Οι Ευρωπαϊκές ελίτ μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης

Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα της ευρωπαϊκής συγκυρίας πολύ λίγο απασχολεί τα ΜΜΕ κάθε ιδεολογικής κατεύθυνσης τις μέρες μας: Αυτό της χρηματοδότησης της συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία. Κάποια επιμέρους στοιχεία της μεγάλης αμφιθυμίας και των διλημμάτων που κατακλύζουν τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ της ΕΕ φτάνουν στην επιφάνεια, αλλά δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό από τους ‘θεατές’ του δράματος η σημασία της σύγκρουσης.

Έτσι, από τη μία έχουμε αποσπάσματα από ομιλίες της προέδρου της Κομισιόν (π.χ. αυτή για την “Κατάσταση της Ένωσης” που δόθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο στις 10 Σεπτεμβρίου) σύμφωνα με τις οποίες αναζητείται νόμιμη διαδικασία ουσιαστικά κατάσχεσης των αποθεμάτων της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας (CBR) που βρίσκονται δεσμευμένα στην Ευρώπη—τα περισσότερα από αυτά (περίπου 200 δις ευρώ) στο Euroclear του Βελγίου—χωρίς όμως να ομολογείται ότι αυτά «κατάσχονται», καθώς η «κατάσχεση» εκτός από παράνομη ανοίγει και τεράστια προβλήματα για την ευστάθεια του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος και του ίδιου του ευρώ*.

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τους προτεινόμενους μηχανισμούς “νόμιμης” κατάσχεσης—και μόνο η πολυπλοκότητά τους αποδεικνύει όχι μόνο την πρόθεση της παρανομίας αλλά και την γνώση από τους ίδιους τους αυτουργούς ότι παρανομούν. Παρόλ’ αυτά, στο ίδιο μήκος κύματος με την κα Ούρσουλα, και ο καγκελάριος της Γερμανίας Μερτς συμφώνησε με το σχέδιο της Κομισιόν σε άρθρο γνώμης στους Financial Times της 25ης Σεπτεμβρίου.

Διερωτάται κανείς γιατί αυτή η μανία να κατασχεθούν τα ρωσικά αποθεματικά από τους πολεμοχαρείς ‘Ευρωπαίους’ ηγέτες που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εξίσου μεγάλη μανία τους να κλιμακωθεί η πολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη. Στόχος αυτού του άρθρου είναι να εισχωρήσει σε κάποιες βαθύτερες αιτίες αυτών των μανιακών συμπεριφορών καταδεικνύοντας την κοινή προέλευσή τους.

Το μέγεθος της οξύτητας της συζήτησης, που διεξάγεται με ιδιαίτερη ένταση μέσα στους κύκλους των πολιτικών και οικονομικών ελίτ των Ευρωπαϊκών χωρών, αφήνουν να διαφανεί κάποιες άλλες τοποθετήσεις που βγαίνουν σποραδικά στην επιφάνεια. Για παράδειγμα, παράγοντες όπως π.χ. ο πρωθυπουργός του Βελγίου Bart De Wever—ιδιαίτερα σημαντικός στη συζήτηση καθώς στην χώρα του εδρεύει το Euroclear όπου βρίσκονται τα διαθέσιμα της CBR—στο περιθώριο της ΓΣ του ΟΗΕ δήλωσε με γλαφυρή γλώσσα ότι οι ιδέες της ‘κατάσχεσης’ των αποθεματικών της CBR εκθέτουν σε τεράστιο κίνδυνο τη χώρα του: «[Θέλετε] να πάρουμε τα χρήματα του Πούτιν και να αφήσουμε τους κινδύνους στη Βέλγιο. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, ας είμαι πολύ σαφής σε αυτό».

Αλλά ποιοι είναι οι κίνδυνοι που τρομοκρατούν τον Βέλγο πρωθυπουργό; Πρώτα-πρώτα είναι ανοικτό το ενδεχόμενο τα ένδικα μέσα που θα ασκήσει η Ρωσία να υποχρεώσουν την ΕΕ να αποκαταστήσει τα αποθεματικά, πράγμα ακατόρθωτο αν τους έχει βάλει χέρι και τα έχει στείλει στο Κίεβο. Μια τέτοια απόφαση θα επιβαρύνει το Βέλγιο οδηγώντας το στην χρεοκοπία, πράγμα που εξηγεί την κάθετη τοποθέτηση του Βέλγου πρωθυπουργού. Δεύτερο, είναι πολύ πιθανό να προκληθεί αλυσιδωτή αντίδραση από τρίτες χώρες που θα αποσύρουν τα αποθεματικά τους από την Ευρώπη προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο ευρώ—ήδη η Σαουδική Αραβία έχει προειδοποιήσει για πωλήσεις ευρωπαϊκών ομολόγων σε μια τέτοια περίπτωση. Πολλές και πλούσιες χώρες δεν θα αισθάνονται πλέον ασφαλείς καθώς πολιτικές διαμάχες με την «Δύση» θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατασχέσεις περιουσιακών τους στοιχείων—π.χ. τι θα συμβεί αν η κατάσταση στο θέμα της Ταϊβάν οξυνθεί στο μέλλον όπως όλοι προβλέπουν. Και τρίτο, στην εξίσωση μπαίνει και το ζήτημα των βέβαιων ρωσικών αντιποίνων που θα πλήξουν περιουσιακά στοιχεία της Δύσης που παραμένουν εγκλωβισμένα στη Ρωσία.

Το ζήτημα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ανησυχεί και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθώς οι αναταράξεις μιας κατάσχεσης των ρωσικών αποθεματικών, με όποιο πρόσχημα και αν αυτή πραγματοποιηθεί, και κυρίως τα ενδεχόμενα παρεπόμενα αν αναγκαστεί κάποτε η ΕΕ να αναστρέψει την απόφαση, τρομοκρατούν τους επικεφαλής της. Είναι χαρακτηριστική η παρέμβαση της επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ στο Στρασβούργο στις 6 Οκτωβρίου καθώς απαιτεί πλήρη ευθυγράμμιση με το διεθνές δίκαιο και πλήρη συμφωνία όλων των μερών σε οποιαδήποτε σχετική απόφαση ληφθεί.

Αλλά από πού προκύπτει η εμμονή της κατάσχεσης των ρωσικών αποθεματικών αν οι κίνδυνοι είναι τόσο σοβαροί; Κάποιος μπορεί να νομίσει ότι πρόκειται απλά για εκδίκηση από την Κομισιόν κατά της Ρωσίας ή για κάποια παρανοϊκή προσπάθεια περαιτέρω όξυνσης. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι ιδιαίτερα άμεσοι και σοβαροί υλικοί και πιεστικοί λόγοι ωθούν την Κομισιόν στην επικίνδυνη για το μέλλον της ΕΕ ακροβασία.

Το άρθρο που ακολουθεί είναι κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερα σημαντικό στην αποσαφήνιση των κινήτρων για την κατάσχεση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Αναφέρεται στις εκτιμήσεις του Timothy Ash, ο οποίος είναι υποστηρικτής του καθεστώτος του Κιέβου και υποστηρικτής της κατάσχεσης σύμφωνα με μια ψυχρή εξέταση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της ΕΕ λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Timothy Ash είναι ο ανώτερος στρατηγικός αναλυτής της BlueBay Asset Management–του επενδυτικού βραχίονα της RBC (Royal Bank of Canada) εκτός Β. Αμερικής–ειδικός σε θέματα Ρωσίας και Ουκρανίας. Ο Ash προειδοποιεί ότι πλησιάζει χρηματοπιστωτική καταιγίδα, καθώς η Ουκρανία ενδέχεται να εξαντλήσει τα χρήματά της και βλέπει σαν μόνη και προφανή λύση την κατάσχεση των ρωσικών αποθεματικών καθώς, κατά την άποψή του, οι κίνδυνοι αν δεν συμβεί αυτό είναι ακόμη μεγαλύτεροι για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ.

Το άρθρο είναι σαφές και καλογραμμένο, με ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς μας κάνει να σκεφτούμε την ουσία του βασικότερου διλήμματος που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ευρωπαϊκές ελίτ, και το οποίο δεν είναι ευρέως αντιληπτό: Πώς θα χρηματοδοτηθεί η εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία από τη Δύση καθώς καμία από τις δυνατές επιλογές δεν είναι επιλέξιμη;

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές ελίτ έχουν παγιδευτεί σε εξελίξεις που εκθέτουν σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο όλο το εγχείρημα της «Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η πορεία και οι ριψοκίνδυνες ακροβασίες που βλέπουμε τόσο στον πολιτικό τομέα, με την εμφανή σε όλους απόπειρα να εμπλακούν άμεσα οι ΗΠΑ στον πόλεμο, όσο και στον οικονομικό τομέα, με την αυτό-τοποθέτηση του οικονομικού μέλλοντος της ΕΕ μεταξύ σφύρας και άκμονος, είναι κοινή απόρροια ενός άγριου αγώνα επιβίωσης που δεν θα είχε ποτέ υπάρξει αν είχαν αναγνωριστεί τα λογικά συμφέροντα της Ρωσίας και δεν είχε επιδιωχτεί η συρρίκνωση και εν τέλει διάλυσή της.


 

ΣΧΟΛΙΟ: Η επερχόμενη οικονομική καταιγίδα στην Ουκρανία

του Ben Aris από το Βερολίνο
16 Σεπτεμβρίου 2025

«Μια κρίση πλησιάζει όλο και περισσότερο. Θα ξεσπάσει στην Ουκρανία, αλλά δεν θα ξεκινήσει στα μέτωπα, όπου οι κουρασμένες από τις μάχες ταξιαρχίες της χώρας συνεχίζουν να επιφέρουν σκληρό κόστος στον ρωσικό εισβολέα. Η επερχόμενη κρίση κυοφορείται στη Δύση, όπου η απόσυρση των ΗΠΑ και η διστακτικότητα της Ευρώπης απειλούν πλέον με μια χρηματοπιστωτική καταστροφή», έγραψε ο Timothy Ash, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής της BlueBay Asset Management στο Λονδίνο, σε σημείωμα για το Κέντρο Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPA) στις 16 Σεπτεμβρίου.

Όπως έχει αναφέρει το bne IntelliNews, η Ουκρανία κινδυνεύει να πέσει σε οικονομικό γκρεμό φέτος. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση έχει έλλειψη 8-19 δισ. δολαρίων για να καλύψει το προβλεπόμενο έλλειμμα φέτος. Το Υπουργείο Οικονομικών [της] προειδοποιεί εδώ και πάνω από ένα χρόνο ότι η Ουκρανία χρειάζεται περισσότερη βοήθεια από τους δυτικούς συμμάχους της για να πληρώσει για τον πόλεμο. Έχει έλλειμμα περίπου 50 δισ. δολαρίων ετησίως και το προβλεπόμενο μη χρηματοδοτούμενο έλλειμμα για το 2026 είναι 37,5 δισ. δολάρια, αλλά η ομάδα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που βρίσκεται αυτή την εβδομάδα στο Κίεβο για συνομιλίες χρηματοδότησης, δήλωσε ότι θεωρεί ότι το Κίεβο χρειάζεται επιπλέον 10-20 δισ. δολάρια το επόμενο έτος: Η Ουκρανία ξόδεψε 97 δισ. δολάρια το 2025, αλλά αναμένεται να ξοδέψει 120 δισ. δολάρια το 2026.

 

Ο Timothy Ash, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής της BlueBay Asset Management και ειδικός σε θέματα Ουκρανίας, προειδοποιεί ότι πλησιάζει χρηματοπιστωτική καταιγίδα, καθώς η Ουκρανία ενδέχεται να εξαντλήσει τα χρήματά της. / bne IntelliNews

 

Από πού θα προέλθουν αυτά τα χρήματα; Η συγκέντρωσή τους από τους συμμάχους της Ουκρανίας έχει καταστεί σχεδόν αδύνατη, τώρα που οι ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά αποσύρει κάθε υποστήριξη προς την Ουκρανία. Όπως ανέφερε το bne IntelliNews, η Ευρώπη δεν μπορεί να αναλάβει μόνη της το βάρος της υποστήριξης της Ουκρανίας, καθώς οι περισσότερες χώρες της ΕΕ βρίσκονται είτε σε ύφεση είτε πλησιάζουν σε κρίση. Η αύξηση του χρέους των χωρών του G7 έχει ήδη προκαλέσει αναταραχή στην αγορά ομολόγων, ενώ η γαλλική κυβέρνηση κατέρρευσε την περασμένη εβδομάδα υπό το βάρος ενός δυσεπίλυτου δημοσιονομικού ελλείμματος 5,7% του ΑΕΠ. Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Γαλλία βρίσκονται κοντά σε δικές τους κρίσεις χρέους, οι οποίες ενδέχεται να καταλήξουν σε μια ελληνικού τύπου διάσωση από το ΔΝΤ. Το να συγκεντρωθούν επιπλέον 58 δισ. δολάρια το επόμενο έτος για την Ουκρανία από τα ταμεία της ΕΕ δεν είναι πλέον δυνατό.

«Τα μηνύματα του ΔΝΤ υποδηλώνουν ότι τα προηγούμενα συμπεράσματά του ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες του ακαθάριστου προϋπολογισμού και του ισοζυγίου πληρωμών της Ουκρανίας κατά την τετραετή διάρκεια του προγράμματος ήταν μόλις 150 δισ. δολάρια ήταν υπερβολικά αισιόδοξα», λέει ο Ash. “Η διαθέσιμη σήμερα χρηματοδότηση είναι ανεπαρκής για να καλύψει τις επερχόμενες ανάγκες της Ουκρανίας. Απαιτείται ταχεία αλλαγή πορείας, εάν πρόκειται να αποτραπεί ένας χρηματοπιστωτικός κατακλυσμός“.

Η Ευρώπη έχει δεσμεύσει κάτι λιγότερο από 170 δισ. δολάρια για την Ουκρανία από την έναρξη του πολέμου – περισσότερα από τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν δαπανήσει κάτι λιγότερο από 100 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο Volodymyr Zelenskiy. Στα χαρτιά είναι περισσότερα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίστηκε νωρίτερα φέτος ότι οι ΗΠΑ έχουν δεσμεύσει πάνω από 350 δισ. δολάρια, αλλά μετά τον έλεγχο των αριθμών από την Bankova** οι επίσημες χορηγήσεις από το Κογκρέσο ανέρχονταν σε 196 δισ. δολάρια, αλλά τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια από αυτά δεν έφτασαν ποτέ, δήλωσε ο Zelenskiy τον Μάρτιο. Και από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει στείλει σχεδόν τίποτα.

«Το μακροοικονομικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο του Ταμείου στηριζόταν στην υπόθεση ότι ο πόλεμος θα άρχιζε να μειώνεται φέτος και, ως εκ τούτου, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας θα μειώνονταν επίσης σημαντικά», αναφέρει ο Ας.

Κανένα τέλος του πολέμου στον ορίζοντα

Αυτό είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να συμβεί. Οι συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός που ξεκίνησαν στο Ριάντ στις 18 Φεβρουαρίου δεν έχουν καταλήξει πουθενά, αφού ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν προέβαλε απίθανες αξιώσεις και ο Τραμπ έκανε στροφή 180 μοιρών ως προς τη μορφή της πιθανής ειρηνευτικής συμφωνίας. Όπως εκτίμησε η bne IntelliNews, υπάρχουν δύο ομάδες τοποθετήσεων σε εξέλιξη: η κυβέρνηση Τραμπ απείλησε τη Ρωσία με ακραίες δευτερογενείς κυρώσεις, αλλά ταυτόχρονα κράτησε ανοιχτή την πόρτα για την ελάφρυνση των κυρώσεων και για επιχειρηματικές συμφωνίες με στόχο την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της Ρωσίας.

Από την πλήρη εισβολή, η Ουκρανία έχει δημοσιονομικά ελλείμματα που αντιστοιχούν σε 3 δισ. έως 4 δισ. δολάρια το μήνα, τα περισσότερα από τα οποία έχουν καλυφθεί από το ΔΝΤ και τη δυτική χρηματοδότηση. Υποθέτοντας ότι ο πόλεμος θα τελείωνε ουσιαστικά το 2025, το Ταμείο είχε υποθέσει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα και οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα μειώνονταν περίπου στο μισό το 2026 και στη συνέχεια θα έπεφταν σε ένα κλάσμα αυτού το 2027. «Ήταν μια ηρωική υπόθεση και ήταν λάθος», λέει ο Ας.

Το πρόβλημα αυτό είναι εμφανές εδώ και αρκετό καιρό, ωστόσο το ΔΝΤ δεν έχει ακόμη αναπροσαρμόσει το μοντέλο του που καθορίζει την ατζέντα για το μέγεθος του χρηματοδοτικού του προγράμματος.

Γίνεται όλο και πιο προφανές ότι το Κρεμλίνο δεν ενδιαφέρεται για ειρηνευτικές συνομιλίες, καθώς συνεχίζει να σημειώνει σταθερή, αν και αργή, πρόοδο στο πεδίο της μάχης. Ταυτόχρονα, μετά από τρία χρόνια μεγάλων επενδύσεων, η στρατιωτική του παραγωγή παράγει πλέον περισσότερο υλικό από ό,τι χρειάζεται, έτσι ώστε να έχει ξεκινήσει η διαδικασία ανανέωσης των αποθεμάτων, καθώς η Ρωσία αρχίζει να ξαναχτίζει τη στρατιωτική της ικανότητα. Οι προσπάθειες για ειρηνευτικές συνομιλίες έλαβαν οριστικό τέλος την περασμένη εβδομάδα, όταν ο εκπρόσωπος του προέδρου Ντμίτρι Πεσκόφ στις 12 Σεπτεμβρίου έθεσε επισήμως σε αναστολή τις συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός.

Οι προσδοκίες κινούνται τώρα προς έναν μακροχρόνιο πόλεμο, ο οποίος συνεπάγεται πολύ υψηλότερες μακροπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες, λέει ο Ash. Στις 11 Σεπτεμβρίου, η επικεφαλής των εξωτερικών υποθέσεων της ΕΕ Kaja Kallas δήλωσε ότι αναμένει ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για τουλάχιστον άλλα δύο χρόνια. Άλλοι εικάζουν ότι ο Πούτιν θα συνεχίσει απλώς μέχρι να καταρρεύσει εντελώς η Ουκρανία ή να συνθηκολογήσει ο Ζελένσκι, όσος χρόνος και αν χρειαστεί. Ο χρόνος είναι με το μέρος του.

Μεγάλη προσοχή έχει δοθεί στα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας, τα οποία επιδεινώνονται, αλλά με τον πληθωρισμό – το βασικό μακροοικονομικό πρόβλημα – να μειώνεται πολύ ταχύτερα από το αναμενόμενο χάρη στο ανορθόδοξο σχέδιο της διοικητού της CBR Elvira Nabiullina για την τεχνητή ψύξη της οικονομίας, η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί φέτος πριν αρχίσει να ανακάμπτει το επόμενο έτος, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της CBR.

Το Κρεμλίνο έχει επίσης έλλειψη χρημάτων. Το έλλειμμα του φετινού προϋπολογισμού διογκώνεται, αλλά η κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει συζήτηση για την αύξηση του ΦΠΑ και διαθέτει επίσης περίπου 20 τρισεκατομμύρια ρούβλια σε ρευστότητα του τραπεζικού τομέα που μπορεί να αξιοποιήσει για να καλύψει ένα έλλειμμα έως και 5 τρισεκατομμύρια ρούβλια που τώρα αναμένεται για φέτος. Εν ολίγοις, το Κρεμλίνο έχει πρόσβαση σε αρκετά χρήματα για να συνεχίσει τον πόλεμο για αρκετά ακόμη χρόνια.

Το σωρευτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ρωσίας, ετήσιο, σε δισεκατομμύρια ρούβλια

 

Το σωρευτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ρωσίας, ετήσιο, σε δισεκατομμύρια ρούβλια

 



Η εθελοτυφλούσα προσέγγιση του ΔΝΤ

Το ΔΝΤ αναγνώρισε ότι η προηγούμενη εκτίμησή του ήταν λανθασμένη. Λέει τώρα ότι θα χρειαστούν επιπλέον 10-20 δισ. δολάρια από την Διευρυμένη Χρηματοδοτική Διευκόλυνσή του (EFF) μέχρι το τέλος του 2027. Το υπουργείο Οικονομικών της Ουκρανίας ανεβάζει τον αριθμό στα 37 δισ. δολάρια. «Και τα δύο θα μπορούσαν να αποδειχθούν σημαντικές υποεκτιμήσεις», λέει ο Ash.

Ο Ash υποστηρίζει ότι τόσο η [Ουκρανική] κυβέρνηση όσο και το ΔΝΤ ακολουθούν μια «εθελοτυφλούσα» προσέγγιση στην εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών της Ουκρανίας. Επικεντρώνονται μόνο στις απαιτήσεις του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου πληρωμών. Αυτό εξαιρεί την ευρύτερη, αλλά απαραίτητη, στρατιωτική στήριξη. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία από το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, ο Ash εκτιμά ότι το ετήσιο κόστος του πολέμου για την υποστήριξη της Ουκρανίας από τη Δύση προσεγγίζει τα 100 δισ. δολάρια ετησίως – υπερδιπλάσιο των εκτιμήσεων του ΔΝΤ.

Η εξεύρεση νέας χρηματοδότησης από το ΔΝΤ για την Ουκρανία θα πρέπει να ξεπεράσει αρκετά εμπόδια. Θα πρέπει να λάβει διαβεβαίωση ότι μπορεί να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή της χρηματοδότησής της για να πάρει την υπογραφή των μετόχων.

«Με άλλα λόγια,[την διαβεβαίωση] ότι οι αριθμοί βγαίνουν. Ακόμα και μόνο για να ανταποκριθεί το ΔΝΤ στη στενή εστίαση στις ανάγκες χρηματοδότησης του προϋπολογισμού, η Δύση θα πρέπει να βρει 20- 37 δισ. δολάρια σε νέα χρηματοδότηση, μόνο και μόνο για να μπορέσει η χώρα να φτάσει μέχρι το τέλος του προγράμματος τον Μάρτιο του 2027», λέει ο Ας, και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπολογιστεί ότι θα ξοδευτούν 100 δισ. δολάρια για τουλάχιστον άλλα τρία χρόνια.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν κάλυπτε περίπου το 40% των χρηματοδοτικών αναγκών της Ουκρανίας, αλλά με την κυβέρνηση Τραμπ να έχει πλέον βγει από το παιχνίδι, αυτή η πολύ σημαντική ετήσια χρηματοδοτική απαίτηση θα πέσει εξ ολοκλήρου στην Ευρώπη.

«Η Ευρώπη δεν είναι σε θέση και δεν θα αναλάβει αυτόν τον λογαριασμό», λέει ο Ash. «Η σκληρή πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα σε ολόκληρη την ήπειρο σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα να λάβει η Ουκρανία μια τέτοια μακροπρόθεσμη δέσμευση χρηματοδότησης. Η Ευρώπη παλεύει με αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα, υποτονική ανάπτυξη, αντικρουόμενες απαιτήσεις για την άμυνα και τις κοινωνικές ανάγκες και ένα λαϊκιστικό ρεύμα που απαιτεί δαπάνες στο εσωτερικό των χωρών της. Η κατάσταση είναι πλέον σοβαρή».

Ο Ash εικάζει ότι οι μέτοχοι του ΔΝΤ ενδέχεται να απορρίψουν οποιαδήποτε πρόταση για αύξηση της χρηματοδότησης ακόμη και κατά άλλα 20 δισ. δολάρια βραχυπρόθεσμα, γεγονός που θα επισπεύσει ταχύτατα μια κρίση. Και θα δημιουργούσε αμέσως αμφιβολίες για την ικανότητα της Ουκρανίας να συνεχίσει την άμυνά της έναντι των ρωσικών επιθέσεων.

«Η Ευρώπη χρειάζεται ένα σχέδιο Β, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι τώρα στην πραγματικότητα το σχέδιο Α. Για περισσότερα από τρία χρόνια, η Ευρώπη έχει αγνοήσει την πολύ προφανή λύση στο πρόβλημά της», λέει ο Ash.

Τα χρήματα της CBR

Ο Ash, και πολλοί άλλοι, υποστηρίζουν εδώ και αρκετά χρόνια να κατασχεθούν τα 300 δισ. δολάρια των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας (CBR) και να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή του πολέμου. Η ιδέα επανήλθε πρόσφατα στη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στην Κοπεγχάγη την 1η Σεπτεμβρίου, αλλά τελικά απορρίφθηκε. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen το έθεσε επίσης κατά τη διάρκεια της ομιλίας της για την κατάσταση της ΕΕ (βλ. βίντεο, βλ. απομαγνητοφώνηση) στις 10 Σεπτεμβρίου, αλλά δήλωσε ότι η ιδέα έχει πλέον αποσυρθεί από το τραπέζι.

Το πρόβλημα είναι ότι τα χρήματα έχουν μεν δεσμευτεί, αλλά τεχνικά εξακολουθούν να ανήκουν στην Τράπεζα της Ρωσίας. Η κατάσχεσή τους – η ανάληψη της κυριότητας και η δαπάνη τους – σε αντίθεση με την απλή δέσμευσή τους, θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη τόσο στο ευρώ όσο και στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, λένε οι επικριτές – κάτι που οι κεντρικοί τραπεζίτες στην Ευρώπη δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν. Εν τω μεταξύ, η φον ντερ Λάιεν πρότεινε ότι τα χρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιο “δημιουργικά” και να επενδυθούν σε κάποιου είδους “ομόλογα νίκης” για τη δημιουργία περισσότερων εσόδων. Τα κέρδη από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για να στηρίξουν ένα δάνειο ύψους 50 δισ. δολαρίων της G7 για την Ουκρανία, το πρόγραμμα έκτακτης επιτάχυνσης των εσόδων (ERA), αλλά το δάνειο αυτό έχει ήδη καταβληθεί σχεδόν πλήρως ***.

Ενώ οι ηγέτες της ΕΕ αισθάνονται πολύ δυσάρεστα σχετικά με την κατάσχεση των χρημάτων της CBR, μπροστά στην προοπτική μιας ρωσικής στρατιωτικής νίκης στην Ουκρανία, η πίεση για την αρπαγή αυτών των κεφαλαίων θα αυξάνεται σταθερά.

«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν πίσω στο ζήτημα της δέσμευσης, κατάσχεσης και χρήσης των περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας (CBR) ύψους 330 δισ. δολαρίων που βρίσκονται σε Δυτικές δικαιοδοσίες», λέει ο Ash. «Τα χρήματα αυτά θα χρηματοδοτούσαν επαρκώς τις αμυντικές ανάγκες της Ουκρανίας για έναν μακροχρόνιο πόλεμο και θα έστελναν ένα ισχυρό μήνυμα ότι η Ουκρανία μπορεί να ανταπεξέλθει στο μακροχρόνιο πολεμικό σενάριο του Πούτιν και στη δική του προβληματική οικονομία. Αυτό θα αύξανε το ρίσκο του Κρεμλίνου ως προς τη συνέχιση του επιθετικού του πολέμου και πολύ πιθανόν θα το ανάγκαζε να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

«Οι αντίπαλοι της ανάγκης κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων της CBR της Ρωσίας έχουν ένα οπλοστάσιο δικαιολογιών, αν και καμία δεν είναι πολύ πειστική. Τέτοια επιχειρήματα είναι, ούτως ή άλλως, λιγότερο αποτελεσματικά όσο χειροτερεύει το χρηματοδοτικό δίλημμα της Ουκρανίας», υποστηρίζει ο Ash, υπογραμμίζοντας το δίλημμα που αντιμετωπίζει τώρα η Ευρώπη. «Και ενώ αυτοί οι επικριτές βάζουν ως στόχο να εξηγήσουν τι πιστεύουν ότι δεν θα λειτουργήσει, δεν υπάρχουν προτάσεις [από αυτούς] για το τι θα λειτουργήσει».

Έρχεται κρίση

Μια κρίση πλησιάζει. Η εξάρτηση από τη συνδρομή των ευρωπαίων φορολογουμένων δεν είναι πλέον βιώσιμη. Οι πολιτικές επιπτώσεις από την αφαίμαξη των ευρωπαϊκών οικονομιών και την εκτίναξη των ελλειμμάτων και του χρέους είναι ήδη ορατές, τροφοδοτώντας μια λαϊκή αντίδραση και την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη. Το AfD («Alternative für Deutschland») της Γερμανίας μόλις τριπλασίασε το ποσοστό του στις περιφερειακές εκλογές στη Γερμανία αυτό το Σαββατοκύριακο, λαμβάνοντας το 15% των ψήφων στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, το κρατίδιο καταγωγής του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Το AfD προηγείται πλέον στις εθνικές δημοσκοπήσεις. Παρόμοια πράγματα συμβαίνουν και στην υπόλοιπη ΕΕ.

«Και παρόλα αυτά, η εναλλακτική λύση της ουκρανικής χρεοκοπίας και ήττας είναι ένα τρομακτικό φάντασμα για την ήπειρο», λέει ο Ash. «Αν συμβεί αυτό, η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλά, πολλά εκατομμύρια Ουκρανών που θα μετακινηθούν προς τη Δύση, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό της ιστό. Οι συνέπειες γίνονται χειρότερες όσο πιο προσεκτικά εξετάζονται».

Ο Ash συνεχίζει ζωγραφίζοντας μια ζοφερή εικόνα για το πώς θα έμοιαζε η Ευρώπη αν η Ουκρανία χάσει: Τα δύο μεγαλύτερα στρατιωτικά βιομηχανικά συγκροτήματα της Ευρώπης θα πέσουν στα χέρια του Κρεμλίνου, οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες θα πρέπει να αυξηθούν αμέσως στο 5% του ΑΕΠ, τα ελλείμματα του προϋπολογισμού και οι ανάγκες δανεισμού θα εκτοξευθούν, τα επιτόκια σε όλη την Ευρώπη θα αυξηθούν, και η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί.

«Οι πολέμιοι της κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων της CBR, ιδίως το Βέλγιο, η Euroclear και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), πρέπει να περιγράψουν λεπτομερώς το ακριβές σχέδιό τους για την άμυνα της Ευρώπης, εάν τα δισεκατομμύρια της Ρωσίας μείνουν ανεκμετάλλευτα», λέει ο Ash. «Προς το παρόν, το μόνο που βλέπουμε είναι αμήχανα πρόσωπα – δεν έχουν κανένα σχέδιο».

Το πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι υποθέτει ότι η μόνη λύση είναι να χρηματοδοτηθεί η Ουκρανία για να συνεχίσει τον πόλεμο με την εξίσου μάταιη ελπίδα ότι η ρωσική οικονομία θα καταρρεύσει τελικά ή ότι ο Τραμπ θα μπει ξανά στο παιχνίδι και θα επιβάλει τόσο σκληρές κυρώσεις στη Ρωσία, ώστε ο Πούτιν θα αναγκαστεί να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων – ένα εξίσου απίθανο σενάριο.

Βραχυπρόθεσμα, το μόνο άμεσα διαθέσιμο σενάριο που μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο είναι ότι ο Ζελένσκι θα αποδεχθεί τους όρους που έχει θέσει το Κρεμλίνο στους διάφορους γύρους συνομιλιών φέτος κατά το πρότυπο της αποτυχημένης ειρηνευτικής συμφωνίας της Κωνσταντινούπολης το 2022. Πρόκειται ουσιαστικά για τη φινλανδοποίηση της Ουκρανίας, όπου παραδίδει το 20% του εδάφους της, επιστρέφει στην ουδετερότητα και υπόσχεται να μην ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ. Υπάρχουν κάποιες δύσκολες επιλογές μπροστά μας και καμία από τις εναλλακτικές λύσεις δεν είναι ιδιαίτερα εύπεπτη.

Πηγή: bne IntelliNews

 

*Η συζήτηση για το πώς μπορούν να κατασχεθούν τα ρωσικά διαθέσιμα, χωρίς αυτό να θεωρηθεί κατάσχεση από τα δικαστήρια, κρατά τρία χρόνια τώρα. Το τελευταίο σχέδιο, που όμως δεν είναι ευρέως αποδεκτό και δεν εγκρίθηκε στην τελευταία συνάντηση των υπουργών εξωτερικών της ΕΕ στην Κοπεγχάγη (1 Σεπτεμβρίου) όπου συζητήθηκε, προβλέπει την «επένδυση» των ρωσικών χρημάτων σε zero-coupon ομόλογα που θα εκδώσει η Κομισιόν υπό την εγγύηση των κυβερνήσεων των κρατών-μελών και την μεταφορά των χρημάτων στη συνέχεια στο Κίεβο ως δάνειο που θα παράσχει η Κομισιόν. Δεδομένου ότι, όπως όλοι αντιλαμβάνονται, το δάνειο αυτό ποτέ δεν πρόκειται να αποπληρωθεί, επιδιώκεται η σύνδεσή του με «πολεμικές αποζημιώσεις» που θα υποχρεωθεί—κατά το σχέδιο—να καταβάλει η Ρωσία, δηλαδή ουσιαστικά να πληρώσει η Ρωσία ως αποζημιώσεις προς το Κίεβο τα χρήματα που θα λάβει για την αποπληρωμή του δανείου, επομένως να μη λάβει πίσω τίποτα—έτσι κι αλλιώς τα χρήματα θα έχουν φαγωθεί. Το ρίσκο εδώ είναι μεγάλο για τις εγγυήτριες κυβερνήσεις, διότι, πέρα από ενδεχόμενη δικαστική κατάπτωση του όλου κόλπου, πιθανότατα το Κίεβο να υποχρεωθεί, λόγω της έκβασης του πολέμου, να αποποιηθεί των υποτιθέμενων ‘πολεμικών αποζημιώσεων’ στις οποίες υπολογίζει (στα χαρτιά) η Κομισιόν, οπότε και πάλι υπόλογες για την αποπληρωμή του δανείου θα είναι οι κυβερνήσεις των χωρών μελών, δηλαδή οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Χωρίς υπερβολή, στην κατάσταση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή η ΕΕ, μια τέτοια εξέλιξη πιθανότατα θα σημάνει το τέλος της.

**Με τον όρο Bankova αναφέρεται συνήθως το προεδρικό γραφείο της Ουκρανίας από το όνομα του δρόμου στον οποίο βρίσκεται.

***Οι τόκοι από ομόλογα κ.λπ. στα οποία ήταν τοποθετημένα τα διαθέσιμα της CBR έχουν χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση εξασφάλισης του δανείου των 50 δις δολαρίων σε μια αμφιλεγόμενη κίνηση τόσο ως προς τη νομιμότητά της όσο και ως προς την πραγματική εξασφάλιση που δίνουν οι τόκοι μερικών δις δολαρίων σε δάνειο ύψους 50 δις.

Το ΝΑΤΟ αποφασίζει προγράμματα εξοπλισμών

Η βορειοαντλαντικη συμμαχία αποφασιζει την αύξηση των στρατιωτικών της δυνατοτήτων κατά 30%.

Όπως υποσχέθηκε, έτσι και εκανε. “Το ΝΑΤΟ αποφασίζει το μεγαλύτερο πρόγραμμα επανεξοπλισμού εδώ και δεκαετίες”, αναφέρει το Deutsche Presseagentur, “Απόφαση για μεγάλο επανεξοπλοσμο” πανηγυρίζει η Bild.

Οι υπουργοί Άμυνας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας έθεσαν τους νέους τους στόχους για αύξηση της στρατιωτικής τους ικανότητας στη συνάντησή τους στις Βρυξέλλες την Πέμπτη, και όπως αναμενόταν συμφώνησαν. Αν και τα ακριβή σχέδια είναι μυστικά, υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι είχαν μιλήσει προηγουμένως για αύξηση των στόχων κατά 30 τοις εκατό. Η κορυφαία προτεραιότητα για τους στρατηγούς του ΝΑΤΟ είναι ικανότητες όπως πυροβολικό και πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, αεράμυνα και γρήγορα αναπτυσσόμενες χερσαίες δυνάμεις. Όμως τόσο η δυνατότητα διεξαγωγής υβριδικών πολέμων όσο και οι κατασκοπευτικοί δορυφόροι βρίσκονται ψηλά στη λίστα.

Τόσο θα κοστίσει ο νέος στρατιωτικός εξοπλισμός. Μέχρι τώρα, η απαίτηση του ΝΑΤΟ ήταν δαπάνη δύο τοις εκατό του αντίστοιχου ΑΕΠ κάθε χώρας για τον στρατό. Αυτό προφανώς δεν είναι πλεον αρκετό. Αντίστοιχα, όταν οι ηγέτες των 32 κρατών μελών του ΝΑΤΟ συναντηθούν στη μεγάλη σύνοδο κορυφής στη Χάγη στις 24 και 25 Ιουνίου, θα πρέπει να εγκρίνουν την αύξηση του στόχου του ΝΑΤΟ στο πέντε τοις εκατό του ΑΕΠ. Αυτό θέλει ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ. Στο περιθώριο της συνάντησης των Βρυξελλών, ανακοίνωσε ότι ήταν πολύ κοντά σε συναίνεση με τον στόχο του πέντε τοις εκατό. “Πιστεύουμε ότι η συμμαχία θα δεσμευτεί σε πέντε τοις εκατό σε λίγες εβδομάδες –3,5 τοις εκατό για τον στρατό και 1,5 τοις εκατό για τις υποδομές και τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την άμυνα”. Είναι απαραίτητο να μοιραστεί το βάρος των εξοπλισμων, επειδή η “Αμερική δεν μπορεί να είναι πάντα και παντού”.

Η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για πόλεμο με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και αργά ή γρήγορα θα πρέπει να αποσύρει στρατεύματα από την Ευρώπη για να το κάνει. Η Ρωσία παραμένει στο στόχαστρό της: κατά την έναρξη της ετήσιας άσκησης Baltops Manoeuvre στόλος του ΝΑΤΟ αναχώρησε την Πέμπτη από το λιμάνι του Ρόστοκ στη Βαλτική θάλασσα. Η πολεμική άσκηση στρέφεται ξεκάθαρα κατά της Ρωσίας, η οποία αυτή τη στιγμή έχει επίσης μέρος του στόλου της στη Βαλτική.

Πηγή: junge Welt

Η ύβρις των ηττημένων απογόνων του Ναζισμού

Για ακόμα μια χρονιά η Γερμανική κυβέρνηση θα επιβάλει απαγόρευση κατά την διάρκεια των εκδηλώσεων μνήμης της αντιφασιστικής νίκης στα τρία εμβληματικά μνημεία του Κόκκινου Στρατού, στο Τρέπτοουερ Παρκ, στο Τιεργκάρντεν και στο Πάνκοου, τη χρήση της σημαίας και του εθνόσημου της ΕΣΣΔ. Επίσης θα απαγορεύσει το άκουσμα του «Ιερού Πολέμου», του τραγουδιού που έχει συνδεθεί όσο κανένα άλλο με την εποποιία του Κόκκινου Στρατού για το τσάκισμα του ναζισμού στο Βερολίνο τον Μάη του 1945.

Από το 2022, η γερμανική κυβέρνηση επιβάλει αυτές τις απαγορεύσεις. Τότε ισχυρίστηκαν ότι το μέτρο πάρθηκε για «Για να μην υπάρξει πρόκληση και σύγκρουση, από την εμφάνιση συμβόλων και σημάτων που είναι κατάλληλα για να εξυμνήσουν τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας». Το ίδιο περίπου ισχυρίζονται και σήμερα, ότι ο σκοπός της απαγόρευσης «είναι η αποτροπή επεισοδίων, επιθετικής προπαγάνδας και προσπαθειών χειραγώγησης της κοινής γνώμης στους χώρους των εκδηλώσεων» όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα της Berliner Morgenpost.

Η απόφαση αυτή δεν έχει να κάνει φυσικά με τα σύμβολα, ούτε με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Είναι μια συστηματική προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από την δεκαετία του ‘80 ακόμα για να αλλάξει η ιστορική αλήθεια και να υποβαθμιστεί ο ρόλος της ΕΣΣΔ στην ήττα του Ναζισμού.

Tον πρώτο ρόλο στη διαστρέβλωση της ιστορικής μνήμης κατέχει η ΕΕ. Από το 1985 ακόμα προσπάθησε να διαγράψει την 9η Μάη ως μέρα της Αντιφασιστικής Νίκης, καθιερώνοντας στη θέση της τη λεγόμενη «Ημέρα της Ευρώπης». Ακολούθησε το «Μνημόνιο για την ανάγκη διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων» το 2006, ο ορισμός της 23ης Αυγούστου (μέρα που υπεγράφη το Σύμφωνο μη επίθεσης Μολότοφ – Ρίμπεντροπ) ως «Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ναζισμού και του Σταλινισμού» κ.λπ.

Έτσι λοιπόν σήμερα, ο Κόκκινος Στρατός μετατρέπεται από ελευθερωτής σε «κατοχικό», η αντίσταση των λαών χαρακτηρίζεται «μυθοπλασία», από διάφορους αναθεωρητές της ιστορίας, οι αντάρτες στιγματίζονται ως «κόκκινοι τρομοκράτες», ενώ οι συνεργάτες των ναζί είναι τα «αθώα θύματα» που αναγκάστηκαν σε άμυνα κατά των κομμουνιστών ή ακόμα και «ήρωες» σε Ουκρανία και στις χώρες της Βαλτικής.

Η Γερμανική κυβέρνηση, ενώ από τη μια ορθώς απαγορεύει τα ναζιστικά σύμβολα από την άλλη τα σύμβολα που νίκησαν τον ναζισμό «κρύβονται» και θεωρούνται ότι είναι σύμβολα «επιθετικής προπαγάνδας».

Πίσω από τα παραπάνω προσχήματα κρύβεται η ιδεολογική και πολιτική κληρονομιά των ηττημένων του ναζισμού, που προσπαθούν να αλλάξουν τις μνήμες του πολέμου στην νέα γενιά μέσα από ένα γενικό σχέδιο αναθεώρησης της Ιστορίας που εκπορεύεται από ΝΑΤΟ- ΕΕ.

Στις χώρες της Βαλτικής από την δεκαετία του ‘90 ακόμα υιοθετήθηκε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο απαγόρευσης των κομμουνιστικών συμβόλων και της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Έτσι οδηγήθηκαν στις φυλακές χιλιάδες κομουνιστές και αριστεροί. Παράλληλα προχώρησαν σε μία ευρείας κλίμακας αναθεώρηση της ιστορίας τους, η οποία οδήγησε στην ιστορική αναγνώριση των Εσθονικών, Λετονικών και Λιθουανικών SS και των εθνικιστικών οργανώσεων που πολέμησαν στο πλευρό των ναζί εναντίον της Σοβιετικής ‘Ένωσης.

Άραγε οι απαγορεύσεις αυτές στην Γερμανία είναι τα «ντροπαλά» πρώτα βήματα για να επιβληθεί μια νέα εθνική αφήγηση, όπου οι ηττημένοι του Β’ Παγκοσμίου ναζί και οι συνεργάτες τους θα είναι τα «θύματα» όπως συμβαίνει στις χώρες της Βαλτικής και στην Ουκρανία; Και ο νικητής Κόκκινος Στρατός θα εξαφανιστεί από την ιστορική μνήμη και στην θέση του θα μπει το γελοίο αφήγημα του Τραμπ ότι οι Αμερικανοί ήταν οι απελευθερωτές της Ευρώπης;

Άραγε είμαστε σε δρόμους που στο τέλος τους βρίσκεται η ιστορική αθώωση του ναζισμού;

Όταν τα μνημεία του Κόκκινου Στρατού γκρεμίζονται όπως ήδη συμβαίνει στην Πολωνία και Τσεχία…

Όταν στη Λετονία, τιμώνται τα SS που συμμετείχαν στη δολοφονία εβραϊκού και σλαβικού πληθυσμού…

Όταν στη Λιθουανία, ανεγείρονται αγάλματα για αυτούς που συνεργάστηκαν με τη Βέρμαχτ…

Τότε η ιστορική αναθεώρηση δεν είναι απλώς «εθνικισμός». Είναι μια συνειδητή προσπάθεια να εξαλειφθεί η αντιφασιστική κληρονομιά και να επανέλθουν οι ηττημένοι του πολέμου στην εξουσία όχι ακριβώς με την μορφή που είχαν αλλά με κάποια παραπλήσια!

Η απαγόρευση των σοβιετικών συμβόλων στις 9 Μαΐου από την Γερμανική κυβέρνηση δεν είναι απλώς μια πολιτική απόφαση. Είναι μια ιστορική ύβρις! Είναι η απόπειρα των ηττημένων να εκδικηθούν τους νικητές. Όμως οι μνήμες των λαών για την νίκη του Κόκκινου Στρατού, των κομμουνιστών, των παρτιζάνων, των εργατών και των απλών ανθρώπων που τσάκισαν τον ναζισμό δεν μπορεί να σβηστεί με νόμους και απαγορεύσεις.

Έτσι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία, να σβήσουν από την συλλογική μνήμη την ανεκτίμητη προσφορά του Κόκκινου Στρατού και της ΕΣΣΔ στην πάλη ενάντια στο τέρας του φασισμού-ναζισμού.

Η αντίσταση σε αυτή την ιστορική διαστρέβλωση δεν είναι μόνο ζήτημα τιμής ή χρέους στα εκατομμύρια των νεκρών της Σοβιετικής Ένωσης, είναι μια αδιάκοπη μάχη για το μέλλον, γιατί οι ηττημένοι του χθες επιδιώκουν τη ρεβάνς τους.

Ογδόντα χρόνια μετά την αντιφασιστική νίκη, η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί ζήτημα σφοδρής ιδεολογικής σύγκρουσης. Σήμερα, ο αγώνας για την υπεράσπιση της κληρονομιάς που μας άφησε η αντιφασιστική νίκη δεν αφορά μόνο τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, αλλά έχει άμεση σχέση με την ανάπτυξη των σύγχρονων αγώνων ενάντια στο φασισμό.

Ο Αντιφασισμός όμως από μόνος του δεν μπορεί να είναι συνεπής χωρίς την αμφισβήτηση του καπιταλισμού, ο οποίος γεννά τον φασισμό. Χωρίς τη σύγκρουση με τους σύγχρονους πολεμοκάπηλους και ιμπεριαλιστές, των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, αλλά και χωρίς την καταδίκη των Σιωναζιστών του Ισραήλ και την πολιτική γενοκτονίας που εφαρμόζουν ενάντια στον παλαιστινιακό λαό

Ίσως για μια ακόμα φορά ο Μπέρτολτ Μπρεχτ να είναι προφητικός

«Ο φασισμός είναι μια ιστορική φάση όπου μπήκε τώρα ο καπιταλισμός, κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και παλιό μαζί. Ο καπιταλισμός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια μονάχα σαν φασισμός κι ο φασισμός δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός».

New York Times: Αποκαλύπτουμε τη στενή εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο στην Ουκρανία

Σε ένα αποκαλυπτικό άρθρο έρευνας, γραμμένο από τον Adam Entous (ερευνητή δημοσιογράφο με έδρα την Ουάσινγκτον που ασχολείται με θέματα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και των υπηρεσιών πληροφοριών), ο πυλώνας των καθεστωτικών ΜΜΕ των ΗΠΑ, οι New York Times αποκαλύπτουν τη βαθύτατη εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο στην Ουκρανία, ουσιαστικά επιβεβαιώνοντας με στοιχεία την θέση ότι ο πόλεμος αυτός είναι ένας πόλεμος που έχουν κηρύξει οι ΗΠΑ/ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας και απλά διεξάγεται μέσω αντιπροσώπου.

Αυτό βέβαια εμείς το γνωρίζουμε και το λέμε από την αρχή της σύγκρουσης. Όμως, έχει ξεχωριστή σημασία η αποκάλυψη των στοιχείων από τους ΝΥΤ.

Πρώτον, επειδή οι ΝΥΤ θεωρούνται η ναυαρχίδα των συστημικών ΜΜΕ στις ΗΠΑ και οι αμερικανοΝΑΤΟϊκοί προπαγανδιστές ή/και τα θύματα της αμερικανοΝΑΤΟϊκής προπαγάνδας αποστομώνονται εκ των έσω στους αντίθετους ισχυρισμούς που τους αρέσει να αναμασούν.

Δεύτερον, επειδή πάντα όταν ο αντίπαλος αποδέχεται τους δικούς σου ισχυρισμούς, αυτό έχει τη σημασία του.

Και τρίτο, και κυριότερο, επειδή μέσω αυτού του άρθρου οι ΝΥΤ—που έχουν στενές σχέσεις με το λεγόμενο ‘βαθύ κράτος’ των ΗΠΑ και κυρίως με την γραφειοκρατία που ελέγχει την εξωτερική πολιτική της χώρας—ουσιαστικά παρεμβαίνουν στη συζήτηση που γίνεται αυτή τη στιγμή για το δέον γενέσθαι της μετέωρης αμερικανικής πολιτικής στο Ουκρανικό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναλυτική περιγραφή από τους NYT της χρονολόγησης και του τρόπου που τα πλήγματα στα ρωσικά μετόπισθεν πραγματοποιούνταν/πραγματοποιούνται—καθώς από πουθενά δεν προκύπτει ότι κάτι έχει αλλάξει—υπό την άμεση εμπλοκή του αμερικανικού στρατού και μυστικών υπηρεσιών.

Άποψή μας παραμένει ότι οι ΗΠΑ, κάτω από τη νέα κυβέρνηση, έχουν δύο εκδοχές στη διάθεσή τους: Ή σηκώνονται και φεύγουν από την Ουκρανία με τον Τραμπ να λέει “αυτός δεν είναι ο δικός μου πόλεμος, αλλά του Μπάιντεν” ή βυθίζονται ακόμη περισσότερο στο ουκρανικό τέλμα, με τον πόλεμο να μένει στην Ιστορία ως ‘πόλεμος του Τραμπ’ από ‘πόλεμος του Μπάιντεν’, ακριβώς όπως ο πόλεμος του Βιετνάμ έμεινε στην Ιστορία ως ‘ο πόλεμος του Νίξον’—ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε εκλεγεί με την υπόσχεση να τον τερματίσει—αντί για ‘πόλεμος του Τζόνσον’.

Το άρθρο, υπογραμμίζοντας τον ρόλο που παίζουν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία, ουσιαστικά υπογραμμίζει ότι το καθεστώς του Κιέβου θα χάσει αν οι ΗΠΑ το εγκαταλείψουν. Εμείς φυσικά το γνωρίζουμε, όπως γνωρίζουμε ότι ούτως ή άλλως θα χάσει για δεκάδες λόγους. Αλλά οι δυτικοί προπαγανδιστές και οι άνωθεν εκπορευόμενες αφηγήσεις μέχρι πολύ πρόσφατα μιλούσαν για νίκη του καθεστώτος ενώ αυτή τη στιγμή η κυρίαρχη αφήγηση είναι για «στασιμότητα στα μέτωπα» και ότι «κανείς δεν μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο με στρατιωτικά μέσα».

Οι ΝΥΤ με την έρευνα αυτή περνάνε σε ένα επόμενο στάδιο: αυτό της έμμεσης παραδοχής ότι αν το Κίεβο εγκαταλειφθεί από τις ΗΠΑ, τότε επέρχεται η ήττα. Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, η άμεση αμερικανική εμπλοκή στις επιχειρήσεις είναι τόσο χοντρή και απαραίτητη για να επιβιώνει το καθεστώς του Κιέβου, ώστε το συμπέρασμα της στρατιωτικής κατάρρευσης εάν αυτή η εμπλοκή τερματιστεί, ακόμη και αν η στρατιωτική ‘βοήθεια’ συνεχίσει να διοχετεύεται, είναι αναπόφευκτο.

Το άρθρο ασφαλώς δεν είναι αθώο: γράφεται για να υποστηρίξει τη συνέχιση της πολιτικής Μπάιντεν από τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ επιδιώκοντας να παρέμβει στις συζητήσεις καθώς μέσα στη νέα κυβέρνηση του Τραμπ υποστηρίζονται αντικρουόμενες θέσεις για το μέλλον γενέσθαι στο Ουκρανικό. Εδώ, και όσο αφορά αυτές τις συζητήσεις, παραπέμπω στην έξοχη συζήτηση των καθηγητών Glenn Diesen και John Mearsheimer με τον Αλέξανδρο Μερκούρη.

Και επίσης, ως στόχο έχει, μέσω των αποκαλύψεων, να εμποδίσει τις συζητήσεις της νέας αμερικανικής κυβέρνησης με την κυβέρνηση της Ρωσίας καθώς επιδιώκει να ανοίξει ένα χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών αποκαλύπτοντας τον ‘χοντρό’ ρόλο που έχουν παίξει και συνεχίσουν να παίζουν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία.

Μετά από τις αποκαλύψεις αυτού του άρθρου, τι θα ήταν πιο φυσικό από το να απαιτήσει η Ρωσία το σταμάτημα των αμερικανικών πολεμικών δραστηριοτήτων κατά της χώρας, εφόσον οι ΗΠΑ λένε ότι θέλουν ο πόλεμος να σταματήσει και κατηγορούν τις ‘δύο πλευρές’—δηλαδή το Κίεβο και τη Μόσχα—για «κακή θέληση» χωρίς να λένε κουβέντα για τη δική τους δράση που, σύμφωνα με τους ΝΥΤ, τους κάνει κανονικούς εμπόλεμους, δηλαδή μια ‘τρίτη’ πλευρά της σύρραξης.

Οι ΝΥΤ προφανώς δεν είναι τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουν ότι αυτά που σήμερα αποκαλύπτουν είναι άγνωστα στη ρωσική ηγεσία και αυτή, τώρα που θα τα πληροφορηθεί, θα θυμώσει και θα απορρίψει τις όποιες αλλαγές επιδιώκει να επιφέρει η κυβέρνηση Τραμπ στην προσέγγιση των ΗΠΑ στο Ουκρανικό.

Αλλά οι ΝΥΤ πιστεύουν πως αποδεικνύοντας με στοιχεία ότι είναι οι ΗΠΑ που διεξάγουν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας στην Ουκρανία, θα επηρεάσουν την ρωσική κοινή γνώμη και το μεσαίο στελεχικό δυναμικό της χώρας. Στην αγανάκτηση αυτών ποντάρει επίσης το αμερικανικό βαθύ κράτος για να παρεμποδιστούν οι δυνατότητες ελιγμών της ρωσικής κυβέρνησης, που οι ΝΥΤ φοβούνται ότι μπορεί να ‘τα βρει’ με τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ.

Βέβαια, για μια ακόμη φορά το αμερικανικό βαθύ κράτος δεν αντιλαμβάνεται τα σύνθετα χαρακτηριστικά που έχει η ρωσική εξωτερική πολιτική ούτε αντιλαμβάνεται τη διάθεση των Ρώσων πολιτών τους οποίους εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να χειραγωγεί, να τρομοκρατεί ή να καλλιεργεί τις ανύπαρκτες ‘εγχρωμο-επαναστατικές’ τους τάσεις στην απελπισμένη του προσπάθεια να διαλύσει εκ των έσω τη Ρωσική Ομοσπονδία.

Στο τέλος το άρθρο επιδιώκει να τονίσει πόσο καλά τα πήγαιναν οι ΗΠΑ στον πόλεμο μέχρι που αυτοί οι ‘άθλιοι’ οι Ουκρανοί ανακατεύτηκαν και χάλασαν τα εκπονημένα από τους αμερικανούς σχέδια. Από τότε, λέει το άρθρο, τα πράγματα πήραν την κάτω βόλτα—εδώ βέβαια υπάρχει και μια εσωτερική αντίφαση καθώς η υποτιθέμενη διαφορά με το καθεστώς του Κιέβου, στην οποία αναφέρεται το άρθρο και στην οποία αποδίδεται η δυσπραγία του καθεστώτος έκτοτε, συνέβη το καλοκαίρι του 2023, ενώ η χρονολόγηση της αμερικανικής εμπλοκής στο ίδιο το άρθρο διαρκεί μέχρι σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά.

Ακολουθεί η μετάφραση της περίληψης της έρευνας των ΝΥΤ, την οποία δημοσίευσε ο ίδιος συγγραφέας στην ίδια εφημερίδα. Το εξαιρετικά μακροσκελές και ντοκουμενταρισμένο πρωτότυπο σχετικά με την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο στην Ουκρανία βρίσκεται εδώ και σε αρχειοθετημένη μορφή (οπότε δεν παρεμποδίζεται η ανάγνωση από paywall) εδώ ή εδώ. Ο τίτλος του πρωτότυπου άρθρου είναι: «Ο Συνεταιρισμός: Η Μυστική Ιστορία του Πολέμου στην Ουκρανία». Ο υπότιτλός του είναι: «Αυτή είναι η μη ειπωμένη ιστορία του κρυφού ρόλου της Αμερικής στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ουκρανίας κατά των εισβαλλόντων Ρωσικών στρατιών».

Στην παρούσα μετάφραση χρησιμοποιήθηκε η αρχειοθετημένη εκδοχή της περίληψης.

 


 

Βασικά συμπεράσματα από τη μυστική στρατιωτική σύμπραξη της Αμερικής με την Ουκρανία

Μια έρευνα των New York Times αποκαλύπτει ότι η Αμερική ήταν συνυφασμένη με τον πόλεμο πολύ περισσότερο από ό,τι ήταν μέχρι τώρα γνωστό.

Από τον Adam Entous
30 Μαρτίου 2025

Ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται σε σημείο καμπής, με τον πρόεδρο Τραμπ να επιδιώκει προσέγγιση με τον Ρώσο ηγέτη, Βλαντιμίρ Πούτιν, και να πιέζει για τον τερματισμό των συγκρούσεων.

Αλλά για σχεδόν τρία χρόνια πριν από την επιστροφή του κ. Τραμπ στην εξουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουκρανία ήταν συνδεδεμένες σε μια εντυπωσιακή συνεταιρική σχέση πληροφοριών, στρατηγικής, σχεδιασμού και τεχνολογίας, της οποίας η εξέλιξη και οι εσωτερικές λειτουργίες ήταν γνωστές μόνο σε έναν μικρό κύκλο Αμερικανών και συμμαχικών αξιωματούχων.

Με αξιοσημείωτη διαφάνεια, το Πεντάγωνο έχει προσφέρει δημόσιες λογιστικές καταστάσεις που αφορούν τα 66,5 δισεκατομμύρια δολάρια σε όπλα που έχει προμηθεύσει στην Ουκρανία. Αλλά μια έρευνα των New York Times αποκαλύπτει ότι η εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο ήταν πολύ βαθύτερη από ό,τι είχε γίνει προηγουμένως κατανοητό. Η μυστική σύμπραξη καθοδηγούσε τόσο τη συνολική στρατηγική κατά τη διάρκεια των μαχών όσο και διοχέτευε ακριβείς πληροφορίες στόχευσης στους Ουκρανούς στρατιωτικούς στο πεδίο της μάχης.

Ακολουθούν πέντε βασικά συμπεράσματα από την έρευνα.

Μια αμερικανική βάση στο Βισμπάντεν της Γερμανίας τροφοδοτούσε τους Ουκρανούς με τις συντεταγμένες των ρωσικών δυνάμεων στο έδαφός τους.

Η ιδέα πίσω από τη σύμπραξη ήταν ότι η στενή συνεργασία της Αμερικής με την Ουκρανία θα αντιστάθμιζε τα τεράστια πλεονεκτήματα της Ρωσίας σε ανθρώπινο δυναμικό και οπλισμό. Για να καθοδηγούν τους Ουκρανούς καθώς ανέπτυσσαν [στην Ουκρανία] το ολοένα και πιο εξελιγμένο οπλοστάσιό τους, οι Αμερικανοί δημιούργησαν μια επιχείρηση με την ονομασία Task Force Dragon.

Το μυστικό κέντρο της σύμπραξης βρισκόταν στη βάση του αμερικανικού στρατού στο Βισμπάντεν της Γερμανίας. Κάθε πρωί, Αμερικανοί και Ουκρανοί στρατιωτικοί αξιωματικοί καθόριζαν τις προτεραιότητες στοχοποίησης—ρωσικές μονάδες, κομμάτια εξοπλισμού ή υποδομές. Οι αξιωματικοί των αμερικανικών και συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών ανέλυαν δορυφορικές εικόνες, ραδιοεκπομπές και υποκλαπείσες επικοινωνίες για να βρουν τις ρωσικές θέσεις. Στη συνέχεια, η Task Force Dragon έδινε στους Ουκρανούς τις συντεταγμένες ώστε να μπορούν να τους χτυπήσουν.

Οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι ανησυχούσαν ότι μπορεί να ήταν αδικαιολόγητα προκλητικό να αποκαλούν τους στόχους «στόχους». Αντ’ αυτού αναφέρονταν ως «σημεία ενδιαφέροντος».

Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το πυροβολικό βοήθησαν την Ουκρανία να ανατρέψει γρήγορα την εξέλιξη της ρωσικής εισβολής.

Την άνοιξη του 2022, η κυβέρνηση Μπάιντεν συμφώνησε να στείλει συστήματα πυροβολικού υψηλής κινητικότητας ή HIMARS, τα οποία χρησιμοποιούσαν δορυφορικά καθοδηγούμενους πυραύλους για πλήγματα σε απόσταση έως και 50 μιλίων.

Κατά τον πρώτο χρόνο του πολέμου, οι Ουκρανοί ήταν εξαιρετικά εξαρτημένοι από τους Αμερικανούς για πληροφορίες, και η Task Force Dragon εξέταζε και επέβλεπε σχεδόν κάθε χτύπημα HIMARS.

Τα πλήγματα προκάλεσαν την εκτίναξη του ρυθμού των ρωσικών απωλειών και η αντεπίθεση της Ουκρανίας το 2022 ήταν σε μεγάλο βαθμό επιτυχής: Μέχρι τον Δεκέμβριο, οι Ουκρανοί διατηρούσαν ένα απίθανο, τύπου ‘Δαυίδ εναντίον Γολιάθ’, πλεονέκτημα έναντι του Ρώσου εχθρού τους.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν συνέχισε να μετακινεί τις κόκκινες γραμμές της.

Από την πρώτη στιγμή, οι αξιωματούχοι της [αμερικανικής] κυβέρνησης προσπάθησαν να θέσουν μια κόκκινη γραμμή: Η Αμερική δεν πολεμούσε τη Ρωσία- βοηθούσε την Ουκρανία. Εν τούτοις, ανησυχούσαν ότι τα βήματα που γίνονταν για να επιτευχθεί αυτό θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον κ. Πούτιν να επιτεθεί σε στόχους του NATO ή ίσως να κάνει πράξη τις πυρηνικές του απειλές. Ακόμη και καθώς η [αμερικανική] κυβέρνηση ανέπτυσσε μια ολοένα και μεγαλύτερη ανοχή στο ρίσκο προκειμένου να βοηθάει την Ουκρανία να αντιμετωπίζει την εξελισσόμενη απειλή, πολλά από τα ενδεχομένως πιο προκλητικά βήματα γίνονταν εν κρυπτώ.

  • Χαλαρώνοντας την απαγόρευση για αμερικανικές μπότες στο ουκρανικό έδαφος, επιτράπηκε στο Βισμπάντεν να τοποθετήσει περίπου δώδεκα στρατιωτικούς συμβούλους στο Κίεβο. Για να μην τραβήξει την προσοχή της κοινής γνώμης στην παρουσία τους, το Πεντάγωνο τους ονόμασε αρχικά «ειδικούς επί του θέματος». Αργότερα η ομάδα διευρύνθηκε, σε περίπου τρεις δωδεκάδες, και οι στρατιωτικοί σύμβουλοι τελικά επιτράπηκε να ταξιδεύουν σε ουκρανικά διοικητήρια πιο κοντά στις μάχες.
  • Το 2022, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ εξουσιοδοτήθηκε να κοινοποιεί πληροφορίες στόχευσης για τις ουκρανικές επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε πολεμικά πλοία ακριβώς πέρα από τα χωρικά ύδατα της προσαρτημένης στη Ρωσία Κριμαίας. Η C.I.A. έλαβε άδεια να υποστηρίζει τις ουκρανικές επιχειρήσεις εντός των υδάτων της Κριμαίας—εκείνο το φθινόπωρο, η κατασκοπευτική υπηρεσία σε κρυφή επιχείρηση συνέδραμε ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη να πλήξουν ρωσικά πολεμικά πλοία στο λιμάνι της Σεβαστούπολης.
  • Τον Ιανουάριο του 2024, Αμερικανοί και Ουκρανοί στρατιωτικοί αξιωματικοί στο Βισμπάντεν σχεδίασαν από κοινού μια εκστρατεία – χρησιμοποιώντας πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς που προμήθευσε ο συνασπισμός, μαζί με ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη—για να επιτεθούν σε περίπου 100 ρωσικούς στρατιωτικούς στόχους σε όλη την Κριμαία. Η εκστρατεία, η οποία ονομάστηκε Επιχείρηση Lunar Hail, πέτυχε σε μεγάλο βαθμό να εξαναγκάσει τους Ρώσους να αποσύρουν εξοπλισμό, εγκαταστάσεις και δυνάμεις που βρίσκονταν στην Κριμαία πίσω στη ρωσική ενδοχώρα.


Εντέλει, δόθηκε η άδεια στον αμερικανικό στρατό και τη C.I.A. να συνδράμουν με χτυπήματα μέσα στη Ρωσία.

Η πιο αμετακίνητη κόκκινη γραμμή ήταν τα ρωσικά σύνορα. Αλλά την άνοιξη του 2024, για να προστατευθεί η βόρεια πόλη του Χάρκοβο από μια ρωσική επίθεση, η κυβέρνηση [των ΗΠΑ] έδωσε εντολή για τη δημιουργία ενός «πλαισίου επιχειρήσεων» (ops box)—μιας ζώνης ρωσικού εδάφους εντός της οποίας οι αξιωματικοί των ΗΠΑ στο Βισμπάντεν θα μπορούσαν να παρέχουν στους Ουκρανούς ακριβείς συντεταγμένες. Η πρώτη έκδοση του πλαισίου καταλάμβανε μια ευρεία έκταση κατά μήκος των βόρειων συνόρων της Ουκρανίας. Το πλαίσιο διευρύνθηκε μετά την αποστολή στρατευμάτων από τη Βόρεια Κορέα για να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της εισβολής των Ουκρανών στην περιοχή Κουρσκ της Ρωσίας. Αργότερα, επετράπη στον αμερικανικό στρατό να ενεργοποιήσει πυραυλικές επιθέσεις σε μια περιοχή της νότιας Ρωσίας, όπου οι Ρώσοι στάθμευαν δυνάμεις και εξοπλισμό για την επίθεσή τους στην ανατολική Ουκρανία.

[ΣΗΜ. Εδώ επιβεβαιώνεται έμμεσα ότι η επιδρομή με drones κατά των ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης της Ρωσίας για πυρηνική επίθεση που βρίσκονταν στο Αρμαβίρ πραγματοποιήθηκε από την CIA–σχετικά βλ. το άρθρο με τίτλο «Η ΑμερικανοΝΑΤΟϊκή επίθεση κατά του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης της Ρωσίας έχει ως στόχο την ανατροπή της ‘κυριαρχίας κατά την κλιμάκωση’ που απολαμβάνει η Ρωσία»]

Οι πολιτικές διαφωνίες στην Ουκρανία συνέβαλαν στην κατάρρευση της αντεπίθεσης του 2023.

Η αντεπίθεση του 2023 είχε ως στόχο να αναπτύξει δυναμική μετά τους θριάμβους του πρώτου έτους. Αλλά αφού οι εταίροι πραγματοποίησαν πολεμικά παιχνίδια στο Βισμπάντεν και συμφώνησαν σε μια στρατηγική, το σχέδιο προσέκρουσε μετωπικά στις ουκρανικές πολιτικές διαμάχες.

Ο επικεφαλής των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Valery Zaluzhny, αγκάλιασε το σχέδιο, κεντρικό σημείο του οποίου ήταν μια επίθεση προς την κατεύθυνση της νότιας πόλης της Μελιτόπολης που θα απέκοπτε τις ρωσικές γραμμές ανεφοδιασμού. Αλλά ο αντίπαλος και υφιστάμενός του, ο αντιστράτηγος Oleksandr Syrsky, είχε το δικό του σχέδιου—να καθηλώσει τις ρωσικές δυνάμεις στην κατεχόμενη ανατολική πόλη Μπάχμουτ. Ο Ουκρανός πρόεδρος, Volodymyr Zelensky, πήρε το μέρος του και μοίρασε τα πυρομαχικά και τις δυνάμεις σε δύο κύρια μέτωπα αντί για ένα. Οι Ουκρανοί δεν ανακατέλαβαν ποτέ το Μπάχμουτ και μέσα σε λίγους μήνες η αντεπίθεση κατέληξε σε αποτυχία. Η Ρωσία είχε πλέον το πάνω χέρι.

 

Πηγή: Archive

Συμμαχία με αντιφάσεις

Η συμμαχία της Sahra Wagenknecht πανηγύρισε μεγάλες επιτυχίες στις εκλογές της Ανατολικής Γερμανίας. Λίγο πριν τις ομοσπονδιακές εκλογές, ωστόσο, τα εκλογικά ποσοστά της μειώνονται.  

Χειροκροτήματα ξέσπασαν στο ομοσπονδιακό κομματικό συνέδριο του BSW όταν, προς το τέλος, η ιδρύτρια, πρόεδρος και συνονόματη του κόμματος ανέβηκε τελικά στη σκηνή. Η πλειοψηφία των 600 ατόμων που ήταν παρόντες σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους, χειροκροτώντας. Η διάθεση είναι καλή, είπε. Όσοι πιστεύουν ότι η διάθεση είναι κακή πρέπει να μπήκαν σε λάθος χώρο, είπε. 

Ένα χρόνο μετά την επίσημη ίδρυσή του, το BSW αγωνίζεται να μπει στην επόμενη βουλή. Οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις βλέπουν το κόμμα σε περίπου τέσσερα έως έξι τοις εκατό – έναν κρίσιμο ποσοστό που καθορίζει την επιτυχία ή την αποτυχία. Είναι η πρώτη σοβαρή κρίση του νεαρού κόμματος αφού προκάλεσε σάλο με ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα: στις ευρωεκλογές του Ιουνίου, το BSW κέρδισε αμέσως το 6,2 τοις εκατό των ψήφων και στις εκλογές στο Βραδεμβούργο, τη Σαξονία και τη Θουριγγία πέτυχε ακόμη και διψήφια αποτελέσματα. Αλλά η σημερινή κρίση δεν έρχεται από το πουθενά. Είναι το αποτέλεσμα πέντε κεντρικών αντιφάσεων που συνόδευσαν το BSW από την ίδρυσή του. 

Κεφάλαιο κατά εργασίας 

Στην ομοσπονδιακή συνέντευξη Τύπου το φθινόπωρο του 2023, στην οποία ανακοινώθηκε η ίδρυση, και στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος στις 27.01.2024, ο νεαρός σχηματισμός επικεντρώθηκε σε τέσσερα κεντρικά θέματα: οικονομία της λογικής, κοινωνική δικαιοσύνη, ειρήνη και το αίτημα για ελευθερία έκφρασης. Οι αντιφάσεις είναι ήδη εμφανείς σε αυτά τα βασικά θέματα. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην ένταση μεταξύ της πιο αριστερής προέλευσης πολιτικής για τους μισθούς και την αγορά εργασίας, και της έννοιας της οικονομίας της λογικής. Το τελευταίο βασίζεται κατά κύριο λόγο στα συμφέροντα των μεσαίων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και υπόσχεται περιορισμό στις αυξήσεις φόρων. Ταυτόχρονα, το κόμμα προπαγανδίζει την κοινωνική δικαιοσύνη, για παράδειγμα μέσω υψηλότερων κατώτατων μισθών και υψηλότερου συνταξιοδοτικού, κάτι που, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με τον φιλικό προς τις ΜΜΕ προσανατολισμό του. 

Αυτή η αντίφαση δεν επιλύεται, αλλά επικαλύπτεται με ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Από την ίδρυσή του, η οικονομία της λογικής ήταν πάντα η κορυφαία προτεραιότητα, ακόμη και πριν από θέματα όπως κοινωνική δικαιοσύνη ή η εργασία. Αυτό αντικατοπτρίζεται επίσης στο ομοσπονδιακό εκλογικό του πρόγραμμα, το οποίο ξεκινά με ένα πλάνο επανάκαμψης της γερμανικής οικονομίας, ενώ το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η επιλογή μπορεί να ερμηνευθεί ως στρατηγική απόφαση από ένα νέο κόμμα που θέλει να διαφοροποιηθεί – ειδικά από την Αριστερά – και σκόπιμα παραμένει ασαφές προγραμματικά για να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερες ψήφους από διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα. Η αυτοπεριγραφή του κόμματος ως εκπρόσωπος ενός αριστερού συντηρητισμού, όπως διατυπώθηκε, ενισχύει τον χαρακτήρα ενός „catch-all“ κόμματος, χωρίς συγκεκριμένο δηλαδή ιδεολογικό περιεχόμενο. 

Το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής του BSW αντικατοπτρίζει επίσης την ιδεολογική αλλαγή της ιδρύτριας του. Στις δημοσιεύσεις της, η Wagenknecht έχει μετατοπιστεί από τις σοσιαλιστικές αρχές της την περίοδο που συμμετείχε στην Κομμουνιστική Πλατφόρμα του PDS και τις μαρξιστικές πεποιθήσεις της που διαμόρφωσαν το βιβλίο της „Καπιταλισμός σε Κώμα“(2003) καθώς και έργα για την εργασιακή θεωρία της αξίας του Μαρξ. Αυτό  είναι ξεκάθαρα εμφανές στα μεταγενέστερα βιβλία της. Ο ιδεολογικός αυτός μετασχηματισμός διαμορφώνει και τον βασικό προσανατολισμό οικονομικής πολιτικής της, ο οποίος διαφέρει σαφώς από το ταξικό πολιτικό και αριστερό σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα της Αριστεράς. 

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ενδείξεις κάποιας εξέλιξης εντός του κόμματος. Ενώ στην αρχική φάση υπήρχε ακόμη έντονη ρητορική εστίαση στις μεσαίες επιχειρήσεις, το ομοσπονδιακό εκλογικό πρόγραμμα επικεντρώνεται πλέον περισσότερο στα συμφέροντα των μισθωτών. Το κόμμα προσφέρει εκπληκτικά λίγα στις ΜΜΕ. Από τη μία πλευρά, υπόσχεται να μειώσει τη γραφειοκρατία. Αυτό βασίζεται στην πολύ πραγματική εμπειρία των μικρών εταιρειών: ενώ οι μεγάλες εταιρείες επωφελούνται από την απορρύθμιση, για αυτές ο νεοφιλελευθερισμός σίγουρα συνοδεύεται από όλο και περισσότερους κανονισμούς. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η υπόσχεση για πιθανές μακροοικονομικές συνέπειες μιας ισχυρότερης εγχώριας πολιτικής με στόχο την τόνωση της οικονομίας. Η προτεινόμενη διέξοδος από την οικονομική κρίση – η λεγόμενη επιστροφή της γερμανικής οικονομίας – βασίζεται σε ένα μείγμα μελλοντικών επενδύσεων και αυξημένης συνολικής ζήτησης. 

Ωστόσο, η θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ του προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής και του επίκεντρο στην εργατική τάξη παραμένει. Θέλει το BSW να είναι ένα ορντοφιλελεύθερο κόμμα προς το συμφέρον των μεσαίων επιχειρήσεων, κάτι που θα το έθετε σε ανταγωνισμό με το FDP και το AfD? Ή μήπως θέλει να είναι κόμμα της εργατικής τάξης? Κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής κατεύθυνσης και της μελλοντικής ανάπτυξης του BSW, αυτό το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. 

Το BSW προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αντίφαση μεταξύ οικονομικής λογικής και κοινωνικής δικαιοσύνης επισημαίνοντας την προφανή σύνδεση μεταξύ της τρέχουσας οικονομικής κρίσης και των συνεπειών του χειρισμού του πολέμου στην Ουκρανία από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Κεντρικό μέλημα είναι η μείωση του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία και τα ιδιωτικά νοικοκυριά. Για το σκοπό αυτό, το BSW προτείνει την έναρξη διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία μετά από διπλωματική ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ξανά το λειτουργικό τμήμα του αγωγού Nord Stream για παραδόσεις φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Στόχος είναι να μειωθεί η εξάρτηση από το ακριβό αέριο από τις ΗΠΑ, γεγονός που επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και το κόστος ζωής για τα ιδιωτικά νοικοκυριά. 

Άλλα μέτρα που έλαβε η σημερινή κυβέρνηση, όπως ο νόμος για τη θέρμανση και η τιμολόγηση του CO2, τα οποία, σύμφωνα με το BSW, μετακυλύουν άνισα το κόστος της προστασίας του κλίματος, θα πρέπει επίσης να αποσυρθούν. Ωστόσο, το κόμμα αναγνωρίζει την ανάγκη για προστασία του κλίματος και ζητά επενδύσεις σε μελλοντικές τεχνολογίες. Στη φορολογική πολιτική, το BSW υποστηρίζει την επανεισαγωγή του φόρου περιουσίας και τη μεταρρύθμιση του φρένου χρέους, παρόμοια με το Die Linke, το SPD, τους Πράσινοι και μέρη της Ένωσης – όχι για την αύξηση των δαπανών για όπλα, αλλά για τη χρηματοδότηση για κοινωνικά και οικονομικά έργα. 

Το BSW αναμένει οικονομική ανάπτυξη κυρίως μέσω της ενίσχυσης της εγχώριας οικονομικής ζήτησης. Το κόμμα ζητά, μεταξύ άλλων, υψηλότερο κατώτατο μισθό 15 ευρώ, αύξηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και μεγαλύτερη εταιρική συναπόφαση, παρόμοια με θέσεις των Σοσιαλδημοκρατών και της Αριστεράς. Το κράτος πρόνοιας πρόκειται να επεκταθεί: σχεδιάζεται μια συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση για την ασφάλιση των πολιτών, η οποία θα αφορά και τους δημοσίους υπαλλήλους. Στην πολιτική υγείας, μια νόμιμη εταιρεία ασφάλισης υγείας πρόκειται επίσης να εισαχθεί ως φορέας ασφάλιση, η οποία θα καλύπτει πρόσθετες υπηρεσίες όπως οδοντοστοιχίες και γυαλιά. Το BSW ζητά επίσης ένα σύστημα περίθαλψης στο οποίο το κόστος θα καλύπτεται από τον δημόσιο τομέα. 

Είναι γεγονός ότι το κόμμα, με την ιδέα της ανταποδοτικής κοινωνίας, στρέφεται πλέον λιγότερο έντονα ενάντια στους αποδέκτες επιδομάτων, και κυρίως ενάντια σε αυτούς που ζουν από μετοχικό ή ακίνητο κεφάλαιο. Ο στόχος είναι μια χώρα στην οποία θα ανταμείβονται οι σκληρά εργαζόμενοι και όχι οι κληρονόμοι. 

Όσον αφορά την αγορά εργασίας και την κοινωνική πολιτική, το BSW τοποθετείται στα αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας. Το πρόγραμμα εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό κλασικό σοσιαλδημοκρατικό και μεταρρυθμιστικό και πέφτει στο κενό που αφήνει το SPD. Ταυτόχρονα, το πρόγραμμα φαίνεται σε μεγάλο βαθμό να είναι μια αποδυναμωμένη εκδοχή του τρέχοντος εκλογικού μανιφέστου του πρώην κόμματος της Αριστεράς. Η Αριστερά όμως, η οποία πλησιάζει σιγά σιγά το όριο του πέντε τοις εκατό και βασίζεται στην πολύ ρεαλιστική είσοδο στη βουλή μέσω τουλάχιστον τριών μονοεδρικών περιφερειών, εξακολουθεί να είναι πιο μελετημένη, ακόμα κι αν υπάρχουν προγραμματικές επικαλύψεις σε ορισμένα σημεία. 

Η αντίφαση μεταξύ του προσανατολισμού προς τις ΜΜΕ από τη μια πλευρά και την εργατική τάξη από την άλλη θα κορυφωθεί για το BSW τα επόμενα χρόνια, καθώς αυτές αναμένεται να χαρακτηριστούν από σκληρές ταξικές διαμάχες, ιδίως από μια αυξημένη ταξική πάλη από τα πάνω. Η προσπάθεια του BSW να απευθυνθεί τόσο στις ΜΜΕ όσο και στους μισθωτούς θα δοκιμαστεί σοβαρά στο πλαίσιο της Agenda 2030 που ανακοίνωσε ο πιθανώς νέος καγκελάριος Friedrich Merz (CDU). Αυτά τα σχέδια περιλαμβάνουν μέτρα όπως φορολογικές περικοπές για εταιρείες και πλούσιους, κοινωνικές περικοπές, σύνταξη στα 70, περικοπές μισθών σε περίπτωση ασθένειας και επέκταση του κανονικού ωραρίου εργασίας σε 42 ώρες την εβδομάδα. 

Οι ψευδαισθήσεις 

Σε αυτήν την κατάσταση, το γερμανικό μοντέλο που προτείνει το BSW, αυτό της „Γερμανίας του 21ου αιώνα“, στο οποίο επικρατεί η ταξική αρμονία και το κεφάλαιο επωφελείται από το κράτος πρόνοιας, μπορεί να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Η τρέχουσα κρίση στο γερμανικό μοντέλο εξαγωγών – που προκαλείται από την αργή μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από το εξωτερικό και τον πληθωρισμό που σχετίζεται με τις τιμές της ενέργειας που προκαλείται από τον οικονομικό πόλεμο των ΗΠΑ κατά της Κίνας και τον πόλεμο της Ουκρανίας – κάνει αυτήν την ιδέα να μοιάζει εξωπραγματική.  

Αυτό που θα είναι κρίσιμο θα είναι ποιες γραμμές και ποιους ανταγωνισμούς θα ανοίξει το BSW στον δημόσιο διάλογο. Η Wagenknecht διατύπωσε συχνά την κριτική της στην κυβέρνηση του συνασπισμού και τις συνέπειες του πολέμου και της κρίσης από μια μεσαίου μεγέθους επιχειρηματική οπτική. Η κύρια αντίφαση φαίνεται να είναι μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ, αλλά λιγότερο μεταξύ των τάξεων. Αυτό είναι προβληματικό επειδή οι ΜΜΕ εμφανίζονται συχνά ως οι πιο έντονοι αντίπαλοι των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των επιτροπών εργαζομένων, των συλλογικών συμβάσεων, των κατώτατων μισθών, των φόρων και της αναδιανομής. Η δομική τους εξάρτηση από το μεγάλο κεφάλαιο και η θέση τους στον ανταγωνισμό τις καθιστούν λιγότερο αξιόπιστη βάση για ένα κόμμα που θέλει να εκπροσωπεί και τα συμφέροντα των εργαζομένων. 

Ορισμένοι παρατηρητές βλέπουν την έμφαση στα ασαφή εθνικά συμφέροντα, όπως εκφράζεται στο κεντρικό σύνθημα του BSW „Η χώρα μας αξίζει περισσότερα“, ούτε ως λαϊκιστική ρητορική ούτε ως διαρκή στρατηγική, αλλά μάλλον ως μια προσωρινή συμμαχία μεταξύ μη μονοπωλιακού κεφαλαίου και εργαζομένων. Ακόμη και σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η προοπτική των μισθωτών θα μπορούσε να αναπαρασταθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια. 

Ωστόσο, αυτό ακριβώς αποτυγχάνει να κάνει η Βάγκενκνεχτ, όπως επέκρινε ο πρώην Σοσιαλδημοκράτης, μετέπειτα αριστερός πολιτικός Τόρστεν Τάιχερτ, ο οποίος αποχώρησε από το BSW. 

Στην απαραίτητη κριτική της στενής αλληλεγγύης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης προς τις ΗΠΑ, οι ακριβείς διατυπώσεις είναι σημαντικές για να μην πέσουμε σε εθνικιστικούς λόγους που συσκοτίζουν τον ταξικό ανταγωνισμό εσωτερικά και προκαλούν πολιτικές ψευδαισθήσεις για έναν νέο ταξικό συμβιβασμό σε μια κατάσταση κρίσης. 

Η δυνατότητα δράση 

Η δεύτερη αντίφαση απασχόλησε το BSW από την ίδρυσή του: υπάρχει αντίφαση μεταξύ της επιλεγμένης κομματικής μορφής και των απαιτήσεων μιας πολιτικής δύναμης ικανής να δράσει. Οι ιδρυτές του κόμματος επέλεξαν μια σφιχτή, οργανωμένη ιεραρχική δομή, αλλά αυτό δεν είναι μια επιστροφή στο μοντέλο της πρωτοπορίας ή του κόμματος νέου τύπου του μαρξισμού-λενινισμού. Μάλλον, η αυταρχική και ιεραρχική φύση του κόμματος δεν έχει ιδεολογικά κίνητρα, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας πραγματιστικής αναγκαιότητας. 

Προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή τη δημιουργία του BSW. Το κόμμα πιθανότατα δεν θα υπήρχε αν δεν είχε ευνοηθεί από μια φάση ανόδου του λαϊκισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από τη σύμπτωση τριών εξελίξεων: μιας οικονομικής κρίσης, μιας πολιτικής κρίσης και μιας αυξανόμενης δυσπιστίας σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού προς τα καθιερωμένα κόμματα. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ξεφεύγουν από τα παραδοσιακά κόμματα και αναζητούν εναλλακτικές – όπως το BSW. 

Αλλά μια τέτοια αφετηρία φέρνει μαζί της και συγκεκριμένες προκλήσεις για τα λαϊκιστικά κόμματα. Μεταξύ των πολυάριθμων που ψάχνουν μια νέα πολιτική δύναμη όπως το BSW είναι συχνά άνθρωποι που πολιτικοποιήθηκαν μόνο στο χρονικό διάστημα της κρίσης. Αυτά είναι συχνά πολιτικά άπειρα και ιδεολογικά ασταθή άτομα. Πολλοί πολιτικοποιήθηκαν, ιδιαίτερα λόγω της πολιτικής διαχείρισης της πανδημίας – το BSW ζητά τον σχηματισμό εξεταστικής επιτροπής για την πολιτική της πανδημίας και αποζημιώσεις για όσους επλήγησαν από εμβολιασμούς. Πολλοί από αυτούς δεν μπόρεσαν να αναπτύξουν συνεκτικές πολιτικές πεποιθήσεις. Επιπλέον, το BSW – όπως κάθε νέο κόμμα – έρχεται αντιμέτωπο με τυχοδιώκτες και ταραχοποιούς που θέτουν σοβαρά εμπόδια. 

Προκειμένου να αντιμετωπίσει τέτοιες προκλήσεις, το BSW έχει εισαγάγει αυστηρούς κανόνες για τη σύνθεση των μελών του. Οι αιτήσεις συμμετοχής πρέπει να εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο και μπορούν να απορριφθούν χωρίς αιτιολόγηση. Επιπλέον, θεσπίστηκε περίοδος ένστασης ενός έτους κατά μελών, προκειμένου να μπορέσουν να ληφθούν μεταγενέστερα μέτρα. Αυτός ο αυστηρός έλεγχος σημαίνει ότι η συμμετοχή του κόμματος είναι πολύ μικρή. Σύμφωνα με εσωτερικές πληροφορίες, το BSW έχει 25.000 υποστηρικτές, αλλά μόνο περίπου 1.100 μέλη. 

Η σύνθεση του εσωτερικού πυρήνα του κόμματος αποτελεί επίσης έκφραση αυτής της ανάγκης για έλεγχο. Η Sahra Wagenknecht, επηρεασμένη από τις σκληρές εσωκομματικές συγκρούσεις στο Αριστερό Κόμμα, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον οπαδών που χαρακτηρίζεται κυρίως από πίστη και όχι από ιδεολογικές ομοιότητες. 

Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση παρουσιάζει προκλήσεις. Από τη μία πλευρά, το BSW θέλει να κρατήσει εκείνους που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο το έργο του εκτός κόμματος. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να διατηρήσει τον ενθουσιασμό και τη δέσμευση των ακτιβιστών – ένα έργο που δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια ευρύτερη βάση. Τα φυλλάδια δεν διανέμονται μόνα τους, πρέπει να δημιουργηθούν και να λειτουργήσουν εκλογικά περίπτερα και να τοποθετηθούν εκλογικές αφίσες. Ακόμη και το BSW, το οποία επωφελείται από ορισμένες πολύ υψηλές ατομικές δωρεές, δεν μπορεί να βασίζεται σε αμειβόμενο προσωπικό μακροπρόθεσμα. Μετά τις προηγούμενες προεκλογικές εκστρατείες και τη διοργάνωση δύο κομματικών συνεδρίων, τα εκατομμύρια των δωρεών θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να έχουν εξαντληθεί. 

Αυτή η αντίφαση έχει ήδη αρνητικές συνέπειες. Η δυσαρέσκεια αυξάνεται, ακόμη και μεταξύ επιφανών μελών του κόμματος. Ο ευρωβουλευτής του BSW Friedrich Pürner επέκρινε σε ένα άρθρο του την πολιτική αυτή ως καταστροφική: „Θα πρέπει να εργάζεστε και να πληρώνετε για το κόμμα, αλλά δεν επιτρέπεται να είστε μέλος“. 

 Οι εσωτερικές διαμάχες για διάφορες ενώσεις του BSW στο Αμβούργο είναι επίσης έκφραση αυτής της σύγκρουσης. Το κόμμα φαίνεται να δυσκολεύεται να κινητοποιήσει τη βάση και τους υποστηρικτές του αυτή τη στιγμή. Μέχρι στιγμής, μόνο λίγα γεγονότα έχουν λάβει χώρα κατά την προεκλογική του εκστρατεία και δεν έχουν γίνει μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στην πολιτική της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την Ουκρανία εδώ και πολύ καιρό. Το BSW προσπαθεί να εκτονώσει αυτήν την αντίφαση χαλαρώνοντας τους αυστηρούς κανόνες για την αποδοχή μελών. Στο συνέδριο του κόμματος στη Βόννη, ο Όσκαρ Λαφοντέν ανακοίνωσε ότι θα ανοίξει το κόμμα περισσότερο σε υποστηρικτές. 

Οι συγκυβερνήσεις 

Η τρίτη αντίφαση έγκειται στην ταυτόχρονη αυτοπαρουσίαση του BSW ως αντικαθεστωτικού κόμματος και στην ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης. Το BSW μπορεί να εμφανίζεται ως πραγματική εναλλακτική λύση στα καθιερωμένα, ιδιαίτερα σε σχέση με τα μέτρα του κορονοϊού, τον πόλεμο στην Ουκρανία και στην κριτική κατά των εγκλημάτων πολέμου της ισραηλινής κυβέρνησης και της υποστήριξής τους από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Σε αυτά τα θέματα το κόμμα εμφανίζεται επαναστατικό και αντικομφορμιστικό. Ειδικά στο ζήτημα της ειρήνης, το BSW φαίνεται σε πολλά πρώην μέλη και ψηφοφόρους της Αριστεράς ως το πιο συνεπές ειρηνευτικό κόμμα, απαλλαγμένο από το „whataboutism“ της Αριστεράς. Απόδειξη αυτού για πολλούς πρώην αριστερούς ψηφοφόρους που υποστήριξαν το BSW για πρώτη φορά στις περσινές ευρωεκλογές ήταν η συμπεριφορά πρώην κορυφαίων αριστερών πολιτικών: Ενώ η ανεξάρτητη κορυφαία υποψήφια Carola Rackete ψήφισε για περαιτέρω παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία, ο πρώην ηγέτης του κόμματος Martin Schirdewan απέφυγε να το κάνει, κάτι που εσωκομματική θεωρήθηκε απόκλιση από τη συνεπή ειρηνευτική πολιτική. 

Ωστόσο, το BSW τόνισε την προθυμία του να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των κρατικών προεκλογικών εκστρατειών στη Σαξονία, τη Θουριγγία και το Βραδεμβούργο. Αυτή η προθυμία, η οποία αρχικά ίσως παρουσιάστηκε μόνο ρητορικά, έγινε γρήγορα πραγματικότητα: στη Θουριγγία και το Βραδεμβούργο το BSW ανέλαβε στην πραγματικότητα την κυβερνητική ευθύνη. Αυτό οφείλεται πιθανώς λιγότερο στον ενθουσιασμό των πιθανών εταίρων του συνασπισμού και περισσότερο στο γεγονός ότι, δεδομένης της ισχυρής απόδοσης του AfD και στις τρεις εκλογές, δύσκολα θα ήταν δυνατές πλειοψηφίες πέρα από συμμαχίες με ακροδεξιούς. Το γεγονός ότι το BSW είναι πλέον υπό την ευθύνη της κυβέρνησης οφείλεται πιθανώς και στην υποστήριξη των δικών του υποστηρικτών. Σύμφωνα με έρευνα του ARD, λίγο πριν από τις πολιτειακές εκλογές στη Σαξονία και τη Θουριγγία, το 99 τοις εκατό των υποστηρικτών του BSW σε εθνικό επίπεδο υποστήριζαν τη συμμετοχή του στις κυβερνήσεις. Παράλληλα, η Βάγκενκνεχτ στέρησε από τον εαυτό της την διαπραγματευτική της θέση όταν, το βράδυ των εκλογών, απέκλεισε την πιθανότητα να ανεχθεί μια κυβέρνηση μειοψηφίας και χωρίς να υπάρχει πραγματική ανάγκη δήλωσε στη τηλεόραση ότι τα ομοσπονδιακά κράτη της Ανατολικής Γερμανίας χρειάζονταν μια σταθερή κυβέρνηση. 

Ωστόσο, ο διττός ρόλος του BSW ως κυβερνώντος κόμματος και ως αξιόπιστης λαϊκής εναλλακτικής κατά του κατεστημένου ενέχει μια άρρηκτη αντίφαση. Το BSW κληρονομεί έτσι, ας πούμε, μια αντίφαση από το παλιό του μητρικό κόμμα Die Linke, του οποίου η αντιπολίτευση στα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού πριν από τις τελευταίες εκλογές εμποδίστηκε από τις ψευδαισθήσεις που είχε οτι θα μπορούσε να συμμετέχει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά και από τη συμμετοχή του σε κρατιδιακές κυβερνήσεις, στις οποίες το Die Linke συνεργάστηκε με το SPD και τους Πράσινου. Για το BSW, η αντίφαση αυτή θα μπορούσε επίσης να είναι η αιτία του τρέχοντος χαμηλού ποσοστού. Από τις πολιτειακές εκλογές στα ομοσπονδιακά κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας τον Σεπτέμβριο, στις οποίες το BSW σε εθνικό επίπεδο ήταν ακόμα περίπου εννέα τοις εκατό, τα ποσοστά έχουν πέσει σχεδόν γραμμικά. Η κλιμάκωση αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης φαίνεται να επιβαρύνει μόνιμα το κόμμα. 

      Το πολιτισμικό χάσμα  

Ο αυτοπροσδιορισμός του BSW ως αριστερής συντηρητικής δύναμης, που ακούγεται συχνά, βασίζεται στην υπόθεση ότι υπάρχει ένα κενό στην εκπροσώπηση στη Γερμανία: μια ομάδα ανθρώπων που είναι μάλλον συντηρητικοί σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, αλλά αριστεροί σε κοινωνικοοικονομικά ζητήματα. Η παρούσα θέση, η οποία έχει συζητηθεί εδώ και καιρό στις πολιτικές επιστήμες, ήταν μια από τις κεντρικές προϋποθέσεις για την ίδρυσή του κόμματος. Ανεξάρτητα από το πόσο υγιής είναι αυτή η υπόθεση και αν το πραγματικό μέγεθος αυτού του χάσματος εκπροσώπησης ισχύει όντως, η εστίαση σε κοινωνικοπολιτικά συντηρητικές και κοινωνικοοικονομικά (αριστερές) σοσιαλδημοκρατικές θέσεις ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω αντίφασης. 

Ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα είναι η μεταναστευτική πολιτική. Αρχικά, αυτό έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο στο BSW, αλλά εξελίχθηκε σε επίκεντρο από το καλοκαίρι του 2024. Εκτός από τα θέματα του πολέμου της Ουκρανίας, της οικονομίας και των κοινωνικών ζητημάτων, η μεταναστευτική πολιτική μπήκε στο επίκεντρο ιδιαίτερα από την Wagenknecht. Τον Ιούλιο του 2024, ενέτεινε τη ρητορική της όταν χαρακτήρισε „ορολογιακές βόμβες“  εγκληματίες αιτούντες άσυλο. Το BSW αντιπροσωπεύει επίσης προγραμματικά θέσεις που είναι πιο πιθανό να ταξινομηθούν στο δεξιό φάσμα: Το κόμμα απαιτεί οι διαδικασίες ασύλου να πραγματοποιούνται εκτός ΕΕ εάν είναι δυνατόν και να απελαθούν εγκληματίες μετανάστες. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών κατά το κόμμα δεν πρέπει να έχουν δικαίωμα διαμονής. Τονίζεται δε ότι η Γερμανία χρειάζεται ζωτικό χώρο από την ανεξέλεγκτη μετανάστευση. 

Με την αυξανόμενη εστίαση σε θέματα μεταναστευτικής πολιτικής, το BSW μεταβαίνει στην πολιτική αρένα του AfD και αναλαμβάνει τα πεδία λόγου του, μια πορεία που δημιουργεί επίσης εντάσεις μέσα στο κόμμα. Από τη μία πλευρά, οι συνδεδεμένοι με τα συνδικάτα και αριστεροί εκπρόσωποι του BSW βασίζονται ιδιαίτερα στην πολιτικοποίηση των διαφορών, δηλαδή στις ταξικές συγκρούσεις μεταξύ των από τα πάνω και των από τα κάτω. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια τάση σύνδεσης του κοινωνικού ζητήματος με το μεταναστευτικό ζήτημα. Για παράδειγμα, η Wagenknecht συνέκρινε το μηνιαίο κόστος για τους πρόσφυγες –. για παροχές σε χρήμα, διαμονή και υποδομές – με τη σύνταξη μιας γυναίκας „που εργάστηκε σκληρά όλη της τη ζωή και μεγάλωσε δύο παιδιά“. 

Πέρα από αριστερά και σωστά; 

Τέλος, η πέμπτη αντίφαση έγκειται στην αυτοπεριγραφή του κόμματος ως πέρα από τις κατηγορίες της αριστεράς και της δεξιάς που θεωρούνται ξεπερασμένες, και στο πρόβλημα της έλλειψης σαφήνειας σχετικά με το τι πραγματικά πρεσβεύει το κόμμα. Υπάρχει επίσης σημαντική διαφωνία εντός του κόμματος, ειδικά όταν πρόκειται για το ζήτημα αυτό. Σήμερα, οι ορισμοί συχνά σημαίνουν τα πάντα και τίποτα, ακόμη και αντιφατικά πράγματα. Αλλά και το BSW δεν θέλει να είναι σοσιαλιστικό. Ο Christian Leye, Γενικός Γραμματέας του BSW, περιέγραψε το BSW σε συνέντευξή του ως αριστερό κόμμα με την κλασική έννοια. Ωστόσο, μια τέτοια ταξινόμηση έρχεται σε αντίθεση με την αυτοταξινόμηση που έκανε το πρώην μέλος της Αριστεράς Sabine Zimmermann στην προεκλογική εκστρατεία του κόμματος στην Σαξονία, όταν δήλωσε ότι ήταν „στα δεξιά του SPD και στα αριστερά του CDU“. 

Αυτός ο πολιτικός αποπροσανατολισμός αντικατοπτρίζεται και στην αντιφατική αντιμετώπιση του AfD. Στην αρχή, το BSW τοποθετήθηκε ως μια σοβαρή εναλλακτική στο κόμμα της Alice Weidel και του Björn Höcke. Η Wagenknecht τόνιζε ιδιαίτερα τη διαφορά μεταξύ των μελών του AFD που είναι ξεκάθαρα φασίστες, και των μελών εκείνων που, κατά τη γνώμη της, δεν ήταν δεξιοί ριζοσπάστες. Η Wagenknecht έλεγε για την Alice Weidel τον Φεβρουάριο του 2024: Η συμπρόεδρος του AfD δεν εκπροσωπεί δεξιές εξτρεμιστικές θέσεις, αλλά συντηρητικές-οικονομικά φιλελεύθερες. 

Ενώ η Wagenknecht και οι συνάδελφοί της στην ιδρυτική φάση βασίστηκαν στο να μην μιλάνε για το AfD, αλλά μάλλον να παρουσιάζονται ως μια αποφασιστική εναλλακτική λύση στους Πράσινους, το AfD φαίνεται τώρα να έχει επιλεγεί ως ο κύριος στρατηγικός αντίπαλος του BSW στην καυτή φάση των ομοσπονδιακών εκλογών. Σε κάθε περίπτωση, το AfD δέχθηκε επίσης σκληρή επίθεση στο συνέδριο του ομοσπονδιακού κόμματος στη Βόννη. 

Αυτή η αλλαγή πορείας θα μπορούσε να οφείλεται στις τρέχουσες δημοσκοπίσεις: Ενώ το BSW χάνει συνεχώς υποστήριξη από τον Σεπτέμβριο, το AfD καταγράφει αυξανόμενες τιμές. Επί του παρόντος, στο 21 τοις εκατό, δεν ανησυχεί για την είσοδο στην Bundestag –in σε πλήρη αντίθεση με το BSW, το οποία πρέπει να φοβάται για την ύπαρξή του.

 Πηγή: jungewelt.de

 

Η Ευρωπαική Ένωση της Β´ εθνικής

Στη δεύτερη κατηγορία της παγκόσμιας πολιτικής: εδώ οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ εξόρισαν το Σαββατοκύριακο τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της ΕΕ. Το γεγονός ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχουν στις επικείμενες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία αποτελεί σκληρό πλήγμα για τους εγωκεντρικούς κυβερνήτες στην Ευρώπη. Εξάλλου, από την εποχή της αποικιοκρατίας έχουν συνηθίσει να έχουν μια αξιόπιστη θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, εκεί που αποφασίζονται τα μεγάλα ζητήματα της παγκόσμιας πολιτικής. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που τώρα παραληρούν, φωνάζουν νευρικά “τίποτα για την Ευρώπη, χωρίς την Ευρώπη” και στη συνέχεια κάνουν αυτό που εξακολουθούν να κάνουν καλύτερα, να οργανώνουν μια σύνοδο κορυφής της ΕΕ για την κρίση. Ο Τραμπ δεν θα εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα.

Είναι αλήθεια: Η ΕΕ έχει μείνει σαφώς πίσω στη διατλαντική αναμέτρηση. Ακόμη και αν κυρίως οι γερμανικές εταιρείες συνεχίζουν να αποκομίζουν σημαντικά κέρδη από τις επιχειρήσεις τους στις ΗΠΑ, είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ έχουν αφήσει την ΕΕ πίσω σε βασικές τεχνολογίες τα τελευταία χρόνια όπως είναι οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη (AI), ότι τείνουν να αρπάζουν επενδύσεις από την Ευρώπη, ότι την έχουν καταστήσει εξαρτημένη τόσο από τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ όσο και από τις αμυντικές προμήθειες των ΗΠΑ, κυρίως από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και έπειτα. Ο Τραμπ έρχεται επιπρόσθετα να επιβάλλει δασμούς, δηλώνει την πρόθεσή του να προσαρτήσει τη Γροιλανδία και αποκλείει την ΕΕ από τις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία. Ένας διπλωμάτης της ΕΕ σχολίασε εύστοχα την οργισμένη της απαίτηση να της επιτραπεί η συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις: “Αν πρέπει να επιμένεις για να αποδείξεις τη σημασία σου, τότε αυτό μάλλον σημαίνει ότι δεν είσαι σημαντικός”.

Ωστόσο, είναι επίσης αλήθεια ότι στον πόλεμο της Ουκρανίας διακυβεύονται πολλά για την ΕΕ και, ιδίως, για το γερμανικό κεντρο, πολύ περισσότερα δε από ό,τι σε άλλες συγκρούσεις και πολέμους. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για το αν το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, για την οποία αγωνίζονται οικονομικά και πολιτικά από το 1990 με την επέκταση της ΕΕ προς ανατολάς και στρατιωτικά με την επέκταση του ΝΑΤΟ στα σύνορα του ρωσικού αντιπάλου. Αν η Ρωσία κερδίσει τον πόλεμο, θα έχει σπάσει αυτή την κυριαρχία. Το να μην της επιτραπεί ούτε καν να διαπραγματευτεί για τον τερματισμό της ένοπλης σύγκρουσης αποκλείεται για τη Γερμανία και την ΕΕ, στις οποίες πολλοί εξακολουθούν να ποντάρουν στον πόλεμο.

Η ειδική σύνοδος κορυφής της ΕΕ που ανακοινώθηκε για τη Δευτέρα στο Παρίσι προορίζεται ως ένα πρώτο βήμα στην προώθηση της συμμετοχής της Δυτικής Ευρώπης στις διαπραγματεύσεις. Μακροπρόθεσμα, βέβαια, μια πολιτική που στοχεύει στην κυριαρχία και όχι στην ισορροπία απαιτεί στρατιωτική ισχύ, δηλαδή σκληρό οπλισμό. Ο Τραμπ, ο οποίος -προς το παρόν; – έχει υποβιβάσει τη Δυτική Ευρώπη στη δεύτερη κατηγορία της παγκόσμιας πολιτικής, απαιτεί δαπάνες 5% του ΑΕΠ για εξοπλισμούς.

 

Πηγή: jungewelt.de

To BSW πριν τις ομοσπονδιακές εκλογές στην Γερμανία

Το BSW αγωνίζεται για την είσοδο στο Bundestag. Μια συνομιλία με την Sahra Wagenknecht

 

Λίγο πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές, η πολιτική κινείται διεθνώς. Η Γερμανία και η ΕΕ αντιμετωπίζουν το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον διαπραγματεύεται με τη Μόσχα για εκεχειρία στην Ουκρανία. Στο Βερολίνο και αλλού, πολλοί παράγοντες αισθάνονται κάπως αμήχανοι. Πώς αξιολογείτε αυτή την εξέλιξη;

Η ευρωπαϊκή πολιτική, με την αδιανόητη εμμονή της στις προμήθειες όπλων και την ατελείωτη παράταση του πολέμου, έχει οδηγήσει τον εαυτό της σε αδιέξοδο. Ήμουν από τους πρώτους που υποστήριξαν την επίλυση του πολέμου στην Ουκρανία μέσω διαπραγματεύσεων. Μας έλεγαν πάντα ότι ο Πούτιν δεν θέλει να διαπραγματευτεί. Τώρα, ο Τραμπ κάνει για πρώτη φορά μια σοβαρή πρόταση διαπραγμάτευσης και, ξαφνικά, οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν. Αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί και πριν από δύο ή τρία χρόνια, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε τελειώσει στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 2022. Ο Τραμπ, ο οποίος σίγουρα δεν είναι άγγελος ειρήνης, θέλει να τερματίσει τον πόλεμο επειδή του έχει γίνει πολύ ακριβός και θέλει να επικεντρωθεί σε άλλες συγκρούσεις. Οι πολεμοχαρείς ευρωπαϊκές ελίτ βρίσκονται σε δύσκολη θέση και θα πρέπει να εξηγήσουν στον ευρωπαϊκό λαό γιατί πρέπει να πληρώσει το τίμημα για όλο αυτό το χάος.

 

Θα πρέπει σύντομα να συζητηθεί και ποιος θα πληρώσει για τους εξοπλισμούς που ζητείται τώρα με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Ποια είναι η θέση του BSW σε αυτό το θέμα;

Δεν χρειαζόμαστε νέο αγώνα εξοπλισμών, αλλά επιτέλους συνομιλίες για τον έλεγχο των όπλων και τον αφοπλισμό. Υπάρχουν ήδη πρώτες αναφορές ότι σε επίπεδο ΕΕ ετοιμάζεται ένα πακέτο εξοπλισμών ύψους 700 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι κανόνες για το χρέος θα χαλαρώσουν για να το χρηματοδοτήσουν. Αυτή η τρέλα θα μας οδηγήσει κάποια στιγμή σε έναν μεγάλο πόλεμο. Η επιθετικότητα με την οποία το BSW έχει αντιμετωπιστεί τους τελευταίους μήνες – από τον Νοέμβριο, ουσιαστικά, υπάρχει μόνο αρνητική δημοσιογραφική κάλυψη για εμάς – πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι το πολιτικό κατεστημένο γνωρίζει ότι είμαστε η μόνη αντιπολίτευση με σκληρή στάση σε αυτό το θέμα.

 

Οι εξοπλισμοί και η στρατιωτικοποίηση δεν έπαιξαν σχεδόν κανέναν ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία. Γιατί;

Το θέμα κρύβεται σκόπιμα μακριά. Έχουμε προσπαθήσει επανειλημμένα να θέσουμε το θέμα του κινδύνου ενός πολέμου, αλλά υπάρχει μια πραγματική λογοκρισία από τα μέσα ενημέρωσης. Περισσότερο ή λιγότερο όλα τα άλλα κόμματα είναι υπέρ των εξοπλισμών και έχουν συμφέρον να μην μιλήσουν γι’ αυτό στην προεκλογική τους εκστρατεία. Οι Πράσινοι έχουν γίνει πλέον οι χειρότεροι μαχητές του καναπέ και λομπίστες όπλων, αλλά και το CDU θέλει να συνεχίσει να στέλνει “Taurus” στην Ουκρανία, ενώ ο Όλαφ Σολτς έφερε στη χώρα μας πυραύλους μεσαίας εμβέλειας των ΗΠΑ για το 2026. Και όλοι γνωρίζουν ότι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων δεν το θέλει αυτό. Ακόμα και οι ψηφοφόροι του CDU δεν θέλουν να ζήσουν πόλεμο στη Γερμανία, και οι περισσότεροι δεν θέλουν να μειωθούν οι συντάξεις ή η εκπαίδευση για να αγοραστούν περισσότερα όπλα.

 

Έχετε προσπαθήσει επανειλημμένα να κινητοποιήσετε τον κόσμο στους δρόμους ενάντια στην πολιτική κλιμάκωσης. Γιατί αποφύγατε να το κάνετε αυτό κατά την προεκλογική εκστρατεία;

Κατά την προεκλογική εκστρατεία, είναι πολύ δύσκολο να οργανωθεί μια συγκέντρωση χωρίς να θεωρηθεί αμέσως ως κρυφή εκδήλωση της προεκλογικής εκστρατείας του BSW. Χρησιμοποιήσαμε τις προεκλογικές μας συγκεντρώσεις για να κινητοποιήσουμε τον κόσμο ενάντια στην τρέλα του πολέμου.

 

Ένα από τα θέματά σας τα τελευταία χρόνια ήταν η συρρίκνωση του “επιτρεπτού”  πολιτικού χώρου. Παρατηρείται αυτή τη στιγμή μια περαιτέρω εντατικοποίηση της καταστολής εναντίον του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη. Ποια είναι η θέση του BSW σε αυτό το θέμα;

Είναι τρομακτικό αυτό που συμβαίνει. Το γεγονός ότι η Francesca Albanese, ως Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ, εμποδίστηκε να εκφράσει δημόσια την άποψή της, αποτελεί σκάνδαλο και αποτέλεσμα της επέκτασης της έννοιας του αντισημιτισμού, η οποία, σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, περιλαμβάνει πλέον σχεδόν κάθε κριτική στον εγκληματικό πόλεμο του Νετανιάχου κατά της Γάζας. Με αυτόν τον τρόπο, καταδικάζεται κάθε κριτική στα εγκλήματα πολέμου, κάτι που είναι απλώς απαράδεκτο! Αλλά η κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια έχει γίνει όλο και πιο αυταρχική και καταπιεστική. Ας σκεφτούμε μόνο την νέα κατηγορία που δημιούργησε η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος: “απονομιμοποίηση του κράτους”. Με αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά κάθε κριτικός της κυβέρνησης μπορεί να γίνει αντικείμενο παρακολούθησης. Όσον αφορά τη Γάζα: η Γερμανία φέρει μερίδιο ευθύνης για τα εγκλήματα πολέμου. Το BSW υπέβαλε πρόταση στην Bundestag για να μην προμηθεύει πλέον με όπλα το Ισραήλ. Αυτό απορρίφθηκε από όλους τους άλλους. Απορρίφθηκε πρόσφατα και η πρόταση που καταθέσαμε για ένα λεπτό σιγής για τα χιλιάδες άμαχα θύματα του πολέμου στη Γάζα.

 

Το παλιό σας κόμμα επικεντρώνεται στην προεκλογική του εκστρατεία κυρίως στα θέματα των ενοικίων και του πληθωρισμού. Το BSW δεν δίνει την ίδια έμφαση σε αυτά τα θέματα, αν και είναι σημαντικά για ένα μεγάλο μέρος των πιθανών ψηφοφόρων. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Εκτός από το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης, η δικαιοσύνη είναι το μεγάλο μας θέμα: η πρόσβαση σε γιατρούς και εκπαίδευση, η αυξανόμενη φτώχεια στην τρίτη ηλικία. Πρόσφατα, καταθέσαμε ένα άμεσο πρόγραμμα για 100 ευρώ περισσότερα το μήνα για όλους, καθώς και ένα σχέδιο για μεταρρύθμιση των συντάξεων, με πρότυπο την Αυστρία. Αλλά τα μέσα ενημέρωσης μας μπλοκάρουν σχεδόν εντελώς. Είναι προφανές ότι οι κυβερνώντες προτιμούν μια εύκολη αντιπολίτευση χωρίς προφίλ ειρηνικής πολιτικής. Ο πρόεδρος της Atlantikbrücke το είπε δημόσια: προτιμάμε την Die Linke από το BSW. Αυτό εξηγεί και τον ξαφνικό ενθουσιασμό των mainstream μέσων για την Die Linke.

 

Το κυρίαρχο θέμα σε αυτήν την εκλογική εκστρατεία ήταν η μετανάστευσης. Αφήνοντας στην άκρη το περιεχόμενο αυτής της συζήτησης: Το κόμμα σας, με την ψήφιση του λεγόμενου νόμου για τον περιορισμό της εισροής, έχει θέσει τον εαυτό του σε αυτό το ζήτημα ως μέρος μιας συντηρητικής και δεξιάς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Μια παρενέργεια είναι πιθανώς ότι οι άνθρωποι με ιστορία μετανάστευσης, από τους οποίους, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση πολλοί θα μπορούσαν να ψηφίσουν BSW, τώρα διστάζουν. Έχετε κάνει ένα σοβαρό λάθος εδώ;

Όχι. Βιώνω το ότι πολλοί άνθρωποι που έχουν οι ίδιοι ιστορία μετανάστευσης, επιθυμούν να τερματιστεί η ανεξέλεγκτη κατάσταση. Οι πολύ υψηλοί αριθμοί που είχαμε τα τελευταία χρόνια, απλά δεν είναι βιώσιμοι, επειδή λείπει η απαραίτητη υποδομή και έτσι αποτυγχάνει και η ενσωμάτωση. Αυτό οδηγεί σε μια αυξανόμενη αλλαγή του κλίματος στη χώρα – ειδικά με τα όλο και πιο συχνά εγκλήματα όπως στο Μαγδεμβούργο, το Ασάφενμπουργκ και το Μόναχο. Ο κύριος ωφελούμενος είναι το AfD. Αν όλα συνεχιστούν όπως μέχρι τώρα, το AfD θα είναι το ισχυρότερο κόμμα το 2029. Όποιος δεν θέλει να ενισχυθούν οι ρατσιστικές διαθέσεις στη Γερμανία, πρέπει να σταματήσει την ανεξέλεγκτη μετανάστευση. Επιπλέον, τα ανοιχτά σύνορα για όλους και ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας δεν συμβαδίζουν. Φυσικά, ένα πρόβλημα αυτής της προεκλογικής εκστρατείας ήταν ότι μιλήσαμε πολύ περισσότερο για τη μετανάστευση παρά για παράδειγμα για την φτώχεια στην τρίτη ηλικία ή για τον πόλεμο.

 

Προτείνατε δημοψήφισμα για την μετανάστευσης. Δεν θα ήταν αυτό ένα ακόμη βήμα προς το να γίνει η μετανάστευσης ο άξονας όλων των ζητημάτων της εσωτερικής πολιτικής; Υπάρχει αυτή η τάση τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πλευρά του πολιτικού φάσματος.

Η μετανάστευση θα παραμείνει ένα κυρίαρχο θέμα, όσο δεν μειώνουμε τους υψηλούς αριθμούς. Αυτό είναι από το 2015 το πιο σημαντικό έδαφος για το AfD. Το δημοψήφισμα θα ήταν ένας τρόπος για να ξεπεραστεί η πολιτική κρίση. Η Δανία μείωσε τη μετανάστευση της και η πρώην ισχυρή Δεξιά είναι σήμερα μια περιθωριακή δύναμη. Δεν είναι αντιφασισμός να υπερασπίζεσαι την απεριόριστη μετανάστευση, αλλά προκαλεί το αντίθετο.

 

Αλλά δεν απαιτήσεις όπως αυτές για ένα δημοψήφισμα δεν βοηθούν εκείνους που, όπως η Ένωση και το AfD, θα προτιμούσαν να μιλούν μόνο για τη μετανάστευση, επειδή είναι τόσο εύκολο να διασπασουν την εργατική τάξη;

Το AfD κερδίζει κυρίως από το γεγονός πως τα προβλήματα δεν λύνονται. Θα ήταν σοφότερο εάν το SPD και οι Πράσινοι είχαν περάσει ένα πακέτο μέτρων με την Ένωση, γιατί τότε το AfD δεν θα είχε αυτό το μονοπώλιο στην προεκλογική εκστρατεία. Αλλά αντί για αυτό, το SPD και οι Πράσινοι ελπίζαν να κινητοποιηθούν πολιτικά ξανά μέσα απο τη συζήτηση αυτή. Αυτό τους πήγε στραβά, το Κόμμα της Αριστεράς ωφελήθηκε, το οποίο είναι το μόνο κόμμα που εξακολουθεί να εκπροσωπεί πλήρως τη θέση “Ανοιχτά σύνορα και δικαίωμα παραμονής για όλους”. Αλλά δεν εκλέγονται πλέον από τους φτωχότερους ανθρώπους που πρέπει να υποστούν τις συνέπειες, αλλά από ένα μάλλον προνομιούχο αστικό περιβάλλον. Το AfD γελάει επειδή και αυτοί έχουν ενισχυθεί από αυτή τη συζήτηση.

 

Το BSW γνώρισε γρήγορα επιτυχίες, εισήλθε σε τρία κρατικά κοινοβούλια και πλέον αποτελεί μέρος δύο κρατικών κυβερνήσεων. Από τότε, ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν στασιμότητα ή κατάρρευση. Ήταν λάθος αυτή η γρήγορη μετάβαση στην εκτελεστική εξουσία σε κρατικό επίπεδο;

Αυτή δεν ήταν η επιθυμητή μας έκβαση, αλλά βρισκόμασταν σε δίλημμα. Είχαμε γίνει πολύ ισχυροί στις εκλογές και μετά αντιμετωπίσαμε το πρόβλημα του ότι χωρίς εμάς δεν ήταν δυνατή καμία κυβερνητική πλειοψηφία πέρα από το AfD. Αν είχαμε αρνηθεί κατηγορηματικά, θα είχαμε απογοητεύσει και τους ψηφοφόρους μας. Στη συνέχεια προσπαθήσαμε να επικεντρώσουμε τις διαπραγματεύσεις σε ορισμένα σημαντικά θέματα, όπως η εξωτερική πολιτική, όπου τα κρατίδια έχουν αρκετή επιρροή. Καταφέραμε, σε μια εποχή που όλοι μιλούσαν μόνο για όπλα, να ενσωματώσουμε στις συμφωνίες του συνασπισμού μια δέσμευση για διπλωματία και μια κριτική στην τοποθέτηση αμερικανικών πυραύλων. Στη Σαξονία αποχωρήσαμε, επειδή, μεταξύ άλλων, σε αυτό το ζήτημα δεν υπήρξε καμία διάθεση συμβιβασμού από την πλευρά του CDU και του SPD. Με δεδομένες τις εθνικές εκλογές, φυσικά θα ήταν καλύτερα να υπήρχαν πλειοψηφίες και στα τρία κρατίδια χωρίς εμάς, γιατί τότε θα είχαμε την ευκαιρία να σχηματίσουμε πρώτα πολιτικό προφίλ σε κρατικό επίπεδο στην αντιπολίτευση. Είναι προφανές ότι, ιδίως μέσω του συνασπισμού με το CDU στη Θουριγγία, απογοητεύσαμε και χάσαμε αρκετούς ψηφοφόρους.

 

Λυπάστε που το BSW δεν άνοιξε νωρίτερα σε μέλη που θέλουν να ενταχθούν; Θα ήταν σχεδόν αδύνατο να διεξαχθεί μια εκστρατεία για τις ομοσπονδιακές εκλογές με ένα τόσο μικρό κόμμα. Και το παλιό σας κόμμα ανακοινώνει ρεκόρ μελών κάθε εβδομάδα και εκπέμπει ξανά δυναμισμό.

Θέλω οι σταθεροί και ειλικρινείς υποστηρικτές μας, που υποστηρίζουν και την εκστρατεία μας, να γίνουν μέλη του κόμματός μας. Αλλά αν είχαμε δεχτεί χιλιάδες άτομα από τη μια μέρα στην άλλη, που δεν γνωρίζουμε και με τους οποίους δεν έχουμε μιλήσει πριν, το κόμμα μας πιθανότατα θα είχε διαλυθεί ήδη το πρώτο έτος, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα νεαρά κόμματα. Στο Αμβούργο, δύο άτομα αρκούσαν για να παραλύσουν σχεδόν ολόκληρη την περιφερειακή οργάνωση και να γεμίσουν τον πανεθνικό τύπο με αρνητικά νέα για το “χάος” στο BSW. Αν είχαμε κάτι τέτοιο σε 16 ομοσπονδιακά κρατίδια, τώρα δεν θα ήμασταν σε θέση να διεξάγουμε μια εκστρατεία για τις ομοσπονδιακές εκλογές με προοπτικές επιτυχίας.

 

Ας υποθέσουμε ότι το BSW εισέρχεται στην επόμενη ομοσπονδιακή Βουλή: Ποιο ρόλο θέλει να παίξει το κόμμα εκεί;

Σίγουρα θα είμαστε αντιπολίτευση. Μια συνεπής και δυνατή αντιπολίτευση απέναντι σε αυτήν την τρελή πολιτική του πολέμου, αλλά φυσικά και απέναντι στις κοινωνικές περικοπές. Και είμαι σίγουρη ότι θα υπάρξει μια ουσιαστική διαφορά στην πολιτική, κυρίως του SPD αλλά και των άλλων κομμάτων, αν είμαστε στη Βουλή.

Πηγή: jungewelt.de

Η Ατζέντα 2030 είναι ένα πρόγραμμα υποβάθμισης

 Ο Φρήντριχ Μερτς θέλει να δημιουργήσει “νέο πλούτο για τη Γερμανία”. Αλλά η Ατζέντα 2030 είναι κυρίως ένα δώρο στον γερμανικό εξαγωγικό τομέα – και κάνει φτωχότερη την πλειοψηφία του πληθυσμού.

 

Το CDU, με την Ατζέντα 2030, υπόσχεται μια “πραγματική αλλαγή πολιτικής”, η οποία θα βγάλει την γερμανική οικονομία από την ύφεση. Ενώ η κυβέρνηση Μέρκελ το 2015, υπό τον ορο Ατζέντα 2030 εννοούσε την δέσμευση στους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και αγωνιζόταν για μια “κοινωνική, οικονομική και οικολογική ανάπτυξη”, η Ατζέντα 2030 του CDU το 2025 σημαίνει κυρίως ένα πράγμα: οπισθοδρόμηση στην οικονομική πολιτική της δεκαετίας του 2000.

Το όνομα του προγράμματος δεν έχει επιλεγεί τυχαία, αλλά βασίζεται στην Ατζέντα 2010, το μεγαλύτερο κύμα απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας και του κοινωνικού κράτους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, με το οποίο η κυβέρνηση Σρέντερ προσπάθησε να αναστρέψει την κρίση της γερμανικής οικονομίας. Και αν κοιτάξουμε τις δύο αυτές προσπάθειες, βρίσκουμε κάποιες ομοιότητες: Επιθέσεις στο κοινωνικό κράτος με ταυτόχρονη προστασία της γερμανικής εξαγωγικής βιομηχανίας στην οποία ανήκουν κυρίως οι βιομηχανίες αυτοκινήτων, χημικών και μηχανών.

Εξαγωγικός Τομέας vs. Εσωτερική Οικονομία

Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε από υψηλούς ρυθμούς αύξησης του πληθωρισμού στο πλαίσιο της επανένωσης, μειωμένη ανταγωνιστικότητα, ανεργία και ελάχιστο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών. Το 1995, η Γερμανία εξήγαγε 43,6 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από ό,τι εισήγαγε, το 2023 ήταν 224,3 δισεκατομμύρια ευρώ. Ως λύση, μια συμμαχία μεταξύ του Γκέρχαρντ Σρέντερ και της συντηρητικής πτέρυγας του SPD πρότεινε την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας – μια πολιτική ενάντια στις ομάδες συμφερόντων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε.

Η εφαρμογή της Ατζέντας 2010 πέτυχε επειδή το SPD έκανε συμφωνία με τα συνδικάτα του εξαγωγικού τομέα, όπως η IG Metall και η IG BCE. Αυτά τα συνδικάτα τα έσπασαν με το Verdi και άλλα συνδικάτα του τομέα των υπηρεσιών, τα οποία τότε ακολουθούσαν ένα πιο ευνοϊκό κοινωνικό πρόγραμμα για τους εργαζόμενους τους που περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, εργασιακή ασφάλεια και τις εγγυήσεις μισθών. Οι εργαζόμενοι του εξαγωγικού τομέα δεν επηρεάστηκαν από τις απελευθερώσεις της Ατζέντας 2010. Επιπλέον, οι αξιωματούχοι της IG Metall και της IG BCE συμμετείχαν στην ανάπτυξη της Ατζέντας 2010. Ορισμένοι πρώην αξιωματούχοι κατείχαν αξιώματα στην κυβέρνηση Σρέντερ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ομώνυμος της Riester-Rente, Walter Riester, πρώην αντιπρόεδρος της IG Metall, στη συνέχεια ομοσπονδιακός υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Τάξης υπό τον Σρέντερ. Η Ατζέντα 2010 υπονόμευσε το κράτος πρόνοιας και ταυτόχρονα προκάλεσε μια εσωτερική διαμάχη μεταξύ των εργαζομένων με καλύτερη και χειρότερη προστασία: εξαγωγικός τομέας έναντι εσωτερικής αγοράς.

Μεταξύ των σημαντικότερων πτυχών της Ατζέντας 2010 ήταν τότε η απελευθέρωση της εργασίας με σύμβαση, η προώθηση της μερικής απασχόλησης και η μείωση του επιδόματος ανεργίας. Επιπλέον, εισήχθη ένα σύστημα ελαστικής εργασίας, χαμηλά αμειβόμενης και χωρίς ασφαλιστική κάλυψη. Οι άνεργοι τιμωρούνταν με κυρώσεις εάν αρνούνταν «κατάλληλες» προσφορές εργασίας, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης της πλευράς των εργοδοτών και αύξησε την πίεση στους μισθούς. Με τις μεταρρυθμίσεις υπονομεύτηκε η προστασία των εργαζομένων και ταυτόχρονα δημιουργήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους τομείς χαμηλών μισθών στην Ευρώπη. Αρχικά, στο πλαίσιο της Ατζέντας 2010, επαναλαμβανόταν διαρκώς η υπόσχεση ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε πρώτα να ενταχθούν στην αγορά εργασίας και από εκεί να έχουν ευκαιρίες ανόδου. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική.

Πριν από την εισαγωγή του κατώτατου μισθού το 2015, σχεδόν κάθε τέταρτη θέση εργασίας στη Γερμανία αμείβονταν με χαμηλό μισθό, σήμερα κάθε έκτη. Και ο τομέας χαμηλών μισθών αποτελεί ιδιαίτερη παγίδα για τις γυναίκες, τους νέους, τους χαμηλά καταρτισμένους και τα άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο, οι οποίοι αφενός λόγω δομικών παραγόντων όπως οι διακρίσεις πρόσβασης στην αγορά εργασίας, η έλλειψη αναγνώρισης ξένων τίτλων σπουδών ή η άνιση κατανομή των υποχρεώσεων φροντίδας, είναι η πλειοψηφία των εργαζόμενων σε αυτόν τον τομέα. Αφετέρου, ο τομέας αυτός παρουσιάζει την χαμηλότερη κινητικότητα μισθών, γεγονός που δυσχεραίνει μακροπρόθεσμα την πρόσβαση των ενδιαφερομένων σε υψηλότερα εισοδήματα.

Συνοψίζοντας, η Ατζέντα 2010 συνέβαλε σημαντικά στην επέκταση και ενίσχυση του εξαγωγικού τομέα, γεγονός που ώθησε τα κέρδη αυτού του κλάδου και, κατά συνέπεια, την γερμανική οικονομία. Ταυτόχρονα, οδήγησε σε μια μαζική επιδείνωση των κοινωνικών ανισοτήτων, που οφείλεται στην συμπίεση των μισθών στην εγχώρια οικονομία και στις περικοπές στις συντάξεις και τα επιδόματα ανεργίας. Η Ατζέντα 2010 αντιπροσωπεύει, επομένως, μια οικονομική και πολιτική στρατηγική που ενίσχυσε τα συμφέροντα των γερμανικών εξαγωγικών επιχειρήσεων και ταυτόχρονα ώθησε τους εργαζόμενους στην εγχώρια οικονομία σε όλο και πιο επισφαλείς συνθήκες εργασίας.

Η γερμανική οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό από τον εξαγωγικό τομέα και, κατά συνέπεια, από την ξένη ζήτηση. Αυτό έγινε ιδιαίτερα σαφές σε περιόδους στασιμότητας του παγκόσμιου εμπορίου, όπως για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της κρίσης του Covid, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θέσπισε το μεγαλύτερο πρόγραμμα βοήθειας για τις επιχειρήσεις στην ΕΕ, προκειμένου να αντισταθμίσει την απώλεια ζήτησης από το εξωτερικό. Για τον υπόλοιπο κόσμο, οι γερμανικές εξαγωγές σημαίνουν κυρίως ένα πράγμα: ανεργία. Δεδομένου ότι η Γερμανία παράγει περισσότερα από ό,τι καταναλώνει, η εξαγωγή αυτής της πλεονάζουσας παραγωγής στο εξωτερικό οδηγεί σε πολλές άλλες χώρες σε εντονότερο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, γεγονός που συχνά οδηγεί σε απώλεια θέσεων εργασίας και αύξηση της ανεργίας.

Παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε βάρος της γερμανικής εξαγωγικής βιομηχανίας – μεταξύ άλλων λόγω της σταδιακά φθίνουσας παγκοσμιοποίησης, αλλά και λόγω της χαμένης αναπροσαρμογης της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας – το CDU με την ατζέντα 2030 εστιάζει στην υπάρχουσα πορεία. Αντί να ακολουθήσει μια οικονομική πολιτική που να προωθεί το μέλλον, η οποία για παράδειγμα να βασίζεται στην ώθηση της ανάπτυξης μέσω άλλων εγχώριων τομέων, το CDU ακολουθεί μια πολιτική του “μια από τα ίδια”. Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό, γίνεται σαφές όταν εξετάσουμε λεπτομερώς τον τρόπο λειτουργίας των μεμονωμένων σημείων του προγράμματος.

Τα προβλήματα της γερμανικής οικονομίας διαφέρουν σημαντικά από αυτά της δεκαετίας του 2000. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία βρίσκεται σε ύφεση, η οικονομία συρρικνώθηκε για δύο συνεχόμενα χρόνια και δεν φαίνεται να υπάρχει τέλος. Ταυτόχρονα, η ανεργία είναι από τις χαμηλότερες στην ευρωζώνη. Εν τω μεταξύ, λείπουν εκπαιδευτικοί στα σχολεία, τα νοσοκομεία βρίσκονται στα πρόθυρα κατάρρευσης, οι γέφυρες καταρρέουν και οι προσιτές κατοικίες είναι σπάνιες.

Οικονομική πολιτική του χθες

Αντί να ενισχύσει τη ζήτηση μέσω μειώσεων φόρων και αυξήσεων μισθών στις χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες και έτσι να τονώσει την οικονομία, το CDU επικεντρώνεται κυρίως σε μαζικές ελαφρύνσεις για τις ανώτερες εισοδηματικές ομάδες, οι οποίες θα λάβουν τα τρία τέταρτα των φορολογικών ελαφρύνσεων. Σε αυτές τις ομάδες, ο αντίκτυπος στη ζήτηση είναι σαφώς μικρότερος, καθώς εξοικονομούν ένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους, ενώ παράλληλα εντείνεται η ανισότητα.

Το πρόγραμμα προβλέπει επίσης φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις, με την ελπίδα ότι θα προχωρήσουν σε περισσότερες επενδύσεις. Ωστόσο, οι γερμανικοί όμιλοι συσσωρεύουν υψηλά αποθέματα μετρητών εδώ και χρόνια. Αντί να ξεκινήσει μια κυβερνητική πρωτοβουλία για επενδύσεις σε δημόσια υποδομή, η οποία θα έδινε κίνητρο στις επιχειρήσεις να απασχολήσουν περισσότερους εργαζόμενους για να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση, το CDU σχεδιάζει φορολογικά δώρα στη βιομηχανία.

Επενδύσεις στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν προβλέπονται. Για να αντιμετωπίσει την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, το CDU θέλει να “προσελκύσει” ξένους ειδικευμένους εργαζόμενους. Αυτό σημαίνει απλά: το CDU θέλει να πληρώνουν άλλες χώρες για την εκπαίδευση των ειδικευμένων εργαζομένων της Γερμανίας και στη συνέχεια να τους αποσπά μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής τους. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο μεταφέρονται τα έξοδα της εκπαίδευσης στο εξωτερικό, αλλά και αποσπώνται ειδικευμένοι εργαζόμενοι από τις χώρες καταγωγής τους, οι οποίοι στη συνέχεια λείπουν από την οικονομία των χωρών αυτών. Δεδομένου ότι οι αποσπασμένοι προέρχονται συχνά από χώρες του Παγκόσμιου Νότου, η παγκόσμια ανισότητα θα ενταθεί περαιτέρω.

Με την απαίτηση για ανάκληση της απαγόρευσης των ντίζελ, η Γερμανία θα χάσει τους στόχους για το κλίμα, καθώς η ατομική μετακίνηση είναι ένας από τους μεγαλύτερους εκπομπούς CO2. Επιπλέον, στην υπερβολικά καλά αμειβόμενη αυτοκινητοβιομηχανία εργάζονται κυρίως άνδρες, γεγονός που θα εντείνει περαιτέρω την ανισότητα των φύλων και τις εντάσεις μεταξύ του εξαγωγικού τομέα και της εγχώριας οικονομίας. Επιπλέον, το CDU σχεδιάζει την ενίσχυση της βιομηχανίας όπλων και την υπογραφή περαιτέρω συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου. Με αυτόν τον τρόπο, το CDU ακολουθεί μια στρατηγική που στοχεύει στην προώθηση των εξαγωγών γερμανικών προϊόντων σε όλο τον κόσμο και στην εξασφάλιση αγορών για τις γερμανικές εξαγωγές.

Παράλληλα, μεταξύ άλλων, θα γίνουν πιο ελκυστικές οι υπερωρίες, θα καταργηθεί το επίδομα στήριξης μακροχρόνια ανέργων και θα αυστηροποιηθούν οι προϋποθέσεις για την πρόσβαση στο επίδομα ανεργίας. Αυτό θα τροφοδοτηθεί από το αφήγημα της κοινωνίας των τεμπέληδων, η οποία θεωρείται υπεύθυνη για την κρίση της γερμανικής οικονομίας, και θα αποσπάσει την προσοχή από τις πραγματικές αιτίες.

Εφόσον το CDU σχεδιάζει επίσης να τηρήσει τον κανόνα του χρέους, θέλει να χρηματοδοτήσει τα φορολογικά του σχέδια μόνο μέσω των παροχών ανάπτυξης. Ωστόσο, δεδομένου ότι η φορολογική του πολιτική βασίζεται κυρίως σε μια μαζική αναδιανομή από τους φτωχούς στους πλούσιους, αυτό θα εξασθενίσει περαιτέρω την εγχώρια ζήτηση. Ταυτόχρονα, το CDU του Merz θα κάνει την οικονομία εξαρτώμενη από την ζήτηση από το εξωτερικό, κάτι που είναι λίγο ελπιδοφόρο σε μια εποχή αυξανόμενου προστατευτισμού. Αν και, για παράδειγμα, οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες μπορούν να επωφεληθούν από τους αμερικανικούς δασμούς στα κινεζικά προϊόντα, αυτό λειτουργεί μόνο εφόσον δεν επιβάλλονται αντίστοιχοι δασμοί στα ευρωπαϊκά προϊόντα. Ο Τραμπ είχε ήδη δείξει στην πρώτη του θητεία ότι είναι σφοδρός επικριτής του γερμανικού εξαγωγικού μοντέλου και είναι πιθανό να μην αποκλίνει από αυτήν την πορεία.

Συνοψίζοντας, η Ατζέντα 2030 αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα γερμανικής οικονομικής πολιτικής στοχευμενης στην προσφορά. Υπέρ του εξαγωγικού τομέα, το CDU προσπαθεί, μέσω καλύτερων συνθηκών για τις επιχειρήσεις – όπως φορολογικές ελαφρύνσεις και απελευθέρωση της αγοράς εργασίας – να αυξήσει την κερδοφορία τους και έτσι να τονώσει την οικονομική ανάπτυξη. Αυτή η συνταγή μπορεί να λειτούργησε στο παρελθόν στο πλαίσιο της Ατζέντας 2010 για τους εξαγωγικούς τομείς, αλλά μόνο με κόστος την επιδείνωση της κοινωνικής ανισότητας. Η αμφισβήτηση αυτής της αναπτυξιακης στρατηγικής, ωστόσο, γίνεται όλο και πιο εμφανής, δεδομένων των τρεχουσών προκλήσεων της γερμανικής οικονομίας, ιδίως των προκλήσεων στον εξαγωγικό τομέα.

“Η σκληρή δουλειά, η εργασία και η προσπάθεια αποδίδουν όλο και λιγότερο. Η υπόσχεση για άνοδο μέσω της υψηλής αποδοτικοτητας φαίνεται να είναι άδεια”, αναφέρεται στην Ατζέντα 2030. Οι προτάσεις του CDU δεν θα μπορέσουν να ανανεώσουν αυτήν την υπόσχεση – αντίθετα, θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κοινωνική ανισότητα, την επενδυτική στασιμότητα και την έλλειψη καλά αμειβόμενων, ασφαλών θέσεων εργασίας. Ενώ το SPD με την Ατζέντα 2010 ακολούθησε μια στρατηγική ανάπτυξης που έριχνε το βάρος στις πλάτες της βάσης του – δηλαδή των εργαζομένων – η Ατζέντα 2030 είναι ένα πρόγραμμα που υποστηρίζει ακριβώς τις δυνάμεις εκείνες που βρίσκονται πίσω από το CDU. Η οικονομική πολιτική του Φρίντριχ Μερτς δεν θα δημιουργήσει “νέο πλούτο” για όλους, αλλά θα ενισχύσει οικονομικά μόνο τα συμφέροντα που στηρίζουν το CDU και θα μειώσει τον πλούτο της πλειοψηφίας.

Το ‘Συμβούλιο της Ευρώπης’ καλεί σε σκληρότερες διώξεις κατά της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών

Σε μια όχι ιστορική αλλά ανιστόρητη απόφασή της η επονομαζόμενη «Κοινοβουλευτική Συνάθροιση του Συμβουλίου της Ευρώπης» (Parliamentary Assembly of the Council of Europe—PACE) καλεί όλες τις ‘ευρωπαϊκές’ χώρες να ξεκινήσουν άμεσα τη λήψη μέτρων κατά της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών στα μη ελεγχόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η PACE δεν αποτελεί εκλεγμένο σώμα αλλά διορισμένο από τις κυβερνήσεις ή τα κοινοβούλια των 46 χωρών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο τυπικά (αλλά καθόλου επί της ουσίας) φέρεται ως μη εξαρτημένο από τους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας/γραφειοκρατίας.

Παρόλ’ αυτά, η PACE πολλές φορές στο παρελθόν έχει χρησιμοποιηθεί ως ιδεολογικο-πολιτικός μοχλός για το πέρασμα κάποιας ενιαίας γραμμής στις “ευρωπαϊκές” χώρες. Τα εισαγωγικά καθώς στο Συμβούλιο συμμετέχουν χώρες όπως το Αζερμπαϊτζάν, η Αρμενία, η Γεωργία, η Τουρκία ενώ έχουν αποκλειστεί χώρες όπως η Ρωσική Ομοσπονδία, η Λευκορωσία, το Καζακστάν κ.λπ. Το καθεστώς του Κιέβου, το οποίο από τις ευρωπαϊκές ελίτ θεωρείται η πεμπτουσία της δημοκρατίας, παρά την απαγόρευση εκεί όλων των αντιπολιτευόμενων πολιτικών κομμάτων, τη δήμευση της περιουσίας τους, τη φυλάκιση ή και ‘εξαφάνιση’ των στελεχών τους καθώς και παρά το κλείσιμο όλων των—έστω και ήπια—αντικυβερνητικών ΜΜΕ, επίσης συμμετέχει στην PACE και μάλιστα στην συγκεκριμένη απόφαση πέτυχε να περάσει και κάποιες ενδιαφέρουσες τροπολογίες.

H απόφαση στρέφεται καθαρά κατά της ενημέρωσης που αμφισβητεί την καθεστωτική αφήγηση στα κρίσιμα θέματα της εποχής—Ουκρανικό και Παλαιστινιακό. Εξ ου και οι θριαμβολογίες των μέσων ενημέρωσης του καθεστώτος του Κιέβου. Ειδικά όλα αυτά τα μέσα τονίζουν με έμφαση την εισαγωγική και κεντρική παράγραφο της απόφασης. Επιλέγω τυχαία την παράθεση και τον σχολιασμό του συγκεκριμένου σημείου από την Ukrainska Pravda, η οποία διόλου τυχαία συνδέει την απόφαση αυτή με τις ‘κυρώσεις’ κατά της Ρωσίας.

Το ψήφισμα, το κείμενο του οποίου έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της PACE, αναφέρει ότι η Κοινοβουλευτική Συνάθροιση ανησυχεί για την ευρεία διάδοση της προπαγάνδας που αποσκοπεί στη διαμόρφωση μιας προκατειλημμένης κοινής γνώμης, απειλώντας την εύρυθμη λειτουργία των δημοκρατικών συστημάτων και θέτοντας σε κίνδυνο τις κοινές αξίες και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Απόσπασμα: «Αυτή η επιβλαβής προπαγάνδα περιλαμβάνει τόσο την παράνομη προπαγάνδα όσο και την προπαγάνδα που, αν και δεν απαγορεύεται, μπορεί να βλάψει την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης και της ενημερωμένης συμμετοχής των πολιτών στις δημόσιες συζητήσεις και τη λήψη αποφάσεων μέσω ανήθικων μεθόδων επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των εργαλείων παραπληροφόρησης και ψυχολογικής χειραγώγησης», αναφέρεται στο ψήφισμα.

Προσέξτε την απίστευτη διατύπωση: Δεν θα διώκεται μόνο η όποια ‘προπαγάνδα’, δηλαδή αντίθετες απόψεις, είναι «παράνομες» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), αλλά επίσης θα διώκονται και οι νόμιμες απόψεις, εφόσον θεωρηθεί ότι αυτές «βλάπτουν την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης», δηλαδή εφόσον αυτές βλάπτουν την ανάπτυξη της καθεστωτικής αφήγησης. Ποιος όμως θα αποφασίζει ποιες μη απαγορευμένες απόψεις «βλάπτουν την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης»; Προφανώς οι καθεστωτικοί μηχανισμοί.

Βαδίζουμε ολοταχώς σε καθεστώς μαύρης δικτατορίας και καταπάτησης κάθε ατομικού και κοινωνικού δικαιώματος που κάποτε θεωρούνταν ως αυτονόητα και μάλιστα γεννημένα από την ίδια την αστική τάξη και τον αστικό διαφωτισμό.

Η παραπάνω φωτογραφία συνοδεύει το ρεπορτάζ της προσκείμενης στο καθεστώς του Κιέβου εφημερίδας Ukrainska Pravda για την απόφαση 2567 (2024) της PACE με τίτλο «Προπαγάνδα και ελευθερία της πληροφόρησης στην Ευρώπη». Κατά την εφημερίδα του Κιέβου, η απόφαση της PACE αποτελεί μία ακόμη βαριά ‘κύρωση’ κατά της Ρωσίας, την οποία όμως τώρα θα υποστούν όσοι κάτοικοι ευρωπαϊκών χωρών τολμούν να διαφωνούν με την καθεστωτική αφήγηση που κλώθουν οι ιμπεριαλιστικές ελίτ. Εννοείται ότι στον ίδιο τον φάρο της δημοκρατίας, δηλαδή υπό το καθεστώς του Κιέβου, οι κάτοικοι έχουν ήδη υποστεί αυτά και άλλα πολύ χειρότερα και τώρα το καθεστώς χρησιμοποιείται ως πολιορκητικός κριός από τις ευρωπαϊκές ελίτ για να πάθουν τα ίδια οι κάτοικοι και της υπόλοιπης Ευρώπης.

*          *          *

Αλλά ας δούμε και μερικά ακόμη σημεία της απόφασης, που σημειωτέον εισηγήθηκαν οι Αυστριακοί σοσιαλιστές και πράσινοι.

Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης… πρέπει να είναι σε θέση να εξουδετερώνουν την προπαγάνδα που είναι σαφώς αντίθετη με τις θεμελιώδεις αξίες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ETS αριθ. 5, «η Σύμβαση») και είναι επιζήμια για τη δημοκρατία.

Και πάλι το ερώτημα είναι πώς θα «εξουδετερώνεται» η προπαγάνδα που οι ευρωπαϊκές ελίτ θα θεωρούν ότι αντιτίθεται στις «θεμελιώδεις αξίες» και «είναι επιζήμια για τη δημοκρατία»; Και τι ακριβώς θεωρείται «προπαγάνδα»; Γιατί π.χ. δεν είναι προπαγάνδα η διαλάληση από τα θεσμικά ΜΜΕ του πολέμου μέχρι του τελευταίου Ουκρανού στη δύστυχη αυτή χώρα;

Και η απόφαση συνεχίζει:

Τα μέτρα για την καταπολέμηση της επιβλαβούς προπαγάνδας πρέπει, ωστόσο, να σέβονται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας της πληροφόρησης, που προστατεύεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης, το οποίο αποτελεί θεμελιώδες συστατικό στοιχείο κάθε δημοκρατίας.

Η υποκρισία αυτής της τοποθέτησης περί δήθεν απαραβίαστου της «ελευθερίας της πληροφόρησης», που γίνεται για να ξεπλυθεί η κυρίως απόφαση, φαίνεται από την ολική απαγόρευση του Russia Today και του Sputnik. Αλλά επίσης φαίνεται και από την πρόταση που ακολουθεί αμέσως μετά και αίρει την προηγούμενη:

Όπως αναφέρεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι περιορισμοί αυτού του δικαιώματος πρέπει να προβλέπονται από το νόμο, να αιτιολογούνται από θεμιτό σκοπό και να είναι ανάλογοι προς αυτόν.

Με άλλα λόγια: Σας επιτρέπουμε την «ελευθερία στην πληροφόρηση» όταν δεν την απαγορεύουμε.

Και μιας και με παχιά λόγια ποτέ κανείς δεν χόρτασε, ας δούμε πιο συγκεκριμένα τι απαγορεύει με τις κατευθυντήριες οδηγίες του το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εδώ πλέον δεν χωράνε περικοκλάδες, η οδηγία είναι σαφής και στυγνή.

Η Συνάθροιση αναγνωρίζει ότι για τα αυταρχικά καθεστώτα, όπως η Ρωσική Ομοσπονδία, η προπαγάνδα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πολέμου τους κατά της δημοκρατίας. Το χρηματοδοτούμενο από το ρωσικό κράτος RT (πρώην γνωστό ως «Russia Today») και το παγκόσμιο δίκτυό του και τα «εργοστάσια τρολ» αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την αποσταθεροποίηση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών και τον επηρεασμό των πολιτικών διαδικασιών. Η Συνάθροιση αναφέρεται επίσης στο ψήφισμά της 2540 (2024) «Ο θάνατος του Αλεξέι Ναβάλνι και η ανάγκη να αντιμετωπιστεί το ολοκληρωτικό καθεστώς του Βλαντιμίρ Πούτιν και ο πόλεμός του κατά της δημοκρατίας» και επαναλαμβάνει την έκκλησή της να αναγνωριστεί ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιείται ως όργανο ρωσικής επιρροής και προπαγάνδας από το καθεστώς του Κρεμλίνου.

Εδώ είναι περισσότερο από σαφές ότι όποιος δεν συμφωνεί με την εκκωφαντική ομοφωνία των καθεστωτικών ΜΜΕ για τον χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία, θα χαρακτηρίζεται συνοπτικά ως ‘τρολ του Πούτιν’ που συμμετέχει στην «ευρύτερη στρατηγική για την αποσταθεροποίηση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών και τον επηρεασμό των πολιτικών διαδικασιών». Στην καλύτερη περίπτωση θα του αφαιρείται το δικαίωμα λόγου ενώ στη χειρότερη…η Ουκρανική ‘Δημοκρατία’ δείχνει τον δρόμο, όπως συνέβη με την περίπτωση του Αμερικανο-Χιλιανού δημοσιογράφου Γκονζάλο Λίρα που βασανίστηκε και αφέθηκε να πεθάνει στις φυλακές του καθεστώτος του Κιέβου επειδή ασκούσε κριτική στο καθεστώς αυτό.

Αλλά ας κοιμόμαστε ήσυχοι τον ύπνο του δικαίου καθώς, όπως γράφει η περιβόητη απόφαση:

…όλοι οι περιορισμοί και τα αντίμετρα [θα πρέπει να] περιορίζονται σε εκείνα που είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διατήρηση των θεμελιωδών αξιών στις οποίες βασίζεται.

Εμείς στην Ελλάδα έχουμε ζήσει στο πετσί μας τι σημαίνει για τις άρχουσες τάξεις η λήψη των ‘αναγκαίων’ μέτρων «για τη διατήρηση των θεμελιωδών αξιών» στις οποίες βασίζεται η κοινωνία. Άλλωστε, έτσι δεν δικαιολογούσε και ο Παπαδόπουλος τον γύψο που επέβαλε η στρατιωτικο-φασιστική δικτατορία στην Ελλάδα;

Στη συνέχεια η απόφαση τονίζει την ανάγκη να υπάρξει διακρατικός συντονισμός για την πάταξη της ελευθερίας γνώμης και πληροφόρησης και με ταπεινοφροσύνη προτείνουν τους εαυτούς τους ως αρχι-συντονιστές του επίμοχθου έργου:

Η επιβλαβής προπαγάνδα έχει διακρατική διάσταση και για την αντιμετώπισή της τα κράτη μέλη πρέπει να ενισχύσουν τη συνεργασία τους. Το Συμβούλιο της Ευρώπης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό.

Αλλά τι γίνεται αν κάποιοι δημοσιογράφοι τολμήσουν να αψηφήσουν τις άνωθεν οδηγίες; Αν συμβεί αυτό, τότε οι ‘δημόσιες αρχές’ θα τους θεωρήσουν υπεύθυνους ως διαδοσίες προπαγάνδας. Προς τούτο θα υπάρχει “συνεργασία”—διάβαζε έλεγχος και λογοκρισία—των ‘δημόσιων αρχών’ με τους εργοδότες αυτών των δημοσιογράφων. Μαύρο φίδι που τους έφαγε…

Επιπλέον, απαιτείται ισχυρότερη συνεργασία μεταξύ των δημόσιων αρχών και του ιδιωτικού τομέα. Τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι φέρουν ευθύνη στην καταπολέμηση της διάδοσης της προπαγάνδας. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις αρνητικές αντιλήψεις για τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, για να οικοδομήσουν εμπιστοσύνη και να διατηρήσουν την αναγνωσιμότητα του κοινού τους.

Θα προσέξατε βέβαια στο παραπάνω την σπαρταριστή παραδοχή περί «αρνητικών αντιλήψεων» του κόσμου «για τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης» και την ανησυχία από την έλλειψη εμπιστοσύνης προς αυτά που οδηγεί και στην εγκατάλειψή τους από το κοινό.

Σύμφωνα με την απόφαση του PACE τα καθεστωτικά ΜΜΕ έχουν χάσει την αξιοπιστία τους απέναντι στο κοινό και απαιτείται να επανακερδηθεί η εμπιστοσύνη προς αυτά. Αλλά αυτό δεν θα γίνει μέσω της ανεξαρτητοποίησής τους από τις κυβερνώσες ελίτ, αλλά αντίθετα, με την μετατροπή τους σε ακόμη στενότερα χειραγωγούμενους οργανισμούς.

Στα πλαίσια εφαρμογής της ντιρεκτίβας του, το PACE συνοψίζοντας ζητά από τα κράτη μέλη να ευθυγραμμίσουν τη νομοθεσία τους με τις οδηγίες του. Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα των απαιτήσεων του PACE που ζητά κάθε κράτος μέλος:

…να επιβάλει στοχευμένες κυρώσεις σε εκείνα τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης, όπως το RT και οι θυγατρικές του, των οποίων το έργο παραβιάζει τη δημοσιογραφική δεοντολογία και αποτελεί απειλή για την εθνική ασφάλεια των κρατών μελών,

να επιβάλει στοχευμένες κυρώσεις στους προπαγανδιστές του πολέμου…[ΣΗΜ. Προφανώς όποιος υποστηρίζει τις ρωσικές απόψεις για τις γενεσιουργές αιτίες του πολέμου θα θεωρείται ότι είναι προπαγανδιστής του]

να αναγνωρίσουν τον ρόλο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως εργαλείο της ρωσικής κρατικής προπαγάνδας…

 να δημιουργήσουν κατάλληλους ανεξάρτητους μηχανισμούς εποπτείας των μέσων ενημέρωσης, οι οποίοι θα ανατίθενται σε ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές, για την εξέταση της νομιμότητας, της εγκυρότητας και της αναγκαιότητας των περιορισμών που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της επιβλαβούς προπαγάνδας, καθώς και των συγκεκριμένων τρόπων εφαρμογής τους,

να ενισχύσουν τη συνεργασία τους και να αναζητήσουν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης συντονισμένες απαντήσεις, αξιοποιώντας καλύτερα τους μηχανισμούς συνεργασίας και τα εργαλεία που παρέχει ο Οργανισμός

Επίσης, η συνάθροιση ζητά από «τους επαγγελματίες και τους οργανισμούς στον τομέα των μέσων ενημέρωσης»:

να προωθήσουν τη συνεργασία, να αμοιβαιοποιήσουν τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης και της παραπλάνησης και να μοιράζονται την εμπειρία που αποκτάται από την καταπολέμηση της επιβλαβούς προπαγάνδας,

να αξιολογείται από ομοτίμους ενδεχόμενη προπαγάνδα και επιβλαβές περιεχόμενο στα μέσα ενημέρωσης, να το απενεργοποιούν όταν είναι παράνομο και να το εξισορροπούν σε άλλες περιπτώσεις.

Και τέλος, από τους παρόχους ίντερνετ και μέσων κοινωνικής δικτύωσης ζητείται η λήψη μέτρων, όπως αυτά που κατά κόρον εφαρμόζονται τελευταία σε κανάλια του YouTube και σε λογαριασμούς στο Facebook που δεν ευθυγραμμίζονται με την κυρίαρχη αντίληψη. Με άλλα λόγια, απαιτείται η επιβολή ποινών και το κλείσιμο του λογαριασμού όποιου παραθέτει πληροφόρηση και σχόλια που δεν συνάδουν με τα Οργουελικά «υπουργεία αλήθειας» των κυρίαρχων ελίτ. Ας δούμε μερικά από τα προτεινόμενα μέτρα από το PACE.

Η Συνάθροιση καλεί τους διαμεσολαβητές του διαδικτύου:

— να αναπτύξουν κατάλληλα εργαλεία—συμπεριλαμβανομένων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης υπό ανθρώπινο έλεγχο—για τον εντοπισμό της παράνομης προπαγάνδας και τον αποκλεισμό της διάδοσής της, ενδεχομένως πριν γίνει προσβάσιμη στους χρήστες του διαδικτύου, και να αφαιρούν το περιεχόμενο αμέσως και αποτελεσματικά όταν τους ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές,

— να διασφαλίζουν ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύσσουν ή χρησιμοποιούν τηρούν τα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της νέας σύμβασης-πλαισίου για την τεχνητή νοημοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου,

— να λάβουν μέτρα για τη δαιμονοποίηση της διάδοσης της παραπληροφόρησης και της επιβλαβούς προπαγάνδας,

–να διευκολύνουν την πρόσβαση σε σχετικά μηχανογραφικά δεδομένα για τους σκοπούς της έρευνας, η οποία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη τεκμηριωμένων αντιμέτρων κατά της παραπληροφόρησης και της επιβλαβούς προπαγάνδας. [ΣΗΜ. Το τελευταίο σημαίνει να δίνουν πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα και στην ιστορία των χρηστών σε μυστικές και άλλες κρατικές υπηρεσίες παρακολούθησης των πολιτών]

Ο ανήμπορος καγκελάριος της Γερμανίας φαίνεται ότι είχε μια στιγμή διαύγειας σχετικά με την άσκηση διπλωματίας στο Ουκρανικό που του πέρασε γρήγορα

Ο Όλαφ Σολτς, ο Γερμανός καγκελάριος, έχει προκαλέσει σάλο. Όχι με κάποια επιτυχία, για παράδειγμα στις εκλογές, στην οικονομία ή στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική. Ο Σολτς δεν κάνει τέτοιου είδους πράγματα. Για έναν άνθρωπο με τα δικά του ποσοστά αποδοχής, η ικανοποίηση του πλήθους δεν αποτελεί καν επιλογή.

Αν και μπορεί πράγματι να σημαίνουν ότι οι μέρες του Σολτς είναι μετρημένες, όπως πιθανολογεί η βρετανική Telegraph, οι συντριπτικές ήττες που υπέστησαν πρόσφατα στις περιφερειακές εκλογές στη Θουριγγία και τη Σαξονία το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του και οι εταίροι του στον συνασπισμό “φωτεινός σηματοδότης”—οι Πράσινοι και οι φιλελεύθεροι της αγοράς Ελεύθεροι Δημοκράτες—είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, όπως δείχνουν σταθερά οι δημοσκοπήσεις: Το 77% των Γερμανών θεωρεί τον σημερινό τους ηγέτη «führungsschwach» (αδύναμο στο να ηγείται), ενώ η προσωπική του “δημοτικότητα”—στην πραγματικότητα, αντιδημοτικότητα—μόλις κατέρρευσε από τη θλιβερή 14η θέση στην κωμικοτραγική 18η. Μόνο το 23% επιθυμεί αυτός καν να προσπαθήσει να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα, και ακόμη και στο ίδιο το κόμμα του η πλειοψηφία είναι αντίθετη με μια τέτοια ιδέα.

Και δεν πρόκειται μόνο για τον ίδιο, αλλά και για την ομάδα του: Το 71% των Γερμανών πιστεύει ότι η κυβέρνησή του κάνει κακή δουλειά. Ένας δύσκολος—και βρώμικος—συμβιβασμός για τον προϋπολογισμό του 2025 που επιτεύχθηκε τον Ιούλιο στο πλαίσιο του πολυδιασπασμένου συνασπισμού του Scholz δεν ενέπνευσε ελπίδες: Μόνο το 7% των ψηφοφόρων πίστευε ότι οι «εταίροι» του συνασπισμού θα συνεργάζονταν τώρα πιο αποτελεσματικά, το 10% πίστευε ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν και το 79% ότι θα παραμείνουν το ίδιο άσχημα όπως ήταν. Ενώ η κυβέρνηση Σολτς είχε υποσχεθεί ότι ο νέος προϋπολογισμός θα τόνωνε επιτέλους την ταλαιπωρημένη γερμανική οικονομία, το 75% των Γερμανών δεν πίστεψε σε αυτή την υπόσχεση. Και ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; Η γερμανική οικονομία, κουτσουρεμένη τόσο από τους αυτοεπιβαλλόμενους δημοσιονομικούς περιορισμούς που αποκλείουν τις πολιτικές τόνωσης της οικονομίας όσο και από την παράλογη εγκατάλειψη της φθηνής ρωσικής ενέργειας, βρίσκεται σε στασιμότητα από το 2018– από τώρα έχει εισέλθει σε «τεχνική ύφεση».

Αυτές ήταν οι διαθέσεις στα τέλη Ιουλίου. Τώρα, είναι βέβαιο ότι θα είναι πολύ χειρότερες: Ο σαθρός συμβιβασμός του συνασπισμού για τον προϋπολογισμό δέχεται σφοδρά πυρά, μεταξύ άλλων, από τον καθηγητή Hanno Kube, «έναν από τους πιο σεβαστούς συνταγματολόγους» της Γερμανίας, σύμφωνα με το κορυφαίο ειδησεογραφικό περιοδικό Der Spiegel. Ο Kube, θα πρέπει να θυμίσουμε, έχει βοηθήσει να καταρρεύσουν μια φορά στο παρελθόν οι σκοτεινές λογιστικές πρακτικές του Βερολίνου, προκαλώντας μια βαθιά και αντηχούσα πολιτική κρίση, την οποία οι συνεργοί του φωτεινού σηματοδότη δεν ξεπέρασαν ποτέ πλήρως.

Και η Volkswagen, τίποτα λιγότερο από ένα εθνικό σύμβολο και μακράν ο μεγαλύτερος εργοδότης της Γερμανίας στον ζωτικής σημασίας αλλά σοβαρά φθίνοντα τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας της χώρας, έχει τερματίσει την εγγύηση των θέσεων εργασίας και προετοιμάζει το έδαφος για κλείσιμο εργοστασίων και μαζικές απολύσεις στη Γερμανία για πρώτη φορά στην ιστορία της εταιρείας. Είναι δύσκολο να μεταφέρει κανείς το μέγεθος αυτού του ψυχολογικού πλήγματος. Ως Γερμανός, επιτρέψτε μου να το θέσω ως εξής: Φανταστείτε ότι ταυτόχρονα χάνετε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Υπερβολή; Παραδέχομαι ότι είμαι ένοχος. Αλλά όχι κατά πολύ.

Θα μπορούσαμε να παρατείνουμε την οδυνηρή λιτανεία των αποτυχιών του Βερολίνου στο εσωτερικό, αλλά η ουσία θα πρέπει να είναι ήδη σαφής: Το προφίλ του Σολτς ως Γερμανού ηγέτη είναι αυτό ενός θλιβερά αποφασιστικού, αδυσώπητα αποτυχημένου. Ακόμη και η πολυδιαφημισμένη «Zeitenwende» («εποχιακή αλλαγή»), δηλαδή η πολιτική της ρωσοφοβίας και του επανεξοπλισμού, έχει κολλήσει σαν γερμανικό φορτηγό κάπου δυτικά της Μόσχας τον Νοέμβριο του 1941.

Η ρωσοφοβία τα πάει καλά, αλλά, πάλι, αυτό είναι το πιο φτηνό κομμάτι. Ο επανεξοπλισμός, όχι και τόσο πολύ: Το έγκυρο Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία μόλις διαπίστωσε ότι—έκπληξη, έκπληξη—η βιομηχανία όπλων της Ρωσίας είναι εξαιρετικά αποτελεσματική, ενώ η Γερμανία χωλαίνει και με τα δύο πόδια. Πάρτε για παράδειγμα τα άρματα μάχης, ιστορικά μια κάποια γερμανική σπεσιαλιτέ: Το 2004, η Γερμανία διέθετε ακόμη 2.389 από αυτά, το 2021 είχαν απομείνει 339. Για να φθάσουν ξανά τα νούμερα του 2004 θα χρειαστούν, με τους σημερινούς ρυθμούς της «Zeitenwende», μέχρι το 2066. Ενώ για το βασικό πυροβολικό—χωρίς πλάκα—συζητάμε για εκατό χρόνια μέχρι να φτάσουμε σε αυτό που υπήρχε πριν από 20 χρόνια. Αλλά από την άλλη, πώς να εξοπλιστείς γρήγορα, αν αφήνεις τόσο τα αφεντικά σου στην Ουάσιγκτον όσο και τους πράσινους τρελούς στο δικό σου υπουργικό συμβούλιο να καταστρέφουν την οικονομία σου;

Κι ωστόσο, ο Σολτς κατάφερε να τραβήξει λίγη εθνική και διεθνή προσοχή, δηλώνοντας συγκεκριμένα ότι έχει έρθει η ώρα για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Και, το πιο εντυπωσιακό, εξέφρασε την εκπληκτικά πρωτοποριακή ιδέα—στη Δύση τουλάχιστον—ότι η Ρωσία, ένα από τα μέρη της σύγκρουσης, θα πρέπει πράγματι να συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις!

Ακούγεται σχεδόν σαν μια ντροπαλή εκ νέου ανακάλυψη αυτής της αρχαίας τέχνης που τόσο καιρό την έχουν ξεχάσει στη Δύση των “αξιών” και των “κανόνων”: της διπλωματίας. Σύμφωνα με πληροφορίες που βασίζονται σε διαρροές αλλά δεν είναι απίθανες, το γραφείο του γερμανού καγκελάριου επεξεργάζεται ακόμη και ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την ειρήνη—που ήδη ονομάστηκε «Μινσκ ΙΙΙ» και περιλαμβάνει την επίσημη παραχώρηση εδαφών της Ουκρανίας στη Ρωσία. Με άλλα λόγια, αν ένα τέτοιο σχέδιο είναι πραγματικά στα σκαριά, περιλαμβάνει την αποδοχή ότι η Ουκρανία έχει χάσει τον πόλεμο, το ίδιο και η Δύση, συμπεριλαμβανομένης σε μεγάλο βαθμό της Γερμανίας, της μεγαλύτερης μεμονωμένης χώρας που υποστηρίζει την Ουκρανία μετά τις ΗΠΑ.

Ο Σολτς, φυσικά, το αρνείται, αλλά η δήλωσή του θα σηματοδοτούσε μια σαφή αλλαγή πορείας, αν ήταν σοβαρή (για ο οποίο περισσότερα παρακάτω). Ενώ έχει αρνηθεί να παραδώσει τους περίφημους και πολύ υπερεκτιμημένους πυραύλους Taurus στο Κίεβο, το θέμα αυτό έχει επισκιάσει τη συμπαγή και—μέχρι τώρα τουλάχιστον—άκαμπτη δέσμευσή του στην αδιέξοδη αλλά και πεισματική δυτική στρατηγική της απεριόριστης υποστήριξης της Ουκρανίας χωρίς καμία σοβαρή προσπάθεια να διαπραγματευτεί με τη Μόσχα και να υποχρεώσει την Ουκρανία να είναι ρεαλιστική. Θα ήταν δελεαστικό να υποθέσει κανείς ότι οι πρόσφατες ‘αποκαλύψεις’ για τη συμμετοχή της Ουκρανίας στις τρομοκρατικές επιθέσεις κατά της Γερμανίας στο Nord Stream πρέπει να παίζουν ρόλο στο να πιάσει ο Scholz ένα νέο σκοπό, έστω και τόσο αμυδρά. Αλλά αυτό θα ήταν λάθος. Το να θιχθεί από μια βάναυση, άκρως επιζήμια και εντελώς ταπεινωτική επίθεση κατά της Γερμανίας—αυτό δεν είναι ακριβώς το στυλ αυτού του καγκελάριου.

Αντίθετα, με τις ομοσπονδιακές εκλογές να απέχουν μόλις ένα χρόνο, ο λόγος για τη φαινομενική στροφή του σχεδόν—για να εφαρμόσουμε την εντυπωσιακά πρωτότυπη γεωμετρία της Annalena Baerbock, της τραμπολίνο-υπουργού Εξωτερικών της Γερμανίας— 360 μοίρες είναι ενοχλητικά προφανής. Πιθανώς ο σημαντικότερος παράγοντας που συνέβαλε να ήταν το φιάσκο του Σολτς στη Θουριγγία και τη Σαξονία, το οποίο πρόκειται να επαναληφθεί στο Βρανδεμβούργο σε λιγότερο από δύο εβδομάδες. Πολλοί ψηφοφόροι έχουν βαρεθεί τόσο το κόστος όσο και τους κινδύνους της πορείας, στο ίδιο μήκος κύματος με τις ΗΠΑ, προς την ήττα στον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία. Από αυτή την άποψη, η αιφνιδιαστική ανακάλυψη της διπλωματίας από τον Σολτς μάλλον αποτελεί έναν απλό, σπασμωδικό καιροσκοπισμό, ακριβώς όπως και η ξαφνική κωλοτούμπα της υπουργού Εσωτερικών του, Νάνσι Φέιζερ, σχετικά με την αύξηση των συνοριακών ελέγχων και την εν γένει αυστηρότερη αντιμετώπιση της μετανάστευσης.

Εν ολίγοις: Στη γερμανική πολιτική, υπάρχει αίμα στο νερό, συγκεκριμένα αυτό της βαριά πληγωμένης κυβέρνησης Σολτς. Δεν είναι περίεργο που οι καρχαρίες περιφέρονται, και η σύντομη—αν και κάπως συγκεχυμένη—δήλωση του Σολτς περί προσπάθειας ειρήνευσης μέσω διαπραγματεύσεων μόνο την όρεξή τους άνοιξε. Όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρξαν καταγγελίες που, στην ουσία, ισοδυναμούν με τη νεομακαρθική κατηγορία της «προδοσίας της Ουκρανίας». Για παράδειγμα, ο Roderich Kiesewetter, φερέφωνο της εξωτερικής πολιτικής των συντηρητικών Χριστιανοδημοκρατών (CDU), που είναι προβλέψιμα ακραίος πολιτικά και ασθενής διανοητικά, κάλεσε τον Φεβρουάριο να «πάμε τον πόλεμο στη Ρωσία» καταστρέφοντας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, καθώς και υπουργεία στη Μόσχα. Αν και τα πιο τρελά του όνειρα δεν έγιναν πραγματικότητα, με την επιχείρηση καμικάζι στο Κουρσκ το Κίεβο έκανε πρόσφατα τα χειρότερά του για να ακολουθήσει τη συμβουλή του Kiesewetter. Το αποτέλεσμα: ένα αιματηρό, αυτοκαταστροφικό φιάσκο, που επιταχύνει την ήττα της Ουκρανίας.

Αλλά ο Kiesewetter δεν θα ήταν Kiesewetter αν ήταν ικανός να διδάσκεται από την εμπειρία. Έντονα εκνευρισμένος από την πολύ ντροπαλή επίδειξη λογικής του Σολτς, κατηγορεί την καγκελάριο ότι προσπαθεί να επιβάλει μια «ψευτοειρήνη» στο Κίεβο και να αποδυναμώσει την ασφάλεια της Γερμανίας και της Ευρώπης. Σε γενικές γραμμές, το CDU, που βρίσκεται στην αντιπολίτευση αλλά τα πάει καλά, εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο τρόπο την ασυνέπεια του Σολτς ανακυκλώνοντας θανάσιμα κουραστικά δυτικά αποφθέγματα περί «εξυπηρέτησης του Πούτιν» και «επιβράβευσης του επιτιθέμενου». Για να είμαστε ειλικρινείς: μπλα μπλα μπλα, ενώ οι Ουκρανοί πεθαίνουν σωρηδόν σε έναν ήδη χαμένο πόλεμο.

Εν τω μεταξύ, ο «εταίρος» του Scholz στον συνασπισμό, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, κάνουν τους ίδιους θορύβους με το CDU. Από την άλλη πλευρά, το δεξιό/ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το αριστερό-συντηρητικό BSW της Σάρα Βάγκενκνεχτ (οι δύο μεγάλοι νικητές των εκλογών στη Θουριγγία και τη Σαξονία) και το κόμμα Die Linke τάσσονται πολύ περισσότερο υπέρ της ειρήνευσης με τη Ρωσία από ό,τι ο Σολτς. Αλλά ούτε αυτοί, και καλά κάνουν, θα του προσφέρουν πόντους για να κερδίσει κανένα μπισκότο, επειδή αυτά που είπε ήταν πολύ λίγα και πολύ καθυστερημένα.

Επιπλέον, είναι ήδη σαφές ότι το μόνο που θα καταφέρει να κάνει ο Σολτς είναι να χρησιμοποιήσει σκέτα λόγια, για δύο λόγους: Η Μόσχα έχει ήδη σηματοδοτήσει ότι δεν μπορεί να τον πάρει στα σοβαρά, επειδή, πρώτον, η Ουάσιγκτον σιωπά και οι ΗΠΑ είναι αυτές που κάνουν κουμάντο στη Δύση και, δεύτερον, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν διαπραγματεύσεις πριν από το τέλος της ουκρανικής εισβολής στο Κουρσκ. Τον παλιό καιρό, όταν το Βερολίνο δεν ήταν τόσο ολοκληρωτικά υποτελές στην Ουάσινγκτον όσο έχει γίνει υπό τον Σολτς—τον άνθρωπο με το εξυπηρετικό χαμόγελο που δεν τον ενοχλεί πραγματικά ένας ή δύο ανατιναγμένοι αγωγοί—η απάντηση της Ρωσίας μπορεί κάλλιστα να ήταν διαφορετική. Αλλά το ξεπούλημα των υπολειμμάτων της «υπηρεσίας» της—όπως λέμε στην περίπτωση της Ουκρανίας—είχε συνέπειες για τη Γερμανία.

Ο άλλος λόγος για τον οποίο οι λογικοί άνθρωποι δεν μπορούν παρά να θεωρούν κενή περιεχομένου την κουβέντα του Σολτς είναι ότι ο ίδιος ο Γερμανός καγκελάριος έχει, όπως ήταν αναμενόμενο, ήδη δειλιάσει και κάνει πίσω. Τώρα έχει προσθέσει προειδοποιήσεις ότι η Ρωσία δεν πρέπει να προσδοκά «ακόμη μεγαλύτερο μέρος του ουκρανικού εδάφους»—παρεμπιπτόντως, «ακόμη μεγαλύτερο» από τι ακριβώς;— και μια απαίτηση, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η Ρωσία θα έπρεπε πρώτα να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός. Ο Σολτς πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό είναι απολύτως αδύνατο, καθώς η Μόσχα έχει αποκλείσει ένα τέτοιο βήμα. Στην πραγματικότητα, ο καγκελάριος έχει ήδη θάψει τη δική του απομίμηση πρωτοβουλίας.

Πρόκειται για ένα θλιβερό, γρήγορο και προβλέψιμο τέλος σε κάτι που ήδη φαίνεται ότι δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια μικρή φλυαρία που προήλθε από έναν άνθρωπο που είναι ταυτόχρονα ανίσχυρος στο εσωτερικό και μια μηδενική οντότητα στο εξωτερικό. Αλλά, ας πείτε ό,τι θέλετε, αυτό είναι το στυλ του.

Πηγή: Russia Today

Μετάφραση: Κ. Μηλολιδάκης