Σαράντα χρόνια από τη μεταπολίτευση – ορισμένες πλευρές

Το κείμενο αυτό είναι τμήμα εκτενέστερης εισήγησης (Νοέμβριος 2014) με αφορμή τα σαράντα χρόνια από το 1974. Γράφτηκε πριν την ανάληψη της εξουσίας από το ΣΥΡΙΖΑ.

Μετά την τραγωδία της Κύπρου συντελείται η μετάβαση στην αστική δημοκρατία με ομαλό τρόπο. Αυτή η μετάβαση εξασφαλίστηκε από πλήθος συμβιβασμών ανάμεσα στις κυρίαρχες δυνάμεις, συγχρονίστηκε με μια γενική τάση εκδημοκρατισμού ανά την Ευρώπη, και κατοχυρώθηκε με τη σύναψη ενός πολιτικού και κοινωνικού συμβολαίου που διασφάλισε το ομαλό πέρασμα από τη χούντα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η διαδικασία αυτή ονομάστηκε μεταπολίτευση.

1. Το φορτίο της μεταπολίτευσης

Η μεταπολίτευση απέκτησε ένα ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, καθώς έπαψε να αναφέρεται στη «στιγμή» της μετάβασης, ορίζοντας ολόκληρη την περίοδο που άνοιξε αυτή η μετάβαση και τα ιδιαίτερα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της. Η μεταπολίτευση απέκτησε ένα ιδιαίτερο φορτίο στο δημόσιο λόγο, ορίζοντας συχνά αντιφατικά και αντικρουόμενα φαινόμενα. Σήμερα μιλώντας κανείς για μεταπολίτευση μπορεί να αναφέρεται στον αυξημένο κοινωνικό και πολιτικό ριζοσπαστισμό, στην αγωνιστική παράδοση, στο συνδικαλισμό, στις λαϊκές κατακτήσεις. Μπορεί να αναφέρεται στις αθρόες κοινωνικοποιήσεις επιχειρήσεων των κυβερνήσεων Καραμανλή, ή στο κολοβό και ημιτελές κράτος πρόνοιας των πρώτων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να αναφέρεται στις γιγαντιαίες διαστάσεις του πελατειακού κράτους, στον κομματικό παρασιτισμό των κομμάτων εξουσίας, στη διαπλοκή, στη διαφθορά, στα σκάνδαλα και στην οσμή σκανδάλων που κυριάρχησαν στο δημόσιο βίο. Μπορεί να αναφέρεται στο συγκεκριμένο πολιτικό χάρτη όπως συγκροτήθηκε κατά τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης και διαμορφώθηκε σχεδόν οριστικά στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, για να ανατραπεί μόνο πολύ πρόσφατα. Μπορεί τέλος να αναφέρεται στην προβληματική νεοελληνική κουλτούρα όπως διαμορφώθηκε από το μείγμα μιας βαλκανικής, μεσογειακής και ευρωπαϊκής κληρονομιάς.

Στην πραγματικότητα, όταν ο αστικός πολιτικός κόσμος μιλά για τα κακώς κείμενα της μεταπολίτευσης εννοεί βασικές κατακτήσεις που επέβαλε η αντιφασιστική και αντιμπεριαλιστική πάλη, και που σήμερα πρέπει να πεταχτούν. Η τέτοια αμφισβήτηση της μεταπολίτευσης ξεκινά προτού κλείσει καλά καλά η πρώτη δεκαπενταετία. Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού δεν αφορά μόνο τη ΝΔ και τον Μητσοτάκη. Ξεκινά ήδη από τη δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ με το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας, και βεβαίως κορυφώνεται με την πολιτική κρίση του 89-91. Τότε είναι που εμφανίζονται οι πρώτες θεωρίες για το τέλος της μεταπολίτευσης.

Όταν οι αστικές δυνάμεις μιλούν για το τέλος της μεταπολίτευσης εννοούν πρώτα από όλα το τέλος του συγκεκριμένου φορτίου, του κοινωνικού και πολιτικού συμβολαίου που συνάφθηκε κατά τη μετάβαση του 1974, και άρχισε διαδοχικά να εξαντλείται, προτού τελικά εγκαταλειφθεί και καταγγελθεί οριστικά από τις κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Άλλωστε το συγκεκριμένο συμβόλαιο αφορούσε έναν υφιστάμενο πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό δύναμης. Όταν αυτός ανατράπηκε, έπαψε να υπάρχει η ανάγκη αποτύπωσης και διασφάλισής του.

2. Το τέλος της μεταπολίτευσης

Σαράντα χρόνια μετά κι ενώ έχει εξαγγελθεί πολλές φορές το «τέλος» της μεταπολίτευσης, φαίνεται ότι ζούμε ένα πραγματικό τέλος της μεταπολιτευτικής κοινωνίας, οικονομίας και πολιτικής στην Ελλάδα. Από το Σημίτη και τον Αβραμόπουλο, μέχρι σήμερα τον Σαμαρά και τον Τσίπρα, το «τέλος» της μεταπολίτευσης αποκτά έναν ισχυρό συμβολισμό: Δηλώνει φιλοδοξίες πολιτικών ανακατατάξεων, αλλά πάνω από όλα δηλώνει φιλοδοξίες που θα ξεμπερδέψουν με τους αγώνες και τις κατακτήσεις της συγκεκριμένης περιόδου.

Σήμερα το τέλος της μεταπολίτευσης φαίνεται πολύ πιο πραγματικό από κάθε άλλη φορά. Το κοινωνικό συμβόλαιο όχι απλά αμφισβητήθηκε αλλά διαρρήχθηκε βίαια. Τα πολιτικά κόμματα που κυριάρχησαν μεταπολιτευτικά είτε κλείνουν τον κύκλο τους, είτε αναζητούν εναγωνίως μεταμορφώσεις. Η ελληνική κοινωνία έχει βιώσει τη μεγαλύτερη μεταπολεμική οπισθοδρόμηση με μια τεράστια επιχείρηση φτωχοποίησης. Η οικονομία είναι δεμένη χειροπόδαρα από τους ευρωπαϊκούς καταναγκασμούς και βουλιάζει αργά αλλά σταθερά στην ασφυξία, χωρίς κανέναν απολύτως ορατό μοχλό ανάκαμψης.

Πράγματι, έχουμε ένα τέλος της μεταπολίτευσης, πολύ πιο πραγματικό από τις δεκάδες εξαγγελθείσες «νέες μεταπολιτεύσεις». Όμως αυτό το τέλος δε σηματοδοτεί και δεν προοιωνίζεται αυτομάτως θετικά πράγματα.

3. Οι τρεις φάσεις της μεταπολίτευσης

Συνηθίζουμε να αναφερόμαστε στη μεταπολιτευτική περίοδο ως ενιαία, όμως εντός αυτής της περιόδου οι αλλαγές είναι τεράστιες. Σε γενικές γραμμές και με όλους τους απλουστευτικούς κινδύνους, η περίοδος από το 1974 μέχρι σήμερα διαιρείται σε τρεις βασικές φάσεις.

Η πρώτη φάση της μεταπολίτευσης ανοίγει με την πτώση της χούντας και κλείνει στα τέλη της δεκαετίας του 80. Καθορίζεται σε πρώτο επίπεδο από τις λαϊκές και εργατικές διεκδικήσεις, από τον αντιφασιστικό και αντιιμπεριαλιστικό ριζοσπαστισμό, από το φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό των κυβερνήσεων Καραμανλή, ενώ φέρνει με δύναμη το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Αναδεικνύει νέα και ανερχόμενα αστικά στρώματα, στην πορεία ενσωματώνει τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό, εδραιώνει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, μοιράζει την πίτα στους μικρομεσαίους. Το ΠΑΣΟΚ λεηλατεί την Αριστερά, διαστρέφοντας τα συνθήματά της. Κατοχυρώνεται ο δικομματισμός που θα κυριαρχήσει για τις επόμενες τρεις δεκαετίες. Υπογράφονται οι βασικές στρατηγικές επιλογές της ελληνικής άρχουσας τάξης και των πολιτικών της κομμάτων που δεν είναι άλλες από την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και τα συνακόλουθα αποτελέσματα σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Συγκροτείται ένα υποτυπώδες κράτος πρόνοιας που όμως εξαρχής έχει τεράστιες καθυστερήσεις, ελλείψεις και αναπηρίες καθώς δεν συγκρίνεται ούτε στο ελάχιστο με τα ευρωπαϊκά συστήματα πρόνοιας που οικοδόμησε η δυτικοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Η διαφθορά και η διαπλοκή, το πελατειακό κράτος, η μίζα και η ρεμούλα είναι οι παράπλευρες συνέπειες της ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία που εκσυγχρονίζει κατά πολύ τις παλαιοκομματικές και καθυστερημένες μεθόδους της Δεξιάς. Σε διεθνές επίπεδο, η καπιταλιστική κρίση του 1973 σηματοδοτεί το τέλος της χρυσής εποχής του καπιταλισμού, το λαχάνιασμα και την ήττα του κρατικού παρεμβατισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, την ορμητική εδραίωση του νεοφιλελευθερισμού. Με μια σημαντική χρονική και ποιοτική καθυστέρηση από τη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη, η Νότια Ευρώπη αποκτά σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, ενώ ήδη στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ ο νεοφιλελευθερισμός αποκτά την απόλυτη ηγεμονία.

Η δεύτερη φάση της μεταπολίτευσης κάνει δειλά την εμφάνιση της ως τάση στα μέσα της δεκαετίας του 1980, για να εδραιωθεί την περίοδο 1989 -90. Η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη φάση της μεταπολιτευτικής περιόδου, καθορίζεται από το ισχυρό βάρος των διεθνών εξελίξεων. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η ενοποίηση του επί δεκαετίες διασπασμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού, υπέδειξε με εκκωφαντικό τρόπο τον νικητή καπιταλισμό και τον ηττημένο σοσιαλισμό του 20ου αιώνα. Πλέον ανακηρύσσεται το «τέλος της ιστορίας», το κράτος πρόνοιας θεωρείται αναχρονιστικό, η σοσιαλδημοκρατία μεταλλάσσεται ανοικτά, ολοκληρώνεται η αποκομμουνιστικοποίηση, και η ευρωπαϊκή ενοποίηση ανεβάζει απότομα στροφές. Η ενοποίηση της Γερμανίας δημιουργεί νέα τετελεσμένα και στην Ελλάδα κυριαρχεί το ορόσημο του 1992, και η πλήρωση των κριτηρίων του Μάαστριχτ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποτυπώνει την ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων ιδεών και στη χώρα μας, ενώ οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ μετά το 1993, αναλαμβάνουν το έργο της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Η κυβέρνηση Σημίτη αποτελεί το καλύτερο δείγμα της μετάλλαξης της στρεβλής Πασοκικής εκδοχής της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Η ελληνική άρχουσα τάξη, έχει επιβεβαιώσει τις στρατηγικές επιλογές που έκανε από τη δεκαετία του 70, έχει προσδέσει τη χώρα στο ευρωπαϊκό άρμα, με πολλαπλές και επώδυνες επιπτώσεις στην κοινωνία και στην οικονομία. Ο εκσυγχρονισμένος μεταπρατισμός, η στροφή στις υπηρεσίες, το εμπόριο και βασικά το χρηματοπιστωτικό τομέα, η παραγωγική αποσάθρωση, ολοκληρώνονται υπό τις ιαχές για την ένταξη στο στενό πυρήνα της ΕΕ. Η μεγάλη ιδέα του ελληνικού αστισμού εκφράζεται στο τρίπτυχο: ΟΝΕ, Ολυμπιακοί Αγώνες, βαλκανική εξόρμηση. Η κυβέρνηση Καραμανλή μετά την περίοδο Σημίτη διαχειρίζεται με καθυστερήσεις και προβλήματα τα απόνερα της προηγούμενης φάσης, επιδιώκοντας με ανάσες χρηματοπιστωτικής δανειοδότησης να αναβάλει το επερχόμενο τέλος. Στη φάση αυτή ο δικομματισμός εμφανίζεται με δύο όμοια κόμματα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ εκτελούν πανομοιότυπη πολιτική και μόνο αποδεκτό πλαίσιο είναι ο νεοφιλελευθερισμός.

Από το 2010 μπαίνουμε στην τρίτη (και τελευταία) φάση της μεταπολίτευσης, όταν πλέον το ελληνικό κράτος ουσιαστικά χρεοκοπεί. Το έδαφος της χρεοκοπίας είναι η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που αγγίζει τις μητροπόλεις του καπιταλισμού και ειδικά την Ευρωζώνη. Η πραγματική αιτία της ελληνικής χρεοκοπίας βρίσκεται στη συντεταγμένη και επί δεκαετίες παραγωγική και οικονομική διάλυση που έχει επιφέρει ο ευρωπαϊσμός. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ αποτελεί τη χαριστική βολή στον κρόταφο μιας χώρας ανίκανης και αδύναμης να σταθεί στον ανταγωνισμό με το ευρωπαϊκό κέντρο και ειδικά τη γερμανική οικονομική υπερδύναμη. Η ισχυρή Ελλάδα στην Ευρώπη αποδεικνύεται ανέκδοτο, με ολέθριες συνέπειες για τη χώρα και το λαό. Η καταστροφή είναι τέτοια που το πολιτικό σύστημα μετασχηματίζεται ολοκληρωτικά, κραταιά κόμματα της μεταπολίτευσης παλεύουν εναγώνια να επιβιώσουν (ΠΑΣΟΚ), η Αριστερά αναδεικνύεται σε ισχυρή πολιτική δύναμη, αποδεχόμενη όμως όλο και περισσότερο τη στρατηγική επιλογή του ευρωπαϊκού πλαισίου. Το τέλος της λαϊκής συναίνεσης δημιουργεί συνθήκες ολοκληρωτικής πολιτικής ρευστότητας και κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Η διάρρηξη των σχέσεων της πολιτικής εκπροσώπησης είναι τέτοια που φέρνει ένα καθαρό νεοναζιστικό κόμμα στην τρίτη θέση. Σε οικονομικό επίπεδο η Ελλάδα ζει μια φρίκη χωρίς τέλος, και το σπουδαιότερο είναι ότι εκλείπουν λόγοι αισιοδοξίας ή πιο απλά εργαλεία ανάκαμψης: Τα μνημόνια ολοκληρώνονται, έχοντας όμως οικοδομήσει τη μνημονιακή Ελλάδα, η Ευρωζώνη διατηρεί καθεστώς επιτήρησης και επιτροπείας, οι σφιχτοί και πλεονασματικοί προϋπολογισμοί είναι διακομματικό κεκτημένο σεβαστό τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά, ενώ τα ευρωπαϊκά πακέτα και τα νέα σχέδια Μάρσαλ ανήκουν είτε στο παρελθόν είτε στη φαντασία. Τρόποι ανάκαμψης δεν υπάρχουν. Από την άποψη αυτή, υπάρχει πραγματικά ένα «τέλος» σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

4. Ο κοινός ευρωπαϊκός βηματισμός

Αν και η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, οι τάσεις που ισχύουν εδώ με καθυστέρηση ή και στρεβλότητα αφορούν γενικότερες τάσεις που κυριάρχησαν στον ευρωπαϊκό χώρο, και ειδικά στο νότιο τμήμα του: Το τέλος των σαράντα ένδοξων χρόνων και η είσοδος στην παρατεταμένη κρίση. Ο εκδημοκρατισμός και η ομαλή μετάβαση χωρών της Ν. Ευρώπης στην αστική δημοκρατία. Η κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας. Η υποχώρηση των επαναστατικών ιδεών και των αντικαπιταλιστικών εξεγέρσεων. Η ενσωμάτωση της Αριστεράς. Η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού. Η κοινή επιλογή της ενωμένης Ευρώπης. Η ανάδυση της νομισματικής ένωσης ως κορυφαίου συμβόλου. Η ολοκληρωτική μετάλλαξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Η κρίση της Ευρωζώνης και η ασφυξία της περιφέρειάς της. Όλα αυτά, σηματοδοτούν μια πορεία με κοινές αναφορές σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Οι αρχές της δεκαετίας του 70 βρίσκουν την ήπειρο σε αναζήτηση ταυτότητας. Η κρίση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων σε Δύση και Ανατολή οδηγεί τις βασικές δυνάμεις της ηπείρου στην επιλογή της Κοινής Ευρωπαϊκής Αγοράς. Η ΕΣΣΔ δεν αποτελεί πλέον την απειλή του παρελθόντος, είναι εμφανής η πρόθεσή της για ακόμη μεγαλύτερη συνεννόηση. Οι ΗΠΑ λαχανιάζουν από την κρίση του 73 και δεν αποτελούν τον μοναδικό και ισχυρό εγγυητή της ευρωπαϊκής ηπείρου απέναντι στον εξ ανατολών κίνδυνο. Οι τριγμοί των εξεγέρσεων των εργατικών και νεολαιίστικων ξεσπασμάτων (Μάης), αλλά και οι ένοπλες αμφισβητήσεις της τάξης, έχουν πλέον σιγήσει στις τρεις βασικές ηπειρωτικές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). Στη Μ. Βρετανία ο νεοφιλελευθερισμός εξαπολύει την αντεπίθεσή του. Η κεντροαριστερά και η Αριστερά οδηγούνται όλο και περισσότερο στο ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Οι ανατροπές του 89-91, η πτώση του υπαρκτού, οι ΗΠΑ ως απομένουσα μονοκρατορία και η επανένωση της Γερμανίας επιβεβαιώνουν την προηγούμενη πορεία. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση μέσα από αντιφάσεις και καθυστερήσεις επιταχύνει την απόπειρα να καταστήσει την ΕΟΚ (ΕΕ) παγκόσμια πολιτική και οικονομική δύναμη.

Η ελληνική μεταπολίτευση αν και με σημαντικές ιδιαιτερότητες ακολουθεί σε γενικές γραμμές και με σημαντικές καθυστερήσεις την πορεία της ευρωπαϊκής ηπείρου. Από την τριπλή υπόσταση της Ελλάδας (χώρα μεσογειακή, βαλκανική, ευρωπαϊκή), στη μεταπολιτευτική περίοδο κυριαρχεί ο ευρωπαϊκός της προσδιορισμός. Δεν ήταν βεβαίως έτσι σε όλη την διάρκεια του 20ου αιώνα. Στις αρχές του και μέχρι και το μεσοπόλεμο βαρύνουσα σημασία έχει η βαλκανική αναφορά με τον τελικό καθορισμό των συνόρων με τους γείτονες. Μεταπολεμικά κυριαρχεί η μεσογειακή διάσταση με την Ελλάδα ως προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ στα κομμουνιστικά Βαλκάνια και ως γέφυρα με την Ανατολή. Μεταπολιτευτικά είναι η ευρωπαϊκή αναφορά κυριαρχεί. Ιστορικά, η τριπλή υπόσταση του ελληνικού σχηματισμού είναι παρούσα, αλλά σε κάθε φάση κυριαρχεί κάποια διάσταση.

5. Από την αμερικανοκρατία στον ευρωπαϊσμό.

Η παραδοσιακή αγγλόφιλη πολιτική των αστικών κομμάτων στις αρχές του 20ου αιώνα και προπολεμικά, έδωσε τη θέση της στην αμερικανοκρατία κατά τη διάρκεια και μετά τον εμφύλιο. Η απόλυτη πρόσδεση της χώρας στο άρμα των ΗΠΑ υπό το φόβο της κομμουνιστικής απειλής του ηττημένου ΚΚΕ και των βόρειων γειτόνων, αποτέλεσε αδιαμφισβήτητη επιλογή της ελληνικής άρχουσας τάξης από τη δεκαετία του 40 μέχρι και την πτώση της χούντας. Η πρεσβεία καθόριζε σχεδόν τα πάντα, από την εκλογή του αρχηγού της Δεξιάς παράταξης, μέχρι το ανεβοκατέβασμα κυβερνήσεων. Το γεγονός της ίδιας της δικτατορίας και της αμέριστης υποστήριξής της από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, η τραγωδία της Κύπρου, και το αντιιμπεριαλιστικό και αντιαμερικανικό αίσθημα του ελληνικού λαού, οδηγούν σε μια βαθμιαία, σιγανή, αλλά ισχυρή αλλαγή. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ιδιαίτερες και βαθιές σχέσεις εξάρτησης από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ο ευρωπαϊσμός γίνεται κυρίαρχος στην ελληνική άρχουσα τάξη.

Είναι μια αλλαγή που περνάει σχετικά απαρατήρητη καθώς στην Αριστερά κυριαρχεί (ή έστ κυριαρχούσε μέχρι τα μνημόνια) η μονοσήμαντη αντιπαράθεση στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ακόμη χειρότερα, η πρόσδεση στον ευρωπαϊσμό αποκτά κίβδηλη προοδευτική και αριστερή ταυτότητα καθώς θεωρείται αξιοπρεπές πέρασμα ανάμεσα στη Σκύλλα των ΗΠΑ και στη Χάρυβδη της ΕΣΣΔ. Αυτή η τρομακτική καθυστέρηση έχει επιπτώσεις, καθώς μεγάλο μέρος της Αριστεράς κληρονόμησε την ευρωπαϊκή ιδεοληψία, και σήμερα, τη στιγμή που ο βασικός αντίπαλος για μια φιλολαϊκή διέξοδο της χώρας είναι το ευρωενωσιακό πλαίσιο, αυτό θεωρείται ιερό και απαραβίαστο.

Το πέρασμα από την αμερικάνικη στην ευρωπαϊκή επιρροή συντελείται με ομαλό και βαθμιαίο τρόπο σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Ορόσημα είναι η φιλογαλλική στάση της κυβέρνησης Καραμανλή, η ένταξη στην ΕΟΚ υπό διακομματική συναίνεση, το κοινό ευρωπαϊκό πόρισμα των ΚΚΕ-ΕΑΡ, ο ομόθυμος εθνικός στόχος του 1992 και η έγκριση της συνθήκης του Μάαστριχτ, ο νέος εθνικός στόχος της ένταξης στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ (ΟΝΕ) και η ανοικτά γερμανόφιλη κυβέρνηση Σημίτη. Και φυσικά, η κατάσταση αποκτά άλλα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά σήμερα, κατά την εποχή της «αποικίας χρέους». Οι αμερικανικές επιρροές δεν λείπουν, αφορούν όμως κατεξοχήν το γεωπολιτικό, το στρατιωτικό – κατασταλτικό και αρκετά λιγότερο το πολιτικό επίπεδο. Πολιτικά και οικονομικά, η πρόσδεση στο ευρωπαϊκό άρμα είναι αναμφισβήτητη.

6. Ο μεταπρατικός προσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας.

Μέχρι τον Β Π.Π. η ελληνική οικονομία παραμένει κυρίως γεωργική με σταδιακή ανάπτυξη της βιοτεχνίας. Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ου γίνονται δειλές προσπάθειες εκβιομηχάνισης, ενώ οι περιορισμένες αναλαμπές αφορούν τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, την ανάπτυξη της ναυτιλίας, την υποτυπώδη συγκρότηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Μεταπολεμικά η ένταξη της Ελλάδας στο σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, το σχέδιο Μάρσαλ, η ολοκληρωτική πρόσδεση στον αμερικανικό παράγοντα, η υποτίμηση της δραχμής και οι ευνοϊκοί διεθνείς όροι δημιουργούν τους όρους για μια στροφή στην εκβιομηχάνιση ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι σταθερά υψηλοί (άνω του 7% για μια δεκαπενταετία). Το εμπόριο απελευθερώνεται και οι ξένες επενδύσεις αντιμετωπίζονται με ένα εξαιρετικά προστατευτικό πλαίσιο. Η ανάπτυξη της ναυτιλίας και του τουρισμού αποτελούν σταθερές πηγές συναλλάγματος. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την πολιτική παροχών στο μεγάλο και στο ξένο κεφάλαιο.

Μεταπολιτευτικά η είσοδος στην παρατεταμένη παγκόσμια οικονομική κρίση, το τέλος της χρυσής εποχής του καπιταλισμού, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και το άνοιγμα των αγορών και κυρίως η υπαγωγή της Ελλάδας στις ντιρεκτίβες της ευρωπαϊκής ενοποίησης συντελούν σε μια ριζική αλλαγή στις κλίμακες, τις ποιότητες και τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας. Η πρωτογενής και δευτερογενής παραγωγή κατέρρευσε με την έκθεση στο διεθνή ανταγωνισμό. Οι ποσοστώσεις και οι άνωθεν επιβαλλόμενοι ευρωπαϊκοί καταμερισμοί στην εγχώρια παραγωγή αποτέλεσαν τη χαριστική βολή. Η κατεύθυνση της ελληνικής οικονομίας έχει οριστικά αλλάξει από τη μεταπολεμική περίοδο. Κυρίαρχος πλέον είναι ο μεταπρατισμός, οι υπηρεσίες, το διαμετακομιστικό εμπόριο. Ο μεταπρατικός χαρακτήρας δεν ορίζει μόνο μια νέα χαμηλότερη και πιο ευάλωτη ποιότητα στην οικονομία. Αποτυπώνεται και στα μεγέθη της ανάπτυξης. Μετά τους υψηλούς ρυθμούς της προδικτατορικής περιόδου, κατά την πρώτη εικοσαετία της μεταπολίτευσης ο ρυθμός ανάπτυξης περιορίζεται στο 1,5%, για να ανέβει την επόμενη δεκαπενταετία στο 3,4% χάρη στο πιστωτικό άνοιγμα, τις φούσκες των κατασκευών, τα μεγάλα έργα και τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την εύκολη ρευστότητα λόγω του ευρώ. Αυτό όμως που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ευεργέτημα, στην περίπτωση της διαλυμένης παραγωγικής βάσης ήταν η χαριστική βολή στον κρόταφο. Μετά το 2004, η κατάρρευση αναβλήθηκε για λίγο χάρη στην πιστωτική επέκταση, για να εκδηλωθεί σε όλη της την έκταση κατά την παγκόσμια κρίση του 2008.

7. Ο ευρωπαϊκός δρόμος προς τη χρεοκοπία

Η σημερινή κατάρρευση είναι αποτέλεσμα όλων των προηγούμενων δεκαετιών και του μοντέλου που επιβλήθηκε. Η πρόσφατη πραγματική ελληνική χρεοκοπία και ακόμη περισσότερο η αυτοκαταστροφική εμμονή στο χρεοκοπημένο πλαίσιο φέρει ολοκληρωτικά την ευρωπαϊκή σφραγίδα. Ο ευρωπαϊσμός και οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές του προεκτάσεις είναι ο βασικός ένοχος της σημερινής καταστροφής.

Ο αγροτικός τομέας συρρικνώθηκε. Μέσω των επιδοτήσεων και της πρώτης ευφορίας οι καλλιέργειες τροποποιήθηκαν, ενώ παραδοσιακοί τομείς εξαφανίστηκαν. Με την παγκοσμιοποίηση και την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τσακίστηκε ο εξαγωγικός προσανατολισμός της ελληνικής γεωργίας, ενώ άρχισαν να εισάγονται προϊόντα που υπό κανονικές συνθήκες θα παράγονταν στην Ελλάδα. Ο αγροτικός κόσμος έγινε αντικείμενο χειρισμών και συντονισμένου εκμαυλισμού για να αφεθεί στο χείλος του γκρεμού όταν τέλειωσε ο δρόμος των επιδοτήσεων. Η ευρωποποίηση στον πρωτογενή τομέα, πέρα από ξεπατώματα και καλλιέργειες περιορισμένου βάθους μας κληρονόμησε άφθονους περιορισμούς και ποσοστώσεις.

Η μεταποιητική βιομηχανία υπό το βάρος του διεθνούς ανταγωνισμού και χωρίς προστατευτικά οικονομικά, διαρθρωτικά και νομισματικά εργαλεία, έφτασε στο τέλος της. Οι κρατικοποιήσεις των κυβερνήσεων Καραμανλή και των πρώτων κυβερνήσεων Παπανδρέου φόρτωσαν στο κράτος ελλείμματα κοινωνικοποιώντας τις ζημιές, ενώ οι βιομήχανοι απέδρασαν με υπερκέρδη. Στην πορεία όσες βιομηχανίες είχαν μείνει μετακόμιζαν στο εξωτερικό –υπό κρατική μάλιστα επιδότηση, ενώ ο ανταγωνισμός με τη φθηνά προϊόντα τρίτων χωρών αποτέλεσε τη χαριστική βολή.

Όλα τα παραπάνω συντελέσθηκαν υπό ευρωπαϊκή καθοδήγηση και σχεδιασμό, με άφθονες κοινοτικές οδηγίες – εντολές στις οποίες η ελληνική παραγωγή όφειλε να συμμορφωθεί. Από τις αγροτικές ποσοστώσεις μέχρι το κλείσιμο των ναυπηγείων, η παραγωγική διάλυση έχει ευρωπαϊκή σφραγίδα. Και αν η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1980 ήταν η πρώτη πράξη του έργου που οδήγησε στην παραγωγική διάλυση, η ένταξη στην ΟΝΕ το 1999 και η προηγούμενη πορεία προς αυτή την ένταξη απελευθέρωσε τις οδυνηρές συνέπειες στο σύνολό τους. Καθ’ όλη τη δεκαετία του 90 εφαρμόζεται η πολιτική της σκληρής δραχμής με περιοριστική εισοδηματική πολιτική, υψηλά επιτόκια και συγκρατημένη διολίσθηση. Η τελική –υψηλή- ισοτιμία ένταξης στο κοινό νόμισμα θα ήταν έκτοτε η συνεχής τροχοπέδη στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η συμμετοχή στην ΟΝΕ οδήγησε στην εκτόξευση του δανεισμού (καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια με ετήσια αύξηση 29,7% και 28,7% την περίοδο 2001-2008). Μια χώρα που δεν παράγει τίποτα, που είναι προσανατολισμένη ολοκληρωτικά στις υπηρεσίες (και μάλιστα χαμηλής ποιότητας), με διευρυνόμενο αρνητικό ισοζύγιο πληρωμών, κάποια στιγμή θα έφτανε αντικειμενικά στο αδιέξοδο.

8. Σχέσεις εξάρτησης με ταξικό πρόσημο

Το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, διαχρονικά και από τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους είναι η εξάρτηση. Είναι κεντρικό πρόβλημα γιατί αποτελεί το αντικειμενικό όριο που πάνω τους προσκρούσει οποιαδήποτε εθνική και κοινωνική απελευθερωτική πολιτική. Αυτό το όριο στη μεταπολίτευση δεν αποδυναμώθηκε, αντίθετα μετασχηματίστηκε και ενισχύθηκε, παρά τις διακηρύξεις για την «Ελλάδα που ανήκει στους Έλληνες» ή την «ισχυρή Ελλάδα». Βεβαίως ο ξένος παράγοντας δεν επεμβαίνει το ίδιο απροκάλυπτα με το παρελθόν, ούτε στέλνει στρατεύματα. Στις κρίσιμες όμως στιγμές, ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις (ας θυμηθούμε τις πρόσφατες Κάννες και την κυβέρνηση Παπαδήμου), σέρνει κόμματα σε μεταβολή 180 μοιρών (όπως την πάλαι ποτέ αντιμνημονιακή ΝΔ), ορίζει υπουργούς Οικονομικών (όλοι οι τελευταίοι είναι από την ίδια μήτρα), καθορίζει την κατεύθυνση της χώρας. Η εξάρτηση στη διάρκεια της μεταπολίτευσης είναι παρούσα, μετασχηματιζόμενη και εξελισσόμενη, η πορεία προς την ΕΕ και το ευρώ της δίνει θεσμική υπόσταση, και ειδικά με την είσοδο της χώρας στο μνημόνιο αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος.

«Η ουσία του ιμπεριαλισμού είναι η οικονομική του βάση», ισχυρίζονταν οι μαρξιστές πριν ένα αιώνα. Οι σχέσεις εξάρτησης καθορίζουν την κατεύθυνση, την ποιότητα, αλλά και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Χωρίς την αντιμετώπιση αυτού του κεντρικού ζητήματος, δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα προς την κοινωνική πρόοδο και δικαιοσύνη. Ούτε αναδιανομή, ούτε αντιμετώπιση της ανεργίας, ούτε επανίδρυση της δημοκρατίας δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν σπάσουν τα δεσμά εξάρτησης.

Και αντίθετα με την περιρρέουσα φιλολογία ενός τμήματος της Αριστεράς, οι σχέσεις εξάρτησης αποτελούν επιβαρυντικό και όχι ελαφρυντικό στοιχείο για την άρχουσα τάξη. Η επιλογή αυτή δεν γίνεται επειδή εν γένει «εκβιάζεται» από την ξένη κυριαρχία (παρόλο που και αυτό ορισμένες στιγμές μπορεί να συμβεί), αλλά επειδή είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για τη δική της αναπαραγωγή, με το μικρότερο δυνατό κόστος και χωρίς ρίσκα ή απώλειες. Οι εργαζόμενες τάξεις υπόκεινται σε διπλή εξοντωτική εκμετάλλευση, μια φορά από την εγχώρια ολιγαρχία, και άλλη μία φορά από τον ιμπεριαλισμό.

Η ελληνική άρχουσα τάξη σώθηκε κατά τη δεκαετία του 40 χάρη στις διαδοχικές ξένες επεμβάσεις Άγγλων και Αμερικάνων. Χρωστά την ύπαρξή της στον ξένο παράγοντα. Αυτό είναι κάτι που η ίδια η άρχουσα τάξη δεν μπορεί και δεν θέλει να το ξεχάσει. Άλλωστε η βασική επιλογή της ελληνικής άρχουσας τάξης, από την πρώτη στιγμή συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους υπήρξε η ανισότιμη ένταξη σε σφαίρες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή η στρατηγική επιλογή καθόρισε τις ποιότητες και τις δυναμικές σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής, πολιτιστικής ζωής.

Με αυτή τη στρατηγική της επιλογή, η ελληνική άρχουσα τάξη, όχι μόνο επέζησε, αλλά μπόρεσε να διαποτίσει με τη θεωρία της Ψωροκώσταινας ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας, ακόμη και των πολιτικών της αντιπάλων. Δεν είναι τυχαίο ότι η μοναδική φορά που συντεταγμένα απειλήθηκε η εξουσία της, αυτό έγινε από ένα κόμμα και ένα κίνημα που στην πρώτη γραμμή είχε βάλει την εθνική ανεξαρτησία και τη λαοκρατία, υπερασπίζοντας πολιτικά και επιστημονικά τη δυνατότητα να υπάρξει ένας άλλος δρόμος.

Στη διάρκεια της μεταπολίτευσης οι σχέσεις εξάρτησης εκσυγχρονίστηκαν και μετασχηματίστηκαν. Δεν ελάφρυναν όμως τον ζυγό, αντιθέτως έδεσαν πολύ πιο σφιχτά τα δεσμά της ξενικής κυριαρχίας. Πρωτεύουσα θέση πήρε η ΕΟΚ, μετέπειτα ΕΕ, και τελικά ο Γερμανικός παράγοντας. Ισχυρότερο εργαλείο αυτής της κυριαρχίας ήταν και παραμένει η βασική και αδιαπραγμάτευτη επιλογή της άρχουσας τάξης να «ανήκει η Ελλάδα στη Δύση», επιλογή που εσχάτως αναγνωρίστηκε δημόσια και ρητά και από την αριστερή αξιωματική αντιπολίτευση. Το να ανήκει η Ελλάδα στη Δύση αποτελεί την επιλογή της άρχουσας τάξης και αυτή η επιλογή φέρει βαρύ το στίγμα των ταξικών σχέσεων και της κοινωνικής εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων. Στην Ελλάδα το εθνικό διαπλέκεται με το ταξικό και η κοινωνική αξιοπρέπεια προϋποθέτει την εθνική.

9. Η κοινωνία των μικρομεσαίων και η κατασκευή της συναίνεσης.

Η ελληνική κοινωνία άλλαξε ραγδαία μεταπολεμικά. Η καταστροφική ναζιστική κατοχή, αλλά και ο εμφύλιος οδήγησε σε κοινωνικούς, οικονομικούς, χωροταξικούς μετασχηματισμούς. Παρά την (περιορισμένη και προβληματική) εκβιομηχάνιση, η Ελλάδα συγκροτήθηκε βασισμένη στη ραχοκοκαλιά των μικρομεσαίων, μια ετερογενή θάλασσα που δεν πολώθηκε ταξικά, εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης της ελληνικής οικονομίας. Η εργατική τάξη δεν άγγιξε τα ποσοστά των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, η μισθωτή σχέση παρουσίαζε ισχυρές διακυμάνσεις, η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προχώρησε αργά και περιορισμένα, αφήνοντας χώρο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο αγροτικός κλήρος παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένος.

Όλα τα παραπάνω αποτύπωσαν συγκεχυμένες κοινωνικές σχέσεις και ανταγωνισμούς. Οι «μη προνομιούχοι» κατά τον Α. Παπανδρέου συμπεριελάμβαναν ένα τεράστιο μέρος όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά ή πολιτικά αδικημένων δυνάμεων. Αυτή ήταν η υλική βάση της οικοδόμησης των άρρητων κοινωνικών συμβολαίων της μεταπολίτευσης και έδωσε τη δυνατότητα κατασκευής μιας ευρείας συναίνεσης ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα που εξέφρασαν παλιά ή νέα αστικά στρώματα και στην ελληνική κοινωνία. Η συναίνεση τελείωσε μόλις πολύ πρόσφατα με την είσοδο της χώρας στο μνημόνιο και την πρωτόγνωρη οικονομική και κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Σε αυτό το πλαίσιο υπήρξε το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης. Βάσει αυτού του συμβολαίου υπήρξε ένα διαχρονικό modus vivendi ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα και την πολιτική εξουσία. Επιδοματική πολιτική, κατακερματισμός, εξαγορά, λίπος που συσσωρεύτηκε, φοροδιαφυγή και κλείσιμο του ματιού. Η διαπλοκή διαχύθηκε προς τα κάτω. Με συντεταγμένες κινήσεις των «από πάνω» διαμορφώθηκε μια κοινωνία που εθίστηκε στο χρηματισμό, τη μίζα, τις πελατειακές σχέσεις, τους κομματικούς στρατούς με οικονομικά και κοινωνικά ανταλλάγματα. Σήμερα, με την είσοδο της χώρας στο μνημόνιο, όχι απλά διαλύεται και «προλεταριοποιείται» η μεγάλη μάζα των μικρομεσαίων, αλλά στερεύουν και οι δυνατότητες εξαγοράς και απόσπασης της κοινωνικής συναίνεσης από το πολιτικό σύστημα. Αυτή η διπλή οικονομική και κοινωνική διαδικασία ορίζει τις σταθερές μιας σημαντικής, εκ βάθρων αλλαγής στην ελληνική κοινωνία που θα συνεχιστεί και θα ολοκληρωθεί τα επόμενα χρόνια.

10.Τα κόμματα και η πολιτική υπό την ελληνική ιδιομορφία.

Η συγκρότηση των μεταπολιτευτικών κομμάτων έγινε υπό το βάρος της τομής με το δικτατορικό και προδικτατορικό παρελθόν. Τα νέα πολιτικά κόμματα έπρεπε να οριστούν σε συνέχεια, αλλά κυρίως σε ασυνέχεια με το πρόσφατο παρελθόν τους. Στη νέα κατάσταση, η κλασική Δεξιά εκσυγχρονίστηκε (συχνά θεαματικά στα μάτια των υποστηρικτών της» σε μια σχετικά σύγχρονη ευρωπαϊκή κεντροδεξιά παράταξη που δεν αμφισβήτησε ποτέ ξανά την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ταυτόχρονα και η κεντροαριστερά αρνήθηκε την αρνητική κληρονομιά του προδικτατορικού κέντρου και όρισε το ζωτικό της χώρο, με την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.

Το δίπολο Δεξιά – Αντιδεξιά καθόρισε την εξέλιξη των πραγμάτων σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο το σκληρό παρελθόν του εμφυλίου, το κράτος του χωροφύλακα, οι κοινωνικοί αποκλεισμοί της εαμογενούς μάζας, η αμερικανοστήρικτη χούντα. Ως αποτέλεσμα, η ρεβάνς ενάντια στη Δεξιά με όχημα το ΠΑΣΟΚ προϋπέθετε τη λεηλασία της Αριστεράς. Στόχος, στον οποίο ο Αν. Παπανδρέου ανταποκρίθηκε πλήρως.

Οι πολιτικοί και κομματικοί ανταγωνισμοί, σε μεγάλο βαθμό αφορούσαν ιστορικές αιτίες. Οι κοινωνικές και οικονομικές συγκρούσεις, αν και παρούσες, δεν έπαιξαν τον πρωτεύοντα ρόλο. Η ιδιαίτερη ελληνική ιστορία, κατά τον πόλεμο, την Αντίσταση και βεβαίως μετεμφυλιακά, δημιούργησε μια εγχώρια ιδιαιτερότητα μιας υπερπολιτικής κοινωνίας, που έκρυβε τους καθαρούς ταξικούς διαχωρισμούς. Η «λαϊκή δεξιά» αλλά και η πρόσφατη εκτίναξη της Χρυσής Αυγής στις λαϊκές και φτωχές περιοχές, δείχνουν ότι η πολιτική έκφραση στην Ελλάδα είχε ένα μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας από αυτόν της Δυτικής Ευρώπης.

Ακόμη και σήμερα, η αντίθεση Δεξιά – Αντιδεξιά παίζει ρόλο, αν και ο κύριος φορέας του αντιδεξιού λόγου, το ΠΑΣΟΚ, βαίνει προς εξαφάνιση. Το νέο ωστόσο στοιχείο είναι το άτεγκτο και απαραβίαστο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Αυτό το πλαίσιο, αποδεκτό τόσο από τη Δεξιά όσο και από την επελαύνουσα κυβερνώσα Αριστερά, είναι κανό να γεφυρώσει τις χαώδεις ιστορικές διαφορές, καθώς οι βαθμοί ελευθερίας και διαφοροποίησης μέσα στο μνημονιακό μονόδρομο είναι ανύπαρκτοι.

Σε όλη την πορεία της μεταπολίτευσης, το κράτος, τα κόμματα και η πολιτική ακολούθησαν (με μικρότερη ή μεγαλύτερη διαφορά φάσης) την εξέλιξη της οικονομίας και της κοινωνίας, επιδρώντας με τη σειρά τους πάνω σε αυτή. Το ενδιαφέρον στοιχείο της τρίτης και τελευταίας φάσης της μεταπολίτευσης, είναι ότι στην εποχή των τεράτων δεν έχει ακόμη γεννηθεί το καινούριο. Η ρευστή ακόμη υλική βάση δεν έχει διαμορφώσει ακόμα ένα σταθερό και σχετικά βιώσιμο πολιτικό εποικοδόμημα. Αυτό σημαίνει δυνατότητες και για το καλύτερο και για το χειρότερο.

11. «Όχι άλλη μεταπολίτευση»

Ο Α. Παπανδρέου χαρακτήρισε –με υπερβολικό τρόπο και κατακρίθηκε για αυτό- ως «αλλαγή φρουράς» τη μεταπολίτευση. Είχε όμως δίκιο από τη σκοπιά του ποιος ορίζει την πορεία και την εξέλιξη των πραγμάτων. Υπήρξε βαθιά τομή και αλλαγή στην κατεύθυνση του αστικού εκσυγχρονισμού, ακολουθώντας το νήμα της Ευρώπης. Σήμερα το ερώτημα δεν αφορά μια πολιτική μετατόπιση ή αλλαγή, αλλά την πραγματική αλλαγή (ρήξη, ανατροπή και αποδέσμευση) από το πλαίσιο που στρατηγικά, συμφωνημένα και φανατικά υποστηρίζουν η ντόπια άρχουσα τάξη και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Αυτό είναι το κρίσιμο καθήκον που έχουν να αντιμετωπίσουν οι λαϊκές αριστερές και κομμουνιστικές δυνάμεις. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αναμφισβήτητη αλλαγή. Για πρώτη φορά ένα κόμμα (ο ΣΥΡΙΖΑ) που δεν είναι γέννημα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, αλλά και δεν ανήκει στο κλασικό δίπολο «Δεξιά, Αντιδεξιά» βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την εξουσία. Οι πολιτικοί και κοινωνικοί συμβολισμοί είναι ισχυροί και αναμφισβήτητοι.

Η πρόκληση όμως είναι να μην υπάρξει μια «άλλη μεταπολίτευση», με την έννοια της αλλαγής φρουράς, της ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού, της διαδοχής διαφορετικών μορφών, που τείνουν όμως στη διατήρηση της ίδιας κατάστασης. Η πρόκληση είναι να υπάρξει μια νέα εποχή, μια ριζικά διαφορετική στρατηγική επιλογή για τη χώρα και τον εργαζόμενο κόσμο της. Με ρήξεις, ανατροπές, συγκρούσεις, συνείδηση των δυσκολιών και αποφυγή των ευκολιών που -ίσως- κυοφορούν τραγωδίες και για την κοινωνία και για την Αρτιστερά. Και σε αυτή την πρόκληση δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται καμιά σημαίνουσα και ισχυρή πολιτική δύναμη.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *