Το χρέος ανεβάζει… δέκατα

Το θέμα της διαχείρισης του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, που εκτινάχθηκαν ομοιόμορφα αλλά για τους αντίστροφους λόγους στη διάρκεια της πανδημίας, και το ενδεχόμενο μερικής διαγραφής τους, έχει μπει στο τραπέζι της ευρωζώνης, και όχι μόνο. Κι αυτό ανεξάρτητα από τις ρητορικές μέχρι σήμερα αρνήσεις που διατυπώνουν οι περισσότεροι από τους πολιτικούς «επιτελείς» της αγοράς χρέους: από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ μέχρι τον υπουργό Οικονομικών Χ. Σταϊκούρα και τον διοικητή της ΤτΕ Γ. Στουρνάρα.

Ο νέος παράγοντας που συνηγορεί υπέρ της συζήτησης για την αναδιάρθρωση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους δεν είναι πια μόνο οι 100 κορυφαίοι οικονομολόγοι -και όχι αποκλειστικά κεϊνσιανοί- που διατύπωσαν πριν από τρεις εβδομάδες τη σχετική έκκληση προς την ΕΚΤ, αλλά οι ίδιες οι αγορές ομολόγων.

Από την αρχή του χρόνου έχει ξεκινήσει μια συστηματική αποχώρηση των επενδυτικών κεφαλαίων από την αγορά κρατικών ομολόγων, που την προηγούμενη χρονιά, παρά την πανδημία και την παγκόσμια ύφεση τα έδωσαν όλα αγοράζοντας με ζήλο κρατικούς τίτλους, οδηγώντας τις αποδόσεις τους κοντά στο μηδέν ή και κάτω από αυτό. Ετσι, πριμοδότησαν θεαματικά την πτώση του κόστους δανεισμού των χωρών και τη μεγάλη αύξηση του χρέους τους.

Από την αρχή του έτους και ιδιαίτερα στη διάρκεια του Φεβρουαρίου η εικόνα αντιστράφηκε ριζικά, με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό των αποδόσεων των δεκαετών ομολόγων για τις ΗΠΑ και την ευρωζώνη. Για παράδειγμα, το ελληνικό πενταετές ομόλογο, από τους κρατικούς τίτλους που είχαν γίνει αγαπημένοι των «γερακιών» της αγοράς χρέους, από τη σχεδόν μηδενική απόδοση του Δεκεμβρίου (0,015%), εκτοξεύτηκε στο υπερδεκαπλάσιο (0,19% την Παρασκευή).

«Eλέφαντες» και «μυρμήγκια»

Αυτό σημαίνει μια αύξηση του κόστους δανεισμού διεθνώς, και μάλιστα την ώρα που περίπου ταυτόχρονα οι «ελέφαντες» και τα «μυρμήγκια» της παγκόσμιας οικονομίας βγαίνουν στις αγορές με θηριώδη προγράμματα έκδοσης νέων κρατικών ομολόγων: οι ΗΠΑ για να χρηματοδοτήσουν το αντιπανδημικό πρόγραμμα του 1,9 τρισ. δολαρίων, η Ε.Ε. για να «γεμίσει» το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ, η Γερμανία για να αντλήσει 280 δισ. ευρώ και η Ελλάδα ως χαρακτηριστική εκπρόσωπος των «μυρμηγκιών» για τουλάχιστον 12 δισ. ευρώ, σύμφωνα με όσα προγραμμάτιζε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) τον Δεκέμβριο.

Για την Ελλάδα ειδικά, που έκανε πετυχημένη «πρεμιέρα» στις αγορές του 2021 στις 26/1, αντλώντας 3,5 δισ. από τα 29 δισ. που προσφέρθηκαν για το τελευταίο δεκαετές με επιτόκιο μόλις 0,8%, η εξέλιξη, εφόσον διατηρηθεί η τάση αύξησης των αποδόσεων, σημαίνει ριζική αναθεώρηση του προγράμματος δανεισμού των 12-14 δισ. Πρώτα, γιατί το κόστος δανεισμού έχει ήδη διπλασιαστεί (1,2% από το χαμηλό 0,6% του Ιανουαρίου για τα δεκαετή ομόλογα). Και δεύτερο, γιατί όλες οι παραδοχές στις οποίες βασιζόταν ο σχεδιασμός του ΟΔΔΗΧ και του οικονομικού επιτελείου για την αναχρηματοδότηση του ελληνικού χρέους έχουν ανατραπεί: ούτε η αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,8% φέτος είναι πλέον εφικτή (μόλις την Παρασκευή το ΚΕΠΕ προέβλεψε ύφεση 3,5% το πρώτο εξάμηνο) ούτε βέβαια το μέσο πραγματικό επιτόκιο του (βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου) χρέους θα είναι φέτος μόλις 1,4%, όπως προέβλεπε τον Δεκέμβριο ο ΟΔΔΗΧ.

Τι ακριβώς τροφοδοτεί την αλλαγή στάσης των επενδυτικών κεφαλαίων στην παγκόσμια αγορά χρέους δεν είναι απόλυτα σαφές. Με δεδομένο ότι στο επίκεντρο των μαζικών πωλήσεων βρέθηκαν τα αμερικανικά ομόλογα, ορισμένοι αναλυτές συνδέουν την αύξηση των αποδόσεών τους με τον φόβο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού (από το delfation = αποπληθωρισμός, στο reflation = ανα-πληθωρισμός, κατά την οικονομική αργκό), στον οποίο αναφέρθηκε τις προηγούμενες μέρες ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Λάρι Σάμερς. Αν για τις ΗΠΑ κάτι τέτοιο ακούγεται πιθανό, για την ευρωζώνη, όπου ο πληθωρισμός ήταν τον Ιανουάριο 0,9%, και πολύ περισσότερο για την Ελλάδα, «πρωταθλήτρια» στον αποπληθωρισμό με -2,4%, αυτό ακούγεται ως ανέκδοτο.

Σε κάθε περίπτωση, αν τα κερδοσκοπικά κεφάλαια συνεχίσουν την πίεση στις αγορές κρατικού χρέους, η ευρωζώνη και ιδιαίτερα οι πιο ευάλωτες χώρες θα βρεθούν αντιμέτωπες με απρόβλεπτη αύξηση του κόστους δανεισμού και μια λιγότερο θετική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους τους. Κι αν αυτό απειλεί χώρες με χρέος κάτω του 100% του ΑΕΠ, τι μπορεί να σημαίνει για την Ελλάδα με το χρέος της κοντά στο 210% του ΑΕΠ;

Από αυτή την άποψη είναι το λιγότερο παράδοξο οι κορυφαίοι αρμόδιοι, ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας και ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, να σπεύδουν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο ελάφρυνσης του κρατικού χρέους, ενώ για το ιδιωτικό χρέος ο μεν πρώτος παραπέμπει γενικώς στα κυβερνητικά μέτρα στήριξης, ο δε δεύτερος τάσσεται ανοιχτά υπέρ του «θανάτου» των μη βιώσιμων επιχειρήσεων (χαρακτηριστικές οι απαντήσεις τους στη σχετική έρευνα της «Καθημερινής» χθες).

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών
0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.