Πότε η ελληνική Δεξιά θα σταματήσει να τρώει από την τρομοκρατία;

Η οργάνωση 17 Νοέμβρη είναι ο μήνας που θρέφει τους έντεκα. Εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες έχει γίνει το αγαπημένο χαρτί της ελληνικής Δεξιάς και του ακραίου Κέντρου, αυτό που ανασύρεται κάθε τρεις και λίγο, ειδικά σε περιόδους πολιτικής πίεσης. Είναι το αγαπημένο θέμα των δημοσιολόγων της εξουσίας, που εμμονικά θυμούνται κάθε τόσο, τάχα επειδή η ελληνική κοινωνία δεν έχει κάνει τους λογαριασμούς της με την τρομοκρατία. Στην πραγματικότητα, απλώς υπάρχει ένας πολιτικός κύκλος της αστικής τάξης που θρέφεται, επιβιώνει και αναπαράγεται, επικαλούμενος την τρομοκρατική δράση της 17 Νοέμβρη και του Κουφοντίνα.

Κάθε ευρωπαϊκή χώρα που έζησε τραυματικά το κύμα της ένοπλης βίας, από τη Γαλλία μέχρι την Ισπανία και από τη Γερμανία μέχρι την Ιταλία, έχει πάρει προ πολλού την πρωτοβουλία να κλείσει τον κύκλο της ένοπλης τρομοκρατίας. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν κυριαρχούν πλέον στην πολιτική συζήτηση της Ιταλίας, και ας μετρούν στα θύματά τους έναν δολοφονημένο πρωθυπουργό, έχοντας τριπλάσια θύματα και πολλαπλάσια δράση από την 17 Νοέμβρη. Ο ίδιος ο εκτελεστής του Άλντο Μόρο, καταδικάστηκε μεν έξι φορές ισόβια, αλλά είκοσι χρόνια μετά τη δολοφονία και δεκαπέντε μόλις χρόνια μετά τη δίκη, το 1998, πήρε χάρη, δουλεύει έξω από τη φυλακή και επιστρέφει σε αυτήν τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα. Ο κύκλος της ένοπλης βίας στην Ιταλία έκλεισε πολιτικά. Και μάλιστα έκλεισε, περιορίζοντας και τις ποινές.

Στην Ελλάδα όμως ο Κουφοντίνας είναι το αγαπημένο θέμα των ΜΜΕ και των παραγόντων της Δεξιάς και του ακραίου Κέντρου. Ένας κυνικός σχολιαστής θα έλεγε ότι κανονικά πρέπει να του ανάψουν λαμπάδα. Τριανταένα χρόνια μετά τη δολοφονία του Μπακογιάννη, η ελληνική κυβέρνηση παραβίασε συστηματικά διατάξεις του νόμου για να του απαγορεύσει τις άδειες, πέρασε φωτογραφική διάταξη για να του απαγορεύσει την έκτιση ποινής σε αγροτική φυλακή, παραβιάζει και τον νόμο που η ίδια ψήφισε στέλνοντάς τον στις φυλακές Δομοκού και όχι Κορυδαλλού, και ούτω καθεξής, καθώς ο κατάλογος των ανομιών της εκτελεστικής εξουσίας δεν έχει τελειωμό.

Ναι, αλλά ο Κουφοντίνας είναι αμετανόητος τρομοκράτης ουρλιάζουν εν χορώ οι πολιτικά, δημοσιογραφικά και κοινωνικά σιτιζόμενοι από την εκμετάλλευση της τρομοκρατίας και των θυμάτων της.

Ναι, αλλά η δημοκρατία είναι δημοκρατία επειδή οι νόμοι της εφαρμόζονται ίσα για όλους. Είτε πρόκειται για αμετανόητους δολοφόνους, είτε για σήριαλ κίλερ, είτε για δολοφόνους παιδιών, είτε για όλα τα παραπάνω μαζί.

Αυτή άλλωστε είναι η θεμελιώδης παραδοχή του κράτους δικαίου. Ότι δηλαδή ο νόμος εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους. Τουλάχιστον αυτό ζήτησε και πέτυχε η Γαλλική Επανάσταση, 230 χρόνια πριν, έστω και αν ο Χρυσοχοΐδης με τον Μητσοτάκη διαφωνούν.

Αν η ποινή λοιπόν είναι ανασκολοπισμός, σύμφωνοι, να τον ανασκολοπίσουμε. Αν η ποινή είναι ψήσιμο στην ηλεκτρική καρέκλα, να τον ψήσουμε. Αν είναι θάνατος δια του λιθοβολισμού, καμιά αντίρρηση. Να τον πάμε σε ένα λατομείο να τον λιθοβολήσουμε μέχρι να πεθάνει. Αν η ποινή είναι ισόβια, να εκτίσει ισόβια.

Αν όμως ο νόμος προβλέπει άδειες, ανεξαρτήτως του είδους των αδικημάτων, να απαγορεύσουμε τις άδειες ειδικά για αυτόν;

Αν προβλέπει δικαίωμα μειωμένης ποινής, να το καταργήσουμε;

Αν προβλέπει δικαίωμα έκτισης της ποινής σε αγροτικές φυλακές, να το διαγράψουμε;

Το ελληνικό κράτος παλεύει να έχει και το σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη.

Και να παριστάνει ότι είναι σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου με σωφρωνιστικό και όχι εκδικητικό χαρακτήρα, αλλά και να εφαρμόζονται οι διατάξεις και οι νόμοι διασταλτικά, ανάλογα με το αν ο κρατούμενος μας αρέσει ή όχι, ή ανάλογα με το αν το τζογάρισμα στην ελληνική τρομοκρατία και στα θύματά της, κρατά στον αφρό τον Χρυσοχοΐδη, την οικογένεια Μητσοτάκη και τα εξαπτέρυγά τους.

Μιλώντας από τη σκοπιά του κράτους δικαίου, οι όροι έκτισης της ποινής για έναν κρατούμενο δεν μπορεί να εξαρτώνται από το κέφι των κυβερνώντων. Από τη στιγμή που το δικαστήριο αποφασίσει την ποινή, ο κρατούμενος υπόκειται στους νόμους και στις διατάξεις που ΄χουν καθολική ισχύ και όχι φωτογραφική εφαρμογή.

Εκτός κι αν δεν έχουμε δημοκρατία με νόμους και κανόνες που ισχύουν για όλους, αλλά «δημοκρατία» με νόμους και κανόνες που εφαρμόζονται αλά καρτ, κατά το δοκούν, κατ’ εξαίρεση, κατά τις επιθυμίες τέλος πάντων των «νομίμων ιδιοκτητών» της χώρας.

Αν όμως είναι έτσι, αναιρείται και το μέγα επιχείρημα της αντιτρομοκρατικής υστερίας και όσων κρατιούνται στον αφρό της δημόσιας σφαίρας χάρη σε αυτήν: Ότι δηλαδή ο Κουφοντίνας και οι συν αυτώ δεν ήταν ούτε επαναστάτες, ούτε εκ πολιτικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων ορμώμενοι. Ήταν κοινοί δολοφόνοι, στυγνοί εγκληματίες, του κοινού ποινικού δικαίου, του χειρίστου είδους, κλπ. (Τα παραπάνω τα διαβάζουμε με τον προσήκοντα θεατράλε αποτροπιασμό του προσώπου μας).

Αν ο Κουφοντίνας είναι κοινός δολοφόνος, εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου, γιατί το ελληνικό κράτος δικαίου δεν τον μεταχειρίζεται ως τέτοιο;

Γιατί αυτός ο εξαιρετισμός;

Δεν καταλαβαίνουν όσοι αλυχτούν για την τρομοκρατία, ότι με τον τρόπο που συμπεριφέρονται στους καταδικασμένους τρομοκράτες, τους αναβαθμίζουν σε κάτι άλλο από «κοινούς εγκληματίες»;

Ή στην πραγματικότητα βολεύονται από κάτι τέτοιο γιατί συντηρούν μια ένταση και μια βεντέτα που τους επιτρέπει να αρμέγουν πολιτικά κέρδη εις το διηνεκές;

Η ελληνική άρχουσα τάξη θα ήθελε να παραστήσει ότι κυβερνά ένα σύγχρονο φιλελεύθερο ευρωπαϊκό κράτος.

Δεν μπορεί.

Έχει βαθιά μέσα της την ιδιοκτησιακή αντίληψη της εξουσίας. Κόβει και ράβει το Σύνταγμα και τους νόμους ανάλογα με τα μικροπολιτικά και συγκυριακά της οφέλη. Ο φιλελευθερισμός του ελληνικού αστισμού είναι της πλάκας. Μόνο για να ακκίζονται μεταξύ τους οι τάχατες διανοητές του.

Πέραν τούτου, απλώς τρώνε από τα έτοιμα.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *