Κέρδισαν όλοι. Έχασε ο λαός.

Κέρδισαν όλοι. Έχασε ο λαός.

σχόλιο της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ

Ανακοίνωση για τα εκλογικά αποτελέσματα

1. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου κλείνει τον ταραγμένο κύκλο της προηγούμενης δεκαετίας με την αναγέννηση του δικομματισμού και τη Νέα Δημοκρατία στη θέση του ηγεμόνα και του αυτοδύναμου κυβερνήτη, μετά από χρόνια κατακερματισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Με έναν ΣΥΡΙΖΑ που βγαίνει από τη μνημονιακή διαχείριση με μικρές σχετικά απώλειες και ταυτόχρονα με πορεία στην κατεύθυνση μιας σοσιαλδημοκρατικής «προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης», πιο κοντά στο ΚΙΝΑΛ. Η ακροδεξιά πλέον εκπροσωπείται κοινοβουλευτικά από την πιο ελεγχόμενη, συστημική Ελληνική Λύση, η οποία θα πιέζει τη ΝΔ σε ακόμη πιο εθνικιστική, πολεμοκάπηλη, αντιδημοκρατική και ρατσιστική πολιτική. Και η Χρυσή Αυγή βρίσκεται πλέον εκτός Βουλής, κάτι που δείχνει μεν τη σχετική ύφεση του πολιτικού συστήματος (που την αποσύρει προσωρινά) αλλά αναμφίβολα αποτελεί επιστέγασμα των αντιφασιστικών αγώνων του ελληνικού λαού. Η επιμένουσα μεγάλη αποχή αποτελεί ανησυχητική ένδειξη απόγνωσης και εξατομίκευσης ευρύτερων μαζών.

2. Ανοίγει ένας νέος ιστορικός κύκλος. Η κυβέρνηση της ΝΔ με απόλυτους όρους αποτελεί μειοψηφία στον ελληνικό λαό, δείγμα βαθύτερης κρίσης της αστικής δημοκρατίας. Καλείται να διαχειριστεί μια ασθενική οικονομική ανάκαμψη, ένα εκρηκτικό κοινωνικό πρόβλημα και ένα ογκώδες δημόσιο χρέος που δύσκολα θα αποπληρωθεί ομαλά, σε μια διεθνή κατάσταση στάσιμων επενδύσεων, οξύτατων ανταγωνισμών και πολεμικού κλίματος στον κόσμο, την Ευρώπη, την Αν. Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η υπόσχεση του Μητσοτάκη για «ανάπτυξη και δουλειές για όλους» δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον με ελαστικές δουλειές και όχι για όλους, με μια νέα, βαθύτερη και ολομέτωπη επίθεση στην εργατική τάξη, τον κόσμο της εργασίας, τα λαϊκά στρώματα, τις γυναίκες και τη νεολαία, στα δημοκρατικά δικαιώματα, την ειρήνη και το περιβάλλον.

3. Όλα αυτά δεν προδιαγράφουν κοινωνική και κατ’ επέκταση, πολιτική σταθερότητα. Η ΝΔ θα διαχειριστεί τα αποτελέσματα τριών μνημονίων και το τέταρτο, εν αναμονή μνημόνιο που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ. Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να περάσει αλώβητη από τα μνημόνια, όσο κραταιά και αν είναι. Σε πρώτη ανάγνωση, το 71,5% του δικομματισμού φαίνεται καθηλωτικό. Όμως, το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, δεν σημαίνει επιδοκιμασία της μνημονιακής του διαχείρισης και της δήθεν «δυναμικής αντιπολίτευσής» του, αλλά κυρίως ένδειξη επίγνωσης του κινδύνου από την επερχόμενη επίθεση της ΝΔ και εκδήλωση αντίδρασης ενάντιά της, από ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του. Σε αυτή την αντίδραση πρέπει να προστεθεί και ένα μέρος της αποχής, όπως και η ψήφος υπέρ του ΜεΡΑ25, όσο και αν υπόσχεται «ρεαλιστική ανυπακοή».

4. Η λαϊκή αντίδραση δεν διοχετεύθηκε προς τη μαχόμενη Αριστερά. Το ΚΚΕ κράτησε σχεδόν το ίδιο ποσοστό και ψήφους σε σχέση και με τις ευρωεκλογές και τις βουλευτικές του Σεπτέμβρη 2015. Δεν μπόρεσε να ανακάμψει και να καρπωθεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ΛΑΕ τέθηκε σε ανεπίστρεπτη κρίση, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ξαναγύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε το 2009 και βαθιά διχασμένη. Ο κύκλος αυτών των πολιτικών μετώπων με τη σημερινή μορφή τους πολιτικά έχει κλείσει. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή αποτυχία όλων των προγραμμάτων και κομμάτων της Αριστεράς.

Τα αποτελέσματα της Αριστεράς, στο σύνολό τους, δυσκολεύουν μια γρήγορη αναδιοργάνωση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, κάνουν το έργο της μαζικής και νικηφόρας αντίστασης στην επίθεση της ΝΔ και του νέου δικομματισμού, να μοιάζει με ηράκλειο άθλο. Ωστόσο, αυτός είναι ο δρόμος που απαιτείται να ακολουθήσει η ασυμβίβαστη Αριστερά.

5. Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την απαίτηση, χρειάζεται βαθιά και μαχόμενη αυτοκριτική επανεξέταση της τακτικής, των μετώπων και των συνθημάτων, από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, κρατώντας κάθε πολύτιμη παρακαταθήκη, αλλά με διάθεση υπέρβασης και σε ρήξη πλέον με ό,τι καθήλωσε τη δυνατότητα για μια ανατρεπτική πολιτική. Χρειάζεται η σχεδιασμένη και έμπρακτη κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων για μια ενωτική και μαχητική λαϊκή αντιπολίτευση ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ, για την ταξική αναδιοργάνωση του εργατικού, λαϊκού και νεανικού κινήματος και μια αποτελεσματική συμμαχία της ανυπότακτης Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί ούτε θέλει να κάνει ουσιαστική αντιπολίτευση. Το ΜεΡΑ25 δεν μπορεί. Το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ, με όποιες μορφές κι αν συνεχίσουν, μπορούν και πρέπει να συμβάλουν σε μια ενωτική λαϊκή αντιπολίτευση. Αλλά, για διαφορετικούς λόγους, δεν μπορούν να ηγηθούν μιας τέτοιας προσπάθειας. Για αυτό χρειάζεται η υπέρβαση τόσο της ρεφορμιστικής, όσο και της σεχταριστικής πολιτικής στην Αριστερά.

6. Η αποτυχία των αριστερών δυνάμεων και προγραμμάτων στη δεκαετία που πέρασε, η σκληρή περίοδος στην οποία εισερχόμαστε και πάνω από όλα, η συγκλονιστική εποχή που ζούμε, δείχνουν ότι απαιτείται  η δημιουργία ενός νέου αριστερού, επαναστατικού και κομμουνιστικού φορέα.

Με πολιτική συμφωνία γύρω από ένα σαφές ανατρεπτικό πολιτικό πρόγραμμα για την περίοδο, πρώτα από όλα για το μισθό, το εισόδημα, το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, αλλά και για τη δημοκρατία και τον αντιφασισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη και τη διεθνή συνεργασία των λαών, καθώς και για όλα τα ζητήματα που συγκλονίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, όπως το περιβάλλον και η διατροφή, το γυναικείο ζήτημα, ο ρατσισμός, οι σεξιστικές διακρίσεις κ.α.

 Με ανοιχτή, δημιουργική συζήτηση και αναζήτηση για μια νέα στρατηγική σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση, με βάση το μαρξισμό, τις εμπειρίες από τις επαναστατικές απόπειρες του 20ου αιώνα και τις σύγχρονες, υλικές δυνατότητες χειραφέτησης της εργασίας, στην εποχή μας.

 Με ενότητα στη δράση που θα διασφαλίζεται από εσωτερική δημοκρατία, με αιρετή και ανακλητή ηγεσία, προσανατολισμό στην εργατική τάξη, ειδικά στους συγκεντρωμένους χώρους βιομηχανίας και υπηρεσιών, στη νέα γενιά αλλά και σε όλο τον λαϊκό κόσμο της εργασίας.

 Με μια συνεπή και σύγχρονη μετωπική πολιτική που θα ξεπερνά τόσο την υποταγή στις πτέρυγες της αστικής πολιτικής ή των αριστερών ρεφορμιστικών τάσεων, όσο και την απομόνωση από τις πλατιές εργαζόμενες και λαϊκές μάζες, στο όνομα της επανάστασης. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πλατιού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ανατροπής, ακόμα και αν αυτό δεν είναι άμεσα εφικτό.

 Με δημιουργία διεθνιστικών δεσμών, σε μια εποχή όπου οι δυνατότητες επικοινωνίας, μεταφορών και εμπειριών έχουν ανέβει εκθετικά, ενώ ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός παρασύρουν την εργατική τάξη και τους λαούς στον εθνικισμό και τους πολέμους ή στην υποταγή στις κοσμοπολίτικες ολοκληρώσεις τους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

7. Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, με αυτοκριτική και σχεδιασμένη πορεία υπέρβασης του ίδιου, με συντροφικό πνεύμα σύνθεσης και κοινή στράτευση, θα συμβάλει στη δημιουργία ενός μαζικού πόλου συσπείρωσης κομμουνιστικών ρευμάτων προς μια ενωτική οργάνωση, που θα ανοίξει το δρόμο για το κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα της εποχής μας.

8. Ο Συντονισμός Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, παράλληλα, θα αναλάβει και θα συμβάλει σε πρωτοβουλίες για τον διάλογο και την κοινή δράση αριστερών ρευμάτων και αγωνιστών/τριών του μαζικού κινήματος, για μια ενωτική πολιτική συμμαχία ασυμβίβαστης πάλης ενάντια στη νέα κυβέρνηση, σε κάθε αντεργατικό, αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό μέτρο.

Τίποτε δεν τελείωσε!

Και στις πιο μαύρες συνθήκες υπάρχει πάντα ένα φωτεινό μονοπάτι για να βαδίσουμε μαζί με χιλιάδες άλλους αγωνιστές/τριες.

Οι πρόσφατες εκλογές και η κομμουνιστική αριστερά

Του Βασίλη Λιόση

Οι αναλυτές των δημοσκοπήσεων συνηθίζουνε να λένε (σωστά) πως οι δημοσκοπήσεις είναι μια φωτογραφία της στιγμής. Αυτό ισχύει εν μέρει και για τις ίδιες τις εκλογές. Επομένως η εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων για τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την τρέχουσα συγκυρία αλλά και την ανασκόπηση των εκλογικών επιδόσεων σε ένα ορισμένο βάθος χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση είχαμε από τη μία τη διαδρομή μιας κυβέρνησης που για πρώτη φορά άντεξε τέσσερα χρόνια την περίοδο της κρίσης και που ψευδώς διαλαλούσε τον αριστερό της χαρακτήρα ενώ από την άλλη είχαμε την ίδια την κρίση να σοβεί έχοντας εισέλθει πλέον στον δέκατο χρόνο της. Αυτά είναι τα δύο πλαίσια εντός των οποίων πρέπει να αποτιμηθεί το όποιο εκλογικό αποτέλεσμα. Εν προκειμένω θα αναφερθούμε στις εκλογικές επιδόσεις του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των ΚΚΕ (μ-λ) και ΜΛ-ΚΚΕ. Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί στο κείμενό μας δεν συμπεριλαμβάνονται και άλλες δυνάμεις. Οι λόγοι είναι δυο: πρώτο, γιατί τα ποσοστά των υπόλοιπων είναι ιδιαίτερα χαμηλά και άρα η επιρροή τους στην ελληνική κοινωνία είναι σχεδόν μηδαμινή και δεύτερο, γιατί είναι συζητήσιμο αν κάποιες δυνάμεις με αναφορά στον κομμουνισμό, είναι κομμουνιστικές (βεβαίως αυτό σηκώνει πολύ συζήτηση για το πώς ορίζεται μία πολιτική δύναμη ως κομμουνιστική, αλλά ο σχετικός προβληματισμός ξεφεύγει από τις επιδιώξεις αυτού του κειμένου). Στο παρόν κείμενο θέτουμε ορισμένες παραδοχές:

1.     Κάνουμε την επισκόπηση των εκλογικών αποτελεσμάτων από το 2009, χρονιά που στην ελληνική κοινωνία είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια της οικονομικής κρίσης.

2.     Περισσότερο σημαντική είναι η εξέλιξη των ποσοστών, χωρίς να σημαίνει ότι η απώλεια ή το κέρδος ψήφων σε απόλυτα νούμερα είναι αμελητέα.

 

Α. ΤΟ ΚΚΕ

Η εξέλιξη ψήφων και ποσοστών από το 2009 μέχρι και τις πρόσφατες εκλογές του 2019 αποτυπώνεται στον παρακάτω πίνακα και στο διάγραμμα που αφορά την εξέλιξη των ποσοστών του.

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΨΗΦΩΝ
Οκτώβριος 2009 7,54 517.249
Μάιος 2012 8,48 536.072
Ιούνιος 2012 4,51 277.204
Ιανουάριος 2015 5,47 338.188
Σεπτέμβριος 2015 5,55 301.632
Ιούλιος 2019 5,30 299.592

 

 

 

 

ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΠΟΣΟΣΤΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2009-2019

Βασικά συμπεράσματα που εξάγονται για την εκλογική δύναμη του ΚΚΕ είναι τα εξής:

Με βάση την υψηλότερη επίδοση του κόμματος που σημειώθηκε τον Μάιο του 2012 το ΚΚΕ έχει απολέσει ένα ποσοστό της τάξης του 3,18% και 236.480 ψήφους. Για ένα κόμμα που λαμβάνει 2,5 εκατομμύρια ψήφους η απώλεια 230.000 ψήφων ίσως δεν είναι και τόσο σοβαρή. Στην περίπτωση, όμως, του ΚΚΕ πρόκειται για απώλεια σχεδόν του 40% της εκλογικής του δύναμης, άρα πρόκειται για σοβαρή απώλεια. Αυτή δεν συντελέστηκε σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου, αλλά μόλις σε επτά χρόνια και μάλιστα μνημονιακά χρόνια.

Θεωρούμε πως η απώλεια του ΚΚΕ θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη στις πρόσφατες εκλογές αν δεν είχε αλλάξει κάποια στοιχεία της πολιτικής του. Απαριθμούμε ενδεικτικά:

  • Έκανε μερικά πολιτικά ανοίγματα που αφορούσαν πρόσωπα.
  • Μεγάλη έκταση των προεκλογικών ομιλιών καταλάμβανε η καταγγελία των ΗΠΑ και του ιμπεριαλισμού.
  • Δόθηκε μεγάλο βάρος στο να μην μπει η Χρυσή Αυγή στο κοινοβούλιο.
  • Στα καλέσματα για την ενίσχυση του ΚΚΕ ετίθετο το δίλλημα: Ή με το ΚΚΕ ή με τις μνημονιακές δυνάμεις.
  • Στιγματίστηκε η μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ από τον ΣΥΡΙΖΑ.
  • Επανήλθε στη ρητορική του κόμματος ο όρος Αριστερά.
  • Η επίκληση για λαϊκή εξουσία, δηλαδή για δικτατορία του προλεταριάτου, εξαφανίστηκε.

Συχνά πυκνά ο λόγος του ΚΚΕ θύμιζε πρότερες εποχές, εποχές πριν τη μετατροπή του σε ένα σεχταριστικό νεοτροτσκιστικό μόρφωμα. Επομένως, γιατί αυτό είναι επιλήψιμο, θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει. Καμία αλλαγή πολιτικής δεν είναι επιλήψιμη, αρκεί να μην είναι ευκαιριακή και αρκεί να εξηγείται καθώς και να γίνεται γενναία αυτοκριτική για τα όποια λάθη. Τι έχουμε, όμως, στην περίπτωση του ΚΚΕ; Το μήνυμα που έλαβε από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ενεργοποίησαν το σήμα κινδύνου. Το ΚΚΕ «κατάφερε» να σημειώσει τη χαμηλότερη εκλογική του επίδοση στις πρόσφατες ευρωεκλογές, ενώ βλέποντας κάποιος τις επιδόσεις του στις βουλευτικές των τελευταίων ετών κατευθυνόταν σε ένα ποσοστό κάτω του 5%. Υπήρχε, πλέον, ζήτημα επιβίωσης για να το πούμε κομψά. Έτσι, οι γωνίες στρογγύλεψαν.

 

Οι ομιλίες και οι πολιτικές προσεγγίσεις έγιναν πιο γειωμένες. Ωστόσο:

  • Η πολιτική συμμαχιών περιορίστηκε σε πρόσωπα και δεν αγκάλιασε και πολιτικές δυνάμεις όπως επιτάσσουν οι καιροί.
  • Ενώ στο 20ο συνέδριο του κόμματος η λέξη αντιιμπεριαλισμός απουσιάζει παντελώς, ξαφνικά και χωρίς να εξηγηθεί οι αντιιμπεριαλιστικοί τόνοι υπερκάλυψαν τους αντικαπιταλιστικούς.
  • Καμία έκκληση δεν έγινε στο πρόσφατο παρελθόν για σύμπηξη αντιφασιστικών μετώπων για την αντιμετώπιση της ΧΑ. Επομένως, οι εκκλήσεις από το μπαλκόνι για τον αποκλεισμό της ΧΑ από τη βουλή, μικρή σημασία έχουν.
  • Ποιος τολμούσε να μιλήσει για μνημονιακές δυνάμεις και να μην χαρακτηριστεί οπορτουνιστής από την ηγεσία του ΚΚΕ; Κι όμως! Ο γραμματέας του κόμματος έλεγε ότι μπροστά στην κάλπη υπάρχουν από τη μία μνημονιακές και φασιστικές δυνάμεις και από την άλλη το ΚΚΕ.
  • Τι να πούμε όσον αφορά την καταγγελία για τη μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ; Ασφαλώς και ο ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε την ετυμηγορία του ελληνικού λαού. Όμως, το ΚΚΕ μπροστά στο δημοψήφισμα καλούσε σε αποχή και άκυρο. Επομένως το ΟΧΙ και το ΝΑΙ δεν είχαν καμία διαφορά (πάντα κατά το ΚΚΕ). Τώρα, όμως –κατά δήλωση μέλους του ΠΓ– το ΟΧΙ υπήρξε μεγαλειώδες!
  • Όσον αφορά τον όρο αριστερά, ας θυμηθούμε τις δηλώσεις της Αλέκας Παπαρήγα σύμφωνα με τις οποίες «εμείς δεν είμαστε αριστεροί, είμαστε κομμουνιστές», καθιστώντας τους δύο όρους ασύμβατους για πρώτη φορά στα χρονικά της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Ανάμεσα στα άλλα δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε τις δηλώσεις του γραμματέα του ΚΚΕ: «Το ποσοστό του ΚΚΕ επιτεύχθηκε μέσα σε συνθήκες πόλωσης, εκβιαστικών διλημμάτων, απογοήτευσης, αποχής, μειωμένων απαιτήσεων που καλλιεργούν όχι μόνο οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, όπως η ΝΔ, αλλά και αυτές που παρουσιάζονται ως “αριστερές”». Κανένα σχόλιο για την εκλογική επίδοση του ΚΚΕ! Καλή; Κακή; Μέτρια; Αναμενόμενη; Οι πρώτες δηλώσεις του Κουτσούμπα δεν δίνουν καμία απάντηση σε αντίθεση με τις δηλώσεις για την εκλογική επίδοση στις ευρωεκλογές που ενώ ήταν κάκιστη ο γενικός γραμματέας του κόμματος δήλωσε: «Είναι θετικό ότι το ΚΚΕ παραμένει σταθερή δύναμη για τα λαϊκά συμφέροντα, με τάση αναπλήρωσης των δυνάμεών του». Τουλάχιστον, αυτή τη φορά δεν εκτέθηκε με μία τέτοια δήλωση.

 

Β. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Ανάλογη είναι η εικόνα και για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν και βεβαίως τα μεγέθη σε αυτή την περίπτωση είναι μικρότερα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει χάσει από τον Μάιο του 2012 μέχρι και σήμερα 52.248 ψήφους, ενώ το 1,19% έγινε πλέον 0,41%, δηλαδή το ποσοστό της υποτριπλασιάστηκε. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αν και έκανε πριν από μερικά χρόνια αξιοπρόσεκτα βήματα στην κατεύθυνση της ενότητας και μιας πολιτικής που άρχιζε να συγκινεί ευρύτερα στρώματα, αντιμετωπίζει πλέον σοβαρά ζητήματα: αυτοτελείς πολιτικές από συνιστώσες της (ΣΕΚ), κυριαρχία της αντικαπιταλιστικής ρητορείας, υποτίμηση των ζητημάτων που άπτονται της εθνικής ανεξαρτησίας και απόρριψη της έννοιας του πατριωτισμού, έλλειψη προτάσεων.

 

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2009-2019

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΨΗΦΩΝ
Οκτώβριος 2009 0,36 24.687
Μάιος 2012 1,19 75.439
Ιούνιος 2012 0,33 20.391
Ιανουάριος 2015 0,64 39.497
Σεπτέμβριος 2015 0,85 46.096
Ιούλιος 2019 0,41 23.191

 

Γ. ΤΟ ΚΚΕ (μ-λ) & ΤΟ ΜΛ-ΚΚΕ

Εδώ τα μεγέθη είναι ακόμη μικρότερα, αλλά πρόκειται για δυνάμεις που δρουν για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία και που πριν από λίγα χρόνια αποφάσισαν κοινή εκλογική κάθοδο. Στην περίπτωσή τους η ενωτική αυτή κίνηση, αν και θετική, δεν απέδωσε εκλογικά. Στις τελευταίες εκλογές κατήλθαν και πάλι ξεχωριστά. Πάντως και σε αυτή την περίπτωση η μείωση είναι διακριτή αν συγκρίνουμε τα νούμερα του 2012 και του 2019.

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΚΕ (μ-λ) ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΛ ΚΚΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2009-2019

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΨΗΦΩΝ
Οκτώβριος 2009 0,15+0,08 10.480+5.219
Μάιος 2012 0,25 16.049
Ιούνιος 2012 0,12 7.648
Ιανουάριος 2015 0,13 7.999
Σεπτέμβριος 2015 0,16 8.944
Ιούλιος 2019 0,14+0,05 7.778+2.791

Σημείωση: στα αθροίσματα ο πρώτος αριθμός αφορά το ΚΚΕ μλ και ο δεύτερος το ΜΛ-ΚΚΕ

 

 

Δ. ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Είναι σχεδόν αδιανόητο μέσα σε περίοδο κρίσης και μετά από μία τετραετία όπου προδόθηκαν οι ελπίδες ενός κόσμου (ο οποίος είχε αυταπάτες, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα) η κομμουνιστική αριστερά όχι μόνο να μην καρπώνεται εκλογικά οφέλη, αλλά και να χάνει εκλογικά. Ωστόσο, οι εκλογές για τους κομμουνιστές δεν είναι το άπαν. Είναι ένα όμως μέτρο της επιρροής τους, πολιτικής και ιδεολογικής. Και εδώ υπάρχει όχι μεγάλο, αλλά τεράστιο πρόβλημα. Καμία ηγεσία των σχημάτων της κομμουνιστικής αριστεράς, δεν θέλει ή δεν μπορεί ή μπορεί αλλά ψεύδεται, να δει την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι η εξής: η κομμουνιστική πολιτική και η κομμουνιστική ιδεολογία έχουν απαξιωθεί σε ευρέα τμήματα των εργαζομένων.

Επιπλέον, σε τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής των προηγούμενων, διαστροφή της αλήθειας, απύθμενο θράσος. Σταχυολογούμε:

  • Συμμαχία με το ακροδεξιό μόρφωμα των ΑΝΕΛΛ.
  • Τρίτο μνημόνιο, ιδιαίτερα σκληρό.
  • Αύξηση του χρέους της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστές και ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, έπειτα από ανελέητο ξεζούμισμα του λαού.
  • Προδοσία του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος μέσα σε ένα βράδυ.
  • Εθελοντική φορολόγηση των εφοπλιστών.
  • Αύξηση του πλούτου των πλουσιότερων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας.
  • Ξέπλυμα στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ (υπουργοποίηση ως και της Παπακώστα που χαρακτήρισε τους μετανάστες ως κατσαρίδες).
  • Γλειψίματα του Τραμπ και της Μέρκελ που έγιναν ξαφνικά «διαβολικά καλοί» και «σώφρονες πολιτικοί».
  • Διατήρηση των ΜΑΤ που θα καταργούνταν.
  • Διατήρηση του ΕΝΦΙΑ που και αυτός θα καταργείτο.
  • Διατήρηση όλων των προηγούμενων μνημονιακών νόμων που κι αυτοί θα καταργούνταν με ένα νόμο και ένα άρθρο.
  • Δημοπρασίες πρώτης κατοικίας που κι αυτές θα καταργούνταν.
  • Παραμονή στο ΝΑΤΟ που θα βγαίναμε.
  • Συμφωνία των Πρεσπών κατόπιν παραγγελίας των ΗΠΑ.

Μέσα σε αυτή τη λαίλαπα, λοιπόν, η κομμουνιστική αριστερά φαίνεται να έχει πάρει την κατιούσα. Υπάρχει, όμως, ο αντίλογος: οι συνθήκες είναι δύσκολες, η παγκόσμια τάση είναι η υποχώρηση των λαϊκών κινημάτων κ.λπ. Θα είμαστε αντικειμενικοί και δίκαιοι. Ασφαλώς και οι αντικειμενικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές. Τουλάχιστον από το 1989 έχουμε εισέρθει σε ένα αντεπαναστατικό κύμα που στο διάβα του έχει δημιουργήσει νέες πιεστικές, για τους λαούς, καταστάσεις. Αλλά, υπάρχει και ο αντίλογος στον αντίλογο: πόσες φορές η ιστορία προσέφερε ευνοϊκές συνθήκες στους κομμουνιστές; Ελάχιστες, είναι η απάντηση. Συνήθως οι συνθήκες ήταν δυσκολότερες από ό,τι σήμερα με διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και δολοφονίες. Τα ψευτοδιλλήματα που δημιουργούσε ο παλαιός τύπος δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) ήταν ακόμη πιο πιεστικά σε άλλες εποχές από ό,τι στη σημερινή συγκυρία. Και εν πάση περιπτώσει, δεν γίνεται με ένα σχεδόν μεταφυσικό τρόπο όλα να επαφίενται στις τυφλές δυνάμεις των αντικειμενικών συνθηκών που με παντοδυναμία τα καθορίζουν όλα και ανά πάσα στιγμή μπορούν να δικαιολογήσουν στασιμότητα, αποτυχίες, στρεβλώσεις και λάθη. Ο υποκειμενικός παράγοντας μπορεί και πρέπει να παίξει τον ρόλο του. Αλλιώς τι ρόλο έχουν οι πιο συνειδητοί επαναστάτες; Να φαντασιώνονται αυτάρεσκα εξεγέρσεις και επαναστάσεις που θα προκύψουν έτσι ξαφνικά και τότε αυτοί θα καβαλήσουν το επαναστατικό κύμα και ο λαός θα τους ακολουθήσει στην εφόρμηση στους ουρανούς;

Οι κομμουνιστές πρέπει να έχουν το θάρρος να πούνε: η επιρροή μας στον λαό, εκλογική, πολιτική, συνδικαλιστική, ιδεολογική είναι περιορισμένη. Έχουμε υποστεί μία σκληρή ήττα. Πρέπει να τα βάλουμε κάτω, να δούμε τι φταίει. Δεν μπορεί να μας ενδιαφέρει απλώς και μόνο η αναπαραγωγή ενός κομματικού μηχανισμού. Αυτό δεν είναι επαναστατική πολιτική. Είναι διαχείριση της μιζέριας και εν τέλει βαθιά ενσωμάτωση στο σύστημα.

Αν οι ηγεσίες της κομμουνιστικής αριστεράς συνεχίζουν να πορεύονται έτσι όπως έχουν πορευτεί μέχρι σήμερα, ο αφανισμός ίσως δεν είναι και τόσο μακριά ή το πολύ πολύ να συντηρείται μια σταθερότητα που όμως δεν θα μπορεί να δημιουργήσει γεγονότα, να προκαλέσει ρήξεις στις συνειδήσεις, να αναστήσει οράματα που τώρα βρίσκονται κλεισμένα στο μπαούλο. Η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να αλλάξει πολλά: να κατανοήσει τους μηχανισμούς που δημιουργούν υποταγμένες συνειδήσεις και όχι να κουνά το δάχτυλο από καθέδρας  στον λαό, να δραστηριοποιηθεί όπου υπάρχει συλλογικότητα ανεξάρτητα από τους συσχετισμούς δύναμης, να αλλάξει γλώσσα, να διαμορφώσει προτάσεις για την καθημερινότητα, να διεξάγει ενωτικούς αγώνες, να μάθει να ακούει, να μελετήσει σε βάθος τον καπιταλισμό, να πρωτοπορεί παντού και πάντα, να μην αναζητά ιδεολογικές καθαρότητες που έτσι κι αλλιώς είναι ανέφικτες, να μην φοβάται τη σύγκρουση και τις επιπτώσεις της αλλά ταυτόχρονα αυτή τη σύγκρουση να την διεξάγει με τέχνη.

Αν δεν γίνουν οι απαιτούμενες αλλαγές και μάλιστα γρήγορα και θαρρετά, τότε θα μείνουμε να αναρωτιόμαστε γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξακολουθεί να πείθει εκατοντάδες χιλιάδων αγωνιστών και αριστερών και γιατί ο Βαρουφάκης ενώ είχε δηλώσει τη συμφωνία του με το 70% του μνημονίου και ενώ δηλώνει πως μπορεί να συνεργαστεί και με τη ΝΔ και με τον ΣΥΡΙΖΑ, εισέρχεται στη βουλή στην πρώτη του εκλογική εμφάνιση.

Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι: οι σημερινές ηγεσίες είναι ικανές να μπουν σε μία τέτοια διαδικασία αλλαγών; Κι αν όχι, τότε τι ακριβώς κάνουν όσοι συμφωνούν με τις διαπιστώσεις που έχουμε καταγράψει; Σε κάθε περίπτωση αν συμφωνούμε πως οι ηγεσίες αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματικότητα, το επόμενο ερώτημα, χιλιοειπωμένο αλλά κρίσιμο, είναι: τι κάνουμε; Όσο οι απαντήσεις καθυστερούν, τόσο οι πιθανότητες για τη μετατροπή των κομμουνιστών σε γραφικά απολιθώματα θα αυξάνουν.

Πηγή: http://kordatos.org

Κέρδισαν όλοι. Έχασε ο λαός.

Εκλογές 2019: Κέρδισαν όλοι. Έχασε ο λαός.

Σχόλιο της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ.

Οι εθνικές εκλογές επιβεβαιώνουν και ενισχύουν το αποτέλεσμα των ευρωπαϊκών και αυτοδιοικητικών εκλογών. Υπογραμμίζουν σε όλους τους τόνους ότι έχει κλείσει εδώ και χρόνια η εποχή πολιτικής αστάθειας που προκλήθηκε από τη χρεοκοπία της χώρας. Δύο κόμματα – πόλοι (η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ) εναλλάσσονται στην εξουσία, υλοποιώντας όμοιες πολιτικές, έστω και αν οι τόνοι ανάμεσά τους παραμένουν υψηλοί.

Δεν έκλεισαν δύο εικοσιτετράωρα από την ορκωμοσία του νέου πρωθυπουργού και είχαμε ήδη δείγματα γραφής: Χαριεντισμοί και αστικές ευγένειες ανάμεσα στους πρώην και στους νυν, ανοικτή αποδοχή της Συμφωνίας των Πρεσπών από την νέα κυβέρνηση, άρνηση της Μέρκελ στη χαλάρωση του προγράμματος που διαφήμιζε η ΝΔ ως μπόνους των εταίρων στον σοβαρό Μητσοτάκη, νέοι υπουργοί να αναγνωρίζουν ότι δεν θα μηδενίσουν το έργο των προκατόχων τους. Το ουσιαστικό στοιχείο είναι η συνέχεια στις ίδιες ράγες. Φυσικά υπάρχουν και οι επιδεικτικές κινήσεις προς τα κομματικά ακροατήρια (πχ η επιχείρηση νόμος και τάξη ή η ένταξη του προσφυγικού στον τομέα της καταστολής) που δεν αναιρούν την ουσία μιας βαθύτερης συμφωνίας ανάμεσα στους πρώην και στους νυν.

Είναι τόση και τέτοια η ομαλότητα της μετάβασης και η συνέχεια (παρά τις ψεύτικες κραυγές και τις στημένες οιμωγές) πριν και μετά τις εκλογές, ώστε όλοι (ή σχεδόν όλοι) δηλώνουν κερδισμένοι.

Η ΝΔ κέρδισε γιατί αναδεικνύεται αυτοδύναμη κυβέρνηση (η πρώτη μετά το ξέσπασμα της κρίσης). Έρχεται στην εξουσία με φανατική πίστη στην επιβολή του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού, καθώς ο δρόμος έχει ήδη στρωθεί από την απερχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Σε μια οικονομία ήδη δεσμευμένη μέχρι το 2060 με αιματηρά πρωτογενή πλεονάσματα, σε μια κοινωνία ήδη τσακισμένη από την αφαίμαξη εισοδημάτων, σε μια χώρα ήδη υποθηκευμένη στους δανειστές και με ιδιωτικοποιημένα λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμους και βασικές υποδομές, η νέα κυβέρνηση θα συνεχίσει με μεγαλύτερη ορμή το έργο που εξελίσσεται την τελευταία δεκαετία. Βασικό έργο της κυβέρνησης Μητσοτάκη θα είναι η πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίηση του πιο άγριου και κυνικού καπιταλισμού. Δεν θα εξοντώνει το κοινωνικό κράτος επειδή δεν μπορεί αλλιώς (όπως οι προηγούμενοι) αλλά επειδή έτσι πρέπει. Θα ενσταλάζει διαρκώς στο κοινωνικό σώμα ακόμα πιο συντηρητικές, ακόμα πιο αντιδραστικές ιδεολογίες και συμπεριφορές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε γιατί εδραιώνεται μόνιμα στον χώρο της κεντροαριστεράς, κερδίζοντας οριστικά την πρωτοκαθεδρία του χώρου από το ΚΙΝΑΛ, αποφεύγοντας τη στρατηγική ήττα. Αν και προεκλογικά έπαιζε το χαρτί της «καταστροφής που θα φέρει ο Μητσοτάκης», μετεκλογικά ομνύει στην ομαλή δικομματική εναλλαγή. Το κόμμα Τσίπρα επιδιώκει ανοικτά να πάρει τη θέση του παλιού ΠΑΣΟΚ, χωρίς ουσιαστικές διαφορές στην κοινωνική και οικονομική πολιτική ή στην εξωτερική πολιτική και στην αμερικανονατοϊκή εξάρτηση, συγκριτικά με τη ΝΔ. Θα επιδιώξει να χαράξει τις γνωστές κάλπικες διαχωριστικές που συνήθως στήνονται ανάμεσα σε διαφορετικούς διαχειριστές όμοιων πολιτικών.

Το ΚΙΝΑΛ κέρδισε γιατί ανέβηκε σε ψήφους και ποσοστά από τις ευρωεκλογές, υπό συνθήκες ανόδου και της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Εκφράζει έναν υπαρκτό και αναπαραγόμενο μηχανισμό εξουσίας που τρέφεται από την αυτοδιοίκηση και τον συνδικαλισμό και κατέχει θέσεις στην κρατική μηχανή.

Το ΜΕΡΑ 25 κέρδισε γιατί με μηδενική συγκρότηση στις τοπικές κοινωνίες και με μόνο προσόν τον αρχηγό του πέτυχε την είσοδό του στη Βουλή. Αποτελεί απόδειξη (για όσους θέλουν να σκέφτονται) ότι αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, υπήρχε χώρος και δυνατότητες. Πλέον όμως ο χώρος καλύπτεται από μια σοσιαλδημοκρατικότερη και προσωποκεντρική εκδοχή του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, με τις ίδιες ακριβώς αυταπάτες και προσδοκίες για την ΕΕ και την παγκοσμιοποίηση.

Το ΚΚΕ «κέρδισε» γιατί ως συνήθως «άντεξε μια ακόμα φορά», καταγράφοντας το γνωστό του ποσοστό. Η στασιμότητα και σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης και σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, και σε συνθήκες πολιτικής σταθεροποίησης και σε συνθήκες ρευστότητας, και σε συνθήκες ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ και σε συνθήκες πτώσης του, περίπου καταχωρεί το κόμμα αυτό έξω από τις πολιτικές μεταβολές της ιστορίας, έξω από μετασχηματισμούς, ευκαιρίες, δυνατότητες αλλαγών και ανατροπών.

Τα μετωπικά σχήματα ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ, αλλά και όλα τα άλλα μικρότερα αριστερά ψηφοδέλτια, επίσης «κέρδισαν» χάνοντας. Ως συνήθως, θα ισχυριστούν ότι «έδωσαν μια δύσκολη μάχη, σε δύσκολες συνθήκες» σημειώνοντας για πολλοστή φορά μείωση των δυνάμεών τους. Κατά πάσα πιθανότητα θα διαβεβαιώσουν τον ελληνικό λαό ότι την επόμενη μέρα θα είναι στα ίδια μετερίζια, με τις ίδιες θέσεις, με τα ίδια επιτελεία, με τις ίδιες πολιτικές και τα ίδια αποτελέσματα.

Ο ελληνικός λαός χάνει γιατί μετά από μια δεκαετία άγριας μνημονιακής λεηλασίας και μια τετραετία σκληρών μαθημάτων προσαρμογής, ρεαλισμού, υποταγής στους μονόδρομους, επιλέγει «αυτόν που ξέρει τη δουλειά». Οι απερχόμενοι κυβερνητικοί μπορεί να χλευάζουν τον λαό διακωμωδώντας το παράδοξο να «αποδοκιμάζεται η δεξιά πολιτική του Τσίπρα υπερψηφίζοντας Μητσοτάκη». Στην πραγματικότητα ούτε ο Τσίπρας αποδοκιμάζεται, ούτε ο Μητσοτάκης επιδοκιμάζεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε την κοινωνία στο ότι «δεν μπορεί να γίνει τίποτα διαφορετικό» και το εκλογικό αποτέλεσμα επιβεβαιώνει την ισχύ του συγκεκριμένου ισχυρισμού.

Η εργαζόμενη κοινωνία χάνει γιατί ανεξάρτητα από αναλύσεις και «αναλύσεις» για την επόμενη μέρα και την προσδοκώμενη κινηματική ανάταση, η ήττα αφορά την παγίωση ενός συνολικά χειρότερου συσχετισμού που χτίζεται πάνω στο έδαφος ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αγώνες μπορεί να υπάρξουν, αλλά αυτό που αναζητείται είναι η συλλογική πίστη ότι υπάρχει εναλλακτική. Αυτή η πίστη έχει τσακιστεί για αυτό και παράγονται τα συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Για τους αριστερούς που επιμένουν ότι η Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι με τον κοινωνικό μετασχηματισμό και όχι με την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, το εκλογικό αποτέλεσμα οφείλει να σφραγίσει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής ανημπόριας, αδυναμίας, ανικανότητας παρέμβασης, οικοδόμησης, ανατροπής. Τα κόμματα και τα σχήματα που αναφέρονται στην κομμουνιστική, επαναστατική ή ριζοσπαστική Αριστερά έχουν κλείσει τον κύκλο τους.

Ένας νέος κύκλος πρέπει να ξεκινήσει.