“Οι άνθρωποι αισθάνονται όλο και περισσότερο τις συνέπειες της φιλοπόλεμης πολιτικής στο πορτοφόλι τους”, Συνέντευξη του Όσκαρ Λαφοντέν.

Tο antapocrisis σε συνέχεια της αναδημοσίευσης του σχολίου της Βάγκεκνεχτ, αναδημοσιεύει τη συνέντευξη του Όσκαρ Λαφοντέν στο Junge Welt τον περασμένο Μάιο. Ο Λαφοντέν, πρώην συμπρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς, αποχώρησε από το Κόμμα θεωρώντας ότι δεν εκπροσωπούνται πλέον τα συμφέροντα των εργαζομένων. Κομβικής σημασίας στην εξέλιξη αυτή ήταν η φιλική στάση που κράτησε η πλειοψηφία του die Linke στην πολιτική της Γερμανικής κυβέρνησης για επανεξοπλισμό της Γερμανίας, παράδοση όπλων στην Ουκρανία, πλειοδοσία στην αντιρωσική υστερία και υποταγή στα αμερικανικά συμφέροντα.

Ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας διαρκεί τώρα σχεδόν τρεις μήνες. Η απάντηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ήταν: επανεξοπλισμός της Ουκρανίας και παράδοση όπλων. Συμφωνείτε με τον καγκελάριο Όλαφ Σολτς: Βιώνουμε σήμερα ένα “σημείο καμπής”;

Όχι, δεν πρόκειται για σημείο καμπής – τουλάχιστον όσον αφορά τη γεωπολιτική κατάσταση. Βρισκόμαστε εδώ και καιρό σε μια φάση όπου η Ρωσία και η Κίνα είναι στρατιωτικά περικυκλωμένες από τις ΗΠΑ. Εδώ και 20 χρόνια η Μόσχα λέει ότι η Ουκρανία δεν πρέπει να γίνει δεκτή στο ΝΑΤΟ. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αναπτυχθούν αμερικανικοί πύραυλοι στα ουκρανορωσικά σύνορα. Αυτά τα συμφέροντα ασφαλείας έχουν αγνοηθεί συστηματικά. Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με τη δυτική πολεμική συμμαχία, η κυβέρνηση του Κιέβου, όπως και εκείνες της Βαρσοβίας ή της Βουδαπέστης, μπορούν να λάβουν κυρίαρχες αποφάσεις σχετικά με την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Δεν είναι έτσι;

Το επιχείρημα ότι κάθε κράτος μπορεί να αποφασίσει μόνο του σε ποια συμμαχία θα ενταχθεί είναι ψευδές. Όλοι γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ δεν θα δέχονταν ποτέ την είσοδο της Κούβας σε μια στρατιωτική συμμαχία με τη Ρωσία ή την εγκατάσταση ρωσικών πυραύλων στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό ή τον Καναδά.

Στο τέλος της ημέρας, αυτό δεν αφορά την εισδοχή στο ΝΑΤΟ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Μπορούν να εγκατασταθούν πύραυλοι στα σύνορα μιας πυρηνικής δύναμης οι οποίοι δεν έχουν επαρκή χρόνο προειδοποίησης; Αυτό ήταν ήδη ένα μεγάλο ζήτημα στο ειρηνευτικό κίνημα της δεκαετίας του 1980. Τότε επρόκειτο για τη στάθμευση πυραύλων Pershing II στη Γερμανία, εναντίον της οποίας διαδηλώσαμε. Ο χρόνος πτήσης τους προς τη Μόσχα θα ήταν μόνο περίπου δέκα λεπτά. Από τα ουκρανορωσικά σύνορα, ο χρόνος πτήσης είναι πολύ μικρότερος.

Κατά τη γνώμη σας, πώς μπορεί να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία; Σε αυτή τη χώρα, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι δεν θα υπάρξει καμιά υπαγορευμένη ειρήνη με τη Ρωσία.

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να κατανοήσουμε τη σύγκρουση. Μπορούν να διακριθούν τρεις φάσεις. Η πρώτη ήταν η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά. Πολλές σημαντικές φωνές στις ΗΠΑ προειδοποίησαν επειγόντως ενάντια σε κάτι τέτοιο. Ακόμη και τότε είχε προβλεφθεί ότι ένα τέτοιο βήμα θα οδηγούσε σε στρατιωτική σύγκρουση με τη Ρωσία. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε με την απόφαση του Βλαντιμίρ Πούτιν να εισβάλει στην Ουκρανία. Καταδικάζω αυτόν τον πόλεμο, όπως καταδικάζω ανεπιφύλακτα και όλους τους άλλους πολέμους που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Η τρίτη φάση, για την οποία η γερμανική κοινή γνώμη δεν έχει ακούσει ακόμη, είναι ο πόλεμος φθοράς του Τζο Μπάιντεν. Τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια που διέθεσε το αμερικανικό Κογκρέσο την περασμένη εβδομάδα, κυρίως για πωλήσεις όπλων στην Ουκρανία, είναι η απόδειξη ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν την ειρήνη. Θέλουν να αποδυναμώσουν την αντίπαλό τους, τη Ρωσία, και το λένε ανοιχτά.

Η εγχώρια συζήτηση αφορά επίσης πρωτίστως νέες παραδόσεις όπλων. Επί δεκαετίες, η γερμανική εξωτερική πολιτική βασιζόταν στην αρχή ότι δεν πρέπει να παραδίδονται όπλα σε εμπόλεμες περιοχές. Πιστεύατε ότι αυτή η αλλαγή πορείας ήταν δυνατή;

Τις τελευταίες δεκαετίες έμαθα ότι οι πολιτικές αρχές συχνά δεν αντέχουν στο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, εξεπλάγην από το πόσο γρήγορα μια τόσο κεντρική αρχή πετάχτηκε στη θάλασσα. Ανεξάρτητα από το αν τα όπλα για την Ουκρανία προέρχονται από τις ΗΠΑ ή την ΕΕ, με αυτή την πρακτική, ο πόλεμος θα παραταθεί και όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα πεθαίνουν.

Εν τω μεταξύ, οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής της κλιμάκωσης έχουν αντιστρέψει το επιχείρημα και ισχυρίζονται ότι ο πόλεμος θα παραταθεί αν δεν παραδίδονται όλο και περισσότερα όπλα. Συμφωνούν στο ότι η Ρωσία πρέπει να ηττηθεί στο πεδίο της μάχης.

Δυστυχώς, αυτοί οι άνθρωποι σκέφτονται μόνο με όρους νίκης ή ήττας. Αλλά το πιο σημαντικό πράγμα, η διάσωση ανθρώπινων ζωών, προφανώς δεν παίζει κανένα ρόλο. Όποιος δεν θέλει να πεθάνουν περισσότεροι άνθρωποι πρέπει να είναι κατά της παράτασης του πολέμου και επομένως και κατά της παράδοσης όπλων. Το επιχείρημα ότι αυτή η αναβάθμιση θα προστατεύσει την Ουκρανία είναι απίθανο. Κανείς δεν σκέφτηκε να υποστηρίξει τις χώρες που εισέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με την προμήθεια γερμανικών όπλων. Αυτό δείχνει πόσο ανέντιμοι είμαστε αυτή τη στιγμή.

Εκτός από τις παραδόσεις όπλων, η Δύση αντιδρά με κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Τονίζεται ότι πρέπει να γίνει ό,τι είναι δυνατόν σε άμεση εμπόλεμη κατάσταση για να νικηθεί η Ρωσία. Η υπουργός Εξωτερικών και πολιτικός των Πρασίνων Annalena Baerbock μίλησε για καταστροφή της χώρας . Ο ζήλος που επιδεικνύεται εδώ είναι απαράμιλλος.

Έτσι είναι τα πράγματα. Ειδικά από τη στιγμή που οι κυρώσεις βλάπτουν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους σε αυτή τη χώρα – ειδικά εκείνους με χαμηλά εισοδήματα που δεν μπορούν πλέον να πληρώσουν τους λογαριασμούς ενέργειας. Εξαιτίας της βλακείας των Πρασίνων, των άλλων πολιτικών του τρικολόρε συνασπισμού (σ.μ. συνασπισμός που έχει τα χρώματα των φαναριών – κόκκινο (Σοσιαλδημοκράτες), κίτρινο (Φιλελεύθεροι Δημοκράτες), πράσινο (Πράσινοι)), αλλά και των CDU/CSU που τους υποστηρίζουν, οι γερμανικές επιχειρήσεις χάνουν την ανταγωνιστικότητά τους. Πυροβολούμε τα πόδια μας. Οι ΗΠΑ πιθανόν να μας κοροϊδεύουν, επειδή ελάχιστα επηρεάζονται από τις κυρώσεις, μπορούν τώρα να πουλήσουν περισσότερο από το υγροποιημένο φυσικό τους αέριο στην Ευρώπη, ενώ και η βιομηχανία όπλων τους κάνει τεράστιες δουλειές.

Δεν είναι καινούργιο στοιχείο ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να βάλουν σφήνα μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας. Είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες ο νικητής της σημερινής κατάστασης;

Βραχυπρόθεσμα ναι. Με την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς και την απερίσκεπτη απόφαση του Πούτιν να ξεκινήσει τον πόλεμο, οι ΗΠΑ πέτυχαν τον στόχο τους να στρέψουν τη Ρωσία και τη Γερμανία τη μία εναντίον της άλλης. Μακροπρόθεσμα, όμως, κάνουν ένα σοβαρό λάθος σπρώχνοντας τη Ρωσία στο πλευρό της Κίνας. Με τον τρόπο αυτό, θα ενισχύσουν τη χώρα που είναι ο κύριος αντίπαλος των ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι Γερμανοί δεν είναι σε θέση να ενεργήσουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα. Αντιθέτως, προκαλούν μεγάλη ζημιά στον εαυτό τους στο ρόλο του πιστού υποτελούς των ΗΠΑ.

Πώς θα εξηγούσατε σε έναν άπειρο ψηφοφόρο ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ακολουθεί πολιτική ενάντια στα γερμανικά συμφέροντα;

Η είσοδος των Πρασίνων στην κυβέρνηση είναι καθοριστική. Από τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και τον ρόλο που έπαιξε ο τότε υπουργός Εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ, είναι σαφές ότι οι Πράσινοι είναι ο μόνιμος βραχίονας των ΗΠΑ στην Γερμανική Βουλή. Υποστηρίζουν κάθε απόφαση των ΗΠΑ όταν πρόκειται για πολέμους. Αυτοαποκαλούνται κόμμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά γνωρίζουν μόνο για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη Ρωσία ή την Κίνα. Οι μονόφθαλμοι Πράσινοι αδυνατούν να δουν ότι οι ΗΠΑ είναι υπεύθυνες για τις περισσότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αποτέλεσμα των πολέμων τους. Παρεμπιπτόντως, κακό ρόλο παίζει και ο Τύπος, ο οποίος είναι εξίσου τυφλός απέναντι στα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑ και αφήνει τον εαυτό του να χαλιναγωγηθεί από πολεμοκάπηλους.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, στο πρόσωπο του υπουργού Οικονομίας Habeck, επίσης πολιτικού των Πρασίνων, ανακοίνωσε με σχετική ειλικρίνεια ότι “όλοι” θα χάσουμε κάτι από την ευημερία μας στο μέλλον. Η ενέργεια ή τα τρόφιμα που γίνονται πιο ακριβά είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για να σταματήσει ο πόλεμος. Ποιος πληρώνει τις κυβερνητικές πολιτικές ;

Ο Habeck ή ο Baerbock μπορούν να εμφανίζονται έτσι μόνο επειδή οι Πράσινοι έχουν γίνει το κόμμα που εκπροσωπεί τα υψηλότερα εισοδήματα. Αν γνώριζαν κάτι για τις συνθήκες διαβίωσης όσων έχουν χαμηλά εισοδήματα, τότε δεν θα μιλούσαν τόσο ανόητα. Γιατί τελικά, αυτοί οι άνθρωποι είναι που θα πληρώσουν το λογαριασμό για την “πράσινη” υπερτιμολόγηση. Μακροπρόθεσμα θα χαθούν θέσεις εργασίας. Η αγορά φθηνής ενέργειας από τη Ρωσία ήταν ένα μεγάλο πλεονέκτημα θέσης για τη γερμανική οικονομία. Τώρα καταστρέφεται, με την υποκίνηση των Πρασίνων. Και η γερμανική οικονομία εμφανίζει πολύ μικρή αντίσταση σε αυτό.

Η συνειδητοποίηση των συνεπειών αυτής της πολιτικής δεν φαίνεται να είναι επαρκώς ανεπτυγμένη μεταξύ των θιγόμενων.

Η εντύπωσή μου είναι ότι ένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού συνειδητοποιεί τώρα ότι ο κίνδυνος πολέμου για τη Γερμανία αυξάνεται με τις παραδόσεις όπλων και ότι οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται. Ελπίζω ότι οι συνέπειες αυτής της λανθασμένης πολιτικής θα αναγνωριστούν και ότι θα υπάρξουν διαμαρτυρίες και κινήματα αντίδρασης. Δυστυχώς, πολλοί αντίπαλοι του πολέμου έμειναν μακριά από τις εκλογές της NRW. Οι “πράσινοι” πολεμοκάπηλοι επωφελήθηκαν από αυτό.

Αναφερθήκατε στο ρόλο των μέσων ενημέρωσης σε αυτή τη χώρα. Λόγω της ομοιόμορφης στάσης του αστικού τύπου σε σχέση με τη Ρωσία, τίθεται το ερώτημα πώς ένα σχετικό τμήμα του πληθυσμού μπορεί να καταλήξει να σκέφτεται με κριτικό τρόπο τις εξελίξεις.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι άνθρωποι αισθάνονται όλο και περισσότερο τις συνέπειες αυτής της πολιτικής στο πορτοφόλι τους. Επιπλέον, παρά τη συνεχιζόμενη πολεμοκαπηλεία, όλο και περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν τους κινδύνους που ενέχει. Τέλος, ο ίδιος ο Ομοσπονδιακός Καγκελάριος επέστησε την προσοχή στον κίνδυνο κλιμάκωσης του πολέμου, συμπεριλαμβανομένου ενός πυρηνικού πλήγματος.

Εκτός από τις παραδόσεις όπλων, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θέλει να αυξήσει δραστικά τον αμυντικό προϋπολογισμό και να κατοχυρώσει ως βασικό νόμο ένα λεγόμενο ειδικό ταμείο για την Bundeswehr. Από πού θα κόψει ο υπουργός Οικονομικών του FDP Christian Lindner για να χρηματοδοτήσει τον επανεξοπλισμό;

Όταν πρόκειται για τη μείωση του χρέους στο μέλλον, το FDP θα σκεφτεί κυρίως να κόψει τον κοινωνικό προϋπολογισμό. Ο Lindner θα εκπροσωπεί τις επιδιώξεις της πελατείας του, δηλαδή των υψηλότερων εισοδημάτων και των οικονομικών συμφερόντων. Το καταπληκτικό όμως είναι ότι όταν πρόκειται για τις τιμές της ενέργειας, ο πολιτικός του FDP ενεργεί ενάντια στα συμφέροντα των επιχειρήσεων. Αν αναγνώριζε τις συνέπειες της τρέχουσας πολιτικής για τη γερμανική οικονομία, θα έπρεπε να απειλήσει με έξοδο του FDP από τον συνασπισμό.

Λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική πολέμου και φτωχοποίησης της “κοκκινοπράσινης” ομοσπονδιακής κυβέρνησης υπό τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τώρα είναι το SPD, οι Πράσινοι και το FDP που καθορίζουν την πορεία του επανεξοπλισμού;

Αυτό δεν με εξέπληξε. Πρέπει να δείτε τις αλλαγές που έχουν γίνει στα τρικολόρε κόμματα. Το SPD δεν είναι πλέον το κόμμα του Βίλι Μπραντ, το οποίο έκανε εκστρατεία για την ειρήνη, τον αφοπλισμό και τις κοινωνικές βελτιώσεις. Ο σημερινός καγκελάριος των Σοσιαλδημοκρατών, ο Σολτς, υποστηρίζει τον επανεξοπλισμό και τις κοινωνικές περικοπές. Οι Πράσινοι, που κάποτε είχαν μια ισχυρή ειρηνιστική πτέρυγα, έχουν γίνει οι μεγαλύτεροι πολεμοκάπηλοι της Γερμανίας μετά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Και το FDP δεν διαθέτει κανέναν του διαμετρήματος του πρώην υπουργού Εξωτερικών Χανς Ντίντριχ Γκένσερ ή του Γκουίντο Βαστερβέλε. Ο Γκένσερ προσπάθησε τα πάντα για να αποτρέψει μια πολιτική που θα έκανε πιο πιθανό έναν πυρηνικό πόλεμο που θα περιοριζόταν στην Ευρώπη. Και ο Βεστερβέλε είχε το θάρρος να δείξει στους Αμερικανούς την ψυχραιμία του κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Λιβύη.

Ο συμπρόεδρος του SPD Λαρς Κλινγκμπέλ δήλωσε ότι η αρχή ότι η ειρήνη και η ασφάλεια στην Ευρώπη μπορούν να διατηρηθούν μόνο με τη Ρωσία και όχι εναντίον της, είναι πλέον ξεπερασμένη. Πώς βλέπετε την εξέλιξη του κόμματος του οποίου προεδρεύσατε από το 1995 έως το 1999;

Όποιος πιστεύει στις μέρες μας ότι είναι λάθος η ιδέα ότι η ειρήνη στην Ευρώπη μπορεί να υπάρξει συμπεριλαμβάνοντας τη Ρωσία, πρέπει να εξεταστεί η ψυχική του κατάσταση. Η πολιτική της ύφεσης οδήγησε στην ειρήνη στην Ευρώπη και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική της αντιπαράθεσης που ξεκίνησε μετά την πτώση του Τείχους και την οποία ακολούθησαν οι ΗΠΑ οδήγησε πρώτα στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και τώρα στον πόλεμο της Ουκρανίας. Βασικά, δεν θα πρέπει να είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι η ύφεση, δηλαδή η προσπάθεια συνεννόησης, οδηγεί στην ειρήνη και η αντιπαράθεση τελικά στον πόλεμο. Ωστόσο, ζούμε σε εποχές μεγάλης πνευματικής σύγχυσης.

Υπό τον τίτλο “Ζώντας χωρίς το ΝΑΤΟ – ιδέες για την ειρήνη” θα πραγματοποιηθεί αυτό το Σάββατο στο Βερολίνο ένα συνέδριο, στο οποίο θα μιλήσετε για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Περιγράψατε τις προκλήσεις για το γερμανικό κίνημα ειρήνης. Ανταποκρίνεται σε αυτές στη σημερινή του κατάσταση;

Όχι, αλλά πολλοί ανησυχούν ότι ο πόλεμος εξαπλώνεται. Επομένως, θα πρέπει τώρα να βγούμε ξανά στους δρόμους σε μεγάλους αριθμούς, ακολουθώντας την παράδοση του κινήματος ειρήνης της δεκαετίας του 1980 ή των διαδηλώσεων πριν από τον πόλεμο στο Ιράκ.

Τα καθήκοντα που περιγράφονται πρέπει να είναι κεντρικής σημασίας και για το κόμμα Die Linke. Τον Μάρτιο δηλώσατε την αποχώρησή σας από το κόμμα που κάποτε βοηθήσατε να ιδρυθεί. Θα πρέπει να κατανοήσει κανείς ότι αυτό το βήμα σημαίνει ότι οι θέσεις σας για την πολιτική ειρήνης δεν εκπροσωπούνται εκεί;

Όχι αρκετά πλέον. Υπήρξαν επανειλημμένες προσπάθειες να γίνουμε “κυβερνητοποιήσιμοι” ως κόμμα. Κάποιοι θέλουν να αλλάξουν το πρόγραμμα ώστε να υποστηρίζουν πολέμους υπό την εντολή του ΟΗΕ και να αποφασίζουν για τις αποστολές όπλων κατά περίπτωση. Για πολλά χρόνια αυτές οι προσπάθειες δεν κατέληξαν κάπου. Όταν στη συνέχεια ο Σολτς ανακοίνωσε το “σημείο καμπής” στην ομιλία του στη Γερμανική Βουλή, υπήρξε πίεση από βουλευτές γύρω από τον πρώην επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας Γκρεγκόρ Γκίζι και την τότε επικεφαλής του κόμματος Σουζάν Χένινγκ Βελσοου να συμφωνήσουν με την πρόταση για τους εξοπλισμούς. Δόξα τω Θεώ εκείνοι που ζητούσαν να απορριφθεί η πρόταση αυτή επικράτησαν την τελευταία στιγμή. Ωστόσο, η συζήτηση στο κόμμα στη συνέχεια δείχνει ότι εξακολουθούν να γίνονται προσπάθειες να βρεθεί η Αριστερά σε παρόμοια πορεία με το SPD και τους Πράσινους. Αν αυτή η πορεία επικυρωθεί πραγματικά στο συνέδριο του κόμματος στα τέλη Ιουνίου, τότε το κόμμα θα έχει τελειώσει.

Δεν θεωρείτε ότι οι αριστερές δυνάμεις εντός του κόμματος θα μπορέσουν να ανατρέψουν τα πράγματα;

Υπάρχει ακόμα μια πιθανότητα. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το θέμα είναι πώς οι ψηφοφόροι κρίνουν την πολιτική του κόμματος της Αριστεράς – όχι ποια ομάδα οργανώνει την πλειοψηφία στο συνέδριο του κόμματος. Όχι μόνο στο κόμμα Die Linke εμφανίζεται το μεγάλο λάθος να πιστεύει κανείς δημοκρατία είναι να διαμορφώνεται πλειοψηφία στις εσωτερικές διαμάχες. Σε μια δημοκρατία, όμως, η πλειοψηφία πρέπει να καταμετρηθεί στον πληθυσμό, όχι στα συνέδρια των κομμάτων.

Χωρίς τις εκτεταμένες διαμαρτυρίες κατά της πολιτικής της “Ατζέντας 2010”, τα πρώτα επιτυχημένα χρόνια του κόμματος της Αριστεράς δεν θα ήταν δυνατά. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερη ιστορική αφετηρία. Η σημερινή κατάσταση δίνει λόγο να αμφιβάλλει κανείς ότι ένα νέο αριστερό κόμμα θα μπορούσε σύντομα να εκλεγεί στην Μπούντεσταγκ.

Όπου η αριστερή πολιτική είναι επιτυχής, εκπροσωπείται το σωστό πρόγραμμα. Όταν κάναμε κυρίως εκστρατεία για τα συμφέροντα των εργαζομένων – χωρίς να χάσουμε από τα μάτια μας την προστασία του κλίματος – είχαμε επιτυχία. Από τότε που αυτή η πολιτική άλλαξε πριν από μερικά χρόνια, χάνουμε τις εκλογές. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτό είναι προφανή. Είναι σχεδόν γελοίο να υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει δυναμικό για ένα κόμμα που θέτει την ειρήνη και τις κοινωνικές ανησυχίες σε προτεραιότητα. Ιδιαίτερα όταν βλέπεις το βαθμό στον οποίο οι κοινωνικά μειονεκτούντες εξαθλιώνονται πλέον από τις ανόητες πολιτικές της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ένα αριστερό κόμμα που εκπροσωπεί τα πραγματικά συμφέροντα της πλειοψηφίας του πληθυσμού θα είχε σήμερα μεγαλύτερη υποστήριξη από τους Πράσινους.

Πηγή: Junge Welt

Μετάφραση: antapocrisis

Με αφορμή τον πόλεμο και την εκτίναξη των τιμών: ένα σχόλιο για τη Γερμανική Αριστερά

Το antapocrisis αναδημοσιεύει ένα σχόλιο της Σάρα Βάγκενκνεχτ, κοινοβουλευτικής εκπροσώπου και πρώην συμπροέδρου του Die Linke στο οποίο με αφορμή τη στάση απέναντι στη Ρωσία θέτει διαχωριστικές γραμμές από την κυρίαρχη τάση στο κόμμα της Γερμανικής Αριστεράς. Την προηγούμενη εβδομάδα η Βάγκενκνεχτ μίλησε στη βουλή θέτοντας ζήτημα γενικότερης πολιτικής απέναντι στη Ρωσία, φέρνοντας το κόμμα της στα όρια της διάσπασης. Κατηγόρησε την κυβέρνηση για τις κυρώσεις και τα αποτελέσματά τους, τάχθηκε ανοιχτά ενάντια τους και ζήτησε διαπραγματεύσεις με τη ρωσική κυβέρνηση και πρωτοβουλίες από πλευράς Γερμανίας για να σταματήσει ο εξοπλισμός της Ουκρανίας με όπλα και γενικότερα ο πόλεμος. Η τοποθέτησή της ξεσήκωσε αναμενόμενα αντιδράσείς, αλλά δημιούργησε εξελίξεις και στο ίδιο το κόμμα της Αριστεράς. Η Δεξιά και οι φιλελεύθεροι δικαιωματικοί του κόμματος την κατηγόρησαν για πουτινισμό, διασπαστική τακτική, σύμπλευση με την ακροδεξιά κοκ.
Η δεξιά πτέρυγα έχει ανοίξει εδώ και καιρό αντιπαράθεση με την Σάρα, όταν ο Γκρέγκορ Γκίζι κάποιους μήνες πριν, στη αρχή του πολέμου, είχε δημοσιεύσει κείμενο τοποθέτησης στην ΤΑΖ που απαντούσε στην γραμμή Βάγκενκνεχτ και έθετε το ζήτημα πως δεν είναι αριστερή στάση η μη στήριξη της Ουκρανίας, ζητούσε να εξοπλιστεί η Ουκρανία απένταντι στον φασισμό του Πούτιν, και να υπάρξει κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στη Ρωσία κλπ.
Πρόσφατα αποχώρησε και επίσημα ο Φάμπιο Ντε Μάσι από το κόμμα κατηγορώντας το για προδοτική στάση απέναντι στο γερμανικό λαό και στηρίζοντας την τοποθέτηση της Βάγκενκνεχτ. Είχε προηγηθεί και η αποχώρηση Λαφονταίν και η παραίτηση του αριστερού τμήματος της ηγετικής ομάδας.
Η Αριστερά έχει κάνει μια κίνηση το τελευταίο διάστημα να οργανώσει διαδηλώσεις στη Γερμανία για την ακρίβεια και τα καύσιμα, κάνοντας ότι δεν βλέπει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ρίχνει τις ευθύνες για τις αυξήσεις στις τιμές και στα καύσιμα γενικά και αόριστα στο κεφάλαιο και στην κυβέρνηση που δεν παίρνει μέτρα. Ωστόσο, για τα αδιέξοδα της γερμανικής πολιτικής στην Ουκρανία, για το ότι έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο σε ότι αφορά την ενέργεια, και για την τυφλή στήριξη στις ΗΠΑ, δεν λέει και δεν θέλει να πει τίποτα. Στην πράξη, ένα μεγάλο μέρος του κόμματος στηρίζει τους εξοπλισμούς και την συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία.

Αυτό που ζητούσαν ήδη από την άνοιξη ένας-δυο τρελοί Πράσινοι αλλά και ο Φρίντριχ Μερτς των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), ο Πούτιν το έκανε τελικά πραγματικότητα: δεν έρχεται πλέον φυσικό αέριο από τη Ρωσία και οι τιμές της ενέργειας είναι τόσο υψηλές, που πολλές επιχειρήσεις βρίσκονται στο όριο και εκατομμύρια άνθρωποι οδηγούνται στην φτώχεια και την απόγνωση. Το νέο πακέτο μέτρων ανακούφισης που έχει σκοπό να κατευνάσει τα πλήθη με μικρές παροχές και αόριστες υποσχέσεις, δεν φέρνει καμία απολύτως βελτίωση.

Η κυβέρνηση συνεργασίας οδηγεί τη χώρα σε κοινωνική και οικονομική καταστροφή. Μία στις τρεις επιχειρήσεις απειλείται με κλείσιμο, οι διακοπές ρεύματος είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη, και ενώ οι εταιρείες πετρελαίου και εξοπλισμών καταγράφουν ρεκόρ κερδών, οι καταναλωτές στη Γερμανία πρέπει να επωμισθούν την επιπλέον επιβάρυνση στο φυσικό αέριο, όπως ο υπαγορεύει υπουργός οικονομικών Χάμπεκ και το ενεργειακό λόμπι.

Η Ευρώπη και κυρίως η Γερμανία έχουν κακό φύλλο στο πόκερ των κυρώσεων με τη Ρωσία. Θα ήταν τρελό να συνεχίσουμε με αυτήν την πολιτική, μέχρι να μπει στο παιχνίδι και η Κίνα. Και σε τι χρησιμεύει στον λαό της Ουκρανίας το να φτωχαίνουν οι οικογένειες στη Γερμανία και να καταστρέφεται η οικονομία μας; Εκτός αυτού, το να ενθαρρύνουμε την ουκρανική ηγεσία να χρησιμοποιήσει όπλα για να κάψει τον ίδιο της τον πληθυσμό της για μη ρεαλιστικούς πολεμικούς στόχους, όπως η ανακατάληψη της Κριμαίας, δεν έχει καμία σχέση με την αλληλεγγύη.

Ωστόσο, όποιος ζητά τον τερματισμό των κυρώσεων και διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία διατρέχει τον κίνδυνο να δυσφημιστεί ως προπαγανδιστής του Κρεμλίνου και να χαρακτηριστεί ακροδεξιός. Η συζήτηση είναι πραγματικά άρρωστη: βρίσκονται πράγματι αυτοί που υποστηρίζουν την ειρήνη στα δεξιά και αυτοί που υποστηρίζουν τη στρατιωτική βαρβαρότητα στα αριστερά; Και για ποιο λόγο οι αριστεροί καταγγέλλονται ως προσκείμενοι στην Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) όταν απαιτούν την άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αλλά όχι ο κ. Μερτς όταν – σε απόλυτη συμφωνία με το νεοφιλελεύθερο AfD – απαιτεί αυστηρότερες οικονομικές κυρώσεις για τους ανέργους;

Η απάντηση στην πολιτική του «Πρώτα η Αμερική (America first)» των Μπέρμποκ, Μέρτς κλπ δεν είναι το «η Γερμανία πάνω απ’ όλα» – και φυσικά δε μπορούμε να υποστηρίξουμε τους Ρώσους εθνικιστές μόνο και μόνο επειδή μισούμε τους φασίστες στην Ουκρανία. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα. Φυσικά, δεν κινητοποιούμαστε μαζί με την ακροδεξιά στο δρόμο. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε όταν οι δεξιοί καλούν στις συγκεντρώσεις μας, όταν μας χειροκροτούν, γνωρίζοντας καλά ότι μας κάνει κακό;

Ένα είναι ξεκάθαρο: δεν πρέπει να αφήσουμε την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση στον κ. Μερτς ή την κυρία Βάιντελ (AfD)! Δεν πρέπει να χαρίσουμε καμία μέρα της εβδομάδας και κανένα καλό επιχείρημα στη δεξιά. Όποιος παραιτείται από σωστές και φιλολαϊκές θέσεις μόνο και μόνο επειδή κάποιες από αυτές εκπροσωπούνται και από το AfD, έχει ήδη χάσει τον αγώνα πριν καν ξεκινήσει.

Η ενεργειακή αυτοκτονία της Γερμανίας: Μια αυτοψία

Η ΕΕ έχει θέσει τον ενεργειακό εφοδιασμό στην υπηρεσία μιας χρηματοπιστωτικής κομπίνας, ενάντια στα συμφέροντα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και των καταναλωτών.

Όταν ο φανατικός των Πρασίνων Robert Habeck, που παριστάνει τον υπουργό Οικονομίας της Γερμανίας, δήλωσε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι “πρέπει να περιμένουμε τα χειρότερα” όσον αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, ξέχασε να διευκρινίσει ότι η όλη φάρσα είναι μια κρίση Made in Germany αλλά και Made in Brussels.

Τουλάχιστον η νοημοσύνη εξακολουθεί να εμφανίζει αναλαμπές, έστω και σπάνια, στα δυτικά γεωγραφικά πλάτη, καθώς ο στρατηγικός αναλυτής William Engdahl, συγγραφέας του βιβλίου A Century of Oil, δημοσίευσε μια αιχμηρή, συνοπτική περίληψη που αποκαλύπτει τους σκελετούς στα λαμπερά ντουλάπια.

Όλοι όσοι είχαν στοιχειωδώς μυαλό και παρακολουθούσαν τις φρικτές ευρωκρατικές μηχανορραφίες στις Βρυξέλλες, γνώριζαν την πλοκή – αλλά σχεδόν κανείς από το μέσο πολίτη της ΕΕ δεν γνώριζε τι γίνεται. Ο Habeck, ο καγκελάριος “Λουκάνικο με συκώτι” Scholz (σ.μ. υβριστική έκφραση του Ουκρανού πρεσβευτή προς τον Γερμανό καγκελάριο όταν αυτός δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Κιέβου να επισκεφτεί την Ουκρανία), ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΚ) για την πράσινη ενέργεια Timmermans, η επικεφαλής της ΕΚ Ursula von der Leyen, όλοι εμπλέκονται.

Με λίγα λόγια: όπως το περιγράφει ο Engdahl, πρόκειται για “το σχέδιο της ΕΕ για την αποβιομηχάνιση μιας από τις πιο ενεργειακά αποδοτικές βιομηχανικές συγκεντρώσεις στον πλανήτη”.

Αυτή είναι μια πρακτική μετάφραση της Πράσινης Ατζέντας 2030 του ΟΗΕ – η οποία τυχαίνει να έχει κάνει μετάσταση στη Μεγάλη Επαναφορά του κρυπτο-κακοποιού Κλάους Σβαμπ – που τώρα μετονομάστηκε σε “Μεγάλη Αφήγηση”.

Η όλη απάτη ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000: το θυμάμαι έντονα, καθώς οι Βρυξέλλες ήταν η ευρωπαϊκή μου βάση στα πρώτα χρόνια του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”.

Εκείνη την εποχή, η συζήτηση ήταν η “ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική”. Το βρώμικο μυστικό αυτής της πολιτικής είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία “δέχεται συμβουλές” από την JP MorganChase καθώς και από τα συνήθη κερδοσκοπικά hedge funds, προχώρησε σε αυτό που ο Engdahl περιγράφει ως “πλήρη απορρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου”

Αυτό πουλήθηκε στη Lugenpresse (“ψεύτικα μέσα ενημέρωσης”) ως “φιλελευθεροποίηση”. Στην πράξη, πρόκειται για έναν άγριο, ανεξέλεγκτο καπιταλισμό-καζίνο, με την “ελεύθερη” αγορά να καθορίζει τις τιμές και να απορρίπτει τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις – όπως αυτές που έχουν συναφθεί με την Gazprom.

Πώς να απαλλαγούμε από τον άνθρακα και να αποσταθεροποιηθούμε

Η διαδικασία επιταχύνθηκε το 2016, όταν με μία από τις τελευταίες της πράξεις η κυβέρνηση Ομπάμα ενθάρρυνε την μαζική εξαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου από την τεράστια παραγωγή σχιστολιθικού φυσικού αερίου των ΗΠΑ.

Γι’ αυτόν τον σκοπό, πρέπει να κατασκευαστούν τερματικοί σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η κατασκευή κάθε τερματικού σταθμού διαρκεί έως και 5 χρόνια. Στο πλαίσιο της ΕΕ, η Πολωνία και η Ολλανδία το υιοθέτησαν από την αρχή.

Ενώ η Wall Street στο παρελθόν επινόησε μια κερδοσκοπική αγορά “χάρτινου πετρελαίου”, αυτή τη φορά προχώρησε σε μια κερδοσκοπική αγορά “χάρτινου φυσικού αερίου”.

Ο Engdahl περιγράφει λεπτομερώς πώς “η Επιτροπή της ΕΕ και η ατζέντα της για την Πράσινη Συμφωνία για την “απεξάρτηση” της οικονομίας από τον άνθρακα έως το 2050, εξαλείφοντας τα καύσιμα πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα, παρείχαν την ιδανική παγίδα που οδήγησε στην εκρηκτική αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου στην ΕΕ από το 2021″.

Η δημιουργία αυτού του “ενιαίου” ελέγχου της αγοράς σήμαινε την επιβολή παράνομων αλλαγών στους κανόνες της Gazprom. Στην πράξη, τα Μεγάλα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και τα Μεγάλα Ενεργειακά Ιδρύματα – τα οποία ελέγχουν πλήρως οτιδήποτε περνάει ως “πολιτική της ΕΕ” στις Βρυξέλλες – επινόησαν ένα νέο σύστημα τιμολόγησης παράλληλο με τις μακροπρόθεσμες, σταθερές τιμές του ρωσικού φυσικού αερίου από αγωγούς.

Μέχρι το 2019, μια χιονοστιβάδα ευρωκρατικών ενεργειακών “οδηγιών” από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – το μόνο πράγμα που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι – είχε δημιουργήσει μια πλήρως απορρυθμισμένη αγορά φυσικού αερίου, καθορίζοντας τις τιμές του φυσικού αερίου στην ΕΕ, ακόμη και όταν η Gazprom παρέμενε ο μεγαλύτερος προμηθευτής.

Καθώς πολλά εικονικά κέντρα συναλλαγών σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί φυσικού αερίου άρχισαν να εμφανίζονται σε ολόκληρη την ΕΕ, κυριάρχησε το ολλανδικό TTF (Title Transfer Facility). Μέχρι το 2020 το TTF καθιερώθηκε ως το πραγματικό σημείο αναφοράς της ΕΕ για το φυσικό αέριο.

Όπως επισημαίνει ο Engdahl, “το TTF είναι μια εικονική πλατφόρμα συναλλαγών σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το φυσικό αέριο μεταξύ τραπεζών και άλλων χρηματοοικονομικών επενδυτών. Εκτός, φυσικά, οποιουδήποτε ρυθμιζόμενου χρηματιστηρίου.

Έτσι, οι τιμές του LNG άρχισαν σύντομα να καθορίζονται από τις προθεσμιακές συναλλαγές στον κόμβο TTF, ο οποίος τυχαίνει να ανήκει στην ολλανδική κυβέρνηση – “την ίδια κυβέρνηση που καταστρέφει τα αγροκτήματά της για μια απατηλή απαίτηση ρύπανσης από άζωτο”.

Με κάθε αναγκαίο μέσο, η Μεγάλη Οικονομία έπρεπε να απαλλαγεί από την Gazprom ως αξιόπιστη πηγή για να επιτρέψει στα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από την κομπίνα της Πράσινης Συμφωνίας να κυριαρχήσουν στην αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Ο Engdahl θυμίζει μια περίπτωση που ελάχιστοι γνωρίζουν σε όλη την Ευρώπη: “Στις 12 Μαΐου 2022, παρόλο που οι παραδόσεις της Gazprom στον αγωγό φυσικού αερίου Soyuz μέσω της Ουκρανίας ήταν αδιάλειπτες επί σχεδόν τρεις μήνες συγκρούσεων, παρά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ρωσίας στην Ουκρανία, το ελεγχόμενο από το ΝΑΤΟ καθεστώς Ζελένσκι στο Κίεβο έκλεισε έναν σημαντικό ρωσικό αγωγό μέσω του Λουγκάνσκ, που έφερνε ρωσικό φυσικό αέριο τόσο στην Ουκρανία του όσο και σε κράτη της ΕΕ, δηλώνοντας ότι θα παραμείνει κλειστός μέχρι το Κίεβο να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του συστήματος αγωγών που διέρχεται από τις δύο δημοκρατίες του Ντονμπάς. Αυτό το τμήμα της γραμμής Soyuz της Ουκρανίας διέκοψε το ένα τρίτο του φυσικού αερίου μέσω Soyuz προς την ΕΕ. Σίγουρα δεν βοήθησε την οικονομία της ΕΕ την ώρα που το Κίεβο παρακαλούσε για περισσότερα όπλα από τις ίδιες χώρες του ΝΑΤΟ. Το Soyuz άνοιξε το 1980 επί Σοβιετικής Ένωσης φέρνοντας αέριο από το κοίτασμα φυσικού αερίου του Όρενμπουργκ”

Υβριδικός πόλεμος, το κεφάλαιο της ενέργειας

Όσον αφορά την ατελείωτη σαπουνόπερα που αφορά την τουρμπίνα του Nord Stream 1, το κρίσιμο γεγονός είναι ότι ο Καναδάς αρνήθηκε σκόπιμα να παραδώσει την επισκευασμένη τουρμπίνα στην Gazprom -την ιδιοκτήτριά της- αλλά την έστειλε στη Siemens Γερμανίας, όπου και βρίσκεται τώρα. Η Siemens Γερμανίας βρίσκεται ουσιαστικά υπό αμερικανικό έλεγχο. Τόσο η γερμανική όσο και η καναδική κυβέρνηση αρνούνται να χορηγήσουν νομικά δεσμευτική εξαίρεση από τις κυρώσεις για τη μεταφορά στη Ρωσία.

Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι (της Gazprom). Η Gazprom και το Κρεμλίνο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αν τους γίνεται σαμποτάζ από τη Δύση, δεν θα κάτσουν να προβληματιστούν για το αν η Γερμανία θα λάμβανε μηδενικό αέριο μέσω του Nord Stream 1 (με τον ολοκαίνουργιο Nord Stream 2, έτοιμο να ξεκινήσει, μπλοκαρισμένο για αυστηρά πολιτικούς λόγους).

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτι Πεσκόφ φρόντισε να τονίσει ότι “τα προβλήματα στις παραδόσεις [φυσικού αερίου] προέκυψαν λόγω των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας και σε ορισμένες εταιρείες από τις δυτικές χώρες (…) Δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι πίσω από τα προβλήματα εφοδιασμού”.

Ο Πεσκόφ έπρεπε να υπενθυμίσει σε όποιον έχει μυαλό, ότι δεν φταίει η Gazprom αν “οι Ευρωπαίοι (…) πάρουν την απόφαση να αρνηθούν να εξυπηρετήσουν τον εξοπλισμό τους”, κάτι που είναι συμβατικά υποχρεωμένοι να κάνουν. Το γεγονός είναι ότι ολόκληρη η λειτουργία του Nord Stream 1 εξαρτάται από “ένα κομμάτι εξοπλισμού που χρειάζεται σοβαρή συντήρηση”.

Ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Αλεξάντερ Νόβακ, ο οποίος γνωρίζει ένα ή δύο πράγματα για τις ενεργειακές επιχειρήσεις, διευκρίνισε τις τεχνικές λεπτομέρειες:

“Όλο το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στην πλευρά [της ΕΕ], διότι όλοι οι όροι της σύμβασης επισκευής έχουν παραβιαστεί πλήρως, μαζί με τους όρους αποστολής του εξοπλισμού”.

Όλα αυτά εγγράφονται σε αυτό που ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ περιγράφει ως “έναν ολοκληρωτικό πόλεμο που έχει κηρυχθεί εναντίον μας”, ο οποίος “διεξάγεται σε υβριδικές μορφές, σε όλους τους τομείς”, με “τον βαθμό εχθρότητας των αντιπάλων μας – των εχθρών μας” να είναι “τεράστιος, υπερθετικός”.

Επομένως, τίποτα από όλα αυτά δεν έχει καμία σχέση με το ότι “ο Πούτιν χρησιμοποιεί ως όπλο την ενέργεια”. Ήταν το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες – απλοί αγγελιοφόροι της Μεγάλης Χρηματοοικονομίας – που έθεσαν ως όπλο τον εφοδιασμό της ευρωπαϊκής ενέργειας για λογαριασμό μιας χρηματοπιστωτικής κομπίνας και ενάντια στα συμφέροντα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και των καταναλωτών.

Προσοχή στην τοξική τριάδα

Ο Engdahl συνόψισε πώς, “με τη συστηματική επιβολή κυρώσεων ή το κλείσιμο των παραδόσεων φυσικού αερίου από μακροπρόθεσμους, χαμηλού κόστους αγωγούς προς την ΕΕ, οι κερδοσκόποι φυσικού αερίου μέσω της ολλανδικής TTP μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν κάθε λόξιγκα ή ενεργειακό σοκ στον κόσμο, είτε πρόκειται για ξηρασία ρεκόρ στην Κίνα είτε για τη σύγκρουση στην Ουκρανία, είτε για περιορισμούς στις εξαγωγές στις ΗΠΑ, για να φτάσουν τις τιμές χονδρικής πώλησης φυσικού αερίου στην ΕΕ στα ανώτατα όρια”.

Μετάφραση: ο καπιταλισμός – καζίνο στα καλύτερά του.

Και γίνεται χειρότερο, όταν πρόκειται για την ηλεκτρική ενέργεια. Σε εξέλιξη βρίσκεται η λεγόμενη μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ. Σύμφωνα με αυτήν, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας – από ηλιακή ή αιολική ενέργεια – λαμβάνουν αυτόματα “την ίδια τιμή για την “ανανεώσιμη” ηλεκτρική ενέργεια που πωλούν στις εταιρείες ενέργειας με την τιμή που έχει η πλέον κοστοβόρα ενέργεια, δηλαδή το φυσικό αέριο”. Δεν είναι περίεργο που το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία για το 2022 αυξήθηκε κατά 860% – και αυξάνεται.

Ο Μπάερμποκ παπαγαλίζει αδιάκοπα ότι η γερμανική ενεργειακή ανεξαρτησία δεν μπορεί να διασφαλιστεί έως ότου η χώρα “απελευθερωθεί από τα ορυκτά καύσιμα”.

Σύμφωνα με τον φανατισμό των Πρασίνων, για την οικοδόμηση της Πράσινης Ατζέντας είναι επιτακτική ανάγκη να εξαλειφθούν εντελώς το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και η πυρηνική ενέργεια, οι οποίες τυχαίνει να είναι οι μόνες αξιόπιστες πηγές ενέργειας όπως έχουν τα πράγματα.

Και εδώ είναι που βλέπουμε το τοξικό τρίο Habeck/Baerbock/von der Leyen έτοιμο για την κατακλείδα τους. Παριστάνουν τους σωτήρες της Ευρώπης που κηρύσσουν ότι η μόνη διέξοδος είναι να επενδύσουν περιουσίες στην -αναξιόπιστη- αιολική και ηλιακή ενέργεια: στην πανωλεθρία των τιμών του φυσικού αερίου, εμφανίζουν ως “απάντηση” της θείας Πρόνοιας κάτι που δεν κατασκευάστηκε από κανέναν άλλον παρά από τη Μεγάλη Χρηματοοικονομία, τον πράσινο φανατισμό και την ευρωκρατική “ηγεσία”.

Πείτε το λοιπόν αυτό στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά που παλεύουν με τα οικονομικά τους και των οποίων οι λογαριασμοί θα εκτοξευθούν σε ένα τεράστιο, συλλογικό ποσό ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, την ώρα που ο στρατηγός Χειμώνας χτυπάει την πόρτα.

Πηγή: katehon.com

Η Ευρώπη παρέδωσε στη Ρωσία ένα υπερόπλο κατά του εαυτού της

Το antapocrisis αναδημοσιεύει το άρθρο του σχολιαστή του RIA Novosti Sergey Savchuk σχετικά με την ενεργειακή κρίση την οποία η ίδια η ΕΕ προκάλεσε στις χώρες – μέλη της. Το άρθρο προφανώς απηχεί την οπτική της κυβέρνησης της Μόσχας, ωστόσο αποτυπώνει πλήρως την θλιβερή πραγματικότητα για την ηγεσία της Ευρώπης. Η αντιρωσική υστερία των ευρωπαϊκών ηγεσιών είναι απολύτως αυτοκαταστροφική για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και οικονομίες στο βαθμό που δεν μπορεί να βρεθεί άμεσα υποκατάστατο των ρωσικών ροών ενέργειας.

Η ευρωπαϊκή φρενίτιδα για το φυσικό αέριο που παρακολουθούμε τους τελευταίους μήνες μπορεί δικαίως να θεωρηθεί το υπ’ αριθμόν ένα από τα ενεργειακά θέματα. Με δεδομένη την ένταση της ενημερωτικής και πολιτικής υστερίας που συνοδεύει τις προσπάθειες εγκατάλειψης του ρωσικού φυσικού αερίου ή τουλάχιστον μείωσης της εξάρτησης από αυτό, τώρα, ακόμα και αν μια αντιπροσωπεία εξωγήινων προσγειωνόταν στο Ανόβερο, κανείς δεν θα τους έδινε ιδιαίτερη σημασία.

Ωστόσο, αυτό είναι απολύτως κατανοητό.

Η χθεσινή ημέρα ξεκίνησε από τα 2.100 δολάρια, όσο ακριβώς κοστίζουν χίλια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο φυσικού αερίου TTF. Το ποσό αυτό καθαυτό, αν και εξαιρετικά επώδυνο για κάθε κρατικό προϋπολογισμό, δεν αποτελούσε ρεκόρ. Ωστόσο κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι με τη δύση του ηλίου η ίδια ποσότητα καυσίμου θα κόστιζε ήδη 2.500 δολάρια.

Η τιμή εκτοξεύθηκε σαν αστραπή μετά τη δήλωση της Gazprom ότι η άντληση αερίου μέσω του Nord Stream είχε μειωθεί στο 20% της σχεδιαστικής ικανότητας του αγωγού φυσικού αερίου. Ο δυτικός Τύπος, σε πλήρη κατάσταση παραφροσύνης, επιτέθηκε και πάλι στη Ρωσία με κατηγορίες ότι χρησιμοποιεί τους ενεργειακούς μεταφορείς ως υβριδικό όπλο, μοχλό για να προωθήσει τα συμφέροντα της εξωτερικής της πολιτικής και λοστό για να διασπάσει την ευρωπαϊκή ενότητα.

Οι δηλώσεις αυτές είναι τόσο συνηθισμένες όσο και ψευδείς.

Η άντληση φυσικού αερίου μέσω του κεντρικού αγωγού στον πυθμένα της Βαλτικής Θάλασσας μειώθηκε όχι ως μέρος του ύπουλου σχεδίου του ρωσικού Γενικού Επιτελείου, αλλά επειδή μια άλλη μονάδα άντλησης φυσικού αερίου βγήκε εκτός λειτουργίας για προγραμματισμένη συντήρηση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν πια ενδιάμεσοι σταθμοί συμπίεσης σε όλη τη διαδρομή προς τις ακτές της Γερμανίας, είναι καθαρά θέμα Φυσικής ότι η άντληση από τα συνήθη 164 εκατομμύρια κυβικά μέτρα την ημέρα θα πέσει το πολύ στα 30.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό είναι το δεύτερο επεισόδιο στη σειρά μιας τραγικοκωμωδίας που εκτυλίσσεται δυτικά του Σμολένσκ .

Τον τελευταίο μήνα, όλη η Ευρώπη παρακολουθεί από κοντά τις περιπέτειες της πρώτης τουρμπίνας, την οποία η Siemens Energy (μετά από σύσταση της Rostekhnadzor, με την οποία συμφώνησε πλήρως) απενεργοποίησε, αποσυναρμολόγησε και έστειλε για επισκευή στον Καναδά. Η Οτάβα , κατόπιν αιτήματος της Ουάσιγκτον, κατακράτησε τη μονάδα, επικαλούμενη την αντιρωσική πολιτική κυρώσεων, και αρνήθηκε να την επιστρέψει μέχρις ότου η κατάσταση στην αγορά φυσικού αερίου, στη Γερμανία ειδικότερα και στην Ευρώπη συνολικά, να καταρρεύσει έως τον πάτο της απελπισίας. Το Βερολίνο, μετά από πολυάριθμες και μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, κατάφερε να ξαναγυρίσει την περιουσία του πίσω και μπορεί κανείς να μαντέψει σε τι ταπεινώσεις έπρεπε να υποβληθούν οι Γερμανοί.

Ωστόσο, η άτυχη τουρμπίνα δεν έφτασε ποτέ στο σταθμό συμπίεσης φυσικού αερίου Portovaya, κολλημένη σε ένα πλέγμα πολιτικών ίντριγκας και διπροσωπίας. Η Γερμανία κατηγόρησε για άλλη μια φορά τη Ρωσία ότι δεν θέλει να πάρει την τουρμπίνα και, για το λόγο αυτό, καθυστερεί την εκτέλεση των τελωνειακών εγγράφων. Απαντώντας, η Gazprom, πολύ λογικά, εξήγησε ότι δεν έχει επεξηγηθεί η τρέχουσα κατάσταση της [θεωρητικά επισκευασμένης] μονάδας ούτε οι πιθανοί περαιτέρω περιορισμοί που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αγωγού φυσικού αερίου και της συντήρησης της υποδομής του.

Με απλά λόγια, πώς θα συμπεριφερθεί η [υποτίθεται] φιλική δυτική ομάδα.

Για παράδειγμα, είναι ακόμη εντελώς ασαφές αν ο Καναδάς θα επιτρέψει την εισαγωγή, επισκευή και επιστροφή των υπόλοιπων στροβίλων της Siemens χωρίς εμπόδια ή αν κάθε μονάδα θα πρέπει να επιστραφεί σχεδόν δίνοντας μάχη και με απροσδιόριστη χρονική καθυστέρηση. Επιπλέον, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του τεχνικού εμπειρογνώμονα που αναγνωρίζει η γερμανική πλευρά, τους επόμενους μήνες θα πρέπει να επισκευαστούν οι υπόλοιπες μονάδες συμπιεστών αερίου. Τα ερωτήματα της Gazprom είναι απολύτως λογικά: η εταιρεία πρέπει να πληροφορηθεί τον ορίζοντα παραγωγής και άντλησης, διότι το φυσικό αέριο δεν είναι άνθρακας, δεν μπορεί να στοιβάζεται στο λιμάνι αναχώρησης και να περιμένει την άδεια εξαγωγής. Παράγεται και μεταφέρεται αυστηρά σε συμβατικές ποσότητες, γνωστές από πολύ νωρίτερα.

Όλο αυτό το γαϊτανάκι των τουρμπινών λαμβάνει χώρα με φόντο τα απελπισμένα καραγκιοζιλίκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προσπαθεί να ξεπεράσει τους νόμους του σύμπαντος.

Όλος ο προηγούμενος μήνας πέρασε υπό το σήμα των τελεσίδικων απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής , η οποία ουσιαστικά εκβίαζε τις χώρες μέλη της συμμαχίας να μειώσουν την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 15%. Με δεδομένο ότι ολόκληρη η ευρωζώνη καταναλώνει 396,6 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα μπλε καυσίμου ετησίως, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι πρέπει να βρουν τρόπο να αφαιρέσουν σχεδόν 60 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα από την κατανάλωση χωρίς να σκοτώσουν τη βιομηχανία της κάθε χώρας ξεχωριστά. Για λόγους κατανόησης, ας προσθέσουμε ότι αυτό είναι μόνο λίγο λιγότερο από ό,τι καταναλώνει ολόκληρη η βιομηχανία και ο πληθυσμός της Γερμανίας μαζί.

Για να καταλάβουμε πόσο κρίσιμη είναι η σημερινή κατάσταση, αρκεί να πούμε ότι το σχέδιο τορπιλίστηκε σχεδόν αμέσως από μια σειρά χωρών, οι κυβερνήσεις των οποίων δεν μπορούσαν να βρουν μια αποδεκτή απάντηση στα νέα ενεργειακά μαθηματικά. Αυτή τη φορά, δεν ήταν η Ουγγαρία, αυτή η αιώνια υπονομεύτρια της Ευρώπης, που αντιτάχθηκε στην απαίτηση ως σαμποτέρ, αλλά η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ελλάδα, οι οποίες πάντα ενεργούσαν ως ενιαίο μέτωπο συναίνεσης . Οι ντόπιοι πιστωτές και οι μηχανικοί ενέργειας δεν έχουν βρει πώς να περάσουν το χειμώνα χωρίς ρωσικό αέριο, αν είναι να μη παγώσουν μέρος του πληθυσμού και να μη διαλύσουν μέρος των επιχειρήσεών τους στην πορεία. Οι διαμάχες διήρκεσαν τόσο πολύ και χωρίς επιτυχία που, ως αποτέλεσμα, το Συμβούλιο απέφυγε να επικυρώσει το σχέδιο και αποφάσισε ότι οι χώρες θα πρέπει να αναλάβουν τέτοιες υποχρεώσεις μεμονωμένα και όχι με απόφαση της πλειοψηφίας των Βρυξελλών. Στην πραγματικότητα, τώρα γινόμαστε μάρτυρες της κατάρρευσης της περιβόητης ευρωπαϊκής ενότητας, που σκίστηκε στις ραφές στην πρώτη απειλή για τα επιμέρους εθνικά συμφέροντα.

Η Ευρώπη είναι όμηρος της δικής της εντελώς υποτελούς πολιτικής απέναντι στις ΗΠΑ . Από τη μία πλευρά, τα μέλη της δυτικής συμμαχίας θέλουν πραγματικά να τιμωρήσουν τους πεισματάρηδες και ανυποχώρητους Ρώσους. Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση επιδεινώνεται τόσο ραγδαία που αν, ας πούμε, η Αυστρία επιδείκνυε αύριο ανεξαρτησία και προσπαθούσε να διαπραγματευτεί ξεχωριστά με τη Μόσχα για τον ενεργειακό εφοδιασμό, θα ανακηρυσσόταν αμέσως προδότης, θα στιγματιζόταν για ατιμία και θα έσπευδε αμέσως να ευθυγραμμιστεί. Φαίνεται ότι, έτσι που γίνεται τώρα, δεν είναι και τόσο ντροπιαστικό.

Η έλλειψη φυσικού αερίου, σαν σκουριασμένος λεκές στην επιφάνεια μετάλλου, εξαπλώνεται πέρα από την ευρωζώνη. Μόλις τις προάλλες υπήρξαν εκκλήσεις από το Κίεβο προς την Αμερική να οργανώσει ένα είδος “δανεισμού φυσικού αερίου” (lend and lease) για τη νεαρή δημοκρατία. Σύμφωνα με υπολογισμούς ντόπιων ειδικών, η Ουκρανία χρειάζεται αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο αξίας δέκα δισεκατομμυρίων δολαρίων για να επιβιώσει και να περάσει την περίοδο φθινόπωρου-χειμώνα. Με όλους τους τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου στις ΗΠΑ να λειτουργούν στα όριά τους και τα περιθώρια οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία να περιορίζονται επίμονα, η επιθυμία του Κιέβου, το οποίο δεν διαθέτει ούτε έναν τερματικό σταθμό επαναεριοποίησης, είναι συγκρίσιμη με το όνειρο να περπατήσει κανείς στην επιφάνεια του Άρη χωρίς διαστημική στολή. [ΣΗΜ. Έχει αποκαλυφθεί όμως από την πρώην πρωθυπουργό της Ουκρανίας, Γιούλια Τιμοσένκο, ότι η Ουκρανία στην πραγματικότητα είναι αυτάρκης και ότι η όλη προσπάθεια αποτελεί ένα ακόμη κόλπο της Ουκρανικής ελίτ για να αποσπάσει χρήματα—μάλιστα αποκαλεί το σχέδιο αυτό ως τη «μεγαλύτερη απάτη του αιώνα».]

Η ευκολότερη λύση θα ήταν η εκκίνηση του Nord Stream 2, του οποίου η χωρητικότητα των 55 δισ. κυβικών μέτρων, αν δεν λύσει όλα τα προβλήματα, θα μείωνε σημαντικά την κρίση, αλλά ακόμη και εδώ το πρώτο βιολί δεν είναι η λογική, αλλά η πολιτική. Τις προάλλες στις Βρυξέλλες, ο Robert Habek, αντικαγκελάριος της Γερμανίας και υπουργός Οικονομικών Υποθέσεων και Προστασίας του Κλίματος, δήλωσε ότι η ενεργοποίηση του δεύτερου αγωγού θα αποτελέσει συνθηκολόγηση της Ευρώπης και κατάρρευση της πολιτικής των κυρώσεων. Ακούστηκε πολύ ωραίο, αν και οι ενδιαφερόμενοι δεν πληροφορήθηκαν ποτέ τη συνταγή με την οποία θα αντικατασταθεί η ρωσική παροχή καυσίμων.

Είμαστε μάρτυρες ενός μοναδικού ιστορικού θεάματος. Αυτό που βλέπουμε είναι μια φάρσα σε πλήρη ανάπτυξη, στην οποία ρωσόφοβοι πολιτικοί απαιτούν από τους ίδιους τους πολίτες τους να πλένονται λιγότερο, να κλείνουν τα κλιματιστικά στο αποκορύφωμα του καύσωνα του Ιουλίου, να επιλέγουν τη μετακίνηση με ποδήλατα αντί για αυτοκίνητα και, τέλος πάντων, να βλάπτουν με κάθε τρόπο τη Ρωσία. Η ανεπίλυτη αντίφαση μεταξύ ευσεβών πόθων και πραγματικότητας βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει υποκατάστατο της ρωσικής ενέργειας. Καμία περιοχή ή χώρα δεν συμφώνησε ποτέ να αντικαταστήσει έστω και το ήμισυ των ρωσικών εξαγωγών και χώρες όπως η Σαουδική Αραβία έφτασαν ακόμη και να προτείνουν στους πετρελαιοπαραγωγούς μας να συντονίσουν τις προσπάθειες και τον όγκο παραγωγής τους. Η Ευρώπη, ευσεβώς πεπεισμένη ότι είναι μια υπερεθνική οντότητα ικανή να υπαγορεύει τη θέλησή της σε χώρες και ολόκληρες ηπείρους, σπαρταρά, καταπίνει τις τελευταίες γουλιές αερίου σωτηρίας – και αυτό δεν είναι βέβαια οξυγόνο.

Η χώρα μας κατηγορείται επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ότι χρησιμοποιεί το φυσικό αέριο ως όπλο, ώστε αυτός ο υποβόσκων φόβος έχει πάρει πραγματικές διαστάσεις. Το αστείο είναι ότι η Ρωσία δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα γι’ αυτό.

Πηγή: RIA Novosti

Μετάφραση: Κωστής Μηλολιδάκης

Πάει κι άλλος. Ευρωπαίοι ηγέτες παραμερίζονται εν μέσω κρίσης

Ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Ντράγκι υποσχέθηκε στους συναδέλφους του ότι θα παραιτηθεί, γεγονός που απειλεί τη χώρα του με βαριά πολιτική κρίση. Το ίδιο συμβαίνει τώρα σε πολλές χώρες της ΕΕ, όπου υψηλόβαθμοι ηγέτες αρχίζουν να πληρώνουν για την κρίση με την καριέρα τους.

Η παραίτηση του Ντράγκι δεν έχει εγκριθεί ακόμη από τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας επειδή χαίρει υποστήριξης στην ιταλική Γερουσία. Ωστόσο, το λαϊκό πολιτικό «Κίνημα Πέντε Αστέρων», που είναι μέρος του κυβερνητικού συνασπισμού, αρνήθηκε να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, υπονομεύοντας τη θέση του αφού τον ανάγκασε να κάνει λόγο για πιθανές πρόωρες εκλογές.

Ο Πρωθυπουργός αναγκάστηκε να αποχωρήσει νωρίς από τη συνεδρίαση της G7 επειδή οι «πεντάστεροι», με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό Τζουζέπε Κόντε, υποσχέθηκαν ότι θα περάσουν στην αντιπολίτευση – εφόσον ο Ντράγκι θα συνεχίσει να στέλνει όπλα στην Ουκρανία και δεν μπορέσει να διατηρήσει τον ρωσικό εφοδιασμό με φυσικό αέριο. Επειδή, αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει την Ιταλία σε μια σοβαρή κοινωνική κρίση.

Ο Μάριο Ντράγκι υπόσχεται ότι θα αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο με προμήθειες από άλλες χώρες, αλλά αυτά τα σχέδια εξακολουθούν να στερούνται πραγματικής βάσης, λόγω των υψηλών τιμών στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου. Στην παρούσα κατάσταση, ο Ιταλός πρωθυπουργός δεν προσφέρει τίποτα στους συμπολίτες του εκτός από εκκλήσεις για εξοικονόμηση στην κατανάλωση καυσίμων, ενώ ήδη η χώρα αντιμετωπίζει τη λήψη έκτακτων μέτρων.

«Μέχρι στιγμής η Ιταλία βρίσκεται στο πρώτο από τα τρία επίπεδα κρίσης. Ωστόσο, εάν η Ρωσία διακόψει εντελώς την παροχή φυσικού αερίου στην Ευρώπη – πέρυσι η Μόσχα παρείχε το 44% των αναγκών της περιοχής – η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το σχέδιο που εκπονήθηκε περιλαμβάνει μια σειρά μέτρων που κυμαίνονται από την εισαγωγή κατανάλωσης βάσει δελτίου στις μονάδες έντασης ενέργειας έως τη μεγαλύτερη χρήση σταθμών που χρησιμοποιούν κάρβουνο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Υπάρχει επίσης μια πολιτική αυστηρών περιορισμών στην κατανάλωση: εξοικονόμηση στη θέρμανση και στον φωτισμό των  δρόμων. Τα μέτρα θα ισχύουν έως ότου το ρωσικό αέριο αντικατασταθεί από προμήθειες από άλλες χώρες παραγωγής», γράφει ο δημοσιογράφος Luca Pagni γι’ αυτά τα σχέδια στη La Repubblica.

Μια τέτοια στρατηγική έχει χάσει εδώ και καιρό την υποστήριξη των περισσότερων Ιταλών, επειδή ήδη δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους για την οικιακή κατανάλωση. Οι νέοι σκληροί περιορισμοί για τους οποίους μιλάει τώρα ο Πρωθυπουργός Ντράγκι δεν προκαλούν ενθουσιασμό και ο εκνευρισμός στην κοινωνία, αντίθετα, μεγαλώνει, βρίσκοντας διέξοδο σε πολυάριθμες διαδηλώσεις στους δρόμους. Πολύ περισσότερο που τέτοιες καταστροφικές πολιτικές εμποδίζουν την ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία έχει πληγεί από την πανδημία του κορωνοϊού.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Euromedia, το 54,8% των Ιταλών ερωτηθέντων αντιτίθεται στην παροχή βαρέων όπλων στην ουκρανική κυβέρνηση. Οι κάτοικοι της χερσονήσου των Απεννίνων δεν θέλουν να μείνουν χωρίς ρωσικές προμήθειες φυσικού αερίου –  ειδικά την κρύα περίοδο του χειμώνα – έχοντας ανταλλάξει μια κανονική ζωή με την υποστήριξη του Πρόεδρου Βλαντιμίρ Ζελένσκι. Και η άμεση σχέση μεταξύ της κρίσης των καυσίμων και των γεγονότων στην Ανατολική Ευρώπη είναι σαφής σε όλους σήμερα.

Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι οι συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση φοβούνται μια περαιτέρω επέκταση της ουκρανικής στρατιωτικής σύγκρουσης, από την οποία ενδέχεται να υποφέρουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Άλλωστε, υπάρχουν δυνάμεις κρούσης του ΝΑΤΟ σταθμευμένες σε ιταλικό έδαφος και πυρηνικά όπλα των ΗΠΑ – βόμβες B61, οι οποίες, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες αναφορές, βρίσκονται στη στρατιωτική αεροπορική βάση Gedi, στα περίχωρα της αρχαίας πόλης Μπρέσια. Και αυτά τα συναισθήματα του κοινού έχουν πράγματι τη δυνατότητα να οδηγήσουν στην πτώση της Ιταλικής κυβέρνησης.

«Η αποδυνάμωση της πολιτικής συνοχής και η αδυναμία σχηματισμού σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας συνδέεται με την αύξηση των τιμών της ενέργειας και τον πληθωρισμό», έγραψε η Wall Street Journal για την Ιταλία, προβλέποντας ένα «κύμα παραιτήσεων» για τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ.

Πράγματι, παρόμοιες διαδικασίες παρατηρούνται τώρα σε πολλές χώρες της ΕΕ. Οι καρέκλες κορυφαίων Ευρωπαίων ηγετών αρχίζουν να τρίζουν από την κρίση και αυτό έχει ήδη οδηγήσει στην παραίτηση του Βρετανού πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος θα αναγκαστεί να αφήσει τη θέση του σε διάδοχο από το Συντηρητικό κόμμα. Η ενεργή υποστήριξη προς την Ουκρανία υποτίθεται ότι θα του εξασφάλιζε μια εντολή πολιτικής εμπιστοσύνης, αλλά δεν ήταν αυτή η περίπτωση, και η κοινωνία, κουρασμένη από την κρίση, έδειξε στον Μπόρις στην πόρτα πριν την ώρα του.

Παρόμοια προβλήματα έχει σήμερα και ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς. Η βρετανική εφημερίδα Telegraph αναφέρει ευθέως ότι ο Γερμανός καγκελάριος κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του λόγω της ενεργειακής κρίσης. Διότι ούτε οι Γερμανοί είναι ευχαριστημένοι με τα περιοριστικά μέτρα που τους έχουν επιβληθεί και με τις εκκλήσεις για λιγότερο πλύσιμο ώστε να την σπάσουν στον Βλαντιμίρ Πούτιν ή να περπατούν στο διαμέρισμα τους με πανωφόρια, πράγματα που ακούγονται από πολιτικούς σχεδόν καθημερινά.

«Ο συμπρόεδρος του Κόμματος των Πρασίνων, Ρόμπερτ Χάμπεκ, προτρέπει τις οικογένειες να εξοικονομήσουν χρήματα. «Δεν έχω κάνει ποτέ ντους για περισσότερα από πέντε λεπτά στη ζωή μου», λέει. Ο υπουργός Ενέργειας καυχιέται ότι κλείνει τη θέρμανση όλη μέρα τον χειμώνα γιατί δεν είναι ποτέ σπίτι. Αυτό δεν μοιάζει να παρηγορεί οικογένειες και ηλικιωμένους που δεν έχουν ζεστά υπουργικά γραφεία για να περάσουν τη μέρα τους. Ορισμένοι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων απειλούν ήδη ότι θα κλείσουν τη θέρμανση στις πολυκατοικίες και οι τοπικές αρχές σβήνουν ακόμη και τα φώτα των δρόμων». [ΣΗΜ. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η θέρμανση παρέχεται από τον ιδιοκτήτη σε ενοικιασμένα διαμερίσματα].

Δεν είναι μόνο το γερμανικό κοινό που πανικοβάλλεται, αλλά και η κυβέρνησή του, που αναρωτιέται τι θα γίνει στη συνέχεια. Το αέριο αποθηκεύεται σε τεράστιες υπόγειες δεξαμενές, αλλά αν δεν μειωθεί δραστικά η κατανάλωσή του, μπορεί να εξαντληθεί μέχρι τον Ιανουάριο.

Εάν αυτό συμβεί, η Γερμανία θα υποστεί τη χειρότερη οικονομική ύφεση από τη δεκαετία του 1940. Η οικονομία της θα συρρικνωθεί περισσότερο από 12 τοις εκατό, η παραγωγή μηχανών στη ναυαρχίδα της βιομηχανίας της, την αυτοκινητοβιομηχανία, θα μειωθεί κατά 17 τοις εκατό και έως και έξι εκατομμύρια θέσεις εργασίας θα κινδυνεύσουν. Οι λογαριασμοί καυσίμων των γερμανικών νοικοκυριών αναμένεται ήδη να αυξηθούν κατά 2.000 ευρώ ετησίως και η κυβέρνηση έχει εκπονήσει σχέδια για να φιλοξενήσει άτομα που δεν μπορούν να θερμάνουν τα σπίτια τους στα δημαρχεία.

Η προοπτική του δελτίου έχει ήδη οδηγήσει σε μείωση της δημόσιας υποστήριξης προς την Ουκρανία. Οι τιμές των τροφίμων και της ενέργειας συνεχίζουν να αυξάνονται, και σε αυτό το πλαίσιο, το 38 τοις εκατό των Γερμανών λέει ότι η τιμωρία κατά της Ρωσίας δεν είναι απαραίτητη. Την περασμένη εβδομάδα, ο Scholz και οι συνεργάτες του επευφημούσαν την κατάρρευση του Boris Johnson. Αλλά ο Γερμανός καγκελάριος μπορεί κάλλιστα να αντιμετωπίσει το ίδιο εφιαλτικό σενάριο και η ικανοποίησή του μπορεί να είναι βραχύβια», λέει ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Τζόνσον για τη γερμανική κρίση.

«Συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη», παραδέχεται προς τους δημοσιογράφους η Olga Hakova, ειδικός στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. Υπενθυμίζει την ενεργειακή κρίση στη Γαλλία, όπου η κυβέρνηση προχώρησε στην εθνικοποίηση της ενεργειακής εταιρείας EDF, η οποία υφίσταται όλο και πιο σοβαρές οικονομικές απώλειες. Η οικονομική κρίση και η άνευ όρων υποστήριξη στον πόλεμο της Ουκρανίας έχουν ήδη πλήξει πολιτικά τον Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος έχει χάσει τον έλεγχο του γαλλικού κοινοβουλίου. Όμως η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη και οι παρατηρητές αναμένουν ένα νέο κύμα διαμαρτυριών από τους Γάλλους, όπως αυτές που έχουν ήδη ξεσπάσει στην πρωτεύουσα του γειτονικού Βελγίου και σε πόλεις της Ολλανδίας.

Παραιτήσεις μελών κυβερνήσεων παρατηρούνται πλέον και στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, από την Εσθονία έως τη Βουλγαρία. Αυτό βέβαια δεν θα οδηγήσει σε κάποια σοβαρή αλλαγή στην πορεία τους, γιατί τα γεράκια του ΝΑΤΟ θα αντικατασταθούν από τα ίδια σκυλιά του πολέμου. Αλλά αυτό που συμβαίνει σίγουρα δείχνει μια σταδιακά αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία το ευρωατλαντικό κατεστημένο έχει εμπλέξει την Ευρώπη.

«Ένας δύσκολος χειμώνας ορθώνεται απειλητικά πάνω από την Ευρώπη, ίσως ο πιο δύσκολος χειμώνας εδώ και 40-50-60 χρόνια, και αυτό ισχύει για ολόκληρη την Ευρώπη. Μπορούμε να καλύψουμε περίπου το 80% των αναγκών της Ρουμανίας στην αγορά φυσικού αερίου, αλλά θα πρέπει να αγοράσουμε επιπλέον περίπου 2 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα από την αγορά, και αν δεν το κάνουμε, προφανώς τότε θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα άλλο πρόβλημα. Εμείς, η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πληρώσουμε πρώτα απ’ όλα για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας… Πρέπει να το πούμε ανοιχτά: όλοι θα πληρώσουμε το τίμημα αυτόν τον χειμώνα», ο αντιπρόεδρος της Ρουμανίας, Χουνόρ Κέλεμεν, παραδέχτηκε με ειλικρίνεια.

Και έχει δίκιο – ανάμεσα σε αυτούς που θα πληρώσουν για την αυξανόμενη κρίση είναι και υψηλόβαθμοι πολιτικοί.

Πηγή: ukraina.ru

Μετάφραση: Κωστής Μηλολιδάκης

Η Γαλλία του ακραίου κέντρου

Αναδημοσιεύουμε για λόγους ενημέρωσης το άρθρο της Diana Johnstone για τις γαλλικές εκλογές. Ανεξάρτητα από τις διαφωνίες που μπορεί κανείς να έχει με την φιλική προσέγγιση της Johnstone στο φαινόμενο Λεπέν, έχει ενδιαφέρον η επισήμανση ότι οι πολιτικές που ξεφεύγουν από την ακλόνητη πίστη την Ατλαντική Συμμαχία χαρακτηρίζονται «ακραίες», «φιλοΠουτινικές» και «εκτός δημοκρατικού τόξου», είτε αυτό αφορά τη Δεξιά, είτε την Αριστερά. Η Johnstone είναι πρώην εκπρόσωπος τύπου της Ομάδας των Πρασίνων στο Ευρωκοινοβούλιο, η οποία διαφώνησε κάθετα με τη στάση τους στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας θεωρώντας ότι τόσο οι Πράσινοι όσο και οι Σοσιαλδημοκράτες, μετατράπηκαν από φιλειρηνικές σε φιλοπόλεμες δυνάμεις. Έκτοτε έχει υιοθετήσει οξύτατες θέσεις ενάντια στην ευρωπαϊκή φιλο-ατλαντική Αριστερά και προτείνει αντιδημοφιλείς συμβιβασμούς και συμμαχίες – ακόμα και με τη Λεπέν- με αντι-νεοφιλελεύθερο και αντι-ατλαντικό πρόσημο. 

Την Κυριακή, ο Εμανουέλ Μακρόν επανεξελέγη για δεύτερη πενταετή θητεία στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας με ποσοστό 58,54% των ψήφων. Όπως και το 2017, η υποψήφια έναντι της οποίας επικράτησε, ήταν η Μαρίν Λεπέν, η οποία έλαβε 41,46%. Μοιάζει και πάλι σαν déjà vu.

Εξωτερικά, αυτό μπορεί να θεωρηθεί είτε ως ένδειξη ότι ο Μακρόν είναι ένας δημοφιλής πρόεδρος ή/και ότι η Γαλλία έχει για άλλη μια φορά σωθεί από τη φασιστική απειλή.  Καμία από αυτές τις εντυπώσεις δεν είναι σωστή.  Το αποτέλεσμα σημαίνει κατά βάση ότι η Γαλλία έχει κολλήσει στο There Is No Alternative (TINA) – τη νεοφιλελεύθερη αντικατάσταση του πολιτικού βολονταρισμού από την τεχνοκρατική διακυβέρνηση.

Ο Μακρόν δεν είναι συντριπτικά δημοφιλής. Στον πρώτο αποκλειστικό γύρο των εκλογών που διεξήχθη στις 10 Απριλίου, πάνω από το 72% των ψηφοφόρων επέλεξαν έναν από τους άλλους 11 υποψηφίους.

Ο Μακρόν προσωποποιεί το Κέντρο

Πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες, όταν ο νεοφιλελευθερισμός μόλις είχε αρχίσει να υπαγορεύει τις οικονομικές του επιταγές, οι γαλλικές πολιτικές επιλογές καθορίζονταν από μια παραδοσιακή εναλλαγή “Αριστεράς-Δεξιάς” στην κυβέρνηση, μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των ονομαστικά (αλλά όχι πραγματικά) “γκωλικών” συντηρητικών, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Ρεπουμπλικανούς.  Όμως αυτή η εναλλαγή έχασε το πλεονέκτημά της, διότι όποιο κόμμα και αν ήταν στην εξουσία, ανεξάρτητα από τις προεκλογικές του υποσχέσεις, εφάρμοζε τις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ευνοούσαν τα κέρδη του κεφαλαίου, έναντι των μισθών και των δημόσιων υπηρεσιών.

Πριν από πέντε χρόνια, με τη διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς να έχει θολώσει από αυτή τη συμμόρφωση, ήρθε η ώρα να δημιουργηθεί ένα κίνημα που δεν ήταν ούτε αριστερό ούτε δεξιό, ή ίσως ήταν και τα δύο, αλλά πάντως ήταν σε απόλυτη συμμόρφωση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο όμορφος νεαρός τραπεζίτης Εμανουέλ Μακρόν μυήθηκε στη χάραξη κυβερνητικής πολιτικής από άτομα με μεγάλη επιρροή, όπως ο Ζακ Ατταλί, ο οικονομικός και κοινωνικός θεωρητικός, και κέρδισε την υποστήριξη του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος για αυτό το νικηφόρο σχέδιο.  Η προσωπική αύρα του 39χρονου ως σφριγηλού νέου που βιάζεται να κάνει πράξη τις ιδέες του, προσέλκυσε τους ερασιτέχνες πολιτικούς να υποστηρίξουν το κίνημά του “En Marche” (Πάμε). Αυτή η προσωποποίηση του κέρδισε στις εκλογές του 2017.

Αυτό που επιτάχυνε ο Μακρόν ήταν στην πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που προωθούσε η ΕΕ. Οι πολιτικές του διευκόλυναν τις ιδιωτικοποιήσεις και την αποβιομηχάνιση, καθώς και τις περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες, όπως τα νοσοκομεία και οι μεταφορές.  Αυτό προκάλεσε τις περισσότερες δυσκολίες στην αγροτική Γαλλία, οδηγώντας στις διαδηλώσεις των Κίτρινων Γιλέκων, οι οποίες καταστέλλονται αυταρχικά από την αστυνομία.

Η πολιτική περιθωριοποιείται ως “ακραία”

Στις 10 Απριλίου του περασμένου έτους, στον πρώτο γύρο των φετινών προεδρικών εκλογών, τα δύο πρώην “κυβερνητικά” κόμματα, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Σοσιαλιστές, σχεδόν εξαφανίστηκαν.  Η υποψήφια των Ρεπουμπλικανών, Βαλερί Πεκρές, η οποία είχε ξεκινήσει ψηλά στις δημοσκοπήσεις, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το κρίσιμο ποσοστό του 5% των ψήφων, το οποίο εξασφαλίζει στα κόμματα δημόσια χρηματοδότηση.

Η μοίρα του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν εξίσου ταπεινωτική: η Αν Ινταλγκό, διάσημη ως δήμαρχος του Παρισιού για τις χαοτικές προσπάθειές της να καταργήσει τα αυτοκίνητα υπέρ των ποδηλάτων και των σκούτερ, συγκέντρωσε ένα αξιοθρήνητο 1,75%, ακόμη λιγότερο από τον υποψήφιο του Κομμουνιστικού Κόμματος Φαμπιέν Ρουσέλ, που έλαβε 2,28%.

Οι εκλογές της 10ης Απριλίου παρήγαγαν τρία μεγάλα ψηφοδέλτια, γύρω από τρεις υποψηφίους με αδύναμα κόμματα, αβέβαια προγράμματα, αλλά ισχυρές προσωπικότητες που ο καθένας εκπροσωπεί μια στάση: Εμανουέλ Μακρόν 27,83%, Μαρίν Λεπέν 23,15%, Ζαν Λυκ Μελανσόν του κόμματος La France Insoumise (Ανυπότακτη Γαλλία), 21,95%.

Αν ο Μελανσόν είχε έρθει δεύτερος, απέναντι στον Μακρόν, σίγουρα θα υπήρχε μια εκστρατεία φόβου που θα τον στιγμάτιζε ως επικίνδυνα “ακραίο”, ακόμη και “κομμουνιστή” και “αντιευρωπαίο φίλο του Πούτιν”. Όμως η Μαρίν Λεπέν ήρθε δεύτερη, επομένως η εκστρατεία φόβου τη στιγμάτισε ως “ακροδεξιά”, ακόμη και “φασίστρια” και “αντιευρωπαία φίλη του Πούτιν”.

Η πολιτική έξω από το κομφορμιστικό κέντρο είναι επικίνδυνα “ακραία”.

Ο Μελανσόν ενσαρκώνει την Αριστερά

Το υψηλό ποσοστό του Μελανσόν ήταν ο θρίαμβος μιας ισχυρής προσωπικότητας έναντι των κομμάτων.  Η φλογερή ρητορική του κέρδισε ευρεία δημόσια αναγνώριση όταν ήρθε σε ρήξη με το Σοσιαλιστικό Κόμμα κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος του 2005 για το σχέδιο Συντάγματος της ΕΕ.

Το Σύνταγμα απορρίφθηκε από τους ψηφοφόρους, αλλά σε αντίθεση με τη λαϊκή ψήφο, οι βουλευτές υιοθέτησαν τα ίδια ακριβώς μέτρα στη Συνθήκη της Λισαβόνας, επιβεβαιώνοντας τις νεοφιλελεύθερες παγκοσμιοποιητικές πολιτικές της ΕΕ και την προσήλωσή της στο ΝΑΤΟ.

Το 2016 ο Μελανσόν ίδρυσε το δικό του κόμμα La France Insoumise (Ανυπότακτη Γαλλία), του οποίου το κύριο πλεονέκτημα είναι η προσωπική του σθεναρή ρητορική και η εριστική σχέση με τα μέσα ενημέρωσης και τους αντιπάλους του.  Στην προεδρική κούρσα του 2017, ήρθε τέταρτος με υποσχέσεις για τολμηρές πολιτικές που θα αψηφούσαν τους περιορισμούς της ΕΕ.

Αυτή τη φορά, ο Μελανσόν υιοθέτησε ένα πρόγραμμα που δεν είχε ακριβώς συνοχή, αλλά είχε σαφή στόχο να κερδίσει ψήφους από όλα τα τμήματα της διχασμένης και αποδυναμωμένης Αριστεράς της Γαλλίας.  Τόνισε τα γενναιόδωρα μέτρα για τη βελτίωση της “αγοραστικής δύναμης”: υψηλότερος κατώτατος μισθός, μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 60 έτη, έλεγχος των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης – μέτρα που φαίνονταν μη ρεαλιστικά ακόμη και σε πολλούς αριστερούς.

Τα μέτρα που υιοθέτησε για να προσελκύσει την πράσινη ψήφο έφτασαν από τα δωρεάν σχολικά γεύματα με βιολογικά προϊόντα μέχρι τη σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας έως το 2045 – ενάντια στην αυξανόμενη τάση στη Γαλλία να θεωρεί την πυρηνική βιομηχανία της Γαλλίας απαραίτητη για την ενεργειακή της – και όχι μόνο – επιβίωση.

Αυτό κατάφερε να αφήσει τον υποψήφιο των Πρασίνων Γιανικ Ζαντό, (ο οποίος ονειρευόταν να μιμηθεί την επιτυχία των πολεμοχαρών Γερμανών Πρασίνων), με μόλις 4,63% των ψήφων.

Για τους LGBTQI ψηφοφόρους, ο Mélenchon μίλησε θετικά για την τροποποίηση του Συντάγματος ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα αλλαγής φύλου (ένα δικαίωμα που υπάρχει ήδη).  Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί λίγο αντιφατικό προς τις προσπάθειές του να κερδίσει την υποστήριξη της μουσουλμανικής κοινότητας.

Παρ’ όλα αυτά, οι μουσουλμάνοι ηγέτες εξέδωσαν δήλωση:

“Εμείς, οι ιμάμηδες και οι ιεροκήρυκες, καλούμε τους Γάλλους πολίτες της μουσουλμανικής πίστης να ψηφίσουν στον πρώτο γύρο τον λιγότερο χειρότερο από τους υποψηφίους σε αυτές τις προεδρικές εκλογές: τον Ζαν Λυκ Μελανσόν”.

Σύμφωνα με τα exit polls, ο Μελανσόν έλαβε σχεδόν το 70% των μουσουλμανικών ψήφων.

Αυτό μπορεί να συμπίπτει κάπως με τα υψηλά ποσοστά του μεταξύ των νέων στις πόλεις και τα εθνοτικώς μικτά προάστια: 38% των ψηφοφόρων κάτω των 25 ετών. Ζήτησε επίσης να μειωθεί η ηλικία ψήφου στα 16 έτη.

Συνολικά, η ψήφος του Μελανσόν αντιστοιχούσε σαφέστερα στην ψήφο γύρω από πολιτικές ταυτότητας που επικεντρώνονται σε κοινωνικά και όχι σε κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα. Τα πήγε καλά με την εργατική τάξη (27% των εργατών και 22% των υπαλλήλων), αλλά η Μαρίν Λεπέν τα πήγε καλύτερα (33% και 36%).

Στην ερώτηση γιατί ψήφισαν τον Μελανσόν, περίπου το 40% απάντησε ότι ήταν μια “χρήσιμη” ψήφος – όχι για να υποστηρίξουν το πρόγραμμά του, αλλά μάλλον επειδή ήταν εκείνος ο υποψήφιος της Αριστεράς που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στη Μαρίν Λεπέν. Τώρα ονειρεύεται να σαρώσει στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου και να γίνει αρχηγός της αντιπολίτευσης ή ακόμη και πρωθυπουργός.

Η τελευταία λέξη του Μελανσόν προς τους οπαδούς του το βράδυ της 10ης Απριλίου ήταν επιτακτική: “Ούτε μία ψήφος στη Μαρίν Λεπέν!”.

Μαρίν Λεπέν, το αουτσάιντερ

Ένας εχθρός είναι πάντα ένας ενωτικός παράγοντας, και για την κατακερματισμένη γαλλική αριστερά, η Μαρίν Λεπέν είναι ο ενωτικός παράγοντας.  Κληρονόμησε αυτόν τον ρόλο από τον πατέρα της, Ζαν-Μαρί Λεπέν.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν εγκατέλειψε απότομα το σοσιαλιστικό Κοινό Πρόγραμμα στο οποίο χρωστούσε την εκλογή του, μαζί βέβαια με την ισχυρή υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ιδεολογικά εστίασε στον “αντιρατσισμό”.

Ο αντιρατσισμός μεταλλάχθηκε σταδιακά σε υποστήριξη της μετανάστευσης και ακόμη και των ανοιχτών συνόρων, με το σκεπτικό ότι οι όποιοι περιορισμοί στη μετανάστευση δεν μπορεί παρά να υποκινούνται από “ρατσιστικό μίσος”.

Αυτή δεν ήταν μια παραδοσιακή στάση της Αριστεράς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, και για δεκαετίες μετά, η αντίθεση στη μαζική μετανάστευση αποτελούσε βασική πολιτική της μαρξιστικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, το οποίο έβλεπε τη μαζική μετανάστευση ως μια τεχνική του κεφαλαίου για τη διάσπαση της εργατικής αλληλεγγύης και τη μείωση των μισθών.

Η μετανάστευση εξελίχθηκε σε βασικό ζήτημα μόνο από τη στιγμή που η κατεστημένη Αριστερά εγκατέλειψε το οικονομικό της πρόγραμμα για να ακολουθήσει τον νεοφιλελευθερισμό που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση.  Όπως συμβαίνει, τα ανοιχτά σύνορα είναι μια θέση που είναι απολύτως συμβατή με τη νεοφιλελεύθερη οικονομία. Και τα δύο, μπορούν να ευδοκιμήσουν μαζί, τείνοντας προς μια πολιτική που αφορά τις ταυτότητες και όχι τα κοινωνικά συμφέροντα.

Το 1980, ο πιο κοντινός ρατσιστής κακοποιός που μπορούσαν να βρουν οι Σοσιαλιστές ήταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν, ο οποίος ήταν αντίθετος στη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας κυρίως για λόγους εθνικής ταυτότητας. Το ποικιλόμορφο κόμμα του, το Εθνικό Μέτωπο, περιλάμβανε απομεινάρια θνησιγενών ακροδεξιών ομάδων, αν και ο Ζαν-Μαρί Λεπέν ήταν περισσότερο αστείος παρά φασιστικός. Οι εχθροί του ανέδειξαν την αποστροφή του ότι “οι θάλαμοι αερίων ήταν μια λεπτομέρεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου” ως απόδειξη συνενοχής στο Ολοκαύτωμα. Πιο φανατικοί εχθροί του, ανατίναξαν το διαμέρισμά του, κάνοντας την ανάλογη εντύπωση στην 8χρονη τότε κόρη του Μαρίν.

Η Μαρίν έκανε καριέρα δικηγόρου, έκανε δύο γάμους και απέκτησε τρία παιδιά, προτού στραφεί στην πολιτική και ουσιαστικά κληρονομήσει το πολιτικό κόμμα του πατέρα της, όταν αυτός αποσύρθηκε.  Ο Ζαν-Μαρί απολάμβανε να είναι προκλητικός.  Ο παλιός πεζοναύτης ήθελε να κερδίσει καρδιές και μυαλά.

Η Μαρίν Λεπέν καθάρισε τα πιο εξτρεμιστικά στοιχεία του κόμματος, έβαλε με επιτυχία υποψηφιότητα για το κοινοβούλιο στην υποβαθμισμένη βόρεια πόλη Henin-Beaumont, άλλαξε το όνομα του κόμματος από Εθνικό Μέτωπο στο πιο χαλαρό Rassemblement National και απομακρύνθηκε όλο και περισσότερο από το ίδιο της το κόμμα.

Προσπάθησε να είναι φιλική προς τις εβραϊκές οργανώσεις. Το πρόγραμμά της ζητούσε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τον έλεγχο της μετανάστευσης, το οποίο, μεταξύ άλλων, θα επέτρεπε στη Γαλλία να απελαύνει αλλοδαπούς που έχουν καταδικαστεί για σοβαρά εγκλήματα. Οι πιο αμφιλεγόμενες (και μάλλον αδύνατες) προτάσεις της αφορούσαν την “εξάλειψη της ισλαμικής εξτρεμιστικής ιδεολογίας” (κάνοντας διάκριση με το συμβατικό Ισλάμ).

Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν ήταν σφοδρός πολέμιος του Ντε Γκωλ, όχι μόνο επειδή ο πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ παραχώρησε την ανεξαρτησία στην Αλγερία.  Αυτό είναι αρχαία ιστορία για τη γενιά της κόρης του.

Η Μαρίν Λεπέν ταυτίζεται όλο και περισσότερο με τον γκωλισμό: πατριωτισμός, εθνική ανεξαρτησία και κοινωνικός συντηρητισμός που σέβεται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Έχει ζητήσει να αποχωρήσει η Γαλλία από την κοινή διοίκηση του ΝΑΤΟ, όπως το έπραξε ο Ντε Γκωλ το 1966. (Ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί την επανένταξε το 2009). Έχει επίσης υποστηρίξει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ομαλοποιώντας τις σχέσεις με τη Ρωσία – μια θέση που επανέλαβε ακόμη και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Εν τω μεταξύ, διάφοροι πόλεμοι, ιδίως η καταστροφή της Λιβύης το 2011, έχουν πολλαπλασιάσει την παράνομη μετανάστευση.

Ενώ η εισαγωγή εγκεφάλων -ιδίως ιατρικού προσωπικού από φτωχές χώρες- είναι πάντα ευπρόσδεκτη, η οικονομία δεν είναι σήμερα σε θέση να απορροφήσει το ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα σε κοινωνικά προβλήματα.  Η άρνηση της Αριστεράς να αναγνωρίσει την ύπαρξη τέτοιων προβλημάτων καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να τεθεί το θέμα χωρίς να χαρακτηριστεί κανείς “ρατσιστής” Αλλά τα ερωτήματα που τίθενται είναι επίμονα.

Στην πραγματικότητα, η αντίθεση στη μαζική μετανάστευση κυριάρχησε ξαφνικά σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία, καθώς ο πολιτικός συγγραφέας και τηλεοπτικός σχολιαστής Ερίκ Ζεμούρ έβαλε στόχο να κλέψει το θέμα από τη Μαρίν Λεπέν και να το αναδείξει ως κεντρικό στην εκστρατεία του για την προεδρία.

Ο Ζεμούρ είναι ένα είδος αντι-Μπερνάρ Ανρί Λεβί, το ακριβώς αντίθετο του πλούσιου “φιλοσόφου” Μπερνάρ Ανρί Λεβί – και οι δύο είναι αλγερινής εβραϊκής καταγωγής.

Στη δεκαετία του 1980, στα χρόνια του Μιτεράν, ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί κέρδισε φήμη ως κορυφαίος αντικομμουνιστής φιλελεύθερος αριστερός, κατακεραυνώνοντας τη Γαλλία για τον λανθάνοντα φασισμό και τον αντισημιτισμό της. Αν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ τύχει να κάνουν πόλεμο στο Αφγανιστάν, τη Βοσνία, τη Λιβύη ή την Ουκρανία, είναι φανατικά υπέρ.

Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί είναι μεγάλος και θέλει να είναι λαμπερός.  Ο Ζέμουρ είναι μικρός και αθυρόστομος, αλλά μιλάει πιο λογικά από τον επιδεικτικό Μπερνάρ Ανρί Λεβί.

Σε αντίθεση με τις ηθικές διαλέξεις του Μπερνάρ Ανρί Λεβί προς τους Γάλλους, ο Ζεμούρ έχει αγκαλιάσει τη γαλλική πατρίδα με φλογερή αγάπη και επιθυμεί να την υπερασπιστεί από τους κινδύνους της μαζικής μετανάστευσης και του ισλαμικού εξτρεμισμού. Οι αρχικές του συγκεντρώσεις συγκέντρωσαν ενθουσιώδη πλήθη, προσελκύοντας κυρίως πολλούς μορφωμένους νέους άνδρες.

Ενώ η Μαρίν Λεπέν απευθύνεται στην εργατική τάξη των μικρών πόλεων και των αγροτικών περιοχών, ο Ζεμούρ κέρδισε οπαδούς μεταξύ της μορφωμένης ανώτερης τάξης, ζητώντας την “ανακατάληψη” της Γαλλίας από τη “μεγάλη αντικατάσταση” των Γάλλων από τη μετανάστευση.

Ο Ζεμούρ ήρθε τέταρτος με ποσοστό λίγο πάνω από 7% στον πρώτο γύρο, σε σύγκριση με το 23,15% της Λεπέν.  Φιλοδοξεί να ηγηθεί του σχηματισμού ενός νέου δεξιού κόμματος. Σημείωσε σχετικά καλά αποτελέσματα στα πλούσια δυτικά τμήματα του Παρισιού και ήρθε πρώτος μεταξύ των υπερπόντιων Γάλλων που ζουν στο Ισραήλ και σε άλλες χώρες της περιοχής.

Φαίνεται ότι ο Ζεμούρ τσίμπησε ελαφρώς από την ψήφο των ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, η οποία τελικά πήγε με αρκετή σταθερότητα στον Μακρόν.  Ο ταξικός διαχωρισμός ήταν σαφής στις τελικές εκλογές – ο Μακρόν πήρε τις ψήφους των ευημερούντων, η Μαρίν ήταν η επιλογή των ξεχασμένων.

Στις τελικές εκλογές, η Μαρίν Λεπέν σάρωσε στα υπερπόντια εδάφη της Γαλλίας στις Δυτικές Ινδίες, συγκεντρώνοντας 70% στη Γουαδελούπη και 60% στη Μαρτινίκα και τη Γαλλική Γουιάνα.  Δεδομένου ότι το 93% του πληθυσμού της Γουαδελούπης είναι αφρικανικής καταγωγής, η ψηφοφορία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει πως, ό,τι κι αν λένε ή σκέφτονται άλλοι, οι υποστηρικτές της Μαρίν Λεπέν δεν τη θεωρούν “ρατσίστρια” [Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες θέσεις της, την οποία ο Μακρόν ανέδειξε κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους, είναι η απαγόρευση στις γυναίκες να καλύπτουν το κεφάλι τους δημοσίως. Ο Μακρόν είπε ότι αυτό θα ξεκινούσε έναν “εμφύλιο πόλεμο”].

Η προσωπικότητα έχει σημασία στην πολιτική.  Ακριβώς όπως η δημοτικότητα του Μελανσόν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον εκρηκτικό χαρακτήρα του, η δημοτικότητα της Μαρίν Λεπέν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη δημόσια προσωπικότητά της: μια γυναίκα που εμφανίζεται ζεστή, ευδιάθετη και ανθεκτική.

Σταματήστε τον φασισμό!

Αφού πρώτα έβγαλε την εντολή: “Ούτε μία ψήφος στη Λεπέν!” ο Μελανσόν συνέχισε να προτρέπει τους ψηφοφόρους του πρώτου γύρου να μην απέχουν, υποστηρίζοντας ουσιαστικά τον Μακρόν. Η αντίληψη ήταν ότι η εκλογή της Λεπέν θα έβαζε τέλος στις ελευθερίες μας μια για πάντα.

Πάνω από 350 ΜΚΟ υπέγραψαν δήλωση του Κινήματος κατά του Ρατσισμού και για τη Φιλία μεταξύ των Λαών (MRAP) που προειδοποιούσε ότι η εκλογή της θα “καταργήσει το κράτος δικαίου”.

Μικρές ομάδες αναρχικών φοιτητών κατέλαβαν προσωρινά τη Σορβόννη και μερικά άλλα ελίτ πανεπιστήμια στο Παρίσι και έκαναν άνω κάτω τα πράγματα για να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους, μια προειδοποίηση για το τι θα μπορούσε να συμβεί αργότερα.

Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (CGT) δήλωσε ότι: “Η ιστορία δείχνει ότι υπάρχει διαφορά φύσης μεταξύ των δημοκρατικών κομμάτων που κερδίζουν την εξουσία και την παραδίδουν, και της ακροδεξιάς που, μόλις βρεθεί στην εξουσία, την αρπάζει και δεν την παραδίδει πίσω”.

Και πώς θα το έκανε αυτό η Λεπέν; Το κόμμα της δεν είναι πολύ ισχυρό και βασίζεται εξ ολοκλήρου στην εκλογική πολιτική. Δεν υπάρχει πολιτοφυλακή που να είναι οργανωμένη για να χρησιμοποιεί βία για πολιτικούς σκοπούς (όπως στην περίπτωση των πραγματικών ιστορικών φασιστών). Υπάρχουν πολλές αντίρροπες δυνάμεις στη Γαλλία, όπως τα πολιτικά κόμματα, τα εχθρικά μέσα ενημέρωσης, η σε μεγάλο βαθμό αριστερή δικαστική εξουσία, οι ένοπλες δυνάμεις (που συνδέονται με το ΝΑΤΟ), οι μεγάλες επιχειρήσεις και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που ποτέ δεν υποστήριξαν τη Λεπέν, η βιομηχανία του θεάματος, κ.λπ., κ.λπ.

Στην πραγματικότητα, ο πραγματικός κίνδυνος της εκλογής της Μαρίν Λεπέν ήταν ακριβώς το αντίθετο: η δυσκολία που θα είχε να κυβερνήσει. Στην προεκλογική της εκστρατεία, κατέστησε σαφές ότι θα ήθελε να μοιραστεί την εξουσία, αλλά με ποιον; Ορισμένες ομάδες υπόσχονταν να κάνουν κόλαση τους δρόμους. Μεγάλο μέρος της προτεινόμενης νομοθεσίας της θα ήταν αδύνατο να τεθεί σε ισχύ ή θα αντιμετώπιζε αντιδράσεις στα δικαστήρια.

Η υπόθεση του συμβιβασμού

Ας φανταστούμε απλώς ένα διαφορετικό σενάριο, όπου η “Αριστερά” δεν ορίζεται πλέον από την “απόλυτη άρνηση να έχουμε οποιαδήποτε σχέση με οποιονδήποτε δεξιό”.

Το πρόγραμμα του Μακρόν για την επόμενη πενταετία επιταχύνει περαιτέρω τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτεί η ΕΕ, ιδίως την επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 έτη που είναι σήμερα, στα 65 έτη.

Ο Μελανσόν ζήτησε μάλιστα να μειωθεί η ηλικία συνταξιοδότησης στα 60 έτη.  Εν τω μεταξύ, η Μαρίν Λεπέν τόνισε την υποστήριξή της στη διατήρηση χαμηλότερης ηλικίας συνταξιοδότησης, με ιδιαίτερη μέριμνα για όλους εκείνους που εργάζονται σε σωματικά απαιτητικές εργασίες από νεαρή ηλικία.  Αυτή η θέση τη βοήθησε να έρθει πρώτη στους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης.

Σε ένα φανταστικά διαφορετικό πλαίσιο, ένας Μελανσόν θα μπορούσε να είχε προτείνει έναν συμβιβασμό με τη Λεπέν, προκειμένου να νικήσει τον Μακρόν και να υλοποιήσει ένα κάπως πιο κοινωνικό πρόγραμμα.

Δεδομένου ότι οι δύο συμφωνούσαν σε μεγάλο βαθμό στο κρίσιμο ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής -ιδίως στην αποφυγή πολέμου με τη Ρωσία- θα ήταν ίσως δυνατό να επεξεργαστούν από κοινού ένα είδος “γκωλικής” πολιτικής, που θα έσπαγε τη λαβή του ακραίου κέντρου, με την ακλόνητη πίστη του στην Ατλαντική Συμμαχία.  Αυτό δεν θα οδηγούσε σε “κατάσχεση της εξουσίας”, αλλά θα αναστάτωνε τα πράγματα. Θα επανέφερε την αίσθηση εναλλαγής στην πολιτική ζωή.

Αλλά στην πραγματικότητα, όπως έχουν τα πράγματα, ο Μελανσόν έδωσε τις εκλογές στον Μακρόν. Και τώρα φιλοδοξεί να ηγηθεί της αντιπολίτευσης στον Μακρόν. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τη Μαρίν Λεπέν, και για τον Έρικ Ζεμούρ.

Οι εκλογές & ο πόλεμος στην Ουκρανία

Όταν οι ρωσικές δυνάμεις εισήλθαν στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου, η πρόβλεψη ήταν ότι αυτό θα εδραίωνε τη θέση του Μακρόν ως αρχηγού κράτους σε μια πολεμική κρίση. Καθώς τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί έσπευσαν να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στην Ουκρανία κατά της Ρωσίας, τόσο η Μαρίν Λεπέν όσο και ο Ζαν Λυκ Μελανσόν καταγγέλθηκαν για τη γνωστή στάση τους απέναντι στη βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Μια φωτογραφία της Μαρίν Λεπέν με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, κυκλοφόρησε ευρέως από τους Πράσινους με την προσδοκία ότι αυτό θα κατέστρεφε τις πιθανότητές της.

Δεν συνέβη έτσι.  Στην πραγματικότητα, και οι δύο αυτοί πολιτικοί που “κατανοούν τον Πούτιν” είδαν τα ποσοστά αποδοχής τους να αυξάνονται καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν.

Επιπλέον, ο Φαμπιέν Ρουσέλ, ο μάλλον φρέσκος και νεαρός υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος, όδευε προς μια ήπια επιστροφή του κόμματός του όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, αλλά άρχισε να βυθίζεται αφού υιοθέτησε τη συμβατική δυτική αντιρωσική φιλο-ουκρανική θέση.

Ο υποψήφιος των Πρασίνων Γιανίκ Ζαντό, ο οποίος ήλπιζε να μιμηθεί την επιτυχία των Γερμανών Πρασίνων, και η Βαλερί Πεκρές, υποψήφια των άλλοτε ισχυρών Ρεπουμπλικάνων, ακολούθησαν αμφότεροι την επίσημη γραμμή της Δύσης για τον πόλεμο.  Κανένας δεν έφτασε το 5%.

Στον πρώτο γύρο, λοιπόν, ο πόλεμος δεν αποτέλεσε θέμα – τουλάχιστον όχι ανοιχτό θέμα, αλλά μπορεί να ήταν ένα κρυφό θέμα, γεγονός που δείχνει ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι δεν είναι τόσο ρωσοφοβικοί όσο υποτίθεται ότι τους θεωρούν.

Ωστόσο, στην τρίωρη τηλεοπτική τους συζήτηση στις 20 Απριλίου, ο Μακρόν με ύπουλο και ανήθικο τρόπο επιτέθηκε στη Λεπέν.

Σε αντίθεση με τον Μακρόν, οι εκστρατείες του οποίου μπορούν πάντα να βασίζονται σε γενναιόδωρους δωρητές, η Μαρίν Λεπέν αντιμετωπίζει χρόνιες δυσκολίες χρηματοδότησης. Το 2014, όταν καμία γαλλική τράπεζα δεν της δάνειζε χρήματα για τις επερχόμενες περιφερειακές εκλογές, πήρε δάνειο ύψους 9,4 εκατομμυρίων ευρώ από την Πρώτη Ρωσική Τράπεζα της Τσεχίας (FCRB).  Η τράπεζα έκτοτε χρεοκόπησε και η ίδια συνεχίζει να πληρώνει τους πιστωτές της. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους, ο Μακρόν αναφέρθηκε με σκαιότητα σε αυτό το δάνειο, το οποίο είναι γνωστό στη δημοσιότητα, λέγοντας στη Λεπέν ότι “όταν μιλάς στον Πούτιν μιλάς στον τραπεζίτη σου”. Εκείνη αντέδρασε αγανακτισμένη, τονίζοντας ότι ήταν ελεύθερη γυναίκα.

Ο Αλεξέι Ναβάλνι ακολούθησε με μια δήλωση από τη ρωσική φυλακή του, στηρίζοντας τον Μακρόν. Τρεις Ευρωπαίοι πρωθυπουργοί, ο Όλαφ Σολτς της Γερμανίας, ο Πέδρο Σάντσεθ της Ισπανίας και ο Αντόνιο Κόστα της Πορτογαλίας, έγραψαν ανοιχτή επιστολή με την οποία εναντιώνονται στη Μαρίν Λεπέν ως “μια ακροδεξιά υποψήφια που τάσσεται ανοιχτά στο πλευρό εκείνων που επιτίθενται στην ελευθερία και τη δημοκρατία μας, αξίες που βασίζονται στις γαλλικές ιδέες του Διαφωτισμού”. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έσπευσαν φυσικά να συγχαρούν τον Μακρόν για τη νίκη του, θεωρώντας τη θετική δέσμευση για την ευρωπαϊκή οικοδόμηση.

Η Μαρίν Λεπέν είχε επιμείνει ότι ο σημαντικός πολιτικός διαχωρισμός δεν ήταν πλέον μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά μεταξύ της διατήρησης του έθνους και της παγκοσμιοποίησης. Ο δραστικός διαχωρισμός του κόσμου που προέκυψε από την κρίση στην Ουκρανία θεωρείται από ορισμένους ως το τέλος του μύθου της παγκοσμιοποίησης και η ανησυχία για την ευημερία του έθνους αναπόφευκτα αυξάνεται.  Ωστόσο, σε αυτές τις εκλογές η παγκοσμιοποίηση κέρδισε την εθνική διατήρηση.

Ο πόλεμος δεν αποτέλεσε μείζον θέμα στη Γαλλία, κυρίως επειδή ο ίδιος ο Μακρόν είναι ίσως ο λιγότερο ρωσοφοβικός μεταξύ των ηγετών των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών.  Οι προσπάθειές του να ενθαρρύνει την Ουκρανία να διαπραγματευτεί τη διευθέτηση του προβλήματος του Ντονμπάς, σύμφωνα με τις συμφωνίες του Μινσκ απέτυχαν, αλλά τουλάχιστον έκανε αυτές τις προσπάθειες, ή φάνηκε να κάνει αυτές τις προσπάθειες.  Φαίνεται να επιθυμεί να διασώσει ό,τι μπορεί από τη θέση του ως δυνητικού διαπραγματευτή, ακόμη και όταν όλες οι προοπτικές για διαπραγματεύσεις μπλοκάρονται από την επιμονή των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την κρίση στην Ουκρανία για να νικήσουν (και ακόμη και να καταστρέψουν) τη Ρωσία.

Κυβέρνηση από εταιρείες συμβούλων

Στις 17 Μαρτίου, η γαλλική Γερουσία εξέδωσε έκθεση που αποκάλυψε τον βαθιά τεχνοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος Μακρόν. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η κυβέρνηση Μακρόν πλήρωσε τουλάχιστον 2,43 δισεκατομμύρια ευρώ σε διεθνείς (κυρίως αμερικανικές) εταιρείες συμβούλων για τον σχεδιασμό πολιτικών ή διαδικασιών σε όλους τους τομείς, ιδίως στη δημόσια υγεία. Για παράδειγμα, η εταιρεία συμβούλων McKinsey χρεώνει το Υπουργείο Υγείας με 2.700 ευρώ ημερησίως, ποσό ίσο με το μηνιαίο μισθό ενός υπαλλήλου δημόσιου νοσοκομείου.

Αυτό ισοδυναμεί με μια μορφή πολύ δαπανηρής ιδιωτικοποίησης της κυβέρνησης. Ακόμα πιο σοβαρό, σημαίνει ότι παραδίδεται η πνευματική ικανότητα της γαλλικής κυβέρνησης σε οργανισμούς που είναι ικανοί να διαμορφώνουν την ενιαία δυτική αφήγηση σε όλα τα θέματα. Έτσι η τεχνοκρατική “διακυβέρνηση”, καταστρέφει την πολιτική διακυβέρνηση.

Μετά τη νίκη του, ο Μακρόν πανηγύρισε κάτω από την ευρωπαϊκή σημαία. Η Μαρίν Λεπέν είχε ζητήσει μια γαλλική εξωτερική πολιτική ανεξάρτητη από τον “γαλλογερμανικό άξονα”.  Ο Μακρόν υπόσχεται να διατηρήσει τη στενή εταιρική σχέση με τη Γερμανία – ακόμη και όταν οι τάσεις στις δύο χώρες είναι εμφανώς όλο και πιο αποκλίνουσες. Οι προοπτικές μιας ανεξάρτητης “γκωλικής” γαλλικής εξωτερικής πολιτικής παραμένουν μακρινές.

Πηγή: Consortium News

Μετάφραση: antapocrisis

Κινδυνεύει η ευρωπαϊκή δημοκρατία με τη Λεπέν; Πλάκα κάνετε;

Η Ευρώπη είναι σε βαθιά υπαρξιακή κρίση, το μεταπολεμικό σύστημα πολιτικής αντιπροσώπευσης έχει διαρραγεί, και οι γαλλικές εκλογές το επιβεβαίωσαν για μια ακόμα φορά. Η Γαλλία, όπως και κάθε ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ίσως με πιο εκφραστικό τρόπο, δείχνει το θυμό, την απογοήτευση και την οργή της. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. 

Ούτε ο Διαφωτισμός κινδυνεύει, ούτε η Δημοκρατία. Έχουν άλλωστε ήδη εκτελεστεί εν ψυχρώ, από όσους σήμερα παριστάνουν τους ανήσυχους και καλούν σε συσπείρωση γύρω από τον Μακρόν. Η σημερινή Δύση δεν έχει αφήσει τίποτα σώο από την προοδευτική κληρονομιά των περασμένων αιώνων. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο για να το γκρεμίσει η Λεπέν. Η δουλειά έχει γίνει. 

Ανησυχούν μήπως η ακροδεξιά Λεπέν αναιρέσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις, αυτοί, που στην Ουκρανία πριμοδότησαν, εξέθρεψαν και νομιμοποίησαν τα ναζιστικά τάγματα της εθνικιστικής καθαρότητας. Μα τι εκλεκτικισμός είναι αυτός;

Πρώτα, εξίσωσαν τον κομμουνισμό με τον ναζισμό. Μετά, αναθεώρησαν την ιστορία. Ενοχοποίησαν ή και απαγόρευσαν κάθε αναφορά στο σοσιαλιστικό παρελθόν. Εξέθρεψαν το νεοναζιστικό φαινόμενο στο όνομα της αποκομμουνιστικοποίησης. Και σήμερα υιοθετούν, χειροκροτούν, χρηματοδοτούν και εξοπλίζουν τα ναζιστικά τάγματα. Για αυτούς, μπροστά στον Πούτιν, ο Χίτλερ είναι πταίσμα. 

Να μας συγχωρείτε λοιπόν, αλλά δεν μοιραζόμαστε τον τρόμο τους. Συγκρινόμενη με τον ουκρανικό ναζισμό, η Λεπέν είναι αρσακειάδα.

Φυσικά, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η Λεπέν μοιάζει ξένη. Μοιάζει αλλά δεν είναι. Γιατί δίπλα στις ξενοφοβικές και ομοφοβικές πλευρές της ακροδεξιάς, υπάρχουν οι δηλώσεις πίστης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στην ελεύθερη αγορά και στην ευρωατλαντική στρατηγική. Ο αντισυστημισμός της Λεπέν, δεν υπάρχει, παρά μόνο ως ρητορεία.

Ακριβώς είκοσι χρόνια πριν, ο πατέρας Λεπέν ερχόταν δεύτερος πίσω από τον Σιράκ. Το σοκ διαδέχθηκε ένας “δημοκρατικός συναγερμός” από την Αριστερά μέχρι τη Δεξιά, που στοιχιζόταν πίσω από τον Σιράκ “χωρίς επιφυλάξεις”. Η εγχείρηση τότε πέτυχε, αλλά ο ασθενής στην πορεία πέθανε. 

Τα δημοκρατικά αντανακλαστικά του λαού ήρθαν πολύ γρήγορα αντιμέτωπα με μια αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή πολιτική, είτε με κεντροδεξιό, είτε με κεντροαριστερό πρόσημο. Η συγκεκριμένη εξέλιξη, κανονικοποίησε την Ακροδεξιά, και άφησε τους πάντες με την απορία τι χειρότερο θα γινόταν αν έλειπε αυτός ο “δημοκρατικός συναγερμός”.

Είκοσι χρόνια μετά, το σοκ είναι πολύ μικρότερο. Μάλλον ανύπαρκτο. Εν μέρει γιατί η Ακροδεξιά λειαίνει όλο και περισσότερο τις αιχμές της. Κυρίως όμως, γιατί η συστημική, πλειοψηφική έκφραση του πολιτικού συστήματος γεννά τόση και τέτοια απογοήτευση, που ακόμα και οι βάρβαροι φαντάζουν “μιά κάποια λύση”. 

Όσο για τους ιεροκήρυκες των ευρωπαϊκών αξιών, του Διαφωτισμού και της Δημοκρατίας, που φρίττουν μπροστά στο ενδεχόμενο της Λεπέν και ηδονίζονται με τον φιλελεύθερο Μακρόν, αρκεί μία και μόνο ερώτηση: 

Τι θα ψηφίζατε, αν στο δεύτερο γύρο περνούσε η Λεπέν με τον Μελανσόν; 

Η απάντηση είναι δεδομένη. 

Αυτή η κινούμενη ντροπή του ακραίου κέντρου, θα ψήφιζε με νύχια και με δόντια Λεπέν μην τυχόν και θιγεί η κερδοφορία των αγορών και η Ευρώπη του κεφαλαίου. 

Η Λεπέν δεν θα ήταν πλέον η ακροδεξιά πράκτορας του Πούτιν, αλλά η Πασιονάρια του νεοφιλελευθερισμού. 

Διότι άμα ο εχθρός εμφανιστεί στις πύλες, οι ναζιστικές ύαινες του Αζόφ γίνονται πατριωτικά λιοντάρια και τα ακροδεξιά όρνεα της Γαλλίας γίνονται φιλελεύθερα αρνάκια. 

Ο Διαφωτισμός και η Δημοκρατία έγιναν κουρέλια από μια ευρωπαϊκή ελίτ που επί δεκαετίες σκόρπισε απλόχερα τη φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανεργία. Οι ακροδεξιές δυνάμεις έχουν αιχμή το μεταναστευτικό αλλά βαθύτερη και υποβόσκουσα αιτία της ανόδου τους είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός που έφερε η παγκοσμιοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός. 

Λένε οι φιλελεύθεροι υποτακτικοί των ΗΠΑ ότι ο Ορμπάν ή η Λεπέν, είναι φίλοι του Πούτιν. Οι πιο ευφάνταστοι από αυτούς θεωρούν, ότι μετά τις αμερικανικές εκλογές που έφεραν τον Τραμπ, ο Πούτιν θα “κλέψει” και τις εκλογές στη Γαλλία. Εδώ ισχύει το ρητό “το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη”. Αυτός που (κατά τη γνώμη τους) σχεδόν κατατροπώθηκε στον πόλεμο με την Ουκρανία, είναι ικανός να διαμορφώνει τη λαϊκή ετυμηγορία στην Αμερική και στη Γαλλία; Θα ήταν ηλίθιοι αν δεν ήταν χυδαίοι. 

Η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή. Ο πόλεμος στην Ουκρανία την έφερε πολύ πίσω. Την καθιστά ολοκληρωτικά εξαρτώμενη από τον υπερατλαντικό σύμμαχο. Οι ηγέτες της και οι πολιτικές της δυνάμεις προτιμούν να προσχωρήσουν, ίσως και να πρωτοστατήσουν στη Νατοϊκή σταυροφορία, θυσιάζοντας την πολυδιαφημισμένη ευημερία των κοινωνιών τους. 

Όσοι αλλόφρονες φανατικοί καλούσαν τους Ευρωπαίους να πεινάσουν αλλά να μην ενδώσουν στον Πούτιν, τι ακριβώς εκλογικό αποτέλεσμα περίμεναν στη Γαλλία; Και ποιες πολιτικές εξελίξεις εγκυμονεί μια τρομακτική αύξηση στο κόστος ενέργειας, δηλαδή στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς, δηλαδή στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκων οικονομιών; 

Ακόμα και αν η Λεπέν χάσει από τον Μακρόν τη μεθεπόμενη Κυριακή, η επόμενη Λεπέν θα κερδίσει τον επόμενο Μακρόν. Γιατί πέρα από τα φληναφήματα του φιλελευθερισμού, υπάρχει και η πραγματική ζωή με τις πραγματικές της συνθήκες.

Ίσως όμως ολόκληρη η Δυση είναι σε παρακμή. Η φθίνουσα πορεία της αντανακλάται στην πρωτόγνωρη αμφισβήτηση της ηγεμονίας της, που πριν είκοσι χρόνια ήταν απολύτως δεδομένη. Δεν αμφισβητείται απλώς από τη Ρωσία. Αμφισβητείται – κυρίως – από την Κίνα, αλλά και από την Ινδία, από το Πακιστάν, από το Ιράν, από τη Βραζιλία.

Και όπως κάθε παρακμάζουσα αυτοκρατορία, η Δύση έχει τους Ούννους και τους Βησιγότθους που της αντιστοιχούν. Τον Τραμπ, τη Λεπέν, τον Ορμπάν και άλλους που θα ξεφυτρώνουν σε μια μακρά πορεία στο μέλλον. Όμως το θέμα είναι η παρακμή. Δεν είναι οι ανεμοδείκτες της. 

Για να παραμείνει η πόλη σπίτι μας: Απαλλοτρίωση τώρα της λαϊκής κατοικίας!

Τα πιο ελπιδοφόρα νέα της Κυριακής των γερμανικών εκλογών ήρθαν σίγουρα από το Βερολίνο. Το κίνημα πολιτών για την απαλλοτρίωση της λαϊκής κατοικίας πέτυχε μια τεράστια νίκη που μόνο από τον ουρανό δεν έπεσε. Ήταν αποτέλεσμα μαζικής, συστηματικής δουλειάς «από τα κάτω» 3000 και πλέον ανθρώπων, γειτονιά την γειτονιά, πόρτα την πόρτα, εκεί ακριβώς που χτυπάει η καρδιά της οικιστικής κρίσης του Βερολίνου: στους φοιτητές, στους νέους εργαζόμενους, στους συνταξιούχους, στους μετανάστες, στις νέες οικογένειες, στους άνεργους, τους χαμηλόμισθους και τους επισφαλώς εργαζόμενους.

Ο όρος «οικιστική κρίση» δεν μπήκε πρόσφατα στο λεξιλόγιο του μέσου Γερμανού. Καμία πόλη όμως δεν αντιμετωπίζει το τεράστιο πρόβλημα του Βερολίνου. Το Βερολίνο είναι μία από τις πόλεις της Γερμανίας όπου τα τελευταία χρόνια οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται ταχύτερα από τον μέσο μισθό. Τα υπάρχοντα διαμερίσματα διατίθενται σε τιμές υπέρογκες και οι λίγες νέες κατοικίες που δημιουργούνται είναι πρακτικά απλησίαστες. Η κατοικία έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια στο μεγαλύτερο βάρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Σύμφωνα με τα συνδικάτα, οι τιμές των ενοικίων στις εφτά μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας αυξήθηκαν μέσα σε 9 χρόνια (2010-2019) κατά 176%[1] . Ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων στις πόλεις αυτές δηλώνει πως η εξεύρεση κατοικίας σε προσιτές τιμές είναι σχεδόν αδύνατη. Αν στην Ελλάδα οι νέοι δεν αφήνουν ποτέ το γονικό σπίτι, στη Γερμανία δεν μπορούν να σταματήσουν να ζουν σε συγκατοικήσεις. Βασική αιτία, η ιδιωτικοποίηση τόσο της γης όσο και της ίδιας της κατοικίας. Για τον καπιταλισμό, άλλωστε, η αξιοπρεπής κατοικία δεν αποτελεί ανάγκη και δικαίωμα αλλά επικερδέστατη μπίζνα. Από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα, η υπάρχουσα κοινωνική κατοικία στη Γερμανία ουσιαστικά διαλύεται και ξεπουλιέται σε πολυεθνικές εταιρείες και μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ακινήτων[2]. Τα δύο μεγαθήρια Vonovia και Deutsche Wohnen, για παράδειγμα, κατέχουν σήμερα πάνω από 500.000 διαμερίσματα στη χώρα, 150.000 από τα οποία βρίσκονται στο Βερολίνο[3]. Μονάχα στο Βερολίνο δραστηριοποιούνται πάνω από δέκα επιπλέον παρόμοιες εταιρείες ενώ καινούργιες μπαίνουν συνεχώς στην αγορά. Και ενώ σύμφωνα με τους θιασώτες του φιλελεύθερισμού το μακρύ χέρι της αγοράς θα έπρεπε τάχα να αυτορυθμίζει τις τιμές με βάση τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην πράξη συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Επιπλέον, Vonovia και Deutsche Wohnen βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε συζητήσεις για τη σύμπτυξη των συμφερόντων τους, δίνοντας έτσι στην αγορά ακινήτων ξεκάθαρα μονοπωλιακά χαρακτηριστικά.

Τα μέτρα που έχουν παρθεί μέχρι στιγμής για την συγκράτηση των τιμών των ενοικίων αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά και πολεμήθηκαν οργανωμένα από το σύστημα. Την 1η Ιανουαρίου 2020 επιβλήθηκε στο Βερολίνο η διάταξη “Mietendeckel”, σύμφωνα με την οποία οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα έπρεπε να κρατήσουν για την επόμενη πενταετία τις τιμές των ενοικίων σταθερές. Λίγο καιρό μετά, το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανία, έπειτα από προσφυγή των χριστιανοδημοκρατών και εν μέσω διαδηλώσεων χιλιάδων Βερολινέζων, έκρινε τη διατάξη αντισυνταγματική. Η διατάξη αποσύρθηκε.

Το 2017, λοιπόν, συστήνεται η πρωτοβουλία «Deutsche Wohnen & Co Enteignen[4]», με βασικό στόχο την αντίσταση στο ξεπούλημα της λαϊκής κατοικίας και στην εκτόξευση των ενοικίων, την προστασία των μικρών και μεσαίων ενοικιαστών και τη διαχείριση των ακινήτων με βάση τις ανάγκες των πολιτών και όχι τα κέρδη των εταιρειών. Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν εκτός από μεμονωμένα άτομα, συνδικάτα, οργανώσεις και πολιτικοί φορείς της αριστεράς, κινήματα πόλης και σύλλογοι προστασίας των δικαιωμάτων των ενοικιαστών. Βασικό τους αίτημα είναι η αποδέσμευση του δικαιώματος της κατοικίας από τους νόμους της αγοράς, η εξασφάλιση της πρόσβασης σε φθηνή κατοικία μέσω  της απαλλοτρίωσης έως και 240.000 διαμερισμάτων στην πόλη του Βερολίνου και το πέρασμα των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε νέες μορφές κοινοτικής διαχείρισης της κατοικίας. Η πρωτοβουλία βασίζει τα αιτήματά της στο άρθρο 15 του γερμανικού συντάγματος που επιτρέπει μέσω ειδικής νομοθεσίας την απαλλοτρίωση γης, φύσης ή παραγωγής για το κοινό καλό.

Στα τέλη Φεβρουαρίου η πρωτοβουλία ξεκινά να συλλέγει υπογραφές για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την απαλλοτρίωση κατοικιών από ιδιωτικές εταιρείες με στεγαστικό απόθεμα πάνω από 3000 διαμερίσματα. Για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος έπρεπε να υπογράψει τουλάχιστον το 7% των κατοίκων του Βερολίνου. Τον Ιούνιο του 2021 η πρωτοβουλία είχε συλλέξει ήδη πανω από 300.000 υπογραφές. Στο δημοψήφισμα που ορίστηκε για τον Σεπτέμβρη – την ίδια ημέρα των εθνικών αλλά και των τοπικών εκλογών του Βερολίνου – πάνω από 1.000.000 κάτοικοι ψηφίζουν υπέρ της απαλλοτρίωσης: το δημοψήφισμα κερδίζεται με περίπου 57% υπέρ και 39% κατά.

Το βράδυ της Κυριακής των εκλογών, τα μέλη και οι φίλοι της πρωτοβουλίας πανηγύρισαν την μεγάλη νίκη τους στους δρόμους του Βερολίνου. Ήδη επεξεργάζονται σχέδιο πρότασης νόμου, μέσω του οποίου θα μπορέσουν να αποζημιωθούν οι εταιρείες και να προχωρήσει το σχέδιο της απαλλοτρίωσης. Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο και το δημοψήφισμα δεν είναι άλλωστε δεσμευτικό. Αν τελικά προχωρήσει, θα είναι η πρώτη φορά στην γερμανική ιστορία που θα ενεργοποιηθεί το άρθρο 15 του συντάγματος.

Η στάση που θα κρατήσει η καινούργια κυβέρνηση του Βερολίνου που προέκυψε το ίδιο βράδυ του δημοψηφίσματος μέσα από μια άλλη κάλπη, είναι το κλειδί. Πριν το δημοψήφισμα, η επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατών και νικήτρια των τοπικών εκλογών είχε ταχθεί ξεκάθαρα ενάντια στο σχέδιο της απαλλοτρίωσης. Από την πλευρά τους οι Πράσινοι, δεύτερο κόμμα στο Βερολίνο μετά τις πρόσφατες εκλογές, στηρίξαν μεν το δημοψήφισμα, δεν θεωρούν όμως την απαλλοτρίωση ρεαλιστική λύση και προτείνουν άλλου είδους μέτρα, όπως έλεγχο των αυξήσεων των ενοικίων.

Τα ιδιωτικά συμφέροντα έχουν βγει ήδη στην αντεπίθεση, τονίζοντας το υπέρμετρο κόστος που θα σημάνει μια πιθανή απαλλοτρίωση για την πόλη του Βερολίνου. Μια σειρά από φωνές εκπροσώπων του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκφραστών προειδοποιούν τόσο για την αντισυνταγματικότητα του αιτήματος όσο και για την πολιτική του επικινδυνότητα. Κραυγάζουν πως δεν θα αντιμετωπιστεί η οικιστική κρίση με σοσιαλιστικά κατάλοιπα του παρελθόντος και τονίζουν πως η μόνη λύση θα ήταν η αύξηση της προσφοράς νέας κατοικίας και η αυτορύθμιση της αγοράς ακινήτων. Προσπαθούν να πείσουν πως δεν έχει νόημα να αγωνίζεται κανείς για μη ρεαλιστικά αιτήματα, πως η απαλλοτρίωση είναι ουσιαστικά ανέφικτη. Πως το κίνημα πέρασε το μήνυμά του και πως δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.

Τα αιτήματα της πρωτοβουλίας, όμως, και η νίκη του δημοψηφίσματος ανοίγουν ουσιαστικά μια μεγάλη συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της πόλης του Βερολίνου. Η νομικίστικη συζήτηση προσπαθεί εμφανώς να μειώσει ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: την πολιτική νομιμοποιήση ενός δίκαιου αιτήματος μπροστά στην οποία το πολιτικό προσωπικό δεν μπορεί απλά να αδιαφορήσει. Το δημοψήφισμα δεν είναι μεν δεσμευτικό, δημιουργεί όμως αγωνιστικά πολιτικά προηγούμενα. Η δράση της πρωτοβουλίας άλλωστε δεν σταματά εδώ. Ξεκινάει από την επόμενη μέρα της νίκης κιόλας ένας νέος αγώνας με στόχο την επιβολή της λαϊκής βούλησης.

Ανεξάρτητα όμως από το τι θα συμβεί στο μέλλον, η νίκη αυτή των κατοίκων του Βερολίνου έχει αξία. Και έχει αξία για πάρα πολλούς λόγους. Γιατί ανοίγει με όρους επίθεσης το τεράστιο ζήτημα της οικιστικής κρίσης, ένα ζήτημα που σε τελική ανάλυση αφορά ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Γιατί μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει πολιτικό κενό και περιθώριο για μια ριζοσπαστική πολιτική που να πατάει και να απαντά στις ανάγκες του λαού. Γιατί μας δείχνει πως το σύστημα δεν είναι ανίκητο. Ειδικά σε μια περίοδο γενικευμένης απομόνωσης και ήττας, το κίνημα του Βερολίνου αποτελεί ελπίδα. Και μας υπενθυμίζει με ποιον τρόπο τα κινήματα μπορούν να πετύχουν νίκες: με οργάνωση, συλλογικότητα, παρέμβαση, σχέδιο, επεξεργασίες, στόχο και κυρίως επιμονή.

Υπό αυτήν την έννοια, το κίνημα του Βερολίνου αποτελεί παράδειγμα. Ήδη παρόμοια κινήματα έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται σε μια σειρά πόλεις της Γερμανίας αλλά και σε μια σειρά από χώρες με παρόμοια προβλήματα. Ας είναι λοιπόν ο αγώνας των κατοίκων του Βερολίνου μια αρχή. Γιατί η αξιοπρεπής κατοικία δεν είναι εμπόρευμα για πούλημα. Είναι ανθρώπινη ανάγκη και δικαίωμα και πρέπει ξανά να το διεκδικήσουμε!

[1] https://www.dgb.de/++co++f741975e-b704-11eb-82b1-001a4a160123

[2] https://www.wer-zu-wem.de/dienstleister/wohnungsunternehmen.html

[3] https://www.capital.de/immobilien/das-sind-die-groessten-deutschen-wohnungsunternehmen

[4] Απαλλοτρίωση της Deutsche Wohnen και των συνεργατών της

Ο επικίνδυνος Μακρόν, λαγός της αυταρχικοποίησης της Ευρώπης

Το κοινοβούλιο της Γαλλίας ψήφισε την Πέμπτη τον περιβόητο νόμο για την “καθολική ασφάλεια”. Ουσιαστικά ένας νόμος πλήρους κάλυψης της αστυνομικής αυθαιρεσίας με την ποινικοποίηση της φωτογράφισης ή βιντεοσκόπησης αστυνομικών εν ώρα καθήκοντος με κακόβουλα κίνητρα. Τα πρόστιμα γι αυτούς που ανεβάζουν βίντεο αστυνομικής βίας θα φτάνουν τις 75.000 ευρώ ενώ οι ποινές μέχρι τα 5 χρόνια φυλάκισης.

Η κυβέρνηση του μεταρρυθμιστή τεχνοκράτη Macron που εκπληρώνει την ατζέντα της Merine Le Pen που πιθανότητα θα είναι η αντίπαλος του στις επόμενες προεδρικές εκλογές, αναφέρει ότι ο νόμος ήταν απαραίτητος για την καλύτερη προστασία της αστυνομίας εν μέσω απειλών και επιθέσεων που δέχεται όλο το τελευταίο διάστημα από το βίαιο περιθώριο αλλά και της αυξανόμενης παρενόχλησης της αστυνομίας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.  Ένα νομοσχέδιο που κακά τα ψέματα είναι τουλάχιστον ειλικρινές. Γιατί φαίνεται να υποψιάζεται τον πραγματικό ρόλο της αστυνομίας αλλά προφανώς να τον αθωώνει και να τον αφήνει ανεξέλεγκτο.

«Οι αστυνομικοί είναι παιδιά της δημοκρατίας και πρέπει να προστατεύονται επειδή μας προστατεύουν καθημερινά», δήλωσε ο υπουργός Εσωτερικών Gerald Darmanin μετά την ψηφοφορία. Σε μια Γαλλία που μόνο τη διετία 2018-19 με το κίνημα των κίτρινων γιλέκων είχε 11 νεκρούς, δεκάδες περιπτώσεις βασανισμών, διαδηλωτές με βγαλμένα μάτια από τις πλαστικές σφαίρες και κομμένα χέρια από τις χειροβομβίδες κρότου λάμψης.

Αυτοί οι απίστευτοι νόμοι παρεμπιπτόντως περνάνε σε μία περίοδο που η Γαλλία του Macron “θριαμβέυει” στην καταπολέμηση της πανδημίας, ευρισκόμενη στην τρίτη θέση στην Ευρώπη σε θανάτους, έχοντας ξεπεράσει τους 100.000 νεκρούς.

Για να κάνουμε μια αντιστοιχία στα δικά μας, ένας τέτοιος νόμος θα σήμαινε ότι αν πχ είχε συλληφθεί αυτός που έβγαλε το βίντεο από τον ξυλοδαρμό στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, το οποίο απέδειξε περίτρανα την απίστευτη αστυνομική βαρβαρότητα, ή θα πλήρωνε κάποιο δυσθεώρητο πρόστιμο ή θα πήγαινε στη φυλακή. Τα ίδια και στην Κατερίνη με το πρόσφατο περιστατικό έξω από το γήπεδο. Ας σκεφτούμε τι θα γινόταν σε περίπτωση που δεν είχαν βγει ποτέ αυτά τα βίντεο λόγω του φόβου από τέτοια νομοσχέδια πόσο θα είχε παραποιηθεί η αλήθεια,  πόσο περισσότερη διαστρεύβλωση θα υπήρχε από τα ΜΜΕ ,  κουκούλωμα  από την κυβέρνηση και θυματοποίηση του θύτης δηλαδή της αστυνομίας. Οι ένοχοι θα γίνονταν θύματα και τα θύματα ένοχοι όπως έχει γίνει δεκάδες φορές όταν διάφοροι πολίτες έχουν δεχθεί αστυνομική βία, την καταγγέλλουν και μέτα ζούνε οργουελικά σκηνικά.

Αν είχε περάσει επίσης ο ίδιος νόμος στην Ελλάδα ίσως να ήταν και διαφορετική η σύγχρονη ιστορία της που την έχουν καθορίσει στιγμές απίστευτης αστυνομικής βίας. Θα κινδυνεύαμε να μην βλέπανε ποτέ το φως της δημοσιότητας διαφορά βίντεο από άγριους ξυλοδαρμούς ακόμα και δολοφονίες πολιτών από την ΕΛΑΣ. Τα βίντεο για παράδειγμα που βοήθησαν στο να αποκαλυφθούν στην κοινή γνώμη αλλά και στη δικαιοσύνη δολοφονίες σαν αυτές του Ζακ Κωστόπουλου που έδειξαν καθαρά την επίθεση από τους δύο κατηγορούμενους αλλά και την άθλια αντιμετώπιση του από τους άνδρες της ομάδας Δίας.  Η’ αυτό του Αλέξη Γρηγορόπουλου που έδειχνε την ψύχραιμη φυγή των Σαραλιώτη-Κορκονέα μετά το συμβάν και ευτυχώς κατέρρευσε παταγωδώς αμέσως μετά τα απίστευτα μοντάζ των ΜΜΕ περί επεισοδίων στα Εξάρχεια εκείνη την ώρα.

Η αστυνομική αυθαιρεσία πάει πακέτο με τη γενικευμένη κρατική βαρβαρότητα των από πάνω και την οικονομική εξαθλίωση των από κάτω. Στην Ελλάδα που βοά το αδιέξοδο της κυβέρνησης σε σχέση με την αντιμετώπιση της Covid19,  με τις τεράστιες ελλείψεις στα νοσοκομεία αντι να φτιάχνει νέες ΜΕΘ αγοράζει εκατοντάδες νέα οχήματα στην ΕΛΑΣ, αντι να διορίζει υγειονομικούς προσλαμβάνει αστυνομικούς, αντι να προστατεύσει την δημόσια υγεία θωρακίζονται για την επόμενη μέρα της πανδημίας.

Οι νόμοι στη Γαλλία θα είναι προάγγελος αυταρχικών νέων νόμων σε όλη την Ευρώπη.

Η Ευρώπη των περίφημων αξιών, των δημοκρατικών ελευθεριών και της κατ’ επίφασην αστικής δημοκρατίας έχει τελειώσει προ πολλού. Στην πιο δύσκολη αναμέτρηση του αιώνα αποδείχθηκε παντελώς ανίκανη. Από την διαχείριση της πανδημίας μέχρι τον εμβολιασμό. Από τη Γαλλία και την Ισπανία μέχρι την Ελλάδα και την Πολωνία, υψώνεται ένα σκληρό ανελεύθερο και νεοφιλελεύθερο αυταρχικό σύστημα με συνεχώς νέους άδικους για τους λαούς νόμους.  Οι φόβοι και τα αδιέξοδα της αρχουσας τάξης είναι τεράστιοι, είναι καιρός οι λαοί να το καταλάβουν και να αναζητήσουν κάτι νέο.

Το υπαρξιακό Βατερλώ της ΕΕ με τα εμβόλια και η ενοχλητική αλήθεια που αποκαλύπτει

Έχεις υποσχεθεί ένα δώρο για τα γενέθλια του/της συντρόφου σου. Το παραγγέλνεις, πληρώνοντας προκαταβολικά, αλλά την ημέρα της παράδοσης σε ενημερώνουν ότι θα υπάρξει καθυστέρηση.

Όταν όμως μαθαίνεις ότι ένας γείτονάς σου προμηθεύτηκε το ίδιο προϊόν νωρίτερα, ξεκινάς την απαραίτητη «μανούρα» προς τον πωλητή (κατά προτίμηση μπροστά στον/η σύντροφό σου). Το πρόβλημα λύνεται ύστερα από μερικές ημέρες και η ζωή συνεχίζεται.

Κάπως έτσι επιχειρούν να παρουσιάσουν οι αξιωματούχοι της ΕΕ τις σημαντικές ελλείψεις εμβολίων της εταιρείας AstraZeneca που παρατηρούνται στην ηπειρωτική Ευρώπη – παρά το γεγονός ότι η εταιρεία συνεχίζει κανονικά τη διάθεση στη Μεγάλη Βρετανία. Στην ιστορία μας, όμως, αν η/ο σύντροφος (δηλαδή οι πολίτες της ΕΕ) γνώριζαν τις πραγματικές συνθήκες της αποτυχίας, πιστεύουμε ότι θα ζητούσαν… διαζύγιο.

Θα πρέπει καταρχάς να θυμόμαστε ότι η φαρμακοβιομηχανία είναι ένας από τους πλέον «κρατικοδίαιτους» τομείς της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς η εξαιρετικά δαπανηρή έρευνα και ανάπτυξη φαρμάκων και εμβολίων στηρίζεται, στο μεγαλύτερο μέρος της, σε δεκαετείς επενδύσεις του δημοσίου τομέα. Όπως έχουμε επισημάνει, ειδικά στην περίπτωση των εμβολίων τύπου mRNA που αναπτύσσονται σήμερα, οι σχετικές έρευνες διεξάγονται από κρατικά ιδρύματα των ΗΠΑ και της Ευρώπης από τη δεκαετία του ’60. Με το ξέσπασμα μάλιστα της πανδημίας, οι φαρμακοβιομηχανίες έλαβαν δισεκατομμύρια ευρώ σε άμεσες και έμμεσες επιχορηγήσεις, ενώ τα κράτη πλήρωσαν προκαταβολικά για την αγορά εμβολίων, εξαλείφοντας κάθε έννοια επιχειρηματικού ρίσκου. Με πιο απλούς όρους θα λέγαμε ότι η παραγωγή διεξήχθη με «σοσιαλιστικούς» όρους για τις εταιρείες, ενώ η διανομή προς τους πολίτες γίνεται με όρους καπιταλισμού.

Όταν λοιπόν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωνε στο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός ότι η ΕΕ έχει επενδύσει δισεκατομμύρια και οι εταιρείες πρέπει να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, είχε θεωρητικά δίκιο. Πρακτικά, όμως, ξεχνούσε μερικές σημαντικές λεπτομέρειες: στην περίπτωση της AstraZeneca, το συμβόλαιο υπογράφηκε με όρους απόλυτης μυστικότητας. Από δηλώσεις και διαρροές Ευρωπαίων αξιωματούχων συμπεραίνουμε ότι έχει παραδοθεί μόλις το ένα τέταρτο της συμφωνημένης ποσότητας. Η εταιρεία, από την πλευρά της, αποκάλυψε ότι έχει υπογράψει τη λεγόμενη «best effort agreement», δηλαδή μια σύμβαση με την οποία «υπόσχεται» να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της, χωρίς όμως να δεσμεύεται για συγκεκριμένες ημερομηνίες παράδοσης. Η ΕΕ λοιπόν κατηγορείται ότι αγόρασε προκαταβολικά ένα εμβόλιο που δεν υπήρχε, χωρίς επαρκείς δεσμεύσεις ότι θα το παραλάμβανε, όταν θα παρασκευαζόταν.

Είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει

Μέχρι στιγμής, οι χώρες της ΕΕ έχουν προσφέρει -κατά μέσο όρο- δύο δόσεις εμβολίων ανά 100 κατοίκους, τη στιγμή που στη Μεγάλη Βρετανία έχουν παρασχεθεί 10,5 δόσεις. Με τους σημερινούς ρυθμούς λοιπόν, η Βρετανία θα έχει εμβολιάσει το 75% του πληθυσμού της (που απαιτείται για την επίτευξη ανοσίας αγέλης) στα μέσα Ιουλίου, ενώ οι κάτοικοι της ΕΕ θα πρέπει να περιμένουν μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου – αν δεν υπάρξουν περαιτέρω ελλείψεις. Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της καθυστέρησης θα είναι τεράστιο, καθώς οι καθημερινές δραστηριότητες θα παραμείνουν περιορισμένες, ενώ δεν αποκλείεται να πολλαπλασιαστούν οι εξεγέρσεις εναντίον του lockdown, όπως αυτές που σημειώθηκαν στην Ολλανδία.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι άσχετη με τη μείωση επενδύσεων στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ευρωπαϊκή ήπειρο, λόγω των πολιτικών αυστηρής λιτότητας που επιβάλλει το Βερολίνο. Η Γαλλία το συνειδητοποίησε με τραγικό τρόπο, όταν το περίφημο Ίδρυμα Παστέρ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τις προσπάθειες παραγωγής δικού του εμβολίου για τον κορονοϊό, καθώς οι πρώτες εργαστηριακές δοκιμές ήταν απογοητευτικές. Παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισε και η γαλλική φαρμακοβιομηχανία Sanofi, η οποία ανακοίνωσε ότι το εμβόλιό της δεν θα είναι έτοιμο πριν από το τέλος του 2021.

«Πώς καταφέραμε να μην έχουμε εμβόλιο στη χώρα του Παστέρ;» αναρωτιόταν ο βουλευτής Μπαστιέν Λασόντ, του αριστερού κόμματος Ανυπόταχτη Γαλλία, πριν δώσει τη δική του απάντηση στο ρητορικό ερώτημα: «Εκεί οδηγεί η συρρίκνωση της δημόσιας έρευνας, η κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα και της κερδοφορίας του».

Να σημειωθεί ότι η εταιρεία Sanofi, η οποία επιδοτήθηκε από το γαλλικό κράτος μέσω φοροαπαλλαγών με τουλάχιστον 100 εκατομμύρια ευρώ, είχε απειλήσει ότι θα στείλει τα πρώτα της εμβόλια στην αμερικανική αγορά, ενώ στη συνέχεια προχώρησε σε μαζικές απολύσεις 1.700 υπαλλήλων. Τελικά, ύστερα από την πρωτοφανή καθυστέρηση αποφάσισε να διαθέσει εγκαταστάσεις της για την παραγωγή του εμβολίου της αμερικανικής Pfizer.

Η περίπτωση της Γαλλίας είναι μια μικρογραφία της εικόνας που παρουσιάζει η ευρωπαϊκή ήπειρος. Το γεγονός ότι η πανδημία ξεκίνησε με την Ιταλία να καταγγέλλει εγκατάλειψή της από τους συμμάχους της στην ΕΕ και ολοκληρώνεται με το φιάσκο της διανομής εμβολίων, είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτικής, οικονομικής και ηθικής αποτυχίας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. H λεγόμενη «ένωση των λαών» μείωσε τις δημόσιες επενδύσεις λόγω της λιτότητας, χωρίς όμως να διακόψει τη μεταφορά κεφαλαίων προς τον ιδιωτικό τομέα. Και όταν αυτό το μοντέλο απέτυχε, άφησε τους λαούς και της κυβερνήσεις τους να «σφάζονται» για ένα εμβόλιο.

Ας ξαναδούμε λοιπόν, υπό αυτό το πρίσμα, την αρχική ιστορία για το δώρο που θελήσαμε να αγοράσουμε. Όπως αποδείχθηκε, εμείς (δηλαδή η ΕΕ) δεν είμαστε απλώς αγοραστές του προϊόντος, αφού συμμετείχαμε ενεργά σε όλα τα στάδια παραγωγής. Το κάναμε, μάλιστα, χρησιμοποιώντας χρήματα του/ης συντρόφου μας (δηλαδή των Ευρωπαίων φορολογούμενων). Παρ’ όλα αυτά, κατηγορούμαστε ότι υπογράφαμε συμφωνίες που δεν μας εξασφάλιζαν καμία εγγύηση για την παράδοση του προϊόντος. Πού κατέληξε λοιπόν το δώρο; Σε μια πρώην σύντροφό μας (τη Μεγάλη Βρετανία) που μας εγκατέλειψε πριν από μερικούς μήνες.

Εσείς αν είχατε πληρώσει κάποιον για να σας κάνει ένα δώρο και αυτό κατέληγε στην «πρώην» του, πώς θα αισθανόσασταν; Μήπως «και κερατάδες και δαρμένοι»;

Πηγή: Sputnik