Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης

Το antapocrisis αναδημοσιεύει αποσπάσματα από το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου «Παγκόσμια ανισότητα» του Branko Milanovic, οικονομολόγου που εστιάζει στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο σερβοαμερικάνος οικονομολόγος υποστηρίζει με στοιχεία ότι κατά την τελευταία εικοσιπενταετία από την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης ωφελήθηκαν οι μεσαίες τάξεις των αναπτυσσόμενων χωρών (κυρίως της Ασίας) καθώς και το πλουσιότερο 1% των αναπτυγμένων χωρών. Αντίθετα, έχασαν οι μεσαίες τάξεις των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης. Η συγκεκριμένη μελέτη έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς συνδέεται με καινούριες πολιτικές συμπεριφορές των μεσαίων στρωμάτων σε ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση προκαλώντας ισχυρή κρίση στη μέχρι σήμερα πολιτική αντιπροσώπευση.

Ποιοι ωφελήθηκαν από την παγκοσμιοποίηση;

Τα οφέλη από την παγκοσμιοποίηση δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα.

Το Διάγραμμα 1.1 απεικονίζει πώς έχουν ακριβώς τα πράγματα. Παριστώντας γραφικά την ποσοστιαία αύξηση του εισοδήματος ως προς το αρχικό εισόδημα, μπορούμε να δούμε ποιες εισοδηματικές ομάδες ωφελήθηκαν περισσότερο τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο οριζόντιος άξονας παρουσιάζει τα εκατοστημόρια της κατανομής εισοδήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία ξεκινά από τους φτωχότερους ανθρώπους στον κόσμο στα αριστερά και φτάνει στους πλουσιότερους (το «πλουσιότερο 1% παγκοσμίως») στο δεξιό άκρο. (Η κατάταξη των ανθρώπων γίνεται με βάση το μετά από φόρους κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών, εκφρασμένο σε δολάρια ίσης αγοραστικής δύναμης για λεπτομέρειες σχετικά με το πώς γίνονται οι συγκρίσεις εισοδήματος μεταξύ χωρών, βλ. Παρέκβαση 1.1.)  Ο κατακόρυφος άξονας παρουσιάζει τη σωρευτική αύξηση του πραγματικού εισοδήματος (δηλαδή του αποπληθωρισμένου και αναπροσαρμοσμένου με βάση τις διαφορές στα επίπεδα τιμών εισοδήματος) από το 1988 μέχρι το 2008.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1.1 Σχετική αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος ως προς το επίπεδο του παγκόσμιου εισοδήματος, 1988-2008. Το διάγραμμα παρουσιάζει τη σχετική (ποσοστιαία) αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών (μετρημένου σε διεθνή δολάρια 2005) από το 1988 μέχρι το 2008, σε διαφορετικά σημεία της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος (ξεκινά από το φτωχότερο παγκόσμιο εικοστημόριο, στο 5, και φθάνει στο πλουσιότερο παγκόσμιο εκατοστημόριο, στο 100). Η αύξηση του πραγματικού εισοδήματος ήταν μεγαλύτερη μεταξύ των ατόμων που βρίσκονται περί το 50ό εκατοστημόριο της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος (τον διάμεσο, στο σημείο Α) και μεταξύ των πλουσιότερων ατόμων (του πλουσιότερου 1%, στο σημείο Γ). Ήταν χαμηλότερη μεταξύ όσων βρίσκονται γύρω από το 80ό εκατοστημόριο παγκοσμίως (σημείο Β), οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκουν στην κατώτερη μεσαία τάξη των πλούσιων χωρών.
Πηγή δεδομένων: Lakner & Milanović (2015)

Η 20ετία αυτή συμπίπτει σχεδόν επακριβώς με το διάστημα που μεσολάβησε από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Καλύπτει την περίοδο που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «υψηλή παγκοσμιοποίηση», περίοδο κατά την οποία μπήκαν στη σφαίρα της αλληλεξαρτώμενης παγκόσμιας οικονομίας πρώτα η Κίνα, με πληθυσμό άνω του ενός δισεκατομμυρίου κατοίκους, και κατόπιν οι οικονομίες κεντρικού σχεδιασμού της Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης, με περίπου μισό δισεκατομμύριο κατοίκους. Εδώ μπορεί να συμπεριληφθεί ακόμα και η Ινδία αφού, χάρη στις μεταρρυθμίσεις των αρχών της δεκαετίας του 1990, η οικονομία της αύξησε τον βαθμό ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια. Την περίοδο αυτή σημειώθηκε επίσης η επανάσταση των επικοινωνιών, η οποία επέτρεψε στις επιχειρήσεις να μετεγκαθιστούν εργοστάσια σε μακρινές χώρες, όπου μπορούν να επωφελούνται από τη φθηνή εργασία αλλά να διατηρούν πάντα τον έλεγχο. Έτσι προέκυψε η διπλή σύμπτωση από τη μια του ανοίγματος των «περιφερειακών» αγορών και από την άλλη της δυνατότητας των χωρών του πυρήνα να απασχολούν εργατικό δυναμικό από τις χώρες της περιφέρειας επιτόπου. Από πολλές απόψεις, τα χρόνια που προηγήθηκαν της χρηματοπιστωτικής κρίσης χαρακτηρίζονταν από τον μεγαλύτερο βαθμό παγκοσμιοποίησης στην ανθρώπινη ιστορία.

Όμως τα οφέλη, πράγμα ίσως όχι απροσδόκητο σε μια τόσο περίπλοκη διεργασία, ήταν άνισα κατανεμημένα, αφού κάποιοι δεν είχαν κανένα απολύτως όφελος. Στο Διάγραμμα 1.1 επικεντρωνόμαστε σε τρία σημεία ενδιαφέροντος, όπου η αύξηση του εισοδήματος ήταν είτε μέγιστη είτε ελάχιστη. Τα σημεία αυτά ορίζονται ως Α, Β και Γ. Το Α βρίσκεται γύρω από τον διάμεσο της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος (ο διάμεσος χωρίζει την κατανομή σε δύο ίσα μέρη, καθένα από τα οποία περιέχει το 50% του πληθυσμού· το ένα μέρος βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση και το άλλο σε χειρότερη κατάσταση από τους ανθρώπους με μέσο εισόδημα). Οι άνθρωποι στο σημείο Α παρουσίαζαν τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης πραγματικού εισοδήματος: γύρω στο 80% κατά τη συγκεκριμένη 20ετία. Ο ρυθμός αύξησης, ωστόσο, δεν ήταν υψηλός μόνο για όσους βρίσκονταν κοντά στον διάμεσο, αλλά για μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, που ξεκινούσε απ’ όσους βρίσκονταν γύρω από το 40ό παγκόσμιο εκατοστημόριο και έφθανε σε όσους βρίσκονταν γύρω από το 60ό. Πρόκειται, βέβαια, για το 1/5 του παγκόσμιου πληθυσμού.

Ποιοι είναι οι άνθρωποι που ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα, οι εμφανώς ωφελημένοι από την παγκοσμιοποίηση; Εννέα στις δέκα φορές πρόκειται για ανθρώπους από τις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας, κυρίως την Κίνα, αλλά και την Ινδία, την Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ και την Ινδονησία. Δεν πρόκειται για τους πιο πλούσιους κατοίκους αυτών των χωρών, γιατί οι πλούσιοι καταλαμβάνουν υψηλότερη θέση στην παγκόσμια κατανομή εισοδήματος (δηλαδή, βρίσκονται δεξιότερα στο διάγραμμα). Πρόκειται για ανθρώπους που καταλαμβάνουν το μέσο της κατανομής στη χώρα τους αλλά, όπως μόλις είδαμε, και στον κόσμο. Ιδού μερικά παραδείγματα αξιοσημείωτης σωρευτικής αύξησης που βίωσαν αυτές οι μεσαίες εισοδηματικές ομάδες. Τα δύο διάμεσα δεκατημόρια (πέμπτο και έκτο) στις αγροτικές και τις αστικές περιοχές της Κίνας είδαν το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημά τους να πολλαπλασιάζεται επί 3 και επί περίπου 2,2, αντίστοιχα, μεταξύ 1988 και 2008. Στην περίπτωση της Ινδονησίας τα διάμεσα αστικά εισοδήματα σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενώ τα αγροτικά εισοδήματα αυξήθηκαν κατά 80%. Στο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη (όπου ο πληθυσμός δεν διακρίνεται σε αστικό και αγροτικό) τα πραγματικά εισοδήματα γύρω από τις διάμεσες τιμές υπερδιπλασιάστηκαν.  Αυτές οι ομάδες ήταν κατά κύριο λόγο οι «κερδισμένοι» της παγκοσμιοποίησης μεταξύ 1988 και 2008. Για λόγους ευκολίας τις αποκαλούμε «αναδυόμενη παγκόσμια μεσαία τάξη» – αν και, όπως θα εξηγήσω αργότερα, επειδή εξακολουθούν να είναι σχετικά φτωχές σε σύγκριση με τις μεσαίες τάξεις της Δύσης, δεν θα πρέπει να αποδίδεται στον όρο το ίδιο κύρος (με βάση το εισόδημα και την εκπαίδευση) που συνήθως επιφυλάσσεται για τις μεσαίες τάξεις των πλούσιων χωρών.

Ας περάσουμε τώρα στο σημείο Β. Το πρώτο που παρατηρούμε είναι ότι βρίσκεται δεξιά του σημείου Α, το οποίο σημαίνει ότι οι άνθρωποι στο σημείο Β είναι πλουσιότεροι από τους ανθρώπους στο σημείο Α. Παρατηρούμε, όμως, και ότι η τιμή του κατακόρυφου άξονα στο σημείο Β είναι σχεδόν μηδενική, υποδηλώνοντας ότι δεν σημειώθηκε καμία αύξηση του πραγματικού εισοδήματος σε διάστημα 20 ετών. Ποιοι απαρτίζουν αυτή την ομάδα; Σχεδόν όλοι προέρχονται από τις πλούσιες οικονομίες του ΟΟΣΑ (Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης). Αν αγνοήσουμε όσους προέρχονται από τα σχετικά πρόσφατα μέλη του ΟΟΣΑ (διάφορες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, Χιλή και Μεξικό), περίπου τα 3/4 των ανθρώπων αυτής της ομάδας είναι πολίτες των «παλαιών πλούσιων» χωρών της Δυτικής Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Ωκεανίας (για τις τρεις περιοχές ενίοτε χρησιμοποιείται το αρκτικόλεξο ΔΕΒΑΩ), καθώς και πολίτες της Ιαπωνίας. Όπως η Κίνα δεσπόζει στο σημείο Α, έτσι δεσπόζουν στο σημείο Β οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία και η Γερμανία. Οι άνθρωποι στο σημείο Β γενικά ανήκουν στο χαμηλότερο ήμισυ των κατανομών εισοδήματος των χωρών τους. Ανήκουν στα φτωχότερα πέντε δεκατημόρια της Γερμανίας, τα οποία από το 1988 μέχρι το 2008 σημείωσαν σωρευτική αύξηση μόλις 0%-7%· στο κάτω μισό της κατανομής εισοδήματος στις ΗΠΑ, που βίωσε πραγματική αύξηση 21%-23%· και στα κατώτερα δεκατημόρια στην Ιαπωνία, που είδαν το πραγματικό τους εισόδημα να σημειώνει κάμψη ή να αυξάνεται συνολικά κατά 3%-4%. Για λόγους απλούστευσης, οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να αποκληθούν «κατώτερη μεσαία τάξη του πλούσιου κόσμου». Και σίγουρα δεν είναι οι κερδισμένοι της παγκοσμιοποίησης.

Με την απλή σύγκριση των ομάδων σε αυτά τα δύο σημεία αποδείξαμε εμπειρικά κάτι που έχει γίνει αισθητό από πολλούς και έχει συζητηθεί ευρέως στην οικονομική βιβλιογραφία, καθώς και στον δημόσιο διάλογο. Έχουμε επίσης αναδείξει ένα από τα βασικά προβλήματα της τρέχουσας διαδικασίας παγκοσμιοποίησης: την απόκλιση που εμφανίζει η εξελικτική πορεία της οικονομικής κατάστασης των ανθρώπων στον παλαιό πλούσιο κόσμο και στην αναδυόμενη Ασία. Με λίγα λόγια: οι μεγάλοι κερδισμένοι είναι οι φτωχές και μεσαίες τάξεις της Ασίας· οι μεγάλοι χαμένοι είναι οι κατώτερες μεσαίες τάξεις του πλούσιου κόσμου.

Μια τόσο ωμή διαπίστωση μπορεί να μην εκπλήσσει πολλούς σήμερα, αλλά σίγουρα θα είχε προκαλέσει έκπληξη σε πολλούς αν είχε γίνει στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι πολιτικοί της Δύσης, οι οποίοι ασκούσαν πιέσεις προκειμένου να αυξηθεί η εξάρτηση τόσο των οικονομιών τους όσο και ολόκληρου του κόσμου από τις αγορές, μετά την επανάσταση των Θάτσερ-Ρήγκαν, δεν περίμεναν σε καμιά περίπτωση ότι η πολυδιαφημισμένη παγκοσμιοποίηση δεν θα είχε χειροπιαστά οφέλη για τους περισσότερους πολίτες τους – δηλαδή εκείνους ακριβώς τους οποίους προσπαθούσαν να πείσουν για την υπεροχή των νεοφιλελεύθερων μέτρων πολιτικής έναντι καθεστώτων πρόνοιας με πιο προστατευτικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή θα προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη σε όσους, συμπεριλαμβανομένου του νομπελίστα οικονομολόγου Gunnar Myrdal, εξέφραζαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 την ανησυχία ότι οι μάζες της Ασίας, που αριθμούσαν πολλά εκατομμύρια και μετά βίας κατάφερναν να επιβιώσουν με τα χαμηλά εισοδήματά τους, θα έμεναν για πάντα στο τέλμα της φτώχειας. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 γράφτηκε πλήθος βιβλίων (όπως το The Population Bomb [1968, «Η πληθυσμιακή βόμβα»] του Paul Ehrlich) με αντικείμενο τους κινδύνους της πληθυσμιακής αύξησης σε ό,τι αφορούσε την οικονομική ανάπτυξη στον Τρίτο Κόσμο. Η εμπειρία της Ασίας στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα διέψευσε πλήρως αυτές τις δυσοίωνες προβλέψεις. Αντί για το «Ασιατικό δράμα», όπως ήταν ο τίτλος του βιβλίου του Myrdal, σήμερα ακούμε για το Θαύμα της Ανατολικής Ασίας, το Κινεζικό Όνειρο και τη Λαμπερή Ινδία, όρους που πλάστηκαν κατ’ αντιστοιχία προς το Αμερικανικό Όνειρο και το γερμανικό Wirtschaftswunder (οικονομικό θαύμα).

Επισημαίνω εδώ αυτό το παράδειγμα, σ’ ένα πολύ αρχικό σημείο του βιβλίου, για να τονίσω πόσο δύσκολο είναι να γίνει οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη πρόγνωση οικονομικής ανάπτυξης, ιδίως σε παγκόσμια κλίμακα. Ο αριθμός των μεταβλητών που μπορούν να αλλάξουν και όντως αλλάζουν, ο ρόλος των ανθρώπων στην ιστορία («ελεύθερη βούληση») και η επιρροή που ασκούν οι πόλεμοι και οι φυσικές καταστροφές έχουν τόσο μεγάλη σημασία, ώστε σπανίως επαληθεύονται ακόμα και προγνώσεις γενικών τάσεων, τις οποίες κάνουν τα κορυφαία μυαλά κάθε γενιάς. Θα πρέπει να έχουμε επίγνωση αυτής της δυσκολίας όταν στο Κεφάλαιο 4 θα εξετάσουμε την πιθανή οικονομική και πολιτική εξέλιξη του κόσμου στο υπόλοιπο του 21ου και στον 22ο αιώνα.

Η αντιθετική πορεία των δύο μεσαίων τάξεων αναδεικνύει ένα από τα κύρια πολιτικά ερωτήματα του καιρού μας: σχετίζονται, άραγε, τα οφέλη της μεσαίας τάξης της Ασίας με τις απώλειες της κατώτερης μεσαίας τάξης του πλούσιου κόσμου; Ή, με άλλα λόγια, είναι άραγε η στασιμότητα των εισοδημάτων (και των μισθών, αφού στους μισθούς αναλογεί η μερίδα του λέοντος από το εισόδημα της κατώτερης μεσαίας και μεσαίας τάξης) στη Δύση απότοκο της επιτυχίας της μεσαίας τάξης της Ασίας; Αν αυτό το κύμα παγκοσμιοποίησης παρεμποδίζει την αύξηση του εισοδήματος των μεσαίων τάξεων του πλούσιου κόσμου, ποια θα είναι η επίδραση του επόμενου κύματος, στο οποίο θα μετέχουν ακόμα πιο φτωχές και πολυάνθρωπες χώρες όπως το Μπαγκλαντές, η Βιρμανία και η Αιθιοπία;

Ας επιστρέψουμε τώρα στο Διάγραμμα 1.1 κι ας δούμε το σημείο Γ. Η ερμηνεία του είναι απλή: έχουμε να κάνουμε με τους ανθρώπους που είναι πολύ πλούσιοι σε παγκόσμιο επίπεδο (το πλουσιότερο 1% παγκοσμίως), τα πραγματικά εισοδήματα των οποίων σημείωσαν μεγάλη άνοδο μεταξύ 1988 και 2008. Ανήκουν κι αυτοί στους κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης, σχεδόν στον ίδιο βαθμό με τις μεσαίες τάξεις της Ασίας (και, όπως θα δούμε σε λίγο, ακόμα περισσότερο σε απόλυτους όρους). Οι άνθρωποι που ανήκουν στο πλουσιότερο 1% παγκοσμίως προέρχονται σε συντριπτικό βαθμό από τις πλούσιες οικονομίες. Εδώ δεσπόζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες: οι μισοί απ’ όσους ανήκουν στο πλουσιότερο 1% παγκοσμίως είναι Αμερικανοί. (Αυτό σημαίνει ότι περίπου το 12% των Αμερικανών αποτελεί τμήμα του πλουσιότερου 1% παγκοσμίως.) Οι υπόλοιποι προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη Δυτική Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Ωκεανία. Από τις υπόλοιπες χώρες, η Βραζιλία, η Νότια Αφρική και η Ρωσία συνεισφέρουν το 1% του πληθυσμού τους. Την ομάδα Γ μπορούμε να την αποκαλέσουμε «παγκόσμια πλουτοκρατία».

Η σύγκριση των ομάδων Β και Γ μας επιτρέπει ν’ ασχοληθούμε με άλλο ένα χάσμα. Είδαμε ότι η ομάδα Β, η οποία αποκόμισε μηδενικά ή αμελητέα οφέλη από την παγκοσμιοποίηση, αποτελείται κυρίως από την κατώτερη μεσαία τάξη και τα πιο φτωχά τμήματα του πληθυσμού των πλούσιων χωρών. Αντιθέτως, η ομάδα Γ, η κερδισμένη της παγκοσμιοποίησης, αποτελείται από τις πλουσιότερες τάξεις των ίδιων χωρών. Μια προφανής συνέπεια είναι ότι οι εισοδηματικές διαφορές ανάμεσα στην κορυφή και στον πάτο έχουν διευρυνθεί στον πλούσιο κόσμο, η δε παγκοσμιοποίηση έχει ωφελήσει εκείνους τους κατοίκους των πλούσιων χωρών που ήδη ήταν σε καλύτερη μοίρα. Αυτό δεν είναι εντελώς απροσδόκητο, αφού γενικά αναγνωρίζεται ότι τα προηγούμενα 25-30 χρόνια αυξήθηκαν οι ανισότητες στο εσωτερικό των πλούσιων χωρών. Αυτό είναι το θέμα με το οποίο θ’ ασχοληθούμε στο Κεφάλαιο 2. Όμως αυτό που έχει σημασία, και που μας ανταμείβει από επιστημολογική άποψη, είναι η διαπίστωση πως τούτα τα φαινόμενα είναι εξίσου παρατηρήσιμα όταν εξετάζουμε τον κόσμο συνολικά.

Το Διάγραμμα 1.1 δίνει μια πολύ αδρή εικόνα των κερδισμένων και των χαμένων της παγκοσμιοποίησης. Τα ίδια δεδομένα είναι δυνατόν να εξεταστούν και με πολλούς άλλους τρόπους: μπορούμε να εξετάσουμε με πολύ μεγαλύτερη λεπτομέρεια τον οριζόντιο άξονα (διαχωρίζοντας τον παγκόσμιο πληθυσμό σε μικρότερα «πολλοστημόρια», ας πούμε της τάξης του 1%), ή μπορούμε να δούμε πώς τα πήγαν κάποιες συγκεκριμένες εισοδηματικές ομάδες (π.χ. το φτωχότερο 10% του πληθυσμού της Κίνας σε σύγκριση με το φτωχότερο 10% του πληθυσμού της Αργεντινής) κατά την ίδια 20ετία, ή μπορούμε να ορίσουμε τα εισοδηματικά οφέλη σε δολάρια με βάση την τυπική συναλλαγματική ισοτιμία, αντί να τα αναπροσαρμόζουμε έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στα επίπεδα τιμών από χώρα σε χώρα. Όποια αναπροσαρμογή κι αν κάνουμε όμως, η ουσιαστική εικόνα που φιλοτεχνείται εδώ για τα κέρδη και τις ζημίες παραμένει αμετάβλητη: έχουμε πάντοτε μια γερτή καμπύλη με σχήμα S (την οποία κάποιοι έχουν ονομάσει «καμπύλη ελέφαντα», γιατί θυμίζει ελέφαντα με υψωμένη προβοσκίδα). Τα ποσοστιαία οφέλη είναι πάντα υψηλότερα για τις μεσαίες τάξεις των αναδυόμενων οικονομιών και το πλουσιότερο 1% παγκοσμίως· και πάντα χαμηλότερα για όσους βρίσκονται κατά προσέγγιση από το 75o έως το 90ο εκατοστημόριο της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος, με άλλα λόγια για όσους ανήκουν στη μεσαία και την κατώτερη μεσαία τάξη των χωρών του ΟΟΣΑ.

Το σχήμα αυτό, το κατώτερο σημείο του οποίου αντιστοιχεί στα σχετικά ευκατάστατα εκατοστημόρια, είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστο όσον αφορά τις επιμέρους χώρες. Κανονικά, διαγράμματα τέτοιου είδους, τα οποία ονομάζονται καμπύλες συχνότητας εμφάνισης αύξησης (growth incidence curves, GIC), είτε εμφανίζουν λίγο-πολύ συνεχή άνοδο, κάτι που υποδηλώνει ότι οι πλούσιοι ωφελήθηκαν περισσότερο από τους φτωχούς, είτε έχουν συνεχή καθοδική κλίση, καταδεικνύοντας το ακριβώς αντίθετο. Μια γερτή καμπύλη S δείχνει ότι οι μεταβολές του εισοδήματος ήταν τέτοιες ώστε οι πλούσιοι και η μεσαία τάξη έχουν ωφεληθεί περισσότερο απ’ όσους βρίσκονται ενδιάμεσα. Στο εσωτερικό κάθε χώρας χωριστά, αυτού του είδους οι μεταβολές είναι απίθανο να εμφανιστούν, γιατί τότε η οικονομική πολιτική ή η τεχνολογική αλλαγή θα είχαν «βαθμονομηθεί» έτσι ώστε να ωφελούν το πλουσιότερο 1% ή 5%, να επιβαρύνουν όσους βρίσκονται ακριβώς από κάτω και μετά να ωφελούν πάλι όσους βρίσκονται ακόμη χαμηλότερα. Η πιθανότητα να παρατηρηθούν τέτοιου είδους ασυνέχειες στον τρόπο με τον οποίο οι νέες τεχνολογίες ή τα νέα μέτρα οικονομικής πολιτικής επηρεάζουν τις διάφορες εισοδηματικές ομάδες είναι πολύ μικρή. Λόγου χάρη, δεν είναι και τόσο πιθανό ένα μέτρο πολιτικής που προβλέπει την περικοπή του ανώτατου φορολογικού συντελεστή για το πλουσιότερο 5% να συνοδεύεται από άλλο μέτρο πολιτικής που προβλέπει αύξηση φόρων για όσους βρίσκονται ακριβώς κάτω από το επίπεδο του πλουσιότερου 5%. Εδώ, ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με την κατανομή μίας και μόνο χώρας, αλλά με μια παγκόσμια κατανομή, που απορρέει από διαφόρους παράγοντες: (α) τις διαφορές στους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης των χωρών (ή, για να ακριβολογούμε, τον ταχύτερο ρυθμό μεγέθυνσης της Κίνας σε σύγκριση με τον αντίστοιχο των Ηνωμένων Πολιτειών), (β) τις αρχικές θέσεις των χωρών στην παγκόσμια κατανομή εισοδήματος του 1988 (τότε που η Κίνα ήταν πολύ πιο φτωχή από τις Ηνωμένες Πολιτείες), και τέλος (γ) τις αλλαγές στις κατανομές εισοδήματος των ιδίων των χωρών, οι οποίες δεν επηρεάζονται μόνο από τα εγχώρια μέτρα πολιτικής αλλά και από την παγκοσμιοποίηση (κυρίως από την εξαγωγή φθηνών προϊόντων από την Κίνα στις Ηνωμένες Πολιτείες). Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν πώς είναι δυνατόν να προκύπτουν καμπύλες με τόσο ασυνήθιστα σχήματα, όπως η γερτή καμπύλη S. Τι σχήμα περιμένουμε να έχει η παγκόσμια καμπύλη συχνότητας εμφάνισης στα επόμενα 30 χρόνια; Με το θέμα αυτό θ’ ασχοληθούμε στο Κεφάλαιο 4.

Κάτι που πρέπει να τονίσουμε με έμφαση, όσον αφορά την ερμηνεία των όρων «κερδισμένοι» και «χαμένοι» και το νόημα της γερτής καμπύλης S, είναι ότι μέχρι στιγμής έχουμε ασχοληθεί μόνο με τα σχετικά κέρδη που συνδέονται με την παγκόσμια κατανομή εισοδήματος. Ο κατακόρυφος άξονας στο Διάγραμμα 1.1 απεικονίζει τη σωρευτική ποσοστιαία μεταβολή του πραγματικού εισοδήματος μεταξύ 1988 και 2008. Ποια θα ήταν η εικόνα των αποτελεσμάτων αν, αντί για τη σχετική μεταβολή (ποσοστιαία αύξηση), εξετάζαμε την απόλυτη μεταβολή (το ποσό της αύξησης σε δολάρια); Όπως θα δούμε, αυτή η αλλαγή οπτικής γωνίας μεταβάλλει τα αποτελέσματα με ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο.

Απόλυτες αυξήσεις που συνδέονται με την παγκόσμια κατανομή εισοδήματος

Έστω ότι εξετάζουμε το σύνολο της αύξησης του παγκόσμιου εισοδήματος από το 1988 έως το 2008 και του δίνουμε την τιμή 100. Το Διάγραμμα 1.2 δείχνει ότι το 44% της απόλυτης αύξησης κατέληξε στα χέρια του πλουσιότερου 5% παγκοσμίως, ενώ σχεδόν το 1/5 της παγκόσμιας αύξησης το καρπώθηκε το πλουσιότερο 1%. Αντιθέτως, οι άνθρωποι που ορίσαμε ως τους κυρίως ωφελημένους από την τρέχουσα φάση της παγκοσμιοποίησης, η «αναδυόμενη παγκόσμια μεσαία τάξη», έχουν καρπωθεί (ανά εικοστημόριο) μόνο το 2%-4% της αύξησης της παγκόσμιας πίτας, ή συνολικά γύρω στο 12%-13%.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1.2 Ποσοστό απολαβής της απόλυτης αύξησης του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος, ανά επίπεδο παγκόσμιου εισοδήματος, 1988-2008 Το διάγραμμα απεικονίζει το ποσοστό της συνολικής απόλυτης αύξησης του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών (μετρημένης σε διεθνή δολάρια 2005) μεταξύ 1988 και 2008, το οποίο καρπώθηκαν ομάδες σε διαφορετικές θέσεις της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος. Δίνουμε στην αύξηση του συνολικού παγκόσμιου πραγματικού εισοδήματος την τιμή 100 και υπολογίζουμε τι τμήμα της καρπώθηκαν τα διαφορετικά εικοστημόρια (ομάδες που περιλαμβάνουν το 5% του πληθυσμού) ή εκατοστημόρια της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος. Το διάγραμμα δείχνει ότι η απόλυτη αύξηση του εισοδήματος κατέληξε κυρίως στο πλουσιότερο 5% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το πλουσιότερο 1% εξασφάλισε το 19% της συνολικής αύξησης του παγκόσμιου εισοδήματος.
Πηγή δεδομένων: Lakner & Milanović (2015)

Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, και μήπως αυτή η κατανομή της απόλυτης αύξησης ανατρέπει την προηγούμενη διαπίστωσή μας όσον αφορά τους κερδισμένους και τους χαμένους; Το παραπάνω είναι δυνατόν απλώς και μόνο διότι ανάμεσα στην κορυφή, τον διάμεσο και τη βάση της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος υπάρχουν τεράστιες διαφορές στα πραγματικά εισοδήματα. Το 2008, το μέσο κατά κεφαλήν διαθέσιμο (προ φόρων) εισόδημα του πλουσιότερου 1% παγκοσμίως μόλις που ξεπερνούσε τα 71.000 $ ετησίως, το εισόδημα στον διάμεσο κυμαινόταν στα 1.400 $, ενώ τα ετήσια εισοδήματα όσων ανήκαν στο φτωχότερο δεκατημόριο παγκοσμίως δεν υπερέβαιναν τα 450 $ (όλα τα ποσά δίνονται σε διεθνή δολάρια 2005). Κοιτάζοντας αυτούς τους αριθμούς, αμέσως διαπιστώνουμε ότι ένα ποσό που αποτελεί απλό σφάλμα στρογγυλοποίησης σε ό,τι αφορά τα εισοδήματα στην κορυφή ισοδυναμεί με ολόκληρο το ετήσιο εισόδημα των φτωχών! Είναι πλέον σαφές ότι η παραμικρή ποσοστιαία αύξηση στην κορυφή, ή κοντά στην κορυφή, θα αντιπροσωπεύει τεράστιο τμήμα της συνολικής απόλυτης αύξησης. Έστω, π.χ., ότι το εισόδημα του πλουσιότερου 1% αυξάνεται κατά μόλις 1%, δηλαδή κατά 710 $. Όμως το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 1/2 του συνολικού εισοδήματος των ανθρώπων που βρίσκονται στον παγκόσμιο διάμεσο. Να γιατί τόσο τα μεγάλα σχετικά οφέλη στην κορυφή (το εισόδημα του πλουσιότερου 1% αυξήθηκε κατά τα 2/3 μεταξύ 1988 και 2008) όσο και τα σχεδόν ανύπαρκτα οφέλη μεταξύ των κατώτερων μεσαίων τάξεων του πλούσιου κόσμου (τα εισοδήματα των οποίων αυξήθηκαν μόλις κατά 1%) δείχνουν τόσο αξιοσημείωτα, όταν μεταφράζονται σε απόλυτα οφέλη, σε σύγκριση με τα απόλυτα οφέλη για την αναδυόμενη παγκόσμια μεσαία τάξη. Πρόκειται για ένα πολύ καλό παράδειγμα του πόσο εκπληκτικά άνιση είναι η κατανομή των εισοδημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτή η ασυμμετρία στην κατανομή του απόλυτου οφέλους μάς κάνει, άραγε, να αναθεωρήσουμε το προηγούμενο συμπέρασμά μας για τους κερδισμένους και τους χαμένους; Όχι. Τουναντίον, από κάποιες πλευρές δίνει έμφαση στα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε σχετικά με το πλουσιότερο 1% ή 5%, γιατί τα σημαντικά ποσοστιαία οφέλη τους φαίνονται ακόμη εντυπωσιακότερα όταν τα εξετάζουμε σε απόλυτα μεγέθη. Επιπλέον, ούτε μας κάνει να αναθεωρήσουμε το συμπέρασμά μας για τις κατώτερες μεσαίες τάξεις του πλούσιου κόσμου, γιατί, όπως οι περισσότεροι από εμάς, έτσι και όσοι ανήκουν σε τούτες τις τάξεις βλέπουν κυρίως τα (ασήμαντα) ποσοστιαία οφέλη τους και, όταν συγκρίνουν τη θέση τους με τη θέση των άλλων, είναι πολύ πιθανό να την αντιπαραβάλλουν με τα πραγματικά ποσοστιαία οφέλη που καρπώνεται η κορυφή. Άρα η εισοδηματική τους στασιμότητα είναι πραγματική. Τέλος, δεν επηρεάζεται ούτε το συμπέρασμά μας για την επιτυχία των μεσαίων τάξεων της Ασίας, διότι κι αυτές είναι πιο πιθανό να δουν πρώτα τα σχετικά οφέλη τους. Παρ’ όλα αυτά, η εισαγωγή της απόλυτης μέτρησης μας επιτρέπει να εξετάσουμε τα ίδια δεδομένα από διαφορετική οπτική γωνία και να αντιληφθούμε καλύτερα τις τεράστιες εισοδηματικές διαφορές που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο. Αναδεικνύει, επίσης, κάτι σημαντικό: δεν πρέπει να συγχέουμε τις μεσαίες τάξεις στις αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς (ανθρώπους με κατά κεφαλήν εισοδήματα που κυμαίνονται από 1.000 $ μέχρι λίγο κάτω από 2.000 $ ετησίως) με τις κατώτερες μεσαίες τάξεις του πλούσιου κόσμου (ανθρώπους με εισοδήματα που μετά από φόρους κυμαίνονται μεταξύ 5.000 $ και 10.000 $ ετησίως – όλα σε διεθνή δολάρια 2005).

[…]

Οι επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης

Μέχρι στιγμής έχουμε αναλύσει τις αλλαγές που σημειώθηκαν από το 1998 έως το 2008, διότι αντιπροσωπεύουν καλύτερα τις επιπτώσεις της «έντονης παγκοσμιοποίησης» και γιατί τα δεδομένα μας γι’ αυτή την περίοδο είναι καλά οργανωμένα και ιδιαιτέρως συγκρίσιμα. Τώρα, όμως, έχουμε στη διάθεσή μας νέα δεδομένα και πληροφορίες για το διάστημα 2008-2011. Από πολλές απόψεις, αυτή η πρόσφατη σύντομη περίοδος –αμέσως μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση– χαρακτηρίστηκε από συνέχιση ή ακόμα και επιτάχυνση των τάσεων παγκοσμιοποίησης που περιγράφτηκαν παραπάνω· ωστόσο, εμφανίστηκε μια μικρή διαφοροποίηση.

Μια τάση που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο στο διάστημα 2008-2011 ήταν η ανάπτυξη της παγκόσμιας μεσαίας τάξης, που την τριετία αυτή τροφοδοτήθηκε, όπως και την προηγούμενη 20ετία, από τους υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης στην Κίνα. Από το 2008 μέχρι το 2011 το μέσο αστικό εισόδημα στην Κίνα διπλασιάστηκε, ενώ τα αγροτικά εισοδήματα αυξήθηκαν κατά 80%, μετατοπίζοντας την παγκόσμια καμπύλη συχνότητας εμφάνισης αύξησης γύρω από τη διάμεση τιμή και πολύ πάνω από το επίπεδο της περιόδου 1988-2008. Έτσι, η ανάπτυξη της παγκόσμιας μεσαίας τάξης έγινε ακόμα πιο ευδιάκριτη και παγιώθηκε περαιτέρω (βλ. Διάγραμμα 1.3).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1.3 Σχετική αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος ως προς το επίπεδο του παγκόσμιου εισοδήματος, 1988-2008 και 1988-2011 Το διάγραμμα παρουσιάζει τη σχετική (ποσοστιαία) αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών (σε διεθνή δολάρια 2011) σε διαφορετικά σημεία της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος για δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους: 1988-2008 (αναπαράγει το γράφημα στο Διάγραμμα 1.1, με τη μόνη διαφορά ότι τώρα χρησιμοποιούμε διεθνή δολάρια 2011 και όχι 2005) και 1988-2011. Παρατηρούμε ότι οι πολύ μεγάλες αυξήσεις γύρω από το μέσο της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος διατηρούνται, αλλά σημειώνεται επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης γύρω από το πλουσιότερο 1% παγκοσμίως.
Πηγές δεδομένων: Lakner & Milanović (2015) και δεδομένα του συγγραφέα

Από την άλλη, η απουσία μεγέθυνσης στον πλούσιο κόσμο δεν σήμαινε μόνο ότι έμειναν στάσιμα τα εισοδήματα των κατώτερων μεσαίων τάξεων στις χώρες αυτές, αλλά και ότι η στασιμότητα επεκτάθηκε προς την κορυφή. Ούτε εκεί σημειώθηκε μεγέθυνση, γι’ αυτό και το σημείο Γ παρέμεινε εκεί όπου βρισκόταν το 2008 (συγκρίνετε τα Διαγράμματα 1.1 και 1.3).

Η επίπτωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην παγκόσμια κατανομή των εισοδημάτων δεν προκαλεί έκπληξη. Εκείνο που δεν είναι σαφές είναι πόσο σημαντική τομή στην παγκόσμια οικονομική ιστορία αντιπροσωπεύει τούτη η κρίση, που συχνά αποκαλείται παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Πρώτον, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ίδιος ο όρος «παγκόσμια» είναι παραπλανητικός, αφού κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας (ή ύφεση) αρχικά σημειώθηκε μόνο στις πλούσιες οικονομίες. Θα ήταν πιο σωστό να χαρακτηριστεί ως ύφεση των οικονομιών του Ατλαντικού. Δεύτερον, η μακροχρόνια εξέλιξη των εισοδημάτων σε επίπεδο χωρών, δηλαδή η ανακατάταξη της οικονομικής δραστηριότητας υπέρ της Ασίας και σε βάρος της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, όχι μόνο δεν διακόπηκε, αλλά μάλλον ενισχύθηκε από την κρίση. Επομένως, η κρίση δεν συνιστούσε διακοπή αυτής της τάσης αλλά μάλλον το αντίστροφο: ενίσχυση μιας τάσης που ήδη υπήρχε. Τρίτον, η ανακατάταξη συνοδεύεται από αντίστοιχη ανακατανομή των προσωπικών εισοδημάτων παγκοσμίως, από την άποψη ότι μετέβαλε το σχήμα της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος που, αντί να παρουσιάζει δύο σαφείς κορυφές (πολλούς ανθρώπους με πολύ χαμηλά εισοδήματα, κατόπιν σχεδόν κανέναν στη μέση, και τέλος πολλούς ανθρώπους με πολύ υψηλά επίπεδα εισοδήματος), «γέμισε» περισσότερο στη μέση, έτσι ώστε η παγκόσμια κατανομή εισοδήματος να θυμίζει σιγά σιγά την κατανομή που συναντάμε σε επίπεδο χώρας. Βέβαια, απέχουμε ακόμη πολύ απ’ αυτό το σημείο, αλλά το 2011 (ή σήμερα) σίγουρα βρισκόμαστε πλησιέστερα σ’ αυτό απ’ ό,τι το 1988. Πρόκειται για μία ακόμα τάση που απλώς ενισχύθηκε με την κρίση.

Πηγή: Παγκόσμια Ανισότητα, Branko Milanovic, 2019

Αναδημοσίευση από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.