Μικρή ιστορία του κόσμου, 2019-2021

Και να πώς άρχισαν όλα: η κυρία Λι, όπως συνήθιζε κάθε Σάββατο, κατέβηκε ένα πρωί στα τέλη Νοεμβρίου του 2019 στην υπαίθρια αγορά Χουανάν, στη Γουχάν της κεντρικής Κίνας, να ψωνίσει κατεψυγμένο σαλάχι ή ξιφία. Περιφερόμενη ανάμεσα στους πάγκους, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να χαϊδέψει μια γλυκύτατη καφετί νυφίτσα που καθόταν ζαρωμένη στο κλουβί της. Η κυρία Λι αγαπούσε από παιδί τα ζώα και δεν έδωσε σημασία στην απρόσμενη αντίδραση της νυφίτσας, που της πάτησε μια γερή δαγκωματιά στο χέρι, μέχρι που έβγαλε αίμα. Γύρισε σπίτι, ξεπάγωσε και μαγείρεψε το σαλάχι που το απόλαυσαν με τον σύζυγο και τον γιο της, που είχε έρθει για λίγες μέρες από τη Σανγκάη, κι όταν σε μια εβδομάδα η κυρία Λι βρέθηκε στο νοσοκομείο με υψηλό πυρετό και δύσπνοια, δεν διανοήθηκε να αναφέρει στους γιατρούς το δάγκωμα της νυφίτσας. Αλλωστε, το νοσοκομείο ήταν γεμάτο με ασθενείς με ίδια και χειρότερα συμπτώματα, που προφανώς δεν τους είχαν δαγκώσει νυφίτσες, αρουραίοι ή νυχτερίδες. Στο μεταξύ, ο γιος της κυρίας Λι, ο Νταν, είχε επιστρέψει στη Σανγκάη. Οταν νόσησε και ο ίδιος ελαφρά, η μητέρα του είχε ήδη πεθάνει στη Γουχάν. Αλλά από τους εκατοντάδες ανθρώπους με τους οποίους καθημερινά διασταυρωνόταν ο Νταν στις προβλήτες φόρτωσης κοντέινερ στο μεγαλύτερο λιμάνι του κόσμου ήταν μόνο ο παιδικός του φίλος Χουν, που είχε δέκα χρόνια να τον δει, με τον οποίο πέρασε μερικές ώρες μαζί τρωγοπίνοντας, πριν αυτός μπαρκάρει για την Καλαβρία, με ένα πλοίο που μετέφερε iphone12, πλυντήρια Siemens, ρούχα Guzzi, λαμπιόνια για τα Χριστούγεννα των Ευρωπαίων. Ο Χουν, στη σύντομη παραμονή του στο λιμάνι Τζόγια Τάουρο, δεν έδωσε σημασία στο γεγονός ότι η αγαπημένη του μυρωδιά ιταλικής πίτσας, που πάντα τιμούσε στις καλαβρέζικες τρατορίες, είχε μυστηριωδώς χαθεί. Αλλά ο Σέρτζιο, ο Σλόμπο και ο Ματέους, τρεις από τους εκατοντάδες οδηγούς νταλίκας που φόρτωναν στο λιμάνι τα κοντέινερ για Μιλάνο, Φρανκφούρτη και Παρίσι, κάτι υποψιάστηκαν με τις άοσμες πίτσες.

Οταν ο Σλόμπο, μετά από κοπιαστική σχεδόν 24ωρη οδήγηση, έφτασε στη Φρανκφούρτη, ένιωθε χάλια. Αλλά τα αφεντικά της Ντραγκέτα, που τον είχαν προσλάβει σε μια από τις δεκάδες μεταφορικές που ελέγχουν, δεν πρόσφεραν υγειονομική κάλυψη στη Γερμανία. Ο Σλόμπο, αν και μόλις 35 χρόνων, νοσηλεύτηκε με περίεργα βαριά συμπτώματα πολύ πριν η Γουχάν μπει σε καραντίνα, τον Γενάρη του 2020. Βγήκε από το γερμανικό νοσοκομείο, έχοντας στραγγίξει την πιστωτική του, σε παντελή αδυναμία να πιάσει τιμόνι για πολλούς μήνες. Οταν τελικά τον απέλυσαν, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε αναγνωρίσει τον νέο ιό, αλλά δεν είχε κηρύξει πανδημία. Στο μεταξύ, ο Νταν και ο Χουν στην Κίνα, ο Σέρτζιο και ο Ματέους στην Ευρώπη, διασταυρώνονταν με εκατοντάδες ανθρώπους, γνωστούς και αγνώστους, φίλους, συναδέλφους, συγγενείς, συναλλασσόμενους ή απλώς περαστικούς που αγγίζονταν, ανάσαιναν, έβηχαν, φταρνίζονταν.

Οταν στις 11 Μαρτίου 2020 ο ΠΟΥ μίλησε για πανδημία Covid-19, ο Σέρτζιο είχε ήδη χάσει τον παππού του, σε ένα χωριό της Λομβαρδίας, ενώ ο Ματέους, μιλώντας με την αδελφή του που εδώ και χρόνια είχε μεταναστεύσει στην Καλιφόρνια και δούλευε για την Amazon, την άκουγε να ωρύεται στα πολωνικά, που είχε καιρό να τα μιλήσει, για τους βρομοκινέζους που καταστρέφουν τον κόσμο με τους ιούς τους και με τα εργοστάσιά τους και κλέβουν τις δουλειές από τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς. Ο Ματέους, με επίμονα συμπτώματα long Covid πριν καν ονομαστεί έτσι, δεν ήθελε να αντιδικήσει με την αδελφή του αντιτείνοντας πως κι ο ίδιος οφείλει λίγο στους βρομοκινέζους το ότι έχει δουλειά. Αλλά αρκετά μετά τη μεγάλη καραντίνα του 2020, ενώ ο ίδιος ήταν σε αναστολή, της την είπε της Ιλόνα που γκρίνιαζε για τα εξουθενωτικά ωράρια και την απίστευτη δουλειά που πατούσε στην Amazon, καθώς η Κίνα είχε φουλάρει ξανά τις μηχανές παραγωγής και η αυτοκρατορία του Μπέζος έγινε πρόθυμα η μεγάλη αποθήκη της, φέρνοντας ό,τι λαχταράει η ψυχή κι αντέχει το πορτοφόλι κάθε ανθρώπου, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. «Και την αύξηση που σου έδωσαν, μάλλον στους βρομοκινέζους σου τη χρωστάς», είπε ο Ματέους στην αδελφή του. Στο κάτω κάτω αυτή δούλευε εδώ κι έναν χρόνο από την ασφάλεια και την άνεση του σπιτιού της, μπροστά σε μια οθόνη και με ένα τηλέφωνο. Δεν οδηγούσε 16 ώρες τη μέρα στις ιταλικές «οτοστράντες» και στις γερμανικές «αούτομπαν».

Ο Νταν, ο Χουν, ο Σέρτζιο, ο Σλόμπο, ο Ματέους, η Ιλόνα, τόσο μακριά ο ένας απ’ τον άλλον, δεν έκρυβαν την ευχάριστη έκπληξη και σχεδόν ευγνωμοσύνη που ένιωθαν για το γεγονός ότι, παρά τον πόνο, το πένθος, το θανατικό, την αρρώστια, τις καραντίνες, τις αναστολές, τις απολύσεις που αντιμετώπισαν, ένιωσαν για πρώτη φορά στη σύντομη εργασιακή ζωή τους το κράτος σαν στήριγμα. Ο Σέρτζιο δεν χρειάστηκε να ανησυχήσει για το στεγαστικό του δάνειο, ο Σλόμπο σχεδόν έναν χρόνο έπαιρνε τον μισό μισθό που θα έπαιρνε αν δούλευε, ο Ματέους γύρισε γρήγορα στο τιμόνι της νταλίκας χάρη στις κρατικές ενισχύσεις που πήρε η μεταφορική -κι ας ήταν της Ντραγκέτα- κι η Ιλόνα ανταμείφθηκε με το παραπάνω για τους μόλις δύο μήνες που βγήκε στην ανεργία πριν ξαναπροσληφθεί με κρατική επιδότηση. Ο Χουν, αν και έκανε πια τα μισά ταξίδια Σανγκάη-Τζόγια Τάουρο, δεν έχασε μισθό, ανησυχεί όμως μήπως χάσει το μικρό διαμέρισμα που έχει καπαρώσει, τώρα που οι κινεζικές εταιρείες ακινήτων πέφτουν σαν πύργοι τζένγκα, και δεν βλέπει ιδιαίτερη ανησυχία από το κράτος. Ο Νταν πάλι, που χειρίζεται από το «διαστημικό» πιλοτήριό του έναν από τους δεκάδες γερανούς εμπορευματοκιβωτίων στο μεγαλύτερο λιμάνι του κόσμου, νιώθοντας λίγο άρχοντάς του, παρατηρεί ανήσυχος εδώ και μήνες αυτό το καλοκουρδισμένο γιγάντιο παιχνίδι να χάνει την τάξη και τους ρυθμούς του, τα κοντέινερ να συσσωρεύονται κατά χιλιάδες, τα πλοία να περιμένουν κατά δεκάδες στα ανοιχτά του Κόλπου Χανγκτζού, οι προϊστάμενοι να χάνουν την παγερή ψυχραιμία τους, να καρατομούνται και να αντικαθίστανται με πρωτοφανή συχνότητα. Κι η Ιλόνα, 6.500 μίλια μακριά, στην άλλη άκρη του Ειρηνικού, έχει ήδη από τον Ιούλιο παρατηρήσει τα διογκούμενα κύματα εκνευρισμένων μηνυμάτων και υβριστικών τηλεφωνημάτων από πελάτες που έχουν καθυστερήσει απελπιστικά οι πληρωμένες παραγγελίες τους.

Και τα Χριστούγεννα πλησιάζουν, οι αναμονές ανεβάζουν τις τιμές, το ρεύμα και το αέριο ακριβαίνουν, η στοργή του κράτους εξαντλείται, οι κεντρικοί τραπεζίτες σφίγγουν τα λουριά, οι κυβερνήσεις χάνουν τον έλεγχο, η πανδημία σκοτώνει και το ερώτημα που βασανίζει την Ιλόνα, τον Σέρτζιο, τον Ματέους, τον Σλόμπο, τον Χουν και τον Νταν είναι: φταίει ο ιός ή μήπως άλλη είναι η αρρώστια του κόσμου αυτού;

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Αναδημοσίευση από kibi-blog.blogspot.com

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.