηθικές κρίσεις.

Όλα αυτά είναι αλήθεια. Ειδικά τα LLMs τροφοδοτούνται με τεράστιες ποσότητες κειμένου, της τάξης του ενός τρισεκατομμυρίου λέξεων, μια πραγματικά αδιανόητη ποσότητα τυπωμένης γλώσσας. Στη συνέχεια “μαθαίνουν” συμπιέζοντας τα δεδομένα σε μοτίβα, χρησιμοποιώντας έναν εκτεταμένο αλλά μαθηματικά απλό αλγόριθμο. Το ChatGPT που ξέσπασε στον δημόσιο διάλογο στα τέλη του 2022 (έκτοτε έχει ενημερωθεί πολλές φορές) τεμαχίζει τα τρισεκατομμύρια των λέξεων εκπαίδευσης σε περίπου πενήντα χιλιάδες “tokens”, κυρίως λέξεις αλλά και μικρά κομμάτια λέξεων που είναι χρήσιμα για να λειτουργήσει η γλώσσα.

Το αρχικό αποτέλεσμα – μετά την “προεκπαίδευση”, που σημαίνει το p στο GPT – είναι ένα πλήρως καθορισμένο πλέγμα, στο οποίο κάθε μονάδα διαθέτει μια πιθανότητα να έρθει μετά από αυτήν που προηγείται. Αν πω “κομμουνιστής”, η πιθανότητα του “μανιφέστο” εκτοξεύεται, όπως και το “γουρούνι”. Τα LLM συγκεντρώνουν μια μικρή δεξαμενή πιθανών επόμενων λέξεων και στη συνέχεια σαρώνουν το πλαίσιο για να επιλέξουν ποια θα τοποθετήσουν στη συνέχεια. Αν έχετε συνομιλήσει με ένα από αυτά τα συστήματα, ξέρετε ότι παράγει, λοιπόν, καλά αγγλικά (και πολλές, πολλές άλλες γλώσσες επίσης). Από σχεδόν κάθε θεωρητική προοπτική, συμπεριλαμβανομένης της προοπτικής του Τσόμσκι, αυτό δεν έπρεπε να συμβαίνει.

Ο Τσόμσκι αντιτίθεται στη στατιστική σύλληψη της γλώσσας εδώ και σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Αξίζει να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η ανάλυσή του, γιατί αυτό μας δείχνει τι κάνει η τεχνητή νοημοσύνη που αναγκάζει τον Πλάτωνα και τον Όργουελ να συναντηθούν.

Το 1957, ο Τσόμσκι δημοσίευσε τις Συντακτικές Δομές, ένα σύντομο βιβλίο που θα αναδιαμόρφωνε τη γλωσσολογία, και ευρύτερα τη γνωστική επιστήμη, για δύο γενιές. Ήθελε να δείξει ότι η γραμματική μιας γλώσσας -αυτό που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τις καλές από τις κακές προτάσεις- ήταν ανεξάρτητη από άλλους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των σημασιών των λέξεων.

Κατέθεσε την επιχειρηματολογία του με προτάσεις που έγιναν σχεδόν τόσο διάσημες όσο και ο ίδιος: “Άχρωμες πράσινες ιδέες κοιμούνται μανιωδώς” και “Μανιωδώς κοιμούνται ιδέες πράσινες άχρωμες”. Η πρώτη πρόταση είναι γραμματική – δεν σημαίνει τίποτα, αλλά είναι άμεσα αναγνωρίσιμη ως αγγλική πρόταση. Η δεύτερη πρόταση είναι εξίσου ανούσια, αλλά επίσης δεν είναι πραγματικά πρόταση. Σκοντάφτετε όταν την διαβάζετε δυνατά. Κάτι δεν είναι σωστό.

Για τον Τσόμσκι, αυτό που ήταν λάθος ήταν κάτι περισσότερο από τη σειρά των λέξεων. Ένας από τους στόχους αυτού του πειράματος σκέψης ήταν ο Κλοντ Σάνον, ο θεμελιωτής της θεωρίας της πληροφορίας, η οποία θεωρείται ευρέως ένα από τα βασικά θεμέλια του ψηφιακού σύμπαντος. Ο Shannon ενδιαφερόταν για την επικοινωνία, την οποία θεωρούσε ως την αποστολή πληροφοριών κατά μήκος ενός καναλιού σε έναν δέκτη. Δεν τον ενδιέφερε αν το υλικό που στέλνονταν ήταν γλώσσα, ή σήματα χωρίς νόημα, ή οτιδήποτε άλλο – το μόνο που είχε σημασία ήταν να καταλάβει τη δομή του υλικού. Χρησιμοποίησε την αγγλική γλώσσα ως πειραματόζωο για να βρει πώς να φτιάξει ένα ασφαλές κανάλι κατά μήκος του οποίου θα μπορούσαν να σταλούν με ασφάλεια πληροφορίες. Οι τύποι που εφηύρε για τον σκοπό αυτό αποτελούν τη βάση όλων των ψηφιακών επικοινωνιών σήμερα.

Ο Σάνον ενδιαφερόταν επίσης για τη γλώσσα, αλλά με διαφορετικό τρόπο από ό,τι ο Τσόμσκι. Υποστήριξε ότι αν έχετε το γράμμα q σε μια σελίδα, τεχνικά θα μπορούσατε να έχετε είκοσι έξι διαφορετικά γράμματα που το ακολουθούν (συμπεριλαμβανομένου ενός διαστήματος). Αλλά είναι συντριπτικά πιθανό ότι το u θα είναι το επόμενο γράμμα. Αυτή η ιδέα καθιστά τον Shannon τον πνευματικό ιδρυτή της αυτόματης διόρθωσης – αλλά και της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για μια στατιστική προσέγγιση της γλώσσας, που βασίζεται καθαρά στη συχνότητα των γραμμάτων ή των λέξεων. Τα LLM, όπως τα περιέγραψα παραπάνω, ακολουθούν αυτή την ιδέα: βρίσκουν τις συχνότητες των λέξεων και τις αναπαράγουν. Ο Shannon δεν εφηύρε ποτέ μια μηχανή που θα μπορούσε πραγματικά να παράγει γλώσσα, αλλά ζούμε με τα προϊόντα των ιδεών του.

Ο Τσόμσκι στόχευσε ευθέως τον Σάνον. Καμία μηχανή, πρότεινε, δεν θα μπορούσε πραγματικά να διακρίνει αυτές τις δύο προτάσεις μεταξύ τους. Η αγγλική γραμματική δεν ήταν απλώς μια “υψηλής τάξης στατιστική προσέγγιση της αγγλικής γλώσσας”. Πρέπει να γνωρίζεις τη γραμματική, όχι απλώς να προβλέπεις λέξεις ή γράμματα.

Στο άρθρο του 2023, ο Τσόμσκι χρησιμοποιεί ένα από τα παραδείγματά του από τις Συντακτικές Δομές το 1957, γράφοντας ότι

επειδή αυτά τα προγράμματα δεν μπορούν να εξηγήσουν τους κανόνες του αγγλικού συντακτικού, για παράδειγμα, μπορεί κάλλιστα να προβλέψουν, λανθασμένα, ότι “ο John είναι πολύ πεισματάρης για να του μιλήσει κανείς (σ.μ. στο πρωτότυπο που βγάζει νόημα είναι John is too stubborn to talk to)” σημαίνει ότι ο John είναι τόσο πεισματάρης που δεν θα μιλήσει σε κάποιον ή κάποια (αντί ότι είναι πολύ πεισματάρης για να του επιχειρηματολογήσει κανείς) … . Οι σωστές εξηγήσεις της γλώσσας είναι περίπλοκες και δεν μπορούν να μαθευτούν μόνο με το να τις βουτάμε σε μεγάλα δεδομένα.

Αποφάσισα να πάω στην πηγή:

Ανώνυμος: τι σημαίνει αυτή η φράση; “ο john είναι πολύ πεισματάρης για να του μιλήσεις (john is too stubborn to talk to)”;

ChatGPT: Η φράση “ο John είναι πολύ πεισματάρης για να του μιλήσεις” υποδηλώνει ότι ο John είναι πολύ ανθεκτικός στο να αλλάξει τις απόψεις ή τη συμπεριφορά του, γεγονός που καθιστά δύσκολη ή απογοητευτική τη συζήτηση μαζί του. Υπονοεί ότι το πείσμα του John αποτελεί εμπόδιο στην αποτελεσματική επικοινωνία ή συζήτηση, επειδή μπορεί να μην είναι πρόθυμος να εξετάσει διαφορετικές απόψεις ή να συμβιβαστεί στις απόψεις του.

Για όσους κρατούν το σκορ: Shannon (και Sam Altman): 1, Τσόμσκι: 0.

Ρώτησα λοιπόν το ChatGPT για τις άχρωμες πράσινες ιδέες, και στις δύο εκδοχές. Μου έδωσε μια μικρή ιστορία της καλής φράσης, εξηγώντας τη γλωσσολογία του Τσόμσκι με βασικούς αλλά σταθερούς όρους. Αποκάλεσε την αντιγραμματική φράση (“furiously sleep ideas green colorless”) έναν “ανούσιο συνδυασμό” και χαρακτήρισε τη συνομιλία ως “ασυνάρτητο αίτημα, τυχαίες λέξεις”. Με κάποια παρότρυνση, αναγνώρισε ότι η δεύτερη φράση ήταν ένα συνονθύλευμα της πρώτης και έβγαλε το συμπέρασμα ότι η γραμματική “από μόνη της δεν εγγυάται ουσιαστική επικοινωνία”. Αυτό είναι σχεδόν το αντίθετο από αυτό που θέλει να πει ο Τσόμσκι – αλλά είναι επίσης αλήθεια. Περισσότεροι πόντοι για το ChatGPT.

Η ανθρώπινη μάθηση φαίνεται να συμβαίνει με μεγάλα άλματα, όχι με μικρά βήματα.

Εδώ είναι το πρόβλημα. Τίποτα από αυτά που παρήγαγε η μηχανή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη, είτε έτσι είτε αλλιώς. Γνωρίζει αυτές τις προτάσεις, ή απλώς η στατιστική πρόβλεψη είναι πολύ πιο ισχυρή από ό,τι ήμασταν σε θέση να παρατηρήσουμε τη δεκαετία του 1940 και του ’50; Αυτή είναι η συζήτηση που οδηγεί την αναταραχή στο OpenAI. Αν βγουν οι σωστές απαντήσεις, πώς μπορείς να αρνηθείς ότι έχεις να κάνεις με νοημοσύνη;

Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η ερώτηση είναι λανθασμένη: Η τεχνητή νοημοσύνη παράγει πράγματι γλώσσα – αλλά όχι το είδος που μας λέει πώς λειτουργεί το ανθρώπινο μυαλό. Η μεταφυσική του OpenAI δεν μπορεί να νικηθεί από το πλαίσιο του Τσόμσκι, επειδή δεν μπορεί να συνδέσει την άποψή του για την ανθρώπινη γλώσσα με την ανάλυσή του για την προπαγάνδα. Η έννοια που λείπει είναι η κουλτούρα.

Ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να αντιληφθούμε την τεχνητή νοημοσύνη είναι περισσότερο σαν τους Eagles παρά σαν τους Creedence, περισσότερο οι παράξενες εκτάσεις της ψηφιακής κουλτούρας παρά οι εσωτερικές λειτουργίες του μυαλού που η πρωτοποριακή τέχνη γαργαλάει και εμπνέει. Αλλά δεν είναι μόνο ο Τσόμσκι που μισεί τους Eagles. Όλοι μας τους μισούμε.

Τον Αύγουστο, οι δημοσιογράφοι αποκάλυψαν ότι τα LLMs (Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα) εκπαιδεύονται σε πολλά βιβλία, μεταξύ άλλων. Το σύνολο δεδομένων Books3 περιλαμβάνει εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία, πολλά από τα οποία προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα, με έργα των William Shakespeare, Stephen King και Toni Morrison να κάνουν την εμφάνισή τους ανάμεσα σε αυτά. Οι συγγραφείς έσπευσαν να αντιδράσουν σε αυτή την αποκάλυψη. Η κωμικός Sarah Silverman ηγείται μιας αγωγής κατά του OpenAI και της Meta. Η Μάργκαρετ Άτγουντ, γνωστή για τη συγγραφή του The Handmaid’s Tale, έγραψε ένα καυστικό άρθρο σχετικά με τη χρήση μυθιστορημάτων από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο Stephen King έδειξε αδιαφορία, λέγοντας ότι δεν πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι σε θέση να κάνει ό,τι κάνει εκείνος σύντομα. Αλλά το θέμα δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι σε θέση να γράψει βιβλία. Το θέμα είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι βιβλία.

Ακόμη και οι επιστήμονες της γνωστικής επιστήμης έχουν αναγνωρίσει ότι τα LLM είναι “μηχανές πολιτισμού”. Αλλά το πλαίσιο της γνωστικής επιστήμης, συμπεριλαμβανομένης της ακόμη αισθητής επιρροής του Τσόμσκι, κυριαρχεί στην κατανόηση αυτών των κρίσιμων αλγορίθμων. Όσο αυτό ισχύει, δεν θα είμαστε σε θέση να κατασκευάσουμε μια αριστερή πολιτική για την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Οι μηχανές προπαγάνδας που ο Τσόμσκι πιστεύει ότι κατασκευάζουν τη συναίνεση είναι πλέον σχεδόν κατά εκατό τοις εκατό κατευθυνόμενες από την τεχνητή νοημοσύνη.

Οι γνωστικές θεωρίες για την ΤΝ έχουν χάσει το ευρύτερο σημείο. Οι θεωρίες δεν έχουν κλιμακωθεί με τα μεγάλα δεδομένα και τους τεράστιους υπολογιστές που απαιτούνται για την εκτέλεση της μηχανικής νοημοσύνης. Η βασική πεποίθηση του Μαρξ σχετικά με τη γλώσσα παρέχει ένα σημείο εκκίνησης για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κατανόησης που συνδέει τη γλώσσα και την πολιτική, όπως αυτές οι μηχανές κάνουν πραγματικά σε πραγματικό χρόνο. Αλλά, μέχρι σήμερα, η μαρξιστική πολιτισμική θεωρία δεν έχει δώσει μεγάλη προσοχή στο πρόβλημα που θέτει ο Τσόμσκι.

Θεωρούμε δεδομένο ότι τα έργα τέχνης βασίζονται με κάποιον τρόπο το ένα πάνω στο άλλο. Αυτό μπορεί να είναι πιο προφανές στην τηλεόραση ή στα franchise. Δεν μπορείς να καταλάβεις τους Avengers: Endgame αν δεν έχετε δει όλα τα prequels των συστατικών (προσπάθησα μια φορά, και ήταν … … απαίσιο). Αλλά αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε φανταστικά σύμπαντα. Το ύφος μιας ταινίας, η γεύση ενός μυθιστορήματος – αυτά είναι αποτελέσματα μεγάλης κλίμακας σε σύγκριση με τις προτάσεις και τα πλάνα που τα συνθέτουν. Ακόμα και στην καθημερινή γλώσσα, αυτή που χρησιμοποιούμε για να οργανωθούμε ως παραγωγική κοινωνία, δεν κοιτάμε συνέχεια μόνο μεμονωμένες λέξεις. Η συζήτηση μεγάλης διάρκειας είναι ο κανόνας, στην οποία διακυβεύεται μια πραγματική σχέση. Τα ζευγάρια παλεύουν για το έμμεσο νόημα με τρόπους που είναι δύσκολο να ξεμπερδέψουμε. Τα αφεντικά απολύουν και προάγουν εργαζόμενους για έμμεσες κινήσεις που κάνουν στην επικοινωνία, όχι μόνο για την “απόδοση”. Όλα αυτά παίζουν ρόλο, όπως επισήμανε ο Μαρξ, στις σχέσεις παραγωγής.

Ο τρόπος οργάνωσης της παραγωγής είναι το θέμα του πρώτου τόμου του Das Kapital, του οποίου ένα μεγάλο μέρος είναι αφιερωμένο στο εργοστάσιο μηχανών. Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι οι μηχανές και οι εργάτες τίθενται αντιμέτωποι σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, περιθωριοποιώντας την εργασία μετατρέποντάς την σε ρύθμιση επιλογέων και κουμπιών, φροντίζοντας τις μηχανές. Σκεφτείτε το αυτόματο ταμείο στο παντοπωλείο – κάποιος εξακολουθεί να πρέπει να βρίσκεται εκεί, αλλά απαιτούνται ριζικά λιγότεροι εργάτες, οι οποίοι βρίσκονται εκεί κυρίως για να αποτρέπουν τις κλοπές και να βοηθούν στις αναπόφευκτες δυσλειτουργίες του μηχανήματος. Ο Μαρξ πίστευε ότι οι μηχανές εκπλήρωναν την αποστολή του κεφαλαίου: να κυριαρχήσει και να υποτάξει πλήρως την εργασία υπό τον έλεγχό του. Το εργοστάσιο είναι μια ενιαία μηχανή- οι εργάτες είναι απλώς οργανικά, ζωντανά μέρη της μηχανής.

Αλλά το εργοστάσιο πρέπει ακόμα να οργανώνεται με τη χρήση της γλώσσας, οπότε οι σχέσεις των εργατών με τα αφεντικά και η οργάνωση που εκτελεί η διοίκηση – βασικά όλη η επιχείρηση – εξακολουθεί να έχει αυτό το απόλυτα ανθρώπινο μέσο ως την καρδιά που χτυπάει. Αυτό είναι που θα μπορούσε να αλλάξει με την αυτοματοποίηση της γλώσσας.

Οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν καταστήσει το ενοποιημένο εργοστάσιο μέρος ενός παγκόσμιου μηχανικού συστήματος. Αυτό το σύστημα συγκρατείται από δεδομένα, συνδέοντας αλυσίδες εφοδιασμού, σημεία πώλησης, εργοστάσια και σχεδόν κάθε καταναλωτή στη γη. Αυτό το σύστημα δεδομένων έχει γίνει όρος του σύγχρονου καπιταλισμού. Αλλά η επικοινωνία εξακολουθεί να λαμβάνει χώρα μεταξύ των ανθρώπων κατά μήκος των αλυσίδων εφοδιασμού και στα χαρακώματα του παγκόσμιου κεφαλαίου. Τα LLM, ανάλογα με το πώς θα αναπτυχθούν τώρα – που κανείς δεν μπορεί ακόμη να γνωρίζει – αυτοματοποιούν αυτό το γενικό μέσο της παγκόσμιας παραγωγής και ανταλλαγής. Παίρνουν τη γλώσσα που ο Τσόμσκι πιστεύει ότι μπορεί να υπάρχει μόνο στο βαθύ εσωτερικό του ανθρώπινου μυαλού και τη συνδέουν στο αφάνταστα πολύπλοκο δίκτυο του παγκόσμιου κεφαλαίου. Αν αναπτύξουμε την πολιτιστική παραγωγή σε αυτόν τον χώρο, θα μπορούσαμε να χάσουμε εντελώς από τα μάτια μας – και όχι μόνο τον έλεγχο – τις μηχανορραφίες του κεφαλαίου.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η φιλοσοφία της γλώσσας είναι πιο επιτακτική για την Αριστερά από ποτέ. Η ανάλυση της κουλτούρας πρέπει τώρα να μπει σε αυτή την εικόνα – η κλίμακα και τα αποτελέσματα της γλώσσας στον αυτοματοποιημένο κόσμο δεν μπορούν να δηλωθούν σωστά χωρίς αυτήν. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο πολιτισμός δεν είναι πλέον μια απλή “υπερδομή” αλλά οι ράγες πάνω στις οποίες κινείται το κεφάλαιο.

Σε μια συνέντευξή του το 2012, ο Τσόμσκι είπε ότι “αν ένα μόριο γίνει πολύ μεγάλο, [οι φυσικοί] το δίνουν στους χημικούς”. Και στη συνέχεια, όταν γίνεται πολύ μεγάλο γι’ αυτούς, το παραδίδουν στους βιολόγους, στη συνέχεια στους ψυχολόγους, ώσπου “τελικά καταλήγει στα χέρια των κριτικών λογοτεχνίας”. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει κάνει αυτό το αστείο κυριολεκτικό – και η απεραντοσύνη της ψηφιακής γλώσσας είναι ο μεντεσές πάνω στον οποίο γυρνά η κριτική του καπιταλισμού στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Πηγή: Jacobin

Μετάφραση: antapocrisis

Τεχνητή Νοημοσύνη: Ανοικτή ή κλειστή;

Η απόλυση του Σαμ Άλτμαν, ιδρυτή της OpenAI, από το ίδιο του το διοικητικό συμβούλιο αποκαλύπτει τις αντιφάσεις που αναδύονται στην ανάπτυξη του ChatGPT και άλλων μοντέλων “γενετικής τεχνητής νοημοσύνης” που οδηγούν την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης.

Θα φέρει η τεχνητή νοημοσύνη και αυτά τα μοντέλα γλωσσικής μάθησης (LLM) θαυμαστά νέα οφέλη στη ζωή μας, μειώνοντας τις ώρες του μόχθου και ανεβάζοντας τις γνώσεις μας σε νέα ύψη της ανθρώπινης προσπάθειας; Η αντίθετα θα οδηγήσει η γενετική τεχνητή νοημοσύνη στην αυξανόμενη κυριαρχία της ανθρωπότητας από τις μηχανές και σε ακόμη μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου και εισοδήματος, καθώς οι ιδιοκτήτες και όσοι ασκούν έλεγχο στην τεχνητή νοημοσύνη θα γίνουν “οι νικητές που τα παίρνουν όλα”, ενώ η υπόλοιπη ανθρωπότητα θα “μείνει πίσω”;

Φαίνεται ότι το διοικητικό συμβούλιο του OpenAI απέλυσε τον “γκουρού” ηγέτη τους Altman επειδή υπήρξε “σύγκρουση συμφερόντων”, δηλαδή ο Altman ήθελε να μετατρέψει το OpenAI σε μια τεράστια επιχείρηση που θα έβγαζε χρήματα και θα υποστηριζόταν από μεγάλες επιχειρήσεις (η Microsoft είναι ο σημερινός χρηματοδότης), ενώ το υπόλοιπο διοικητικό συμβούλιο συνέχισε να βλέπει το OpenAI ως μια μη κερδοσκοπική επιχείρηση που στοχεύει να διαδώσει τα οφέλη της ΤΝ σε όλους, με τις κατάλληλες διασφαλίσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, την εποπτεία και τον έλεγχο.

Ο αρχικός στόχος του OpenAI ήταν να υπάρξει ως μη κερδοσκοπικό εγχείρημα που δημιουργήθηκε προς όφελος της ανθρωπότητας και όχι των μετόχων. Φαίνεται όμως ότι το καρότο των τεράστιων κερδών οδηγούσε τον Altman στο να αλλάξει αυτόν τον στόχο. Ακόμη και πριν το ChatGPT, ο Altman είχε δημιουργήσει μια ξεχωριστή επιχείρηση τεχνητής νοημοσύνης που τον έκανε πλούσιο. Και υπό τη διεύθυνσή του, η OpenAI είχε αναπτύξει έναν “κερδοσκοπικό” επιχειρηματικό βραχίονα, που επέτρεπε στην εταιρεία να προσελκύσει εξωτερικές επενδύσεις και να εμπορευματοποιήσει τις υπηρεσίες της.

Όπως το έθεσαν οι FT: “αυτή η υβριδική δομή δημιούργησε εντάσεις μεταξύ των δύο “φυλών” στην OpenAI, όπως τις αποκαλούσε ο Altman. Η φυλή της ασφάλειας, με επικεφαλής τον επικεφαλής επιστήμονα και μέλος του διοικητικού συμβουλίου Ilya Sutskever, υποστήριξε ότι η OpenAI πρέπει να παραμείνει πιστή στον ιδρυτικό της σκοπό και να αναπτύσσει την τεχνητή νοημοσύνη μόνο προσεκτικά. Η εμπορική φυλή φαινόταν θαμπωμένη από τις δυνατότητες που απελευθέρωσε η επιτυχία του ChatGPT και ήθελε να επιταχύνει (δηλαδή να βγάλει χρήματα). Η φυλή της ασφάλειας φάνηκε να έχει επικρατήσει προς το παρόν.”

Ο Altman δεν είναι επιστήμονας, αλλά φαίνεται ότι είναι άνθρωπος των μεγάλων ιδεών, επιχειρηματίας στην παράδοση του Bill Gates (με τη Microsoft). Υπό τον Altman, η OpenAI μετατράπηκε μέσα σε οκτώ χρόνια από μια μη κερδοσκοπική ερευνητική μονάδα σε μια εταιρεία που φέρεται να παράγει ετήσια έσοδα 1 δισ. δολαρίων. Οι πελάτες της κυμαίνονται από τη Morgan Stanley έως την Estée Lauder, την Carlyle και την PwC.

Η επιτυχία αυτή κατέστησε τον Altman de facto πρεσβευτή της βιομηχανίας τεχνητής νοημοσύνης, παρά την έλλειψη επιστημονικού υπόβαθρου. Νωρίτερα φέτος, ξεκίνησε μια παγκόσμια περιοδεία, συναντώντας παγκόσμιους ηγέτες, νεοφυείς επιχειρήσεις και ρυθμιστικές αρχές σε πολλές χώρες. Ο Altman μίλησε στην περιφερειακή σύνοδο κορυφής Apec Ασίας-Ειρηνικού στο Σαν Φρανσίσκο μόλις μια ημέρα πριν από την απόλυσή του.

Ο Altman προφανώς έχει “άγρια φιλοδοξία και ικανότητα να συγκεντρώνει υποστήριξη”. Έχει περιγραφεί ως “βαθιά ανταγωνιστικός” και “εγκέφαλος”, με έναν γνωστό του να λέει ότι δεν υπάρχει κανείς καλύτερος στο να ξέρει πώς να συσσωρεύει εξουσία. Ως αποτέλεσμα, έχει κερδίσει τη “λατρεία” των οπαδών του, ανάμεσα στους 700 και πλέον υπαλλήλους του, οι περισσότεροι από τους οποίους υπέγραψαν μια επιστολή που ζητούσε την επαναφορά του και την παραίτηση της “φυλής της ασφάλειας” στο διοικητικό συμβούλιο.

Η OpenAI έχει ξοδέψει μισό δισεκατομμύριο δολάρια για την ανάπτυξη του ChatGPT, οπότε ήταν έτοιμη να ξεκινήσει την πώληση μετοχών αξίας 86 δισεκατομμυρίων δολαρίων πριν από τη διάσπαση στο διοικητικό συμβούλιο. Αυτό θα συνέχιζε τη μη κερδοσκοπική προσέγγιση. Τώρα, με τον Altman και άλλους να εντάσσονται στη Microsoft ως υπάλληλοι, φαίνεται ότι το OpenAI μπορεί να απορροφηθεί από τη Microsoft για ένα ευτελές ποσό και έτσι να τερματιστεί η “μη κερδοσκοπική” αποστολή της εταιρείας.

Αυτό που δείχνουν όλα αυτά είναι ότι όσοι πιστεύουν ότι η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και η τεχνολογία της πληροφορίας θα αναπτυχθούν από καπιταλιστικές εταιρείες προς όφελος όλων, πλανώνται πλάνην οικτράν. Το κέρδος έρχεται πρώτο και τελευταίο – ανεξάρτητα από τον αντίκτυπο στην ασφάλεια, την προστασία και τις θέσεις εργασίας που θα έχει η τεχνολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης στην ανθρωπότητα τις επόμενες δεκαετίες.

Ορισμένοι φοβούνται ότι η ΤΝ θα γίνει “θεϊκή”, δηλαδή μια υπερ-νοημοσύνη που θα αναπτύσσεται αυτόνομα, χωρίς ανθρώπινη επίβλεψη και τελικά θα ελέγχει την ανθρωπότητα. Μέχρι στιγμής, η τεχνητή νοημοσύνη και τα LLM δεν παρουσιάζουν τέτοια “υπερ-νοημοσύνη” και, όπως έχω υποστηρίξει σε προηγούμενες αναρτήσεις, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη φανταστική δύναμη της ανθρώπινης σκέψης. Μπορούν όμως να αυξήσουν σε τεράστιο βαθμό την παραγωγικότητα, να μειώσουν τις ώρες εργασίας και να αναπτύξουν νέους και καλύτερους τρόπους επίλυσης προβλημάτων, αν τεθούν σε χρήση προς όφελος της κοινωνίας.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα πρέπει να βρίσκεται στα χέρια “φιλόδοξων” επιχειρηματιών όπως ο Altman ή να ελέγχεται από τους μεγα-τεχνολογικούς γίγαντες όπως η Microsoft. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα διεθνές, μη εμπορικό ερευνητικό ινστιτούτο, παρόμοιο με το CERN στην πυρηνική φυσική. Αν κάτι απαιτεί δημόσια ιδιοκτησία και δημοκρατικό έλεγχο στον 21ο αιώνα, αυτό είναι η τεχνητή νοημοσύνη.

Πηγή: The Next Recession