Η Γαλλία του ακραίου κέντρου

Αναδημοσιεύουμε για λόγους ενημέρωσης το άρθρο της Diana Johnstone για τις γαλλικές εκλογές. Ανεξάρτητα από τις διαφωνίες που μπορεί κανείς να έχει με την φιλική προσέγγιση της Johnstone στο φαινόμενο Λεπέν, έχει ενδιαφέρον η επισήμανση ότι οι πολιτικές που ξεφεύγουν από την ακλόνητη πίστη την Ατλαντική Συμμαχία χαρακτηρίζονται «ακραίες», «φιλοΠουτινικές» και «εκτός δημοκρατικού τόξου», είτε αυτό αφορά τη Δεξιά, είτε την Αριστερά. Η Johnstone είναι πρώην εκπρόσωπος τύπου της Ομάδας των Πρασίνων στο Ευρωκοινοβούλιο, η οποία διαφώνησε κάθετα με τη στάση τους στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας θεωρώντας ότι τόσο οι Πράσινοι όσο και οι Σοσιαλδημοκράτες, μετατράπηκαν από φιλειρηνικές σε φιλοπόλεμες δυνάμεις. Έκτοτε έχει υιοθετήσει οξύτατες θέσεις ενάντια στην ευρωπαϊκή φιλο-ατλαντική Αριστερά και προτείνει αντιδημοφιλείς συμβιβασμούς και συμμαχίες – ακόμα και με τη Λεπέν- με αντι-νεοφιλελεύθερο και αντι-ατλαντικό πρόσημο. 

Την Κυριακή, ο Εμανουέλ Μακρόν επανεξελέγη για δεύτερη πενταετή θητεία στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας με ποσοστό 58,54% των ψήφων. Όπως και το 2017, η υποψήφια έναντι της οποίας επικράτησε, ήταν η Μαρίν Λεπέν, η οποία έλαβε 41,46%. Μοιάζει και πάλι σαν déjà vu.

Εξωτερικά, αυτό μπορεί να θεωρηθεί είτε ως ένδειξη ότι ο Μακρόν είναι ένας δημοφιλής πρόεδρος ή/και ότι η Γαλλία έχει για άλλη μια φορά σωθεί από τη φασιστική απειλή.  Καμία από αυτές τις εντυπώσεις δεν είναι σωστή.  Το αποτέλεσμα σημαίνει κατά βάση ότι η Γαλλία έχει κολλήσει στο There Is No Alternative (TINA) – τη νεοφιλελεύθερη αντικατάσταση του πολιτικού βολονταρισμού από την τεχνοκρατική διακυβέρνηση.

Ο Μακρόν δεν είναι συντριπτικά δημοφιλής. Στον πρώτο αποκλειστικό γύρο των εκλογών που διεξήχθη στις 10 Απριλίου, πάνω από το 72% των ψηφοφόρων επέλεξαν έναν από τους άλλους 11 υποψηφίους.

Ο Μακρόν προσωποποιεί το Κέντρο

Πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες, όταν ο νεοφιλελευθερισμός μόλις είχε αρχίσει να υπαγορεύει τις οικονομικές του επιταγές, οι γαλλικές πολιτικές επιλογές καθορίζονταν από μια παραδοσιακή εναλλαγή “Αριστεράς-Δεξιάς” στην κυβέρνηση, μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των ονομαστικά (αλλά όχι πραγματικά) “γκωλικών” συντηρητικών, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Ρεπουμπλικανούς.  Όμως αυτή η εναλλαγή έχασε το πλεονέκτημά της, διότι όποιο κόμμα και αν ήταν στην εξουσία, ανεξάρτητα από τις προεκλογικές του υποσχέσεις, εφάρμοζε τις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ευνοούσαν τα κέρδη του κεφαλαίου, έναντι των μισθών και των δημόσιων υπηρεσιών.

Πριν από πέντε χρόνια, με τη διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς να έχει θολώσει από αυτή τη συμμόρφωση, ήρθε η ώρα να δημιουργηθεί ένα κίνημα που δεν ήταν ούτε αριστερό ούτε δεξιό, ή ίσως ήταν και τα δύο, αλλά πάντως ήταν σε απόλυτη συμμόρφωση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο όμορφος νεαρός τραπεζίτης Εμανουέλ Μακρόν μυήθηκε στη χάραξη κυβερνητικής πολιτικής από άτομα με μεγάλη επιρροή, όπως ο Ζακ Ατταλί, ο οικονομικός και κοινωνικός θεωρητικός, και κέρδισε την υποστήριξη του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος για αυτό το νικηφόρο σχέδιο.  Η προσωπική αύρα του 39χρονου ως σφριγηλού νέου που βιάζεται να κάνει πράξη τις ιδέες του, προσέλκυσε τους ερασιτέχνες πολιτικούς να υποστηρίξουν το κίνημά του “En Marche” (Πάμε). Αυτή η προσωποποίηση του κέρδισε στις εκλογές του 2017.

Αυτό που επιτάχυνε ο Μακρόν ήταν στην πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που προωθούσε η ΕΕ. Οι πολιτικές του διευκόλυναν τις ιδιωτικοποιήσεις και την αποβιομηχάνιση, καθώς και τις περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες, όπως τα νοσοκομεία και οι μεταφορές.  Αυτό προκάλεσε τις περισσότερες δυσκολίες στην αγροτική Γαλλία, οδηγώντας στις διαδηλώσεις των Κίτρινων Γιλέκων, οι οποίες καταστέλλονται αυταρχικά από την αστυνομία.

Η πολιτική περιθωριοποιείται ως “ακραία”

Στις 10 Απριλίου του περασμένου έτους, στον πρώτο γύρο των φετινών προεδρικών εκλογών, τα δύο πρώην “κυβερνητικά” κόμματα, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Σοσιαλιστές, σχεδόν εξαφανίστηκαν.  Η υποψήφια των Ρεπουμπλικανών, Βαλερί Πεκρές, η οποία είχε ξεκινήσει ψηλά στις δημοσκοπήσεις, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το κρίσιμο ποσοστό του 5% των ψήφων, το οποίο εξασφαλίζει στα κόμματα δημόσια χρηματοδότηση.

Η μοίρα του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν εξίσου ταπεινωτική: η Αν Ινταλγκό, διάσημη ως δήμαρχος του Παρισιού για τις χαοτικές προσπάθειές της να καταργήσει τα αυτοκίνητα υπέρ των ποδηλάτων και των σκούτερ, συγκέντρωσε ένα αξιοθρήνητο 1,75%, ακόμη λιγότερο από τον υποψήφιο του Κομμουνιστικού Κόμματος Φαμπιέν Ρουσέλ, που έλαβε 2,28%.

Οι εκλογές της 10ης Απριλίου παρήγαγαν τρία μεγάλα ψηφοδέλτια, γύρω από τρεις υποψηφίους με αδύναμα κόμματα, αβέβαια προγράμματα, αλλά ισχυρές προσωπικότητες που ο καθένας εκπροσωπεί μια στάση: Εμανουέλ Μακρόν 27,83%, Μαρίν Λεπέν 23,15%, Ζαν Λυκ Μελανσόν του κόμματος La France Insoumise (Ανυπότακτη Γαλλία), 21,95%.

Αν ο Μελανσόν είχε έρθει δεύτερος, απέναντι στον Μακρόν, σίγουρα θα υπήρχε μια εκστρατεία φόβου που θα τον στιγμάτιζε ως επικίνδυνα “ακραίο”, ακόμη και “κομμουνιστή” και “αντιευρωπαίο φίλο του Πούτιν”. Όμως η Μαρίν Λεπέν ήρθε δεύτερη, επομένως η εκστρατεία φόβου τη στιγμάτισε ως “ακροδεξιά”, ακόμη και “φασίστρια” και “αντιευρωπαία φίλη του Πούτιν”.

Η πολιτική έξω από το κομφορμιστικό κέντρο είναι επικίνδυνα “ακραία”.

Ο Μελανσόν ενσαρκώνει την Αριστερά

Το υψηλό ποσοστό του Μελανσόν ήταν ο θρίαμβος μιας ισχυρής προσωπικότητας έναντι των κομμάτων.  Η φλογερή ρητορική του κέρδισε ευρεία δημόσια αναγνώριση όταν ήρθε σε ρήξη με το Σοσιαλιστικό Κόμμα κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος του 2005 για το σχέδιο Συντάγματος της ΕΕ.

Το Σύνταγμα απορρίφθηκε από τους ψηφοφόρους, αλλά σε αντίθεση με τη λαϊκή ψήφο, οι βουλευτές υιοθέτησαν τα ίδια ακριβώς μέτρα στη Συνθήκη της Λισαβόνας, επιβεβαιώνοντας τις νεοφιλελεύθερες παγκοσμιοποιητικές πολιτικές της ΕΕ και την προσήλωσή της στο ΝΑΤΟ.

Το 2016 ο Μελανσόν ίδρυσε το δικό του κόμμα La France Insoumise (Ανυπότακτη Γαλλία), του οποίου το κύριο πλεονέκτημα είναι η προσωπική του σθεναρή ρητορική και η εριστική σχέση με τα μέσα ενημέρωσης και τους αντιπάλους του.  Στην προεδρική κούρσα του 2017, ήρθε τέταρτος με υποσχέσεις για τολμηρές πολιτικές που θα αψηφούσαν τους περιορισμούς της ΕΕ.

Αυτή τη φορά, ο Μελανσόν υιοθέτησε ένα πρόγραμμα που δεν είχε ακριβώς συνοχή, αλλά είχε σαφή στόχο να κερδίσει ψήφους από όλα τα τμήματα της διχασμένης και αποδυναμωμένης Αριστεράς της Γαλλίας.  Τόνισε τα γενναιόδωρα μέτρα για τη βελτίωση της “αγοραστικής δύναμης”: υψηλότερος κατώτατος μισθός, μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 60 έτη, έλεγχος των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης – μέτρα που φαίνονταν μη ρεαλιστικά ακόμη και σε πολλούς αριστερούς.

Τα μέτρα που υιοθέτησε για να προσελκύσει την πράσινη ψήφο έφτασαν από τα δωρεάν σχολικά γεύματα με βιολογικά προϊόντα μέχρι τη σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας έως το 2045 – ενάντια στην αυξανόμενη τάση στη Γαλλία να θεωρεί την πυρηνική βιομηχανία της Γαλλίας απαραίτητη για την ενεργειακή της – και όχι μόνο – επιβίωση.

Αυτό κατάφερε να αφήσει τον υποψήφιο των Πρασίνων Γιανικ Ζαντό, (ο οποίος ονειρευόταν να μιμηθεί την επιτυχία των πολεμοχαρών Γερμανών Πρασίνων), με μόλις 4,63% των ψήφων.

Για τους LGBTQI ψηφοφόρους, ο Mélenchon μίλησε θετικά για την τροποποίηση του Συντάγματος ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα αλλαγής φύλου (ένα δικαίωμα που υπάρχει ήδη).  Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί λίγο αντιφατικό προς τις προσπάθειές του να κερδίσει την υποστήριξη της μουσουλμανικής κοινότητας.

Παρ’ όλα αυτά, οι μουσουλμάνοι ηγέτες εξέδωσαν δήλωση:

“Εμείς, οι ιμάμηδες και οι ιεροκήρυκες, καλούμε τους Γάλλους πολίτες της μουσουλμανικής πίστης να ψηφίσουν στον πρώτο γύρο τον λιγότερο χειρότερο από τους υποψηφίους σε αυτές τις προεδρικές εκλογές: τον Ζαν Λυκ Μελανσόν”.

Σύμφωνα με τα exit polls, ο Μελανσόν έλαβε σχεδόν το 70% των μουσουλμανικών ψήφων.

Αυτό μπορεί να συμπίπτει κάπως με τα υψηλά ποσοστά του μεταξύ των νέων στις πόλεις και τα εθνοτικώς μικτά προάστια: 38% των ψηφοφόρων κάτω των 25 ετών. Ζήτησε επίσης να μειωθεί η ηλικία ψήφου στα 16 έτη.

Συνολικά, η ψήφος του Μελανσόν αντιστοιχούσε σαφέστερα στην ψήφο γύρω από πολιτικές ταυτότητας που επικεντρώνονται σε κοινωνικά και όχι σε κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα. Τα πήγε καλά με την εργατική τάξη (27% των εργατών και 22% των υπαλλήλων), αλλά η Μαρίν Λεπέν τα πήγε καλύτερα (33% και 36%).

Στην ερώτηση γιατί ψήφισαν τον Μελανσόν, περίπου το 40% απάντησε ότι ήταν μια “χρήσιμη” ψήφος – όχι για να υποστηρίξουν το πρόγραμμά του, αλλά μάλλον επειδή ήταν εκείνος ο υποψήφιος της Αριστεράς που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στη Μαρίν Λεπέν. Τώρα ονειρεύεται να σαρώσει στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου και να γίνει αρχηγός της αντιπολίτευσης ή ακόμη και πρωθυπουργός.

Η τελευταία λέξη του Μελανσόν προς τους οπαδούς του το βράδυ της 10ης Απριλίου ήταν επιτακτική: “Ούτε μία ψήφος στη Μαρίν Λεπέν!”.

Μαρίν Λεπέν, το αουτσάιντερ

Ένας εχθρός είναι πάντα ένας ενωτικός παράγοντας, και για την κατακερματισμένη γαλλική αριστερά, η Μαρίν Λεπέν είναι ο ενωτικός παράγοντας.  Κληρονόμησε αυτόν τον ρόλο από τον πατέρα της, Ζαν-Μαρί Λεπέν.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν εγκατέλειψε απότομα το σοσιαλιστικό Κοινό Πρόγραμμα στο οποίο χρωστούσε την εκλογή του, μαζί βέβαια με την ισχυρή υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ιδεολογικά εστίασε στον “αντιρατσισμό”.

Ο αντιρατσισμός μεταλλάχθηκε σταδιακά σε υποστήριξη της μετανάστευσης και ακόμη και των ανοιχτών συνόρων, με το σκεπτικό ότι οι όποιοι περιορισμοί στη μετανάστευση δεν μπορεί παρά να υποκινούνται από “ρατσιστικό μίσος”.

Αυτή δεν ήταν μια παραδοσιακή στάση της Αριστεράς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, και για δεκαετίες μετά, η αντίθεση στη μαζική μετανάστευση αποτελούσε βασική πολιτική της μαρξιστικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, το οποίο έβλεπε τη μαζική μετανάστευση ως μια τεχνική του κεφαλαίου για τη διάσπαση της εργατικής αλληλεγγύης και τη μείωση των μισθών.

Η μετανάστευση εξελίχθηκε σε βασικό ζήτημα μόνο από τη στιγμή που η κατεστημένη Αριστερά εγκατέλειψε το οικονομικό της πρόγραμμα για να ακολουθήσει τον νεοφιλελευθερισμό που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση.  Όπως συμβαίνει, τα ανοιχτά σύνορα είναι μια θέση που είναι απολύτως συμβατή με τη νεοφιλελεύθερη οικονομία. Και τα δύο, μπορούν να ευδοκιμήσουν μαζί, τείνοντας προς μια πολιτική που αφορά τις ταυτότητες και όχι τα κοινωνικά συμφέροντα.

Το 1980, ο πιο κοντινός ρατσιστής κακοποιός που μπορούσαν να βρουν οι Σοσιαλιστές ήταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν, ο οποίος ήταν αντίθετος στη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας κυρίως για λόγους εθνικής ταυτότητας. Το ποικιλόμορφο κόμμα του, το Εθνικό Μέτωπο, περιλάμβανε απομεινάρια θνησιγενών ακροδεξιών ομάδων, αν και ο Ζαν-Μαρί Λεπέν ήταν περισσότερο αστείος παρά φασιστικός. Οι εχθροί του ανέδειξαν την αποστροφή του ότι “οι θάλαμοι αερίων ήταν μια λεπτομέρεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου” ως απόδειξη συνενοχής στο Ολοκαύτωμα. Πιο φανατικοί εχθροί του, ανατίναξαν το διαμέρισμά του, κάνοντας την ανάλογη εντύπωση στην 8χρονη τότε κόρη του Μαρίν.

Η Μαρίν έκανε καριέρα δικηγόρου, έκανε δύο γάμους και απέκτησε τρία παιδιά, προτού στραφεί στην πολιτική και ουσιαστικά κληρονομήσει το πολιτικό κόμμα του πατέρα της, όταν αυτός αποσύρθηκε.  Ο Ζαν-Μαρί απολάμβανε να είναι προκλητικός.  Ο παλιός πεζοναύτης ήθελε να κερδίσει καρδιές και μυαλά.

Η Μαρίν Λεπέν καθάρισε τα πιο εξτρεμιστικά στοιχεία του κόμματος, έβαλε με επιτυχία υποψηφιότητα για το κοινοβούλιο στην υποβαθμισμένη βόρεια πόλη Henin-Beaumont, άλλαξε το όνομα του κόμματος από Εθνικό Μέτωπο στο πιο χαλαρό Rassemblement National και απομακρύνθηκε όλο και περισσότερο από το ίδιο της το κόμμα.

Προσπάθησε να είναι φιλική προς τις εβραϊκές οργανώσεις. Το πρόγραμμά της ζητούσε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τον έλεγχο της μετανάστευσης, το οποίο, μεταξύ άλλων, θα επέτρεπε στη Γαλλία να απελαύνει αλλοδαπούς που έχουν καταδικαστεί για σοβαρά εγκλήματα. Οι πιο αμφιλεγόμενες (και μάλλον αδύνατες) προτάσεις της αφορούσαν την “εξάλειψη της ισλαμικής εξτρεμιστικής ιδεολογίας” (κάνοντας διάκριση με το συμβατικό Ισλάμ).

Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν ήταν σφοδρός πολέμιος του Ντε Γκωλ, όχι μόνο επειδή ο πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ παραχώρησε την ανεξαρτησία στην Αλγερία.  Αυτό είναι αρχαία ιστορία για τη γενιά της κόρης του.

Η Μαρίν Λεπέν ταυτίζεται όλο και περισσότερο με τον γκωλισμό: πατριωτισμός, εθνική ανεξαρτησία και κοινωνικός συντηρητισμός που σέβεται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Έχει ζητήσει να αποχωρήσει η Γαλλία από την κοινή διοίκηση του ΝΑΤΟ, όπως το έπραξε ο Ντε Γκωλ το 1966. (Ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί την επανένταξε το 2009). Έχει επίσης υποστηρίξει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ομαλοποιώντας τις σχέσεις με τη Ρωσία – μια θέση που επανέλαβε ακόμη και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Εν τω μεταξύ, διάφοροι πόλεμοι, ιδίως η καταστροφή της Λιβύης το 2011, έχουν πολλαπλασιάσει την παράνομη μετανάστευση.

Ενώ η εισαγωγή εγκεφάλων -ιδίως ιατρικού προσωπικού από φτωχές χώρες- είναι πάντα ευπρόσδεκτη, η οικονομία δεν είναι σήμερα σε θέση να απορροφήσει το ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα σε κοινωνικά προβλήματα.  Η άρνηση της Αριστεράς να αναγνωρίσει την ύπαρξη τέτοιων προβλημάτων καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να τεθεί το θέμα χωρίς να χαρακτηριστεί κανείς “ρατσιστής” Αλλά τα ερωτήματα που τίθενται είναι επίμονα.

Στην πραγματικότητα, η αντίθεση στη μαζική μετανάστευση κυριάρχησε ξαφνικά σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία, καθώς ο πολιτικός συγγραφέας και τηλεοπτικός σχολιαστής Ερίκ Ζεμούρ έβαλε στόχο να κλέψει το θέμα από τη Μαρίν Λεπέν και να το αναδείξει ως κεντρικό στην εκστρατεία του για την προεδρία.

Ο Ζεμούρ είναι ένα είδος αντι-Μπερνάρ Ανρί Λεβί, το ακριβώς αντίθετο του πλούσιου “φιλοσόφου” Μπερνάρ Ανρί Λεβί – και οι δύο είναι αλγερινής εβραϊκής καταγωγής.

Στη δεκαετία του 1980, στα χρόνια του Μιτεράν, ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί κέρδισε φήμη ως κορυφαίος αντικομμουνιστής φιλελεύθερος αριστερός, κατακεραυνώνοντας τη Γαλλία για τον λανθάνοντα φασισμό και τον αντισημιτισμό της. Αν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ τύχει να κάνουν πόλεμο στο Αφγανιστάν, τη Βοσνία, τη Λιβύη ή την Ουκρανία, είναι φανατικά υπέρ.

Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί είναι μεγάλος και θέλει να είναι λαμπερός.  Ο Ζέμουρ είναι μικρός και αθυρόστομος, αλλά μιλάει πιο λογικά από τον επιδεικτικό Μπερνάρ Ανρί Λεβί.

Σε αντίθεση με τις ηθικές διαλέξεις του Μπερνάρ Ανρί Λεβί προς τους Γάλλους, ο Ζεμούρ έχει αγκαλιάσει τη γαλλική πατρίδα με φλογερή αγάπη και επιθυμεί να την υπερασπιστεί από τους κινδύνους της μαζικής μετανάστευσης και του ισλαμικού εξτρεμισμού. Οι αρχικές του συγκεντρώσεις συγκέντρωσαν ενθουσιώδη πλήθη, προσελκύοντας κυρίως πολλούς μορφωμένους νέους άνδρες.

Ενώ η Μαρίν Λεπέν απευθύνεται στην εργατική τάξη των μικρών πόλεων και των αγροτικών περιοχών, ο Ζεμούρ κέρδισε οπαδούς μεταξύ της μορφωμένης ανώτερης τάξης, ζητώντας την “ανακατάληψη” της Γαλλίας από τη “μεγάλη αντικατάσταση” των Γάλλων από τη μετανάστευση.

Ο Ζεμούρ ήρθε τέταρτος με ποσοστό λίγο πάνω από 7% στον πρώτο γύρο, σε σύγκριση με το 23,15% της Λεπέν.  Φιλοδοξεί να ηγηθεί του σχηματισμού ενός νέου δεξιού κόμματος. Σημείωσε σχετικά καλά αποτελέσματα στα πλούσια δυτικά τμήματα του Παρισιού και ήρθε πρώτος μεταξύ των υπερπόντιων Γάλλων που ζουν στο Ισραήλ και σε άλλες χώρες της περιοχής.

Φαίνεται ότι ο Ζεμούρ τσίμπησε ελαφρώς από την ψήφο των ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, η οποία τελικά πήγε με αρκετή σταθερότητα στον Μακρόν.  Ο ταξικός διαχωρισμός ήταν σαφής στις τελικές εκλογές – ο Μακρόν πήρε τις ψήφους των ευημερούντων, η Μαρίν ήταν η επιλογή των ξεχασμένων.

Στις τελικές εκλογές, η Μαρίν Λεπέν σάρωσε στα υπερπόντια εδάφη της Γαλλίας στις Δυτικές Ινδίες, συγκεντρώνοντας 70% στη Γουαδελούπη και 60% στη Μαρτινίκα και τη Γαλλική Γουιάνα.  Δεδομένου ότι το 93% του πληθυσμού της Γουαδελούπης είναι αφρικανικής καταγωγής, η ψηφοφορία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει πως, ό,τι κι αν λένε ή σκέφτονται άλλοι, οι υποστηρικτές της Μαρίν Λεπέν δεν τη θεωρούν “ρατσίστρια” [Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες θέσεις της, την οποία ο Μακρόν ανέδειξε κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους, είναι η απαγόρευση στις γυναίκες να καλύπτουν το κεφάλι τους δημοσίως. Ο Μακρόν είπε ότι αυτό θα ξεκινούσε έναν “εμφύλιο πόλεμο”].

Η προσωπικότητα έχει σημασία στην πολιτική.  Ακριβώς όπως η δημοτικότητα του Μελανσόν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον εκρηκτικό χαρακτήρα του, η δημοτικότητα της Μαρίν Λεπέν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη δημόσια προσωπικότητά της: μια γυναίκα που εμφανίζεται ζεστή, ευδιάθετη και ανθεκτική.

Σταματήστε τον φασισμό!

Αφού πρώτα έβγαλε την εντολή: “Ούτε μία ψήφος στη Λεπέν!” ο Μελανσόν συνέχισε να προτρέπει τους ψηφοφόρους του πρώτου γύρου να μην απέχουν, υποστηρίζοντας ουσιαστικά τον Μακρόν. Η αντίληψη ήταν ότι η εκλογή της Λεπέν θα έβαζε τέλος στις ελευθερίες μας μια για πάντα.

Πάνω από 350 ΜΚΟ υπέγραψαν δήλωση του Κινήματος κατά του Ρατσισμού και για τη Φιλία μεταξύ των Λαών (MRAP) που προειδοποιούσε ότι η εκλογή της θα “καταργήσει το κράτος δικαίου”.

Μικρές ομάδες αναρχικών φοιτητών κατέλαβαν προσωρινά τη Σορβόννη και μερικά άλλα ελίτ πανεπιστήμια στο Παρίσι και έκαναν άνω κάτω τα πράγματα για να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους, μια προειδοποίηση για το τι θα μπορούσε να συμβεί αργότερα.

Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (CGT) δήλωσε ότι: “Η ιστορία δείχνει ότι υπάρχει διαφορά φύσης μεταξύ των δημοκρατικών κομμάτων που κερδίζουν την εξουσία και την παραδίδουν, και της ακροδεξιάς που, μόλις βρεθεί στην εξουσία, την αρπάζει και δεν την παραδίδει πίσω”.

Και πώς θα το έκανε αυτό η Λεπέν; Το κόμμα της δεν είναι πολύ ισχυρό και βασίζεται εξ ολοκλήρου στην εκλογική πολιτική. Δεν υπάρχει πολιτοφυλακή που να είναι οργανωμένη για να χρησιμοποιεί βία για πολιτικούς σκοπούς (όπως στην περίπτωση των πραγματικών ιστορικών φασιστών). Υπάρχουν πολλές αντίρροπες δυνάμεις στη Γαλλία, όπως τα πολιτικά κόμματα, τα εχθρικά μέσα ενημέρωσης, η σε μεγάλο βαθμό αριστερή δικαστική εξουσία, οι ένοπλες δυνάμεις (που συνδέονται με το ΝΑΤΟ), οι μεγάλες επιχειρήσεις και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που ποτέ δεν υποστήριξαν τη Λεπέν, η βιομηχανία του θεάματος, κ.λπ., κ.λπ.

Στην πραγματικότητα, ο πραγματικός κίνδυνος της εκλογής της Μαρίν Λεπέν ήταν ακριβώς το αντίθετο: η δυσκολία που θα είχε να κυβερνήσει. Στην προεκλογική της εκστρατεία, κατέστησε σαφές ότι θα ήθελε να μοιραστεί την εξουσία, αλλά με ποιον; Ορισμένες ομάδες υπόσχονταν να κάνουν κόλαση τους δρόμους. Μεγάλο μέρος της προτεινόμενης νομοθεσίας της θα ήταν αδύνατο να τεθεί σε ισχύ ή θα αντιμετώπιζε αντιδράσεις στα δικαστήρια.

Η υπόθεση του συμβιβασμού

Ας φανταστούμε απλώς ένα διαφορετικό σενάριο, όπου η “Αριστερά” δεν ορίζεται πλέον από την “απόλυτη άρνηση να έχουμε οποιαδήποτε σχέση με οποιονδήποτε δεξιό”.

Το πρόγραμμα του Μακρόν για την επόμενη πενταετία επιταχύνει περαιτέρω τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτεί η ΕΕ, ιδίως την επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 έτη που είναι σήμερα, στα 65 έτη.

Ο Μελανσόν ζήτησε μάλιστα να μειωθεί η ηλικία συνταξιοδότησης στα 60 έτη.  Εν τω μεταξύ, η Μαρίν Λεπέν τόνισε την υποστήριξή της στη διατήρηση χαμηλότερης ηλικίας συνταξιοδότησης, με ιδιαίτερη μέριμνα για όλους εκείνους που εργάζονται σε σωματικά απαιτητικές εργασίες από νεαρή ηλικία.  Αυτή η θέση τη βοήθησε να έρθει πρώτη στους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης.

Σε ένα φανταστικά διαφορετικό πλαίσιο, ένας Μελανσόν θα μπορούσε να είχε προτείνει έναν συμβιβασμό με τη Λεπέν, προκειμένου να νικήσει τον Μακρόν και να υλοποιήσει ένα κάπως πιο κοινωνικό πρόγραμμα.

Δεδομένου ότι οι δύο συμφωνούσαν σε μεγάλο βαθμό στο κρίσιμο ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής -ιδίως στην αποφυγή πολέμου με τη Ρωσία- θα ήταν ίσως δυνατό να επεξεργαστούν από κοινού ένα είδος “γκωλικής” πολιτικής, που θα έσπαγε τη λαβή του ακραίου κέντρου, με την ακλόνητη πίστη του στην Ατλαντική Συμμαχία.  Αυτό δεν θα οδηγούσε σε “κατάσχεση της εξουσίας”, αλλά θα αναστάτωνε τα πράγματα. Θα επανέφερε την αίσθηση εναλλαγής στην πολιτική ζωή.

Αλλά στην πραγματικότητα, όπως έχουν τα πράγματα, ο Μελανσόν έδωσε τις εκλογές στον Μακρόν. Και τώρα φιλοδοξεί να ηγηθεί της αντιπολίτευσης στον Μακρόν. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τη Μαρίν Λεπέν, και για τον Έρικ Ζεμούρ.

Οι εκλογές & ο πόλεμος στην Ουκρανία

Όταν οι ρωσικές δυνάμεις εισήλθαν στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου, η πρόβλεψη ήταν ότι αυτό θα εδραίωνε τη θέση του Μακρόν ως αρχηγού κράτους σε μια πολεμική κρίση. Καθώς τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί έσπευσαν να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στην Ουκρανία κατά της Ρωσίας, τόσο η Μαρίν Λεπέν όσο και ο Ζαν Λυκ Μελανσόν καταγγέλθηκαν για τη γνωστή στάση τους απέναντι στη βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Μια φωτογραφία της Μαρίν Λεπέν με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, κυκλοφόρησε ευρέως από τους Πράσινους με την προσδοκία ότι αυτό θα κατέστρεφε τις πιθανότητές της.

Δεν συνέβη έτσι.  Στην πραγματικότητα, και οι δύο αυτοί πολιτικοί που “κατανοούν τον Πούτιν” είδαν τα ποσοστά αποδοχής τους να αυξάνονται καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν.

Επιπλέον, ο Φαμπιέν Ρουσέλ, ο μάλλον φρέσκος και νεαρός υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος, όδευε προς μια ήπια επιστροφή του κόμματός του όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, αλλά άρχισε να βυθίζεται αφού υιοθέτησε τη συμβατική δυτική αντιρωσική φιλο-ουκρανική θέση.

Ο υποψήφιος των Πρασίνων Γιανίκ Ζαντό, ο οποίος ήλπιζε να μιμηθεί την επιτυχία των Γερμανών Πρασίνων, και η Βαλερί Πεκρές, υποψήφια των άλλοτε ισχυρών Ρεπουμπλικάνων, ακολούθησαν αμφότεροι την επίσημη γραμμή της Δύσης για τον πόλεμο.  Κανένας δεν έφτασε το 5%.

Στον πρώτο γύρο, λοιπόν, ο πόλεμος δεν αποτέλεσε θέμα – τουλάχιστον όχι ανοιχτό θέμα, αλλά μπορεί να ήταν ένα κρυφό θέμα, γεγονός που δείχνει ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι δεν είναι τόσο ρωσοφοβικοί όσο υποτίθεται ότι τους θεωρούν.

Ωστόσο, στην τρίωρη τηλεοπτική τους συζήτηση στις 20 Απριλίου, ο Μακρόν με ύπουλο και ανήθικο τρόπο επιτέθηκε στη Λεπέν.

Σε αντίθεση με τον Μακρόν, οι εκστρατείες του οποίου μπορούν πάντα να βασίζονται σε γενναιόδωρους δωρητές, η Μαρίν Λεπέν αντιμετωπίζει χρόνιες δυσκολίες χρηματοδότησης. Το 2014, όταν καμία γαλλική τράπεζα δεν της δάνειζε χρήματα για τις επερχόμενες περιφερειακές εκλογές, πήρε δάνειο ύψους 9,4 εκατομμυρίων ευρώ από την Πρώτη Ρωσική Τράπεζα της Τσεχίας (FCRB).  Η τράπεζα έκτοτε χρεοκόπησε και η ίδια συνεχίζει να πληρώνει τους πιστωτές της. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους, ο Μακρόν αναφέρθηκε με σκαιότητα σε αυτό το δάνειο, το οποίο είναι γνωστό στη δημοσιότητα, λέγοντας στη Λεπέν ότι “όταν μιλάς στον Πούτιν μιλάς στον τραπεζίτη σου”. Εκείνη αντέδρασε αγανακτισμένη, τονίζοντας ότι ήταν ελεύθερη γυναίκα.

Ο Αλεξέι Ναβάλνι ακολούθησε με μια δήλωση από τη ρωσική φυλακή του, στηρίζοντας τον Μακρόν. Τρεις Ευρωπαίοι πρωθυπουργοί, ο Όλαφ Σολτς της Γερμανίας, ο Πέδρο Σάντσεθ της Ισπανίας και ο Αντόνιο Κόστα της Πορτογαλίας, έγραψαν ανοιχτή επιστολή με την οποία εναντιώνονται στη Μαρίν Λεπέν ως “μια ακροδεξιά υποψήφια που τάσσεται ανοιχτά στο πλευρό εκείνων που επιτίθενται στην ελευθερία και τη δημοκρατία μας, αξίες που βασίζονται στις γαλλικές ιδέες του Διαφωτισμού”. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έσπευσαν φυσικά να συγχαρούν τον Μακρόν για τη νίκη του, θεωρώντας τη θετική δέσμευση για την ευρωπαϊκή οικοδόμηση.

Η Μαρίν Λεπέν είχε επιμείνει ότι ο σημαντικός πολιτικός διαχωρισμός δεν ήταν πλέον μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά μεταξύ της διατήρησης του έθνους και της παγκοσμιοποίησης. Ο δραστικός διαχωρισμός του κόσμου που προέκυψε από την κρίση στην Ουκρανία θεωρείται από ορισμένους ως το τέλος του μύθου της παγκοσμιοποίησης και η ανησυχία για την ευημερία του έθνους αναπόφευκτα αυξάνεται.  Ωστόσο, σε αυτές τις εκλογές η παγκοσμιοποίηση κέρδισε την εθνική διατήρηση.

Ο πόλεμος δεν αποτέλεσε μείζον θέμα στη Γαλλία, κυρίως επειδή ο ίδιος ο Μακρόν είναι ίσως ο λιγότερο ρωσοφοβικός μεταξύ των ηγετών των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών.  Οι προσπάθειές του να ενθαρρύνει την Ουκρανία να διαπραγματευτεί τη διευθέτηση του προβλήματος του Ντονμπάς, σύμφωνα με τις συμφωνίες του Μινσκ απέτυχαν, αλλά τουλάχιστον έκανε αυτές τις προσπάθειες, ή φάνηκε να κάνει αυτές τις προσπάθειες.  Φαίνεται να επιθυμεί να διασώσει ό,τι μπορεί από τη θέση του ως δυνητικού διαπραγματευτή, ακόμη και όταν όλες οι προοπτικές για διαπραγματεύσεις μπλοκάρονται από την επιμονή των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την κρίση στην Ουκρανία για να νικήσουν (και ακόμη και να καταστρέψουν) τη Ρωσία.

Κυβέρνηση από εταιρείες συμβούλων

Στις 17 Μαρτίου, η γαλλική Γερουσία εξέδωσε έκθεση που αποκάλυψε τον βαθιά τεχνοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος Μακρόν. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η κυβέρνηση Μακρόν πλήρωσε τουλάχιστον 2,43 δισεκατομμύρια ευρώ σε διεθνείς (κυρίως αμερικανικές) εταιρείες συμβούλων για τον σχεδιασμό πολιτικών ή διαδικασιών σε όλους τους τομείς, ιδίως στη δημόσια υγεία. Για παράδειγμα, η εταιρεία συμβούλων McKinsey χρεώνει το Υπουργείο Υγείας με 2.700 ευρώ ημερησίως, ποσό ίσο με το μηνιαίο μισθό ενός υπαλλήλου δημόσιου νοσοκομείου.

Αυτό ισοδυναμεί με μια μορφή πολύ δαπανηρής ιδιωτικοποίησης της κυβέρνησης. Ακόμα πιο σοβαρό, σημαίνει ότι παραδίδεται η πνευματική ικανότητα της γαλλικής κυβέρνησης σε οργανισμούς που είναι ικανοί να διαμορφώνουν την ενιαία δυτική αφήγηση σε όλα τα θέματα. Έτσι η τεχνοκρατική “διακυβέρνηση”, καταστρέφει την πολιτική διακυβέρνηση.

Μετά τη νίκη του, ο Μακρόν πανηγύρισε κάτω από την ευρωπαϊκή σημαία. Η Μαρίν Λεπέν είχε ζητήσει μια γαλλική εξωτερική πολιτική ανεξάρτητη από τον “γαλλογερμανικό άξονα”.  Ο Μακρόν υπόσχεται να διατηρήσει τη στενή εταιρική σχέση με τη Γερμανία – ακόμη και όταν οι τάσεις στις δύο χώρες είναι εμφανώς όλο και πιο αποκλίνουσες. Οι προοπτικές μιας ανεξάρτητης “γκωλικής” γαλλικής εξωτερικής πολιτικής παραμένουν μακρινές.

Πηγή: Consortium News

Μετάφραση: antapocrisis

Κινδυνεύει η ευρωπαϊκή δημοκρατία με τη Λεπέν; Πλάκα κάνετε;

Η Ευρώπη είναι σε βαθιά υπαρξιακή κρίση, το μεταπολεμικό σύστημα πολιτικής αντιπροσώπευσης έχει διαρραγεί, και οι γαλλικές εκλογές το επιβεβαίωσαν για μια ακόμα φορά. Η Γαλλία, όπως και κάθε ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ίσως με πιο εκφραστικό τρόπο, δείχνει το θυμό, την απογοήτευση και την οργή της. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. 

Ούτε ο Διαφωτισμός κινδυνεύει, ούτε η Δημοκρατία. Έχουν άλλωστε ήδη εκτελεστεί εν ψυχρώ, από όσους σήμερα παριστάνουν τους ανήσυχους και καλούν σε συσπείρωση γύρω από τον Μακρόν. Η σημερινή Δύση δεν έχει αφήσει τίποτα σώο από την προοδευτική κληρονομιά των περασμένων αιώνων. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο για να το γκρεμίσει η Λεπέν. Η δουλειά έχει γίνει. 

Ανησυχούν μήπως η ακροδεξιά Λεπέν αναιρέσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις, αυτοί, που στην Ουκρανία πριμοδότησαν, εξέθρεψαν και νομιμοποίησαν τα ναζιστικά τάγματα της εθνικιστικής καθαρότητας. Μα τι εκλεκτικισμός είναι αυτός;

Πρώτα, εξίσωσαν τον κομμουνισμό με τον ναζισμό. Μετά, αναθεώρησαν την ιστορία. Ενοχοποίησαν ή και απαγόρευσαν κάθε αναφορά στο σοσιαλιστικό παρελθόν. Εξέθρεψαν το νεοναζιστικό φαινόμενο στο όνομα της αποκομμουνιστικοποίησης. Και σήμερα υιοθετούν, χειροκροτούν, χρηματοδοτούν και εξοπλίζουν τα ναζιστικά τάγματα. Για αυτούς, μπροστά στον Πούτιν, ο Χίτλερ είναι πταίσμα. 

Να μας συγχωρείτε λοιπόν, αλλά δεν μοιραζόμαστε τον τρόμο τους. Συγκρινόμενη με τον ουκρανικό ναζισμό, η Λεπέν είναι αρσακειάδα.

Φυσικά, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η Λεπέν μοιάζει ξένη. Μοιάζει αλλά δεν είναι. Γιατί δίπλα στις ξενοφοβικές και ομοφοβικές πλευρές της ακροδεξιάς, υπάρχουν οι δηλώσεις πίστης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στην ελεύθερη αγορά και στην ευρωατλαντική στρατηγική. Ο αντισυστημισμός της Λεπέν, δεν υπάρχει, παρά μόνο ως ρητορεία.

Ακριβώς είκοσι χρόνια πριν, ο πατέρας Λεπέν ερχόταν δεύτερος πίσω από τον Σιράκ. Το σοκ διαδέχθηκε ένας “δημοκρατικός συναγερμός” από την Αριστερά μέχρι τη Δεξιά, που στοιχιζόταν πίσω από τον Σιράκ “χωρίς επιφυλάξεις”. Η εγχείρηση τότε πέτυχε, αλλά ο ασθενής στην πορεία πέθανε. 

Τα δημοκρατικά αντανακλαστικά του λαού ήρθαν πολύ γρήγορα αντιμέτωπα με μια αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή πολιτική, είτε με κεντροδεξιό, είτε με κεντροαριστερό πρόσημο. Η συγκεκριμένη εξέλιξη, κανονικοποίησε την Ακροδεξιά, και άφησε τους πάντες με την απορία τι χειρότερο θα γινόταν αν έλειπε αυτός ο “δημοκρατικός συναγερμός”.

Είκοσι χρόνια μετά, το σοκ είναι πολύ μικρότερο. Μάλλον ανύπαρκτο. Εν μέρει γιατί η Ακροδεξιά λειαίνει όλο και περισσότερο τις αιχμές της. Κυρίως όμως, γιατί η συστημική, πλειοψηφική έκφραση του πολιτικού συστήματος γεννά τόση και τέτοια απογοήτευση, που ακόμα και οι βάρβαροι φαντάζουν “μιά κάποια λύση”. 

Όσο για τους ιεροκήρυκες των ευρωπαϊκών αξιών, του Διαφωτισμού και της Δημοκρατίας, που φρίττουν μπροστά στο ενδεχόμενο της Λεπέν και ηδονίζονται με τον φιλελεύθερο Μακρόν, αρκεί μία και μόνο ερώτηση: 

Τι θα ψηφίζατε, αν στο δεύτερο γύρο περνούσε η Λεπέν με τον Μελανσόν; 

Η απάντηση είναι δεδομένη. 

Αυτή η κινούμενη ντροπή του ακραίου κέντρου, θα ψήφιζε με νύχια και με δόντια Λεπέν μην τυχόν και θιγεί η κερδοφορία των αγορών και η Ευρώπη του κεφαλαίου. 

Η Λεπέν δεν θα ήταν πλέον η ακροδεξιά πράκτορας του Πούτιν, αλλά η Πασιονάρια του νεοφιλελευθερισμού. 

Διότι άμα ο εχθρός εμφανιστεί στις πύλες, οι ναζιστικές ύαινες του Αζόφ γίνονται πατριωτικά λιοντάρια και τα ακροδεξιά όρνεα της Γαλλίας γίνονται φιλελεύθερα αρνάκια. 

Ο Διαφωτισμός και η Δημοκρατία έγιναν κουρέλια από μια ευρωπαϊκή ελίτ που επί δεκαετίες σκόρπισε απλόχερα τη φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανεργία. Οι ακροδεξιές δυνάμεις έχουν αιχμή το μεταναστευτικό αλλά βαθύτερη και υποβόσκουσα αιτία της ανόδου τους είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός που έφερε η παγκοσμιοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός. 

Λένε οι φιλελεύθεροι υποτακτικοί των ΗΠΑ ότι ο Ορμπάν ή η Λεπέν, είναι φίλοι του Πούτιν. Οι πιο ευφάνταστοι από αυτούς θεωρούν, ότι μετά τις αμερικανικές εκλογές που έφεραν τον Τραμπ, ο Πούτιν θα “κλέψει” και τις εκλογές στη Γαλλία. Εδώ ισχύει το ρητό “το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη”. Αυτός που (κατά τη γνώμη τους) σχεδόν κατατροπώθηκε στον πόλεμο με την Ουκρανία, είναι ικανός να διαμορφώνει τη λαϊκή ετυμηγορία στην Αμερική και στη Γαλλία; Θα ήταν ηλίθιοι αν δεν ήταν χυδαίοι. 

Η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή. Ο πόλεμος στην Ουκρανία την έφερε πολύ πίσω. Την καθιστά ολοκληρωτικά εξαρτώμενη από τον υπερατλαντικό σύμμαχο. Οι ηγέτες της και οι πολιτικές της δυνάμεις προτιμούν να προσχωρήσουν, ίσως και να πρωτοστατήσουν στη Νατοϊκή σταυροφορία, θυσιάζοντας την πολυδιαφημισμένη ευημερία των κοινωνιών τους. 

Όσοι αλλόφρονες φανατικοί καλούσαν τους Ευρωπαίους να πεινάσουν αλλά να μην ενδώσουν στον Πούτιν, τι ακριβώς εκλογικό αποτέλεσμα περίμεναν στη Γαλλία; Και ποιες πολιτικές εξελίξεις εγκυμονεί μια τρομακτική αύξηση στο κόστος ενέργειας, δηλαδή στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς, δηλαδή στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκων οικονομιών; 

Ακόμα και αν η Λεπέν χάσει από τον Μακρόν τη μεθεπόμενη Κυριακή, η επόμενη Λεπέν θα κερδίσει τον επόμενο Μακρόν. Γιατί πέρα από τα φληναφήματα του φιλελευθερισμού, υπάρχει και η πραγματική ζωή με τις πραγματικές της συνθήκες.

Ίσως όμως ολόκληρη η Δυση είναι σε παρακμή. Η φθίνουσα πορεία της αντανακλάται στην πρωτόγνωρη αμφισβήτηση της ηγεμονίας της, που πριν είκοσι χρόνια ήταν απολύτως δεδομένη. Δεν αμφισβητείται απλώς από τη Ρωσία. Αμφισβητείται – κυρίως – από την Κίνα, αλλά και από την Ινδία, από το Πακιστάν, από το Ιράν, από τη Βραζιλία.

Και όπως κάθε παρακμάζουσα αυτοκρατορία, η Δύση έχει τους Ούννους και τους Βησιγότθους που της αντιστοιχούν. Τον Τραμπ, τη Λεπέν, τον Ορμπάν και άλλους που θα ξεφυτρώνουν σε μια μακρά πορεία στο μέλλον. Όμως το θέμα είναι η παρακμή. Δεν είναι οι ανεμοδείκτες της. 

Για να παραμείνει η πόλη σπίτι μας: Απαλλοτρίωση τώρα της λαϊκής κατοικίας!

Τα πιο ελπιδοφόρα νέα της Κυριακής των γερμανικών εκλογών ήρθαν σίγουρα από το Βερολίνο. Το κίνημα πολιτών για την απαλλοτρίωση της λαϊκής κατοικίας πέτυχε μια τεράστια νίκη που μόνο από τον ουρανό δεν έπεσε. Ήταν αποτέλεσμα μαζικής, συστηματικής δουλειάς «από τα κάτω» 3000 και πλέον ανθρώπων, γειτονιά την γειτονιά, πόρτα την πόρτα, εκεί ακριβώς που χτυπάει η καρδιά της οικιστικής κρίσης του Βερολίνου: στους φοιτητές, στους νέους εργαζόμενους, στους συνταξιούχους, στους μετανάστες, στις νέες οικογένειες, στους άνεργους, τους χαμηλόμισθους και τους επισφαλώς εργαζόμενους.

Ο όρος «οικιστική κρίση» δεν μπήκε πρόσφατα στο λεξιλόγιο του μέσου Γερμανού. Καμία πόλη όμως δεν αντιμετωπίζει το τεράστιο πρόβλημα του Βερολίνου. Το Βερολίνο είναι μία από τις πόλεις της Γερμανίας όπου τα τελευταία χρόνια οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται ταχύτερα από τον μέσο μισθό. Τα υπάρχοντα διαμερίσματα διατίθενται σε τιμές υπέρογκες και οι λίγες νέες κατοικίες που δημιουργούνται είναι πρακτικά απλησίαστες. Η κατοικία έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια στο μεγαλύτερο βάρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Σύμφωνα με τα συνδικάτα, οι τιμές των ενοικίων στις εφτά μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας αυξήθηκαν μέσα σε 9 χρόνια (2010-2019) κατά 176%[1] . Ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων στις πόλεις αυτές δηλώνει πως η εξεύρεση κατοικίας σε προσιτές τιμές είναι σχεδόν αδύνατη. Αν στην Ελλάδα οι νέοι δεν αφήνουν ποτέ το γονικό σπίτι, στη Γερμανία δεν μπορούν να σταματήσουν να ζουν σε συγκατοικήσεις. Βασική αιτία, η ιδιωτικοποίηση τόσο της γης όσο και της ίδιας της κατοικίας. Για τον καπιταλισμό, άλλωστε, η αξιοπρεπής κατοικία δεν αποτελεί ανάγκη και δικαίωμα αλλά επικερδέστατη μπίζνα. Από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα, η υπάρχουσα κοινωνική κατοικία στη Γερμανία ουσιαστικά διαλύεται και ξεπουλιέται σε πολυεθνικές εταιρείες και μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ακινήτων[2]. Τα δύο μεγαθήρια Vonovia και Deutsche Wohnen, για παράδειγμα, κατέχουν σήμερα πάνω από 500.000 διαμερίσματα στη χώρα, 150.000 από τα οποία βρίσκονται στο Βερολίνο[3]. Μονάχα στο Βερολίνο δραστηριοποιούνται πάνω από δέκα επιπλέον παρόμοιες εταιρείες ενώ καινούργιες μπαίνουν συνεχώς στην αγορά. Και ενώ σύμφωνα με τους θιασώτες του φιλελεύθερισμού το μακρύ χέρι της αγοράς θα έπρεπε τάχα να αυτορυθμίζει τις τιμές με βάση τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην πράξη συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Επιπλέον, Vonovia και Deutsche Wohnen βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε συζητήσεις για τη σύμπτυξη των συμφερόντων τους, δίνοντας έτσι στην αγορά ακινήτων ξεκάθαρα μονοπωλιακά χαρακτηριστικά.

Τα μέτρα που έχουν παρθεί μέχρι στιγμής για την συγκράτηση των τιμών των ενοικίων αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά και πολεμήθηκαν οργανωμένα από το σύστημα. Την 1η Ιανουαρίου 2020 επιβλήθηκε στο Βερολίνο η διάταξη “Mietendeckel”, σύμφωνα με την οποία οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα έπρεπε να κρατήσουν για την επόμενη πενταετία τις τιμές των ενοικίων σταθερές. Λίγο καιρό μετά, το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανία, έπειτα από προσφυγή των χριστιανοδημοκρατών και εν μέσω διαδηλώσεων χιλιάδων Βερολινέζων, έκρινε τη διατάξη αντισυνταγματική. Η διατάξη αποσύρθηκε.

Το 2017, λοιπόν, συστήνεται η πρωτοβουλία «Deutsche Wohnen & Co Enteignen[4]», με βασικό στόχο την αντίσταση στο ξεπούλημα της λαϊκής κατοικίας και στην εκτόξευση των ενοικίων, την προστασία των μικρών και μεσαίων ενοικιαστών και τη διαχείριση των ακινήτων με βάση τις ανάγκες των πολιτών και όχι τα κέρδη των εταιρειών. Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν εκτός από μεμονωμένα άτομα, συνδικάτα, οργανώσεις και πολιτικοί φορείς της αριστεράς, κινήματα πόλης και σύλλογοι προστασίας των δικαιωμάτων των ενοικιαστών. Βασικό τους αίτημα είναι η αποδέσμευση του δικαιώματος της κατοικίας από τους νόμους της αγοράς, η εξασφάλιση της πρόσβασης σε φθηνή κατοικία μέσω  της απαλλοτρίωσης έως και 240.000 διαμερισμάτων στην πόλη του Βερολίνου και το πέρασμα των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε νέες μορφές κοινοτικής διαχείρισης της κατοικίας. Η πρωτοβουλία βασίζει τα αιτήματά της στο άρθρο 15 του γερμανικού συντάγματος που επιτρέπει μέσω ειδικής νομοθεσίας την απαλλοτρίωση γης, φύσης ή παραγωγής για το κοινό καλό.

Στα τέλη Φεβρουαρίου η πρωτοβουλία ξεκινά να συλλέγει υπογραφές για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την απαλλοτρίωση κατοικιών από ιδιωτικές εταιρείες με στεγαστικό απόθεμα πάνω από 3000 διαμερίσματα. Για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος έπρεπε να υπογράψει τουλάχιστον το 7% των κατοίκων του Βερολίνου. Τον Ιούνιο του 2021 η πρωτοβουλία είχε συλλέξει ήδη πανω από 300.000 υπογραφές. Στο δημοψήφισμα που ορίστηκε για τον Σεπτέμβρη – την ίδια ημέρα των εθνικών αλλά και των τοπικών εκλογών του Βερολίνου – πάνω από 1.000.000 κάτοικοι ψηφίζουν υπέρ της απαλλοτρίωσης: το δημοψήφισμα κερδίζεται με περίπου 57% υπέρ και 39% κατά.

Το βράδυ της Κυριακής των εκλογών, τα μέλη και οι φίλοι της πρωτοβουλίας πανηγύρισαν την μεγάλη νίκη τους στους δρόμους του Βερολίνου. Ήδη επεξεργάζονται σχέδιο πρότασης νόμου, μέσω του οποίου θα μπορέσουν να αποζημιωθούν οι εταιρείες και να προχωρήσει το σχέδιο της απαλλοτρίωσης. Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο και το δημοψήφισμα δεν είναι άλλωστε δεσμευτικό. Αν τελικά προχωρήσει, θα είναι η πρώτη φορά στην γερμανική ιστορία που θα ενεργοποιηθεί το άρθρο 15 του συντάγματος.

Η στάση που θα κρατήσει η καινούργια κυβέρνηση του Βερολίνου που προέκυψε το ίδιο βράδυ του δημοψηφίσματος μέσα από μια άλλη κάλπη, είναι το κλειδί. Πριν το δημοψήφισμα, η επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατών και νικήτρια των τοπικών εκλογών είχε ταχθεί ξεκάθαρα ενάντια στο σχέδιο της απαλλοτρίωσης. Από την πλευρά τους οι Πράσινοι, δεύτερο κόμμα στο Βερολίνο μετά τις πρόσφατες εκλογές, στηρίξαν μεν το δημοψήφισμα, δεν θεωρούν όμως την απαλλοτρίωση ρεαλιστική λύση και προτείνουν άλλου είδους μέτρα, όπως έλεγχο των αυξήσεων των ενοικίων.

Τα ιδιωτικά συμφέροντα έχουν βγει ήδη στην αντεπίθεση, τονίζοντας το υπέρμετρο κόστος που θα σημάνει μια πιθανή απαλλοτρίωση για την πόλη του Βερολίνου. Μια σειρά από φωνές εκπροσώπων του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκφραστών προειδοποιούν τόσο για την αντισυνταγματικότητα του αιτήματος όσο και για την πολιτική του επικινδυνότητα. Κραυγάζουν πως δεν θα αντιμετωπιστεί η οικιστική κρίση με σοσιαλιστικά κατάλοιπα του παρελθόντος και τονίζουν πως η μόνη λύση θα ήταν η αύξηση της προσφοράς νέας κατοικίας και η αυτορύθμιση της αγοράς ακινήτων. Προσπαθούν να πείσουν πως δεν έχει νόημα να αγωνίζεται κανείς για μη ρεαλιστικά αιτήματα, πως η απαλλοτρίωση είναι ουσιαστικά ανέφικτη. Πως το κίνημα πέρασε το μήνυμά του και πως δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.

Τα αιτήματα της πρωτοβουλίας, όμως, και η νίκη του δημοψηφίσματος ανοίγουν ουσιαστικά μια μεγάλη συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της πόλης του Βερολίνου. Η νομικίστικη συζήτηση προσπαθεί εμφανώς να μειώσει ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: την πολιτική νομιμοποιήση ενός δίκαιου αιτήματος μπροστά στην οποία το πολιτικό προσωπικό δεν μπορεί απλά να αδιαφορήσει. Το δημοψήφισμα δεν είναι μεν δεσμευτικό, δημιουργεί όμως αγωνιστικά πολιτικά προηγούμενα. Η δράση της πρωτοβουλίας άλλωστε δεν σταματά εδώ. Ξεκινάει από την επόμενη μέρα της νίκης κιόλας ένας νέος αγώνας με στόχο την επιβολή της λαϊκής βούλησης.

Ανεξάρτητα όμως από το τι θα συμβεί στο μέλλον, η νίκη αυτή των κατοίκων του Βερολίνου έχει αξία. Και έχει αξία για πάρα πολλούς λόγους. Γιατί ανοίγει με όρους επίθεσης το τεράστιο ζήτημα της οικιστικής κρίσης, ένα ζήτημα που σε τελική ανάλυση αφορά ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Γιατί μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει πολιτικό κενό και περιθώριο για μια ριζοσπαστική πολιτική που να πατάει και να απαντά στις ανάγκες του λαού. Γιατί μας δείχνει πως το σύστημα δεν είναι ανίκητο. Ειδικά σε μια περίοδο γενικευμένης απομόνωσης και ήττας, το κίνημα του Βερολίνου αποτελεί ελπίδα. Και μας υπενθυμίζει με ποιον τρόπο τα κινήματα μπορούν να πετύχουν νίκες: με οργάνωση, συλλογικότητα, παρέμβαση, σχέδιο, επεξεργασίες, στόχο και κυρίως επιμονή.

Υπό αυτήν την έννοια, το κίνημα του Βερολίνου αποτελεί παράδειγμα. Ήδη παρόμοια κινήματα έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται σε μια σειρά πόλεις της Γερμανίας αλλά και σε μια σειρά από χώρες με παρόμοια προβλήματα. Ας είναι λοιπόν ο αγώνας των κατοίκων του Βερολίνου μια αρχή. Γιατί η αξιοπρεπής κατοικία δεν είναι εμπόρευμα για πούλημα. Είναι ανθρώπινη ανάγκη και δικαίωμα και πρέπει ξανά να το διεκδικήσουμε!

[1] https://www.dgb.de/++co++f741975e-b704-11eb-82b1-001a4a160123

[2] https://www.wer-zu-wem.de/dienstleister/wohnungsunternehmen.html

[3] https://www.capital.de/immobilien/das-sind-die-groessten-deutschen-wohnungsunternehmen

[4] Απαλλοτρίωση της Deutsche Wohnen και των συνεργατών της

Ο επικίνδυνος Μακρόν, λαγός της αυταρχικοποίησης της Ευρώπης

Το κοινοβούλιο της Γαλλίας ψήφισε την Πέμπτη τον περιβόητο νόμο για την “καθολική ασφάλεια”. Ουσιαστικά ένας νόμος πλήρους κάλυψης της αστυνομικής αυθαιρεσίας με την ποινικοποίηση της φωτογράφισης ή βιντεοσκόπησης αστυνομικών εν ώρα καθήκοντος με κακόβουλα κίνητρα. Τα πρόστιμα γι αυτούς που ανεβάζουν βίντεο αστυνομικής βίας θα φτάνουν τις 75.000 ευρώ ενώ οι ποινές μέχρι τα 5 χρόνια φυλάκισης.

Η κυβέρνηση του μεταρρυθμιστή τεχνοκράτη Macron που εκπληρώνει την ατζέντα της Merine Le Pen που πιθανότητα θα είναι η αντίπαλος του στις επόμενες προεδρικές εκλογές, αναφέρει ότι ο νόμος ήταν απαραίτητος για την καλύτερη προστασία της αστυνομίας εν μέσω απειλών και επιθέσεων που δέχεται όλο το τελευταίο διάστημα από το βίαιο περιθώριο αλλά και της αυξανόμενης παρενόχλησης της αστυνομίας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.  Ένα νομοσχέδιο που κακά τα ψέματα είναι τουλάχιστον ειλικρινές. Γιατί φαίνεται να υποψιάζεται τον πραγματικό ρόλο της αστυνομίας αλλά προφανώς να τον αθωώνει και να τον αφήνει ανεξέλεγκτο.

«Οι αστυνομικοί είναι παιδιά της δημοκρατίας και πρέπει να προστατεύονται επειδή μας προστατεύουν καθημερινά», δήλωσε ο υπουργός Εσωτερικών Gerald Darmanin μετά την ψηφοφορία. Σε μια Γαλλία που μόνο τη διετία 2018-19 με το κίνημα των κίτρινων γιλέκων είχε 11 νεκρούς, δεκάδες περιπτώσεις βασανισμών, διαδηλωτές με βγαλμένα μάτια από τις πλαστικές σφαίρες και κομμένα χέρια από τις χειροβομβίδες κρότου λάμψης.

Αυτοί οι απίστευτοι νόμοι παρεμπιπτόντως περνάνε σε μία περίοδο που η Γαλλία του Macron “θριαμβέυει” στην καταπολέμηση της πανδημίας, ευρισκόμενη στην τρίτη θέση στην Ευρώπη σε θανάτους, έχοντας ξεπεράσει τους 100.000 νεκρούς.

Για να κάνουμε μια αντιστοιχία στα δικά μας, ένας τέτοιος νόμος θα σήμαινε ότι αν πχ είχε συλληφθεί αυτός που έβγαλε το βίντεο από τον ξυλοδαρμό στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, το οποίο απέδειξε περίτρανα την απίστευτη αστυνομική βαρβαρότητα, ή θα πλήρωνε κάποιο δυσθεώρητο πρόστιμο ή θα πήγαινε στη φυλακή. Τα ίδια και στην Κατερίνη με το πρόσφατο περιστατικό έξω από το γήπεδο. Ας σκεφτούμε τι θα γινόταν σε περίπτωση που δεν είχαν βγει ποτέ αυτά τα βίντεο λόγω του φόβου από τέτοια νομοσχέδια πόσο θα είχε παραποιηθεί η αλήθεια,  πόσο περισσότερη διαστρεύβλωση θα υπήρχε από τα ΜΜΕ ,  κουκούλωμα  από την κυβέρνηση και θυματοποίηση του θύτης δηλαδή της αστυνομίας. Οι ένοχοι θα γίνονταν θύματα και τα θύματα ένοχοι όπως έχει γίνει δεκάδες φορές όταν διάφοροι πολίτες έχουν δεχθεί αστυνομική βία, την καταγγέλλουν και μέτα ζούνε οργουελικά σκηνικά.

Αν είχε περάσει επίσης ο ίδιος νόμος στην Ελλάδα ίσως να ήταν και διαφορετική η σύγχρονη ιστορία της που την έχουν καθορίσει στιγμές απίστευτης αστυνομικής βίας. Θα κινδυνεύαμε να μην βλέπανε ποτέ το φως της δημοσιότητας διαφορά βίντεο από άγριους ξυλοδαρμούς ακόμα και δολοφονίες πολιτών από την ΕΛΑΣ. Τα βίντεο για παράδειγμα που βοήθησαν στο να αποκαλυφθούν στην κοινή γνώμη αλλά και στη δικαιοσύνη δολοφονίες σαν αυτές του Ζακ Κωστόπουλου που έδειξαν καθαρά την επίθεση από τους δύο κατηγορούμενους αλλά και την άθλια αντιμετώπιση του από τους άνδρες της ομάδας Δίας.  Η’ αυτό του Αλέξη Γρηγορόπουλου που έδειχνε την ψύχραιμη φυγή των Σαραλιώτη-Κορκονέα μετά το συμβάν και ευτυχώς κατέρρευσε παταγωδώς αμέσως μετά τα απίστευτα μοντάζ των ΜΜΕ περί επεισοδίων στα Εξάρχεια εκείνη την ώρα.

Η αστυνομική αυθαιρεσία πάει πακέτο με τη γενικευμένη κρατική βαρβαρότητα των από πάνω και την οικονομική εξαθλίωση των από κάτω. Στην Ελλάδα που βοά το αδιέξοδο της κυβέρνησης σε σχέση με την αντιμετώπιση της Covid19,  με τις τεράστιες ελλείψεις στα νοσοκομεία αντι να φτιάχνει νέες ΜΕΘ αγοράζει εκατοντάδες νέα οχήματα στην ΕΛΑΣ, αντι να διορίζει υγειονομικούς προσλαμβάνει αστυνομικούς, αντι να προστατεύσει την δημόσια υγεία θωρακίζονται για την επόμενη μέρα της πανδημίας.

Οι νόμοι στη Γαλλία θα είναι προάγγελος αυταρχικών νέων νόμων σε όλη την Ευρώπη.

Η Ευρώπη των περίφημων αξιών, των δημοκρατικών ελευθεριών και της κατ’ επίφασην αστικής δημοκρατίας έχει τελειώσει προ πολλού. Στην πιο δύσκολη αναμέτρηση του αιώνα αποδείχθηκε παντελώς ανίκανη. Από την διαχείριση της πανδημίας μέχρι τον εμβολιασμό. Από τη Γαλλία και την Ισπανία μέχρι την Ελλάδα και την Πολωνία, υψώνεται ένα σκληρό ανελεύθερο και νεοφιλελεύθερο αυταρχικό σύστημα με συνεχώς νέους άδικους για τους λαούς νόμους.  Οι φόβοι και τα αδιέξοδα της αρχουσας τάξης είναι τεράστιοι, είναι καιρός οι λαοί να το καταλάβουν και να αναζητήσουν κάτι νέο.

Το υπαρξιακό Βατερλώ της ΕΕ με τα εμβόλια και η ενοχλητική αλήθεια που αποκαλύπτει

Έχεις υποσχεθεί ένα δώρο για τα γενέθλια του/της συντρόφου σου. Το παραγγέλνεις, πληρώνοντας προκαταβολικά, αλλά την ημέρα της παράδοσης σε ενημερώνουν ότι θα υπάρξει καθυστέρηση.

Όταν όμως μαθαίνεις ότι ένας γείτονάς σου προμηθεύτηκε το ίδιο προϊόν νωρίτερα, ξεκινάς την απαραίτητη «μανούρα» προς τον πωλητή (κατά προτίμηση μπροστά στον/η σύντροφό σου). Το πρόβλημα λύνεται ύστερα από μερικές ημέρες και η ζωή συνεχίζεται.

Κάπως έτσι επιχειρούν να παρουσιάσουν οι αξιωματούχοι της ΕΕ τις σημαντικές ελλείψεις εμβολίων της εταιρείας AstraZeneca που παρατηρούνται στην ηπειρωτική Ευρώπη – παρά το γεγονός ότι η εταιρεία συνεχίζει κανονικά τη διάθεση στη Μεγάλη Βρετανία. Στην ιστορία μας, όμως, αν η/ο σύντροφος (δηλαδή οι πολίτες της ΕΕ) γνώριζαν τις πραγματικές συνθήκες της αποτυχίας, πιστεύουμε ότι θα ζητούσαν… διαζύγιο.

Θα πρέπει καταρχάς να θυμόμαστε ότι η φαρμακοβιομηχανία είναι ένας από τους πλέον «κρατικοδίαιτους» τομείς της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς η εξαιρετικά δαπανηρή έρευνα και ανάπτυξη φαρμάκων και εμβολίων στηρίζεται, στο μεγαλύτερο μέρος της, σε δεκαετείς επενδύσεις του δημοσίου τομέα. Όπως έχουμε επισημάνει, ειδικά στην περίπτωση των εμβολίων τύπου mRNA που αναπτύσσονται σήμερα, οι σχετικές έρευνες διεξάγονται από κρατικά ιδρύματα των ΗΠΑ και της Ευρώπης από τη δεκαετία του ’60. Με το ξέσπασμα μάλιστα της πανδημίας, οι φαρμακοβιομηχανίες έλαβαν δισεκατομμύρια ευρώ σε άμεσες και έμμεσες επιχορηγήσεις, ενώ τα κράτη πλήρωσαν προκαταβολικά για την αγορά εμβολίων, εξαλείφοντας κάθε έννοια επιχειρηματικού ρίσκου. Με πιο απλούς όρους θα λέγαμε ότι η παραγωγή διεξήχθη με «σοσιαλιστικούς» όρους για τις εταιρείες, ενώ η διανομή προς τους πολίτες γίνεται με όρους καπιταλισμού.

Όταν λοιπόν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωνε στο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός ότι η ΕΕ έχει επενδύσει δισεκατομμύρια και οι εταιρείες πρέπει να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, είχε θεωρητικά δίκιο. Πρακτικά, όμως, ξεχνούσε μερικές σημαντικές λεπτομέρειες: στην περίπτωση της AstraZeneca, το συμβόλαιο υπογράφηκε με όρους απόλυτης μυστικότητας. Από δηλώσεις και διαρροές Ευρωπαίων αξιωματούχων συμπεραίνουμε ότι έχει παραδοθεί μόλις το ένα τέταρτο της συμφωνημένης ποσότητας. Η εταιρεία, από την πλευρά της, αποκάλυψε ότι έχει υπογράψει τη λεγόμενη «best effort agreement», δηλαδή μια σύμβαση με την οποία «υπόσχεται» να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της, χωρίς όμως να δεσμεύεται για συγκεκριμένες ημερομηνίες παράδοσης. Η ΕΕ λοιπόν κατηγορείται ότι αγόρασε προκαταβολικά ένα εμβόλιο που δεν υπήρχε, χωρίς επαρκείς δεσμεύσεις ότι θα το παραλάμβανε, όταν θα παρασκευαζόταν.

Είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει

Μέχρι στιγμής, οι χώρες της ΕΕ έχουν προσφέρει -κατά μέσο όρο- δύο δόσεις εμβολίων ανά 100 κατοίκους, τη στιγμή που στη Μεγάλη Βρετανία έχουν παρασχεθεί 10,5 δόσεις. Με τους σημερινούς ρυθμούς λοιπόν, η Βρετανία θα έχει εμβολιάσει το 75% του πληθυσμού της (που απαιτείται για την επίτευξη ανοσίας αγέλης) στα μέσα Ιουλίου, ενώ οι κάτοικοι της ΕΕ θα πρέπει να περιμένουν μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου – αν δεν υπάρξουν περαιτέρω ελλείψεις. Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της καθυστέρησης θα είναι τεράστιο, καθώς οι καθημερινές δραστηριότητες θα παραμείνουν περιορισμένες, ενώ δεν αποκλείεται να πολλαπλασιαστούν οι εξεγέρσεις εναντίον του lockdown, όπως αυτές που σημειώθηκαν στην Ολλανδία.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι άσχετη με τη μείωση επενδύσεων στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ευρωπαϊκή ήπειρο, λόγω των πολιτικών αυστηρής λιτότητας που επιβάλλει το Βερολίνο. Η Γαλλία το συνειδητοποίησε με τραγικό τρόπο, όταν το περίφημο Ίδρυμα Παστέρ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τις προσπάθειες παραγωγής δικού του εμβολίου για τον κορονοϊό, καθώς οι πρώτες εργαστηριακές δοκιμές ήταν απογοητευτικές. Παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισε και η γαλλική φαρμακοβιομηχανία Sanofi, η οποία ανακοίνωσε ότι το εμβόλιό της δεν θα είναι έτοιμο πριν από το τέλος του 2021.

«Πώς καταφέραμε να μην έχουμε εμβόλιο στη χώρα του Παστέρ;» αναρωτιόταν ο βουλευτής Μπαστιέν Λασόντ, του αριστερού κόμματος Ανυπόταχτη Γαλλία, πριν δώσει τη δική του απάντηση στο ρητορικό ερώτημα: «Εκεί οδηγεί η συρρίκνωση της δημόσιας έρευνας, η κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα και της κερδοφορίας του».

Να σημειωθεί ότι η εταιρεία Sanofi, η οποία επιδοτήθηκε από το γαλλικό κράτος μέσω φοροαπαλλαγών με τουλάχιστον 100 εκατομμύρια ευρώ, είχε απειλήσει ότι θα στείλει τα πρώτα της εμβόλια στην αμερικανική αγορά, ενώ στη συνέχεια προχώρησε σε μαζικές απολύσεις 1.700 υπαλλήλων. Τελικά, ύστερα από την πρωτοφανή καθυστέρηση αποφάσισε να διαθέσει εγκαταστάσεις της για την παραγωγή του εμβολίου της αμερικανικής Pfizer.

Η περίπτωση της Γαλλίας είναι μια μικρογραφία της εικόνας που παρουσιάζει η ευρωπαϊκή ήπειρος. Το γεγονός ότι η πανδημία ξεκίνησε με την Ιταλία να καταγγέλλει εγκατάλειψή της από τους συμμάχους της στην ΕΕ και ολοκληρώνεται με το φιάσκο της διανομής εμβολίων, είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτικής, οικονομικής και ηθικής αποτυχίας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. H λεγόμενη «ένωση των λαών» μείωσε τις δημόσιες επενδύσεις λόγω της λιτότητας, χωρίς όμως να διακόψει τη μεταφορά κεφαλαίων προς τον ιδιωτικό τομέα. Και όταν αυτό το μοντέλο απέτυχε, άφησε τους λαούς και της κυβερνήσεις τους να «σφάζονται» για ένα εμβόλιο.

Ας ξαναδούμε λοιπόν, υπό αυτό το πρίσμα, την αρχική ιστορία για το δώρο που θελήσαμε να αγοράσουμε. Όπως αποδείχθηκε, εμείς (δηλαδή η ΕΕ) δεν είμαστε απλώς αγοραστές του προϊόντος, αφού συμμετείχαμε ενεργά σε όλα τα στάδια παραγωγής. Το κάναμε, μάλιστα, χρησιμοποιώντας χρήματα του/ης συντρόφου μας (δηλαδή των Ευρωπαίων φορολογούμενων). Παρ’ όλα αυτά, κατηγορούμαστε ότι υπογράφαμε συμφωνίες που δεν μας εξασφάλιζαν καμία εγγύηση για την παράδοση του προϊόντος. Πού κατέληξε λοιπόν το δώρο; Σε μια πρώην σύντροφό μας (τη Μεγάλη Βρετανία) που μας εγκατέλειψε πριν από μερικούς μήνες.

Εσείς αν είχατε πληρώσει κάποιον για να σας κάνει ένα δώρο και αυτό κατέληγε στην «πρώην» του, πώς θα αισθανόσασταν; Μήπως «και κερατάδες και δαρμένοι»;

Πηγή: Sputnik

Βατερλώ της ΕΕ στη μάχη κατά της πανδημίας

Βατερλώ της ΕΕ στη μάχη κατά της πανδημίας

Η σύγκρουση της Κομισιόν με την AstraZeneca ύστερα από την ανακοίνωση της εταιρείας ότι θα παραδώσει μόνο 31 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου της μέχρι τέλη Μαρτίου, έναντι 80 εκατομμυρίων που υπολόγιζαν οι Βρυξέλλες, περιγράφεται από μίντια του κατεστημένου- όχι μόνο στην Ελλάδα- ως μια νέα πρόκληση των εθνικιστών Βρετανών προς τους καλούς Ευρωπαίους, ύστερα από το Brexit. Πρόκειται για επιεικώς ανόητη τοποθέτηση, η οποία αποπροσανατολίζει από τα πικρά, αλλά πολύτιμα διδάγματα αυτής της ιστορίας. 

Πρώτα απ’ όλα, η ηθική εξέγερση των Βρυξελλών και των απολογητών τους εκπλήσσει για τον κυνισμό της. Τόσους μήνες που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας φώναζε για τον ντε φάκτο αποκλεισμό των φτωχών χωρών από τα εμβόλια, προς όφελος των πλούσιων, το αυτί των Ευρωπαίων ηγετών δεν έλεγε να ιδρώσει. Τώρα που ο εθνικισμός των εμβολίων φέρνει αντιμέτωπους πλούσιους με πλούσιους, το πράγμα αλλάζει και η Βρετανία πρέπει να γίνει αποδιοπομπαίος τράγος για να καλύψει την παταγώδη αποτυχία της Κομισιόν στη διαχείριση της πανδημίας.

Έπειτα, η κόντρα με την AstraZeneca αποκαλύπτει την τραγική ομηρία των σύγχρονων κρατών, ακόμη και των ισχυρότερων, από τις πολυεθνικές στο χώρο του φαρμάκου (Big Pharma). Γαλλία και Γερμανία, οι χώρες του Κοχ και του Παστέρ, πρωτοποριακές για δεκαετίες στον τομέα των εμβολίων και υποδειγματικές μέχρι και το κοντινό παρελθόν για τα συστήματα Υγείας που είχαν οικοδομήσει, απέτυχαν να εφοδιαστούν με δικά τους εμβόλια, για να βρεθούν στο έλεος των Αμερικανών, των Ρώσων, των Βρετανών και των Κινέζων.

Βεβαίως το πρόβλημα είναι παγκοσμίων διαστάσεων. Ευνοημένες από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού και συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα, οι Big Pharma κατάφεραν να κυριαρχήσουν στα εμβόλια κατά της Covid-19 όχι χάρη στην επινοητικότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως κατά κόρον υποστηρίζεται, αλλά γιατί λεηλάτησαν τη δημόσια έρευνα και τα κρατικά κονδύλια. Η Moderna στηρίχθηκε σε πολυετείς έρευνες του δημόσιου πανεπιστήμιου της Πενσιλβάνια, η BioNTech, συνέταιρος της Pfizer, στις έρευνες του πανεπιστημίου Μάιντς, η AstraZeneca στις έρευνες του πανεπιστήμιου της Οξφόρδης. Επιπλέον, τα εθνικά κράτη έδωσαν πακτωλούς χρήματος στις εταιρείες για την έρευνα και την ανάπτυξη των εμβολίων και έκλεισαν συμβόλαια με βάση τα οποία δεσμεύονταν να αγοράσουν τεράστιες ποσότητες δόσεων, είτε έπαιρναν τελικά το πράσινο φως από τις ρυθμιστικές αρχές, είτε όχι. Με άλλα λόγια, μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα και μηδενικό επιχειρηματικό ρίσκο.

Δυστυχώς για την Κομισιόν, στο παιχνίδι της “σύμπραξης δημόσιου- ιδιωτικού τομέα” όπου όλοι, ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού μπήκαν, η ΕΕ τα κατάφερε πολύ χειρότερα από τους ανταγωνιστές της. Πρώτα απ’ όλα, οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών πόνταραν σε λάθος άλογα, προαγοράζοντας εμβόλια που τελικά δεν τελεσφόρησαν, ενώ καθυστέρησαν κατά τρεις μήνες έναντι της Βρετανίας να κλείσουν συμβόλαιο με την AstraZeneca. Αυτός, και όχι ο “βρετανικός εθνικισμός” ήταν ο λόγος που η AstraZeneca, μια αγγλο- σουηδική πολυεθνική, που κοιτάζει μόνο το κέρδος της, έδωσε προτεραιότητα στη Βρετανία για τη διάθεση των εμβολίων, τα οποία, στο κάτω- κάτω, ο εταίρος της, το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, είχε ανακαλύψει. Επί πλέον, ΗΠΑ και Βρετανία είχαν προσφέρει επταπλάσια κονδύλια στις εταιρείες για την έρευνα και την ανάπτυξη των εμβολίων, σε σύγκριση με την ΕΕ.

Τα αποτελέσματα της ανικανότητας της Κομισιόν αποτυπώνονται στους ρυθμούς των εμβολιασμών. Ας αφήσουμε στην άκρη μικρές χώρες όπως το Ισραήλ (που διαθέτει πάντα το μαξιλάρι της αμερικανικής βοήθειας και δεν εμβολιάζει Παλαιστίνιους), τα Εμιράτα και το Μπαχρέιν, χώρες που προηγούνται στα ποσοστά εμβολιασθέντων. Το εξοργιστικό για τους πολίτες της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι ότι έχουν καταδικαστεί σε πολύ πιο αργούς ρυθμούς εμβολιασμού από τους λαούς κρατών με ανάλογο επίπεδο ανάπτυξης. Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι ΗΠΑ είχαν εμβολιάσει το 11% του πληθυσμού τους, η Βρετανία το 7% και η ΕΕ κάτι λιγότερο από το 2%. Από μόνο του, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει εμβολιάσει περισσότερους ανθρώπους από όσους έχουν κάνει η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία αθροιστικά.

Το πλήγμα για το γεωπολιτικό κύρος της ΕΕ είναι βαρύ. Οι Συντηρητικοί του Τζόνσον, στη Βρετανία, επικαλούνται το ευρωχάλι στον εμβολιασμό ως τρανή δικαίωση του Brexit. Ο θιασώτης της “μη φιλελεύθερης δημοκρατίας”, πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν εμφανίζεται δικαιωμένος στην επιλογή του να προμηθευτεί το ρωσικό εμβόλιο Sputnik V, ενώ και η Άγκελα Μέρκελ εμφανίζεται ανοιχτή στη συμπαραγωγή του με τη Ρωσία. Η οργή για την καθυστέρηση των εμβολιασμών ενισχύει τη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια για τα παρατεταμένα lockdown με τις πρώτες εκτεταμένες ταραχές να ξεσπάνε στη συνήθως πολιτικά νυσταλέα Ολλανδία. Οι δημοσκοπήσεις στη Γαλλία, όπου η δυσαρέσκεια κατά του Μακρόν διευρύνεται, ευνοούν επικίνδυνα τη Λεπέν, ενώ στην Ιταλία που αντιμετωπίζει τη νιοστή κυβερνητική κρίση της, ο Σαλβίνι τρέφει βάσιμες προσδοκίες εξουσίας.

Τελευταία στον εμβολιασμό, στο πλαίσιο του αναπτυγμένου Βορρά, η ΕΕ κινδυνεύει να υποστεί τις χειρότερες οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία. Οι τελευταίες προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2020 ήθελαν το ΑΕΠ της ΕΕ να συρρικνώνεται κατά 7,4% έναντι 3,6% μείωση για τις ΗΠΑ, ενώ η Κίνα προβλέπεται ότι θα είναι η μόνη μεγάλη οικονομία που θα σημειώσει αύξηση του ΑΕΠ της κατά 2,3%. Όπως πάνε τα πράγματα, και το 2021 θα σημάνει υποχώρηση οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος για την ΕΕ έναντι των βασικών ανταγωνιστών της.

Οι επαπειλούμενες γεωπολιτικές και εσωτερικές, κοινωνικές επιπτώσεις από την οικονομική κρίση λόγω πανδημίας θέτουν υπό σφοδρή αμφισβήτηση το Σύμφωνο Σταθερότητας πάνω στο οποίο στηρίζεται η ΟΝΕ. Την περασμένη Τρίτη, ο διευθυντής της γερμανικής καγκελαρίας Χέλγκε Μπράουν, δεξί χέρι της Άγκελα Μέρκελ, προκάλεσε σοκ στις Βρυξέλλες, αμφισβητώντας τα παραδοσιακά, γερμανικά ταμπού της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Με άρθρο του στην εφημερίδα Handelsblatt, υποστήριξε ότι “το φρένο του χρέους (δηλαδή η συνταγματική ρύθμιση που λέει ότι, βρέξει- χιονίσει, το νέο χρέος δεν πρέπει να ξεπερνά το 0,35% του ΑΕΠ) δεν μπορεί να γίνεται σεβαστό στα χρόνια που έρχονται” λόγω των τεράστιων προκλήσεων που θέτει η πανδημία. Ζήτησε μάλιστα να αναθεωρηθεί το γερμανικό σύνταγμα, ώστε να γίνει δυνατή η εφαρμογή πιο ελαστικών πολιτικών.

Τίποτα δεν εγγυάται, βέβαια, ότι η πρόταση του Μπράουν θα υλοποιηθεί- με εξαίρεση τους Πράσινους και την Αριστερά, οι αντιδράσεις του γερμανικού πολιτικού κατεστημένου ήταν από επιφυλακτικές έως επιθετικές. Το βέβαιο είναι ότι η ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων δογμάτων υφίσταται κλονισμό και ότι η ίδια η ΕΕ θα αντιμετωπίσει καινούργιες κρίσεις, ίσως μεγαλύτερες από ό,τι φαντάζονται οι ηγέτες της.

Πηγή: ppapacon.blogspot.com

Ιταλικός φουτουρισμός ή ευρωπαϊκές φανφάρες;

Βρισκόμαστε στα μέσα του Οκτώβρη και ο όγκος των ανολοκλήρωτων υποθέσεων της ΕΕ πολλαπλασιάζεται. Η συμφωνιά για το Brexit για να αποφευχθεί δήθεν ένα άτακτο Brexit βρίσκεται στον αέρα και κανένας δεν ξέρει πότε και αν θα πραγματοποιηθεί. Κανένα σήμα μέχρι στιγμής κάποιου νέου modus vivendi μέσω του οποίου η Βρετανία θα κερδίσει ξανά την πολυπόθητη πλήρη οικονομική της ανεξαρτησία. Στο πεδίο του ασύλου και της μετανάστευσης, όλοι προσποιούνται πως περιμένουν από την Γερμανία να σκαρφιστεί κάποιο σχέδιο που θα είναι αποδεκτό από όλους, συμπεριλαμβανομένων και των Γερμανών ψηφοφόρων. Τίποτα δεν φαίνεται στον ορίζοντα και πως θα μπορούσε άλλωστε; Και όσο για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δήθεν την «Νέα ΕΕ» που διαφημιζόταν ως η κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στον κορονοϊό, ούτε καν έχει περάσει από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Επιπλέον, η νομιμότητά του βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών παραμένει θολή. Κανείς δεν ξέρει πως θα μαζευτούν τα λεφτά, ούτε φυσικά το πως θα ξεπληρωθεί το νέο πανευρωπαϊκό χρέος μετά το 2027 (πιθανότατα με ένα νέο χρέος). Επιπλέον, παραμένει αδιευκρίνιστο το πως και από ποιον ακριβώς θα ελεχθούν τα προγράμματα στα οποία τα κράτη μέλη υποτίθεται ότι θα πρέπει να επενδύσουν το μερίδιό τους, και κυρίως το πότε το ζεστό χρήμα θα φτάσει επιτέλους στα εθνικά κεφάλαια.

Και τώρα, το κερασάκι στην τούρτα, το δεύτερο κύμα. Η Γαλλία και η Ισπανία έχουν πληγεί περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, ακολουθούνται σιγά σιγά όμως από την Τσεχία και τη Γερμανία. Με τα ευρωπαϊκά κονδύλια να διατίθενται το νωρίτερο σε ένα χρόνο, πως οι χώρες θα σώσουν τον εαυτό τους και τις οικονομίες τους εάν η καταστροφή των πρώτων έξι μηνών του έτους επαναληφθεί το φθινόπωρο και το χειμώνα; Οι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν εξαντληθεί ήδη. Φαίνεται απίθανη η αποδοχή μιας δεύτερης δημιουργίας χρεών για να χτυπηθεί το δεύτερο κύμα της πανδημίας. Σε κάθε περίπτωση όλοι θέλουν να αποφύγουν ένα τέτοιο σενάριο, κυρίως επειδή κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει ένα τρίτο κύμα το 2021. Χωρίς μαζικές δημόσιες επενδύσεις ένα δεύτερο λοκνταουν θα γονατίσει τις μικρές οικονομίες, τις βασισμένες στις υπηρεσίες και την μικρή επιχειρηματικότητα, αυτές που ξεπήδησαν από τις μέγάλες βιομηχανικές κοινωνίες το 1970 και το 1980. Θα πολλαπλασιαστούν οι πτωχεύσεις, τράπεζες θα καταρρεύσουν βυθισμένες σε άσχημα χρέη: ένας οικονομικός Αρμαγεδδών.

Τι πρόκειται να κάνουν οι κυβερνήσεις, έτσι προσεκτικές όπως πρέπει να είναι απέναντι στην μεγάλη πιθανότητα να ξεδιπλωθούν κοινωνικές αντιδράσεις εάν δεν καταφέρουν να προστατεύσουν τεράστια κομμάτια της κοινωνίας από την καταστροφή; Είναι ενδιαφέρον και συνάμα λυπηρό να διαβάζει κανείς την συνέντευξη του ιταλού πρωθυπουργού Κόντε στην FAZ (Frangfurter Allgemeine Zeitung) στις 8 Οκτωβρίου. Δύο σημεία είναι πραγματικά δυσοίωνα. Πρώτον, ο τρόπος με τον οποίο ο Κόντε διαβεβαιώνει το γερμανικό κοινό για την τεχνοκρατική φύση του εθνικού πλάνου ανάκαμψης της κυβέρνησής του, με το να υπόσχεται πως η Ιταλία θα «ανταποδώσει την εμπιστοσύνη της Ευρώπης μέσω της επένδυσης και της αναδιάρθρωσης που η Ιταλία έχει ανάγκη σήμερα. Εάν η Ιταλία γίνει παραγωγικότερη και πιο ανταγωνιστική αυτό θα είναι προς όφελος όλων στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά…» Αφού τόνισε ότι μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων θα διατεθεί για να αντικατασταθεί το υψηλών επιτοκίων δημόσιο χρέος της Ιταλίας με ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος χαμηλού επιτοκίου, ο Κόντε υποσχέθηκε δημοσιονομική αναδιάρθρωση μέσω της απλοποίησης και ψηφιοποίησης του ιταλικού φορολογικού συστήματος, συνοδευόμενη από την ψηφιοποίηση του συτήματος πληρωμών και την πλήρη ενσωμάτωση των δημόσιων τραπεζών δεδομένων: «Θα πρέπει να διασυνδέσουμε ολόκληρη τη χώρα». Ο Κόντε ισχυρίζεται πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να τελειώσει όχι μόνο η μαύρη οικονομία της χώρας αλλά κυρίως η περιφερειακή και ίσως και η κοινωνική ανισότητα. «Πρέπει να επενδύσουμε στην υλική μας υποδομή, τους αυτοκινητόδρομους και τους σιδηρόδρομους, να εκσυγχρονίσουμε τα λιμάνια και τα αεροδρόμια, να κινηθούμε προς μια βιώσιμη οικονομία και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας». Τίποτα για την υποχρηματοδότηση της υγείας, για την ανεπαρκή δημόσια διοίκηση, για τους εργαζόμενους και το είδος των εταιρειών που χρειάζονται δημόσιες επενδύσεις ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας στο εσωτερικό αντί να καταστρέφονται και να επαναδημιουργούνται στο εξωτερικό. Και μόνο στο τέλος ο Κόντε σημειώνει πως «οι μικρές και οι μεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλία της ιταλικής οικονομίας… χρειάζονται στοχευμένα μέτρα» που δεν συγκεκριμενοποιεί «για να βελτιώσουν την οικονομική τους βάση».

Δεύτερον, ο Κόντε υπενθυμίζει με υπερηφάνια πως το Ιταλικό κράτος είχε για δύο δεκαετίες πρωτογενή πλεονάσματα, ξοδεύοντας λιγότερα από τα έσοδά του πέρα από την εξυπηρέτηση του χρέους του. Αυτή φυσικά ήταν η γραμμή των απαιτήσεων της ΕΕ για λιτότητα, η συμμόρφωση με την οποία ήταν υπεύθυνη για την χαμηλή επένδυση της Ιταλίας στις δημόσιες υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένης της υγείας – 2% του ΑΕΠ λιγότερο από την Γερμανία – με καταστροφικά αποτελέσματα κατά το πρώτο κύμα του κορονοϊού. Αυτό όμως ο Κόντε δεν το λέει. Σύμφωνα με τον Κόντε, ήταν το υψηλό δημόσιο χρέος που απαιτούσε λιτότητα, όχι το κοινό νόμισμα που αρνείται στην Ιταλία μία ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και την θέτει στο έλεος όχι μόνο των αγορών αλλά και της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».

Τι θα καταφέρει λοιπόν η αλληλεγγύη αυτή; Ο Κόντε υποστηρίζει πως με το να πληρώνει λιγότερα στους πιστωτές και με υψηλότερα έσοδα από την ψηφιοποιημένη συλλογή φόρων και τη δημοσιονομική νίκη επί του μαύρου χρήματος, η Ιταλία θα μπορέσει να ξοδέψει περισσότερα, όχι μόνο σε λιμάνια και αεροδρόμια αλλά και στην παιδεία, στην δημιουργία θέσεων εργασίας και σε μια «μακροπρόθεσμη οικογενειακή πολιτική που θα σταματήσει την μείωση του πληθυσμού». Αλλά πότε; Μπορεί μια μόλις ένεση ρευστότητας, άσχετα πόσο μεγάλη, να αντισταθμίσει το γεγονός πως η Ιταλική οικονομία ζει με ένα υπερτιμημένο νόμισμα; Ή περιμένει η Ιταλική κυβέρνηση ότι τα χρήματα που υποτίθεται θα εξοικονομίσει η «αναδιάρθωση» θα κάνουν την Ιταλική οικονομία τόσο παραγωγική ώστε να δικαιολογείται το γεγονός πως η ανταλλακτική αξία του νομίσματος της είναι η ίδια με τις χώρες της βόρειας Ευρώπης; Η Ιταλία περιμένει 209 δις ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που μπορεί να αρχίσουν να έρχονται το 2021 αν τα πράγματα πάνε καλά και πρέπει να ξοδευτούν σε επτά χρόνια έως το 2027. Αυτό αντιστοιχεί σε 1,9% της αιτήσιας προβλεπόμενης πτώσης του ΑΕΠ του 2020, λιγότερο δηλαδή από όσο θα χρειάζεται για να διατηρήσει απλά το σύστημα υγείας της στα βορειοευρωπαϊκά στάνταρ. Ποιός περιμένει ότι τα τεχνοκρατικά παιχνίδια στα οποία θα ξοδευτεί ο κύριος όγκος των χρημάτων θα αυξήσουν την ιταλική παραγωγικότητα τόσο ώστε η χώρα δεν θα μπορέσει να προχωρήσει χωρίς ευρωπαϊκές ενέσεις ρευστότητας όταν ο ευρωπαϊκός μποναμάς θα εξαντληθεί, όταν θα μείνει και πάλι μόνη με αυτό το ακόρεστο τέρας, το ευρώ; Σε αντίθεση με τις γέφυρες και τα αεροδρόμια, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τα τοπικά μέσα μαζικής μεταφοράς, οι δομές οικονομικού σχεδιασμού και οι κοινωνικές και όχι οι φυσικές υποδομές δεν είναι απλώς υποθέσεις της μιας φοράς, χρειάζονται επενδύσεις σε επαναλαμβανόμενη βάση. Χρειάζονται θεμελιώδη αποδέσμευση από τους νόμους των νεοφιλελεύθερων οικονομικών (πρωτογενές πλεόνασμα για 20 χρόνια!), οι οποίοι βάζουν τις αγορές και την ατομική ιδιοκτησία πάνω από τις κυβερνήσεις και τους δημόσιους θεσμούς. Τίποτε από αυτά όμως δεν φαίνεται να απασχολεί ούτε τις Βρυξέλλες ούτε την Ρώμη.

Πηγή: wolfgangstreeck.com

Η σουηδική απάντηση στον κορωνοϊό είναι καταστροφική. Δεν μπορεί να είναι μοντέλο για τον υπόλοιπο κόσμο

Το σουηδικό πείραμα με τη μη εφαρμογή έγκαιρων και αυστηρών μέτρων για την προστασία του πληθυσμού από την εξάπλωση της πανδημίας του Covid-19 έχει συζητηθεί έντονα σε όλο τον κόσμο. Σε αυτό το σημείο πλέον μπορούμε να προβλέψουμε με σχετική βεβαιότητα ότι θα οδηγήσει σε καθαρή αποτυχία προκαλώντας θανάτους και δεινά. Στις 13 Οκτωβρίου, οι απώλειες της Σουηδίας είναι 58,4 ανά 100.000 άτομα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, το 12ο υψηλότερο νούμερο στον κόσμο (δεν περιλαμβάνονται οι μικροσκοπικές χώρες της Ανδόρρας και του Άγιου Μαρίνου). Αλλά ίσως πιο εντυπωσιακά είναι τα ευρήματα μιας μελέτης που δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου στο περιοδικό της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης, η οποία επεσήμανε ότι, από τις χώρες που ερεύνησαν οι ερευνητές, η Σουηδία και οι ΗΠΑ ουσιαστικά αποτελούν μια κατηγορία μόνες τους: είναι οι μοναδικές χώρες με υψηλά συνολικά ποσοστά θνησιμότητας οι οποίες όμως απέτυχαν να μειώσουν γρήγορα τους αριθμούς των απωλειών κατά την εξέλιξη της πανδημίας.

Σουηδία και ΗΠΑ είναι οι δύο μοναδικές χώρες που αποτυγχάνουν να μειώσουν τα ποσοστά θνησιμότητας καθώς προχωρά η πανδημία

Ωστόσο, οι αρχιτέκτονες του σουηδικού σχεδίου το παρουσιάζουν ως επιτυχία πουλώντας το στον υπόλοιπο κόσμο. Και αξιωματούχοι σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου επιπέδου της κυβέρνησης των ΗΠΑ, το συζητούν ως τη στρατηγική που πρέπει να μιμηθούν – παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα αυξήσει σχεδόν σίγουρα τα ποσοστά θανάτου και τη δυστυχία.

Χώρες που έκαναν νωρίς λοκ ντάουν ή / και χρησιμοποίησαν εκτεταμένους ελέγχους και ανίχνευση κρουσμάτων – συμπεριλαμβανομένων της Δανίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας, της Νότιας Κορέας, της Ιαπωνίας, της Ταϊβάν, του Βιετνάμ και της Νέας Ζηλανδίας – έσωσαν ζωές και είχαν περιορισμένες ζημιές στις οικονομίες τους. Χώρες που έκαναν λοκ ντάουν αργά, επανήλθαν στην κανονική οικονομική ζωή πολύ νωρίς, δεν πραγματοποίησαν αποτελεσματικούς ελέγχους και καραντίνες, ή χρησιμοποίησαν μόνο μερικά και τοπικά λοκ ντάουν – συμπεριλαμβανομένων της Βραζιλίας, του Μεξικού, των Κάτω Χωρών, του Περού, της Ισπανίας, της Σουηδίας, των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου – έχουν σχεδόν όλοι καταγράψει χειρότερα ποσοστά μόλυνσης και θανάτων.

Τα συνολικά ποσοστά θνησιμότητας της Σουηδίας συγκρινόμενα με άλλες χώρες

Παρ ‘όλα αυτά, ο διευθυντής του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας της Σουηδίας Johan Carlson ισχυρίστηκε ότι «η σουηδική κατάσταση παραμένει καλή» και ότι η απάντηση της χώρας ήταν «συνεπής και βιώσιμη». Τα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι το ποσοστό των κρουσμάτων στη Σουηδία, όπως και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, αυξάνεται.

Ημερήσια κρούσματα στη Σουηδία

Οι μέσοι όροι των ημερήσιων κρουσμάτων αυξήθηκαν κατά 173% σε εθνικό επίπεδο από τις αρχές μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, και στη Στοκχόλμη ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατά 405% για την ίδια περίοδο. Αν και ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι η αύξηση των αριθμών των κρουσμάτων μπορεί να αποδοθεί σε αυξημένους ελέγχους, μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 5 Οκτωβρίου από το Σουηδικό Βασιλικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (KTH) διαφωνεί. Η αυξημένη συγκέντρωση του ιού στα λύματα, γράφουν οι ερευνητές του KTH, δείχνει άνοδο της επιδημίας στον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής της Στοκχόλμης (όπου ζει ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της χώρας) με τρόπο που είναι εντελώς ανεξάρτητος από τα τεστ. Ωστόσο, ακόμη και με αυτήν την αύξηση των κρουσμάτων, η κυβέρνηση χαλαρώνει τους λίγους περιορισμούς που είχε νωρίτερα θέσει.

Από νωρίς, η σουηδική κυβέρνηση φάνηκε να αντιμετωπίζει ως αδιάφορο συμπέρασμα το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι θα πεθάνουν. Ο πρωθυπουργός της χώρας Στέφαν Λόφβεν είπε στη σουηδική εφημερίδα Ντάγκενς Νάιτερ στις 3 Απριλίου: «Θα μετράμε τους νεκρούς κατά χιλιάδες. Πρέπει να προετοιμαστούμε για αυτό». Τον Ιούλιο, καθώς ο αριθμός των θανάτων έφτασε τους 5.500, ο Λόφβεν είπε ότι «η στρατηγική είναι σωστή, είμαι απόλυτα πεπεισμένος για αυτό». Τον Σεπτέμβριο, ο Δρ Άντερς Τέγκνελ, ο επιδημιολόγος του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας που είναι υπεύθυνος για την στρατηγική της χώρας για τον κορωνοϊό, επανέλαβε την κομματική γραμμή ότι ένας αυξανόμενος αριθμός θανάτων «δεν σημαίνει ότι η ίδια η στρατηγική είναι λάθος». Υπήρξε έλλειψη γραπτής επικοινωνίας μεταξύ του Πρωθυπουργού και της Αρχής Δημόσιας Υγείας: όταν οι συγγραφείς ζήτησαν όλα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τα έγγραφα μεταξύ του γραφείου του Πρωθυπουργού και της Αρχής Δημόσιας Υγείας για την περίοδο 1 Ιανουαρίου – 14 Σεπτεμβρίου, ο γραμματέας του πρωθυπουργικού γραφείου απάντησε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι δεν υπήρχε ούτε ένα.

Παρά την επιμονή του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας για το αντίθετο, ο πυρήνας αυτής της στρατηγικής θεωρείται ευρέως ότι είναι η οικοδόμηση της ανοσίας της αγέλης – ουσιαστικά σημαίνει να αφήσεις αρκετά μέλη ενός πληθυσμού να μολυνθούν, να αναρρώσουν και στη συνέχεια να αναπτύξουν την απάντηση του ανοσοποιητικού συστήματος στον ιό ώστε τελικά αυτός να σταματήσει να εξαπλώνεται. Τόσο ο Οργανισμός όσο και ο πρωθυπουργός Λόφβεν χαρακτήρισαν τη συγκεκριμένη προσέγγιση ως συστάσεις κοινής λογικής βασισμένες στην εμπιστοσύνη των πολιτών, αποφεύγοντας αυστηρά μέτρα, όπως λοκ ντάουν, τα οποία λένε ότι δεν είναι βιώσιμα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ανοσία της αγέλης θα είναι απλώς μια επιθυμητή πλευρά του αποτελέσματος. Ωστόσο, οι εσωτερικές κυβερνητικές επικοινωνίες υποδεικνύουν το ανάποδο.

Μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ένας από τους συντάκτες κατόρθωσε να δει μέσω της νομοθεσίας περί ελευθερίας της πληροφόρησης (η σουηδική «Αρχή Διαφάνειας») μεταξύ εθνικών και περιφερειακών κυβερνητικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας, καθώς και μηνύματα που αποκαλύφθηκαν από άλλους δημοσιογράφους, αποκάλυψαν ότι ο στόχος ήταν στην πραγματικότητα η επίτευξη της ανοσίας της αγέλης. Πληροφορίες που λάβαμε μέσω πηγών που υπέβαλαν παρόμοια αιτήματα ή που συνομίλησαν απευθείας με κυβερνητικές υπηρεσίες, υποστηρίζουν επίσης αυτό το συμπέρασμα. Για λόγους διαφάνειας, δημιουργήσαμε έναν ιστότοπο όπου δημοσιεύσαμε μερικά από αυτά τα έγγραφα.

Ένα παράδειγμα που δείχνει ξεκάθαρα ότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι σκέφτονταν την ανοσία τη αγέλης από νωρίς, είναι το email της 15ης Μαρτίου που εστάλη από έναν συνταξιούχο γιατρό στον Τέγκνελ, τον επιδημιολόγο και αρχιτέκτονα του σουηδικού σχεδίου, το οποίο διαβίβασε στον Φινλανδό ομόλογό του, Μίκα Σαλμίνεν. Σε αυτό, ο συνταξιούχος γιατρός σύστηνε να επιτρέπεται σε υγιείς ανθρώπους να μολυνθούν με ελεγχόμενο τρόπο, θεωρώντας ότι αυτή είναι μια μέθοδος καταπολέμησης της επιδημίας. «Ένα σημείο θα ήταν να κρατήσουμε τα σχολεία ανοιχτά για να φτάσουμε ταχύτερα στην ανοσία της αγέλης», σημείωσε ο Τέγκνελ πάνω στο email που προώθησε.

Ο Σαλμίνεν απάντησε ότι ο Φινλανδικός Οργανισμός Υγείας το είχε λάβει υπόψη του, αλλά αποφάσισε να το καταψηφίσει, γιατί «με την πάροδο του χρόνου, τα παιδιά θα εξακολουθούν να μεταδίδουν τη λοίμωξη σε άλλες ηλικιακές ομάδες». Επιπλέον, το φινλανδικό μοντέλο έδειξε ότι το κλείσιμο σχολείων θα μείωνε «το ποσοστό διάδοσης της νόσου στους ηλικιωμένους» κατά 10%. Ο Τέγκνελ απάντησε: «10% αξίζει πράγματι τον κόπο;»

Η πλειοψηφία των υπόλοιπων υπευθύνων χάραξης υγειονομικής πολιτικής της Σουηδίας φάνηκε να έχει συμφωνήσει: η χώρα δεν έκλεισε ποτέ τους βρεφονηπιακούς σταθμούς ή τα σχολεία για παιδιά κάτω των 16 ετών και η σχολική παρακολούθηση είναι υποχρεωτική βάσει του σουηδικού νόμου, χωρίς επιλογή για εξ αποστάσεως εκπαίδευση ή κατ’ οίκον εκπαίδευση, ακόμη και για οικογένεια με μέλη που χαρακτηρίζονται ως ομάδες υψηλού κινδύνου. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αποφάσισαν ουσιαστικά να χρησιμοποιήσουν τα παιδιά και τα σχολεία ως συμμετέχοντες σε ένα πείραμα για να δουν αν θα μπορούσε να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης απέναντι σε μια θανατηφόρα πανδημία. Πολλά ξεσπάσματα της επιδημίας εμφανίστηκαν στα σχολεία, τόσο την άνοιξη όσο και το φθινόπωρο.

Σε αυτό το σημείο, το αν η ανοσία τη αγέλης ήταν ο «στόχος» ή ένα «υποπροϊόν» του σουηδικού σχεδίου είναι απλώς σημασιολογικό ζήτημα. Πολύ απλά, το σχέδιο δεν έχει λειτουργήσει. Τον Απρίλιο, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας προέβλεψε ότι το 40% του πληθυσμού της Στοκχόλμης θα νοσούσε και θα αποκτούσε προστατευτικά αντισώματα έως τον Μάιο. Σύμφωνα με τις μελέτες αντισωμάτων που δημοσιεύθηκαν στις 3 Σεπτεμβρίου για δείγματα που συλλέχθηκαν μέχρι τα τέλη Ιουνίου, το πραγματικό ποσοστό για τυχαίες δοκιμές αντισωμάτων είναι μόνο 11,4% για τη Στοκχόλμη, 6,3% για το Γκέτεμποργκ και 7,1% σε ολόκληρη τη Σουηδία. Από τα μέσα Αυγούστου, η ανοσία της αγέλης εξακολουθούσε να είναι «άπιαστος στόχος», σύμφωνα με μια μελέτη του Journal of the Royal Society of Medicine. Αυτό δεν θα έπρεπε να εκπλήξει κανέναν. Στην πράξη, η ανοσία της αγέλης σε μια μολυσματική ασθένεια δεν έχει ποτέ επιτευχθεί χωρίς εμβόλιο.

Ο Λόφβεν, η κυβέρνησή του και ο Οργανισμός Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας λένε ότι το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας COVID-19 στη Σουηδία μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος αυτών των θανάτων υπήρξε σε γηροκομεία, λόγω ελλείψεων στη φροντίδα ηλικιωμένων.

Ωστόσο, το υψηλό ποσοστό μόλυνσης σε ολόκληρη τη χώρα ήταν στην πράξη ο υποκείμενος παράγοντας που οδήγησε σε μεγάλο αριθμό ατόμων που μολύνθηκαν σε κέντρα φροντίδας. Πολλοί άρρωστοι ηλικιωμένοι δεν πήγαν σε γιατρό επειδή τα νοσοκομεία της χώρας εφάρμοζαν ένα πρωτόκολλο διαλογής (triage) που σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου στο περιοδικό Clinical Infectious Diseases, φάνηκε να στηρίζεται στην ηλικία ώστε να προβλέπει την πρόγνωση. «Αυτό πιθανότατα μείωσε το φορτίο (στις μονάδες εντατικής θεραπείας) με κόστος περισσότερους ασθενείς υψηλού κινδύνου -όπως οι ηλικιωμένοι με επιβεβαιωμένη λοίμωξη – να πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ». Μόνο το 13% των ηλικιωμένων κατοίκων που πέθαναν από COVID-19 κατά την άνοιξη έλαβαν νοσοκομειακή περίθαλψη, σύμφωνα με προκαταρκτικά στατιστικά στοιχεία από το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας και Πρόνοιας που κυκλοφόρησαν τον Αύγουστο.

Σε μια περίπτωση που φαίνεται αντιπροσωπευτική του τρόπου αντιμετώπισης των ηλικιωμένων, ο ασθενής Reza Sedghi δεν εξετάστηκε από γιατρό την ημέρα που πέθανε από κορωνοϊό σε ένα κέντρο φροντίδας στη Στοκχόλμη. Μια νοσοκόμα είπε στην κόρη του Sedghi, Lili Perspolisi, ότι στον πατέρα της έγινε μια ένεση μορφίνης πριν πεθάνει, ότι δεν του χορηγήθηκε οξυγόνο και το προσωπικό δεν καλούσε ασθενοφόρο. «Κανείς δεν ήταν εκεί και πέθανε μόνος του», λέει η Perspolisi.

Προκειμένου να γίνουν δεκτοί για νοσοκομειακή περίθαλψη, οι ασθενείς έπρεπε να έχουν αναπνευστικά προβλήματα και ακόμη και τότε, πολλοί φέρεται να στερήθηκαν φροντίδας. Οι περιφερειακοί μάνατζερς υγειονομικής περίθαλψης σε καθεμία από τις 21 περιοχές της Σουηδίας, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη φροντίδα στα νοσοκομεία καθώς και για την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας, ισχυρίστηκαν ότι κανένας ασθενής δεν στερήθηκε ιατρικής φροντίδας κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ωστόσο, εσωτερικά έγγραφα της τοπικής αυτοδιοίκησης κατά τον Απρίλιο από ορισμένες περιοχές της Σουηδίας – συμπεριλαμβανομένων αυτών που καλύπτουν τις μεγαλύτερες πόλεις, τη Στοκχόλμη, το Γκέτεμποργκ και το Μάλμο – αποκαλύπτουν επίσης οδηγίες για το πώς ορισμένοι ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν φροντίδα στο σπίτι, εκείνοι που ζουν σε γηροκομεία και οίκους ευγηρίας, και άτομα με ειδικές ανάγκες δεν μπορούσαν να λάβουν οξυγόνο ή ακόμα και νοσηλεία σε ορισμένες περιπτώσεις. Η εφημερίδα Dagens Nyheter δημοσίευσε έρευνα στις 13 Οκτωβρίου, δείχνοντας ότι οι ασθενείς στη Στοκχόλμη στερήθηκαν την ιατρική φροντίδα ως αποτέλεσμα αυτών των οδηγιών. Επιπλέον, μια έρευνα του Σεπτεμβρίου από το Sveriges Radio, τον εθνικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό της Σουηδίας, διαπίστωσε ότι περισσότερα από 100 άτομα ανέφεραν στη Σουηδική Επιθεώρηση Υγείας και Φροντίδας ότι οι συγγενείς τους με COVID-19 είτε ότι δεν έλαβαν οξυγόνο ή θεραπευτική αγωγή, είτε ότι δεν τους επιτράπηκε να προσέλθουν στο νοσοκομείο.

Αυτά τα ζητήματα δεν επηρεάζουν μόνο τους ηλικιωμένους ή εκείνους που είχαν COVID-19. Οι κατευθυντήριες γραμμές του Εθνικού Συμβουλίου Υγείας και Πρόνοιας για εντατική περίθαλψη σε έκτακτες περιστάσεις σε ολόκληρη τη Σουηδία, αναφέρουν ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε ασθενείς με βάση τη βιολογική και όχι τη χρονολογική ηλικία (σ.μ. η βιολογική ηλικία παίρνει υπόψη παράγοντες όπως διατροφή, υγεία, συνήθειες κλπ). Η Sörmlands Media, σε μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στις 13 Μαΐου, ανέφερε αρκετές πηγές που ισχυρίζονταν ότι σε πολλά μέρη της χώρας, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης λειτουργούσε ήδη με τέτοιο τρόπο ώστε οι ασθενείς στερήθηκαν τη νοσοκομειακή περίθαλψη που θα είχαν λάβει σε κανονικές συνθήκες. Οι περιφερειακοί οργανισμοί υγείας χρησιμοποιούσαν μια Κλινική Κλίμακα, ένα εργαλείο αξιολόγησης που έχει σχεδιαστεί για να προβλέπει την ανάγκη περίθαλψης σε ένα κέντρο φροντίδας ή νοσοκομείο και το προσδόκιμο ζωής των ηλικιωμένων εκτιμώντας την ευαλωτότητά τους, για να προσδιορίσουν εάν κάποιος πρέπει να λάβει νοσοκομειακή περίθαλψη. Αυτό εφαρμόστηκε σε νοσηλευτικές αποφάσεις σχετικά με κάθε είδους θεραπεία, όχι μόνο για τον COVID-19. Αυτές οι οδηγίες οδήγησαν πολλά άτομα με ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης μη σχετιζόμενες με τον COVID-19 να μην λάβουν τη φροντίδα που χρειάζονται, με μερικά από αυτά τα άτομα να πεθαίνουν ως αποτέλεσμα – παράπλευρη ζημία της σουηδικής στρατηγικής για τον COVID-19.

Ο Δρ Μικαέλ Μπρουμέ, επικεφαλής ιατρός της ΜΕΘ του νοσοκομείου Karolinska της Στοκχόλμης, λέει ότι ο φόρτος του τμήματος τριπλασιάστηκε κατά την άνοιξη. Το προσωπικό του, λέει, «αισθάνθηκε συχνά αδύναμο και ανεπαρκές. Έχουμε χάσει αρκετούς νέους, προηγουμένως υγιείς, ασθενείς με ιδιαίτερα σοβαρές παθήσεις. Έχουμε επίσης αναγκαστεί επανειλημμένα να πούμε όχι σε ασθενείς που κανονικά θα είχαμε δεχτεί λόγω έλλειψης έμπειρου προσωπικού, κατάλληλων εγκαταστάσεων και εξοπλισμού».

Τον Ιούνιο, η εφημερίδα Dagens Nyheter ανέφερε μια υπόθεση που δείχνει πόσο καταστροφικό μπορεί να είναι ένα τέτοιο σενάριο. Η Γιανίνα Λουσέρο ήταν άρρωστη για αρκετές εβδομάδες τον Μάρτιο με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, πυρετό και διάρροια, ωστόσο τα τεστ COVID-19 δεν ήταν διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή παρά μόνο για εκείνους που επέστρεφαν από περιοχές υψηλού κινδύνου και εμφάνιζαν συμπτώματα, για εκείνους που εισάγονταν στο νοσοκομείο και όσους εργάζονταν στην υγειονομική περίθαλψη. Η Γιανίνα ήταν μόλις 39 ετών και δεν είχε υποκείμενες ασθένειες. Ο σύζυγός της Κρίστιαν την έφερε σε ένα μη κατονομαζόμενο νοσοκομείο στη Στοκχόλμη, αλλά τους είπαν ότι ήταν γεμάτο και τους έστειλαν σπίτι, όπου η υγεία της Λουσέρο επιδεινώθηκε. Μετά από αρκετές μέρες όταν πλέον με τη βία μπορούσε να περπατήσει, ένα ασθενοφόρο έφτασε και η Λουσέρο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Huddinge, όπου νοσηλεύθηκε και μπήκε σε αναπνευστήρα. Πέθανε στις 15 Απριλίου χωρίς να της γίνει τεστ COVID-19 στο νοσοκομείο.

Η Σουηδία δοκίμασε ορισμένα πράγματα για να προστατεύσει τους πολίτες της από την πανδημία. Στις 12 Μαρτίου η κυβέρνηση περιόρισε τις δημόσιες συγκεντρώσεις σε 500 άτομα και την επόμενη μέρα ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας εξέδωσε δελτίο τύπου που συνέστηνε στους ανθρώπους με πιθανά συμπτώματα COVID-19 να μείνουν στο σπίτι. Στις 17 Μαρτίου, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας ζήτησε από τους εργοδότες στην περιοχή της Στοκχόλμης να επιτρέψουν στους υπαλλήλους να εργάζονται από το σπίτι, αν αυτό ήταν εφικτό. Η κυβέρνηση περιόρισε περαιτέρω τις δημόσιες συγκεντρώσεις σε 50 άτομα στις 29 Μαρτίου. Ωστόσο, δεν υπήρχαν συστάσεις για τις ιδιωτικές εκδηλώσεις, ενώ το όριο των 50 ατόμων δεν ισχύει για σχολεία, βιβλιοθήκες, εταιρικές εκδηλώσεις, πισίνες, εμπορικά κέντρα και πολλές άλλες περιπτώσεις. Από την 1η Απριλίου, η κυβέρνηση απαγόρευσε τις επισκέψεις σε οίκους ευγηρίας (οι οποίες επιτράπηκαν ξανά στους επισκέπτες την 1η Οκτωβρίου χωρίς να συστήνονται μάσκες για τους επισκέπτες ή το προσωπικό). Όμως όλες οι παραπάνω συστάσεις ήρθαν αργότερα από ό,τι στις άλλες σκανδιναβικές χώρες. Εν τω μεταξύ, διάφοροι οργανισμοί αναγκάστηκαν να λάβουν τις δικές τους αποφάσεις. Μερικά γυμνάσια και πανεπιστήμια έκαναν διαδικτυακή διδασκαλία και τα εστιατόρια και τα μπαρ τοποθέτησαν τραπέζια με απόσταση, και ορισμένες εταιρείες θέσπισαν κανόνες σχετικά με τη χρήση μάσκας και την ενθάρρυνση των εργαζομένων να εργάζονται από το σπίτι.

Εν τω μεταξύ, η Σουηδία δεν δημιούργησε ούτε διαδικασίες μαζικών τεστ, ούτε μηχανισμούς ανίχνευσης επαφών κρουσμάτων στα οποία προχώρησαν άλλες πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι το τέλος Μαΐου (και πάλι τον Αύγουστο), η Σουηδία έλεγχε το 20% του πληθυσμού αναλογικά με τη Δανία και ακόμα λιγότερο από τη Νορβηγία και τη Φινλανδία Η Σουηδία είχε συχνά τα χαμηλότερα ποσοστά τεστ στην Ευρώπη. Ακόμη και με τα αυξημένα τεστ του φθινοπώρου, η Σουηδία εξακολουθεί να ελέγχει τέσσερις φορές λιγότερους από ό,τι η Δανία.

Ποσοστά ελέγχων για Covid-19 στις Σκανδιναβικές χώρες

Η Σουηδία δεν απομόνωσε ποτέ αυτούς που έφταναν από περιοχές υψηλού κινδύνου ούτε έκλεισε τις περισσότερες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εστιατορίων και των μπαρ. Τα μέλη της οικογένειας εκείνων που έχουν βγει θετικοί σε τεστ COVID-19 πρέπει να φοιτούν στο σχολείο με φυσική παρουσία, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες όπου αν ένα άτομο σε ένα νοικοκυριό έβγαινε θετικό, όλη η οικογένεια έμπαινε σε καραντίνα, συνήθως για 14 ημέρες. Οι εργαζόμενοι πρέπει επίσης να παρουσιάζονται κανονικά στην εργασία τους και σε περίπτωση που έχουν συμπτώματα COVID-19, η απουσία τους απαιτεί συμφωνία με τον εργοδότη τους ή εντολή γιατρού για απομόνωση στο σπίτι.

Την 1η Οκτωβρίου, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας εξέδωσε μη υποχρεωτικούς «κανόνες συμπεριφοράς» που δίνουν τη δυνατότητα στους γιατρούς να συστήνουν σε συγκεκριμένα άτομα να παραμείνουν στο σπίτι για επτά ημέρες εάν τυχόν ένα μέλος του νοικοκυριού τους βγει θετικό σε τεστ κορωνοϊού. Αλλά υπάρχουν σημαντικά κενά σε αυτούς τους κανόνες: δεν ισχύουν για παιδιά (όλων των ηλικιών, από τη γέννηση έως την ηλικία των 16 ετών που είναι το έτος που ξεκινά το γυμνάσιο), ούτε για άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος που προηγουμένως είχαν βγει τα ίδια θετικά σε τεστ PCR ή αντισωμάτων, ούτε για άτομα στα κοινωνικά σημαντικά επαγγέλματα, όπως το προσωπικό υγειονομικής περίθαλψης.

Δεν υπάρχει επίσης χρονικό όριο για το πότε θα τεθεί σε πλήρη ισχύ ο κανονισμός. «Μπορεί να μην συμβεί ταυτόχρονα, η Στοκχόλμη θα ξεκινήσει γρήγορα, αλλά ορισμένες περιοχές μπορεί να χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να τον θέσουν σε ισχύ», δήλωσε ο Τέγκνελ σε συνέντευξη τύπου την 1η Οκτωβρίου. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας που εκδόθηκαν στις 15 Μαΐου και εξακολουθούν να ισχύουν, όσοι έχουν θετικό τεστ COVID-19 αναμένεται να συνεχίσουν να εργάζονται ή να πηγαίνουν σχολείο αν έχουν ήπια συμπτώματα, εφόσον έχουν περάσει επτά ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων και είναι χωρίς πυρετό για 48 ώρες.

Μια πολυσύχναστη παραλία στη Λόμα της Σουηδίας τον Αύγουστο

Στην πράξη επίσης, η Σουηδία προτείνει να μην χρησιμοποιούνται μάσκες παντού, εκτός από τα μέρη όπου οι εργαζόμενοι στην υγεία νοσηλεύουν ασθενείς με COVID-19 (ορισμένες περιοχές αποτρέπουν τη χρήση μάσκας ακόμα και σε υγειονομικούς που αντιμετωπίζουν ύποπτα περιστατικά). Τα φθινοπωρινά κρούσματα κορωνοϊού στα νοσοκομεία των περιοχών Νταλάρνα, Γιονκόπινγκ, Λολέα, Μάλμο, Στοκχόλμη, Ουπσάλα, επηρέασαν τόσο το νοσοκομειακό προσωπικό όσο και τους ασθενείς. Σε ένα email στις 5 Απριλίου, ο Τέγκνελ έγραψε στον Μάικ Κάτσποουλ, τον επικεφαλής επιστήμονα στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC): «Ανησυχούμε πολύ για τη δήλωση που ετοιμάζει το ECDC για τις μάσκες». Ο Τέγκνελ επισύναψε ένα έγγραφο στο οποίο εκφράζει την ανησυχία του ότι η σύσταση του ECDC υπέρ της χρήσης μάσκας «θα υπονοεί ότι η εξάπλωση είναι αερομεταφερόμενη, πράγμα που θα βλάψει σοβαρά την περαιτέρω επικοινωνία και την εμπιστοσύνη μεταξύ του γενικού πληθυσμού και των εργαζομένων στον τομέα της υγείας», και καταλήγει στην προτροπή «θα θέλαμε να προειδοποιήσουμε να μη δημοσιευτεί μια τέτοια προτροπή». Παρόλα αυτά, στις 8 Απριλίου το ECDC συνέστησε μάσκες και στις 8 Ιουνίου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επίσης υιοθέτησε τη σύσταση για χρήση μάσκας.

Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι της Σουηδίας έχουν κολλήσει στην κομματική γραμμή. Η Κάριν Τέγκμαρ Βίσελ του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στις 14 Ιουλίου ότι «βλέπουμε σε όλο τον κόσμο ότι οι μάσκες χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο που μάλλον επιταχύνουν την εξάπλωση της λοίμωξης». Δύο εβδομάδες αργότερα, η Λένα Χάλενγκρεν, η Υπουργός Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μίλησε για τις μάσκες σε συνέντευξη τύπου στις 29 Ιουλίου και είπε: «Δεν έχουμε αυτήν την παράδοση ή τον πολιτισμό» και ότι η κυβέρνηση «δεν θα επανεξετάσει την απόφαση του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας να μην προτείνει μάσκες».

Όλα αυτά δημιουργούν μια κατάσταση που αφήνει τους δασκάλους, τους οδηγούς μέσων μεταφοράς, τους υγειονομικούς και το προσωπικό φροντίδας στο σπίτι, πιο εκτεθειμένους, χωρίς μάσκες προσώπου, σε μια εποχή που ο υπόλοιπος κόσμος υποστηρίζει σαφώς τη διαδεδομένη χρήση μάσκας ως μέσο αποτροπής της γρήγορης μετάδοσης.

Στις 13 Αυγούστου, ο Τέγκνελ είπε ότι το να συστήσει μάσκες στον γενικό πληθυσμό «απαιτεί πολλούς πόρους. Χρειάζονται αρκετά χρήματα να δαπανηθούν αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν γενικευμένα μάσκες». Πράγματι, τα ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ του Τέγκνελ και των συναδέλφων του στον Οργανισμό Δημόσιας Υγείας και του Αντρέας Γιόχανσον του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων δείχνουν ότι οι προβληματισμοί και οι συστάσεις των υγειονομικών αρχών επηρεάστηκαν από οικονομικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των ανησυχιών για την εμπορική και τουριστική κίνηση των αερολιμένων της Σουηδίας.

Η Swedavia, η ιδιοκτήτρια εταιρεία του μεγαλύτερου αεροδρομίου της χώρας, της Αρλάντα στη Στοκχόλμη, είπε στους υπαλλήλους της την άνοιξη και τις αρχές του καλοκαιριού ότι δεν έπρεπε να φορούν μάσκες ή γάντια για να εργαστούν. Ένας υπάλληλος είπε στην εφημερίδα Upsala Nya Tidning στις 24 Αυγούστου: «Πολλοί από εμάς ήταν άρρωστοι κατά την έναρξη της πανδημίας και δύο συνάδελφοι έχουν πεθάνει λόγω του ιού. Υπολογίζω ότι το 60% -80% του προσωπικού στους ελέγχους ασφαλείας είχε μολυνθεί».

«Οι εκπρόσωποι των συνδικάτων μας ζήτησαν από την εταιρεία να έχουμε μάσκες στη δουλειά», είπε ο υπάλληλος, «αλλά η απάντηση του αεροδρομίου ήταν ότι είμαστε ένας οργανισμός που δεν θα μεταδίδει τον φόβο, αλλά θα επιχειρεί να δείξει στους ανθρώπους ότι ο ιός δεν είναι τόσο επικίνδυνος». Η απάντηση της Swedavia ήταν ότι είχαν ήδη υιοθετήσει όλα τα μέτρα ελέγχου των λοιμώξεων που συνιστούσαν οι αρχές. Την 1η Ιουλίου, η εταιρεία άλλαξε την πολιτική της, συνιστώντας μάσκες για όσους καταφθάνουν στο αεροδρόμιο – αλλά, σύμφωνα με έναν εκπρόσωπο της Swedavia, αυτή η αλλαγή δεν ήρθε ως «ένα μέτρο ελέγχου της μόλυνσης που υποστηρίχθηκε από τις σουηδικές αρχές», αλλά μάλλον, λόγω της κοινής σύστασης του Οργανισμού Ασφάλειας για την Αεροπλοΐα της Ε.Ε. και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων (ECDC) για όλη την Ευρώπη.

Ήδη από τον Ιανουάριο, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας προειδοποιούσε την κυβέρνηση για το κόστος. Σε ένα ανακοινωθέν της 31ης Ιανουαρίου, ο διευθυντής του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας Γιόχαν Κάρλσον (διορισμένος από τον Λόφβεν) και η διευθύνουσα σύμβουλος Μπίτε Μπράσταντ έγραψαν στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων, προειδοποιώντας την κυβέρνηση σχετικά με το κόστος που προκαλείται από την ταξινόμηση του COVID-19 ως επικίνδυνης για την κοινωνία ασθένεια: «Μετά την απόφαση σχετικά με την καραντίνα, το κόστος για αυτήν [περιλαμβάνει] την αποζημίωση που σύμφωνα με τον Νόμο πρέπει να καταβληθεί σε εκείνους που, λόγω της καραντίνας, απέχουν από κερδοφόρες δραστηριότητες. Οι παράγοντες αβεβαιότητας είναι πολλοί ακόμη και για τον υπολογισμό αυτών των δαπανών. Η κοινωνία μπορεί επίσης να υποστεί παραγωγικές απώλειες λόγω της καραντίνας [και] εμποδίζεται να ασκήσει κερδοφόρες δραστηριότητες που σε διαφορετική περίπτωση θα εκτελούσε». Η Σουηδία δεν εφάρμοσε ποτέ καραντίνα στην κοινωνία, ούτε καν για όσους επέστρεφαν από ταξίδια στο εξωτερικό ή για μέλη οικογενειών που είχαν άλλο μέλος τους με θετικό αποτέλεσμα από τεστ COVID-19.

Αυτή η έλλειψη μέτρων όχι μόνο είχε αποτέλεσμα περισσότερες μολύνσεις και θανάτους, αλλά δεν βοήθησε καν την οικονομία: η Σουηδία έχει χειρότερα οικονομικά αποτελέσματα από άλλες σκανδιναβικές χώρες σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας.

Ο σουηδικός τρόπος απέδωσε λίγα πέρα από θάνατο και δυστυχία. Και, αυτή η αποτυχία δεν παρουσιάστηκε ειλικρινώς στον σουηδικό λαό ή στον υπόλοιπο κόσμο.

Μια έκθεση του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας που δημοσιεύθηκε στις 7 Ιουλίου περιελάμβανε δεδομένα για καθηγητές δημοτικών σχολείων που εργάζονται με φυσική παρουσία, καθώς και για δασκάλους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που πέρασαν σε εξ αποστάσεως εκπαίδευση μέσω διαδικτύου. Στην έκθεση, συνδύασαν τα δεδομένα και συνέκριναν το αποτέλεσμα με τον γενικό πληθυσμό, συμπεραίνοντας ότι οι εκπαιδευτικοί δεν διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο και υπονοώντας ότι τα σχολεία είναι ασφαλή. Στην πραγματικότητα, όμως, το ποσοστό μόλυνσης αυτών που δίδασκαν στις τάξεις ήταν 60% υψηλότερο από εκείνους που δίδασκαν μέσω διαδικτύου – υπονομεύοντας εντελώς το συμπέρασμα της έκθεσης.

Η έκθεση συγκρίνει επίσης τη Σουηδία με τη Φινλανδία από το Μάρτιο έως τα τέλη Μαΐου και καταλήγει λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι το «κλείσιμο σχολείων δεν είχε μετρήσιμη επίδραση στον αριθμό των κρουσμάτων COVID-19 μεταξύ των παιδιών». Δεδομένου ότι οι δοκιμές μεταξύ των παιδιών στη Σουηδία ήταν σχεδόν ανύπαρκτες εκείνη την εποχή σε σύγκριση με τη Φινλανδία, αυτά τα δεδομένα ήταν εσφαλμένα. Ένας καλύτερος τρόπος να βγάλουμε σχετικό συμπέρασμα θα ήταν να δούμε το γεγονός ότι η Σουηδία είχε επτά φορές περισσότερα παιδιά κατά κεφαλήν που υποβλήθηκαν σε θεραπεία στις ΜΕΘ κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου.

Όταν ο επιδημιολόγος του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας Γιέρκερ Γιόνσον πιέστηκε για τις ασυμφωνίες στην έκθεση, απάντησε στις 21 Αυγούστου μέσω email: «Ο τίτλος είναι κάπως παραπλανητικός. Δεν είναι μια άμεση σύγκριση της κατάστασης στη Φινλανδία με την κατάσταση στη Σουηδία. Αυτή είναι απλώς μια έκθεση και όχι μια επιστημονική μελέτη με ομότιμους κριτές. Επρόκειτο απλώς για μια γρήγορη αναφορά στην κατάσταση και τίποτα περισσότερο». Ωστόσο, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας και το Υπουργείο Παιδείας συνεχίζουν να κουνάνε αυτήν την έκθεση ως σημαία για να δικαιολογήσουν ότι τα σχολεία παρέμειναν ανοιχτά, ενώ και σε άλλες χώρες αναφέρεται ως παράδειγμα.

Αυτή δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου Σουηδοί αξιωματούχοι έχουν διαστρεβλώσει δεδομένα σε μια προσπάθεια να κάνουν την κατάσταση να φαίνεται πολύ περισσότερο υπό έλεγχο από ό,τι στην πραγματικότητα είναι. Τον Απρίλιο, μια ομάδα 22 επιστημόνων και ιατρών επέκρινε την κυβέρνηση της Σουηδίας για τους 105 θανάτους την ημέρα που είχε η χώρα εκείνη τη στιγμή και ο Τέγκνελ και ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας απάντησαν λέγοντας ότι ο πραγματικός αριθμός ήταν μόλις 60 θάνατοι την ημέρα. Τα αναθεωρημένα κυβερνητικά στοιχεία δείχνουν σήμερα, έξι μήνες μετά, ότι ο Τέγκνελ είχε λάθος και οι επικριτές του είχαν δίκιο. Ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας αναφέρει ότι η ασυμφωνία στους θανάτους οφειλόταν σε καθυστερημένη λογιστική καταγραφή των θανάτων, αλλά στην πραγματικότητα καθυστερούσαν την καταγραφή θανάτων συστηματικά σε όλη την πανδημία, καθιστώντας δύσκολη την παρακολούθηση και τον υπολογισμό του πραγματικού αριθμού των απωλειών σε πραγματικό χρόνο.

Η Σουηδία δεν μπήκε ποτέ σε επίσημο λοκ ντάουν, αλλά εκτιμάται ότι 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι έχουν απομονωθεί, κυρίως οι ηλικιωμένοι και εκείνοι που βρίσκονται σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Αυτός ήταν πιθανώς ο μεγαλύτερος παράγοντας για την επιβράδυνση της εξάπλωσης του ιού στη χώρα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ωστόσο, πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι τα κρούσματα αυξάνονται και πάλι στη χώρα και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κυβερνητικές πολιτικές θα αλλάξουν.

Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, οι επιστήμονες αλλά και οι απλοί πολίτες έχουν εκφράσει ανησυχίες σχετικά με τη σουηδική προσέγγιση απέναντι στην πανδημία. Αλλά η Σουηδία είναι μια μικρή χώρα, περήφανη για την ανθρωπιστική της πολιτική, τόσο πολύ, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε πότε την παραβιάζουμε.

Δεν υπάρχει απλώς τρόπος να δικαιολογηθεί ο αριθμός τόσων απωλειών, η χειροτέρευση της υγείας, η έκθεση ομάδων υψηλού κινδύνου σε μακροχρόνια απομόνωση.

Δεν δικαιολογείται πολύ περισσότερο όταν επιχειρείται να επιτευχθεί μια ανοσία που πολύ απλά δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Οι χώρες πρέπει να προσέξουν πολύ πριν υιοθετήσουν τον «σουηδικό τρόπο».

Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να έχει τραγικές συνέπειες, είτε για αυτήν την πανδημία, είτε για την επόμενη.

Των Kelly Bjorklund και Andrew Ewing

Η Kelly Bjorklund είναι συγγραφέας και ακτιβίστρια, ο Andrew Ewing είναι καθηγητής μοριακής βιολογίας και χημείας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ.

Πηγή: TIME

Μετάφραση: antapocrisis

“Η υγεία συνδέεται με την κοινωνική ανισότητα – οι φτωχοί είναι πιο ευάλωτοι στον Κορωνοϊό”, συνεντευξη του Γ. Πλουμπίδη

Το antapocrisis απευθύνθηκε στον Γ.Β. Πλουμπίδη σχετικά με την στατιστική εικόνα, έως τώρα, γύρω από την πανδημία, τα αίτια της αποτυχίας στη Μ. Βρετανία αλλά και σχετικά με κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα που ανοίγουν.

Το επιστημονικό σου αντικείμενο αφορά τη στατιστική και την υγεία. Ποια είναι τα πρώτα συμπεράσματα, από τα έως τώρα στατιστικά στοιχεία; Τελικά είναι κάτι πιο επικίνδυνο από μια γρίπη;

Έχουμε πλέον αρκετά στοιχεία για να μπορούμε να πούμε με σχετική σιγουριά ότι ο Κορονοϊός είναι πιο επικίνδυνος από τη γρίπη. Στην στατιστική σχετικά με την υγεία/θνησιμότητα στο γενικό πληθυσμό ένα βασικό μέγεθος που χρησιμοποιούμε είναι η σύγκριση της θνησιμότητας σε συγκεκριμένες περιόδους με το τι συνέβη στα προηγούμενο χρόνια (σταθμισμένη με την ανά έτος αλλαγή της ηλικιακής δομής του πληθυσμού). Σε αυτή την σύγκριση βοηθά το γεγονός ότι η θνησιμότητα στις περισσότερες χώρες μειώνεται τις τελευταίες δεκαετίες (στη Βρετανία τα τελευταία 5 χρόνια είναι σταθερή). Η σύγκριση αυτή επι της ουσίας είναι μέτρηση των excess deaths, δηλαδή θανάτων που με βάση τις μακροχρόνιες τάσεις δεν θα έπρεπε να είχαν συμβεί. Μας δίνουν δηλαδή την δυνατότητα να κατανοήσουμε καλύτερα την επιρροή του Κορονοϊού, σε σχέση με άλλες αιτίες θανάτου, περιλαμβανόμενης και της γρίπης. Μέχρι τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουμε ξεπεράσει τους 65000 θανάτους σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι η με τον μέσο όρο τα τελευταία 5 χρόνια, παρόλα τα μέτρα που πάρθηκαν (έστω αργά).

Πέρα από τους μη αναμενόμενους θανάτους, έχουμε πλέον σοβαρή εμπειρική τεκμηρίωση από έρευνες αντισωμάτων σε αντιπροσωπευτικά δείγματα του πληθυσμού στόχευσης, είτε αυτός είναι ο γενικός πληθυσμός, είτε κάποια συγκεκριμένη πόλη/περιοχή. Έχει πολύ μεγάλη σημασία σε αυτού τους είδους έρευνες η σωστή δειγματοληψία και ο ορισμός του πληθυσμού στόχευσης. Μέχρι τώρα γνωρίζουμε  ότι στην Ισπανία ο επιπολασμός (prevalence)  του Κορονοιου είναι 5% στο γενικό πληθυσμό (12% στη Μαδρίτη), στο ΗΒ 7% (17% στο Λονδίνο) και 7.5% στη Στοκχόλμη. Επομένως η θνητότητα του Κορονοϊού φαίνεται να είναι πολλαπλάσια της γρίπης, διπλάσια, ίσως και πολύ περισσότερο σε κάποιες χώρες. Προφανώς αυτό αφορά λιγότερο χώρες όπως η Ελλάδα που σε πρώτη φάση πήραν σωστά μέτρα και έχουν ελέγξει την κατάσταση

Οι θάνατοι λόγω Κορονοϊού υποκαταγράφονται ή συμβαίνει το ανάποδο;

Το βασικό στατιστικό μέγεθος για να κρίνουμε την επιρροή του Κορονοϊού είναι οι μη αναμενόμενοι θάνατοι. Το αν ο Κορονοϊός είναι η κύρια αιτία θανάτου η όχι, δεν έχει τόσο σημασία όσον αφορά αυτό. Πχ, περίπου το 25% των συνανθρώπων μας που έχασαν τη ζωή τους από Κορονοϊό στη Μ. Βρετανία, έπασχε από διαβήτη. Προφανώς, ο διαβήτης είναι διαχειρίσιμο νόσημα, και άνθρωποι με διαβήτη ζουν πάρα πολλά ποιοτικά και παραγωγικά χρόνια. Άσχετα με το εάν η κύρια αιτία θανάτου ήταν επιπλοκές σχετικές με το διαβήτη, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα είχαν χάσει τη ζωή τους αν δεν είχαν προσβληθεί από κορονοϊό. Με άλλα λόγια, αν δεν υπήρχε η πανδημία, δεν θα είχαμε και αύξηση των μη αναμενόμενων θανάτων. Σίγουρα, στο μέλλον η επιστημονική έρευνα θα μας διαφωτίσει για τον εάν και σε ποιο βαθμό οι θάνατοι από Κορονοϊό υποκαταγράφηκαν η όχι, αλλά αυτό δεν νομίζω να αλλάξει πολύ την εικόνα που έχουμε ως τώρα.

Φαίνεται ότι η διαχείριση αυτής της υγειονομικής κρίσης είχε πολλά προβλήματα στη Μ. Βρετανία. Ποια ήταν αυτά; Ποια μέτρα έπρεπε να πάρουν και γιατί δεν το έκαναν;

Υπάρχουν αποτυχίες και αποτυχίες, η συγκεκριμένη είναι επικών διαστάσεων. Η Μ. Βρετανία έχει μεγάλη παράδοσή στην επιδημιολογία μεταδιδόμενων νοσημάτων αλλά και στην δημόσια υγεία, το επίπεδο και στους δυο τομείς είναι από τα υψηλότερα παγκοσμίως. Το κράτος γενικά ήταν προετοιμασμένο για πανδημιες και υπάρχει διαρκής επιστημονική επιτροπή με αυτό το αντικείμενο. Παρόλα αυτά, αυτή τη στιγμή η Μ. Βρετανία έχει το υψηλότερο ποσοστό μη αναμενόμενων θανάτων ανά εκατομμύριο πληθυσμού. Άσχετα με την εκάστοτε κυβέρνησή, οι θεσμοί ακόμα λειτουργούν, θα υπάρξει public inquiry (ειδικός θεσμός δημόσιας διαβούλευσης και έρευνας), που θα απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα περί διαχείρισης. Κατά την άποψη μου ο Boris Johnson και η κυβέρνηση του απέτυχαν παταγωδώς. Πέρα από τις όποιες ιδεολογικές διαφωνίες που μπορεί να έχει κανεις, πρόκειται για μια κυβέρνηση η οποία κατά γενική ομολογία δεν αποτελείται από τα ικανότερα στελέχη των Συντηρητικών, τα οποία βρέθηκαν εκτος κόμματος μετά τις πρόσφατες εκλογές. Πέρα από την έλλειψη ικανότητας, ο πιο στενος σύμβουλος του πρωθυπουργού, Dominic Cummings, με τις γνωστες alt right θεσεις του, παίρνει μέρος στις συνεδριάσεις τις επιστημονικής επιτροπής που συμβουλεύει την κυβέρνηση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Νομίζω ότι έγιναν μεγάλα λάθη τον Μάρτιο, δεν υπήρξε ούτε καν απαγόρευση σε μεγάλα γεγονότα όπως συναυλίες, ποδοσφαιρικοί αγώνες, ιπποδρομίες και το lockdown αποφασίστηκε αργά (23 Μαρτίου). Στο Λονδίνο από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 23 Μαρτίου είχαμε περίπου 18 εκατομμύρια αφίξεις στα 5 αεροδρόμια, μόλις 300 ταξιδιώτες μπήκαν σε κάποιου είδους καραντίνα. Κανεις δεν μπορεί να καταλάβει γιατί στην πιο συνδεδεμένη πόλη του πλανήτη δεν πάρθηκαν πιο γρήγορα μέτρα. Με βάση συντηρητικές εκτιμήσεις, αν είχαν παρθεί μέτρα στο πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου, οι μισοί από τους θανάτους θα είχαν αποφευχθεί.

Σίγουρα πάρθηκαν σωστά μέτρα στήριξής των εργαζομένων από το οικονομικό επιτελείο, που μετριάζουν τις κοινωνικό-οικονομικές και αλλες συνέπειές του lockdown. Aπο εδώ και πέρα έχει σημασία το επόμενο βήμα, γιατί αν δεν γίνει σωστά θα αναγκαστούμε να έχουμε νέο lockdown. Δυστυχώς ούτε αυτό φαίνεται να γίνεται σωστά, αρκετοί από τους επιστήμονες που συμβουλεύουν την κυβέρνηση διαφωνούν με την χαλάρωση των μέτρων που έχει αποφασιστεί για την 1η Ιουνίου. Έχουμε 8000 νέα κρούσματα την ημέρα στην Αγγλία μόνο, ενώ το R0 εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 0.7 και 0.9, ελπίζω να μην χειροτερέψει η κατάστασή.

Τα στατιστικά στοιχεία από τη Μ. Βρετανία μας λένε κάτι για το αν ο συγκεκριμένος ιός είναι, κατά κάποιο τρόπο, ταξικός, όπως δείχνουν τα στοιχεία για παράδειγμα στις ΗΠΑ;

Οι κοινωνικές ανισότητες στην υγεία είναι γνωστές, γενικά η σχέση του κοινωνικό-οικονομικού επιπέδου με την υγεία και τη θνησιμότητα έχει επιβεβαιωθεί από πολύ μεγάλο αριθμό ερευνών διεθνώς. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η βελτίωση της υγείας και του προσδόκιμου ζωής που παρατηρείται στις περισσότερες χώρες του κόσμου, δεν είναι η ίδια για όλες τις κοινωνικές ομάδες και το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών συνεχίζει να αυξάνεται. Ο Κορονοϊός δεν αποτελεί εξαίρεση, με βάση τα τελευταία στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα το Office for National Statistics, παρατηρούνται περισσότεροι αναλογικά θάνατοι σε περιοχές όπου ζουν κυρίως κοινωνικές ομάδες με χαμηλότερο εισόδημα και επισφαλείς εργασιακές σχέσεις. Φαίνεται μάλιστα ότι η ανισότητα είναι διευρυμένη σε σχέση με άλλες αιτίες θανάτου. Είναι ένα θέμα το οποίο θα μελετήσουμε με τις διαχρονικές βάσεις δεδομένων στο γενικό πληθυσμό που έχουμε στη Μ. Βρετανία, όχι μόνο όσο αφορά τον Κορονοϊό, αλλά και τις επιπτώσεις του lockdown. Νομίζω ότι ειδικά όσο αφορά την ψυχική υγεία οι κοινωνικές ανισότητες θα οξυνθούν.

Τελικά τι συμβαίνει με τα τεστ; Στην Ελλάδα ανακοινώθηκε άνοιγμα της τουριστικής περιόδου χωρίς όμως να είναι υποχρεωτικό κάποιου είδους τεστ. Γιατί γίνεται αυτό, κατά τη γνώμη σου, και πόσο μεγάλο είναι το ρίσκο να ανοίξουν ξανά οι πτήσεις χωρίς την υποχρεωτική διενέργεια τεστ σε όλους τους ταξιδιώτες;

Είναι πολύ δύσκολη απόφαση, προφανώς ο τουρισμός είναι πολύ σημαντικός για την οικονομία, αλλά σίγουρα η μετακίνηση εμπεριέχει ρίσκο. Προφανώς δεν υπάρχει δυνατότητα αυτή τη στιγμή για διενέργεια τεστ σε όλους τους ταξιδιώτες. Ελπίζουμε ότι τα μέτρα στα αεροδρόμια και εντός των αεροπλάνων, όπου δυστυχώς δεν θα τηρούνται αποστάσεις, θα μειώσουν το ρίσκο αρκετά. Είμαι σίγουρος ότι η επιστημονική επιτροπή που είναι πολύ σοβαρή και έχει κάνει πολύ καλή δουλειά μέχρι τώρα παρακολουθεί τα επιδημιολογικά δεδομένα και θα πάρει μέτρα εάν παρατηρηθεί έξαρση στον αριθμό κρουσμάτων. Ελπίζω να μη χρειαστεί.

Μια τελευταία ερώτηση, όχι τόσο «επιστημονική». Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ειρωνεία της ιστορίας. Με αφορμή την πανδημία μέτρα για την οικονομία ή την υγεία που προσεγγίζουν μια λογική κρατικής παρέμβασης κερδίζουν έδαφος. Ταυτόχρονα πρόσωπα – φορείς μιας τέτοιας λογικής (Κόρμπιν στη Μ. Βρετανία, Σάντερς στις ΗΠΑ) φεύγουν από το προσκήνιο. Ανοίγει μια τέτοια συζήτηση στη Μ. Βρετανία για τις ανισότητες και τη σχέση τους με την ύπαρξη η όχι κρατικής παρέμβασης;

Όσο αφορά την Μ. Βρετανία, ο Keir Starmer που διαδέχθηκε τον Jeremy Corbyn, είναι υπέρ του κοινωνικού κράτους και της κρατικής παρέμβασης στον τομέα της υγείας. Πέρα από πρόσωπα, δυο θετικές εξελίξεις εν μέσω πανδημίας στις οποίες μπορούμε να επενδύσουμε είναι η ευρύτερη συναίνεση που φαίνεται να υπάρχει όσο αφορά το κοινωνικό κράτος, την στήριξη της δημόσιας υγείας και τον κυρίαρχο ρόλο του κράτους σε αυτό τον τομέα, αλλά και το κοινωνικό κεφάλαιο που σε αντίθεση με τις δυστοπικές προβλέψεις στην λογοτεχνία και τον κινημοταγραφο, αναδείχθηκε στη διάρκεια του lockdown. Γενικά ο Κορονοϊός μας θύμισε ότι  ο 21ος αιώνας με τι αλλαγές που θα επιφέρει (τεχνητή νοημοσύνη/αυτοματοποίηση, τρισδιάστατη εκτύπωση σε μεγάλη κλίμακα) αλλά και τις μεγάλες προκλήσεις (κλιματική αλλαγή, κοινωνική ανισότητα) πρέπει να αντιμετωπιστεί χωρίς τις ιδεολογικές αγκυλώσεις των προηγούμενων δεκαετιών για την αποτελεσματικότητά του κράτους αλλά και της ελεύθερης αγοράς. Ούτε το κράτος μπορεί – και δεν πρέπει – να κάνει τα πάντα, αλλά ούτε και η ελεύθερη αγορά μπορεί να λειτουργήσει χωρίς σοβαρό και ισχυρό κράτος. Πιστεύω οτι η Κεϋνσιανή προσέγγιση έχει ευρύτερη αποδοχή πλέον και θα επιστρέψει ως το κυρίαρχο μοντέλο.

Πακέτο διάσωσης της ΕΕ με πολλές γκρίζες ζώνες

Το σχέδιο που παρουσίασε την Τετάρτη, 27 Μαίου, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την αντιμετώπιση της τρομερής οικονομικής ύφεσης και κοινωνικής κρίσης στις χώρες- μέλη της ΕΕ λόγω κορωνοϊού συνιστά ένα φιλόδοξο, για τα μέχρι τώρα δεδομένα της Ένωσης, εγχείρημα. Το συνολικό πακέτο, υπό τον τίτλο «Next Generation EU», προβλέπει τη διάθεση 750 δισ ευρώ, εκ των οποίων τα 500 θα είναι επιχορηγήσεις και τα 250 δάνεια. Αν συνυπολογίσουμε τα προγράμματα (SURE κ.α.) ύψους 540 δισ ευρώ που ανακοινώθηκαν στις 9 Απριλίου, η ΕΕ ρίχνει στο τραπέζι έκτακτη στήριξη 1,290 τρισ ευρώ, ποσό που εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των ανάλογων προγραμμάτων ΗΠΑ και Ιαπωνίας, αλλά δεν παύει να αποτελεί σημαντική ανάσα.

Πέραν της ποσοτικής πλευράς, η πρόταση της Κομισιόν, η οποία στηρίζεται στην πρόσφατη συμφωνία Μακρόν- Μέρκελ, σπάει δύο παραδοσιακά ταμπού. Για πρώτη φορά εισάγεται, έστω και ad hoc, κοινός δανεισμός των 27 και επίσης για πρώτη φορά η Ένωση στηρίζεται σε δαπάνες και επενδύσεις μέσω ελλειμμάτων (κάτι που μέχρι χθες θα αποτελούσε ανάθεμα, μιας και στην υπαρκτή ΕΕ, όχι μόνο ο Μαρξ, αλλά και ο Κέινς τελούν υπό παρανομία). Εν ολίγοις, σε αντίθεση με το γνωστό σλόγκαν του κ. Μητσοτάκη, οι Ευρωπαίοι δέχονται, έστω και με κλειστή τη μύτη, ότι τα περιφρονημένα λεφόδεντρα κάποιες φορές είναι η μόνη λύση.

Τα 750 δισ του προγράμματος θα αντληθούν από την Κομισιόν μέσω ομολόγων τα οποία θα εκδώσει η ίδια και θα έχουν διάρκεια μέχρι και 30 χρόνια, ενώ η αποπληρωμή τους θα αρχίσει από το 2028 και τα επιτόκια θα είναι μικρά. Οι χώρες που κυρίως θα ωφεληθούν, σύμφωνα με τα (όχι επίσημα και όχι επιβεβαιωμένα) στοιχεία που έχουν διαρρεύσει είναι η Ιταλία (172,7 δισ), η Ισπανία (140,4) και η Πολωνία (63,8). Στους ωφελημένους θα είναι και η Ελλάδα, καθώς αναμένεται να εισπράξει 22,5 δισ σε επιχορηγήσεις και άλλα 9,4 σε δάνεια, ποσά που αντιστοιχούν αθροιστικά στο ένα έκτο του ΑΕΠ του 2019- πολύ περισσότερα από όσα ήλπιζε η ελληνική κυβέρνηση. Μόνο τα δάνεια, και όχι οι επιχορηγήσεις, θα βαρύνουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Η αποπληρωμή των δανείων της Κομισιόν θα γίνει μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού, δηλαδή θα επιβαρύνει κυρίως τους καθαρούς χρηματοδότες της Ένωσης, με πρώτη τη Γερμανία. Επομένως το πακέτο της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αν δεν σπάει, τουλάχιστον διαβρώνει και ένα άλλο, μεγάλο ταμπού, εκείνο της Ένωσης μεταβίβασης πόρων (transfer union).

Είναι προφανές ότι οι κυρίαρχοι κύκλοι της ΕΕ και των μεγάλων δυνάμεων που την στηρίζουν συνειδητοποίησαν, έστω και καθυστερημένα, ότι η τραγικά ανεπαρκής απάντηση των πρώτων μηνών στην κρίση του Covid- 19, εγκυμονούσε άμεσους κινδύνους διάσπασης ή και διάλυσης της ΕΕ. Έχοντας ήδη ακρωτηριαστεί από το Brexit και απειλούμενη να περιθωριοποιηθεί από το ανταγωνιστικό δίπολο ΗΠΑ- Κίνας, η Ευρώπη των 27 ήταν αναγκασμένη να υιοθετήσει αντισυμβατικά μέτρα. Το πακέτο της Κομισιόν είναι πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα σχέδιο διάσωσης της ίδιας της ΕΕ. Ανάγκα και θεοί πείθονται.

Ωστόσο οι ανακοινώσεις της Κομισιόν δεν δικαιολογούν καθόλου τις θριαμβολογίες της ελληνικής κυβέρνησης και των περισσότερων συστημικών ΜΜΕ. Πρώτα απ’όλα γιατί δεν είναι βέβαιο ότι το εν λόγω πακέτο θα εφαρμοστεί στην έκταση και τη μορφή που έχει αυτή τη στιγμή, ούτε είναι σαφές το πότε θα γίνουν διαθέσιμα τα κονδύλια.

Η διαδικασία έγκρισής του είναι χρονοβόρα και αμφίβολη. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα εξετάσει το πακέτο της Κομισιόν στις 16 Ιουνίου, ενώ η περίφημη «ομάδα των τεσσάρων» (Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία, Φινλανδία) έχει ήδη τοποθετηθεί αρνητικά και θα προσπαθήσει να το συρρικνώσει ή/και να επιβάλει Δρακόντειους όρους (βλέπε Μνημόνια) στις χώρες που θα επωφεληθούν. Μέρκελ και φον ντερ Λάιεν δήλωσαν, άλλωστε, ότι το σχέδιο που ανακοινώθηκε δεν είναι η τελική λύση, αλλά η βάση εκκίνησης της διαπραγμάτευσης. Στη συνέχεια, το σχέδιο στο οποίο θα καταλήξουν οι 27 πρέπει να εγκριθεί από όλα τα εθνικά κοινοβούλια, όπως και από το ευρωπαϊκό.

Στο πιο αισιόδοξο σενάριο, ο βασικός όγκος του προγράμματος θα αρχίσει να υλοποιείται από 1/1/2021 (μόνο 11 δισ θα είναι διαθέσιμα από τον Σεπτέμβριο), ενώ μέχρι τότε επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να κλείνουν και εργαζόμενοι να χάνουν τη δουλειά ή μεγάλο μέρος του μισθού τους. Η ίδια η Κομισιόν προβλέπει ότι η Ελλάδα θα είναι η χώρα που θα πληγεί σκληρότερα από όλες, λόγω του ειδικού βάρους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του τουρισμού, ο οποίος αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 70% στο δεύτερο τρίμηνο του χρόνου.

Επιπλέον, το σχέδιο «Next Generation EU» έχει πολλές γκρίζες ζώνες- σοβαρά, αδιευκρίνιστα ζητήματα που θα αποτελέσουν πεδίο σκληρής διαπραγμάτευσης και αντιπαράθεσης. Όπως μας είχε προϊδεάσει η κοινή διακήρυξη Μακρόν- Μέρκελ, το σχέδιο της φον ντερ Λάιεν αναφέρει ότι οι επιδοτήσεις και τα δάνεια θα προορίζονται για «χώρες, περιφέρειες και τομείς της οικονομίας» που έχουν πληγεί κατ’ εξοχήν από την κρίση. Το πώς θα γίνει η διανομή των κονδυλίων δεν είναι καθόλου σαφές. Σε ότι αφορά τους τομείς, ευρωπαϊκά μέσα αναφέρουν ότι θα ενισχυθούν κυρίως η αεροπορική βιομηχανία, η αυτοκινητοβιομηχανία και ο τουρισμός, κάτι που σημαίνει ότι θα ευνοηθούν κατ’ εξοχήν οι «εθνικοί πρωταθλητές» Γερμανίας και Γαλλίας, αν και η Ελλάδα λόγω τουρισμού επίσης έχει να ελπίζει.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο οι επιχορηγήσεις όσο και τα δάνεια δεν θα δίνονται στα εθνικά κράτη με την ελευθερία να τα χρησιμοποιήσουν όπως τα ίδια θα αποφασίσουν. Ο κύριος πυλώνας του προγράμματος είναι το Εργαλείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το οποίο προβλέπεται να διαθέσει 310 δισ σε επιχορηγήσεις και 250 σε δάνεια. Για να ωφεληθεί ένα κράτος- μέλος από το RRF, θα πρέπει να καταθέσει «συγκεκριμένα σχέδια δημοσίων επενδύσεων και συνοδευτικών μεταρρυθμίσεων», οι οποίες θα εγγυώνται την «ανθεκτικότητα» της εθνικής οικονομίας. Αυτά τα προγράμματα και αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» θα πρέπει να εγκριθούν ΚΑΙ από την Κομισιόν ΚΑΙ από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για να εκταμιευθούν τα αντίστοιχα ποσά. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολύ καχύποπτος για να υποθέσει ότι αυτή η διαδικασία θα χρησιμοποιηθεί για την επιβολή αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων μνημονιακής κοπής στα πιο ευάλωτα κράτη. Νέα φορολογικά βάρη απειλεί να φέρει και η άντληση νέων εσόδων του κοινοτικού προϋπολογισμού ώστε να αποπληρωθούν τα δάνεια της Κομισιόν. Οι ιδέες που έριξε στο τραπέζι η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (φορολόγηση των μεγάλων επιχειρήσεων της ψηφιακής σφαίρας, διεύρυνση της εμπορίας άνθρακα, πράσινοι φόροι κλπ) είναι μια ακόμη, μεγάλη γκρίζα ζώνη του σχεδίου της.

Εν ολίγοις, το σχέδιο της Κομισιόν είναι μια φιλόδοξη, αλλά και αβέβαιη προσπάθεια διάσωσης της ίδιας της ΕΕ και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων της. Το αν, πότε και πόσο θα ωφεληθούν οι εργαζόμενοι της Ελλάδας και των άλλων πληττόμενων χωρών, θα αποτελέσει αντικείμενο σκληρής κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Ας μην ξεχνάμε ότι και το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα SURE για την αντιμετώπιση της ενδημικής, πλέον, ανεργίας ήδη χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την προώθηση της μερικής απασχόλησης και του ακρωτηριασμού των μισθών.

Πηγή: ppapacon.blogspot.com